Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης

                                     





Αν ο ποιητής είναι εκείνος που μαζεύει ό,τι το καλό σ΄ αυτόν τον κόσμο κινδυνεύει, πάλι είναι εκείνος που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις κι αυτές με κρότο και με Θεό μαζί εκρήγνυνται στο αχανές. Ο ποιητής μεταβάλλει το χώρο του θανάτου σε χώρο ποιητικό, μετατρέπει τα τραύματα σε χρωμοτραύματα»

- Η Κυψέλη του Σαχτούρη, ο Μίλτος της Κυψέλης.



- Το μικρό διαμέρισμα της οδού Ίμβρου 2.

- Από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές.

- Ο γιος του νομικού συμβούλου του κράτους Δημητρίου Σαχτούρη, εγγονός αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού, δισέγγονος του ναυμάχου του ΄21 Γιώργη Σαχτούρη από την Υδραιική οικογένεια των Σαχτούρηδων.

- Το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης.

- Ποιητής του παράλογου και του συμβολισμού με εντελώς προσωπική φωνή.

- Επηρεάστηκε από τον υπερρεαρεαλισμό χωρίς να αφομοιωθεί από αυτόν.

- Η γλώσσα του, γλώσσα ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή, σοβαρή.

- Η ποίησή του αναπαράγεται με κυκλική φορά και διακρίνεται για την έντονη εικονοποιία της.

- Η στενή φιλία με Ελύτη και Εγγονόπουλο.

- Η Νομική που δεν τέλειωσε, τα βιβλία που έκαψε στο 4ο έτος.

- Η φυματίωση.

- Οι κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από τους εκπροσώπους της γενιάς του ΄30. Αντιμετώπισαν τα έργα του με χλεύη.

- Τρία κρατικά βραβεία: 1) 1956 Α΄ Κρατικό Βραβείο: Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για τη συλλογή του « Όταν σάς μιλώ»

2) 1962 Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του « Τα Στίγματα »

3) 1987 Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του « Εκτοπλάσματα »

Ο δεσμός του με τη ζωγράφο Γιάννα Περσάκη. Δεν παντρεύτηκε ούτε απέκτησε οικογένεια.

- Για να επιβιώσει, πούλησε το πατρικό του σπίτι στη Κυψέλη στην οδό Καλύμνου και το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, δωρεά στην οικογένεια από τον Καποδίστρια.

«Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν βοηθάει σε τίποτα η παρουσία του ποιητή σε ποιητικά συμπόσια ή σε πνευματικές παρέες, στη λεγόμενη πνευματική αγορά. Το ίδιο το έργο του ποιητή είναι που θα μιλήσει, και μάλιστα κάποτε, ο Ντύλαν Τόμας, ένα ποιητής που σέβομαι βαθύτατα και συχνά τον αναφέρω, σε ένα ποιητικό συμπόσιο διέκοψε τους ομιλητές και, τρέχοντας στο παράθυρο, φώναξε στους παρευρισκόμενους: Πάψτε, πάψτε, ακούστε τα πουλιά πόσο καλύτερα τα λένε από μας»



« Για τα χρώματα που αναφέρονται συχνά στα ποιήματά μου, ιδίως το μαύρο και το κόκκινο του αίματος, το χρώμα της ζωής και των ημερών μου. Μα την αίσθηση τους την είχα πάντα μέσα μου. Από δώδεκα χρονών άρχισα και ζωγράφιζα. Τα είδε μια μια μέρα ο πατέρας μου, δικαστικός αυστηρός που με προόριζε για τα νομικά, και τα σκισε. « Τι.. ζωγράφος θα γίνεις;» μού είπε.


« Ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της μεγάλης γενιάς της νέας ελληνικής ποίησης» ( Κώστας Καραμανλής )

« Ο Μίλτος Σαχτούρης υπήρξε από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές της σύγχρονης Ελλάδας» ( Γιώργος Παπανδρέου )

« Ο Μίλτος Σαχτούρης ήταν ο ποιητής που άνοιξε τους δικούς του υψηλούς ορίζοντες,με τη διεθνή του αναγνώριση, στην ελληνική ποίηση»  ( Κάρολος Παπούλιας )

« ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ

  Κάτι επικίνδυνα κομμάτια

χάος είν’ η ψυχή μου που έκοψε με τα δόντια του ο Θεός 

   Άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια τα δείχνουν τα πουλάνε τ' αγοράζουν 

 Εγώ δεν τα πουλώ.

  Οι άνθρωποι τα κοιτάζουν με ρωτάνε άλλοι γελάνε άλλοι προσπερνάνε 

 Εγώ δεν τα πουλώ.»



                               =======================================


Ο Μίλτος Σαχτούρης μιλά στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο



 "Με κατατρώει αυτή η ποίηση"




Φωτό: Μιχάλης Αναστασίου / www.michalisanastasiou.com/ LIFO
Φωτό: Μιχάλης Αναστασίου / www.michalisanastasiou.com/ LIFO 



Από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο


Σε κάτι παλιά χαρτιά, 30 χρόνων και βάλε, βρήκα αυτό: είναι η πρώτη συνέντευξη που πήρα ποτέ -και είναι από τον Μίλτο Σαχτούρη! Δεν ήξερα τότε πώς να χειριστώ το τεράστιο υλικό – δημοσίευσα ένα μικρό κομμάτι της. Τώρα που ο χρόνος δίνει άλλη αξία και νόημα στα πράγματα με τα οποία κάποτε, άμαθα, πειραματιστήκαμε, νομίζω ότι αξίζει να δημοσιευτούν αυτά τα λόγια ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Η συνέντευξη έγινε στο σπίτι του στην Κυψέλη, παρουσία της Γιάννας Περσάκη.

  Κύριε Σαχτούρη, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να διαβάζουν τη «δύσκολη» ποίηση σας;


 Θέλω να πλησιάζουν την ποίησή μου με αγάπη μόνο, χωρίς διανοητικές τάσεις και προεκτάσεις που αγνοώ. Ο Ισαάκ Μπράιτον, ας πούμε, δεν ξέρω καν ποιος είναι, ούτε ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι. Στους πέντε χιλιάδες που αγόρασαν τελευταία τα ποιήματά μου θα υπάρχουν 100-200 άνθρωποι που καταλαβαίνουν, άσχετα από τη μόρφωσή τους. Το έχω ξαναπεί, στο Μαρούσι, προ πολλών ετών, ένας τσαγκάρης με γνώσεις Δ’ Δημοτικού διάβαζε τη «Λησμονημένη» κι έκλαιγε εξηγώντας μου πως είναι ερωτικό ποίημα – αυτό που είναι από τα πλέον δύσκολά μου. Πάντα ορισμένοι με μια ευαισθησία αλλιώτικη, που έχουν ανάγκη την ποίησή μου, θα με καταλαβαίνουν. Μερικοί θυμώνουν όταν τους επισημαίνεις την έλλειψη ευαισθησίας που τους αποκλείει από τη μέθεξη. Ένας συνταγματάρχης μπορεί να παραδεχτεί ότι δεν καταλαβαίνει τον Μπετόβεν, αλλά επιμένει ότι μπορεί και κρίνει όλη την ποίηση. Δεν χρειάζεται να έχεις σχέση με την ποίηση για να συγκινηθείς. Εκείνο που με ικανοποιεί περισσότερο απ’ όλες τις κριτικές και τα γραφόμενα είναι οι ομολογίες μερικών νέων παιδιών ότι βρήκαν στην ποίησή μου κάποιον που συμπάσχει μαζί τους. Ήταν σαν να προέβλεψα τα δύσκολα χρόνια μας. 

 Το έργο σας έχει, κυρίως από άποψη ύφους, συνεκτικότητα και συνέπεια πρωτοφανή.

 Δεν εκτιμώ όσους πετάγονται από το ένα θέμα στο άλλο και αλλάζουν το ύφος σαν πουκάμισο. Είναι κάτι που με ενοχλεί και στον Πικάσο. Η λεγόμενη ανανέωση. Εγώ πιστεύω ότι ένας γνήσιος ποιητής έναν κόσμο έχει, και αυτόν εκφράζει. Το είπε και ο Παλαμάς: «Το ίδιο τραγούδι πάντα να λες, είτε γελάς είτε κλαις». Εκτιμώ τον Ρουό και τον Σαγκάλ που διατήρησαν το στυλ τους ως το τέλος. 

 Ο κόσμος του καλλιτέχνη δεν υφίσταται ποτέ μεταβολές στην πορεία του, και κάποτε μάλιστα βίαιες;

 Ναι, δεν αλλάζει ποτέ όμως ο μηχανισμός του οράματος, εκτός και είναι πλαστός. Ο γνήσιος ποιητής πρέπει να βρει το «μηχανάκι» του. Να καταλήξει κάπου... Κι εγώ στις «Παραλογαίς» άρχισα να κάνω δοκιμές, για να καταλήξω οριστικά στο «Με το πρόσωπο στον τοίχο». 

 Πώς μπορεί ένας ποιητής να φανεί χρήσιμος; Το έργο σας έχει κάποιο αίτημα πέρα από τη μυστηριώδη ανάγκη που το κινεί;


 Ο ποιητής είναι άχρηστος. Είναι είδος πολυτελείας. Βοηθάει ορισμένους μόνο ευαίσθητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχει αυτή η ζωή. 

 Αυτό δεν είναι ήδη κάτι;

Ίσως, και παρόλο που δηλώνω έτσι αφοριστικά την αχρηστία του ποιητή, βλέπω οπωσδήποτε την έστω περιορισμένη κοινωνική λειτουργία του. Υπάρχει αυτή η αντίφαση. Ο κόσμος γελάει όταν δηλώνεις ποιητής, άλλωστε τα περισσότερα ειδύλλιά μου τελειώσανε άμα τη δηλώσει της ποιητικής μου ιδιότητος. Πολλοί ντρέπονται. 

 Εσείς;

 Όχι, εγώ ήμουν ανέκαθεν τρελός, επαναστατημένος. Το πλήρωσα ακριβά αυτό, αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ. 

 Νιώσατε ποτέ την ανάγκη να δημιουργήσετε κάτι παράλληλο ή ενάντιο στην ποίηση;

 Όχι, ποτέ. Και όταν άφησα τα Νομικά τον τελευταίο χρόνο, έβαλα συμβόλαιο με τον εαυτό μου. Ζωγράφισα κάποτε, αλλά ως παιχνίδι και μόνον όταν δεν έγραφα ποιήματα. Άλλοτε επιχείρησα να δουλέψω, ακόμα και ως μεταφραστής, και όταν μου έμπαινε μια λέξη στο μυαλό, δεν κοιμόμουν όλο το βράδυ. Η Γιάννα Περσάκη, στην οποία οφείλω πολλά ακόμα, με απέτρεψε και γλίτωσα από το μαρτύριο. Οι καθαρόαιμοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο. Άλλοι τα καταφέρνουν. Δεν τους αγαπώ αυτούς τους άλλους. Ποτέ δεν αγάπησα τον Κλοντέλ που ήταν και διπλωμάτης και ας τον είπαν μεγάλο. Ο Σεφέρης το είχε πει στον Ελύτη: «Αν δεν είχα αυτήν τη δουλειά, πόσο ωραιότερα πράγματα δεν θα είχα γράψει». 

 Κύριε Σαχτούρη, ποιους καλλιτέχνες αγαπάτε;


 Εγώ λατρεύω τον Μπέλα Μπάρτοκ και, φυσικά, τον δικό μας, ισάξιο, ει μη και καλύτερο, Σκαλκώτα, άνθρωπο που κατατρέξανε πολύ σ’ αυτό τον τόπο. 

 «Σ’ αυτό τον τόπο όσοι αγαπούνε...»


«Τρώνε βρόμικο ψωμί». Τον Σαββόπουλο τον αγαπάω πάρα πολύ. Αυτός είναι παιδί μας. Έχει βγει από τον κόσμο μας. Αυτό το ποίημα, η «Άννα», είναι το ωραιότερο ερωτικό ποίημα που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο μυστηριώδες και ωραίο. Θυμίζει σ’ οποιονδήποτε την πρώτη του αγάπη.

  Αγαπάτε πολύ και τον Ντίλαν Τόμας.

 Ναι, και πρόσφατα έγραψα ένα μεγάλο ποίημα γι’ αυτόν. Εμένα μου αποκαλύφθηκε στην ηλικία των σαράντα και τον ένιωσα πράγματι σαν αδελφό. Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον  Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.


Φωτό: Μιχάλης Αναστασίου / www.michalisanastasiou.com/ LIFO
Φωτό: Μιχάλης Αναστασίου / www.michalisanastasiou.com/ LIFO 


Σας εντάσσουν άλλοτε στους υπερρεαλιστές, άλλοτε στους ποιητές του παραλόγου. Εσείς που εντάσσετε την ποίησή σας;


Κέρδισα πάρα πολλά πράγματα από τον υπερρεαλισμό, αλλά ποτέ δεν ήμουν καθαρόαιμος υπερρεαλιστής. Έχω οφειλές παντού και κυρίως στις μεγάλες ξένες λογοτεχνίες. Οι νέοι παίρνουν αίμα από τους παλιούς και προχωρούν τον δρόμο τους – εννοείται οι νέοι που έχουν ταλέντο, γιατί οι άλλοι, οι κακοί, απλώς μιμούνται.

  Προχωρούν τον δρόμο τους σε ρήξη ή σε συνεργασία με τους προηγούμενους;


 Η ρήξη, όταν υπάρχει, είναι φαινομενική. Στον υπερρεαλισμό υπήρχε ήδη ο Απολινέρ, και γρήγορα προσυνεταιρίσθησαν τον Λοτρεαμόν και τον Ιερώνυμο Μπος.

  Τα ποιήματά σας έχουν κάτι από την εικονογραφία του Μπος.

 Και ο κ. Μαρωνίτης το διαπιστώνει αυτό. Μου αρέσει πάρα πολύ, αλλά γνώρισα το έργο του αφού είχα γράψει τα περισσότερα ποίηματά μου. Νέος, είχα επηρεαστεί πολύ από τις εικόνες του Νταλί – αυτού του κατεργάρη και λιγάκι απατεώνα. Μου αρέσουν ακόμα από τους Έλληνες ο Παρθένης, ο Μπουζιάνης κι ο Εγγονόπουλος. Από τον τελευταίο έμαθα πολλά πράγματα. Είχα τη χαρά να τον κάνω συντροφιά τρία χρόνια καθημερινώς, τότε που μίλαγε ακόμα με τους ανθρώπους – ήταν αληθινά σοφός. 

 Είστε ο κατ’ εξοχήν ποιητής του παραλόγου στην Ελλάδα. «Φύσει και θέσει», όπως αποδεικνύει ο Δάλλας («διπλοεγγράφοντας, ανακατασκευάζοντας και αποτυπώνοντας γραπτά την αμφιπλευρικότητα της εικόνας»). Πώς επιστρέφετε «σώος» στη μονοδιάστατη τοπογραφία της καθημερινής σας ζωής;

Είναι δυνατόν να επιστρέψω αλώβητος; Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Με κατατρώει αυτή η ποίηση. Οι ανθρώπινες σχέσεις μου γίνονται όσο πάνε και πιο δύσκολες. Κάποτε ισοφάριζα ωραία. Βέβαια, οι κοινωνικές σχέσεις πάντα με κουράζουν. Σπανίως μιλούσα σε συζητήσεις ασχέτων ανθρώπων σε ένα δωμάτιο. Τα τελευταία χρόνια είμαι πολύ μόνος. Η ίδια η γενιά του τριάντα δεν με λογάριαζε, πλην του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, που έζησε κι αυτός σε ένα υγρό υπόγειο 30 χρόνια κι επιβίωσε από τη γερή του κράση. Συνηθίζεται οι μετριότητες να ποδοπατούν μια ζωή στερημένη, τα δύσκολα χρόνια του καθενός. 

 Τα πρόσωπα που διασχίζουν την ποίησή σας έχουν κάποια βιωματική σχέση μαζί σας;


 Όχι απαραιτήτως. Τη φροϊλάιν Ράμσερ τη συνάντησα απλώς σε ένα νησί και μιλήσαμε δυο-τρεις φορές. Ο Ισαάκ Μπράιτον είναι όλος επινοημένος, αλλά με τον Γιώργο Μακρή, αυτόν το μεγάλης αξίας άνθρωπο, με συνδέει μια μακρόχρονη φιλία κι εκτίμηση. Δυστυχώς, τα ναρκωτικά και η σχιζοφρένεια τον κατέστρεψαν... 

 Η σύγχρονη, σκληρή, εξομολογητική ποίηση, που δημοσιοποιεί τόσο εύκολα το ιδιωτικό σας; Μου είναι αντιπαθής. Με θλίβει. Ένας βούρκος μόνος δεν κάνει Τέχνη∙ χρειάζεται ένα ανέβασμα, μια υπέρβαση.

  Σας ενοχλεί η απενοχοποιημένη γλώσσα απέναντι στις «βρόμικες» λέξεις»;

 Νομίζω ότι δεν γίνεται ποίηση έτσι. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν σε όλους, αλλά από όλη την μπητ γενιά μόνο ο Γκίνσμπεργκ αξίζει, που ήταν και ποιητής. Μου έρχονται πεζογραφήματα, ιδίως από ομοφυλόφιλους, που δεν έχουν μια γραμμή έξω από τέτοιες περιγραφές. Πού είναι η τέχνη του λόγου; Και το περίεργο είναι ότι σχεδόν όλοι έχουν θητεύσει πρώτα σε κατηχητικά. Άλλους πάλι δεν τους καταλαβαίνω καθόλου, τόσο μπερδεμένα γράφουν.

  Καλύπτουν την απουσία εμπειριών με γλωσσικές περιπέτειες και ιδεοληψίες;


Δεν ξέρω τι είναι. Οι ποιητές οι μεγάλοι ήτανε όλοι οραματιστές. Σήμερα τρίβονται σε πράγματα καθημερινά, χωρίς υπέρβαση. Εγώ όταν γράφω για ένα ποτήρι, αναφέρομαι σε κάτι πολύ ευρύτερο. Είναι όμως δύο νέοι που πολύ με έχουν συγκινήσει: Ο πολύ δυνατός Λευτέρης Πούλιος και ο Μιχάλης Γκανάς, που καταφέρνει ποιήματα ατμόσφαιρας Κρυστάλλη, αγροτικά, να τους δίνει προσωπικό τόνο και έντονη ποίηση.

  Η παραγωγή σας αραιώνει όλο και πιο πολύ.

Γράφω μόνο όταν μου έρχεται έμπνευση. Ποτέ δεν κάθομαι στο τραπέζι να γράψω ένα μέτριο ποίημα. Προτιμώ αυτά τα λίγα, αλλά να είναι γνήσια. Μπορεί και να μην εκδώσω άλλη συλλογή, αν δεν με ικανοποιεί. Ίσως ακολουθήσω το παράδειγμα του Αναγνωστάκη (αν και το θεωρώ σφάλμα του – πολύ αγαπώ την ποίησή του και τον ίδιο). 
 Έστω αργά, όμως, έρχεται η αναγνώριση.
Αλλά και η ανασφάλεια που ποτέ δεν ξεπερνιέται... 

 Η πολιτεία πώς προωθεί την πολιτιστική μας παραγωγή;



 Με ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αν δεν υπήρχαν ορισμένες συμπτώσεις, μερικοί ποιητές θα ’χαμε πεθάνει προ ετών.

  Όταν ξαναγυρίζετε στο παρελθόν, όταν σκέπτεσθε τη ζωή σας και το έργο σας, έχετε το συναίσθημα ότι εκπληρώσατε σωστά τους όρους του συμβολαίου σας με τον εαυτό σας;

 Ναι, το πιστεύω, γιατί το έχω πληρώσει. Και τα αποτελέσματα φαίνονται τώρα, στα 65 χρόνια μου. Δεν δέχτηκα ούτε τραγουδάκια να κάνω για να επιβιώσω, ούτε τίποτε άλλο. Ήμουν απόλυτος και είναι περίεργο πώς επέζησα ως εκ θαύματος.

                        ==============================
      
 
Μίλτος Σαχτούρης


κριθε κάθε νοιξη π τ χαρά της
π τ χρμα του τ κάθε λουλούδι
π τ χάδι του τ κάθε χέρι
π᾿ τ᾿ νατρίχιασμά του τ κάθε φιλ......".


Ο Μίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919 – Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.

Γεννήθηκε στην κλινική Λούρου στην Αθήνα και ήταν γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους, Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα. Από το γένος του πατέρα του καταγόταν από την Υδραϊκή οικογένεια των Σαχτούρηδων και ήταν εγγονός του αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυμάχου του '21 Γιώργη Σαχτούρη.

Όταν ήταν πέντε ετών η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Με την επίμονη προτροπή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον Επαμεινώνδα Γονατά. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του. Μερικά χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Την βιβλιοθήκη του πατέρα του, με τα νομικού περιεχομένου βιβλία, την πούλησε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι. Την εποχή του Εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό.




Πρωτοέγραψε ποίηση την άνοιξη του 1941. Το 1943 γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Η Λησμονημένη». Για την συλλογή αυτή ο Σαχτούρης ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα: «το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα». Το 1948 εξέδωσε τις «Παραλογαίς». Ακολούθησαν πολλές, ακόμη συλλογές με αποκορύφωμα την συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο»(1952), που εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του.

Πήρε κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από τους εκπροσώπους της γενιάς του '30 και ιδιαίτερα από τους Άλκη Θρύλο, Παλαιολόγο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Πέτρο Χάρη κ.α., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 οι κριτικοί άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα του Σαχτούρη. Πρώτα ο Αλέξανδρος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Δ. Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.ά.

Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία: Το 1956 με το Α΄ Βραβείο Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές από την ιταλική ραδιοφωνία και τηλεόραση για την συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό δεν αφομοιώθηκε απ' αυτόν. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή. Επίσης η ποίησή του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά.

Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Ίμβρου 2 στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα.





Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε
 δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Το Υπουργείο Πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.

Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη. Δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε οικογένεια, διατηρούσε όμως δεσμό από το 1960 με την ζωγράφο Γιάννα Περσάκη.








ΚΡΙΤΙΚΕΣ



Ο Σαχτούρης είναι ο ζωγραφικότερος ποιητής που ξέρω. Όχι γιατί είναι «παραστατικές» οι εικόνες του σε σημείο που σχεδόν κάθε του ποίημα μπορεί να αναπαρασταθεί σαν ζωγραφική σύνθεση, αλλά γιατί έχει την αίσθηση του χρώματος και των σχημάτων όπως μόνον οι ζωγράφοι την έχουν. Το σχήμα και το χρώμα είναι όχι διακοσμητικά αλλά  εκφραστικά  μέσα. Βαφτίζει το χρώμα σε λέξεις και αποδίδει χρωματικά τις εννοιολογικές αποχρώσεις των λέξεων. Γι’ αυτόν, το χρώμα είναι ισότιμη πρώτη ύλη με τη λέξη. Στα έξι του βιβλία υπάρχουν πάνω από 150 στίχοι που αναφέρουν κάποιο χρώμα και πάνω από 200 που αναφέρουν πράγματα που υποβάλλουν έντονα ένα ορισμένο χρώμα, π.χ. οι λέξεις αίμα, χιόνι, πίσσα, τριαντάφυλλο, ουρανός. Είναι αδύνατο να οφείλεται σε μια τυχαία σύμπτωση αυτή η χρωματική διάστιξη των στίχων του. Νομίζω πως τα χρώματα για τον Σαχτούρη αντιστοιχούν σε βασικά ζωικά υπόβαθρα, σε διαθέσεις καθορισμένες από τόνους χρωμάτων. Το κάθε χρώμα αντιστοιχεί σε κάποιο κλίμα διάθεσης κι έχει μια σημασία που υποδηλώνει μια ειδική τάση. Κυριαρχούν το κόκκινο, το άσπρο και το μαύρο. Θα μπορούσα να επιχειρήσω μια παρακινδυνευμένη ερμηνεία και να πω πως το κόκκινο είναι το χρώμα κάθε ζωικής αντίδρασης· το μαύρο, της άρνησης· το άσπρο, της απολύτρωσης και του θανάτου.

 Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι “Δύσκολοι καιροί” μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη». Διαδρομή. Δοκίμια κριτικής (1960-1995), Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995, 45-46.





Αν ο  ποιητής είν’ εκείνος που μαζεύει «ό,τι το καλό / σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο / κινδυνεύει» («Ο συλλέκτης» […]), πάλι είν’ αυτός που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις, «κι αυτές με κρότο και με Θεό μαζί … εκρήγνυνται στο αχανές» («Στον Ντύλαν Τόμας» […]). Ο κόσμος του Σαχτούρη γεννιέται μέσ’ από την καταστροφή, το θάνατο, προϋπόθεση κι ανάγκη της ζωής, που είχε προαισθανθεί ο Καρυωτάκης: «Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση…». Ο ποιητής, αποτολμώντας αυτό το συνεχές πέρασμα από το θάνατο στη ζωή, αυτή τη συνεχή καταστροφή των λέξεων για να τις ξαναπλάσει μέσα στην ποιητική εικόνα, μεταβάλλει το χώρο του θανάτου σε χώρο ποιητικό, μετατρέπει τα τραύματα σε «χρωμοτραύματα».

 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη: κάτι επικίνδυνα κομμάτια», περ. Η λέξη, τχ. 4 (Μάης 1981) 275.

Αλλά το χαρακτηριστικά ιδιαίτερο της ποιητικής ατμόσφαιρας του Σαχτούρη οφείλεται στην εκλογή των στοιχείων που κάνει για να αποδώσει μια κατάσταση. Γίνεται περιγραφικός. Η φαντασία του δηλαδή δεν φαίνεται να έχει οικοδομηθεί επάνω σε λέξεις αλλά σε παραστάσεις. Από την πλευρά της λεκτικής του λιτότητας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο λιγότερο ρητορικός από όλους τους άλλους Έλληνες υπερρεαλιστές, ορθόδοξους και αιρετικούς. Ωστόσο το πεδίο που επικαλύπτουν οι λέξεις του είναι επαρκές ώστε να μας δοθεί η παράσταση ενός κόσμου: εφιαλτικού (χωρίς έμφαση), τερατώδους (χωρίς να είναι ανυπόστατος). Τελικά δηλαδή ο κόσμος του Σαχτούρη αναγνωρίζεται. Αποτελείται από θραύσματα του υπαρκτού κόσμου, αντανάκλαση μιας πραγματικότητας που γεννήθηκε μέσα και μετά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπως, αίφνης, τρομακτικός, παραμορφωμένος, ανάκατος (άνθρωποι, ζώα και αντικείμενα) είναι ο κόσμος στην «Γκερνίκα» του Picasso. Δεν ανέφερα τυχαία τον Picasso. Νομίζω ότι μέσα στα εμπειρικά δεδομένα του Σαχτούρη ανήκει και η ζωγραφική της avant-garde.

 Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ο Μίλτος Σαχτούρης και ο υπερρεαλισμός». Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1985 (2η έκδ.), 225-226.





ΠΟΙΗΜΑΤΑ



δύσκολη Κυριακή



π᾿ τ πρω κοιτάζω πρς τ᾿ πάνω να πουλ καλύτερο
π᾿ τ πρω χαίρομαι να φίδι τυλιγμένο στ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στ χαλι
πορφυρ λουλούδια τ μάγουλα τς μάντισσας
ταν νασηκώνει τς μοίρας τ φουστάνι
κάτι θ φυτρώσει π᾿ ατ τ χαρά
να νέο δέντρο χωρς νθος
να γν νέο βλέφαρο
νας λατρεμένος λόγος
πο ν μ φίλησε στ στόμα τ λησμονιά

ξω λαλάζουν ο καμπάνες

ξω μ περιμένουν φάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλ στριφογυρίζουνε μι χαραυγ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος νας ετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπος
τί μάτια παθιασμένα τί γυνακες
τί ρωτες τί φωνς τί ρωτες
φίλε γάπη αμα φίλε
φίλε δσ᾿ μου τ χέρι σου τί κρύο

τανε παγωνι

δν ξέρω πι τν ρα πο πέθαναν λοι
κι μεινα μ᾿ ναν κρωτηριασμένο φίλο
κα μ᾿ να ματωμένο κλαδάκι συντροφι

πληγωμένη νοιξη


πληγωμένη νοιξη τεντώνει τ λουλούδια της

ο βραδινς καμπάνες τν κραυγή τους

κι κάτασπρη κοπέλα μέσα στ γαρίφαλα

συνάζει στάλα-στάλα τ αμα

π᾿ λες τς σημαες πο πονέσανε

π τ κυπαρίσσια πο σφάχτηκαν

γι ν χτιστε να πύργος κατακόκκινος

μ᾿ να ρολόγι κα δυ μαύρους δεχτες

κι ο δεχτες σ σταυρώνουν θά ρχεται να σύννεφο

κι ο δεχτες σ σταυρώνουν θά ρχεται να ξίφος

τ σύννεφο θ᾿ νάβει τ γαρίφαλα

τ ξίφος θ θερίζει τ κορμί της


στεροσκοπεο

Διαρρχτες το λιου

δν εδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι

δν γγιξαν φλογισμένο στόμα

δν ξέρουν τί χρμα χει ορανς


Σ σκοτειν δωμάτια κλεισμένοι


δν ξέρουν ν θ πεθάνουν

παραμονεύουν

μ μαρες μάσκες κα βαρι τηλεσκόπια

μ τ᾿ στρα στν τσέπη τους βρωμισμένα μ ψίχουλα

μ τς πέτρες τν δειλν στ χέρια

παραμονεύουν σ᾿ λλους πλαντες τ φς


Ν πεθάνουν

Ν κριθε κάθε νοιξη π τ χαρά της


π τ χρμα του τ κάθε λουλούδι

π τ χάδι του τ κάθε χέρι

π᾿ τ᾿ νατρίχιασμά του τ κάθε φιλ


Τ δρα



Σήμερα φόρεσα να

ζεστ κόκκινο αμα

σήμερα ο νθρωποι μ᾿ γαπον

μι γυναίκα μο χαμογέλασε

να κορίτσι μο χάρισε να κοχύλι

να παιδ μο χάρισε να σφυρί

Σήμερα γονατίζω στ πεζοδρόμιο

καρφώνω πάνω στς πλάκες

τ γυμν ποδάρια τν περαστικν

εναι λοι τους δακρυσμένοι

μως κανες δν τρομάζει

λοι μείναν στς θέσεις πο πρόφτασα

εναι λοι τους δακρυσμένοι

μως κοιτάζουν τς οράνιες ρεκλάμες

κα μι ζητιάνα πο πουλάει τσουρέκια

στν ορανό

Δυ νθρωποι ψιθυρίζουν

τί κάνει τν καρδιά μας καρφώνει;

να τν καρδιά μας καρφώνει

στε λοιπν εναι ποιητής


ορανός


Πουλι μαρες σαΐτες τς δύσκολης πίκρας

δν εν᾿ εκολο πράμα ν᾿ γαπήσετε τν οραν

πολ μάθατε ν λέτε πς εναι γαλάζιος

ξέρετε τς σπηλιές του τ δάσος τος βράχους του;

τσι καθς περντε φτερωτς σφυρίχτρες

ξεσκίζετε τ σάρκα σας πάνω στ τζάμια του

κολλον τ πούπουλά σας στν καρδιά του

Κα σν ρχεται νύχτα μ φόβο π᾿ τ δέντρα

κοιττε τ᾿ σπρο μαντίλι τ φεγγάρι του

τ γυμν παρθένα πο ορλιάζει στν γκαλιά του

τ στόμα τς γρις μ τ σάπια τ δόντια του

τ᾿ στρα μ τ σπαθι κα μ τος χρυσος σπάγγους

τν στραπ τν κεραυν τ βροχή του

τ μακρι δον το γαλαξία του



στρατιώτης ποιητής

Δν χω γράψει ποιήματα

μέσα σε κρότους

μέσα σε κρότους

κύλησε ζωή μου

Τ μιν μέρα τρεμα

τν λλην νατρίχιαζα

μέσα στ φόβο

μέσα στ φόβο

πέρασε ζωή μου

Δν χω γράψει ποιήματα

δν χω γράψει ποιήματα

μόνο σταυρος

σ μνήματα

καρφώνω


Τ χρυσάφι

Κάποτε

θ σταματήσουμε

σ μι γαλάζια μαξα

μέσ᾿ στ χρυσάφι

δ θ μετρήσουμε τ μαρα

λογα

δ θά χουμε τίποτα ν᾿ θροίσουμε

δ θά χουμε πι τίποτα

γι ν μοιράσουμε

κρατώντας

να ξύλο

θ περάσουμε

μέσ᾿ π᾿ τ μαύρη τρύπα

το λιου

πο θ καίει


Τ πράσινο πόγεμα


κενο τ πράσινο πόγεμα

θάνατος εχε βάλει, στόχο τν αλή μου

π᾿ τ νεκρό μου τ παράθυρο

μ τ βελούδινό μου μάτι

τν βλεπα ν τριγυρνάει

γύριζε κα παράσταινε τν κουλουρτζ

γύριζε κα παράσταινε τν λαχειοπώλη

κα τ παιδι τίποτα δν ποπτεύονταν

παιζαν μ πιστόλια κα τσίριζαν

ατς πάλι γύριζε κα πλησίαζε

κα πάλι μάκραινε κα φευγε

στερα ξαναρχόταν

στ τέλος γριεύτηκε

ρχισε ν ορλιάζει

βαψε τ μάτια κα τ νύχια του

φούσκωσε τ βυζιά του

ρχισε ν μιλάει μ ψιλ φων

κανε σ γυναίκα...

τότε εναι πο φυγε ριστικ

ψιθυρίζοντας:

ν εχα τύχη σήμερα

αριο θ ξανάρθω



ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ


μως πάρχουν κόμα

λίγοι νθρωποι

πο δν εναι κόλαση

ζωή τους

πάρχει τ μικρ πουλ κιτρινολαίμης

Fraülein Ramser

κα πάντοτε το λιου ο πομείναντες

ο ρωτευμένοι μ λιο μ φεγγάρι

ψάξε καλ

βρές τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικ

γιατί σο πν κα λιγοστεύουν

λιγοστεύουν


ΤΑ ΝΗΣΙΑ


ρωτας εναι θάνατος


καθς περιμένω μέρες κα μέρες

γι ν γυρίσεις

τσι πο τριγυρίζεις τ νησι

νησι θανάτου καθς περιμένω

τόσες μέρες κι ρες θανάτου

γι ν γυρίσεις

γιατί ρωτας εναι θάνατος

π᾿ το θανάτου τ νησι

ν ξαναρθες.


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ


ψαχνα ν βρ τ σπίτι μου... Γύρω


Πέφταν μεγάλα γκωνάρια πό τος

τοίχους τν λλων σπιτιν πο γκρεμίζονταν

κα εναι θαμα πς δν πέφταν πάνω μου.

Προχωροσα λοιπν μέσα στ βουητ κα τ κακό,

κα νά, ξαφνικ βρέθηκα

μπροστ στ σπίτι μου, πο ταν κόμη

ρθιο.

Στάθηκα λοιπν στν ξώπορτα κα

καθς προχώρησα πρς τ μεγάλη

πόρτα το σαλονιο, εδα τ Χριστό,

μέσα σ λάμψη, μ τ χέρια πλωμένα

στ πλάγια ν μ κοιτάζει αστηρά.

νατρίχιασα, κοπκαν τ πόδια μου,

γειρα κα πεσα κάτω λιπόθυμος.


ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


ρχεται φέτος κουρασμένη

νοιξη

(νά) κουβαλάει τόσα χρόνια

τ λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινο νθρωποι

στς γωνις τν παραμονεύουν

γι ν τν τσακίσουν.

Ατ μως

μ κρότο

νάβει να-να

τ λουλούδια της

στ μάτια τος τ ρίχνει

(γιά) ν τος στραβώσει.


Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (6ο μέρος)


λησμονημένη εναι στρατιώτης πο σταυρώθηκε


λησμονημένη εναι τ ρολόγι πο σταμάτησε

λησμονημένη εναι τ κλωνάρι πο ναψε

λησμονημένη εναι βελόνα πο σπασε

λησμονημένη εναι πιτάφιος πο νθισε

λησμονημένη εναι τ χέρι πο σημάδεψε

λησμονημένη εναι πλάτη πο νατρίχιασε

λησμονημένη εναι τ φιλ πο ρρώστησε

λησμονημένη εναι τ μαχαίρι πο ξαστόχησε

λησμονημένη εναι λάσπη πο ξεράθηκε

λησμονημένη εναι πυρετς πο πεσε


Τ Ψωμί


να τεράστιο καρβέλι, μι πελώρια φραντζόλα ζεστ ψωμί,

εχε πέσει στ δρόμο π τν ορανό,

να παιδ μ πράσινο κοντ βρακάκι κα μ μαχαίρι

κοβε κα μοίραζε στν κόσμο γύρω,

μως κα μία μικρή, νας μικρς σπρος γγελος.

κι ατ μ᾿ να μαχαίρι κοβε κα μοίραζε

κομμάτια γνήσιο οραν

κι λοι τώρα τρέχαν σ᾿ ατή, λίγοι πηγαναν στ ψωμί,

λοι τρέχανε στν μικρν γγελο πο μοίραζε ορανό!

ς μν τ κρύβουμε.

Διψμε γι ορανό.


Τ᾿ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ



Τ᾿ δέρφια μου πο χάθηκαν δ κάτω στν κόσμο


εναι τ᾿ στέρια πο τώρα νάβουν να να στν ορανό

κα ν μεγαλύτερος

μ μι νοιξιάτικη μαύρη γραβάτα

πο χάθηκε μέσα σ σπηλις θεόστραβες

καθς κυλοσε παίζοντας

πάνω σ νεμνες κόκκινες

γλίστρησε

μέσ᾿ το θηρίου τ᾿ γριου τ ματωμένο στόμα

στερα λλος μου δερφς πο κάηκε

πουλοσε κίτρινα βεγγαλικ

πουλοσε κι ναβε κίτρινα βεγγαλικ

- ταν νάβουμε - λεγε - φωτι

θ διώξουμε π τος κήπους τ φαντάσματα

θ πάψουν ν μολύνουν τος κήπους τ φαντάσματα

- ταν νάβουμε - λεγε - κίτρινα βεγγαλικ

μι μέρα θ᾿ νάψει ορανς γαλάζιος

κι στερα τρίτος πι μικρς

πο λεγε πς εναι νυχτερίδα

γι᾿ ατ γαποσε τ φεγγάρια

κα τ φεγγάρια μία νύχτα τν ζώσανε

κόλλησαν γύρω-γύρω κα τν κλεισαν

κόλλησαν γύρω-γύρω κα τν πνιξαν

τν λιωσαν γύρω-γύρω τ φεγγάρια

Τ᾿ δέρφια μου πο χάθηκαν δ κάτω στν κόσμο

εναι τ᾿ στέρια πο τώρα νάβουν να να στν ορανό



ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ


Δύσκολα χρόνια

τρομαγμένα παιδι

σιάχνουν μ χαρτ κοκοράκια

τ βάφουν μαρα

σ σβησμένα κερι

τ βάφουν κόκκινα

σ ματωμένα λουλούδια

κι πορον ο μανάδες

πο στερα ρχεται

μεγάλος φίλος

κατάμαυρος φίλος

μ τ χρυσ χέρια

κα τ παίρνει

                 ====================================



(Κατέβαινε ένας κόσμος ξένος ανοιξιάτικος) από την ποιητική συλλογή Τα Στίγματα (Ποιήματα 1945 – 1971)

«Το αίμα καίει το μυαλό

η Άνοιξη μια στιγμή φάνηκε κοντά στα κυπαρίσσια
ωραία πουλιά πέφταν με δύναμη
σε κάθοδο φριχτή
κι άλλα ζεστά πουλιά μέσ’ απ’ τον ήλιο
βγαίναν κι ανεβαίναν
από την πόλη χάθηκαν τα περιστέρια
η μαύρη γυναίκα έστελνε ψεύτικα λουλούδια στους νεκρούς»
τρελς λαγός
Γύριζε στος δρόμους τρελς λαγς
γύριζε στος δρόμους
ξέφευγε π᾿ τ σύρματα τρελς λαγς
πεφτε στς λάσπες
Φέγγαν τ χαράματα τρελς λαγς
νοιγε νύχτα
στάζαν αμα ο καρδις
τρελς λαγς
φεγγε κόσμος
Βούρκωναν τ μάτια του τρελς λαγς
πρήσκονταν γλώσσα
βόγγαε μαρο ντομο τρελς λαγς
θάνατος στ στόμα

Ησυχάστε
Πρω πρω καθς βγαινα π τ σπίτι μου,
εδα τ γγελτήριο το θανάτου μου.
«Τν γαπημένο μας φίλο...» γραφε.
στε λοιπν δν εχα συγγενες.
Πρα γρήγορα να ταξ κι νέβηκα στν Κηφισιά.
Σ᾿ λο τν δρόμο πρχαν τεράστια παν πο
γράφαν:

«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Το Ψωμί
Ενα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό.

Κινούμενος στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια κι έχοντας ήδη γνωρίσει τον όλεθρο του εμφυλίου πολέμου, ο ποιητής έχει πλήρη συναίσθηση του κλίματος που επικρατεί στην ελληνική πολιτεία και του μίσους που κατευθύνει τις πράξεις πολλών ανθρώπων. Αισθάνεται, λοιπόν, πως είναι απόλυτα αναγκαίο να έρθουν οι συνάνθρωποί του ξανά σε επαφή με τις αξίες του παρελθόντος, με την έννοια της αλληλοκατανόησης και της αγάπης, αλλά και με την ελπίδα ενός καλύτερου και αρμονικότερου μέλλοντος. Κι είναι δικό του χρέος να κατευθύνει τους ανθρώπους προς τη θέαση αυτών των πραγμάτων, καθώς ο ίδιος, ως ποιητής, έχει τη δυνατότητα να κινείται σε υψηλότερους χώρους και να απέχει από τη διάθεση αλληλοσπαραγμού που έχει κατακλύσει τη σκέψη των άλλων ανθρώπων. Με την αντικειμενικότητα της δικής του κρίσης, με την αποστασιοποίησή του από τα πάθη που κλονίζουν την ελληνική κοινωνία, είναι αυτός που οφείλει να ελέγξει το φως των αστεριών, αποκαθιστώντας έτσι την επικοινωνία των ανθρώπων με τον ουρανό, με τα ιδανικά και τις αρετές που έχει να τους προσφέρει.
Στο ποίημα Ο Ελεγκτής μπορούμε να διακρίνουμε τρεις επιμέρους εικόνες, οι οποίες με την τελική συνανάγνωση αποδίδουν την άποψη του Σαχτούρη για το χρέος του ως ποιητή.
Η 1η εικόνα: «Ένας μπαξές γεμάτος αίμα / είν’ ο ουρανός / και λίγο χιόνι», στην οποία με την αναφορά στο αίμα και το χιόνι δίνεται μια χρωματική αντίθεση που καθιστά εναργέστερη τη διαφοροποίηση ανάμεσα στην αρνητική και τη θετική πτυχή του χώρου στον οποίο κινείται ο ποιητής. 
Η 2η εικόνα: «έσφιξα τα σκοινιά μου / πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’ αστέρια»
Η 3η εικόνα: «εγώ κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω».

«Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
                   είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι»
Ο ποιητής για να φέρει τον ουρανό στα ανθρώπινα μέτρα, για να τον καταστήσει πιο προσιτό στην αντίληψη των ανθρώπων τον παρομοιάζει μ’ έναν κήπο, στον οποίο μπορεί κανείς να δει άφθονο αίμα και λίγο χιόνι. Ο ουρανός άρα τοποθετημένος απέναντι απ’ το χώρο των ανθρώπων καθρεφτίζει τα δεινά τους, καθρεφτίζει το αίμα των νεκρών, αλλά και το χιόνι της αγνότητας. Τους δείχνει με τον τρόπο αυτό πως παρά τα πλείστα εγκλήματα, παρά τις τεράστιες απώλειες που έχουν βιώσει, υπάρχει ωστόσο η ελπίδα να επαναφέρουν στη ζωή τους την τραυματισμένη αθωότητα. Το αίμα με το οποίο είναι γεμάτος ο ουρανός και το λίγο χιόνι, μας παραπέμπουν στα δύσκολα χρόνια που βίωσε ο ελληνικός λαός ως συνέπεια των γεγονότων της κατοχής, του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε, και φυσικά της μετεμφυλιακής περιόδου κατά την οποία οι αριστεροί συνέχισαν να γνωρίζουν διώξεις, εκτελέσεις και φυλακίσεις. Το αίμα είναι μια σαφής αναφορά στους νεκρούς των χρόνων αυτών, ενώ το χιόνι φέρνει στη σκέψη τους δύσκολους και φονικούς χειμώνες που έφεραν τους ανθρώπους σε ακόμη πιο δεινή θέση.
«έσφιξα τα σκοινιά μου

πρέπει και πάλι να ελέγξω

τ’ αστέρια»
Ο ποιητής ως ο ελεγκτής των αστεριών οφείλει να μεταβεί στο χώρο του ουρανού, τρέπεται έτσι σ’ έναν μηχανοδηγό που ετοιμάζει την πτήση του ή την ανοδική του πορεία προς το ουράνιο στερέωμα. Το σφίξιμο των σκοινιών που επί της ουσίας υποδηλώνει την αποφασιστικότητα του ποιητή και την αφοσίωσή του στο χρέος που έχει, αφήνει συνάμα να εννοηθεί πως η άνοδος στο χώρο των αστεριών θα γίνει με κάποια πτητική μηχανή. Εννοείται, βέβαια, πως ο ποιητής δεν προχωρά σε κάποια περεταίρω εξήγηση αυτής της πτήσης, καθώς εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η ρεαλιστική αιτιολόγηση του πώς θα φτάσει ως τον ουρανό, αλλά η συμβολική σημασία της ανάγκης του να ελέγξει τα αστέρια.
Το φως των αστεριών ενέχει την έννοια της καθοδήγησης και του προσανατολισμού, όπως για χρόνια βασίζονταν σε αυτά οι ναυτικοί για να καθορίζουν την πορεία τους. Το φως των αστεριών συμβολίζει όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να επαναφέρουν τους ανθρώπους σ’ ένα συνετό και ορθό τρόπο ζωής, μακριά από τις φονικές αναμετρήσεις και το μίσος. Συμβολίζουν τις ιδανικές αξίες των ανθρώπων, τις παραδόσεις του παρελθόντος που διατηρούσαν αλώβητη την κοινωνική συνοχή, την ελπίδα που προσέδιδε κουράγιο στους ανθρώπους, αλλά και την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου. Το φως των αστεριών μπορεί να σηματοδοτήσει ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα αρχή στην πορεία των ανθρώπων, που θα πρέπει ωστόσο να βασιστεί στις κατάλληλες αρχές και αξίες ώστε να αποφευχθεί μια πιθανή επιστροφή στη λογική της εχθρότητας.
«εγώ
κληρονόμος πουλιών»
Σε συμβολικό επίπεδο η κληρονομιά που λαμβάνει ο ποιητής από τον κόσμο των πουλιών είναι η δυνατότητα να κινείται απόλυτα ελεύθερος σ’ ένα κόσμο που βρίσκεται πάνω από τα συνήθη δεσμά της ανθρώπινης υπόστασης. Η σκέψη του ποιητή διατηρεί την ανεξαρτησία της και δεν επηρεάζεται από το κλίμα εξαρτήσεων και συνενοχής που δεν επιτρέπει στους συγκαιρινούς του να βρουν τη διέξοδο απ’ τη δύσκολη εμπειρία που βιώνουν. Ο ποιητής αποκτά έτσι μια πιο αντικειμενική ματιά, καθώς όντας αποστασιοποιημένος στο χώρο του ουράνιου στερεώματος, δεν βλέπει τα πράγματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Αντικρίζει τα προβλήματα της εποχής του στην ολότητά τους και αναλαμβάνει το καθήκον του να προσφέρει στους συμπολίτες του την οπτική εκείνη που θα τους βοηθήσει να επιστρέψουν σε μια αρμονικότερη συνύπαρξη. Αδέσμευτος, ελεύθερος και προνομιακός θεατής ενός ανώτερου κόσμου, ο ποιητής αποκτά χάρη στην κληρονομιά των πουλιών ένα σημαντικό ρόλο και μια σπουδαία αποστολή.
Ο αυτοπροσδιορισμός του ποιητή ως κληρονόμου πουλιών μας παραπέμπει επίσης στον πλατωνικό διάλογο «Ίων» όπου ο φιλόσοφος μέσω του Σωκράτη μιλά για την ιδιαιτερότητα των ποιητών, σχολιάζοντας πως οι ποιητές δεν δημιουργούν το έργο τους χάρη στη δική τους σκέψη, αλλά φτάνουν σε αυτό δεχόμενοι τη θεϊκή έμπνευση. Σημειώνει χαρακτηριστικά πως ο ποιητής είναι κάτι το κενό, κάτι το ελαφρύ, ένα πετούμενο, αλλά και κάτι το ιερό (κούφον γαρ χρήμα ποιητής εστίν και πτηνόν και ιερόν…), που δεν μπορεί να δημιουργήσει αν δεν περιέλθει σε κατάσταση έκστασης, χάνοντας κάθε λογική μέσα του. Οι ποιητές, κατά τον Σωκράτη, δεν συνθέτουν τα άριστα έργα τους χάρη σε δική τους ικανότητα, αλλά χάρη σε δύναμη θεϊκή που τους προσφέρει την ανάλογη έμπνευση. Ο Σαχτούρης, λοιπόν, αξιοποιεί αυτή την πλατωνική ιδέα, καταγράφοντας ωστόσο τη μέγιστη ευθύνη και το υψηλό χρέος που έχουν οι ποιητές απέναντι στους ανθρώπους της κοινωνίας τους.
Μια άλλη παράμετρος που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σχετικά με τη φράση αυτή είναι η ταυτότητα του ποιητή. Ο Μίλτος Σαχτούρης, Υδραίος στην καταγωγή, ήταν εγγονός του Μιλτιάδη Σαχτούρη, αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού, αλλά και δισέγγονος του Γιώργη Σαχτούρη, ο οποίος είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821 ως αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού, συμμετέχοντας σε πολλές ναυτικές αναμετρήσεις. Ο ποιητής, λοιπόν, έχει στενούς δεσμούς με τη θάλασσα και τη ναυτιλία, τόσο μέσω της ίδιας του της οικογένειας, όσο και μέσω του τόπου καταγωγής του, την περίφημη Ύδρα, με τους ικανότατους ναυτικούς. Ήταν, μάλιστα, τέτοια η δεινότητα των Υδραίων ναυτικών ώστε από νωρίς είχαν αποκτήσει ευρύτατη φήμη και αποκαλούνταν απ’ τους υπόλοιπους Έλληνες «θαλασσοπούλια» (J. L. S. Bartholdy “Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα 1803-1804” Εκδόσεις Εκάτη). Ο Σαχτούρης, επομένως, όταν αποκαλεί τον εαυτό του κληρονόμο πουλιών και όταν σχολιάζει πως πρέπει να ελέγξει τα αστέρια, στην πραγματικότητα κινείται σ’ ένα χώρο πολύ πιο προσωπικό και οικείο απ’ ό,τι γίνεται αρχικώς αντιληπτό. Ο ποιητής δανείζεται τον έλεγχο των αστεριών από τη ναυτική παράδοση, ενώ αποκαλώντας τον εαυτό του κληρονόμο πουλιών υποδηλώνει, όχι μόνο την ποιητική του ιδιότητα, αλλά και την καταγωγή του.  
«πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω»
Ο ποιητής έχει γνωρίσει βαθιά στην ψυχή του τον πόνο απ’ όλες αυτές τις απώλειες που σημάδεψαν τα εμπόλεμα χρόνια. Η ικανότητά του να πετά ψηλότερα δε σημαίνει για κανένα λόγο πως ο ίδιος ξέφυγε αλώβητος από τη δίνη των φρικτών εκείνων γεγονότων. Έχει πληρώσει το τίμημα, έχει τραυματιστεί ψυχικά κι έχει υποφέρει σωματικά∙ εντούτοις δεν είναι διατεθειμένος να υποκύψει στις εσωτερικές του πληγές. Δεν σκοπεύει να αφήσει την οδύνη του παρελθόντος να τον εμποδίσει από τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος, από τη διεκδίκηση μιας καλύτερης διαβίωσης για τους συνανθρώπους του.
Πληγές, άλλωστε, έχουν όλοι οι συγκαιρινοί του, γι’ αυτό και δυσκολεύονται να αποδεχτούν όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους. Χρέος του ποιητή είναι να ελέγξει το φως των αστεριών και να αποκαταστήσει την ισορροπία ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, όχι αιτούμενος τη λησμοσύνη των γεγονότων -το παρελθόν αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της ύπαρξης ενός λαού και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται-, αλλά φροντίζοντας ώστε οι άνθρωποι να επανέλθουν στις αξίες του παρελθόντος, στον αλληλοσεβασμό και στη συγχώρεση, για να μπορέσουν έτσι να συνεχίσουν την κοινή τους πορεία.
Με δεδομένη τη λανθασμένη πορεία που ακολουθούν οι άνθρωποι∙ πορεία που τους οδηγεί στο μίσος και την εκδίκηση, ο ποιητής οφείλει ως ελεγκτής να καταστήσει και πάλι το φως των αστεριών ορατό σ’ αυτούς, ώστε να καθοδηγηθούν στο σωστό δρόμο. Η απώλεια του προσανατολισμού τους κι η εκτροπή τους σε πράξεις και σκέψεις καταστρεπτικές για την εξέλιξη αυτού του έθνους, υποδηλώνει την άμεση ανάγκη επαναφοράς των ανθρώπων σε πρότυπα και αξίες του παρελθόντος. Με το φως των αστεριών και πάλι ορατό, οι άνθρωποι θα μπορέσουν να επανακτήσουν την ελπίδα τους, θα βρουν το κουράγιο για μια νέα αρχή και θα φέρουν στη μνήμη τους τις αρχές και τις αξίες που διέτρεχαν τη ζωή τους στο παρελθόν και τους είχαν φυλάξει από τόσο οδυνηρές επιλογές.
Ο ποιητής γνωρίζει πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος των αστεριών και αντιλαμβάνεται πως η ευθύνη αυτή είναι δική του, μιας και ως ποιητής έχει τη δυνατότητα να βλέπει τα πράγματα καθαρότερα από τους άλλους πολίτες. Έτσι, έχοντας πλήρη συναίσθηση του χρέους που του αναλογεί, δηλώνει με τρόπο κατηγορηματικό πως είναι αυτός ο ελεγκτής που θα επιχειρήσει τη δύσκολη άνοδο προς τον ουρανό. Η προσωπική αντωνυμία «Εγώ» που αυτονομείται στο κείμενο, αποτελώντας μόνη της έναν στίχο, τονίζει με έμφαση πως είναι ο ίδιος ο ποιητής που θα λειτουργήσει ως ελεγκτής των αστεριών. Έχει, μάλιστα, προηγηθεί η κτητική αντωνυμία (Έσφιξα τα σκοινιά μου), αλλά και το σε πρώτο πρόσωπο ρήμα «ελέγξω», που είχαν υποδηλώσει πως το χρέος αυτό ανήκει στον ίδιο τον ποιητή. Αντιστοίχως, σε πρώτο πρόσωπο τίθεται και το ρήμα «πετάω» που κλείνει το ποίημα, επισφραγίζοντας την προσωπική συμμετοχή και τον ιδιαίτερο ρόλο του ποιητή.

Επιμέλεια : Νικολαϊδου Κατερίνα

   ===================================

Εργογραφία



Ποιήματα


«Η Μουσική των νησιών μου» (1941) (αποκηρυγμένη συλλογή δημοσιευμένη με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης)

«Η Λησμονημένη» (1945)

«Παραλογαίς» (1948)

«Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952)

«Όταν σας μιλώ» (1956)

«Τα φάσματα ή Ή χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)

«Ό περίπατος» (1960)

«Τα στίγματα» (1962)

«Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη» (1964)

«Το Σκεύος» (1971)

«Ποιήματα» 1945-1971 (Εκδόσεις Κέδρος, 1977)

«Χρωμοτραύματα» (1980)

«Εκτοπλάσματα» (1986)

«Καταβύθιση» (1990)

«Έκτοτε» (1996)

«Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998)

«Ποιήματα (1980-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2002)

Συνομιλίες

Ποιος είναι ο τρελός λαγός (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2000)














Εκπομπή αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του ποιητή ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ. Το επεισόδιο περιλαμβάνει πλούσιο αρχειακό υλικό από συνεντεύξεις του ποιητή σε παλαιότερες τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και απόψεις άλλων ποιητών και καλλιτεχνών για το έργο του.


=====================================



Miltos Sachtouris



Image may contain: 1 person

Miltos Sahtouris (in greco Μίλτος Σαχτούρης; Atene 19 luglio 1919 29 marzo 2005) è stato un poeta greco. Era discendente di Georgios Schatouris che era originario dell'isola di Idra. Quando era giovane abbandonò i suoi studi di legge per seguire la sua vera passione, la poesia, e adotto lo pseudonimo Miltos Chrysanthis (Μίλτος Χρυσάνθης). Sachtouris la sua prima poesia, "La musica delle mie isole", con questo pseudonimo nel 1941.

Poesia

Sachtouris incontrò Nikos Engonopoulos nel 1943. In seguito lavorò con Engonopoulos su Ikaros. Iniziò a lavorare e continuò ad oziare a Brazilian su Voukourestiou Odos con Elytis, Sinopoulos, Vakalo, Papaditsas, Karouzos e altri. Nel 1960 iniziò a pubblicare "Quando parlo con te" e "Gli spettri, o Gioia su altre strade". Due anni dopo, ricevette il secondo Premio di stato di poesia nel 1962 per "Stigmata". In seguito scrisse "Il sigillo, o l'ottava luna" (1964) e "Lo strumento" (1971) dalle pubblicazioni di Keimena.

Vita personale

Ebbe una lunga relazione a partire dal 1960 sino alla sua morte con l'artista Gianna Persaki. Gianna Persaki fu direttore creativo della maggior parte delle sue pubblicazioni dopo il 1960 e le dedicò tra le tante collezioni "Skevos" (1971) e diverse poesie, tra cui "Gli orologi girano sottosopra". Nel 2003 Gianna Persaki ha ricevuto il Premio di Stato Greco per la Letteratura per conto suo, un premi che era assegnato dal ministero della cultura greco e dal presidente della Repubblica Greca. Alla consegna del riconoscimento tenne un discorso pubblico nel quale disse: "Nikos Karouzos dice che la vita è un giardino che sbiadisce, e Sachtouris dice che la vita è una piccola viola. 
"Chi è la lepre folle" ("La lepre folle" era una delle sue poesia più famose) su Sachtouris presso la casa del poeta, a Kypseli ad Atene. Quel giorno Lefteris Xanthopoulos chiese chi fosse le Lepre folle e il poeta rispose: "Io".


Ultimi anni e morte 

Durante i suoi ultimi anni lavorò a "Ferite di colori" (1980), "Ectoplasmi" (1986), "Affondare" (1990), "Da allora" (1996) e "Gli orologi girano sottosopra" (1998). Ricevette il Gran Premio di Stato per la letteratura nel 2003 per le sue opere.
Il poeta è morto all'età di 85 anni ad Atene nella mattina di giovedì 29 marzo 2005 ed è stato sepolto nel primo cimitero di Atene. Subito dopo la sua morte il Primo ministro greco del tempo, Kostas Karamanlis, affermò: Miltos Sachtoursi è stato uno dei principali poeti della Grecia e uno dei più rappresentativi di un importante periodo della poesia greca. La sua scrittura e la sua costante ricerca della libertà nell'arte e nella vita hanno accompagnato un'interna era di avventure e sfide. Le sue opere sopravviveranno al tempo. Esprimo le mie condoglianze ai suoi parenti e agli amici". In seguito, Georgios Papandreou leader dell'opposizione all'epoca ed ex primo ministro affermò: "Miltos Sachtouris è stato uno dei più grandi poeti della Grecia moderna. Ha servito le lettere greche con lealtà, eleganza e morale. Il messaggio universale che deriva dalle sue poesie è pieno di colori, forte, vivo e prospererà e sopravvivrà negli anni come nostra eredità. Esprimo le mie sincere condoglianze a tutti i suoi parenti e amici. Mentre, Karolos Papoulias, presidente della Repubblica Greca, ha espresso le sue condoglianze per la morte di Miltos Sachtouris dicendo: "Miltos Sachtouris è il poeta che ha aperto ampliato gli orizzonti con il suo apprezzamento globale come poeta greco".

Traduzioni

Le sue opere sono state tradotte e pubblicate in diverse lingue incluso inglese, francese, tedesco, russo, polacco, italiano, olandese. Ci sono alcune traduzioni delle sue opere in inglese, incluso "la donna dimenticata"

===================================

Frasi di Miltos Sachtouris

Miltos Sachtouris

Data di nascita: 19. Luglio 1919
Data di morte: 29. Marzo 2005
Miltos Sachtouris , poeta greco.


Miltos Sachtouris

„Oggi con la rabbia | dei miei cinquantadue anni | con timore e stupore insieme ti saluto | spettro fraterno di Dylan Thomas | che tanto giovane sapesti | mettere fuoco nelle parole | incendiarle | e farle esplodere con fragore e | con Dio nell'infinito. (A Dylan Thomas, Il vaso (1971))“

=====================================

Miltos Sachtouris

Il rifiuto di un uso decorativo del linguaggio e la maggiore succintezza possibile della frase poetica sono gli elementi distintivi della poesia del greco Miltos Sachtouris, nato ad Atene nel 1919 e morto nella capitale greca il 29 marzo 2005. Sachtouris descrive gli oggetti e le loro funzioni con fedeltà, evidenziando l’essenziale in episodi che si susseguono rapidamente, come scene di film, riducendo al minimo i dettagli che designano lo spazio in cui gli elementi sono inseriti. Ciò dà l’idea di un vortice in cui gli avvenimenti seguono l’uno all’altro, privi di accenni psicologici o di etichettature ideologiche: resta al lettore il compito di compiere le connessioni, di stabilire che cosa sia celato dietro le immagini e le sfumature simboliche, di assegnare a ogni oggetto, persona o animale il suo ruolo nella realtà.


MARIA

Pensosa Maria
si tolse le calze

Dal suo corpo giunsero
voci di altri
di un soldato che parlava come un uccello
di un malato che sarebbe morto del male delle pecore
e i pianti della nipotina di Maria
che nacque proprio in questi giorni

Maria pianse e pianse
e poi Maria rise
tese le sue braccia alla notte
rimase con le sue gambe in disparte

Poi i suoi occhi si oscurarono
neri neri confusi si oscurarono

La radio suonava
Maria pianse
Maria pianse
La radio suonava

Allora Maria
aprì lentamente le braccia
e cominciò a volare
attorno alla stanza

IL POETA

Quando mi troveranno sulla croce della mia morte
il cielo intorno si sarà arrossato fino a molto lontano
dietro ci sarà un accenno di mare
e, dall'alto, in un buio ora terribile
un uccello bianco reciterà le mie poesie.


LA STAZIONE

alla memoria di Guilaume Apollinaire

Piove di continuo nel mio sonno
il mio sogno è pieno di fango
il posto è buio
e sto aspettando il treno
il capostazione raccoglie margherite
che sono spuntate tra i binari
dev'essere passato tanto tempo da quando
un treno è arrivato in questa stazione
e di colpo gli anni sono trascorsi
mi siedo dietro una finestra
i capelli e la barba sono cresciuti
come se fossi molto malato
e appena mi sveglio di nuovo
lei viene lentamente
con un coltello in mano
lei si avvicina prudente
e lo immerge nel mio occhio destro.


IL SANTO

Fissava in profondità
in profondità
nel pozzo
la sua profondità
non aveva fine
in questa vita

la carne si scrostò
e cadde pezzo a pezzo
presto niente sarebbe rimasto
se non il suo scheletro

Ho deciso - disse -
alla fine ho deciso
vivrò tra gli annegati
e tra i lebbrosi

==================================

FONTI





Δημοσίευση σχολίου