Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Διονύσιος Σολωμός



«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό».

Διονύσιος Σολωμός



                 







                     -----------------------------------------------------------------------------



Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)


Λεπτομέρεια από την προσωπογραφία του Διονυσίου Σολωμού, έργο αγνώστου ή του Προσαλέντη (1856;). Βρίσκεται στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων

Θυρεός οικογένειας Σολωμού


ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα στα Επτάνησα, ζει όλη του τη ζωή εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, ως Γάλλος, Επτανήσιος και Άγγλος πολίτης, έχοντας ως γλώσσα της παιδείας του, της σκέψης του, της προφορικής και γραπτής επικοινωνίας του την ιταλική. Σε αυτήν μάλιστα θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή. Ωστόσο, για την υψηλή ποιητική του έκφραση θα επιλέξει την ελληνική, την οποία, μολονότι θα χρειαστεί να τη σπουδάσει σαν να ήταν δεύτερη γλώσσα, θα κατορθώσει να την καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό και να δημιουργήσει ποίηση τόσο σημαντική που το έργο του θα αποτελέσει την αρχή και τη βάση της νεότερης λογοτεχνίας μας. Επιχειρώντας να κατανοήσει το παράδοξο αυτό, ο Σεφέρης υποδεικνύει ως μια βασική έννοια-κλειδί την απόσταση.
«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)
Πράγματι, η απόσταση από την οποία ο Σολωμός συμμετείχε στα πράγματα φαίνεται πως εντέλει λειτούργησε ως μια θετική προϋπόθεση του ιδιαίτερου επιτεύγματός του. Πρόκειται για απόσταση γλωσσική και συγχρόνως πολιτισμική, αισθητική, ιδεολογική αλλά πριν από όλα γεωπολιτική.

ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ

Τα Επτάνησα από όπου προέρχεται ο Σολωμός βρίσκονται, όπως είναι γνωστό, στην ανατολική άκρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτή και την Ιταλία, και έχουν σημαντικά διαφορετική ιστορική διαδρομή από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αποκομμένα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήδη κατά τον 12ο αιώνα, δεν θα γνωρίσουν σχεδόν ποτέ την οθωμανική κατάκτηση αλλά θα υποταχθούν σε διάφορες δυτικές κυριαρχίες. Διαρκέστερες θα αποδειχθούν αυτές της Βενετίας (14ος-1797) και της Αγγλίας (1815-1864), η οποία θα λήξει με τη Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Στο ενδιάμεσο, οι Επτανήσιοι θα γνωρίσουν σημαντικές στιγμές πολιτικής ανάτασης: το 1797 ο στρατός του Ναπολέοντα θα καταλύσει την βενετική κυριαρχία και θα κηρύξει τη δημοκρατία ενώ το 1800 θα ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία (-1807), το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, με δικό του Σύνταγμα, διοίκηση, εκπαίδευση και εφημερίδες.
Εξαιτίας της γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας των Επτανήσων, διαμορφώνονται εκεί κοινωνικές και πολιτισμικές δομές πολύ διαφορετικές από αυτές του ελλαδικού κέντρου, ενώ καθοριστικός στη διαμόρφωση της επτανησιακής διαφορετικότητας αποδεικνύεται ο ρόλος των Βενετών, των μακροβιότερων κυρίαρχων. Μια σειρά από θεσμοί που εκείνοι είχαν εδραιώσει, όπως το ενετικό δίκαιο, τα προνόμια διαφόρων ομάδων και οι κοινωνικές τάξεις, θα επιβιώσουν και μετά το τέλος της κυριαρχίας τους, επί Αγγλοκρατίας. Θα επιβιώσει επίσης και η ιταλική γλώσσα, η οποία θα αναγνωριστεί από τους Άγγλους ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων και της παιδείας στα Επτάνησα και θα χρησιμοποιηθεί σταθερά στις εφημερίδες μαζί με την αγγλική και την ελληνική. Άλλωστε, τουλάχιστον ως την Ένωση με την Ελλάδα, τα νησιά, εκτός από την επαφή τους με την Αγγλία και με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα διατηρήσουν μια προνομιακή σχέση με την παλιά μητρόπολη και γενικότερα με την Ιταλία.




Δύο διαδοχικές υπογραφές του ποιητή: Dionisio Salamon και Dionisio Solomòs


Ο Διονύσιος Σολωμός θα γεννηθεί λοιπόν στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από την μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλά ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί τη μητέρα τους.
Έχοντας στην κατοχή του μέρος της περιουσίας του πατέρα του καθώς και τον τίτλο της ευγένειας, ο Σολωμός δεν θα χρειαστεί να εργαστεί. Ωστόσο, δεν θα αποκτήσει την ηρεμία που συνεπάγονταν τα προνόμια αυτά παρά μόνον στην ηλικία των σαράντα τριών χρονών, δηλαδή δεκάξι χρόνια πριν από τον θάνατό του. Αιτία, η νομική ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο, την οποία σκόπιμα συντηρούσε η αγγλική προστασία, προκειμένου να χειραγωγεί πολιτικά τους αστούς και ευγενείς Επτανήσιους οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτήσει παιδιά εκτός γάμου, ακολουθώντας τα βενετικά ήθη (Καπάδοχος [1992] 2005). Έτσι, μέχρι το 1841 που θα ψηφιστούν οι νέοι κώδικες, ο Σολωμός θα ζήσει σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επιτείνουν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος, γεννημένος μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού, θα στηριχθεί στην ημερομηνία γέννησής του για να διεκδικήσει το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που θα διαρκέσει πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση θα δικαιώσει τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, η υπόθεση θα κοστίσει πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.


Ο Διονύσιος Σολωμός σε νεανική ηλικία. Συλλογή Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Οι περιπέτειες που χρειάστηκε να ζήσει εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του. Επανειλημμένα στις στιγμές των οικογενειακών κρίσεων ο Σολωμός στρέφεται στην ποίηση και «πολεμάει να παρηγορηθεί» με τη σάτιρα, όπως ο Διονύσιος Ιερομόναχος, η περσόνα του αφηγητή στο πεζό σατιρικό έργο της Γυναίκας της Ζάκυθος. Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις προσωπικής εκτόνωσης μέσω της γραφής, καταφέρνει σχεδόν πάντα να υπερβαίνει το προσωπικό του κίνητρο και να δίνει στα έργα του ευρύτερη διάσταση, που να έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Έτσι, ενώ στο σατιρικό όνειρο «Η τρίχα» του Συνθέματος 1833-1834 ο σατιρικός στόχος είναι ο δικηγόρος του αντίδικου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα, όπως φαίνεται από τα σχεδιάσματα του έργου στο χειρόγραφο του ποιητή (οι αστερίσκοι αντιστοιχούν σε μία μετρική συλλαβή):

Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι
* * * * * * * * * * * * * αρο
όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο
πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;
(Πολίτης επιμ. 1964: 337 β 33-36)

αναρωτιέται ο διαβολικός σατιριστής, που έχει στο ποίημα τη μορφή του φλάρη (καθολικού ιερέα) του βαρόμετρου -ένα ακόμα σατιρικό προσωπείο του ποιητή. Και η σάτιρα κλείνει με στίχους αυτογνωσίας του ποιητή, από την απόσταση της αυτοειρωνείας: ο φλάρης, που έχει βαλθεί να αποτιμήσει την αξία του σατιριζόμενου δικηγόρου απέναντι στο βάρος της νοθογέννησής του, βάζοντάς τον στον ένα δίσκο της ζυγαριάς με αντίβαρο, από την άλλη μεριά, μια τρίχα της μητέρας του, καλεί τώρα «στα ζύγια» και τον ποιητή, που βλέπει το όνειρο, προκειμένου να αποτιμήσει και τη δική του αξία. Ο ποιητής ταράζεται με την πρόσκληση και ξυπνά, το όνειρο κόβεται και το ποίημα κλείνει με την αποστολή του στη γενέθλια γη όπου διεξάγεται η οικογενειακή δίκη («την κρίση του»):

Καλ' όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου
και πες πως τ' άλλα ονείρατα θέλει έρθουνε κοντά σου.
Και πες, α ρωτηθείς για με: «Την κρίση του μη χάσει
τρέμει πολύ και δεν μπορεί καθόλου να γελάσει».
 (Πολίτης 1955: 254)

Το Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) ανήκει βέβαια στην περίοδο της ωριμότητας του ποιητή που συνδέεται με την οριστική εγκατάστασή του στην Κέρκυρα. Θα προηγηθεί η περίοδος της προετοιμασίας, στη Ζάκυνθο, και πριν ακόμα το ποιητικό ξεκίνημά του στην Ιταλία.

Το σπίτι του Σολωμού στη Ζάκυνθο, πριν καταστραφεί από τους σεισμούς του 1853


ΑΠΟ ΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ (1808-1818)

Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θα αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας από όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.
Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του αλλά και στο Μιλάνο παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) να απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.

Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που του απευθύνει ο φίλος του Giuseppe Montani από το Lodi στις 22 Αυγούστου 1818 δίνει μια καλή εικόνα για τον εικοσάχρονο Σολωμό που επιστρέφει τώρα, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, στο γενέθλιο νησί:

«Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγίας φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύουν! Εσύ τουλάχιστο θα ξαναδείς μια πατρίδα, που μπορεί κανείς να τη λέει πατρίδα αληθινά. όσο κι αν η ξένη προστασία είναι, πες, ένα σκέπασμα μονάχα της σκλαβιάς. Τέλος πάντων όμως οι νόμοι είναι δικοί σας, δικά σας τα όπλα, και δική σας η κυβέρνηση· έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά σας, έχουν ξυπνήσει και πάλι οι αρετές. Κάθε Εφτανησιώτης μπορεί να είναι περήφανος για το όνομά του, κι έχει στην καρδιά του τη γλυκιά πεποίθηση πως μπορεί να φανεί ωφέλιμος στην πολιτεία. Η δόξα της και η ευημερία της φαίνεται πως είναι εμπιστευμένες στη νέα γενιά, και ο νέος που επιστρέφει εκεί με άδολη την ψυχή και καλλιεργημένο το πνεύμα θα νιώθει να φλογίζεται από τις πιο ευγενικές ελπίδες. Αν αφιερωθείς έστω και αποκλειστικά στην τέχνη των Μουσών, θα έχεις να εκφράσεις αληθινά και γενναία αισθήματα, να διεγείρεις υψηλά πάθη και να εισάγεις μια καθαρή ευγένεια. Ο πατριωτισμός θα σου δίνει υπέροχες εμπνεύσεις, και όσο πιο καλός ποιητής, τόσο και πιο καλός πολίτης θα μπορείς να πιστεύεις πως είσαι. […] Την τελευταία φορά που σου έγραψα, που δεν είχες φύγει ακόμη, και που εγώ ήθελα και επέμενα να βρω τρόπο να μην φύγεις, μεταχειρίστηκα μερικά επιχειρήματα πιο πολύ για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου παρά για να σου κάμουν εσένα καλό. Τώρα η φιλία με υποχρεώνει να σε δυναμώσω στην απόφασή σου και σχεδόν να σου κρύψω τη λύπη μου. Και κατηγορούσα κιόλας τον εαυτό μου που σου είχα εκφράσει επιθυμίες, που αν τις ακολουθούσες, χώρια που μπορούσαν να σου κλείσουν ένα δοξασμένο στάδιο, θα σε έκαναν διπλά απάνθρωπο, και απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι στη μητέρα σου που τόσο αγαπάς […]» (Πολίτης 1991: 457)

Ο Σολωμός επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Κάποια από τα βασικά συστατικά του ποιητικού οράματός του διαφαίνονται στις υποδείξεις του Montani: αφοσίωση στην πατρίδα και την ελευθερία, καλλιέργεια του πνεύματος, αγνότητα της ψυχής, το υψηλό, σύνδεση της ποίησης με την ηθική και την πολιτική και η πεποίθηση ότι η ποίηση μπορεί να διαπαιδαγωγήσει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερους πολίτες Πρόκειται για έννοιες που χαρακτηρίζουν την (ιταλική) λογοτεχνία της εποχής και που θα τις ξαναβρούμε αργότερα στο ελληνόγλωσσο έργο του.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ (1818-1828): από Ιταλός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας


Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα -ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)- είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλά η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την παλιότερη ιταλική λογοτεχνική παράδοση και αποτελούν κοινή γλώσσα πολλών ποιητών του ιταλικού 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα (Coutelle 2009: 147-208). Ο Σολωμός διακρίνεται για την ταχύτητα και τη στιχουργική του δεινότητα και τριάντα αυτοσχέδια σονέτα θα συγκεντρωθούν από τον φίλο του Λουδοβίκο Στράνη και θα εκδοθούν στην Κέρκυρα το 1822 (β' έκδοση: 1823), με τον τίτλο Rime Improvvisate (Αυτοσχέδιες Ρίμες).

 
Εξώφυλλο των Rime Improvvisate, της μόνης ποιητικής συλλογής που δημοσίευσε ο Σολωμός όσο ζούσε ( πηγή: Ψηφιοθήκη Α. Π. Θ. )

Παράλληλα με την σύνθεση ιταλόγλωσσων ποιημάτων, ενταγμένος πλέον στον φυσικό περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας, ο Σολωμός θα αρχίσει να τη σπουδάζει και να εξοικειώνεται με παλιότερες και νεότερες ελληνικές λογοτεχνικές παραδόσεις: έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες, κρητική αναγέννηση, δημοτικό τραγούδι, ζακυνθινή παράδοση. Θα ξεκινήσει επίσης να γράφει ποίηση στη νεοελληνική. Τα πρώτα ποιήματά του σε αυτήν έχουν ανακρεοντικά, αρκαδικά και βουκολικά θέματα και απηχούν τη νεοκλασική παιδεία του (π.χ. «Ανθούλα», «Ανάμνησις», «Ευρυκόμη», «Ο θάνατος του βοσκού»), διατηρώντας ευανάγνωστες εκφραστικές συγγένειες με την ιταλόγλωσση ποίησή του. Θα ακολουθήσουν ποιήματα προρομαντικού ή ρομαντικού χαρακτήρα, όπως η «Ωδή στη Σελήνη» και «Η σκιά του Ομήρου», με αποκορύφωμα το βυρωνικό ποίημα του Λάμπρου (1824-1826, 1833), γραμμένο σε ενδεκασύλλαβες οκτάστιχες στροφές −το γνωστό ιταλικό μέτρο της ottava, έντεχνα ενταγμένο τώρα στην ελληνική ποίηση. Φιλόδοξο συνθετικό ποίημα, ο Λάμπρος αποτελεί απόδειξη της μεγάλης διαδρομής που διάνυσε ο Σολωμός μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ως προς τη γλώσσα και την ποιητική· αποτύπωση «λεπτών αισθημάτων» με μεγάλη οικονομία και συγχρόνως σαφήνεια και ακρίβεια:

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

«[…] εις αυτό το μικρό του ποίημα, ή, καλύτερα, κομμάτι ποιήματος, ευρίσκεται το ζήτημα τση γλώσσας λυμένο τω όντι ευτυχέστατα […] όλα αυτά σε κάνουνε ν' ακούς εκεί μέσα τη θρησκεία σου, τα ήθη σου, τες χαρές σου, τους φόβους σου, ταις πρόληψές σου, τα πάθη σου, μ' ένα λόγο, την ουσία της ζωής σου σε τρόπο, που ήθελε είναι καθαυτό αδύνατο να θεωρήσεις αλλέως τέτοια ποίηση, παρά σα μνημείο ατελεύτητο του καιρού σου» κατέληγε με ενθουσιασμό η πρώτη κριτική (Εμμ. Στάης, Ο Λάμπρος του Σολωμού, 1853) για το «κομμάτι» του ποιήματος που είχε στο μεταξύ δημοσιευτεί στο περιοδικό Ιόνιος Ανθολογία( Γενάρης 1834).

Στα δέκα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του ο Σολωμός θα πειραματιστεί, εν είδει άσκησης και αναζήτησης, με μια μεγάλη ποικιλία μετρικών και στιχουργικών μορφών, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από την ιταλική στιχουργία (π.χ. πεντασύλλαβος, επτασύλλαβος, terza rima) και από την νεοελληνική (π.χ. δεκαπεντασύλλαβος). Θα συγκεκριμενοποιήσει τις θεματικές περιοχές και τις έννοιες που τον ενδιαφέρουν να διερευνήσει ποιητικά και θα δοκιμάσει τρόπους διερεύνησής τους: σχέση ανθρώπου - θεού, ανθρώπου - φύσης, καλού - κακού· η θεϊκή δικαιοσύνη, η δευτέρα παρουσία· η ποιητική δικαιοσύνη και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης· ελευθερία, πολιτική και ηθική· η αγνότητα και το υψηλό· καθαρότητα ψυχής και εξωτερικό κάλος· σάτιρα και λυρισμός· όνειρα και οράματα· προσωπεία.
Τα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του Σολωμού συμπίπτουν βέβαια με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία. Η ποιητική παρέμβασή του στο μείζον εγχείρημα της μεγάλης πατρίδας μοιάζει προδιαγεγραμμένη ήδη από τότε που άφηνε την Ιταλία: το υποδείκνυε το Μontani· το επιτάσσει η ποιητική και η ιδεολογία της εποχής.


 Το εξώφυλλο του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, έκδοση Μεσολογγίου. Η πεζή ιταλική μετάφραση που συνοδεύει εδώ το ελληνικό κείμενο έγινε, πιθανότατα, με τη συνεργασία Grassetti και Σολωμού.


Από την ομάδα των έργων που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα της επανάστασης (π.χ. Εις Μάρκο Μπότσαρη, Η καταστροφή των Ψαρών) ξεχωρίζει ασφαλώς ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, το ποίημα που θα καταστήσει τον εικοσιπεντάχρονο Σολωμό ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη και που αργότερα (1865) θα του δώσει τον τίτλο του εθνικού ποιητή των Ελλήνων. Γραμμένος με μια ανάσα τον Μάιο του 1823, σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο και 158 τετράστιχες στροφές, ο Ύμνος είναι το εκτενέστερο έως τότε ποίημά του και το πρώτο ελληνόγλωσσο που θα τυπωθεί και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις, το 1825: πρώτα, στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο των δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ, με έμμετρη γαλλική μετάφραση (και σε χωριστό ανάτυπο)· ακολούθως, στο Λονδίνο, στην αγγλική μετάφραση του τόμου του Φωριέλ· τέλος, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική πεζή μετάφραση. Το ποίημα άλλωστε απευθύνεται τόσο στους Έλληνες όσο και στους Ευρωπαίους. Εξισορροπώντας ενθουσιασμό και αναστοχασμό, συμμετοχή και αποστασιοποίηση, το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει να προβάλει την ιδεολογία της επανάστασης (δίκαιος αγώνας για ελευθερία, αυτοδιάθεση και θρησκεία), να υμνήσει επιλεκτικά κάποια από τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων, να ενθαρρύνει τους πολεμιστές και συγχρόνως, να επισημάνει και να διαχειριστεί γεγονότα και συμπεριφορές που απειλούν ποικιλότροπα το ευάλωτο εγχείρημα της επανάστασης, όπως τα συμφέροντα και η υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, η σφαγή στην Τριπολιτσά και η εσωτερική διχόνοια των Ελλήνων:

144. »Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή·
καθενός χαμογελάει,
πάρ' το, λέγοντας, και συ.
145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146. »Από στόμα οπού φθονάει,
παλικάρια, ας μην 'πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.
148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Ο Ύμνος είναι ποίημα πολιτικής και συγχρόνως λογοτεχνικής παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονη και ισότιμη επιδίωξή του είναι να καταδείξει και τις λογοτεχνικές ικανότητες της αναγεννημένης Ελλάδας και της νεοελληνικής γλώσσας. Όπως ο ίδιος ο Σολωμός το τονίζει ρητά σε επιστολή του, ακυρώνοντας τη σχεδιαζόμενη έκδοση πρωτόλειων ελληνόγλωσσων ποιημάτων του «Χρειάζονται όμως άλλα πράματα τώρα, για να δείξουμε τι δυνατότητες έχει η γλώσσα» (Πολίτης 1991: 87). Γράφοντας «γλώσσα» εννοεί βέβαια τη γλώσσα του λαού. Στην κρίσιμη συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους λόγιους της εποχής του σχετικά με τη γλώσσα στην οποία θα πρέπει να μιλούν και να γράφουν οι πολίτες τού υπό γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο Σολωμός θα ταχθεί υπέρ της γλώσσας του λαού. Την άποψη αυτή θα υπερασπίσει τόσο με την ποίησή του όσο και με το κριτικό, μαχητικό κείμενο του Διαλόγου(1824) όπου ο Ποιητής, με την ηθική υποστήριξη του Φίλου, θα συγκρουστεί με τον Σοφολογιότατο.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.
Καθώς «ερχότανε κάθε τόσο από μακριά» (Σεφέρης) και χάρη στην εξοικείωσή του με αντίστοιχα ευρωπαϊκά γλωσσικά ζητήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιταλία, ο Σολωμός θα ανασκευάσει με συγκροτημένα επιχειρήματα και σθένος τις απόψεις υπέρ της καθαρεύουσας ή/και της αρχαϊζουσας:

[…]
ΠΟΙΗΤΗΣ

Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα οπού είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμπέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείσει. Ησύχασαν τέλος πάντων γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους τα σοφά έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα οπού ήτον μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήτον αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθεί.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ

Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;

ΠΟΙΗΤΗΣ

Για να καταπεισθείς πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ

Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή πως ο φιλόσοφος για να την κυριέψει πρέπει πρώτα να της υποταχθεί, ημπορεί κανείς να το πει για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ

Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.
[…]

Ο Σολωμός θα επανέλθει στο «πώς» στη γνωστή επιστολή του προς τον φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη (Ιούνιος 1833):

«Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια, θα 'θελα όμως, όποιος μεταχειρίζεται την κλέφτικη γλώσσα, να τη μεταχειρίζεται στην ουσία της και όχι στη μορφή της, με νιώθεις; Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια, δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί· πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα. Δεν ξέρω αν φανέρωσα καλά τη σκέψη μου, έτσι βιαστικά που γράφω. Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι Κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματά τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα· το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά.» (Πολίτης 1991: 254)

Στόχος του Σολωμού είναι να καλύψει το κενό που υπήρχε στη λογοτεχνία της εποχής του και του τόπου του: να καλλιεργήσει τη δημώδη, λαϊκή γλώσσα και να φτιάξει ένα ποιητικό γλωσσικό όργανο ικανό να εκφράσει ιδέες και έννοιες εθνικές αλλά και οικουμενικές. Στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, η απουσία μιας ήδη διαμορφωμένης ενιαίας νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης θα τον δυσκολέψει αλλά ταυτόχρονα θα του αφήσει ελεύθερο το πεδίο ενώ η απόσταση από την οποία έρχεται, η παιδεία του και η «διάνοιά του» θα του επιτρέψουν να δει καθαρότερα, να επιλέξει και να μπολιάσει δημιουργικά τη νεοελληνική ποιητική γλώσσα, την οποία επιχειρεί να πλάσει, με την ιταλική και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση και σκέψη με τις οποίες είναι εξοικειωμένος. Ο καρπός θα φανεί στο χρονικό διάστημα 1828-1855.


Η χρυσή σφραγίδα του ποιητή με το μονόγραμμα στο κέντρο είχε γραμμένη περιμετρικά τη φράση "VERUM AMO VERUM VOLO " (=Την αλήθεια αγαπώ την αλήθεια θέλω)

ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (1828-1857)

«[…] εγώ είμαι καλά όσο ποτέ άλλοτε: μένω στο σπίτι εξαιρετικών ανθρώπων, βυθισμένος ως το λαιμό στις μελέτες μου.» (Δ. Σολωμός, Κέρκυρα, 1.10.1832)

Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα για καλλιτεχνικούς και προσωπικούς λόγους. Θέλει να «αφιερωθεί όλος εις τη μελέτη της Τέχνης» ( Πολυλάς 1859 κστ΄) και συγχρόνως να απομακρυνθεί από τον αδελφό του Δημήτριο και τη σύζυγό του. (Αυτή είναι, άλλωστε, υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, η ανώνυμη Γυναίκα της Ζάκυθος, την οποία ο ποιητής στηλιτεύει για τη συμπεριφορά της στο ομώνυμο έργο του.)


Το σπίτι του Σολωμού στην Κέρκυρα, που σήμερα στεγάζει το κερκυραϊκό Μουσείο Σολωμού


Τα διαβάσματά του αυτή την εποχή εστιάζουν στη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, κατά κύριο λόγο μέσω των πολυάριθμων ιταλικών μεταφράσεων που του ετοιμάζει ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Ωστόσο, ενεργός παραμένει ο διάλογος των μελετητών για το αν η θητεία του Σολωμού στον γερμανικό ρομαντισμό και ιδεαλισμό (κυρίως Σίλλερ και Χέγκελ) οδήγησε σε μια λίγο-πολύ ριζική αλλαγή της ποιητικής του κατά την κερκυραϊκή περίοδο Πολυλάς 1859 ; λε ΄, Ζαμπέλιος 1859, Παλαμάς [1898] 1981: 41, Βελουδής 1989) ή αν απλώς ο Σολωμός βρήκε στη γερμανική σκέψη στοιχεία που τέμνονταν με αναζητήσεις και προβληματισμούς ήδη διαμορφωμένους κατά την ζακυνθινή, νεοκλασικιστική και νεοπλατωνική, περίοδο (Πολίτης 1985: 320, Coutelle 1990: 85-161, Καλταμπάνος 2004: 253)· ή, πάλι, αν τόσο οι "γερμανικές" (ρομαντικές) όσο και οι "ιταλικές" (νεοπλατωνικές) πηγές του εκβάλλουν στον θεοσοφικό μυστικισμό των αρχών του 19ου αιώνα (Παπάζογλου 1995: 46-48). Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται να τονιστεί η ποικιλία που χαρακτηρίζει τα ελληνικά και ευρωπαϊκά διαβάσματά του, το δημιουργικό πνεύμα του και, εντέλει, η ιδιοσυγκρασιακή πρωτοτυπία της ποιητικής του, παρά την αναγνώριση επιμέρους οφειλών του ή εκλεκτικών συγγενειών με παλιότερους και συγκαιρινούς του Έλληνες και Ευρωπαίους λογοτέχνες και στοχαστές.

Αναμφίβολα, η σολωμική ποίηση της κερκυραϊκής περιόδου είναι περισσότερο στοχαστική, σχεδόν φιλοσοφική, μολονότι κατά κανόνα αφορμάται από πραγματικά ή και ιστορικά γεγονότα. Έννοιες κλειδιά για την ανάγνωσή της είναι −πλάι σε θέματα και τεχνικές της ζακυνθινής περιόδου που επανέρχονται και τώρα (π.χ. αντιστοιχία εσωτερικού και εξωτερικού κάλους, οράματα και όνειρα)− η δοκιμασία, η ταπεινότητα και το ηθικό μεγαλείο του ανθρώπου, η εσωτερική ελευθερία, η αυτογνωσία, η ενότητα του σύμπαντος και η αρμονία, η αλήθεια.
Στον Κρητικό (1833), για παράδειγμα, η έννοια της ηθικής δοκιμασίας του ήρωα επέχει κεντρική θέση στο ποίημα, όπως σημειώνει ο Σολωμός:

«Πεδίο δοκιμασίας είναι η ζωή (εδώ πινελιές σύντομες και βαθιές) ώστε να βρίσκεται εδώ το βάθος όλου του Ποιήματος και να φανεί ο ισχυρός χαρακτήρας του Κρητικού» (Πολίτης επιμ. 1964: 360 Β 8-11)

Αντίστοιχα, μια σειρά από δοκιμασίες έχουν να αντιμετωπίσουν οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι (1833 κ.ε., 1844 κ.ε.), η μεγαλύτερη από τις οποίες δεν είναι η πείνα αλλά μια εσωτερική αντίξοη δύναμη, «η ενθύμηση της περασμένης δόξας», όπως διαβάζουμε στα χειρόγραφα του ποιητή. Οι πολιορκημένοι θα υπερβούν και αυτήν και όλες τις άλλες, αφήνοντας να φανεί το ηθικό τους μεγαλείο και κατακτώντας την εσωτερική, ηθική ελευθερία τους:
«Κοίταξε να σχηματίσεις βαθμηδόν ωσάν μίαν αναβάθρα από δυσκολίες, τες οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησες απορουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραβούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή από όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.ά.» (Πολυλάς 1859 ; 229-230).

Αντίστοιχα, επίσης, ο Άγγλος στρατιώτης στον Πόρφυρα (1847) φθάνει στην αυτογνωσία μέσα από τη δοκιμασία του, που είναι η άνιση πάλη του με τον καρχαρία:

«Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει·
άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.»

Μολονότι τα έργα που επεξεργάζεται ο Σολωμός στη Κέρκυρα έμειναν στην πλειονότητά τους ανολοκλήρωτα και το καθένα εγκαταλειμμένο σε διαφορετικό βαθμό σύνθεσης, πιστοποιούν το αναμφίβολο γλωσσικό και ποιητικό κατόρθωμά του. Χαρακτηριστικές όψεις του συνιστούν ο πεζός ρυθμικός λόγος και η υψηλή σάτιρα της Γυναίκας της Ζάκυθος, γραμμένης στο γλωσσικό ιδίωμα του ζακυνθινού αφηγητή της Ιερομόναχου Διονύσιου. Επίσης, ο συνειρμικά δομημένος δραματικός μονολόγος του διαταραγμένου επαίτη Κρητικού, που εκφράζεται κι αυτός στο δικό του ιδίωμα (το κρητικό) αλλά και ολόκληρο το φιλόδοξο οκταμερές λυρικό και σατιρικό Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) στο οποίο ανήκει ο Κρητικός και στο οποίο αντιπαρατίθενται θετικές και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές. Ακόμα, η επικο-λυρικο-αφηγηματική σύνθεση των Ελεύθερων Πολιορκισμένων (= Β' Σχεδίασμα), όπου η γλώσσα είναι στρατηγικά μπολιασμένη με λαϊκά στοιχεία −σύμφωνα με τη ρητή επιδίωξη του ποιητή: «[…] θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ.χ. ετοιμοθάνατος, χρυσοπηγή, χρυσοπράσινα κ.ά.» ( Πολυλάς 1859,  226)− και όπου η ελληνική περίπτωση (η έξοδος του Μεσολογγιού) συναρτάται με πανανθρώπινες αξίες και αποκτά οικουμενική διάσταση μέσα σε ένα υπερεθνικό όραμα, όπου το εθνικό ταυτίζεται με το Αληθινό.


Χαρακτικό του Τάσσου που κοσμεί το εξώφυλλο του αφιερωματικού τεύχους της Νέας Εστίας 104, ετ.ΝΒ΄, Χριστούγεννα 1978, αρ.1235


Μορφικά, τη μετρική και στιχουργική ποικιλία της ποίησης της ζακυνθινής περιόδου διαδέχεται στα χρόνια της Κέρκυρας η σχεδόν αποκλειστική χρήση του δεκαπεντασύλλαβου ομοιοκατάληκτου δίστιχου και, από το 1844, του ανομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου στίχου, που τέμνεται με τον ελληνικό εθνικό στίχο. Επίσης, αποφεύγεται η συνίζηση και επιδιώκεται η αφαίρεση και η πύκνωση των νοημάτων, προς έναν καθαρότερο λυρισμό.

Μετά την απόπειρα υλοποίησης μεγάλων και συνθετικών έργων όπως το Σύνθεμα του 1833-1834, Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοικαι ο Πόρφυρας, ο Σολωμός μοιάζει μάλλον να επεξεργάζεται μικρότερα λυρικά ποιήματα (π.χ. Εις Φραγκίσκα Φραίζερ) ενώ λίγο μετά τη διπλή, στα ελληνικά και στα ιταλικά, στιχούργηση του σύντομου και αινιγματικού ποιήματος Carmen Seculare / L' Albero Mistico(1849), επιστρέφει στην ιταλόγλωσση στιχουργία με ποιήματα που δεν είναι πλέον συμβατικά, όπως τα περισσότερα νεανικά του, αλλά πρωτότυπα και αντίστοιχα της ωριμότητας και του ύφους που είχε κατακτήσει στην ελληνόγλωσση ποίησή του· κάποια μάλιστα (π.χ. La donna velata, L'usignolo e lo sparviere, Saffo, La navicella greca) μπορούν να θεωρηθούν αξιόλογα ακόμα και στο πλαίσιο της ιταλικής λογοτεχνίας. Με τα ποιήματα αυτά ολοκληρώνεται γύρω στα 1855 η ποιητική του διαδρομή.

Βέβαια, ακόμα και όταν ο Σολωμός ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένος στη σύνθεση ελληνόγλωσσης ποίησης, η ιταλική γλώσσα παρέμενε άδηλα παρούσα. Τα χειρόγραφα όπου επεξεργάστηκε τα ελληνόγλωσσα έργα του επιτρέπουν να δούμε την ύπαρξη των δύο γλωσσικών κωδίκων, την εναλλαγή τους και τον ρόλο του καθενός. Στα ιταλικά καταγράφονται κατά κύριο λόγο πεζά σχεδιάσματα του υπό επεξεργασία έργου καθώς και στοχασμοί σχετικά με τη σύνθεσή του, η οποία γίνεται βέβαια στα ελληνικά (σε στίχους ή σε πεζό, ανάλογα με το έργο), μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει διαδοχικές μορφοποιήσεις, διαγραφές και αναμορφοποιήσεις του ποιητικού υλικού και στις δύο γλώσσες. Τα ιταλικά λοιπόν υποστηρίζουν διαρκώς την κατασκευή των ελληνόγλωσσων έργων του, από την αρχή ως το τέλος της ποιητικής του διαδρομής· είναι μια "εργαλειακή" γλώσσα, μια «σκαλωσιά» (Mackridge 1994: 263), ενώ τα ελληνικά, η γλώσσα της υπό διαμόρφωση υψηλή λογοτεχνίας:

Ιntrodurre drammaticamente la descrizione delle Moriotte che venivano. Le barche piene che sono per affondare. Fanciulli, vecchi e donne (nemmeno un giovine). [= Να μπάσεις δραματικά την περιγραφή για τις Μοραΐτισσες που έρχονταν. Οι βάρκες γεμάτες που λες και θα βουλιάξουν. Παιδιά, γέροι και γυναίκες (ούτε ένα παλικάρι)]
«Πώς πάει το έθνος; πώς πάνε οι δουλειές;»
Και άφησε το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε τον αέρα orrizontalmente.
«Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος.»
[Η Γυναίκα της Ζάκυθος] (Πολίτης 1964: 272 β 1-14 και Τσαντσάνογλου 1991: 36)
Un mormorio sinistro dell'esercito impaziente si spense, pari al vento che trova lo scoglio που βρίσκει το βράχο. [= Μια απειλητική βοή του ανυπόμονου στρατού έσβησε, όμοια με τον άνεμο που βρίσκει το βράχο]
Όπου περνά το πέλαγο και κόβεται στο βράχο
[Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Β' Σχεδίασμα] (Πολίτης 1964: 407 β 29-30)



Σελίδα από το αυτόγραφο τετράδιο του Σολωμού που περιέχει τις επεξεργασίες τηςΓυναίκας της Ζάκυθος. Αυτόγραφα Σολωμού από το Αρχείο Σολωμού στην Ακαδημία Αθηνών - Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού είναι διαθέσιμα και στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Europeana


ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Μισόβγαινε απ' τον ύπνο η πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές
Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά
Στου μικρού παραθύρου σου −που ακόμη φώταγε− το μαρμαράκι
 Α κει μονάχα να 'ταν
Ένα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Που τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Και τη γνωρίζω
Πάνω σ' άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι απ' του Μεσολογγιού τις
πλάκες
(Οδ. Ελύτης, Σολωμού συντριβή και δέος, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)

Στις 9/27 Φεβρουαρίου 1857 ο Σολωμός πεθαίνει στην Κέρκυρα από εγκεφαλική συμφόρηση. Το λιγοστό έως τότε δημοσιευμένο έργο του δημιουργούσε μεγάλη προσδοκία για το αδημοσίευτο αλλά όταν αυτό παρουσιάστηκε από τον φίλο και μαθητή του Ιάκωβο Πολυλά στην περίφημη έκδοση Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, το 1859, προκάλεσε απογοήτευση στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς του. Όχι χωρίς κάποια θλίψη, ο ίδιος ο Πολυλάς διαπίστωνε ότι «τα ευρισκόμενα συγγράμματα μόλις δείχνουν, ναι μεν σημαντικά, αλλά ολίγα και αραιά τα ίχνη, με τα οποία ο ποιητής επροχωρούσε εις απάτητο μονοπάτι μέσα 'ς τον κόσμο της φαντασίας» ( Πολυλάς 1859: νγ΄).

Έκτοτε, το σολωμικό έργο εμπλουτίστηκε με κείμενα που είχαν μείνει ανέκδοτα, γνώρισε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις, συνομίλησε γόνιμα με συγγραφείς και απλούς αναγνώστες. Παρά τη μεγάλη βιβλιογραφία που το συνοδεύει, παρά την πρώιμη αναγνώρισή του ποιητή ως εθνικού και την μακρόχρονη συνάρτησή του με την εθνική ιδεολογία, το σολωμικό έργο παραμένει ανοικτό. Καταρχάς, επειδή το ίδιο αντιστέκεται με την ποιητική του σε κλειστές, οριστικές, ερμηνείες. Αρκεί να σκεφτούμε την εντέλει διαφεύγουσα ταυτότητα του τυφλού γέρου στην τιτλοφορημένη από τον Πολυλά Σκιά του Ομήρου καθώς και της Φεγγαροντυμένης γυναικείας μορφής στον Κρητικό ή το αινιγματικό Carmen seculare / Μυστικό δέντρο. Ανοικτό, επίσης, επειδή αντιστέκεται στην παγίωσή του με τον αποσπασματικό χαρακτήρα των περισσότερων ώριμων ποιημάτων και τη ρευστή, δίγλωσση μορφή τους, δοκιμάζοντας αναγνωστικές συνήθειες και εκδοτικές πρακτικές διαμορφωμένες κυρίως με βάση έργα που έλαβαν από τους συγγραφείς τους οριστική μορφή.

Πράγματι, πέρα από τις παγιωμένες κειμενικές μορφές των σολωμικών έργων που μας κληροδότησε η έκδοση των Ευρισκομένων του Πολυλά, η μόνη οριστική έκδοση του ανολοκλήρωτου σολωμικού έργου είναι η έκδοση των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη (1964), ο οποία όμως δύσκολα διαβάζεται από τους μη ειδικούς. Συνεπώς, η ανάγνωση του Σολωμού είναι −και δεν μπορεί παρά να είναι− ουσιαστικά διαμεσολαβημένη ήδη από το επίπεδο της εκδοτικής πρότασης. Δύο φαίνεται πως είναι οι βασικοί τρόποι εκδοτικής διαμεσολάβησης. Ο ένας επιδιώκει, βάσει διατυπωμένων εκδοτικών αρχών και μεθόδων, να παρακολουθήσει και να αποτυπώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα και σαφήνεια τη σταδιακή κατασκευή του κάθε ανολοκλήρωτου έργου, από την αρχή της επεξεργασίας του μέχρι την εγκατάλειψή του, παρουσιάζοντας στον αναγνώστη μια χρηστική έκδοση που δεν προωθεί το έργο πέρα από εκεί που το άφησε ο ποιητής και ως εκ τούτου διατηρεί, όπου υπάρχουν, τα κενά της σύνθεσης και την εναλλαγή των ελληνικών και των ιταλικών, με παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά (π.χ. Τσαντσάνογλου 1982, 1991· Κεχαγιόγλου 1988, 1998· Αγγελόπουλος [1988] 2001· Τικτοπούλου 2003, 2009). Ο δεύτερος τρόπος, επιδιώκει, βάσει της αισθητικής αρχής της ολότητας, ως προϋπόθεσης της λογοτεχνικότητας και της ανάγνωσης, την συμπλήρωση των ημιτελών και αποσπασματικών σολωμικών έργων και την παρουσίαση στον αναγνώστη όσο το δυνατόν απαρτισμένων κείμενων, αποσιωπώντας όσα ενδιάμεσα κενά υπάρχουν καθώς και το ιταλόγλωσσο ποιητικό υλικό (π.χ. Πολυλάς 1859· Πολίτης, 1948, 1955· Αλεξίου [1994] 2007· Βελουδής 2008).

Πορτρέτο του Ιάκωβου Πολυλά, η εκδοτική και κριτική διαμεσολάβηση του οποίου επικαθόρισε με τρόπο ανεξίτηλο την πρόσληψη του Σολωμού. Έργο του Γεωργίου Σαμαρτζή στην Πινακοθήκη του Δήμου της Κέρκυρας [πηγή: Wikimedia Commons ]

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ερμηνεία όσο και αυτή καθαυτή η ανάγνωση του ανοικτού σολωμικού έργου φαίνεται ότι απαιτούν ενεργότατη τη συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος θα συμπληρώσει μόνος του κάθε φορά τα κενά, «travedendo il resto e più ancora» [διαβλέποντας τα υπόλοιπα και ακόμα περισσότερα] (Σολωμός) και θα αναζητήσει την απόλαυση όχι μόνον στην ανάγνωση των τελειωμένων τμημάτων αλλά και στην παρακολούθηση της διαδικασίας σύνθεσης του ποιήματος, όπου άλλωστε έγκειται η ουσία της ιδιαιτερότητας του Σολωμού, της επιτυχίας του φιλόδοξου εγχειρήματός του και συγχρόνως της ανάσχεσης της ολοκλήρωσής του: η (αυτό)κριτική απόσταση με την οποία επεξεργάζεται το θεματικό και ποιητικό υλικό του.

«[…] σε όλα εν γένει τα κείμενα της ώριμης περιόδου του η ανταγωνιστική σχέση του δημιουργού με τον εαυτό του, δηλαδή με την ποίησή του, ο αδιάπτωτος διάλογος ανάμεσα στο έργο και τον στοχασμό περί του έργου, ενέχει τις διαστάσεις μιας συστηματικής και αυθόρμητης, όχι προγραμματικής και εξωτερικής, σύμφυσης της πρόζας της σκέψης στη γλώσσα της ποίησης, η οποία, επειδή ακριβώς είναι συστηματική και αυθόρμητη, υπακούσει στην εσωτερική κύμανση μιας αναγκαιότητας, που συνιστά το ίδιον, την ειδοποιό ουσία, τον σολωμισμό, αν μπορούμε να πούμε έτσι, του Σολωμού και αξιώνει με την επιτακτικότητα μας υπεβατολογικής συνθήκης από το ποιητικό υποκείμενο να αποχωρίζεται διαρκώς το σταθερό έδαφος της τετελεσμένης εκφραστικής προσπάθειας, ανασκοπώντας ως απόλυτος αναγνώστης του έργου του τη διαφορά, την απόσταση, τον δρόμο που είχε να διανύσει για να αναχθεί στην αυτάρκεια της ιδεώδους αισθητικής μορφής, έτσι ώστε το εκάστοτε ποιητικό αποτέλεσμα να αποτελεί προϊόν της δημιουργικής βούλησης του συγγραφέα και συγχρόνως δείκτη της κριτικής του αυτεννόησης, προσωρινή στιγμή διασταύρωσης ανάμεσα σ' αυτό που έγινε και σ' αυτό που πρέπει να γίνει, όριο και συνάμα έναυσμα υπέρβασης προς την εκπλήρωση του ιδεώδους. Η ποιητική πράξη ενσωματώνει σταθερά και ελέγχεται από την απαιτητική διαύγεια του κριτικού οφθαλμού συναιρώντας εντός της ασυμπτωτικά, και γι' αυτό ελλειμματικά, την αντίθεση ανάμεσα στην πρόθεση και την επιτέλεση, ανάμεσα στο επιθυμητό και το πραγματικό, ανάμεσα στην ιδέα της ποίησης και τη συγκεκριμένης της ενσάρκωση. Σχέδια επί σχεδίων, στιχουργικές παραλλαγές, εκφραστικές αναδιφήσεις, τροποποιήσεις, αναδιατάξεις και μετατοπίσεις της ποιητικής ύλης, προπλάσματα ποιημάτων, επεξεργασμένες λιγότερο ή περισσότερο συνθέσεις, σχόλια επί σχολίων, υποδείξεις εις εαυτόν στα ελληνικά και τα ιταλικά, συμπληρώσεις, αφαιρέσεις, διαγραφές, μνείες και παραπομπές σε ιδέες και ρήσεις άλλων συγγραφέων, σχηματίζουν τον αβέβαιο, ρευστό και μεταβαλλόμενο ορίζοντας του εν προόδω σολωμικού έργου, ενός έργου που ενίσταται συνεχώς στον εαυτό του, υποτυπώνοντας, δια μέσου ακριβώς της δυναμικής του ατέλειας, την αναζήτηση μιας ανέφικτης πληρότητας.» (Καλταμπάνος 2004: 286-287)

Κατερίνα Τικτοπούλου, 2014

                    ---------------------------------------------------------------------



Η αντιμετώπιση του έργου του

Ο Σολωμός είχε εξ αρχής σημαντική θέση στους φιλολογικούς κύκλους της Ζακύνθου. Μετά και τη δημοσίευση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν η φήμη του επεκτάθηκε και στο ελληνικό κράτος, αν και ο ίδιος δεν ταξίδεψε ποτέ στην ελεύθερη Ελλάδα.Στο ευρύ κοινό των Επτανήσων και στην Αθήνα ο ποιητής ήταν γνωστός μόνο για τα ποιήματα που είχε δημοσιεύσει: τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, το απόσπασμα «Η δέηση της Μαρίας» από τον Λάμπρο, την Ωδή εις Μοναχήν, καθώς και τα νεανικά του ποιήματα, πολλά από τα οποία διαδίδονταν προφορικά και αρκετά από αυτά είχαν μελοποιηθεί. Η άποψη των συγχρόνων του στηριζόταν επομένως σε αυτά τα έργα, και χάρη σε αυτά τα έργα είχε αποκτήσει τη φήμη που τον συνόδευσε μέχρι τον θάνατό του. Θαυμασμό για το έργο του Σολωμού εκδήλωναν και οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, εκφράζοντας όμως τις αντιρρήσεις τους για τη γλώσσα του. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός ]έγραφε το 1827 στο Cours de la litterature grecque moderne: «τα ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού… έχουν τη σπάνια αξία κάποιου δυνατού και συναρπαστικού οίστρου, μιας φαντασίας γεμάτης τόλμη και γονιμότητα». Ο Αλέξανδρος Σούτσος στο ποίημα του Επιστολή προς τον Βασιλέα Όθωνα χαρακτήρισε τον Σολωμό (αλλά και τον Κάλβο)« μεγάλο ὠδοποιό», που όμως παραμέλησε τα κάλλη της γλώσσας και παρουσίασε πλούσιες ιδέες «πτωχά ενδεδυμένες», ενώ ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής στο Esquisses de la literature grecque moderne έγραφε: «το πνεύμα του τον κάνει να είναι μια από τις μεγαλύτερες δόξες της Ελλάδας…. Ο Σολωμός έλαμψε σαν το πιο όμορφο πετράδι του ποιητικού στέμματος της Ελλάδας». Ήδη πριν τον θάνατό του το ποιητικό έργο του Σολωμού είχε ταυτιστεί με την έννοια της πατρίδας: το 1849 η εφημερίδα Αιών έγραφε:«αἱ ποιήσεις τοῦ Σολωμοῦ δὲν εἶναι ποιήσεις ἀτόμου, ἀλλὰ ὁλοκλήρου ἔθνους». Ανάλογες κρίσεις διατυπώθηκαν και μετά το θάνατο του ποιητή. Το περιοδικό Πανδώρα έγραψε:« ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων τῆς Ἑλλάδος, δὸς δ' εἰπεῖν καὶ τῆς Εὐρώπης αὐτῆς, ποιητῶν, ὁ συγγραφεὺς τοῦ πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν Διθυράμβου ἐκείνου, ὁ ἐκ Ζακύνθου Διονύσιος Σολομός, ἀπέθανεν εἰς ἀκμάζουσαν ἔτι ἡλικίαν». Οι επικήδειοι των μαθητών του Σολωμού ήταν βεβαίως πιο ουσιαστικοί και αναφέρονταν και στα ανέκδοτα έργα, πολλά από τα οποία είχαν ακούσει τον ποιητή να απαγγέλλει. Ο Ιούλιος Τυπάλδος χαρακτήρισε τον Σολωμό «πρώτο και μέγα θεμελιωτή της νέας μας φιλολογίας» και ο Ιάκωβος Πολυλάς στα «Προλεγόμενα» των ποιημάτων του Σολωμού το 1859 τον ονόμασε «εθνικό ποιητή».

Η εικόνα για το έργο του Σολωμού άλλαξε ριζικά μετά την εμφάνιση της πολυαναμενόμενης έκδοσης, το 1859. Το ημιτελές έργο εξέπληξε δυσάρεστα και προκάλεσε αμηχανία και οι εφημερίδες που επαινούσαν τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή μετά το θάνατό του, δεν έγραψαν τίποτα για την έκδοση των έργων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Βαλαωρίτη: το 1857, μετά τον θάνατο του Σολωμού, έγραφε στον Κωνσταντίνο Ασώπιο ότι «ἐψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ ἔθνους» και το 1877 έγραφε στονΡοΐδη: ότι ο Σολωμός άφησε πίσω του «ἕναν μόνο ὕμνον καὶ ὀλίγας ἀσυναρτήτους στροφάς».[30] Αρνητικές κρίσεις για τα ποιήματα του Σολωμού διατύπωσε και οΣπυρίδων Ζαμπέλιος στο δοκίμιό του «Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ";», το 1859.
Η πρώτη ουσιαστική επανεκτίμηση του σολωμικού έργου εκτός του επτανησιακού χώρου έγινε μετά το 1880, κυρίως από το κριτικό έργο του Παλαμά, ο οποίος αναγνώρισε την ιστορική σημασία του έργου του Σολωμού, εξαιτίας της δημιουργίας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και του γόνιμου συνδυασμού όλων των στοιχείων της ποιητικής παράδοσης αλλά και των ευρωπαϊκών ποιητικών ρευμάτων και ιδεών. Στην πραγματικότητα μορφές όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος ή ο Παλαμάς φαίνεται πως βοήθησαν την ελληνική λογοτεχνία να ξεφύγει από τον χαρακτηρισμό της ελάσσονος ποίησης του 19ου αιώνα και να την εντάξουν στο ευρύτερο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού.

Σταθμό στη μελέτη του Σολωμικού έργου αποτέλεσε το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική" (1925), σφοδρή πολεμική ενάντια στην ιδεαλιστική -και άγονη- θεώρησή του από τον Γιάννη Αποστολάκη στο κακογραμμένο, φλύαρο και πλαδαρό βιβλίο του "Η ποίηση στη ζωή μας" (1923).Όπως λέει ο Κωνσταντίνος Δημαράς και ο Βάρναλης αγνοεί το ιστορικό κομμάτι του θέματος. Ο Ιδανισμός του Σολωμού ήταν το αντίδοτο στις ενδοοικογενειακές απογοητεύσεις.

Η αποσπασματικότητα του έργου
 
Χειρόγραφο του Σολωμού από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους

Το πρόβλημα της αποσπασματικής μορφής του σολωμικού έργου και της έκδοσής του είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα της μελέτης της σολωμικής ποίησης αλλά και της Ελληνικής Φιλολογίας εν γένει.
Τα μόνα έργα του Σολωμού που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1825), ένα απόσπασμα του Λάμπρου («Η δέηση της Μαρίας») (1834), το Ωδή εις Μοναχήν (1829) και το επίγραμμαΕις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849). Τα υπόλοιπα έργα του έμειναν ανολοκλήρωτα. Ο Σολωμός επεξεργαζόταν συνεχώς τα έργα του και αγωνιζόταν για την επίτευξη της απόλυτης τελειότητας στη μορφή, προσπαθώντας να τα απαλλάξει από οτιδήποτε περιττό, που κατέστρεφε την καθαρά λυρική ουσία. Τα χειρόγραφά του δεν περιέχουν τα έργα καθαρογραμμένα, αλλά αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα η τελευταία επεξεργασία να είναι η τελική. Ο ποιητής συνελάμβανε πρώτα ένα προσχέδιο του ποιήματος σε πεζό, το οποίο κατέγραφε στα ιταλικά, και στη συνέχεια άρχιζε την ελληνική επεξεργασία. Για πολλούς στίχους σώζονται διάφορες παραλλαγές, οι στίχοι συχνά δεν είναι στη σωστή σειρά, κάποιοι είναι ανολοκλήρωτοι ενώ υπάρχουν και χάσματα. Συχνά στην ίδια σελίδα ο ποιητής μπορεί να έγραφε στίχους από διαφορετικά ποιήματα.

Ο πιστός μαθητής του Σολωμού, Ιάκωβος Πολυλάς, όταν ανέλαβε μετά τον θάνατο του «δασκάλου» του να εκδώσει το έργο του (το οποίο ανέμεναν με αγωνία όχι μόνο στα Επτάνησα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα), είχε να αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες. Κατ' αρχάς, έπρεπε να πάρει την άδεια από τον αδερφό του ποιητή, Δημήτριο, να μελετήσει τα τετράδια. Στην συνέχεια, έπρεπε να ταξινομήσει το ακατάστατο υλικό (με τον δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα του Σολωμού) για να παρουσιάσει ένα έργο όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένο και νοηματικά συνεκτικό και αυτοτελές. Ο Πολυλάς συγκέντρωσε και ταξινόμησε αυτό το υλικό και προσπάθησε να το ανασυνθέσει επιλέγοντας τους στίχους που εκείνος θεωρούσε ότι ανταποκρίνονταν περισσότερο στις αισθητικές απόψεις του ποιητή. Κάποιες φορές προσέθεσε και στίχους που είχε ακούσει τον Σολωμό να απαγγέλλει, και κατέγραψε και κάποιες από τις παραλλαγές των στίχων. Εξέδωσε το έργο του Σολωμού το 1859 με τον τίτλο Άπαντα τα Ευρισκόμενα και με μια εξαιρετική κριτική εισαγωγή, στην οποία διατύπωνε και την άποψη ότι τα χειρόγραφα του ποιητή με την οριστική μορφή των ποιημάτων έχουν χαθεί. Όμως του Πολυλά του λείπει η προοπτική και η ουδετερότητα, «αυτός βάζει το θεμέλιο λίθο της μυθολογίας του Σολωμού»

Απόπειρες ερμηνείας της αποσπασματικότητας

Η μορφή που παρουσίασε το έργο του Σολωμού με την πρώτη έκδοσή του μάλλον προκάλεσε απογοήτευση, καθώς τότε δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή και να εκτιμηθεί η αξία ενός έργου με τόσες «ατέλειες». Ο Πολυλάς τόνισε στα προλεγόμενά του ότι τα κυριότερα χειρόγραφα, με την οριστική μορφή των ποιημάτων είτε είχαν χαθεί, είτε είχαν καταστραφεί. Επικρατούσαν τότε οι υποθέσεις ότι μπορεί τα έργα να εκλάπησαν από τον υπηρέτη του Σολωμού ή από τον αδερφό του Δημήτριο, ή ίσως ότι μπορεί να τα κατέστρεψε ο ίδιος ο ποιητής. Μόνο από τις αρχές του 20ου αι. είχε γίνει πλέον κατανοητό ότι δεν υπήρχαν άλλα χειρόγραφα και ότι ο ποιητής δεν είχε ολοκληρώσει τα έργα του. Οι πρώτες απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου της αποσπασματικότητας ήταν περισσότερο εξωκειμενικές: η αδυναμία ολοκλήρωσης ερμηνευόταν ως αιτία της απουσίας της κατάλληλης πνευματικής ατμόσφαιρας που θα του έδινε κίνητρο να ολοκληρώσει τα έργα του, ή της απουσίας ικανοποιητικής λογοτεχνικής παράδοσης την οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει, ή δίνονταν ψυχολογικές ερμηνείες σχετικά με τον αλκοολισμό του ποιητή, την έλλειψη συνθετικής ικανότητας, την δυσμενή επίδραση της δίκης του 1833-1838 ή την τελειομανία και το αίσθημα του ανικανοποίητου.

Άλλοι μελετητές αντιθέτως επισήμαναν ότι ο Σολωμός σε μεγάλο βαθμό αδιαφορούσε για την ολοκλήρωση των ποιημάτων. Ενδεικτική είναι η φράση που αποδίδεται στον ποιητή «Ο Λάμπρος θα μείνει απόσπασμα, γιατί το όλο ποίημα δε φτάνει το ύψος μερικών μερών». Ο Λίνος Πολίτης λέει σχετικά με την αποσπασματικότητα των Ελεύθερων πολιορκημένων: «δεν θέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε να εντάξει τα λυρικά αυτά κομμάτια σ' ένα σύνολο αφηγηματικό... Έμεινε στην καθαρή λυρική έκφραση, αδιαφορώντας για την μη λυρική συνδετική ουσία, προχωρώντας έτσι...προς μιά κατάκτηση ενός «καθαρού» λυρικού χώρου, πολύ πιο πριν από την εποχή του. Κάτι ανάλογο διαπιστώσαμε και στον Κρητικό, το ίδιο ισχύει και για τα άλλα του «αποσπασματικά» έργα». Αργότερα ο Σολωμός θεωρήθηκε από αρκετούς ποιητές και κριτικούς ως πρόδρομος την «καθαρής ποίησης» και η αποσπασματικότητα του έργου του δεν «ενοχλούσε», αντιθέτως εθεωρείτο μεγάλο πλεονέκτημα. Ο Δημήτρης Λιαντίνης αναφερόμενος στο φαινόμενο της αποσπασματικότητας του Σολωμικού έργου του αναγνωρίζει μια νόμιμη συντριβή: «Ο Σολωμός ταιριαστός στον καιρό του ήταν ανάγκη να δημιουργήσει τέχνη ευρωπαϊκή, αλλά ταιριαστός και στον τόπο του ήταν ανάγκη να δημιουργήσει τέχνη κλασσική. Αυτή η σύγκρουση τον οδήγησε στο παράταιρο σμίξιμο τού ρομαντικού και τού κλασσικού, και στη συντριβή της τέχνης του.»

Τέλος, την τελευταία δεκαετία έγινε απόπειρα συσχετισμού των ανολοκλήρωτων σολωμικών έργων με τα αποσπασματικά έργα της ρομαντικής λογοτεχνίας (όπως τα Kubla Khan του Coleridge, Giaour του Byron, Heinrich von Oftendingen του Novalis), αν και αυτή η ερμηνεία δεν είναι αποδεκτή από άλλους.

Το εκδοτικό πρόβλημα

Το πρόβλημα της έκδοσης του έργου του Σολωμού τέθηκε κατά τις δεκαετίες 1920-1930, μετά την έκδοση από τον Κ. Καιροφύλα το 1927 έργων που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην έκδοση Πολυλά, όπως Η Γυναίκα της Ζάκυθος, η σάτιρα Οι Κρεμάλες και αρκετά ιταλικά σονέτα, αλλά και την απόφαση της Ακαδημίας Αθηνώννα εκδοθούν τα ποιήματα του Σολωμού με κριτική έκδοση από τον Ν.Β. Τωμαδάκη. Τότε ξεκίνησε συζήτηση σχετικά με την μορφή της έκδοσης που θα ήταν καταλληλότερη: κριτική ή «πανομοιότυπη» (όπως υποστήριζε ο Λίνος Πολίτης). Η κριτική έκδοση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ και οι δύο φιλόλογοι ετοίμασαν «χρηστικές» εκδόσεις των ποιημάτων, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό. Ο Λ.Πολίτης εξέδωσε το 1964 τα χειρόγραφα του ποιητή σε φωτογραφική ανατύπωση και τυπογραφική μεταγραφή. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην πορεία των σολωμικών ερευνών όχι μόνο διότι αποκαλύφθηκε ο τρόπος εργασίας του ποιητή, αλλά και γιατί δόθηκε πλέον στους φιλολόγους η δυνατότητα να μελετήσουν όλες τις φάσεις επεξεργασίας των ποιημάτων και, ενδεχομένως, να διατυπώσουν νέες εκδοτικές προτάσεις.

Οι τωρινές εκδοτικές απόπειρες του σολωμικού έργου μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με την λύση που προτείνουν: η «αναλυτική» έκδοση αποκαλύπτει τα διαδοχικά στάδια επεξεργασίας του ποιήματος και τις διάφορες παραλλαγές, όπως είχε εξηγήσει ο Λίνος Πολίτης και σκόπευε να πραγματοποιήσει. Η «συνθετική» έκδοση αντιθέτως παρουσιάζει το έργο σε μορφή με λογική αλληλουχία και μορφική πληρότητα και αποκλείει όσους στίχους ή όσα αποσπάσματα δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Δείγμα «συνθετικής» έκδοσης είναι η εκδοτική δοκιμή του Στυλιανού Αλεξίου (1994), η οποία όμως δέχτηκε σφοδρή κριτική από τους υποστηρικτές της «αναλυτικής» προσέγγισης.

Εργογραφία

Ελληνικά Ποιήματα


Τα πρώτα έργα



Εις κόρην η οποία ανεθρέφετο μέσα εις μοναστήρι



Πόθος (απόσπασμα)



Ανάμνησις



Εις φίλον ψυχορραγούντα



Το όνειρο



Προς τον Κύριον Λοδοβίκον Στράνη



Προς τον Κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση



Κάκιωμα


1823-1833: Η περίοδος της διαμόρφωσης



Ύμνος εις την Ελευθερίαν (1823)



Ποίημα Λυρικό εις το θάνατο του Λορδ Μπάϊρον (1824)



Εις Μάρκο Μπότσαρη (1823)



Η καταστροφή των Ψαρών (1824)



Η Φαρμακωμένη (1826)



Τα μεγάλα έργα της ωριμότητας



Ο Κρητικός (1833)



Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1826-1844)



Ο Πόρφυρας (1849)


Τα τελευταία σχεδιάσματα



Νικηφόρος ο Βρυέννιος



Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο (1848)



Εις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849)



Εις το θάνατο της ανεψιάς του
Η σκιά του Ομήρου



Η Ευρυκόμη



O θάνατος της ορφανής



Ο θάνατος του βοσκού



Η Ψυχούλα



Η Αγνώριστη



Η Ξανθούλα

Νεκρική Ωδή

Εις μοναχήν (1829)

Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας

Η Φαρμακωμένη στον Άδη

Ο Λάμπρος (1829)

Εις μοναχήν (1829)

Εις το θάνατο κυρίας Αγγλίδας

Η Φαρμακωμένη στον Άδη

Ο Λάμπρος (1829)



Σατιρικά



Η Πρωτοχρονιά (1824)


Το Ιατροσυμβούλιο (1825)



Η Βίζιτα



Το όνειρο (1826)



Η Τρίχα (Σατιρικό του 1833)




Ελληνικά πεζά

O Διάλογος (1822-1825)

Η Γυναίκα της Ζάκυθος (1826-1829)

Μεταφράσεις

Η άνοιξη του Μεταστάσιου

Το καλοκαίρι του Μεταστάσιου

Ωδή του Πετράρχη


Ιταλικά ποιήματα (επιλογή)

Πρώιμα έργα



La Distruzione di Gerusalemme (Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ)



Ode per prima messa (Ωδή για την πρώτη λειτουργία)



Rime Improvvisate (συλλογή, 1822)



Ημιτελή ποιήματα της τελευταίας περιόδου



La navicella Greca (Το ελληνικό καραβάκι)

Saffo (Σαπφώ)



Orfeo, sonetto (Ορφέας)



Sonetto in morte di Stelio Marcoran (Σονέτο στο θάνατο του Στέλιου Μαρκορά)



Πεζά σχεδιάσματα ποιημάτων



La madre Greca (Η ελληνίδα μητέρα)



La donna velata (Η γυναίκα με το μαγνάδι)



L'usignolo e lo sparviere (Το αηδόνι και το γεράκι)

L' albero mistico (frammento- απόσπασμα) (Το μυστικό δέντρο)



L' avvelenata (frammenti) (Η φαρμακωμένη)



Il giovane guerriero (frammenti)(ο νέος πολεμιστής)



Orfeo (Ορφέας)

Ο Πόρφυρας

Ιταλικά πεζά

Per Dr. Spiridione Gripari (Επικήδειος λόγος, 1820)



Elogio di Ugo Foscolo (Επιμνημόσυνος λόγος, 1827)

===========================================


Διονύσιος Σολωμός «Η καταστροφή των Ψαρών»

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
Περπατώντας η Δόξα μονάχη
Μελετά τα λαμπρά παλικάρια

Και στην κόμη στεφάνι φορεί
Γεναμένο από λίγα χορτάρια
Που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Τον Ιούνιο του 1824 οι Τούρκοι θα καταλάβουν τα Ψαρά και θα προβούν σε μία ανελέητη σφαγή των κατοίκων του νησιού∙ ένα χρόνο μετά ο Διονύσιος Σολωμός θα συνθέσει το έξοχο αυτό επίγραμμα για να τιμήσει τους θυσιασθέντες Ψαριανούς.
Η θανάτωση χιλιάδων Ελλήνων που έλαβε χώρα στα Ψαρά υπήρξε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα για όλο το ελληνικό έθνος, και μια ασύλληπτη καταστροφή για το ίδιο το νησί. Ο ποιητής συγκλονισμένος, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες, επιχειρεί με τους στίχους του να τονίσει πως ο χαμός των ηρωικών αυτών Ελλήνων θα συνοδευτεί από αθάνατη δόξα, που θα υπενθυμίζει πάντοτε την πολύτιμη θυσία και την υπέρμετρη προσφορά των Ψαριανών στον επαναστατικό αγώνα της Ελλάδας.

Ο Σολωμός προκρίνει τη σύνθεση ενός ολιγόστιχου επιγράμματος, ακολουθώντας την αντίστοιχη παράδοση των θρηνητικών επιτάφιων επιγραμμάτων που σκοπό είχαν την απόδοση τιμών στους θανόντες. Με εκφραστική λιτότητα, αλλά με ιδιαίτερη παραστατικότητα στις δημιουργούμενες εικόνες, κατορθώνει να παρουσιάσει την ερημία του τόπου, μα και τη δόξα που αναλογεί στους ήρωες των Ψαρών.

Στο επίγραμμα έχουμε ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία στους δύο πρώτους στίχους (ράχη – μονάχη), ενώ στους υπόλοιπους τέσσερις πλεχτή, ο τρίτος ομοιοκαταληκτεί με τον πέμπτο (παλικάρια – χορτάρια) κι ο τέταρτος με τον έκτο (φορεί – γη). Το μέτρο του επιγράμματος είναι αναπαιστικό, βασίζεται δηλαδή σε τρισύλλαβους πόδες, όπου οι δύο πρώτες συλλαβές είναι άτονες και η τρίτη τονισμένη, όπως αυτό φαίνεται στον ακόλουθο στίχο: Περπατώντας η Δόξα μονάχη.

«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
Περπατώντας η Δόξα μονάχη
Μελετά τα λαμπρά παλικάρια»

Η ολόμαυρη ράχη, έκφραση με την οποία ο ποιητής επιθυμεί να εκφράσει την εικόνα του κατεστραμμένου τοπίου, μας παραπέμπει στην ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης στο Παλαιόκαστρο (περιοχή που έκτοτε ονομάστηκε Μαύρη Ράχη). Στο άκρο της χερσονήσου αυτής οι Ψαριανοί είχαν δημιουργήσει μια οχυρή θέση για να υπερασπιστούν το νησί, κι εκεί στις 22 Ιουνίου του 1824, 150 πολεμιστές που είχαν κοντά τους αρκετά γυναικόπαιδα, αντιστάθηκαν ηρωικά στους Τούρκους, φτάνοντας ως την ύστατη θυσία όταν ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη τους, προσφέροντας έτσι τη δική τους ζωή, αλλά και σκοτώνοντας συνάμα πολλούς εχθρούς.
Στο ερημωμένο από την καταστροφή τοπίο, περπατά η προσωποποιημένη Δόξα μόνη της, σκεπτόμενη τα λαμπρά παλικάρια, τους ηρωικούς πολεμιστές που πέθαναν εκεί.
Στο επίγραμμα δίνεται εμφατικά η ερημία του τόπου, για να τονιστεί το μέγεθος της σφαγής που συντελέστηκε εκεί. Έτσι, η Δόξα περπατά μονάχη στο χώρο που έχει εμφανή τα σημάδια της φονικής έκρηξης, αλλά και της απάνθρωπης δράσης των Τούρκων. Ό,τι προκύπτει από το θάνατο των γενναίων κατοίκων, αν και δεν μπορεί να απαλύνει πλήρως τον πόνο της συμφοράς, είναι το πέρασμα της Δόξας, που θα φροντίσει ώστε να μην ξεχαστεί ποτέ η αιματοβαμμένη αυτή λαμπρή θυσία.

Στους τρεις αυτούς στίχους εντοπίζουμε την πρώτη εικόνα του ποιήματος, η οποία κατορθώνει με την ιδιαίτερη συμπύκνωση νοημάτων να τιμήσει τους γενναίους νεκρούς, να αποδώσει το μέγεθος της καταστροφής, αλλά και να τονίσει την έλευση της Δόξας, ως δίκαιης ανταμοιβής για τους Έλληνες που βρήκαν εκεί μαρτυρικό θάνατο.

«Και στην κόμη στεφάνι φορεί
Γεναμένο από λίγα χορτάρια
Που είχαν μείνει στην έρημη γη.»

Οι τρεις επόμενοι στίχοι που συμπληρώνουν την πρώτη εικόνα του επιγράμματος, έρχονται να δώσουν με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση το καταστρεπτικό πέρασμα των Τούρκων. Η Δόξα φορά στα μαλλιά της ένα στεφάνι φτιαγμένο με λίγα χορτάρια που είχαν απομείνει στην ερημωμένη γη. Οι θανατώσεις, η πυρπόληση, οι κανονιοβολισμοί, αλλά και οι εκρήξεις των πυριτιδαποθηκών έχουν δημιουργήσει ένα εφιαλτικό τοπίο, όπου τα ελάχιστα εναπομείναντα χορτάρια είναι η μόνη ένδειξη της ζωής που κάποτε υπήρχε στο νησί. Ο σουλτάνος, άλλωστε, είχε ζητήσει όχι να κυριεύσουν το νησί, αλλά να το εξαφανίσουν.

Ιστορικό πλαίσιο

Κατά τα πρώτα χρόνια της Επαναστάσεως οι προσπάθειες των Τούρκων να την καταστείλουν είχαν βασικά περιορισθεί στην ξηρά. Ο σουλτάνος με τους συμβούλους του, μέχρι το 1824, δεν είχε δώσει καμία διαταγή για σοβαρή επιθετική δράση εναντίον των νησιών του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό είναι αρκετά παράξενο γιατί ήταν φυσικότερο να επιτεθούν οι Τούρκοι πρώτα εναντίον των ναυτικών νησιών, και μάλιστα της Ύδρας. Αυτό αποδεικνύει πως το εχθρικό στρατηγείο δεν εκτιμούσε σωστά τη σημασία των ναυτικών νησιών και πίστευε ότι σύντομα θα κατέπνιγε την Επανάσταση με εκστρατείες στην ξηρά. Από το άλλο μέρος τα κατορθώματα των πυρπολικών των Ελλήνων είχαν ενσπείρει τον τρόμο στον δυσκίνητο εχθρικό στόλο. Εξάλλου οι οργανωμένες και άριστα εκτελεσμένες επιδρομές των ψαριανών πλοίων στα παράλια της Μικράς Ασίας είχαν προκαλέσει ανησυχίες στην Κωνσταντινούπολη καθώς και την έντονη αντίδραση των προξένων των ευρωπαϊκών κρατών στη Σμύρνη. Τον Δεκέμβριο μάλιστα του 1823 οι πρόξενοι είχαν στείλει δριμύ έγγραφο προς τους προκρίτους των Ψαρών απαιτώντας άμεση κατάπαυση των επιθέσεών τους. Η αντίδραση των Ψαριανών, στο απειλητικό αυτό έγγραφο, ήταν μια γενναία αρνητική απάντηση, με την οποία όχι μόνο δεν δέχονταν να σταματήσουν τη δράση τους, αλλά απαιτούσαν να τους πληρώνει η Τουρκία φόρο, αν ήθελε να απαλλαγεί από τις καταστροφικές επιδρομές τους.

Ο Ψαριανός ναύαρχος Κ. Νικόδημος αναφέρει στο «Υπόμνημα της νήσου των Ψαρών» ότι ο σουλτάνος εξοργισμένος για τις ενέργειες των τολμηρών Ελλήνων ναυτικών, όταν είδε στον χάρτη το μικρό στίγμα, που αντιπροσώπευε τα Ψαρά, αποφάσισε την ολοκληρωτική καταστροφή τους. Έδωσε αμέσως διαταγή να ετοιμασθεί μεγάλη μοίρα του στόλου του και να καταστρέψει το μικρό σε έκταση αλλά δραστήριο νησί.

Ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου του 1824 η ελληνική κυβέρνηση είχε πληροφορίες για την έντονη προετοιμασία του εχθρικού στόλου. Ενώ, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου είχε γίνει πια φανερό ότι ο τουρκικός στόλος θα στρεφόταν εναντίον των Ψαρών. Ισχυρή μοίρα είχε πλεύσει στη Μυτιλήνη, όπου κατέφθαναν συνεχώς νέες ενισχύσεις σε στρατεύματα από τη Μικρά Ασία.
Στα Ψαρά τότε, εκτός τις 7.000 ντόπιους κατοίκους, είχαν καταφύγει και 23.000 περίπου πρόσφυγες από τα γύρω ελληνικά παράλια καθώς και από τη Χίο, τα Μοσχονήσια και άλλα μέρη, αναζητώντας καταφύγιο και προστασία από τους Ψαριανούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και πάνω από 1.000 Θεσσαλοί και Μακεδόνες πολεμιστές που τους είχαν μισθώσει οι Ψαριανοί για να ενισχύσουν την πολεμική τους δύναμη.

Στις 8 Ιουνίου, ημέρα Κυριακή, συγκεντρώθηκαν όλοι οι παράγοντες του νησιού στον ναό του αγίου Νικολάου και τελικά αποφάσισαν πως δεν τους έμενε άλλη διέξοδος παρά η άμυνα στην ξηρά∙ πήραν την «λεωνίδειον απόφασιν να πολεμήσουν τον εχθρόν υπέρ των όλων». Έτσι για να ενισχύσουν την άμυνά τους μετέφεραν τα κανόνια των πλοίων τους σε όποιες θέσεις έκριναν πιο κατάλληλες. Και, για να αποκλείσουν κάθε δυνατότητα φυγής σε όλους, αποφάσισαν να αφαιρέσουν και αυτά τα πηδάλια των πλοίων.

Στις 20 Ιουνίου «ο τηλέγραφος ύψωσε σήματα», ότι ο εχθρικός στόλος είχε εγκαταλείψει το Σίγρι της Μυτιλήνης, με πορεία προς τα Ψαρά. Οι πηγές δεν συμφωνούν στον ακριβή αριθμό των πλοίων των Τούρκων. Ο Villeneuve, στην επίσημη έκθεσή του προς τον αρχηγό της γαλλικής ναυτικής μοίρας, αναφέρει 180 περίπου, ο Raffenel, υπάλληλος ως τότε του γαλλικού προξενείου της Σμύρνης και πραγματικός φιλέλληνας, τον ανεβάζει σε 200 και ο Νικόδημος σε 235 και παραπάνω, που τον αποτελούσαν 2 δίκροτα, 5-6 φρεγάτες και ανεξακρίβωτος αριθμός από κορβέτες, κανονιοφόρους καθώς και πολλά μεταγωγικά.

Τις πρώτες εσπερινές ώρες μέρος του στόλου πλησίασε προς τον Κάναλο και άρχισε να κανονιοβολεί τα εκεί στημένα πυροβολεία, που απάντησαν με σφοδρό αλλά «όλως τυχαίον» κανονιοβολισμό. Η πρώτη προσπάθεια για απόβαση στρατού απέτυχε, όπως και εκείνη που επιχειρήθηκε τα ξημερώματα της 21ης Ιουνίου. Ο μεγάλος αριθμός των υπερασπιστών στο σημείο εκείνο της κορυφογραμμής των βράχων του Κανάλου, εμπόδισε την απόβαση και προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στις βάρκες με τον στρατό.

Κι ενώ μαινόταν η μάχη στον Κάναλο, που όπως φαίνεται ήταν παραπλανητική ενέργεια του Χοσρέφ, δόθηκε διαταγή να κατευθυνθούν πλοιάρια με στρατό ανατολικότερα, προς τον κάβο του Μαρκάκη, όπου στον μικρό όρμο Ερινό, που τον φρουρούσε μικρή ελληνική δύναμη, κατόρθωσε με δεξιοτεχνία να αποβιβάσει γύρω στις 3.000 στρατό, εξουδετερώνοντας τη φρουρά. Η ισχυρή δύναμη των Ελλήνων που υπερασπιζόταν τον Κάναλο βρέθηκε ξαφνικά ανάμεσα σε δύο πυρά. Έτσι, έπειτα από τέσσερις ώρες απεγνωσμένης άμυνας οι περισσότεροι Ψαριανοί έπεσαν ή πληγώθηκαν, αφού όμως σκότωσαν πλήθος εχθρών.

Οι Τούρκοι, χωρίς καμία αντίσταση αποβίβαζαν συνέχεια στρατό, γύρω στους 10.000 άνδρες. Το μεγαλύτερο μέρος προχώρησε προς τη Χώρα και το άλλο προς το Φτελιό, που έγινε τόπος δεύτερης δραματικής μάχης. Τρεις εχθρικές εφορμήσεις αποκρούσθηκαν εκεί από τους Έλληνες, που μάχονταν μονάχα με τα ελαφρά τους όπλα, σκορπίζοντας τον θάνατο στους εχθρούς. Και οι Ψαριανοί όμως είχαν μεγάλες απώλειες. Όσοι απέμειναν συνέχισαν τη μάχη και όταν οι εχθροί τους περικύκλωσαν έγραψαν τον επίλογο της ηρωικής αντιστάσεώς τους με την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης.




Η εχθρική δύναμη που βάδιζε προς τη Χώρα, αφού εξουδετέρωσε όσους Έλληνες έσπευδαν να ενισχύσουν τους υπερασπιστές του Κάναλου, μπήκε στην πόλη από πολλά σημεία. Η αντίσταση ήταν απεγνωσμένη και σταματούσε μόνο όταν και ο τελευταίος νησιώτης έπεφτε νεκρός, παρασύροντας στο θάνατο και αρκετούς εχθρούς. 
Όταν ολοκληρώθηκε η κατάληψη και η καταστροφή της πόλεως, ο Χοσρέφ διέταξε τα στρατεύματά του να κυριεύσουν και το Παλαιόκαστρο.   Από την αρχή της Επαναστάσεως το Παλαιόκαστρο είχε οχυρωθεί από τους Ψαριανούς που κατεδαφίζοντας τον περίβολο δύο εκκλησιών είχαν υψώσει ισχυρό τείχος πέντε μέτρων και είχαν μετατρέψει την τοποθεσία σε πραγματικό φρούριο. Νότια των εκκλησιών είχε κατασκευασθεί μεγάλη πυριτιδαποθήκη και σε άλλη θέση υπήρχε και δεύτερη μικρότερη.

Οι Τούρκοι είχαν ανασυνταχθεί για τη μεγάλη επίθεση. Όλα τα αγκυροβολημένα πλοία άρχισαν ισχυρό κανονιοβολισμό εναντίον του φρουρίου και τα ελληνικά πυροβολεία απάντησαν έντονα. Ο Raffenel αναφέρει ότι κατά το διάστημα του πρώτου κανονιοβολισμού και από τα δύο μέρη, βάδιζε προς το Παλαιόκαστρο η μεγάλη πορεία με τα γυναικόπαιδα που προτίμησαν το φρούριο σαν τόπο σωτηρίας.

Ισχυρά στρατεύματα περικύκλωσαν το φρούριο αλλά δεν τολμούσαν να πλησιάσουν, γιατί τα κρατούσαν σε απόσταση τα πυροβολεία των Ψαριανών. Τη νύχτα σταμάτησε η επίθεση. Αλλά οι έγκλειστοι δεν είχαν πια καμιά ψευδαίσθηση. Μέσα στο φρούριο βρίσκονταν 84 Ψαριανοί και 45 Θεσσαλομακεδόνες με τους οπλαρχηγούς Ράδο και Άγγελο. Τη νύχτα έφτασαν ακόμη 20 στρατιώτες από άλλα μέρη. Ο αριθμός των γυναικόπαιδων δεν είναι γνωστός.
Την επόμενη μέρα, 22 Ιουνίου 1824, η μάχη άρχισε άγρια και από τα δύο μέρη. Οι αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων αποκρούσθηκαν με τρομερές απώλειες γι’ αυτούς. Ο Χοσρέφ, βλέποντας την αντίσταση και θέλοντας να καταλάβει το φρούριο την ίδια ημέρα, διέταξε να αποβιβασθεί από τα πλοία και άλλος στρατός. Η πρώτη μεγάλη έφοδος αποκρούσθηκε από τους Έλληνες, με φοβερές απώλειες των Τούρκων. Το ίδιο και η δεύτερη. Η επίθεση συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Στις 6 το απόγευμα η μεγάλη δύναμη των τουρκικών στρατευμάτων κατόρθωσε να πλησιάσει το φρούριο. Οι Ψαριανοί και οι Θεσσαλομακεδόνες, σε μια ύστατη προσπάθεια, πύκνωσαν τον κανονιοβολισμό. Η ασταμάτητη χρήση των πυροβόλων όμως έφερε τη φυσική φθορά. Πολλά είχαν αχρηστευθεί.

Στις 6.30, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οι εχθροί όρμησαν προς το τείχος και αναρριχήθηκαν ως την κορυφή του, με άγριους αλαλαγμούς. Τούρκοι και Έλληνες αγωνίζονταν σώμα με σώμα. Οι δύο ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν ακόμη στην έπαλξη του τείχους, όταν ο Αντώνιος Βρατσάνος έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη. Η έκρηξη ήταν τρομακτική. Την ίδια ώρα, ο αρχιφύλακας του κανονιοστασίου Σιδέρης ανατίναξε τη μικρότερη πυριτιδαποθήκη, συμπληρώνοντας την καταστροφή. Κανένας από όσους είχαν κλεισθεί στο Παλαιόκαστρο δεν έζησε. Όσοι δεν σκοτώθηκαν από την ανατίναξη έπεσαν από τα κτυπήματα του εχθρού. Η θυσία ήταν ολοκληρωτική.

«Έπεσαν τα Ψαρά και η Ελλάς εκλονίσθη», αλλά αργά. Ο σουλτάνος δεν είχε δώσει εντολή να υποταχθούν και κυριευθούν τα Ψαρά, αλλά να εξαφανισθούν. Και ο Χοσρέφ εκπλήρωσε την εντολή. Από τους 7.000 κατοίκους του νησιού οι 4.000 περίπου σκοτώθηκαν. Όταν, μετά τη συμφορά, καταμετρήθηκαν οι επιζώντες Ψαριανοί βρέθηκαν 3.614. Από τους 25.000 περίπου πρόσφυγες, μονάχα οι 10.000 σώθηκαν, οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν ή σκοτώθηκαν. Η σημαία των Τούρκων, που υψώθηκε την εσπέρα της 22ας Ιουνίου στο Παλαιόκαστρο, στήθηκε επάνω στη στάχτη των Ψαρών, στους νεκρούς υπερασπιστές τους και στα πτώματα χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών.

[Τα ιστορικά στοιχεία έχουν αντληθεί από τον ΙΒ΄ τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, της Εκδοτικής Αθηνών] 


     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Διονύσιος Σολωμός - Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α´

I.
Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου, καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κ᾿ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι ῾ς τὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο ῾ς τὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει᾿ ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό᾿ ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάνω δέηση, καὶ ἰδοὺ μές᾿ ῾ς τὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κ᾿ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνή, ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου, ἄρχισε·

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη ῾ς τὸν ὦμο,
Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ, Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»
II.

Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει, καὶ λέει·
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
»Τί κάνεις ἐσύ;
»Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
»Πῶς μοῦ εἶσαι βαρύ.»
Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα,
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι 

III.

Γροικοῦν νὰ ταράζῃ
Τοῦ ἐχθροῦ τὸν ἀέρα
Μίαν ἄλλη, ποὺ μοιάζει
Τ᾿ ἀντίλαλου πέρα·
Καὶ ξάφνου πετειέται
Μὲ τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γροικειέται
Κι᾿ ὁ κόσμος βροντᾶ.

IV.

Ἀμέριμνον ὄντας
Τ᾿ Ἀράπη τὸ στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
῾Σ τοῦ Μάρκου τὸ χῶμα·
Διαβαίνει, κι᾿ ἀγάλι
Ξαπλώνετ᾿ ἐκεῖ,
Ποὺ ἐβγῆκ᾿ ἡ μεγάλη
Τοῦ Μπάϊρον ψυχή

V.

Προβαίνει καὶ κράζει
Τὰ ἔθνη σκιασμένα.

 VI.

Καὶ ὢ πείνα καὶ φρίκη!
Δὲ σκούζει σκυλί!

VII.

Καὶ ἡ μέρα προβαίνει,
Τὰ νέφια συντρίβει·
Νά, ἡ νύχτα ποὺ βγαίνει,
Κι ἀστέρι δὲν κρύβει.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β

Ι.

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπειρί, κ᾿ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα, καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ᾿ ἔχω ῾γὼ στὸ χέρι;
Ὁποῦ σὺ μοὔγινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»

ΙΙ.

Τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε τὴν ἄνοιξη· ὁ ποιητὴς παρασταίνει τὴν Φύση, εἰς τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ὡραιότερη, ὡς μία δύναμη, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τ᾿ ἄλλα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνάντια, προσπαθεῖ νὰ δειλιάση τοὺς πολιορκημένους· ἰδοὺ οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητῆ:
Ἡ ζωὴ ποὺ ἀνασταίνεται μὲ ὅλες της τὲς χαρές, ἀναβρύζοντας ὁλοῦθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εἰς ὅλα τὰ ὄντα· ἡ ζωὴ ἀκέραιη, ἀπ᾿ ὅλα της φύσης τὰ μέρη, θέλει νὰ καταβάλῃ τὴν ἀνθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γῆ, οὐρανός, συγχωνευμένα, ἐπιφάνεια καὶ βάθος συγχωνευμένα, τὰ ὁποῖα πάλι πολιορκοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ἐπιφάνεια καὶ εἰς τὸ βάθος της.
Ἡ ὡραιότης τῆς φύσης, ποὺ τοὺς περιτριγυρίζει, αὐξαίνει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἀνυπομονησία νὰ πάρουν τὴ χαριτωμένη γῆ, καὶ εἰς τοὺς πολιορκημένους τὸν πόνο ὅτι θὰ τὴ χάσουν.


 Ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
κι ὅσ᾿ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ᾿ ἄρματα σὲ κλειοῦνε.
Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει
Καὶ μὲς τὴ θάλασσα βαθειὰ ξαναπετειέται πάλι,
Κι᾿ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς τῆς λίμνης τὰ νερά, ὅπ᾿ ἔφθασε μ᾿ ἀσπούδα
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,
Ποὺ εὐωδίασε τὸν ὕπνο της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο·
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ᾿ ὥρα γλυκειὰ κ᾿ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι᾿ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
Ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι·
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κρένει:
Ὅποιος πεθάνῃ σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.
Τρέμ᾿ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχᾶ γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.


III.
Ἐνῷ ἀκούεται τὸ μαγευτικὸ τραγούδι τῆς ἄνοιξης, ὁποῦ κινδυνεύει νὰ ξυπνήση εἰς τοὺς πολιορκημένους τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς τόσον, ὥστε νὰ ὀλιγοστέψῃ ἡ ἀντρεία τους, ἕνας τῶν Ἑλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τοὺς ἄλλους εἰς συμβούλιο, καὶ ἡ σβημένη κλαγγή, ὁποῦ βγαίνει μέσ᾿ ἀπὸ τὸ ἀδυνατισμένο στῆθος του, φθάνοντας εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο παρακινεῖ ἕναν Ἀράπη νὰ κάμῃ ὅ,τι περιγράφουν οἱ στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ᾿ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴν κόψουν τὴν ἀντρεία».
Χαμένη, ἀλίμονο, κι ὀκνὴ τὴ σάλπιγγα γρικάει·
ἀλλὰ πῶς φθάνει στὸν ἐχθρὸ καὶ κάθ᾿ ἠχὼ ξυπνάει;
Γέλιο στὸ σκόρπιο στράτευμα σφοδρὸ γεννοβολιέται,
κι ἡ περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανὶς πετιέται·
καὶ μὲ χαρούμενη πνοὴ τὸ στῆθος τὸ χορτᾶτο,
τ᾿ ἀράθυμο, τὸ δυνατό, κι ὅλο ψυχὲς γιομᾶτο,
βαρώντας γύρου ὁλόγυρα, ὁλόγυρα καὶ πέρα,
τὸν ὄμορφο τρικύμισε καὶ ξάστερον ἀέρα·
τέλος μακριὰ σέρνει λαλιά, σὰν τὸ πεσούμεν᾿ ἄστρο,
τρανὴ λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητὴ κατὰ τὸ κάστρο.


IV.
Μόλις ἔπαυσε τὸ σάλπισμα ὁ Ἀράπης, μία μυριόφωνη βοὴ ἀκούεται εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο, καὶ ἡ βίγλα τοῦ κάστρου, ἀχνὴ σὰν τὸ Χάρο, λέει τῶν Ἑλλήνων: «Μπαίνει ὁ ἐχθρικὸς στόλος». Τὸ πυκνὸ δάσος ἔμεινε ἀκίνητο εἰς τὰ νερά, ὅπου ἡ ἐλπίδα ἀπάντεχε νὰ ἰδεῖ τὰ φιλικὰ καράβια. Τότε ὁ ἐχθρὸς ἐξανανέωσε τὴν κραυγή, καὶ εἰς αὐτὴν ἀντιβόησαν οἱ νεόφθαστοι μέσ᾿ ἀπὸ τὰ καράβια. Μετὰ ταῦτα μία ἀκατάπαυτη βροντὴ ἔκανε τὸν ἀέρα νὰ τρέμει πολλὴ ὥρα, καὶ εἰς αὐτὴ τὴν τρικυμία
Ἡ μαύρη γῆ σκιρτᾶ ὡς χοχλὸ μὲς τὸ νερὸ ποὺ βράζει.
- Ἕως ἐκείνη τὴ στιγμὴ οἱ πολιορκημένοι εἶχαν ὑπομείνει πολλοὺς ἀγῶνες μὲ κάποιαν ἐλπίδα νὰ φθάσῃ ὁ φιλικὸς στόλος, καὶ νὰ συντρίψῃ ἴσως τὸν σιδερένιο κύκλο ὁποῦ τοὺς περιζώνει· τώρα ὁποῦ ἔχασαν κάθε ἐλπίδα, καὶ ὁ ἐχθρὸς τοὺς τάζει νὰ τοὺς χαρίσῃ τὴ ζωὴ ἂν ἀλλαξοπιστήσουν, ἡ ὑστερινή τους ἀντίσταση τοὺς ἀποδείχνει Μάρτυρες.

V.

. Στὴν πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτοῦν μακριὰ πολὺ τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι,
καὶ τὰ γλυκοχαράματα, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν ἐβγοῦν τ᾿ ἀστέρια.
Φοβοῦνται γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
κι οἱ ξένοι ναύκληροι μακριὰ πικραίνονται καὶ λένε:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, σπαθὶ Τουρκιᾶς, μολύβι,
πέλαγο μέγα βράζ᾿ ὁ ἐχθρὸς πρὸς τὸ φτωχὸ καλύβι.


VI.
Ἕνας πολέμαρχος ξάφνου ἀπομακραίνεται ἀπὸ τὸν κύκλο, ὅπου εἶναι συναγμένοι εἰς συμβούλιο γιὰ τὸ γιουροῦσι, γιατὶ τὸν ἐπλάκωσε ἡ ἐνθύμηση, τρομερὴ εἰς ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς ἄκρας δυστυχίας, ὅτι εἰς ἐκεῖνο τὸ ἴδιο μέρος, εἰς τὲς λαμπρὲς ἡμέρες τῆς νίκης, εἶχε πέσει κοπιασμένος ἀπὸ τὸν πολεμικὸ ἀγῶνα, καὶ αὐτοῦ ἐπρωτάκουσε, ἀπὸ τὰ χείλη τῆς ἀγαπημένης του, τὸν ἀντίλαλο τῆς δόξας του, ὁποία ἕως τότε εἶχε μείνει ἄγνωστη εἰς τὴν ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ ψυχή του.

Μακρυὰ ἀπ᾿ ὅπ᾿ ἦτα᾿ ἀντίστροφος κι᾿ ἀκίνητος ἐστήθη·
Μόνε σφοδρὰ βροντοκοποῦν τ᾿ ἀρματωμένα στήθη·
Ἐχαμογέλασε πικρὰ κι ὁλούθενε κοιτάζει·
κι ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν:
-«Ἐκεῖ ῾ρθε τὸ χρυσότερο ἀπὸ τὰ ὀνείρατά μου·
μὲ τ᾿ ἅρματ᾿ ὅλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ῾πε: «Ὁ δρόμος σου γλυκὸς καὶ μοσχοβολισμένος·
στὴν κεφαλή σου κρέμεται ὁ ἥλιος μαγεμένος·
παλληκαρᾶ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Ἄκου, νησιά, στεριὲς τῆς γῆς, ἐμάθαν τ᾿ ὄνομά σου! -
Τοῦτος, ἄχ, ποῦ ῾ν᾿ ὁ δοξαστὸς κι ἡ θεϊκιὰ θωριά του;
Ἡ ἀγκάλη μ᾿ ἔτρεμ᾿ ἀνοιχτὴ κατὰ τὰ γόνατά του».
Ἔρριξε χάμου τὰ χαρτιὰ μὲ τσ᾿ εἴδησες τοῦ κόσμου
ἡ κορασιὰ τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Χαρὰ τῆς ἔσβυε τὴ φωνὴ ποὖν᾿ τώρα ἀποσβυμένη·
ἄμε, χρυσ᾿ ὄνειρο, καὶ σὺ μὲ τὴ σαβανωμένη!
Ἐδῶ ῾ναι χρεία νὰ κατεβῶ, νὰ σφίξω τὸ σπαθί μου,
πρὶν ὅλοι χάσουν τὴ ζωή, κι ἐγ᾿ ὅλη τὴν πνοή μου·
τὰ λίγα ἀπομεινάρια τῆς πείνας καὶ τσ᾿ ἀντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
γκόλφι νὰ τά ῾χω στὸ πλευρὸ καὶ νὰ τὰ βγάλω πέρα,
ποὺ μ᾿ ἔκραξαν μ᾿ ἀπαντοχή, φίλο, ἀδελφό, πατέρα·
Δρόμ᾿ ἀστραφτὰ νὰ σχίσω τοὺς σ᾿ ἐχθροὺς καλὰ θρεμμένους,
σ᾿ ἐχθροὺς πολλούς, πολλ᾿ ἄξιους, πολλὰ φαρμακωμένους·
νὰ μείνῃς, χῶμα πατρικό, γιὰ μισητὸ ποδάρι·
ἡ μαύρη πέτρα σου χρυσῆ καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.»
Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,
ὅμως γιὰ μένα στὴ χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες».
«Θύρες ἀνοίξτ᾿ ὁλόχρυσες γιὰ τὴν γλυκειὰν ἐλπίδα.»



VII.

- «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;».
-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.
Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.
Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».




VIII.
Παρασταίνεται ὁ Ἰμπραῒμ Πασὰς συλλογιζόμενος τὴ σημαντικότητα τῆς γῆς, τὴν ὁποία θέλει νὰ κυριέψῃ, καὶ τὸν πόνο καὶ τὴν ἐντροπή του ἂν δὲν τὸ κατορθώσῃ.

Καθὼς ἐκεῖ στὴν Ἀραπιά . . . . . . . .
Χύνεται ἀνάερα τὸ σκυλὶ τῆς δίψας λυσσασμένο.
Μὲς τὴν ψυχὴ τὴν ἀγροικᾶ σὰ σπίθα στὴ φωτιά της.
Καὶ συχνὰ τοὖ ῾π᾿ ἡ ἀράθυμη καὶ τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνὰ καρπόφορα, καὶ λίμνη ὡραία καὶ πλούσια.»
Σ᾿ τουφέκι ἀλλάξαν καὶ σπαθὶ τὸ δίχτυ καὶ τ᾿ ἀγκίστρι.».
«Μάνα καλὴ παληκαριῶν, καὶ κάμε τη δική σου.»
«Αἰώνια ἤθελ᾿ ἤτανε ὁ πόνος κι ἡ ντροπή μου.»

IX.
Ἐτοῦτ᾿ εἶν᾿ ὕστερη νυχτιά· ὅλα τ᾿ ἀστέρια βγάνει·
ὁλονυχτὶς ἀνέβαινε ἡ δέηση, τὸ λιβάνι.
Ὁ Ἀράπης, τραυηγμένος ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ ποὺ ἐσκορποῦσε τὸ θυμίαμα, περίεργος καὶ ἀνυπόμονος, μὲ βιαστικὰ πατήματα πλησιάζει εἰς τὸ τεῖχος,
Καὶ ἀπάνου, ἀνάγκη φοβερή! σκυλὶ δὲν τοῦ ῾λυχτάει.
Καὶ ἀκροάζεται· ἀλλὰ τὴ νυχτικὴ γαλήνη δὲν ἀντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε ἀναστεναγμός· ἤθελε πεῖς ὅτι εἶχε παύσει ἡ ζωή· οἱ ἥρωες εἶναι ἑνωμένοι καί, μέσα τους λόγια λένε

Γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ μόλις τὰ χωράει·
Στὰ μάτια καὶ στὸ πρόσωπο φαίνονται οἱ στοχασμοί τους·
Τοὺς λέει μεγάλα καὶ πολλὰ ἡ τρίσβαθη ψυχή τους.
Ἀγάπη κι ἔρωτας καλοῦ τὰ σπλάχνα τους τινάζουν.
Τὰ σπλάχνα τους κι ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν·/
Γλυκιὰ κι ἐλεύθερ᾿ ἡ ψυχὴ σὰ νά ῾τανε βγαλμένη,
Κι ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.

Χ.
Ἀφοῦ ἔκαψαν τὰ κρεβάτια, οἱ γυναῖκες παρακαλοῦν τοὺς ἄντρες νὰ τὲς ἀφήσουν νὰ κάμουνε ἀντάμα, εἰς τὸ σπήλαιο, τὴν ὑστερινὴ δέηση. Μι᾿ ἀπ᾿ αὐτές, ἡ γεροντότερη, μιλεῖ γιὰ τὲς ἄλλες: «Ἄκουσε, παιδί μου, καὶ τοῦτο ἀπὸ τὸ στόμα μου,

Ποὖμ᾿ ὅλη κάτου ἀπὸ τὴ γῆ κι᾿ ἕνα μπουτσούνι ἀπ᾿ ἔξω.
Ὁρκίζουν σε στὴ στάχτ᾿ αὐτὴ . . . . . . . . . . . . . . . . .
Καὶ στὰ κρεβάτια τ᾿ ἄτυχα μὲ τὸ σεμνὸ στεφάνι·
N᾿ ἀφῆστε σᾶς παρακαλοῦν νὰ τρέξουμε σ᾿ ἐκεῖνο,
Νὰ κάμουμ᾿ ἅμα τὸ στερνὸ χαιρετισμὸ καὶ θρῆνο.»


 ΧΙ.
Οἱ γυναῖκες, εἰς τὲς ὁποῖες ἕως τότε εἶχε φανῆ ὅμοια μεγαλοψυχία μὲ τοὺς ἄντρες, ὅταν δέονται καὶ αὐτές, δειλιάζουν λιγάκι καὶ κλαῖνε· ὅθεν προχωρεῖ ἡ Πράξη· διότι ὅλα τὰ φερσίματα τῶν γυναικῶν ἀντιχτυποῦν εἰς τὴν καρδιὰ τῶν πολεμιστάδων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑστερινὴ ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς καταπολεμάει, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς ἀπ᾿ ὅλες τες ἄλλες, αὐτοὶ βγαίνουν ἐλεύθεροι.
XII.
Εἶναι προσωποποιημένη ἡ Πατρίδα, ἡ Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὅλα τὰ παθήματα, καὶ καθαρίζοντάς τὰ εἰς τὴ μεγάλη ψυχή της νὰ ἀναπνέῃ τὴν Παράδεισο·

Πολλὲς πληγὲς κι᾿ ἐγλύκαναν γιατ᾿ ἔσταξ᾿ ἁγιομύρος.
Μένει ἄγρυπνη μέρα καὶ νύχτα, καρτερώντας τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος· δὲν τὰ φοβᾶται τὰ παιδιά της μὴ δειλιάσουν· εἰς τὰ μάτια της εἶναι φανερὰ τὰ πλέον ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς τους·
Στοῦ τέκνου σύρριζα τὸ νοῦ, Θεοῦ τῆς μάνας μάτι·
Λόγο, ἔργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀπὸ τὸ πρῶτο μίλημα στὸν ἀγγελοκρουμό του.
Γιὰ τοῦτο αὐτὴ εἶναι
Ἥσυχη γιὰ τὴ γνώμη τους, ἀλλ᾿ ὄχι γιὰ τὴ Μοῖρα,
Καὶ μὲς στὴν τρίσβαθη ψυχὴ ὁ πόνος της πλημμύρα,
Ἐπειδὴ βλέπει τὸν ἐχθρὸν ἄσπονδον, ἄπονον ἀπὸ τὸ πολὺ πεῖσμα, καὶ καταλαβαίνει ὅτι ἂν τὸ Ἔλεος ἔχυνε μὲς στὰ σπλάχνα του ὅλους τοὺς θησαυρούς του, τοῦτοι
Τριαντάφυλλά ῾ναι θεϊκὰ στὴν κόλαση πεσμένα.

ΧΙΙΙ.
Μένουν οἱ Μάρτυρες μὲ τὰ μάτια προσηλωμένα εἰς τὴν ἀνατολή, νὰ φέξῃ γιὰ νὰ βγοῦνε στὸ γιουρούσι, καὶ ἡ φοβερὴ αὐγή.

Μνήσθητι, Κύριε, -εἶναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, ἐφάνη!
ἐπάψαν τὰ φιλιὰ στὴ γῆ . . . . . . . .
Στὰ στήθια καὶ στὸ πρόσωπο, στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια.
Μιὰ φούχτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ᾿ ἐκεῖνο.
Ἰδού, σεισμὸς καὶ βροντισμός, κι ἐβάστουναν ἀκόμα,
ποὺ ὁ κύκλος φθάνει ὁ φοβερὸς μὲ τὸν ἀφρὸ στὸ στόμα·
κι ἐσκίστη ἀμέσως, κι ἔβαλε στῆς Μάνας τὰ ποδάρια,
τῆς πείνας καὶ τοῦ . . . . . . . τὰ λίγα ἀπομεινάρια·
τ᾿ ἀπομεινάρια ἀνέγγιαγα καὶ κατατρομασμένα,
τὰ γόνατα καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ ῾ματοκυλισμένα.



XIV.

Τὸ μάτι μου ἔτρεχε ρονιά, κι᾿ ὀμπρός του δὲν ἐθώρα,
κι᾿ ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολλὴ ὥρα,
π᾿ ἄστραψε γέλιο ἀθάνατο, παιχνίδι τῆς χαρᾶς του,
στὸ φῶς τῆς καλωσύνης του, στὸ φῶς τῆς ὀμορφιᾶς του.

XV.
Ἔχε ὅσες ἔχ᾿ ἡ Ἀνατολὴ κι᾿ ὅσες εὐχὲς ἡ Δύση.
XVI.
Μ᾿ ὅλον ποὺ τότ᾿ ἀσάλευτος στὸ νοῦ μ᾿ ὁ νιὸς ἐστήθη,
κ᾿ εἶχε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στήθη.
XVII.
Κι᾿ ἄνθιζε μέσα μου ἡ ζωὴ μ᾿ ὅλα τὰ πλούτια πὤχει.
XVIII.
Συχνὰ τὰ στήθια ἐκούρασα, ποτὲ τὴν καλωσύνη.
XIX.
Ὁ υἱός σου κρίνος μὲ δροσιὰ φεγγαροστολισμένος.
XX.
Στὸν ὕπνο της μουρμούριζε τὴν κλάψα τῆς τρυγόνας.
XXI.
Ἀνάξιε δοῦλε τοῦ Χριστοῦ, κάτου τὰ γόνατά σου.
XXII.
Γιά, κοίτα ῾κεῖ χάσμα σεισμοῦ βαθιὰ στὸν τοῖχο πέρα,
καὶ βγαίνουν ἄνθια πλουμιστά, καὶ τρέμουν στὸν ἀέρα.
λούλουδα μύρια, προκαλοῦν χρυσὸ μελισσολόϊ,
ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καὶ κρύβουνε τὴ χλόη.
XXIII.
Χιλιάδες ἦχοι ἀμέτρητοι, πολὺ βαθυὰ στὴ χτίσι.
ἡ Ἀνατολὴ τ᾿ ἀρχίναγε κ᾿ ἐτέλειωνε τὸ ἡ Δύσι.
Κάποι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, κι᾿ ἀπὸ τὴ Δύσι κάποι.
κάθ᾿ ἦχος εἶχε καὶ χαρά, κάθε χαρὰ κι᾿ ἀγάπη.
XXIV.
Κάνε σιμὰ κ᾿ εἶναι ψιλές, κάνε βαρειὲς καὶ πέρα,
σὰν τοῦ Μαϊοῦ τὲς εὐωδιὲς γιομόζαν τὸν ἀέρα.
XXV.
Ἡ ὄψη ὀμπρός μου φαίνεται, καὶ μὲς τὴ θάλασσ᾿ ὄχι,
ὄμορφη ὡς εἶναι τ᾿ ὄνειρο μ᾿ ὅλα τὰ μάγια πὤχει·
XXVI.
Χρυσ᾿ ὄνειρο ἠθέλησε τὸ πέλαγο ν᾿ ἀφήσῃ,
τὸ πέλαγο, ποὺ πάτουνε χωρὶς νὰ τὸ συγχίσῃ.
XXVII.
Κ᾿ ἔφυγε τὸ χρυσ᾿ ὄνειρο ὡς φεύγουν ὅλα τ᾿ ἄλλα.
XXVIII.
Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,
ὅμως γιὰ μένα στὴν χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες.
XXIX.
Ὅλοι σὰν ἕνας, ναί, χτυποῦν, ὅμως ἐσὺ σὰν ὅλους.
XXX.
Τοῦ πόνου ἐστρέψαν οἱ πηγὲς ἀπὸ τὸ σωθικό μου,
ἔστρωσ᾿ ὁ νοῦς, κ᾿ ἀνέβηκα πάλι στὸν ἑαυτό μου.
XXXI.
Τὸ γλυκὸ σπίτι τῆς ζωῆς, ποὖχε χαρὰ καὶ δόξα.
XXXII.
Παράπονο χαμὸς καιροῦ σ᾿ ὅ,τι κανεὶς κι᾿ ἂ χάσῃ.
XXXIII.
Χαρὰ στὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ τὰ πολυαγαπημένα,
ποὺ μὤδειξε σκληρ᾿ ὄνειρο στὸ σάβανο κλεισμένα.
XXXIV.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Καὶ μετὰ βίας
τί μὤστειλες, χρυσοπηγὴ τῆς Παντοδυναμίας;
XXXV.
Ἔστρωσ᾿, ἐδέχθ᾿ ἡ θάλασσα ἄντρες ριψοκινδύνους,
κ᾿ ἐδέχθηκε στὰ βάθη τους τὸν οὐρανὸ κ᾿ ἐκείνους.
XXXVI.
Πάντ᾿ ἀνοιχτά, πάντ᾿ ἄγρυπνα, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.
XXXVII.
Ὁποὖν᾿ ἐρμιὰ καὶ σκοτεινιὰ καὶ τοῦ θανάτου σπίτι.
XXXVIII.
Τὸ πολιορκούμενο Μεσολόγγι ἔχει τριγύρου χάντακα,
Πὤφαγε κόκκαλο πολὺ τοῦ Τούρκου καὶ τ᾿ Ἀράπη.
XXXIX.
Χθὲς πρωτοχάρηκε τὸ φῶς καὶ τὸν γλυκὸν ἀέρα.
XL.
Πάλι μοῦ ξίππασε τ᾿ αὐτὶ γλυκειᾶς φωνῆς ἀγέρας.
XLI.
Ὀλίγο φῶς καὶ μακρυνὸ σὲ μέγα σκότος κ᾿ ἔρμο.
XLII.
Κι᾿ ὅπου ἡ βουλή τους συφορά, κι᾿ ὅπου τὸ πόδι χάρος.
XLIII.
Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθὸ ὡς ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος·
ἐκεῖθ᾿ ἐβγῆκε ἀνίκητος.
XLIV.
Φῶς ποὺ πατεῖ χαρούμενο τὸν Ἅδη καὶ τὸ Χάρο.
XLV.
(Ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἐχθροῦ),
Τόσ᾿ ἄστρα δὲν ἐγνώρισεν ὁ τρίσβαθος αἰθέρας.
XLVI.
(Ἡ Ἐλπίδα περνάει ἀπὸ φριχτὴν ἐρημία μὲ)
Τὰ χρυσοπράσινα φτερὰ γιομᾶτα λουλουδάκια.
XLVII.
Χάνονται τ᾿ ἄνθη τὰ πολλά, ποὖχ᾿ ἄσπρα μὲ τὰ φύλλα.
XLVIII.
Γιὰ νὰ μοῦ ξεμυστηρευθῆ τὰ αἰνίγματα τὰ θεῖα.
XLIX.
Σ᾿ ἐλέγχ᾿ ἡ πέτρα ποὺ κρατεῖς, καὶ κλεῖ φωνὴ κι᾿ αὐτήνη.
L.
Μὲς τ᾿ Ἅγιο Βῆμα τῆς ψυχῆς.
LI.
Ἡ δύναμή σου πέλαγο, κ᾿ ἡ θέλησή μου βράχος.
LII.
Στὸν κόσμο τοῦτον χύνεται καὶ σ᾿ ἄλλους κόσμους φθάνει.
LIII.
Μὲ φουσκωμένα τὰ πανιὰ περήφανα κι᾿ ὡραῖα.
LIV.
Πολλοί ῾ν᾿ οἱ δρόμοι πὤχει ὁ νοῦς.
LV.
(Ἡ βοὴ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατόπεδου παρομοιάζεται μὲ τὸν ἄνεμο),
Ὁποῦ περνάει τὸ πέλαγο καὶ κόβεται στὸ βράχο.
LVI.
Καὶ τὸ τριφύλλι ἐχόρτασε καὶ τὸ περιπλοκάδι,
κ᾿ ἐχόρευε, κ᾿ ἐβέλαζε, στὸ φουντωτὸ λιβάδι.
LVII.
Ὦ γῆ       .      .     .     .      .     .     .      .     .     .
Ὁ Οὐρανὸς σὲ προσκαλεῖ, κ᾿ ἡ κόλασι βρυχίζει.
LVIII.
Καὶ μὲ τὸ ροῦχο ὁλόμαυρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα.
LIX.
Καὶ τὲς ἀτάραχες πνοὲς τὲς πολυαγαπημένες.
LX.
(Οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ φθάσῃ ὁ φιλικὸς στόλος, κοιτάζουν τὸν μακρινὸ ξάστερον ὁρίζοντα κι᾿ εὔχονται)
Νὰ θόλωνε στὰ μάτια τους μὲ κάτι, ποὺ προβαίνει.
LXI.
Κ᾿ ἐπότισέ μου τὴν ψυχὴ ποὺ χόρτασεν ἀμέσως.




ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ´

I.
Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
κι ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
μὲ λογισμὸ καὶ μ᾿ ὄνειρο, τί χάρ᾿ ἔχουν τὰ μάτια,
τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ᾿ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
ποὺ ξάφνου σοῦ τριγύρισε τ᾿ ἀθάνατα ποδάρια
(κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα·
ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη πὤχει,
ποὺ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ῾ναι κρυμμένα!
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν᾿ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
κι εὐθὺς ἐγὼ τ᾿ ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ῾χ᾿ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
(Ἡ Θεὰ ἀπαντάει εἰς τὸν ποιητὴ καὶ τὸν προστάζει νὰ ψάλῃ τὴν πολιορκία τοῦ Mεσολογγιοῦ).
II.
Ἔργα καὶ λόγια, στοχασμοί, -στέκομαι καὶ κοιτάζω,-
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, ποὺ κρύβουν τὸ χορτάρι,
Κι᾿ ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλοῦν χρυσὸ μελίσσι.
Ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸν Χάρο.
Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἄστρα σὰν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ᾿ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
κι ἀλιά, σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν!
Ἀθάνατή ῾σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;»
Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τοῦτα ῾π᾿ ὁ ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους
ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκκλήσι.
Τὸ μῖσος ὅμως ἔβγαλε καὶ ῾κεῖνο τὴ φωνή του:
«Ψαροῦ, τ᾿ ἀγκίστρι π᾿ ἄφησες, ἀλλοῦ νὰ ρίξῃς ἄμε.»
II δίς. (Παραλλαγή)
Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν πληθύνουν τ᾿ ἄστρα,
ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
Γέρος μακριά, π᾿ ἀπίθωσε στ᾿ ἀγκίστρι τὴ ζωή του,
τὸ πέταξε, τ᾿ ἀστόχησε, καὶ περιτριγυρνώντας:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τοπ᾿ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγ᾿, ἀλίμονο, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
σὲ λίγην ὥρα ξέσκεπα τὰ λίγα στήθη μένουν!
Ἀθάνατή ῾σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;»
III.
Δὲν τοὺς βαραίν᾿ ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . κ᾿ ἐμπόδισμα δὲν εἶναι
στὲς κορασιὲς νὰ τραγουδοῦν, καὶ στὰ παιδιὰ νὰ παίζουν.
IV.
Ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι᾿ ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀλλ᾿ ἥλιος, ἀλλ᾿ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,
ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα
τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ᾿ ἀπάνου τὴ σημαία,
ποὺ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει
παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.
Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε·
κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,
κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:
«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι᾿ ἁγία!»
V.
Ἀπὸ τὴν ἄπειρην ἐρμιὰ τὰ μάτια μαθημένα
Χαμογελάσαν κι᾿ ἄστραψαν, κ᾿ εἶπαν τὰ μαῦρα χείλη:
«Παιδί, στὴν πόρτα χαίρεσαι μὲ τὴ βοή, ποὺ στέρνεις·
Μπροστά, λαγέ, στὸν κυνηγό, κατακαμπῆς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνᾶς, ἀφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Καὶ τώρα δά, τ᾿ ἀράθυμο πάτημ᾿ ἀργοπορώντας,
κατὰ τὸ κάστρο τὸ μικρὸ πάλε κοιτᾶ, καὶ σφίγγει,
σφίγγει στενὰ τὴ σπάθα του στὸ λαβωμένο στῆθος,
ποὺ μέσα ἀγρίκα τὴν ψυχὴ μεγάλη καὶ τὴ θλίψη.
VI.
Ὁ Πειρασμός.
Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.
VII.
Ἔρμα ῾ν᾿ τὰ μάτια, ποὺ καλεῖς, χρυσὲ ζωῆς ἀέρα.
VIII.
Εἰς τὸ ποίημα ἕν᾿ ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πρόσωπα ἦταν μία κόρη, ὀρφανή, τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλες πλέον ἡλικιωμένες γυναῖκες εἶχαν ἀναθρέψει καὶ τὴν ἀγαποῦσαν ὅλες ὡς θυγατέρα τους. Πέφτει εἰς τὸν πόλεμον ἕνας τῶν ἐνδοξοτέρων ἀγωνιστάδων, τὸν ὁποῖον αὐτὴ εἶχε ἀγαπήσει εἰς τὸν καιρὸν τῆς εὐτυχίας· ὥστε ἀπὸ τὸ ἄκρο της ἐλπίδας ἡ καρδιά της βυθίζεται εἰς τὴν λύπη· εὑρίσκει ὅμως παρηγορία κοιτάζοντας τ᾿ ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ τὸ ὑψηλὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων γυναικῶν. Αὐτὰ ἀρκοῦν νὰ διαφωτίσουν ὁπωσδήποτε τοῦτο τὸ κομμάτι, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐνθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερῶς πρὸς τὸν Ἄγγελο, τὸν ὁποῖον εἶδε στ᾿ ὄνειρό της νὰ τῆς προσφέρῃ τὰ φτερά του· γυρίζει ἔπειτα πρὸς τὲς γυναῖκες νὰ τοὺς εἰπῇ, ὅτι αὐτὴ τὰ θέλει τὰ φτερὰ πραγματικῶς, ἀλλ᾿ ὄχι γιὰ νὰ φύγῃ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ κρατῇ κλεισμένα ἐκεῖ κοντά τους καὶ νὰ περιμείνῃ μαζί τους τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Μετὰ ταῦτα ἀνατρέχει ἡ φαντασία της εἰς ἄλλα περασμένα· πῶς τὴν ἐπαρηγοροῦσαν, ἐνῷ ἐκείτετο ἄῤῥωστη, «οἱ ἀτάραχες πνοὲς οἱ πολυαγαπημένες» τῶν ἄλλων γυναικῶν ὁποῦ ἐκοιμοῦνταν κοντά της· καὶ τέλος πῶς εἶχε ἰδεῖ τὸν νέον νὰ χορεύῃ, εἰς τὴ χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς νίκης.
«Ἄγγελε, μόνο στ᾿ ὄνειρο μοῦ δίνεις τὰ φτερά σου;
Στ᾿ ὄνομ᾿ Αὐτοῦ ποὺ σ᾿ τά ῾πλασε, τ᾿ ἀγγειὸ τσ᾿ ἐρμιᾶς τὰ θέλει.
Ἰδοὺ ποὺ τὰ σφυροκοπῶ στὸν ἀνοιχτὸν ἀέρα,
χωρὶς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τὰ θέλω γώ, νὰ τά ῾χω γώ, νὰ τὰ κρατῶ κλεισμένα,
ἐδῶ π᾿ ἀγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Κι᾿ ἄκουα πού ῾λέγετε: «Πουλί, γλυκιὰ ποὖν᾿ ἡ φωνή σου!»
Ἀηδονολάλειε στῆθος μου, πρὶν τὸ σπαθὶ σὲ σχίσῃ·
Καλὲς πνοὲς παρηγοριὰ στὴ βαριὰ νύχτα κι᾿ ἔρμη·
Μὲ σᾶς νὰ πέσω στὸ σπαθί, κι᾿ ἄμποτε νἆμαι πρώτη!
Τὸ στραβὸ φέσι στὸ χορὸ τ᾿ ἄνθια στ᾿ αὐτὶ στολίζει,
Τὰ μάτια δείχνουν ἔρωτα γιὰ τὸν ἀπάνου κόσμο,
Καὶ στὴ θωριά του εἶν᾿ ἔμορφο τὸ φῶς καὶ μαγεμένο!
IX.
Τὰ σπλάχνα μου κι᾿ ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν,
Κι᾿ ὅσα ἄνθια θρέφει καὶ καρποὺς τόσ᾿ ἄρματα σὲ κλειοῦνε.
X.
Φεύγω τ᾿ ἀλόγου τὴν ὁρμὴ καὶ τοῦ σπαθιοῦ τὸν τρόμο.
T᾿ ὀνείρου μάταια πιθυμιά, κι᾿ ὄνειρο αὐτὴ ῾ν᾿ ἡ ἴδια!
Ἐγύρισε ἡ παράξενή του κόσμου ταξιδεύτρα,
Μοὖπε μὲ θεῖο χαμόγελο βρεμένο μ᾿ ἕνα δάκρυ:
Κόψ᾿ τὸ νερὸ στὴ μάνα του, μπάσ᾿ τὸ στὸ περιβόλι,
Στὸ περιβόλι τῆς ψυχῆς τὸ μοσχαναθρεμμένο.
XI.
(Μία τῶν γυναικῶν προσφεύγει εἰς τὸ στοχασμὸ τοῦ θανάτου ὡς μόνη σωτηρία της μὲ τὴ χαρὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται τὸ πουλάκι,
Ὁποῦ ῾δε σκιᾶς παράδεισο καὶ τήνε χαιρετάει
Μὲ τοῦ φτεροῦ τὸ σάλαγο καὶ μὲ κανέναν ἦχο,
εἰς τὴ στιγμὴν ὁποῦ εἶναι κοπιασμένο ἀπὸ μακρινὸ ταξίδι, εἰς τὴ φλόγα καλοκαιρινοῦ ἥλιου.)
XII.
Καὶ βλέπω πέρα τὰ παιδιὰ καὶ τὲς ἀντρογυναῖκες
γύρου στὴ φλόγα π᾿ ἄναψαν, καὶ θλιβερὰ τὴ θρέψαν
μ᾿ ἀγαπημένα πράματα καὶ μὲ σεμνὰ κρεβάτια,
ἀκίνητες, ἀστέναχτες, δίχως νὰ ρίξουν δάκρυ·
καὶ γγιζ᾿ ἡ σπίθα τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ λιωμένα ροῦχα.
Γλήγορα, στάχτη, νὰ φανεῖς, οἱ φοῦχτες νὰ γιομίσουν.
XIII.
Εἶν᾿ ἕτοιμα στὴν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων
δρόμο νὰ σχίσουν τὰ σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν
ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο.
XIV.
(Μία γυναῖκα εἰς τὸ γιουρούσι)
Τουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Τὸ ξεροκάλαμο περνᾶ.
XV.
Σὰν ἥλιος, ὁποῦ ξάφνου σκεῖ πυκνὰ καὶ μαῦρα νέφη,
τ᾿ ὄρος βαρεῖ κατάραχα καὶ σπίτια ἰδὲς στὴ χλόη.

                                -----------------------------------------


                  
Δ.Σολωμός, «Οι Έλεύθεροι Πολιορκημένοι» : Ανάλυση

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β”
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ο Σολωμός έγραψε το Β΄ Σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του στην Κέρκυρα στα χρόνια μεταξύ 1833 – 1844. Το σχεδίασμα αυτό αποτελείται από εξήντα ένα συνολικά αποσπάσματα, γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Το ύφος του είναι περισσότερο αφηγηματικό.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τα πεζά που υπάρχουν στα αποσπάσματα, τόσο του Β΄ Σχεδιάσματος όσο και του Γ΄ Σχεδιάσματος, είναι σχέδια του Σολωμού στα ιταλικά, τα οποία μεταφράστηκαν και εντάχθηκαν στο κείμενο από τον Ιάκωβο Πολυλά. Υπάρχουν επίσης και κάποια άλλα πεζά κείμενα, τα οποία έγραψε ο Πολυλάς για να βοηθήσει στην κατανόηση του κάθε αποσπάσματος.
Το θέμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826). Η αριθμητική και στρατιωτική υπεροχή των Τούρκων, οι συχνές επιθέσεις καθώς και η έλλειψη τροφίμων ανάγκασαν τους αγωνιστές του Μεσολογγίου να πραγματοποιήσουν την ηρωική έξοδο το βράδυ της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, την Κυριακή των Βαΐων. Ο Σολωμός εμπνεόμενος από το ιστορικό αυτό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική, την εσωτερική του ελευθερία.

ΓΛΩΣΣΙΚΑ – ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ

Απόσπασμα 1:
άκρα = απόλυτη, σχεδόν νεκρική σιγή.
μνέει = ορκίζεται (αρχ. ελλην. ομνύω).
Σουλιώτης = πολλοί Σουλιώτες, γνωστοί για την ηρωική τους δράση, ήταν κλεισμένοι στο Μεσολόγγι.
Αγαρηνός = χρησιμοποιεί ενικό αντί πληθυντικό, δηλ. Αγαρηνοί. `Ετσι ονόμαζαν οι Βυζαντινοί του `Αραβες.
Απόσπασμα 2:
βουνάκι = μικρό κοπάδι.
εσύσμιξε = έσμιξε, ενώθηκε.
ασπούδα = βιασύνη.
ξαστοχώ = ξεχνώ.
κραίνω = φωνάζω.
Απόσπασμα 3:
σάλπιγγα = αναφέρεται στη σάλπιγγα του `Ελληνα πολέμαρχου.
οκνός = αργός, βραδύς, εξασθενημένος.
περιπαίχτρα = αναφέρεται στη σάλπιγγα του Αράπη, η οποία με το σάλπισμά της κοροϊδεύει τους αδύναμους σωματικά πολιορκημένους.
αράθυμος = ευέξαπτος, νευρικός.
ρητός = ξεκάθαρος, σαφής, κατηγορηματικός.

ΔΟΜΗ

Το κάθε απόσπασμα αποτελεί και ιδιαίτερη ενότητα.
Απόσπασμα 1: Η πείνα και η στέρηση έχουν εξασθενήσει σωματικά τους πολιορκημένους.
Απόσπασμα 2: Η ομορφιά της φύσης την άνοιξη μεγαλώνει την αγάπη για τη ζωή.
Απόσπασμα 3: Η πλεονεκτική θέση και υπεροχή των εχθρών απέναντι στους Μεσολογγίτες.

Απόσπασμα 1:

Το Β΄ Σχεδίασμα αρχίζει με την απόλυτη, τη νεκρική σιωπή που επικρατεί στον κάμπο. Παντού βασιλεύει η ερημιά και ο θάνατος. Μόνο ένα πουλί κελαηδάει, καθώς έχει βρει ένα σπόρο για να φάει, ενώ η μάνα ζηλεύει που δεν μπορεί να βρει τίποτα για να ταΐσει τα παιδιά της. Τα μάτια των πολιορκημένων έχουν μαυρίσει από την πείνα και τη στέρηση. Σ” αυτά, που είναι το πιο πολύτιμο αγαθό του ανθρώπου, ορκίζεται η μάνα. Στη συνέχεια ένας Σουλιώτης πολεμιστής, εξαντλημένος κι αυτός από την πείνα, στέκεται κάπου παράμερα και κλαίει. Απευθύνεται στο τουφέκι του και του εκφράζει την αδυναμία του. Το τουφέκι έχει γίνει άχρηστο στα χέρια του, καθώς η πείνα τού έχει πάρει όλες τις δυνάμεις του και δεν μπορεί τώρα να το σηκώσει και να το χρησιμοποιήσει. Περισσότερο όμως ενοχλεί τον αγωνιστή το γεγονός ότι ο εχθρός γνωρίζει αυτή του την αδυναμία.

Απόσπασμα 2:

Το απόσπασμα αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το απόσπασμα 1. Εδώ παρουσιάζεται η φύση στην ομορφότερή της ώρα, την άνοιξη. Την άνοιξη όλα ανανεώνονται, η ομορφιά της φύσης κατακλύζει τα πάντα, ενώ παντού επικρατεί η εύθυμη διάθεση, η χαρά και το κέφι. Μπροστά σ” αυτό το θαύμα της αναγέννησης της φύσης, η αγάπη των πολιορκημένων για τη ζωή γίνεται μεγαλύτερη, ενώ η ιδέα του θανάτου βαριά και ασήκωτη. Πολύ χαρακτηριστικά λέει ο ποιητής στο πεζό κείμενο των στοχασμών του που προηγείται: «Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν». Η φύση λοιπόν, μ΄ αυτή την ανοιξιάτικη έκρηξη ομορφιάς της, γίνεται ένας «πειρασμός», μια πρόκληση που δελεάζει τους πολιορκημένους, καθώς τους καλεί στη ζωή. Είναι φυσικό οι πολιορκημένοι, που αισθάνονται το θάνατο πολύ κοντά τους, να απελπίζονται και να λυπούνται ακόμη περισσότερο, όταν βλέπουν γύρω τους τη φύση στολισμένη με όλες τις ομορφιές της, όπως είναι την άνοιξη. Διότι ο θάνατος σε μια τέτοια εποχή πολλαπλασιάζεται και είναι σαν να πεθαίνει ο άνθρωπος όχι μια αλλά χίλιες φορές. `Ετσι, η ψυχή τρέμει και για μια στιγμή παρασύρεται από την ομορφιά και τη γλύκα της ζωής, με κίνδυνο να ξεχάσει το χρέος προς την πατρίδα.

Απόσπασμα 3:

Τον ύμνο προς τη φύση διακόπτει ξαφνικά το σάλπισμα ενός από τους `Ελληνες πολέμαρχους, που καλεί τους αγωνιστές σε πολεμικό συμβούλιο. Η στιγμή που γίνεται αυτό είναι καθοριστική, καθώς η σάλπιγγα πρέπει να διακόψει το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, για να μη μειωθεί η ανδρεία των πολιορκημένων από τον πειρασμό αυτό. Ο ήχος της σάλπιγγας όμως ακούγεται πολύ σιγανός και αδύναμος, καθώς η πείνα έχει εξαντλήσει σωματικά τον σαλπιγκτή, ο οποίος δεν έχει δύναμη να φυσήξει. Γέλια ξεσπούν στο εχθρικό στρατόπεδο στο άκουσμα του ξέπνοου σαλπίσματος του `Ελληνα πολέμαρχου. Ο Αράπης (Αιγύπτιος) σαλπιγκτής, για να ειρωνευτεί τους Μεσολογγίτες και να τους μειώσει το ηθικό παίρνει τη σάλπιγγά του και σαλπίζει δυνατά, γεμίζοντας τον αέρα με ισχυρούς ήχους. Το σάλπισμά του, δυνατό και βροντερό, φτάνει απειλητικό στο αντίπαλο στρατόπεδο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον τρόμο και την απελπισία στους πολιορκημένους.

ΙΔΕΕΣ

Η μεγάλη αγάπη που νιώθει ο κάθε άνθρωπος για την ιδιαίτερή του πατρίδα (φιλοπατρία), καθώς και η νοσταλγία και ο πόνος του όταν βρίσκεται μακριά της, στην ξενιτιά.
Η ομορφιά μιας χώρας συμπληρώνεται από την απουσία ξένου τυραννικού ζυγού.
Πραγματικά ευτυχισμένος θεωρείται ο άνθρωπος που ζει αλλά και πεθαίνει στην πατρίδα του.


1. Απ. 2. Στο πεζό τμήμα ο ποιητής διατυπώνει την ιδέα που θέλει να πραγματώσει στους στίχους που ακολουθούν: «θάλασσα, γη … και εις το βάθος της». Αφού μελετήσετε τους στίχους του αποσπάσματος 2, να απαντήσετε στα ερωτήματα: α) Με ποιον τρόπο ποιητής πραγματώνει την πρόθεση του; β) Ποιοι είναι οι στίχοι που εκφράζουν συνοπτικότερα την ιδέα του ποιητή;
α) Στο απόσπασμα 2, στόχος του ποιητή είναι να τονίσει πόσο μεγάλο πειρασμό και πρόκληση αποτελεί η φύση με τις ομορφιές της για τους πολιορκημένους Μεσολογγίτες. Παρουσιάζει λοιπόν τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα «συγχωνευμένα» να πολιορκούν την ανθρώπινη ψυχή στην επιφάνεια και στο βάθος της. Για να πετύχει και να πραγματώσει την πρόθεσή του ο ποιητής, πρέπει να δείξει την ενότητα των στοιχείων της φύσης, δηλαδή της γης, του ουρανού και της θάλασσας. `Οσο περισσότερο τονιστεί και επαινεθεί η ομορφιά της φύσης, ιδιαίτερα τώρα που είναι άνοιξη και βρίσκεται σε πλήρη αναγέννηση, τόσο πιο έντονα και καθαρά θα φανεί η τραγικότητα της πολιορκίας. `Ετσι, απεικονίζονται με τον καλύτερο τρόπο τα τρία στοιχεία της φύσης που, καθώς βρίσκονται σε πλήρη ομορφιά και έξαρση, αποτελούν ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για τους πολιορκημένους Μεσολογγίτες.
β) Οι στίχοι που εκφράζουν συνοπτικότερα την ιδέα του ποιητή είναι οι ακόλουθοι:
«Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη». Αναφέρεται στη μαγευτική ομορφιά της φύσης.
«`Οποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει». Ο θάνατος σε μια τέτοια εποχή, όπου όλα ξαναγεννιούνται και βρίσκονται σε πλήρη ομορφιά, πολλαπλασιάζεται και αποκτά μεγαλύτερη δύναμη, ενώ η φύση κάνει την επιθυμία των ανθρώπων για ζωή εντονότερη.
«Τρέμ” η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της». Δείχνει τον κίνδυνο που υπάρχει και που μπορεί να παρασύρει τους Μεσολογγίτες, κάνοντάς τους να ξεχάσουν το χρέος τους προς την πατρίδα, εξαιτίας του μεγάλου πειρασμού της φύσης.
2. Απόσπασμα 3. Στο απόσπασμα αυτό έχουμε μια αντιπαράθεση σαλπισμάτων (ήχων). Μπορείτε να πείτε α) ποια είναι η τελική εντύπωση που αφήνει αυτή η αντιπαράθεση; β) ποιες είναι οι λέξεις που δηλώνουν ήχο; γ) ποιοι είναι οι στίχοι που δημιουργούν τις ισχυρότερες ηχητικές εντυπώσεις και ποιοι οι επικρατέστεροι φθόγγοι σ” αυτούς;
Στο απόσπασμα 3 έχουμε μια αντιπαράθεση σαλπισμάτων: το σάλπισμα του `Ελληνα πολέμαρχου, που είναι αδύναμο και σιγανό, καθώς η πείνα έχει εξασθενήσει σωματικά τον πολιορκημένο σαλπιγκτή, και το σάλπισμα του Αράπη, που είναι δυνατό, χαρούμενο και ισχυρό.
Η τελική εντύπωση που αφήνει αυτή η αντιπαράθεση είναι μια εντύπωση φρίκης και τρόμου. Είναι φανερό ότι οι εχθροί βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση από τους πολιορκημένους Μεσολογγίτες. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, ο αναγνώστης προετοιμάζεται έτσι για το τραγικό και αναπόφευκτο που θα ακολουθήσει.
Οι λέξεις που δηλώνουν ήχο είναι: σάλπιγγα, τραγουδιού, γρικάει, ηχώ, γέλιο, βαρώντας, τρικύμισε (δημιούργησε ηχητικά κύματα), λαλιά, ρητή.
Οι στίχοι που δημιουργούν τις πιο ισχυρές ηχητικές εντυπώσεις είναι οι στίχοι 9-12: «Βαρώντας γύρου ολόγυρα … κατά το κάστρο». Οι επικρατέστεροι φθόγγοι σ” αυτούς είναι το οδοντικό τ και τα υγρά λ και ρ. Οι στίχοι αποτελούν παρήχηση του ρ, που υπάρχει σχεδόν σε κάθε λέξη.



ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ”
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το Σχεδίασμα Γ΄ γράφτηκε το 1884 και είναι απόσπασμα από το ημιτελές έργο «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Ο Σολωμός γράφει αυτό το έργο εμπνευσμένος από τον ηρωικό αγώνα των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826). Στην πραγματικότητα το Σχεδίασμα Γ΄ αποτελεί ένα ξαναδούλεμα του Σχεδιάσματος Β΄ σε νέα μορφή. Συγκεκριμένα, στο Σχεδίασμα Γ΄ ο Σολωμός εγκαταλείπει πια την ομοιοκαταληξία κι έτσι ο στίχος αποκτάει μεγαλύτερη ελευθερία και άνεση. Το Σχεδίασμα Γ΄ αποτελείται από 15 αποσπάσματα. Σ” αυτό ο ποιητής με προτροπή της θεάς Ελευθερίας ψάλλει την πολιορκία του Μεσολογγίου. Παράλληλα παρουσιάζει τις ηθικές δυνάμεις που «πολιορκούν» τους Μεσολογγίτες. Αυτές είναι: ο πειρασμός της ζωής μέσω της ανοιξιάτικης φύσης, η απογοήτευση με την άφιξη του τουρκικού στόλου και οι αναμνήσεις της παλιάς ευτυχισμένης ζωής. `Ομως, οι Μεσολογγίτες άντεξαν τις δοκιμασίες και δεν υπέκυψαν σε καμιά απ” αυτές. Στο απόσπασμα 13 του Σχεδιάσματος Γ΄ παρουσιάζεται η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών. Απέκτησαν ψυχική και ηθική ελευθερία, επειδή ελευθερώθηκαν από τις επιθυμίες τους. Γενικά στο Γ΄ Σχεδίασμα ο Σολωμός παρουσιάζει τον αγώνα του ανθρώπου ανάμεσα στο καθήκον προς την πατρίδα και προς τη ζωή. Η γλώσσα είναι η δημοτική, ανάμεικτη με σολωμικούς ιδιωματισμούς. Το ύφος είναι λιτό, γλαφυρό και σοβαρό. Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος.

ΓΛΩΣΣΙΚΑ – ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ

Απόσπασμα 1:
μητέρα = πρόκειται για τη μητέρα – πατρίδα
τα μάτια τούτα = δηλαδή τα μάτια του ποιητή
Απόσπασμα 6:
ανάκουστος = αυτός που δεν έχει ξανακουστεί, πρωτάκουστος.
αλαφροΐσκιωτος = αυτός που βλέπει οράματα και επικοινωνεί με τις νεράιδες και τα ξωτικά
κορασιά = α) η ομορφιά της ζωής και της φύσης, β) νεράιδα, γ) η αναδυόμενη Αφροδίτη, δ) η θεά Ελευθερία – Ελλάδα.
Απόσπασμα 13:
είν” έτοιμα = εννοεί τα σπαθιά.

ΔΟΜΗ
Το κάθε απόσπασμα αποτελεί και ιδιαίτερη ενότητα.
Απόσπασμα 1: Ο οραματισμός της Πατρίδας και η παράκληση του ποιητή στη θεά να τον εμπνεύσει.
Απόσπασμα 3: Η ζωή συνεχίζεται παρά την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατεί στο Μεσολόγγι.
Απόσπασμα 6: Οι ομορφιές της φύσης την άνοιξη και ο πειρασμός των Μεσολογγιτών.
Απόσπασμα 13: Οι τελευταίες στιγμές πριν από την έξοδο.
ΑΝΑΛΥΣΗ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Απόσπασμα 1: Σ” αυτό ο ποιητής βλέπει το όραμα της προσωποποιημένης πατρίδας. Τη χαρακτηρίζει μεγαλόψυχη και αξιοπρεπή στις ευχάριστες και τις δυσάρεστες στιγμές. Συγκεκριμένα την αποκαλεί «Μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα». Τα παιδιά της, δηλαδή οι `Ελληνες, ζουν με την ελπίδα ότι κάποτε θα ελευθερωθεί η Πατρίδα. `Ομως, μόνο ο ποιητής τη βλέπει μπροστά του σε όραμα. Η Πατρίδα παρουσιάζεται ακίνητη, δηλαδή ατάραχη στις δύσκολες στιγμές. Βρίσκεται πάνω σε σωρούς από φύλλα δάφνης και βάγια που φανερώνουν τη δόξα της. `Ισως ο ποιητής να οραματίζεται την πατρίδα τις μέρες της Λαμπρής και των Βαΐων. Στη διαπίστωση αυτή μας οδηγούν τα βάγια, που χρησιμοποιούνται τις άγιες μέρες του Πάσχα. `Ισως πάλι το όραμα αυτό παραπέμπει έμμεσα στην ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου (βλ. απόσπασμα 13). Η Πατρίδα δεν πατάει στη γη, απλώς αιωρείται σαν τον ουρανό. Ο ποιητής απευθύνεται σ” αυτή, της ζητάει να του μιλήσει, για να μπορέσει να ακούσει τα λόγια της και να τα χαρίσει στους `Ελληνες. Την παρακαλεί να τον εμπνεύσει, για να υμνήσει τη θέληση των Μεσολογγιτών να ζήσουν ή να πεθάνουν ελεύθεροι. Τέλος, απευθύνεται σ” αυτήν με τα εξής λόγια: «Δόξα” χ” η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι». Σύμφωνα με την υπόδειξη στο τέλος του αποσπάσματος η θεά απαντά στον ποιητή και τον προστάζει να ψάλλει την πολιορκία του Μεσολογγίου.
Απόσπασμα 3: Οι Μεσολογγίτες συνήθισαν πια τη ζωή του πολέμου. Νομίζουν ότι η ζωή τους συνεχίζεται κανονικά με τα τραγούδια των κοριτσιών και τα παιχνίδια των παιδιών. Οι αναμνήσεις από την παλιά ευτυχισμένη ζωή υπάρχουν στις ψυχές των αγωνιστών. γι” αυτό νομίζουν ότι ο πόλεμος δεν τους επηρεάζει.
Απόσπασμα 6: Σ” αυτό παρουσιάζεται η ομορφιά της φύσης την ωραιότερη εποχή του χρόνου, την άνοιξη. Η μαγεία της φύσης μεγαλώνει την επιθυμία για ζωή και δυσκολεύει τους αγωνιστές να τηρήσουν το χρέος τους προς την πατρίδα. Γι” αυτό και το απόσπασμα έχει τίτλο «Ο πειρασμός». Ο έρωτας, που βρίσκεται σε έξαρση την άνοιξη, χορεύει με τον Απρίλη. Σ” ένα σκιερό μέρος γεμάτο από δροσιά και μυρωδιές ακούγονται τα γλυκά κελαηδίσματα των πουλιών. Από παντού χύνονται δροσερά νερά που ηχούν γλυκά. Η ζωή πλημμυρίζει τη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα. Στο πεντακάθαρο και ακίνητο νερό της λίμνης μια πεταλούδα παίζει με τη σκιά της. Μυρίζει πάρα πολύ ωραία, επειδή κοιμήθηκε μέσα σ” ένα κρίνο.
Ο ποιητής ζητά από τον αλαφροΐσκιωτο να του πει τι βλέπει στη φύση. Εκείνος του απαντά ότι αυτή η νύχτα είναι γεμάτη θαύματα και μάγια. Κατά τη λαϊκή πίστη οι αλαφροΐσκιωτοι είχαν την ικανότητα να βλέπουν και να ακούνε όλα τα μυστικά της φύσης. `Ισως ο αλαφροΐσκιωτος συμβολίζει τον ίδιο τον ποιητή. Υπήρχε η αντίληψη ότι οι άνθρωποι που ασχολούνταν με την ποίηση είχαν μια ιδιαίτερη ευαισθησία, που τους επέτρεπε να βλέπουν και να ακούνε πράγματα μη αντιληπτά στους άλλους. Κανένας θόρυβος δεν ταράζει την ηρεμία της νύχτας αυτής. Το φεγγάρι έχει πέσει μέσα στη λίμνη. Ξαφνικά μια όμορφη κοπέλα βγαίνει από το νερό ντυμένη με το φως του φεγγαριού. Η φεγγαροντυμένη ίσως να συμβολίζει την ομορφιά της ζωής ή την Πατρίδα-Ελευθερία ή τη θεά Αφροδίτη που αναδύεται από τη θάλασσα.
Απόσπασμα 13: `Ολα είναι έτοιμα για την ηρωική έξοδο. Οι άντρες με τα σπαθιά τους είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν μέχρι το τέλος. Είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την ελευθερία τους.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ (Κύπρου)
(«Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β΄ Λυκείου, σελ. 43)
1. Απ. 1. Να συγκρίνετε το απόσπασμα αυτό με το απ. 1 του Α` Σχεδιάσματος και να απαντήσετε στα εξής ερωτήματα: α) Ποια είναι η θέση κάθε αποσπάσματος μέσα στο ποίημα; β) Σε ποιο χώρο τοποθετείται το όραμα στη μια περίπτωση και σε ποιον στην άλλη γ) Ποιες ομοιότητες και ποιες διαφορές διαπιστώνετε στη γυναικεία μορφή κάθε οράματος (στην απεικόνιση στα χαρακτηριστικά και στο συμβολισμό);
α) Κανονικά το απόσπασμα 1 του Γ΄ Σχεδιάσματος έπρεπε να βρισκόταν στην αρχή του ποιήματος για τους εξής λόγους: συνήθως ο ποιητής παρακαλεί την Μούσα να τον εμπνεύσει στην αρχή κάθε έργου (βλ. ομηρικά έπη). Στο τέλος του αποσπάσματος δίνεται η πληροφορία ότι η θεά διατάζει τον ποιητή να ψάλλει την πολιορκία του Μεσολογγίου. Στο απόσπασμα 1 του Α΄ Σχεδιάσματος η Μούσα-θεά προφητεύει θρηνητικά το χαμό του Μεσολογγίου. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψη ότι το απόσπασμα 1 του Γ΄ Σχεδιάσματος έπρεπε να βρίσκεται στην αρχή.
Επίσης, το απόσπασμα του Γ΄ Σχεδιάσματος αναφέρεται γενικά στον αγώνα των Ελλήνων για την πατρίδα και την ελευθερία, ενώ το απόσπασμα του Σχεδιάσματος Α΄ μιλά συγκεκριμένα για το Μεσολόγγι.
Το Α΄ Σχεδίασμα αρχίζει κάπως απότομα «Τότες εταραχτήκανε», στοιχείο που μας γεννά αμφιβολίες για τη σωστή θέση των Σχεδιασμάτων. Ακόμη, στο Γ΄ Σχεδίασμα (απ.1) ο ποιητής ζητάει να ακούσει τη φωνή της Ελευθερίας, ενώ στο Α΄ Σχεδίασμα (απ.1) ήδη την ακούει «και με φωνή … άρχισε».
β) Στο Α΄ Σχεδίασμα το όραμα τοποθετείται στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Συγκεκριμένα ο ποιητής αναφέρεται στο κάστρο, το στρατόπεδο, τη λίμνη κτλ. Αντίθετα στο Γ` Σχεδίασμα ο τόπος δεν είναι συγκεκριμένος. `Ετσι υποθέτουμε ότι το Γ΄ Σχεδίασμα καλύπτει όλη την Ελλάδα. Σύμφωνα με μια μεταφυσική ερμηνεία το δεύτερο όραμα τοποθετείται στο χώρο του λογισμού και του ονείρου.
γ) Και στα δύο οράματα οι γυναικείες μορφές είναι επιβλητικές και εμπνέουν τον ποιητή να υμνήσει τον αγώνα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Και οι δύο μορφές έχουν θεϊκό-συμβολικό χαρακτήρα. `Ομως, υπάρχουν διαφορές στον τρόπο παρουσίασης της καθεμιάς. Συγκεκριμένα, η πρώτη γυναίκα είναι μαυροντυμένη και βρίσκεται μέσα στην καπνίλα, ενώ η δεύτερη είναι αθέατη και τοποθετείται μέσα στα φύλλα της Λαμπρής. Η πρώτη μορφή έχει δυνατή φωνή, ενώ η δεύτερη δε μιλάει καθόλου. Η πρώτη γυναίκα είναι σύμβολο πένθους και αγωνιστικότητας, ενώ η δεύτερη είναι σύμβολο δόξας και ηρωισμού. Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία η πρώτη μορφή συμβολίζει τη Δικαιοσύνη «Κρεμώντας τη λύρα Τη δίκαιη στον ώμο». Η δεύτερη συμβολίζει την ηθική ελευθερία που βοηθάει τον άνθρωπο να νικήσει κάθε υλικό πειρασμό (ομορφιά, λουλούδια, έρωτα). Η ερμηνεία για τη δεύτερη μορφή ενισχύεται από το 6ο απόσπασμα του Γ΄ Σχεδιάσματος.
2. Απόσπασμα 1. Σε τι αντιδιαστέλλει ο ποιητής τον εαυτό του από τα άλλα «παιδιά» της Μητέρας-πατρίδας;
Ο ποιητής ξεχωρίζει τον εαυτό του από τα άλλα «παιδιά» της Μητέρας-Πατρίδας, δηλαδή τους υπόλοιπους `Ελληνες. Οι τελευταίοι ζουν χωρίς να ονειρεύονται την ελευθερία. Χαρακτηριστικά αναφέρει «Κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου». Αντίθετα, ο ποιητής έχει τη δυνατότητα να δει ζωντανό το όραμα της Ελευθερίας. Της ζητάει να ακούσει τη φωνή της, ώστε να μπορέσει να μεταδώσει τα μηνύματά της στους υπόλοιπους `Ελληνες που δεν μπορούν να τη δουν και να την ακούσουν.
6. Απόσπασμα 6. α) Να βρείτε τις δύο βασικές ενότητες του αποσπάσματος και να προσδιορίσετε το περιεχόμενό τους β) Στους δύο πρώτους στίχους τα κύρια θέματα είναι ο `Ερωτας και η `Ανοιξη. Με ποιες εικόνες αναπτύσσονται αυτά τα θέματα στους επόμενους στίχους του αποσπάσματος; γ) Από τα κύρια χαρακτηριστικά της πρώτης ενότητας είναι η κίνηση. Πώς εκφράζεται και ποια είναι η σημασία της για το απόσπασμα; δ) Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της δεύτερης ενότητας; ε) Να δικαιολογήσετε τον τίτλο του αποσπάσματος, αφού λάβετε υπόψη σας και τον στίχο 14 του αποσπάσματος 2 του Β΄ Σχεδιάσματος.
α) Το απόσπασμα 6 χωρίζεται σε δύο ενότητες:
1η Ενότητα: (Στίχοι 1-10): Σ” αυτήν περιγράφεται η φύση, τα φυτά, τα λουλούδια, τα κελαηδήματα των πουλιών. Γενικά παρουσιάζεται η ομορφιά της φύσης την άνοιξη.
2η Ενότητα: (Στίχοι 11-21): Σ” αυτή γίνεται αναφορά στην πεταλούδα που κυνηγά τη σκιά της, στο ακούνητο νερό της λίμνης, στην αποκάλυψη του αλαφροΐσκιωτου και στην οπτασία της φεγγαροντυμένης.
β) Η ομορφιά της φύσης την άνοιξη αναπτύσσεται με τις παρακάτω εικόνες:
η σκιά με τη δροσιά και τις μυρωδιές από τα φυτά
το κελάδημα των πουλιών
η λίμνη με το ακίνητο νερό
η πεταλούδα που παίζει με τον ίσκιο της
η πεταλούδα που κοιμάται μέσα στον κρίνο
η ηρεμία στον ουρανό και τη θάλασσα
Το θέμα του έρωτα δεν αναπτύσσεται με συγκεκριμένες εικόνες, όμως υπάρχει διασκορπισμένο σε ολόκληρο το απόσπασμα. Το στοιχείο του έρωτα υπονοείται με την περιγραφή της πεταλούδας και της φεγγαροντυμένης, η οποία αναδύεται από τη θάλασσα σαν την Αφροδίτη.
γ) Η κίνηση είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της πρώτης ενότητας. Παρουσιάζεται με εκφράσεις και κινητικά ρήματα όπως:
ο έρωτας που έστησε χορό με τον Απρίλη
τα νερά που χύνονται στην άβυσσο
παίρνουν το μόσχο, αφήνουν τη δροσιά τους
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί
αναβρύζει η ζωή.
Η σημασία της κίνησης στο απόσπασμα είναι μεγάλη, γιατί έτσι παρουσιάζεται εντονότερα η ζωή. Η ζωή καλεί τους ανθρώπους να υποκύψουν στον πειρασμό του έρωτα και να αδιαφορήσουν για το χρέος τους προς την πατρίδα. Με την κίνηση ο «πειρασμός» γίνεται εντονότερος για τους πολιορκημένους αγωνιστές.
δ) Τα κύρια χαρακτηριστικά της δεύτερης ενότητας είναι η ησυχία, η γαλήνη, η ηρεμία. Η κίνηση της πεταλούδας και της μέλισσας είναι ελάχιστη. Δεν ακούγεται κανένας ήχος. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια υποβλητική και μαγική εικόνα που εκπέμπει μυστήριο. Με την αντίθεσή της προς την πρώτη ενότητα και με την οπτασία της γυναικείας μορφής ο «πειρασμός» γίνεται ακόμη πιο έντονος.
ε) Ο στίχος 14 του αποσπάσματος 2, του Σχεδιάσματος Β΄ λέει «Τρέμ” η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της». Ο στίχος αυτός δικαιολογεί τον τίτλο του αποσπάσματος 6 «Ο πειρασμός». Και οι δύο στίχοι αναφέρονται στην ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης η οποία αποτελεί πειρασμό για τους ανθρώπους που θέλουν να υπηρετήσουν την πατρίδα τους. Η ανθρώπινη ψυχή κλονίζεται και επιθυμεί να ζήσει.
7. Ποια από τα μικρότερα αποσπάσματα που ακολουθούν σας συγκινούν περισσότερο; Μπορείτε να τα σχολιάσετε;
Το απόσπασμα 13 συγκινεί περισσότερο τους αναγνώστες, γιατί αναφέρεται στην ηρωική απόφαση των πολεμιστών να αγωνιστούν για την ελευθερία μέχρι θανάτου. Οι πολιορκημένοι απέκτησαν ηθική ελευθερία, γιατί κατόρθωσαν να αντισταθούν στους πειρασμούς και να επιλέξουν με τη θέλησή τους τη θυσία. Με την απόφαση αυτή ελευθέρωσαν την ψυχή τους από τα πάθη και μετατράπηκαν σε σύμβολα ηρωισμού.




   ----------------------------------------------------------------------------------------------------



Διονύσιος Σολωμός - Ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυθος


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1
«Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ»
1. Ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος, ἐγκάτοικος στὸ ξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Λύπιου, γιὰ νὰ περιγράψω ὅ,τι στοχάζουμαι λέγω:
2. Ὅ,τι ἐγύριζα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἅγιου Διονυσίου, ὁποὺ εἶχα πάει γιὰ νὰ μιλήσω μὲ ἕναν καλόγερο, γιὰ κάτι ὑπόθεσες ψυχικές.
3. Καὶ ἤτανε καλοκαίρι, καὶ ἦταν ἡ ὥρα ὁποὺ θολώνουνε τὰ νερά, καὶ εἶχα φθάσει στὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἦταν ἐκεῖ τριγύρου ἡ γῆ ὅλο νερά, γιατὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ συχνοβγάνουνε.
4. Ἐσταμάτησα σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἀπιθώνοντας τὰ χέρια μου στὸ φιλιατρὸ τοῦ πηγαδιοῦ ἔσκυψα νὰ ἰδῶ ἂν ἤτουν πολὺ νερό.
5. Καὶ τὸ εἶδα ὡς τὴ μέση γιομάτο καὶ εἶπα: Δόξα σοι ὁ Θεός.
6. Γλυκιὰ ἡ δροσιὰ ποὺ στέρνει γιὰ τὰ σπλάχνα τοῦ ἀνθρώπου τὸ καλοκαίρι, μεγάλα τὰ ἔργα του καὶ μεγάλη ἡ ἀφχαριστία τοῦ ἄνθρωπου.
7. Καὶ οἱ δίκαιοι κατὰ τὴ θεία Γραφὴ πόσοι εἶναι; Καὶ συλλογίζοντας αὐτὸ ἐπαίξανε τὰ μάτια μου στὰ χέρια μου ὁποὺ ἤτανε ἀπιθωμένα στὸ φιλιατρό.
8. Καὶ θέλοντας νὰ μετρήσω μὲ τὰ δάχτυλα τοὺς δίκαιους, ἀσήκωσα ἀπὸ τὸ φιλιατρὸ τὸ χέρι μου τὸ ζερβί, καὶ κοιτώντας τὰ δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ εἶπα: Τάχα νὰ εἶναι πολλά;
9. Καὶ ἀρχίνησα καὶ ἐσύγκρενα τὸν ἀριθμὸ τῶν δικαίων ὁποὺ ἐγνώριζα μὲ αὐτὰ τὰ πέντε δάχτυλα, καὶ βρίσκοντας πῶς ἐτοῦτα ἐπερισσεύανε ἐλιγόστεψα τὸ δάχτυλο τὸ λιανό, κρύβοντάς το ἀνάμεσα στὸ φιλιατρὸ καὶ στὴν ἀπαλάμη μου.
10. Καὶ ἔστεκα καὶ ἐθεωροῦσα τὰ τέσσερα δάχτυλα γιὰ πολλὴ ὥρα, καὶ αἰστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατὶ εἶδα πὼς ἤμουνα στενεμένος νὰ λιγοστέψω, καὶ κοντὰ στὸ λιανό μου δάχτυλο, ἔβαλα τὸ σιμοτινό του στὴν ἴδια θέση.
11. Ἐμνέσκανε τὸ λοιπὸν ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ μάτια μου τὰ τρία δάχτυλα μοναχά, καὶ τὰ ἐχτυποῦσα ἀνήσυχα ἀπάνου στὸ φιλιατρὸ γιὰ νὰ βοηθήσω, τὸ νοῦ μου νὰ εὕρει κάνε τρεῖς δίκαιους.
12. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀρχινήσανε τὰ σωθικά μου νὰ τρέμουνε σὰν τὴ θάλασσα ποὺ δὲν ἡσυχάζει ποτέ,
13. ἀσήκωσα τὰ τρία μου ἕρμα δάχτυλα καὶ ἔκαμα τὸ σταυρό μου.
14. Ἔπειτα θέλοντας νὰ ἀριθμήσω τοὺς ἀδίκους, ἔχωσα τὸ ἕνα χέρι μὲς στὴν τσέπη τοῦ ράσου μου καὶ τὸ ἄλλο ἀνάμεσα στὸ ζωνάρι μου, γιατὶ ἐκατάλαβα, ἀλίμονον! πῶς τὰ δάχτυλα δὲν ἐχρειαζόντανε ὁλότελα.
15. Καὶ ὁ νοῦς μου ἐζαλίστηκε ἀπὸ τὸ μεγάλον ἀριθμό· ὅμως μὲ παρηγοροῦσε τὸ νὰ βλέπω πὼς καθένας κάτι καλὸ εἶχε ἀπάνου του. Καὶ ἄκουσα ἕνα γέλιο φοβερὸ μὲς στὸ πηγάδι καὶ εἶδα προβαλμένα δυὸ κέρατα.
16. Καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ μου, περσότερο ἀπὸ ὅλους αὐτούς, ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος, ἡ ὁποία πολεμάει νὰ βλάφτει τοὺς ἄλλους μὲ τὴ γλώσσα καὶ μὲ τὰ ἔργατα, καὶ ἦταν ἔχθρισσα θανάσιμη τοῦ ἔθνους.
17. Καὶ γυρεύοντας νὰ ἰδῶ ἐὰν μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ψυχή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναβράζει ἡ κακία τοῦ Σατανᾶ, ἂν ἔπεσε ποτὲ ἡ ἀπεθυμιὰ τοῦ παραμικροῦ καλοῦ,
18. ἔπειτα ποὺ ἐστάθηκα νὰ συλλογιστῶ καλά, ὕψωσα τὸ κεφάλι μου καὶ τὰ χέρια μου στὸν οὐρανὸ καὶ ἐφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πὼς γυρεύω ἕνα κλωνὶ ἁλάτι μὲς στὸ θερμό.
19. Καὶ εἶδα πῶς ἐλάμπανε ἀπὸ πάνου μου ὅλα τ᾿ ἄστρα, καὶ ἐξάνοιξα τὴν Ἀλετροπόδα, ὅπου μὲ εὐφραίνει πολύ.
20. Καὶ ἐβιάσθηκα νὰ κινήσω γιὰ τὸ ξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Λύπιου, γιατὶ εἶδα πὼς ἐχασομέρησα, καὶ ἤθελα νὰ φθάσω γιὰ νὰ περιγράψω τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος.
21. Καὶ ἰδοὺ καμία δωδεκαριὰ ψωρόσκυλα ποὺ ἠθέλανε νὰ μοῦ ἐμποδίσουν τὸ δρόμο,
22. καὶ μὴ θέλοντας ἐγὼ νὰ τὰ κλοτσοβολήσω γιὰ νὰ μὴν ἐγγίξω τὴν ψώρα καὶ τὰ αἵματα πούχανε, ἐστοχασθήκανε πῶς τὰ σκιάζουμαι,
23. καὶ ἤρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· ὅμως ἐγὼ ἐκαμώθηκα πὼς σκύφτω νὰ πάρω πέτρα,
24. καὶ ἔφυγαν ὅλα καὶ ἐξεθύμαιναν τὰ κακορίζικα ψωριασμένα τὴ λύσσα τους, τὸ ἕνα δαγκώνοντας τὸ ἄλλο.
25. Ἀλλὰ ἕνας ὅπου ἐδιαφέντευε κάποια ἀπὸ τὰ ψωρόσκυλα ἐπῆρε κι αὐτὸς μιὰ πέτρα,
26. καὶ βάνοντας ὁ ἄθεος γιὰ σημάδι τὸ κεφάλι ἐμὲ τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἱερομόναχου δὲν τὸ πίτυχε. Γιατὶ ἀπὸ τὴ βία τὴ μεγάλη, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτίναξε τὴν πέτρα, ἐστραβοπάτησε καὶ ἔπεσε.
27. Ἔτσι ἐγὼ ἔφτασα στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Λύπιου παρηγορημένος ἀπὸ τὲς μυρωδὶες τοῦ κάμπου, ἀπὸ τὰ γλυκότρεχα νερὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀστρόβολον οὐρανό, ὁ ὁποῖος ἐφαινότουνα ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὸ κεφάλι μου μία Ἀνάσταση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2
Ο IΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΛΕΜΑΕΙ ΝΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗΘΕΙ
1. Τὸ λοιπὸν τὸ κορμὶ τῆς γυναικὸς ἤτανε μικρὸ καὶ παρμένο,
2. καὶ τὸ στῆθος σχεδὸν πάντα σημαδεμένο ἀπὸ τὲς ἀβδέλλες ποὺ ἔβανε γιὰ νὰ ρουφήξουν τὸ τηχτικό, καὶ ἀπὸ κάτου ἐκρεμόντανε δυὸ βυζιὰ ὡσὰν καπνοσακοῦλες.
3. Καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸ κορμὶ ἐπερπατοῦσε γοργότατα, καὶ οἱ ἁρμοί της ἐφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
4. Εἶχε τὸ μοῦτρο της τὴ μορφὴ τοῦ καλαποδιοῦ, καὶ ἔβλεπες ἕνα μεγάλο μάκρο ἂν ἐκύτταζες ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ πηγουνιοῦ ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κεφαλιοῦ,
5. εἰς τὴν ὁποία ἤτανε μιὰ πλεξίδα στρογγυλοδεμένη καὶ ἀπὸ πάνου ἕνα χτένι θεόρατο.
6. Καὶ ὅποιος ἤθελε σιμώσει τὴν πιθαμὴ γιὰ νὰ μετρήσει τὴ γυναίκα, ἤθελ᾿ εὕρει τὸ τέταρτο τοῦ κορμιοῦ στὸ κεφάλι.
7. Καὶ τὸ μάγουλό της ἐξερνοῦσε σάγριο, τὸ ὁποῖο ἦταν πότε ζωντανὸ καὶ πότε πονιδιασμένο καὶ μαραμένο.
8. Καὶ ἄνοιγε κάθε λίγο ἕνα μεγάλο στόμα γιὰ ν᾿ ἀναγελάσει τοὺς ἄλλους, καὶ ἔδειχνε τὰ κάτου δόντια τὰ μπροστινὰ μικρὰ καὶ σάπια, ποὺ ἐσμίγανε μὲ τὰ ἀπάνου πούτανε λευκότατα καὶ μακριά.
9. Καὶ μόλον ποὔτανε νιά, οἱ μηλίγγοι καὶ τὸ μέτωπο καὶ τὰ φρύδια καὶ ἡ κατεβασιὰ τῆς μύτης γεροντίστικα.
10. Πάντα γεροντίστικα, ὅμως ξεχωριστὰ ὅταν ἀκουμποῦσε τὸ κεφάλι της εἰς τὸ γρόθο τὸ δεξὴ μελετώντας τὴν πονηριά.
11. Καὶ αὐτὴ ἡ θωριὰ ἡ γεροντίστικη ἤτανε ζωντανεμένη ἀπὸ δυὸ μάτια λαμπρὰ καὶ ὁλόμαυρα, καὶ τὸ ἕνα ἤτανε ὀλίγο ἀλληθώρικο,
12. καὶ ἐστριφογυρίζανε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ γυρεύοντας τὸ κακό, καὶ τὸ βρίσκανε καὶ ὅπου δὲν ἤτουν.
13. Καὶ μὲς στὰ μάτια της ἄστραφτε ἕνα κάποιον τι ποὺ σ᾿ ἔκανε νὰ στοχασθεῖς ὅτι, ἡ τρελάδα ἢ εἶναι λίγο ποὺ τὴν ἄφησε ἢ κοντεύει νὰ τὴν κυτριμίσει.
14. Καὶ τούτη ἦταν ἡ κατοικία τῆς ψυχῆς της τῆς πονηρῆς καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς.
15. Καὶ ἐφανέρωνε τὴν πονηρία καὶ μιλώντας καὶ σιωπώντας.
16. Καὶ ὅταν ἐμιλοῦσε κρυφὰ γιὰ νὰ βλάψει τὴ φήμη τοῦ ἀνθρώπου, ἔμοιαζε ἡ φωνή της μὲ τὸ ψιθύρισμα τοῦ ψαθιοῦ πατημένου ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ κλέφτη.
18. Καὶ ὅταν ἐμίλειε δυνατά, ἐφαινότουνα ἡ φωνή της ἐκείνη ὁποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἀναγελάσουν τοὺς ἄλλους.
19. Καὶ μολοντοῦτο, ὅταν ἤτουν μοναχή, ἐπήγαινε στὸν καθρέφτη, καὶ κοιτώντας ἐγέλουνε κ᾿ ἔκλαιε,
20. καὶ ἐθάρρειε πὼς εἶναι ἡ ὡραιότερη ἀπ᾿ ὅσες εἶναι στὰ Ἑφτάνησα.
21. Καὶ ἦταν γιὰ νὰ χωρίζει ἀνδρόγυνα καὶ ἀδέλφια ἐπιδέξια σὰν τὸ Χάρο.
22. Καὶ ὅταν ἔβλεπε στὸν ὕπνο της τὸ ὡραῖο κορμὶ τῆς ἀδελφῆς της ἐξύπναε τρομασμένη.
23. Ὁ φθόνος, τὸ μίσος, ἡ ὑποψία, ἡ ψευτιὰ τῆς ἐτραβούσανε πάντα τὰ σωθικά,
24. Σὰν τὰ βρωμόπαιδα τῆς γειτονιᾶς τὰ βλέπεις ξετερολοϊσμένα καὶ λερωμένα νὰ σημαίνουν τὰ σήμαντρα τοῦ πανηγυριοῦ καὶ βουρλίζουν τὸν κόσμο.
* * *
25. Ἀλλὰ μιλώντας πάντα γιὰ τὰ κακὰ τῶν ἄλλων γυναικῶν ἔσωσε ὁ νοῦς της καὶ ἐπυρώθηκε,
26. καὶ αἰσθανότουνα μία κάποια γλυκάδα εἰς τὸ νὰ τὰ ξαναμελετάει μονάχη της.
27. Μολοντοῦτο ἐβαστιότουνα ἀπὸ τὰ κακὰ ἔργατα.
28. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀγρίκουνε ποὺ τὴν ἔλεγαν ἄσχημη, ἐβλάφθηκε ἡ φιλαυτία της καὶ ἐκριμάτισε καὶ στὸ τέλος δὲν εἶχε κράτο κτλ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3
ΟΙ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΣΕΣ
1. Καὶ ἐσυνέβηκε αὐτὲς τὲς ἡμέρες ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τὸ Μισολόγγι καὶ συχνὰ ὀλημερνὶς καὶ καπότε ὀληνυχτὶς ἔτρεμε ἡ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸ κανόνισμα τὸ πολύ.
2. Καὶ κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τ᾿ ἀδέλφια τους ποὺ ἐπολεμούσανε.
3. Στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νἄβγουνε καὶ ἐπροσμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ ν᾿ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε μαθημένες.
4. Καὶ εἴχανε δούλους καὶ εἴχανε σὲ πολλὲς πεδιάδες καὶ γίδια καὶ πρόβατα καὶ βόϊδα πολλά.
5. Καὶ ἀκολούθως ἐβιαζόντανε καὶ ἐσυχνοτηράζανε ἀπὸ τὸ παρεθύρι τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψη γιὰ νἄβγουνε.
6. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες ἐχάσανε τὴν ντροπή, ἐτρέχανε ὀλημερνίς.
7. Καὶ ὅταν ἐκουραζόντανε ἐκαθόντανε στ᾿ ἀκρογιάλι κι ἀκούανε, γιατὶ ἐφοβόντανε μὴν πέσει τὸ Μισολόγγι.
8. Καὶ τὲς ἔβλεπε ὁ κόσμος νὰ τρέχουνε τὰ τρίστρατα, τὰ σταυροδρόμια, τὰ σπίτια, τὰ ἀνώγια καὶ τὰ χαμώγια, τὲς ἐκκλησίες, τὰ ξωκλήσια γυρεύοντας.
9. Καὶ ἐλαβαίνανε χρήματα, πανιὰ γιὰ τοὺς λαβωμένους.
10. Καὶ δὲν τοὺς ἔλεγε κανένας τὸ ὄχι, γιατὶ οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἤτανε τὲς περσότερες φορὲς συντροφευμένες ἀπὸ τὲς κανονιὲς τοῦ Μισολογγιοῦ καὶ ἡ γῆ ἔτρεμε ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μας.
11. Καὶ οἱ πλέον πάμπτωχοι ἐβγάνανε τὸ ὀβολάκι τους καὶ τὸ δίνανε καὶ ἐκάνανε τὸ σταυρό τους κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μισολόγγι καὶ κλαίοντας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΕΥΟΥΝΕ
ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ
1. Ὡστόσο ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος εἶχε στὰ γόνατα τὴ θυγατέρα της καὶ ἐπολέμαε νὰ τὴν καλοπιάσει.
2. Ἔβαλε λοιπὸν τὸ ζουρλάδι τὰ μαλλιά της ἀπὸ πίσω ἀπὸ τ᾿ αὐτιά, γιατὶ ἡ ἀνησυχία της τἄχε πετάξει, καὶ ἔλεγε φιλώντας τὰ μάτια τῆς θυγατρός της:
3. «Μάτια μου, ψυχή μου, νὰ γένεις καλή, νὰ πανδρευθεῖς, καὶ νὰ βγαίνουμε καὶ νὰ μπαίνουμε, καὶ νὰ βλέπουμε τὸν κόσμο, καὶ νὰ καθόμαστε μαζὶ στὸ παρεθύρι νὰ διαβάζουμε τὴ θεία Γραφὴ καὶ τὴ Χαλιμά».
4. Καὶ ἀφοῦ τὴν ἐχάϊδεψε καὶ τῆς φίλησε τὰ μάτια καὶ τὰ χείλια, τὴν ἄφησε ἀπάνου στὴν καθίκλα λέοντάς της: Νὰ καὶ ἕνα καθρεφτάκι καὶ κοιτάξου ποὺ εἶσ᾿ ὄμορφη καὶ μοῦ μοιάζεις.
5. Καὶ ἡ κόρη ποὺ δὲν ἤτανε μαθημένη μὲ τὰ καλὰ ἡσύχασε, καὶ ἀπὸ τὴ χαρά της ἐδάκρυσε.
6. Καὶ ἰδοὺ μεγάλη ταραχὴ ποδιῶν, ὁποὺ πάντοτες αὔξαινε.
7. Καὶ ἐσταμάτησε κοιτάζοντας κατὰ τὴ θύρα καὶ φουσκώνοντας τὰ ρουθούνια της.
8. Καὶ ἰδοὺ παρεσιάζουνται ὀμπρός της οἱ γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ. Ἐβάλανε τὸ δεξί τους στὰ στήθια καὶ ἐπροσκυνήσανε· καὶ ἐμείνανε σιωπηλὲς καὶ ἀκίνητες.
9. «Και ἔτσι δά, πῶς; Τί κάνουμε; θὰ παίξουμε; Τί ὁρίζετε, κυράδες; Ἐκάμετε ἀναβαίνοντας τόση ταραχὴ μὲ τὰ συρτοπάπουτσα, ποὺ λογιάζω πὼς ἤρθετε νὰ μοῦ δώσετε προσταγές».
10. Καὶ ὅλες ἐμείνανε σιωπηλὲς καὶ ἀκίνητες· ἀλλὰ μία εἶπε: «Ἂμ᾿ ἔχεις δίκαιο. Εἶσαι στὴν πατρίδα σου καὶ στὸ σπίτι σου, καὶ μεῖς εἴμαστε ξένες καὶ ὅλο σπρώξιμο θέλουμε».
11. Καὶ ἐτότες ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος τὴν ἀντίσκοψε καὶ ἀποκρίθηκε: «Κυρὰ δασκάλα, ὅλα τὰ χάσετε, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούω ἡ γλώσσα σᾶς ἔμεινε.
12. »Εἶμαι στὴν πατρίδα μου καὶ στὸ σπίτι μου; Καὶ ἡ ἀφεντιά σου δὲν ἤσουνα στὴν πατρίδα σου καὶ στὸ σπίτι σου;
13. »Καὶ τί σᾶς ἔλειπε, καὶ τί κακὸ εἴδετε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο; Δὲ σᾶς ἄφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Καὶ δόξα σοι ὁ θεὸς εἴχετε περσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχω ἐγώ.
14. »Σᾶς εἶπα ἐγὼ ἴσως νὰ χτυπήσετε τὸν Τοῦρκο, ποὺ ἐρχόστενε τώρα σὲ μὲ νὰ μοῦ γυρέψετε καὶ νὰ μὲ βρίσετε;
15. »Ναίσκε! Ἐβγήκετε ὄξω νὰ κάμετε παλληκαριές. Οἱ γυναῖκες ἐπολεμούσετε (ὄμορφο πρᾶμα ποὺ ἤθελ᾿ ἤσθενε μὲ τουφέκι καὶ μὲ βελέσι· ἢ ἐβάνετε καὶ βρακί;). Καὶ κάτι ἐκάμετε στὴν ἀρχή, γιατὶ ἐπήρετε τὰ ἄτυχα παλληκάρια τῆς Τουρκιᾶς ξάφνου.
16. »Και πῶς ἐμπόρειε ποτὲ τοῦ νὰ ὑποφτευθεῖ τέτοια προδοσία; Τὄθελε ὁ Θεός; Δὲν ἀνακατωνόστενε μὲ δαῦτον μέρα καὶ νύχτα;
17. »Τόσο κάνει καὶ ἐγὼ νὰ μπήξω τὸ μαχαίρι μὲς στὸ ξημέρωμα στὸ λαιμὸ τοῦ ἀνδρός μου (ποὺ νὰ τόνε πάρει ὁ διάολος).
18. »Και τώρα ποὺ βλέπετε πὼς πᾶνε τὰ πράματά σας κακά, θέλτε νὰ πέσει τὸ βάρος ἀπάνου μου.
19. »Καλή, μὰ τὴν ἀλήθεια. Αὔριο πέφτει τὸ Μισολόγγι, βάνουνε σὲ τάξη τὴν Ἑλλάδα τὴ ζουρλὴ οἱ βασιλιάδες, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχω ὅλες μου τὲς ἐλπίδες,
20. »καὶ ὅσοι μείνουνε ἀπὸ τὸν ξολοθρεμὸ ἔρχονται στὴ Ζάκυνθο νὰ τοὺς θρέψουμε, καὶ μὲ τὴν κοιλιὰ γιομάτη μας βρίζουνε».
21. Λέοντας ἐσιώπησε ὀλίγο κοιτάζοντας μὲς στὰ μάτια τὲς γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ.
22. «Και ἔτσι ξέρω καὶ μιλῶ καὶ ἐγώ, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ τώρα δὰ τί ἀκαρτερεῖτε; Εὑρήκετε ἴσως εὐχαρίστηση νὰ μὲ ἀκοῦτε νὰ μιλῶ;
23. »Ἐσεῖς δὲν ἔχετε ἄλλη δουλειὰ παρὰ νὰ ψωμοζητᾶτε. Καί, νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, στοχάζουμαι πῶς θὲ νἆναι μιὰ θαράπαψη γιὰ ὅποιον δὲν ντρέπεται.
24. »Ἀλλὰ ἐγὼ ἔχω δουλειά. Ἀκοῦστε; ἔχω δουλειά». Καὶ φωνάζοντας τέτοια δὲν ἤτανε πλέον τὸ τριπίθαμο μπουρίκι, ἀλλὰ ἐφάνηκε σωστή.
25. Γιατὶ ἀσηκώθηκε μὲ μεγάλο θυμὸ στὴν ἄκρη τῶν ποδιῶν, καὶ μόλις ἄγγισε τὸ πάτωμα καὶ ἐγκρίλωσε τὰ μάτια, καὶ τὸ ἄβλαφτο μάτι ἐφάνηκε ἀλληγορικὸ καὶ τὸ ἀλληθώρικο ἔσιαξε. Καὶ ἐγίνηκε σὰν τὴν προσωπίδα τὴν ὕψινη ὁποὺ χύνουνε οἱ ζωγράφοι εἰς τὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν γιὰ νά...
26. Καὶ ὅποιος τὴν ἔβλεπε νὰ ξανάρθει στὴν πρώτη της μορφὴ ἔλεγε: Ὁ διάβολος ἴσως τὴν εἶχε ἀδράξει, ἀλλὰ ἐμετάνιωσε καὶ τὴν ἄφησε, γιὰ τὸ μίσος ποὺ ἔχει τοῦ κόσμου.
27. Καὶ ἡ θυγατέρα της κοιτάζοντάς την ἐφώναξε· καὶ οἱ δοῦλοι ἐξαστόχησαν τὴν πείνα τους, καὶ οἱ γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ ἐκατέβηκαν χωρὶς νὰ κάμουνε ταραχή.
28. Ἐτότες ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος βάνοντας τὴν ἀπαλάμη ἀπάνου στὴν καρδιά της καὶ ἀναστενάζοντας δυνατά, εἶπε:
29. »Πως μοῦ χτυπάει, Θέ μου, ἡ καρδιά, ποὺ μοῦ ἔπλασες τόσο καλή!
30. »Μὲ συγχύσανε αὐτὲς οἱ πόρνες! Ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ κόσμου εἶναι πόρνες.
31. »Ἀλλὰ ἐσύ, κόρη μου, δὲ θὲ νἆσαι πόρνη σὰν τὴν ἀδελφή μου καὶ σὰν τὶς ἄλλες γυναῖκες τοῦ τόπου μου!
32. »Κάλλιο θάνατος. Καὶ ἐσύ, μάτια μου, ἐσκιάχθηκες. Ἔλα, στάσου ἥσυχη, γιατὶ ἂν ἀναδευτεῖς ἀπὸ αὐτὴν τὴν καθίκλα, κράζω εὐθὺς ὀπίσω ἐκεῖνες τὲς στρίγλες καὶ σὲ τρῶνε».
33. Καὶ οἱ δοῦλοι εἶχαν πάγει στὸ μαγερειὸ χωρὶς νὰ καρτερέσουν τὴν προσταγὴ τῆς γυναικός, καὶ ἐκεῖ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν πείνα τους.
34. Καὶ ἡ γυναίκα ἐτότες ἐμπῆκε στὸ δῶμα της.
35. Καὶ σὲ λίγο ἔγινε μεγάλη σιωπὴ καὶ ἄκουσα τὸ κρεβάτι νὰ τρίξει πρῶτα λίγο καὶ κατόπι πολύ. Καὶ ἀνάμεσα στὸ τρίξιμο ἐβγαίνανε λαχανιάσματα καὶ γογγυσμοί.
36. καθὼς κάνουν οἱ βαστάζοι ὅταν οἱ κακότυχοι ἔχουν βάρος εἰς τὴν πλάτη τους ἀνυπόφορτο.
37. Καὶ ἔφυγα ἀπὸ τὴν πέτρα τοῦ σκανδάλου ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος. Καὶ ὅ,τι ἔβγαινα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ σπιτιοῦ ἀπάντηξα τὸν ἄνδρα τῆς γυναικὸς ὁποὺ ἀνέβαινε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5
ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΠΑΝΟΥ ΣΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
1. Καὶ ἀκολούθησα τὲς γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ, οἱ ὁποῖες ἐστρωθήκανε στ᾿ ἀκρογιάλι, καὶ ἐγὼ ἤμουνα ἀπὸ πίσω ἀπὸ μιὰ φράχτη καὶ ἐκοίταζα.
2. Καὶ κάθε μία ἔβαλε τὸ χέρι καὶ ἔβγαλε ὅ,τι κι ἂν ἑμάζωξε, καὶ ἐκάμανε ἕνα σωρό.
3. Καὶ μία ἀπ᾿ αὐτὲς ἀπλώνοντας τὸ χέρι καὶ ψηλαφίζοντας τὸ γιαλό: Ἀδερφάδες, ἐφώναξε,
4. ἀκοῦτε, ἂν ἔκαμε ποτὲ τέτοιο σεισμὸ σὰν καὶ τώρα, τὸ Μισολόγγι ἴσως νικάει, ἴσως πέφτει.
5. Καὶ ἐκίνησα γιὰ νὰ φύγω καὶ εἶδα ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία (ἰδὲς πῶς τὴ λένε) μιὰ γριούλα, ὁποὺ εἶχε στήσει ἀνάμεσα στὰ χόρτα μικρὰ κεράκια καὶ ἔκαιε λιβάνι· καὶ τὰ κεράκια στὴν πρασινάδα ἐλάμπανε καὶ τὸ λιβάνι ἀνέβαινε.
6. Καὶ ἀσήκωνε τὰ ξερόχερα παίρνοντας ἀπὸ τὸ λιβάνι καὶ κλαίοντας, καὶ ἀναδεύοντας τὸ ξεδοντιασμένο στόμα ἐπαρακάλειε.
7. Κ᾿ ἐγὼ ἄκουγα μέσα μου μεγάλη ταραχὴ καὶ μὲ συνεπῆρε τὸ πνεῦμα στὸ Μισολόγγι. Καὶ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό· πολιορκούμενους καὶ πολιορκισμένους καὶ ὅλα τὰ ἔργα τους καὶ ὅλα τὰ πάντα τὰ ἐκατασκέπαζε μαυρίλα καὶ πίσσα.
8. Καὶ ὕψωσα τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ κάμω δέηση μὲ ὅλη τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, καὶ εἶδα φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἀκατάπαυστη σπιθοβολὴ μία γυναίκα μὲ μιὰ λύρα στὸ χέρι ποὺ ἐσταμάτησε ἀνάερα μὲς στὴν καπνούρα.
9. Καὶ μόλις ἔλαβα καιρὸ νὰ θαμάξω γιὰ τὸ φόρεμά της ποὺ ἤτανε μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, γιὰ τὰ μάτια της, κτλ., ἐσταμάτησε ἡ γυναίκα μὲς στὴν καπνούρα καὶ ἐκοίταε τὴ μάχη, καὶ ἡ μύρια σπίθα ὁποὺ πετιέται ψηλὰ ἐγγίζει τὸ φόρεμά της καὶ σβένεται.
10. Ἅπλωσε τὰ δάχτυλα στὴ λύρα καὶ τὴν ἄκουσα νὰ ψάλει τὰ ἀκόλουθα:
Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ ἥλιου τὸ δρόμο
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη στὸν ὤμο.
Κι ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Κι᾿ ὡς ὅπου βυθᾶ κτλ.
11. Καὶ ὅ,τι εἶχε ἀποτελειωμένα τὰ λόγια της ἡ Θεά, οἱ δικοί μας ἐκάνανε φοβερὲς φωνὲς γιὰ τὴ νίκη ποὺ ἐκάμανε. Καὶ οἱ δικοί μας καὶ ὅλα μου ἔγιναν ἄφαντα, καὶ τὰ σωθικά μου πάλι φοβερὰ ἐταραχθήκανε καὶ μοῦ φάνηκε πῶς ἐκουφάθηκα καὶ ἐστραβώθηκα.
12. Καὶ σὲ λίγο εἶδα ὀμπρός μου τὴ γριούλα ὁποὺ ἔλεγε: Δόξα σοὶ ὁ Θεός, Ἱερομόναχε, ἔλεα πὼς κάτι σοῦρθε. Σ᾿ ἔκραξα, σ᾿ ἐκούνησα, καὶ δὲν ἄκουγες τίποτες, καὶ τὰ μάτια σου ἐσταμάτιζαν στὸν ἀέρα, ἐνῶ τώρα στὰ στερνὰ ἡ γῆς ἐσκιρτοῦσε σὰν τὸ χόχλο στὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει. Τώρα ὅ,τι ἔπαψε ποὺ ἐτελειώσανε τὰ κεράκια καὶ τὸ λιβάνι. Λὲς οἱ δικοί μας νὰ ἐκερδέσανε;
13. Καὶ ἐκίνησα μὲ τὸ Χάρο μὲς στὴν καρδιά μου νὰ φύγω. Καὶ ἡ γριούλα ἔπειτα ποὺ φίλησε τὸ χέρι κάνοντας μία μετάνοια εἶπε: Καὶ τί παγωμένο ποὖναι τὸ χέρι σου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΓΕΝΑΜΕΝΟ ΠΑΡΟΝ. Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
1. Καὶ ἐκοίταξα τριγύρου καὶ δὲν ἔβλεπα τίποτες καὶ εἶπα:
2. Ὁ Κύριος δὲ θέλει νὰ ἰδῶ ἄλλο. Καὶ γυρίζοντας τὸ πρόσωπο ὁποὺ ἦταν οἱ πλάτες μου ἐκίνησα γιὰ νὰ πάω στὸν Ἅι-Λύπιο.
3. Ἀλλὰ ἄκουσα νὰ τρέμει ἡ γῆς ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μου, καὶ πλῆθος ἀστραπὲς ἐγιόμοζαν τὸν ἀέρα πάντα αὐξαίνοντας τῇ γοργότητᾳ καὶ τῇ λάμψῃ. Καὶ ἐσκιάχθηκα, γιατὶ ἡ ὥρα ἤτανε κοντὰ στ᾿ ἄγρια μεσανύχτια.
4. Τόσο, ποὺ ἔσπρωξα ὀμπρὸς τὰ χέρια μου, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ δὲν ἔχει τὸ φῶς του.
5. Καὶ εὑρέθηκα ὀπίσω ἀπὸ ἕναν καθρέφτη, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτόνε καὶ στὸν τοῖχο. Καὶ ὁ καθρέφτης εἶχε τὸν ψῆλο τοῦ δώματος.
6. Καὶ μιὰ φωνὴ δυνατὴ καὶ ὀγλήγορη μοῦ ἐβάρεσε τὴν ἀκουὴ λέγοντας:
7. Ὦ Διονύσιε Ἱερομόναχε, τὸ μέλλοντα θὲ νὰ γίνει τώρα γιὰ σὲ παρόν. Ἀκαρτέρει καὶ βλέπεις ἐκδίκησην Θεοῦ.
8. Καὶ μιὰ ἄλλη φωνή μου εἶπε τὰ ἴδια λόγια τραυλίζοντας.
9. Καὶ αὐτὴ ἡ δεύτερη φωνὴ ἤτανε ἑνοῦ γέρου ποὺ ἀπέθανε καὶ εἶχα γνωρίσει. Καὶ ἐθαύμαξα γιατὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἄκουσα τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ τραυλίζει. Καὶ ἄκουσα ἕνα τρίτο μουρμουρητὸ ποὺ ἐφαινότουνα μία φυσηματιὰ μὲς στὸν καλαμιώνα, ὅμως δὲν ἄκουσα λόγια.
10. Καὶ ἐκοίταξα ἀνάερα γιὰ νὰ ξανοίξω ποὖθεν ἐβγαίνανε αὐτὲς οἱ φωνές, καὶ δὲν εἶδα παρὰ τοὺς δυὸ χοντροὺς καὶ μακρίους πέρονους ποὺ ἐβγαίνανε ἀπὸ τὸν τοῖχο, στοὺς ὁποίους ἀκουμποῦσε ὁ καθρέφτης δεμένος ἀπὸ τὴ μέση.
11. Καὶ ἀναστενάζοντας βαθιά, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ βρίσκεται γερασμένος, ἀγρίκησα μυρωδία ἀπὸ λείψανο.
12. Καὶ ἐβγήκα ἀπὸ κεῖ καὶ ἐκοίταξα τριγύρω καὶ εἶδα.
13. Εἶδα ἀντίκρυ ἀπὸ τὸν καθρέφτη στὴν ἄκρη τῆς κάμερας ἕνα κρεβάτι, καὶ κοντὰ στὸ κρεβάτι ἕνα φῶς. Καὶ ἐφαινότουνα πῶς δὲν ἤτουνα μὲς στὸ κρεβάτι τίποτες, καὶ ἀπάνου ἤτανε πολλὴ μύγα κουλουμωτή.
14. Καὶ ἀπάνου στὸ προσκέφαλο εἶδα σὰ μιὰ κεφαλὴ ἀκίνητη καὶ καὶ λιανὴ σὰν ἐκεῖνες ποὺ κάνουνε στὰ χέρια καὶ στὰ στήθια οἱ πελαγίσιοι με τὸ βελόνι.
15. Καὶ εἶπα μέσα μου: Ὁ Κύριος μοῦ ἔστειλε ἐτούτη τὴ θέα γιὰ σύμβολο σκοτεινὸ τῆς θέλησής του.
16 Γιὰ τοῦτο ἐγώ, παρακαλώντας θερμὰ τὸν Κύριον νὰ καταδεχτεῖ νὰ μὲ βοηθήσει γιὰ νὰ καταλάβω αὐτὸ τὸ σύμβολο, ἐσίμωσα τὸ κρεβάτι.
17. Καὶ κάτι ἀναδεύτηκε μὲς στὰ σεντόνια τὰ λερωμένα καὶ ξεντερολοϊσμένα καὶ αἱματωμένα.
18. Καὶ κοιτάζοντας καλύτερα στὴν εἰκόνα τοῦ προσκέφαλου ἐταραχθήκανε τὰ σωθικά μου, γιατὶ ἀπὸ ἕνα κίνημα ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ στόμα ἐγνώρισα τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος ποὺ ἐκοιμότουνα σκεπασμένη ἀπὸ τὸ σεντόνι ὡς τὸ λαιμό, ὅλη φθαρμένη ἀπὸ τὸ τηχτικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7
ΔΕ ΣΟΥ ΔΙΝΩ ΜΗΤΕ ΕΝΑ ΨΙΧΑΛΟ
1. Ἀλλὰ ἐκαλοκοίταξα ἐκεῖνον τὸν ὕπνο καὶ ἐκατάλαβα ποὺ ἤθελε βαστάξει λίγο, γιὰ νὰ δώσει τόπο τοῦ ἀλλουνοῦ ποὖναι χωρὶς ὀνείρατα.
2. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ μέσα δὲν ἤτανε οὔτε φίλος οὔτε δικός, οὔτε γιατρὸς οὔτε πνεματικός, ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος ἔσκυψα καὶ μὲ τὰ καλὰ τῆς ἔλεγα νὰ ξαγορευθεῖ.
3. Καὶ αὐτὴ ἐμισάνοιξε τὸ στόμα της καὶ ἔδειξε τὰ δόντια της ἀκλουθώντας νὰ κοιμᾶται.
4. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη φωνὴ ἡ ἀγνώριστη ποὺ μοὖπε στὸ δεξὶ αὐτί: Ἡ δύστυχη θρέφει πάντα στὸ νοῦ της φοῦρκες, φυλακὲς καὶ Τούρκους ποὺ νικᾶνε καὶ Γραικοὺς ποὺ σφάζονται.
5. Τούτη τὴ στιγμὴ βλέπει στὸν ὕπνο της τὸ πρᾶγμα ποὺ πάντοτες ἀπεθύμουνε, ἤγουν τὴν ἀδελφή της ποὺ διακονεύει, καὶ γιὰ τοῦτο τὴν εἶδες τώρα ποὺ ἐχαμογέλασε.
6. Καὶ ἡ δεύτερη φωνὴ ποὺ ἐγνώριζα ἐξανάειπε τὰ ἴδια λόγια τραυλίζοντας καὶ κάνοντας ἕνα σωρὸ ὅρκους καθὼς ἀπὸ ζώντας ἐσυνηθοῦσε:
7. Ἀλήθεια, μὰ-μὰ-μαα-μὰ τὴν Παναγιά, ἄκουσ᾿ ἐδῶ, ἀααλήθεια, μμμὰ τὸν Ἅι-Νικόλα ἄκουσ᾿ ἐδῶ, ἀλλλήθεια, ἄκουσ᾿ ἐδῶ, μὰ τὸν Ἅι-Σπυ-σπυρί-δωνα ἀλήθεια, μὰ τ᾿ ἀγναχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ πάλι τὸ μουρμουρητὸ ποὺ ἐφαινότουνα ἡ φυσηματιὰ μὲς στὸν καλαμιῶνα.»
8. Ξάφνου ἡ γυναίκα ἔβγαλε τὸ χέρι ἀπὸ τὸ σεντόνι καὶ ἐχτύπησε, καὶ οἱ μύγες ἀσηκωθήκανε.
9. Καὶ ἀνάμεσα στὴ βουὴ ὁποὺ ἐκάνανε ἄκουσα τὴ φωνὴ τῆς γυναικὸς ὁποὺ ἐφώναξε: Ὄξω, πόρνη, ἀπὸ δῶ. Δέ σου δίνω μήτε ἕνα ψίχαλο.
10. Καὶ ἐτίναξε τὸ χέρι ὄξω ἀπὸ τὸ κρεβάτι σὰ γιὰ νὰ διώξει μακριὰ τὴν ἀδελφή της ποὺ τῆς φαινότουνα πῶς ἦλθε νὰ διακονέψει.
11. Καὶ ἐξεσκεπάσθηκε σχεδὸν ὅλη ἀπὸ τὸ λερωμένο σεντόνι καὶ ἐφάνηκε ἕνα ψοφογάτσουλο ὁποὺ ξετρουπώνει ἀπὸ τὴν κροπιὰ ἕνας ἀνεμοστρούφουλας.
12. Ἀλλὰ ἐχτύπησε τὸ χέρι της σὲ μιὰ κάσα πεθαμένου, ποὺ εὑρέθηκε ἐκεῖ ξάφνου, καὶ ἐκόπηκε τὸ ὄνειρο τῆς ἁμαρτωλῆς.
13. Καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια της, καὶ βλέποντας τὴν κάσα ἀνατρίχιασε, γιατὶ ἐσκιάχθηκε μὴ τὴ βάλανε ἐκεῖ στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.
14. Καὶ ἑτοιμαζότουνα νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε, ἀλλὰ ἰδοὺ προβαίνει ἀπὸ τὴν κάσα μία κεφαλὴ γυναικεία φθαρμένη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ τηχτικό, ποὺ ἀγκαλὰ καὶ πλέον ἡλικιωμένη πολὺ τῆς ἔμοιαζε.
15. Πηδάει στὴ ζερβιά του κρεβατιοῦ, ἀλλὰ ἐχτύπησε τὴ μούρη της σὲ μιὰν ἄλλη κάσα, καὶ ὄξω ἀπὸ αὐτὴ ἕνα κεφάλι γέρου, καὶ ἤτανε ὁ γέρος ποὺ ἐγνώριζα.
16. Καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ γέρου ἤτανε σὰν τὸν τζίτζικα, καὶ τῆς παιδούλας σὰν τὴν ἔκλειψη τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ τῆς γραίας σὰν τ᾿ ἄγρια μεσάνυχτα.
17. Καὶ ἔτσι ἐγνώρισα ὅτι ἔμελλε τῆς γυναικὸς βρεθεῖ πρὶν ξεψυχήσει ἀνάμεσα στὸν πατέρα της καὶ στὴ μάνα της καὶ στὴ θυγατέρα της.
18. Καὶ ἔφριξα καὶ ἔστριψα στὴν ἀντίκρυ μεριὰ τὸ πρόσωπό μου, καὶ ἐξανάσανε τὸ μάτι μου στὸν καθρέφτη, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδειχνε παρὰ τὴ γυναίκα μοναχὴ καὶ ἐμὲ καὶ τὸ φῶς.
19. Γιατὶ τὰ σώματα τῶν ἄλλων τριῶν ἡσυχάσανε στὸ μνῆμα τους, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ πεταχθοῦν ὅταν βαρέσει ἡ Σάλπιγγα,
20. μαζὶ μ᾿ ἐμέ, τὸ Διονύσιο τὸν Ἱερομόναχο, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ τέκνα τοῦ Ἀδὰμ στὴ μεγάλη κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάθ.
21. Καὶ ἄρχισα νὰ συλλογισθῶ ἀπάνου στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὲ νἆναι αὐτὴ τὴν ἡμέρα φανούσιμη, καὶ τὸ μάτι (προσηλωμένο στὸν καθρέφτη) ἐμποδίσθηκε ἀπὸ τὸ λογισμό.
22. Ἀλλὰ ἀκολούθως ὁ λογισμὸς ἐμποδίστηκε ἀπὸ τὸ μάτι,
23. ἐπειδὴ στριφογυρίζοντας ἐγὼ ἔπειτα τὰ μάτια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ συλλογίζεται πράμα δύσκολο ποὺ πολεμάει νὰ καταλάβει,
24. εἶδα ἀπὸ τὴν κλειδωνότρουπα ποὺ κάτι ἐμπόδιζε τὸ φῶς καὶ ἐβάστουνε πολληώρα καὶ ἔπειτα ἐξαναφαινότουνα.
25. Καὶ ἀκουότουνα ἀκολούθως ἕνα μουρμουρητὸ στὴν ἄλλη κάμερα, καὶ δὲν ἐκαταλάβαινα τίποτες, καὶ ἐξανακοίταξα στὸ μέρος τῆς ὀπτασίας.
26. Καὶ ἤτανε μεγάλη σιωπὴ καὶ δὲν ἄκουες νὰ βουίξει μήτε μία μύγα ἀπὸ τόσο πλῆθος, γιατὶ ἤτανε ὅλες μαζωμένες εἰς τὸν καθρέφτη,
27. Ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰ μέρη ἐπαράσταινε τὸ χρῶμα τοῦ πέπλου, ποὺ τὸ βάνουνε ὅταν λείπει γιὰ πάντα κανένας ἀπὸ τὴ φαμιλιά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8
ΤΟ ΖΩΝΑΡΙ
1. Ἀλλὰ ἡ μάνα της χωρὶς νὰ κοιτάξει κατὰ τὴ θύρα, χωρὶς νὰ κοιτάξει τὴ θυγατέρα της, χωρὶς νὰ κοιτάξει κανέναν, ἀρχίνησε:
2. Ἐτούτη τὴ στιγμὴ τὸ μάτι καὶ τὸ αὐτὶ τοῦ παιδιοῦ σου σὲ παραμονεύει τὴν κλειδωνότρουπα, καὶ σὲ ἀπομακραίνει, γιατὶ σκιάζεται τὸ κακό σου. Καὶ ἔτσι ἔκαμες καὶ ἐσὺ μ᾿ ἐμέ.
* * *
3. Γιὰ τοῦτο σὄδωσα τὴν κατάρα μου γονατισμένη καὶ ξέπλεκη εἰς τὴν πίκρα τῆς ψυχῆς μου, ὅταν ἀσήμαιναν ὅλες οἱ ἐκκλησίες τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα.
4. Στὴν ξανάδωσα μίαν ὥρα πρὶν ξεψυχήσω, καὶ τώρα στὴν ξαναδίνω κακὸ καὶ ἀνάποδο θηλυκό.
5. Καὶ ἡ τρίδιπλη κατάρα θέλει εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἐνεργητικὴ στὸ κορμί σου καὶ στὴν ψυχή σου, καθὼς εἶναι ἀληθινὰ καὶ ἐνεργητικὰ στὸν φαινόμενο καὶ στὸν ἀόρατο κόσμο τὰ τρία προσώπατα τῆς Ἁγίας Τριάδας.
6. Ἔτσι λέοντας ἔβγαλε ἕνα ζωνάρι ποὺ ἤτανε τοῦ ἀνδρός της, τὸ χουχούλισε τρεῖς φορὲς καὶ τὸ πέταξε μὲς στὰ μοῦτρα της.
7. Καὶ ὁ γέρος ἐτραύλισε ἐτοῦτα τὰ ὕστερα λόγια, καὶ ἡ παιδούλα ἀναδεύτηκε στὸ κόκκινο προσκέφαλο σὰν τὸ μισοσκοτωμένο πουλί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΣΤΕΡΟΝ (9)
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΤΕΡΝΗ ΤΗΣ ΘΑΡΑΠΑΨΗ
1. Καὶ ἐχαθήκανε μὲ τὲς κάσες, καὶ ἡ γυναίκα μοναχὰ ἐτότες ἄκουσε δύναμη νὰ μπορέσει νὰ πεταχτεῖ.
2. Καὶ ἐχύθηκε πηδώντας ψηλὰ σὰν τ᾿ ἄστρο τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ στὸν ἀέρα χύνεται δέκα ὀργιὲς ἄστρο.
3. Καὶ ἐχτύπησε στὸν καθρέφτη καὶ οἱ μύγες ἐφύγανε καὶ ἐβουίζανε στὸ πρόσωπό της κουλουμωτές.
4. Καὶ αὐτή, λογιάζοντας πὼς ἦταν οἱ γονέοι της ἔτρεχε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ,
5. ἀνοιγοκλειώντας τὴ φούχτα κάτι νἅβρει γιὰ διαφέντεψη, καὶ ηὕρηκε τὸ ζωνάρι, καὶ μὲ κεῖνο ἄρχισε νὰ χτυπάει.
6. Καὶ ὅσο ἐχτυποῦσε, τόσο οἱ μύγες ἐβουίζανε, καὶ τόσο αὐτὴ ἐκατατρόμαζε, ὅσο ποὺ τέλος πάντων ἔχασε τὸ νοῦ της ὁλότελα.
7. Γιατὶ τρέχοντας μὲ τὸ πουκάμισο, ποὺ ἡ φιλαργυρία τὄχε κάμει κοντό, ἔτρεξε τὸ μάτι της στὸν καθρέφτη,
8. καὶ ἐσταμάτηξε καὶ δὲν ἐγνώρισε τὸν ἑαυτό της, καὶ ἅπλωσε τὸ δάχτυλο καὶ ἀναγέλασε:
9. «Ὦ κορμί, ὦ κορμί! Τί πουκάμισο! Ἔ, καταλαβαίνω ἐγώ. Κἂν ποιὸς πονηρὸς μπορεῖ νὰ μοῦ κρύψει τὴν πονηριά του; Ἐκεῖνο τὸ πουκάμισο μὲ κάνει νὰ καταλάβω πὼς καμώνεται τρέλα γιὰ νἆν ἕτοιμος νὰ κριματίσει.
10. »Ἀλλὰ ποιὸς νἆναι; Μὰ τὴν ἀλήθεια ποὺ τῆς μοιάζει ὀλίγο. Ἄα! εἶσ᾿ ἐσὺ μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα τοῦ σπιταλιοῦ, τσίπλα τῆς γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.
11. »Νά, τέλος πάντων, ὅ,τι σου προφήτεψα, καὶ οἱ φίλοι σου οἱ ἀγαπημένοι. Δὲ σόμεινε μήτε δισκάρι νὰ διακονεύεις μὲ δαῦτο.
12. »Εἶσαι στὰ χέρια μου. Τί θέλεις; Νὰ σοῦ κάμω ψυχικό; Τώρα στὸ κάνω. Νὰ ἰδῶ ἄ σοῦ μείνει φωνὴ νὰ πεῖς πὼς εἶμαι μουρλή».
13. Ἔτσι λέοντας ἔκαμε ἕνα γύρο καὶ ἐβάλθηκε μὲ μεγάλη λύσσα νὰ χορεύει, καὶ τὸ πουκάμισο τὸ κοντὸ εὑρισκότουνα στὸ πρόσωπό της. Καὶ τὰ μαλλιά, μαῦρα καὶ λιγδωμένα, ἔλεγες πῶς εἶναι φιδόπουλα ὁποὺ γένονται ἀνάμεσά τους κομμάτια ἀπάνου στὸν κορνιαχτό.
14. Καὶ στὴ ζέστα τοῦ χοροῦ ἔκανε μὲ τὸ ζωνάρι μία θηλιά, καὶ ὁ χορὸς ἐβάσταξε ὅσο νὰ κάμει τὴ θηλιά.
15. Καὶ εἶπε: «Ἀκλούθα με ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη, νὰ σοῦ κάμω τὸ ψυχικό, νὰ ἰδῶ ἄ σοῦ μείνει φωνὴ νὰ πεῖς πὼς εἶμαι ζουρλή.
16. »Γιατὶ ἔρχεται κάπου κάπου ὁ γάϊδαρος ὁ γιατρός, ὁποὺ θὰ σ᾿ ἔχει καὶ ἐκεῖνος, καὶ τοῦ σκαρφίστηκε πὼς εἶμαι ἄρρωστη».
17. Καὶ ἐπῆγε ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη, καὶ τὴν ἄκουα νὰ κάνει μεγάλη ταραχή.
18. Καὶ ἔσκασε ἕνα γέλιο μεγάλο ποὺ ἀντιβούισε ἡ κάμερα φωνάζοντας. Νά, μάτια μου, τὸ ψυχικό.
19. Ἐτότες ἔπεσα μὲ τὰ γόνατα χάμου νὰ κάμω δέηση γιὰ νὰ τὴν κάμει ὁ Κύριος νὰ μὴν εἶναι ἔξω φρενῶν, γιὰ τὸ λίγο ἀκόμη πὄχει νὰ ζήσει, καὶ νὰ τῆς πάψει ἡ κακία.
20. Καὶ τελειωμένη ἡ δέηση ἐκοίταξα χάμου ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη, καὶ δὲν ἦτον ἐκεῖ.
21. Καὶ αἰσθάνθηκα τὸ αἷμα μου νὰ τραβηχτεῖ ἀπὸ τὰ μάγουλά μου.
22. Καὶ ἔπεσε τὸ κεφάλι ἀπάνου στὰ στήθια μου, καὶ εἶπα μέσα μου:
23. Ὁ θεὸς ξέρει ποὺ ἔφυγε ἡ δύστυχη, ἐνῶ ἐπαρακάλεα γιὰ αὐτὴν μὲ τὴ θέρμη τῆς ψυχῆς μου.
24. Καὶ ἐπέρασα πέρα μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ στοχασμένο νὰ πάω νὰ τὴν εὕρω.
25. Καὶ ἄκουσα στὸ μέτωπο κάποιον τι κ᾿ ἔπεσα ξαφνισμένος τ᾿ ἀνάσκελα.
26. Κι ἐσηκώθηκα καὶ ἐπῆα ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη καὶ εἶδα τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος ποὺ ἐκρεμότουνα καὶ ἐκυμάτιζε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΣΤΕΡΟΝ (10)

1. Καὶ ἀσηκώθηκα ὅλος τετρομασμένος φωνάζοντας: Μνήσθητί μου, Κύριε, μνήσθητί μου, Κύριε, καὶ ἄκουσα ποδοβολὴ ἀνθρώπων ποὺ ἀνέβαιναν τὲς σκάλες.
2. Καὶ ἦταν καμιὰ δεκαπενταριὰ ἀνθρώποι καὶ οἱ περσότεροι ἐφοροῦσαν μιὰ προσωπίδα, ὄξω ἀπὸ πέντε, ὁποὺ ἐγνώρισα πολλὰ καλά.
3. Ὁ ἕνας (ζωγράφισε τοὺς ὅλους τοὺς πέντε).
4. Καὶ ἐπειδὴ χωρὶς ν᾿ ἀγαπᾶν τὴ γυναίκα ἐσυχνάζανε σπίτι της καὶ ἀρχινήσανε νὰ σκούζουνε,
5. Καὶ ἐγὼ γυρίζοντας κατ᾿ αὐτοὺς τοὺς εἶπα: Ὄξω ἀπὸ δῶ, ὄξω ἀπὸ δῶ! Τὰ κρίματά σας σᾶς ἐσύρανε ἐδῶ. Τοῦτος ὁ τόπος εἶναι κεραυνοκράχτης, γιατὶ ὁ θεὸς τὸν μισάει.
6. Καὶ ἐφοβήθηκαν ὀλίγο, ὅμως δὲν ἐφεύγανε.
7. Καὶ ἐστάθηκα σιωπηλὸς γιὰ νἄβρω τί νὰ τοὺς πῶ γιὰ νὰ φύγουνε.
8. Καὶ τοὺς εἶπα: «Παιδιά, ἀκοῦστε τὰ λόγια τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἱερομόναχου. Ἐγὼ γιὰ μὲ πάω νὰ κάμω δέηση καὶ σᾶς ἀφήνω ἐδῶ.
9. Βάλτε τὸ χέρι στὴ συνείδησή σας, ἐσὺ Μ., ἐσὺ Γ., ἐσὺ Κ., ἐσὺ Π., ἐσὺ Τ. (γιατὶ σᾶς τοὺς ἄλλους δὲ σᾶς γνωρίζω), καὶ ἰδέστε τί μπορεῖ νἄβγει ἐὰν μείνετε. Ἡ διοίκηση σᾶς γνωρίζει καὶ βρίσκοντάς σας ἐδῶ θέλει πεῖ πὼς τὴν ἐφουρκίσετε ἐσεῖς».
10. Ἐτότε τοὺς εἶδα νὰ πισωπλατίσουν ὅλους, σπρώχνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ποιὸς νὰ πρωτοφύγει, καὶ ἐροβολοῦσαν τὲς σκάλες μὲ μιὰ ταραχὴ ὁποὺ μοῦ φάνηκε πὼς οἱ περσότεροι ἐγκρεμιζόντανε.

                    ---------------------------------------------------------------

Η διαθήκη του Δ. Σολωμού γραμμένη στην ιταλική γλώσσα.


"Διον. Σολωμού: Η Γυναίκα της Ζάκυθος" Μ.Δεληβοριά, εκδ.Άγρα, 2012

 «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» του Δ. Σολωμού θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα του νεοελληνικού λόγου. Είναι ένα έργο αινιγματικό –το ένα από τα δυο πεζά που έχει γράψει-το οποίο δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορους τους «σκεπτόμενους αναγνώστες» και που προκαλεί τους μελετητές του σολωμικού έργου να εξιχνιάσουν τα μηνύματα και τους στόχους του.  Η αινιγματική μορφή της Γυναίκας της Ζάκυθος, το βιβλικό και υπαινικτικό ύφος που υιοθετεί ο Ιερομόναχος Διονύσιος κατά την αφήγηση των οραμάτων και των εφιαλτικών εικόνων που βλέπει, η σάτιρα με την οποία λοιδωρεί το άσχημο και το άδικο που βλέπει γύρω του ενώ μαίνεται η Ελληνική Επανάσταση του 1821, η αμεσότητα του προφορικού λαϊκού λόγου, η ειλικρίνεια και το πάθος της έκφρασης και συνάμα το ποιητικό του ύφος συνθέτουν ένα νεοελληνικό έργο σπάνιας ενάργειας, το οποίο  αποδεικνύει ότι το νεοελληνικό έθνος ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε κατακτήσει μια λογοτεχνική γλώσσα ισάξια με τον έντεχνο ευρωπαϊκό λόγο. Πολλές ερμηνείες έχουν προταθεί για το ακριβές νόημα του έργου, η πλειονότητα των οποίων συσχετίζει το έργο αυτό με τη θέση του ποιητή Δ. Σολωμού πάνω στο μέγα εθνικό θέμα της εποχής του δηλαδή την Ελληνική Επανάσταση του 1821.  Σύμφωνα δε, με την ερμηνεία που προτείνει η συγγραφέας Μαρία Δεληβοριά στο δοκίμιο της «η Γυναίκα της Ζάκυθος» φαίνεται ότι ο Σολωμός  είχε ήδη συλλάβει εν τη γενέσει της τη θανάσιμη πολιτική και γιατί όχι κι ιδεολογική διάσταση που έπαιρνε μορφή κι εκφραζόταν στη  νεοελληνική συνείδηση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 και τί διακυβευόταν με τη εθνική αυτή διάσταση. Συγχρόνως όμως ο Σολωμός μπόρεσε τη θανάσιμη αυτή πολιτική διάσταση του ελληνικού έθνους να την εκφράσει κι αισθητικά βάζοντας έτσι τα θεμέλια για τον έντεχνο πια νεοελληνικό λόγο!

  Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου. Ο Ιερομόναχος Διονύσιος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου» μετά από τις «δέησες που είχε κάνει για το έθνος που πολεμάει», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ποιητής, σταματά σε ένα πηγάδι κι αναρωτιέται, πόσοι είναι οι δίκαιοι και οι άδικοι γύρω του κατά τη Θεία Γραφή. Μεταξύ του πλήθους των αδίκων που βλέπει γύρω του ξεχωρίζει τη Γυναίκα της Ζάκυθος για το μέγεθος της αδικίας της, η οποία την καθιστά «θανάσιμη έχθρισσα του έθνους». Ο Ιερομόναχος Διονύσιος στη συνέχεια παρουσιάζει τη Γυναίκα της Ζάκυθος με την τερατώδη ασκήμια της, τον κάκιστο χαρακτήρα της, τις απιστίες στον άντρα της, το θανάσιμο μίσος προς την αδελφή της και την αντιπατριωτική συμπεριφορά της προς τις Μεσολογγίτισσες πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στη Ζάκυθο και ζητούσαν βοήθεια ενώ οι άντρες τους πολεμούσαν πολιορκημένοι από του Τούρκους (Β! πολιορκία Μεσολογγίου: Απρίλης 1825-Απρίλης 1826). Η αντεθνική συμπεριφορά της ενισχύεται από τα φιλοτουρκικά και αντιδημοκρατικά-φιλομοναρχικά της αισθήματα. Στη συνέχεια ο Ιερομόναχος μέσα από αποκαλυπτικά οράματα κι εφιάλτες βλέπει το μέλλον: την πτώση του Μεσολογγίου και στη συνέχεια κι ότι η Γυναίκα της Ζάκυθος τιμωρείται από τη Θεία Δίκη για τα αμαρτήματα που έχει διαπράξει βρίσκοντας οικτρό τέλος με τα ίδια της τα χέρια, αφού πρώτα είχει χάσει τα λογικά της από το πολύ μίσος και την κακία της. Με ένα ζωνάρι πνίγεται ενώ νομίζει ότι πνίγει την αδελφή της! 

Στην επεξεργασία του κειμένου το 1831-1833 ο Σολωμός προσπαθεί να αλλάξει τη δομή του έργου, εισάγοντας κι ένα τρίτο βασικό πρόσωπο το Διάβολο ο οποίος χρησιμοποιεί τη Γυναίκα ως οργανό του για την επικράτηση του Κακού. Η επεξεργασία αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και μας σώθηκε ως σχεδίασμα μόνο.   

Οι «εκκρεμότητες» του έργου που σχετίζονται με το χειρόγραφο « η Γυναίκα της Ζάκυθος» ...

   Η συγγραφέας Μαρία Δεληβοριά φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στη βυζαντινή τέχνη κι ασχολούμενη επί χρόνια με την έρευνα γύρω από θέματα της νεολληνικής λογοτεχνίας κι ιστορίας γράφει το κριτικό δοκίμιο «Δ. Σολωμού, Η Γυναίκα της Ζάκυθος», με υπότιτλο «θανάσιμη έχθρισσα του έθνους», εκδόσεις Άγρα, 2012, για το οποίο πήρε το βραβείο δοκιμίου από την Ακαδημία Αθηνών το 2013. Πρόκειται για μια σοβαρή μελέτη, όπου προτείνει μια νέα κι ολοκληρωμένη ερμηνεία για τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», πολύ ενδιαφέρουσα κι αξιόπιστη κατά τη γνώμη μου.

Προτού ξεκινήσει την ανάλυση κι ερμηνεία του έργου, θεωρεί απαραίτητο να πληροφορήσει τον αναγνώστη σχετικά με τις εκκρεμότητες που δημιουργεί το ίδιο το χειρόγραφο του ποιητή, στο οποίο βρέθηκε καταγεγραμμένο το κείμενο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος». Ο Σολωμός είναι μια μοναδική περίπτωση στη νεοελληνική λογοτεχνία κι από τις ελάχιστες στην ευρωπαϊκή, ο οποίος αν και άφησε  έργο πάρα πολύ σπουδαίο σε αξία, δεν φρόντισε συγχρόνως να το βάλει σε τάξη και να το παραδώσει στο κοινό και στις επερχόμενες γενιές. Τα χειρόγραφα του είναι δυσανάγνωστα από τις πολλές διορθώσεις, τις επαναλήψεις παρηλλαγμένων  στίχων -τις γνωστές παραλλαγές- τις σημειώσεις που έγραφε στα περιθώρια των σελίδων, τα ορθογραφικά λάθη λέξεων που είχε ακούσει προφορικά μόνο -αφού τότε η ελληνική δημοτική δεν διδασκόταν επίσημα- κι από την αποσπασματική μορφή πολλών έργων του. Η μελέτη και η έκδοση λοιπόν του όλου σολωμικού έργου αποτελεί σήμερα  ιδιαίτερο επιστημονικό κλάδο, τις λεγόμενες σολωμικές σπουδές. Μετά τον άθλο της έκδοσης των χειρογράφων του το 1964 από τον Λίνο Πολίτη σε δυο τόμους με τίτλο Αυτόγραφα Έργα (ΑΕ) οι σολωμικές σπουδές γώρισαν μεγάλη πρόοδο. Ένα λοιπόν από τα πολύ συζητημένα έργα του είναι «η Γυναίκα της Ζάκυθος». 

1.Πότε το έργο γράφτηκε;

Έχουν διατυπωθεί τρεις ημερομηνίες η πρώτη το 1826, από τον φίλο του, κριτικό και πρώτο εκδότη των Ευρισκομένων (χειρογράφων του ποιητή) Ιάκωβο Πολυλά, όταν ο Σολωμός βρισκόταν ακόμα στη Ζάκυνθο κάτω από την ψυχική ένταση που του δημιουργούσε η πτώση του Μεσολογγίου. Ο ίδιος ο ποιητής στο καθαρογραμμένο χειρόγραφο του όταν εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα αναγράφει την ημερομηνία 1829 και σημειωτέον ότι είναι το μοναδικό από τα χειρόγραφα του στο οποίο αναγράφει ημερομηνία. Οι μελετητές του έργου και ειδικά της τελευταίας επεξεργασίας του αναφέρουν το 1833 ή το 1831-33. Η ακριβής χρονολόγηση της συγγραφής του έχει μεγάλη σημασία για τους μελετητές, διότι σχετίζεται με τα κίνητρα που ώθησαν το Σολωμό να γράψει το έργο αυτό.

2. σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκει;

  «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» αν και τυπικά πεζό, δεν εντάσσεται εύκολα σε κάποιο λογοτεχνικό είδος αλλά μετεωρίζεται ανάμεσα στο πεζό ή στο ποίημα, στη σάτιρα ή στο λυρικό έργο, στο όραμα ή στη ρεαλιστική αφήγηση. Η συγγραφέας Μαρία Δεληβοριά πιστεύει ότι «ο πηγαίος προφορικός λαϊκός λόγος του έργου που έχει αφομοιώσει θαυμαστά από τη μια λεξιλόγιο της επτανησιακής σάτιρας, του δημοτικού τραγουδιού, της κρητικής ποίησης, των λαϊκών διηγήσεων και χρονικών κι από την άλλη το βιβλικό και προφητικό ύφος από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη κι από την «Υπερκάλυψη» του Φώσκολο προσδίδουν στην αφήγηση το κύρος μιας οραματικής κι αποκαλυπτικής αλήθειας [...] η τολμηρή αυτή ιδιοφυής ανάμειξη ετερόκλιτων στοιχείων μεταστοιχειώνεται σε έναν αέναα σύγχρονο νεοελληνικό λόγο σπάνιας ενάργειας»

3.πότε εκδόθηκε;

Ο Πολυλάς αν και είχε το χειρόγραφο, δεν το συμπεριέλαβε  στην έκδοση τα «Άπαντα» Δ. Σολωμού του 1859, πιθανότατα γιατί δεν το επέτρεψε ο αδελφός του ποιητή, ο Δημήτριος.
Για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1927, σχεδόν 100 χρόνια μετά τη συγγραφή του, από τον Κώστα Καιροφύλλα με τρόπο αμέθοδο και χαοτικό, σημειώνει η συγγραφέας. Στον Καιροφύλα οφείλεται όμως ο τίτλος του έργου «Η Γυναίκα της Ζάκυθος».
Ο Λίνος Πολίτης το 1944 εκδίδει το έργο χρησιμοποιώντας το χειρόγραφο Πολυλά και το 1955 ξαναεκδίδει το έργο χρησιμοποιώντας το ίδιο το Αυτόγραφο Έργο (χειρόγραφο) του ποιητή.
Μετά την έκδοση όλων πια των Αυτογράφων Έργων του ποιητή το 1964 από τον Λίνο Πολίτη ακολούθησαν κι άλλες εκδόσεις που η καθεμιά προσπαθεί μέσα από τη δική της πρόταση να λύσει τα δυσεπίλυτα προβλήματα που προκύπτουν από τα  κακογραμμένα, τα γεμάτα σημειώσεις και διορθώσεις χειρόγραφα του ποιητή.

4. ποια είναι η Γυναίκα της Ζάκυθος; Συμβολίζει κάτι; Ποιο το νόημα του έργου και ποιοι οι στόχοι του;

 Το υπαινικτικό και σατιρικό ύφος του έργου, τα προφητικά οράματα, τα γκροτέσκα στοιχεία στην περιγραφή της Γυναίκας της Ζάκυθος φέρνουν σε αμηχανία τους αναγνώστες και τους μελετητές του έργου. Μια  απ’ τις πρώτες ερμηνείες που διατυπώθηκαν ήταν ότι πρόκειται για προσωπική σάτιρα κατά συγκεκριμένης γυναικός, στενότατης συγγενούς του ποιητή και μάλλον κατά της πρώτης συζύγου του αδελφού του Δημητρίου. Πολύ αργότερα διατυπώθηκε από την Ελένη Τσαντσάνογλου ότι η σάτιρα ήταν κατά αγνώστου γυναικός στο πρόσωπο της οποίας ο αναγνώστης απορρίπτει συνολικά τη Γυναίκα της Ζάκυθος ως σύζυγο, μητέρα, αδελφή, Ελληνίδα, άνθρωπο.
Ο Βάρναλης διατύπωσε μια ερμηνεία -ταξική θα την ονόμαζα εγώ- ότι στο πρόσωπο της Γυναίκας της Ζάκυθος σατιρίζεται ή στάση της Ζακυνθινής αριστοκρατίας, των κακών πατριωτών κατά της Επανάστασης του 1821, ενώ ο Τωμαδάκης υποστηρίζει κάτι σχετικό ότι ο ποιητής κατακρίνει τους φιλότουρκους Ζακυνθινούς άρχοντες.
Αργότερα ο Λίνος Πολίτης πρότεινε ότι η σάτιρα επεκτείνεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο πέρα του προσωπικού κι αποκτάει αξία συμβόλου της εξουσίας του πνεύματος του Κακού. Ο Μερλιέ  κι ο Δ. Ρώμας έδωσαν μια εθνική ερμηνεία -θα τη χαρακτήριζα εγώ- θεωρώντας ότι συμβολίζει τη Διχόνοια κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ο Coutelle διέκρινε τρία στάδια επεξεργασίας του έργου κι όχι δύο, οπότε πιστεύει ότι το έργο στην αρχική του σύλληψη του 1826 είχε συλληφθεί ως προσωπική σάτιρα κατά συγκεκριμένης Γυναικός, ενώ στην επεξεργασία του 1829 ότι ενσαρκώνει τη Διχόνοια, και στην επεξεργασία του 1931-33 ότι παριστάνεται η πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό. Δεν έλειψε ακόμα και η ψυχολογική ερμηνεία του έργου ότι αυτό εκφράζει την ταραγμένο ψυχισμό του ποιητή. Τέλος ο Γ. Σαββίδης ξεπερνώντας κατά κάποιο τρόπο το πρόβλημα της  ερμηνείας στέκεται στη μαγική ένταση κι υποβολή που διατηρεί το έργο, ακόμα κι αν αγνοούμε την αρχική λειτουργία του και το στόχο για τον οποίο γράφτηκε και το παρομοιάζει με τη γοητεία που ασκούν παρόμοια έργα τέχνης όπως ο Δίσκος της Φαιστού κι ας αγνοούμε την ακριβή λειτουργία του. Παράλληλα η συγγραφέας με την παρουσίαση των παραπάνω ερμηνειών αντικρούει κάθεμιά από αυτές και στη συνέχεια στοιχειοθετεί τη δική της ερμηνεία του έργου.

  Παρουσίαση του έργου (πρόσωπα, χώρος, χρόνος, δράση)

 Η συγγραφέας  Μ. Δεληβοριά δέχεται ότι ο ποιητής έκανε δύο επεξεργασίες στο αρχικό κείμενο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» του 1826, μία το 1829 και μια το διάστημα 1931-33, τις οποίες παρουσιάζει και σχολιάζει ανά κεφάλαιο. Ο Σολωμός επέλεξε τον Ιερομόναχο  Διονύσιο, ως αφηγητή του έργου, γιατί ως ιερομόναχος είναι πρόσωπο ιερό, σεβάσμιο, με πίστη στο Θεό και στη Δικαιοσύνη του, που γι αυτό έχει την ικανότητα να οραματίζεται το μέλλον, όπως οι προφήτες. Πρόκειται βέβαια για προσωπείο του ίδιου του ποιητή, αλλά και κάθε ποιητή-προφήτη που μέσα από το λόγο της Ποίησης του αποκαλύπτει αλήθειες κρυμμένες βαθιά. «που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ‘ναι κρυμμένα» καθώς λέει ο ίδιος ο ποιητής. Επίτηδες λοιπόν πλάθει έτσι τη μορφή του Ιερομόναχου κι επιλέγει το βιβλικό ύφος για να προσδώσει κύρος στις αποκαλυπτικές αλήθειες που φανερώνονται μέσα στο έργο.
(Ζητώ την κατανόηση των αναγνωστών που παραθέτω αποσπάσματα από κάθε κεφάλαιο του έργου για ευνοήτους λόγους -κι όχι ολόκληρα τα κεφάλαια- και γραμμένα στο μονοτονικό)
Κεφ. 1: με υπότιτλο ο Ιερομόναχος πικραίνεται: «1.Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου για να περιγράψω ότι στοχάζουμαι λέγω: 2.Ότι εγύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές,/ για δέησες για το έθνος που πολεμάει.
3. Και ήτανε καλοκαίρι και ήτανε η ώρα που θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, [...]
 4.Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό.
 5. Και το είδα ως τη μέση σχεδόν γιομάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός
6.Γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα Έργα Του, και μεγάλη η αφχαριστία του ανθρώπου.
7. Και οι δίκαιοι κατά τη Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου που ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.
8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
9.Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντας το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου.
10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πώς ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.
 11. Εμνέσκανε λοιπόν από κάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.
12. Αλλά επειδή αρχίσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σα τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
13. Ασήκωσα τα τρία μου δάχτυλα κι έκαμα το σταυρό μου.
14.Έπειτα θέλοντας να αριθμήσω τος άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον! Πώς τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.
 15. Κι ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμόν, όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του. Και άκουσα ένα  γέλιο φοβερό μες στο πηγάδι, και είδα προβαλμένα δύο κέρατα. E qui la Visione del Diavolo.
 16. Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους.» [17.- 27.] 

 Η Γυναίκα της Ζάκυθος πλάθεται ως μια μορφή που εκφράζει το Κακό, το Άδικο γι’ αυτό τα στοιχεία της ασχήμιας της, εξωτερικής κι εσωτερικής μεγεθύνονται υπερβολικά κι η μορφή της γίνεται αποκρουστική σε όσους τη βλέπουν. Το Κακό είναι Άσχημο, μη το ξεχνάμε. Γράφει κεφ 2 με υπότιτλο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος»
2.Και το στήθος της σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό κι από κάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
7. Και το μάγουλο της εξερνούσε σάγριο, το οποίο ήτανε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
8.Κι άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για να αναγελάσει τους άλλους κι έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα πάνου που τανε λευκότατα και μακρία.
11.Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη, ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά κι ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο
12.Και εστριφογυρίζανε εδώ κι εκεί γυρεύοντας το κακό. Και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
15.Και εφανέρωνε τη πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας. [16-20]
21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγυνα και αδέλφια επιδέξια σα το Χάρο.
22.Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της εξύπναε τρομασμένη.
23.ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, τής ετραβούσανε πάντα τα σωθικά.
24.Και μιλώντας πάντα για τα κακά των άλλων γυναικών έσωσε ο νους της και πυρώθηκε..»
Ένα μικρό δείγμα  από τους σολωμικούς στίχους. Το βιβλικό ύφος που μας θυμίζει εδάφια από τη Βίβλο εκφράζεται μορφολογικά: με την αρίθμηση σχεδόν κάθε περιόδου, με το κεφαλαίο γράμμα κάθε λέξης με το οποίο αρχίζει η περίοδος, και με το σύνδεσμο «Και» που τις πλείστες φορές αποτελεί την πρώτη λέξη. Ουσιαστικά όμως το βιβλικό ύφος εκφράζεται μέσα από τον γεμάτο κύρος λόγο του Ιερομόναχου που αποκαλύπτει αλήθειες.  
Ακολουθεί το 3ο κεφάλαιο με υπότιτλο «οι Μισολογγίτισσες».
1. Κι εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι, και συχνά ολημερνίς και κάποτε οληνυχτίς έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ.
2. Και ήτανε ετότες οπού κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άντρες τους, για τα παιδιά τους, για τα αδέλφια τους, που επολεμούσανε.
3. Στην αρχή εντρεπόντανε να βγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι, για ν’ απλώσουν το χέρι επειδή δεν ήτανε μαθημένες. [4-8]
9. και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους. [10]
11. Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.
 4ο κεφάλαιο με υπότιτλο «Οι Μισολογγίτισσες διακονεύουνε και η Γυναίκα της Ζάκυθος έχει δουλειά.»: [1-12] σταχυολογώ μερικά από τα λόγια που απηύθυνε η Γυναίκα της Ζάκυθος στις Μεσολογγίτισσες βρίζοντας τες:
« 13. Και τί σας έλειπε, και τί κακό είδετε από τον Τούρκο; ...
14.Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε;
15.Ναίσκε! ... και κάτι εκάματε στην αρχή γιατί επήρετε τα άτυχα παληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου.
16.Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευτεί τέτοια προδοσία (ο Τούρκος); [17-18]  19. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες». [20-29]
 Και πιο κάτω  30.Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες.
31. Αλλά εσύ κόρη μου δε θα ‘σαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τες άλλες γυναίκες του τόπου μου.» [32-33]
34.Και η Γυναίκα εμπήκε στο δώμα της.
35.[...] Και άκουσα το κρεβάτι να τρίζει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί [...]
37.Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος. Και ότι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού, απάντηξα τον άντρα της Γυναικός οπού ανέβαινε»  
Κεφάλαιο 5ο   Και οι Μεσολογγίτισσες τώρα χωρίς να μιλήσουν σηκώθηκαν κι έφυγαν  ντροπιασμένες  και πήγαν και κάθησαν στο ακρογιάλι συζητώντας μεταξύ τους. Οι κουβέντες τους δείχνουν το ήθος τους που είναι διαμετρικά αντίθετο με αυτό της Γυναίκας της Ζάκυθος.
2.[...] *Και μία κόρη μικρή είπε «Ακούστε, συφορά, τί μας είπε αυτή η γυναίκα; Ακούστηκε ποτέ από Τούρκο, από Αράπη; /* Κι η μάνα της βάνοντας της το χέρι στο στόμα: «κλείσ’το» της είπε «και μην ειπείς ποτέ λόγο απ’ αυτά. Εδώ στη Ζάκυθο μας εκάμανε καλό και τα σκυλιά τους».
Ακολουθεί η «Προφητεία απάνου στο πέσιμο του Μισολογγιού» :
Ο χώρος και ο χρόνος της δράσης μεταφέρεται τώρα  σε έναν απροσδιόριστο χώρο που θυμίζει το Μεσολόγγι αλλά που δεν είναι αυτό. Ο Ιερομόναχος Διονύσιος βλέπει το γνωστό όραμα με τη μούσα, το οποίο ο Πολυλάς ενέταξε στο Α! Σχεδίασμα του έργου «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» ενώ σήμερα οι μελετητές το εντάσσουν στη «Γυναίκα της Ζάκυθος» Αφηγείται ο Ιερομόναχος το όραμα του: «Ετότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, κι έλεγα πως ήρθε η ώρα να ξεψυχήσω, κι εβρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μισολόγγι. [...] Και ύψωσα τα χέρια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στη καπνίλα μια μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα όπου η σπίθα έγγιζε και εσβενότουνα. Και με φωνή που μου εφαινότουνα πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

         Το χάραμα, επήρα
         του ήλιου το δρόμο
         κρεμώντας τη λύρα
        τη δίκαιη στον ώμο
        Κι απ’ όπου χαράζει
        Ως όπου βυθά

Τα μάτια μου δεν είδαν τόπο ενδοξότερο από τούτο το αλωνάκι. [...]

 (δική μου σημείωση: παρομοιάζει το Μεσολόγγι με μικρό αλώνι λόγω "κυκλικού" σχήματος των τειχών του. Με τη λύρα τη δίκαιη υπαινίσσεται την ποίηση, η οποία ψάλλει την αλήθεια και το δίκιο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ποίηση τραγουδώντας τα αντίθετα. η δε γυναίκα με τη λύρα είναι η μούσα)

 Κεφάλαιο 6: υπότιτλος «το μέλλοντα γενάμενο παρόν» στο οποίο ο Ιερομόναχος Διονύσιος «εισέρχεται» στον μέλλοντα χρόνο και ευρισκόμενος μέσα σε ένα ακαθόριστο αποκαλυπτικό περιβάλλον βλέπει οράματα που προαναγγέλουν την τιμωρία της Γυναικός από το Θεό που υπόσχεται «εκδίκηση» για την αισχρή κι άδικη συμπεριφορά της.

1.Και εκοίταξα τριγύρου, και δεν έβλεπα τίποτες, και είπα
 2. Ο Κύριος δεν θέλει να ιδώ άλλο, και γυρίζοντας το πρόσωπο όπου ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άϊ-Λύπιο.
3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γη από κάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη, και εσκιάχτηκα γιατί η ώρα ήτανε κοντά στ’ άγρια μεσάνυχτα.
4. Τόσο που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού δεν έχει το φως του.
 Και εβρέθηκα οπίσω από ένα καθρέπτη σ’ αυτόνε και στον τοίχο, και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο του δώματος.
6.Και μια φωνή δυνατή κι ογλήγορη μου εβάρεσε την ακοή λέγοντας:
7. «Ω Διονύσιε Ιερομόναχε, το μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν. Ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησιν Θεού.

Ακολουθούν τα κεφάλαια 7ο  και 8ο  με υπότιτλους αντίστοιχα «η (Εκδίκηση) Δεν σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο»  και «το ζωνάρι» με εφιαλτικές σκηνές όπου η Γυναίκα ονειρεύεται την αδελφή της να ζητιανεύει  κι αυτή να τη διώχνει φωνάζοντας την πόρνη.  Η μεγάλη κακία, ο φθόνος που αισθάνεται για τους άλλους και πάνω από όλα για την αδελφή της κάνουν τη Γυναίκα  της Ζάκυθος να χάσει τα λογικά της. Δεν αναγνωρίζει πια ούτε τον εαυτόν της μπροστά στον `καθρέπτη που βρέθηκε, φαντάζεται τους νεκρούς γονείς της να βγαίνουν από τα φέρετρα τους δίπλα της και να τη καταριούνται.

«Κεφάλαιο ύστερον <9> Η Γυναίκα της Ζάκυθος λαβαίνει τη στερνή της θαράπαψη».  Η Γυναίκα της Ζάκυθος βρίσκεται σε μια κατάσταση αμόκ, θα έλεγα, σε ένα παραλήρημα αβυσσαλέου μίσους για την ωραία αδελφή της και ξεσπά σε τρομερές ύβρεις   εναντίον της μέχρι που χάνει τα λογικά της και πιάνοντας ένα ζωνάρι για να την κρεμάσει, απαγχονίζεται τελικά η ίδια!
26. «Κι είδα τη Γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα κι εκυμάτιζε» με αυτόν τον καταληκτικό στίχο του Ιερομόναχου τελειώνει το 9ο κεφάλαιο. Ο Σολωμός είχε σχεδιάσει κι άλλη μια εκδοχή για το τέλος του έργου την οποία τιτλοφόρησε κι αυτή«Κεφάλαιο ύστερον, όμως με αριθμό <10>», μέσα στο οποίο παρουσιάζονται οι εραστές της Γυναικός να καταφθάνουν θορυβημένοι -πολλοί φορώντας προσωπίδα- έχοντας μάθει το οικτρό της τέλος. Φανερό το αλληγορικό μήνυμα της εξουσίας με τους πολλούς εραστές, η οποία όταν καταρρέει την εγκαταλείπουν όλοι βιαστικά.  Αφηγείται ο Ιερομόναχος:

2. Και ήταν καμμια δεκαπενταριά ανθρώποι και οι περσότεροι εφορούσαν μια προσωπίδα, όξω από πέντε, οπού εγνώριζα πολλά καλά.
3. Και επειδή χωρίς να αγαπάν τη Γυναίκα [εσυχνάζανε σπίτι της]κτλ αρχινήσανε να σκούζουνε. Κι εγώ γυρίζοντας κατ’ αυτούς τους είπα:  όξω από δω, όξω από δω [....] Βάλτε το χέρι στη συνείδηση σας εσύ Μ, εσύ Γ, εσύ Κ, εσύ Π, εσύ Τ (γιατί εσάς τους άλλους δεν σας γνωρίζω) και ιδέστε τι μπορεί να βγει εάν μείνετε. Η Διοίκηση σας γνωρίζει και βρίσκοντας σας εδώ θέλει πει πως την εφουρκίσετε εσείς.
Ε τότε τους είδα να πισωπλατήσουν όλους σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον ποιός να πρωτοφύγει...»

 Ο τάφος του Διονύσιου Σολωμού στη Ζάκυνθο.

Η ερμηνεία της συγγραφέως Μ. Δεληβοριά:
Γιατί « η Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι πολιτική αλληγορία;

Η συγγραφέας Μαρία Δεληβοριά διεκδικεί μια συνολική ερμηνεία του έργου «η Γυναίκα της Ζάκυθος» κι όχι κάποιων μόνο σημείων του γι αυτό προτείνει ότι πρόκειται για μια πολιτική αλληγορία, όπου στο πρόσωπο της Γυναίκας της Ζάκυθος εκφράζεται μεταμφιεσμένη η «φαύλη Διοίκηση» της επαναστατημένης Ελλάδας, και γενικότερα η μεταμφίεση κάθε ιδιοτελούς άσκησης εξουσίας.

Η συγγραφέας προσπαθεί να μπει στο νου και στην καρδιά του ποιητή, τότε που ήταν νέος,  28 χρονών όταν το έγραψε, και πιο ώριμος στα 35 του, όταν το επεξεργάστηκε για τελευταία φορά, θέλοντας να αναδείξει τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις του από την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821, που τα ιδανικά της τόσο τον είχαν συγκλονίσει! Οι διαδοχικές επεξεργασίες της «Γυναίκας της Ζάκυθος» συνδέονται με τα ιστορικά γεγονότα της εποχής που επηρέαζαν τον ψυχισμό του ποιητή. Πιο συγκεκριμένα: Από τον Απρίλη του 1825 ως τον Απρίλη 1826 πολιορκείται το Μεσολόγγι, που έχει αναδειχτεί σε σύμβολο της αντίστασης των αγωνιζόμενων Ελλήνων κατά των κατακτητών τους. Έχουν βέβαια προηγηθεί οι δυο εμφύλιοι πόλεμοι (Νοέμβρης1823 - Γενάρης1825), όνειδος για τους Έλληνες τη στιγμή που πολεμούσαν τους Τούρκους να πολεμούν και μεταξύ τους! Η επίσημη Διοίκηση της επαναστατημένης Ελλάδας, η νικήτρια των εμφυλίων έχει αφήσει κυριολεκτικά στην τύχη του το πολιορκημένο Μεσολόγγι που περιμένει μάταια βοήθεια σε πολεμοφόδια και τρόφιμα και υπάρχουν Έλληνες μάλιστα που επιθυμούν την πτώση του, όπως η Γυναίκα της Ζάκυθος! Πώς λοιπόν ο νεαρός ποιητής να μην αγανακτήσει με όσα συμβαίνουν; Και πώς να μη θέλει να καταγγείλει την υπονόμευση της Επανάστασης και την αδικία που γίνεται σε βάρος εκείνων των αγωνιστών του έθνους που δίνουν ακόμα και τη ζωή τους για να δουν ελεύθερη την πατρίδα τους;

Το κίνητρο που κινητοποιούσε τον ψυχικό κόσμο του ποιητή ήταν η βαθιά οργή που αισθανόταν κατά αυτών που υπονόμευαν τα ιδανικά της Επανάστασης του 1821, χάρη ιδίων συμφερόντων. «Η οργή στη δούλεψη της Δικαιοσύνης» στίχος του Σολωμού από το Εγκώμιο που εκφώνησε για τον Φώσκολο το 1827 επί τω θανάτω του -τίτλος ενότητας κι αυτός του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου. Αυτή η οργή είναι το κίνητρο που κινητοποίησε τον ψυχισμό και των δύο μεγάλων ποιητών της Ιταλίας του Δάντη πρώτα και του Φώσκολο αργότερα, όταν μέσα από τις αλληγορίες τους οι δυο αυτοί ποιητές καταγγέλουν την διεφθαρμένη πολιτική κατάσταση της Ιταλίας. Γράφει ο Δάντης «Σκλάβα(Ιταλία), και κατοικιά της θλίψης/ καράβι δίχως πλωρίτη (καπετάνιο) σε άγρια φουρτούνα,/ όχι αφέντρα χωρών, παρά μπορντέλο». Ο Ούγο Φώσκολο στην «Υπερκάλυψη» με έναν σαρκαστικό κι υπαινικτικό λόγο φέρεται κατά της ηθικής έκπτωσης της διεφθαρμένης πολιτικής και πνευματικής εξουσίας της Ιταλίας κατά το 19ο αιώνα, προτού ενοποιηθεί σε ένα εθνικό κράτος, παρομοιάζοντας την Ιταλία με πόρνη.  

                Είναι γνωστόν ότι ο Σολωμός δεν ήθελε να γράψει πατριωτική ποίηση με τη στενή της έννοια. Φιλοδοξία του ήταν να γράψει υψηλή ποίηση κατά τα πρότυπα της εθνικής ποίησης που είχαν δημιουργήσει ήδη άλλα έθνη της Ευρώπης. Σύμφωνα με τους «Στοχασμούς» του που προτάσσονται στο έργο « Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», στόχος του ήταν να αρθεί από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός της πολιορκίας του Μεσολογγίου στο  γενικό δηλαδή από το τοπικό στο εθνικό κι από το εθνικό στο οικουμενικό, διότι μόνο έτσι θα έκφραζε πανανθρώπινες αξίες. Αφορμώμενος λοιπόν από το τοπικό γεγονός της πολιορκίας Μεσολογγίου, το εντάσσει πρώτα στο εθνικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και στη συνέχεια του δίνει παγκόσμια διάσταση υμνώντας τον αγώνα των ανθρώπων για κάθε μορφή ελευθερίας, όπως εδώ ηθική, εθνική και πολιτική. Εμπνέεται λοιπόν τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» και κατορθώνει χρησιμοποιώντας τη γλώσσα με τόσους διαφορετικούς εκφραστικούς τρόπους και τεχνικές -που πιστοποιούν τη μεγάλη ικανότητα του Σολωμού να αφομοιώνει στοιχεία της παράδοσης ελληνικής και ευρωπαϊκής με ένα τελείως προσωπικό τρόπο-  να συνθέσει ένα καινούργιο έργο νεοελληνικό τώρα μεγάλης αξίας!

Ο στόχος του αυτός συμβάδιζε και με το φιλόδοξο στόχο του ρομαντισμού που διεκδικούσε για τον ποιητή το ρόλο του ιεροφάντη που αποκαλύπτει αιώνιες αλήθειες  κι επίσης συμβάδιζε και με την άποψη  του Αριστοτέλη ότι«Φιλοσοφικώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν» -τίτλος ενότητας κι αυτός του τελευταίου κεφαλαίου της μελέτης- διότι η ποίηση σε αντίθεση με την ιστορία δεν αποδίδει επιμέρους συμβάντα αλλά την πεμπτουσία τους. Έτσι ο Σολωμός αγωνιζόταν επίμονα στη ζωή του να συλλάβει και να μετουσιώσει σε ποίηση το μέγα ιστορικό γεγονός τους έθνους του, την ώρα που επαναστατούσε ζητώντας την ελευθερία του για να οργανώσει τη δικιά του ανεξάρτητη πολιτεία.

Τελικά η συγγραφέας πιστεύει ότι στην επεξεργασία του 1829, έτος που ο Σολωμός εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, ήταν ακόμα αισιόδοξος για την έκβαση της Επανάστασης. Ο Καποδίστριας έχει γίνει κυβερνήτης της Ελλάδας και έχει λάβει την υπόσχεση για πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, κι όχι για αυτονομία της, και επίσης για πλατύτερα σύνορα πάνω στη γραμμή Παγασητικός-Αμβρακικός. Γι αυτό ο Σολωμός ξαναπιάνει το έργο και βάζει τη Θεία Δίκη να έρχεται στο μέλλον ως αναπόδραστη ανάγκη και να τιμωρεί τη Γυναίκα της Ζάκυθος και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει. Γράφει «Ω,Διονύσιε Ιερομόναχε[...] βλέπεις εκδίκησιν του Θεού». Τελικά η Γυναίκα της Ζάκυθος παραλογίζεται και πνίγεται με τα ίδια της τα χέρια ενώ πιστεύει ότι εκείνη την ώρα πνίγει την αδελφή της. Τα αλληγορικά μηνύματα  είναι φανερά, όπως ο παραλογισμός και η τρέλα που γεννά το αβυσσαλέο μίσος των ανθρώπων, η αδελφοκτόνος, το αποτρόπαιο πρόσωπο της Κακίας και της διαφθοράς, οι εραστές της εξουσίας που την εγκαταλείπουν όταν αυτή καταρρέει και η εξουσία που εκπορνεύεται...    

Στην επεξεργασία όμως του έργου κατά το 1831-33, ο Σολωμός είναι βαθιά απογοητευμένος από την έκβαση της Επανάστασης. «Η Επανάσταση τελείωσε μα δεν ολοκληρώθηκε», όπως εύστοχα σημειώνει ο εκ μητρός Ζακύνθιος κι εθνικός ποιητής της Ιταλίας Ούγο Φώσκολο με την επιγραμματική φράση του «Larivoluzione terminata, ma non completa”. Ο Έλληνας κυβερνήτης  Καποδίστριας έχει δολοφονηθεί, ακολουθεί κι άλλος εμφύλιος πόλεμος μετά τον οποίον ο Βαυαρός Όθωνας έρχεται ως βασιλιάς στην Ελλάδα! Η Γυναίκα της Ζάκυθος ή η παράταξη που εκπροσωπούσε τελικά δεν ηττήθηκε. Αντίθετα ηττήθηκαν όσοι επεδίωκαν πιο δημοκρατικές λύσεις για την μετεπαναστατική Ελλάδα! Τελικά οι προσδοκίες της Γυναίκας της Ζάκυθος έχουν ευοδωθεί πλήρως «οι βασιλιάδες έχουν βάλει πια σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή». Η φαύλη πολιτική προοπτική έχει επικρατήσει και στη διαπάλη του «Καλού» με το «Κακό», το «Κακό» έχει υπερισχύσει. Ο Σολωμός είναι βαθιά οργισμένος! «Η ατιμωτική τιμωρία και το φοβερό τέλος της Γυναίκας της Ζάκυθος έχουν ματαιωθεί οριστικά» σημειώνει η συγγραφέας κι ο ποητής αποφασίζει να φέρει αλλαγές στη δομή του έργου. Εισάγει τη μορφή του Διαβόλου για να παραστήσει το Κακό γενικότερα τώρα πια να κυριαρχεί. Αλλά η επεξεργασία αυτή έμεινε σχεδίασμα χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί. Φαίνεται ο ποιητής βαθιά απογοητευμένος δεν είχε τη ψυχική διάθεση να το ολοκληρώσει πιστεύει η συγγραφέας.

Αξίζει να αναφερθεί επίσης ένα απόσπασμα από ένα ελληνοϊταλικό σχεδίασμα του ποιητή που σκόπευε να το εντάξει στο « η Γυναίκα της Ζάκυθος», το οποίο εκφράζει ακριβώς  τι πίστευε:

 «Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας
   να συνεπαίρνει τα πούπουλα;
                Έτσι πάει το έθνος»

Και η συγγραφέας κλείνει τις σκέψεις της με έναν πικρό συλλογισμό: «Είναι φανερό λοιπόν ότι η Γυναίκα της Ζάκυθος τελικά δεν κρεμάστηκε.
Κυκλοφορεί πάντα ανάμεσα μας με τους πολλούς της εραστές, λοιδορώντας τόσο την οργή μας όσο και την ελπίδα μας.» !

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι η συγγραφέας στοιχειοθετεί την ερμηνεία της,επικαλούμενη σκέψεις του ίδιου του Σολωμού, τις οποίες έχει ανασύρει είτε από τις Σημειώσεις του πάνω στα χειρόγραφα του, είτε από τα ιταλοελληνικά Σχεδιάσματα του και τις «Οδηγίες εις εαυτόν», είτε από Επιστολές του ποιητή σε φίλους και συγγενείς,είτε από τους Στοχασμούς του ποιητή, είτε από το πεζό Εγκώμιο για τον Ούγο Φώσκολο που έγραψε κι εκφώνησε στη Ζάκυνθο το 1827 με αφορμή το θάνατο του μεγάλου ελληνοϊταλού ομότεχνου του. Επίσης η συγγραφέας δείχνει τις επιρροές που δέχτηκε ο Σολωμός από έργα των Γερμανών ποιητών και φιλοσόφων του ρομαντισμού που διάβαζε την εποχή εκείνη μέσα από τις μεταφράσεις που έκανε γι αυτόν στα ιταλικά ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης και τέλος τις επιρροές που δέχτηκε από τον Ιταλό ποιητή Δάντη, την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη και κυρίως την «Υπερκάλυψη» του εκ μητρός συμπατριώτη του Ούγο Φώσκολο. Τα αποδεικτικά στοιχεία είναι τόσα πολλά και δένουν με τους συλλογισμούς της συγγραφέως σε ένα κείμενο με νοηματική συνοχή προσφέροντας στον αναγνώστη μια αξιόπιστη ερμηνευτική προσέγγιση.

Γιατί ο ποιητής επέλεξε να δώσει τη μορφή της αλληγορίας στο έργο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος;

Η συγγραφέας Μ. Δεληβοριά πριν αρχίσει την ανάλυση του κειμένου «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» παρουσιάζει και σχολιάζει στη μελέτη της την άγνωστη για τους περισσότερους αναγνώστες «(Προ)ειδοποίηση για τον αναγνώστη» (Avviso allettore) του Σολωμού που είχε γράψει στα ιταλικά και την οποία σκόπευε  να θέσει ως Εισαγωγή στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», το οποίο όμως τελικά δεν έπραξε. Με αυτή την «Ειδοποίηση...» ο ποιητής μας πληροφορεί για το τέχνασμα που θα χρησιμοποιούσε κατά την αφήγηση του έργου αυτού για να κρύψει το αληθινό πρόσωπο του συγγραφέα του εν λόγω έργου.  Πληροφορεί δηλαδή τον αναγνώστη ότι κάποιος ανακαλύπτει τάχα ένα παλιό χειρόγραφο με προφητείες γραμμένες από κάποιον Ιερομόναχο, άγιον άνθρωπο, τις οποίες τώρα διαβάζει. Μέσα από αυτό το τέχνασμα υποδεικνύει έμμεσα στον «σκεπτόμενο αναγνώστη» (riflesivo lettore), όπως τον αποκαλεί, ότι πολλά από αυτά που διαβάζει είναι οράματα και προφητείες, που τα μηνύματα τους υπαινίσσονται βέβαια. Χρειάζεται λοιπόν ο σκεπτόμενος αναγνώστης να τα «αποκρυπτογραφήσει» για να αποκαλυφθούν οι αλήθειες που φανερώνουν. Με την παρουσίαση λοιπόν της «Προειδοποίησης για τον αναγνώστη» η συγγραφέας στοιχειοθετεί την άποψη της ότι «η Γυναίκα της Ζάκυθος» είναι ένα κείμενο που υπαινίσσεται κι άλλα μηνύματα σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης εκτός αυτών που δηλώνονται στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.

Το λογοτεχνικό είδος της αλληγορίας και οι λόγοι που ώθησαν τον Σολωμό να επιλέξει το είδος της αλληγορίας για να εκφραστεί απασχολεί πολύ τη συγγραφέα και σ’ αυτό αφιερώνει ολόκληρο το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της. Πρώτα παρουσιάζει τη μέθοδο και την αξία της αλληγορίας επικαλούμενη τις απόψεις συγγραφέων που ασχολήθηκαν με το είδος αυτό. Ο Δάντης, ο ποιητής της Θείας Κωμωδίας γράφοντας επιστολή σε φίλο του αναφέρει «το νόημα αυτού του έργου δεν είναι ένα, αλλά μπορεί να οριστεί ως πολυσήμαντο. Το πρώτο νόημα είναι αυτό που δίνεται από το κείμενο, το άλλο αυτό που το κείμενο θέλει να υπονοήσει. Το πρώτο το ονομάζουμε κυριολεκτικό, το δεύτερο αλληγορικό, ή ηθικό ή αναγωγικό. Και καθώς αυτά τα μυστικά νοήματα ορίζονται με διαφορετικά ονόματα, μπορούν εν γένει να ονομαστούν αλληγορικά, εφόσον διαφοροποιούνται από το κυριολεκτικό νόημα". Και παρακάτω συνεχίζει με τις θέσεις του Σ. Μπέκετ «η αλληγορία είναι ένα από τα δυσκολότερα λογοτεχνικά είδη» και του Έλιοτ «με πολλά όμως πλεονεκτήματα, όταν είναι επιτυχής, όπως στον Δάντη που η ευφορία που μας προκαλεί μας ωθεί να αποκρυπτογραφήσουμε τα μηνύματα της».

 Πολλοί λοιπόν μεγάλοι συγγραφείς επιδιώκουν να γράφουν έργα που να κρύβουν πολλά νοήματα, γι αυτό καταφεύγουν στην τεχνική  της αλληγορίας. Μας υπενθυμίζει ότι η «μέθοδος της αλληγορίας» συναντάται από πολύ παλιά σε μεγάλους συγγραφείς  και σε ιερά κείμενα του Μεσαίωνα. Η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, η Θεία Κωμωδία του Δάντη, η «Υπερκάλυψη» του Ούγο Φώσκολο -ας θυμηθούμε κι εμείς τις αρχαίες ελληνικές αλληγορίες του Σπηλαίου του Πλάτωνα, της  Πολιτείας ως πλοίο που ταξιδεύει του ποιητή Αλκαίου κλπ. "Η νοητική ένταση που απαιτείται για να διεισδύσει, να αποκρυπτογραφήσει ο σκεπτόμενος αναγνώστης  τα δυσνόητα, αλληγορικά σημεία ενός τέτοιου κειμένου, τού προσφέρει μια ιδiαίτερη συγκίνηση κι αναγνωστική απόλαυση", προσθέτει η συγγραφέας.

  Η συγγραφέας επικαλείται τέλος την καινούργια άνθηση που γνώρισε η αλληγορία από ρομαντικούς συγγραφείς, που αρέσκονταν στις αλληγορίες, στα οράματα, στα αινίγματα, στην υπερβολή και προπάντων  «στις κρυμμένες αναλογίες ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό που συλλαμβάνονται από την ενοραματική φαντασία του ρομαντικού ποιητή κι εκφράζονται με σημεία που είναι δυνατόν να αποκρυπτογραφηθούν». Ο δε Σέλλνγκ επιγραμματικά είχε διατυπώσει «στη γοητεία ενός κειμένου συμβάλλει και η δυνατότητα της αλληγορικής σημασίας του».

Ο Σολωμός λοιπόν είναι εξοικειωμένος με τη μέθοδο της αλληγορίας μέσα από τις σπουδές του στην Ιταλία, τις μελέτες του για τους ρομαντικούς κι έτσι έχοντας πίσω του αλληγορικά έργα από την ελληνική κι ευρωπαϊκή παράδοση, επιλέγει τελικά την αλληγορία ως τη καταλληλλότερη μέθοδο για να εκφράσει  και τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα που του προξενούσε η εξέλιξη της Επανάστασης του 1821 που παρεξέκλινε από τα πρώτα οράματα της. Ο ποιητής πρωτίστως όμως ήθελε να δημιουργήσει ένα έργο λογοτεχνικό που θα υπερέβαινε το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός από το οποίο αφορμάται, γι αυτό γράφει αλληγορικά. Η συγγραφέας για να επιβεβαιώσει την άποψη της περί αλληγορίας επικαλείται επίσης την άποψη του Γερμανού θεωρητικού Βάλτερ Μπένζιαμιν ότι η αλληγορία λόγω των πολλαπλών μηνυμάτων που κρύβει είναι πιο κατάλληλη από την μεταφορά με το μονοσήμαντο μήνυμα της, για να εκφράσει τις ταραγμένες ιστορικές εποχές. Με τον αλληγορικό αυτόν τρόπο λοιπόν ο Σολωμός  «σημαίνει» τα «σημαινόμενα» του, χωρίς να τα αποκρύπτει εντελώς και χωρίς να τα φανερώνει πλήρως, εξασφαλίζοντας έτσι την πολυσημία του έργου του, την οικουμενικότητα των αξιών του και τη διαχρονικότητα του!
Τελικά ο Δ Σολωμός γράφοντας ακόμα και πεζό δικαιώνει έμμεσα τους τίτλους του εθνικού ποιητή της Ελλάδας, του πατέρα της νεοελληνικής ποίησης, του στοχαστή ποιητή και του πρώτου Έλληνα Ευρωπαίου ποιητή!  Άξια και η "ερμηνευτική δοκιμή"της Μαρίας Δεληβοριά η οποία μελέτησε βαθιά κι ένοιωσε  μέσα της αυτό το σπουδαίο αινιγματικό έργο του Διον Σολωμού χαρίζοντας μας μια συνολική κι αξιόπιστη ερμηνεία του!

    Αγγελική Σούλη, Αθήνα, 27-4- 2014

     ------------------------------------------------------------------------------------------------------------                                               

     
Διονύσιος Σολωμός
(Ἄρθρα Νάσου Βαγενᾶ)
Ὁ κ. Νάσος Βαγενᾶς εἶναι καθηγητὴς τῆς Θεωρίας καὶ Κριτικῆς της Λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.


Τὸ ἐπίτευγμα τοῦ Σολωμοῦ

Τὸ Βῆμα τῆς Κυριακῆς, 13-12-1998



Στὸ τελευταῖο κείμενό μου στὸ «Βῆμα» (29 Νοεμβρίου 1998) εἶχα ὑποστηρίξει ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε καθαρότερα τὴ φύση τῆς ποιητικῆς προσπάθειας τοῦ Σολωμοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὶς στερεότυπες εἰκόνες τοῦ ἑπτανησιακοῦ καὶ τοῦ ἀθηναϊκοῦ λογοτεχνικοῦ τοπίου τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖες μας ἔχουν παραδοθεῖ ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ ἐποχὴ τοῦ δημοτικισμοῦ, νὰ προσδιορίσουμε μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια τὰ ἑπτανησιακὰ λογοτεχνικὰ καὶ ἐν γένει γραμματειακὰ συμφραζόμενα τῆς σολωμικῆς ποίησης, καὶ νὰ δοῦμε αὐτὰ τὰ συμφραζόμενα μέσα στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῶν ἑλληνικῶν συμφραζομένων τους. Μιὰ τέτοια ἐξέταση θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ Σολωμὸς ὄχι μόνο δὲν ἀποτελοῦσε γιὰ τοὺς Ἑπτανησίους τὴ μοναδικὴ πηγὴ ποιητικῆς ἀλήθειας, ὅπως πιστεύεται, ἀλλὰ καὶ ὅτι, ὡς πηγὴ ἀλήθειας, τοὺς ἦταν ἄγνωστος κατὰ τὸ ὠριμότερο καὶ οὐσιαστικότερο μέρος τοῦ ἔργου του. Θὰ μᾶς παροτρύνει, ἀκόμη, νὰ κοιτάξουμε προσεκτικότερα τὶς σχέσεις τοῦ Σολωμοῦ μὲ τοὺς ποιητὲς τοῦ κύκλου του, ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἢ ποὺ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πρόσβαση στὸ ἄδηλο γιὰ τοὺς λοιποὺς ἐγχείρημα τῶν μειζόνων ποιητικῶν συνθέσεών του (Ὁ Κρητικός, Οἱ ἐλεύθεροι πολιορκημένοι, Ὁ Πόρφυρας). Τὸ νόημα τῆς γνωστῆς ἐπιστολῆς του στὸν Τερτσέτη (1833) εἶναι προφανές, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ τὸ περιγράψουμε ἐδῶ. Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε μελετώντας τοὺς στίχους τῶν ποιητῶν του σολωμικοῦ κύκλου εἶναι ὅτι οὔτε καὶ αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ ἔρθουν σὲ γόνιμη ἐπαφὴ μὲ τὸ νόημα τῆς σολωμικῆς τέχνης. Τὸν Σολωμὸ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν καταλάβουν, ἢ τουλάχιστον νὰ ὠφεληθοῦν οὐσιαστικὰ ἀπὸ αὐτόν, οὔτε οἱ μαθητές του. Διαφορετικά, θὰ εἶχαν δώσει ἔργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα καὶ ἀπὸ τὰ βαθύτερα στοιχεῖα τοῦ διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τὰ πράγματα μὲ τὴν ὀπτικὴ καθαρότητα ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἦταν ἀλλιῶς. Ὁ Σολωμὸς ἦταν μία ποιητικὴ μεγαλοφυΐα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ σπάνια ποιητικὰ πνεύματα πού, ἐνίοτε, ὑπερέχουν τόσο πολὺ τῶν συγχρόνων ὁμοτέχνων τους, ὥστε αὐτοὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ τὰ ἀκολουθήσουν. Ἔτσι, ἀνέλαβε μόνος του καὶ χωρὶς οὐσιαστικὴ βοήθεια ἕνα τιτάνιο ποιητικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο ἦταν ἔργο μιᾶς ὁλόκληρης ποιητικῆς γενιᾶς: νὰ διαμορφώσει μία κοινὴ νεοελληνικὴ ποιητικὴ γλώσσα μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν γλωσσικῶν τάσεων καὶ προτάσεων ποὺ κατετίθεντο ἐκείνη τὴν ἐποχή. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἔχει ἀρκετὲς ἀναλογίες μὲ τὸ γλωσσικὸ ἔργο ποὺ ἐπετέλεσε ἡ ποίηση τῆς Κρητικῆς Ἀκμῆς, ἀλλὰ μὲ δυὸ σημαντικὲς διαφορές:

1) Ἡ κλίμακα τῆς γλώσσας ποὺ εἶχαν νὰ ἐπεξεργαστοῦν οἱ ποιητές της Κρήτης ἦταν τοπική, ἐνῶ ἐκείνη τοῦ Σολωμοῦ πανελλήνια· ἡ διαμόρφωση τῆς κρητικῆς ποιητικῆς γλώσσας, τὴν ὁποία ἐπέτυχαν οἱ ποιητὲς τῆς Κρήτης, ἦταν εὐκολότερη, γιατὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ «καθαριστεῖ» καὶ νὰ μορφοποιηθεῖ σὲ ὁμοιογενῆ ποιητικὴ γλώσσα ἦταν πολὺ λιγότερο ἑτερόκλητο ἀπὸ τὸ ὑλικὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας τῆς ἐποχῆς τοῦ Σολωμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ τὶς κινούμενες στοὺς ἀντίποδες τῆς δικῆς του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικὲς κατευθύνσεις τοῦ νέου κράτους.

2) Ἢ ἐποχὴ τῆς Κρητικῆς Ἀκμῆς διέθετε περισσότερους ἀπὸ ἕναν μεγάλους ποιητὲς (Κορνάρος, Χορτάτσης) καὶ ἐλάσσονες ἀναλογικὰ σημαντικότερους ἀπὸ τοὺς ἐλάσσονες σολωμικούς, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ποιητικὴ γλώσσα της ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς μεγαλύτερης ποιητικῆς ἀλληλεγγύης. Ἔτσι, δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σολωμὸς δὲν κατόρθωσε νὰ ὁλοκληρώσει τὶς ποιητικὲς συνθέσεις τῆς ὡριμότητάς του.

Ἀλλὰ δὲν ἦταν μόνον οἱ ἀντικειμενικὲς συνθῆκες ποὺ ἐμπόδισαν τὴν ὁλοκλήρωση αὐτῶν τῶν συνθέσεων. Ἦταν καὶ μία προσωπικὴ συντεταγμένη, ποὺ καθιστοῦσε τὸ σολωμικὸ ἐγχείρημα ἀκόμη πιὸ δύσκολο. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὶς γλωσσικὲς ἐλλείψεις τοῦ ποιητῆ, τὶς ὁποῖες ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐξαλείψει πλήρως ἡ ἐπανασύνδεσή του μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα μετὰ τὴν ἐπάνοδό του ἀπὸ τὴν Ἰταλία (σὲ τελευταία ἀνάλυση, αὐτὲς ἐνδέχεται νὰ λειτουργοῦν ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ ἀντιστρόφως: νὰ ἀποτελοῦν συγχρόνως, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Κάλβου, καὶ πηγὴ ἐκφραστικῆς γοητείας - βέβαια πολὺ λιγότερο ὁρατὴ στὸν Σολωμό). Ἀναφέρομαι στὴν παράτολμη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλωσσικὴ διαμόρφωσή του προσπάθεια τοῦ Σολωμοῦ νὰ κάνει τραγικοῦ (Ὁ Κρητικός, Ὁ Πόρφυρας) καὶ ἐπικοτραγικοῦ περιεχομένου ποίηση (Οἱ ἐλεύθεροι πολιορκημένοι) μὲ λυρικὴ γλώσσα. Παρὰ τὴν ἀποσπασματικότητα τοῦ ἔργου του, ὁ Σολωμὸς μὲ τὶς συγχωνεύσεις του αὐτὲς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους εὐρωπαίους ποιητὲς τῆς ἐποχῆς του ποὺ ὑλοποιοῦν πραγματικὰ - θέλω νὰ πῶ: σὲ βάθος - τὸ ρομαντικὸ ὅραμα τῆς σύμμειξης τῶν ποιητικῶν εἰδῶν (μιὰ παρόμοια -λυρικοτραγικὴ- συγχώνευση ἐπιτυγχάνει στὴν Ἰταλία ὁ συνομήλικός του Λεοπάρντι) - καὶ πιστεύω ὅτι ἀπὸ αὐτὴ πηγάζει ἡ μεγάλη καθαρότητα τῆς σολωμικῆς γλώσσας. Ἡ καθαρότητα τῆς γλώσσας τοῦ Σολωμοῦ, ὅπως ἄλλωστε καὶ τοῦ Λεοπάρντι (καὶ οἱ δυὸ χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι τῆς γαλλικῆς «καθαρῆς ποίησης»), δὲν εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη ἄλλων λυρικῶν ποιητῶν τῆς ἐποχῆς τους. Ὡστόσο, δίνει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι μεγαλύτερη, γιατί ἔχει μεγαλύτερο βάθος· γιατὶ ὁ σολωμικὸς λυρισμός, ὅπως καὶ ὁ λεοπαρδικός, ἔχει βαρύτερο περιεχόμενο: ἐκφράζει συναισθήματα πυκνότερα καὶ ἀσύμβατα μὲ ἐκεῖνα τοῦ συνήθους λυρισμοῦ.
Κι ἐδῶ βρίσκεται ἡ διαφορὰ τοῦ Σολωμοῦ ἀπὸ τοὺς ξενόγλωσσους ὁμοτέχνους του. Ἐνῶ ὁ Λεοπάρντι εἶχε στὴ διάθεσή του μιὰ καλλιεργημένη καὶ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ ὁμοιογενοποιημένη γλώσσα, ὁ Σολωμὸς ἔπρεπε νὰ ἐργαστεῖ μὲ τὸ ὑλικὸ μιᾶς ποιητικῆς γλώσσας πολὺ λιγότερο πρόσφορης γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς σύμμειξης ποὺ ἐπεδίωκε. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Σπ. Ζαμπέλιος ὅταν τὸν ἐπέκρινε γιατὶ ἐπιχείρησε νὰ ἐκφράσει πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ἡ κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἐκείνη τὴν ἐποχή.

Τὸ βάρος τοῦ ἔργου ποὺ ἀνέλαβε ὁ Σολωμὸς ἦταν τόσο ὥστε ἡ «συντριβή» του νὰ μὴν εἶναι ἀνεξήγητη. Ἡ μορφὴ τῶν σωζομένων ποιημάτων του δὲν ὀφείλεται τόσο στὴν ἐφαρμογὴ ἀπὸ τὸν ποιητὴ τῆς ἰδέας τοῦ ῥομαντικοῦ ἀποσπάσματος, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, ὅσο στὴ φύση τοῦ ἐγχειρήματός του (σὲ κανέναν ῥομαντικὸ ποιητὴ ἡ ἀποσπασματικότητα δὲν ἔχει τὴ «συντριμματικὴ» μορφὴ μὲ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται στὸν Σολωμό). Ὁ Σολωμὸς ὑπέκυψε στὶς δυσκολίες τοῦ ἐγχειρήματός του, ὅμως κατόρθωσε, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μία μεταφορὰ τοῦ Σεφέρη, νὰ βγάλει μέσα ἀπὸ τὰ γλωσσικὰ νεφελώματα τῆς ἐποχῆς του ἕνα ἄστρο - γιὰ τὴν ἀκρίβεια, κομμάτια ἑνὸς ἄστρου, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ὁ κύριος ὁδηγητὴς καὶ διαμορφωτὴς τῆς κοινῆς ποιητικῆς γλώσσας μας καί, ὡς ἐκ τούτου, ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους διαμορφωτὲς τῆς νεοελληνικῆς κοινῆς. Λέω ἐπρόκειτο, γιατὶ χρειαζόταν χρόνος ὥστε νὰ μπορέσει νὰ λειτουργήσει καὶ σὲ βάθος τὸ σολωμικὸ δίδαγμα.



Ἡ ἐπεξεργασία τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γλώσσας ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Σολωμὸς ἦταν τόσο βαθιὰ καὶ τόσο λεπτὴ ὥστε, ἂν εἶχε δημοσιεύσει τὰ ἀποσπάσματα τῶν μεγάλων ποιημάτων του, ἡ γλώσσα τους θὰ φαινόταν (καὶ θὰ ἦταν) τότε, ὄχι μόνο γιὰ τοὺς Ἀθηναίους ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ἑπτανησίους, σὲ αἰσθητὸ βαθμὸ τεχνητὴ (πράγμα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἔνιωθαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ κύκλου του, ποὺ γνώριζαν τὰ ποιήματά του). Ἔπρεπε νὰ ὡριμάσουν οἱ συνθῆκες καὶ νὰ διαμορφωθεῖ μὲ τὴν καθοδήγηση τῆς γλώσσας τῶν σολωμικῶν ἀποσπασμάτων ἡ ἑλληνικὴ κοινὴ ποιητικὴ γλώσσα, γιὰ νὰ μπορέσει ἡ γλώσσα τοῦ Σολωμοῦ, μὲ μίαν ἀνεπαίσθητη ὅμως ἰσχυρὴ ἀνάδραση, τὴν ὁποία ἡ ἴδια με σοφία προετοίμασε, νὰ φυσικοποιηθεῖ πλήρως.

          ------------------------------------------------------------------------------


Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν



158 στροφὲς συνθέτουν τὸν Ὕμνο, ὅπου ἡ Ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Οἱ θεματικὲς ἑνότητες ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἡ ἀρχαία λαμπρότητα, τὰ δεινοπαθήματα τῆς σκλαβιᾶς, ἡ ἀπήχηση τοῦ ἀγῶνα, οἱ κορυφαῖες στιγμὲς τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ νικηφόρες μάχες στὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ σπαρακτικὴ ἔκκληση τῆς Ἐλευθερίας πρὸς τοὺς Ἕλληνες γιὰ ὁμόνοια καὶ ἀδερφοσύνη. Ὁ μεγάλος μουσουργὸς Νικόλαος Μάντζαρος, προσωπικὸς φίλος τοῦ ποιητῆ Σολωμοῦ, συνέθεσε μουσικὴ γιὰ 24 στροφές. Οἱ δυὸ πρῶτες νομοθετήθηκαν τὸ 1856 ὡς ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδας.


1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρῃς τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνή1
19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἄρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3
41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4
43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
Ἡ ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8
91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
98
Αὐτὸς λέγει... «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὄρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
103
Ἡ γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὑρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένῃ,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12
121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
139
Ἡ καρδιὰ συχνοσπαράζει...
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
»Ἡ Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!...
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριάν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».


ΣHMEIΩΣEIΣ TOY ΠOIHTH

01) Δεῦτε παῖδες τῶν Ἑλλήνων...
02) Ἀρματώθηκαν τότε ὅλοι ἀπὸ δεκατέσσερους χρόνους καὶ ἀπάνου.
03) Ἡ περιτειχισμένη Τριπολιτσὰ δὲν ἔχει κάστρον, καὶ εἰς τὸν τόπον τοῦ κάστρου ἐννοεῖ ὁ ποιητὴς τὴν μεγάλην Τάπιαν τῆς πόλης.
04) Ἀγκαλὰ καὶ ἦτον ἡμέρα ὅταν ἐπάρθηκεν ἡ Τριπολιτσά, ὁ ποιητὴς ἀκολούθησε τὴν κοινὴν φήμην ὅπου τότε ἐσκορπίστηκεν, ὅτι τὸ πάρσιμό της ἐσυνέβηκε τρεῖς ὧρες ἔπειτα ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα.
05) Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ φεγγάρι εὑρίσκεται τυπωμένον εἰς τὲς τούρκικες σημαῖες.
06) Ὁ λὸρδ Μπάιρον εἰς τὴν τρίτην ᾠδὴν τοῦ Don Juan παρασταίνει ἕνα ποιητὴν Ἕλληνα, ὅπου ἀπελπισμένος καὶ παραπονεμένος διὰ τὴν σκλαβιὰν τῆς πατρίδος του, ἔχει ἐμπρός του ἕνα κρασοπότηρον, καὶ κοντὰ εἰς ἄλλα λέγει καὶ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «...οἱ γυναῖκες μας χορεύουν ἀποκάτου ἀπὸ τὸν ἴσκιον βλέπω τὰ θέλγητρα τῶν ματιῶν τοὺς ἀλλὰ ὅταν συλλογίζωμαι ὅτι θὰ γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τὰ μάτια μου δάκρυα». Ἐπέρασε ἕνας χρόνος ἀφοῦ ἐγράφθηκε τοῦτος ὁ ὕμνος ὁλοένα ὁ ποιητὴς ἑτοιμάζει ἕνα ποίημα γιὰ τὸν θάνατον τοῦ Λὸρδ Μπάιρον.
07) Ἀγαλλιάσθω ἔρημος καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον. Ἡσαΐας Κεφ. λε´.
08) Εἶναι ἀληθινὸν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὅρμησαν ἐναντίον τοῦ Μεσολογγιοῦ τὰ ξημερώματα αὐτῆς τῆς ἁγίας ἡμέρας δὲν εἶναι ὅμως ἀληθινόν, καθὼς τότε ἐκοινολογήθηκεν, ὅτι ἦταν ἀνοικτὲς καὶ οἱ ἐκκλησίες μάλιστα ἐκλείσθησαν ἐπιταυτοῦ διὰ νὰ ἔχουν οἱ Ἕλληνες ὅλην τὴν προσοχήν τους εἰς τὸν πόλεμον.
09) Καὶ εἰπέ μοι γέγονε ἐγὼ εἰμὶ τὸ A καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Ἀποκάλ. Ἰωάννου Κεφ. κα´.
10) Τὰ περιστατικὰ τοῦ περάσματος τοῦ ποταμοῦ, τῆς μάχης τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγιοῦ εὑρίσκονται καταστρωμένα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Σπυρίδωνος Τρικούπη, ἐγκαρδίου φίλου τοῦ ποιητῆ. Αὐτὴ ἡ ἱστορία γλήγορα θέλει πλουτίσει καὶ τὴν γλῶσσαν μας καὶ τὴν φιλολογίαν μας.
11) Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τίτλους τοῦ Σουλτάνου.
12) Ἔξοδος Κεφ. ιε´.
13) Τὸ καύσιμό της καραβέλας τοῦ Καπετὰν πασᾶ καὶ ἑνὸς ἄλλου καραβίου κοντὰ εἰς τὴν Τένεδον, τὲς 29 Ὀκτωβρίου.


Ὁ Διονύσιος Σολωμὸς ἄρχισε νὰ γράφει τὸ ποίημα «Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερία» τὸ 1822, μετὰ τὴ συνάντησή του μὲ τὸν Τρικούπη (ποὺ τὸν ἐπηρέασε πολύ) καὶ τὸν ὁλοκλήρωσε τὸν Μάιο τοῦ 1823. Πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1824 στὸ Μεσολόγγι καὶ ἐκυκλοφόρησε τὸ 1825. Ἔπειτα, ἐπανεκτυπώθηκε πολλὲς φορές καὶ μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες. Τὸ 1865, μὲ τὴ δεύτερη μουσικὴ σύνθεση του, ἀπὸ τὸν Νικόλαο Μάντζαρο, ἔγινε ἐπισήμως ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδος.

        ---------------------------------------------------------------------------------------

Αποτέλεσμα εικόνας για εθνικος υμνος εικονες

Εθνικός Ύμνος

Ο Εθνικός Ύμνος ονομάζεται το μελοποιημένο έμμετρο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», που από τις 4 Αυγούστου 1865 καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανακρούονται μόνο οι δύο πρώτες στροφές του που συνοδεύουν την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται επίσης σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης του αποδίδονται τιμές με στρατιωτικό χαιρετισμό σε πλήρη ακινησία.


Γενικά στοιχεία

Το περιεχόμενο των Εθνικών Ύμνων αναφέρεται συνήθως, σε ιστορικά γεγονότα ή πρόσωπα τα οποία έχουν σηματοδοτήσει την ιστορική πορεία κάθε έθνους. Ο αγγλικός εξυμνεί το βασιλιά, αρχίζοντας με τη φράση, "Ο Θεός είθε να σώζει το βασιλιά", ο ελβετικός υμνεί την ελευθερία, ο γαλλικός, η περίφημη Μασσαλιώτιδα, είναι επαναστατικό τραγούδι εμπνευσμένο από την επανάσταση του 1789, ο γερμανικός αποθεώνει τη Γερμανία, "Ντόιτσλαντ ούμπερ άλλες" και ο αμερικανικός υμνεί την "αστερόεσσα".

Ελληνικός Εθνικός Ύμνος
Ιστορία

Κατά την περίοδο που κυβερνούσε το νεοσύστατο κράτος ο Ιωάννης Καποδίστριας, χρησιμοποιούσαν κλέφτικα τραγούδια που αναφέρονταν στους αγώνες για την ελευθερία του έθνους. Αργότερα ο βασιλιάς Όθωνας καθιέρωσε τον πρώτο εθνικό ύμνο, που ήταν μετάφραση του βαυαρικού και υμνούσε το πρόσωπο του βασιλιά:

"Τον βασιλέα μας Όθωνα τον πρώτον σώσον Θεέ,
αύξησον, κράτυνον την βασιλείαν του
τον βασιλέα μας σώσον, Θεέ.

Μετά την έξωση του Όθωνα έγινε προσπάθεια προσαρμογής του ύμνου αυτού στο όνομα του νέου βασιλιά, του Γεωργίου του Α΄, αλλά χωρίς επιτυχία.

Ύμνος εις την Ελευθερία

Το ποίημα γράφτηκε το Μάιο του 1823 από το Διονύσιο Σολωμό στη Ζάκυνθο, συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι 158 στροφές του είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων και αναφέρονται στους σκληρούς αγώνες του γένους για την αποτίναξη της τουρκικής σκλαβιάς, Οι δύο πρώτες στροφές του, οι οποίες μπορούν να σταθούν και ως ολοκληρωμένο ποίημα, ψάλλονται ως εθνικός μας ύμνος.

Τυπώθηκε το 1824 στο Μεσολόγγι και μελοποιήθηκε το 1828 από τον Κερκυραίο μουσικοσυνθέτη Νικόλαο Μάντζαρο, πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία και από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν η 2η το 1837 και 3η μελοποίηση του το 1839-΄40, και ο Νικόλαος Μάντζαρος υπέβαλλε το έργο στον βασιλιά Όθωνα με την 4η «αντιστικτική» μελοποίηση, το Δεκέμβριο του 1844.

Για το έργο τους τιμήθηκαν ο Μάντζαρος με τον «Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα» τον Ιούνιο του 1845 και ο Σολωμός με «Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα» το 1849, η πρώτη μελοποίησή του διαδόθηκε ως «θούριος», όμως δεν υιοθετήθηκε ως Ύμνος και το 1861 επανεξέτασε το έργο για 5η φορά, σε ρυθμό εμβατηρίου.

Το 1865 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα, όπου άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας.
Στη συνέχεια Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών, επί υπουργίας ς Δ. Στ. Μπουντούρη, το χαρακτήρισε ως «επίσημον εθνικόν άσμα» και από τις 4 Αυγούστου 1865, διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού» και ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία.

Το 1873 τυπώθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο και σε 27 μέρη, το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, τον διασκεύασε για μπάντα, κι αυτή παίζεται ως σήμερα, όμως στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.

Περίληψη

Μέσα στις 158 τετράστιχες στροφές του «Ύμνου» ο ποιητής ανατρέχοντας τον επαναστατικό αγώνα του Εικοσιένα, βροντοφωνεί και πάλι την πολεμόχαρη κραυγή του Ρήγα «... Η τη νίκη η τή θανή », συμβουλεύει, τονώνει την πίστη των μαχητών, διακηρύσσει την αδερφική ομόνοια, βέβαιος ότι η ομόνοια οδηγεί στη νίκη: «... Πάντα η νίκη αν ενωθείτε πάντα εσάς θ' ακολουθεί ».
Στις δύο πρώτες στροφές του κάνει ένα χαιρετισμό προς την Ελλάδα την οποία ταυτίζει με την Ελευθερία και την υμνεί με λόγια που ποτέ ως τότε, δεν άκουσε, ενώ της προσδίδει σάρκα καιοστά, την προσωποποιεί, και της απευθύνει το λόγο σε δεύτερο ενικό πρόσωπο.

Στις στροφές 3 με 16 αναφέρεται στις προσπάθειες της θαμμένης Ελευθερίας καθώς και στο δίλημμα που τίθεται και δεν είναι άλλο από το "Ελευθερία ή Θάνατος".

Η Ελευθερία περιγράφεται πικραμένη γιατί διώχτηκε από την Ελλάδα, όμως, υπομένει και ταυτόχρονα ελπίζει. Οι υποσχέσεις που της δίνουν είναι ψεύτικες (στρ. 11), και καταλήγουν σεειρωνεία (στρ. 12). Επανέρχεται λοιπόν από τον τάφο της και σωριάζεται από λύπη (στρ. 13, 14), όπως και οι Έλληνες, οι οποίοι αισθάνονται το ίδιο και αποφασίζουν «Ελευθερία ή Θάνατος».

Στις στροφές 17-34 ήρθε η ώρα των Ελλήνων να ελευθερώσουν την πατρίδα γιατί κατάλαβαν ότι η τυραννία είναι φρικτή και έτσι γίνεται το ξέσπασμα (στρ. 18). Η συγκίνησή τους είναι μεγάλη και θεωρούν υποχρέωσή τους να μεταφέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα στην Ελευθερία (στρ. 19-20).

Η Αγγλία ξαφνιάζεται από τα γεγονότα και υποψιάζεται, ενώ ο Αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ παρομοιάζεται με αετό, οι Τούρκοι σαν άγρια θηρία που κατασπαράζουν τα πάντα στο διάβα τους (στρ. 26), ωστόσο η Ελλάδα παραμένει ακλόνητη (στρ. 28).

Στις στροφές 137-158, ο ποιητής καλεί την Ελευθερία να επιστρέψει γιατί στην Ελλάδα ηττήθηκε ο διχασμός και την περιμένουν ώστε να την τιμήσουν.

Θεματικές ενότητες

Για να χωρίσει τα διάφορα μέρη μεταξύ τους, ο ποιητής παρεμβάλλει συνήθως τη δεύτερη στροφή του Ύμνου ("απ` τα κόκαλα βγαλμένη...")
Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να διαιρεθεί
Προοίμιο, Στροφές 1-34
Ο ποιητής παρουσιάζει τη θεά ελευθερία, θυμίζει τα περασμένα μαρτύρια του Ελληνισμού, την εξέγερση των σκλάβων, τη χαρά του Ελληνισμού, την έχθρα των Ευρωπαίων ηγεμόνων και την περιφρονητική αδιαφορία των Ελλήνων για τα φιλότουρκα αισθήματά τους.
Στροφές 35-74
Η μάχη της Τριπολιτσάς.
Στροφές 75-87
Η μάχη της Κορίνθου και η καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια.
Στροφές 88-122
Η 1η πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 και ο πνιγμός των Τούρκων στον ποταμό Αχελώο.
Στροφές 123-138
Τα πολεμικά κατορθώματα στη θάλασσα, η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας κοντά στην Τένεδο και η ικανοποίηση του Γρηγορίου Ε΄.
Επίλογος, στροφές 139-158
Συμβουλεύει τους αγωνιστές να απαλλαγούν από τη διχόνοια και προτρέπει τους δυνατούς της Ευρώπης να αφήσουν την Ελλάδα να ελευθερωθεί.

         -----------------------------------------------------------------------------


Διονύσιος Σολωμός, Εθνικός Ύμνος (Ύμνος εις την Ελευθερίαν)

Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Ο ύμνος απευθύνεται στη θεϊκή προσωποποιημένη Ελευθερία, η οποία, παρά τη μακραίωνη απουσία της, είναι οικεία στον ποιητή. Την αναγνωρίζει απ’ την πρώτη στιγμή. Την αναγνωρίζει απ’ το κοφτερό της σπαθί, που σκορπίζει ολόγυρα τον τρόμο και το θάνατο στους εχθρούς∙ την αναγνωρίζει κι απ’ το βλέμμα της, απ’ τη ματιά της που με βιασύνη αναμετράει τη γη, την όποια ήρθε για ν’ απαλλάξει απ’ τα δεσμά της δουλείας.

Το ποίημα συντίθεται ενόσω διαρκεί η επανάσταση, και προτού το ζήτημα της απελευθέρωσης των Ελλήνων περάσει στα χέρια της διπλωματίας. Αιματηρές μάχες, πολύνεκρες πολιορκίες και βίαιη εκδίωξη των δυναστών συνιστούν τα αναγκαία χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης, που έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των υπόδουλων Ελλήνων. Ο ποιητής κινούμενος απ’ τον επαναστατικό ενθουσιασμό της εποχής του τονίζει επίσης και την ταχύτητα με την οποία το απελευθερωτικό κίνημα σαρώνει τη για αιώνες εδραιωμένη κυριαρχία των Τούρκων. Η θεϊκή Ελευθερία δρα με τρόπο βίαιο και γοργό προκειμένου να επιστρέψει εκ νέου στην πολύπαθη χώρα.

Η ανάδυση, μάλιστα, της Ελευθερίας βασίζεται στους ιερούς νεκρούς των Ελλήνων. Στους ανθρώπους εκείνους που θυσιάστηκαν για χάρη της πατρίδας τους, αλλά και στους προγόνους των Ελλήνων, οι οποίοι ύμνησαν και τίμησαν με το παράδειγμά τους την αξία της ελευθερίας. Οι επαναστατημένοι Έλληνες αντλούν δύναμη και έμπνευση απ’ τους προγόνους εκείνους που θεωρούσαν πάντοτε την ελευθερία ως αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση για την ύπαρξή τους.
Με το παράδειγμα των προγόνων και με τη θυσία των συμπατριωτών να δίνουν κουράγιο και δύναμη στους μαχόμενους Έλληνες, η Ελευθερία επανέρχεται γεμάτη γενναιότητα, όπως και πρώτα, όπως και τότε που οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ζουν παρά μόνο αν ήταν ελεύθεροι.
Η επιφώνηση του τελευταίου στίχου συνδέει την έλευση της Ελευθερίας με τη χαρά και την αγαλλίαση που προκαλεί στους Έλληνες η αίσθηση πως σύντομα θα κατορθώσουν να ζήσουν και πάλι ελεύθεροι.

Η λέξη βία προφέρεται ως μονοσύλλαβη (βια), καθώς για μετρικούς λόγους έχουμε συνίζηση, και σημαίνει βιασύνη (βια όχι βί-α). [Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γιώργου Μπαμπινιώτη]
Αντίστοιχη ερμηνεία της λέξης δίνεται και στο Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου - Φυτράκη.

Στο ποίημα ακολουθείται πλεχτή ομοιοκαταληξία, ο 1ος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον 3ο και ο 2ος ομοιοκαταληκτεί με τον 4ο. Το μέτρο είναι τροχαϊκό, βασίζεται δηλαδή στην εναλλαγή μιας τονισμένης με μια άτονη συλλαβή.
Που / με / βία / με / τράει / τη / γη

Σχόλια του Διονύσιου Σολωμού:

Όταν επρωτοδιαβάσθηκε το ποίημα, κάποιοι είπαν: Κρίμα! υψηλά νοήματα και στίχοι σφαλμένοι! Για να δεχθώ την πρώτην, ακαρτερώ να δικαιολογήσουν την δεύτερη παρατήρηση. Μα τον Δία που εσάστισα! Αύριο θέλει έρθη και κανένας να μου δείξη τ’ αλφαβητάρι με το κονδύλι στο χέρι∙ αλλά εγώ του το παίρνω και απιθώνω την άκρην του εις τα μεγάλα ονόματα του Δάντη και του Πετράρχη, του Αριόστου και του Τάσσου, και εις τα ονόματα όσων στιχουργώντας τους ακολούθησαν, και του λέγω: Λάβε την καλοσύνην, Διδάσκαλε, να γύρης τ’ αυτιά σου εδώ πάνου, και μέτρα. Κάθε συλλαβή είναι ένα πόδι, και για μας και για αυτούς, όποιος και αν είναι ο στίχος∙ όμως εσύ δεν ηξεύρεις να τα μετράς. Το φωνήεν, με το οποίον τελειώνει η λέξη, χάνεται εις το φωνήεν, με το οποίον η ακόλουθη αρχινά∙ όμως το προφέρω επειδή έτσι με συμβουλεύει η τέχνη της αληθινής αρμονίας. Το ια (βία), το εει (ρέει), το αϊ (Μάι) και τα εξής, όταν δεν είναι εις το τέλος του στίχου, δεν κάνουν παρά μία συλλαβή. Το τιμή είναι ομοιοτέλευτο με το πολλοί, το κακός με το τυφλός, το εχθές με το πολλές. Τούτοι οι κανόνες έχουν κάποιες εξαίρεσες, τες οποίες όποιος έχει καλά θρεμμένη με τους Κλασικούς την ψυχήν του βάνει εις έργον, χωρίς τόσο να συλλογίζεται, εις την ίδιαν στιγμήν εις την οποίαν μορφώνει την ύλη. Πίστευσέ μου, Διδάσκαλε, η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα ψυχής∙ μ’ όλον τούτο, αν φθάσης να μου αποδείξης ότι σφάλλω τους στίχους, θέλει γράψω των Ιταλών και των Ισπανών, να τους δώσω την είδησιν, ότι τους έσφαλαν έως τώρα και αυτοί, και μη φοβάσαι να σου πάρω για την εφεύρεσιν το βραβείον, γιατί θέλει σε μελετήσω. ...


Σχόλια του Ιάκωβου Πολυλά:

Και πραγματικώς η πρόοδός του εις τη γλώσσα φαίνεται απίστευτη, αν σκεφθή τινάς ότι τότε (τον Μάιον 1823) έγραψε, εις το διάστημα, ως λέγεται ενός μηνός, τον Ύμνον εις την Ελευθερία. Και τωόντι, αν είναι αληθινόν ότι ο καθαρός Ελληνισμός στέκεται εις τη ζωντανή φωνή, εις το σεμνό κάλλος της μορφής και εις το ξάστερο βάθος του λόγου, βέβαια τούτο το ποίημα έβγαινε ως ο πρώτος γνήσιος καρπός της ελληνικής φαντασίας, ύστερ’ από είκοσι αιώνες του μαρασμού της. Αυτό ο αυγερινός του ελληνικού ουρανού έλαμψε ήδη εις δύο γενεές ανθρώπων με φως αθάμπωτο και παρηγορητικό, από το οποίον κατεβαίνει εις κάθε γενναία ψυχή το θάρρος εις τα μέλλοντα καλά και όμορφα του Ελληνισμού. Εις τον Ύμνον ο Σολωμός έδειχνε ότι ήδη ήταν ικανός να ρυθμίζη το ύφος του κατά τα διαφορετικά ποιητικά αντικείμενα. Επικρατεί με αμίμητην απλότητα, ο ελεγειακός χαρακτήρας εις το προοίμιον (στρ. 3-14), όπου ο ποιητής ενθυμίζει το περασμένο∙ και κανονικώς το έκαμε, διότι δίχως την αρχαίαν λαμπρότητα, δίχως την υπομονή μες στα πολύχρονα παθήματα, δεν εννοείται η ακαταμάχητη ορμή του αυτόνομου ελληνικού πνεύματος, όπου παρουσιάζεται εις τη φαντασία του ποιητή βγαλμένο από τα ιερά κόκκαλα των προγόνων, με την ακονισμένη ρομφαία και με το μάτι οπού με βία μετράει τη γη, ως να εθαρρούσε ότι γλήγορα θα την κάμη δική του. ...

Σχόλια του Λίνου Πολίτη:

Το Μάιο του 1823, σ’ ένα μήνα μέσα και σε μια συνεχή διάθεση λυρικού ενθουσιασμού, θα γράψει τις 158 στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερία. Ένα ποίημα πηγαίο, ορμητικό, νεανικό, πολύ πιο ψηλά από τη μέση στάθμη των νεανικών ποιημάτων, ποίημα της επιτυχίας, που καθιερώνει αμέσως τον εικοσιπεντάχρονο ποιητή. Η Ελευθερία, μορφή ποιητική και όχι ψεύτικη, αλληγορική, που ταυτίζεται με την Ελλάδα, αστράφτει από την πρώτη στιγμή γνώριμη στα μάτια του ποιητή: Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή, / σε γνωρίζω... Αφού δώσει στο προοίμιο τα περασμένα βάσανα της σκλαβιάς και τη δύναμη τώρα της Ελευθερίας, περιγράφει ένα ένα τα κατορθώματά της, δηλ. τα κυριότερα γεγονότα του Αγώνα ως την εποχή που γράφει. Η άλωση της Τριπολιτσάς, πρωτεύουσας του Μοριά, η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων, παίρνει έκταση επική και δραματική, η καταστροφή της μεγάλης στρατιάς του Δράμαλη κοντά στην Κόρινθο, σαν αργή κίνηση μουσικής συμφωνίας, δίνεται με μια διάθεση ειδυλλιακή, ενώ το δραστικό περιγραφικό ύφος του πρώτου μέρους ξαναγυρίζει στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου τα Χριστούγεννα του 1822 και στην καταστροφή των Τούρκων στον Αχελώο, που επακολούθησε. Ύστερα ο τόνος πέφτει, ιδίως όταν ο ποιητής δίνει συμβουλές στους αγωνιστές (ας είναι και με το στόμα της Ελευθερίας) ή απευθύνει έκκληση στους ξένους μονάρχες για την ελευθερία των Ελλήνων.

Ο Ύμνος είχε μεγάλη απήχηση, μεταφράστηκε στις περισσότερες ξένες γλώσσες και η λυρική του φωνή ενίσχυσε το κίνημα του φιλελληνισμού. ...

Ελλάδα:

Τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος αποτελούν οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος “Ύμνος εις την Ελευθερίαν”. Γράφτηκε το Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο από τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκε στο Μεσολόγγι και τον ίδιο χρόνο ο Φωριέλ το συμπεριέλαβε στη συλλογή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Το 1828, ο Νικόλαος Μάντζαρος, κερκυραίος μουσικός και φίλος του Σολωμού, μελοποίησε το ποίημα, με βάση λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία, αλλά όχι ως εμβατήριο. Έκτοτε ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές.

Το 1844 το ποίημα μελοποιήθηκε για δεύτερη φορά από τον Μάντζαρο και υποβλήθηκε στον βασιλέα Όθωνα με την ελπίδα να γίνει δεκτό ως εθνικός ύμνος. Παρά την τιμητική επιβράβευση του Ν. Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα και του Δ. Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος, το έργο διαδόθηκε μεν ως “θούριος” αλλά δεν εγκρίθηκε ως ύμνος.

Το 1861 ο Υπουργός των Στρατιωτικών ζήτησε από τον Μάντζαρο να συνθέσει εμβατήριο πάνω στον “Ύμνο εις την Ελευθερίαν”. Ο μουσικός μετέβαλε τον ρυθμό του ύμνου του Σολωμού σε ρυθμό εμβατηρίου και το 1864, μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος. Ο εθνικός ύμνος, μαζί με τη μουσική του, τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 κομμάτια, το 1873, στο Λονδίνο.

Το ποίημα “Ύμνος εις την Ελευθερία” αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως Εθνικός Ύμνος, το 1865. Από αυτές οι δυο πρώτες είναι εκείνες που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης αποδίδονται τιμές χαιρετισμού.

Κύπρος:

Η καθιέρωση Εθνικού Ύμνου της Κυπριακής Δημοκρατίας έγινε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 18 Νοεμβρίου 1966. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, υιοθετήθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Κύπρου η μουσική του Εθνικού Ύμνου της Ελλάδας.



         --------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ




https://el.wikipedia.org/wiki/Διονύσιος_Σολωμός









Εκπομπή-αφιέρωμα στον εθνικό μας ποιητή ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ και στον συνθέτη που μελοποίησε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», ΝΙΚΟΛΑΟ ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟ ΜΑΝΤΖΑΡΟ. Παρακολουθούμε δραματοποιημένα στιγμιότυπα από τη ζωή του ποιητή μέσα από τα οποία διαφαίνεται η βαθιά συγκίνηση και επίδραση που ασκούσαν στον ψυχισμό του η Ελληνική Επανάσταση και η αυτοθυσία των επαναστατημένων Ελλήνων. Σημαντικό μέρος της δραματοποίησης καλύπτει η γνωριμία και η φιλία του με τον ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΤΡΙΚΟΥΠΗ που τον βοήθησε να μάθει αλλά και να εκφράζεται μέσα από την ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα τη συγγραφή του «Ύμνου εις την ελευθερίαν». Η γνωριμία του ποιητή με τον Ν. ΜΑΝΤΖΑΡΟ στην Κέρκυρα, η μελοποίηση του Ύμνου και η αναγνώριση της σύνθεσης ως Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων από τον Βασιλιά Γεώργιο Α' ολοκληρώνουν το αφιέρωμα.


Δημοσίευση σχολίου