Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Πηνελόπη Δέλτα









«Σαν τέτοια ώρα στα βουνό, ο Παύλος πληγωμένος
μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος.

-Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, στην ποθητή πηγή μου,
και φέρε μου κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου.
Σταλαματιά το αίμα μου, για σε Πατρίς, το χύνω,
για να έχεις δόξα και τιμή, να λάμψεις σαν τον κρίνο».



— Στα Μυστικά του Βάλτου, σ. 248





27.4.2015

 Ο ανεκπλήρωτος έρωτας και η αυτοκτονία της Πηνελόπης Δέλτα

Σαν σήμερα το 1941 η σπουδαία συγγραφέας, παίρνει δηλητήριο, αφήνοντας μια λιτή-σπαρακτική επιστολή στα παιδιά της



 Η Πηνελόπη Δέλτα γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ερωτεύτηκαν αμέσως και η φύση του ειδυλλίου τροφοδότησε ένα έντονο πάθος και μια πλατωνική-δίχως αύριο αγάπη


Από την ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΚΟΛΟΒΟΥ


Ήταν 27 Απριλίου του 1941, ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα. Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται στο σπίτι της, καταπονημένη από την ασθένεια και από έναν βαθύ ανεκπλήρωτο έρωτα που τη βασανίζει για χρόνια. Η απόφαση είναι ειλημμένη. Η μεγάλη συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων πίνει δηλητήριο. Βασανίζεται για πέντε ημέρες, μέχρι να την εγκαταλείψει κάθε ίχνος ζωής. Αφήνει την τελευταία της πνοή στις 2 Μαΐου, μαζί με ένα σημείωμα.

«Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα»  

Η Πηνελόπη Δέλτα, αδελφή του Αντώνη Μπενάκη, γεννήθηκε το 1874 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Εμμανουήλ Μπενάκη (μεγαλέμπορο βαμβακιού) και της Βιργινίας Χωρέμη. 

 Την παιδική και εφηβική της ηλικία πέρασε στην Αλεξάνδρεια, με πολλά ταξίδια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε της παρείχε κάθε δυνατότητα για παιδεία και πνευματική καλλιέργεια, ενώ η αυταρχική ανατροφή, κυρίως της μητέρας της, διαμόρφωσε μία εύθραυστη προσωπικότητα που αρκετές φορές θεωρούσε ως μόνη διέξοδο το θάνατο.

 Η Πηνελόπη έμαθε ξένες γλώσσες, ζωγραφική και ανάγνωση και ήταν μια υποδειγματική κόρη. Υποχρεούνταν να εμφανίζεται στις κοσμικές συγκεντρώσεις της ελληνικής παροικίας, τις οποίες ωστόσο βαριόταν αφόρητα. 



Η Πηνελόπη Δέλτα με τις κόρες της


  Μόλις στα 21 της χρόνια κι ενώ η οικογένεια Μπενάκη ήρθε προσωρινά στην Αθήνα, ο θείος της, τη γνώρισε με τον Στέφανο Δέλτα έναν πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο, και επέμεινε να τον παντρευτεί. Η Πηνελόπη εκδήλωσε την άρνησή της με μια απόπειρα αυτοκτονίας. Η κίνησή της αυτή δεν συγκίνησε τη σκληρή οικογένεια και ο γάμος έγινε, ακριβώς όπως είχε προγραμματιστεί.

  Με τον Στέφανο Δέλτα απέκτησαν τρεις κόρες, τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν υποδειγματική μητέρα. Αγαπούσε και φρόντιζε τα παιδιά της ενώ στεκόταν στο πλευρό του συζύγου της με την αυστηρότητα που όριζε η ηθική της. Τον ακολουθούσε στις κοσμικές εκδηλώσεις και σε συγκεντρώσεις όπου απαιτούνταν η παρουσία της. Αυτή ήταν και η αφορμή να έρθει σε επαφή με τα πιο λαμπρά μυαλά των διανοουμένων της εποχής.

 

Μόλις στα 21 της χρόνια κι ενώ η οικογένεια Μπενάκη ήρθε προσωρινά στην Αθήνα, ο θείος της, τη γνώρισε με τον Στέφανο Δέλτα έναν πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο, και επέμεινε να τον παντρευτεί


  Στην Αλεξάνδρεια επέστρεψαν το 1905. Τότε ήταν η χρονιά  που η Πηνελόπη Δέλτα γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ερωτεύτηκαν αμέσως και η φύση του ειδυλλίου τροφοδότησε ένα έντονο πάθος και μια πλατωνική-δίχως αύριο αγάπη. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας θα κρατούσε για αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η Δέλτα έκανε δύο ακόμα απόπειρες αυτοκτονίας. Ομολόγησε τα πάντα στον σύζυγό της για να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό της, αλλά δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.  Δε μπορούσε να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στα παιδιά της και προσπάθησε να βάλει τίτλους τέλους στη σχέση της με τον Δραγούμη. Το 1912, η γνωριμία και ο έρωτας του Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, θα της δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Από τότε, η Πηνελόπη Δέλτα θα ντυθεί στα μαύρα, μέχρι το τέλος της ζωής της.

  Επιστολή της Πηνελόπης Δέλτα στον Ίωνα Δραγούμη (27 Ιουλίου 1906) :

 «Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ίων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με... Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ' αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ίων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ' αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ' άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ίων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν "τρελός για μένα", έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα... Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει "τιμή" και "λόγος". Ξέρω μόνο πως σ' αγαπώ, τ' ακούς, Ίων; σ' αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ' έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω "σ' αγαπώ", μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει...».  



Πήρε το δηλητήριο σαν σήμερα το 1941 και πέθανε στις 2 Μαΐου


  Με το Γάλλο βυζαντινολόγο Γκυστάβ Σλυμπερζέ, θα έχουν μακρόχρονη αλληλογραφία με την οποία, η Πηνελόπη Δέλτα έλαβε τη βοήθεια που χρειαζόταν για να γράψει τα μυθιστορήματά της σχετικά με τη βυζαντινή ιστορία. Η Δέλτα που είχε μετακομίσει στη Φρανκφούρτη το 1906 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Για την Πατρίδα», 1909.

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και σύντομα ακολουθεί και το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου».

Το στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή το 1909 την ενέπνευσε να γράψει το «Παραμύθι χωρίς όνομα» 1911 ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματά της.

  Tο 1916 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Kηφισιά όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεγεί δήμαρχος. Τότε η Πηνελόπη Δέλτα άρχισε να συλλέγει υλικό για τον Mακεδονικό Aγώνα.

Το 1918 πήρε μέρος σε δύο αποστολές στην Ανατολική Μακεδονία για να βοηθήσει παλινοστούντες ομήρους από τη Βουλγαρία. Η δολοφονία του Iωνα Δραγούμη, το 1920, από ένα εκτελεστικό απόσπασμα φανατικών βενιζελικών υπό τις διαταγές του ίδιου του πατέρα της, θα την αφήσει ένα ψυχολογικό ράκος. Πέντε χρόνια αργότερα την χτυπά αλύπητα η πολυομυελίτιδα, καθηλώνοντάς την σε αναπηρικό αμαξίδιο.

 Έζησε έτσι για 16 χρόνια και στο τέλος λύγισε. Πήρε το δηλητήριο σαν σήμερα το 1941 και πέθανε στις 2 Μαΐου. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα είναι ένα από τα πιο σημαντικά όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία.   


           =======================================================



«Από έρωτα αυτοκτόνησε η Πηνελόπη Σ. Δέλτα»

Ήταν «κολλημένη» με τον Ι. Δραγούμη λέει στο TheTOC ο δισέγγονός της, Α. Ζάννας, με αφορμή την έκδοση του έργου της «Ρωμιοπούλες». Ο τάφος της βρίσκεται σε ιδιοκτησία της οικογένειας Σαμαρά.

της Κατερίνας Λυμπεροπούλου

16 Ιουν. 14

« Που αυτοκτόνησε η Πηνελόπη Δέλτα και που βρίσκεται ο τάφος της ; »

 Αυτές είναι οι δυο συχνότερες ερωτήσεις που δέχονται οι υπεύθυνοι των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη που στεγάζονται στην κατοικία Π. Σ. Δέλτα στην Κηφισιά. Οι απαντήσεις δόθηκαν, μεταξύ άλλων, τη Δευτέρα στους χώρους της Κηφισιώτικης κατοικίας, στην παρουσίαση του τρίτομου έργου της θρυλικής συγγραφέως, «Ρωμιοπούλες», του μοναδικού βιβλίου της για ενήλικες που μέχρι σήμερα ήταν ανέκδοτο: η Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτόνησε ή στο γραφείο ή στο μπάνιο του σπιτιού και πέθανε πέντε μέρες αργότερα. ΄Οσο για τον τάφο της, είναι μη επισκέψιμος, βρίσκεται σε παρεκκλήσι στην Κηφισιά ιδιωτικής έκτασης και συγκεκριμένα της οικογένειας του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά.

Το έργο «Ρωμιοπούλες» κατά ένα μεγάλο μέρος αποτελεί αυτοβιογραφία της Δέλτα με την μυθιστορηματική ζωή και το τραγικό τέλος. Μεταξύ άλλων ρίχνει φως και στα αίτια του θανάτου της. Η Π. Σ. Δέλτα, ήπιε δηλητήριο στις 27 Απριλίου του 1941, ημέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα. Ο λόγος, όμως, δεν ήταν μόνο αυτός όπως γνωρίζαμε μέχρι σήμερα...

Η συνέντευξη τύπου στους κήπους της οικίας Δέλτα

  Η ζέστη του μεσημεριού ήταν αφόρητη αλλά την «έπνιγε» ο ίσκιος των πλατάνων που δέσποζαν σ' αυτή την έκταση των 37 στρεμμάτων η οποία περιβάλλει την οικία Δέλτα. Εκεί, στους κήπους του νεοκλασσικού αρχοντικού, χώρος που η κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη και γυναίκα του Στέφανου Δέλτα έζησε 25 χρόνια της ζωής της - ένα σπίτι, μάρτυρας της πολιτικής και πνευματικής ζωής του 20ου αιώνα - εκεί απ' όπου έφυγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος τη νύχτα της 6ης Ιουνίου 1933 όταν έγινε η εναντίον του δολοφονική απόπειρα, παρουσιάστηκαν τη Δευτέρα οι «Ρωμιοπούλες» (εκδόσεις Ερμής) σε επιμέλεια Αλέκου Π. Ζάννα.

Η εξομολόγηση του δισέγγονου της Πηνελόπης Δέλτα

    Και ήταν ο δισέγγονος της Πηνελόπης Δέλτα που μίλησε στο TheTOC αμέσως μετά την παρουσίαση του έργου για την προγιαγιά του, κάνοντας τους συσχετισμούς μεταξύ της μυθιστορηματικής και της πραγματικής Πηνελόπης Δέλτα.

 «Η Πηνελόπη Δέλτα έγραφε μέχρι το τέλος της ζωής της για τον μεγάλο έρωτα της ζωής της που δεν παντρεύτηκε ποτέ, τον ΄Ιωνα Δραγούμη... ΄Ηταν “κολλημένη” με τον Δραγούμη», μας λέει. «Δεν έφυγε από τη ζωή μόνο από τη θλίψη της για την είσοδο των Γερμανών αλλά και για έναν έρωτα που δεν εκπληρώθηκε ποτέ».

Ο κ. Ζάννας, ωστόσο, δεν παραλείπει να σταθεί στη μεγάλη επιρροή που είχε πάνω στην Πηνελόπη Δέλτα ο σύζυγός της, Στέφανος Δέλτα που τη διέπλασε ως συγγραφέα. «Χωρίς τον Στέφανο Δέλτα δεν θα είχαμε τη συγγραφέα Π.Σ. Δέλτα», μας λέει.

  Τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη είναι σήμερα ένας χώρος επισκέψιμος για το κοινό όπως ανέφερε μεταξύ πολλών άλλων ο υπεύθυνος των Αρχείων, Τάσος Σακελλαρόπουλος.

             
                ==================================================



Οι «Ρωμιοπούλες» της Πηνελόπης Δέλτα

Εξεδόθη αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα ύστερα από 75 χρόνια

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  17/06/2014

Μπέκος Γρηγόρης


Οι «Ρωμιοπούλες» της Πηνελόπης Δέλτα


Η έπαυλη του δεκάτου ενάτου αιώνα στην Κηφισιά, όπου έζησε η Πηνελόπη Δέλτα ως τον Θάνατό της το 1941



Άποψη από το εσωτερικό της έπαυλης





Άποψη από το εσωτερικό της έπαυλης




H Πηνελόπη Δέλτα.



Η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα ( 1874 – 1941 )


Άποψη από το εσωτερικό της έπαυλης




Το εξώφυλλο του τελευταίου μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα


Η Πηνελόπη Δέλτα (1874 - 1941), η συγγραφέας του «Μάγκα» και του «Τρελαντώνη», αλλά και των «Μυστικών του βάλτου» μεταξύ άλλων, έγραψε βιβλία για παιδιά που γαλούχησαν πολλές γενεές. Έγραψε όμως και ένα μυθιστόρημα διαφορετικό από τα άλλα, αυτοβιογραφικό, τρίτομο, (1.400 σελίδων, ένα μυθιστόρημα απευθυνόμενο σε ενήλικες, υπό τον χαρακτηριστικότατο τίτλο «Οι Ρωμιοπούλες» (εκδόσεις Ερμής, 2014).

Το βιβλίο παρουσιάστηκε χθες στην Κηφισιά, στην οικία Στέφανου και Πηνελόπης Δέλτα, όπου στεγάζονται και τα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη από τη δεκαετία του 1990. Στην έπαυλη του δεκάτου ενάτου αιώνα έγραψε η Πηνελόπη Δέλτα τις «Ρωμιοπούλες», το κύκνειο άσμα της όπως αποδείχθηκε, εγχείρημα που κατά τα λοιπά είχε ξεκινήσει στην Θεσσαλονίκη το 1926 και συνέχισε στην Αθήνα ως το 1939.

«Όταν το τελείωσα, κατέθεσα τα όπλα, είπα πως μπορώ πια να πεθάνω, αρκεί να το δημοσιεύσουν τα παιδιά μου, σαν ελευθερωθούν οι ελληνικές ψυχές και συνειδήσεις» αναφέρεται στο προσωπικό ημερολόγιο της συγγραφέως, σε καταχώρηση της 13ηςΜαρτίου 1940 - η ίδια αυτοκτόνησε στις αρχές Μαϊου του 1941.

 Ύστερα από εβδομήντα πέντε ολόκληρα χρόνια, αυτό το ανέκδοτο βιβλίο - το οποίο «πρέπει να ειδωθεί ως αυτοβιογραφία», όπως είπε ο Αλέκος Π. Ζάννας, δισέγγονός της, ιστορικός και επιμελητής του αρχείου της Πηνελόπης Δέλτα - έρχεται στο φως και αναδεικνύει ένα άγνωστο ως σήμερα κομμάτι του πνευματικού κόσμου της συγγραφέως. Πρόκειται για ένα «συναρπαστικό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα - ποταμό (roman-fleuve), από τα λίγα που γράφονται στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα στην χώρα μας» συμπλήρωσε ο ίδιος.

Στις «Ρωμιοπούλες», σύμφωνα με την ερευνήτρια και ιστορικό Ιωάννα Πετροπούλου, πρωταγωνιστεί μια γυναίκα «εγκλωβισμένη στην κοινωνία αλλά και στο ίδιο της το σαρκίο», μια γυναίκα ταλαιπωρημένη - όπως και οι υπόλοιπες Ελληνίδες - από τα αυστηρά ήθη και τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Αναπτύσσονται, θα λέγαμε, φεμινιστικές ιδέες από μια γυναίκα που δεν πήρε ενεργό μέρος σε ανάλογα κινήματα.  Ό,τι όμως συνέχει το μυθιστόρημα είναι ο μεγάλος καμβάς, η μεγάλη ιστορία της Ελλάδος. Η πρωταγωνίστρια, η Δέσποινα Κρινά - Δαπέργολα είναι η Πηνελόπη Δέλτα, η συγγραφέας ταυτίζεται, εν προκειμένω, με την ηρωίδα της.

Το έργο διαδραματίζεται στην Αθήνα, αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 1895. Στον πρώτο τόμο υπό τον τίτλο «Το ξύπνημα», παρακολουθούμε τη ζωή της 19χρονης Δέσποινας Κρινά - Δαπέργολα (τις νεανικές αναμνήσεις της Πηνελόπης Δέλτα δηλαδή) ως τον γάμο της το 1896 (η συγγραφέας είχε παντρευτεί το 1895), είναι η εποχή της υποχώρησης του Χαρίλαου Τρικούπη. Στο μεγαλύτερο κομμάτι του δεύτερου τόμου υπό τον τίτλο «Η λάβρα» παρακολουθούμε τα δραματικά γεγονότα της περιόδου 1907 - 1909 και τον ανεκπλήρωτο έρωτα της ηρωίδας για τον Βάσο Γάβρα (δεν είναι άλλος από τονΊωνα Δραγούμη).

Ο Αλέκος Π. Ζάννας είπε ότι η Πηνελόπη Δέλτα είχε «εμμονή» με τον Ίωνα Δραγούμη και ότι η ίδια δεν έβαλε τέλος στη ζωής της μόνο και μόνο εξαιτίας της θλίψης της για την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. «Ήταν ένα συνονθύλευμα» αιτιών, συνέχισε ο ίδιος, «έπασχε και από σκλήρυνση κατά πλάκας».

Στον τρίτο και τελευταίο τόμο υπό τον τίτλο «Το σούρουπο» η ταραχώδης και χαοτική πολιτική και κοινωνική ζωή (1914 - 1920)  έρχεται να επικαλύψει τις ζωές των ηρώων, με την Πηνελόπη Δέλτα να αποτυπώνει τον Εθνικό Διχασμό. Οι «Ρωμιοπούλες» τελειώνουν μάλιστα με την ήττα του Ελευθέριου Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, η οποία αποκαρδιώνει την ηρωίδα.

Η δημοσίευση αυτών των 1.769 δακτυλόγραφων - μετά από τη δημοσίευση των αυτοβιογραφικών κειμένων της συγγραφέως, των «Αναμνήσεων» και της «Αλληλογραφίας» της - σηματοδοτεί και το τέλος της παρουσίασης του Αρχείου Π. Δέλτα, όπως είπε ο Αλέκος Π. Ζάννας.








6-3-2015 Παρουσίαση του τρίτομου βιογραφικού έργου της Πηνελόπης Δέλτα με τίτλο "Ρωμιοπούλες" που κυκλοφορεί από την Εκδοτική Ερμής με επιμέλεια του Αλέκου Ζάννα. Ομιλητές στην εκδήλωση ήταν η Ιωάννα Πετροπούλου, ιστορικός, ο Αλέκος Π. Ζάννας, επιμελητής του Αρχείου Πηνελόπης Δέλτα, ο Θεόδωρος Ν. Σωτηρόπουλος, επιμελητής Ημερολογίων Ίωνα Δραγούμη και ο Γιώργος Χριστοφορίδης, εκδότης.

                     ==============================================




                    ==============================================



ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ


                  




1. Ο Κάμπος του Ρουμλουκιού


Ο ΗΛΙΟΣ, χαμηλώνοντας, ρόδιζε τις χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου, χρύσιζε τους νερόλακκους που είχε αφήσει εδώ κι εκεί η χθεσινή βροχή στο λασπωμένο κάμπο, που απλώνουνταν ως πέρα, σταχτής, άχαρος έρημος.

 Πηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο, σηκώνοντας κάθε φορά από ένα σβώλο λάσπη στο κάθε τσαρούχι, γοργά προχωρούσε ένα νέο αγόρι, μόνο ζωντανό πλάσμα στην πλατιά αυτή ερημιά, άφοβα, αμέριμνα, περιφρονώντας τον κάματο του δρόμου, μέσα στο μαλακό λασπιασμένο χώμα.

 Κάπου κάπου σήκωνε το κεφάλι, και κάτω από το γουνίσιο του καλπάκι έριχνε μια διαπεραστική ματιά ολόγυρα. Και πάλι χαμήλωνε το μέτωπο, ξανάπιανε το γλοιώδη του δρόμο.

 Μα έξαφνα στάθηκε.

 Λίγο παραπέρα, πλάγι σ' ένα τσουρουφλισμένο από τον άνεμο θάμνο, ένα κεφάλι παιδιού ξεκόβουνταν στη σταχτεράδα του κάμπου. Ήταν ξεσκούφωτο, ισχνό και τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μάτια ξεχώριζαν κατάμαυρα στο χλωμό του πρόσωπο.

 —Γιωβάν!... Το ήξερα πως θα σε βρω κάπου εδώ! είπε βουλγάρικα ο μεγάλος· μα τι περιμένεις;

Ο μικρός δεν αποκρίθηχε. Σιωπηλά, με κάτι σα σεβασμό σε όλο του το μουτράκι, κοίταζε το μεγαλύτερό του.

 —Γιατί δεν απαντάς; ρώτησε πάλι ο μεγάλος. Τι κάνεις εδώ; Έχεις δουλειά;

Ο μικρός αργοκούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ήταν ώς επτά οκτώ χρόνων, αδύνατο κακοθρεμμένο παιδί, φτωχοντυμένο και ξιπόλητο. Τα μαλλιά του αχτένιστα και πυκνά, έπεφταν στο μέτωπό του, σκίαζαν ακόμα περισσότερο τα σκιερά του μάτια.

 —Δεν έχεις δουλειά; Άκου δω, εγώ έχω να σου δώσω μια δουλειά. Θα μου την κάνεις;

 Ο Γιωβάν πάλι δεν αποκρίθηκε. Ο άλλος άνοιξε το ρούχο του και τράβηξε από τον κόρφο του μια μακρόστενη σακούλα.

 —Κοίτα δω!... Θες ψωμί; Θες τυρί; Έλα! Θα φας καλά!... είπε γελαστά.


                    ================================================



Ο καπετάν Άγρας (όρθιος στο κέντρο) με το σώμα του






Οπλισμένοι μέσα σε πλάβα



Αναμνηστικά μετάλλια Μακεδονικού Αγώνα



Ανθλγός Πεζικού Τέλος Αγαπηνός, ο καπετάν Άγρας


          ======================================


Υπόθεση


Στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία των αρχών του 20ού αιώνα (Οκτώβριος 1906 - Ιούνιος 1907), παρακολουθούμε τη ζωή και τις περιπέτειες των ανταρτών μέσα και γύρω από τον βάλτο της λίμνης των Γιαννιτσών. Εκεί, Έλληνες και Βούλγαροι πολεμούν ανελέητα για το ποιος από τους δύο θα επικρατήσει στην περιοχή, κάτω από τη μύτη των οθωμανικών στρατευμάτων που κάνουν τα στραβά μάτια. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι ο Αποστόλης και ο μικρός του φίλος Γιοβάν, δυο ορφανά παιδιά που υπηρετούν ως οδηγοί στο πλευρό του καπετάν Άγρα και των συντρόφων του, μυώντας μας στα σκοτεινά μυστικά του Βάλτου.

Από τα κλασικότερα αναγνώσματα των παλαιοτέρων γενεών, ένα ιστορικό μυθιστόρημα αφιερωμένο στον Μακεδονικό Αγώνα από την οπτική των Ελλήνων. Η γραφή της Δέλτα είναι υποδειγματική και καταφέρνει με μαεστρία να συνδυάσει ιστορικά στοιχεία και μύθο σε ένα κείμενο πολυπρόσωπο και πολυσέλιδο, σχεδόν αχανές, που ωστόσο διατηρεί τη συνοχή του και το ενδιαφέρον μας. Η ρεαλιστική απόδοση των χαρακτήρων, η αξιοποίηση των πηγών, η εξέλιξη της πλοκής, η ζωντάνια του λόγου (που κάποιες φορές γίνεται επικός αλλά όχι πομπώδης), οι μνημειώδεις περιγραφές, κάνουν ένα βιβλίο που μοιάζει τεράστιο, να διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα.


                          ==================================


Απόσπασμα


- Είμαι βέβαιος πως θα μας επιτεθούν, αποκρίθηκε ο καπετάν Νικηφόρος. Δεν έχομε λεπτό να χάσομε. Το προαισθάνομαι.

Και χώρισε έξι άντρες από τους εικοσιένα, τους έδωσε δυο πλάβες, και τους διέταξε η μια να κρυφθεί στα καλάμια δεξιά, η άλλη αριστερά, και μόνο σα δώσει εκείνος το σύνθημα, αν πλησιάσουν πολύ οι Βούλγαροι και κινδυνεύει η καλύβα, τότε μόνο να πυροβολήσουν.

Ήταν επτά το πρωί· μόλις είχε ξημερώσει. Από τις βουλγάρικες καλύβες κάτι ακούουνταν, κίνηση, πλατάγημα κουπιών. Και οι σκοποί πυροβόλησαν, υποχωρώντας προς την Κούγκα.

Την ίδια ώρα, ομοβροντίες έπεσαν από διάφορα σημεία, και σφαίρες σφύριξαν, πιτσίλησαν τα νερά γύρω στην καλύβα.

Μα ο Νικηφόρος ήταν πια έτοιμος. Έκανε νόημα να μην πυροβολήσει κανείς. Και ταμπουρωμένοι πίσω από το χαμηλό οχύρωμά τους οι άντρες, πειθαρχικοί, περίμεναν.

Το τουφέκι όμως πύκνωνε. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή στο πάτωμα και στην καλύβα. Ένας εύζωνος που έκανε να συρθεί να πάρει κάτι από την καλύβα, έπεσε νεκρός.

Ο Νικηφόρος δίνει διαταγή σε λίγα τουφέκια ν’ αποκριθούν, έτσι που να γελαστούν οι Βούλγαροι, να νομίσουν πως δεν έχει δυνάμεις στην Κούγκα.

Φωνές χαρούμενες και θριαμβευτικές ακούονται, βουλγάρικες:

- Χβανέτε γκι! Χβανέτε γκι φσίτσκι ζίβι! Τε σα μάλκο!
(σ.σ. хванете ги! хванете ги всички живи! те са малко! = Πιάστε τους! Πιάστε τους όλους! Λίγοι είναι!)

Πρέπει να ήταν πολλές οι πλάβες, και κοντά, και, αν και αόρατος ο εχθρός, θα έβλεπε αυτός την καλύβα. γιατί οι σφαίρες όλες έπεφταν στο πάτωμα, χτυπούσαν και θρυμμάτιζαν το χωματένιο περίφραγμα.

- Πυρ ταχύ και γενικό! διατάζει ο Αρχηγός.

Και αρχίζει πανδαιμόνιο.

Όλη η λίμνη αντηχούσε!... Η Κούγκα φλογίζουνταν από τη μιαν άκρη στην άλλη. Τα τουφέκια άναβαν όλα, έφτυναν φωτιά και σίδερο, αλλά στα τυφλά, μες τα καλάμια, απ’ όπου έφθαναν οι εχθρικές σφαίρες. Μπρούμυτα, μες στα νερά, πίσω από το χαμηλό περιτοίχισμα, οι άντρες τραβούσαν αδιάκοπα.

Μα ο εχθρός πλησίαζε ολοένα. Είχαν αποφασίσει οι Βούλγαροι, με κάθε θυσία να πάρουν το προπύργιο αυτό της ελληνικής αντιστάσεως, που τους είχε γίνει καρφί στο μάτι. Κάπου κάπου, καμιά πλάβα έκανε να ξεμυτίσει μέσα από τα αραιά καλάμια, μα τέτοιο τουφεκίδι τη χαιρετούσε ώστε υποχωρούσε την ίδια στιγμή.

Είχε περάσει μια ώρα. Το ήξερε ο Νικηφόρος, ότι πριν από άλλη μια ώρα βοήθεια δεν μπορούσε να φθάσει, όσο και αν βιάζουνταν οι άντρες από τις άλλες ελληνικές καλύβες. Έπρεπε να βαστάξει ως τότε.

Το αριστερό μέρος της Κούγκας, γεμάτο πυκνά φυτά, τον ανησυχούσε. Από τα ρηχά αυτά νερά μπορούσαν και πεζή ακόμα να πλησιάσουν Βούλγαροι, να ρίξουν χεροβομβίδες. Και τότε ήταν χαμένοι.

Έδωσε το σύνθημα να πυροβολήσει η αριστερή πλάβα. Μα, εκτεθειμένοι όπως ήταν οι άντρες στις δύο κρυμμένες πλάβες, είχαν υποφέρει πολύ, και είχαν υποχωρήσει σε άλλα μονοπάτια.

- Ε, θα τα βγάλομε πέρα μόνοι μας, παιδιά! Κουράγιο και σταθερότητα!... φώναξε ο Αρχηγός.

Από τον καπνό όμως που άφηναν τα παλιά τουφέκια γκρα, με μαύρο μπαρούτι, δεν έβλεπε πια τίποτα.

- Καπετάν Παντελή, πιάσε συ το αριστερό μέρος με τον Κουκουδέα, μη μας κάνουν αιφνιδιασμό από κει! Και σεις παιδιά, όλοι, παύσατε πυρ! φώναξε.

Ήταν σα να ‘λεγε στους δυο άντρες: «Αυτοκτονήσετε παιδιά!», τέτοιο χαλάζι από σφαίρες έπεφτε ολόγυρα!... Μα ούτε στιγμή δε δίστασαν τα παλικάρια. Από το ταμπούρι τους σηκώθηκαν κι έπιασαν την αριστερή πλευρά, και χωρίς διακοπή τουφεκούσαν κατά τις βουλγάρικες πλάβες.

Όρθιος, μπροστά σ’ ένα άνοιγμα του προχώματος, κοίταζε ο Νικηφόρος τις εχθρικές πλάβες, που μια φαίνουνταν και μια χάνουνταν μες στα καλάμια, πλησιάζοντας ολοένα πιο κοντά, στενεύοντας την πολιορκία.

Δυο χωρικοί, πανικόβλητοι, έτρεξαν μέσα στην καλύβα κι έχωσαν τα κεφάλια τους σε δέματα από ραγάζι, νομίζοντας έτσι πως θα γλιτώσουν.

Τους είδε ο Νικηφόρος, ένιωσε τον εκνευρισμό των αντρών του, που ακίνητοι τόσην ώρα τουφεκούσαν αδιάκοπα, ξαπλωμένοι μες στα νερά, και φοβήθηκε μην τους μεταδοθεί ο πανικός των χωρικών. Ξαφνικά του ήλθε μια έμπνευση.

- Το τραγούδι του Ζέζα, παιδιά, όλοι μαζί! πρόσταξε. Να μας ακούσουν ποιοι είμαστε!

Και όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος, άρχισαν να τραγουδούν:


«Σαν τέτοια ώρα στο βουνό, ο Παύλος πληγωμένος

μες στο νερό του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος.

- Για σύρε, Δήμο μου πιστέ, στην ποθητή πληγή μου,

και φέρε μου κρύο νερό να πλύνω την πληγή μου.

Σταλαματιά το αίμα μου, για σε Πατρίς, το χύνω,

για νάχεις δόξα και τιμή, να λάμψεις σαν τον κρίνο.

Είν’ η Ελλάδα μας μικρή, μικρή και ζουλεμένη,

μα ελευθεριά έχει πολλή! Μες στο κλουβί δεν μπαίνει!

Παύλος Μελάς κι αν πέθανε, τα’ αδέλφια του ας ζήσουν,

αυτά θα τρέξουνε μαζί για να τον αναστήσουν!»



Το τραγούδι, που το ‘λεγαν όλοι οι αντάρτες τότε στα βουνά, ηλέκτρισε τους άντρες. Με καινούριο θάρρος και πείσμα, σηκώνουνταν άφοβα στα γόνατα, σημάδευαν, πυροβολούσαν.

Ένα παλικάρι πληγώθηκε. Αδιαφορώντας εξακολουθούσε να τραγουδά. Άλλο παρακάτω, έπεσε.

- Τραβάτε, βρε παιδιά, να πάρετε πίσω το αίμα μου! είπε τους συντρόφους του.

Και σαν αντιλαλιά χαρμόσυνη, μια μπαταριά μακρινή, από πίσω τους, έσχισε τον αέρα.

- Θάρρος! Θάρρος παιδιά! μας έρχεται βοήθεια! Σημαδεύετε και τραβάτε! Πυρ ταχύ! Κουράγιο, παιδιά! φώναξε μεθυσμένος από χαρά ο Αρχηγός.

Και ολόκληρη η Κούγκα έφτυνε φωτιά, σίδερο και θάνατο.

Είχε περάσει άλλη μια ώρα, οι άντρες είχαν ετοιμάσει και χεροβομβίδες, οι Κρητικοί έβγαλαν τα μαχαίρια τους, πρόθυμοι, στον ενθουσιασμό τους, να πηδήξουν και στο νερό ακόμα, με την πρώτη διαταγή του Αρχηγού τους.

Μα ξαφνικά αραίωσε το εχθρικό τουφέκι, οι άγριες φωνές πνίγηκαν, πλατσιά βούτηξαν βιαστικά στο νερό, και όλο αραίωναν, αραίωναν οι πυροβολισμοί.

- Φεύγουν! Φεύγουν… Τραβάτε, βρε παιδιά! Πυρ ταχύ! Σημαδεύετε! Νικήσαμε!... φώναξε έξαλλος ο Αρχηγός.

Και την ίδια ώρα, θριαμβευτική ζητωκραυγή ξέσπασε, κοντά πια, πίσω από την Κούγκα.

- Ζήτω-ω-ω! Ζήτω-ω-ω!... Βαστάτε αδέλφια, και φθάσαμε!...

Απ’ αντίκρυ οι πυροβολισμοί είχαν παύσει ολότελα. Μιλιά πια δεν ακούουνταν. Μόνο το βιαστικό πλατσάρισμα των κουπιών στο νερό και τα τσακισμένα καλάμια μαρτυρούσαν τη βιαστική φυγή των Βουλγάρων.


                             ============================


Από πολεμιστής, άγιος

Η πορεία του καπετάν Άγρα προς το τέλος του, αποδίδεται από τη συγγραφέα σαν μια πορεία προς την αγιοσύνη. Ο αρχικά ατρόμητος (αλλά και μετριοπαθής) αξιωματικός, που πολεμούσε τους Βούλγαρους σκεπασμένος με αίματα (σ.528) εμφανίζεται προς το τέλος της ιστορίας κουρασμένος, ταλαιπωρημένος από τα τραύματα και τις ασθένειες (σ.522). Απευθύνει χριστιανικό κάλεσμα για αδελφοσύνη που βρίσκει μεγάλη απήχηση στους καταπονημένους από τον πόλεμο αγροτικούς πληθυσμούς (σ.524). Μιλάει σαν απόστολος και άγιος (σ.539) κι αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, τη συγχώρεση και την αγάπη (σ.526) για να πείσει και τους προεστούς να αποδεχθούν μια ειρηνική λύση. Ξεκινάει έπειτα να συναντήσει τους αρχηγούς των Βουλγάρων που τον κάλεσαν με δόλο σε "συνομιλίες" παρότι προειδοποιείται ότι πρόκειται για παγίδα. Το τέλος του μάλιστα προοικονομείται από τον Χατζηδημούλα (σ.531), ώστε να προχωρήσει συνειδητά σαν πρόβατο μέσα τους λύκους. Το σκηνικό ολοκληρώνεται με τη σύλληψή του, όπου οι στρατιώτες τον φτύνουν και τον διαπομπεύουν. Τότε εξυψώνεται ακόμα περισσότερο στα μάτια του αναγνώστη, μέσα από όχι τυχαίες παρομοιώσεις (σ.576):

Τον γύριζαν σαν παράξενο θηρίο, και τον μπάτσιζαν, και τον έλεγαν κοροϊδευτικά "Γενικό Αρχηγό των Ελλήνων"! Σαν τον Χριστό τον πήγαιναν, και τον χλεύαζαν, και τον χτυπούσαν...



                         =======================================

Και λίγες πληροφορίες για τα πρώτα βήματα αυτού του βιβλίου, από τη γραμματέα της Π. Δέλτα, Αντιγόνη Μπέλλου - Θρεψιάδη, όπως καταγράφονται στο βιβλίο της Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη (εκδ. Τροχαλία, 1984, σ. 14-15). Μια μέρα, τελειώνοντας τη δουλειά μου στην τρίτη έκδοση του έργου της "Παραμύθι Χωρίς Όνομα" -είχα κιόλας επιμεληθεί την έκδοση της μικρής παιδαγωγικής της μελέτης "Στοχασμοί για την Ανατροφή των Παιδιών μας" και του παιδικού της βιβλίου "Τρελαντώνης" σε πρώτη έκδοση- τη ρώτησα τι καινούργιο θ' αρχίζαμε τώρα.

Μου απάντησε πως είχε στο νου της να ξαναεκδώσει το εξαντλημένο "Για την Πατρίδα" και το επίσης εξαντλημένο δίτομο "Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου".

- Τι σκέφτεσαι; με ρώτησε χαμογελώντας με το γοητευτικό εκείνο χαμόγελό της, καθώς μ' έβλεπε να σωπαίνω. 

- Σκέφτομαι αν δεν θά 'ταν καλύτερα, αντί να ξαναβγάλετε τα θαυμάσια βέβαια αυτά βιβλία, που ανάγονται στα χρόνια τα βυζαντινά, να γράφατε κάτι καινούργιο, σύγχρονο, κάτι για τον τόσο αγνοημένο Μακεδονικό μας Αγώνα.

Έγινε μικρή σιωπή. Η Πηνελόπη Δέλτα με κοίταζε τώρα συγκινημένη και σκεφτική.

- Κι εγώ τό 'χω σκεφτεί από καιρό, μού' πε, κι έχω έτοιμο ίσως το καλύτερό μου έργο με θέμα το Μακεδονικό Αγώνα κι έναν πρόλογο που δείχνει πώς η οικογένειά μου πήρε κατά έναν τρόπο μέρος σ' αυτόν. Μα δυστυχώς δεν μπορώ ακόμα να το εκδώσω, γιατί δεν έχω μια καλή ιστορία να το στηρίξω. Στον "Καιρό του Βουλγαροκτόνου" με βοήθησε ο ίδιος ο Schlumberger, όχι μόνο με το έργο του "Βυζαντινή Εποποιία" αλλά και μ' ένα σωρό φιλικές συμβουλές και παρατηρήσεις. Ενώ για το καινούργιο μου έργο ζητώ απ' το Υπουργείο των Εξωτερικών να μου επιτρέψουν να συμβουλευτώ τα έγγραφα του αρχείου του Μακεδονικού Αγώνα και μου το αρνούνται, λέγοντας πως το αρχείο αυτό είναι κάτω από εκατόν πενήντα άλλες κάσες και περιμένουν τον Πολίτη απ' το Παρίσι να έρθει να τις ανοίξει και να κάνει αρχή.

Της λέγανε ψέματα κι η κυρία Δέλτα το καταλάβαινε.

Η φιλία της με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν κι εδώ η αιτία.


 

       =====================================================





Σε παρακμή, μαρασμό και πλήρη αδράνεια οδηγεί το βασίλειό του ο βασιλιάς Αστόχαστος, ο οποίος δεν νοιάζεται για τίποτα παρά μόνο για διασκεδάσεις και εύκολη ζωή. Οι πάντες υποφέρουν και επιδιώκουν μόνο το ατομικό τους συμφέρον αδιαφορώντας για το κοινό καλό.

Το βασιλόπουλο, ο Συνετός, με τη βοήθεια της Ειρηνούλας, της μικρής του αδερφής, και δύο γυναικών, της Γνώσης και της Φρόνησης, πασχίζει για την αναγέννηση και ανόρθωση της χώρας του. Βασικά συστατικά για να πετύχει η συνταγή είναι η εργατικότητα και η προκοπή, η τιμιότητα και η αρετή, η προσφορά και η θυσία, η υπομονή και η σύνεση, η δικαιοσύνη και η επικράτηση της αλήθειας. Οπλισμένος με θάρρος και θέληση, αγωνίζεται να δώσει νέα πνοή στο χαμένο όραμα του βασιλείου και να αποκαταστήσει την ευημερία στη χώρα του.

Το Παραμύθι χωρίς όνομα είναι το δεύτερο παιδικό βιβλίο της Ελληνίδας συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα. Δημοσιεύθηκε το έτος 1910. Επίσης τον ίδιο τίτλο έχει και το θεατρικό έργο του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη που βασίζεται πάνω σε αυτό το βιβλίο.

Το βιβλίο

Ιστορικό πλαίσιο, είδος και πρότυπα

Το έργο αυτό εκδόθηκε σε μια ιστορική χρονική στιγμή που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ήταν έτοιμο να υιοθετήσει τα διδάγματά του. Κατά το 1910 η Ελλάδα βρισκόταν σε φάση αναδιοργάνωσης, καθώς είχε αρχίσει το έργο της Αναθεωρητικής Βουλής και η χώρα προσπαθούσε να μεγιστοποιήσει τα μαθήματα από τον Πόλεμο του 1897. Το 1897 είχε βιωθεί τραυματικά από το έθνος (παρότι η Κρήτη απέκτησε αυτονομία έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και αφύπνισε την κοινή γνώμη για την ανάγκη αλλαγών, με αποτέλεσμα το Κίνημα στο Γουδί το 1909. Με το αίτημα του κινήματος αυτού για αναδιοργάνωση συντάχθηκε αμέσως και η Πηνελόπη Δέλτα, η οποία ακόμα τότε δεν είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα, αλλά ζούσε στην Αλεξάνδρεια και στη Δυτική Ευρώπη με την οικογένειά της (ήρθε στην Ελλάδα το 1916). Συνεπώς, το Παραμύθι χωρίς όνομα γράφτηκε μακριά από την Ελλάδα και με μία τελείως ιδεατή εικόνα της στον νου της συγγραφέως του.

Πρόκειται για ένα παραμύθι με φιλοσοφικά στοιχεία, αλληγορικό και ηθικό περιεχόμενο, και διδακτικό τόνο. Ακολουθεί τα προτεσταντικά πρότυπα, κυρίως τα αγγλικά και τα αμερικανικά ηθικοπλαστικά έργα της νεανικής λογοτεχνίας του τέλους του 19ου αιώνα, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται και στην επίδραση που είχαν στην παιδική ηλικία της συγγραφέως οι δυτικοευρωπαίες γκουβερνάντες της.

Περίληψη της πλοκής

Τα γεγονότα της ιστορίας συμβαίνουν σε μια φανταστική χώρα, που ονομάζεται «Χώρα των Μοιρολάτρων» (ο τόνος σκόπιμα στο «-λά-»). Βασιλιάς της χώρας αυτής είναι ο Αστόχαστος (ή «Ασυλλόγιστος» στις πρώτες εκδόσεις του έργου) και βασίλισσα η Παλάβω. Ο γιος τους ονομάζεται Συνετός και οι κόρες τους Ζήλιω, Πικρόχολη και Ειρηνούλα. Η ιστορία αρχίζει όταν ο Αστόχαστος έχει οδηγήσει τη χώρα του στην απόλυτη κατάρρευση, στην οικονομική χρεοκοπία και στην αδυναμία επιβιώσεως, ενώ οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον τόπο τους. Σε τέτοιο σημείο έχει φθάσει η κατάπτωση του κράτους, ώστε το εγκαταλείπει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός παίρνοντας μαζί του ό,τι είχε απομείνει στο δημόσιο ταμείο. Το κράτος επιβιώνει μόνο χάρη στην οικονομική βοήθεια από τα γειτονικά βασίλεια, όπου βασιλεύουν ο «Εξάδελφος Βασιλιάς» και ο «Θείος Βασιλιάς». Μέχρι που μία ημέρα, αντί για την επόμενη «δόση» της οικονομικής βοήθειας φθάνει ένα καλάθι που περιέχει μία γαϊδουροκεφαλή...

Αυτά όλα προκαλούν τη θλίψη αλλά και την αγανάκτηση του Βασιλόπουλου, του Συνετού, που αποφασίζει να πάρει τη μικρότερη αδελφή του και να ξενιτευτεί. Το αποτρέπει όμως η κυρα-Φρόνηση, την οποία συναντά τυχαία, και η οποία τον πείθει να μείνει, να γνωρίσει από κοντά τον λαό του και να αγωνισθεί για την αναδιοργάνωση του κράτους. Αυτό και γίνεται, η προσπάθεια όμως για αναδιοργάνωση φέρνει τον Συνετό σε σύγκρουση με τους αξιωματούχους και όσους άλλους εκμεταλλεύονταν το «μπάχαλο» που είχε προκαλέσει η διοίκηση του πατέρα του για το προσωπικό τους συμφέρον. Ο Δικαστής, που ανήκει σε αυτή την κατηγορία, φεύγει από τη χώρα και πείθει τον Θείο Βασιλιά να εκστρατεύσει εναντίον της χώρας του Αστόχαστου με τη βεβαιότητα ότι θα την κατακτήσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ο Συνετός ωστόσο κατορθώνει να εμπνεύσει πίστη και εμπιστοσύνη στον λαό του, ο οποίος εξεγείρεται σαν ένας άνθρωπος και, πολεμώντας με θάρρος και ενθουσιασμό, κατατροπώνει τον εισβολέα. Αμέσως μετά αρχίζει η αναδιοργάνωση του κράτους με την επιμέλεια της κυρα-Φρόνησης.

Αναγνωρίζοντας ο Αστόχαστος τα όσα πέτυχε ο γιος του, υποχρεώνεται να τον ανακηρύξει βασιλιά της Χώρας των Μοιρολάτρων.

Εκδοτική ιστορία

Το βιβλίο αριθμεί 25 εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα, όλες από τον εκδοτικό οίκο «Βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι.Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε.». Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από την πρώτη έκδοση, η 25η έκδοση του 2010 είναι συμπληρωμένη με επίμετρο της Μαρίζας Ντεκάστρο και χρονολόγιο από τον Αλ. Π. Ζάννα. Μαζί με αυτά, το βιβλίο έχει 260 σελίδες. Από τις αρχές του 2012 το βιβλίο κυκλοφορεί και από τις εκδόσεις ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ με καλλιτεχνική εικονογράφηση του Γ. Στεφανίδη.

Το θεατρικό έργο

Το βιβλίο της Δέλτα δραματοποιήθηκε σε ομότιτλο θεατρικό έργο κατά πολύ ικανοποιητικό τρόπο από τον θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη το έτος 1959. Το έργο αυτό πρωτοπαίχτηκε, μετά από επιλογή του Καμπανέλλη, από τον θίασο «Νέο Θέατρο» των Βασίλη Διαμαντόπουλου - Μαρίας Αλκαίου τον χειμώνα 1959-1960.



    
                        =============================================




Πρόκειται για το πιο προσωπικό αφήγημα της Πηνελόπης Δέλτα, αφού τουλάχιστον τα πρόσωπα φαίνονται ν' αναδύονται απευθείας από τις αναμνήσεις της. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ο αδελφός της Πηνελόπης, Αντώνης, που δίνει στη συγγραφέα λαβή για να εξιστορήσει τις πιο απολαυστικές σκανταλιές του και να νοσταλγήσει με τον πιο ειλικρινή και συγκινητικό τρόπο την εξαίσια ανεμελιά των παιδικών χρόνων.


                                               ========================


Δέλτα, Πηνελόπη

Τρελαντώνης (απόσπασμα)

Η΄

Μπάτης Γρουσούζης.

−«ντώνη, Τρελαντώνη, λα μέσα, μν πάγω στν Κυρία!» φώναξε Άφροδίτη π μέσα π τν κρεβατοκάμαρα.

− «Φυσάει μπάτης,» ποκρίθηκε Άντώνης π τ μπαλκόνι, που, μ τ νυχτικό του κόμα, σήκονε στν έρα να σαλιωμένο δάχτυλο, γι ν δε πό πο το τ κρύονε νεμος. Μελαγχολικ μπκε μέσα. «Θ πάμε στν κκλησία, » επε.

− «Ναί; Τπε θεία;» ώτησε ξαφνισμένη λεξάνδρα.

− «χι. Μ παρατήρησα πς κάθε φορά πο τν Κυριακ φυσάει μπάτης, θεία μς παίρνει στν κκλησία.»

Γρινιάρικα, π τ κρεβάτι της που κάθουνταν μ τ παπουτσωμένα της πόδια κρεμαστά, κα τ μαλλιά της κόμα στ χαρτιά, πο τς τ τύλιξε Άφροδίτη π βραδύς, γι ν εναι κατσαρ τν Κυριακή, κατσουφιασμένη επε Πουλουδιά,

−« γ ξέρω πς σ βάλει θεία τ μενεξελί της μεταξωτ φόρεμα, βρέχει. χι σ φυσάει μπάτης….»

− «Ποιός σο επε πς θ βρέξει;» διέκοψε ντώνης. «Επα πς θ πάμε στν κκλησία. Σν ν μ φθάνει πο δ βουτομε στ θάλασσα τν Κυριακή! Κ' γ σήμερα θελα ν παίξω πόλεμο μ τος στρατιτες μου. Οφ! μπελάς!»

φροδίτη, πο ποκούμπονε το Άλεξάνδρου τ' σπρα στιβαλάκια, τν γριοκύταξε.

− «Δν ντρέπεσαι, Άντώνη, ν λς μπελ τν κκλησία !» το επε αστηρά.

Άντώνης κοντοστάθηκε, κα λήθεια ντράπηκε κα κοκκίνισε.

− «Μ ναί,» επε ξαναβρίσκοντας τν τόλμη του μαζ μ τν πάντηση, «δ δ μ' ρέσει κκλησία! Στν λεξάνδρεια πηγαίναμε στν γιο−Σάββα, στεκόμασταν στ στασίδι τς μαμς, κα λειτουργοσε Πατριάρχης, κα εχαμε κα τ γκόλπιό μας κα τ λεγε σιγ Πατριάρχης κα μες τ διαβάζαμε στ γκόλπιο, κα ξέραμε πότε θ πον τ Εαγγέλιο κα πότε θ βγον τ' για. δ…. Πρτον δ εναι πάντα γεμάτη κκλησία, κα μς σπρώχνουν π' λες τς μεριές….»

− «δ χετε τς θείας σας τς ργίνης το στασίδι,» διέκοψε Άφροδίτη.

− «Μπά! Σν μπε μέσα θεία Μαριέτα, τ πιάνει λο, εναι τόσο παχειά!» επε Άντώνης. «μες στεκόμαστε μπρός της, στν ράδα. Κα κάνει μι ζέστη! Κα δν χομε γκόλπια…. τ ξεχάσαμε στν Άλεξάνδρεια. Κα τ λέγει γρήγορα κα μς στ μύτη του παπ−Δημήτρης κα δν καταλαβαίνω τίποτα, κα βαρυομαι, κα δν περν ρα. Κα λο λέγει παπ−Δημήτρης,− 'Κύριω−ω λώ−ω−ωη−σον! Κύριω−ω λώ−ω−ωη−σον!'»

−«Κανένας δ λέγει ποτ Κύριω λώησον,» διαμαρτυρήθηκε Άφροδίτη.

− «Ναί, τ λέγει παπ−Δημήτρης,» βεβαίωσε φωναχτά, π πίσω π τν μπερντέ, που λούζουνταν σ' να στρογγυλ μπανάκι, Άλεξάνδρα, πο πάντα ποστήριζε τν Άντώνη. «Κ' γ τ κουσα. Κα σ δν τ' κουσες, Πουλουδιά;»

Μ Πουλουδι εχε χαθε.

− «Πο πγε πάλι ατ τ παιδί!» κανε Άφροδίτη. Κα μπκε στ πλαγιν δωμάτιο ν τ γυρέψει.

Άντώνης σήκωσε τος μους του.

− «Σηκώθηκε μ στραβ ποδάρι σήμερα Πουλουδιά,» επε. «Οτε τ κρύο νερ δν τν ξεστράνεψε.»

Κα λήθεια. Μόλις εχε κατέβει π τ κρεβάτι της, ρχισε τ γρίνα πς τς πρε κάποιος τ μιά της παντούφλα. ρνήθηκαν τ' δέλφια της, πέμεινε κείνη, κα τ πράμα γύριζε στν καυγά, ταν νακάλυψε Άλέξανδρος τν παντούφλα σκαλωμένη στν κουνουπιέρα της.

Κα τώρα τν χασαν τ' δέλφια της κ' φυγε κα Άφροδίτη.

Κ' ξαφνα κούστηκε φων τς θείας στ σκάλα.

− «Πουλουδιά! Πο πς τσι ντυτη, μ τ μαλλιά σου κάμωτα; Πήγαινε πάνω μέσως!»

Κα δειλ φων τς Πουλουδις,

−«Πήγαινα ν π τς λίς…. Επε θεος ν πομε τς λίς….»

Κα πάλι φων τς θείας.

− «Κα εναι τέτοια βία; Ν τρέχεις μ τ μισοφόρι σου στ σοκάκια; Γρήγορα πάνω! »

Κα κολούθησε σιωπή. Κα στερα κούστηκαν ργ βήματα κα παρουσιάστηκε Πουλουδι μπρς στ' δέλφια της, ντροπιασμένη, μ τος μους κα τ μπράτσα γυμνά, τ μαλλιά της λα στ χαρτιά, κουλούρια−κουλούρια.

ταν ντροπιασμένη, γιατ τ ξερε πς θ τν κορόϊδευαν τ' δέλφια της, πς θέλησε ν κάνει τ μεγάλη κα ν πάγει ν καλέσει τν λς γι τ πόγεμα, ν ταν ποφασισμένο πς θ πήγαινε Άλεξάνδρα στ' νομα τν δελφν της.

−«Εσαι μι ζαβολιάρα!» τς επε Άλεξάνδρα, πο δν νέχουνταν π κανένα ν τς πάρει τ πρωτοτόκια της. «Εχαμε συμφωνήσει πς θ πήγαινα γ στς λίς.»

−«Καθόλου,» επε κακιωμένη Πουλουδιά, «γ δ συμφώνησα καθόλου, οτε κα Άλέξανδρος. μες επαμε ν πμε λοι μαζί.»

−«Γιατ λοιπν πγες μονάχη;» ρώτησε Άντώνης.

Άλεξάνδρα, πο εχε ξετυλίξει λα τ χαρτι π τ μαλλιά της κ' τοιμάζουνταν ν τ χτενίσει, γύρισε πειλητικ μ τ χτένι στ χέρι.

−«Καλ λέγει Άντώνης. ν ταν ν πμε λοι μαζί, γιατί πήγαινες σύ, κρυφά, μονάχη;»

− «γ δν πήγαινα κρυφά!» ναφώνησε Πουλουδιά, παλεύοντας μ' να κατσαρ πο δν θελε ν χωριστε π τ χαρτί του.

− «μ τί κανες; Γιατί δ μς επες πς πς στς λίς;»

− «Γιατ σ κα Άντώνης λο συμφωνετε μαζ κα κάνετε ,τι θέλετε σες, κ' μες δν εμαστε τίποτα, Άλέξανδρος κ' γώ,» ξέσπασε Πουλουδιά, τοιμη ν κλάψει, τραβώντας μ πελπισία τ χαρτί πο δν βγαινε.

− «Προφάσεις ν μαρτίαις! Δν ξέρεις τί ν πες! λο τ μεγάλ θέλεις ν μς κάνεις, κ' χεις κα τν παίτηση ν παντρευτες μ τ Γιάννη!» ποκρίθηκε Άλεξάνδρα, γυρεύοντας μ τ λεύθερό της χέρι ν βοηθήσει τν δελφή της.

Πουλουδι μπηξε τ κλάματα.

− «Μ πόνεσες!» φώναξε πεισμωμένη.

− «Πς σ πόνεσα;»

− «Κα πρτον δ θέλω ν παντρευτ μ τ Γιάννη! Κα σ μ πόνεσες, μο τράβηξες τ μαλλιά μου!»

−«Ξετύλιξα δηλαδ τ χαρτ πο τραβοσες! Ατ εναι τ εχαριστ; Μπράβο σου!»

− «Δν κλας γι' ατό,» τς επε Άντώνης, «οτε γι τ Γιάννη. Κλας γιατ ξέρεις πς κανες μι ζαβολιά. λα, πές το»

− «Δν θελα καθόλου ν κάνω ζαβολιά! θελα μόνο ν δ τί θ πε λς κα ν ταν θυμωμένη,» διαμαρτυρήθηκε Πουλουδιά. «Νά, ρώτα τν Άλέξανδρο!»

Μ ρθιος κοντ στν πόρτα χτενισμένος, ντυμένος, λοπάστρικος, Άλέξανδρος δν εχε γνώμη. Κύταζε μι τν Πουλουδιά, πο κλαιγε κα διαμαρτύρουνταν στ' νομά της κα στ δικό του, κα μι τν Άντώνη κα τν λέξανδρα πο τν κατηγοροσαν τόσο κατηγορηματικά, κα πόφαση δν βγαζε. Τν συγκινοσε Πουλουδιά, πο λο νέφερε τ γνώμη του. Μ πάλι, ν εναι ζαβολιάρα….;

Κα ναστέναξε Άλέξανδρος μ νακούφιση σν επε Άντώνης τ τελειωτικ «Παύσατε πρ!» πο στ γλσσα τν δελφν σήμαινε, «Φθάνουν πι ο καυγάδες. » Κα τ ξερε λέξανδρος, πς στς μαγικς ατς λέξεις, κανένας δν ντιστέκουνταν ποτέ, πρ πάντων σν τς ξεστόμιζε Άντώνης προστακτικά, μ φος μεγάλου στρατηγο.

Μ ταν γραφτ Κυριακ ατ ν μν πάει καλά. Στ πρόγευμα σν κατέβηκαν τ' δέλφια, τος επε θεία,

−«Σβέλτα λιγάκι, παιδι. Πάρετε τν καφέ σας χωρς χασομέρι, κα στερα τ καπέλα σας. Θ σς πάγω στν κκλησία.»

− «Δ σο τπα γώ; Ν μπάτης!» μουρμούρισε ντώνης νεβαίνοντας μ τν Πουλουδι ν φέρουν τ καπέλα λων τν δελφν, νόσω ξεπετιονταν Άλεξάνδρα στ πλάγι γι ν καλέσει τν λίς. «Τ ξερα πς θ πμε. Πάντα μπάτης φέρνει γρουσουζιά.»

Μ δ σταμάτησε κε γρουσουζι το μπάτη. Σν πέστρεψε λέξανδρα τρεχάτη, μν νυπομονήσει θεία, φερε λλη μι πογοητευτικ εδηση: λς κα τ' δέλφια της εχαν φύγει πρω−πρω γι να μέρος πο τ λένε Κηφισιά, σ μις θείας τους, κα δν ξερε μαγείρισσα σ πόσες μέρες θ γυρίσουν.

− «ραα!» μουρμούρισε Άντώνης, «πάει κα τ πόγεμά μας!»

Στν κκλησία, μι στιγμή, νόμισαν πς διωρθώθηκαν τ πράματα. παπ−Δημήτρης ξακολουθοσε ν ψέλνει μ τ μύτη τ «Κύριω−ω λώ−ω−ωησον», ταν ξαφνα γινε γενικ σούσουρο, ντρες κα γυνακες παραμέρισαν, νοιξαν δρόμο, κα Βασιλέας κα Βασίλισσα μέ τς δυ βασιλοπολες λθαν κα στάθηκαν κριβς μπρς στ στασίδι τς θείας ργίνης, πο τ γέμιζε μεγαλόπρεπα θεία Μαριέτα κα τ πράσινο μεταξωτό, λο φραμπαλάδες φόρεμά της.

Βασιλέας νταπέδωσε γελαστ τ χαιρετισμ το θείου κα τς θείας. Βασίλισσα μως δ γύρισε. σια κα σοβαρ κύταζε τ ερ μπροστά της.

Τ' δέλφια οτε κουαν πι τν παπ−Δημήτρη. Τ κορίτσια θαύμαζαν τ μεγάλη βασιλοπούλα, πο φοροσε να τριανταφυλλ κλειστ καπέλο, δεμένο κάτω π τ πηγούνι, κα εχε τ μαλλιά, μακρι κα ξανθά, σκόρπια στ ράχη, ν Άντώνης μελετοσε τ Βασιλέα, πο βαστοσε στ να του χέρι τ σταχτειά του ρεπούμπλικα κα κουμποσε μ τ δυ χέρια στ μπαστούνι του χωρς ν καμπουριάζει.

Πς στέκουνταν ραγε ράχη του τόσο σια; ταν πολ ψηλ τ μπαστούνι του; μήπως δν τ' κουμποσε χάμω; θεος πάντα στρογγύλευε τν πλάτη, σν κουμποσε μ τ δυ χέρια στ μπαστούνι του. ν εχε μπαστούνι Άντώνης, θ μποροσε ραγε ν σταθε σν τ Βασιλέα, μ τ ράχη κολόνα;

σιώθηκε, πλωσε τ χέρια μ' να ποθετικ μπαστούνι στ χέρι, κυτάζοντας ν πάρει τ στάση το Βασιλέα καί….

Μ ν πάλι γρουσουζι το μπάτη! Τν δια στιγμή, τρεχάτο πέρασε πίσω του να τρελόπαιδο, τν σπρωξε, χασε Άντώνης τν σορροπία του κ' πεσε μπρς στ Βασιλέα, παρασέρνοντας κα τ μπαστούνι κα τ σταχτει ρεπούμπλικα.

Πάφ! Πούφ! Κλάκ − κλάκ − κλάκ!

Γύρισε λη κκλησία! Μόνη Βασίλισσα δν ταράχθηκε, κα σιγά, μ τ χέρι ξαναγύρισε πρς τ ερό τ πρόσωπο τς μικρς βασιλοπούλας, πο εχε στρέψει ν δε κα πο μπηξε τ γέλοια.

ντώνης θελε ν τν εχαν καταπιε ο πλάκες τς κκλησίας. Τόσο ντράπηκε, στε οτε κουσε τ Βασιλέα πο επε χαμηλόφωνα το θείου μ τ δυνατ ξενική του προφορά,

− «Παρακαλ! Παρακαλ! Δ φταίγει τ παιδί. Εναι πολς κόσμος, κα πέφτει μικρ κκλησία γι τς μεγάλες ορτές.»

Τ κουσε μως Άλεξάνδρα, κα το τ πανέλαβε στερα γι ν τν παρηγορήσει, σν πέστρεφαν στ σπίτι, λοι μαζί, τ τέσσερα δέλφια μπροστά, θεος κα θεία πίσω. Κα παρηγορήθηκε ντώνης γι τ μάλωμα τς θείας κα τν τιμωρία ν μ φάγει γαλατομπούρεκο τ μεσημέρι.

λα θ πήγαιναν πι καλά, ν δν εχαν φουσκώσει τ μυαλ τς Άλεξάνδρας, πο μαζ μ τ παρηγορητικ λόγια το Βασιλέα εχε κούσει κ' να λλο· πς τν ραία βασιλοπούλα μ τ τριανταφυλλ καπέλο κα τ ξέπλεκα μαλλιά, τν λεγαν κα ατν Άλεξάνδρα.

Ποιός τν πιανε πι τν Άλεξάνδρα! Πγε ν ρωτήσει Πουλουδι πς τ λέγανε τ μικρ βασιλοπούλα, κα τς ποκρίθηκε Άλεξάνδρα πς οτε ξερε οτε τν νοιαζε.

Κα επε δειλ Πουλουδιά,

−«γ νομίζω πς τ λν Πουλουδιά.»

Τν κορόϊδεψαν τ' δέλφια της πς τέτοιο σχημο νομα δν μποροσε ν τ χει βασιλοπούλα, κα ντράπηκε Πουλουδι κα συμμαζεύτηκε κα δν επε πι τίποτα. Κα στερα φούσκωσε, φούσκωσε Άλεξάνδρα π περηφάνεια γι τ συνονόματή της, τν μορφη βασιλοπούλα, ς πο μπούχτισε Άντώνης κα φουρκίστηκε κα ξέσπασε κα επε,

−«Μς σκότισες μ τ βασιλοπούλα σου! »

Κα τότε θύμωσε κα Άλεξάνδρα κα σήκωσε ψηλ τ κεφάλι της κα πρε να βιβλίο κα κάθησε χωριστ κι κανε πς διαβάζει.

Μ δ διάβαζε καθόλου κα λοι βαρέθηκαν πολύ.

Κα επε μ παράπονο Άλέξανδρος, πο εχε καθήσει χάμω ς πο ν ξεμαλώσουν τ' δέλφια του, καί πο βαρυονταν περισσότερο κα π τος λλους, επε, τοιμος ν βάλει τ κλάματα,

− «Ατς μπάτης σήμερα εναι πολ κακός!»

χωσε Άντώνης τ χέρια του στς τσέπες, στριφογύρισε στ τακούνι του, σφύριξε τ «, λυγηρν κα κοπτερν σπαθί μου!» κα βγκε π τν κάμαρα σειάμενος−κουνάμενος.

Μ δν πρόφθασαν τ κορίτσια ν' νταλλάξουν πέντε λόγια μ τν Άλέξανδρο, κα ξαναμπκε σ σίφουνας. κτινοβολοσε λος.

− «Θ πμε τ πόγεμα στς θείας ργίνης! Μο τ επε θεος. στειλε μήνυμα θεία ργίνη πς θρθει κείνη δ κα ν πμε μες κε. Θρθει Μαριόρα, τραπεζιέρα της, ν μς πάρει, κα θ πμε μονάχοι μας! Ζήτω! Ζήτω!»

Πάει κακοκεφιά, πάει κα βαρεμός. Μόλις γγιξαν φαγ τ' δέλφια στ τραπέζι, τέτοια ταν νυπομονησία τους ν πν στς θείας ργίνης, ν δον τ καινούρια τους ξαδέλφια, πο λο τ' κουαν καί πο δν τ γνώριζαν κόμα. ς πο ν λθει Μαριόρα, τος φάνηκε πς πέρασαν χρόνια.

ς πο ν φθάσουν στ σπίτι, πς καναν τ γύρο το κόσμου.

Τς θείας ργίνης τ σπίτι ταν σ μι πλατεία μ μερικ δέντρα σκονισμένα, κα λίγες τζιννις χλωρωτικές, πο ρτσόνουνταν στ' τροφικ τους κλωνάρια. Μ στ μάτια τν τεσσάρων δελφν ποτ δν νθισαν ραιότερα λουλούδια, οτε βλάστησαν πρασινώτερα δέντρα. Κ' δήλωσαν τς Μαριόρας πς ποτ στν Άλεξάνδρεια δν εδαν τέτοιο ραο περιβόλι.

− «Κα τ δικά μας παιδι τ γαπον,» επε καμαρόνοντας Μαριόρα.

Μ σ μπκαν στ σπίτι κα ντίκρυσαν «τ δικά μας παιδιά», πο τος φάνηκαν λας λόκληρος, τ τέσσερα δέλφια παθαν γλωσσοδέτη.

ταν λα κε, τ πτ παιδι τς θείας ργίνης, μι σκάλα π γόρια κα κορίτσια λων τν λικιν, π δεκαπέντε χρονν ς δύο.

Τ δυ μεγάλα κορίτσια, Κατίνα, μελαχροινή, κα Κλειώ, ξανθή, πιβλήθηκαν πολ στ τέσσερα δέλφια μέ τς μακρειές τους φοστες κα τς πλεξοδες τους σηκωμένες κα δεμένες στ σβέρκο, μ φαρδεις καφετις κορδέλες.

στερα ταν Γιάννης, φίλος τους, μόνος πο γνώριζαν. στερα Άλεξάνδρα, μαζεμένη κα σιωπηλή. στερα Μανώλης, πο τν λεγαν τ' δέλφια του Μπανανάκη, γιατ γαποσε πολ τς μπανάνες κα το τς φερνε δρο κάθε ταξιδιώτης πο φθανε μ τ Αγυπτιακ βαπόρια. στερα Άλέκος, λοστρόγγυλος κα ξανθός, κα τελευταία Λουκία, πο ταν μικρότερη π τν Άλέξανδρο, κα κάθουνταν χάμω, μι μπάλα στ μπλο ντυμένη, μ κατακόκκινα μάγουλα κα μαρα, κοντ κα σγουρ μαλλιά.

Κατίνα πλωσε τ χέρι μεγαλόπρεπα κα επε,

− « Καλημέρα.»

Κλει μως γονάτισε μπρς στν Άλέξανδρο, το βγαλε τ καπέλο του, κα μ τ μορφα δάχτυλά της το διώρθωσε τς ξανθές του μποκλες κα τν επε «Χρυσό μου!» κα τν φίλησε.

π' λους, Άλεξάνδρα θαύμασε περισσότερο τ μεγαλόπρεπη Κατίνα. Πουλουδι μως λαχταροσε ν παίξει μ τν μπλο μπάλα, τ Λουκία.

ντώνης κύταζε λους, ναν− ναν, κατάδεχτα γιατ ντρέπουνταν. Τόσο κατάδεχτα, πο σν ντάμωσε Μανώλης τ βλέμμα του, ντράπηκε κα τρύπωσε κάτω π μι καρέγλα κα κάθησε χάμω, μ τ κάθισμα τς καρέγλας στ κεφάλι του κα τ μάτια καρφωμένα στν Άντώνη, κα περίμενε.

Μ Μαριόρα εχε ξαφανιστε, κα τ τέσσερα δέλφια δν ξεραν οτε τί ν πον οτε τί στάση ν πάρουν μπρς στ' γνωστα ξαδέλφια, δίως μπρς στν Κατίνα κα στν δελφή της, τ σιωπηλ Άλεξάνδρα, πο τ κύταζαν σν νθρωπάρια παράξενα κα σπάνια.

Κα τότε, μ' να νάζι το κεφαλιο, επε Κατίνα,

− «λτε στν τραπεζαρία ν πάρετε μι βυσινάδα.»

Κα ξεκίνησαν τ νδεκα ξαδέλφια, κα νακατώθηκαν θέλοντας κα μ τ στελέχη τους. Κα σν μπκαν στν τραπεζαρία κα εδαν τς παστελαρις μ τ σησάμια κα τ ξερ μύγδαλα, κα τ κουλούρια, κα τ στρογγυλ ρεβανί, κάτασπρο, πασπαλισμένο ψιλ ζάχαρη, κα τς φράτες φέτες ψωμ κα τ βυσινάδα στ ποτήρια, λύθηκε γλώσσα λωνν κα πγε ροδάνι.

Κα βόησε τραπεζαρία σ δέντρο στ σούρουπο, ταν τ λέν τ σπουργίτια, πρν κατακαθήσουν ν κουρνιάσουν κα ν' ποκοιμηθον.


   ============================================================================================




Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα είναι εμπνευσμένο από τη βυζαντινή Ιστορία. Η Δέλτα, συνδέοντας τα ιστορικά γεγονότα με το μύθο, αφηγείται τις περιπέτειες του Κωνσταντίνου, του Μιχαήλ -δυο νεαρών Βυζαντινών ευγενών- και της Αλεξίας, αναβιώνοντας με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα του Βυζαντίου «τον καιρό του Βουλγαροκτόνου». Δολοπλοκίες, κατασκοπία, μεγάλοι έρωτες και εκρηκτική δράση, καθώς περιγράφονται με τον απαράμιλλο λυρισμό της Δέλτα, αποτελούν τα στοιχεία του κλασικού αυτού μυθιστορήματος, που είναι και το πιο γνωστό ιστορικό μυθιστόρημα της συγγραφέως.

Όλα αρχίζουν το βράδυ του δεκαπενταύγουστου του 1004, όταν οι Βούλγαροι εισβάλλουν στην Αδριανούπολη της Θράκης και κατασφάζουν τον άμαχο και αθώο πληθυσμό, κυριευμένοι από το πάθος τους να κατακτήσουν τα ελληνικά εδάφη. Σ’ αυτήν την επίθεση αιχμαλωτίζουν και το γόνο του αξιωματούχου της πόλης, Κωνσταντίνο, τον εξάδερφο του, Μιχαήλ καθώς και ένα μικρό ορφανό κορίτσι, την Αλεξία.Τα δυο αγόρια, όταν ανδρώνονται στην ξένη χώρα, γίνονται κατάσκοποι για χάρη της πατρίδας τους την οποία υπηρετούν με εξαιρετική γενναιοψυχία και αυταπάρνηση.

Πρόκειται αναμφίβολα για ένα αριστουργηματικό ιστορικό μυθιστόρημα που κερδίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες τον αναγνώστη αφήνοντας τον με τη «γεύση» της εθνικής υπερηφάνειας, της ικανοποίησης και της ανθρώπινης συγκίνησης.


Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου /Κεφάλαιο Α


 Ο κόσμος ήταν ανάστατος στην Αδριανούπολη. Απ' όλες τις χώρες και τα χωριά της γειτονιάς, άντρες και γυναίκες έφθαναν με τα παιδιά τους, όλοι στολισμένοι με τα καλύτερα τους ρούχα και τα πολυτιμότερα διαμαντικά, για να παραβρεθούν στο νυχτερινό εκείνο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, που τον καιρό εκείνο εορτάζουνταν με μεγάλη ευλάβεια και πολυτέλεια στην πρωτεύουσα της Θράκης.

 Όλοι οι ξενώνες, όλα τα πανδοχεία ήταν γεμάτα. Και τα σπίτια ακόμα τα ιδιωτικά εφίλευαν συγγενείς και φίλους, ώστε οι τελευταίοι που έφθαναν κατά το βράδυ δεν έβρισκαν πια ούτε κρεβάτι ούτε καν στρώμα να ξαπλωθούν.

 Στην ανοιχτή πόρτα ενός ξενώνα, πλάγι στον Έβρο ποταμό, ύστερα από το βασίλεμα του ήλιου, ένας γέρος έστεκε και με παρακάλια γύρευε να πείσει τον ξενοδόχο να τον αφήσει να μπει μέσα. Ήταν παστρικά ντυμένος, αν και φτωχικά, και από το χέρι του βαστούσε ένα κοριτσάκι ως τεσσάρων πέντε χρόνων, που από την πολλή την κούραση, έσερνε πια τα ποδαράκια του. Από σπίτι σε σπίτι είχαν γυρίσει όλο το απόγευμα και από παντού τους είχαν διώξει, γιατί πούπετα δε βρίσκουνταν πια θέση, και με καημό κοίταζε ο γέρος τη γεμάτη σάλα όπου πλήθος άνθρωποι έτρωγαν κι έπιναν, και με το μάτι γύρευε μια γωνίτσα που να χωθεί με το κοριτσάκι του.

 - Όχι, γέρο μου, να με συμπαθήσεις, του είπε ο ξενοδόχος, που μ' ένα κανάτι κρασί στο χέρι έτρεχε από τον ένα μουσαφίρη στον άλλο, γεμίζοντας τις κασσιτερένιες κούπες. Όχι κρεβάτι και στρώμα, μα ούτε άχυρα πια δεν έχω να σου δώσω. Τράβα παρακάτω.

 - Πάμε, παιδί μου! είπε ο γέρος αναστενάζοντας. Ούτε δω, δε μας θέλουν... Μα το παιδάκι έπεσε στα χώματα και ακούμπησε το κεφάλι του στο πεζούλι της πόρτας.

 - Δεν μπορώ πια, παππού... μουρμούρισε. Έλα να κοιμηθούμε δω... Τα ματάκια του βασίλεψαν και αποκοιμήθηκε ευθύς. Ένας νέος χωρικός, που έβγαινε κείνη την ώρα από τον ξενώνα, δεν είδε το παιδί και κόντεψε να το χτυπήσει. Ο γέρος άπλωσε το χέρι και τον βάσταξε.

 - Πρόσεχε! φώναξε. Ο χωρικός σταμάτησε και βλέποντας το κοριτσάκι, έσκυψε και το σήκωσε. - Άλλο μέρος δε βρήκες, άνθρωπε μου, να κοιμήσεις το παιδί; είπε αγανακτισμένος. Κόντεψα να το σκοτώσω! Δεν το παίρνεις μέσα το δύστυχο, να το πλαγιάσεις σε κανένα κρεβάτι;

- Δεν έχει θέση, αποκρίθηκε ο γέρος αποθαρρυμένος, κανένας δε μας δέχεται! Όλα τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα και δεν ξέρω πού να πάγω!

- Αμέ βέβαια είναι γεμάτα! Δεν ήξερες να το συλλογιστείς πρωτύτερα; Σε πανηγύρι έρχεσαι, χριστιανέ μου, και τέτοια ώρα φτάνεις; Ο γέρος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σα σαστισμένος κοίταξε το νέο χωρικό, και μια στιγμή το μάτι του σταμάτησε στα χέρια που κρατούσαν το κοιμισμένο παιδί.

 - Δεν έρχουμουν στο πανηγύρι, παιδί μου, είπε, ούτε ήξερα πως αυτό το κακό γίνεται δω. Έρχομαι από πολύ μακριά και δεν ξέρω τον τόπο. Η φωνή του γέρου μαρτυρούσε τέτοια κούραση, που ο χωρικός τον λυπήθηκε. Κι εγώ δεν είμαι του τόπου, είπε πιο σιγά, ειδεμή θα σου έλεγα να έλθεις σπίτι μου... Στάσου! Έλα μαζί μου! Κάτι θα σου βρω. Πηγαίνω στου Κατεπάνω Κρηνίτη1, και η Κυρά έχει μεγάλη καρδιά. Θα λυπηθεί το παιδί σου. Και με το κοριτσάκι στην αγκαλιά, ο χωρικός ξεκίνησε ακολουθώντας την όχθη του ποταμού.


- Εγγονάκι σου είναι το μικρό; ρώτησε το γέρο που περπατούσε πλάγι του. - Όχι, αποκρίθηκε ο γέρος.

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου/Κεφάλαιο Α 2

- Όχι; Ούτε παιδί σου δεν είναι βέβαια!

 - Όχι, δεν έχει γονείς το άμοιρο. Μα είναι αρχοντόπουλο. Ο χωρικός το κοίταξε και είπε με συμπάθεια:

 - Το καημένο! Τι όμορφο που είναι!

 - Ναι, είπε ο γέρος, και η μάνα του και ο πατέρας του ήταν όμορφοι.

- Λες πως έρχεσαι από μακριά; Τα ρούχα σου μοιάζουν βουλγάρικα.

 - Δεν είμαι Βούλγαρος, μα έρχομαι από τη Σκάμπα.

- Διάβολε! Όλη τη Μακεδονία την πέρασες και δε σε σταμάτησε κανένας;

- Στις βουλγάρικες χώρες δε βρήκα δυσκολία. Ήμουν σε δημόσια θέση στη Σκάμπα και τα χαρτιά μου ήταν τακτικά. Και όταν μπήκα στις ελληνικές χώρες, είχα κάτι άλλο που μ' άνοιγε όλες τις πόρτες.

 - Μπα; Σαν τι; - Διαβατήριο με τη βούλα του Ευστάθιου Δαφνομήλη. Ο χωρικός γύρισε απότομα και τον κοίταξε.

 - Πού τον ξέρεις τον Ευστάθιο Δαφνομήλη; ρώτησε.

 - Δεν τον ξέρω εγώ, τον ήξερε η μάνα του παιδιού. Μην τον ξέρεις κι εσύ;

 - Ναι, τον ξέρω. Μα πες μου, πώς πέρασες με διαβατήριο γυναίκας;

- Δε λέει όνομα το διαβατήριο.

- Πώς γίνεται; έκανε σαστισμένος ο χωρικός. Σ' εποχή πολέμου ένα τέτοιο χαρτί είναι επικίνδυνο. Πώς μπορεί να το υπέγραψε ο Δαφνομήλης;

 - Το διαβατήριο αυτό χρησιμεύει μόνο σ' όποιον μπορεί να παρουσιάσει μαζί κι ένα σημάδι.

- Τι σημάδι;

 - Ένα σταυρό στολισμένο μαργαριτάρια, όπου βρίσκεται χαραγμένο τ' όνομα της Αυγούστας Ελένης, Θεός σχωρέσ' την! Ο νέος τον λοξοκοίταξε. Λίγη ώρα πήγαιναν σιωπηλοί.

- Άκουσε, γέρο, είπε σοβαρά ο χωρικός, μια συμβουλή θα σου δώσω μιλάς πολύ, και στις μέρες που ζούμε, καλό είναι να μάθεις να σωπαίνεις. Πως μου τα είπες εμένα δεν πειράζει, είμαι Έλληνας. Μα μπορούσα να είμαι Βούλγαρος και τότε την είχες άσχημα. Ένας Βούλγαρος θα σ' έπνιγε σα λαγό για να σου πάρει το διαβατήριο και το σταυρό. Πρόσεχε σε ποιον μιλάς. Οι κατάσκοποι δε λείπουν και από τα δυο μέρη.

 - Το ξέρω, είπε ήσυχα ο γέρος, κι εσύ είσαι κατάσκοπος. Μα είσαι φίλος. Ο χωρικός τον κοίταξε και είπε λαφριά:

- Χωρατεύεις, γέρο!

 - Το ξέρεις πως δε χωρατεύω, είπε ο γέρος χωρίς να ταραχτεί. Το σημάδι της σαΐτας που σου τρύπησε το φρύδι, και το κομμένο δάχτυλο του αριστερού σου χεριού θα μου έλεγαν ποιος είσαι, ακόμα και αν δε σε είχα δει με ράσο καλόγερου. Ο χωρικός σταμάτησε και ακούμπησε το χέρι στον ώμο του γέρου.

 - Ποιος είσαι; ρώτησε σοβαρά.

- Σαν ενώθηκε ο Νικουλιτσάς με τον τσάρο Σαμουήλ, και μαζί ξαναπολιόρκησαν τα Σέρβια που μόλις τα είχε κυριεύσει ο βασιλιάς μας εσύ, με το ράσο του γιου μου, βγήκες από την πολιορκημένη χώρα κι έτρεξες στον αυτοκράτορα που τραβούσε κατά τη Θεσσαλονίκη, και τον πρόφθασες και τον εγύρισες πίσω...

 - Είσαι ο πατέρας του Γρηγόρη; διέκοψε ο άλλος ταραγμένος.

 - Του παλιού σου φίλου, ναι, Νικήτα! Ο νέος πήρε το χέρι του γέρου και το φίλησε με συγκίνηση.

 - Από τον Γρηγόρη έμαθα να σε γνωρίζω και να σ' αγαπώ, γερο-Παγράτη, είπε. Και τώρα μη φοβάσαι τίποτα! Ό,τι μπορώ θα το κάμω για να σε βοηθήσω εδώ που ήλθες, ξένος κι άγνωστος. Πες μου πού πηγαίνεις;


                              ========================================



Πηνελόπη Σ. Δέλτα Η συγγραφική της παραγωγή

Από τον Αλέκο Π. Ζάννα*

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην Πηνελόπη Σ. Δέλτα γίνεται με αφορμή την κυκλοφορία του 9ου τόμου του Αρχείου της, με τίτλο «Ιων Δραγούμης». Ο Αλέκος Π. Ζάννας, επιμελητής του Αρχείου τής Π.Σ. Δέλτα, παρουσιάζει την ώς σήμερα εικόνα του δημοσιευμένου τμήματος του Αρχείου κάνοντας μία ανακεφαλαίωση της συγγραφικής της παραγωγής. Η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου, ερευνήτρια του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, παρουσιάζει τον τελευταίο τόμο του αρχείου Δέλτα, που αναφέρεται στον Ιωνα Δραγούμη. Ο ιστορικός της εκπαίδευσης Αλέξης Δημαράς ερευνά την ενασχόληση της Π.Σ. Δέλτα με τα σχολικά βιβλία, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της δεκαετίας του 1910-1920. Τέλος, η φιλόλογος Marie-Cecile Navet-Gremillet, που ασχολείται με το έργο της Πηνελόπης Σ. Δέλτα, περιγράφει τη δικής της εμπειρία με τα κείμενα της συγγραφέως.

Όταν η Πηνελόπη Σ. Δέλτα πεθαίνει, το 1941, είναι γνωστή ως συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας. Από το 1909 (όπου δημοσιεύεται το πρώτο διήγημά της στον «Λαό» της Πόλης) ώς τον θάνατό της, το 1941, η Πηνελόπη Δέλτα δημοσιεύει 8 βιβλία, 13 μικρές ιστορίες και 4 κείμενα που δεν θεωρούνται παιδικά .

Η εικόνα για τη Δέλτα αλλάζει σταδιακά από το 1956, με τη δημοσίευση της «Αλληλογραφίας» από τον Ξενοφώντα Λευκοπαρίδη. Η συστηματική δημοσίευση τμημάτων του Αρχείου της Π.Σ. Δέλτα ξεκινά το 1976 με τον τόμο για τον Ελ. Βενιζέλο. Σήμερα το ουσιαστικό μέρος του Αρχείου της είναι δημοσιευμένο, με εξαίρεση τις «Ρωμιοπούλες», το σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της.


Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τη συγγραφική της παραγωγή σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

1. Παραμύθια.

2. Ιστορικά.

3. Αυτοβιογραφικά.


Μάγκας

Στην πρώτη κατηγορία έχουμε βιβλία που μας μεταφέρουν στον χώρο της φαντασίας και του παραμυθιού, χώρο συχνά συμβολικό: 

Παραμύθι χωρίς όνομα (1910) και η συλλογή Παραμύθια και άλλα (1915), που περιλαμβάνει όμως και διηγήματα με ιστορικές αναφορές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Δέλτα δεν γράφει άλλα βιβλία αυτού του είδους μετά το 1915.

Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε βιβλία με ιστορικό περιεχόμενο, που βασίστηκαν σε ιστορική μελέτη και έρευνα :

-Τα βυζαντινά της εποχής του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου (957-1025), στα μυθιστορήματα Για την Πατρίδα (1909) και Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (1911). Στα βιβλία αυτά μπορούμε τώρα να προσθέσουμε το ιστορικό μυθιστόρημα Το γκρέμισμα (δημοσιεύτηκε το 1983), που αναφέρεται στην εποχή του Ρωμανού Διογένη (1068-1073), αλλά που η Δέλτα θα το εγκαταλείψει ανολοκλήρωτο γύρω στα 1927.

-Της εποχής του Χριστού και των Ευαγγελίων για το Η ζωή του Χριστού (1925).

-Του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1908) για το Στα μυστικά του Βάλτου (1937), και ως ένα σημείο για το Μάγκας (1935).

Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να προσθέσουμε πλέον κάποιες άλλες περιπτώσεις εγγράφων, όπως τα έγγραφα που αναφέρονται στην εκστρατεία της Ουκρανίας και τον Μακεδονικό Αγώνα. Κείμενα που δεν είναι γραμμένα από την ίδια τη Δέλτα, αλλά αποτελούν το βασικό υλικό για τη συγγραφή των μυθιστορημάτων της.

Τα κείμενα που αφορούν την εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία το 1919 είναι γραμμένα από ορισμένους από τους πρωταγωνιστές ή αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων: τον Νικόλαο Πλαστήρα, τον Ιάνκο Δραγούμη, τον Κωνσταντίνο Μανέτα, τον Κωνσταντίνο Βλάχο και τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη. Η Πηνελόπη Δέλτα τούς ζητά να γράψουν τις αναμνήσεις τους από την εκστρατεία αυτή. Το υλικό χρησιμοποιείται για τη συγγραφή του ακόμη ανέκδοτου μυθιστορήματός της, τις Ρωμιοπούλες».

Το Αρχείο του Μακεδονικού Αγώνα της Πηνελόπης Δέλτα περιλαμβάνει αφηγήσεις μακεδονομάχων. Τις αφηγήσεις αυτές με μορφή συνέντευξης παίρνει ή ίδια η Δέλτα με τη βοήθεια της γραμματέως της, της Αντιγόνης Μπέλλου-Θρεψιάδη. Οι αναμνήσεις αυτές μαζί με τη μελέτη των αρχείων του υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν το υλικό για τη συγγραφή του ιστορικού μυθιστορήματός της με το αντίστοιχο θέμα («Τα μυστικά του βάλτου»). Οι υπογραμμίσεις, συσχετίσεις, παραπομπές και υποσημειώσεις, αλλά και το ίδιο το μυθιστόρημα μας δείχνουν τη σπουδή της για την καταγραφή και την αξιοποίηση της άμεσης για την εποχή της ιστορικής μνήμης.

Στο Αρχείο Δέλτα υπάρχουν ακόμη αρκετές ανέκδοτες αφηγήσεις. Η έκδοσή τους προγραμματίζεται.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε τις εκατοντάδες επιστολές που υπάρχουν στο Αρχείο. Επιστολές που αφορούν σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας, διευκρινίσεις, αφηγήσεις κ.λπ. Ενα μεγάλο κομμάτι αυτής της αλληλογραφίας, θα έλεγα το πιο σημαντικό, έχει ήδη δημοσιευθεί από τον Ξενοφώντα Λευκοπαρίδη το 1957 ή έχει ενσωματωθεί στους θεματικούς τόμους του Αρχείου Δέλτα (Βενιζέλος, Πλαστήρας, Μεσημβρινή Ρωσία).

Στην τρίτη κατηγορία έχουμε βιβλία με χαρακτήρα αυτοβιογραφικό: Τρελαντώνης (1932) και Μάγκας (1935) (σε ό,τι αφορά την περιγραφή της μεγαλοαστικής οικογένειας στην Αλεξάνδρεια). 

Στα κείμενα αυτά πρέπει να προστεθούν δύο βιβλία που δεν είναι για παιδιά: Τ' ανεύθυνα (1921), διηγήματα που διατηρούν πολλούς δραματικούς αυτοβιογραφικούς απόηχους, και το Στοχασμοί περί της ανατροφής των παιδιών μας (1911), όπου πολλές παιδαγωγικές παρατηρήσεις βασίζονται σε προσωπικές της εμπειρίες.



Σήμερα πια, συμπληρώνουμε τον κατάλογο με τα αυτοβιογραφικά κείμενα της Πηνελόπης Δέλτα, ανέκδοτα ή δημοσιευμένα μετά τον θάνατό της, ως εξής:


Τα ημερολόγια :

Σώζονται τώρα μόνο τα εξής (γιατί ορισμένα τα κατέστρεψε η ίδια):

α) Ταξιδιωτικό ημερολόγιο του 1901. Είναι γραμμένο στα γαλλικά και αναφέρεται σε ένα ταξίδι της στην Ευρώπη.

β) Πολιτικό ημερολόγιο (1917-1933). Δημοσιεύτηκε ολόκληρο στον πρώτο τόμο του «Αρχείου της Π.Σ. Δέλτα» Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος.

γ) Προσωπικό ημερολόγιο, Turis Eburnea, (1917-1941). Σελίδες από το ημερολόγιο αυτό, όσες αναφέρονται άμεσα στον Βενιζέλο ή φωτίζουν την προσωπική στάση της Δέλτα απέναντί του, έχουν συμπεριληφθεί στον τόμο Βενιζέλος του Αρχείου της Π.Σ. Δέλτα. Στο σημαντικό αυτό ημερολόγιο, κυρίαρχο, αλλά όχι αποκλειστικό, στοιχείο είναι η ατομική ζωή και η προσωπικότητα της Δ., υπάρχουν όμως πολλά πολιτικά, οικογενειακά και άλλα γεγονότα της κοινωνικής ζωής, σχόλια, αναμνήσεις, όνειρα κ.ά.

δ) Αποσπάσματα από ένα προσωπικό ημερολόγιο, γραμμένο στα γαλλικά, που σώθηκε σε αντιγραφή του Ίωνα Δραγούμη και καλύπτει την περίοδο ως το 1905. Έχει δημοσιευθεί στις Αναμνήσεις 1899.


Τα απομνημονεύματα:


α) Πρώτες Ενθυμήσεις. Είναι γραμμένες γύρω στα 1932, καλύπτουν κυρίως τα πρώτα 15 χρόνια της ζωής της, αλλά περιλαμβάνουν και τα ιστορικά της οικογένειάς της. Ορισμένα από τα γεγονότα που περιγράφει σ' αυτό το αφήγημα έχουν περάσει στη μυθιστορηματική γραφή του Τρελαντώνη. Δημοσιεύτηκαν το 1980.

β) Αναμνήσεις 1893. Είναι γραμμένες στα γαλλικά, καλύπτουν τη νεανική ηλικία και τη ζωή της ως το 1899. Στο τέλος, στα ελληνικά, δίνονται στοιχεία που καλύπτουν τη ζωή της Δ. ως το 1905.

γ) Αναμνήσεις 1921. Αρχίζουν να γράφονται στις 4 Ιουλίου 1921 και κάποια στιγμή διακόπτονται θεληματικά και ρητά από τη Δέλτα. Καλύπτουν την περίοδο 1905-1908 και αναφέρονται αποκλειστικά στη σχέση της Δέλτα με τον Ίωνα Δραγούμη.

δ) Αναμνήσεις 1940. Αρχίζουν να γράφονται στις 29 Ιουλίου 1940 και διακόπτονται απότομα, στη μέση μιας φράσης, κατά πάσα πιθανότητα στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα και της αυτοκτονίας της Δέλτα με δηλητήριο. Καλύπτουν την περίοδο 1908-1909 και αποτελούν τη συνέχεια του προηγούμενου απομνημονεύματος. Κύριο αντικείμενο του αφηγήματος είναι πάλι η σχέση της με τον Ίωνα Δραγούμη.

ε) Ο Ίων Δραγούμης. Γράφεται μεταξύ 1925 και 1929. Στο κείμενο αυτό η Δέλτα σχολιάζει τα ημερολόγια του Δραγούμη από τον Νοέμβριο του 1908 ώς τον Ιούνιο του 1920. Περιγράφει ακόμη και τις λίγες συναντήσεις τους, από το 1912 ώς την εποχή του διχασμού. Ορισμένα τμήματα των ημερολογίων έχουν σχολιαστεί σε μεγαλύτερη έκταση μεταγενέστερα, στις Αναμνήσεις 1940.

Οι τρεις τελευταίοι τόμοι αποτελούν μία περίεργη και άκρως υποκειμενική βιογραφία του Ίωνα Δραγούμη, με τον οποίο η Δέλτα είχε μία πλατωνική ερωτική σχέση. Η ανολοκλήρωτη αυτή σχέση είναι και η βασική εμμονή της ως τον θάνατό της.

Τέλος έχουμε την αλληλογραφία της Δέλτα, την οποία θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στα αυτοβιογραφικά της κείμενα, στον βαθμό που αφορά τη ζωή της:

α) Αλληλογραφία με τον Ι. Δραγούμη, η οποία σχετίζεται όλη με τις «Αναμνήσεις 1921 και 1940». Το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας αυτής έχει ενταχθεί στα παραπάνω απομνημονεύματα από την ίδια την Π.Σ. Δέλτα.

β) Αλληλογραφία με πρόσωπα που είχαν άμεση σχέση με την υπόθεση Ι. Δραγούμη ή που γνώριζαν την υπόθεση αυτή. Πρόκειται κυρίως για την αλληλογραφία με τη Ναταλία Μελά, τον Πέτρο Βλαστό (η ανέκδοτη), με τη δασκάλα των παιδικών της χρόνων Victorine Dufay, με τη Μέλπω Λογοθέτη-Merlier, τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο (η ανέκδοτη) κ.ά. Ενα σημαντικό τμήμα αυτής της αλληλογραφίας έχει ενταχθεί στα απομνημονεύματα.

γ) Οικογενειακή αλληλογραφία (γονείς, αδέλφια, παιδιά κ.ά.). Μικρό μόνο μέρος αναφέρεται στα απομνημονεύματα και έχει ενταχθεί σ' αυτά. Η αλληλογραφία της Δέλτα με τα παιδιά της προσφέρει πολλά στοιχεία για τη ζωή της, για ορισμένα πολιτικά και άλλα γεγονότα, από το 1919, κυρίως, και ως το 1940.

* Ο Αλέκος Π. Ζάννας είναι επιμελητής του Αρχείου Π.Σ. Δέλτα

1. Ορισμένες απ' αυτές ενσωματώνονται στο βιβλίο «Παραμύθια και άλλα», ενώ άλλες στο «Τ' ανεύθυνα», που απευθύνεται σε ενήλικες.

2. Για έναν πλήρη κατάλογο των έργων της, βλ. Π.Σ. Δέλτα - Σύγχρονες προσεγγίσεις του έργου της. Επιμέλεια: Αλ. Π. Ζάννας, Εστία/Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 2006, σελ. 19 κ.ε.

3. Οι τίτλοι «Αναμνήσεις 1899», «Αναμνήσεις 1921»,«Αναμνήσεις 1940» και «Ιων Δραγούμης» δεν έχουν δοθεί από τη Δέλτα. Είναι συμβατικοί και παραπέμπουν στο θέμα ή τη χρονολογική ένδειξη που υπάρχει στην πρώτη σελίδα του κάθε χειρογράφου.

Μεταθανάτιες εκδόσεις έργων της Π.Σ. Δέλτα

* Αλληλογραφία της Π.Σ. Δέλτα. Επιμέλεια: Ξ. Λευκοπαρίδης. Βιβλιοπωλείον της Εστίας-Ι. Κολλάρος Αθήνα, 1956.

* Lettres de deux amis. Une correspondance entre Penelope S. Delta et Gustave Schlumberger suivie de quelques lettres de Gabriel Millet. Introduction et notes de Χ. Lefcoparidis. Preface d'Andre Mirambel. Bibliotheque de l' Institut Francais d' Athenes, Athenes, 1962. (Εξαντλημένο).

* Αρχείο της Π.Σ. Δέλτα Α'. Π.Σ. Δέλτα, Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ημερολόγιο-Αναμνήσεις-Μαρτυρίες-Αλληλογραφία. Επιμέλεια: Π. Α. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1978.

* Αρχείο της Π.Σ. Δέλτα Β'. Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919, Κίνημα 6 Μαρτίου 1933, Αλληλογραφία. Επιμέλεια: Π. Α. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1979.

* Αρχείο της Π.Σ Δέλτα Γ'. Π.Σ. Δέλτα, Πρώτες Ενθυμήσεις. Επιμέλεια: Π. Α. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1980.

* Αρχείο της Π.Σ. Δέλτα Δ'. Ιάνκος Δραγούμης, Κωνσταντίνος Μανέτας, Κωνσταντίνος Βλάχος, Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία, 1919. Επιμέλεια: Π. Α. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1982.

* Αρχείο της Π.Σ. Δέλτα Ε'. Π.Σ. Δέλτα, Το Γκρέμισμα. Επιμέλεια: Μαριάννα Σπανάκη. Εισαγωγή: Π. Α. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1983.

* Αρχείο Π.Σ. Δέλτα Στ'. Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1899. Μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο: Βούλα Λούβρου. Επιμέλεια: Π. Α. Ζάννας, Αλ. Π. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 1990.

* Αρχείο Π.Σ. Δέλτα Ζ'. Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1921. Επιμέλεια: Αλ. Π. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα 1996.

* Αρχείο Π.Σ. Δέλτα Η'. Π.Σ. Δέλτα, Αναμνήσεις 1940. Επιμέλεια: Αλ. Π. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα, 2007.

* Αρχείο Π.Σ. Δέλτα Θ'. Π.Σ. Δέλτα, Ιων Δραγούμης. Επιμέλεια: Αλ. Π. Ζάννας. Ερμής, Αθήνα 2009.

                 =================================================


Penelope Delta.jpg


Η Πηνελόπη Δέλτα, (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 1874 - Αθήνα, 2 Μαΐου 1941) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε δύο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον γνωστό «Τρελαντώνη» του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννηση της Πηνελόπης ακολούθησαν άλλα τρία παιδιά, ο Κωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 χρόνων), ο Αλέξανδρος και η Αργίνη.

 Βιογραφία

Η οικογένεια Μπενάκη μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα το 1882, όπου η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη έμπορο Στέφανο Δέλτα το 1895. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τηΒιργινία (μετέπειτα Ζάννα και γιαγιά του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το 1905, όπου η Πηνελόπη γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένας μεγάλος έρωτας, η Πηνελόπη όμως δεν μπορεί να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Δραγούμη τελειώνει το 1908, όταν αυτός συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.

Το 1910 εγκαινιάστηκε η μακρόχρονη αλληλογραφία της Δέλτα με το Γάλλο βυζαντινολόγο Γκυστάβ Σλυμπερζέ, που την βοηθά στη συγγραφή των μυθιστορημάτων της τα σχετικά με τη βυζαντινή ιστορία. Η Δέλτα που είχε μετακομίσει στη Φρανκφούρτη το 1906 εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Για την Πατρίδα», 1909. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και σύντομα ακολουθεί και το δεύτερο μυθιστόρημά της, «Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου». Το στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή το 1909 την εμπνέει να γράψει το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (1911).

Το 1913 η οικογένεια Δέλτα επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και το 1916 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα, όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεγεί δήμαρχος. Ανέπτυξαν στενή φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο και προσκαλούσαν συχνά στην εξοχική τους οικία στην Κηφισιά. Το 1925 εκδίδεται «Η ζωή του Χριστού», ενώ την ίδια χρονιά εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της Σκλήρυνσης κατά πλάκας, ασθένειας που θα την ταλαιπωρήσει μέχρι τον θάνατό της. Το 1929 ξεκίνησε τη συγγραφή της τριλογίας «Ρωμιοπούλες», η οποία τελείωσε το 1939 και είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο αφηγείται σε τρεις τόμους τη ζωή της Δέσποινας Κρινά-Δαπέργολα, μιας δραστήριας γυναίκας που η κοινωνία της εποχής της την περιόριζε σε ένα χρυσό κλουβί. Το πρώτο βιβλίο, «Το Ξύπνημα», καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η «Λάβρα» καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το «Σούρουπο» τα έτη 1914-1920.

Εν τω μεταξύ, εκδόθηκαν άλλα τρία μυθιστορήματά της: ο «Τρελαντώνης» (1932), όπου περιγράφει τις περιπέτειες του αδερφού της, όταν όλα τα αδέρφια ήρθαν από την Αίγυπτο να περάσουν το καλοκαίρι με τη θεία τους (σε ένα σπίτι του Τσίλερ) στον Πειραιά, ο «Μάγκας» (1935), η ζωή στην Αλεξάνδρεια με τα μάτια του μικρού σκυλιού της οικογένειας, και τα «Μυστικά του Βάλτου» (1937), όπου η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Το 1941 ο Φίλιππος Δραγούμης εμπιστεύεται στη Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του, Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου 1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα κατά την οποία τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα προσπαθεί να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και τελικά φεύγει από τη ζωή πέντε ημέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου 1941, ενώ είχαν ήδη προηγηθεί άλλες δύο απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της, χαράχτηκε η λέξη ΣIΩΠH. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τετράγωνο η βιογραφία της, από την Μίτση Πικραμένου, με τίτλο "Η κυρία με μαύρα".

Το 2014 εκδόθηκε το τελευταίο της ανέκδοτο έργο "Ρωμιοπούλες" από τις εκδόσεις Ερμής, το οποίο παρέμενε ανέκδοτο εδώ και 75 χρόνια. Κυκλοφόρησε με επιμέλεια του δισέγγονού της Αλέκου Π. Ζάννα.


Έργα της Πηνελόπης Δέλτα

Για την Πατρίδα (νουβέλα) (1909)

Η καρδιά της βασιλοπούλας (διήγημα-παραμύθι) (1909)

Παραμύθι χωρίς όνομα (1910)

Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (ιστορικό διήγημα) (1911)

Παραμύθια και άλλα (1915)

Τα Ανεύθυνα (Διηγήματα) (1921)

Στο Κοτέτσι (παραμύθι)(1922) (σαν βιβλίο εκδόθηκε μόλις το 2011 από τις εκδόσεις Τετράγωνο)

Η ζωή του Χριστού (Δίτομο) (1925)

Τρελαντώνης (μυθιστόρημα) (1932)

Πρώτες ενθυμήσεις (διήγημα) (1932)

Μάγκας (μυθιστόρημα) (1935)

Στα μυστικά του βάλτου (μυθιστόρημα) (1937)

Ρωμιοπούλες (Τριλογία σε τρεις τόμους) (1939) (εκδόθηκε το 2014 από τις εκδόσεις Ερμής).

Το Πρώτο Ξύπνημα (Γεγονότα από το 1895 έως το 1907) (1939)

Η Λάβρα (Γεγονότα από το 1907 έως το 1909) (1939)

Το Σούρουπο (Γεγονότα από το 1914 έως το 1920) (1939)

Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος: ημερολόγιο, αναμνήσεις, μαρτυρίες, αλληλογραφία (1978)

Ίωνας Δραγούμης: ημερολόγιο, αναμνήσεις, μαρτυρίες, αλληλογραφία (1978)

Μύθοι και Θρύλοι (διηγήματα και Παραμύθια) (1916)






Στη σειρά «ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ» ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ παρουσιάζει μια ανθολογία από τις εκπομπές του, συμπληρώνοντας πορεία 25 χρόνων στην ελληνική τηλεόραση. Η συγκεκριμένη εκπομπή είναι αφιερωμένη στην ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ, μια από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ σκιαγραφεί την προσωπικότητα της ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ μέσα από το παλαιότερο αφιέρωμα της σειράς «Πρώτη σελίδα» (1982). Μέσα από τις μαρτυρίες των απογόνων της συγγραφέως και ανθρώπων που είχαν ζήσει στην οικία των Δέλτα, αποσπάσματα από τα συγγράμματά της, το ανέκδοτο ημερολόγιό της και την περιήγηση στο οικογενειακό αρχοντικό, καταγράφονται τα γεγονότα της ιστορίας και σημαντικές στιγμές της ζωής της ΔΕΛΤΑ. Μιλούν για την ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ η κόρη της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, τα εγγόνια της ΛΕΝΑ ΣΑΜΑΡΑ και ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ, η οικονόμος ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΣΠΥΡΙΔΗ και ο επιστάτης της οικίας Δέλτα ΜΗΤΣΟΣ ΣΠΥΡΙΔΗΣ, καθώς και ο τακτικός επισκέπτης της οικογένειας ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ. Μέσα από τις αναμνήσεις τους αλλά και τα γραπτά της ΔΕΛΤΑ ζωντανεύει η φυσιογνωμία και η προσωπικότητα της συγγραφέως, οι σκέψεις της, και φωτίζονται άγνωστες πτυχές της ζωής της, έως και τη στιγμή που η ίδια έδωσε το τέλος, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα.
Η εκπομπή πλαισιώνεται από πλούσιο οπτικοακουστικό αρχειακό υλικό, οικογενειακές φωτογραφίες της ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΔΕΛΤΑ, ηχητικό ντοκουμέντο με τη φωνή του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, καθώς και το τελευταίο ελληνικό δελτίο ειδήσεων πριν την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα.

Δημοσίευση σχολίου