Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Λέων Ναρ



Από την εισαγωγή του βιβλίου: Το παιχνίδι της εξέδρας, σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα

Δεν είναι λίγες οι φορές που με ρωτούν γιατί επιδιώκω να κάθομαι πάντα στην κερκίδα όπου ενδημούν οι επίδοξοι «προπονηταράδες» οι οποίοι καταθέτουν κάθε Κυριακή όλη την ποδοσφαιρική τους τεχνογνωσία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αναρωτιούνται πώς τη βρίσκω με τους καβγάδες που ξεσπούν στην κερκίδα τη στιγμή που αναζητούνται τρόποι διάσπασης της αντίπαλης άμυνας ή αξιολογούνται σέντρες αμφίβολης ποιότητας.

Πείτε μου, αλήθεια, μόνο εγώ φτιάχνομαι με όλη αυτή την ατμόσφαιρα: με την κοσμοσυρροή έξω από το γήπεδο και με την εικόνα των φελιζολένιων μαξιλαριών στο τέλος κάθε αγώνα να πετούν στον ουρανό, φαινόμενο που πλέον παρήλθε, ωστόσο με έχει οριστικά σημαδέψει; Μόνο εγώ απορώ με τη μοναδική ευκολία με την οποία οι ανώνυμοι φίλαθλοι επινοούν τα κατάλληλα κάθε φορά συνθήματα; Είμαι σίγουρος πως δεν είμαι ο μόνος, γιατί για όλους εμάς τους εραστές της κυριακάτικης ποδοσφαιρικής μαγείας η μπάλα εξακολουθεί να κάνει γκελ στην ψυχή μας, είναι πάθος δυνατότερο από όλα τα άλλα, «είναι αλκολίκι», όπως είχε δηλώσει κάποτε ο μέγιστος Γιώργος Κούδας.

Είναι να απορεί κανείς με την ευρηματικότητα όλων αυτών των σπουδαίων στιχοπλόκων που εμπνέονται από όσα βλέπουν, και προσαρμόζουν τις μελωδίες γνωστών τραγουδιών ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής. Η μπάλα, άλλωστε, σίγουρα δεν παίζεται μόνο μέσα στο γήπεδο, παίζεται και στις κερκίδες από χιλιάδες κατά φαντασίωση γκολτζήδες με τέτοιο πάθος, που συχνά δεν το έχουν ούτε και οι ίδιοι οι αθλητές.

Τώρα, πώς προκύπτουν όλα αυτά τα συνθήματα, μη με ρωτάτε να σας πω… Αναρωτιέμαι και εγώ ποιοι τα εμπνέονται, δεν έχω καταλήξει αν αποτελούν μια σύγχρονη εκδοχή «δημοτικών τραγουδιών». Δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να υπάρχουν ηθικοί περιορισμοί στη χρήση τους ούτε και για τα σχετικά με τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Άλλωστε, μη νομίζετε ότι αυτά συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα, και στο εξωτερικό τα ίδια πάνω κάτω συναντά κανείς. Για ένα πράγμα όμως είμαι απόλυτα σίγουρος: η κουλτούρα των γηπέδων είναι ιδιότυπη, ή τη γουστάρεις ή δεν μπορείς να την ανεχτείς. Ενδιάμεσες καταστάσεις δεν υπάρχουν.

Η συγκέντρωση και ο σύντομος σχολιασμός μερικών, ενδεικτικών από κάθε άποψη, συνθημάτων ελπίζω ότι επιβεβαιώνει την άποψη πως η «κερκίδα» είναι από τους τελευταίους ζωντανούς χώρους δράσης του λαϊκού πολιτισμού. Συνθήματα, που διακρίνονται άλλα για τη ευρηματικότητα των επινοητών τους και άλλα για την ιδιότυπη αθυροστομία τους. Συνθήματα έμμετρα, με πολλές παραλλαγές, με ομοιοκαταληξία, μερικά από τα οποία αναφέρονται άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά είτε σε φυσικά πρόσωπα και αφηρημένες οντότητες είτε σε συλλόγους, σε παίκτες, προπονητές, διοικήσεις, αλλά και σε ολόκληρες πόλεις. Συνθήματα που αναδεικνύουν τον εύστοχο και, πάνω απ’ όλα, ευθύ τρόπο έκφρασης, το ποιητικό, πολλές φορές, περιεχόμενό τους, το απόσταγμα κοινωνικής εμπειρίας που συγκροτούν, καθώς και τη συναισθηματική τους λειτουργικότητα, που τα κάνουν να έχουν μια αναμφισβήτητη λαογραφική αξία. Η ανθολόγηση, σε αρκετά εκτεταμένο γεωγραφικό και θεματολογικό φάσμα των συνθημάτων, μας δίνει μια ευκαιρία να ανασύρουμε στιγμές και εικόνες από τον θησαυρό των προσωπικών μας βιωμάτων, προσφέρουν ένα συναρπαστικό ταξίδι στους τόπους της συλλογικής περιπέτειας.




===================================================

leonar29.jpg


 Λέων Ναρ: "Με ενοχλεί πολύ ο παραγοντισμός, ο οπαδισμός και το νταϊλίκι"



Συνέντευξη
στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Προσηνής. Ακριβολόγος και κυρίως ουσιαστικός, ο ακαδημαϊκός κύριος Λέων Ναρ, με αφορμή την έκδοση του καινούριου του βιβλίου Το παιχνίδι της εξέδρας (εκδόσεις Μεταίχμιο 2015), μας μιλά για το αγαπημένο του άθλημα. Μοιράζεται μαζί μας όμορφες στιγμές από την εξέδρα και προβληματισμούς του για την σημερινή κατάσταση στα γήπεδα.
Απομακρυσμένος από την δήθεν διαχωρισμένη θέση του διανοούμενου από τον κοινωνικό ιστό ο συγγραφέας, με καθαρό και άμεσο τρόπο, εκφράζει όσα όλοι λίγο πολλοί ζούμε και παρακολουθούμε. Δια στόματος του ιδίου: Με στεναχωρεί πολύ η βία, τα επεισόδια, δεν πηγαίνω πια στο γήπεδο με το ίδιο κέφι. Με ενοχλεί πολύ ο παραγοντισμός, ο οπαδισμός και το νταϊλίκι. [...] Μην τρελαινόμαστε παιδιά, παιχνίδι είναι, να περνάμε καλά πάνω απ’ όλα, να πειράζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά μέχρι εκεί...

Αποτέλεσμα εικόνας για λεων ναρ εικονες

                                               =======================

Ποιοι εμπνέονται τα συνθήματα που ακούγονται στα γήπεδα; Αποτελούν, άραγε, μια σύγχρονη εκδοχή «δημοτικών τραγουδιών»; Το ποιητικό, πολλές φορές, περιεχόμενο των συνθημάτων, το απόσταγμα κοινωνικής εμπειρίας, καθώς και η συναισθηματική τους λειτουργικότητα τα κάνουν να έχουν μια αναμφισβήτητη λαογραφική αξία. Η ανθολόγηση, σε αρκετά εκτεταμένο γεωγραφικό και θεματολογικό φάσμα των οπαδικών συνθημάτων, δίνει την ευκαιρία να ανασύρουμε στιγμές και εικόνες από τον θησαυρό των προσωπικών μας βιωμάτων και να προσφέρουν ένα συναρπαστικό ταξίδι στους τόπους της συλλογικής περιπέτειας.

Το βιβλίο το έγραψα για να ξανανιώσουμε πάλι, μαζί, κάτι από αυτή τη μαγεία που, σε μεγάλο βαθμό, έχει χαθεί. Να πάμε στο γήπεδο παρέα, παρόλο που εμένα πάντα μου άρεζε να περπατώ προς το γήπεδο μόνος. Να δούμε το όποιο ματς συντροφιά με τις σκέψεις μας, με την ανυπομονησία μας να συναντήσουμε και τους υπόλοιπους της παρέας έξω από τη θύρα που κάθε φορά ανταμώνουμε. Να νιώσουμε μαζί την ατμόσφαιρα του γηπέδου, εκεί που όλοι έχουμε φάει τόνους από σουβλάκια αμφίβολης προέλευσης, γιατί, ως γνωστόν, κανείς δεν έπαθε ποτέ τίποτα από τα «βρόμικα» των γηπέδων. Εκεί που όλοι έχουμε φύγει, σε κάποιον έστω αγώνα, πέντε λεπτά πριν να τελειώσει, για να μην μπλέξουμε σε κίνηση, εκεί που όλοι, κάποια φορά, έχουμε κάνει μανούρα, επειδή κάποιος άλλος κάθισε στο δικό μας καρεκλάκι. Εκεί, στο γήπεδο με το τρανζιστοράκι, παλιότερα, στο αυτί, τώρα με το smartphone στο χέρι, στο γήπεδο που ποτέ δεν ξέρεις ποιον μπορείς να συναντήσεις, στο γήπεδο παρέα με τους προπονηταράδες της εξέδρας. (…) (Από τον πρόλογο του βιβλίου)

                       =========================

Ποια η σχέση σας με το ποδόσφαιρο ;

Η σχέση, πρώτα απ’ όλα, είναι βιωματική, είμαι από μωρό στα γήπεδα, πολλά χρόνια ως αθλητής και περισσότερα ως φίλαθλος. Έχω παρακολουθήσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα ματς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το σύνθημα των οπαδών ήταν κάτι που με κέντριζε πάντοτε.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες στιγμές στην εξέδρα που θα σας μείνουν αξέχαστες ;

Δεν μπορώ να περιοριστώ σε συγκεκριμένες στιγμές… Γενικά είναι η επιστροφή στα παιδικά χρόνια, στην περίοδο που όλοι ονειρευόμαστε ότι μόνο εμείς μπορούμε να σώσουμε την ομάδα μας, πετυχαίνοντας το νικητήριο γκολ στο τελευταίο λεπτό. Είναι, πάντως, βαθιά χαραγμένες μέσα μου κάποιες εικόνες από το γήπεδο, για παράδειγμα η εικόνα των φελιζολένιων μαξιλαριών που πετούσαν ψηλά στον ουρανό στο τέλος των αγώνων, φαινόμενο που πλέον παρήλθε, ωστόσο με έχει οριστικά σημαδέψει. Τώρα βέβαια, που υπάρχουν τα καρεκλάκια, άρα τα μαξιλαράκια είναι περιττά, βλέπουμε συχνά να «πετάνε» καρεκλάκια.

Θεσσαλονικιός και βαμμένος Ολυμπιακός - πώς συνυπάρχουν αυτά τα δύο ;

Ολυμπιακός ναι, βαμμένος όχι. Πηγαίνω εδώ και είκοσι πέντε και πλέον χρόνια σε όλα τα γήπεδα της Θεσσαλονίκης, παρέα με Παοκτσήδες, Αρειανούς, Ηρακλειδείς φίλους μου. Κατεβαίνω συχνά και στην Αθήνα, για να παρακολουθήσω αγώνες του Ολυμπιακού. Μην τρελαινόμαστε παιδιά, παιχνίδι είναι, να περνάμε καλά πάνω απ’ όλα, να πειράζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά μέχρι εκεί…

Ποια η αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού ;

Το σύνθημα των οπαδών ήταν κάτι που με κέντριζε πάντοτε. Ξεκίνησα, λοιπόν, να καταγράφω και να επιλέγω, από το σύνολο των συνθημάτων που συγκέντρωνα, ο χρόνος ωρίμασε και έτσι προέκυψε και το βιβλίο. Σε όλα αυτά κάπου ανακατεύεται και η φιλολογική διαστροφή, το παιχνίδι δηλαδή με τις λέξεις που για μένα είναι εξίσου σημαντικό με το περιεχόμενο των συνθημάτων.

Κατά τη συγγραφή του βιβλίου υπήρξε σύγκρουση μεταξύ του επιστήμονα και του οπαδού ;

Κοιτάξτε, κάποιοι θα σπεύσουν να μου κολλήσουν τη ρετσινιά πως ένα τέτοιο βιβλίο δεν αρμόζει σε έναν διδάκτορα και τα λοιπά. Εύκολα μπορούν να θεωρήσουν πως το θέμα είναι ολίγον χυδαίο, ακόμα κι αν οι περισσότεροι από αυτούς, μόλις πιάνουν εφημερίδα στα χέρια τους, την ανοίγουν πρώτα στις αθλητικές σελίδες. Στο βιβλίο, πάντως, υπάρχει και ένα κεφάλαιο με τίτλο «Μπάλα και λογοτεχνία», όπου αναφέρομαι στη σχέση του ποδοσφαίρου με επώνυμους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, Ελλήνων και ξένων, όπως την εκδήλωσαν με τα έργα τους ή με την προσωπική δημόσια στάση τους απέναντί του. Εγώ απλά «γουστάρω» την κουλτούρα των γηπέδων και αποδίδω στα συνθήματα που αποθησαυρίζω μια αναμφισβήτητη λαογραφική αξία, η οποία, θεωρώ ότι πρέπει να αναδειχθεί και να διασωθεί, ως στοιχείο του λαϊκού μας πολιτισμού.

Ποια η διαφορά του γηπέδου σήμερα απ’ αυτή των προηγούμενων δεκαετιών; 

Σίγουρα έχει αλλοιωθεί το όλο πράγμα από τη στιγμή που στην ιστορία έχει μπει το μάρκετινγκ και ο διαχωρισμός της κερκίδας σε «οικονομικές ζώνες»: Οι σουίτες, οι θέσεις γκολντ, οι γκολντ πλας, ή δεν ξέρω ποια άλλη, τα απλά διαρκείας, τα άλλα που περιλαμβάνουν και τα ευρωπαϊκά παιχνίδια, τα απλά καρεκλάκια, τα δερμάτινα καρεκλάκια… Ωστόσο, παραμένει το «βρόμικο» πριν και μετά το ματς, η ανταλλαγή απόψεων για τα πάντα με τον διπλανό σου τον οποίο συνήθως δεν ξέρεις, το αγκάλιασμα με τον παραδιπλανό άσχετο, όταν η ομάδα βάλει γκολ κι άλλα τέτοια παράξενα.

Ποια η σχέση του υβριστικού περιεχομένου πολλών συνθημάτων με τα βίαια γεγονότα στα γήπεδα ;

Τα παλιότερα συνθήματα ήταν πιο «αθώα», το μπινελίκι το συναντούσες σπάνια. Οι χαρακτηρισμοί που αντάλλασσαν οι οπαδοί, ήταν ήπιοι, «μαουνιέρηδες», «βαζέλες», «χανούμια» και για τους καθ’ ημάς «Τούρκοι», «σκουλήκια», «γριές», το «κουρέλες» ήταν «πολύ βαρύ». Ο μετασχηματισμός ήταν σταδιακός, τώρα ακούμε κυρίως συνθήματα που η ρίμα τους κυνηγά μόνο τη βωμολοχία. Οι γυναίκες, και κυρίως οι «άμοιρες οι μανούλες», σίγουρα δεν θα νιώθουν και πολύ βολικά στο γήπεδο. Το όλο πράγμα είναι λοιπόν αρκετά «φορτωμένο» και συσχετίζεται σίγουρα με τη βία στα γήπεδα.

Το γήπεδο αποτελεί -τελικά- μικρογραφία της κοινωνίας ;

Η «κερκίδα» είναι σίγουρα από τους τελευταίους ζωντανούς χώρους δράσης του λαϊκού πολιτισμού. Όλα αυτά τα συναισθήματα της ιδιότυπης «πολιτισμικής φυλής» των οπαδών, κατά την ιεροτελεστία του Κυριακοδεύτερου, διεισδύουν στα σώψυχα της οπαδικής κοινωνίας. Σ’ αυτήν την ιδιότυπη - δημόσια συνάθροιση του γηπέδου αναιρείται οποιαδήποτε αναστολή και επιτρέπονται ακίνδυνα παρεκκλίσεις από τη συνήθη συμπεριφορά του καθενός, όπως γίνεται πολύ συχνά και σε άλλες κοινωνικές εκφάνσεις. Τα συνθήματα, το μπινελίκι κυρίως, εκφράζουν την ασφάλεια που προσφέρει η ανέλεγκτη μάζα, εξωτερικεύουν συναισθήματα. Ο φίλαθλος αντιδρά ελεύθερα σε ερεθίσματα, αποδεσμεύεται από «κλισέ» ιδεοληψίες…

Για ποιο λόγο πιστεύετε πως το ποδόσφαιρο έχει τόσο μεγάλη απήχηση;

Είναι γιατί ο όχλος μπορεί να σε παρασύρει, ξεχνάς ποιος είσαι, τι δουλειά κάνεις, καταργείς τύπους και ηθικές αναστολές. Τώρα με το βιβλίο με έχουν πλησιάσει διάφοροι, κατά τα άλλα ευυπόληπτοι κύριοι, και μου εκμυστηρεύονται «καφρίλες» των νεανικών τους χρόνων, μου μιλούν για συνθήματα στα οποία είχαν «βάλει κι αυτοί το χεράκι τους». Έτσι, λοιπόν, συνειδητοποίησα για μία ακόμη φορά την καταλυτική επιρροή του ποδοσφαίρου στη ζωή μας.

Θα θέλατε να στείλετε ένα μήνυμα στους νεότερους οπαδούς ;

Με στενοχωρεί πολύ η βία, τα επεισόδια, δεν πηγαίνω πια στο γήπεδο με το ίδιο κέφι. Με ενοχλεί πολύ ο παραγοντισμός, ο οπαδισμός και το νταϊλίκι. Είδαμε και ακούσαμε τι έγινε πρόσφατα… Προτιμώ την καζούρα που υπάρχει μεν αλλά είναι περιορισμένη, το να πηγαίνω στη δουλειά μου και να με πικάρουν έπειτα από ήττα της ομάδας μου και εγώ να ανταποδίδω το πείραγμα. Μέχρις εκεί όμως, το πράγμα έχει ξεφύγει, δεν πάει άλλο.

=========================================

Αποτέλεσμα εικόνας για λεων ναρ εικονες

«Δε σε ξέχασα ποτέ» του Λέοντα Α. Ναρ, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

 «Δε σε ξέχασα ποτέ» του Λέοντα Α. Ναρ στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το έργο του Λέοντα Α. Ναρ «Δε σε ξέχασα ποτέ», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα. Μια μουσικοθεατρική παράσταση για έναν έρωτα που, μετά από πολλές περιπέτειες, αν και ανεκπλήρωτος, αναζητά δικαίωση. Μια παραγωγή του ΚΘΒΕ που θα παρουσιαστεί,  σε συνεργασία με τον ΟΜΜΘ, για 3 παραστάσεις (από τις 31 Μαρτίου έως τις 2 Απριλίου 2017) στην αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης, Κτίριο Μ2, του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας «Πόλεμος, Μετανάστευση, Προσφυγιά».


Στη συνέχεια, το «Δε σε ξέχασα ποτέ» σχεδιάζεται να παρουσιαστεί σε επιλεγμένους χώρους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Μια παράσταση για τη ζωή μιας διάσημης τραγουδίστριας που τραγουδάει επί σκηνής 10 σεφαραδίτικα  και ρεμπέτικα τραγούδια, μερικά από τα οποία γνωρίζουμε, κυρίως, από την ελληνική εκδοχή τους («Μικρός αρραβωνιάστηκα», «Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει», «Μισιρλού» κά.). Ένα έργο, που θυμίζοντας πως οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν κάποτε μετανάστες, τιμάει την ιστορία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και υπενθυμίζει πως στην πόλη αυτή κάποτε ζούσαν αδερφωμένοι Ορθόδοξοι, Εβραίοι και Οθωμανοί.

Σημείωμα  Συγγραφέα

Η Ζάνα, ο Γκάμπι, ο Ιντό, η Γράσια, αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του έργου (γιατί για μένα όλοι οι αφηγητές της ιστορίας πρωταγωνιστούν) επαναφέρουν την ιστορική μνήμη ενός κόσμου που εξοντώθηκε βίαια και λησμονήθηκε άδικα. Θέτουν διάφορα ζητήματα: Την αδιαφορία που επέδειξαν πολλοί συμπολίτες για την τύχη των γειτόνων τους, αλλά και την έμπρακτη στήριξη που επέδειξαν άλλοι την ίδια χρονική στιγμή. Τον έρωτα,  τον έρωτα που υπάρχει, είναι κυρίαρχος, ακόμη και σε συνθήκες υπέρτατης εξαθλίωσης, την ώρα που οι περισσότεροι διαρκώς καταδιώκονται, τη στιγμή που σχεδόν όλοι μάχονται, όταν η πλειονότητα εξοντώνεται, αλλά κυρίως όταν η μειονότητα επιβιώνει. Τη μετανάστευση, εξακολουθητική συνθήκη ζωής για τον εβραϊκό, αλλά και για πολλούς άλλους λαούς που δοκιμάζονται.  

Όλα αυτά συνθέτουν και τη δική μου κληρονομιά. Με τα σεφαραδίτικα, που άκουγα να μιλούν στο σπίτι παππούδες, γιαγιάδες και γονείς. Με το παράπονο, βέβαια, γιατί η δική μου γενιά καταλαβαίνει πλέον λίγες μονάχα ισπανοεβραϊκές λέξεις. Με την ανησυχία της συναισθηματικής αποστασιοποίησης που ίσως στιγματίσει τις επόμενες γενιές. Αλλά και με την υπέρτατη ανάγκη διαχείρισης της μνήμης των πολλών «απόντων». Και, κυρίως, με την άνιση συχνά μάχη απέναντι σε όσους αμφισβητούν τα αναμφισβήτητα.

Η φίλη Αθηνά Βοσινάκη ήταν εκείνη που πρώτη με παρακίνησε να γράψω το έργο και την ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Είπα, λοιπόν, να το δοκιμάσω: να συνδυάσω τις εικόνες, οι οποίες αφηγούνται από μόνες τους ξεχωριστά την ιστορία, τους ήχους, που αποτυπώνουν ποικίλες όψεις τους σεφαραδίτικου πολιτισμού, αλλά και την πρόζα, στην οποία «βουτώ» για πρώτη φορά.

Οφείλω θερμές ευχαριστίες στο ΚΘΒΕ για τη μέγιστη τιμή που μου επιφύλαξε, στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης για τη διαρκή ενθάρρυνση και στην οικογένειά μου που με στηρίζει εξακολουθητικά.

Λέων Α. Ναρ

Σημείωμα  Σκηνοθέτη

 Ο εγγονός. Η γιαγιά. Και οι δύο. Ανακαλούν εικόνες και εμπειρίες.
Ο ένας για να ορίσει ίσως τη σχέση του σεφαραδίτικου πολιτισμού με την ενεστώσα ζωή του, η άλλη γιατί από μικρή πάντα τραγουδούσε, πάντα αφηγούνταν.
Μια ιστορία όπου το παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν∙ ένα ταξίδι με όχημα την –όχι και τόσο πρόθυμη πολλές φορές– μνήμη. Στην περίπτωση της Ζάνα, μέσα από αναμνήσεις, στην περίπτωση του Ιντό, μέσα από λέξεις και εικόνες. Ούτως ή άλλως, ό,τι κάνουμε και λέμε στο παρόν, εξαρτάται από το πώς έχουμε αντιληφθεί το παρελθόν.

Μιχάλης Σιώνας

 =============================================



Με την πένα του συγγραφέα-φιλόλογου Λέοντα Ναρ και το φακό του αρχιτέκτονα και φωτογράφου Γιώργη Γερόλυμπου, το λεύκωμα "Θεσσαλονίκη 1912-2012, το μέλλον του παρελθόντος", αναδεικνύει τις βυζαντινές αποχρώσεις της Θεσσαλονίκης, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις όψεις μιας σύγχρονης δυτικής μεγαλούπολης. Το βιβλίο, μέσα από πλούσιο υλικό κειμένων και 150 εικόνων που το "ντύνουν", δίνει μια φρέσκια οπτική για το σύμπαν της πόλης και επικαιροποιεί τη μνήμη και καταδεικνύει τις σπουδαίες μεταβολές που έχει υποστεί η Θεσσαλονίκη τον τελευταίο αιώνα

======================================


Στο βιβλίο αυτό επιχειρείται μια καταγραφή των εκλογικών προτιμήσεων της ισραηλιτικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης από το 1915 έως το 1936, σε άμεσο συσχετισμό με τα ενδοκοινοτικά ιδεολογικά ρεύματα (σιωνιστικό, σοσιαλιστικό και αφομοιωτικό). Η γενικότερη πολιτική δραστηριοποίηση των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης, η αντιμετώπιση του εβραϊκού στοιχείου από τον Τύπο της εποχής, οι συσχετισμοί με άλλες εκλογικές αναμετρήσεις, όπως οι δημοτικές και ενδοκοινοτικές εκλογές που διεξάγονταν παράλληλα, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο πλαίσιο της εβραϊκής κοινότητας και η εξέλιξή της από πλειοψηφούσα, πληθυσμιακά, ομάδα στη Θεσσαλονίκη σε θρησκευτική μειονότητα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, είναι μερικές μόνο από τις μεταβλητές στις οποίες βασίζεται η παρούσα μελέτη.

=======================================

«Είσαι το καμάρι της καρδιάς μου, Θεσσαλονίκη όμορφη, γλυκιά….»

του Λέοντα Ναρ

December 8, 2013

1.jpg

Μισώ, όσο δεν φαντάζεστε, τον μεσημεριανό ύπνο. Τον απεχθάνομαι πραγματικά, θεωρώ ότι χάνω πολύτιμο χρόνο απ’ τη ζωή μου. Και ας λένε οι ειδικοί για τις ευεργετικές συνέπειές του, ότι τάχα εξασφαλίζει μακροζωία και άλλα τέτοια. Εγώ επιμένω το μεσημέρι, ιδιαίτερα από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο, να μην κλείνω μάτι. Το καλοκαιράκι, με δεδομένη την ετήσια επαγγελματική ανάσα, είμαι πιο χαλαρός και καμιά φορά, κυρίως τις πιο ζεστές μέρες, υποκύπτω. Βέβαια για να με πάρει ο ύπνος μεσημεριάτικα, έτσι απροπόνητος που είμαι, δεινοπαθώ και επιστρατεύω κάθε μέσο για να το πετύχω: άλλοτε πλακώνω τα τσίπουρα με την υπόλοιπη παρέα, άλλες φορές χαζεύω βλακείες στην τηλεόραση, άλλοτε πάλι το ρίχνω στο διάβασμα. Τις προάλλες, προκειμένου πάντα να με πάρει ο ύπνος, κατέβασα από το ράφι σκονισμένα άλμπουμ φωτογραφιών, άραξα μπρούμυτα, με το κεφάλι στην άκρη του κρεβατιού, και ξεκίνησα τις νοερές περιηγήσεις, ακούγοντας Τσιτσάνη: «Είσαι το καμάρι της καρδιάς μου, Θεσσαλονίκη όμορφη, γλυκιά…»

Κοιτάζω φωτογραφίες από το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Ρώμη, την Πράγα, τη Νέα Υόρκη και από πολλές άλλες πόλεις. Ο ύπνος με παίρνει πιο εύκολα από ποτέ, οι πενιές του Τσιτσάνη χαϊδεύουν τα αυτιά μου «…κι αν ζω στην ξελογιάστρα την Αθήνα, για σένα τραγουδώ κάθε βραδιά…». Βυθίζομαι σε λήθαργο, η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη: Σουλατσάρω στην Άνω Πόλη, στο Τσινάρι, στη δική μας Μονμάρτη. Έξω από το ιστορικό ουζερί μια φοιτητοπαρέα τραγουδά Μάρκο, ενώ απέναντι, πλάι στην παλιά κρήνη, επίδοξοι ζωγράφοι, πολύ πιο ταλαντούχοι από τους παριζιάνους ομότεχνούς τους, φιλοτεχνούν το ένα πορτρέτο μετά από το άλλο. «Ω, ω, ω, όμορφη Θεσσαλονίκη…» το cd εξακολουθεί να παίζει και εγώ τώρα σουλατσάρω στη δική μας Τάιμς Σκουέρ, γωνιά Παύλου Μελά και Τσιμισκή. Οι τεράστιες διαφημιστικές πινακίδες με τα φανταχτερά λαμπιόνια, που είναι φωτεινότερα από της Νέας Υόρκης, ταράζουν, προσωρινά μόνο, την ησυχία του ύπνου μου, γυρίζω πλευρά και μεταφέρομαι στη θεσσαλονικιώτικη Ράμπλα, στην οδό Ικτίνου, που μου μοιάζει πολύ πιο ζωντανή και πιο παιχνιδιάρα από αυτήν της Βαρκελώνης. Μικροπωλητές διαλαλούν την πραμάτεια τους δίπλα από τα καφέ που είναι όλα γεμάτα από τον κόσμο που κουτσομπολεύει κάθε διερχόμενο. Κατηφορίζω προς την Προξένου Κορομηλά η οποία, στα κλειστά μου μάτια, μοιάζει, σε μικρογραφία βέβαια, με τη λονδρέζικη Μποντ Στριτ. Οι σημαίες των περίφημων οίκων μόδας κυματίζουν επιδεικτικά η μία δίπλα στην άλλη και εγώ τραβώ για τη δική μας Πιάτσα Ντι Σπάνια, τύφλα νάχει η αληθινή σκέφτομαι, καθώς φτάνω στην Πλατεία Αριστοτέλους.

«Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά…» ακούω μέσα στον ύπνο μου τη δωρική φωνή της μεγάλης Σωτηρίας, και συνεχίζω, υπό τους ήχους του Τσιτσάνη πάντα, το ταξίδι μου. Περπατώ στην παλιά παραλία, σκέφτομαι πως δεν υπάρχει άλλη αντίστοιχη σε ολόκληρο τον κόσμο για να τη συγκρίνω. Ξεκουράζομαι σε ένα παγκάκι, δίπλα από το δικό μας Πύργο, που υπερτερεί κατά πολύ, από όποια σκοπιά και αν το δει κανείς, από τον Πύργο του Άιφελ. Σκέφτομαι, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο δικό μας Μπρόντγουεϊ, τη γειτονιά των μεγάλων μας θεάτρων, του «Βασιλικού» και του «Κρατικού», ότι η Θεσσαλονίκη είναι πράγματι «το καμάρι της καρδιάς μου», γιατί τα έχει όλα, μοιάζει, στα σφαλισμένα μου μάτια, με μητρόπολη του κόσμου. Σε αυτήν, λοιπόν, την πόλη μπορείς να κάνεις τα πάντα: από βόλτες στην Καμάρα, τη Ροτόντα και το υπόλοιπο Γαλεριανό συγκρότημα, φέρνοντας στο νου σου τσάρκες στην περιοχή του Κολοσσαίου της Ρώμης, μέχρι μπαρότσαρκες στη Νέα Κρήνη, το δικό μας Μπράϊτον. Γιατί δηλαδή τα Λαδάδικα δεν θυμίζουν Άμστερνταμ, γιατί μήπως δεν έχουμε και εμείς, έστω και σε μικρογραφία, τη δική μας Αγιά Σοφιά, σκέφτομαι μέσα στο λήθαργό μου.

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή», φαίνεται, πως με προσγειώνει σιγά σιγά στην θλιβερή πραγματικότητα. Στριφογυρνώ στο κρεβάτι και φέρνω μπροστά στα μάτια μου ό,τι ονειρεύτηκα: Ονειρεύτηκα μια Θεσσαλονίκη που ενσωματώνει, παρά το μικρό της μέγεθος, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλών πόλεων του κόσμου. Σκέφτομαι, καθώς συνέρχομαι σιγά σιγά από το γλυκό μεθύσι του ύπνου, ότι δεν θα δω μάλλον ποτέ, έστω και στα πιο τρελά μου όνειρα, τη Θεσσαλονίκη να αποκτά, έστω και σε σμίκρυνση, το δικό της Σέντραλ Παρκ. Περιμένω πως και πως τη στιγμή που η πόλη θα αποκτήσει στην πραγματικότητα, και όχι στα δικά μου μόνο όνειρα, αφενός ένα σύγχρονο διεθνές αεροδρόμιο και αφετέρου -καιρός είναι- ένα μετρό που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των πολιτών της. Έχω συμβιβαστεί οριστικά με την ιδέα ότι θα στερηθούμε, για πολλά χρόνια ακόμη, έναν αληθινό, και όχι κάλπικο σαν τον σημερινό, αυτοκινητόδρομο, που θα μας οδηγεί με μεγαλύτερη ασφάλεια στο πιο δημοφιλή τουριστικό προορισμό μας, τη Χαλκιδική.

Και για να πετύχει κάτι απ’ όλα αυτά η Θεσσαλονίκη πρέπει κάποια στιγμή να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι των άλλων ευρωπαϊκών πόλεων: διαθέτει αφενός δύο πανεπιστημιακά ιδρύματα που, με τη δυναμική και την παράδοση που κουβαλούν, προσδίδουν το απαραίτητο κύρος και αφετέρου την εναλλακτική ματιά που εξασφαλίζουν το καταξιωμένο Φεστιβάλ Κινηματογράφου και η ανερχόμενη Διεθνής έκθεση Βιβλίου που η Αθήνα ήδη έβαλε στο μάτι. Η Δ.Ε.Θ, η οποία συμπληρώνει φέτος 90 χρόνια ιστορίας και το λιμάνι, το μεγαλύτερο, κατά τη γνώμη μου, ατού της πόλης, αποτελούν τους σημαντικότερους φορείς ανάπτυξής της.

Το 2012 η Θεσσαλονίκη, με τη βαριά ιστορική, πολιτική, πνευματική και αθλητική κληρονομιά, γιόρτασε τα εκατό χρόνια από την απελευθέρωσή της. Φτάνει, ίσως, το απαραίτητο πλήρωμα του χρόνου για να διεκδικήσει περισσότερα, για να μην παραμείνει δέσμια των λαθών του παρελθόντος αλλά και του παρόντος, φτάνει, ίσως, το πλήρωμα του χρόνου για να γίνει αληθινά μεγάλη όχι μόνο στα όνειρα των πολιτών της, φτάνει ίσως το πλήρωμα του χρόνου για να γίνει και πάλι «το καμάρι της καρδιάς μας».

*H εφημερίδα Guardian ανακήρυξε τη Θεσσαλονίκη ως μια από τις δέκα καλύτερες πόλεις για μία ιδανική εναλλακτική απόδραση.

* Η φωτογραφία είναι του Θωμά Φώτη, Stereosis

==========================================

Λέων Ναρ


Ο Λέων Α. Ναρ (1974- ) είναι συγγραφέας, αρθρογράφος και εργάζεται ως καθηγητής ελληνικής φιλολογίας στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης.

Βιογραφία

Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000), ενώ το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τον Νοέμβριο του 2015 έγινε δεκτός ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Έργο

Βιβλία

Το 2007 εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί, (Καστανιώτης) το οποίο μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Το 2009 εκδόθηκε το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα (Γαβριηλίδης), ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός. Το 2011 κυκλοφόρησε το δίγλωσσο (σε ελληνική και αγγλική γλώσσα) βιβλίο του με τίτλο Το μέλλον του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 1912-2012 (Καπόν), (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο που επιμελήθηκε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο Το παιχνίδι της εξέδρας σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα (Μεταίχμιο). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε 8 συλλογικούς τόμους.

Εισηγήσεις/Δημοσιεύσεις/Επιμέλειες

Eχει εκφωνήσει 40 εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (συνέδρια-ημερίδες-στρογγυλά τραπέζια, με ενδεικτικούς φορείς διοργάνωσης: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Βαυαρίας,  Υπουργείο Εξωτερικών Γερμανίας, Ίδρυμα Fulbright, Α.Π.Θ., Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Έχει δημοσιεύσει 31 κείμενα σε περιοδικά (έντυπα ή ηλεκτρονικά)για θέματα φιλολογίας, ιστορίας και λογοτεχνίας, ειδικότερα για το έργο των: Γιωσέφ Ελιγιά, Γιώργου Ιωάννου, Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Λεωνίδα Ζησιάδη, Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Τόλη Καζαντζή κ.ά. Για τον Εθελοντισμό στην προπολεμική Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης, την Πολιτική και τα Ρεύματα στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης (1912- 1936), τον αθλητισμό σήμερα και στο μέλλον. Στις δημοσιεύσεις του συμπεριλαμβάνονται επίσης 30 βιβλιοκρισίες, ενώ έχει κληθεί να μιλήσει σε 61 παρουσιάσεις βιβλίων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ανάμεσα σε άλλους: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιώργος Λιόλιος, Βασίλης Βούγιας, Γιώργος.Ολ Αναστασιάδης, Δημοσθένης Δαββέτας, Έλενα Χουζούρη, Χρίστος Ζαφείρης, Θανάσης Τριαρίδης, Δημήτρης Γρηγοράκης, Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης, Ευάγγελος Μαυρουδής, Ισίδωρος Ζουργός, Βασίλης Καραγιάννης, Θωμάς Κοροβίνης, Soloup, Σωτηρία Μαραγκοζάκη, Κώστας Κουτσομύτης και Τζόναθαν Κόου, Αγκάτα Τουσίνσκα, Βικτώρια Χίσλοπ, Φίλιπ Κέρ, Σωσάννα Μπουκόφσκα. Επιμελήθηκε 6 βιβλία (ιστορικού περιεχομένου και παιδικής λογοτεχνίας) και δημοσίευσε χρονογραφήματά στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής (2006-2008).

Θέατρο

Έχει γράψει το θεατρικό έργο με τίτλο Δεν σε ξέχασα ποτέ που ανεβαίνει τον Μάρτιο του 2017 από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.

Άρθρα

Αρθρογραφεί τακτικά στο parallaximag.gr και iefimerida.gr ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευτεί και στην Μακεδονία της Κυριακής.  

Εργογραφία

Βιβλία

Γιώργος Αναστασιάδης, Λέων Α. Ναρ, Χρήστος Ράπτης, Εγώ, ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί, Καστανιώτης, Αθήνα 2007. Μεταφράστηκε και στα γαλλικά.Μoi, lepetit-Filsd’ unGrec (Kastaniotis, 2008)
Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα, (τόμος Α’ και Β’), εισαγωγή-επιμέλεια: Λέων Α. Ναρ, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2009.
Λέων Α. Ναρ, Θεσσαλονίκη 1912-2012, Το μέλλον του παρελθόντος, μια διαφορετική αφήγηση της ιστορίας, (φωτογραφίες Γιώργης Γερόλυμπος), Καπόν, Αθήνα 2011. [Δίγλωσση (σε ελληνικά και αγγλικά) έκδοση].
Λέων Α. Ναρ, Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο (1915-1936), Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2011.
Λέων Α. Ναρ, Το παιχνίδι της εξέδρας, σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα, (πρόλογος: Παύλος Τσίμας), Μεταίχμιο, Αθήνα 2014.

======================================

ΠΗΓΕΣ


Λέων Ναρ: "Με ενοχλεί πολύ ο παραγοντισμός, ο οπαδισμός και το ...







 Λέων Ναρ - Βικιπαίδεια



Δημοσίευση σχολίου