Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

La Vita è Bella - Η Ζωή Είναι Ωραία


Η Ζωή Είναι Ωραία

Life is beautiful ver1.jpg

Σκηνοθεσία Ρομπέρτο Μπενίνι
Παραγωγή  Miramax Films
Σενάριο       Ρομπέρτο Μπενίνι
Βιντσέζο Τσέραμι
Πρωταγωνιστές    Ρομπέρτο Μπενίνι
Νικολέτα Μπράσκι
Τζιόρτζιο Κανταρίνι
Τζιουστίνο Ντουράνο
Μουσική     Νικόλα Πιοβάνι
Φωτογραφία         Τονίνο Ντέλι Κόλι
Μοντάζ       Simona Paggi
Εταιρεία παραγωγής      Melampo Cinematografica και Cecchi Gori Group
Διάρκεια      116 λεπτά




Η Ζωή Είναι Ωραία (ιταλικά: La Vita è Bella, αγγλικά: Life is Beautiful) είναι ιταλική δραματική κωμωδία παραγωγής 1997 σε σκηνοθεσία Ρομπέρτο Μπενίνι και σε σενάριο του ίδιου μαζί με τον Βιντσέζο Τσέραμι. Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός Ιταλού Εβραίου, τον Γκουίντο, που πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να βοηθήσει την οικογένειά του που κρατείται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν.

Ο τίτλος προέρχεται από τη φράση του Λέοντα Τρότσκι. Εξόριστος στο Μεξικό, γνωρίζοντας ότι θα δολοφονηθεί από ανθρώπους του Στάλιν, είδε τη σύζυγό του στον κήπο και έγραψε ότι "η ζωή είναι ωραία".


Ο αριθμός που έχει ο Benigni στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο ίδιος με αυτόν της στολής του Charlie Chaplin στον Μεγάλο Δικτάτορα.

Η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους στις 20 Δεκεμβρίου 1997 στην Ιταλία και στις 23 Οκτωβρίου 1998 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Απέσπασε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς και έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία αποφέροντας 229,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Έλαβε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, και κέρδισε τρία στις κατηγορίες Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, Α' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του Μπενίνι και Καλύτερης Μουσικής.



Πλοκή

Ο Γκουίντο, ένας Ιταλός εβραϊκής καταγωγής, φτάνει σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας για να πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο του θείου του. Ο Γκουίντο είναι αστείος και χαρισματικός, ειδικά όταν γνωρίζει μια δασκάλα, τη Ντόρα. Η Ντόρα, όμως, προέρχεται από μια πλούσια, αριστοκρατική, μη εβραϊκή οικογένεια. Η μητέρα της θέλει να καλοπαντρευτεί, αλλά η Ντόρα ερωτεύεται τον Γκουίντο και τη μέρα του γάμου της, κλέβονται.


Περνούν αρκετά χρόνια και τώρα το ζευγάρι έχει ένα γιο, τον Τζιοζέ. Η Ντόρα και η μητέρα της έχουν αποξενωθεί εξαιτίας του γάμου της με τον Γκουίντο αλλά οι σχέσεις τους καλυτερεύουν λίγο πριν τα τέταρτα γενέθλια του εγγονού της.

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος μόλις έχει ξεσπάσει. Ο Γκουίντο, μαζί με το θείο του και το γιο του αναγκάζονται να επιβιβαστούν σε ένα τρένο με προορισμό ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Ντόρα -αν και ιταλικής καταγωγής και συνεπώς άμοιρη των δεινών που περιμένουν τους εβραίους- δεν μπορεί να αποχωριστεί τους άντρες της ζωής της, ζητάει να πάει μαζί τους και μπαίνει στο τρένο οικειοθελώς, αλλά στην συνέχεια χωρίζονται. Στο στρατόπεδο, ο Γκουίντο κρύβει το γιο του από τους Ναζί φύλακες, του δίνει κρυφά φαγητό και προσπαθεί να τον κάνει να μην καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει. Έτσι, τον πείθει ότι το στρατόπεδο είναι απλά ένα παιχνίδι, στο οποίο ο παίκτης που θα καταφέρει να μαζέψει 1.000 πόντους θα κερδίσει ένα τανκ. Του λέει αν κλάψει, παραπονεθεί, ζητήσει τη μαμά του ή πει ότι πεινάει θα χάσει.

Ο Γκουίντο τον πείθει ότι οι φύλακες του στρατοπέδου είναι κακοί γιατί θέλουν κι αυτοί να κερδίσουν το τανκ και έτσι όλα τα άλλα παιδιά κρύβονται για να κερδίσουν το παιχνίδι. Όταν ο Τζιοζέ δε θέλει να παίξει άλλο και ζητά να επιστρέψει σπίτι, του λέει ότι είναι λίγους πόντους πριν τη νίκη. Παρά το γεγονός ότι είναι περιτριγυρισμένος από μιζέρια, αρρώστια και θάνατο, ο Τζιοζέ δεν αμφιβάλλει καθόλου για τα λεγόμενα του πατέρα του, χάρη στην πειστική του ερμηνεία και τη δική του αθωότητα.


Η ιστορία του Γκουίντο κρατάει μέχρι το τέλος, όταν μέσα στο χάος που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή, λέει στο γιο του να μείνει μέσα σε ένα κουτί μέχρι να φύγουν όλοι, πείθοντάς τον ότι αυτό είναι το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού. Ο Γκουίντο, ενώ προσπαθεί να βρει τη Ντόρα, συλλαμβάνεται και πυροβολείται από έναν φύλακα, αλλά όχι πριν κάνει το γιο του να γελάσει για τελευταία φορά, παριστάνοντας τον Ναζί φύλακα.

Ο Τζιοζέ καταφέρνει να επιζήσει και νομίζει ότι νίκησε το παιχνίδι όταν ένα αμερικανικό τανκ φτάνει και απελευθερώνει το στρατόπεδο. Βρίσκει τη μητέρα του, μη γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του έχει πεθάνει. Χρόνια αργότερα, συνειδητοποιεί τη θυσία του πατέρα του, που του έσωσε τη ζωή.

Ηθοποιοί και Χαρακτήρες

Ρομπέρτο Μπενίνι στο ρόλο του Γκουίντο
Νικολέτα Μπράσκι στο ρόλο της Ντόρα
Τζιόρτζιο Κανταρίνι στο ρόλο του Τζιοζέ
Τζιουστίνο Ντουράνο στο ρόλο του Ελιζέο
Αμερίγκο Φοντάνι στο ρόλο του Ροντόλφο
Σέρτζιο Μπαστρίκ στο ρόλο του Φερούτσιο
Μαρίσα Παρέδες στο ρόλο της μητέρας της Ντόρα
Χορστ Μπούχολτς στο ρόλο του γιατρού Λέσινγκ


Box οffice

Στις ΗΠΑ η ταινία Η Ζωή Είναι Ωραία έκανε πρεμιέρα με 2,3 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο τριήμερο. Οι συνολικές εισπράξεις στο αμερικανικό box office έφτασαν τα 57,5 εκατομμύρια δολάρια και στον υπόλοιπο κόσμο απέφερε 171,6 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά συγκέντρωσε 229,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.

Αποτέλεσμα εικόνας για η ζωη ειναι ωραια ταινια

Βραβεία & Υποψηφιότητες

Όσκαρ         Καλύτερη Ταινία            Υποψηφιότητα      
Σκηνοθεσία Ρομπέρτο Μπενίνι Υποψηφιότητα      
Πρωτότυπο Σενάριο       Ρομπέρτο Μπενίνι & Βιντσέζο Τσέραμι       Υποψηφιότητα      
Α' Ανδρικού Ρόλου          Ρομπέρτο Μπενίνι Νίκη  
Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία  Νίκη  
Μουσική     Νικόλα Πιοβάνι    Νίκη  
Μοντάζ       Σιμόνα Πάγκι       υποψηφιότητα      
Φεστιβάλ Καννών Χρυσός Φοίνικας             υποψηφιότητα      
Βραβείο Επιτροπής  Νίκη  Screen Actors Guild Awards      Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε Πρωταγωνιστικό Ρόλο  Ρομπέρτο Μπενίνι      Νίκη 
Καλύτερη Ερμηνεία από Καστ           υποψηφιότητα     
BAFTA       Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία   υποψηφιότητα      
Α' Ανδρικού Ρόλου          Ρομπέρτο Μπενίνι νίκη   
Πρωτότυπο Σενάριο       Ρομπέρτο Μπενίνι & Βιντσέζο Τσέραμι   υποψηφιότητα


Η βράβευση του Μπενίνι με Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου αποτελεί τη δεύτερη βράβευση στην ιστορία του θεσμού κατά την οποία ένας ηθοποιός κερδίζει το βραβείο σκηνοθετώντας τον εαυτό του. Ο προηγούμενος ήταν ο Λόρενς Ολίβιε στην ταινία Άμλετ (Hamlet) το 1948. Επίσης, είναι η δεύτερη φορά που το βραβείο κερδίζει ρόλος ερμηνευμένος αποκλειστικά στα ιταλικά. Η προηγούμενη νικήτρια ήταν η Σοφία Λόρεν για την ταινία Η Ατιμασμένη (La Ciociara) το 1960.


===============================================

ΠΗΓΕΣ

Η Ζωή Είναι Ωραία - Βικιπαίδεια







Αποτέλεσμα εικόνας για η ζωη ειναι ωραια ταινια



Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

THE PIANIST - Ο ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ

The Pianist.jpg


Ο Πιανίστας 


Σκηνοθεσία Ρόμαν Πολάνσκι
Παραγωγή  Ρόμαν Πολάνσκι, Ρόμπερτ Μπενμούσα, Αλέν Σάρντ
Σενάριο       Αυτοβιογραφία: Βλαντισλάβ Σπίλμαν,
Σενάριο: Ρόναλντ Χάργουντ
Πρωταγωνιστές    Έιντριεν Μπρόντι
Τόμας Κρέτσμαν
Μουσική     Β. Κίλαρ, Φρεντερίκ Σοπάν
Φωτογραφία         Πάβελ Έντελμαν
Μοντάζ       Hervé de Luze
Εταιρεία παραγωγής      StudioCanal, Canal+ και Babelsberg Studio
Διάρκεια      150 λεπτά

Ο Πιανίστας είναι μια ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι, παραγωγής 2002, με πρωταγωνιστή τον Έντριαν Μπρόντυ. Αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης αυτοβιογραφίας του Εβραίου Πολωνού μουσικού, Βλαντισλάβ Σπίλμαν (Wladyslaw Szpilman, 1911 – 2000 ).

Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών με τον Χρυσό Φοίνικα, ενώ διεκδίκησε επτά βραβεία της Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ), ανάμεσα στα οποία και αυτό της καλύτερης ταινίας. Τελικά κέρδισε τρία: Καλύτερης σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Ανδρικού Ρόλου, με τον Μπρόντυ να αποτελεί το νεαρότερο ηλικιακά ηθοποιό που έχει λάβει το βραβείο αυτό. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως η ταινία κέρδισε επίσης επτά Βραβεία Σεζάρ, ανάμεσα στα οποία αυτά της Καλύτερης ταινίας, Καλύτερης σκηνοθεσίας και Α’ Ανδρικού Ρόλου, χαρίζοντας στον Μπρόντυ ακόμη μια ασυνήθιστη πρωτιά: αυτή του πρώτου Αμερικανού που παίρνει αυτή τη διάκριση.

Υπόθεση

Ο Βλαντισλάβ Σπίλμαν, ένας διάσημος Εβραιοπολωνός πιανίστας που δουλεύει στον ραδιοφωνικό σταθμό της Βαρσοβίας, βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939. Αφού ο ραδιοφωνικός σταθμός καταστρέφεται από τις εκρήξεις, ο Βλαντισλάβ επιστρέφει σπίτι όπου και μαθαίνει ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία έχουν κηρύξει πόλεμο ενάντια στη Γερμανία. Πιστεύοντας ότι ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα, αυτός και η οικογένειά του γιορτάζουν το γεγονός.

Ωστόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που λαμβάνει χώρα τους επόμενους μήνες, οι συνθήκες διαβίωσης των Εβραίων σταδιακά χειροτερεύουν και τα δικαιώματά τους περιορίζονται: κάθε οικογένεια επιτρέπεται να έχει ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό, όλοι πρέπει να φοράνε ένα περιβραχιόνιο με το Αστέρι του Δαβίδ για να ξεχωρίζουν και γενικά να ωφελούν να δέχονται αδιαμαρτύρητα διάφορες ταπεινώσεις. Ώσπου τελικά το 1940, συγκεντρώνονται όλοι στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Εκεί αντιμετωπίζουν την πείνα, την καταδίωξη και τον εξευτελισμό από τους Ναζί και τον συνεχή φόβο του θανάτου ή βασανισμού. Σύντομα, τους πηγαίνουν στις εγκαταστάσεις εξολόθρευσης στην Τρεμπλίνκα. Ο Βλαντισλάβ σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν αστυνομικό του εβραϊκού γκέτο, που τυγχάνει να είναι οικογενειακός φίλος. Μακριά πλέον από την οικογένειά του, παραμένει στο γκέτο ως εργάτης-σκλάβος στις γερμανικές μονάδες κατασκευής ενώ αργότερα αφήνεται στη βοήθεια όσων μη-Εβραίων γνωστών του τον θυμούνται ακόμα.

Όσο ζει κρυμμένος, γίνεται μάρτυρας πολλών θηριωδιών που διαπράττουν τα Ες-Ες, όπως μαζικές δολοφονίες, ξυλοδαρμούς και εμπρησμούς. Παρακολουθεί επίσης την επανάσταση που λαμβάνει χώρα στο γκέτο, χωρίς να μπορεί να προσφέρει ή να αντιδράσει με άλλο τρόπο. Τελικά, τα Ες-Ες μπαίνουν με τη βία στο γκέτο και σκοτώνουν όλους σχεδόν τους εναπομείναντες αντάρτες. Ανάμεσα στις τρομακτικές σκηνές που εξελίσσονται γίνεται μια αναφορά στη δράση του Γιόζεφ Μπλος, ενός αξιωματικού των Ες-Ες γνωστού σήμερα για τις ιδιαίτερα βάναυσες πράξεις του. Χαρακτηριστικά συγκεντρώνει και εκτελεί μια ομάδα Εβραίων που έμοιαζαν αρκετά μεγάλοι ή αδυνατισμένοι για να δουλέψουν. Σε κάποια άλλη σκηνή, η απάντησή του σε μια νεαρή μητέρα που τον ρωτά πού πηγαίνουν τα τρένα είναι ένας εξ επαφής πυροβολισμός.

Ένα χρόνο μετά, η ζωή στη Βαρσοβία γίνεται όλο και χειρότερη. Η πολωνική αντίσταση γνωρίζει αποτυχίες ενάντια στη γερμανική κατοχή, κάτι που οδηγεί στη ραγδαία μείωση του πληθυσμού. Ο Σπίλμαν εν τω μεταξύ, αγγίζει το θάνατο λόγω αρρώστιας (ίκτερου) και υποσιτισμού. Μετά την απομάκρυνση όλου του πληθυσμού της Βαρσοβίας και των Γερμανών λόγω του ρωσικού στρατού που πλησιάζει, μένει εντελώς μόνος.

Τριγυρνά στα λιγοστά σπίτια που δεν έχουν καταστραφεί εντελώς και ψάχνει για φαγητό. Ενώ προσπαθεί απεγνωσμένα να ανοίξει μια κονσέρβα διαπιστώνει με τρόμο πως κάποιος τον παρακολουθεί. Ωστόσο δεν ήταν η περίπολος, αλλά ένας ένστολος Γερμανός, ο Βιλμ Χόσενφελντ. Ο Σπίλμαν έχει παραλύσει στην ιδέα του θανάτου, αλλά ο Γερμανός του ζητά απλά να του παίξει κάτι στο πιάνο. Ο Σπίλμαν, μια σκιά πλέον του παλιού εαυτού του, παίζει την Μπαλάντα του Σοπέν σε Σολ Μινόρε. Ο Γερμανός συγκινημένος του επιτρέπει να συνεχίσει να κρύβεται στη σοφίτα και του φέρνει τακτικά φαγητό, σώζοντάς του τη ζωή.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι Γερμανοί αναγκάζονται να υποχωρήσουν λόγω του Κόκκινου Στρατού. Στην τελευταία τους συνάντηση, ο Γερμανός ρωτά τον Σπίλμαν το όνομά του και όταν εκείνος του απαντά, αναφωνεί πως είναι ταιριαστό όνομα για πιανίστα (το Szpilman είναι ομόφωνο του γερμανικού spielmann που σημαίνει «αυτός που παίζει»), και του υπόσχεται πως θα τον ακούει στο ραδιόφωνο. Επίσης του δίνει το σακάκι του, κάτι που παραλίγο να αποβεί μοιραίο αφού οι Πολωνοί τον μπερδεύουν για Γερμανό και τον πυροβολούν. Όταν αντιλαμβάνονται ότι είναι Πολωνός τον ρωτούν γιατί φοράει γερμανικό σακάκι και εκείνος απαντά απλά «κρυώνω».

Σε ένα κοντινό στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Γερμανός ευεργέτης του Σπίλμαν βρίσκεται εκεί μαζί με πολλούς άλλους Γερμανούς και παρακαλεί έναν Πολωνό μουσικό να μιλήσει στον Σπίλμαν για να τον ελευθερώσει. Ο Σπίλμαν, που πλέον εργάζεται ξανά στον ραδιοφωνικό σταθμό, φτάνει πολύ αργά. Όλοι οι αιχμάλωτοι έχουν μεταφερθεί χωρίς να αφήσουν ίχνος πίσω τους. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Βλαντισλάβ Σπίλμαν θριαμβεύει παίζοντας Σοπέν μπροστά σε ένα μεγάλο κοινό. Στους τίτλους τέλους μαθαίνουμε πως ο Σπίλμαν παρέμεινε στη Βαρσοβία όπου πέθανε το 2000 σε ηλικία 88 ετών και πως ο Γερμανός ευεργέτης του πέθανε το 1952 σε ένα Σοβιετικό στρατόπεδο, μετά από απάνθρωπα βασανιστήρια επτά χρόνων, σε κατάσταση πλήρους ψυχικής διαταραχής. Συν τοις άλλοις είχε υποστεί και ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Σπίλμαν τον έψαχνε για έναν χρόνο. Το 1950 έμαθε το όνομά του και προσπάθησε να τον απελευθερώσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1957 επισκέφθηκε την οικογένειά του στη Δυτική Γερμανία.

Διανομή


Έιντριεν Μπρόντυ          Βλαντισλάβ Σπίλμαν
Τόμας Κρέτσμαν   Βιλμ Χόσενφελντ
Φρανκ Φίνλεϋ       Πατέρας
Μωρίν Λίπμαν     Μητέρα
Εμίλια Φοξ  Ντορότα
Εντ Στόπαρντ      Χένρικ
Τζούλια Ράινερ     Ρετζίνα
Τζέσικα Κέιτ Μέιερ        Χαλίνα
Μίκαλ Ζεμπρόφσκι        Γιούρεκ

Παραγωγή


Ο Έντριαν Μπρόντυ στο ρόλο του Βλαντισλάβ Σπίλμαν, στην ταινία "Ο Πιανίστας" (2002).

Η ιστορία ήταν προσωπική υπόθεση για τον σκηνοθέτη, Ρόμαν Πολάνσκι, που ξέφυγε από το γκέτο της Κρακοβίας όντας παιδί, μετά τον θάνατο της μητέρας του. Τελικά έζησε στον αχυρώνα ενός αγρότη μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο πατέρας του άγγιξε τον θάνατο στα στρατόπεδα, αλλά τελικά επανενώθηκε με τον γιο του μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η φωτογραφία της ταινίας ξεκίνησε στις 9 Φεβρουαρίου 2001 στο Πότσδαμ της Γερμανίας. Το γκέτο της Βαρσοβίας και η πόλη που το περιτριγύριζε δημιουργήθηκαν σε στούντιο όπως ακριβώς έδειχναν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Παλαιοί σοβιετικοί στρατώνες χρησιμοποιήθηκαν για να αναδημιουργηθεί η πόλη, καθώς επρόκειτο να καταστραφούν έτσι κι αλλιώς.

Οι πρώτες λήψεις έγιναν στους παλιούς στρατώνες. Λίγο μετά, οι δημιουργοί μεταφέρθηκαν σε μια βίλα στο Πότσδαμ, που αναπαράστησε το σπίτι όπου ο Σπίλμαν συνάντησε τον Χόσενφελντ. Στις 2 Μαρτίου 2001, τα γυρίσματα μεταφέρθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό νοσοκομείο στο Μπέλιτς της Γερμανίας. Εκεί γυρίστηκαν οι σκηνές κατά τις οποίες οι στρατιώτες καταστρέφουν το νοσοκομείο με φλογοβόλα. Στις 15 Μαρτίου επέστρεψαν στο πρώτο στούντιο. Η πρώτη σκηνή που γυρίστηκε εκεί αφορούσε την αντίσταση των Εβραίων του Γκέτο, η οποία τελικά κατανικήθηκε από τους Ναζί. Η σκηνή ήταν πολύπλοκη και απαιτητική τεχνικά, καθώς περιελάμβανε επικίνδυνες σκηνές και εκρήξεις. Τα γυρίσματα στο στούντιο έλαβαν τέλος στις 26 Μαρτίου και ξανάρχισαν στη Βαρσοβία στις 29 Μαρτίου. Η Πράγα επιλέχτηκε για γυρίσματα καθώς έχει αρκετά κτίρια της εποχής. Το τμήμα καλλιτεχνικής διεύθυνσης βασίστηκε σε αυτά για να αναπλάσει την Πολωνία της εποχής με πινακίδες και αφίσες της περιόδου. Πρόσθετες λήψεις έγιναν γύρω από τη Βαρσοβία. Η σκηνή όπου ο Σπίλμαν, η οικογένειά του και εκατοντάδες Εβραίοι περιμένουν για να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης γυρίστηκε στην τοπική Στρατιωτική Ακαδημία.

Η φωτογραφία ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο 2001 και ακολουθήθηκε από μήνες πρόσθετης επεξεργασίας στο Παρίσι, όπου ο Πολάνσκι γεννήθηκε και πλέον κατοικεί μόνιμα.

Κυκλοφορία

Ο Πιανίστας έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ των Καννών, στις 24 Μαΐου 2002, όπου και κέρδισε τη μέγιστη διάκριση, το Χρυσό Φοίνικα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε στις 19 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, ενώ σε DVD από την Sony Pictures Home Entertainment Hellas στις 26 Μαΐου 2003 σε μια απλή έκδοση χωρίς extras πέραν του τρέιλερ. Το 2006, κυκλοφόρησε μια διπλή συλλεκτική έκδοση, ως μέρος της σειράς I love Cinema – Μαγεία από όλο τον κόσμο, ξανά από την Sony Pictures Home Entertainment Hellas, και ουσιαστικά ήταν μια σύμπτυξη της ευρωπαϊκής και της αμερικάνικης έκδοσης όσον αφορά τα extras. Στις 21 Οκτωβρίου 2007, κυκλοφόρησε ως ένθετο στην εφημερίδα «Το Βήμα» σε χάρτινη θήκη χωρίς extras.

Ενδιαφέρουσες πληροφορίες

Ο Έντριαν Μπρόντυ έχασε 14 κιλά για να υποδυθεί τον Βλαντισλάβ Σπίλμαν ακολουθώντας δίαιτα πείνας με νερόβραστα για έξι εβδομάδες.
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ενώ έψαχνε τοποθεσίες στην Κρακοβία, ο Ρόμαν Πολάνσκι συνάντησε κάποιον άντρα που βοήθησε την οικογένειά τους κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ο σκηνοθέτης παρέχει τη φωνή του στον άντρα που περιμένει να περάσει το δρόμο διαμαρτυρόμενος που η οδός Gentile χτίστηκε μέσα στο Γκέτο.
Το ρόλο του Σπίλμαν διεκδίκησαν ανεπιτυχώς 1.400 άντρες σε οντισιόν στο Λονδίνο.
Τα έσοδα από την ολλανδική πρεμιέρα της ταινίας χαρίστηκαν στο σπίτι της Άννας Φρανκ.
Πρόκειται για την πρώτη ταινία που βραβεύτηκε ως η καλύτερη της χρονιάς στα Βραβεία Σεζάρ, χωρίς να ακούγεται σε αυτή ούτε μια γαλλική λέξη.
Η παραγωγή σταμάτησε για μία μέρα όταν πέθανε ένας από τους παραγωγούς, ο Rainier Schaper. Η ταινία αφιερώθηκε στη μνήμη του.
Στην ταινία κάνει μια εμφάνιση ο εγγονός του πραγματικού Σπίλμαν.

Βραβεύσεις

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

Α’ Ανδρικής Ερμηνείας – Έντριαν Μπρόντυ
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Διασκευασμένου Σεναρίου – Ρόναλντ Χάργουντ
Υποψηφιότητα:

Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι, Ρόμπερτ Μπενμούσα, Αλέν Σάρντ
Κινηματογράφησης – Πάβελ Έντελμαν
Σχεδίασης κοστουμιών – Άννα Μπ. Σέπαρντ
Μοντάζ – Ερβέ ντε Λουζ


Βραβεία Ιαπωνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου

Βράβευση:

Ξενόγλωσσης ταινίας


Βραβεία BAFTA

Βράβευση:

Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι, Ρόμπερτ Μπενμούσα, Αλέν Σάρντ
Βραβείο Σκηνοθεσίας Ντέιβιντ Λιν – Ρόμαν Πολάνσκι
Υποψηφιότητα:

Κινηματογράφησης – Πάβελ Έντελμαν
Α’ Ανδρικής Ερμηνείας – Έντριαν Μπρόντυ
Διασκευασμένου Σεναρίου – Ρόναλντ Χάργουντ
Ήχου – Ζαν-Μαρί Μπλοντέλ, Ντην Χάμφρεϊς, Ζεράρ Χάρντυ
Βραβείο Άντονυ Άσκουιθ για Μουσική Κινηματογραφικής Ταινίας – Β. Κίλαρ


Βραβεία Κύκλου Κριτικών Βοστώνης

Βράβευση:

Ταινίας
Ανδρικής Ερμηνείας – Έντριαν Μπρόντυ
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι


Critics Choice Awards

Υποψηφιότητα:

Ταινίας
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι


Φεστιβάλ των Καννών

Βράβευση:

Χρυσός Φοίνικας – Ρόμαν Πολάνσκι


Βραβεία Σεζάρ

Βράβευση:

Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Ανδρικής Ερμηνείας – Έντριαν Μπρόντυ
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Κινηματογράφησης – Πάβελ Έντελμαν
Μουσικής Κινηματογραφικής Ταινίας – Β. Κίλαρ
Σκηνικών – Άλλαν Στάρσκι
Ήχου – Ζαν-Μαρί Μπλοντέλ, Ντην Χάμφρεϊς, Ζεράρ Χάρντυ
Υποψηφιότητα:

Διασκευασμένου Σεναρίου – Ρόναλντ Χάργουντ
Κοστουμιών – Άννα Μπ. Σέπαρντ
Μοντάζ – Ερβέ ντε Λουζ


Βραβεία Σωματείου Σκηνοθετών Η.Π.Α. (D.G.A)

Υποψηφιότητα:

Εξαιρετικής επίδοσης στη Σκηνοθεσία Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι


Ευρωπαϊκά Κινηματογραφικά Βραβεία

Βράβευση:

Κινηματογράφησης – Πάβελ Έντελμαν
Υποψηφιότητα:

Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Κοινού για Ανδρική Ερμηνεία – Έντριαν Μπρόντυ
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι, Ρόμπερτ Μπενμούσα, Αλέν Σάρντ


Χρυσές Σφαίρες

Υποψηφιότητα:

Δραματικής ταινίας
Ανδρικής ερμηνείας σε δραματική ταινία – Έντριαν Μπρόντυ


Βραβεία Γκόγια

Βράβευση:

Ευρωπαϊκής Ταινίας – Ρόμαν Πολάνσκι


Βραβεία Εθνικής Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου

Βράβευση:

Ταινίας
Ανδρικής Ερμηνείας – Έντριαν Μπρόντυ
Σκηνοθεσίας – Ρόμαν Πολάνσκι
Σεναρίου – Ρόναλντ Χάργουντ


============================================

ΠΗΓΗ

Ο Πιανίστας (ταινία) - Βικιπαίδεια




Σχετική εικόνα

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Gone with the wind - Όσα παίρνει ο άνεμος

Poster - Gone With the Wind 01.jpg

Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία)

Σκηνοθεσία Βίκτορ Φλέμινγκ
Παραγωγή  Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ
Σενάριο       Σίντνεϊ Χάουαρντ
Βασισμένο σε         Όσα παίρνει ο άνεμος (1936) της Μάργκαρετ Μίτσελ
Πρωταγωνιστές    Κλαρκ Γκέιμπλ
Βίβιαν Λι
Λέσλι Χάουαρντ
Ολίβια Ντε Χάβιλαντ
Μουσική     Μαξ Στάινερ
Φωτογραφία         Έρνεστ Χάλερ
Μοντάζ       Χαλ Σ. Κερν
Τζέιμς Ε. Νιούκομ
Εταιρεία παραγωγής      Metro-Goldwyn-Mayer και Selznick International Pictures
Διανομή       Loew's Inc.
Πρώτη προβολή    15 Δεκεμβρίου 1939 (ΗΠΑ)
Διάρκεια      238 λεπτά
Προέλευση   Ηνωμένες Πολιτείες
Γλώσσα       Aγγλικά
Προϋπολογισμός    $3,85 εκατομμύρια
Ακαθάριστα έσοδα $390 εκατομμύρια

Το Όσα Παίρνει ο Άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι επική ιστορική ρομαντική ταινία του 1939, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ του 1936 και σε σκηνοθεσία Βίκτορ Φλέμινγκ. Η επική αυτή ταινία είχε πρωταγωνιστές τη Βίβιαν Λι, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Λέσλι Χάουαρντ και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα από την άνοιξη του 1861 μέχρι την περίοδο της Ανασυγκρότησης στον Αμερικανικό Νότο. Η ταινία βραβεύτηκε με 8 βραβεία Όσκαρ, ένα ρεκόρ που διατήρησε για είκοσι χρόνια. Το 1998 κατατάχθηκε τέταρτο στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση.

Πλοκή
   
Μέρος 1

Στις παραμονές του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1861, η Σκάρλετ Ο'Χάρα ζει στην Τάρα, την οικογενειακή φυτεία βαμβακιού στη Τζόρτζια, με τους γονείς της και τις δύο αδελφές της. η Σκάρλετ μαθαίνει ότι ο Άσλεϊ Ουίλκς—τον οποίο κρυφά αγαπά—πρόκειται να παντρευτεί την εξαδέλφη του, Μέλανι Χάμιλτον, και ο αρραβώνας θα ανακοινωθεί την επόμενη μέρα σε ε΄να μπάρμπεκιου στο σπίτι των Ουίλκς, στην παρακείμενη φυτεία των Δώδεκα Βελανιδιών.

Στο πάρτυ στις Δώδεκα Βελανιδιές, η Σκάρλετ κρυφά φανερώνει τα αισθήματά της στον Άσλεϊ, αλλά αυτός την αποκρούει απαντώντας ότι εκείνος και η Μέλανι ταιριάζουν περισσότερο. Η Σκάρλετ εξοργίζεται όταν ανακαλύπτει ότι ένας άλλος προσκεκλημένος, ο Ρετ Μπάτλερ, έχει κρυφακούσει τη συνομιλία τους; αφότου τον χαστουκίζει εκείνος υπόσχεται ότι θα κρατήσει μυστικά όσα έγιναν. Το μπάρμπεκιου διακόπτεται από την κήρυξη πολέμου και οι άντρες τρέχουν να καταταγούν. Καθώς η Σκάρλετ βλέπει τον Άσλεϊ να φιλά τη Μέλανι κατά τον αποχωρισμό, ο αδελφός της Μέλανι, Τσαρλς, της προτείνει γάμο. Αν και δεν τον αγαπά, η Σκάρλετ συγκατατίθεται και παντρεύονται προτού φύγει για τη μάχη.

Η Σκάρλετ χηρεύει όταν ο Τσαρλς πεθαίνει από πνευμονία και ιλαρά ενώ υπηρετούσε στον Στρατό της Συνομοσπονδίας. Η μητέρα της Σκάρλετ τη στέλνει στο σπίτι των Χάμιλτον στην Ατλάντα για να την χαροποιήσει, αν και η δυναμική νταντά της Σκάρλετ, η Μάμι, λέει στη Σκάρλετ ότι γνωρίζει ότι πηγαίνει εκεί μόνο και μόνο για να περιμένει τον Άσλεϊ. Η Σκάρλετ, που δεν θα έπρεπε να πηγαίνει σε χοροεσπερίδες ενώ πενθεί,συμμετέχει σε ένα φιλανθρωπικό παζάρι στην Ατλάντα μαζί με τη Μέλανι όπου συναντά τον Ρετ ξανά, που τώρα είναι ένας από αυτούς που σπάνε τον ναυτικό αποκλεισμό της Συνομοσπονδίας. Γιορτάζοντας μια νίκη του Νότου και για να συγκεντρωθούν χρήματα για την ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας, οι άντρες παροτρύνονται να συμμετάσχουν σε δημοπρασία για να διαλέξουν την κυρία που θα χορέψει μαζί τους. Ο Ρετ κάνει μια εξωφρενικά μεγάλη προσφορά για τη Σκάρλετ και, παρά την μη έγκριση των καλεσμένων, δέχεται να χορέψει μαζί του.

Παραγωγή

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο και βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ και η παραγωγή της έγινε από τον τιτάνα του Χόλιγουντ Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ο οποίος έδρασε καταλυτικά στην επιτυχία της ταινίας. Όμως η μεταφορά του μυθιστορήματος της Μίτσελ δεν αποτελούσε δημοφιλές εγχείρημα από την αρχή. Ο Λούι Μπι Μάγιερ της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer, είχε καταδικάσει από την πρώτη στιγμή το μυθιστόρημα και δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει την οπτικοποίησή του, ενώ την ίδια αρνητική στάση κράτησαν επίσης ο Πάντρο Μπέρμαν της RKO και ο Ντέβιντ Ο. Σέλζνικ της Selznick International.

Ο Ντάρυλ Ζάνουκ της 20th Century Fox διέθετε χαμηλό προϋπολογισμό για την ταινία, ενώ ο Τζακ Γουόρνερ ήταν ο μοναδικός παραγωγός του Χόλυγουντ που ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας για το ανερχόμενο αστέρι του, την Μπέτι Ντέιβις. Η Ντέιβις όμως, που δεν είχε προβλέψει την επιτυχία του βιβλίου και δεν είχε εμπιστοσύνη στο κριτήριο του Γουόρνερ, ο οποίος από το 1932, που την προσέλαβε, της ανέθετε ρόλους σε αδιάφορες ταινίες και απέρριψε τον ρόλο. Ο Σέλζνικ άλλαξε γνώμη για το εγχείρημα όταν η συνεργάτιδά του Κέι Μπράουν τον παρότρυνε να αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος.

Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του βιβλίου το 1936, ο Σέλζνικ αγόρασε τα δικαιώματα έναντι 50.000 δολαρίων. Ακολούθησαν τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ο ανήσυχος παραγωγός, άλλαξε τρεις σκηνοθέτες, ισάριθμο περίπου αριθμό σεναριογράφων και ασχολήθηκε ενεργά με την ανεύρεση των κατάλληλων ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους.

Διανομή ρόλων

Ο Κλαρκ Γκέιμπλ και η Βίβιαν Λι, στους ρόλους τους, στην ταινία.
Η νεοσύστατη εταιρία του Σέλζνικ δεν είχε στην κατοχή της κανέναν μεγάλο αστέρα της εποχής, κάτι που τον ανάγκαζε να δανειστεί ηθοποιούς από άλλες εταιρίες. Σύμφωνα με δημοψήφισμα, το αμερικανικό κοινό ήθελε τον "Βασιλιά του Χόλυγουντ", Κλαρκ Γκέιμπλ, για το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, αλλά ο Γκέιμπλ ανήκε στο δυναμικό της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer. Ο Σέλζνικ δεν ήθελε να δανειστεί τίποτα από την εταιρία του πεθερού του, Λούι Μπι Μάγιερ. Η πρώτη του όμως επιλογή, ο Γκάρι Κούπερ, απέρριψε τον ρόλο. Ο Τζακ Γουόρνερ προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Σέλζνικ παραχωρώντας του τη Μπέτι Ντέιβις, τον Έρολ Φλιν και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα της διανομής στις Η.Π.Α. Ο Σέλζνικ θεωρούσε ότι ο Φλιν ήταν ακατάλληλος για τον ρόλο και αποφάσισε να δανειστεί τον Κλαρκ Γκέιμπλ από την MGM, με αντάλλαγμα το 50% των κερδών της ταινίας.

Υποψήφιες για τον ρόλο της Σκάρλετ ήταν οι Τζιν Άρθουρ, Λουσίλ Μπολ, Ταλούλα Μπάνκχεντ, Μπέτι Ντέιβις, Κάθριν Χέπμπορν, Τζόαν Κρόφορντ, Φράνσις Ντι, Τζόαν Φοντέιν, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Νόρμα Σίρερ, Μάργκαρετ Σάλαβαν, Λάνα Τέρνερ, Κάρολ Λόμπαρντ, Πολέτ Γκοντάρ, Σούζαν Χέιγουορντ, Κάρλα Μπόου, Τζόαν Μπένετ, Μερλ Όμπερον, Λορέτα Γιανγκ και Μίριαμ Χόπκινς. Δημοψήφισμα του κοινού έδινε τη Μπέτι Ντέιβις ως φαβορί, ενώ η Μάργκαρετ Μίτσελ θεωρούσε καταλληλότερη τη Μίριαμ Χόπκινς. Η Χόπκινς ήδη στα 35 της θεωρήθηκε μεγάλη για τον ρόλο. Ο Σέλζνικ, που είχε δει τη Βίβιαν Λι στις ταινίες Μέσα από τις φλόγες και Ατίθασα νιάτα, τη θεωρούσε υπέροχη, αλλά η βρετανική της προφορά δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της Σκάρλετ Ο' Χάρα. Ο Αμερικανός ατζέντης της Λι, ήταν ο αντιπρόσωπος στην Αγγλία του πρακτορείου ταλέντων του Μάιρον Σέλζνικ, αδελφού του παραγωγού του Όσα παίρνει ο άνεμος Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ.

Τον Φεβρουάριο του 1938, η Λι ζήτησε να περάσει από ακρόαση για τον ρόλο της Σκάρλετ. Όταν Μάιρον Σέλζνικ, που αντιπροσώπευε τον Λόρενς Ολίβιε, συναντήθηκε με τη Λι, κατάλαβε ότι διέθετε όλα τα χαρίσματα που απαιτούσε ο ρόλος. Η Λι είχε συμβόλαιο με τον Άγγλο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα, με τον οποίο ο Σέλζνικ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν τον δανεισμό της Λι για το Όσα παίρνει ο άνεμος. Ο Μάιρον κάλεσε τη Λι και τον Ολίβιε στο σετ, όπου κινηματογραφούσαν την πυρκαγιά της Ατλάντα. Εκεί ανάμεσα στις φλόγες, ο Μάιρον προσφώνησε τη Λι, λέγοντας στον αδελφό του: «Έι ιδιοφυΐα! Σου παρουσιάζω τη Σκάρλετ Ο' Χάρα». Την επόμενη ημέρα, η Λι διάβασε μια σκηνή για το Σέλζνικ, ο οποίος έγραψε στη σύζυγο του: «Από εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βρέθηκε η Σκάρλετ και είναι πάρα πολύ καλή». Οι επικρατέστερες για τον ρόλο αυτή τη στιγμή είναι: η Πολέτ Γκοντάρ, η Τζιν Άρθουρ, η Τζόαν Μπένετ και η Βίβιαν Λι. Ο σκηνοθέτης, Τζορτζ Κιούκορ, εντυπωσιάστηκε από τη ζωντάνια της Λι και συμφώνησε με το Σέλζνικ και λίγες μέρες αργότερα ο ρόλος ανατέθηκε στη Λι.

Ο Σέλζνικ προσέλαβε τον Λέσλι Χάουαρντ για τον ρόλο του Άσλεϊ Γουίλκς και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ για τον ρόλο της Μέλανι Χάμιλτον και τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1939.

Γυρίσματα

Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν με σκηνοθέτη τον Τζορτζ Κιούκορ και με βάση το ατελές ακόμη σενάριο του Λέσλι Χάουαρντ, το οποίο είχε πετσοκόψει και ξαναγράψει ο Σέλζνικ. Ο Κιούκορ σύντομα απολύθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Βίκτορ Φλέμινγκ, με τον οποίο η Λι καυγάδιζε συνεχώς. Η Λι και η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ συναντιόνταν κρυφά με τον Κιούκορ για να τους δώσει συμβουλές πάνω στους ρόλους τους. Κάποια στιγμή ο Φλέμινγκ αποσύρθηκε λόγω υπερκόπωσης και αντικαταστάθηκε για δυο βδομάδες από τον Σαμ Γουντ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Λι Γκαρμς αντικαταστάθηκε επίσης από τον Έρνεστ Χάλερ, μετά από ένα μήνα εργασίας. Τα γυρίσματα της ταινίας διήρκεσαν συνολικά έξι μήνες και η πρεμιέρα που έγινε στην Ατλάντα στις 15 Δεκεμβρίου, συνοδεύτηκε από διθυράμβους.

Βραβεία Όσκαρ

Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία της ακαδημίας του αμερικανικού κινηματογράφου, σπάζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες (το Όλα για την Εύα και ο Τιτανικός είναι οι μόνες ταινίες που κατάφεραν να ξεπεράσουν το Όσα παίρνει ο άνεμος, αποσπώντας 14 υποψηφιότητες).

Η τελετή των Όσκαρ έγινε στις 29 Φεβρουαρίου του 1940 στο Κόκονατ Γκρόουβ και η ταινία κατάφερε να κερδίσει 8 αγαλματίδια συν δυο τιμητικά (Το βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ για τον παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ καθώς και ειδικό βραβείο για τη σκηνογραφία του Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις). Μέχρι σήμερα μόνο οι ταινίες Μπεν Χουρ (Ben Hur, 1959), Τιτανικός (Titanic, 1997) και Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Lord of the Rings: The Return of the King, 2003) έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα 10 όσκαρ του "Όσα παίρνει ο άνεμος". Η Βίβιαν Λι κατάφερε να υπερισχύσει έναντι ιερών τεράτων, όπως η Μπέτι Ντέιβις, υποψήφιας για "Το λυκόφως μιας ζωής" (Dark Victory, 1939) και της Γκρέτα Γκάρμπο, υποψήφιας για την ταινία "Νινότσκα" (Ninotchka, 1939), ενώ η Χάτι Μακ Ντάνιελ, η Μάμι της ταινίας έγινε η πρώτη μαύρη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που κατάφερε να κερδίσει βραβείο όσκαρ (τιμήθηκε με όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου). Η νίκη της Μακ Ντάνιελ προκάλεσε συγκίνηση σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ο Κλαρκ Γκέιμπλ που είχε ως αντιπάλους του τον Λόρενς Ολίβιε, υποψήφιο για την μεταφορά του μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ "Ανεμοδαρμένα Ύψη" (Wuthering Heights, 1939) και τον Τζέιμς Στιούαρτ, υποψήφιο για την ταινία "Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσινγκτον" (Mr Smith Goes To Washington, 1939), έχασε το βραβείο από τον Ρόμπερτ Ντόνατ για την ταινία "Αντίο, Ωραία Νιάτα" (Goodbye Mr. Chips, 1939). Η ταινία ηττήθηκε επίσης στην κατηγορία με τα τεχνικά βραβεία και τη μουσική επένδυση, τα οποία πήγαν σε μια άλλη σημαντική παραγωγή του 1939, στην ταινία "Ο Μάγος του Οζ" (The Wizard Of Oz, 1939) σκηνοθεσίας επίσης του Βίκτορ Φλέμινγκ.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας – Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ
Όσκαρ Σκηνοθεσίας – Βίκτορ Φλέμινγκ
Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου – Βίβιαν Λι
Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου – Χάτι Μακ Ντάνιελ
Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου – Σίντνεϊ Χάουαρντ
Φωτογραφίας, Έγχρωμη ταινία – Έρνεστ Χάλερ & Ρέι Ρέναχαν
Μοντάζ – Χαλ Σ. Κερν & Τζέιμς Ε. Νιούκομ
Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης - Λάιλ Ρ. Γουίλερ
Βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ - Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ (τιμητικό)
Σκηνογραφίας - Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις (τιμητικό)

Υποψηφιότητα:

Α’ Ανδρικού Ρόλου – Κλαρκ Γκέιμπλ
Β’ Γυναικείου Ρόλου – Ολίβια Ντε Χάβιλαντ
Μουσικής Επιμέλειας - Μαξ Στάινερ
Ειδικών εφέ - Τζακ Κόσγκροβ, Φρεντ Άλμπιν & Άρθουρ Τζονς
Ήχου - Τόμας Ε. Μούλτον

Διαχρονικότητα


Η ταινία πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου και αποτελεί μέχρι και σήμερα έμβλημα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θεωρείται το πρότυπο της Χολυγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής στα αγγλικά ως "blockbuster". Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών.

=======================================

Όσα παίρνει ο άνεμος (μυθιστόρημα)

Gone with the Wind cover.jpg
Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης του Gone With the Wind (1936)

Συγγραφέας         Μάργκαρετ Μίτσελ
Αρχικός τίτλος      Gone with the Wind
Χώρα Ηνωμένες Πολιτείες
Γλώσσα       Αγγλικά
Είδος Ιστορική μυθοπλασία
Εκδότης      Macmillan Publishers
Ημερομηνία έκδοσης       30 Ιουνίου 1936

Το Όσα παίρνει ο άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι ένα ιστορικό - ρομαντικό,μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1936. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην κομητεία Κλέιτον της Τζόρτζια και έχει επίκεντρο τη Σκάρλετ Ο'Χάρα, μία κακομαθημένη κόρη ενός γαιοκτήμονα, αλλά και τις προσωπικές της σχέσεις, ενόσω ταυτόχρονα μαίνεται ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Το ιστορικό, πλέον, μυθιστόρημα, έχει και θέματα ενηλικίωσης, ενώ τον τίτλο του τον πήρε από ένα ποίημα του Έρνετ Ντόουσον.

Το βιβλίο έως και σήμερα είναι ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα των ΗΠΑ, αφού έως και το 2014, βρισκόταν μονάχα πίσω από τη Βίβλο. Αλλά και κατά την περίοδο που κυκλοφόρησε έλαβε μεγάλη επιτυχία, καθώς το 1937 ήταν ήδη best-seller στις ΗΠΑ. Έως τώρα έχει πουλήσει 30 εκατομμύρια αντίτυπα.

Η Μίτσελ, το 1937, κέρδισε και το βραβείο Πούλιτζερ, για τον εν λόγω βιβλίο της, ενώ το 1939, διασκευάστηκε από τον Σίντνεϊ Χάουαρντ για την ομώνυμη ταινία, η οποία κι αυτή θεωρείται μία από τις κλασσικότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου.Το Όσα παίρνει ο άνεμος ήταν το μοναδικό βιβλίο, που εκδόθηκε όσο ζούσε η Μίτσελ.

Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το έχει κατατάξει ανάμεσα στα βιβλία που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής των Αμερικανών.


Υπόθεση

Το βιβλίο ακολουθεί τη ζωή της πρωταγωνίστριας, Σκάρλετ Ο’Χάρα, κόρη ενός Ιρλανδού ιδιοκτήτη της Τάρα, μιας φυτείας βαμβακιού στη Τζόρτζια του αμερικανικού Νότου, τα χρόνια κατά τη διάρκεια και μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Ένα απόγευμα του 1861, παραμονές του Πολέμου, η δεκαεξάχρονη Σκάρλετ μαθαίνει ότι ο κρυφός εφηβικός της έρωτας Άσλεϊ Ουίλκς σκοπεύει να παντρευτεί την ξαδέλφη του, Μέλανι Χάμιλτον, γεγονός που θα ανακοινωθεί την επόμενη ημέρα στο μπάρμπεκιου που θα διοργανωθεί στις Δώδεκα Βελανιδιές, την οικία των Ουίλκς.

Αποφασισμένη να κερδίσει την καρδιά του Άσλεϊ, η Σκάρλετ καταφέρνει να τον απομονώσει κατά τη διάρκεια του μπάρμπεκιου και να του ανακοινώσει τον έρωτα της για αυτόν, περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία μάρτυρας ο Ρετ Μπάτλερ, ένας πλούσιος καλεσμένος με ιδιαίτερα άσχημη φήμη. Ο Ρετ κάνει γνωστή την παρουσία του μόνο μετά την απόρριψη της Σκάρλετ από τον Άσλεϊ και την αποχώρησή του από το δωμάτιο, γεγονός που εκνευρίζει τη νεαρή κοπέλα και τη φέρνει σε σύγκρουση με τον Ρετ.

Απογοητευμένη και πληγωμένη, η Σκάρλετ αποφασίζει να δεχτεί την πρόταση γάμου του αδελφού της Μέλανι, Τσαρλς Χάμιλτον, ενώ την ίδια μέρα ξεκινάει και ο Πόλεμος. Η Σκάρλετ, μόλις 2 μήνες μετά τον γάμο της μένει χήρα και 7 μήνες μετά αποκτά τον γιο της, Γουέιντ Χάμπτον Χάμιλτον.

Κουρασμένη από τη μητρότητα και τη στατική ζωή στην εξοχή, η Σκάρλετ, μετά από προτροπή της μητέρας της, μετακομίζει στην Ατλάντα μαζί με τη Μέλανι και τη Θεία Πίτιπατ, που ουσιαστικά μεγάλωσε τη Μέλανι και τον Τσαρλς. Μαζί της στην Ατλάντα παίρνει μόνο τον γιο της και την Πάνσι, τη μαύρη σκλάβα που διατελεί τον ρόλο της καμαριέρας της.

Η Σκάρλετ σοκάρει με τη συμπεριφορά της τη συντηρητική κοινωνία της Ατλάντα, ειδικά μετά την απόφασή της να παραστεί στη χοροεσπερίδα που συμβαίνει για την ενίσχυση του αγώνα της Ομοσπονδίας, παρά το γεγονός ότι χήρεψε πρόσφατα. Στη συγκεκριμένη χοροεσπερίδα, ο Ρετ, που έχει καταφέρει μέσα σε αυτό το διάστημα να αποκτήσει φήμη και περισσότερα χρήματα με τη συμμετοχή του στον πόλεμο, προσφέρει στον αγώνα 150 δολάρια σε χρυσό για έναν χορό με τη Σκάρλετ. Αυτή προκαλεί ακόμα περισσότερη την οργή της κλειστή κοινωνίας, όταν δέχεται την προσφορά του.

Σιγά σιγά, και με την παρότρυνση του Ρετ, η Σκάρλετ ξεπερνά τους ενδοιασμούς της και αρχίζει να πραγματοποιεί την προσωπική της επανάσταση ενάντια στους κοινωνικούς περιορισμούς της εποχής.

Τα Χριστούγεννα του 1863, ο Άσλεϊ επιστρέφει με άδεια από τον στρατό και η Μέλανι μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση δυσχεραίνει για τον Νότο, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος να εγκαταλείπει την Ατλάντα. Η Σκάρλετ μένει πίσω για το χατίρι της αδύναμης, εγκύου Μέλανι.

Ο γιος της Μέλανι, Μπο, γεννιέται τον Σεπτέμβριο του 1864, ενώ ο στρατός των Γιάνκηδων βρίσκεται στις πύλες της Ατλάντα. Η Σκάρλετ ζητά τη βοήθεια του Ρετ για να εγκαταλείψει την πόλη πριν την είσοδό τους σε αυτή. Αφού ο Ρετ τους οδηγήσει στον δρόμο για την Τάρα, τους εγκαταλείπει για να καταταγεί στον στρατό, αφού πρώτα εξομολογηθεί την αγάπη του στην Σκάρλετ.

Η Σκάρλετ, με πολύ προσωπικό κόπο, καταφέρνει να φτάσει στην Τάρα, όπου ανακαλύπτει ότι όλοι οι υπηρέτες τους, πέρα από κάποιους ιδιαίτερα πιστούς, τους έχουν εγκαταλείψει, οι αδελφές της είναι άρρωστες από τύφο, η μητέρα της έχει πεθάνει από την ίδια αρρώστια και ο πατέρας της έχει χάσει τα μυαλά του. Αναγκάζεται, λοιπόν, να αναλάβει τη διοίκηση της θητείας, φτάνοντας μέχρι και στον φόνο για να διασώσει την πατρογονική της περιουσία.

Ο πόλεμος τελειώνει και οι στρατιώτες –ανάμεσά τους και ο Άσλεϊ- επιστρέφουν σπίτια τους, ενώ στην Τάρα επιβάλλεται φόρος ύψους 300 δολαρίων. Η Σκάρλετ, μη ξέροντας τι να κάνει, στρέφεται προς τον Ρετ, ο οποίος βρίσκεται στις φυλακές της Ατλάντας, καθώς η κυβέρνηση υποψιάζεται πως έχει καταχραστεί μέρος του χρυσού της Ομοσπονδίας. Χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και φτάνοντας μέχρι και το σημείο να του προσφέρει να γίνει η ερωμένη του, η Σκάρλετ δεν καταφέρνει τελικά να επιτύχει τον σκοπό της.

Ηττημένη αποφασίζει να παντρευτεί τον Φρανκ Κένεντι, έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερό της και παραλίγο αρραβωνιαστικό της μικρής της αδελφής, Σουέλεν, ο οποίος ωστόσο έχει την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. Η Σκάρλετ αναλαμβάνει τη διαχείριση του μαγαζιού του Φρανκ στην Ατλάντα, ενώ τον πιέζει να αγοράσουν και δύο μύλους, γεγονός που δυσαρεστεί και τον Φρανκ και την κοινωνία της Ατλάντα.

Ενώ η Σκάρλετ είναι έγκυος στην κόρη του ζευγαριού, Έλα Κένεντι, ο πατέρας της πεθαίνει και οι Ουίλκς μετακομίζουν από την Τάρα στην Ατλάντα, με τον Άσλεϊ να αναλαμβάνει τη διαχείριση από έναν από τους δύο μύλους.

Μια μέρα, κατά την επιστροφή της από τους μύλους, η Σκάρλετ δέχεται επίθεση από δύο άνδρες. Στην προσπάθειά του να εκδικηθεί την ατίμωση της γυναίκας του ο Φρανκ πεθαίνει. Την ημέρα της κηδείας του, ο Ρετ προτείνει στην Σκάρλετ να παντρευτούν αν και του ξεκαθαρίζει ότι αγαπάει άλλον, κάτι που συμβαίνει έναν χρόνο αργότερα, προκαλώντας τον φθόνο και το κουτσομπολιό της πόλης.

Μετά από το γαμήλιο ταξίδι στη Νέα Ορλεάνη, το ζεύγος τακτοποιείται στο νέου του σπίτι, όπου γεννιέται και η κόρης του Ευγενία Βικτώρια, με το ψευδώνυμο Μπόνι Μπλου. Μετά από μια συζήτησή της με τον Άσλεϊ, η Σκάρλετ αποφασίζει να κάνει πίσω στο δικό της μέρος της προγαμιαίας συμφωνίας και να κόψει τις συζυγικές της σχέσεις με τον Ρετ, γεγονός που τον εξοργίζει και τον οδηγεί να στρέψει όλη του την προσοχή στην Μπόνι.

Χρόνια αργότερα, ένα τυχαίο περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν φήμες για εξωσυζυγική σχέση της Σκάρλετ με τον Άσλεϊ, φήμες που η Μέλανι αρνείται να δεχτεί αλλά εξοργίζουν τον Ρετ. Το βράδυ εκείνο επιστρέφει μεθυσμένος στο σπίτι και παραδέχεται ότι θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένοι οι δυο τους αφού την αγαπάει και την καταλαβαίνει. Η συνέχεια είναι αμφιλεγόμενη, καθώς δεν γίνεται ξεκάθαρα σαφές αν ο Ρετ τη βιάζει ή κάνουν έρωτα συναινετικά.

Την επόμενη μέρα ο Ρετ φεύγει με την Μπόνι, ενώ η Σκάρλετ, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, συνειδητοποιεί ότι της λείπει και ότι είναι έγκυος. Μετά από μια τρίμηνη απουσία, πατέρας και κόρη επιστρέφουν. Στην ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της Σκάρλετ, ο Ρετ παραμένει σκληρός και υπαινίσσεται ότι το παιδί μπορεί να μην είναι δικό του. Αυτή εξοργισμένη προσπαθεί να του επιτεθεί και πέφτει από τις σκάλες, αποβάλλοντας τελικά.

Η σχέση ανάμεσα στους δύο συζύγους διαλύεται σιγά σιγά, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο έντονο μετά τον θάνατο της Μπόνι σε ένα ατύχημα με το πόνυ που της είχε αγοράσει ο πατέρας της. Η Σκάρλετ κατηγορεί τον Ρετ για τον θάνατο της κόρης της, ενώ αυτός πέφτει σε κατάθλιψη.

Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται όταν γίνεται γνωστό πως η Μέλανι, η μοναδική πραγματική φίλη και σύμμαχος της Σκάρλετ όλα αυτά τα χρόνια, αποβάλλει και βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου της. Στο νεκροκρέβατό της κάνει την Σκάρλετ να συνειδητοποιήσει ότι δεν αγαπά πραγματικά τον Άσλεϊ, μα τον Ρετ.

Ενθουσιασμένη από την αποκάλυψη, επιστρέφει σπίτι για να του ανακοινώσει την επιφοίτησή της, τον βρίσκει όμως έτοιμο να την εγκαταλείψει, ζητώντας της μάλιστα διαζύγιο. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο Ρετ και η Σκάρλετ είναι για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του γάμου τους ξεκάθαροι και ειλικρινείς ο ένας απέναντι στον άλλον. Η Σκάρλετ του ζητά να μείνει και σταθεί δίπλα της, εκείνος όμως φεύγει, απαντώντας της ότι δεν μου καίγεται καρφί, αναφορικά με την πορεία της μετέπειτα ζωής της.

Στις τελευταίες στιγμές του βιβλίου, η Σκάρλετ μένει μόνη της και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει όλα όσα έχουν συμβεί. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Τάρα, τον τόπο από όπου έπαιρνε πάντα τη δύναμή της, και να πάρει εκεί τις αποφάσεις της, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφωνεί, «Αύριο είναι μια άλλη μέρα».

===========================================

ΠΗΓΕΣ

Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία) - Βικιπαίδεια

Όσα παίρνει ο άνεμος (μυθιστόρημα) - Βικιπαίδεια





 Αποτέλεσμα εικόνας για gone with the wind