Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Ξυλούρης

                                                   
                                    
















Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές
την πρώτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
αδέρφια πήραν οι οχτροί
κι εμείς κοιτούσαμε τις κοπελιές
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
φωτιά μας ρίξαν οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε στα σκοτεινά
την τρίτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί
κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοιράσαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
κρατούσαν δίκιο οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια
σαν κάθε μέρα


Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης & Μαρία Δημητριάδη ( Ντουέτο )

                       --------------------------------------------------


"Eγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα". 

Νίκος Ξυλούρης

                -------------------------------------------------------         
                       



 


                                --------------------------------------------------------------


36 χρόνια μετά το θάνατο του, ο Νίκος Ξυλούρης είναι πάντα επίκαιρος

Λουκάς Καρνής , CNN Greece


 Ανανεώθηκε 17:03 Δευτέρα, 08 Φεβρουαρίου 2016

Λουκάς Καρνής


Σήμερα κλείνουν τριάντα έξι χρόνια απ’ τη μέρα που ο Νίκος Ξυλούρης πέρασε με τη λύρα του στη γειτονιά των αθανάτων. Ήταν μόλις 44 ετών όταν έχασε τη μάχη του με τον καρκίνο.

“Όταν γνώρισα το καλοκαίρι του 1970 το Νίκο Ξυλούρη η ζωή μου άλλαξε. Ερχόταν αρχαγγελικός, αγνός, αθώος απ' τη χώρα του Μύθου. Περνούσε μέσα από τις "σκονισμένες" ιδέες μας, μέσα στη λασπωμένη διανόηση μας και ένιωθες πως περνούσε ένα αεράκι παραδείσιο. Ο Ξυλούρης ερχόταν από τις πανηγύρεις της κρητικής παράδοσης, ως ένας άγγελος-μαντατοφόρος ενός άλλου τρόπου ζωής. Ο Ξυλούρης πριν από λυράρης, πριν από τραγουδιστής ήταν ένας αυθεντικός άνθρωπος” γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος για τον καλλιτέχνη που γεφύρωσε την ελληνική μουσική παράδοση με την ιστορική συγκυρία της εποχής που μεσουράνησε, μιας εποχής που τον ανέδειξε σε σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα μετά τη συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο σε διασκευές παραδοσιακών ριζίτικων τραγουδιών της γενέτειρας του, Κρήτης.

Αυθεντικός εκφραστής μιας πονεμένης γενιάς, ο Νίκος Ξυλούρης συνεργάστηκε με μεγάλους μουσουργούς και η συμμετοχή του στη θεατρική παράσταση Το Μεγάλο Μας Τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη πλάι στους Τζένη Καρέζη και Κώστα Καζάκοθεωρείται πολιτιστική, πολιτικοποιημένη κληρονομιά για τη μεταπολίτευση.

Ο Νίκος Ξυλούρης πάλευε. Για την αναγνώριση της παραδοσιακής μουσικής, για την ελευθερία στην ψυχή του Έλληνα, για να ανοίξει το δρόμο σε γενιές δημιουργών που γεμίζουν τα στάδια τραγουδώντας για τον άντρα που πέθανε σαν σήμερα, στις 8 Φεβρουαρίου του 1980 κληροδοτώντας μας συγκινήσεις και αλήθειες. 

79378 to megalo mas tsirko


Σαν μικρό φόρο τιμής αναδημοσιεύουμε από την εξαιρετική μουσική ιστοσελίδα Όγδοο τη συνέντευξη του στη Λιάνα Κανέλλη, για το περιοδικό Επίκαιρα, το 1976.

Ένα Λυράρης Μετράει Τ’ Άστρα

“Δεν μέτρησα τις γρατσουνιές απ’ τ’ αγκάθια στο πρόσωπο του Ξυλούρη. Το σίγουρο είναι πως δεν έχει την ανέμελη φυσιογνωμία πολλών συναδέλφων του. Πρόσωπο σκαμμένο, μάτια σκεφτικά, που δυσκολεύεται να τα γυροφέρει πίσω στην πραγματικότητα από κάποια μακρινή σκέψη.

Ό Νίκος Ξυλούρης δεν είναι αστέρας. Δεν ξέρει καν να «πλασάρεται» μπροστά στο φακό ή σ’ ένα μάτι που τον ψάχνει εξεταστικά. Μετρημένος στις κινήσεις κι απίστευτα λιγόλογος, στην αρχή νόμισα πως ήταν απλώς συγκροτημένος. Μετά από ώρες κουβέντας ήταν ο ίδιος. Άνοιξε την καρδιά του, είπε πολλά παράπονά του, κι ωστόσο έμεινε εξωτερικά ατάραχος και λίγο αμήχανος.
Συναντηθήκαμε στο στούντιο. Ηχογραφούσε ξανά ένα τραγούδι με τον Λεοντή, γιατί πίστευε πως δεν τόχε πει καλά στο δίσκο. Πίσω απ’ το χοντρό απομονωμένο τζάμι με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά έλεγε και ξανάλεγε «... του προδότη... ζητώ την τιμωρία...». Ο ηχολήπτης έκλεισε μέσα σ’ ένα μικρό σχόλιο τη μισή ζωή κι όλο το χαρακτήρα τού τραγουδιστή. «Είναι Κρητίκαρος τούτος εδώ. Δεν μπορεί να πειθαρχήσει τη φωνή του. Αλλιώς θά ’χαμε κιόλας τελειώσει!».

Ανταλλάξαμε μόνο λίγες κουβέντες σ’ ένα δυο διαλείμματα. Στεναχωριόταν πού μ’ ανάγκαζε να τον περιμένω. Και με ρώταγε συχνά...

«Θα τα πούμε όλα; Και για το ραδιόφωνο, και για την τηλεόραση; Όλα;».

Τον διαβεβαίωσα κι ησύχασε. Μάλλον ξαλάφρωσε σαν νά ’θελε να τα πει από καιρό. Κάποια στιγμή φύγαμε. Έπρεπε, κάπου να βρεθούμε και να μιλήσουμε. Και παράξενο. Καταλήξαμε σ’ ένα κοσμικό ζαχαροπλαστείο, με κοσμοπολίτικη στέρεο μουσική που έγινε τελικά και το «πλαίυ μπακ» της μαγνητοφωνημένης κουβέντας μας.

Ό Νίκος ό Ξυλούρης, έφαγε φιλέτο, ήπιε καπουτσίνο, κάπνιζε εγγλέζικα τσιγάρα κι εγώ έψαχνα σ’ όλες τούτες τις λεπτομέρειες να βρω τι δεν... κολλάει.

Σ’ αρέσει η ζωή της πρωτεύουσας Νίκο;

-Όχι, όχι καθόλου, αλλά είμαι ευχαριστημένος από άλλα πράγματα.

Επαγγελματικά;

-Ναι. Αλλά περισσότερο απ’ την αγάπη που μού ’χει ο κόσμος. Αυτό με συγκινεί πολύ. Δεν ήρθα για να κάτσω εδώ. Έτσι για να τραγουδήσω σ’ ένα μαγαζί. Και να μην ερχόμουνα εδώ το πράγμα θα γινόταν έτσι.

Τι δεν σ’ αρέσει σε τούτη την πολιτεία;

-Με πνίγει. Γενικά η πόλη με πνίγει. Στην Κρήτη ήμουνα κοντά στη φύση. Μ’ όλο που ζούσα στο Ηράκλειο ήταν εύκολο να πας στο χωριό, να καθίσεις.

Στην πορεία της κουβέντας βρήκα το κλειδί της ζωής και των αντιφάσεων τού καλλιτέχνη και του ανθρώπου που λέγεται Ξυλούρης. Η ζωή του, η διήγησή του χωρίζεται στα δυο κάθε τόσο με μια έκφραση: «Ναι, και πριν έρθω εδώ και μετά». Ορόσημο, ο ερχομός του στην Αθήνα. Κι ο ίδιος δεν θέλει να το παραδεχτεί. Όχι τόσο επαγγελματικό όσο ουσιαστικό. Προσαρμόστηκε σαν ρομπότ. Άφησε το καφενείο και τα πρόβατα του πατέρα, «τα περβολάκια, τ’ αμπελάκια» τους, έξη αδέρφια και μια μάνα που θα δουλεύει ως την τελευταία της πνοή, γιατί αλλιώς «θα σκάσει», για να γίνει λυράρης. Τραγούδησε σε όλο το νησί. Δεν τόχε όνειρο από μικρός να γίνει τραγουδιστής.

-Πρωτόπιασα λύρα στα 12 και στα 15 έκανα κιόλας διασκεδάσεις. Μετά έπεσα στο επάγγελμα. Τώρα είμαι πολύ επαγγελματίας. Μ’ αρέσει η δουλειά. Δεν ήμουνα όμως έτσι. Ήμουνα άνθρωπος όπως ερχότανε, ό,τι ερχότανε.
Και έτσι είμαστε όλοι οι Κρητικοί.

Είσαι βεντέττα;

-Όοοχι! Δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι πολύ αστείο ν' ακούς κάποιον να τον λένε βεντέττα.

Γελάει πολύ. Ένα γέλιο πηγαίο και στριμωγμένο στην αμηχανία του. Τά ’χασε με τη λέξη, σαν να μην την είχε ξανακούσει ποτέ για τον εαυτό του.

-...Ξέρεις, είμαστε τρία αδέρφια, τραγουδιστές και μουσικοί. Είμαστε πολύ αγαπημένα αδέρφια. Μερικοί δημοσιογράφοι προσπάθησαν να μας κάνουν κακό. Δεν βαριέσαι όμως, είμαστε καλή οικογένεια και αγαπιόμαστε.

Βαδίζοντας πάνω στον τρόπο που ο ίδιος βλέπει τη ζωή του, χωρισμένη στο πριν την Αθήνα και μετά, τον ρωτάω λίγο δύσπιστα.
Έχεις διατηρήσει τις φιλίες σου;

-Όλες. Άμα είναι ο φίλος καλός. Και καλός να μην είναι, τον κάνω εγώ.

Τα πιο πολλά στην καριέρα σου σε ποιόν τα οφείλεις;

-Κι ο Μαρκόπουλος κι ο Ξαρχάκος με βοήθησαν πολύ. Όμως εμένα γενικά δεν με πήρανε να με κάνουνε τραγουδιστή. Να μου δώσουνε σουξέ. Ήμουνα. Με αξιοποιήσαμε. Μου κάνανε καλό, αλλά νομίζω ότι κι εγώ έχω προσφέρει. Όλα μπορώ να τα τραγουδήσω. Στην Κρήτη, όταν χρειαζόταν στη δουλειά μου, έλεγα και ξένα ακόμα τραγούδια.

Πες μου, απ’ τη δουλειά σου κερδίζεις πολλά;

-Όχι, δεν κερδίζω. Απλώς περνάω. Γιατί όσο πιο πολλά βγάζεις τόσο πιο πολλά ξοδεύεις. Πάντως δεν λέω ότι υστερούμαι. Περνάω πάρα πολύ καλά. Μέχρι στιγμής, μπορεί να σου φανεί και παράξενο, κάνω πολλά χρόνια τον τραγουδιστή, δεν έχω κάνει τίποτα που να μπορώ να πω: Αυτό τόκαμα με τη δουλειά μου. Δεν μένει τίποτα. Δεν βγάζω τόσα. Μη νομίζεις πως μου δίνεται κι η ευκαιρία. Ας νομίζει ο κόσμος. Να σου πω ένα πράμα.

(Σε αυτή του την τελευταία φράση άκουσα και το πρώτο χαρακτηριστικό κρητικό τόνισμα της φωνής).

 Μερικοί από μας που δεν είχαμε και διαφήμιση είμαστε καταδικασμένοι. Κι από εταιρία κι απ’ το κέντρο κι απ’ το κράτος.

Μα μέσα στα εφτάχρονα της σκοτεινιάς, τραγούδησες για ξαστεριά. Πολύ κουβέντα για λευτεριά, για λεβεντιά.

-Έχεις δίκιο, μα δεν είναι μονάχα πολιτικοί οι λόγοι. Τώρα το τραγούδι είναι σε καλή κατάσταση. Καλοί συνθέτες, καλές δουλειές. Πάψανε να κάνουνε τραγουδάκια, να μπαίνουνε μέσα, σουξέ που λένε. Κι εμένα δεν μ αρέσει να κάνω ένα τραγούδι για να γίνει επιτυχία.

Προτιμάς το τραγούδι με μηνύματα;

-Αναλόγως, τα μηνύματα.

Τα τραγούδια παντιέρα, λοιπόν. Τα επαναστατικά;

-Πρώτα πρώτα αυτά που έχουνε καλό στίχο. Και τα ερωτικά τραγούδια έχουνε μηνύματα. Κι ο «Ερωτόκριτος» έχει τόσο πολλά κι είναι τραγούδι αγάπης. 'Έτσι είμαι. Μια ρίζα. Ένα τραγούδι ρίζα. Σαν την «ξαστεριά». Οπόταν κι αν το πω, το ίδιο αποτέλεσμα φέρνει.

Ο Ξυλούρης ήταν μια ρίζα, σκέφτηκα. Μια ρίζα όμως κλεισμένη σε θερμοκήπιο. Τόχει δεχτεί λιγάκι μοιρολατρικά. Σαν νάταν ένας συμβιβασμός που έγινε χωρίς πολλή σκέψη. Σαν νάταν ο μόνος που θα του επέτρεπε να ζήσει σαν τραγουδιστής. Είναι αυθόρμητος ο Ξυλούρης. Σε όλα του. Σεμνός και περήφανος. Φιλόδοξος και μοιρολάτρης. Αντιφατικός και ήπιος. Παράξενος στο βάθος.
Σου άλλαξαν τα λεφτά το χαρακτήρα;

-Τα μισώ τα χρήματα. Μα το Θεό δεν βαστώ ποτέ μου. Όχι πως θέλω να το πω, αλλά σ’ ορκίζομαι σε ό,τι ιερό έχω. Όλο τον καιρό που δουλεύω εδώ, ο κόσμος με βλέπει ό,τι ώρα θέλει. Βλέπεις, δεν τραγουδάω πουθενά για τα 30 χιλιάρικα και μετά να εξαφανίζομαι. ’Εγώ είμαι μέσα στον κόσμο. Και στο μαγαζί και στο δρόμο. Ανάγκες υπάρχουνε... Δεν μου λείπουνε τα λεφτά. Όποιος έχει ανάγκη έρχεται και με βρίσκει. Το ξέρουνε. Πάντα. Όχι τώρα. Και στην Κρήτη πού ήμουνα.

Έχεις αυτοκίνητο όμως.(Το είπα για να τον κεντρίσω, νοιώθοντας πως μου μιλούσε εμπιστευτικά κι όχι για να προβάλει τις καλοσύνες του). Κι απάντησε απλά:

-Τόχα απ’ την Κρήτη. Δεν τόκαμα εδώ. Για μένα να κάνω αυτοκίνητο εδώ, τώρα, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά το χρειαζόμουνα για να γυρίζω την Κρήτη σα λυράρης. Το μισώ τ' αυτοκίνητο. Πας δέκα βήματα με τα πόδια, βλέπεις πέντε ανθρώπους. Σου λένε: γεια σου Νίκο, τι κάνεις Νίκο. Πίνουμε κι έναν καφέ. Και είναι και υγεία. Εγώ είχα μάθει να βαδίζω.

Θα άφηνες το γιο σου να γίνει τραγουδιστής, λυράρης;

-Όχι. (Τόπε κοφτά). Έχω δει πολλά. Μεγάλη ατιμία. Για να τον κάνω τον γιο μου καλλιτέχνη είναι σα να του λέω γίνε άτιμος. Αυτό τα λέει όλα. Μεγάλη βρωμιά. Πώς να φάει ο ένας τον άλλο, να καταστρέψει. Έχεις αξία; Θα σε θάψουνε. Ανεβάζουνε όποιον θένε, κι όποιον θένε κατεβάζουνε. Και αν εσώθηκα εγώ, είναι γιατί ήταν το «Τσίρκο». Εκεί φαινόμουνα κάθε βράδυ, κι έμεινα κοντά στον κόσμο. Επέπλευσα. Είμαι πολύ πικραμένος. Και αν τα εγκαταλείψω καμιά φορά γι αυτά θά ’τανε. Αλλά λέω θα τους εξυπηρετήσω. Και δεν το κάνω. Ήμουνα μια χαρά εκεί. Τα λέω και δεν έχω κανένα να φοβηθώ. Κι αν δεν είχα την αγάπη του κόσμου θα τα παρατούσα και θά ’φευγα. Θα πήγαινα στην ησυχία μου. Σου είπα και προηγουμένως ότι δεν ήμουνα κάποιος που τον πήραν και τον έκαναν τραγουδιστή. 'Ήμουνα. Θυμάμαι...

(Τον διέκοψε η κασέτα που τελείωσε. Αλλά συνέχισε αποφασισμένος να μου πει κάτι που τον έπνιγε καιρό).

Θυμάμαι, μια φορά τραγούδαγα σ' ένα κρητικό μαγαζί κι έπαιζα λύρα. Μου στέλνανε γράμματα απ’ την Ε.Ρ.Τ. να πάω να κάνω μερικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Δεν ήθελα. Ό αδερφός μου ο Γιάννης κι ο Ζαχάρης που παίζουνε λαούτο με τουμπάρανε τελικά. Κι επήγα κι εβρήκα το Σίμο Καρρά. Αυτός ο άνθρωπος διευθύνει. Κι έχει κάμει μεγάλη ζημιά στο δημοτικό τραγούδι. Ήταν με τη γυναίκα του. Εγώ τότε είχα κάμει επιτυχίες που αγαπιότανε όχι μόνο στην Κρήτη. Είχα γυρίσει στις ρίζες. «Τί θα πεις», μου λέει. «Την Ανυφαντού», του απάντησα. «Αυτός ο δίσκος είναι να τον βάζεις για να γελάς». Εγώ έμεινα. Λέω: Λες να είναι κι έτσι; Είχα μπροστά μου έναν άνθρωπο που κρατάει τη δημοτική μουσική στα χέρια του. Να πω «Τον Αντρειωμένο μην τον κλαις». «Όχι, μου είπε. Δεν το τραγουδάς καλά». Μάζεψα τα όργανά μου κι έφυγα. Έπαθα σοκ. Κλονίστηκα. Απογοητεύτηκα. Αχ! Τα θυμάμαι, δεν τα ξεχνάω.

Είπε την τελευταία κουβέντα μ’ ένα τόνο υποσχετικό. Σκέφτηκα το στίχο «Το ρόδο κι ο όμορφος ανθός φυτρώνει μες στ' αγκάθι». Αλλά για τον φρόνιμο. Κι ο Ξυλούρης είναι. Με την πραγματική σημασία της λέξης. Πικράθηκε. Δεν παθιάστηκε. Πείνασε κάποτε. Και μικρός και μεγαλύτερος. Δεν τού ’γινε απωθημένο. Δεν συγχωράει όμως όσους κάνανε κακό στη μουσική. Όλους όσους κρατάνε τα κλειδιά στην έκφραση, και τα χρησιμοποιούνε κατά πως νομίζουνε, χωρίς να ξέρουνε.

-Ο Μαρκόπουλος με βοήθησε να βρω κουράγιο στην αρχή. Κι ο Ξαρχάκος. Το τραγούδι που ο Καρράς έβρισκε για γέλια, την «Ανυφαντού», κι οι δυο λένε πως είναι απ’ τα καλύτερα κρητικά τραγούδια. Μου δώσανε δουλειά. Αλλά δεν έχουμε υποστήριξη από το κράτος. Ευτυχώς που υπάρχουνε καλοί συνθέτες. Το βλέπεις και από την κασετοπειρατεία. Δεν κάνει τίποτα το Κράτος. Τίποτα. Και μπορεί. Αλλά αδιαφορεί. Όσο για τις εταιρίες... Τον τραγουδιστή τον έχουν για να τον εκμεταλλεύονται. Να τον ξεζουμίζουν. Μέχρι πού σκέφτομαι καμιά φορά ότι συνεργάζονται οι εταιρίες στην κασετοπειρατεία. Ότι παίρνουνε ποσοστά. Νομίζω. Υποψιάζομαι. Έτσι θα έλεγα αν με ρωτούσες.

Λέει πράγματα βαριά. Που άλλοι θα τα κρύβανε για λόγους επαγγελματικούς. Όχι μόνο δεν τον νοιάζει, αλλά μου λέει κάθε τόσο. «Να το γράψεις αυτό. Και το άλλο. Και το άλλοΝα γράψεις και για την τηλεόραση. Είναι αίσχος δηλαδή. Παίρνουνε τις εκπομπές αυτοί που παίρνανε και κατά την εφταετία. Και στο ραδιόφωνο και παντού. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Έχουμε μόνο τον Χατζιδάκι εκεί πέρα πού ’χει κάνει πολλά πράγματα και παλεύει. Στην τηλεόραση είναι πάλι εφταετία.
Τα λέει ήρεμα. Σαν σίγουρες διαπιστώσεις. Που επιτέλους μπορεί να τις πει.Μου κάνει εντύπωση πως η ομιλία του δεν θυμίζει τόσο έντονα Κρητικό όσο η νοοτροπία του. Κάπου, κάπου ο απόηχος του τσε αντί για το και.
Τι σ’ ανησυχεί, Νίκο Ξυλούρη. Το βλέπω στο βάθος των ματιών σου. Τι σε φοβίζει;

-Στην καρδιά του ανθρώπου η βρωμιά και στην καρδιά του τόπου η διχόνοια. Πρέπει όλοι εμείς να μονιάσουμε για να πάει μπροστά τούτος ο τόπος. Δεν είναι καλό κάτι; Να το σβήσουμε όλοι μαζί. Είναι; Να το σπρώξουμε όλοι μαζί. Να το υποστηρίξουμε. Εμείς αυτό είναι το πιο σπουδαίο που πρέπει να κάνουμε.

Τι σε τρομάζει;

-Η κακία. Η κακία με τρομάζει.

Θα σκότωνες ποτέ σου; Ξαφνιάστηκε. Αλλά απάντησε:

-Άμα απειλούσανε κάποιο δικό μας, ναι. Δύσκολη ερώτηση. Μόνο για άμυνα.

Τί γνώμη έχεις για τις γυναίκες; Τον μετρούσα με ξαφνικά θέματα. Δεν τον ένοιαζε όμως.

-Ό άντρας πρέπει νά ’ναι άντρας κι η γυναίκα, γυναίκα. Μερικά πράγματα δεν μπορεί να τα κάνει η γυναίκα.

Σαν τί δηλαδή;

-Εγώ μπορώ ν’ ανεβώ στον Ψηλορείτη που θέλει τέσσερις ώρες ως την κορφή στο άψε σβήσε, κι αυτή να φάει μια μέρα.

Χαμογέλασε παιδιάστικα. Μεγάλωσε με τις φροντίδες τριών αδερφάδων και μιας μάνας.

-Απ’ το πρωί ως το βράδυ με φροντίζανε. Τα στιβάκια μου, όλα. Κι εγώ φώναζα. Αλλά έτσι θέλουνε. Έχω λίγο συνηθίσει. Μπορεί η γυναίκα να γίνει και προεδρίνα. Αλλά όλα είναι εύκολα σήμερα. Κι η ζωή είναι ωραία άμα την παλέψεις. Άμα την ψάξεις, την αναζητήσεις.

Πως αισθάνεσαι σαν καλλιτέχνης μέσα στον κόσμο τον σημερινό; Σκέφτεται λίγο, κουνάει και το κεφάλι στωικά.

-Ο άνθρωπος που δημιουργεί πρέπει, να ελπίζει πως κάποτε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και ν’ αγωνιστεί γι αυτό.
Πολλοί νέοι κυκλοφορούνε με το σεξουαλικό βιβλιαράκι στην τσέπη. Οι σκηνοθέτες κάνουνε πορνό για να εντυπωσιάσουνε. Πρέπει ν’ αλλάξουν όλα τούτα και θα παλέψουμε. Πιστεύω και στο Θεό. Έτσι όπως βαδίζουμε σ’ όλο τον κόσμο για την καταστροφή, τι να πω. Αλλά είμαι αισιόδοξος.

Τα ναρκωτικά;

-Να σου πω μια ιστορία. Βιαζόμουνα να πάω στο θέατρο. Τρακάρισα μ’ έναν ηλικιωμένο με την γυναίκα και την κόρη του στ’ αμάξι. Δεν πειράζει, θα τα κανονίσουν οι ασφάλειες. Και λέει η κόρη του - για καλό βέβαια η κοπέλα: Μπαμπά, είναι ο κύριος Ξυλούρης. Κι αρχίζει αυτός. «Α! Έχεις πιει τα χασίσια σου, τα ναρκωτικά σου και πας τώρα να τραγουδήσεις. Βέβαια θα σκοτώσεις κι ανθρώπους». Εγώ πέθανα. Μα το Θεό αν μού ’παιζες δέκα μαχαιριές δεν θά ’βγαζα σταλιά αίμα. Κοίταξε, λέω, σε ποια κατηγορία μας έχουν εμάς τους καλλιτέχνες. Δεν φεύγει απ’ το μυαλό μου. Αυτό τα λέει όλα.

Κλαις συχνά;

-Ναι. Συγκινιέμαι εύκολα. Οι άντρες κλαίνε. Οι γυναίκες είναι δυνατές, σκληρές, όσο κι ευαίσθητες νά ’ναι. Κλαίω και για στενοχώρια. Κι όταν μ’ αρέσει κάτι.

Εδώ τέλειωσε η κουβέντα μου με τον Ξυλούρη. Το βράδυ αργά τον ξαναβρήκα στην «Αποσπερίδα» να τραγουδάει «Ερωτόκριτο» μαζί με την Μαρίζα. Ήταν ευτυχισμένος γιατί βρήκε μια συνεργασία χωρίς αντιζηλίες, κακίες και μικρότητες. Σ’ ένα καμαρίνι γεμάτο φίλους και φωτογραφίες των παιδιών του, του Ρίτσου, του Λεοντή, του Ξαρχάκου. Μια ατμόσφαιρα σπιτικού. Μου μίλησε για τα όνειρά του. Τα κοντινά και τα μακρινά.

-Θέλω να τραγουδήσω δικά μου τραγούδια. Κι άλλα καλά τραγούδια με γερό στίχο κι από καλούς συνθέτες. Να κάνω τον «Ρωτόκριτο» δίσκο.

Και μετά;

-Μετά να πάω στην Κρήτη. Να τακτοποιηθώ εκεί. Να στεριώσω δηλαδή όπως ήμουνα. Και ακούς εκεί; Ήρθε ένας δήμαρχος και μούπε πως προσπαθούνε στο νησί να ξεσηκώσουνε τους Κρητικούς να ζητήσουν ανεξαρτησία. Μετά από τόσους αγώνες για να ενωθούμε, με την Ελλάδα μας. Μας βάζουνε πάλι φιτιλιές. Κοντεύω να πεθάνω. Σε παρακαλώ, γράψτο κι αυτό. Πάνε να βάλουνε φωτιά στην Κρήτη όπως και στην Κύπρο...

Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα κουβεντιάσει μ’ ένα κομμάτι γης. Γης στέρεης, βραχοσύστατης. Που δεν λασπώνει εύκολα, κι έχει νερό πολύ στις πηγές της. Δεν είπε μεγάλες κουβέντες, ο Ξυλούρης. Αγωνίζεται σιωπηλά. Μόνο το τραγούδι του, κεφάτη κρητική μαντινάδα, «Ερωτόκριτος» η φωνή βγαλμένη απ’ τα σωθικά αυτού του τόπου, τραβάει τις νυστεριές του. Φρόνιμα «δεν χάνεται στα πάθη». Γιατί τα μάτια του άστραφταν και χαμογέλαγαν τραγουδώντας:

Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα σαν είν’ ο τράγος δυνατός δεν τόνε στένει η μάντρα...


                -----------------------------------------------------------------------------------






 Ήτανε μια φορά μάτια μου κι έναν καιρό
μια όμορφη κυρά αρχόντισσα να σε χαρώ

Μια μικροπαντρεμένη κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ πρωί

Ένα Σαββάτο βράδυ καλέ μια Κυριακή
τον ήλιο το φεγγάρι, καλέ, παρακαλεί

Ήλιε μου φώτισέ τον φεγγάρι μου
πάνε και μίλησέ του για χάρη μου

Γυρίζει κι αρμενίζει καλέ στα πέλαγα
τους πειρατές θερίζει καλέ και τους χαλά

Στον ήλιο στο φεγγάρι και στη βροχή
και μένανε μ' αφήνει έρμη και μοναχή

Γαλέρα ανοίχτηκε μάτια μου με το βοριά
στη μάχη ρίχτηκε μάτια μου και στον καυγά

Μέσα σ' ένα σινάφι πειρατικό
είδα φωτιά ν' ανάβει και φονικό

Στίχοι     Κώστας Φέρρης

Μουσική  Σταύρος Ξαρχάκος


                ---------------------------------------------------------------------

Η συγκινητική εξομολόγηση της αδελφής του Νίκου Ξυλούρη: "Τραγουδούσε δωρεάν και χρωστούσε το σπίτι που είχε πάρει..."

12 Ιουνίου 2013, 10:01



Η αδελφή του Νίκου Ξυλούρη, Ζουμπουλία, ανοίγει την καρδιά της και μιλάει για τον «Αρχάγγελο της Κρήτης» και όσα δεν έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα για εκείνον…

«Όταν ο Νίκος επέστρεψε από την Αμερική, πήγε ο Ξαρχάκος και τον συνάντησε. Ήταν πολύ δεμένοι και ο Σταύρος είχε στεναχωρηθεί με την αρρώστια του. Του λέει, λοιπόν, τότε: “Νίκο μη στεναχωριέσαι, θα γίνεις καλά”. Και ο αδελφός μου του απαντάει: “έβαλε ο θεός σημάδι, παλικάρι στα Σφακιά”. Τα λόγια αυτά ήταν αυθόρμητα και του βγήκαν από τη στεναχώρια που είχε με την αρρώστια του. Αμέσως ο Σταύρος Ξαρχάκος το ‘πιασε και έτσι, μετά από λίγο καιρό μπήκαν στο στούντιο και ηχογράφησαν αυτό το εκπληκτικό τραγούδι, που ήταν και από τα αγαπημένα του…»

Με αυτή τη συγκλονιστική μαρτυρία, η αδελφή του «αηδονιού» της Κρήτης, Νίκου Ξυλούρη, Ζουμπουλία, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, μιλάει αποκλειστικά στη News για τον «Αρχάγγελο της Κρήτης» που δόξασε το κρητικό τραγούδι στα πέρατα της γης.

Του Νίκου Νικόλιζα-News Σαββατοκύριακο

Στα Ανώγεια τα πάντα θυμίζουν τον Νίκο Ξυλούρη. Άλλωστε εκείνος είναι που έκανε το χωριό διάσημο και πλήθος κόσμου συρρέει στο σπίτι-μουσείο που διατηρεί η πολυαγαπημένη του αδερφή Ζουμπουλία στην κεντρική πλατεία. Δεν είναι μεγάλο. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, γεμάτο όμως με κειμήλια, φωτογραφίες και πολλές αναμνήσεις.

 «Όταν ήρθε εδώ ο πρωθυπουργός, ο Σαμαράς, μου λέει: “είναι δυνατόν σε ένα τόσο μικρό δωμάτιο να γεννήθηκε ένας τόσο μεγάλος καλλιτέχνης;” Και εγώ του απαντάω: “όπως ο Χριστός γεννήθηκε σε φάτνη, έτσι ο Νίκος γεννήθηκε σε αυτό το δωματιάκι”. Άλλωστε οι μεγάλοι και σπουδαίοι, σχεδόν όλοι γεννήθηκαν σε ταπεινά σπίτια».

Η προφορά της βαριά Κρητική, με δυσκολία καταλαβαίνεις πολλές από τις λέξεις που προφέρει. Καλοσυνάτη, το πρώτο πράγμα που μας ζητάει είναι να της πούμε τι καφέ πίνουμε.

 «Έπαιρνα μια μικρή σύνταξη και μ’ αυτή έψηνα σε όλο τον κόσμο καφέ δωρεάν. Τους έδινα και κρητικά κουλούρια. Και αυτή μου την πετσόκοψαν και προσπαθώ να τα βγάλω πέρα. Όσο ζω, όμως, θα φυλάω το σπίτι αυτό σαν τη ζωή μου. Έρχεται κόσμος από κάθε μέρος της Ελλάδος και όπου υπάρχει ελληνισμός. Κλαίνε, μου φυλάνε τα χέρια και ο καθένας έχει και μια ιστορία να θυμηθεί από τον Νίκο. Πρέπει να έχεις σιδερένια καρδιά για να αντέξεις τόσο πόνο» λέει με παράπονο, αρχίζοντας την πολύωρη συζήτησή μας για τον «Αρχάγγελο της Κρήτης»!

«Ζήσαμε τραγικά παιδικά χρόνια…»

Ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε το 1936, στα Ανώγεια Ρεθύμνου. Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Η κυρία Ζουμπουλία, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον Νίκο, δεν μπορεί να ξεχάσει τις τραγικές στιγμές τις οποίες έζησε τότε. 

«Για 40 μέρες οι Γερμανοί έκαιγαν το χωριό μας. Εμάς μας πήραν σε άλλα χωριά για να σωθούμε, ενώ ο πατέρας μας ο Γιώργης Ξυλούρης ήταν στα βουνά αντάρτης για πολλούς μήνες. Πίσω, είχαμε αφήσει μόνο τη γιαγιά μας και μαζί με τη μάνα μας επιστρέψαμε να την πάρουμε. Τότε, καθώς ανηφορίζαμε αντικρίσαμε Γερμανούς στρατιώτες που της έλεγαν: “γιαγιά έλα βγες, γιατί θα σε κάψουμε μαζί με το μαγαζί”. Από τα πολλά, η γιαγιά βγήκε και οι Γερμανοί έκαψαν το μαγαζί μαζί με το σπίτι μας. Και εμείς ανυπεράσπιστοι γυρίζαμε από δω και από εκεί για να βρούμε στέγη».

«Από μικρός ο Νίκος έψελνε…»

Η αρχή του Νίκου Ξυλούρη στο τραγούδι γίνεται εντελώς τυχαία, όπως λέει η πολυαγαπημένη του αδερφή. Καλλίφωνος από πολύ μικρός, γίνεται επίκεντρο σχολιασμού σε γλέντια, πανηγύρια αλλά και εκκλησιαστικά τροπάρια στα οποία είχε αδυναμία.

 «Όταν ήμασταν μικρά παιδιά, ο δάσκαλος του δημοτικού άκουσε τον Νίκο να τραγουδάει παιδικά τραγούδια. Η φήμη του ήταν κάτι το απίστευτο. Σε λίγο καιρό όλοι μιλούσαν για τον αδελφό μου. Όταν είχαμε γυμναστικές επιδείξεις, οι Ανωγιανοί έλεγαν: “πάμε στις γυμναστικές επιδείξεις να ακούσουμε το Ξυλουράκι που τραγουδάει”. Και έτσι, μικρό κοπέλι που ήταν έμαθε και λύρα. Πήγαινε στην εκκλησία και έψελνε και όλοι τον θαύμαζαν. Μεγαλώνοντας ο Νίκος αυτοδίδακτος άρχισε να μαθαίνει νότες και να γράφει τραγούδια, μαντινάδες και να τις τραγουδάει. Τελειώνοντας το δημοτικό ο πατέρας μας, πήγε στο σχολείο και ρωτάει το δάσκαλο: “κύριε Τραμουντάνη, ο γιος μου έχει κλήση στη μουσική τι να κάνω;” Και ο δάσκαλος του απαντάει: “να του πάρεις μια λύρα να παίζει”. Και πράγματι, ο Νίκος έγινε πολύ σπουδαίος με τη λύρα και σε ηλικία 15 ετών αποφάσισε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ουρανία. Σιγά σιγά τον έμαθε όλη η Κρήτη. Άνοιξε κέντρα στο Ηράκλειο και έκανε τεράστια επιτυχία. Κάποια στιγμή πήγε και ο Γιάννης Μαρκόπουλος για να τον ακούσει. Και του λέει: “Κρίμα με τέτοια φωνή, Νίκο, να μην πάμε στο στούντιο να ηχογραφήσουμε”. Και ο Νίκος του απαντάει: “Και αν δεν πετύχω, Γιάννη, τι θα κάνω;” Και ο Γιάννης του ξαναλέει: “με τέτοια φωνή θα στείλεις στα ουράνια τον κόσμο”. Σε ηλικία 20 χρονών έβγαλε το “Ράβε, ξήλωνε” και έγινε χαμός. Όλοι τον είχαν σαν θεό».

 «Τραγουδούσε δωρεάν και χρωστούσε το σπίτι που είχε πάρει…»

 Τα όσα έχουν γραφτεί για την καλοψυχία του Νίκου Ξυλούρη είναι μνημειώδη. Η αδελφή του είναι αποκαλυπτική. 

«Η καλοσύνη του δεν περιγράφεται με λόγια. Του ζητούσαν να τραγουδήσει αφιλοκερδώς και εκείνος, αν και χρωστούσε το σπίτι που είχε αγοράσει όχι μόνο, πήγαινε αλλά έκανε δύο και τρεις συναυλίες. Και εμάς μας έλεγε: “δεν πειράζει. Όλα εδώ θα μείνουν”. Την εποχή της Χούντας, μάλιστα, εκείνος έτρεχε συνέχεια στην Κύπρο για να κάνει συναυλίες και να ξεσηκώσει το λαό και να μιλήσει για τα ιδανικά μας. Και η μάνα μας τρελαινόταν. “Γιε μου, ξεχρέωσε το σπίτι. Μην το αφήνεις”. Και εκείνος της απαντούσε με μαντινάδες: “Η κακομοίρα η μάνα μου, πάντα παράγγελνέ μου. Της μαυρομάτας το στενό, μην το περνάς υιέ μου”.

 «Τραγουδούσε την “Ξαστεριά” και το τανκ έμπαινε στο Πολυτεχνείο…»

Αναμφισβήτητα ο Νίκος Ξυλούρης ήταν ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν σημαντικά στην πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η αδελφή του θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου.

 «Υπήρχε αναταραχή. Κανείς δεν ήξερε τι θα συμβεί. Ο Νίκος στεκόταν εκεί, στον προαύλιο χώρο και εμψύχωνε του φοιτητές. Και καθώς τραγουδούσε το “Πότε θα κάμει ξαστεριά” το τανκ εισβάλλει στο Πολυτεχνείο. Όλοι του φώναζαν: “Νίκο, φύγε θα σε σκοτώσουν”. Και εκείνος συνέχιζε να τραγουδάει και να μην παραδίδει τα όπλα. Όμως όλες οι τηλεοράσεις είχαν κόψει τον Νίκο από τα προγράμματα λόγω της αντίστασης που έκανε. Και ο πατέρας μας αγχωνόταν. Φοβόταν μην τον σκοτώσουν. Κάποια μέρα τον παίρνει τηλέφωνο και του λέει: “πατέρα, μην ανησυχείς είμαι καλά”. Όμως ήδη ο πατέρας μου από τη στεναχώρια είχε βγάλει όγκους και σε έξι μήνες πέθανε».

«Η μάνα και ο πατέρας μας πέθαναν από τον καημό του Νίκου…»

Τα μάτια της ηλικιωμένης γυναίκας βουρκώνουν και σου μιλούν στην καρδιά. Σου τρυπάνε την καρδιά, γιατί ο Νίκος Ξυλούρης είναι από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές που έχουν περάσει από το ελληνικό πεντάγραμμο. Ακόμα και σήμερα όμως, 33 χρόνια από το θάνατό του, η κυρία Ζουμπουλία δεν μπορεί να κατανοήσει πως εκείνος έχει φύγει. Θυμάται, μιλάει μόνη της στις άψυχες φωτογραφίες του αδελφού της και «βυθίζεται» στις αναμνήσεις.

 «Όταν ο Νίκος επέστρεψε από την Αμερική, όπου είχε πάει για να διαπιστώσει τι συμβαίνει με την υγεία του, ο κόσμος ήταν ανάστατος. Ήθελε να μάθει νέα για εκείνον. Η μάνα μας, λοιπόν, δεν ήξερε για την ασθένειά του. Και ο ίδιος όμως δεν ήθελε να μάθει τίποτα εκείνη για να την προστατέψει. Και όλοι συνεχώς την ρωτούσαν. Μια Κυριακή που η μάνα μας πήγε στην εκκλησία, καθώς προσκυνούσε και ο κόσμος επέμενε να τη ρωτάει στεναχωρήθηκε τόσο που έπαθε εγκεφαλικό από την στεναχώρια της και έμεινε κατάκοιτη για τριάμισι χρόνια. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Όταν ο Νίκος λοιπόν βρισκόταν στο νοσοκομείο, ζητούσε επίμονα να δει τη μάνα του. Και η σύζυγός του του είπε: “Νίκο, η μάνα σου δεν είναι καλά. Έπαθε εγκεφαλικό”. Αυτό ήταν. Έπαθε κρίσεις. Έκλαιγε, παρακαλούσε τον Θεό να τον πάρει. Τόση λατρεία της είχε».

 Ρωτάμε την κυρία Ζουμπουλία ποια ήταν η τελευταία φορά που είδε τον αδελφό της.

 «Πριν πάει στην Αμερική, είχε έρθει για συναυλία στην Κρήτη μαζί με την Άννα Βίσση. Είχε έναν απίστευτο βήχα που κανείς δεν ήξερε από πού προέρχεται. Όταν πήγε στην Αμερική, οι γιατροί μάς είπαν: “αν ερχόσασταν πιο νωρίς θα σωζόταν”. Η πνευμονία τού είχε σαπίσει τα πνευμόνια και το γύρισε σε καρκίνο». 

Τα μάτια της τρέχουν πικρά δάκρυα. Για μια ακόμα φορά μονολογεί.

 «Γιατί να φύγεις, Νίκο μου. Γιατί;»

                      ---------------------------------------------------------------------------------






Στίχοι Kostas Varnalis
Μουσική Lucas Thanos

Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
ούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
του χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
για τ' αφέντη το φαί

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη


                 ---------------------------------------------------------------------------


Επιγραφή στην οικία του Νίκου Ξυλούρη.


Νίκος Ξυλούρης

1936 – 1980

TΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΑ




Ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγια Ρεθύμνου. Ήταν μόλις πέντε ετών, όταν στις 13 Αυγούστου του 1941 οι γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.

Τα πρώτα χρόνια στα κατεστραμμένα Ανώγια είναι φτωχικά και δύσκολα για την οικογένεια του Νίκου Ξυλούρη, όπως και για όλους τους συγχωριανούς του. Ο ίδιος φεύγει για το Ηράκλειο, για να μάθει γράμματα. Το σχολείο, όμως, του είναι μάλλον αγγαρεία και ήδη έχει δείξει την κλίση του στη μουσική.

Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ’ όλη την Κρήτη.
Το 1953 ο 17χρονος Νίκος αφήνει πίσω το χωριό του, για να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο. Πιάνει δουλειά στο κέντρο «Κάστρο» και με τα λεφτά που παίρνει πληρώνει ίσα ίσα το ενοίκιο για την κάμαρά του. Έχει ν’ αντιμετωπίσει τη μουσική της εποχής (ταγκό, βαλς, ρούμπα, σάμπα κλπ), καθώς και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον βλέπουν με καλό μάτι. Οι καλοί φίλοι που έχει αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν, οργανώνοντας γλέντια, και το όνομά του αρχίζει σιγά - σιγά να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό.

Σε μια αποκριάτικη γιορτή βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας, και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ. Η ταξική τους διαφορά θα τους αναγκάσει να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά, στις 21 Μαϊου του 1958. Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Γιώργη και τη Ρηνιώ.

Στο μεταξύ, η ανοδική πορεία του συνεχίζεται. Σκοπός του είναι να μάθει ο κόσμος τα τραγούδια της Κρήτης έξω από τα σύνορά της. Το Νοέμβριο του 1958 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Odeon» υπό τον τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά», παίρνοντας ως αμοιβή 150 δραχμές! Ο δίσκος γνωρίζει επιτυχία και η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους, βγάζοντάς τον από τις δύσκολες μέρες.

Το 1966 το κράτος επιλέγει και στέλνει τον Νίκο Ξυλούρη σ’ ένα διαγωνισμό δημοτικής μουσικής στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, οπού ανάμεσα σε δεκάδες συγκροτήματα απ’ όλο τον κόσμο παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με τη λύρα. Ο διάσημος για την Κρήτη λυράρης, ύστερα από πολύ κόπο και προσπάθεια, ανοίγει τα φτερά του και γίνεται γνωστός σ’ όλη την Ελλάδα.

ΚΑΡΙΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Νίκος Ξυλούρης

Τον Απρίλιο του 1969 ο Νίκος Ξυλούρης κάνει την πρώτη δοκιμαστική εμφάνισή του στην Αθήνα, στο κέντρο «Κονάκι», και ο κόσμος τον αποθεώνει. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου αποφασίζει να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα. Ένα από εκείνα τα βράδια, επισκέπτεται το μαγαζί ο σκηνοθέτης και ποιητής Ερρίκος Θαλασσινός. Γνωρίζονται και γίνονται αχώριστοι φίλοι.

Ο Θαλασσινός μιλάει γι' αυτόν στον μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, με τον οποίο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο «Χρονικό», μία ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες αργότερα κυκλοφορεί ο δίσκος - αναφορά στα «Ριζίτικα» της Κρήτης, για τον οποίο βραβεύεται από τη Γαλλική Ακαδημία Σαρλ Κρος. Το Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στη μπουάτ «Λήδρα» στην πλάκα.

Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης... «Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Αγρίμια κι αγριμάκια μου». Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός», αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε, καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της Παρθένου», «Ακολουθία») και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο μου τσουκάλι»).

Το καλοκαίρι του 1973 ο Νίκος Ξυλούρης κάνει το ντεμπούτο του στο σανίδι. Κρατά τον καθοριστικό ρόλο του τραγουδιστή στην παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο «Αθήναιον», με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα, που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επίσημες παρουσίες στο χώρο, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή», αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», η φωνή του ακούγεται και πάλι έντονα. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής». Όμως, η ζωή του επιφυλάσσει μία δυσάρεστη έκπληξη...





Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό


Πότε θα κάμει ξαστεριά,
πότε θα φλεβαρίσει,

να πάρω το ντουφέκι μου,
την έμορφη πατρόνα,

να κατεβώ στον Ομαλό,
στη στράτα του Μουσούρου,

να κάμω μάνες δίχως γιους,
γυναίκες δίχως άντρες,

να κάμω και μωρά παιδιά,
να κλαιν' δίχως μανάδες,

να κλαιν' τη νύχτα για νερό,
και την αυγή για γάλα,

και τ' αποδιαφωτίσματα
τη δόλια τους τη μάνα...



Ο «ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ» ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ



Το 1979 είναι μια δύσκολη χρονιά για τον Νίκο Ξυλούρη. Αν και η καριέρα του βρίσκεται στο απόγειό της, ο ίδιος υποφέρει από έντονους πόνους στο κεφάλι και στο θώρακα. Ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και εισάγεται για εξετάσεις στο Memorial Hospital, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο. Έπειτα από πολλαπλές εγχειρήσεις επιστρέφει στο σπίτι ενός φίλου του στο Πόρτο Ράφτη και προσπαθεί να νικήσει την επάρατο νόσο.

Την Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου του 1980, μπαίνει στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς για νέες εξετάσεις. Την επόμενη μέρα, όμως, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται και το βράδυ της Πέμπτης πέφτει σε κώμα. Οι γιατροί κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά όλα είναι μάταια. Τα χαράματα της Παρασκευής 8 Φεβρουαρίου φεύγει για πάντα από κοντά μας. Το τραγούδι που κάποτε τραγούδησε βγήκε αληθινό...

Μια μέρα, μια Παρασκευή
θα πέσω να πεθάνω
και μια Λαμπρή θ αναστηθώ
από το χώμα απάνω.

Στις 9 Φεβρουαρίου χιλιάδες κόσμου, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αποχαιρετούν τον «Αρχάγγελο της Κρήτη» με δάκρια στα μάτια και τραγουδούν:

Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά
και ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά...

          ===============================================






Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

===========================================================

ΕΙΠΑΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, τότε υπουργός Εξωτερικών

"Τώρα που η φυσική και επιβλητική παρουσία του Ξυλούρη έφυγε από κοντά μας μπορούμε να εκτιμήσουμε την ανθρωπιά του. Σε μια εποχή που η "επιστροφή στις ρίζες" του δημοτικού και λαϊκού τραγουδιού χρησίμευε σαν άλλοθι για μια ύποπτη γραφικότητα και μια εύκολη λαϊκότητα, ο τραγουδιστής της Κρήτης μας δίδαξε την λιτότητα και την απλότητα του πραγματικού λαϊκού ανθρώπου. Ας τον χαιρετίσουμε λοιπόν απλά και λιτά όλοι εμείς που ξέρουμε ότι η φωνή του δεν θα πάψει ποτέ να μας συντροφέψει".

Γιάννης Κεφαλογιάννης, τότε υφυπουργός Εσωτερικών

"Είμαστε μαζί από παιδιά, στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο σχολειό. Μαζί κάναμε τα πρώτα βήματα στα σοκάκια του Κάστρου. Σαν γίναμε παλικάρια εκείνος ήταν ο αρχηγός στις νυχτερινές μας καντάδες κάτω από τα κλειστά παράθυρα των κοριτσιών. Ήμουν δίπλα του στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Στις πρώτες του δειλές εμφανίσεις στα κέντρα της Αθήνας και έπειτα στις μπουάτ της Πλάκας. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο του δοκιμαστικό συμβόλαιο για 40 μέρες στην "Λήδρα" και την επιτυχία του στην άγνωστη μέχρι εκείνη την ώρα γι’ αυτόν δουλειά. Θυμάμαι τη συναυλία στο "Σπόρτιγκ" που έδωσε ο σύλλογος Κρητών το Μάιο του ’72 και τον Νίκο να τραγουδά την Ξαστεριά και να δακρύζει . Δεν είχε εχθρούς, είχε μόνο φίλους. Δεν θύμωνε ποτέ, γελούσε πάντα . Το τελευταίο μας γλέντι έγινε το καλοκαίρι του ’78, σε ένα γάμο στ’ Ανώγεια. Εκεί έπαιξε την τελευταία του "κοντυλιά" και εγώ χόρεψα".

Μίκης Θεοδωράκης, μουσικοσυνθέτης

"Ο θάνατος του ήταν μεγάλη απώλεια για την ελληνική μουσική και την Κρήτη".

Γιώργος Χατζηνάσιος, συνθέτης

"Για μένα ήταν η πιο αντιπροσωπευτική ελληνική φωνή. Η φωνή του χαρακτήριζε τη φυλή μας. Ήταν από τους πιο καλούς ανθρώπους στο επάγγελμα. Πιστεύω ότι θ’ αφήσει δυσαναπλήρωτο κενό και ότι θα περάσουν πολλές γενιές για να ξαναβγεί μια τέτοια φωνή".

Μίμης Πλέσσας, συνθέτης

"Για μένα άνοιγε το στόμα του και τραγουδούσε η Ελλάδα. Ο χαμός του δεν είναι χαμός του τροβαδούρου, αλλά ενός συμβόλου".

Γιώργος Θεοδοσιάδης, συνθέτης

" Ήταν η προσωποποίηση της αγνής έκφρασης στο τραγούδι. Η φωνή του ήταν ένα τραγούδι ακόμα κι όταν μιλούσε. Υπήρξε λεβέντης. Κρητικός και στην τέχνη του και στην καρδία και στο ήθος".

Λίνος Κόκοτος, συνθέτης

"Μέχρι τον τελευταίο χρόνο δουλεύαμε μαζί. Οι σχέσεις μας δεν ήταν εκείνες οι τυπικές των συνεργατών. Ο Νίκος ήθελε ν’ ανοίγει το σπίτι του και την αγκαλιά του σε φίλους και συνεργάτες σα γνήσιος Κρητικός. Ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος, το σπιτικό του δεν θύμιζε ποτέ "σπίτι φιρμάδικο" , κάτι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας. Δεν είδε ποτέ τον εαυτό του σα βεντέτα, τον ενδιέφερε μόνο η σωστή δουλειά. Ο Νίκος Ξυλούρης δεν είχε μόνο μια σπουδαία φωνή, αλλά κι ένα μοναδικό ένστικτο για να δίνει την σωστότερη ερμηνεία. Πάντα έλεγε : "Πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να μη χαθεί το ελληνικό τραγούδι". Χάνοντας τον Νίκο Ξυλούρη, χάσαμε τον πιο σημαντικό πρεσβευτή του ελληνικού τραγουδιού".

Γιάννης Πάριος, τραγουδιστής

"Χάθηκε ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής κι ένας καταπληκτικός άνθρωπος. Ήταν λεβέντης σε όλα του ο Νίκος, ο φιλαράκος με την πιο γλυκιά καρδιά του κόσμου".

Τόλης Βοσκόπουλος, τραγουδιστής

"Δεν τον γνώριζα προσωπικά, όμως έχω ακούσει ωραία λόγια γι’ αυτόν. Πάντως είναι ένας συνάδελφος που αφήνει κενό πίσω του".

Δήμητρα Γαλάνη, τραγουδίστρια

"Δεν υπήρξα φίλη του Νίκου αλλά είχαμε συνεργαστεί αρκετές φορές. Είναι κάπως δύσκολο να μιλήσω με δυο λόγια για τον καλλιτέχνη και κυρίως για τον άνθρωπο Ξυλούρη. Ήταν ευθύς, γνήσιος , με λίγα λόγια αυτό που λέμε "λεβέντης". Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα από τον Νίκο είναι το μόνιμο χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και την έξυπνη ματιά του. Δεν νομίζω ότι το ελληνικό τραγούδι θα ξαναγεννήσει έναν Ξυλούρη".

Τάνια Τσανακλίδου, τραγουδίστρια

"Ο θάνατος του μ’ έχει συγκλονίσει. Φίλος καλός κι ακόμα πιο καλός συνεργάτης ήταν ο Νίκος Ξυλούρης. Η εντελώς ιδιότυπη φωνή του άφησε τη σφραγίδα της στο ελληνικό τραγούδι. Σ’ όλες τις συνεργασίες που είχαμε, είτε στην Αθήνα είτε σε περιοδείες, ο Νίκος ήταν κάτι περισσότερο από καλός συνάδελφος, ήταν ένας λεβέντης. Θα τον έχω για πάντα στ’ αυτιά μου και στη καρδιά μου".

Τζένη Καρέζη, ηθοποιός

"Ήταν από τα ωραιότερα και τα πιο αγνά πλάσματα που έχω συναντήσει . Όσο καθάρια και όσο συγκλονιστική ήταν η φωνή του, άλλο τόσο ήταν και στη ζωή του γνήσιος και καθάριος. Ήταν σαν αρχάγγελος. Κι ίσως γι’ αυτό πέθανε τόσο νέος. Κι εγώ κι ο Κώστας θυμόμαστε πάντα την συνεργασία μας και τώρα θα τη θυμόμαστε με περισσότερη συγκίνηση".

Κώστας Καζάκος, ηθοποιός

"Ο θάνατος του Νίκου δεν μας βρήκε απροετοίμαστους, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ο πόνος μας είναι μικρότερος. Όσοι το γνωρίσανε και περισσότερο όσοι δουλέψανε μαζί του ξέρουνε ότι σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος είναι αναντικατάστατος".

Αλίκη Βουγιουκλάκη, ηθοποιός

"Χάθηκε το παλικάρι με τη φωνή, το ήθος και τη λεβεντιά. Κάτι τέτοιες στιγμές αναλογίζομαι πόσο άδικος είναι ο Θεός".

Μάνος Κατράκης, ηθοποιός

"Όταν μιλάει κανείς για τον Ξυλούρη δεν μπορεί να μη θυμηθεί το χαμόγελο και τη μεγάλη του καρδιά. Είχε μια απλή λεβεντιά που δύσκολα πια συναντάς. Δίκαια οι Κρητικοί ένιωθαν περήφανοι γι’ αυτόν".

Αλέξης Μινωτής, ηθοποιός

"Τον θαύμαζα γιατί ήταν ένας καλός κρητικός, ένας θαυμάσιος τραγουδιστής. Λυπάμαι βαθιά που χάθηκε".

Λυκούργος Καλέργης, ηθοποιός

"Ήταν ο καλλιτέχνης που άφησε τη δική του σφραγίδα όχι μόνο σαν τραγουδιστής αλλά και σαν άνθρωπος".

Δισκογραφία

Μια μαυροφόρα που περνά (1958)
Ανυφαντού (1969)
Ο Ψαρονίκος (1970)
Μαντινάδες και χοροί (1970)
Χρονικό (1970)
Ριζίτικα (1971)
Διάλειμμα (1972)
Ιθαγένεια (1972)
Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972)
Ο τροπικός της Παρθένου (1973)
Ο Ξυλούρης τραγουδά για την Κρήτη (1973)
Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους (1973)
Περήφανη ράτσα (1973)
Ακολουθία (1974)
Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)
Παραστάσεις (1975)
Ανεξάρτητα (1975)
Κομέντια, η πάλη χωρικών και βασιλιάδων (1975)
Καπνισμένο τσουκάλι (1975)
Τα που θυμούμαι τραγουδώ (1975)
Κύκλος Σεφέρη (1976)
Ερωτόκριτος (1976)
Η συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης (1976)
Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977)
Τα ερωτικά (1977)
Τα Ξυλουρέικα (1978)
Τα αντιπολεμικά (1978)
Σάλπισμα (1978)
14 χρυσές επιτυχίες (1978)

Μετά Θάνατον δισκογραφία

Τελευταία ώρα Κρήτη (1981)
Νίκος Ξυλούρης (1982)
Πάντερμη Κρήτη (1983)
Ο Δείπνος ο μυστικός (1984)
Σταύρος Ξαρχάκος:Θεατρικά (1985)
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος στον ελληνικό κινηματογράφο (1988)
Η συναυλία στο Ηρώδειο 1976 (1990)
Το χρονικό του Νίκου Ξυλούρη (1996)
Νίκος Ξυλούρης (2000)
Η ψυχή της Κρήτης(2002)
Ήτανε μια φορά...(2005)
Του Χρόνου Τα Γυρίσματα (2005)

Τραγούδια

Αγρίμια κι αγριμάκια μου
Ακούς να λένε στα χωριά
Αυτό τον κόσμο
Βαρώντας γύρου ολόγυρα
οσστ
Γεννήθηκα σε μια στιγμή
Δεν αγαπάς
Έβαλε ο θεός σημάδι
Είδα τον παππούλη μου
Ερωτικό τραγούδι
Ερωτόκριτος(Αποχαιρετισμός)
Έχει ο χάρος σκαλωσιές
Ζαβαρακατρανέμια
Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου
Ήταν ο τόπος μου
Ήτανε μια φορά
Ιδανικοί αυτόχειρες
Και να αδερφέ μου
Καλήν εσπέραν αφεντάδες
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος
Κρήτη μου, όμορφο νησί.
Μάνα
Μητέρα μεγαλόψυχη
Μισεύεις αρχοντόπουλο
Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
Ντιρλαντά
Ο καλόγερος
Ο μπροστάρης
Ο πραματευτής
Ο ταχυδρόμος πέθανε
Οι πόνοι της Παναγίας
Όσο βαρούν τα σίδερα
Παλικάρι στα Σφακιά
Πάνω στ' άργυρό σκαμνί
Πειρασμός
Πόσα χρόνια δίσεκτα
Πότε θα κάνει ξαστεριά
Πως να σωπάσω
Σαν τα καράβια
Στα μάτια και στο πρόσωπο
Στο καφενείον η Ελλάς
Στου Ψηλορείτη την κορφή.
Τ' Ανάπλι
Τη μέρα της Πεντηκοστής
Την καρδιά σου
Τις νύχτες
Το άγαλμα της ελευθερίας
Το ξεροστεριανό νερό
Το σκοινί
Το τραγούδι της γκιλοτίνας
Του θάνατου παράγγειλα
Τούτες τις μέρες
Φιλεντέμ
Φίλοι κι αδέλφια
Φύσα αεράκι
Χίλια μύρια κύματα
Χρόνια και χρόνια στο τροχό
Χρώματα και αρώματα



Η οικία του Νίκου Ξυλούρη στα Ανώγεια της Κρήτης.

                                           -------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ






                             ----------------------------------------------------



Ο δημοσιογράφος ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΟΥ φιλοξενεί στην εκπομπή «ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΡΑΔΥΑ» τον τραγουδιστή και λυράρη ΝΙΚΟ ΞΥΛΟΥΡΗ. Ο κρητικός ερμηνευτής μιλά για τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, για το ξεκίνημα του στη μουσική ως λυράρης σε κρητικούς γάμους και πανηγύρια. Αναφέρεται επίσης στις μουσικές συνεργασίες του με γνωστούς Έλληνες συνθέτες, όπως στη γνωριμία του με τον ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ και τη συμμετοχή του στο δίσκο "Ριζίτικα" (1971), και σχολιάζει τη σημασία των παραδοσιακών ριζίτικων τραγουδιών της Κρήτης. Η ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ μιλάει για τη γνωριμία του με τον Ν. ΞΥΛΟΥΡΗ και το προσωπικό του μουσικό ύφος. Παρεμβάλλονται τραγούδια που ερμηνεύει ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ: το ριζίτικο «ΑΓΡΙΜΙΑ ΚΙ ΑΓΡΙΜΑΚΙΑ ΜΟΥ», «Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΠΕΘΑΝΕ» σε μουσική και στίχους ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, «ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ» σε μουσική ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΟΝΤΗ και ποίηση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, «ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΟΠΟΥΛΟ» σε μουσική ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ και στίχους Κ. Χ. ΜΥΡΗ, «ΕΒΑΛΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΗΜΑΔΙ» σε μουσική ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ και στίχους ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ, «ΦΙΛΟΙ ΚΙ ΑΔΕΛΦΙΑ» σε μουσική ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ και στίχους ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ.

Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το μουσικό έργο του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΛΑΡΗ «Ερωτόκριτος» (1976) με αναφορές και στην ομώνυμη θεατρική παράσταση του ΣΠΥΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ (1975).Ο ηθοποιός ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΕΡΤΗΣ διαβάζει αποσπάσματα από το ποιητικό κείμενο του ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ ενώ τραγουδούν ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ ως Ερωτόκριτος και η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ ως Αρετούσα.



Δημοσίευση σχολίου