Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης




 Η είσοδος του Βασιλιά Γεώργιου στη Θεσσαλονίκη

Η είσοδος του Βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη

 




Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ

ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



[Γράφει ο Γρηγόρης Χαντές,καθηγητής,πρώην Δήμαρχος Χαλάστρας]

Πέρασαν 102 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και όλης της Μακεδονίας.Αυτό ως ιστορικό γεγονός τοποθετείται στο ευρύτερο πλαίσιο των βαλκανικών πολέμων 1912-1913 και μάλιστα του Α'.Αποστασιοποιημένοι από συναισθηματικές και τοπικές υπερβολές,είναι ώρα να αποτιμήσουμε σε βάθος τα ακριβή περιστατικά,τα οποία σχετίζονται με τον τόπο μας ,τη Χαλάστρα και την ευρύτερη περιοχή της Καμπανίας.

Στις αρχές του 1912 είχε ήδη συσταθεί η στρατιά της Θεσσαλίας με αρχηγό τον διάδοχο Κωνσταντίνο και η στρατιά της Ηπείρου με αρχηγό τον στρατηγό Σαπουντζάκη.Το δικό μας ενδιαφέρον εστιάζεται στη στρατιά της Θεσσαλίας,η οποία με επτά μεραρχίες επιχειρεί την απελευθέρωση της Μακεδονίας.Τα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία το 1912 ήταν έξω από την Ελασσόνα.Γι' αυτό και η πρώτη μάχη δίνεται στην Ελασσόνα.Συνεχίζει νικηφόρα ο ελληνικός στρατός προς το Σαραντάπορο.Η Δυτική Μακεδονία απελευθερώνεται.Έρχεται η σειρά της Κεντρικής Μακεδονίας.Βέροια,Έδεσσα,Κατερίνη,μέχρι τις 19 Οκτωβρίου έχουν απελευθερωθεί.

 

Η μεγάλη μάχη για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης γίνεται στα Γιαννιτσά,στην ιερή πόλη των Οθωμανών.Είναι ιερή γιατί εκεί είναι θαμένος ο Γαζή Εβρενός Μπέης,ο οποίος το 1430 ήταν ο πρώτος Οθωμανός,φίλος του Μωάμεθ Β',ο οποίος κατακτά ευρωπα'ι'κό έδαφος,όλο τον κάμπο από τα Γιαννιτσά μέχρι την Κουλακιά και τη Θεσσαλονίκη.Άρα στην περιοχή μας,από την Κατερίνη μέχρι τον Αξιό,εκτός από μικρές συγκρούσεις,δεν έγινε άλλη μεγάλη μάχη.

 

Γιατί λοιπόν έχει κάποια σημασία η απελευθέρωση της Χαλάστρας;Στην ουσία η 7η μεραρχία με Διοικητή τον Κλεομένη Κλεομένους προήλαυνε.Στις 21 Οκτωβρίου τα μεσάνυχτα,το απόσπασμα των προσκόπων (παλαιών μακεδονομάχων και εθελοντών),το οποίο προπορευόταν της 7ης μεραρχίας,φτάνει στην κουλακιά (Χαλάστρα).Σ' αυτό συμμετέχει ο μακεδονομάχος Αλέξανδρος Αναγνωστόπουλος,ο οποίος ανεβάζει την ελληνική σημαία στον τοπικό σταθμό της τουρκικής φρουράς.Από το 1430 μέχρι το 1912 μεσολάβησαν 482 χρόνια κάτω από τον οθωμανικό ζυγό.Σε λίγο,στο ξημέρωμα της 22ας Οκτωβρίου 1912,κουρασμένοι και βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο,φτάνουν οι στρατιώτες της 7ης μεραρχίας στην Κουλακιά.Ο δημοδιδάσκαλος της εποχής Κράββας Αθανάσιος (1873-1940) περιγράφει την υποδοχή του στρατού αυθεντικά,όπως την έζησε ο ίδιος.Κι αυτά που είδε,αυτά περιγράφει: τους Κουλακιώτες μ' επικεφαλής τους ιερωμένους,κρατώντας το Ευαγγέλιο και ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη,να υποδέχονται τον ελληνικό στρατό.482 χρόνια δεν ήταν αρκετά για να τους κάνουν να χάσουν το εθνικό τους φρόνημα,την ελληνική τους γλώσσα και την πίστη των προγόνων τους".

 

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Από τα αρχεία του Γ.Ε.Σ. και όχι μόνο από τις ντόπιες παραδόσεις και το λιτό σωζόμενο διήγημα του Κωνσταντίνου Βαφείδη,περιγράφεται η κατάσταση που επικρατούσε στις 22 Οκτωβρίου 1912 στην περιοχή.

Οι Τούρκοι,καθώς υποχωρούσαν τόσο από την περιοχή των Γιαννιτσών,όσο κι από τον άξονα Κατερίνης-Θεσσαλονίκης,κατέστρεψαν τόσο τις οδικές όσο και τις σιδηροδρομικές γέφυρες του Αξιού.Στην περιοχή μας,για τους μη γνωρίζοντες,πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο Αξιός δεν έρρεε στη σημερινή του κοίτη,η οποία βρίσκεται μεταξύ Χαλάστρας και Κυμίνων,αλλά ανατολικότερα με δύο βραχίονες μεταξύ Χαλάστρας και Σίνδου.

Όταν λοιπόν στρατοπέδευσε η 7η μεραρχία στη Χαλάστρα,για να φτάσει στη Θεσσαλονίκη,έπρεπε να διαβεί τους δύο βραχίονες του Αξιού,οι οποίοι μάλιστα δεν διέθεταν γέφυρες και ταυτόχρονα ήταν "φουσκωμένοι" από τις καταρρακτώδεις βροχές που είχαν προηγηθεί.Οι άλλες μεραρχίες ήταν εγκλωβισμένες δυτικότερα του Αξιού.Και παρ' όλο που ήταν οι νικητές της μάχης των Γιαννιτσών,δεν μπορούσαν να διαβούν τον Αξιό,αναμένοντας το Μηχανικό απ' τη δυτική Μακεδονία να κατασκευάσει τις πλωτές γέφυρες.Έτσι περιγράφεται από τους επιτελείς της στρατιάς η κατάσταση την 22α Οκτωβρίου 1912.

Κάποιοι θα μπορούσε να ισχυριστούν ότι η ολιγοήμερη αναμονή του Μηχανικού δεν θα είχε καμμία επίπτωση στην τελική προσπάθεια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης.Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά.Οι σύμμαχοι Βούλγαροι με τη δική τους 7η μεραρχία υπό τον στρατηγό Τεοντόροφ βρίσκονταν ήδη έξω από τη Θεσσαλονίκη στην περιοχή της Λητής.Η πραγματοποίηση του προαιώνιου ονείρου της Βουλγαρίας,η προσάρτηση δηλαδή της Θεσσαλονίκης και η έξοδος στο Αιγαίο,ήταν γι' αυτούς πολύ κοντά.

Απομεινάρια του ηττημένου στρατού του Χασάν Ταξίν συγκεντρώνονταν στις βορειοδυτικές πλευρές της πόλης έξω από τη Θεσσαλονίκη,αφού ακόμα δεν είχε υπογραφεί η παράδοση της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες.Όλα έμοιαζαν μετέωρα.Κινδύνευε να πάει χαμένη η πολύνεκρη νίκη των Γιαννιτσών.Αν οι Βούλγαροι κατελάμβαναν τη Θεσσαλονίκη,έπρεπε να χυθεί νέο αίμα από τον στρατό για να εκδιωχθούν απ' αυτήν.Γι' αυτό τόσο ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος όσο και οι μέραρχοι ζόυσαν στιγμές αγωνίας.

 

Ο Κλεομένους αντίκρυσε με δέος τους πλημμυρισμένους βραχίονες του Αξιού,τις σημερινές παλιομάνες.Έβλεπε με τις διόπτρες του τη Σαλονίκη απέναντι και καθηλωμένος με τη μεραρχία του παρακαλούσε να γίνει το θαύμα,να έρθει το Μηχανικό,για να φτάσει πρώτος στη Θεσσαλονίκη,πριν από τους Βουλγάρους.

Και το θαύμα έγινε,όχι από το Μηχανικό που δεν ήρθε,αλλά από τον "βασιλιά της μιάς νύχτας".Ο μέραρχος είχε στήσει το στρατηγείο του σε ένα σπίτι στη Χαλάστρα.Η αγωνία του είχε μεταδοθεί σε όλους τους Κουλακιώτες.Τη νύχτα της 22ας Οκτωβρίου συσκέπτονταν με τους αξιωματικούς του και λύσεις δεν έβρισκαν.Όμως κάθε ελληνική τραγωδία είχε κι έναν από μηχανής Θεό.Κι αυτός,το βράδυ εκείνο,ήταν ένας μικρόσωμος καροποιός.Γιώργη τον έλεγαν.Γιώργη Νταλιγκάρη.Γράμματα πολλά δεν ήξερε.Μες την Τουρκιά είχε ζήσει,την τέχνη του όμως την ήξερε καλά.Παρουσιάστηκε μπροστά στους απελπισμένους αξιωματικούς και με την κουλακιώτικη προφορά του,τους είπε: "κάντε με για μια νύχτα βασιλιά κι αύριο θάσαστε στην πόλη!".

Οι αξιωματικοί δεν του έδωσαν σημασία.Ξανάρθε παρέα μα τον γραμματιζούμενο Μαρκούδη.Τώρα το αίτημα τίθονταν ξάστερα: "δώστε μου τη δυνατότητα να σας διατάζω για μια νύχτα,μ' άλλα λόγια υπακούστε στο σχέδιό μου κι οι βραχίονες του ποταμού θα ζευχθούν και ο στρατός θα τους διαβεί χωρίς κίνδυνο"."Ανάγκας και οι Θεοί πείθονται" και οι αξιωματικοί πείστηκαν.Τα τελευταία χρόνια,που το γεγονός έχει γνωστοποιηθεί και διαδοθεί,όλοι οι ντόπιοι και οι ειδήμονες γνωρίζουν πως ο Γιώργης Νταλιγκάρος πέτυχε τη ζεύξη του ποταμού κατασκευάζοντας τις πλωτές φέφυρες.

'Εβαλε τις κουλακιώτικες πλάβες (βάρκες) πλάι πλάι,τις στερέωσε με σχοινιά και πάνω τους κάρφωσε σανίδια.Πάνω σ' αυτόν τον πλωτό διάδρομο πάτησαν τα πεζά τμήματα και το ιππικό για να περάσουν τον ποταμό.Οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν μπορούν να περιγραφούν σ' αυτό το κείμενο,ούτε είναι άλλωστε κι αυτός ο σκοπός του.Σκοπός του είναι να καταδείξει την ανιδιοτέλεια,τη φιλοπατρία και την ευφυία του κατασκευαστή.Την ομόθυμη έκρηξη προσφοράς των συμπατριωτών του.Άλλοι διέθεσαν τις πλάβες,το μόνο ίσως περιουσιακό τους στοιχείο,άλλοι τα βαρέλια τους,άλλοι τα σχοινιά τους,ό,τι ξύλινο υπήρχε στα σπίτια τους κι άλλοι ολόκληρη την πραμάτεια τους όπως ο Γράμπας κι ο Μαρκούδης.Δεν ήξεραν την ακριβή σημασία του έργου τους,δεν ήταν στη θέση των στρατιωτικών,που ήξεραν πόση σημασία είχε η έγκαιρη διάβαση του ποταμού.Εκείνη την ώρα τους καλούσε η ανύπαρκτη ακόμη πατρίδα στο καθήκον.Κι αυτοί το έπραξαν.Δεν ζήτησαν ανταλλάγματα για την προσφορά τους.Ούτε από δημόσια αξιώματα γνώριζαν,ούτε από φοροαπαλλαγές.Φτωχοί κι αγράμματοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία,πεντακόσια σχεδόν χρόνια στον τουρκικό ζυγό,δίχως συνειδητή γνώση της πανάρχαιας ιστορίας που κουβαλούσε ο τόπος τους,έπραξαν ό,τι τους προέταξε η καρδιά τους.Κι αυτή έλεγε: Ελλάδα.

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ.

Στις 24 Οκτωβρίου,η 7η μεραρχία και το απόσπασμα των ευζώνων διάβηκαν τους δύο βραχίονες του ποταμού και στρατοπέδευσαν στο Τέκελι.

΄Οσο οι άλλες μεραρχίες περίμεναν το Μηχανικό και η μόνη που είχε διαβεί τον Αξιό ήταν η 7η,διατάχθηκε να προχωρήσει μέσω της σημερινής οδού 26ης Οκτωβρίου και να στρατοπεδεύσει 1500 μέτρα από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.Ήδη λοιπόν την 26η Οκτωβρίου το πρωί,πριν ακόμα υπογραφεί το Πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους,η στρατιωτική ισορρπία αποκαταστάθηκε.Αφ' ενός οι Τούρκοι υπέγραψαν την παράδοση,αφ' ετέρου οι Βούλγαροι αντιλήφθηκαν ότι η Θεσσαλονίκη δεν ήταν πια ανοχύρωτη πόλη.Στις 11 το βράδυ την 26η Οκτωβρίου,ο Χασάν Ταξίν παρέδωσε την πόλη σ' αυτούς από τους οποίους οι πρόγονοί του την είχαν κατακτήσει.Από τη μία υπογράφει ο Χασάν Ταξίν και από την άλλη οι πληρεξούσιοι του Αρχιστράτηγου Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς.Οι Βούλγαροι προέλασαν μέχρι τις βορειοδυτικές συνοικίες της πόλης,όμως βρήκαν παρατεταγμένους τους άνδρες της 7ης μεραρχίας μπροστά τους.Ήδη τους είχε γίνει γνωστή η παράδοση της πόλης από τους Τούρκους.Έτσι δεν προέβησαν σε εχθροπραξίες.Το μόνο που κατάφεραν ήταν να συμμετέχουν στην παρέλαση που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 29 Οκτωβρίου,παρουσία του βασιλέως Γεωργίου Α'.

Στην άλλη πλευρά της πόλης,πέρα από τον πλημμυρισμένο Αξιό,ο βασιλιάς της μιας νύχτας Νταλιγκάρης,ο Γράμπας,ο Μαρκούδης,ο Αναγνωστόπουλος κι όλοι οι αφανείς εργάτες της Κουλακιάς (Χαλάστρας),που με ανιδιοτέλεια και έκρηξη πατριωτισμού συμμετείχαν στο θαυμαστό έργο της ζεύξης του Αξιού,με το οποίο αποφεύχθηκε στην ουσία η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Βουλγάρους,συνέχιζαν την ταπεινή ζωή τους.

Ακολούθησαν χρόνια φορτωμένα με σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν την νεότερη ιστορία της Ελλάδας.Όλοι τα γνωρίζουμε.Το κατόρθωμα αυτό παρέμεινε άγνωστο για χρόνια πολλά.Είναι αυτή η έλλειψη επίδειξης της ιστορικής ταυτότητας,η έλλειψη της καλώς εννοούμενης περηφάνειας,η οποία απουσιάζει από τους κατοίκους της πανάρχαιας αυτής περιοχής.Ούτε η ρήση του Λυκόφρωνος για τον Μέγα Αλέξανδρο "Θεσπρωτός άμφω και Χαλαστραίος Λέων καλείται" μπόρεσε να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το ιστορικό βάρος που φέρει η λέξη ΧΑΛΑΣΤΡΑ.

Η αλήθεια έχει κι άλλο πρόσωπο: ότι η αρχαιολογική σκαπάνη δεν ερεύνησε σε βάθος ακόμη τη Μακεδονική Γη.Όποτε το επιχειρεί,θαύματα αναδύονται από τα σπλάχνα της.

Γρηγόρης Χαντές.

 

=============================================== 


Α' Βαλκανικός Πόλεμος





Α' Βαλκανικός Πόλεμος



Χρονολογία 30 Σεπτεμβρίου 1912 – 30 Μαΐου 1913


Τόπος          Βαλκανική Χερσόνησος, Αιγαίο Πέλαγος


Έκβαση      Νίκη του Βαλκανικού Συνασπισμού


Εμπλεκόμενες πλευρές



Βαλκανικός Συνασπισμός



    Ελλάδα

    Μαυροβούνιο

    Σερβία

    Βουλγαρία



 ==================



Οθωμανική Αυτοκρατορία

 Αλβανικά τμήματα


===================

Δυνάμεις


Ελλάδα 129.000 πεζικό, 1.000 ιππικό, 180 πυροβόλα, 4 αεροσκάφη

Μαυροβούνιο 35.000 πεζικό, 130 πυροβόλα

Σερβία 220.000 πεζικό, 3.000 ιππικό, 500 πυροβόλα

Βουλγαρία 300.000 πεζικό, 5.000 ιππικό, 720 πυροβόλα

         

Oθωμανική Αυτοκρατορία 340.000 πεζικό, 6.000 ιππικό, 850 πυροβόλα εκστρατείας, 750 πυροβόλα φρουρίων


Απώλειες


Ελλάδα 2.373 νεκροί, 9.295 τραυματίες

Μαυροβούνιο 2.430 νεκροί, 6.602 τραυματίες, νεκροί από άλλα αίτια

Σερβία 5.000 νεκροί, 18.000 τραυματίες, 6.698 νεκροί από άλλα αίτια

Βουλγαρία 19.835 νεκροί, 36.877 τραυματίες, 4.926 αγνοούμενοι

         

Οθωμανική Αυτοκρατορία 50.000 νεκροί, 100.000 τραυματίες, 115.000 αιχμάλωτοι, 75.000 νεκροί από άλλα αίτια


Μετά τη προηγηθείσα συμμαχία των Βαλκανικών κρατών (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα, και Βουλγαρία), στις 30 Σεπτεμβρίου του 1912 οι βαλκανικές αυτές χώρες έστειλαν συλλογικά τελεσίγραφο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με το οποίο ζητούσαν την διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία όπως ήταν φυσικό απέρριψε το τελεσίγραφο αυτό, που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως Διακοίνωση των Τεσσάρων Χριστιανικών Κρατών με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν ραγδαίες. Ο πόλεμος αυτός κηρύχθηκε επίσημα στις 9 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς ημερομηνία που εξέπνεε το τελεσίγραφο, πλην όμως οι επιστρατεύσεις στις σύμμαχες Χώρες ξεκίνησαν πέντε ημέρες πριν. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι την τελευταία στιγμή η Οθωμανική αυτοκρατορία πρότεινε στην Ελλάδα να μη συμμετάσχει στον πόλεμο, με αντάλλαγμα την οριστική εκχώρηση της Κρήτης στην χώρα.

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Λονδίνου (1913) που συνομολογήθηκε μεταξύ των νικητών συμμάχων, (Ελλάδας-Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου και Σερβίας) αφενός και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου.

Κατάσταση στις παραμονές του πολέμου


Από το καλοκαίρι του 1912 ο κίνδυνος πολεμικής ανάφλεξης στα Βαλκάνια φαίνονταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός, ιδιαίτερα από μέρους της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, που είχαν συνάψει ήδη συμφωνία κοινής επιθέσεως εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος είχε υπολογίσει την έναρξη του πολέμου την άνοιξη του 1913, έβλεπε όμως το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά. Επιχείρησε να ολοκληρώσει το πλέγμα των βαλκανικών συμμαχιών της Ελλάδας, συνάπτοντας συμφωνίες από κοινού επίθεσης με Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο. Οι συμφωνίες αυτές υπογράφτηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 1912.
Στρατιωτική προετοιμασία

Η στρατιωτική προετοιμασία της Ελλάδας ήταν από τους κύριους στόχους του κινήματος στο Γουδί το 1909. Ως ακόλουθο αυτών των ετοιμασιών στα μέσα Ιανουαρίου 1912 έφτασε στην Ελλάδα γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του στρατού. Αντίστοιχη βρετανική αποστολή έφτασε στις 11 Απριλίου για την εκπαίδευση του στόλου.

 
To Θωρακισμένο Καταδρομικό Γεώργιος Αβέρωφ.

Ένα ακόμη μέλημα του Ελ. Βενιζέλου ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα στο στράτευμα. Για αυτό το λόγο, τον Μάρτιο του 1912 επανέφερε τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε απομακρυνθεί μετά το κίνημα του 1909. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες παραγγελίες σε στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν χάρη στην θεαματική ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Το νεότευκτο θωρηκτό καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ», αποτελούσε την πιο σύγχρονη μονάδα των αντίπαλων στόλων, αλλά ο τουρκικός στόλος παρέμενε υπέρτερος του ελληνικού τόσο σε αριθμό, όσο και σε πλήθος και διαμέτρημα πυροβόλων. Καθώς δε ο πόλεμος εξερράγη προτού ολοκληρωθεί η ανανέωση του ελληνικού στόλου, το ένα τρίτο του, δηλ. το σύνολο των νέων αντιτορπιλικών και υποβρυχίων, δεν είχαν ακόμα παραληφθεί, ενώ υπήρχε έλλειψη πυρομαχικών ακόμα και για τον «Αβέρωφ» κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου.

Ο ελληνικός στρατός τις παραμονές του πολέμου ανέρχονταν σε δύναμη 135.000 ανδρών. Ο Βενιζέλος, επίσης, έσπευσε να ενισχύσει τον στόλο με παραγγελίες νέων πλοίων ακόμη και την τελευταία στιγμή. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν χωρισμένος σε δύο συγκροτήματα: Ένα υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο (4 μεραρχίες ενεργού στρατού, 3 εφεδρικές και μία ταξιαρχία ιππικού), και ένα υπό τον στρατηγό Σαπουντζάκη (ένα σύνταγμα πεζικού, 4 τάγματα ευζώνων, ένα τάγμα εθνοφρουρών, 2 μοίρες πυροβολικού και μία ίλη ιππικού).

Πριν από την έναρξη του πολέμου είχαν αποσταλεί στη Μακεδονία περίπου 250 Μακεδονομάχοι, με αποστολή να προετοιμάσουν τον πληθυσμό και να οργανώσουν ομάδες ανταρτών που θα δρούσαν επικουρικά στον Ελληνικό Στρατό.

Διπλωματική προετοιμασία

Για τον Βενιζέλο ήταν ολοφάνερο ότι η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία θα οδηγούνταν σε διαμελισμό. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική η ιδέα να επαναληφθεί το σφάλμα που οδήγησε στην ήττα του 1897, μιας αντιμετώπισης της Τουρκίας χωρίς συμμάχους ήταν αδιανόητη. Η Ελλάδα για να εξασφαλίσει μια θέση στον Βαλκανικό συνασπισμό έπρεπε να πείσει τους εν δυνάμει συμμάχους ότι:

    Θα προσέφερε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα που θα την καθιστούσε απαραίτητη στην συμμαχία.

    Θα επεδείκνυε διάθεση για συμβιβασμό προκειμένου να ξεπεραστούν δυσεπίλυτα προβλήματα.

Από το φθινόπωρο του 1911, μέχρι τις παραμονές του πολέμου, όλα τα βαλκανικά κράτη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο επιδόθηκαν σε μαραθώνιο μυστικών διαπραγματεύσεων, που κατέληξαν σε μία σειρά από διμερείς συνθήκες και στρατιωτικές συμβάσεις. Αυτό το πλέγμα διμερών σχέσεων ονομάστηκε «Βαλκανικός Συνασπισμός».

Οι διαπραγματεύσεις και τα κείμενα των συνθηκών που κατέληξαν χαρακτηρίστηκαν από απόλυτη μυστικότητα. Στην Ελλάδα εκτός από τον Βενιζέλο και τον Βασιλιά Γεώργιο ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξη και την πορεία των διαπραγματεύσεων. Ο ίδιος ο Βενιζέλος όταν διαπραγματευόταν με τον Βούλγαρο πρωθυπουργό, δεν γνώριζε το κείμενο της σερβοβουλγαρικής συνθήκης. Πολύ περισσότερο, πλήρη άγνοια είχαν οι Μεγάλες Δυνάμεις με την εξαίρεση της Ρωσίας, η οποία υποστήριξε την σερβοβουλγαρική προσέγγιση.

Έναρξη πολέμου

Στις 4 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Με την Ελλάδα απέφυγε να κηρύξει τον πόλεμο ελπίζοντας ακόμα σε ειρηνικό διακανονισμό. Την αμέσως όμως επόμενη ημέρα, η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε εκείνη τον πόλεμο ως μέλος του Βαλκανικού Συνασπισμού.

Σύμφωνα με το σχέδιο επίθεσης, ο στρατός Θεσσαλίας με διοικητή τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα αναλάμβανε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων. Ο στρατός Ηπείρου με διοικητή τον στρατηγό Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη θα αναλάμβανε δευτερεύοντα ρόλο, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου του στρατού Θεσσαλίας.

Μέτωπα πολέμου


Μέτωπο Θεσσαλίας

Με την κήρυξη του πολέμου, ο στρατός Θεσσαλίας πέρασε τα σύνορα με στόχο την κατάληψη της Μακεδονίας. Στην πορεία του βόρεια αντιμετώπισε αρχικά μικρές τουρκικές δυνάμεις, καθώς ο κύριος στόχος του τουρκικού στρατού επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση των βουλγαρικών δυνάμεων στην Θράκη.

Στις 6 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, μπήκαν στην Ελασσόνα και την επόμενη μέρα βρέθηκαν στα στενά του Σαρανταπόρου, που υπερασπίζονταν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Η ελληνική επίθεση άρχισε το απόγευμα στις 9 Οκτωβρίου και ολοκληρώθηκε την επομένη με την αποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης ολόκληρο το πυροβολικό τους. Ο ελληνικός στρατός εισήλθε στα Σέρβια και αμέσως μετά προωθήθηκε ως τον ποταμό Αλιάκμονα. Στις 11 Οκτωβρίου μπήκε στην Κοζάνη.

 
Έφοδος ελληνικού πεζικού κατά την Μάχη των Γιαννιτσών.


Το Γενικό Στρατηγείο, που επικεφαλής του ήταν ο Κωνσταντίνος, αποφάσισε να κινηθεί ο ελληνικός στρατός βόρεια, με κατεύθυνση προς το Μοναστήρι και να συναντήσει τον σερβικό στρατό. Η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, όμως, διαφώνησε και έκρινε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ο στρατός να κινηθεί χωρίς καμία καθυστέρηση προς Θεσσαλονίκη, προς την οποία κατευθύνονταν δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού από τα βορειοδυτικά. Είναι χαρακτηριστική η περίφημη φράση του Βενιζέλου στον διάδοχο Κωνσταντίνο «σας απαγορεύω να πάτε στο Μοναστήρι, θα πάτε να απελευθερώσετε τη Θεσσαλονίκη». Ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να κάνει χρήση του αξιώματός του και να στείλει τον βασιλέα Γεώργιο Α' στο μέτωπο για να κάμψει την αντίσταση του Κωνσταντίνου και να κατευθύνει τον ελληνικό στρατό προς τη Θεσσαλονίκη.

Η επόμενη μεγάλη μάχη δόθηκε στις 19-20 Οκτωβρίου στη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου οι Τούρκοι είχαν παρατάξει ισχυρές δυνάμεις, ώστε να ανακάψουν την πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη. Η ελληνική επίθεση ήταν επιτυχής και στις 20 Οκτωβρίου το πρωί εισήλθε στην πόλη των Γιαννιτσών. Στη συνέχεια, αφού επισκεύασε τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, ο ελληνικός στρατός πέρασε την ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού και άρχισε να προετοιμάζει την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

 
Ο τορπιλισμός του «Φετχί Μπουλέντ», στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό τορπιλοβόλο αρ.11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαρατήρητο κάτω από την μύτη των πυροβολείων του Καρα-μπουρνού ανατίναξε με δύο τορπίλες το γερασμένο Τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» το οποίο με τις μεγάλου βεληνεκούς πυροβολαρχίες του είχε αναλάβει την προστασία της πόλης από ξηράς και θαλάσσης. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στο ηθικό των αμυνομένων Τούρκων και επηρέασε την απόφαση του Ταξίν Πασά να παραδώσει την πόλη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Την ίδια μέρα, στην Άνω Τζουμαγιά, ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια, Αθανάσιος Σουλιώτης κλήθηκε να συναντήσει εκεί το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ αλλά αντί αυτού συνάντησε τελικά τον Έλληνα στην καταγωγή, υπίατρο του Βουλγαρικού στρατού, Φίλιππο Νίκογλου (από τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας), ο οποίος του εκμυστηρεύτηκε ότι οι Βούλγαροι προτίθενται να επιτεθούν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη.

Στις 25 Οκτωβρίου οι Ευρωπαίοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης και ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ παρουσιάστηκαν στις εμπροσθοφυλακές του Ελληνικού στρατού στην περιοχή Τοψίου (νυν Γέφυρα) έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να παραδώσουν υπό όρους τη Θεσσαλονίκη στον Ελληνικό στρατό. Η πρόταση των Τούρκων ήταν να αποσυρθεί ως το τέλος του πολέμου ο στρατός τους με όλο τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού. Ο Διάδοχος απέρριψε αυτή την πρόταση και αντιπρότεινε την παράδοση του τουρκικού στρατού αφοπλισμένου, εκτός των αξιωματικών που θα έφεραν τα ξίφη τους. Στη συνέχεια ως αιχμάλωτοι πολέμου θα μεταφέρονταν με δαπάνες του Ελληνικού Κράτους στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη. Με τις διαπραγματεύσεις αυτές χανόταν πολύτιμος χρόνος και απειλείτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον βουλγαρικό στρατό που πλησίαζε υπό τον στρατηγό Τοντόρωφ. Λέγεται ότι ο Βενιζέλος διέταξε τον Κωνσταντίνο (ο οποίος σχεδίαζε πορεία προς το Μοναστήρι) να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνο για ενδεχόμενη απώλειά της.

Τελικά ο Ταξίν πασάς αποδέχθηκε τους όρους του Κωνσταντίνου. Στις 11 το πρωί της 26 Οκτωβρίου, εορτή του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Αυτό είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα από τον τότε έφεδρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη. Από την ελληνική πλευρά συνυπέγραψαν οι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης και από την τουρκική πλευρά ο Ταξίμ πασάς, στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Την επόμενη ημέρα (27 Οκτωβρίου) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίνονταν στους Έλληνες όλη η φρουρά της Θεσσαλονίκης η οποία ανέρχονταν σε 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικούς με όλο τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους. 

Το πρωί της 27 Οκτ. εισήλθε στην πόλη ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Δαγκλής και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, ενώ ο Ίων Δραγούμης με τον μακεδονομάχο λοχαγό Αθαν. Εξαδάκτυλο ύψωσαν την ελληνική σημαία στον εξώστη του ελληνικού προξενείου. Το απόγευμα μπήκαν στην πόλη δύο ευζωνικά τάγματα της Ζ' μεραρχίας, ενώ οι Α', Β', Γ', Δ' μεραρχίες με την υπόλοιπη δύναμη της Ζ' έλαβαν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη. Βάσει του πρωτοκόλλου παράδοσης όλοι οι Οθωμανοί αξιωματικοί θα κρατούσαν τον οπλισμό τους. Επίσης οπλισμένη θα παρέμενε η Οθωμανική χωροφυλακή, για την τήρηση της Τάξης. Την 28 Οκτωβρίου εισήλθε στην πόλη ο Διάδοχος και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με τους επιτελείς του και το μεσημέρι τελέστηκε πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Αγίου Μηνά. Στις 29 έφτασε στην πόλη και ο Βασιλιάς Γεώργιος και κατευθύνθηκε προς τον Λευκό Πύργο όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Κατόπιν κατέλυσε στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στην οδό Επαύλεων. Τις τρεις αυτές ημέρες, 26-29 Οκτωβρίου πολλοί πλούσιοι μουσουλμάνοι αναχώρησαν φοβισμένοι για την Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία.

Από τις 26 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος είχε στείλει μήνυμα προς το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ που κατευθύνονταν με μία μεραρχία προς τη Θεσσαλονίκη, ότι η πόλη είχε ήδη απελευθερωθεί και ότι μπορούσε να διαθέσει τις δυνάμεις του σε άλλες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά ο Θεοδωρώφ έστειλε απεσταλμένο αξιωματικό στον Ταξίν πασά ζητώντας του να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, παρόμοιο με εκείνο που μόλις είχε συνάψει με τους Έλληνες, προκειμένου να εμφανιστεί ως συναπελευθερωτής της πόλης. Ο Ταξίν αρνήθηκε και μάλιστα ζήτησε την προστασία του Ελληνικού στρατού επειδή μονάδες του που είχαν ήδη παραδοθεί στον Ελληνικό στρατό δεχόταν επιθέσεις από Βουλγαρικά τμήματα.

Ο Θεοδωρώφ φθάνοντας στις 28 Οκτωβρίου έξω από τη Θεσσαλονίκη ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να εισέλθουν δύο βουλγαρικά τάγματα στη Θεσσαλονίκη υπό τους πρίγκηπες Μπόρις και Κύριλλο, με το πρόσχημα της ανάπαυσης. Στην πράξη η βουλγαρική δύναμη που εισήλθε στην πόλη ανήλθε σε ολόκληρο σύνταγμα το οποίο στρατωνίσθηκε κυρίως σε Εβραϊκά και εξαρχικά οικήματα.
 
Οι υπόλοιπες χερσαίες επιχειρήσεις στην Μακεδονία

 
Εύζωνες μετά την Μάχη του Μπιζανίου.

Η Χαλκιδική απελευθερώθηκε από σώματα «προσκόπων» (μονάδες ελαφρού πεζικού). Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου στο Μακεδονικό μέτωπο η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε από τη λίμνη Δοϊράνη μέχρι τον ποταμό Στρυμώνα.

Στην δυτική Μακεδονία η V μεραρχία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις τουρκικές δυνάμεις (40.000 άνδρες) που προάσπιζαν το Μοναστήρι και παρά την ενίσχυση της από τμήματα της III και της VI μεραρχίας δεν πρόλαβε να απελευθερώσει το Μοναστήρι το οποίο καταλήφθηκε τελικά από τους Σέρβους.

Μέτωπο Ηπείρου

 
Η παράδοση των Ιωαννίνων

Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν αμυντικός. Μόλις στις 12 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στη Φιλιππιάδα και στις 21 παραδόθηκε η Πρέβεζα μετά τη μάχη στη Νικόπολη την προηγούμενη μέρα και με την υποστήριξη ναυτικών μονάδων. Στη συνέχεια, ακολούθησε ενεργητική δραστηριότητα με κατεύθυνση προς τα Ιωάννινα, τα οποία υπερασπίζονταν ο Τούρκος διοικητής Εσσάτ Πασάς. Ύστερα από μάχη στην τοποθεσία Πέντε Πηγάδια (24-30 Οκτωβρίου) οι ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις σταθεροποίησαν τις θέσεις τους στην περιοχή.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στις 5 Νοεμβρίου 1912, μικρή δύναμη με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Σπύρο Σπυρομήλιο αποβιβάστηκε στη Χειμάρα και στις 7 Δεκεμβρίου ο στρατός Μακεδονίας εισήλθε στην Κορυτσά.

Στο μέτωπο νότια των Ιωαννίνων, στο Μπιζάνι, οι Τούρκοι είχαν οργανώσει βάσει γερμανικών σχεδίων οχυρωματικά έργα: ισχυρά πυροβολεία, πυροβόλα και τσιμεντένια χαρακώματα, καθιστώντας αδύνατη την προέλαση του ελληνικού στρατού με τις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε στην περιοχή. Όταν τελικά το μέτωπο στη Μακεδονία σταθεροποιήθηκε και μεταφέρθηκαν ενισχύσεις ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τα Ιωάννινα στις 22 Φεβρουαρίου 1913, αφού υποχρέωσε τις τουρκικές δυνάμεις του Μπιζανίου σε συνθηκολόγηση (Μάχη του Μπιζανίου). Ύστερα από τα Ιωάννινα ο στρατός κινήθηκε βόρεια: στις 27 Φεβρουαρίου εισήλθε στο Αργυρόκαστρο και στις 3 Μαρτίου στους Αγίους Σαράντα, ολοκληρώνοντας την απελευθέρωση της Ηπείρου.


Η δράση του Ελληνικού Στόλου

Από την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο Ελληνικός στόλος, που ήταν και η κύρια συνεισφορά της Ελλάδος στην Βαλκανική συμμαχία, ανέλαβε ουσιαστική δράση. Σε μία ενέργεια ανάλογη με αυτή του Βότση στην Θεσσαλονίκη στις 8 Νοεμβρίου το τορπιλοβόλο αρ.14 ανάγκασε τουρκική κανονιοφόρο που προστάτευε τις Κυδωνίες να αυτοβυθιστεί.

Ο Ελληνικός στόλος, υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου: απέπλευσε αμέσως βορειοανατολικά και άρχισε περιπολίες έξω από τα Δαρδανέλια. Ο τουρκικός στόλος, ο οποίος λόγω της παρουσίας του ιταλικού στο Αιγαίο από τον Απρίλιο του 1912 είχε παραμείνει προφυλαγμένος μέσα στα Στενά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει έγκαιρα. Στις 8 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η Λήμνος και άρχισε η μετατροπή του φυσικού λιμανιού της, του Μούδρου, σε ναυτική βάση και ορμητήριο του ελληνικού στόλου. Από τις 6 Οκτωβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου του 1912 μικτά αγήματα του στόλου απελευθέρωσαν, όλα σχεδόν τα νησιά του ανατολικού και βόρειου Αιγαίου:

    02/03/1912: Σάμος.
    17/10/1912 Ίμβρος, Θάσος και Άγιος Ευστράτιος.
    18/10/1912 Σαμοθράκη.
    21/10/1912: Ψαρά.
    24/10/1912: Τένεδος.
    2/11/1912: χερσόνησος Αγίου Όρους.
    11/11/1912: Λέσβος.
    13/11/1912: Χίος.
    14/11/1912: Οινούσσες.
    27/11/1912: Ικαρία.

Κατά την διάρκεια των ναυτικών επιχειρήσεων σημειώθηκαν και τα εξής γεγονότα:

    19/10/1912: Το τορπιλλοβόλο 11 βυθίζει το Θ/Κ «Φετχ-ι-Μπουλέντ»
    12/11/1912: Το τορπιλλοβόλο 14 τορπιλλίζει την Κ/Φ Τραπεζούς.
    09/12/1912: Τορπιλλική επίθεση του Υ/Β Δελφίν κατά του Κ/Τ Μετζητιέ και 4 Α/Τ, με την υποστήριξη 4 ελληνικών Α/Τ. Η επίθεση απέτυχε, αλλά η καθυστέριση που προκάλεσε επέτρεψε στο Θ/Κ Αβέρωφ να καταφθάσει και να εκδιώξει τα τουρκικά πολεμικά.

 
Β. Χατζής, Η ναυμαχία της Έλλης, 13 Δεκεμβρίου 1912 (π. 1913). Ελαιογραφία. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας.


Στις 3 Δεκεμβρίου 1912 μπροστά στα Δαρδανέλλια ο ελληνικός στόλος σημείωσε την πρώτη μεγάλη ναυτική επιτυχία κατά του οθωμανικού, ο οποίος προσπάθησε να βγει από τα Στενά. Τελικά υποχώρησε με σημαντικές απώλειες και υλικές ζημιές.

Στις 5 Δεκεμβρίου ο τουρκικός στόλος βγήκε για δεύτερη φόρα από τα Στενά, σε μια προσπάθεια να ανάκτησει το χαμένο κύρος του και τον έλεγχο του Αιγαίου. Σε μικρή απόσταση από την Λήμνο συνάντησε τον ελληνικό στόλο με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ». Έπειτα από σύντομη καταδίωξη από το ελληνικό θωρηκτό, τα τουρκικά πλοία υποχώρησαν και πάλι προς τα Στενά.

Μετά την δεύτερη αυτή ναυτική αναμέτρηση, ο τουρκικός στόλος δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για ανάκτηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και παρέμεινε προφυλαγμένος πίσω από τα Στενά.

Επιχειρήσεις των συμμάχων

Βουλγαρία

 
Βουλγαρικές δυνάμεις, κατά την πολιορκία της Αδριανούπολης.

Σύμφωνα με τα σχέδια των επιχειρήσεων, με την κήρυξη του πολέμου ο κύριος όγκος του βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νότια, προς την Θράκη. Οι Σαράντα Εκκλησίες καταλήφθηκαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση και αμέσως μετά τέθηκε σε πολιορκία η Αδριανούπολη. Η βουλγαρική επίθεση ανακόπηκε στη γραμμή Τσατάλτζας στις 4 Νοεμβρίου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η Αδριανούπολη μετά από πολιορκία μηνών τελικά έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων, στις 22 Φεβρουαρίου 1913. Επίσης καταλήφθηκε και η Ραιδεστός στις ακτές της Προποντίδας.

Μέρος του Βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά έχοντας ως στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Κατόρθωσε να καταλάβει την Καβάλα και τις Σέρρες, αλλά όπως προαναφέρθηκε δεν πρόλαβε να μπει στην Θεσσαλονίκη πριν τον ελληνικό στρατό. Όμως η Βουλγαρία συνέχισε να διεκδικεί μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας και τη Θεσσαλονίκη, καθώς δεν υπήρχε συμφωνία για τη διανομή των εδαφών. Με άδεια του νομάρχη Αργυρόπουλου ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα της Εμπορικής και Οικονομικής Τράπεζας της Σόφιας, με σκοπό την προσέλκυση τουρκικών και εβραϊκών κεφαλαίων. Η τράπεζα αυτή έπαυσε να λειτουργεί το καλοκαίρι του 1913 μετά την εκδίωξη των Βουλγάρων από τη Θεσσαλονίκη (Καραθανάσης, σ. 6).

Σερβία

Ο σερβικός στρατός κατευθύνθηκε νότια και νοτιοανατολικά και κατέλαβε διαδοχικά τις πόλεις: Νόβι Παζάρ, Μητροβίτσα, Πρίστινα, Σκόπια, Μοναστήρι και περνώντας τον Αξιό, το Κρίβολακ, το Ιστίπ και τη Γευγελή. Προωθήθηκε και προς τα δυτικά, μέχρι την Αδριατική και κατέλαβε το Δυρράχιο και το βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας, σε συνεργασία και με το Μαυροβούνιο.

Μαυροβούνιο

Μαυροβούνιοι στρατιώτες μεταφέρουν κανόνι

Ο στρατός του Μαυροβουνίου κατέλαβε την πόλη Σκόδρα, στις 13 Απριλίου 1913.

Προστριβές μεταξύ των συμμάχων

Οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη του Βαλκανικού Συνασπισμού, σχετικά με την οριστική διανομή των εδαφών της ευρωπαϊκής Τουρκίας, εμφανίστηκαν με την ραγδαία προέλαση των στρατευμάτων του Συνασπισμού προς την Μακεδονία. Η Βουλγαρία, που είχε επικεντρώσει τις δυνάμεις της και προς την Θράκη, διεκδικούσε και στην Μακεδονία εδάφη τα οποία είχε καταλάβει ήδη ο ελληνικός στρατός και, σύμφωνα με βουλγαροσερβική συνθήκη, εδάφη που είχαν περιέλθει στην κατοχή της Σερβίας.

Η Ελλάδα, δεν δεσμευόταν με κάποια συνθήκη διανομής εδαφών. Η Σερβία, διεκδικούσε όχι μόνο τα εδάφη της Μακεδονίας που είχε στην κατοχή της, αλλά και την έξοδό της προς την Αδριατική, η οποία απειλούνταν από την δημιουργία αλβανικού κράτους. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι συγκρούσεις του Α' Βαλκανικού Πολέμου, είχε αρχίσει η αντιπαράθεση για την οριστική διανομή των νεοαποκτηθέντων εδαφών.

Διπλωματία και διασκέψεις ειρήνης

Χάρτης με τις αλληλοσυγκρουόμενες εδαφικές διεκδικήσεις των βαλκανικών κρατών κατά τη Διάσκεψη του Λονδίνου

Από την έναρξη των συγκρούσεων οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν προσπαθήσει να ελέγξουν την κατάσταση: εν μέρει για να εξασφαλίσουν η καθεμιά τα δικά της ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή και εν μέρει για να αποφύγουν να μετατραπεί η κρίση σε γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Σε αυτά τα πλαίσια ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Σερ Εδουάρδου Γκρέυ, άρχισε εντατικές διαπραγματεύσεις προς αυτές τις κατευθύνσεις.

Οι Μεγάλες δυνάμεις δέχτηκαν την πρόταση του Γκρέυ να συγκληθεί διάσκεψη των πρεσβευτών τους στο Λονδίνο υπό την προεδρία του. Ταυτόχρονα, κάλεσε και τους εμπόλεμους σε διάσκεψη ειρήνης. Για τα εμπόλεμα κράτη η ειρηνευτική διάσκεψη ήταν ευκαιρία όχι μόνο να υπογράψουν τη συνθήκη ειρήνης που θα διαμόρφωνε το μεταπολεμικό εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια, αλλά και να λύσουν τις ενδοσυμμαχικές διαφορές και να εξασφαλίσουν την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων για τα γενικότερα συμφέροντά τους. Παρά τις διαφωνίες τους, στα θέματα διανομής των νεοαπεκτειθέντων εδαφών, οι βαλκανικοί σύμμαχοι παρέταξαν ενιαίο μέτωπο απέναντι στην Υψηλή Πύλη, η οποία αρνιόταν να αποδεχτεί ως τετελεσμένο γεγονός την απώλεια των ευρωπαϊκών της εδαφών και εφάρμοσε τακτική κωλυσιεργίας. Μετά όμως τις διαδοχικές ήττες στα πεδία των μαχών και όταν πια διαφαινόταν το μη αναστρέψιμο των συγκρούσεων (ιδιαίτερα μετά την ναυμαχία της Λήμνου), η τουρκική κυβέρνηση Κιαμήλ Πασά φάνηκε διατεθειμένη να αποδεχτεί το τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Αλλά στις 10 Ιανουαρίου εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τον Εμβέρ Πασά που ανέτρεψε την προηγούμενη μετριοπαθή κυβέρνηση και η νέα εθνικιστική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης απέρριψε το τελεσίγραφο.

Ωστόσο στις 29 Ιανουαρίου, η νέα κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης ζήτησε εκ νέου την μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτές απαίτησαν από τους εμπόλεμους να αποδεχτούν την άνευ όρων μεσολάβησή τους για την σύνταξη του κειμένου της συνθήκης ειρήνης. Η Τουρκία φυσικά δέχτηκε αμέσως, διότι η κατάσταση είχε επιδεινωθεί γι’ αυτήν σε όλα τα μέτωπα. Οι Μεγ. Δυνάμεις δεν έσπευσαν να αναγνωρίσουν το γεγονός της κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό, για λόγους που σχετίζονται με τα δικά τους συμφέροντα. Το ίδιο έκανε και μερίδα των Εβραίων της πόλης οι οποίοι οραματίζονταν μια αυτόνομη Θεσσαλονίκη υπό ισραηλιτική διοίκηση. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί ήταν υπέρ της διεθνοποίησης της πόλης.

Σημαντική για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη ήταν η συμβολή του Γεν. Διοικητή της πόλης Γ. Ρακτιβάν που είχε φτάσει εκεί ως εκπρόσωπος της Ελλάδας την 27 Οκτωβρίου. Ο Ρακτιβάν και οι συνεργάτες του είχαν να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς αξιωματικούς και χωροφύλακες που κυκλοφορούσαν φέροντες ξίφη, τους διστακτικούς Εβραίους και τους Βουλγάρους που εμφανίζονταν ως συγκυρίαρχοι. Οι Βούλγαροι είχαν διώξει τους Έλληνες πρόσφυγες από την Αχειροποίητο και την Αγ. Σοφία και άλλους χώρους. Ο Ρακτιβάν συγκρότησε σώμα δασοφυλακής, εκπόνησε ρυμοτομικά σχέδια, οργάνωσε υγειονομική υπηρεσία, φρόντισε τις αρχαιότητες και εισήγαγε τον ελληνικό οργανισμό των δικαστηρίων. Ταυτόχρονα, τον Δεκέμβριο του 1912, ο Βενιζέλος αγωνιζόταν στη διάσκεψη του Λονδίνου για την μόνιμη κατακύρωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα. Στην ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στην ελληνική διοίκηση συνέβαλαν επίσης ο στρατιωτικός διοικητής πρίγκηπας Νικόλαος, ο νομάρχης Αργυρόπουλος και ο οικονομολόγος Γ. Καφινάς. Η Θεσσαλονίκη αναστατώθηκε και πάλι τον Μάρτιο του 1913 με τη δολοφονία του Βασιλιά Γεωργίου. Οι Βούλγαροι συνέχιζαν να προβάλουν αξιώσεις οχυρωμένοι στην Αγία Σοφία σε σχολεία, στους σημερινούς στρατώνες. Ο Ελληνικός Στρατός τελικώς τους εκδίωξε στις 16 και 17 Ιουνίου 1913 στα πλαίσια των επιχειρήσεων του Β' Βαλκανικού Πολέμου.

Συνθήκη του Λονδίνου

Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη συνθήκη του Λονδίνου (1913) η οποία περιλάμβανε τα εξής κύρια σημεία:

    παραχώρηση στις χώρες του Βαλκανικού Συνασπισμού όλων των εδαφών δυτικά της Γραμμής Αίνου-Μηδείας

    την ρύθμιση του καθεστώτος της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, σε επόμενη διάσκεψη

    την παραχώρηση της Κρήτης στους Συμμάχους

    την ρύθμιση της τύχης των νησιών του Αιγαίου και της χερσονήσου του Άθω από τις Μεγάλες Δυνάμεις (επίσης σε μελλοντική διάσκεψη).

Η συνθήκη ειρήνης υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 17 (30) Μαϊου 1913. Δύο μέρες αργότερα υπογράφτηκε στην Θεσσαλονίκη η ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας και συνεργασίας.

Η διάσκεψη ειρήνης τελικά δημιούργησε λόγους για νέες προστριβές μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων: η δημιουργία αλβανικού κράτους, που θα στερούσε την έξοδο προς στην Αδριατική στη Σερβία, την ανάγκασε να γίνει πιο αδιάλλακτη στις σχέσεις της με την Βουλγαρία και να αθετήσει τις υποσχέσεις για παραχώρηση εδαφών (ως αποζημίωση) που είχε οριστεί εξαρχής με διακρατική συμφωνία. Ένας άλλος παράγοντας προστριβών ήταν και η έλλειψη ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας για την διανομή των νέων εδαφών, καθώς και οι «φιλομακεδονικοί» κύκλοι στην Βουλγαρία, που απαιτούσαν άμεση βουλγαρική προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.

Η Ελλάδα ήταν πλέον έτοιμη να αντιμετωπίσει από κοινού με την Σερβία την απειλή του πρώην συμμάχου τους, της Βουλγαρίας.



===========================================
ΠΗΓΕΣ







==================================================



             Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ~ Μηχανή του Χρόνου




Δημοσίευση σχολίου