Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Η Μεταπολεμική Λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη

1.jpg
 Η φωτογραφία προέρχεται από το λεύκωμα του Δήμου Θεσσαλονίκης και του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου “Β’ Περίοδος Πνευματικής Δημιουργίας- Θεσσαλονίκη 2003”. Απεικονίζεται η “συντροφιά των Μακεδονικών Ημερών το 1938. Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά Όρθιοι: Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γ. Θέμελης, Στρ. Δούκας, Ν.Γ. Πεντζίκης, Στ. Ξεφλούδας, Αντ. Λεβής. Καθισμένοι: Γ.Θ. Βαφόπουλος, Βασ. Τατάκης, Π. Σπανδωνίδης, Αλκ. Γιαννόπουλος, Γ. Δέλιος.” (από το αρχείο του ποιητή Γ.Θ. Βαφόπουλου)

       =====================================


Η Μεταπολεμική Λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. 

Μέρος 1ο: Πεζογράφοι


Σε μια πόλη που η λογοτεχνία και οι σχέσεις της με τις σελίδες των βιβλίων είναι αν μη τι άλλο ιστορική, μια σχέση αίματος δηλαδή, είπαμε να δούμε μαζί το χτες, παρουσιάζοντας την ιστορία της, τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σήμερα, τους καλύτερους χώρους για να αγοράσει ή να διαβάσει κανείς βιβλία αλλά και να ενημερωθεί (ή να ανταλλάξει απόψεις, τους εκδοτικούς της οίκους και τους ανθρώπους που κινούν τα νήματα. Στο κείμενο αυτό δεν ήταν δυνατόν να δοθεί μια συνολική εικόνα της πορείας που ακολούθησε η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης από τη μεταπολεμική περίοδο και μετά. Επισημαίνονται μόνο οι κύριες τάσεις που καθόρισαν, σε ένα ποσοστό, τη λογοτεχνία η οποία ποτέ δεν έπαψε να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Επισκοπήσεις σαν κι αυτήν ίσως δώσουν την εντύπωση ότι η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα κλειστό σύμπαν. Κάθε άλλο! Το κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής ιδίως περιόδου είναι η αλληλεπίδραση και η ταύτιση, αρκετές φορές, με τους υπόλοιπους πνευματικούς δημιουργούς της χώρας.

Πολυεθνική ταυτότητα

Η Θεσσαλονίκη μέχρι την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους το 1912, παρά τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της και την πολυεθνική της διάσταση ήταν, σε κοινωνικό κυρίως επίπεδο, έντονα συντηρητική. Οι πρόσφυγες που κατέφτασαν το 1922 έφεραν στην πόλη μια προοδευτική νοοτροπία, που δεν πρόλαβε να γονιμοποιηθεί στον πληθυσμιακό ιστό της. Κι αυτό γιατί δυο δεκαετίες αργότερα ήρθε η γερμανική κατοχή και ο αφανισμός της πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας. Ακολούθησε η οδυνηρή περίοδος του Εμφυλίου (1947-49), ενώ από το 1960 και πέρα σημειώθηκε μια πληθυσμιακή έκρηξη που σημάδεψε ανεπανόρθωτα τον κοινωνικό ιστό της πόλης κυρίως από τα χρόνια του μεσοπολέμου. Ωστόσο σταδιακά άρχισαν να επεκτείνονται και σε διαφορετικές κατευθύνσεις, να γίνονται ολοένα και πιο πρωτότυποι, πιο ανατρεπτικοί και να σφραγίζουν με το δικό τους τρόπο την εξέλιξη του νεοελληνικού λόγου.


Εσωτερικός μονόλογος

Στο Μεσοπόλεμο εδραιώθηκε στη Θεσσαλονίκη ένα ιδιαίτερο είδος λογοτεχνίας συνειρμών, που ονομάστηκε «εσωτερικός μονόλογος». Πεζογράφοι με κοινούς λογοτεχνικούς προβληματισμούς, όπως οι Πέτρος Σπανδωνίδης, Στέλιος Ξεφλούδας και Γιώργος Δέλιος, επηρεασμένοι από την εσωστρέφεια κυρίως του Τζέιμς Τζόις, ίδρυσαν το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες (1932-1939), που πρόβαλε αυτήν την τάση. Μέσα σ΄αυτό το κλίμα ποιητές, όπως ο Γ.Θέμελης, η Ζωή Καρέλλη και ο Τ. Βαρβιτσιώτης άρχισαν να ανιχνεύουν τους δικούς τους ποιητικούς δρόμους και να καταθέτουν τα πρώτα δείγματα της ποιητικής τους, η οποία κορυφώθηκε μεταπολεμικά. Κυριότερος εκφραστής του «εσωτερικού μονόλογου» ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ο Πεντζίκης επιχείρησε στο έργο του, που περιέχει και αναφορές στη γενέθλια πόλη, ποικίλες ενδοσκοπήσεις που επηρέασαν πολλούς νεότερους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης. Ένας από αυτούς είναι ο Κώστας Λαχάς, που με τον συνειρμικό και βιωματικό του λόγο κατέγραψε τη συλλογική περιπέτεια της Θεσσαλονίκης και του Κιλκίς (κατάγεται από το κάτω Θεοδωράκη του Ν. Κιλκίς) τα χρόνια της γερμανικής κατοχής και του Εμφυλίου. Καλύτερος μαθητής του Πεντζίκη είναι ίσως ο Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, καθώς η θεματική των συνειρμών του ταυτίζεται απόλυτα με τη θρησκευτική και λαϊκή παράδοση που πρώτος ο Πεντζίκης καλλιέργησε.

Μεταπολεμική ανασυγκρότηση

Οι σαρωτικές μεταπολεμικές αλλαγές και η προσπάθεια ανασυγκρότησης ολόκληρης της χώρας μετά τον Εμφύλιο δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη λογοτεχνία. Στη δεκαετία του 50 εμφανίζονται διαδοχικά μερικοί από τους σημαντικότερους ποιητές και πεζογράφους των μεταπολεμικών χρόνων. Εξέχουσες φυσιογνωμίες της πνευματικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης είναι ο Τηλέμαχος Αλαβέρας και ο Νίκος Μπακόλας. Εκδότης του περιοδικού Νέα Πορεία (1955-2009), ο πρώτος, αντλώντας εικόνες από τις αλλαγές που συντελούνται τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου όσο και από τη μεταπολεμική πραγματικότητα εκθέτει έναν υπαρξιακό προβληματισμό. Τα κείμενα του Αλαβέρα αποδίδουν με ιδιαίτερη ευαισθησία και υπαινικτικότητα τη συνείδηση της μεταπολεμικής εποχής. Ο Μπακόλας με ιδιαίτερη πολυσυλλεκτική γραφή και μέσα από μια ποικιλία αφηγηματικών τεχνικών, κινείται με άνεση από το συνειρμικό και το παράλογο έως το καθαρά παραδοσιακό. Υπήρξε πρωτοπόρος της μυθιστορηματικής μετάπλασης οδυνηρών βιωμάτων της Κατοχής και του Εμφυλίου με έντονα ρεαλιστικό τρόπο γραφής. Ο Μπακόλας είναι ο συγγραφέας που απέδωσε ιδανικά στα μυθιστορήματά του τόσο την ιστορία απλών ανθρώπων μέσα στο αστικό τοπίο όσο τον χαρακτήρα και το ύφος της πόλης.

 Στη φωτογραφία του 1976, από τα δεξιά: Κάρολος Τσίζεκ,Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ντίνος Χριστιανόπουλος


Ρεαλιστική γραφή

Εκτός από τους συγγραφείς που επέλεξαν κυρίως τη συνειρμική γραφή για να εκφράσουν τον ψυχικό τους κόσμο υπήρξαν και άλλοι που προτίμησαν να καταγράψουν γεγονότα που αναφέρονται σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.. Έτσι καλλιεργήθηκε στη Θεσσαλονίκη μια αξιόλογη τάση ρεαλιστικής γραφής, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 60. Έτσι καλλιεργήθηκε στη Θεσσαλονίκη μια αξιόλογη τάση ρεαλιστικής γραφής, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 60. Τότε πλήθαιναν οι περιπτώσεις συγγραφέων που είτε κατέγραφαν, με ύφος εξομολογητικό και συχνά αυτοσαρκαστικό, τις δυσάρεστες εμπειρίες τους από τα γεγονότα της εποχής είτε αφηγούνταν ερωτικά αδιέξοδα. Το ρεύμα αυτό καλλιεργήθηκε κυρίως από το περιοδικό Διαγώνιος (1958-1983) του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Κάρολου Τσίζεκ, στον οποίον οφείλεται η φροντισμένη τυπογραφική εμφάνιση όλων των τευχών του περιοδικού. Ο Χριστιανόπουλος ως πεζογράφος (είναι κυρίως ποιητής) στέκεται συνήθως στη διάψευση της προσδοκίας και στην τραυματική ερωτική εμπειρία.

Κορυφαίος, ίσως, εκπρόσωπος της τάσης αυτής ήταν ο Γιώργος Ιωάννου που συνδύασε στα κείμενα του αρμονικότατα τον βιωματικό λόγο με την εξομολόγηση για να προβάλλει ως αφηγητής «το σώμα» της πόλης. Ο Τόλης Καζαντζής κινείται στο ίδιο περίπου κλίμα με τον Ιωάννου, αφού, ξεκινώντας τις αφηγήσεις του από τα βιώματα της Κατοχής, φτάνει στο σήμερα περιγράφοντας με ένα ιδιότυπο, σαρκαστικό κάποιες φορές, χιούμορ, εμπειρίες της καθημερινής ζωής.

 Στη φωτογραφία ο Γιώργος Ιωάννου


Ο Γιώργος Κάτος, που εξέδιδε το περιοδικό Το Τραμ (1976-1996), αξιοποιεί με ιδιαίτερα δημιουργικό τρόπο τα βιώματά του από τις ναυτικές φυλακές και την ατμόσφαιρα της νύχτας, γράφοντας ρεαλιστικά με χυμώδη εκφραστικότητα και λαϊκή γλώσσα. Ο Μανώλης Ξεξάκης, ξεχωριστός και ως ποιητής, έχει ως βασικούς θεματικούς του άξονες τις παραδόσεις της Κρήτης, που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του, τις αναμνήσεις του από το στρατό και τις καθημερινές συμβάσεις που σχετίζονται με τον έρωτα, το γάμο, την οικογένεια κ.ά.

Ο Περικλής Σφυρίδης, επιμελητής του περιοδικού Παραφυάδα (1985-1990), τόσο στα διηγήματά του όσο και στα μυθιστορήματα περιγράφει τις συνθήκες εκμετάλλευσης που προκάλεσε η σύγχρονη εποχή στον έρωτα, την ιατρική και γενικότερα στις ανθρώπινες σχέσεις. Από παράλληλο δρόμο και χάρη στην καθημερινή τριβή με το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ έφτασε στη συγγραφή εννιά βιβλίων ιστορικής έρευνας ο Χρήστος Ζαφείρης, δημοσιογράφος, ιστορικός και μελετητής της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Ο Πρόδρομος Μάρκογλου αξιοποιεί συνήθως τα εφηβικά, κοινωνικά και ερωτικά βιώματα της εφηβείας του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Καβάλα.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αντλεί τα θέματά του από επεισόδια της καθημερινής ζωής και διακατέχεται από μια κρυφή νοσταλγία για το παρελθόν του τόπου. Ο Σκαμπαρδώνης απέδειξε ότι εκτός από αξιόλογος διηγηματογράφος είναι και μέγιστος μυθιστορηματογράφος, καθώς με τα μυθιστορήματά του («Ουζερί Τσιτσάνης», «Πολύ βούτυρο για το τομάρι του σκύλου») κατέγραψε ιστορικά γεγονότα που συγκλόνισαν τη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής κα τις αρχές της δεκαετίας του 60, συνθέτοντας ένα πραγματικό λογοτεχνικό ντοκιμαντέρ. Ο Αλμπέρτος Ναρ είχε ως βασικούς θεματικούς το άξονες αφενός την παρουσία των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και τον αφανισμό τους στην Κατοχή και αφετέρου περιστατικά που ανάγονται στα χρόνια της εφηβείας του.

Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί ο Θωμάς Κοροβίνης που επιχειρεί στα έργα του νοσταλγικές, συχνά υμνητικές, αναδρομές στο παρελθόν της πόλης, παρατηρώντας τη σταδιακή επίθεση που δέχεται η φυσιογνωμία της. Ο Νίκος Βασιλειάδης, με ύφος έντονα ειρωνικό, σαρκαστικό κάποιες φορές, ανασυστήνει με κρυπτική γραφή την επαρχία (κατάγεται από την Καβάλα).

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά επιβάλλεται στο έργο της Σοφίας Νικολαϊδου, της σημαντικότερης γυναικείας γραφής που ανέδειξε η Θεσσαλονίκη μετά το 1990. Η Νικολαϊδου, που ξεκίνησε από το διήγημα, απέδειξε την ποιότητα του λόγου στα μυθιστορήματά της («Πλανήτης Πρέσπα», «Ο Μωβ Μαέστρος»).


Γερό αποτύπωμα στο λογοτεχνικό χάρτη της πόλης άφησε και ο Γιώργος Κορδομενίδης, που το 1997 έστησε το Εντευκτήριο και έκτοτε παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι τα λογοτεχνικά δρώμενα της πόλης ανακαλύπτοντας πολλές από τις καινούριες θεσσαλονικιώτικες γραφίδες. Η αναφορά στους πεζογράφους της πόλης δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είναι εξαντλητική, καθώς και στα πλαίσια ενός απολογιστικού κειμένου δεν είναι δυνατόν να απαριθμήσει κανείς το έργο των δεκάδων δημιουργών που υπηρέτησαν εξακολουθητικά τον πεζογραφικό λόγο.

=======================================

Η Μεταπολεμική Λογοτεχνία στη Θεσσαλονίκη. 

Μέρος 2ο: Ποιητές

1.jpg
Στην φωτογραφία, από τα δεξιά: Πρόδρομος Μάρκογλου, Ανέστης Ευαγγέλου, Τόλης Καζαντζής


Κυρίαρχος είναι ο ρόλος της κοινωνικής ποιητικής τριπλέτας που συγκροτούν οι Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου και Πάνος Θασίτης. Το πρώιμο έργο των Αναγνωστάκη και Κύρου κυρίως, και δευτερευόντως του Θασίτη, αναφέρεται σε πολύ μεγάλη συχνότητα σε πρόσωπα και σημεία που συνδέονται με τα βιώματά της ταραγμένης νεότητάς τους. Στις μετέπειτα ποιητικές συλλογές τους επιχειρείται αφενός μια προσπάθεια σύνδεσης με τις κοινές θεματικές της γενιάς τους και αφετέρου ένας διάλογος με ποιητικές φωνές που λειτουργούν ως πρότυπα (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Έλιοτ και Καρυωτάκης). Το έργο του Αναγνωστάκη χάραξε το δρόμο της προσωπικής αναζήτησης του καθενός, άνοιξε νέες διόδους και δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για επανατοποθετήσεις και προβληματισμούς. Το ύφος του, προσωπικό, γεμάτο υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις, άλλοτε με πικρή ειρωνεία και άλλοτε με συγκρατημένη οργή, εκτός από τη διάψευση εκφράζει και τη βαθιά απογοήτευση της γενιάς του.


Παράλληλα με τους «πολιτικούς» εμφανίστηκαν και οι ποιητές του ερωτικού αδιέξοδου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, ο αρχικός δηλαδή πυρήνας της Διαγωνίου. Η Διαγώνιος, στα μέσα της δεκαετίας του 50 συσπείρωσε αξιόλογους λογοτέχνες και κριτικούς και συγκρότησε έναν ξεχωριστό, από κάθε άποψη, λογοτεχνικό και εικαστικό πυρήνα. Ο Ασλάνογλου έγραψε σχετικά με τη συγκρότηση της τριάδας των ερωτικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: «… Μερικοί νέοι ποιητές έψαχναν το δρόμο τους μέσα στη σύγχυση και την αταξία της εποχής, ένα δρόμο που έπρεπε οι ίδιοι να ανοίξουν αν ήθελαν να επιβιώσουν. Τι του έκανε να συσπειρωθούν και ν΄αγωνιστούν συνειδητοποιώντας την ανάγκη της αλλαγής; Πρώτα πρώτα η αίσθηση ότι ήταν διαφορετικοί από τους προγενέστερους και πως κανένα έτοιμο αισθητικό καλούπι δεν θα μπορούσε να φορμάρει την ουσία της ποίησής τους. Οι νέοι ποιητές του 50 ήθελαν να μιλήσουν για το προσωπικό τους δράμα που δεν φαίνονταν να οσφραίνονταν οι παλιότεροι». Στο έργο του Χριστιανόπουλου, από τη δημοσίευση της συλλογής “Εποχή των Ισχνών Αγελάδων” (1950), ο ρεαλισμός ακολουθεί από κοντά το πρότυπο της καβαφικής ποίησης. Η λαϊκή τοπογραφία αναμιγνύεται με ιστορικά σύμβολα κα θεμελιώνεται ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που θα συνοδεύει εξακολουθητικά το έργο του ποιητή. Ο Χριστιανόπουλος άλλοτε σχολιάζει την εμπορευματική αίσθηση της καθημερινής ζωής, ενώ άλλες είναι σαρκαστικά ειρωνικός και καταγγελτικός.

Όπως ο Χριστιανόπουλος και ο Ιωάνννου, έτσι και ο Ασλάνογλου έγραψε για την πίκρα της μοναξιάς, που είναι πανταχού παρούσα στο έργο του, τη μελαγχολία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα και για τα ασφυκτικά πλαίσια της ατομικής του οδύνης. Ήταν με άλλα λόγια απόλυτα εναρμονισμένος με το μονωτικό κλίμα που καλλιέργησε η ερωτική γενιά της Θεσσαλονίκης στη μεταπολεμική εποχή των θρυμματισμένων ιδανικών. Τα ποιήματα του Ιωάννου προαναγγέλλουν το πεζογραφικό του έργο, καθώς εμπεριέχουν τους θεματικούς άξονες που τον απασχόλησαν αργότερα και στα πεζά του κείμενα. Οι ποιητικές συνθέσεις του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική λιτότητα, ακριβολογία και νοηματική συμπύκνωση.

Η επίδραση του Καβάφη δεν περιορίστηκε στους ερωτικούς και πολιτικούς ποιητές της Θεσσαλονίκης αλλά με τη διδακτική και ειρωνική προβολή της επεκτάθηκε στο ευρύ φάσμα των ποιητών που εμφανίστηκαν μετά το 1950 ως και τη δεκαετία του 70: τον Ανέστη Ευαγγέλου, που εξετάζει την αποβολή από την κοινωνική πραγματικότητα και την ανάγκη για συμφιλίωση μαζί της, τον Πρόδρομο Μάρκογλου και τον Τόλη Νικηφόρου που ασκεί κριτική στα κοινωνικά στερεότυπα της μεταδιδακτορικής Ελλάδας, στα νέα ήθη και τις συμπεριφορές. Την ίδια στιγμή, ο Μάρκος Μέσκος, ενσωματώνοντας στο έργο του τον απόηχο του κλέφτικου τραγουδιού, επιχειρεί γόνιμους ποιητικούς πειραματισμούς, αντιστρέφοντας συχνά τις απολήξεις των δημοτικών θρήνων. Η Μαρία Κέντρου–Αγαθοπούλου επιζητεί την προστατευτική ασπίδα των παιδικών της χρόνων, προσπαθώντας παράλληλα να συγκρατήσει όσα φεύγουν μια για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 η Νέα Πορεία, το περιοδικό που εξέδιδε ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, εμφανίζει μια τάση σύγκλισης και συνάντησης παλαιότερων και νέων ποιητών και πεζογράφων που είναι δεκτικότεροι στις τεχνικές του μοντερνισμού. Εκτός από την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, στις σελίδες της Νέας Πορείας εμφανίζεται η Ρούλα Αλαβέρα, μια ποιήτρια που το έργο της χαρακτηρίζεται από την πυκνά συμβολιστική της γλώσσα. Ανάλογη πολυσυλλεκτικότητα εμφανίζει και το περιοδικό Τραμ, ιδιαίτερα στη δεύτερη εκδοτική του πορεία.


Το 1983 η Διαγώνιος ανέστειλε οριστικά την κυκλοφορία της, προλαβαίνοντας ωστόσο να αναδείξει μια από τις πιο ιδιαίτερες ποιητικές φωνές της δεκαετίας, τον Σάκη Σερέφα, που από τις πρώτες κιόλας ποιητικές του καταθέσεις δεν έδειχνε απόλυτα προσηλωμένος στη ρεαλιστική τεχνική, αλλά καθοδηγούταν απόλυτα από τη φαντασία που συγγενεύει με το παράδοξο. Σημείο αναφοράς και κέντρο της περιπλάνησής του στο έργο του στέκεται πάντα η αθέατη πλευρά και ο χώρος της πόλης στην οποία γεννήθηκε και ζει. Ο Σερέφας δεν περιορίζεται μόνο στη φωτογράφηση της πραγματικότητας αλλά εξερευνά και τις κλειστές γωνίες του κόσμου που βιώνει, αναπαράγει τα συμβάντα κάθε εποχής, χωρίς να τα αλλοιώνει και τα παρουσιάζει με τρόπο φυσικό και ιδιαίτερα αυθεντικό.

Στους πιο προικισμένους ποιητές της μετά το 1975 περιόδου συγκαταλέγονται η Κατερίνα Καριζώνη, η Ελένη Μερκενίδου και ο Σταύρος Ζαφειρίου. Η Καριζώνη στράφηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στον πεζό λόγο. Η ποίηση της Ελένης Μερκενίδου προσφεύγει συχνά στη χρησιμοποίηση ενός έντονα ρυθμικού λόγου, ώστε να δώσει μεγαλύτερη υποβλητική δύναμη σ΄έναν κόσμο γεμάτο από λατρευτικά και αρκετές φορές παγανιστικά σύμβολα. Η ποίηση του Σταύρου Ζαφειρίου, λυρική με παραμυθητικές προεκτάσεις, ιδίως μετά από το 1985, περνά από το νευρωτικό λόγο των πρώτων ποιημάτων του στην επίμονη αναζήτηση μιας γραμμής που συνδέει την ατομική ζωή με την ιστορία.

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του Σερέφα που έχει τίτλο «Τέσσερις μικροσκέψεις για τη λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο: Θεσσαλονίκη, μια πόλη στη λογοτεχνία» (Μεταίχμιο, 2001): «Η λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη παραμένει ένα τρικούβερτο εργοτάξιο. Ιδρύθηκε μόλις πριν από έναν αιώνα. Πότε με αζαλέο και πότε με λιγυρό ύφος, πότε με λαβραγόρη οίστρο και πότε με οικονομημένη λεξιχρησία, μέσα σ΄αυτά τα χρόνια απέκτησε κέντρο και κι απόκεντρο, υπόγεια και ανώγεια καταλύματα, αλάνηδες χώρους και απόρρητα ενδιαιτήματα… Σκαρφαλωμένοι στις σκαλωσιές τους οι μαστόρηδες του λόγου την ιστόρησαν και την ιστορούν πότε εν χορώ και πότε με μερακλίδικη κρυπτικότητα».

==================================================

ΠΗΓΕΣ



Δημοσίευση σχολίου