Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Γιώργος Ιωάννου

   ( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να λείπουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

 Το συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι για τον Γιώργο Ιωάννου.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σ΄αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλιακή με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.


 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας   


=========================================


Σε ηλικία 4 ετών, το 1931, και ενός έτους το 1927.  Βλ. Anemourion.   


Αριστ., ο πατέρας του, Ιωάννης Σορολόπης, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Δεξ., οι γονείς του, Αθανασία Καραγιάννη και Ιωάννης Σορολόπης. Βλ. Anemourion.   


Ο Γιώργος Ιωάννου με την οικογένεια του το 1963 στη βεράντα του σπιτιού τους στην Αγίου Δημητρίου (αρχείο Θ. Γ. Σαρηγιάννης). Βλ. Anemourion. 
  

Αριστ., δεκανέας πυροβολικού (1951). Βλ. Anemourion.   


Στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης. Βλ. estamou.   


Βλ. Anemourion.   


Βλ. Anemourion.   


Ο Γιώργος Ιωάννου στα Κάστρα Θεσσαλονίκης το 1975. Βλ. Anemourion.   



Το γραφείο του Γιώργου Ιωάννου κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του. Βλ. Anemourion.   



Ο Διονύσης Σαββόπουλος στην κηδεία του Γιώργου Ιωάννου. Θεσσαλονίκη, 18-2-1985. Βλ. Anemourion.   




Αριστ., παιδί από τον Καύκασο σε καταυλισμό προσφύγων του Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη. Βλ. 'Εθνος. Δεξ., βλ. voreasmagazin. 

                                  ========================

Γιώργος Ιωάννου, Στου Κεμάλ το σπίτι. 

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ' το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: "Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό". Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε. Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ' την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ' όλη τη γειτονιά και σ' όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ' αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιό και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ' όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα. 

Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη. Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ' τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει. 

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ' τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. "Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι", μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: "Θα σου τα έβαζα σ' ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά". Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω. 

Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: "η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει. 

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να 'ρχότανε δε θα 'βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ' τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. 

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος.Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. 

Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει:«Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα». (Από τη συλλογή διηγημάτων Η μόνη κληρονομιά (1974) του Γ. Ιωάννου. Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο αρισμαρί).    

                         ===========================
     

Μια βραδιά καρναβαλιού  από τον ποιητή Γιάννη Κοντό 
Στον Γιάννη Τσαρούχη 

Οι απόκριες άρεσαν πολύ στον Γιώργο Ιωάννου. Και από την άποψη του ξέφρενου γλεντιού (που πάντα φανταζότανε) και από την άποψη της λαογραφίας, που μελετούσε και ερευνούσε. Έτσι λοιπόν μια χειμωνιάτικη βραδιά του Φλεβάρη (η διήγησή μου θα έχει τη μορφή παραμυθιού, γιατί πέρασαν χρόνια και γιατί μερικά πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια είναι παραμυθένια), ήρθαν οι αποκριές. Η Αθήνα πάντα ωραία το χειμώνα, με αεράκι παγωμένο να κόβει μύτες και αφτιά. 

Μια νύχτα κρυστάλλινη με ψιλόβροχο, σ' ένα σπίτι στο Κολωνάκι έγινε σύναξη μεταμφιεσμένων. Μόνο που σε αυτές τις θεατρικές παραλλαγές, σκηνοθέτης και ενδυματολόγος ήτανε ο Γιάννης Τσαρούχης. Eδινε εντολές, οδηγίες και περιγραφές. Eτσι λοιπόν ο Γιώργος Μανιώτης έγινε για ένα βράδυ ο Μπαλζάκ, με ένα πολύ μυτερό κοτιγιόν, που ομοιοκαταληκτούσε με το βάρος του! Η Σαπφώ Νοταρά, κυρία με τις καμέλιες, με λευκά, με τούλια, με καπελάκι εποχής και τα απαραίτητα τσιγάρα Sante στο χέρι, να φουμάρει συνέχεια και σε τακτά διαστήματα να εκδηλώνει έναν επίμονο τσιγαρόβηχα. Ο Ιωάννου να μου λέει στο αφτί: «Τι τσιγάρα, Θεέ μου, τι τσιγάρα!». Η δε βραχνή και χαρακτηριστική φωνή της να δίνει και να παίρνει. Ο Αλέξης Σαβάκης, ναύτης νοσταλγικός. Η πάντα ωραία Αλίκη Γεωργούλη νοσοκόμα, με έναν πλαστικό πισινό, που όλο σήκωνε τη λευκή στολή για να φαίνεται και να προκαλεί ένα κύμα γέλιου όταν τον φανέρωνε με νάζι και σκέρτσο. Ο Γιώργος Ιωάννου από την προηγουμένη μάζευε ρούχα, παπούτσια, κάλτσες, περούκα, κραγιόν, πούδρες, χτενάκια, σκουλαρίκια και μολύβια για ψεύτικες ελιές. Του είχε πει, ο ζωγράφος: «Εσύ θα ντυθείς Πολίτισσα και θα τους φάμε όλους», με εκείνη τη φωνή τη χαμηλή και τόσο μουσική που όλοι αγαπούσαμε και περιμέναμε να μας απευθύνει το λόγο. 

Ο Γιώργος μού τηλεφωνούσε συνέχεια λέγοντας: «Δεν μπαίνουν οι κάλτσες, τα παπούτσια με χτυπάνε, κάνω δοκιμές με το κραγιόν και δεν τα καταφέρνω, δύο ή τρεις ελιές να κάνω;». Υπήρχε μια αγωνία και μια αθωότητα, σε όλη αυτή την προετοιμασία. Απ' ό,τι μου εξομολογήθηκε αργότερα, παιδευότανε δύο με τρεις μέρες να τα φέρει βόλτα, να σκηνοθετήσει πάνω του τα ρούχα. Ξέχασα να σας πω ότι ο Τσαρούχης μεταμορφώθηκε σε μια μαγική Μήδεια, έτοιμη για όλα με το μαχαίρι στο χέρι και φωνή σαν να βγαίνει από υποβολείο. 

Μου διηγείτο ο Γιώργος ότι κατευθυνόμενος στο σπίτι της συνάντησης αντάμωσε στο δρόμο μεταμφιεσμένο και τον ζωγράφο Γιάννη Μιγάδη. Μου έλεγε δε: «Τι κέφι, βρε παιδί μου, αυτός ο Μιγάδης! Μάλιστα χορέψαμε λίγο και στο δρόμο». Τέλος, ο Βασίλης Στεριάδης κι εγώ, ντυθήκαμε Τομ Σόγιερ σε σημείο να πει ο Τσαρούχης αδιάφορα: «Τι κοινοτοπία, τι επανάληψη, η επιλογή σας». 

Έγινε το πάρτι, γλεντήσαμε, χορέψαμε, τα είπαμε. Στον χορό, φυσικά, πρωτοστατούσε ο Ιωάννου και η φωνή της Σαπφούς τα σκέπαζε όλα με μια αχλή και ένα τράνταγμα! Τελείωσαν όλα, φύγαμε λίγο ζαλισμένοι. Με τα πόδια φτάσαμε στην πλατεία Κολωνακίου, ο γράφων και ο Γιώργος (Ιωάννου). Σταθήκαμε και μιλούσαμε και οι χαλκάδες στα αφτιά του Γιώργου φώτιζαν τη χειμωνιάτικη νύχτα. Περνάει ένα μηχανάκι και οι εποχούμενοι μας φώναξαν κάτι κοροϊδευτικό, ο Γιώργος μου λέει: «Μη δίνεις σημασία, είναι πράκτορες του...» (και ανέφερε ένα όνομα συγγραφέα που δεν τα είχαμε καλά τότε). 

Όπως εξομολογητικά, στο όρθιο, τα λέγαμε, του μίλησα για έναν σφοδρό έρωτά μου και μάλιστα δάκρυσα. Τότε έσκυψε και με φίλησε, λέγοντάς μου: «Μη στεναχωριέσαι, καλό μου, τα έχει η ζωή αυτά». Χωρίσαμε με φιλιά σταυρωτά και την υπόσχεση να βρεθούμε σύντομα. Εκείνος κατηφόρισε προς τα Εξάρχεια κι εγώ πήρα ταξί για το Κουκάκι που έμενα τότε. Eφτασα σπίτι και κοιτώντας στον καθρέφτη της τουαλέτας το πρόσωπό μου, είδα τα αποτυπώματα με το κραγιόν του Γιώργου. Για μια στιγμή φάντασα σαν κλόουν και με πήραν πάλι τα κλάματα. Yστερα έκλεισα το φως και κοιμήθηκα. 

Υ.Γ. Ποτέ δεν πήγα σε αυτό το πάρτι μεταμφιεσμένων, ξέρω τα καθέκαστα από διηγήσεις του Γιώργου (Ιωάννου) και του Γιώργου (Μανιώτη). Δεκέμβρης 2004. (Από την Καθημερινή).   


Via Anemourion.    

                            ============================

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟ 1978 ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του ΒΑΣΙΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ 

Είχα χαρεί κι είχα στενοχωρηθεί μαζί όταν εκδόθηκαν πριν από μερικά χρόνια συγκεντρωμένες σε ένα τόμο συντεντεύξεις του Γιώργου Ιωάννου («Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», Συνεντεύξεις (1974-1985), πρόλογος-επιμέλεια: Γιώργος Αναστασιάδης, Κέδρος 1996). Συγκεντρώνονταν επιτέλους οι συνεντεύξεις του, αλλά λυπήθηκα γιατί χάθηκε η ευκαιρία να δημοσιευθεί ολόκληρη, χωρίς περικοπές, μια σημαντική συνέντευξη που μου είχε δώσει για την «Καθημερινή» το 1978. Οι εκδότες είχαν συμπεριλάβει στο βιβλίο τη συνέντευξη αυτή, αλλά δεν γνώριζαν ότι υπήρχε αδημοσίευτο στο συρτάρι μου ένα μεγάλο μέρος της, το οποίο προθυμότατα θα παραχωρούσα ώστε να δημοσιευθεί ολοκληρωμένη, αν έμπαιναν στον κόπο να με ενημερώσουν για την έκδοση (ούτε και μετά το έκαναν, άλλωστε). 

Η συνέντευξη αυτή έχει τη μικρή της ιστορία (πολύ σημαντική για μένα, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία όχι απλώς να γνωρίσω από κοντά έναν πολύ αγαπημένο μου συγγραφέα, αλλά και να αποκτήσω ένα μεγάλο φίλο, καθώς είχα την τύχη από τότε κι έως το θάνατό του να με περιβάλλει ο Ιωάννου με την αγάπη του). Ήμουν τότε νέος στην «Καθημερινή», όπου η Ελένη Βλάχου και ο Δημήτρης Παπαναγιώτου, ο διευθυντής μας, μου είχαν εμπιστευθεί το Ρεπορτάζ Θεμάτων Παιδείας -εν βρασμώ και ευαίσθητο όσο ποτέ εκείνα τα ταραγμένα χρόνια της Μεταπολίτευσης και της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Θέλησα όμως, μόλις ξεψάρωσα, να απλώσω τα πόδια μου και σε άλλα θέματα, πράγμα που δεν εμπόδισε η μεγαθυμία του διευθυντή μας, του Μίμη. 

Έτσι το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου 1978 βρέθηκα για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιώργου Ιωάννου, στο δίπατο της Αρλέτας, στα Εξάρχεια. H συνάντηση κράτησε ώρες. Έφυγα πετώντας στα σύννεφα. Πέρασα τις Γιορτές εκείνες δουλεύοντας τη συνέντευξη. Τερατώδης απομαγνητοφώνηση, αλλεπάλληλες επεξεργασίες του κειμένου, γραψίματα με το χέρι τεράστιου αριθμού χειρογράφων. Τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου παρέδωσα το κείμενο στον διευθυντή, που, παρά τις τόσες του έγνοιες, ασχολήθηκε ο ίδιος μ' αυτό. Το άπλωσε, δόξη και τιμή, σε μια ολόκληρη σελίδα του κυριακάτικου φύλου της 22ας Ιανουαρίου 1979 - σελίδα τότε που χωρούσε ίσως και το διπλάσιο κείμενο απ' ό,τι σήμερα. 

Συνέντευξη-θάλασσα. Μεστός κι ουσιώδης ο Ιωάννου, εντυπωσιακά προβεβλημένη η συνέντευξη, διαβάστηκε, συζητήθηκε, σχολιάστηκε, ικανοποιημένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Αλλά εγώ απαρηγόρητος! Γιατί ο Μίμης είχε περικόψει μπόλικα κομμάτια της - «δεν χωρούσαν», μου είπε, «αλλά, ορισμένα, για να προφυλάξω και τον Ιωάννου, και σένα». Να μ' έσφαζες αίμα δεν θά 'βγαζα. 

Σήμερα τον ευγνωμονώ. Αν μη τι άλλο, που είχε κόψει ένα φλύαρο, απίστευτα σχοινοτενή πρόλογο, νεανικά «εξομολογητικό». Δεν ενδιέφερε κανέναν. Βλέπω όμως ότι ακόμη και σήμερα, μετά 26 ολόκληρα χρόνια, και 20 από το θάνατο του συγγραφέα, έχουν ενδιαφέρον και είναι καλό να δημοσιευθούν και να υπάρχουν κάπου τα κομμάτια της συνέντευξης που κόπηκαν τότε. Τα δημοσιεύουμε λοιπόν εδώ για πρώτη φορά, ελπίζοντας ότι κάπου, κάποτε, θα δοθεί η ευκαιρία σ' αυτήν τη συνέντευξη να δημοσιευθεί ολόκληρη ως αρχικά είχε. Υπάρχει άλλωστε «ζωντανή», και με τη φωνή του, σε κασέτες. 

Ο επίλογος (κομμένος επίσης): 

Ετοιμάζομαι να τον αποχαιρετήσω. Τον έχω κουράσει. Πέρασαν κάπου πέντε ώρες από τότε που ήρθα. Ξημερώνει ήδη η άλλη μέρα, Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 1978. Μεθαύριο θα φύγει για Θεσσαλονίκη, να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. 

Θα μείνετε και την Πρωτοχρονιά επάνω; 

- Όχι, θα έχω επιστρέψει στην Αθήνα. Θα πάω σ' ένα φίλο μου όπου έκανα και πέρυσι Πρωτοχρονιά. Δεν κατάφερε να μας πεθάνει τότε με τα θαλασσινά που κάσες ολόκληρες μας φίλεψε, αλλά ελπίζω φέτος σε καμιά δραστικότερη ιδέα. 

Καληνυχτίζω γελώντας, κατεβαίνει μαζί μου τα σκαλιά, να με ξεπροβοδίσει: 

- Πάντως φέτος αυτή η συνέντευξη με ανησυχεί περισσότερο κι απ' τα θαλασσινά. Σίγουρα θα περάσω καμιά μαύρη Πρωτοχρονιά! 

- Όλη μου η ψυχοσύνθεση και όλος ο τόνος που έχω στη ζωή και στο γράψιμο, μου δείχνει ότι μου ταιριάζει πολύ να ζω στην περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου. Δεν ξέρω αν κάποτε δεν πάω να κατοικήσω εκεί γύρω. Μ' αυτήν την υπέροχη πλατεία και όλα εκείνα τα πέριξ, τα πραγματικώς ακόμη λαϊκά. Υπάρχουν εκεί μερικά παλιά σπίτια που διασώζουν μιαν ατμόσφαιρα, αλλά και οι πολυκατοικίες, έτσι φτηνές που έχουν χτιστεί και χωρίς αρχιτεκτονικά στολίδια, διαμορφώνουν μια περιοχή που αρκετά μοιάζει με τη Θεσσαλονίκη. Και είναι κι όλες αυτές οι αφετηρίες των λεωφορείων προς τις γύρω κωμοπόλεις και συνοικισμούς που συντελούν ώστε να περνά από κει ένα πλήθος ανθρώπων που έχει επάνω του τον τόνο και την έκφραση που έχω συνηθίσει να εκτιμώ. Κι ακόμη -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- σαν υπόβαθρο της περιοχής είναι το νεκροταφείο του Κεραμεικού, που κρατά μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν ερωτική. Δεν είναι βέβαια κανένα ενδιαίτημα ερώτων, όπως τα παλιά εβραϊκά μνήματα της Θεσσαλονίκης, εντούτοις δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε κάλλιστα να γίνεται αυτός ο συνδυασμός, αν η πραγματικότητα το επέτρεπε. Κι αυτό είναι πολύ παρηγορητικό σμίξιμο όταν συμβαίνει. Μου είναι ιδιαίτερα συμπαθητικοί οι χώροι που συγκεντρώνουν και διαποτίζονται από τις δύο κορυφαίες στιγμές της ύπαρξης του ανθρώπου, τον έρωτα και το θάνατο... 

Λέγοντας τα τελευταία λόγια έχει κατεβάσει τα βαριά βλέφαρά του, όπως συχνά κάνει, συγκεντρώνοντας λες τη σκέψη του. Μένει λίγο έτσι, αλλά κάτι θυμάται που τον κάνει να ανοίξει τα μάτια και να ανασηκωθεί, χειρονομώντας ζωηρά: 

- Παρ' όλη βέβαια τη φοβερή αυτή εκκλησία που έχει χτιστεί πάνω στον Κεραμεικό και που, αν υπήρχε καλαισθητική τόλμη, θα έπρεπε, αφού ζητήσουμε συγγνώμη από το Θεό, να τη μεταφέρουμε ευσχήμως... 

Για χάρη του έργου σας θυσιάζετε ένα σεβαστό μέρος της άλλης σας ζωής... 

- Πολύ σεβαστό, τι! Αναστέλλω συνεχώς τη ζωή μου. 

Κι αυτήν την απώλεια πώς την αναπληρώνετε; Τι σας παρηγορεί, αν σας παρηγορεί κάτι. 

Το βράδυ της συνέντευξης, 19 Δεκεμβρίου 1978, στο διαμέρισμα του Γιώργου Ιωάννου, πάντα στο δίπατο της Αρλέτας, στα Εξάρχεια. Τότε όμως έμενε ακόμα στο μικρότερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Αργότερα κατέβηκε στο πιο ευρύχωρο διαμέρισμα του ισογείου, όπου και έμεινε ώς τον θάνατό του. Στη φωτογραφία ο συγγραφέας και ο συντάκτης της «Καθημερινής» Βασίλης Αγγελικόπουλος ποζάρουν στον φακό του «μυθικού» φωτορεπόρτερ της εφημερίδας Βασίλη Καραμανώλη. 

- Οπωσδήποτε δεν μπορεί να σε παρηγορήσει η προοπτική, ακόμα και η πεποίθηση της εξασφαλίσεως της υστεροφημίας. Εμένα δεν με απασχολεί αυτό. Το θέλω, αλλά δεν είναι αυτό που με κλείνει στο εργαστήριό μου τόσο τυραννικά. 

Είναι μήπως η σκέψη ότι από αυτά που έχετε να πείτε θα ωφεληθεί ο κόσμος γύρω σας, ο λαός... 

- Δεν κατέχομαι εγώ από τις έννοιες «λαός» ή «κόσμος», τις αόριστες. Μπορεί να με γοητέψει η ιδέα μιας παρέας εκλεκτών φίλων που θα διαβάσει αυτό που κάνω. Αλλά και αυτή η κρυφή χαρά παρουσιάζεται προς το τέλος, όταν βλέπω να γίνεται κάτι αυτό που γράφω. Δεν είναι αυτό η κινητήρια δύναμη. Κινητήρια δύναμη είναι η ανάγκη μου για εσωτερική τακτοποίηση. Να τα βάλω σε μια σειρά. Να τα πω. Και μάλιστα να τα πω χωρίς τις λέξεις εκείνες που κάνουν διάφορους, από τους οποίους κάπως εξαρτάται η ζωή μας, να εκμανούν. (Παύση). Χαίρομαι όταν τα λέγω αλλιώς. Και τελικά αυτό που προκύπτει -αυτό το λεξιλόγιο, και η φρασεολογία, και η μετάβαση, και οι συνειρμοί- μου αρέσει πολύ περισσότερο από το να είχα τη δυνατότητα να μιλώ απευθείας. 

Αξίζει όμως για το όποιο έργο μας να φτάνουμε στο σημείο να απαρνιόμαστε την άλλη ζωή μας; 

- Οπωσδήποτε δεν μπορούν να ματαιωθούν ή να ανασταλούν για χάρη της αφοσιώσεως στο έργο σου όλα όσα φέρνει η ζωή μπροστά σου. Η μεγάλη πειθαρχία στην οποία έχω υποβάλει τον εαυτό μου έχει κι αυτή τα όριά της. Και τα όρια αυτά καθορίζονται από τις πολύ δυνατές ανθρώπινες σχέσεις, που κάποτε υπερισχύουν κάθε άλλης αφοσίωσης. 

Ολόκληρη η απάντησή του για το ζήτημα του έρωτα έχει ως εξής: 

Είναι μερικοί από τους ανθρώπους που εκτιμούν το έργο σας, οι οποίοι ενοχλούνται κάπως όταν αναφέρεστε σε πράγματα που κατά τη γνώμη τους «δεν πρέπει να λέγονται»... 

- Δεν καταλαβαίνω. Τι; Τι πράγματα, ποια; 

Γύρω από το ερωτικό θέμα. Έχουν ενοχληθεί επειδή μιλάτε για κάτι που θεωρείται... 

- Ταμπού! 

Ναι. 

- Νομίζω ότι κι αυτούς που λέτε το ερωτικό θέμα τους απασχολεί πάρα πολύ ή τους απασχόλησε, αν είναι γέροι, αλλά απλώς θα τους απασχόλησε ίσως κατ' άλλο τρόπο. Και επίσης δεν είχαν -ευτυχώς ίσως γι' αυτούς- τη μανία να εννοούν να τακτοποιήσουν τον εαυτό τους εγγράφως. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί που δεν τους έχει απασχολήσει το ερωτικό θέμα -το ερωτικό, όχι το σεξουαλικό- και δεν τους έχει καθορίσει περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. 

Τι υπήρξε για σας ο έρωτας, τι σας πρόσφερε, τι σας αφαίρεσε; 

- Για μένα ο έρωτας υπήρξε η αιώνια ανοιχτή πόρτα προς τους άλλους ανθρώπους. Και με έχει τοποθετήσει τελεσίδικα σε μια θέση συμπάθειας απέναντί τους. 

Η φωνή του ακούγεται γαλήνια, μόνο κάπως κουρασμένη. 

- Δεν φοβούμαι εγώ τους ανθρώπους. Καθόλου. Παρ' όλο που έχω πάθει πολλά. Και όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε μεγάλο πλήθος ανθρώπων, στους μεγάλους δρόμους ή σε συνάξεις, δεν νιώθω «συντριβή», όπως ακούω πολλούς να λένε. Αντίθετα νιώθω πάρα πολύ μεγάλη χαρά από τα ανθρώπινα πλάσματα που βρίσκονται γύρω μου. Ισως αυτό να είναι και ο κυριότερος λόγος που αγαπώ τόσο πολύ τις μεγαλουπόλεις, και φυσικά τις δύο μεγαλουπόλεις που έχει η χώρα μας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε τελική ανάλυση, το μόνο πράγμα που με παρηγορεί και καταστέλλει τη φοβία μου για το θάνατο είναι οι άλλοι, οι πολλοί άνθρωποι. Η μοναξιά μέσα στη φύση με πανικοβάλλει. Ενώ η μοναξιά μέσα στη μεγαλούπολη είναι το ιδανικό μου. Να είμαι κοντά, αλλά όχι μαζί, για να μπορώ να δουλέψω. Εάν δεν είχα αυτήν την ανάγκη της συγγραφικής δημιουργίας, ασφαλώς θα ζούσα, μετά τη δουλειά μου τη βιοποριστική, στα καφενεία, στους μεγάλους δρόμους, στα μεγάλα πάρκα, στα σινεμά. Για να βλέπω πολλούς ανθρώπους γύρω μου. Με παρηγορούν υποσυνείδητα. Oχι μόνο με τον έρωτα που μπορούν να μου παράσχουν, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του θανάτου τους, της φθοράς τους. 

Το ερωτικό δέσιμο με έναν άνθρωπο, που άλλοι το έχουν ξεγράψει ως αδύνατο, άλλοι το ζουν, ή νομίζουν ότι το ζουν, και άλλοι το περιμένουν, εσείς πώς το αντιμετωπίζετε; 

- Η ερωτική μου ανάγκη είναι απόλυτα δεμένη με την ανάγκη της αφοσίωσης σε ένα πρόσωπο. Oχι της αφοσίωσης... της λατρείας, της εξουθένωσης μπροστά σ' ένα πρόσωπο. Αλλά αυτό πρακτικά είναι αδύνατο. Είναι αδύνατο... Και όχι μονάχα γιατί δεν βρίσκει ανταπόδοση, αλλά γιατί δεν βρίσκει καν αντικείμενο. Με την έννοια της αποδοχής αυτών των αισθημάτων, και όχι της μεταπτώσεώς τους σε διαφορετική πρακτική. 

Και πώς αναπληρώνεται το κενό που αφήνει αυτή η έλλειψη; 

- Αναπληρώνεται από την έντονη φιλικότητα που διαπιστώνω αργότερα στα πρόσωπα εκείνα τα οποία, αφού γλίτωσαν από τις διαθέσεις μου για συντριβή μπροστά τους, και τακτοποίησαν τη ζωή τους όπως ήθελαν, μετά βλέπω ότι δεν ήταν τόσο αδιάφορα όσο είχαν δείξει. 

Μια άλλη επίκριση εναντίον σας είναι ότι δεν παίρνετε «πιο ανοιχτά» θέση για διάφορα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα. 

- Νομίζω ότι όλες οι πλευρές του βίου μου και των πραγμάτων που με τυραννούν πνευματικά βρίσκονται μέσα στο έργο μου. Απλούστατα, δεν γράφω μονοκόμματα πράγματα. Και είναι κι αυτοί που λένε αυτά τα πράγματα μειωμένης παρατηρητικότητας κι αντιλήψεως και δεν μπορούν να δουν τα διάφορα επίπεδα και στοιχεία από τα οποία σύγκειται η δουλειά μου. Είναι όλη μου η ζωή και όλες μου οι ανάγκες -δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τις γελοίες αυτές εκφράσεις «κοσμοθεωρία» κ.λ.π.- μέσα στη δουλειά μου. Εγώ δεν έχω καταφέρει να αποκτήσω κομματική ένταξη. Ανήκω βέβαια στο γενικότερο αυτό χώρο που θα μπορούσε να ονομαστεί «της Αριστεράς», αλλά όμως κομματική ένταξη δεν μπορώ να αποκτήσω, γιατί δεν μου κάνει κανένα απ' αυτά. 

(Αναδημοσίευση από Anemourion. Η συνέντευξη αναρτήθηκε από τον Γιώργο Αργυρίου).   

                       Νίκος Μαμαγκάκης, Κέντρο Διερχομένων (1982).     

==================================================


Γιώργος Ιωάννου: Ο λογοτέχνης της Θεσσαλονίκης και του ρεαλισμού

Γιώργος Ιωάννου

Η λογοτεχνία πάντα μας ταξιδεύει, πάντα κάτι έχει να μας προσφέρει και πάντα θα συνεχίζει να προσφέρει. Η ποίηση, η πεζογραφία είτε ρεαλιστική, είτε υπερρεαλιστική μας ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς, γεμάτους με εικόνες και συναισθήματα.

Ένας υπέροχος ταξιδευτής υπήρξε και ο Γιώργος  Ιωάννου, ένας από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους γιατί είναι ο εισηγητής του νεορεαλισμού. Παιδί προσφύγων της Ανατολικής Θράκης γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη όπου και έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τελείωσε το Γυμνάσιο και το 1950 απεφοίτησε από το Ιστορικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Το 1954 ξεκίνησε να εργάζεται ως φιλόλογος εκπαιδευτικός στην αρχή σε ιδιωτικά σχολεία ,για κάποιο χρονικό διάστημα ως βοηθός (στην έδρα της Αρχαίας ιστορίας) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1960 διορίζεται εκπαιδευτικός στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Από το 1971 ως το θάνατο του, ζει στην Αθήνα.

Γράφει σε όλη την περίοδο που εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Ξεκινά με την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» (1954) που αποσπά θετικά σχόλια και επιπλέον του δίνει την ευκαιρία να γνωριστεί με ποιητές και συγγραφείς στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1958 έως το 1965 συνεργάστηκε με το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Διαγώνιος» του οποίου εκδότης ήταν ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Το 1963 εκδίδει τη δεύτερη ποιητή του συλλογή «Τα χίλια δέντρα».

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 αρχίζει να στρέφεται προς την πεζογραφία και για τα κείμενά του αποσπά και πάλι θετικά σχόλια. Οι πρώτες πρόζες του δημοσιεύονται στο περιοδικό «Διαγώνιος». Η πρώτη συλλογή του Ιωάννου, στην πεζογραφία «Για ένα φιλότιμο» κυκλοφόρησε το 1964 και αποτελούνταν από μικρά κείμενα που ο ίδιος ονόμαζε πεζογραφήματα. Ακολουθούν οι εξής συλλογές: η δεύτερη συλλογή του «Η σαρκοφάγος» που κυκλοφόρησε το 1971 και η τρίτη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» που κυκλοφόρησε το 1974.

Επιπλέον ο Ιωάννου ενδιαφέρεται για τη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ασχολείται επιστημονικά με το λαϊκό πολιτισμό (δημοτικό τραγούδι, ελληνικό θέατρο, προφορικές αφηγήσεις) και καρπός της ασχολίας του είναι οι εκδόσεις: «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας»(1965),«Τα δημοτικά μας τραγούδια»(1966),«Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού»(1966), «Παραλογές», η τρίτομη συλλογή έργων του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών «ο Καραγκιόζης»(1972) και τα «Παραμύθια του λαού μας»(1973).Παρήγαγε ακόμη και μεταφραστικό έργο. Μετέφρασε Ευριπίδη (Ιφιγένεια η εν Ταύροις, 1969), Στράτωνα (Μούσα παιδική, 1980) και Τάκιτο (Γερμανία, 1980).

Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα του βρισκόταν και το ενδιαφέρον του για το θεατρικό λόγο. Ασχολήθηκε με το έργο «Το αυγό της κότας»(1980) και τον μονόλογο «Η μεγάλη Άρκτος» (1981). Το 1981 έγραψε στίχους που μελοποιήθηκαν από τον Ν.Μαμαγκάκη για το δίσκο «Κέντρο Διερχομένων». Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έκδοση του δικού του περιοδικού «Φυλλάδιο» (1978-1985) στο οποίο δημοσιεύονταν δικά του κείμενα.

Ο πολυπράγμων Ιωάννου προσέφερε τις σημαντικές υπηρεσίες στου και σε εκπαιδευτικά θέματα. Συνέβαλε στη συγγραφή του Ανθολογίου για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου, επέλεξε κείμενα –μετά τη μεταπολίτευση- για τα Νεοελληνικά  Αναγνώσματα της Μέσης Εκπαίδευσης και συνεργάστηκε με το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» (1976-1981), δημοσιεύοντας άρθρα και απαντώντας με αγάπη, ευαισθησία και χιούμορ στα γράμματα των παιδιών που του έστελναν τα κείμενά τους.

Μέσα στις πολλές ασχολίες του κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτιζε σε όλη του τη ζωή η πεζογραφία. Η διαδρομή του ως πεζογράφου συνεχίζεται με τη συλλογή «Το δικό μας αίμα» (1978) που απέσπασε το Ά κρατικό βραβείο πεζογραφίας και τη συλλογή «Επιτάφιος Θρήνος» και «Κοιτάσματα» (1980). Τον ίδιο χρόνο εκδίδονται τα εκτενή πεζογραφήματα «Ομόνοια» και «Πολλαπλά κατάγματα». Το 1982 εκδίδονται οι συλλογές «Εφήβων και μη», «Εύφλεκτη χώρα» και «Καταπακτή». Ένα χρόνο πριν το θάνατό του (1984), δημοσιεύεται η τελευταία συλλογή πεζογραφημάτων «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», έργο που ο ίδιος θεώρησε ως το καλύτερό του. Ήρθε κοντά στη ποίηση επηρεασμένος από τον Καβάφη, τον Ελύτη ,τον Σεφέρη, τον Έλιοτ κ.ά. Επηρεάστηκε και από τα έργα του Πεντζίκη, του Κόντογλου, του Ίωνα Δραγούμη και ιδιαίτερα από το έργο του Παπαδιαμάντη. To 1985 φεύγοντας από τη ζωή ο Ιωάννου άφησε πίσω του πλούσιο πεζογραφικό έργο, το οποίο αριθμεί τις 650 με 700 πυκνοτυπωμένες σελίδες. Με την ποσότητα αυτή, εξαιτίας της ποιοτικής στάθμης της δουλειάς του, ο Ιωάννου παίρνει θέση δίπλα στα σημαντικότερα ονόματα που έχει να παρουσιάσει η νεοελληνική πεζογραφία.

Ο τρόπος γραφής του και το ύφος του απλό, λιτό και εύληπτο για τον κάθε αναγνώστη, γραμμένο με τέτοιο τρόπο που να μιλά στην ψυχή του αναγνώστη.  Γράφει σε μία πεζογραφική γλώσσα που δεν υπήρχε έως τότε. Ως σύγχρονος πεζογράφος εισήγαγε ένα τύπο στη μεταπολεμική πεζογραφία αφήγησης που χρησιμοποιείται και σήμερα. Μπορεί να χαρακτηρισθεί λοιπόν, ως εισηγητής του νεορεαλισμού. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η δημοτική, η απλή καθημερινή γλώσσα. Γράφει μικρές περιόδους με δικό του προσωπικό τρόπο, με κουβεντιαστό τρόπο, έτσι ώστε τα κείμενά του να έχουν λιτό τόνο προσιτό στον απλό καθημερινό άνθρωπο. Με τη χρήση του μικροπερίοδου λόγου δηλώνει ίσως ένα τρόπο ελεύθερης έκφρασης, λιτό χωρίς να υπάρχει η ανάγκη να χρησιμοποιήσει καλολογικά στοιχεία στην έκφρασή του.

Ως βιωματικός πεζογράφος αντλεί τα θέματά του από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, από τη γενέτειρά του τη Θεσσαλονίκη, από την Αθήνα στην οποία έζησε κάποια περίοδο της ζωής του (κατοχή, προσφυγιά) και τα εξιστορεί με πολύ ζωντανό τρόπο. Ο συγγραφέας στα περισσότερα κείμενα του αναφέρεται σε προσωπικές εμπειρίες από την εφηβική του ηλικία, στην γενέτειρά του τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Από τα 260 περίπου πεζογραφήματα, στα 80 υπόκειται ως τόπος δράσης η Θεσσαλονίκη.  Μέσω των έργων του λοιπόν, φαίνεται το ενδιαφέρον του για την ανθρώπινη φύση (σε πολλά έργα του πρωταγωνιστούν άνθρωποι προσφυγικής καταγωγής ) και αρκετές φορές εκφράζει θλίψη για τις ιδιοτροπίες των ανθρώπων. Το κωμικό στοιχείο δεν ωστόσο δε χάνεται, χάρη στα διδάγματα της καβαφικής ειρωνείας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί με επιτυχία. Ως αυτοβιογραφικός και εξομολογητικός λογοτέχνης, μέσα από τον γραπτό του λόγο, εκφράζεται με ιδιαίτερη ειλικρίνεια και γνησιότητα.

Στοχεύει με μεγάλη επιτυχία στο να παρουσιάσει τα συναισθήματά του και τις αναμνήσεις του με το δικό του απλό τρόπο έτσι ώστε ο αναγνώστης να συμμετέχει στις σκέψεις του, να γίνεται σύμμαχός του και να συμπάσχει μαζί του. Παρουσιάζει με πολύ προσιτό τρόπο ηθογραφικά και λαογραφικά στοιχεία. Με λίγα λόγια ο τρόπος γραφής του κερδίζει τον αναγνώστη. Επιπλέον ο Ιωάννου φτιάχνει την πεζογραφική δομή έτσι ώστε στα έργα του να υπάρχει πάντα εσωτερική εστίαση, ο αφηγητής να είναι δραματοποιημένος και να συμμετέχει στην υπόθεση.

Κάποια άλλα χαρακτηριστικά του όπως ο πυκνός λόγος και οι ξαφνικές, δραματικές αλλαγές, οφείλονται στην ενασχόληση του με το δημοτικό τραγούδι, τα λαϊκά παραμύθια και τον Καραγκιόζη. Μία από τις πτυχές του χαρακτήρα του ήταν το πάθος του για τις μαρτυρίες των εποχών, νοοτροπιών κτλ. Είχε μία στοίβα από τεύχη ενός κατοχικού περιοδικού που κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη η γερμανική υπηρεσία προπαγάνδας, στο οποίο ανάμεσα στα ξένα ονόματα που υπέγραφαν πολλά κείμενα υπήρχαν και ελληνικά. Το θεωρούσε σπουδαίο απόκτημα και λυπόταν που δεν είχε ολόκληρη τη σειρά.

Συχνά στα κείμενά του κάνει παρεκβάσεις (σύντομες ιστορικές αναδρομές) και ανάδρομες αφηγήσεις γυρίζει δηλαδή το χρόνο πίσω, προφανώς για να περιγράψει όλες του τις σκέψεις με μεγαλύτερη ακρίβεια και επεξηγηματικότητα. Τα κείμενά του είναι ρεαλιστικά και γενικότερα είναι πολύ προσιτά σε κάθε αναγνώστη. Επιπλέον ο ρεαλισμός επικουρείται από το στοιχείο της αντικειμενικής παρουσίασης των γεγονότων και ο βιωμένος χώρος συνοδεύεται και ταυτίζεται από τον βιωμένο χρόνο.5 Μέσα στα διηγήματά του διακρίνεται κατά κάποιο τρόπο εσωστρέφεια και  ο εσωτερικός μονόλογος .

Αν  πάρουμε ένα κείμενο του  Ιωάννου θα αντιληφθούμε ότι βασισμένος στο ρεαλισμό, γράφει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Για παράδειγμα στο πεζογράφημα «Το παλιό σχολείο», το οποίο ανήκει στη συλλογή του Γιώργου Ιωάννου «Εφήβων και μη» που εκδόθηκε το 1982, φαίνεται διάχυτη η ευαισθησία του και η μνήμη του, στοιχεία που γοητεύουν τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι ο αφηγητής τον εμπιστεύεται και έτσι δημιουργείται ένα ζεστό κλίμα μεταξύ αναγνώστη και αφηγητή λόγω της εξομολογητικής διάθεσης και των βιωματικών στοιχείων του Ιωάννου. Επίσης, λόγω της απλότητας του λόγου, της λιτής γλώσσας που είναι γραμμένο το κείμενο, ο αναγνώστης νιώθει πολύ οικεία με τον αφηγητή και το κείμενο. Γενικότερα, το κείμενο είναι γραμμένο με καθαρότητα, ακρίβεια, θυμίζει καθημερινό λόγο και είναι γεμάτο βιωματικά στοιχεία.  Αν και το εν λόγω κείμενο ανήκει σε μία από τις μεταγενέστερες συλλογές του Ιωάννου, εντούτοις είναι γραμμένο με απλό, εφηβικό τρόπο, γεμάτο από φράσεις- εκφράσεις που διανθίζονται από έντονη παρατηρητικότητα και αυθορμητισμό, πράγμα που δίνει την εντύπωση στον αναγνώστη ότι το συγκεκριμένο κείμενο το έγραψε κάποιος έφηβος. Επίσης, εμφανής γίνεται και τεχνική του διασπαρμένου θέματος. Το πεζογράφημά του είναι κατά κάποιον τρόπο συνθέσεις που σχηματίζουν ποικίλες θεματικές ψηφίδες, διάφορα θεματικά στοιχεία που συγκλίνουν μεταξύ τους και συνθέτουν μία ορισμένη ψυχική κατάσταση.

Ο Ιωάννου λοιπόν, δεν παρατηρούσε απλώς τα πάντα, αλλά τα έκανε κτήμα της ψυχής του. Αναφορικά με το έργο του μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι δεν μπορεί να φτάσει κανείς σε δόκιμη λογοτεχνική πράξη αν δεν έχει ήδη έντονη εσωτερική ζωή έτσι ώστε να αποταμιεύονται μέσα του ενεργά ποσά βιωματικού υλικού..

Πηγές:

ΑΡΑΓΗΣ Γ., Για τον Γιώργο Ιωάννου, Ίνδικτος, Θεσσαλονίκη, 2007
BΕΑΤΟΝ R.: Εισαγωγή στη νεότερη Ελληνική λογοτεχνία , μτφρ.:Ε. Ζουργού – Μ. Σπανάκη, Νεφέλη, Αθήνα 1996
ΠΙΣΣΑΛΙΔΗΣ Β.: Διαπολιτισμικότητα και λογοτεχνία, Ανίκουλα, Θεσσαλονίκη, 2003
ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ Ά. , Γιώργος Ιωάννου:  Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του, Ειρμός, Αθήνα, 1992
ΠΑΡΙΣΗΣ Ι, ΠΑΡΙΣΗΣ Ν.: Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα, 20045
ΚΟΚΟΡΗΣ Δ.: Μια φωτιά η ποίηση, σχόλια στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, Σοκόλη, Αθήνα, 2003
ΠΟΛΙΤΗΣ Λ.: Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2007
ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ Β., ΧΑΝΤΟΛΙΔΟΥ Ε. (επιμέλεια), Λογοτεχνία και Εκπαίδευση, τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανος, Αθήνα, 2006

========================================

Γ.Ιωάννου: Το έργο, οι διαμάχες

Της Έλένας Χουζούρη.

 

Η  έκδοση των κριτικών κειμένων που γράφτηκαν για το έργο ενός συγγραφέα, μπορεί να συμβάλλει πολλαπλά στο πεδίο της φιλολογικής έρευνας και της λογοτεχνικής ιστορίας. Κυρίως, στο να καταδείξει την  διαδρομή του κρινόμενου συγγραφέα αλλά και την παράλληλη πορεία της κριτικής σκέψης και γλώσσας μέσα στο λογοτεχνικό σώμα των αντίστοιχων περιόδων. Όσον αφορά μάλιστα στο έργο των  τεθνεώτων  συγγραφέων  να συμβάλλει εκ νέου στην ενδυνάμωση –το δυνατόν- της  μνήμης των παλαιότερων αναγνωστών και στην πρόκληση της αναγνωστικής περιέργειας των νεότερων.   Έτσι το εγχείρημα του κυπριακού εκδοτικού οίκου «ΑΙΓΑΙΟΝ» να προχωρήσει στην έκδοση ήδη οκτώ τομιδίων με κριτικά κείμενα ισάριθμων ποιητών και πεζογράφων [επτά Ελλαδιτών και ενός Κυπρίου] με σχολιασμούς και ανθολογήσεις από έγκριτους μελετητές και δοκιμιογράφους κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό.

Το ένατο τομίδιο που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα, περιλαμβάνει κριτικά κείμενα για το σύνολο έργο του Γιώργου Ιωάννου [1927-1985] τα οποία έχει ανθολογήσει ο εκ Θεσσαλονίκης Δημήτρης Κόκορης, ο οποίος έχει γράψει και την σχετική εισαγωγή. Ο ανθολόγος αφού περιτρέξει  συνοπτικά στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, επισημαίνει ότι: «Η κριτική αντιμετώπισε τα έργα του Ιωάννου άλλοτε με ευμένεια, στηριγμένη σε ακριβείς και ευαίσθητες παρατηρήσεις, άλλοτε με πνεύμα πολύ θετικό αλλά γενικευτικό […..] και άλλοτε αρνητικά και αντιρρητικά». Η ανθολόγηση των κριτικών κειμένων για το έργο του Γιώργου Ιωάννου φαίνεται ότι ακολουθεί την πρόταση του Άρη Ν. Δρουκόπουλου όπως αυτή κατατίθεται στο βιβλίο του «Η υποδοχή του έργου από την κριτική», Γιώργος Ιωάννου, «Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του» [Αθήνα, Ειρμός 1992] αλλά και την διευρύνει χρονολογικά.

Παρακολουθώντας λοιπόν την εκδοτική πορεία των έργων του Θεσσαλονικέα συγγραφέα παρακολουθούμε παράλληλα και την πορεία της κριτικής αντιμετώπισής του. Ωστόσο η κριτική υπερβαίνει αυτήν την πορεία διότι κριτικά κείμενα, μονογραφίες και μελέτες εξακολουθούν να γράφονται και να  δημοσιεύονται  και μετά τον θάνατο του Ιωάννου –οπότε και σταματά το έργο του- , με διευρυνόμενο μάλιστα το κριτικό και μελετητικό ενδιαφέρον από νεότερους μελετητές. Έτσι η πρώτη κριτική για την πρώτη –ποιητική- εμφάνιση του Γιώργου Ιωάννου με τη συλλογή «Ηλιοτρόπια» φέρει την ημερομηνία, 1954, και την βαρύνουσα, για τα τότε λογοτεχνικά μας πράγματα, υπογραφή του Κλέωνα Παράσχου. Με την κριτική αυτή – σαφώς ενθαρρυντική και ευνοϊκή για τον νεαρό ποιητή-  ανοίγει η ανθολόγηση των κριτικών κειμένων για τον Ιωάννου, η  οποία θα  διατρέξει την περίοδο 1954 -2013 για να κλείσει με μια …θεατρική κριτική: Του θεατρικού  κριτικού Σπύρου Παγιατάκη για την παράσταση  «Είσαι σκοπός και γύρω σου χορεύουν τσομπανόσκυλα» των Bijoux de Kant, η οποία είχε βασιστεί σε κείμενα του Γιώργου Ιωάννου –ο τίτλος είναι στίχος ποιήματος από τη συλλογή «

Τα Χίλια Δέντρα» – και  είχε παρουσιαστεί στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Ο Ιωάννου ως λογοτέχνης άφησε πίσω του ποίηση, πεζογραφία, θέατρο και μελέτες για ομοτέχνους του. Ως κλασικός φιλόλογος μετέφρασε  αρχαία κείμενα και ποίηση, ενώ επιμελήθηκε και εξέδωσε  συλλογές λαογραφικού περιεχομένου [δημοτικά τραγούδια, έργα για τον Καραγκιόζη κ.α]. Ο ανθολόγος έλαβε υπόψη του όλο το φάσμα του έργου του Ιωάννου και όχι μόνον το λογοτεχνικό. Έτσι οι κριτικές τις οποίες ανθολογεί δεν αφήνουν εκτός καμία απολύτως πτυχή αυτού του πολύπλευρου έργου.

Η  σύντομη, ως προς την παραγωγή της, ποιητική διαδρομή του Γιώργου Ιωάννου- δύο ποιητικές συλλογές ανάμεσα σε 1954 και 1963- εκπροσωπείται από τρία κριτικά κείμενα, τα οποία συνοδεύονται από ηχηρές υπογραφές: Κλέων Παράσχος [ 1954], Τάκης Σινόπουλος [ 1954], Ηλίας Πετρόπουλος  [1963]. Άπαντες μιλούν για μια ελπίδα ανάμεσα στους νεώτερους ποιητές, ο καθείς με διαφορετικό τρόπο γραφής, θερμοκρασίας και προσέγγισης. Πιο παραδοσιακά λυρικός, ο Παράσχος. Ήδη πιο αιρετικός, ο Πετρόπουλος. Στο ενδιάμεσο, ο Σινόπουλος, με πιο οργανωμένη κριτική γλώσσα.

Την αυλαία των κριτικών για τον πεζογράφο, μετά την έκδοση του «Για ένα φιλότιμο» [1964],  Γιώργο Ιωάννου, σηκώνει ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος μ’ ένα κείμενό του που δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1964 στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» της Καβάλας, το οποίο αναφέρει μεν ο ανθολόγος στην εισαγωγή του δεν τον ανθολογεί όμως. Ίσως γιατί το κείμενο αυτό συμπεριλαμβάνεται στον

συλλογικό τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής-Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου» [Κέδρος, 2006]. Αντίθετα η, σχεδόν δυσεύρετη και ελάχιστα γνωστή, κριτική του Γιώργου Δέλιου, εκ των πρωτεργατών, της μετά το 1930, δημιουργίας της  λογοτεχνικής σκηνής της Θεσσαλονίκης και  βετεράνου της λεγόμενης «Σχολής της Θεσσαλονίκης», εγκαινιάζει το κυρίως σώμα της ανθολογίας, το οποίο αφορά στην πεζογραφία του Ιωάννου. Στην αρκετά θερμή κριτική του Δέλιου, ανασύρουμε τον πυρήνα των παρατηρήσεων που θα συνοδέψουν βασικά τα πεζογραφήματα του «Για ένα φιλότιμο» αλλά και αρκετά από τα μεταγενέστερα έργα του, γεγονός που δείχνει την ευαισθησία και την οξυδέρκεια του συγγραφέα και κριτικού. Θα τολμούσα να ισχυριστώ μάλιστα ότι υπογείως ο Δέλιος ανακαλύπτει  τα νήματα που συνδέουν τον νεαρό πεζογράφο με την θεσσαλονικιώτικη παράδοση της νεωτερικότητας.  Ιδιαίτερα σημαντική, όχι μόνον για την φιλολογική έρευνα αλλά και για την ιστορία των ιδεών κυρίως στον χώρο της Αριστεράς, αλλά και γενικότερα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας  στη χώρα μας, κατά τις  κολοβές δεκαετίες 1950 και 1960, είναι η κριτική του στελέχους και διανοούμενου της Αριστεράς, Τάσου Βουρνά που δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» στις 17 Ιουλίου 1965. Ο Βουρνάς, εμπνεόμενος από τον ανανεωτικό άνεμο που έπνεε  την εποχή εκείνη στους κόλπους της Αριστεράς και την  διαπάλη ανάμεσα στις ζντανοφικές περί  τέχνης αντιλήψεις και τις νεωτερικές, τολμά με ιδιαίτερα μάλιστα έντονο  τρόπο, να προχωρήσει σε μια γενναία  κριτική-αυτοκριτική την ονομάζει για ευνόητους λόγους- στο πώς έως τότε η Αριστερά αντιμετώπιζε τα έργα τέχνης. «Πρέπει να το πούμε κάποτε καθαρά» ξεκινά το κριτικό του σημείωμα, για να συνεχίσει: «Η κριτική απ’ τα Αριστερά, και ιδιαίτερα η παλιότερη, έχει βαριά τη συνείδησή της από πολλές αμαρτίες.[……] Ζημιώσαμε αφάνταστα  την τέχνη της Αριστεράς , επιβαρύνοντας την μέλλουσα ιστορία της λογοτεχνίας  μας, με το αχάριστο βάρος να διαγράφει ονόματα και τίτλους με ρυθμό αναθεώρησης εκλογικών καταλόγων». «Τα παραπάνω» τονίζει ο Τ.Βουρνάς «υπέχουν θέση αυτοκριτικής, όσον αφορά τον υπογράφοντα. Η ευθύνη μάλιστα είναι μεγαλύτερη απ’ όση φαίνεται από πρώτη ματιά, γιατί δεν έλειψε ούτε στιγμή η επίγνωση της ποιότητας, ενώ θυσιάστηκε απλόχερα στη χρησιμοθηρία». Πριν προχωρήσει στην κυρίως κριτική του για τα πρώτα πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου, ο Βουρνάς δράττεται της ευκαιρίας για να μας δώσει μιαν εικόνα του τι συνέβαινε την εποχή εκείνη τόσο στον χώρο της κριτικής γενικότερα όσο και της εκδοτικής  κίνησης  στην Ελλάδα. Έτσι όπως γράφει, στον σημερινό αναγνώστη, δίνει  την εντύπωση του…σκασμένου,  κάποιου που δεν αντέχει άλλο και θέλει να τα βγάλει από μέσα του! Η ευνοϊκή  κριτική του για το «Για ένα φιλότιμο» γίνεται σαφώς από αριστερή ματιά. Ο Βουρνάς εντοπίζει στον πρωτοεμφανιζόμενο Ιωάννου ένα μήνυμα βαθειά ουμανιστικό και βρίσκει συνδέσεις με το έργο του Παπαδιαμάντη –γεγονός που θα επιβεβαιώσει αργότερα και ο ίδιος ο συγγραφέας-. Επίσης του είναι πολύ δύσκολο να μην δει κοινωνικές αντανακλάσεις στα πεζογραφήματα του Ιωάννου και να μην επιστρατεύσει την σχετική ρητορική: «Εξομολόγηση αλλά όχι προσωπική. Ο Γιώργος Ιωάννου εξομολογείται για λογαριασμό μιας αχρείας κοινωνίας που κακοποιεί τους αδύνατους και καταπιεσμένους [μια μικρογραφία του Ντοστογιέφσκι]…». Ωστόσο πέρα από αυτά ο Βουρνάς σαφώς χαιρετίζει την καινούργια φωνή και τα καινούργια ρεύματα που αυτή εκπροσωπεί.

Ένα μικρό κριτικό σημείωμα με ιδιαίτερη όμως φιλολογική βαρύτητα για τα πρώτα πεζογραφήματα του Ιωάννου, που  πολύ ορθά ανθολογεί ο . Δ. Κόκορης, είναι του Μανώλη Αναγνωστάκη,  που είχε δημοσιευτεί στην  «Μακεδονική Ώρα» στις 12 Δεκεμβρίου 1966, με το ψευδώνυμο Δήμος Κρητικός. Ορθά επίσης ο ανθολόγος έχει επιλέξει και αρνητικές κριτικές για το έργο του Ιωάννου – αν και  δεν είχαν γραφεί  πολλές- αρχής γενομένης από εκείνη του Βάσου Βαρίκα για τα πεζογραφήματα του «Για ένα φιλότιμο». Διαβάζοντάς την σήμερα δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι ακριβώς αρνητική. Επιφυλακτική θα μπορούσε περισσότερο να χαρακτηριστεί και εξαιρετικά συγκρατημένη. Μια υπόθεση εργασίας είναι ότι η ψυχοσύνθεση και η οπτική του  Ιωάννου δεν ταιριάζει στον αστό Βαρίκα, εκπρόσωπο μιας άλλης,  πιο κοσμοπολίτικης  γενιάς.

Πηδώντας από τη δεκαετία του 1960 σ εκείνη του 1970, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ιωάννου θα δώσει το κυρίως έργο του, διαπιστώνει κανείς τις αλλαγές που επέρχονται τόσο στην κριτική σκέψη όσο και στην γλώσσα μέσα από τα σχήματα της οποίας αυτή εκφέρεται. Ακόμη αρχίζουν να διακρίνονται  οι διαφορετικές –στον ένα ή στον άλλο βαθμό- προσεγγίσεις μεταξύ  των ακραιφνώς  λογοτεχνών-κριτικών και των πανεπιστημιακών,-κριτικών προπαντός σε ό,τι αφορά την μεθοδολογία και την γλώσσα. Διαβάζουμε λόγου χάριν το εκτενές κριτικό σημείωμα του Γιώργου Δάλλα, ποιητή και πανεπιστημιακού δάσκαλου εκείνη την εποχή [1974] ο οποίος κάτω από τον υπότιτλο «Η αποκατάσταση του θέματος στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου» προχωρεί σε μία δομική ανατομία του έως τότε πεζογραφικού έργου του Θεσσαλονικέα συγγραφέα  χρησιμοποιώντας μεθοδολογικά εργαλεία  νεώτερων κριτικών σχολών,  γεγονός που θα το συναντήσουμε σε μεγαλύτερη κλίμακα σε κείμενα  πανεπιστημιακών τις επόμενες δεκαετίες τα οποία ανθολογούνται στο εν λόγω τομίδιο π.χ Κεχαγιόγλου, Κοκόλης, Κωτόπουλος κ.λπ. Στο ενδιάμεσο αυτής της προσέγγισης μπορούν να τοποθετηθούν οι τέσσερεις επιφυλλίδες  του Δ.Ν Μαρωνίτη [στις  οποίες θα επανέλθω] και το κριτικό σημείωμα του   Παν. Μουλά που  υπερβαίνουν την κάπως ψυχρή φιλολογική δομική ανάλυση   καθώς  εμφορούνται από μια εσωτερική θερμοκρασία και προσωπική ποιητική α, στοιχεία που προσιδιάζουν περισσότερο στις προσεγγίσεις των λογοτεχνών-κριτικών. Εύγλωττο παράδειγμα αυτών των προσεγγίσεων ενδυναμωμένο ταυτόχρονα από  μια σπάνια οξυδέρκεια και κριτική διαύγεια είναι η κριτική του Αλέξανδρου Κοτζιά –ουσιαστικά εισήγηση του γνωστού συγγραφέα και κριτικού στην παρουσίαση του Γιώργου Ιωάννου στην «Γκαλερί Ώρα», στις 31 Μαρτίου 1977.

Επανέρχομαι τώρα στις  περίφημες  τέσσερεις επιφυλλίδες  του Δ.Ν Μαρωνίτη με τα οποία και εγκαινιάστηκε μια λογοτεχνική διαμάχη που διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου και την οποία  συναντούμε  εκ νέου, 36  χρόνια μετά, στα ανθολογημένα κείμενα του τόμου. Τι μπορούμε να παρατηρήσουμε σήμερα διαβάζοντάς τες εκ νέου και με την νηφαλιότητα της  απόστασης του χρόνου; Όσον αφορά   στη γλώσσα και τον τρόπο δόμησης της σκέψης του Δ.Ν Μαρωνίτη δεν μπορεί να μην υπογραμμιστεί η χρήση  έξοχων ελληνικών, η χυμώδης  έως και ποιητική  γλώσσα [πολλές εύστοχες μεταφορές], η έντονη θερμοκρασία του λόγου  και η επιμελημένη ιεράρχηση των ζητημάτων που θέτει. Από την άλλη  όμως, ακόμη και ένας αναγνώστης του σήμερα που δεν γνωρίζει τα τι και τα πως εκείνης της εποχής, δεν μπορεί παρά να  εκπλαγεί από το μέγεθος της εμπάθειας το οποίο βαίνει αυξανόμενο από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα για να σκεπάσει τελικά και τις κάποιες  σωστές παρατηρήσεις  του Δ.Ν. Μαρωνίτη. Ξαναδιαβάζοντας με μεγάλη προσοχή αυτές τις επιφυλλίδες,  μου δόθηκε η εντύπωση ότι η αυτή η τόση μεγάλη προσπάθεια μείωσης  του έργου του Γιώργου Ιωάννου στο επίπεδο μιας μίζερης επαρχιωτογραφίας, αυτή η, χωρίς όρια, εμπάθεια προς τη θεσσαλονικιώτικη θεματογραφία του, δεν απευθύνεται στον ίδιο τον Ιωάννου αλλά στην γενέτειρα αμφοτέρων, την Θεσσαλονίκη και κυρίως στην εφηβική και νεανική τους ηλικία, την οποία βίωσαν και οι δύο στην ίδια πόλη, την ίδια  περίοδο. Μου δόθηκε, δηλαδή, η εντύπωση ότι πίσω από όλες αυτές τις, εξαιρετικού ύφους και γλώσσας, σελίδες κρύβεται ένα παλαιό τραύμα το οποίο, 36 χρόνια μετά παραμένει ανεξιχνίαστο. Ανεξάρτητα όμως από τις δικές μου σκέψεις, σε επίπεδο φιλολογικών επιχειρημάτων, τις απόψεις του Δ.Ν Μαρωνίτη  δύο ιδιαίτερα εμπεριστατωμένα κείμενα που ανθολογούνται στον  εν λόγω τόμο,  επιχειρούν να τις ανατρέψουν. Πρόκειται για το εύστοχο και με ωραίο λόγο κριτικό σημείωμα του Βασίλη Αγγελικόπουλου με αφορμή την έκδοση του «Επιτάφιου Θρήνου» [Κέδρος, 1981] και του   Ξ. Α. Κοκόλη –εκτενές απόσπασμα από το  βιβλίο του «Η διαμάχη Μαρωνίτη-Ιωάννου» [Ίνδικτος, 2008], με πρώτη δημοσίευση το 1988. Ο Κοκόλης με επιμονή λεπτολόγου ανασκευάζει ένα ένα τα επιχειρήματα του Δ. Ν Μαρωνίτη χρησιμοποιώντας άνετα το φιλολογικό και θεωρητικό του οπλοστάσιο. Τα κείμενα όμως αυτά, από τη μια του Δ.Ν. Μαρωνίτη και από την άλλη των Αγγελικόπουλου, Κοκόλη δείχνουν και κάτι επιπλέον. Ότι, τις περασμένες δεκαετίες υπήρχαν φιλολογικές διαμάχες που υποστηρίζονταν από επιχειρήματα και δημιουργούσαν τους όρους για λογοτεχνικές συζητήσεις και αναζητήσεις. Να τολμήσω να ισχυριστώ, όχι χωρίς λύπη,  ότι το φαινόμενο αυτό έχει εκλείψει παντελώς στην εποχή μας, με τις  «λογοτεχνικές»  συζητήσεις να εξαντλούνται σχεδόν πάντα στα αιτήματα της αγοράς;

Το επίσης, έως σήμερα,  αμφιλεγόμενο ζήτημα του κατά πόσον το έργο του Γιώργου Ιωάννου  εμπίπτει στον όρο «ηθογραφία» η όχι –προσωπικά πιστεύω πως όχι- θίγεται από τον Αλέξη Zήρα στο εμπεριστατωμένο άρθρο του «Συνέχεια και ανανέωση της Ηθογραφίας στο έργο του Γιώργου Ιωάννου», [1991].

Όσο ο χρόνος πλησιάζει προς το σήμερα, διαπιστώνει κανείς με τα κείμενα που ανθολογούνται, ότι οι κριτικές καταθέσεις, τα δοκίμια και οι μελέτες  αυξάνονται, γεγονός που δείχνει ότι το ενδιαφέρον για το πολύπλευρο έργο του Ιωάννου συνεχίζει να βρίσκει αποδέκτες. Ο Δ. Κοκόρης, πολύ ορθά, δεν άφησε καμία πτυχή του έργου του Ιωάννου χωρίς κριτική εκπροσώπηση, λογοτεχνικού, φιλολογικού, λαογραφικού,  μεταφραστικού, θεατρικού.  Ακόμη και για τον εκπαιδευτικό  Ιωάννου φρόντισε με την ανθολόγηση του κειμένου του Ηλία Σπυρόπουλου «Κοιτάσματα του Γιώργου Ιωάννου στον χώρο της εκπαίδευσης» ενώ δεν προσπέρασε το γεγονός  ότι  ο γνωστός συνθέτης  Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε μουσική πάνω στους στίχους του Γ.Ι με τίτλο «Κέντρο Διερχομένων».

Ο εξαιρετικά φροντισμένος τόμος συνοδεύεται από εκτενές χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα, λεπτομερή εργογραφία καθώς επίσης και κατάλογο βιβλίων και αφιερωμάτων σε περιοδικά και εφημερίδες για τον Γιώργο Ιωάννου. Ένδειξη ιδιαίτερου ήθους αποτελεί  το γεγονός ότι ο ανθολογών δεν συμπεριέλαβε στον τόμο δικό του κείμενο.  Η μοναδική μου ένσταση είναι το εκτός σώματος ανθολογίας-αυθαίρετα όπως το χαρακτηρίζει ο υπογράφων Β.Φ [;] – ενός πολιτικού κειμένου  του Ιωάννου για το κυπριακό και την στάση της Ελλάδας. Η ένταξή του στον κατά τα’ άλλα σοβαρό αυτόν τόμο που σκοπό έχει να τιμήσει το έργο του Γιώργου Ιωάννου, φέρει το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα και προκαλεί ένα ενοχλητικό συναίσθημα μικροπολιτικής εκμετάλλευσης της μνήμης του.  Κρίμα.

 ==================================================

Γιώργος Ιωάννου: 30 χρόνια μετά

Της Έλενας Χουζούρη.


 


Ο Γ ιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη στις 20 Νοεμβρίου 1927. Έχουν περάσει 15 χρόνια από την νικηφόρα είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη και την ενσωμάτωσή της στο τότε ελληνικό βασίλειο. Τα σημάδια της πυρκαγιάς του 1917 παραμένουν ακόμα νωπά στην πόλη, πέντε μόλις χρόνια πριν τη γέννηση του συγγραφέα έχουμε την αθρόα έλευση των Ελλήνων προσφύγων από  Μικρά Ασία και  Πόντο  και μας χωρίζουν   τρία από τότε που εγκαταλείπει την πόλη και η τελευταία μουσουλμανική οικογένεια. Η έλευση των Ελλήνων μικρασιατών αλλά και εκείνων από την Ανατολική Θράκη λίγο αργότερα  θα αλλάξουν τη δημογραφική εικόνα της πόλης. Το σεφαραδίτικο εβραικό στοιχείο που επικρατούσε έως τότε στη «Madre Israel”, όπως αποκαλούσαν τη Σαλονίκη, θα δώσει την πρωτιά στο ελληνικό στοιχείο. Η πλήρης ελληνοποίηση της πόλης θα επέλθει μετά το ολοσχερές σχεδόν Ολοκαύτωμα των Θεσσαλονικέων Εβραίων, το 1943. Αναφέρονται τα παραπάνω για να φανεί  σε τι περιβάλλον θα μεγαλώσει ο Γιώργος Ιωάννου. Ο οποίος ανήκει σε προσφυγική οικογένεια. Οι γονείς του είναι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Πατέρας από την Ραιδεστό. Μητέρα από την Κεσσάνη. Πραγματικό επίθετο της οικογένειας, Σορολόπη. Ο Ιωάννου θα το αλλάξει το 1955, σε μια προσπάθεια να κλείσει μέσα του  το παιδικό τραύμ, το οποίο του έχει προκαλέσει η  κοροιδία των συμμαθητών του στο σχολείο. Η ευαίσθητη και εύθραστη στις παντοειδείς επιθέσεις προσωπικότητά του έχει ήδη διαμορφωθεί. Την  προσφυγική λαική  καταγωγή του-  ο πατέρας του είναι μισθωτός σιδηροδρομικός υπάλληλος- ο Ιωάννου όχι μόνον δεν θα την κρύψει ποτέ αλλά, αντίθετα, θα γράψει γι’ αυτήν πολλές φορές «Δεν μιλώ γενικά για τη Θεσσαλονίκη αλλά για την προλεταριακή πόλη, μέσα από μια οικογένεια προλεταρίων.». Οι δικοί του Άγιοι θα είναι πάντα οι λαικοί, παιδεμένοι άνθρωποι όπως υπέροχα γράφει γι αυτούς στην «Καταπακτή». Περισσότερο όμως μέσα του λειτουργεί το συναίσθημα του πρόσφυγα κι αυτό είναι που τον φέρνει πολύ κοντά στη σημερινή εποχή όπου ο κόσμος του 21ου αιώνα χαρακτηρίζεται από κύματα προσφύγων που πάνε από δω κι από κει, ξεριζωμένοι από τις χώρες τους. «Η προσφυγιά» γράφει στην «Παναγία την Ρευματοκρατόρισσα» «η δική μας δεν έληξε  ούτε πρόκειται να λήξει. Χάσαμε τα σπίτια μας, τα παλάτια μας, κι ήρθαμε εδώ να παλεύουμε με τους σκληροτράχηλους ντόπιους που αμέσως μας όρμηξαν.» Νομίζω πως αυτή η πρόταση είναι εξαιρετικά επίκαιρη  μας λέει  πολλά για το σήμερα. Ο Ιωάννου θα περάσει μια δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία. Για τη γενιά του εκείνες οι εποχές ήταν πολύ δύσκολες και όχι μόνο γιατί πέρασε την  τρυφερή της  ηλικία μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο αλλά και λόγω των στενόκαρδων, έως πνιγμού, ηθικολογικών και εύκολα επικριτικών  αντιλήψεων κοινωνικού αποκλεισμού  που επικρατούσαν. Η  Θεσσαλονίκη σύντομα θα χάσει τον αέρα του κοσμοπολιτισμού  που είχε στα τέλη του 19ου  και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Από κέντρο μιας μεγάλης βαλκανικής ενδοχώρας και λιμάνι με ευρωπαικές ακτοπλοικές συνδέσεις και προδιαγραφές θα εκπέσει σ’ ένα δευτερεύον, αστικό μεν, επαρχιακό δε, κέντρο σε σχέση με την Αθήνα. Αυτό σε συνάρτηση και με άλλους οικονομικούς, πολιτιστικούς  και δημογραφικούς παράγοντες που δεν είναι της ώρας να αναφερθούν, προκάλεσε μια ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική στενοκαρδιά και τάση για ποικίλους κοινωνικούς αποκλεισμούς από ό,τι στην Αθήνα. Ο Ιωάννου το βιώνει πολύ έντονα αυτό ξεκινώντας από την ίδια την συντηρητική του οικογένεια που δεν αντιλαμβάνεται, ούτε και θέλει βεβαίως να αντιληφθεί,  την ευαισθησία  και την διαφορετικότητά του. Στις κατοχικές ημερολογιακές του σημειώσεις  που γράφει από τις 25 Νοεμβρίου 1943 έως τις 25 Μαρτίου 1944 και συγκεκριμένα στις 13 Φεβρουαρίου 1944, ο σχεδόν 17χρονος Ιωάννου βγάζει  κυριολεκτικά μια σπαραχτική κραυγή: «…Το πικρό ποτήρι των θλίψεων ξεχείλισε πλέον. Δεν μπορώ να υποφέρω τον βαρύτατον αυτόν ζυγόν. Είμαι νέος και ποθώ την προσωπική μου ελευθερία. Και θα την αποκτήσω. Από τον μικρότερον μέχρι τον μεγαλύτερον με τυραννούν. Και να είναι μόνον οι δικοί μου; Είναι και πολλοί ξένοι. Ξένοι που ούτε τους γνωρίζω, ξένοι που ούτε τους μιλώ και ούτε καν τα ονόματά τους ξέρω. Και όμως με κοροιδεύουν με τον σκληρότερον  τρόπον, σαν να τους έκανα τίποτα…..». Όσοι έχουν σκύψει στο έργο του Γιώργου  Ιωάννου και έχουν περιπλανηθεί στις γραμμές του σίγουρα θα αναγνωρίσουν στις γεμάτες απελπισία αυτές ημερολογιακές εφηβικές σημειώσεις τα σπέρματα τόσο του ψυχισμού του ποιητικού και πεζογραφικού του προσωπείου, όσο και του χαμηλόφωνου, σπαρακτικού, αρκετές φορές, εξομολογητικού τρόπου που χρησιμοποιεί στα περισσότερα λογοτεχνικά του κείμενα. Να τι θα γράψει ένας άλλος σπουδαίος συγγραφέας και κριτικός  της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς όταν εκδίδεται η πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων του Ιωάννου «Για ένα φιλότιμο» το 1964: “Πλάθουν έναν ευαίσθητο, αλλά σχεδόν απρόσωπο δέκτη, που παραδέρνει απροσανατόλιστος, ανικανοποίητος, αηδιασμένος, αιώνια μετανοιωμένος  είτε στην πατρίδα, είτε μετανάστης στην ξενιτειά, μέσα σε μια στυγερή πραγματικότητα ζωής…».

           Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την οικογενειακή μέγγενη ο έφηβος Ιωάννου οδηγείται στα Κατηχητικά από τα οποία όμως θα φύγει μεσούντος του Εμφυλίου όταν αντιλαμβάνεται την υποκρισία  των ταγών τους και τον κραυγαλέα μονομερή ιδεολογικό προσανατολισμό τους.  Είναι θρήσκος; Δεν θα το έλεγα, τουλάχιστον με την αυστηρή έννοια του όρου. Σίγουρα δεν τάχει καθόλου καλά με την επίσημη Εκκλησία και τους εκπροσώπους της. Εκείνο που ίσως θα έλεγα είναι ότι κουβαλάει μέσα του μια βυζαντινότροπη παράδοση της χριστιανικής ορθοδοξίας που έχει βαθιές ρίζες, αφενός στη γενέθλια πόλη του, αφετέρου στις παλιές πατρίδες των Ελλήνων  προσφύγων. Θα πρόσθετα και μια ερωτική, υπερβατική αίσθηση που τον συνδέει με το πρόσωπο του Χριστού και τη διδασκαλία του. Το συναντούμε έντονα αυτό το στοιχείο στον υπέροχο «Επιτάφιο Θρήνο» του,  λόγου χάριν και όχι μόνον.

Θα τον συναντήσουμε αργότερα φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη και σε αναζήτηση δουλειάς τα χρόνια του 50 και του ’60 αφού περνάει και από το στρατό βέβαια. Τολμά την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση το 1954 με μια μικρή ποιητική συλλογή που θα την τιτλοφορήσει «Ηλιοτρόπια» αναφερόμενος άμεσα στα κίτρινα αστέρια που οι Ναζί είχαν αναγκάσει να φορούν οι Θεσσαλονικείς Εβραίοι. Άλλωστε θα είναι εκείνος που πρώτος θα τολμήσει να γράψει για το «Ξεκλήρισμα των Εβραίων» σπάζοντας την επιτόπια κρούστα της σιωπής.  Εννιά χρόνια αργότερα επανέρχεται με την ποιητική συλλογή «Τα Χίλια Δένδρα» όπως είναι η ελληνική ονομασία του Σέιχ-Σου.  Ήδη από τις ποιητικές αυτές συλλογές εμφανίζονται οι συντεταγμένες πάνω στις οποίες θα ακουμπήσει ολόκληρο σχεδόν το έργο του. Χώρος-[Θεσσαλονίκη]- χρόνος [Προκατοχή, Κατοχή, μετεμφυλιακές δεκαετίες]-βίωμα-μνήμη. Γίνεται δεκτός από τον θεσσαλονικιώτικο κλειστό λογοτεχνικό κύκλο. Όταν  ένα χρόνο αργότερα εκδίδεται το «Για ένα φιλότιμο» ανοίγει  και ο αθηναικός κύκλος, άξιοι κριτικοί επαινούν την εμφάνιση του νέου πεζογράφου, κάτι που τον ικανοποιεί αφάνταστα.  Ωστόσο σε προσωπικό επίπεδο αυτή η εποχή ανάμεσα στα 1956 και 1964 είναι αφάνταστα δυσάρεστη. Θάνατοι δικών του, του πατέρα του και του 18χρονου μικρού αδελφού του, προδοσίες φίλων, απογοητεύσεις και πάνω απ’ όλα απίστευτη οικονομική δυσπραγία.

Κακά τα ψέματα η μεγάλη αλλαγή στη ζωή του και το έργο του θα γίνει όταν θα φύγει από τη Θεσσαλονίκη, θα απαγκιστρωθεί από την οικογενειακή καταπίεση και θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, το 1971. Προσέξτε όμως το παράδοξο.  Μόλις φεύγει μακριά από τη Θεσσαλονίκη αρχίζει η γενέθλια πόλη  κυριολεκτικά να κατακλύζει το έργο του και μια απίστευτα γοητευτική σχέση έρωτα και μίσους να αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτήν και στον συγγραφέα της. Γιατί, ο  Γιώργος  Ιωάννου είναι κυρίως  αυτός που θα μυθοποιήσει τη Θεσσαλονίκη. Γίνεται ο συγγραφέας-νυμφίος της. Το σώμα του θα ταυτιστεί με  το δικό της  σώμα. Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί τέτοια επιμονή να επιστρέφει νοερά συνεχώς σ’ αυτήν  που τον τραυμάτισε και τον πλήγωσε; «Η αιτία ήταν πάντα η Θεσσαλονίκη» θα ομολογήσει αργότερα σε μια συνέντευξη του «ο σύνδεσμος μ’ αυτήν. Είναι ένας ερωτισμός πώς να το κάνουμε. Ένας σκέτος ερωτισμός. Τελικά ο ερωτισμός για τους ανθρώπους που χάθηκαν….Ή μάλλον έχει εξαφανιστεί η μορφή τους , εκείνη που ερωτευτήκαμε. Αλλά υπάρχει όμως  αυτή η πόλη. Υπάρχει ο τόπος. Υπάρχει το σημείο, η γωνία που τους περιμέναμε. Στο ραντεβού που τους γνωρίσαμε. Και αυτά τα πράγματα τα αγαπώ πάρα πολύ ».

Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος κι αυτός έχει να κάνει με την άποψη του Ιωάννου για την βιωματική λογοτεχνία,  ότι δηλαδή ο συγγραφέας δεν γράφει στο κενό αλλά βασίζεται και αντλεί τα θέματά του από τα βιώματά του, αναπλάθοντάς τα δημιουργικά. Και βιώματα για κείνον είναι όλα τα κατάλοιπα της ζωής, είτε σε πράγματα, είτε σε γεγονότα, είτε σε ψυχικές καταστάσεις, είτε σε έρωτες. Και τα βιώματα ακουμπούν σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο. «Και οι τόποι ξέρετε» θα προσθέσει στην ίδια συνέντευξη «επηρεάζουν». Εδώ θέλω να παρατηρήσω κάτι: Την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μια στροφή της ιστοριογραφίας στις μικρές ανθρώπινες προφορικές  ιστορίες που κινούνται μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης Ιστορίας κάνοντας λόγο για Μνήμη και Τραύμα. Σκέφτομαι ότι η λογοτεχνία πρόλαβε τους Ιστορικούς με τον Ιωάννου να είναι από τους πρώτους που θα δώσουν τον τόνο. Το λέω αυτό γιατί ο συγγραφέας με το να θησαυρίζει μέσα στα περισσότερα βιβλία του, τις μικρές στιγμές, τις καθημερινές παλιές εικόνες, να φωτίζει παλιούς δρόμους, να δίνει φωνή σε ξεχασμένες λαλιές, να ανασύρει έναν κόσμο που τα σημάδια του ελάχιστα η και καθόλου δεν υπάρχουν πια, καταφέρνει να δίνει άλλες διαστάσεις στον ιστορικό χρόνο, να τον μετατρέπει σε ποίηση σπάνιας έντασης, μουσικότητας και βάθους. Σκέφτομαι ακόμα πόσο τα παιδιά του σχολείου θα μπορούσαν να ταξιδέψουν στον κόσμο του Ιωάννου και να αγαπήσουν την ελληνική Ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα πεζογραφήματα της «Σαρκοφάγου», της «Μόνης κληρονομιάς», «Το Δικό μας Αίμα» «Η Πρωτεύουσα των Προσφύγων». Βιβλία που θα γράψει στην Αθήνα, εκεί στο μικρό του διαμέρισμα, της οδού Δηλιγιάννη 3, στο Μουσείο όπως του άρεζε να λέει, γυρνώντας κάθε μεσημέρι από το Υπουργείο Παιδείας,  όπου είναι αποσπασμένος, με τη γεμάτη χαρτιά καφέ παλιοκαιρίσια δερμάτινη τσάντα του, πάντα με τα πόδια, διότι είναι μέγας περιπατητής, λατρεύει τις περιπλανήσεις στην πόλη, είτε λέγεται Θεσσαλονίκη, είτε Αθήνα. Κι έτσι μπορεί να ενώνει τη μοναξιά του με το πολύβουο πλήθος της μεγαλούπολης, ένας σύγχρονος περιπατητής, μοναχικός και πάντα φιλοπερίεργος. Κι αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που τον κάνει σύγχρονο σε μια εποχή όπου παρά τα, ασφυχτικά πλέον, κοινωνικά, όπως λέγονται, μέσα δικτύωσης, ο άνθρωπος απομονώνεται όλο και περισσότερο γίνεται όλο και πιο μοναχικός και στην πραγματικότητα ακοινώνητος.

Στην Αθήνα ο Ιωάννου, σε μεγάλο βαθμό, θα αποενοχοποιηθεί – το ομολογεί και ο ίδιος-  θα αναγνωριστεί, θα αγαπηθεί, θα τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1978 για «Το Δικό μας Αίμα». Θα αντιμετωπίσει βέβαια και προσωπικές επιθέσεις –φευ- από παλιούς  συμπατριώτες του λογοτέχνες και φιλολόγους –δεν χρειάζονται τώρα τα ονόματά τους. Η στενόκαρδη πλευρά της Θεσσαλονίκης θα τον στοιχειώνει και στην Αθήνα.  Δεν το αντέχει. Βγαίνει και πάλι μέσα του ο αδικημένος, καταπιεσμένος έφηβος. Απαντά με την έκδοση του «Φυλλαδίου» του, περιοδικού  που το γράφει ολόκληρο ο ίδιος! Στο μεταξύ οι ωραίες περιπλανήσεις του στην Αθήνα και μάλιστα στον τότε ακόμα ομφαλό της, την Πλατεία της Ομόνοιας θα μας δώσουν το 1980, ένα σχεδόν ποιητικό βιβλίο όπου θα θησαυρίζονται στιγμές και εικόνες από τον κόσμο που περιτριγυρίζει σ’ αυτήν. Εικόνες πολύ ζωντανές και για τον σημερινό αναγνώστη αφού αποτελούν το ζυμάρι με το οποίο θα πλαστούν άλλες πιο σύγχρονες και απείρως πιο σκληρές βέβαια, στην ίδια Πλατεία την, κατ’ ευφημισμόν πλέον , της Ομόνοιας. Κι έτσι θα έρθει ο Γενάρης του 1985. Ο  Ιωάννου θα περιμένει την έκδοση ‘της «Πρωτεύουσας των Προσφύγων», θα περιμένει να συμπληρωθεί ο χρόνος να βγει στη σύνταξη, ώστε απερίσπαστος πια να μπορέσει να γράψει μυθιστόρημα. Αν και, κατά την ήδη εκφρασμένη μου άποψη, έχει γράψει, το εν προόδω,  μυθιστόρημα της Θεσσαλονίκης.  Θα προλάβει μόνο να  χαρεί την κυκλοφορία της «Πρωτεύουσας των Προσφύγων».  Θυμάμαι, τον είχα επισκεφτεί στο μικρό αλλά περιποιημένο διαμέρισμα της οδού Δηλιγιάννη, είκοσι μόλις ημέρες πριν μπει στο νοσοκομείο, για μια ραδιοφωνική συνέντευξη. Με υποδέχθηκε όπως πάντα στην εξώπορτα χαμογελαστός,  χαρούμενος για το βιβλίο του που μόλις είχε κυκλοφορήσει  αλλά και ανήσυχος. Ήταν με τον καθετήρα και περίμενε  πότε θα έμπαινε στο νοσοκομείο. Θα χάσει τη μάχη με τη ζωή εντελώς άδικα και αδικαιολόγητα στις 16 Φεβρουαρίου 1985. Εμείς θα χάσουμε έναν σπουδαίο συγγραφέα στην πιο ώριμη και μεστή ηλικία του. Ήταν 57  ετών και 3 μηνών. Ακριβώς στην ηλικία που είχε φύγει και ο πατέρας του. Είχε ακολουθήσει την μόνη κληρονομιά του, όπως  το είχε σχεδόν προφητέψει στο ομότιτλο βιβλίο του. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του πιστεύω ότι ο Ιωάννου παραμένει ένας σύγχρονος συγγραφέας. Δεν είναι μόνον η γοητευτική νεωτερική του γραφή, είναι κυρίως  τα συναισθήματα που ξεπηδούν από τα υποβλητικά πεζογραφήματά του , με τα οποία μπορεί να συναντηθεί ο σημερινός αναγνώστης, είναι τα ερωτηματικά και οι προβληματισμοί του σχετικά με την ξενότητα, την ταυτότητα, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, τη σεξουαλικότητα, το  αναφαίρετο τελικά δικαίωμα του ανθρώπου να είναι ο εαυτός του.

Έλενα Χουζούρη

ΣΣ. Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στην εκδήλωση για τον Γιώργο Ιωάννου, στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Αθηνών, στις  2 Μαρτίου 2015.

========================================










=============================================

Γιώργος Ιωάννου 


Γέννηση      20 Νοεμβρίου 1927
Θεσσαλονίκη
Θάνατος      16 Φεβρουαρίου 1985
Αθήνα
Επάγγελμα/
ιδιότητες      συγγραφέας και ποιητής

Ο Γιώργος Ιωάννου (20 Νοεμβρίου 1927 – 16 Φεβρουαρίου 1985) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της μεταπολεμικής εποχής.


Η ζωή του

Ο Γιώργος Ιωάννου (ψευδώνυμο και στη συνέχεια κατοχυρωμένο νομικά ονοματεπώνυμο του Γεωργίου Σορολόπη) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβριο του 1927. Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας. Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Πέθανε στα 57 του χρόνια, από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη.

Το έργο του

Το 1954 εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή Ηλιοτρόπια και εννιά χρόνια αργότερα ακολούθησε η συλλογή Τα χίλια δέντρα. Κύρια λογοτεχνική ενασχόληση όμως του Ιωάννου υπήρξε η πεζογραφία, προς την οποία στράφηκε οριστικά από το 1964 με την έκδοση μιας συλλογής 22 πεζογραφημάτων με τίτλο Για ένα φιλότιμο και όπου καθιέρωσε ένα εντελώς προσωπικό ύφος και τρόπο γραφής, από το οποίο επηρεάστηκαν αρκετοί μεταγενέστεροι συγγραφείς. Τα κυριότερα πεζά του είναι:

Για ένα φιλότιμο (1964)
Η Σαρκοφάφος (1971)
Η μόνη κληρονομιά (1974)
Το δικό μας αίμα (1978) [Πρώτο Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1979]
Επιτάφιος θρήνος (1980)
Ομόνοια (1980)
Κοιτάσματα (1981)
Πολλαπλά κατάγματα (1981)
Εφήβων και μη (1982)
Εύφλεκτη χώρα (1982)
Καταπακτή (1982)
Η πρωτεύουσα των προσφύγων (1984)
Ο της φύσεως έρως. Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης [Δοκίμια] (1986)

Το 1981 εξέδωσε ένα θεατρικό έργο για παιδιά με τίτλο Το αυγό της κότας. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το παιδικό ανάγνωσμά του Ο Πίκος και η Πίκα (1986).

Επιπλέον, ο Ιωάννου ασχολήθηκε πολυσχιδώς με την νεοελληνική παράδοση, καταγράφοντας και εκδίδοντας δημοτικά τραγούδια, παραμύθια και έργα του θεάτρου σκιών. Σχετικά εργασίες που εξέδωσε είναι:

Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας (1965)
Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού (1966)
Το δημοτικό τραγούδι. Παραλογές (1970)
Καραγκιόζης (1971–1972, Τόμοι 3)
Παραμύθια του λαού μας (1973)

Εξέδωσε το προσωπικό περιοδικό Φυλλάδιο από το 1978 έως το 1985 (συνολικά 8 τεύχη εκ των οποίων τα δύο τελευταία κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του).

Ακόμη επιμελήθηκε την έκδοση του Ημερολογίου του Φ.Σ. Δραγούμη (1984) με εισαγωγή, επιμέλεια και σχόλια δικά του.

Μελοποιημένοι στίχοι του κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τίτλο Κέντρο διερχομένων σε μουσική και ενορχήστρωση Νίκου Μαμαγκάκη. Τραγουδούν: Δημήτρης Ψαριανός, Δημήτρης Κοντογιάννης και Ελευθερία Αρβανιτάκη, LYRA 1982

Γνωρίσματα της γραφής του Ιωάννου

Η λογοτεχνική παραγωγή του Γιώργου Ιωάννου μπορεί σχηματικά να διαιρεθεί σε δύο περιόδους: στις συλλογές του μέχρι Το δικό μας αίμα ο Ιωάννου γράφει ρεαλιστικότερα και με τρόπο εντονότερα συσπειρωμένο γύρω από τις ιστορικές εμπειρίες του νεότερου ελληνισμού (από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι τα μετεμφυλιακά χρόνια), ενώ στις κατοπινότερες το ύφος γίνεται στοχαστικότερο και υποβλητικότερο, εμφανώς πιο τολμηρό και τείνει συχνά προς την ονειροπόληση.

Βασική παράμετρος της λογοτεχνίας του Ιωάννου είναι το βιωματικό φορτίο της, ο τρόπος με τον οποίο μεταστοιχειώνονται λογοτεχνικά οι εμπειρίες του από τα μέρη όπου έζησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και το κοινωνικό και ιστορικό του περιβάλλον (η οικογένεια, οι φτωχογειτονιές, ο κόσμος των εργατών και οι έρωτές τους κ.ά.). Ιδιαίτερο ρόλο, εξάλλου, παίζει η γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, η οποία δίνεται όχι μόνο ως ένας συγκεκριμένος χώρος με τα μνημεία, τις γειτονιές, τους δρόμους, τους πρόσφυγες και την πολυπολιτισμικότητά της, αλλά και ως χώρος στον οποίο έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια.

Για τη βιωματικότητα στο έργο του, ο Ιωάννου είπε:

«Λέγοντας λοιπόν βιωματική, εννοώ τη λογοτεχνία εκείνη που αντλείται από προσωπικά βιώματα του συγγραφέα [...]. Τα βιώματα πάλι δεν είναι μονάχα εκείνα που προέρχονται από την εμπειρία, αλλά και οι φαντασιώσεις και οι ισχυρές πνευματικές καταστάσεις που έχει ζήσει ο άνθρωπος [...]. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω δεν είναι βιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Άλλωστε, στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι.»
Στοιχεία τεχνικής που χαρακτηρίζουν το έργο του Ιωάννου είναι η μονοεστιακότητα στην αφήγηση, ο κατακερματισμός του θέματος και η ιδιαίτερη μεταχείριση του αφηγηματικού χρόνου. Η μονοεστιακή αφήγηση δημιουργεί έναν πεζογραφικό λόγο στον οποίο τα πάντα μας δίνονται από την οπτική γωνία ενός μόνο προσώπου, το οποίο άλλοτε μετέχει σε αυτά που εξιστορούνται και άλλοτε μένει θεατής και τα αφηγείται (η αφήγηση αυτή δεν γίνεται απαραίτητα σε πρώτο πρόσωπο, αν και είναι το συνηθέστερο). Ως προς το χειρισμό της πλοκής, η κλασική μορφή διηγήματος με αρχή, μέση και τέλος απουσιάζει σχεδόν πλήρως, ενώ τα γεγονότα αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν το αφήγημα, διανθισμένες από σκέψεις και συναισθήματα του συγγραφέα. Τέλος, ως προς την παράμετρο του αφηγηματικού χρόνου, η αφήγηση με παρόμοια λογική εγκαταλείπει τη γραμμική προώθηση, μπορεί δηλαδή να ξεκινά αδιαφόρετα από το παρόν ή το παρελθόν και δεν προχωρεί γραμμικά προς μεταγενέστερες στιγμές, αφού η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα είναι συνεχής. Τα γνωρίσματα αυτά της γραφής του Ιωάννου συνοψίζονται σχηματικά στην ιδέα του πεζογράφηματος, του ιδιαίτερου δηλαδή λογοτεχνικού είδους που ο ίδιος ευαγγελιζόταν πως εισηγήθηκε και καλλιέργησε συνδυάζοντας στοιχεία παραδοσιακών ειδών πεζογραφίας μικρής φόρμας, όπως το διήγημα και το δοκίμιο.

================================

ΠΗΓΕΣ






 Γιώργος Ιωάννου (λογοτέχνης) - Βικιπαίδεια


                                Γιώργος Ιωάννου - Περισκόπιο (ΕΡΤ 1986)


Η εκπομπή «ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ» είναι αφιερωμένη στον ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς. Ο δημοσιογράφος-κριτικός βιβλίου ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΟΥΣΗΣ παρουσιάζει τα στοιχεία της τεχνικής που χαρακτηρίζουν το έργο του συγγραφέα, εστιάζοντας στη μορφή της αφήγησης και στον τρόπο που χειρίζεται τον χρόνο, ενώ διαβάζει απόσπασμα από το έργο «Η μόνη κληρονομιά». Στη συνέχεια, η δημοσιογράφος ΑΝΝΑ ΔΟΝΤΑ μας ξεναγεί στον χώρο του σπιτιού του ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ και παραθέτει βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη λογοτεχνική του πορεία. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής διαβάζονται αποσπάσματα από πεζογραφήματα του συγγραφέα, καθώς και το ποίημα «Το όνειρο που θα ’ρθει» από τη συλλογή «Τα χίλια δέντρα» (1963).

Δημοσίευση σχολίου