Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Τόλης Νικηφόρου


( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να λείπουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

 Το συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι για τον Τόλη Νικηφόρου.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σ΄αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλιακή με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.


 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας  

======================================================



Γράφω για να τηρήσω μια εσωτερική εντολή και ελάχιστα αντιλαμβάνομαι το τί, το πώς, και το γιατί. Συχνά  έχω την αίσθηση ότι απλώς καταχωρώ  όσα μου υπαγορεύει ένας αόρατος υποβολέας, ότι δεν είμαι παρά ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων μου.
Στην πρωταρχική ανάγκη της έκφρασης δίνω διέξοδο, όπως οι μακρινοί μας πρόγονοι, μόνος με τον εαυτό μου στη σύγχρονη σπηλιά μου. Με τον ιστότοπο ίσως να ικανοποιήσω σε μεγαλύτερο βαθμό και την αμέσως επόμενη, την ανάγκη της επικοινωνίας. Τ.Ν.





============================

να γυρίζεις στο φως


ποτέ άλλοτε το πράσινο
δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο


να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 ==================================

κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας


καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 ===================================

ο προορισμός του ονείρου

θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ' ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα
κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ' αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θα αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη

τίποτα δεν θα θυμηθούμε
και τίποτα δεν θάχουμε ξεχάσει

Τόλης Νικηφόρου
από τη συλλογή Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη
που ονειρεύεται, 2002


 ==================================


Τόλης Νικηφόρου, ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ' τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στο χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
την γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Από τη συλλογή Αναρχικά (1979)


 ====================================

Τόλης Νικηφόρου, ποιητής

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

Από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

=======================================================


Τόλης Νικηφόρου: "Ζω ολόψυχα το παρόν"


Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη


Ο Τόλης Νικηφόρου, πιστός ποιητής στο διάβα του χρόνου, αποδεικνύει με τη δυναμική της σκέψης και την ουσία του αληθινού λόγου του το γιατί η τέχνη του είναι ο προορισμός του στη ζωή.

Στην ιστοσελίδα σας http://www.nikiforou-poems.gr/,
 μας υποδέχεστε με τον εξής στίχο: αργά χτες βράδυ ξαφνικά είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία. Αποτελεί η έκφραση μέσω της γραφής μορφή ελευθερίας ;

Όταν περιφρονείς τις κοινωνικές συμβάσεις και διάφορους άλλους καταναγκασμούς, πράγματι η γραφή αποτελεί μια μορφή ελευθερίας. Της ελευθερίας εκείνης που μπορεί να διεκδικήσει ο θνητός από το πεπρωμένο του.

Τι μπορεί να σας δώσει κίνητρο για να γράψετε ;

Η τέχνη του λόγου είναι ο προορισμός μου στη ζωή. Δεν χρειάζομαι λοιπόν κανένα κίνητρο, γεννήθηκα με ένα μολύβι στο χέρι και με ένα μολύβι στο χέρι θα πεθάνω. Ερεθίσματα βέβαια υπάρχουν πολλά, ακόμη και στο πιο γκρίζο και αδιάφορο περιβάλλον. Η αθωότητα, η ομορφιά, η γυναίκα, ο έρωτας και η αγάπη, η απώλεια, οι κοινωνικές συνθήκες, ή ίδια η μάταιη ύπαρξή μας.

Το έργο σας αντανακλά μια βαθιά ανθρώπινη και ώριμη συνειδητοποίηση της ουσίας των πραγμάτων. Πάντα άμεσο, ειλικρινές, χρωματισμένο συναισθήματα. Κατά πόσο είναι βιωματική η γραφή σας ;

Σε πολύ μεγάλο, σε καθοριστικό βαθμό, θα έλεγα. Η ζωή μου υπήρξε μια απίστευτη περιπέτεια και, μετά 32 βιβλία, έχω πολλά να πω ακόμα. Τρία από τα βιβλία μου, η συλλογή διηγημάτων Νόστος, 2000, το μυθιστόρημα Η γοητεία των δευτερολέπτων, 2001 και η συλλογή διηγημάτων Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, 2008 είναι καθαρά αυτοβιογραφικά, όπως και μια ακόμη συλλογή διηγημάτων που βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Εμπειρίες της ζωής μου υπάρχουν και σε άλλα βιβλία μου πεζογραφίας ενώ τα περισσότερα ίσως ποιήματά μου είναι σκιές και λάμψεις από την προσωπική πορεία μου. Πιστεύω ότι ακόμη και οι εντελώς φανταστικές συλλήψεις μου στο βίωμα βασίζονται.

Υπάρχουν λογοτέχνες-καλλιτέχνες που θαυμάζετε; Σας έχει επηρεάσει ενδεχομένως κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα ;

Κορυφαίος αγαπημένος μου είναι ο Αλμπέρ Καμύ με τον Ξένο και την Πανούκλα και τα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο μύθος του Σισύφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος αλλά και με την ίδια τη ζωή του και το παράλογο του θανάτου του. Λατρεύω επίσης δύο διαμετρικά αντίθετους ποιητές, τον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι και τον Τ.Σ., Έλιοτ καθώς και πολλούς από τους εκπροσώπους το θεάτρου του παραλόγου, με πρώτο τον Σ. Μπέκετ και το υπαρξιακό του αριστούργημα, Περιμένοντας τον Γκοντό. Παρακολουθώ βέβαια τα καλλιτεχνικά ρεύματα αλλά οι εκάστοτε μόδες και τάσεις με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Εκφράζω τη δική μου αλήθεια και την εκφράζω με τον δικό μου τρόπο.

Έρωτας και θάνατος. Οι ενορμήσεις της ζωής. Ποιος καταφέρνει να θριαμβεύσει άραγε ;

Τελικός νικητής είναι βέβαια πάντα ο θάνατος. Όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν. Θριαμβευτής της ζωής όμως είναι ο έρωτας με την ευρύτατή του έννοια. Όλη η καλλιτεχνική δημιουργία, με κορυφαία την ποίηση, είναι μια πράξη ερωτική. Είναι μια αντιπαράθεση με την αίσθηση της ματαιότητας και μια επιβεβαίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο τίποτα που όλους μας περιμένει.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας ;

H απώλεια αγαπημένων μου προσώπων, η αρρώστια και ο θάνατος.

κρύβω μέσα μου ένα παιδί που δεν δέχεται πως μπορεί να γελάω όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο που θάθελε να φτιάξει τη ζωή στα μέτρα της καρδιάς του. Απόσπασμα από το ποίημά σας που τιτλοφορείται Ένα παιδί. Από τη συλλογή Αναρχικά (1979). Πόσο επίπονο μπορεί να είναι για κάποιον άνθρωπο να κρύβει μέσα του το παιδί που κάποτε ήταν ;

Ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης, ο ποιητής διατηρεί μέσα του ακέραια την παιδική ματιά στα πράγματα, την μαγεία της ανακάλυψης του κόσμου. Με την πρωταρχική του αθωότητα λοιπόν βαδίζει μέσα στον συνήθη τόπο των εκτελέσεων που είναι η μνήμη και υπερβαίνει την οδύνη της.

ο παιδικός μου φίλος είχε κοινή καρδιά ρομαντική ένα ψυχρό σταλινικό μυαλό μια φλογερή ψυχή αναρχική σαράντα χρόνια στο καμίνι της ασφάλτου άντε να πορευτεί μετά και νάχει η πράξη του συνέπεια. Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αρετή που οφείλει να διασώσει ο άνθρωπος ;

Η αγάπη φυσικά, η βαθιά ανθρώπινη αλληλεγγύη προς όλες τις βασανισμένες ψυχές που έχουν κοινή μοίρα στον κόσμο.

οι νεκροί για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη. Ποια η σχέση σας με τους «νεκρούς» σας ;

Μια σχέση απέραντης αγάπης που θα χαθεί μόνο όταν χαθώ κι εγώ. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο αδερφός μου ζουν μέσα στην καρδιά μου και φτερουγίζουν στα μάτια μου. Είναι πια οριστικά εγώ.

Παρελθόν-Παρόν-Μέλλον. Ποια από τις τρεις διαστάσεις του χρόνου σας εμπνέει περισσότερο ;

Ζω ολόψυχα το παρόν με τακτικές αναδρομές στο παρελθόν και περιοδικές εφορμήσεις στο μέλλον. Με εμπνέουν οι αξίες ενός αιώνια παρόντος χρόνου.

να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας. Στίχοι από τον «εσωτερικό εχθρό» σας. Ποια η σχέση σας με τη μοναξιά ;

Έχω τη Σοφία, σύντροφο της ζωής μου, έχω και πολλούς φίλους αγαπημένους από τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια και από κάθε φάση της ζωής μου. Δίνω και δέχομαι την αγάπη και δεν αισθάνομαι την παραμικρή μοναξιά στην καθημερινή ζωή. Η δική μου μοναξιά ανάγεται στις πηγές της ύπαρξης, στην καταγωγή και τον προορισμό μας.

Ποια πιστεύετε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή ;

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» - επιστολή α’ προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου.

Ποια είναι η σχέση σας με τα όνειρα ;

Από τον κόσμο αυτό του φόνου και της ατιμίας, που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων, εγώ κρατάω τα θαύματα. Είμαι ένας αμετανόητος ουτοπιστής. Θα πιστεύω σε ένα κόσμο αγάπης και δημιουργίας και θα αγωνίζομαι γι’ αυτόν τον κόσμο ως το τέλος. Και στην άλλη ζωή, αν υπάρχει.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα ;

Αρνητική έως τραγική με έντονα στοιχεία γελοιότητας. Οι χαλεποί καιροί όμως τροφοδοτούν την τέχνη σε κάθε της μορφή. Μέσα στα σκουπίδια ήδη ανθίζουν τα πιο μεθυστικά λουλούδια.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια ; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο ;

Έχω έτοιμα ή περίπου έτοιμα τρία βιβλία. Ένα παραμύθι για μεγάλους, που έγραψα μαζί με την ποιήτρια Τζούλια Φορτούνη, μια συλλογή διηγημάτων για τα παιδικά μου χρόνια και μια ακόμη συλλογή ποιημάτων. Αν όλα πάνε καλά, τα τρία αυτά βιβλία θα πρέπει να εκδοθούν μέχρι το τέλος του 2016.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή !

Σας ευχαριστώ θερμά για τη συνομιλία μας και τις ευχές. Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να ξεπεράσει σύντομα η πατρίδα μας την κρίση και να έρθουν καλύτερες μέρες για όλους μας και κυρίως για τα παιδιά.

======================================


Το κοινωνικοερωτικό ρίγος του Τόλη Νικηφόρου

26 Φεβ. 2016 

Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Τόλης Νικηφόρου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ποιητικές παρουσίες στη Θεσσαλονίκη εδώ και δεκαετίες. Αν και κατατάχθηκε (βάσει ημερομηνίας γέννησης) στη Β΄Μεταπολεμική Γενιά, στα ποιοτικά χαρακτηριστικά περισσότερο μοιάζει με πρόδρομο της γενιάς του ’70 διατηρώντας σημαντική απόσταση από την ποιητική παράδοση της πόλης. Κινείται αυτόνομα, εκτός γενεαλογικών προσεγγίσεων, μεταξύ της πρώτης ποιητικής τριανδρίας της Θεσσαλονίκης (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και της δεύτερης (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου).

Δε λειτουργεί ως εκφραστής του περιθωρίου (κοινωνικού, σεξουαλικού ή πολιτικού), αρνείται τη μελαγχολία της ήττας, ακόμα κι όταν παλεύει κόντρα σε βέβαιη ήττα για ένα άπιαστο όνειρο. Η ποίησή του είναι εξωστρεφής χωρίς συμβολισμούς και κοινωνική με βαθιές πολιτικές ρίζες. Η γλώσσα του διατηρεί μία μοναδική ευθύτητα και διαύγεια, ενώ κυριαρχεί η αμεσότητα των νοημάτων και το επαναστατικό, ριζοσπαστικό, στοιχείο.
…πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων…

Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Τόλη Νικηφόρου είναι εμφανή και στα ερωτικά του έργα, όπως ανθολογούνται από το σύνολο του έργου του, στο «ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου» (Μανδραγόρας, 2015).

 

Κινείται ανάμεσα στην κοινωνική ποίηση και τον έρωτα εγκαταλείποντας την παράδοση της ερωτικής τριανδρίας της πόλης με εμφανή πολιτικά στοιχεία, ειδικά στα ποιήματα της πρώτης περιόδου. Άλλωστε στην πρώτη φάση της ποιητικής του πορείας κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός, αναζητώντας τη δική του ουτοπία, αγωνιζόμενος «σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, με το κόκκινο και το μαύρο ως χρώματα της αναρχίας προσεγγίζοντας το απρόσιτο», όπως ο ίδιος έγραφε 1.

Ένα τέτοιο ταξίδι στο όνειρο και την ουτοπία είναι και ο έρωτάς του. Αθώο και ηδονικό συνάμα, ένα όνειρο επαναστατικό που ταξιδεύει στα σύννεφα της -κρυφής, σχεδόν συνωμοτικής- λαγνείας. Ο έρωτας είναι μαγικός και τη μαγεία του ο ποιητής την βρίσκει στις πολιτικές συντροφιές, στις διαδηλώσεις, σε κλειστό δωμάτιο, σε κήπους και πλατείες.  Η αγωνία του για τον έρωτα είναι εμφανής σε κάθε λέξη, σε κάθε στίχο, σχεδόν σε κάθε αντικείμενο που συνδέεται με συγκεκριμένα πρόσωπα ή καταστάσεις (τη γυναίκα, την Θεσσαλονίκη, τον συνεχή αγώνα).

Παραμένει όμως συνεχώς μία φωνή αυθεντική. Ο Νικηφόρου καταφέρνει να συνδέσει άρρηκτα τους συμβολισμούς του κόκκινου σε κάθε ποίημα της ανθολογίας. Ο έρωτας/αγάπη συνδέεται με την κοινωνική ποίηση και την αγωνία για το αύριο. Με συναισθηματική επάρκεια και λόγο χειμαρρώδη αγγίζει ενοχλητικά για πολλούς στοιχεία κοινωνικής φύσης και τα εντάσσει στο ερωτικό πεδίο.

Καταγγέλλει τη μακραίωνη γυναικεία υποταγή (αισθανόμενος κι ο ίδιος ως άνδρας συνυπεύθυνος και βλέποντας συνέπειες αυτής της υποδούλωσης και σε εκείνον μειώνοντας την ελευθερία του αφού η σχέση τους θεωρείται ισότιμη μια και η φύση τους έταξε  σε σάρκα μία). Εκθέτει το απάνθρωπο τσιμεντένιο αστικό περιβάλλον, τη στάση των αρχών, τη βιοπάλη, την πολιτική αντίσταση για μία καλύτερη ζωή. Συνδέει τον έρωτα με το χαμό, την ποίηση, το φως.

Ο ανοιχτός χώρος είναι βασικό χαρακτηριστικό στην ποίηση του Νικηφόρου (κήπος, διαδηλώσεις, μπαλκόνι, δικαστήρια, αστικό τοπίο κλπ). Οι εικόνες του, ακόμα και οι πιο σκοτεινές, διακρίνονται από τη φωτεινή αισιοδοξία που γεννά ο ίδιος ο έρωτας.

Το ποιητικό του κάδρο είναι πολύχρωμο και οι εικόνες του έχουν κίνηση και ήχο· τούτη εκδηλώνεται άμεσα με ρήματα κινητικά ή έμμεσα με λέξεις που εμπεριέχουν κινητική ενέργεια (κυκλοφορεί, μεγαλώνουν, λούζεσαι, ανεμίζοντας στροβιλίζονται, άγριος πανικός στους δρόμους) ή συχνά με ρήματα σε ενεστώτα και μέλλοντα.

Το χρώμα αποκαλύπτεται συχνά άμεσα με τα χρωματικά επίθετα ή έμμεσα με όρους που συνειρμικά ταυτίζονται με συγκεκριμένα χρώματα (φύλλα, δέντρα, ματωμένα χείλη, χελιδόνια, ανατέλλουν).  Κυριαρχούν το πολυσήμαντο κόκκινο (του έρωτα και του αγώνα), το μπλε, το πράσινο και το λευκό του φωτός. Το φυσικό στοιχείο συνεχώς διανθίζει τις συνθέσεις του Νικηφόρου.

Η θάλασσα της Θεσσαλονίκης (θάλασσα, παραλία, καράβι), το πράσινο (φύλλα, δέντρο, κήπος) κι ο ουρανός έχουν συνεχή παρουσία στην ποίηση του Νικηφόρου, συντελώντας καταλυτικά στη ρομαντική διάθεση και χρωματίζοντας το ποιητικό κάδρο. Μοιάζει με μία προσπάθεια του ευαίσθητου κοινωνικού δημιουργού να δραπετεύσει από το μονότονο γκρίζο αστικό τοπίο που τον περιβάλλει καθημερινά.

Η δε ακουστικότητα των εικόνων του είναι άλλοτε θορυβώδης (σαν άγριος πανικός στους δρόμους ή συγκεντρώσεις απεργών και  οδοφράγματα, σαν φασαρία σε τμήματα ασφαλείας και διαδρόμους δικαστηρίων) και άλλες φορές ήπιος (σαν απαγγελία, θρόισμα, φτερούγισμα, ανάσα ή ψίθυρος) κι ενίοτε οι συνθέσεις είναι βουβές αφουγκραζόμενες το συναίσθημα του ποιητή.

Με τον καιρό γίνεται πιο περιγραφικός, η ποιητική ματιά πιο λεπτομερής· η εικαστική εξετάζει από κοντινό ποιητικό πλάνο το αντικείμενο του έρωτα. Μοιάζει σα να έχει αλλάξει ο ίδιος ο δημιουργός και να θέλει να πλησιάσει περισσότερο το αντικείμενο του έρωτα, να μετατρέπεται ο έρωτας και η πύρινη λαγνεία σε βαθιά αγάπη -και αλληλεγγύη σε κοινωνικό επίπεδο.
…κάτω απ’ το δέρμα αστραπές και καταιγίδες, μάτια ιστιοφόρα που αποπλέουν για το νυχτερινό ταξίδι στο άπειρο. στις απαλές καμπύλες των χειλιών του, κρατάει ένα κορίτσι την καρδιά μου, που ονειρεύεται με δάκρυα από χώμα κι ουρανό…

Ο λεκτικός του πλούτος γεμίζει με φως και χρώμα το στιχουργικό καναβάτσο, αξιοποιώντας τους συνειρμούς, ως ένα -ελεγχόμενο- υπερρεαλιστικό στοιχείο. Ωστόσο, με τον καιρό πλησιάζει περισσότερο τον υπερρεαλισμό, ως ένας πρόδρομος του μεταμοντέρνου υπερρεαλισμού, τον επανανοηματοδοτεί και τον εμπλουτίζει εκφραστικά με μεταφορές και μετωνυμίες, αναδύοντας μία πλουσιότερη εικαστική ποίηση.

Ο ποιητής αναζητά συνεχώς την ποιητική έκφραση. Δεν επαναπαύεται ποτέ, κινείται προοδευτικά διαγράφοντας τη δική του εξελικτική πορεία. Πειραματίζεται με νέες φόρμες (πεζοποιήματα, θρυμματισμένος στίχος), κινείται σε νέες εκφραστικές οδούς (γλωσσικά λογοπαίγνια) ενώ υστερότερα "παίζει" με τις εμφατικές επαναλήψεις προσδίδοντας μία κυκλικότητα που μοιάζει να διαστέλλει το χρόνο· ενισχύουν την κίνηση στις εικόνες του και προσδίδουν μία κυματοειδή μελωδικότητα στο στίχο επιτείνοντας το συναίσθημα.

Η εκφραστική αφθονία του Νικηφόρου αξιοποιεί όλα τα μέρη του λόγου. Επίθετα και επιρρήματα με μετοχές διανθίζουν τις διατυπώσεις του και με το πέρασμα του χρόνου αυξάνονται σε μία ιδιαίτερη εικονοπλαστική και νοηματική διάσταση. Μέσα στο χειμαρρώδες ύφος του διακρίνεται μία διαυγής αμεσότητα και τρυφερότητα, μία ειλικρινής ευαισθησία παρά την όποια σκληρότητα κρύβουν οι εικόνες του.
ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας

Με τον καιρό η φωνή του γίνεται πιο χαμηλόφωνη προς όφελος του συναισθήματος και της τρυφερότητας. Περνώντας στη δεύτερη περίοδο (έως σήμερα) κινείται σε ένα υπαρξιακό επίπεδο, χωρίς να εγκλωβίζεται στην αυτοαναφορικότητα, που απαντάται ως μέσο έκφρασης. Η μνήμη έρχεται στο προσκήνιο (άλλοτε εμφανής κι ενίοτε ως το αόρατο ποιητική βάθρο του έρωτα) χωρίς όμως να χάνονται τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της ποίησής του. Ο χρόνος σταδιακά αφήνει το σημάδι του στα πρόσωπα (ρυτίδες, γκρίζο, φθορά) σε ένα πάντα νεανικό έρωτα, σαν τη γραφή του ποιητή.

Ο Νικηφόρου αποφεύγει συνειδητά τις λεκτικές ακροβασίες. Ο στίχος του παραμένει άρτιος, μεστός και ευκρινής. Ο στιχουργικός ρυθμός -ακόμα και στα πεζοποιήματα- υποτάσσεται στην εικόνα και (αλληλο)τροφοδοτεί το συναίσθημα. Ωστόσο, ο ρομαντισμός και ο λυρισμός πάντα ενυπάρχουν στις συνθέσεις του, ακόμα και στις "διαδηλώσεις".
Η μικρογράμματη γραφή και η απουσία σημείων στίξης ενισχύουν τα πεζολογικά στοιχεία της ποιητικής του. Αντίθετα, στα πεζοποιήματα, τα σημεία στίξης (κόμματα ή τελείες σε μικρογράμματες περιόδους) ορίζουν το ρυθμό διαχωρίζοντας τους οιονεί στίχους. Ταυτόχρονα, πειραματίζεται με τις συνηχήσεις και τις παρομοιώσεις ευνοώντας το συναίσθημα και πλησιάζοντας τον προφορικό λόγο , παρά τον πλούτο και το ορμητικό ύφος.

Η ξεχωριστή ποιητική παρουσία του Τόλη Νικηφόρου συντίθεται από ένα πλήθος χαρακτηριστικών τα οποία αναδεικνύουν έναν καλλιτέχνη που χωρίς επανάπαυση αναζητά νέους δρόμους. Χαράσσει τη δική του πορεία και επηρεάζει τους νεώτερους δημιουργούς. Μακριά από την ποιητική παράδοση της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας καινοτομεί εκφραστικά αποκαλύπτοντας ότι ο ποιητής δεν στέκει μακριά από τις κοινωνικές ζυμώσεις της εποχής του.

Με περιφρόνηση στον καταναγκαστικό κοινωνικό κομφορμισμό μιλά με τη θυελλώδη ποιητική γραφή του για τη γυναίκα, τον αθώο, το διαδηλωτή, τον έρωτα και την αγάπη, το χαμό και την απώλεια, τις κοινωνικές συνθήκες και το περιβάλλον, για την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ποίηση του Νικηφόρου μοιάζει με ένα δέντρο που ανθίζει μέσα στην αστική (με διττό νόημα) καταπίεση. Γράφει για τον έρωτα και τους ανθρώπους, για την πόλη και τη ζωή ως ασυγκράτητος ουτοπιστής της αγάπης και της κοινωνικής δικαιοσύνης με παιδική, και άρα ελεύθερη κι αθώα, ψυχή.

1 περ. Pro Libertate 1 (Φεβρουάριος 2004) 21.

===================================

Τόλης Νικηφόρου

Γεννήθηκε στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου (Πλατεία Δικαστηρίων) της Θεσσαλονίκης στις 14 Νοεμβρίου του 1938. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες, ο πατέρας του, Νίκος, από το Σαλιχλί της Ιωνίας και η μητέρα του, Αριστούλα, από τη Σωζόπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Αποφοίτησε από το αμερικανικό κολλέγιο Ανατόλια το 1957, φοίτησε για δύο χρόνια στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. και, τελικά, σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, αναλυτής συστημάτων και διαδικασιών και μεταφραστής-διερμηνέας στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και  στο Λονδίνο. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες και επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη για  να ασκήσει το επάγγελμα του μελετητή-συμβούλου επιχειρήσεων ως το 1999.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα μαθητικά του χρόνια, ως λογοτεχνικός συντάκτης των περιοδικών College News και Annual και, αργότερα, ως αρχισυντάκτης του περιοδικού των αποφοίτων, Anatolia Alumnus. To 1957 του απονεμήθηκε το 1ο βραβείο για το διήγημά του «Η ώρα της δημιουργίας» στον ετήσιο διαγωνισμό του Anatolian.

Έχει εκδώσει συνολικά 31 βιβλία (17 συλλογές ποιημάτων και μία συγκεντρωτική έκδοση, 6 συλλογές διηγημάτων, 4 μυθιστορήματα και 3 παραμύθια για μεγάλους). Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στις εφημερίδες Το Βήμα, Νέα, Αυγή, Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, κ.α., και σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί, κυρίως από πανεπιστημιακούς δασκάλους, σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες, στις Η.Π.Α. και τον Καναδά, και έχουν περιληφθεί σε πολλές έντυπες και ηλεκτρονικές ελληνικές και ξένες ανθολογίες καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Μέσης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Ήταν τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Νέα Πορεία επί 30 χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του ¨70. Οργάνωσε και έλαβε μέρος σε πολλές λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Υπήρξε αντιπρόεδρος της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Β.Ε. και της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης και μέλος του Δ. Σ. της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κ.Θ.Β.Ε. Το 1989 του απονεμήθηκε το Βραβείο Μυθιστορήματος Επιστημονικής Φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς για το παραμύθι του Σοτοσαπόλ ο Χρυσοθήρας και το 2009 το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή του Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, 2008.



Τίτλοι 

(2017) Φλόγα απ' τη στάχτη, Μανδραγόρας
(2016) Αγνώστου στρατιώτου, Μανδραγόρας
(2015) Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου, Μανδραγόρας
(2014) Φωτεινά παράθυρα, Μανδραγόρας
(2013) Ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα..., Μανδραγόρας
(2012) Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, Μανδραγόρας
(2010) Το μυστικό αλφάβητο, Μανδραγόρας
(2009) Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, Νεφέλη
(2008) Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, Νεφέλη
(2007) Μυστικά και θαύματα: Ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, Μανδραγόρας
(2006) Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, Νεφέλη
(2005) Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, Νεφέλη
(2004) Ο πλοηγός του απείρου, Νέα Πορεία
(2002) Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, Νέα Πορεία
(2002) Το διπλό άλφα της αγάπης, Παρατηρητής
(2001) Η γοητεία των δευτερολέπτων, Νέα Πορεία
(2000) Νόστος, Νέα Πορεία
(1999) Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, Νέα Πορεία
(1998) Χώμα στον ουρανό, Νέα Πορεία

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2015) Μονόλογοι συγγραφέων, Εκδόσεις Βακχικόν
(2015) Μονόλογοι συγγραφέων, Εκδόσεις Βακχικόν
(2007) Τιμή στον Τάκη Βαρβιτσιώτη, Μπίμπης Στερέωμα

==================================






=====================================

                    
Η ΠΟΙΗΣΗ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

Μια επιστολή του ποιητή Τόλη Νικηφόρου προς τον εκδότη του «Μανδραγόρα».

Η ΠΟΙΗΣΗ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΟΥ «Μ» ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ '90
(τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002)

Τα ερωτήματα που κατά καιρούς διατυπώνονται δημοσίως ως προς την πορεία της τέχνης και της λογοτεχνίας, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ρευμάτων, ανησυχιών και διαλόγου ναι μεν είναι εύλογα, πλην όμως γνωστά. Αυτό που θα ήταν συνεισφορά, είναι η διατύπωση ουσιαστικών προτάσεων που θα συνέβαλαν πραγματικά στο ξεκίνημα ενός διαλόγου. Τα ερωτήματα είναι κοινά, οι απαντήσεις είναι το ζητούμενο∙ αν και συνήθως αποφεύγονται τόσο τα πρώτα, όσο και οι δεύτερες. Σημασία έχει το «φαίνεσθαι» και το «προβάλλεσθαι» παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως. Η ατομική υπεροχή μέσω μιας αυτιστικής συμπεριφοράς όχι μόνο αποτρέπει την παραχώρηση ζωτικού χώρου στον άλλο, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την αποσιώπηση των απόψεων, όταν δεν κατορθώνεται η πλήρης εξαφάνισή τους. Ο διάλογος προϋποθέτει αποδοχή∙ ο σύγχρονος πολιτισμός δημόσιες σχέσεις. Οι καινούριες ιδέες και τα νέα ρεύματα δεν εξασφαλίζονται με κεντρικούς προγραμματισμούς, με διακηρύξεις, κρατικές χορηγίες ή κομματικές αναρριχήσεις, όταν μάλιστα συστηματικά αγνοούνται και συχνά περιθωριοποιούνται οι ίδιοι οι δημιουργοί των ιδεών και των ρευμάτων.

Μακριά από μας η μακαριότητα ενός καλοβαλμένου μικρόκοσμου. Προσεκτικοί σε μανιφέστα, παραμένουμε εν τούτους πρόθυμοι σε συνεργασίες, συλλογικότητες κι απόψεις που αναγκαστικά προχωράνε τη σκέψη και την ελπίδα μας. Παλιότερο όνειρο του συνεργάτη μας Χρήστου Ηλιόπουλου ο διάλογος για την τέχνη από τις στήλες του «Μανδραγόρα»∙ όμως στην κοινωνική συγκυρία της ιδιωτικότητας και της απομόνωσης ο διάλογος μέσα από το περιοδικό παρέμενε ανεκπλήρωτη επιθυμία μας. Απρόσμενη η ζεστή και ουσιαστική συμβολή του Τόλη Νικηφόρου μας κέντρισε για δημοσίευση (κι όχι μονάχα για τα επαινετικά εισαγωγικά του σχόλια). Πρόθυμοι για τη συνέχεια παραμένουμε διαθέσιμοι και διατεθειμένοι.
«Μ»   


Φίλε μου Κώστα,
Ευχαριστώ θερμά για τα δώρα σου. Τα ωραία, τα ενδιαφέροντα, τα ερεθιστικά. Την «Ανθολογία Ποίησης της Γενιάς του '90 Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς», τα ποιήματά σου «Μηνύματα σε κινητό» και τα ποιήματα του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Δύο Δρυοκολάπτες δραπετεύουν από το Δρυοκολαπτεκκολαπτήριο» (με προσοχή αυτή τη λέξη, ε;)
Τα βιβλία του Μανδραγόρα, εκτός από την όραση, απευθύνονται στην όσφρηση και στην αφή μου, μου δίνουν μια αίσθηση του εξ αποστάσεως οικείου και του ερωτικού. Μακάρι να 'ξερά γιατί. Ίσως επειδή αναδίδουν τον πόνο, το μεράκι και τον έρωτα εκείνων που τα γέννησαν. Χώνονται, λοιπόν στα χέρια μου, κι εκεί, σαν πλάσματα ζωντανά (που είναι), μοσχοβολούν, χαϊδεύονται, μου εμπιστεύονται τα μυστικά τους. Όχι όλα. Όσα είναι ασφαλές για όλους να γνωρίσουμε.
Τρία τα βιβλία, τρεις και οι απαντήσεις. Πρώτα για την ανθολογία. Τη διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον, από τη σύντομη εύστοχη εισαγωγή σου και τη διορατική αναλυτική παρουσίαση της Αγγελικής Κωσταβάρα, ως τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς των 35 νέων ποιητών. Να σκεφτείς ότι, ως τώρα, ήξερα μόνο τον Γιώργο Λίλλη και την Αριστέα Παπαλεξάνδρου, κι αυτούς χάρη στις εκδόσεις του Μανδραγόρα.
Μίλησες για διάλογο (τα ίδια τα κείμενα τον προκαλούν), και αισθάνθηκα αμέσως την ανάγκη να ανταποκριθώ. Πρώτα απ' όλα για να πω πόσο χάρηκα με την παρουσία της πολύχρωμης νεότατης γενιάς, με τα τόσο ζωντανά και προικισμένα αυτά παιδιά που μερικές φορές μου θύμισαν τη δική μου πίκρα, οργή και απελπισία όταν τύπωσα τους Άταφους το 1966, περίπου όταν γεννήθηκε ο μεγαλύτερός τους. Και το συμπέρασμα; Όχι, η ποίηση δεν κινδυνεύει. Ούτε από τα μεγάλα συμφέροντα, ούτε από τους εμπόρους που δεν την προωθούν, ούτε από την εξουσία, το υπουργείο παιδείας, τις κρατικές επιτροπές και τον τύπο, ούτε από το καταναλωτικό πρότυπο της κοινωνίας και τη γενική αποχαύνωση. Αρκεί να έχουμε όλοι επίγνωση των ορίων μας και του προορισμού μας. Όπως διαισθάνομαι ότι συμβαίνει με αυτούς τους νέους ποιητές.
Και βέβαια συμφωνώ με τις περισσότερες από τις διαπιστώσεις και τις παρατηρήσεις σας, τις δικές σου και της Αγγελικής. Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω τις κοινωνικές συνθήκες και την κατάσταση του ανθρώπου σε προηγούμενες εποχές, να επισημάνω την αναλλοίωτη φύση του ποιητικού φαινομένου και τη στάση του ποιητή σ' αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.
Ο κάθε ποιητής ζει με την αυταπάτη της μοναδικότητας. Της μοναδικότητας των συνθηκών μέσα στις οποίες διαδραματίζεται η προσωπική του περιπέτεια, της μοναδικότητας της ποιητικής του έκφρασης, της μοναδικότητας της γενιάς του. Και, βέβαια, της μοναδικότητας των δικών του συγκινήσεων, του δικού του έρωτα, των δικών του απογοητεύσεων, των δικών του κοινωνικών και υπαρξιακών προβλημάτων. Και είναι φυσικό αυτό, αφού ο δημιουργός ιδιαίτερα αλλά και κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος να ανακαλύπτει τον κόσμο απ' την αρχή.
Μετά από τόσες διαψεύσεις, μετά από δεκαετίες άγχους και κατάθλιψης και μέσα σε τόσες θηριωδίες και απειλές, πρώτος εγώ θα έλεγα ότι ζούμε σε μια τραγική εποχή. Με τον θάνατο και την πορνεία να παρελαύνουν ξετσίπωτα στις οθόνες και νέους εφιάλτες να προβάλουν κάθε τόσο στον ορίζοντα. Όπως εξάλλου το έχω εκφράσει στα βιβλία μου. Ποια εποχή όμως υπήρξε καλύτερη; Στην Ελλάδα, τις ευρωπαϊκές και τις άλλες χώρες; Μήπως το σφαγείο των χαρακωμάτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά, οι δικτατορίες του μεσοπολέμου, η γραμμή παραγωγής που έστησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με πρώτη ύλη τα κουφάρια των αθώων, οι δυο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, το εκ των προτέρων καταδικασμένο αντάρτικο, ο ψυχρός πόλεμος και η ισορροπία του πυρηνικού τρόμου, η δικτατορία των ηλιθίων; Η μήπως η άγρια φτώχεια, η καταπίεση και η καθολική κοινωνική υποκρισία, η σκλαβιά των γυναικών και, παλιότερα, η ελέω θεού εξουσία, ο μεσαίωνας και η κληρικοκρατία. Με το προσδόκιμο της ζωής στα τριάντα και τα σαράντα χρόνια. Όπου και να ανατρέξει κανείς με καθαρό μυαλό, βλέπει ουσιαστικά το ίδιο έργο, την ίδια τραγωδία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Απλούστατα, τότε είχαμε το προνόμιο της άγνοιας, ξέραμε μόνο τη γειτονιά μας και λίγο παραέξω, δεν εισέβαλε η φρίκη κάθε μέρα στο καταφύγιό μας.
Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια είναι ότι το πλάσμα που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια κάπου στη Νότια Αφρική πριν ένα με ενάμισι εκατομμύριο χρόνια και ονομάστηκε homo erectus, εξακολουθεί να ζει την προϊστορία του. Ένα ανθρωποειδές στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, ικανό για το καλύτερο και, ιδίως για το χειρότερο, βυθισμένο στην αμάθεια και την αυταρέσκεια, ένας φονιάς των άλλων πλασμάτων αλλά και των ίδιων των αδελφών του. Που ωστόσο έχει τη δωρεά να ρωτάει, να αγωνίζεται και να ματώνει για να φθάσει κάπου αλλού, να αγγίσει το φως και την ουτοπία. Η Ελλάδα, λοιπόν, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, πάντοτε βούλιαζε μέσα στα σκατά. Την εποχή του Αναγνωστάκη μάλιστα, που ήταν και δικά μου παιδικά χρόνια, τα σκατά ήταν πιο δύσοσμα, μέσα στο περιτύλιγμα των υποσχέσεων και των ψευδαισθήσεων και έπνιξαν την ωραιότερη ίσως γενιά των ρομαντικών και ονειροπόλων, για να διαπιστώσουν οι επιζήσαντες εκ των υστέρων ότι το κιβώτιο ήταν αδειανό. Όπως ισχύει και για τον νόμο, είναι σκληρή η αλήθεια, αλλά παραμένει η αλήθεια. Και ποίηση, με τον δικό μου ορισμό, είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας.
Για ποια άνθιση (κάποτε) της ποίησης λοιπόν μιλάμε, και για ποιον εξοβελισμό της (τώρα) από την κοινωνία; Ποιος ενδιαφερόταν ποτέ για την ποίηση; Ο Σεφέρης δεν τύπωνε τα βιβλία του σε 300 αντίτυπα; Αποφοίτησα από το Ανατόλια το 1957, ένα σχολείο με φιλελεύθερη παράδοση, καταφύγιο αριστερών καθηγητών, με λαμπρούς φιλολόγους, όπως ο Παραράς, ο Γεωργοπαπαδάκος, ο Παπαχατζής και ο Μιχαλόπουλος, και αποφοίτους εκείνης της δεκαετίας, μεταξύ των άλλων, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Περικλή Σφυρίδη, τον Ανέστη Ευαγγέλου, τον Σάκη Παπαδημητρίου. Πόσοι διάβαζαν ποίηση σε μια τάξη 110 εφήβων ; Πέντε ή εφτά; Στα γραφεία της μεγάλης εταιρίας στο κέντρο του δυτικού Λονδίνου, όπου εργάστηκα. (1967-1971), κανένας από τους δεκάδες άγγλους, αμερικανούς και πολλών άλλων εθνικοτήτων συναδέλφους μου (αστούς πτυχιούχους), δεν είχε ποτέ του διαβάσει ποίηση. Και βέβαια την αντιμετώπιζε, όπως λέτε, με την χλεύη (του χωριάτη), με ειρωνική συγκατάβαση (του πνευματικά καθυστερημένου) ή αδιαφορία (του απαίδευτου). Ή με ανοιχτό το στόμα (του δεκτικού αλλά ανίδεου).
Μόνον κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και ιδίως τη δεκαετία μετά την κατάρρευσή της, υπήρξε μια άνθιση της ποίησης που ονομάστηκε στρατευμένη ή κοινωνική. Αυτό το προσωρινό φαινόμενο, σαν εκρηκτική αντίδραση στην καταπίεση και σαν μια διεκδίκηση του ονείρου, με ολόψυχη δική μου συμμετοχή, έσβησε φυσιολογικά για να κυριαρχήσει πάλι ο βόθρος. Ακόμη και τότε όμως, όταν μπαίναμε στον χώρο μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, γνωρίζαμε τους περισσότερους, από τους εικοσιπέντε ή τριάντα που είχαν προσέλθει, από το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.
Είναι παρήγορο έως ζωτικό να εξωραΐζει κανείς το παρελθόν, να νοσταλγεί τα νιάτα του και την αθωότητα, να λέει εμείς ήμασταν διαφορετικοί, άλλος ο κόσμος τα χρόνια εκείνα. Οι στίχοι όμως κινητοποιούσαν τις μάζες και ανέτρεπαν καθεστώτα μόνο στη φαντασία του ποιητή. Σε ποιούς προκάλεσε αναστάτωση η γενιά του '30; Σ' εσένα, εμένα και τον Αρανίτση; Και σε μερικές εκατοντάδες έως χιλιάδες ακόμη; Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού χαμπάρι δεν πήρε ποτέ, αν καν υπήρξε μια γενιά του '30. Πληροφορήθηκε, βεβαίως, για Νόμπελ, βραβεία Λένιν και άλλα τέτοια ανέκδοτα.
Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους και για τους ελάχιστους. Καθώς συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής κτηνωδίας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Της καθημερινότητας που ελάχιστα μεταβάλλεται με οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς.
Πώς να αρέσει στον οποιονδήποτε νοικοκύρη, τον κύριο ή την κυρία τάδε, υπάλληλο, επιστήμονα, εργάτη, να μπαίνει κάποιος στο σπίτι του και να κατουράει στα ασημικά του; Πώς να ανεχθεί ο οποιοσδήποτε υποταγμένος να θίγονται τα ζωτικά του ψεύδη, να εξευτελίζονται τα υλικά του επιτεύγματα, να κλονίζονται τα θεμέλια της ζωής του, να απειλούνται οι συμβάσεις του, τα πρότυπα και οι εντολές του κράτους, της εκκλησίας, του τύπου, της παράδοσης; Εκτός και αν η ποίηση είναι ανώδυνη (οπότε αναιρείται η ίδια της η υπόσταση), όπως τα γνωστά χαζολογήματα που δημοσιεύονται κατά κόρον σε φυλλάδες και παραλογοτεχνικά περιοδικά.
Η ποίηση είναι ανατρεπτική (για τους ελάχιστους δεκτικούς και επαρκείς) και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι' αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία σε κάθε χώρα και εποχή, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο. Να τον εξαγοράσει με τιμές, οφίκια, βραβεία, να τον γελοιοποιήσει (που είναι το ίδιο ουσιαστικά), ή να τον συκοφαντήσει. Και, στην καλύτερη περίπτωση, τον αγνοεί.
Νομίζω ότι οι ποιητές της νεότατης γενιάς ήδη διαισθάνονται την αλήθεια αυτή, όπως επισημαίνει και η Αγγελική Κωσταβάρα. Έτσι κι αλλιώς όμως, σύντομα θα την συνειδητοποιήσουν. Σύντομα θα κληθούν να απαντήσουν σε αμείλικτα ερωτήματα, να επιβιώσουν ως ποιητές ή να χαθούν. Γιατί κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν τόσοι και τόσοι ποιητές των προηγούμενων γενεών μετά το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο; Παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο τους; Οι νέοι ποιητές γράφουν για τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, για κάποιο πιστοποιητικό από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους; Ή μήπως γιατί αυτή είναι η εσωτερική τους εντολή, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Αναγνωρίζουν το πεπρωμένο τους, την επιταγή για τη μυστική τους ολοκλήρωση; Εισπράττουν την ανταμοιβή τους πρώτα από τον ίδιο τους τον εαυτό, και μετά από τα λιγοστά αδέλφια τους; Θα μπορούσαν να ζήσουν αν κάποιος ή κάτι τους εμπόδιζε να γράψουν; Θα συνέχιζαν να χαράζουν τις λέξεις τους στο γρανίτη της σπηλιάς τους, έστω και αν ποτέ κανένας δεν ανακάλυπτε το ερημητήριό τους; Θα συνέχιζαν να γράφουν αν πίστευαν, όπως εγώ, ότι τελικά όλα θα γίνουν χώμα και δεν θα μείνει απολύτως τίποτα;
Είμαι βέβαιος ότι και η νεότατη γενιά με τη σειρά της, σύντομα θα γίνει ορατή (ό,τι και να σημαίνει αυτό), θα εκδώσει τα λογοτεχνικά περιοδικά της, θα κάνει τις κωλοτούμπες και τις αμοιβαίες εξυπηρετήσεις της, θα στείλει τους ευνοούμενούς της στις τοπικές και διεθνείς εμποροπανηγύρεις, θα συμμετάσχει σε δεξιώσεις και πολιτιστικές ολυμπιάδες, θα τιμηθεί (!) με λογοτεχνικά βραβεία. Ελάχιστη σχέση θα έχουν όμως όλα αυτά με την αξία των ποιητών, και απολύτως καμία με το μεθυστικό και ανεξιχνίαστο μυστήριο του ποιητικού φαινομένου.
Από τις διακόσιες συμμετοχές και από τους τριανταπέντε που επιλέξατε, προβλέπω ότι οι περισσότεροι θα χαθούν. Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει, θα συνεχίσουν οι υπόλοιποι. Κι ανάμεσά τους, εκείνοι που τους είναι αδύνατον να παραβούν την εντολή. Εκείνοι που πυρπολούνται, και γνωρίζουν ότι κανείς μα κανείς σ' αυτό τον μάταιο κόσμο δεν μπορεί να τους εμποδίσει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Να πουν τα δυο τους λόγια, λόγια περηφάνειας και ελευθερίας, να προσεγγίσουν με θαμπωμένα μάτια την ουτοπία, πριν φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να περπατήσουν σχεδόν τυφλοί στα σκοτεινά, μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες, σφίγγοντας το ένα χέρι τους με το άλλο σαν νιώθουν μόνοι.

Ευχαριστώ και πάλι
με φιλικούς χαιρετισμούς και αγάπη
Τόλης Νικηφόρου

===================================

 ΠΗΓΕΣ








================================

                "Ένα ταξίδι ένα βιβλίο" Τόλης Νικηφόρου TV100 11.2013 

Ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Στέλιος Λουκάς συζητά με τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «N'ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα... 32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη 1966-2013», εκδόσεις «Μανδραγόρας».

Μαζί τους συζητά και συνοδεύει με τις μελωδίες της φυσαρμόνικας του τα ποιήματα, ο εξαίρετος μουσικός και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.


Δημοσίευση σχολίου