Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Διαχωρισμός Εκκλησίας - Κράτους

Διαχωρισμός εκκλησίας - κράτους: Τι λέει το Σύνταγμα για τα Θρησκευτικά




Τι σημαίνει "χωρισμός εκκλησίας - κράτους" ;  



Έχω μια απορία. Μιλάμε για διαχωρισμό κράτους και εκκλησιάς. Αυτό, αν συμβεί, τι θα σημαίνει σε πρακτικούς όρους; Εντάξει, δε θα κάνουν τα παιδιά προσευχή σχολείο, δε θα έχουμε το Χριστούλη στον πίνακα, αλλά οι κληρικοί θα είναι περισσότερο υπόλογοι στο κράτος; Θα αρθεί κάποια ασυλία της οποίας απολαμβάνουν τώρα; Αυτό τι θα σημαίνει για αυτούς και για το κράτος ; 

Βασίλης

==============

Αγαπητέ Βασίλη, 

Ο πλήρης και οριστικός χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος (συνταγματικώς και νομικώς) έχει πολλές παραμέτρους μερικές από τις οποίες είναι αυτές που αναφέρεις, δηλαδή κατάργηση προσευχής και εκκλησιασμού στα σχολεία, αντικατάσταση της ορθόδοξης κατήχησης (Θρησκευτικά) από ένα μάθημα θρησκειολογίας, απομάκρυνση θρησκευτικών συμβόλων από δημόσια κτίρια και υπηρεσίες (σχολεία, δικαστήρια).

 Επίσης θα πρέπει να καταργηθεί ο αγιασμός στο Βουλευτήριο και να αλλάξει ο τρόπος ορκωμοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, της κυβέρνησης και των λοιπών αρχών. 

Περαιτέρω, θα πρέπει να διακανονιστούν οι εκατέρωθεν οικονομικές εκκρεμότητες (η Εκκλησία έχει κατά καιρούς εγείρει απαιτήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου από δημεύσεις ή και παραχωρήσεις περιουσιακών της στοιχείων) και το Ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει να σταματήσει να μισθοδοτεί και να ασφαλίζει τους κληρικούς. 

Επίσης, δεδομένου ότι η Εκκλησία (και οι Μητροπόλεις και οι Ιερές Μονές) είναι μη κυβερνητικοί οργανισμοί (όπως έχει κρίνει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) θα πρέπει να απωλέσουν τον χαρακτήρα των ν.π.δ.δ., ώστε να μην απολαμβάνουν της προστασίας και των προνομίων που έχουν τα κρατικά ν.π.δ.δ. Έτσι ούτε θα διορίζονται με Προεδρικά Διατάγματα οι επίσκοποι ούτε θα υπάρχει υποχρέωση χρήσης του ΑΣΕΠ για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους ούτε βέβαια θα έχει η Εκκλησία ατέλειες ή δικονομικά προνόμια. 

Περαιτέρω, θα πρέπει να καταργηθεί η νομοθεσία περί Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, να καταργηθούν ή τροποποιηθούν τα άρθρα του Συντάγματος περί αναπαλλοτρίωτου της περιουσίας των Πατριαρχείων και περί του καθεστώτος του Αγίου Όρους (το οποίο θα πρέπει να γίνει περιφέρεια της χώρας με αιρετές αρχές ΟΤΑ και θα πρέπει να καταργηθεί το λεγόμενο «άβατο»). 

Ακόμη, θα πρέπει να καταργηθούν όλες οι διοικητικές αρμοδιότητες της εκκλησίας (πλην της ονοματοδοσίας με το βάπτισμα και της τέλεσης θρησκευτικού γάμου). Έτσι η Εκκλησία θα γίνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και θα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές των πιστών της (παγκάρια κλπ) οι οποίες θα φορολογούνται κανονικά με τις διατάξεις περί φόρου δωρεάς. 

Εξυπακούεται ότι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου πρέπει να γίνουν και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο (ΚΙΣ) και οι Ισραηλιτικές Κοινότητες καθώς και οι Μουσουλμανικές Κοινότητες και οι Μουφτείες (όλα αυτά σήμερα είναι ΝΠΔΔ). 

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα διαθέτει νομική προσωπικότητα ιδιωτικού δικαίου(Ν. 2731/99, άρθρο 33). Η ίδια επικαλείται τη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου του 1830 και ζητά να αναγνωριστεί και αυτή ως ΝΠΔΔ. Εννοείται ότι εάν όλες οι άλλες εκκλησίες γίνουν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, το αίτημα της Καθολικής Εκκλησίας δεν θα έχει νόημα. 

Από τα παραπάνω, ελπίζω να κατέστη σαφές ότι ο πλήρης χωρισμός εκκλησίας – κράτους είναι σύνθετο θέμα. Πέρα όμως από αυτό, τόσο σημαντικά ζητήματα νομίζω ότι δεν λύνονται με διατάγματα. Η επιρροή της Εκκλησίας επί της πολιτείας δεν έχει να κάνει τόσο με το θεσμικό πλαίσιο όσο με την πολιτική δύναμη της Εκκλησίας (ελέγχει ψήφους). Κι αυτό κανένας νόμος δεν μπορεί να το αλλάξει. 

Τέλος, σήμερα οι κληρικοί δεν απολαμβάνουν κανενός είδους ασυλίας. Για το νόμο υπόκεινται ακριβώς στο ίδιο καθεστώς με όλους τους πολίτες. Ιερείς και επίσκοποι δικάζονται κανονικά από τα τακτικά δικαστήρια εάν παραβούν το νόμο (π.χ. υπάρχει πρώην Μητροπολίτης στον Κορυδαλλό για οικονομικά εγκλήματα). 

=========================================





Κράτος και Εκκλησία
του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΠΟΥΤΑ
δικηγόρος


Tο θέμα του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας βρίσκεται στην επικαιρότητα, κατά περίεργο τρόπο, γιατί παραπέμπει στην άποψη ότι δήθεν τα υπαρκτά και ανύπαρκτα σκάνδαλα μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, από άρρωστα μέλη της, κληρικούς και λαϊκούς, οφείλονται στη σχέση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, όπως λειτουργεί σήμερα. Αυτό είναι λάθος. Στη συνέχεια, θα υπογραμμίσω μερικά σημεία, τα οποία μπορούν να ξεκαθαρίσουν λίγο το θέμα αυτό, το οποίο όσο περνά ο καιρός σκοτίζεται ακόμη περισσότερο από τις ποικίλες γνώμες και απόψεις, έγκυρες και μη, που διατυπώνονται. Γενικώς, επί του θέματος φαίνεται να κυριαρχεί η άγνοια ή η ημιμάθεια.

Κράτος και Εκκλησία

Όταν κάνουμε λόγο για χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας πολλοί εννοούν δύο θεσμούς που είναι μεταξύ τους ενωμένοι και πρέπει να χωρίσουν. Θα πρέπει να δούμε ποιοι είναι αυτοί που πρόκειται να χωρίσουν.

Όταν λέμε Κράτος-Πολιτεία εννοούμε όλη τη συντεταγμένη πολιτεία με τα όργανά της, εννοούμε τους πολίτες μιας χώρας μαζί με τους εκλεγμένους άρχοντες, αλλά και τους νόμους επί τη βάσει των οποίων λειτουργεί η Πολιτεία αυτή.

Και όταν λέμε Εκκλησία εννοούμε όλα τα μέλη της που είναι βαπτισμένα και κατά ποικίλους τρόπους και βαθμούς ζουν μέσα στην εκκλησία, καθώς επίσης και τα όργανά της, Ιερά Σύνοδος, μητροπόλεις, ενορίες, μονές, που έχουν ρυθμισθεί να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της εκκλησίας.

Έχοντας αυτά υπόψη, τουλάχιστον ως προς την Εκκλησία που πρέπει να χωρίσει από το Κράτος, εννοούμε τρεις πραγματικότητες. Η μία είναι τα μέλη της, η δεύτερη είναι η διοίκησή της και η τρίτη είναι η παράδοσή της.

Τα μέλη της Εκκλησίας προφανώς δεν μπορούν να χωρίσουν από το Κράτος, γιατί είναι ταυτοχρόνως πολίτες του συγκεκριμένου Κράτους, ακόμη και πολιτικοί ηγέτες. Η παράδοση της ελληνικής κοινωνίας που έχει εμποτισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι δύσκολο να χωρισθεί από το Κράτος, αφού αυτή η παράδοση έχει γίνει εν πολλοίς ήθη και έθιμα των κατοίκων της πολιτείας και δεν μπορεί εύκολα η πολιτεία να αποδεσμευθεί από αυτή, διότι οι περισσότεροι πολίτες επιθυμούν να τηρούν αυτές τις παραδόσεις που έχουν σχέση με τις εορτές και τον τρόπο ζωής.

Οπότε, απομένει ως χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος να εννοούμε το χωρισμό της διοίκησης της Εκκλησίας από τη διοίκηση του Κράτους.
Declaration
Το κείμενο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας το 1776


Χωρισμός ή αναθεώρηση - οριοθέτηση των σχέσεων ;

Η έννοια του χωρισμού έχει σχέση με τον αποχωρισμό και αυτό ερμηνεύεται με την έννοια του διαζυγίου, δηλαδή τελεία διακοπή των σχέσεων. Θα πρέπει το Κράτος, σύμφωνα με την άποψη αυτή, να αποσπασθεί από τη σχέση του με την Εκκλησία ή η Εκκλησία να χωρισθεί από το Κράτος. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει σε μια συντεταγμένη πολιτεία.

Η συνταγματική ρύθμιση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας δεν γίνεται μόνον με το άρθρο 3 που χαρακτηρίζει ως επικρατούσα θρησκεία τη θρησκεία της ορθόδοξης εκκλησίας, αλλά μ' ένα ευρύτερο πλέγμα διατάξεων όπου κορυφαία θέση κατέχει το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας.

Κρίσιμο είναι κυρίως όλο το κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης (προστασία ιδιωτικού βίου, δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ελευθερία του λόγου, προστασία της ιδιοκτησίας κ.λ.π.). Από τεχνικής πλευράς σημασία έχει το άρθρο 18 παρ.3 (αναπαλλοτρίωτο της περιουσίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων, της Μονής του Σινά και των Μονών της Αγίας Αναστασίας, των Βλατάδων και του Ευαγγελισμού στην Πάτμο) και το άρθρο 105 (καθεστώς του Αγίου Όρους).

Το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας δεν περιορίζει καθόλου την θρησκευτική ελευθερία τόσο ως ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσο και ως ελευθερία της λατρείας. Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται σε συνταγματικό επίπεδο πλήρως. Υπάρχουν, όμως, σοβαρά προβλήματα στο επίπεδο της παλιότερης νομοθεσίας, της νομολογίας και της διοικητικής πρακτικής. Τα μεγάλα μέτωπα είναι η οριοθέτηση και η ποινική μεταχείριση του προσηλυτισμού, η ίδρυση ευκτήριων οίκων και ναών από ετεροδόξους ή αλλόθρησκους, η μεταχείριση των αντιρρησιών συνείδησης και η διδασκαλία των θρησκευτικών σε σχέση με τους μαθητές που δεν ακολουθούν το ορθόδοξο δόγμα.

Αυτό λέγεται από την άποψη ότι ούτως ή άλλως η Εκκλησία ως ένας οργανισμός θα πρέπει να έχει κάποια σχέση με το Κράτος, αφού δεν μπορεί να είναι τελείως ανεξάρτητη. Τίποτε μέσα σε ένα Κράτος δεν μπορεί να είναι τελείως ανεξάρτητο, γιατί τότε αυτό θα ήταν ένα κράτος εν κράτει. Κάθε οργανισμός πρέπει να έχει μια νομική προσωπικότητα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, θα πρέπει να έχει κάποια σχέση με το Κράτος.
Οπότε, δεν μπορούμε να μιλούμε για χωρισμό, αλλά για μια ενδεχόμενη αναθεώρηση ή νέα οριοθέτηση των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοικήσεως σε δύο σημεία, ήτοι στον Καταστατικό Χάρτη και την εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Δεν μπορούμε διαφορετικά να εννοήσουμε την έννοια του χωρισμού.

Ακριβώς γι' αυτόν το λόγο είναι λάθος η φράση «χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας» και από την άποψη των όρων Εκκλησία και Πολιτεία και από την άποψη του χωρισμού.


Σχέσεις με τους Μουσουλμάνους της Θράκης

Θα πρέπει να ρυθμισθούν ανάλογα και οι σχέσεις της Ελληνικής Πολιτείας με τους Μουσουλμάνους της Θράκης και να μελετηθεί το θέμα αυτό σε σχέση με τη Συνθήκη της Λωζάννης, σύμφωνα με την οποία οι θρησκευτικοί αρχηγοί (μουφτής) θεωρούνται ως «δημόσιοι λειτουργοί». Ακόμη και οι ισραηλιτικές κοινότητες είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Έτσι, δεν είναι ορθό να υποβιβασθεί η Εκκλησία της Ελλάδος, χωρίς να αναθεωρηθούν οι σχέσεις της ελληνικής πολιτείας με τους μουσουλμάνους, και αυτό μάλιστα το τελευταίο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, γιατί δεν το επιτρέπει η Συνθήκη της Λωζάννης και επομένως μια διαφορετική ρύθμιση θα έχει οδυνηρές συνέπειες στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδος.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να αντιμετωπισθούν και οι σχέσεις με όλες τις άλλες θρησκείες και ομολογίες.

Υπάρχει πολιτική βούληση για το χωρισμό;

 Αριστοτέλης

Ο λεγόμενος όμως χωρισμός χρησιμοποιείται πολλές φορές για πολιτική σκοπιμότητα, αλλά τελικά όσες φορές χρειάσθηκε να προχωρήσει κάτι σταμάτησε από τους ίδιους τους πολιτικούς.

Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποσχέσεις και προγράμματα των κομμάτων για το χωρισμό «Εκκλησίας και Πολιτείας», αλλά ούτε καθορίζεται τι είναι χωρισμός ούτε υπάρχει πολιτική βούληση για ένα τέτοιο έργο. Η ιστορία του θέματος αυτού το αποδεικνύει περίτρανα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1987 συστήθηκε μεικτή επιτροπή για τη μελέτη του θέματος, η οποία ύστερα από 36 πολύωρες συνεδριάσεις κατέληξε στα εξής βασικά σημεία: (α) να γίνει μια συμφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας που θα καθορίζονται μερικά πλαίσια βασικών αρχών (β) να καταρτισθεί νέος νόμος που να έχει λίγα άρθρα και πολλές εξουσιοδοτήσεις κανονιστικού περιεχομένου και (γ) να χαρακτηρισθεί η Εκκλησία ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ειδικού χαρακτήρα. Όμως αυτή η συμφωνία παρέμεινε στα συρτάρια κάποιου γραφείου και δεν προχώρησε στην υλοποίηση.

Και η δυσπραγία αυτή γίνεται φανερή από ένα σημαντικό λόγο. Η Πολιτεία δεν θα ήθελε ποτέ μια ανεξέλεγκτη και ελεύθερη Εκκλησία, γιατί δεν γνωρίζει πού θα μπορούσε να οδηγήσει αυτή η ελευθερία, ήτοι θα μπορούσε να ευνοήσει την ασυδοσία μερικών μητροπολιτών ή την ανταρσία μερικών πρεσβυτέρων και μοναχών.

Άλλωστε, όπως έχει παρατηρηθεί, ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος με όλες τις επί μέρους κοινότητες ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έγινε για να ελέγχει το Κράτος την Εκκλησία.

Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος και γενικά όλη η σύγχρονη εκκλησιαστική νομοθεσία αποτελούν σήμερα, παρά την ανικανότητα μερικών διατάξεων, ασφαλιστική δικλίδα για διάφορες ανταρσίες, σχίσματα και διαιρέσεις μέσα στην Εκκλησία, ακόμη και για επιθετικότητες εναντίον της Πολιτείας.

Οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους λοιπόν δεν είναι πρόβλημα τωρινό και μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν ως μια μορφή του φιλοσοφικού προβλήματος της σχέσης πνεύματος και ύλης. Και σύμφωνα με τους θεολόγους επανέρχεται δριμύτερο κάθε φορά που επικρατεί η ψυχολογία της μεταπτωτικής περιόδου (της αμαρτίας), όταν δηλαδή εκκοσμικεύονται οι πνευματικά αναγεννημένοι χριστιανοί και ξαναγυρίζουν στην αμαρτωλή μεταπτωτική ψυχολογία. (Κι αν δεν είναι βέβαια η περίοδος που διανύουμε «μεταπτωτική»!)

Από την άλλη πλευρά, στην Ελλάδα, όσο και αν η άποψη που ακούγεται συχνότερα είναι η αντίθετη, η «διαπλοκή» των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα αρνητική. Στην Ελλάδα, όπως στην Ισπανία και την Ιρλανδία το θρήσκευμα ιστορικά ενώνει το λαό, αντίθετα με τη Γερμανία, όπου ιστορικά τον διαιρούσε. Το πρόβλημα της κοινωνίας των πολιτών τίθεται σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, ασφαλώς, αλλά δεν λύνεται με τον ίδιο τρόπο. Γιατί, αν επιχειρήσουμε να δώσουμε τις ίδιες λύσεις, όχι απλώς θα φτιάξουμε «εξαμβλώματα», αλλά και θα παραβιάσουμε την «επικουρικότητα», που αποτελεί βασική αρχή στην «αρχιτεκτονική» της Ενωμένης Ευρώπης.

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα το πρόβλημα της διάκρισης Κράτους - Εκκλησίας έχει λυθεί ιδιόμορφα και προ πολλού, αν και σίγουρα όχι ικανοποιητικά. Για παράδειγμα, το διαζύγιο ουδέποτε υπήρξε αξεπέραστο πρόβλημα - τουλάχιστον για την Εκκλησία, ενώ οι αμβλώσεις ήταν ουσιαστικά νόμιμες ακόμα κι όταν ήταν τυπικά παράνομες. Οι γιατροί, δηλαδή, προέβαιναν σε αμβλώσεις χωρίς να διώκονται ποινικά ούτε οι ίδιοι αλλά ούτε και οι κυοφορούσες. Αντίθετα στις ΗΠΑ ακόμα και τώρα είναι ουσιαστικά παράνομες, παρά το γεγονός ότι τυπικά είναι νόμιμες ήδη από το 1973. Και ένας από τους κυριότερους λόγους είναι ασφαλώς η ισχυρή αντίδραση των εκεί θρησκευτικών οργανώσεων.

Αντίθετα επίσης σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ απαγορεύεται να διδάσκεται η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου στα σχολεία, αν δεν διδάσκεται ταυτόχρονα και ισοδύναμα το Βιβλίο της Γενέσεως από την Παλαιά Διαθήκη. Προσοχή: οι παραβολές της Βίβλου διδάσκονται ακόμα ως «ισοδύναμη θεωρία ερμηνείας του κόσμου» με τις εξελικτικές θεωρίες. Πρόσφατα, μάλιστα τέθηκε αντίστοιχο θέμα και για τις θεωρίες δημιουργίας του Σύμπαντος (Big Bang)!

Ευτυχώς, στην Ελλάδα ουδέποτε τέθηκαν τέτοια ζητήματα και ούτε πρόκειται να τεθούν στο μέλλον.


   ==============================================



         
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

 Εκκλησία και Πολιτεία


ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου
Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Χωρισμός ή συναλληλία;



Πρόλογος

Το θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας επανέρ­χεται τον τελευταίο καιρό στο επιστημονικό προσκήνιο, διότι συχνά παρατηρούνται τριβές και προβλήματα στην αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία των δύο αυτών κορυ­φαίων θεσμών. Η ευθύνη για την δημιουργία των προβλη­μάτων στην νεοελληνική πραγματικότητα δεν είναι ισοβα­ρής και ισομερής· βαρύνει σχεδόν αποκλειστικά την Πολι­τεία, η οποία δεν παραμένει «είσω των οικείων όρων», δεν περιορίζεται στον δικό της ρόλο, που είναι διακριτός και συγκεκριμένος, δεν σέβεται τις αρμοδιότητες της Εκκλη­σίας, όπως και όσο πρέπει. Γι' αυτό και η συμπόρευση και η συνεργασία τους δεν είναι κάτι αυτονόητο και δεδομένο, αλλά ζητούμενο και επιδιωκόμενο.

Το θέμα έχει ευρύτατες διαστάσεις, συνδέεται εν πρώτοις με την ιστορία των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και με την αναζήτηση του ορθού σχήματος και μοντέλου αυτών των σχέσεων. Έχει ήδη παρατηρηθή από τον καθη­γητή Χρ. Ανδρούτσο ότι περί του «τις η σχέσις Εκκλησίας και Πολιτείας, τούτο πραγματεύεται η Εκκλησιαστική Ιστορία. Τις δε εξ επόψεως ορθοδόξου η ορθή Εκκλησίας και Πολιτείας σχέσις, περί τούτου αποφαίνεται το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο περί σχέσεων λοιπόν Εκκλησίας και Πολιτείας λόγος είναι εξ ανάγκης ιστορικός και κανονικός»[1]. Πέραν όμως αυτής της ορθής επι­στημονικά οριοθετήσεως του θέματος, πρέπει να προσθέ­σουμε ότι οι σχέσεις αυτές που περιγράφονται από την Εκκλησιαστική Ιστορία και κανονίζονται από το Κανονι­κό Δίκαιο, πρέπει να ερμηνευθούν και να οριοθετηθούν με βάση την φύση και την αποστολή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, όπως επίσης με βάση τον ρόλο και τη θέση της Πο­λιτείας μέσα στο σωτηριώδες για τον άνθρωπο σχέδιο του Θεού, μέσα στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας[2]. Είναι βέ­βαιο ότι δεν θα υπήρχαν μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς το θέμα, αν η αντιμετώπισή του ήταν καθαρά εκκλησιολογική και σωτηριολογική, όπως αυτή καθορίσθηκε από μεγάλους Αγίους Πατέρες και μεγάλους αγίους βασιλείς, και όπως υλοποιήθηκε και εφαρμόσθηκε κατά κανόνα με από­λυτη επιτυχία στο Βυζάντιο, στη Ρωμανία, υπό το σχήμα της συμφωνίας ή συναλληλίας των δύο εξουσιών.

 1. Ιστορική αναδρομή

Η μετά το σχίσμα του 11ου αιώνος επικράτηση κοσμι­κών κριτηρίων στο δυτικό τμήμα της Χριστιανοσύνης, η διεκδίκηση και κατοχή εκ μέρους του πάπα όχι μόνο της εκκλησιαστικής αλλά και της πολιτικής εξουσίας, με τη γνωστή θεωρία των δύο ξιφών στον αγώνα περί επιβολής, που συνετάραξε τη Δύση μέχρι τον 14ο αιώνα και διεμόρφωσε το σύστημα του Παποκαισαρισμού ή της Ιεροκρατίας, είχε καταλυτικές και διαλυτικές θα λέγαμε συνέπειες. Οδήγησε εν πρώτοις από αντίδραση τους ηγεμόνες της Δύ­σεως, αφού καταργήθηκαν τα όρια και έγινε φυρμός και σύγχυση των εξουσιών εις βάρος της Πολιτείας, να ακο­λουθήσουν και αυτοί την ίδια μέθοδο υποτάσσοντας όμως τώρα τελείως την εκκλησιαστική στην πολιτική εξουσία και διαμορφώνοντας το σύστημα της Πολιτειοκρατίας ή του Καισαροπαπισμού, το οποίο υπό την ηπιότερη μορφή της «νόμω κρατούσης πολιτείας», ανύπαρκτης στην ιστορία και παντελώς αδικαιολόγητης, ταλαιπωρεί την Εκκλησία της Ελλάδος και το νεοελληνικό κράτος, ταλαιπωρεί τον Ελλη­νισμό και την Ορθοδοξία, οι οποίοι στην ιστορική χρι­στιανική τους πορεία διά των αιώνων, εφαρμόζοντας πιστά τις ευαγγελικές και πατερικές παραδόσεις, αλλά ακόμη και τις αρχαιοελληνικές που επλούτισαν την ελληνορθόδοξη παράδοση, δεν θα μπορούσαν να έχουν καμμία σχέση με τα απολυταρχικά μοντέλα σχέσεων του Παποκαισαρισμού ή του Καισαροπαπισμού. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε στη χώ­ρα μας από τους Προτεστάντες Βαυαρούς συμβούλους του Όθωνος και μολονότι στη συνέχεια από τα διάφορα συντάγματα έγινε προσπάθεια υιοθετήσεως και εφαρμογής του σχήματος της συναλληλίας ή της συμφωνίας, βρίσκει τον τρόπο η Πολιτεία με αντισυνταγματικούς νόμους μέχρι σή­μερα να παρεμβαίνει με πολιτειοκρατική νοοτροπία και να τορπιλίζει την αρμονική συνεργασία και συμπόρευση των δύο θεσμών.

Ακόμη και η δημιουργία του άλλου συστήματος στις σχέσεις των δύο θεσμών, του χωρισμού Εκκλησίας και Πο­λιτείας, που υιοθέτησαν ήδη πολλά κράτη και τείνουν να υιοθετήσουν τα περισσότερα στην Ευρώπη και στην Αμε­ρική, σύμφωνα με το οποίο η Πολιτεία δεν έχει καμμία σχέ­ση με την Εκκλησία, και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών είναι ιδιωτική τους υπόθεση, με τις διάφορες μορ­φές εφαρμογής του συστήματος, είτε του επαχθούς και εχθρι­κού χωρισμού, είτε της πλήρους αδιαφορίας, είτε της ευμε­νούς ουδετερότητος, όπου επιτρέπεται η ανάπτυξη κάποι­ας συνεργασίας και συμπορεύσεως, και το σύστημα λοιπόν του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας προήλθε κατά τους πολιτειολόγους ως συνέπεια των κινημάτων της Αναγεν­νήσεως και του Διαφωτισμού που ενίσχυσαν τις ιδέες της ελευθερίας της συνειδήσεως και της θρησκευτικής ελευθε­ρίας και ανεξιθρησκείας. αυτές καταπιέσθηκαν κατά τον Μεσαίωνα και από την Ιεροκρατία και από την Πολιτειοκρατία, που τώρα δίνουν την θέση τους στα κοσμικά ή λαϊ­κά κράτη, τα οποία, για να αποφύγουν τον μονοφυσιτισμό των δύο προηγουμένων συστημάτων, υιοθετούν τον Νεστοριανισμό του χωρισμού και της διαιρέσεως. Δεν είχαν ιστο­ρικά την εμπειρία του ορθοδόξου μοντέλου της ενότητος και συμφωνίας των δύο εξουσιών, οι όποιες είναι και ενωμένες και διακριτές, υπάρχει ένωση ασύγχυτη και αδιαίρετη, που επιτρέπει την συνεργασία και την συμπόρευση.

2. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας ξενόφερτο σύστημα

Το αξιοπαρατήρητο είναι ότι στην Ελλάδα, την αμιγώς ορθόδοξη αυτή χώρα, της οποίας ο λαός και ως πολίτες του κράτους και ως μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται πως είναι ο ίδιος λαός της Ρωμιοσύνης, που θέλει τους δύο κορυφαί­ους θεσμούς ενωμένους και συνεργαζομένους μέσα στα πλαί­σια των αρμοδιοτήτων τους, τους είδε μέχρι τώρα από το 1821 συχνά σε σύγκρουση, γιατί οι πολιτικοί μας υιοθέτη­σαν την ξενική πολιτειοκρατία, και τους βλέπει τώρα πά­λι με ευθύνη της Πολιτείας να ακολουθούν τον δρόμο του χωρισμού, αφού θέληση και επιδίωξη των πολιτικών σχε­δόν στο σύνολό τους είναι να παύσει η Ελλάδα να είναι ένα ορθόδοξο χριστιανικό κράτος, και να μεταβληθεί σε ένα καθαρά κοσμικό λαϊκό κράτος, ουδέτερο θρησκευτικά και αχρωμάτιστο, γιατί έτσι μόνο ταιριάζει να είναι ως μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, αφού, όπως πρόσφατα διεκήρυξε ανώτατος Ευρωπαίος αξιωματούχος, «Η Ευρώπη τελειώνει εκεί που αρχίζει η Ορθοδοξία».

Γνωρίζω την εύλογη σ' αυτό αντίδραση των ευρωπαϊστών και ευρωπαϊζόντων, οι οποίοι αντιτάσσουν ότι η Ευρώπη δεν είναι μονολιθική και μονοδιάστατη, αλλά πλουραλι­στική και ποικίλη, είναι η Ευρώπη των λαών και των πο­λιτισμών. Είναι ασφαλώς η Ευρώπη των πολιτισμών, όπως όμως οι πολιτισμοί αυτοί προήλθαν τελικά στις διάφορες χώρες από τις πνευματικές διεργασίες που μνημονεύσαμε, όπου πρωταγωνιστούν ο Παπισμός, ο Προτεσταντισμός, η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Γαλλική Επανάσταση, ο Καπιταλισμός, ο Σοσιαλισμός και πολλές άλλες δυνάμεις, από την συνύπαρξη ή σύγκρουση των οποίων προήλθαν τα ισχύσαντα ή ισχύοντα σήμερα πολιτειακά και εκκλησια­στικά μοντέλα. Όλα αυτά επισυνέβησαν ερήμην του Ελλη­νισμού και της Ορθοδοξίας, οι οποίοι δεν έχουν καμμία ανάμειξη και καμμία ευθύνη για τα καλά και τα κακά του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, ιδιαίτερα όμως για το πνευματικό αδιέξοδο του δυτικού πολιτισμού, ο οποίος επαίρεται και στολίζεται και καμαρώνει για τα τεχνικά και υλικά επι­τεύγματά του, για την ευημερία και τα χρηματιστήρια, μέ­νει όμως απλός θεατής μπροστά στις συνέπειες αυτής της ύβρεως, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στις διοξίνες των τροφίμων, στην ανεξέλεγκτη πρόοδο της βιοϊατρικής και στην απαξίωση του ανθρωπίνου προσώπου, στην παγκόσμια και απολυταρχική εξουσία των Μ.Μ.Ε., στην παν­τοδυναμία των οικονομικών μεγαθηρίων, που ισοπέδωσαν πρόσφατα την Ορθόδοξη Σερβία και την αφάνισαν, για να ξοδέψουν ή για να δοκιμάσουν φονικά όπλα και να παραδειγματίσουν όποιον σκέπτεται να αντιδράσει και να αντι­σταθεί, για να περιορισθούμε σε λίγα από τα πολλά επιτεύγματα των Δυτικών, που πλήρωσαν και οι ίδιοι πολλές φορές τον εγωκεντρικό και υλοκρατούμενο πολιτισμό τους και την αίσθηση της παντοδυναμίας, με αδελφοκτόνους πο­λέμους και επαναστάσεις, με τον Χιτλερισμό και τον Φα­σισμό.

Με αυτά τα αρνητικά επιτεύγματα και αυτούς τους καρ­πούς μπορούμε και μεις να συμφωνήσουμε ότι η Ευρώπη τελειώνει εκεί που αρχίζει η Ορθοδοξία, η οποία όντως δεν έχει καμμία σχέση με αυτά και καμμία ευθύνη γι' αυτά, γι' αυτό και αποτελεί αξιόπιστο και ελπιδοφόρο παράγοντα στην αρχή της τρίτης χριστιανικής χιλιετίας. Αν λοιπόν οι πολιτικοί μας εκτιμούν ότι είναι σεβαστοί και αποδεκτοί οι κατά τόπους πολιτισμοί των λαών, τότε δεν χρειάζεται να σπεύδουν να υιοθετούν ξένα σχήματα και μοντέλα στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, είτε πολιτειοκρατικά είτε χωριστικά που δεν ευνοούν την συνεργασία και την συμπόρευση. Υπάρχει δοκιμασμένο το σχήμα της βυζαντινής συναλληλίας ή συμφωνίας, το οποίο παρέμεινε αρκετά ισχυ­ρό σε όλα τα συντάγματα του νεοελληνικού κράτους, παρά τις νομοθετικές πολιτειοκρατικές επεμβάσεις, τραυματίσθηκε όμως και αποψιλώθηκε στην συνταγματική μεταρ­ρύθμιση του 1975. Κατά την σχετική ανάλυση που κάνει στο έργο του «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας» ο αντι­πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Αναστάσιος Μαρίνος, από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι και το Σύνταγμα του 1952, «υπήρχεν εις, κατά το μάλλον ή ήττον, στενός δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, χωρίς όμως τούτο να σημαίνη κατ’ ανάγκην και ότι η Ορθοδοξία ήτο η "επίσημος" θρησκεία του Κράτους. Ο όρος "επικρατούσα θρησκεία" είχε την έννοια της θρησκείας οι οπαδοί της οποίας πλειοψηφούν. Ήτο δηλαδή η θρησκεία της πλειοψηφίας των Ελλήνων και διά τον λόγον αυτόν ετύγχανε μιας κατά το μάλλον ή ήττον ευνοϊκωτέρας με­ταχειρίσεως υπό της Πολιτείας εν τω πλαισίω της οποίας κατείχεν ιδιαιτέραν θέσιν. Είς ένδειξιν σεβασμού και ευγνω­μοσύνης προς την Εκκλησίαν αυτήν, όχι μόνον διότι εις τους κόλπους της ανήκεν η πλειονοψηφία του ελληνικού λαού και του ελληνισμού γενικώτερον, αλλά διότι οι λει­τουργοί αυτής πολλάς είχον προσφέρει εις το Έθνος υπη­ρεσίας, ιδία κατά την μακράν και σκοτεινήν περίοδον της δουλείας, ότε εβοήθησαν τον ελληνισμόν να διατηρήση την γλώσσαν του και τον εθνισμόν του ο συνταγματικός νομο­θέτης παρέσχεν εις αυτήν τα ως άνω προνόμια, χωρίς να περιορίση παντάπασιν τας άλλας εκκλησίας ή τας θρησκευτικάς κοινότητας των άλλων θρησκειών. Ουχ ήττον όμως είναι γεγονός ότι η Εκκλησία της Ορθοδοξίας είχε δεσπόζουσα θέσιν εις την ελληνικήν Πολιτείαν, ήτο η πρώ­τη μεταξύ όλων των κατ’ αρχήν ίσων θρησκειών και συ­νεπώς το ελληνικόν κράτος ήτο κράτος "θρησκευόμενον" πόρρω απέχον από του να θεωρείται "κοσμικόν " ή "λαϊκόν κράτος" »[3] .

3. Το Σύνταγμα του 1975 άνοιξε το δρόμο για το χω­ρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας

Από την ανάλυση αυτή μας ενδιαφέρει εδώ να κρατή­σουμε και να επισημάνουμε ότι μέχρι το 1975 υπήρχε στε­νός δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, ότι η ελληνική Πολιτεία εθρήσκευε και δεν είχε καμμία σχέση με το μοντέλο του κοσμικού ή λαϊκού κράτους. Δεν θα σχολιά­σουμε τους λόγους της ευνοϊκής αυτής θέσεως της Εκκλη­σίας, αν οφειλόταν μόνον εις το ότι ήταν η θρησκεία της πλειοψηφίας και εις το ότι οι λειτουργοί της είχαν βοηθή­σει κατά την δουλεία το Γένος, και αν επρόκειτο για πα­ραχώρηση προνομίων από την Πολιτεία στην Εκκλησία. Ίσως στη συνέχεια δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούμε και σ' αυτά. Σημασία έχει η διαπίστωση, η πολύ σημαντική, που δεν την έχουμε επαρκώς συνειδητοποιήσει, ότι με το σύνταγμα του 1975 η Ελλάδα παύει να είναι «θρησκεύον» χριστιανικό κράτος, παίρνει σαφείς αποστάσεις από την χρι­στιανική ορθόδοξη ταυτότητά της και προσπαθεί να εκκοσμικευθεί, προχωρεί προς την κατεύθυνση του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Η προσπάθεια μάλιστα αυτή ήταν τολμηρότερη και ευρύτερη στο κυβερνητικό σχέδιο του Συν­τάγματος, περιορίσθηκε όμως στο τελικό κείμενο μετά από τις αντιδράσεις της Εκκλησίας και άλλων φορέων[4]. Διερω­τάται λοιπόν κανείς πόσα περιθώρια συνεργασίας και συμπορεύσεως υπάρχουν και απομένουν σ' αυτήν την πορεία αποδεσμεύσεως Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία χαρα­κτηρίζεται από ευμενή ή δυσμενή ουδετερότητα της Πολι­τείας ή από πλήρη αδιαφορία της για τα θέματα της Εκκλη­σίας. Αυτό μοιάζει με το να δεχθούμε ότι οι σύζυγοι δεν συνεργάζονται καλά μέσα στο γάμο για το καλό των παιδιών τους, και ότι θα συνεργασθούν καλύτερα, όταν χωρίσουν, τη στιγμή μάλιστα που ούτε η Εκκλησία ως σύνολο πι­στών, ούτε η Πολιτεία ως σύνολο πολιτών ζητούν αυτόν τον χωρισμό, αλλά ωθούν σ' αυτό το διαζύγιο και αναγκάζουν πολιτικοί και τεχνοκράτες, χωρίς να τολμούν να θέσουν το θέμα σε δημοψήφισμα.

Το σύνταγμα του 1975 το κατήρτισε και το εψήφισε δε­ξιά κυβέρνηση, η οποία έτσι έδωσε καλά δείγματα ευρω­παϊκής νοοτροπίας εν όψει της εντάξεως της χώρας στην ΕΟΚ, την οποία τελικώς και επέτυχε. Τολμηρότερο και αποφασιστικώτερο το κυβερνόν σήμερα κόμμα έθεσε το θέ­μα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας στην ιδρυτική του διακήρυξη, όπου τονίζει την ανάγκη του οριστικού χω­ρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Οι παρατηρήσεις μάλι­στα της ομάδος που συνέστησε τότε το κόμμα για την κρί­ση του κυβερνητικού σχεδίου συντάγματος, εκδεδομένες σε ειδικό τομίδιο, τον πρόλογο του οποίου υπογράφει ο ση­μερινός πρωθυπουργός (Κ. Σημίτης), στην σχετική ενότη­τα περί Κράτους και Εκκλησίας αρχίζουν με την δυσμενή για την Εκκλησία εκτίμηση ότι «Η Ελλάδα είναι σήμε­ρα από τα ελάχιστα ευρωπαϊκά κράτη που έχουν επίσημη θρησκεία, καθορισμένη από το Σύνταγμα της και προνο­μιακά προστατευόμενη σε σχέση με τις άλλες γνωστές θρη­σκείες»[5]. Οι προτάσεις συμφωνούν στα περισσότερα με το κυβερνητικό σχέδιο και πλειοδοτούν στην αποδυνάμωση της θέσεως της Εκκλησίας μέσα στο Κράτος. Δεν αποτολμήθηκε βέβαια από τότε αλλαγή της καταστάσεως. Στις προθέσεις πάντως των κυβερνώντων δεν υπήρχε ευμενής ή ουδέτερος χωρισμός, αλλά δυσμενής και επαχθής για την Εκκλησία, χωρίς περιθώρια συνεργασίας και συμπορεύσεως, όπως φάνηκε από την ψήφιση του νόμου 1700/1987 για την εκκλησιαστική περιουσία, ο οποίος ήγειρε θύελλα αντιδράσεων, όχι μόνο γιατί ουσιαστικά εδήμευε την εκκλη­σιαστική και μοναστηριακή περιουσία, καταπατώντας τους ιερούς κανόνες και το δικαίωμα ιδιοκτησίας των μονών, αλλά και διότι επενέβαινε και στη διοίκηση της Εκκλησίας με τις διατάξεις για τα ενοριακά συμβούλια και την εκλο­γή των επισκόπων[6].

Αναφερθήκαμε στα ανωτέρω όχι για να πολιτικολογή­σουμε υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Αυτό δεν έχει νόημα, αφού σχεδόν το σύνολο των κομμάτων συμφωνούν σε γενικές γραμμές για τον χωρισμό Εκκλησίας και Πο­λιτείας. Είναι δυστύχημα για τον ελληνικό πολιτικό βίο, για τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, με εξαίρεση ίσως τον πρώτο κυβερνήτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια, που γι' αυτό άλλωστε δολοφονήθηκε, και τον στρατηγό Μακρυγιάννη, πως δεν βρέθηκαν πολιτικοί που θα κουβαλούσαν και θα διέσωζαν μέσα τους τις παραδόσεις, το μεγαλείο της Ρω­μιοσύνης, για να το μετουσιώσουν σε πολιτική πράξη και να προσδιορίσουν ανάλογα το πολιτικό γίγνεσθαι, με συνέπεια ξένες επιρροές και ξένα σχήματα να αλλοτριώνουν το πολιτιστικό μας πρόσωπο. Αν λοιπόν η Ευρώπη είναι Ευρώπη των πολιτισμών, και όχι απλώς Ευρώπη πολιτι­στικών διαφοροποιήσεων του Λατινοφραγκικού πολιτισμού, ας αναλάβουν τα πολιτικά μας κόμματα την ευθύνη όχι της εκκοσμικεύσεως του κράτους με τον χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά της ενδυναμώσεως του δεσμού τους κατά το πρότυπο της βυζαντινής συναλληλίας ή συμφωνίας, που λειτούργησε παραδειγματικά πάνω από χίλια χρόνια.

4. Πρότυπο σχέσεων η βυζαντιακή συναλληλία

Και μια και αναφερθήκαμε στην συναλληλία ή συμφω­νία, η οποία επιτρέπει και ευνοεί και ενισχύει την αρμονι­κή συνύπαρξη και συνεργασία των δύο θεσμών, πρέπει να διαλύσουμε εδώ μια παρεξήγηση επιστημονική, η οποία κυριαρχεί στους κύκλους των νομικών και των φιλολόγων-βυζαντινολόγων, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Σύμφωνα με την παρεξήγηση αυτή στο Βυζάντιο δεν έχομε το σύστημα της συναλληλίας ή συμφωνίας ή ομοταξίας ανάμεσα στην Εκκλη­σία και στην Πολιτεία, αλλά άκρατο και σκληρό Καισαροπαπισμό, πλήρη υποταγή της Εκκλησίας στην Πολιτεία, αφού ο αυτοκράτωρ ουσιαστικά είναι ο αρχηγός και της Εκκλησίας και επεμβαίνει σ' όλα τα ζητήματα ακόμη και στα δογματικά. Πρόκειται για εσφαλμένη και ανακριβή ιστορική εκτίμηση, η οποία πλάσθηκε και διατυπώθηκε στη Δύση και εξυπηρετούσε ομολογιακές αλλά και πολιτειολογικές σκοπιμότητες των Δυτικών. Σε όλα πράγματι τα σχετικά έργα των Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων η αντίθεση μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης, Ανατολής και Δύσεως, που κράτησε επί αιώνες, πριν από το σχίσμα και μετά από αυτό, εξηγείται κατά μεγάλο μέρος ως προσπάθεια των παπών να κρατήσουν την Εκκλησία ελεύθερη από τα δε­σμά και την υποταγή στον αυτοκράτορα, ο οποίος συνεχί­ζοντας τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση συνένωνε, ως Pontifex Maximus, στο πρόσωπό του την ιερατική και πο­λιτική εξουσία, και χρησιμοποιούσε ως υπαλλήλους τους πατριάρχες, τους οποίους ανέβαζε και κατέβαζε από τους θρόνους, όταν αντιδρούσαν στις αποφάσεις του. Στην θεο­λογική λοιπόν δυτική βιβλιογραφία κυριαρχικά έχει πε­ράσει η εικόνα πως στο Βυζάντιο η Εκκλησία είναι υπο­ταγμένη στην Πολιτεία, και πως μόνο ο πάπας αγωνιζόταν για μία ελεύθερη ανεξάρτητη και αυτόνομη από την Πολι­τεία Εκκλησία, και επομένως οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στο Βυζάντιο δεν αποτελούν καλό πρότυπο, για­τί εντάσσονται δήθεν στον Καισαροπαπισμό.

Η εικόνα αυτή διευκόλυνε τους επιστημονικούς κύκλους της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού να εντάξουν στον σκοτεινό Μεσαίωνα, τον οποίον εγνώρισαν και εδοκίμασαν στη Δύση, και το Βυζάντιο, το οποίο όμως δεν είχαν γνω­ρίσει και το είχαν παρεξηγήσει. Γι' αυτούς και ο δυτικός Παποκαισαρισμός και ο ανατολικός Καισαροπαπισμός ήσαν απολυταρχικά συστήματα, που παραβίαζαν την ελευθερία της συνειδήσεως και έπρεπε να εγκαταλειφθούν, ώστε στα κοσμικά λαϊκά κράτη, που προτάθηκε να δημιουργηθούν, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών να μη παίζουν κανένα ρόλο, και η Εκκλησία να περιορισθεί καθαρά στα λατρευτικά ή ευρύτερα στα δικά της έργα.

Αυτήν την εικόνα παρέλαβαν από τη δυτική βιβλιογρα­φία, που ταξινομεί και σχηματοποιεί τα συστήματα σχέ­σεων Εκκλησίας και Πολιτείας, και οι δικοί μας νομικοί και βυζαντινολόγοι στην πλειονότητα τους.

Είναι όμως αυτή η εικόνα ορθή, αληθινή και ακριβής; Υπάρχουν πάμπολλα κείμενα βυζαντινών αυτοκρατόρων που καθορίζουν αυτές τις σχέσεις, όχι απλώς ως σχέσεις συναλληλίας και ισοτιμίας των δύο εξουσιών, αλλά υπεροχής της Εκκλησίας, λόγω μεγαλυτέρας εγγύτητός της προς τον Θεό, ο οποίος θεωρείται ως πηγή και της πολιτικής εξου­σίας. Ο αυτοκράτωρ, παρά την εξέχουσα θέση του στην Πολιτεία, δεν είναι ποιμήν, αλλά ποιμαινόμενος, δεν ασκεί ιε­ρατικό λειτούργημα[7]. Η βασιλεία είναι πολύ κατώτερη από την Ιερωσύνη. Δεν έχει καμμία αρμοδιότητα και κανένα δικαίωμα να επεμβαίνει ο βασιλεύς εις τα της Εκκλησίας.

Όσες φορές αυτό επιχειρήθηκε, ως εξαίρεση του κανόνος της συναλληλίας και συμφωνίας, συνήντησε ισχυρή αντί­δραση εκ μέρους ισχυρών και θαρραλέων εκκλησιαστικών ηγετών που ανακαλούσαν τον αυτοκράτορα στη θέση του. Είναι π.χ. γνωστό πώς απήντησε ο Όσιος Κορδούης στον γιό του Μ. Κωνσταντίνου Κωνστάντιο το 356 όταν πίεζε τους επισκόπους να δεχθούν τον Αρειανισμό: «Μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, αλλά μάλλον παρ' ημών συ μάνθανε ταύτα. Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε. Και ώσπερ ο την σην αρχήν υποκλέπτων αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεώ, ούτω φοβήθητι, μη και συ τα της Εκκλησίας εις εαυτόν έλκων υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. Απόδοτε, γέγραπται, τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ[8]». Ανάλογες είναι οι απαντήσεις των αγίων Μαξίμου Ομολογητού, Ιωάννου Δαμασκηνού και Θεοδώρου Στουδίτου[9]. Από τα πολλά δε αυτοκρατορικά κείμενα που καθορίζουν αυτές τις σχέσεις συναλληλίας αρκεί εδώ να μνημονεύσουμε όσα λέγει ο αυτοκράτωρ Ιουστι­νιανός στην ΣΤ' Νεαρά του: «Μέγιστα εν ανθρώποις εστί δώρα Θεού, παρά της άνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας, ιερωσύνη τε και βασιλεία, η μεν τοις θείοις υπηρετουμένη, η δε των ανθρώπων εξάρχουσά τε και επιμελομένη, και εκ μιας τε και της αυτής αρχής εκατέρω προϊούσα και τον ανθρώπινον κοσμούσα βίον».

Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι οι θεολόγοι ερευνηταί, ιστορικοί, βυζαντινολόγοι, κανονολόγοι, που γνωρίζουν καλά την εκκλησιαστική γραμματεία, σχεδόν στο σύνολό τους διαπιστώνουν ορθώς ότι στο Βυζάντιο στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας υπάρχει το σχήμα συναλληλίας ή συμφωνίας και επικρίνουν την άποψη περί Καισαροπαπισμού[10]. Έτσι εκ των παλαιοτέρων ο Χρ. Ανδρούτσος, αφού διαπιστώσει ότι «οι αλλογενείς κριτικοί παρηρμήνευσαν έκπαλαι τα πράγματα, πολλή δε εν αυτοίς η ομί­χλη η επισκοτίζουσα την ορθήν των πραγμάτων αντίληψιν», καταλήγει συμπερασματικά λέγοντας τα εξής: «Μεταξύ λοιπόν Εκκλησίας και Πολιτείας παρά τοις Βυζαντιακοίς υπάρχει όχι μόνον αντίθεσις, αλλ’ ένωσις και συμμαχία, ως εκ της οποίας ούτε διενοήθησαν ώστε να υποδουλώσουσιν αλλήλας, ούτε επί ρητόν ή απροσδιόριστον χρόνον προδιέγραψαν τας ιδίας σχέσεις καταρτίσασαι τας λεγομένας συμ­βάσεις (Concordata), ούτε αιματηροί μεταξύ αυτών προεκλήθησαν αγώνες, ως εν τη Δύσει»[11]. Εκ των νεωτέρων ο καθηγητής Βλ. Φειδάς στο έργο του «Βυζάντιο» παρατηρεί επίσης σχετικώς: «Οι συνήθως υποστηριζόμενες αντιλήψεις περί καισαροπαπισμού σε διαλεκτική αντίθεση προς τον πα­ποκαισαρισμό της Δύσεως είναι ξένες προς την πραγματι­κή προβληματική της σχέσεως των δύο εξουσιών στο Βυ­ζάντιο. Η συνεργασία και αλληλοβοήθεια των εκπροσώ­πων των δύο εξουσιών, όχι μόνον δεν ανατρέπουν τα θε­σμικά πλαίσια, αλλά και τονίζουν πολύ περισσότερο την ενότητα της αποστολής και την ανάγκη αλληλοσυμπληρώσεως για την εκπλήρωσή της, όταν βεβαίως αυτή δεν αλλοιώνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε εξουσίας· γι' αυτό και δεν νομιμοποιήθηκε ποτέ παρέμβαση του αυτοκράτο­ρα στον εσώτερο κύκλο της πνευματικής αποστολής της Εκκλησίας»[12].

Ευτυχώς που αυτά διαπιστώνονται πλέον και από σο­βαρούς βυζαντινολόγους μη θεολόγους, ώστε να μη ισχύει πιθανή εκτίμηση μεροληπτικής κρίσεως. Ο Η. Gregoire στο συλλογικό έργο των Baynes και Moss, «Βυζάντιο. Εισαγω­γή στο Βυζαντινό Πολιτισμό», γράφει: «Έχομε υποστηρί­ξει ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο εσφαλμένο παρά η κατηγορία του καισαροπαπισμού, η οποία γενικά εκτοξεύεται κατά της Βυζαντινής Εκκλησίας, η κατηγορία ότι η Εκκλησία υπάκουε πειθήνια στις διαταγές του αυτο­κράτορα ακόμη και στη θρησκευτική σφαίρα. Είναι αλή­θεια ότι ο αυτοκράτορας πάντοτε ενδιαφερόταν για τα εκκλησιαστικά πράγματα: προσπαθούσε να διατηρήση ή να επιβάλη ενότητα στο δόγμα, αλλά όπως είδαμε με κανένα τρό­πο οι απαιτήσεις του δεν γίνονταν αποδεκτές πάντοτε δου­λικά». Και αφού αναφέρει αποτυχούσες προσπάθειες των βασιλέων να επιβάλουν στην Εκκλησία αιρετικές διδα­σκαλίες, επιλέγει τα εξής επίκαιρα και κατάλληλα ως προς την πιθανολογούμενη επίσκεψη του πάπα στην Ελλάδα και την καλλιέργεια φιλενωτικού κλίματος: «Κατά το δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο αιώνα οι αυτο­κράτορες ήταν, δυστυχώς, ανίσχυροι να εξασφαλίσουν την αναγνώριση από τον κλήρο της ενώσεως με τη Ρώμη και οι τελευταίοι Παλαιολόγοι ήταν τόσο λίγο καισαροπαπικοί, ώστε οι ίδιοι, μαζί με λίγους μόνο άλλους εκλεκτούς, ανήκαν στην ενωτική ελληνική ομάδα. Συνέβαινε κάτι ανάλογο με ωρισμένους νεώτερους αρχηγούς, οι οποίοι ήταν ξένοι προς την θρησκευτική πίστη της πλειονότητος των υπηκόων τους»[13].

Θα μνημονεύσουμε ακόμη στη συνάφεια αυτή τον ελλη­νικής καταγωγής Αμερικανό βυζαντινολόγο Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο, ο οποίος στο έργο του «Βυζαντινή Ανα­τολή και Λατινική Δύση» έχει περιλάβει ως δεύτερο κεφά­λαιο μελέτη του με τίτλο «Εκκλησία και Κράτος στη Βυ­ζαντινή Αυτοκρατορία. Αναθεώρηση του προβλήματος του Καισαροπαπισμού». Διαπιστώνει ότι «πρωταρχικός λόγος για την παλαιά χρήση του "Καισαροπαπισμού", που είναι νεόκοπη σύγχρονη δυτική έκφραση και δεν απαντιέται που­θενά στις βυζαντινές πηγές, είναι γιατί οι μελετητές προσπάθησαν πολύ συχνά να καθορίσουν τη βυζαντινή πολιτική θεωρία με βάση τη δυτική άποψη». Αναφέρει από την Επαναγωγή του Βασιλείου Μακεδόνος ή του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού το πολύ ενδιαφέρον κείμενο: «Της πολιτείας εκ μερών και μορίων αναλόγως τω ανθρώπω συνισταμένης, τα μέγι­στα και αναγκαιότατα μέρη βασιλεύς έστι και πατριάρχης· διό και η κατά ψυχήν και σώμα των υπηκόων ειρήνη και ευδαιμονία βασιλείας εστί και αρχιερωσύνης εν πάσιν ομοφροσύνη και συμφωνία». Παραθέτει επίσης και δήλωση του αυτοκράτορος Ιωάννου Τσιμισκή που την διασώζει ο Λέ­ων ο Διάκονος: «Δύο τας εν τώδε τω βίω γινώσκω (αρχάς) και τη κάτω περιφορά, ιερωσύνην και βασιλείαν, ων τη μεν την των ψυχών επιμέλειαν, τη δε την των σωμάτων κυβέρνησιν ενεχείρισεν ο Δημιουργός, ως αν μη τούτων χωλεύσοιτο μέρος, άρτιόν τε και ολόκληρον διασώζοιτο». Και σχολιάζοντας τα κείμενα αυτά γράφει: «Οι παραπάνω δη­λώσεις, που εύκολα μπορούν να πολλαπλασιασθούν, εκφρά­ζουν την ιδεώδη σχέση μεταξύ του imperium και του sacerdotium, σα να ήταν μία συμφωνική διωδία ανάμεσα σε δύο θεσμούς, που έχουν θεία προέλευση και πρωταρχικό σκοπό να δια­τηρήσουν την αρμονία ακολουθώντας το παράδειγμα της θείας τάξης στον ουρανό. Αυτός ο δεσμός, δύο θεία διορι­σμένων και με κάποια έννοια παράλληλων εξουσιών, είναι φανερό πως απέχει πολύ από την αντίληψη του Καισαροπαπισμού ή την ολοκληρωτική υποταγή της μιας δυνάμε­ως στην άλλη»[14].

Επίλογος - Συμπέρασμα

Το συμπέρασμα από την μέχρι τώρα ανάπτυξη ποιο είναι; Δεν προλάβαμε εν πρώτοις να θεμελιώσουμε εκκλησιολογικά και σωτηριολογικά τη φύση και την αποστολή της Εκκλησίας και της Πολιτείας, απ' όπου βγαίνει επίσης ευχερώς η ανάγκη συνεργασίας και συμπορεύσεως. Ούτε την εικόνα της διαδοχής των σχημάτων κάτω από τα οποία πορεύθηκε η Εκκλησία στην ιστορία δεν κάναμε απολύτως σαφή. Χωρισμός εχθρικός τους τρεις πρώτους αιώνες, συν­αλληλία μέχρι της πτώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, αναγκαστικός χωρισμός λόγω δουλείας επί Τουρκοκρα­τίας, συναλληλία συνταγματική στο νεώτερο ελληνικό κρά­τος με πολιτειοκρατικές νομοθετικές επεμβάσεις, απαρχή χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας με το σύνταγμα του 1975, κατά κοινήν σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων αποδοχήν. Πρέπει να επισημάνουμε ότι ο χωρισμός των τριών πρώτων αιώνων δεν ήταν ελεύθερη αποδοχή, αλλά αναγκαστική, όπως και επί Τουρκοκρατίας. Και στις δύο περι­πτώσεις η Εκκλησία έδειξε ότι δεν έχει ανάγκη τον Καί­σαρα, μπορεί να επιβιώσει ακόμα και διωκομένη. Αυτόν τον αναγκαστικό χωρισμό, τον μη εκούσιο, τώρα προσπα­θούμε να τον κάνουμε εκούσια επιλογή· θεωρούμε καλή απαρχή το σύνταγμα του 1975 που πρέπει να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί[15], αντιγράφοντας ξενικά πρότυπα και επηρεαζόμενοι από τις άδικες και ανακριβείς εκτιμήσεις των ξένων ειδικών για το Βυζάντιο. Οι περισσότεροι όμως από τους Έλληνες Ορθοδόξους δεν βλέπουν απ' έξω το Βυ­ζάντιο, ζουν από μέσα το Βυζάντιο, όσο και αν έχουν αλλά­ξει οι καιροί, μολονότι η εκκοσμίκευση απειλεί όχι μόνο το Κράτος αλλά και την Εκκλησία και τον Μοναχισμό ακό­μη. Δεν θέλουν τους δύο θεσμούς να συνεργάζονται και να συμπορεύονται χωρισμένοι και απομακρυσμένοι. Τι είδους άλλωστε συνεργασία και συμπόρευση θα είναι αυτή; Τους θέλουν ενωμένους κάτω από την κοινή ορθόδοξη πίστη με στόχο και αποστολή την διακονία των βιωτικών, αλλά κυ­ρίως των πνευματικών αναγκών, ως ένα καλό μοντέλο σχέ­σεων και για την Ευρώπη, στην οποία ο Παπισμός υπέκυ­ψε στον πειρασμό της δυνάμεως και της εξουσίας, δεν είπε «ύπαγε οπίσω μου Σατανά», με συνέπεια όλη η δεύτερη χι­λιετία, ερήμην της Ορθοδοξίας, να κυριαρχηθεί από ένα εγκόσμιο εκκοσμικευμένο Χριστιανισμό και να οδηγήσει στα κοσμικά και λαϊκά κράτη, που δεν έχουν τίποτε κοινό με το άγιο, θεοκεντρικό, θεανθρώπινο Βυζάντιο, με την πα­νώρια Ρωμιοσύνη.

[1] Χρήστου Ανδρούτσου, Εκκλησία και Πολιτεία εξ επόψεως Ορθοδόξου, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 4. Θαυμάσια ιστορικοκανονική ανάπτυξη και θεολογική διερεύνηση, με καλή και σύγχρονη βιβλιο­γραφική υποστήριξη βρίσκει κανείς στο έργο του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού, Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, Αθήνα 1977, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Μεσσηνίας.

[2] Για το θέμα αυτό βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου κατά τον Άγιον Ιωάννην Χρυσόστομον, Θεσσαλονίκη 19973, σελ. 163-167, όπου σε ιδιαίτε­ρη ενότητα με τίτλο «Η πολιτεία και οι λοιπαί μορφαί εξουσίας» αναπτύσσεται η σχετική προβληματική, ως και την μελέτη του καθη­γητού Κ. Μουρατιδου, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας κατά την διδασκαλίαν Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθήναι 1958.

[3] Αναστασίου Μαρίνου, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας (υπό το Σύνταγμα του 1975 και τον νέον Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), Αθήναι 1984, σελ. 16-17.

[4] Βλ. ενδεικτικώς Παναγιώτη Χριστινακή, Αι εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας «καινοτομίαι» του νέου Συντάγματος, Αθήναι 1975. Κ. Μουρατιδου, Εκκλησία-Πολιτεία-Σύνταγμα, Αθήναι 1975. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκοπίου, Εκκλησία και Σύνταγμα, Καβάλα 1985. Του αυτού, Συστήματα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Μορφαί του χωρισμού, Καβά­λα 1987.

[5] 5. Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, Σύνταγμα για μια Ελλάδα δημοκρατική. Εισηγήσεις της ομάδας Επιστημόνων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., Αθήνα 1975, Κέδρος, σελ. 13.

[6] Βλ. σχετικώς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η αλήθεια για την εκκλησιαστική περιουσία. Η αρχαία πράξη για την εκκλησια­στική περιουσία και οι παραβάτες της, Θεσσαλονίκη 1977, εκδ. Αδελφότητος «Λυδία». Του αυτού, Οι λαϊκοί στην Ορθόδοξη Εκκλη­σία, Θεσσαλονίκη 1989. Κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, «Εάλω η Εκκλησία;», Κοινωνία α’ τεύχος 1987 και ανάτυπο. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ-ΕΜΜ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ-ΠΑΝ. ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΝ. ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΗ, «Γνωμοδότησις περί της αντικανονικότητος και αντισυνταγματικότητος του Ν. 1700/87», ανάτυπο του περιοδικού Εκκλησία, Αθήναι 1987. Βλ. επίσης Βλ. ΦΕΙΔΑ, «Γνωμοδοτήσεις για τις διατάξεις του Νόμου 1700/87», ανάτυπο του περιοδικού Εκκλησία, Αθήναι 1987.

[7] Γιά τις σχέσεις ιερωσύνης και βασιλείας βλ. Π. χρηστου, «Ο βασιλεύς και ο ιερεύς εις το Βυζάντιον», Κληρονομία 3 (1971) 1-25.

[8]  Την επιστολή προς τον Κωνστάντιο (356) διέσωσε ο Μ. Αθανάσιος, Ιστορία Αρειανών 44, PG 25, 744-748.

[9] Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Εξήγησις της κινήσεως PG 90, 117: «Και ουδείς των βασιλέων ηδυνήθη μέσαις φωναίς πείσαι τους θεηγόρους πατέρας συμβιβασθήναι τοις επί αυτών αιρετίζουσι· αλλά ταις τραναίς και κυρίαις και καταλλήλοις τω ζητουμένω δόγματι εκέχρηντο, λέγοντες προφανώς, ότι ιερέων εστί το ζητείν και ορίζεσθαι περί των σωτηρίων δογμάτων της καθολικής Εκκλησίας. Και είπας· Τι ουν; Ουκ έστι πας βασιλεύς Χριστιανός και ιερεύς; Και είπον· Ουκ έστιν ουδέ γαρ παρίσταται θυσιαστηρίω, και μετά τον αγιασμόν του άρτου υψοί αυτόν, λέγων· Τα άγια τοις αγίοις. Ούτε βαπτίζει, ούτε μύρου τελετήν επιτελεί, ούτε χειροθετεί και ποιεί επισκόπους και πρεσβυτέρους και διακόνους· ούτε χρίει ναούς, ούτε τα σύμβολα της ιερωσύνης επιφέρεται, ωμοφόριον και το Ευαγγέλιον, ώσπερ της βα­σιλείας τον τε στέφανον και την αλουργίδα». ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Περί των αγίων εικόνων 12, PG 94,1296: «Ου βασιλέων εστί νομοθετείν τη Εκκλησία... Βασιλέων εστίν η πολιτική ευπραξία. η δε εκκλη­σιαστική κατάστασις ποιμένων και διδασκάλων». Του αυτού, αυτόθι 16, PG 94,1301-1304: «Ου δέχομαι βασιλέα τυραννικώς την ιερωσύνην αρπάζοντα... ου πείθομαι βασιλικοίς κανόσι διατάττεσθαι την Εκκλησίαν, αλλά πατρικαίς παραδόσεσι, εγγράφοις τε και αγράφοις». Για τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη ο Βίος Νικήτα ηγουμένου της Μονής Μηδικίου, Acta Sanctorum, Aprilis 3, σ. XXIX διασώζει την εξής απάντηση προς τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε': «Μη παράλυε, ω βασιλεύ, εκκλησιαστικήν κατάστασιν· είρηκε γαρ ο Απόστολος, και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των α­γίων, ουκ είρηκε βασιλείς. Σοι μεν, ω βασιλεύ, επιστεύθη η πολιτι­κή κατάστασις και το στρατόπεδον· τούτων φρόντιζε, και την Εκκλησίαν έασον ποιμέσι και διδασκάλοις κατά τον Απόστολον». Βλ. σχε­τικώς Β. ΤΣΙΓΚΟΥ, Εκκλησιολογικές θέσεις του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Αυθεντία και πρωτείο, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 238.

[10] Εξαίρεση αποτελεί ο Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, ο οποίος στη μελέτη του Κόσμος, άνθρωπος, κοινωνία κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, Αθήνα 1980, σελ. 317,υποσημ. 12 γράφει τα εξής: «Αρκετοί ορθό­δοξοι θεολόγοι έχουν την περίεργη θεωρία ότι στο Βυζάντιο δεν υπάρχει κανένας καισαροπαπισμός. Η άποψη αυτή γίνεται ακόμη πιο περίεργη και ίσως χάνει τη σοβαρότητά της, όταν χρησιμο­ποιείται για λόγους πολεμικής κατά της Δύσεως, η οποία έχει όλα τα αμαρτήματα στους ώμους της απέναντι στο καθαρό και αμόλυν­το Βυζάντιο!».

[11] Ένθ' ανωτ., σελ. 11 και 13.

[12]   Βλ. Φειδα, Βυζάντιο. Βίος – Θεσμοί – Κοινωνία – Εκκλησία – Παιδεία – Τέχνη, Αθήναι 1997, σελ. 150.

[13]   n.h.baynes-h.st.l.b.moss,   Βυζάντιο. Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό,   Αθήναι 1983, σελ. 202-203.

[14]  κ. γιαννακοπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση! Δύο κόσμοι της Χριστιανοσύνης στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Μελέτες στην Εκκλησιαστική και Πολιτιστική Ιστορία, Αθήναι 1966, σελ. 93-94.

[15] Βλ. π.χ. την απροσδόκητη θέση του Αν. Μαρίνου στο μνημονευθέν έργο του, σελ. 19: «Το Κυβερνητικόν σχέδιον δεν έμεινεν ανέπαφον. Η Εκκλησία και διάφοροι άλλοι παράγοντες αντέδρασαν και το τελικόν κείμενον το οποίον ενεκρίθη υπό της Βουλής έλαβεν άλλην μορφήν, η οποία δεν παύει ουχ ήττον να αποτελή απαρχήν εκκοσμικεύσεως του Κράτους, αν και όχι εις οίαν έκτασιν προέβλεπε ταύτην το Κυβερνητικόν σχέδιον. Εν πάση όμως περιπτώσει αποτελεί μίαν καλήν αρχήν». Στην επομένη σελ. 20: «Ούτω η ωραία προσπάθεια του Κυβερνητικού σχεδίου να προσανατολίση κατά τρόπον αποφαστιστικόν και οριστικόν το Κράτος προς εν καθεστώς εκκοσμικεύσεως ( état laïque, secular state) δεν επέτυχε του σκοπού της.
Έγιναν τα πρώτα βήματα».


   =============================================


Χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας


Ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας συνιστά μία μεταφορική περιγραφή της απόστασης της σχέσης μεταξύ της οργανωμένης θρησκείας και του εθνικού κράτους. Δύναται να αναφέρεται στη δημιουργία κοσμικού κράτους, με ή χωρίς επεξηγηματική αναφορά σε ό,τι αυτό ενέχει, ή στην αλλαγή της υπάρχουσας συνθήκης εμπλοκής της εκκλησίας σε θέματα κρατικής αρμοδιότητας.

Παρ’ ότι η ιδέα του διαχωρισμού έχει υιοθετηθεί σε αρκετά κράτη, οι βαθμίδες διαχωρισμού διαφέρουν κι εξαρτώνται από την ισχύουσα νομική δομή και την κρατούσα άποψη όσον αφορά στη σωστή σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Ενώ η πολιτική ενός κράτους μπορεί να διαχωρίζει με σαφήνεια τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους, ενίοτε υπάρχει μία σχέση «από μακριά κι αγαπημένοι», στο πλαίσιο της οποίας οι δύο θεσμοί δρουν ως ανεξάρτητοι οργανισμοί. Μία αρχή παρόμοια αλλά πιο αυστηρή από την ελευθεροφροσύνη εφαρμόστηκε στη Γαλλία και την Τουρκία, ενώ κάποια κοσμικοποιημένα κράτη όπως η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν συνταγματικά αναγνωρισμένη μία επίσημη κρατική θρησκεία. Η έννοια παραλληλίζεται με διάφορες άλλες διεθνείς κοινωνικές και πολιτικές ιδέες όπως ο αντικληρικισμός, η ανεξιθρησκία, ο θρησκευτικός πλουραλισμός. Ο Γουίτμαν (2009) επισημαίνει ότι σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, στο πέρασμα των αιώνων, το κράτος έχει αναλάβει τον κοινωνικό ρόλο της εκκλησίας οδηγώντας έτσι σε μία γενικευμένη κοσμικοποιημένη δημόσια σφαίρα.

Η βαθμίδα διαχωρισμού ποικίλλει από τον απόλυτο διαχωρισμό που επιβάλλει το σύνταγμα, όπως συμβαίνει στην Ινδία και τη Σιγκαπούρη, μέχρι την επιβολή μίας επίσημης θρησκείας με απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης, όπως συμβαίνει στις Μαλδίβες.

Ιστορία της έννοιας και του όρου

Αρχαιότητα

H αρχαιότητα είναι γεμάτη με παραδείγματα ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας και Κράτους. Κατά κανόνα ένας επιτυχημένος ηγεμόνας ή βασιλιάς αναλάμβανε διάφορους «ιερατικούς» τίτλους, εκτός από τους «κοσμικούς» τίτλους που συνήθως παρείχε μια τέτοια θέση. Μερικά παραδείγματα αυτής της συγκεκριμένης ανάμειξης και συγχώνευσης Εκκλησίας-Κράτους είναι: η εκτέλεση του Σωκράτη, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο από το Αθηναϊκό κράτος για, μεταξύ άλλων, «την ασέβειά του προς τους θεούς», ο ισχυρισμός πολλών από τους αρχαίους Ιουδαίους βασιλείς για ηγεμονία με εντολή από τον Ουρανό, ή το Έδικτο της Θεσσαλονίκης, με το οποίο ο Χριστιανισμός που προέκυψε από τη Σύνοδο της Νίκαιας έγινε η επίσημη κρατική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ των αρχαίων φιλοσοφιών, ο Επικουρισμός υποστήριζε μια αρχική εκδοχή του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους, όπως φαίνεται στα γραπτά του Λουκρήτιου και του Επίκουρου.

Ύστερη Αρχαιότητα

Στη συζήτηση για την ορθή σχέση ανάμεσα στην Εκκλησία και την πολιτεία, σημαντική ήταν η συμβολή του Αγίου Αυγουστίνου, ο οποίος στην «Πολιτεία του Θεού», Βιβλίο ΙΘ', Κεφάλαιο 17, άρχισε να εξετάζει την ιδανική σχέση ανάμεσα στην «επίγεια πολιτεία» και την «Πολιτεία του Θεού». Στο έργο αυτό, ο Αυγουστίνος προέβαλε ότι η «επίγεια πόλη» και η «Πολιτεία του Θεού» αλληλεπικαλύπτοναι σε βασικά σημεία, ιδίως καθ’όσον οι άνθρωποι χρειάζεται να ζουν μαζί και να τα συνυπάρχουν ειρηνικά στη γη. Έτσι, ο Αυγουστίνος θεώρησε ότι ήταν καθήκον της «εφήμερης πόλης» να καταστήσει δυνατή την εγκαθίδρυση της «επουράνιας πολιτείας» στη γη.

Μεσαιωνική Ευρώπη

Για αιώνες, οι μονάρχες βασίλευαν υπό την ιδέα της ελέω Θεού βασιλείας. Μερικές φορές αυτό άρχιζε να χρησιμοποιείται από ένα μονάρχη για να υποστηρίξει την θεωρία ότι ο βασιλιάς διοικούσε και το βασίλειο του και την Εκκλησία εντός των συνόρων του βασιλείου του, μια θεωρία γνωστή ως «καισαροπαπισμός». Από την άλλη πλευρά ήταν το καθολικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας, ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γης, θα πρέπει να έχει την απόλυτη εξουσία πάνω στην Εκκλησία, και έμμεσα πάνω στο κράτος. Επιπλέον, καθ' όλο τον Μεσαίωνα ο Πάπας επικαλείτο το δικαίωμα να καθαιρεί τους καθολικούς βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης και προσπάθησε να το ασκήσει, μερικές φορές με επιτυχία (δείτε τη διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων παρακάτω), μερικές φορές όχι, όπως με τον Ερρίκο τον Η΄ της Αγγλίας και τον Ερρίκο τον Γ΄ της Ναβάρας.

Στη Δύση το ζήτημα του χωρισμού εκκλησίας και κράτους κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου επικεντρώθηκε σε μονάρχες που κυβερνούσαν στην κοσμική σφαίρα, αλλά καταπατούσαν την εξουσία της Εκκλησίας στην πνευματική σφαίρα. Αυτή η χωρίς λύση αντιλογία στον απόλυτο έλεγχο της Εκκλησίας οδήγησε σε διαμάχες για την εξουσία και σε κρίσεις ηγεσίας, ιδίως στην Διαμάχη εξουσίας διορισμού εκκλησιαστικών αξιωματούχων, που επιλύθηκε με το Κονκορδάτο της Γουόρμς το 1122. Με αυτό, ο αυτοκράτορας παραιτήθηκε από το δικαίωμα να ορίζει τους ιερωμένους με δακτυλίδι και ποιμαντική ράβδο, τα σύμβολα της πνευματικής δύναμής τους, και εγγυήθηκε την εκλογή τους από τους κληρικούς του καθεδρικού ναού ή μοναστηρίου και ελεύθερη χειροτονία.

Μεταρρύθμιση

Στην αρχή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, ο Μαρτίνος Λούθηρος συνέθεσε το «Δόγμα των Δυο Βασιλείων». Σύμφωνα με τον Τζέιμς Μάντισον, ίσως ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα υπέρ του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους, το Δόγμα των Δυο Βασιλείων του Λουθήρου σήμανε την γέννηση της σύγχρονης ιδέας του διαχωρισμού μεταξύ κράτους και εκκλησίας.

Την δεκαετία του 1530, ο Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας, εξαγριωμένος από την άρνηση της Καθολικής Εκκλησίας (Πάπας Κλήμης Θ΄) να επικυρώσει τον γάμο του με την γυναίκα του, Αικατερίνη της Αραγονίας, αποφάσισε να διακόψει τις σχέσεις του με την Εκκλησία και να θέσει τον εαυτό του αρχηγό της νέας Εκκλησίας της Αγγλίας, της Αγγλικανικής Εκκλησίας, τερματίζοντας τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους στην Αγγλία. Οι μονάρχες της Μεγάλης Βρετανίας έχουν διατηρήσει ακόμη εκκλησιαστική εξουσία στην Εκκλησία της Αγγλίας, έχοντας τον σύγχρονο τίτλο του Υπέρτατου Κυβερνήτη της Εκκλησίας της Αγγλίας. Ωστόσο η ανάμιξη της εκκλησίας στην Αγγλία δεν επεκτάθηκε πολύ, και αυτό εξαιτίας της δίωξης των Καθολικών που προέκυψε από την ανάληψη εκκλησιαστικών εξουσιών του Ερρίκου. Αυτό τελικά οδήγησε στον αντι-κομφορμισμό, στους Άγγλους Διαμαρτυρόμενους και στον αντί-καθολικισμό του Όλιβερ Κρόμγουελ, στην Κοινοπολιτεία της Αγγλίας, και σε Ποινικούς Νόμους ενάντια στους καθολικούς και σε άλλους που δεν υπάγονταν στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Ένα από τα αποτελέσματα της δίωξης στην Αγγλία ήταν η φυγή πολλών από την Μεγάλη Βρετανία σε αναζήτηση θρησκευτικής ελευθερίας. Μερικοί από αυτούς μετέβησαν στις Αμερικανικές αποικίες ειδικά για αυτόν το λόγο. Μετά την Αμερικανική Επανάσταση εναντίον του βασιλιά Γεωργίου Γ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών τροποποιήθηκε ούτως ώστε να απαγορεύει την εγκαθίδρυση θρησκείας (Τροποποίηση του 1791, τροπολογία 1) από το Κογκρέσο.

Διαφωτισμός

 
Ο Τζον Λοκ, Άγγλος πολιτικός φιλόσοφος που επιχειρηματολόγησε υπέρ της ελεύθερης από κρατικό έλεγχο ατομικής συνείδησης

Η έννοια του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους συχνά πιστώνεται στα γραπτά του Άγγλου φιλόσοφου Τζον Λοκ (1632-1704). Σύμφωνα με την αρχή του Κοινωνικού Συμβολαίου του, ο Λοκ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει έλλειψη εξουσίας στη σφαίρα της ατομικής συνείδησης, καθώς αυτή ήταν κάτι λογικό το οποίο οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκχωρήσουν στην κυβέρνηση για να το ελέγχει αυτή ή άλλοι. Για τον Λοκ, αυτό δημιούργησε ένα φυσικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, το οποίο υποστήριξε ότι για τον λόγο αυτό πρέπει να παραμείνει προστατευμένο από κάθε κυβερνητική εξουσία. Αυτές οι απόψεις πάνω στην θρησκευτική ανοχή και την σημασία της ατομικής συνείδησης, μαζί με το κοινωνικό του συμβόλαιο, άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή στις Αμερικάνικες αποικίες και στον προσχεδιασμό του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Την ίδια περίοδο του 17ου αιώνα, ο Πιέρ Μπαίηλ και κάποιοι φιντεϊστές ήταν προάγγελοι του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, ισχυριζόμενοι ότι η πίστη ήταν ανεξάρτητη της λογικής. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι ιδέες του Λοκ και του Μπαίηλ, ιδιαιτέρως ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, έγιναν περισσότερο κοινές, οι οποίες προωθήθηκαν από τους φιλοσόφους της εποχής του Διαφωτισμού. Ο Μοντεσκιέ ήδη έγραψε το 1721 για τη θρησκευτική ανοχή και ένα βαθμό διαχωρισμού ανάμεσα στην θρησκεία και την κυβέρνηση. Ο Βολταίρος υπερασπίστηκε κάποιο βαθμό διαχωρισμού, αλλά στο τέλος τοποθέτησε χαμηλότερα την Εκκλησία από τις ανάγκες του Κράτους, ενώ ο Ντενίς Ντιντερό, για παράδειγμα, ήταν θιασώτης ενός αυστηρού διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, λέγοντας ότι «η απόσταση ανάμεσα στον θρόνο και την Αγία Τράπεζα δεν μπορεί ποτέ να είναι πάρα πολύ μεγάλη».

 
Ο Τζέφερσον και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων

 
Ο Τόμας Τζέφερσον, ο τρίτος Πρόεδρος των ΗΠΑ, η επιστολή του οποίου προς τους Βαπτιστές του Συνδέσμου Danbury αναφέρεται συχνά στις συζητήσεις σχετικά με τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους

Στα αγγλικά, ο ακριβής όρος είναι μια παραλλαγή της φράσης «Το τείχος του διαχωρισμού μεταξύ εκκλησίας και κράτους», όπως είναι γραμμένο στην επιστολή του Τόμας Τζέφερσον προς τον Σύνδεσμο Βαπτιστών του Danbury το έτος 1802. Με την επιστολή αυτή, όπου γίνεται αναφορά στην Πρώτη Τροποποίηση του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τζέφερσον γράφει:

    Πιστεύοντας μαζί σας ότι η θρησκεία είναι ένα θέμα το οποίο αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο και το Θεό του, ότι κανείς δεν είναι υπόλογος σε κανέναν άλλο για την πίστη του ή τη λατρεία του, ότι οι νόμιμες εξουσίες της κυβέρνησης αφορούν ενέργειες μόνο και όχι απόψεις, με ευλάβεια θεωρώ ότι η πρόθεση το συνόλου του Αμερικανικού λαού -όπως αποτυπώνεται στη νομοθεσία του- είναι ότι δεν θα πρέπει να «θεσμοθετηθεί κανένας κανόνας δικαίου για την καθιέρωση της θρησκείας ή την απαγόρευση της ελεύθερης άσκησής της», δημιουργώντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού μεταξύ εκκλησίας και κράτους.

Αυτό που ο Τζέφερσον περιέγραφε στους Βαπτιστές, ήταν ότι η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών εμποδίζει τη δημιουργία μιας εθνικής εκκλησίας και με τον τρόπο αυτό δεν θα πρέπει να φοβούνται κυβερνητική παρέμβαση σχετικά με τον τρόπο λατρείας τους. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων ήταν ένα από τα πρώτα παραδείγματα στον κόσμο της πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας (που εγκρίθηκε το 1791, της οποίας προηγήθηκε χρονολογικά μόνο η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789).

Σε διάφορες χώρες

Οι χώρες έχουν ποικίλους βαθμούς διαχωρισμού μεταξύ κυβέρνησης και θρησκευτικών θεσμών. Από το 1780, μια σειρά από χώρες έχουν καθορίσει σαφή όρια μεταξύ εκκλησίας και κράτους. Ο βαθμός του πραγματικού διαχωρισμού μεταξύ της κυβέρνησης και της θρησκείας ή των θρησκευτικών θεσμών ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Σε ορισμένες χώρες, οι δύο θεσμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετοι. Υπάρχουν νέες διαμάχες στον μετά-κομμουνιστικό κόσμο.

Οι πολλές παραλλαγές σε ό,τι αφορά το διαχωρισμό συναντώνται σε κάποιες χώρες με υψηλό βαθμό θρησκευτικής ελευθερίας και ανοχής σε συνδυασμό με μια έντονα κοσμική πολιτική κουλτούρα, που όμως έχουν ακόμα διατηρήσει κρατικές εκκλησίες ή οικονομικούς δεσμούς με ορισμένες θρησκευτικές οργανώσεις στον 21ο αιώνα. Στην Αγγλία υπάρχει μια συνταγματικά κατοχυρωμένη κρατική θρησκεία, αλλά οι άλλες θρησκείες είναι αποδεκτές. Ο Βρετανός μονάρχης είναι ο Ανώτατος Κυβερνήτης της Εκκλησίας της Αγγλίας, και 26 επίσκοποι (Πνευματικοί Λόρδοι) έχουν έδρα στην άνω βουλή της κυβέρνησης, τη Βουλή των Λόρδων.

Σε άλλα βασίλεια, ο επικεφαλής της κυβέρνησης ή αρχηγός του κράτους ή άλλα υψηλόβαθμα πρόσωπα είναι πιθανόν να απαιτείται από το νόμο να ασπάζονται μια συγκεκριμένη πίστη. Η εξουσία διορισμού υψηλόβαθμων στελεχών των κρατικών εκκλησιών επίσης συχνά ασκείται από τις κοσμικές κυβερνήσεις. Αυτές οι εξουσίες ωστόσο μπορεί να είναι ελαφρώς αναχρονιστικές ή επιφανειακές, και να αποκρύπτουν το πραγματικό επίπεδο της θρησκευτικής ελευθερίας που ισχύει στο κράτος. Στην περίπτωση της Ανδόρας υπάρχουν δύο αρχηγοί κράτους, κανείς από τους οποίους δεν είναι γηγενής. Ο ένας είναι ο Ρωμαιοκαθολικός Επίσκοπος του Seu d'Urgell, μια πόλη που βρίσκεται στην Καταλονία της Ισπανίας. Κατέχει τον τίτλο του Επισκοπελιανού Συμπρίγκηπα (ο άλλος Συμπρίγκηπας είναι ο αρχηγός του γαλλικού κράτους). Οι Συμπρίγκηπες έχουν πολιτική δύναμη όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την επικύρωση των νόμων και το διορισμό των συνταγματικών δικαστηρίων.

Αρμενία

Στο άρθρο 8 του Συντάγματος της Αρμενίας κατοχυρώνεται ρητά το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Παρ' όλα αυτά, στο ίδιο άρθρο, αναγνωρίζεται η ιδιαίτερη ιστορική πορεία της Αρμένικης Αποστολικής Εκκλησίας, ως εθνικής εκκλησίας στην πνευματική ζωή, την ανάπτυξη της πολιτιστικής κουλτούρας και την διατήρηση της εθνικής ταυτότητας του λαού της Αρμενίας καθώς και ότι οι σχέσεις του κράτους με την Αρμένικη Αποστολική Εκκλησία θα ορίζονται με ειδικό νόμο, ο οποίος ψηφίστηκε το 2007 και παραχωρεί διάφορα προνόμια στην τελευταία.

Αυστραλία

Το Σύνταγμα της Αυστραλίας εμποδίζει την Κοινοπολιτεία να θεσπίζει οποιαδήποτε επίσημη θρησκεία ή να απαιτεί θρησκευτική δοκιμασία για οποιοδήποτε αξίωμα.

    Κεφάλαιο 5 § 116 Η Κοινοπολιτεία δεν θα κάνει κανένα νόμο για την εγκαθίδρυση οποιασδήποτε θρησκείας, ή για την επιβολή θρησκευτικής επιτήρησης, ή για την απαγόρευση της ελεύθερης άσκησης οποιασδήποτε θρησκείας, και καμία θρησκευτική προϋπόθεση δεν θα απαιτείται ως προσόν για κανένα αξίωμα ή δημόσια εμπιστοσύνη στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας.

Το κείμενο προέρχεται από το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά έχει υποστεί αλλαγές. Ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική του Ανώτατου Δικαστηρίου, έχει ερμηνευθεί πολύ πιο στενά από ό,τι οι αντίστοιχες διατάξεις στις ΗΠΑ και κανένας νόμος δεν έχει ποτέ ακυρωθεί για αντίθεση στη διάταξη αυτή. Σήμερα, η κυβέρνηση της Κοινοπολιτείας παρέχει ευρεία χρηματοδότηση για θρησκευτικά σχολεία και χρηματοδοτεί επίσης εφημέριους για τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Όλα τα κοινοβούλια της Αυστραλίας ανοίγουν με μια χριστιανική προσευχή, και το προοίμιο του Συντάγματος της Αυστραλίας αναφέρεται σε μια «ταπεινή εξάρτηση από την ευλογία του Παντοδύναμου Θεού».

Παρά το γεγονός ότι μονάρχης της Αυστραλίας είναι η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, επίσης Βρετανή μονάρχης και Κυβερνήτης της Εκκλησίας της Αγγλίας, ο αυστραλιανός της τίτλος δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική έδρα της και η ίδια δεν έχει κανένα ρόλο στην Αγγλικανική Εκκλησία της Αυστραλίας. Η απαγόρευση των θρησκευτικών προαπαιτούμενων επέτρεψε στον πρώην Αγγλικανό Αρχιεπίσκοπο του Μπρίσμπεϊν, Peter Hollingworth, να διοριστεί Γενικός Κυβερνήτης της Αυστραλίας, το υψηλότερο εγχώριο συνταγματικό αξίωμα. Ωστόσο, αυτό επικρίθηκε.

Παρά την ένταξη στο κεφάλαιο «πολιτείες», το κεφάλαιο 116 δεν ισχύει για τις πολιτείες, λόγω αλλαγών κατά τη διάρκεια της σύνταξής του, και έτσι αυτές είναι ελεύθερες να καθορίσουν τη δική τους θρησκεία. Παρά το γεγονός ότι καμία πολιτεία δεν έχει συστήσει ποτέ κρατική εκκλησία (η Νέα Νότια Ουαλία περιόρισε τις θρησκευτικές ομάδες κατά την πρώιμη περίοδο της αποικιοκρατίας), το νομικό πρόσωπο που αντιστοιχεί σε πολλές θρησκευτικές οργανώσεις καθορίζεται από την κρατική νομοθεσία. Υπήρξαν δύο δημοψηφίσματα για να επεκταθεί το κεφάλαιο 116 στις πολιτείες, αλλά και τα δύο απέτυχαν. Σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές αυτές είχαν ομαδοποιηθεί με άλλες αλλαγές και έτσι οι ψηφοφόροι δεν είχαν τη δυνατότητα να αποδεχτούν μόνο τη μία αλλαγή. Οι περισσότερες πολιτείες επιτρέπουν ευρείες εξαιρέσεις για τις θρησκευτικές ομάδες από τη νομοθεσία κατά των διακρίσεων. Για παράδειγμα, το νομοσχέδιο στη Νέα Νότια Ουαλία που επιτρέπει στα ζευγάρια του ιδίου φύλου να υιοθετούν, επιτρέπει στις θρησκευτικές υπηρεσίες να αρνηθούν να το δεχτούν.

Η σημερινή κατάσταση, που περιγράφεται ως «αρχή της κρατικής ουδετερότητας» και όχι «διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους», έχει επικριθεί και από κοσμικές και από θρησκευτικές ομάδες. Από τη μία πλευρά, οι κοσμικοί έχουν υποστηρίξει ότι η αρχή της ουδετερότητας στις θρησκείες οδηγεί σε μια «ατελή δημοκρατία» ή ακόμα και μια «πλουραλιστική θεοκρατία», καθώς η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη προς την θρησκεία των ανθρώπων όταν αυτοί είναι άθεοι. Από την άλλη πλευρά, οι θρησκευτικές ομάδες και άλλοι θεωρούν ότι το κράτος και οι κυβερνήσεις τούς περιορίζουν στην άσκηση της θρησκείας τους, εμποδίζοντάς τους να επικρίνουν άλλες θρησκευτικές ομάδες και αναγκάζοντάς τους να κάνουν ασυνείδητες πράξεις.

Βραζιλία

Η Βραζιλία ήταν αποικία της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας από το 1500 μέχρι την ανεξαρτησία της από την Πορτογαλία το 1822. Κατά το διάστημα αυτό ο Ρωμαιοκαθολικισμός ήταν η επίσημη θρησκεία του κράτους. Με την άνοδο της Αυτοκρατορίας της Βραζιλίας, παρ’ όλο που ο Καθολικισμός διατήρησε τη θέση του ως επίσημη πίστη, ενισχυόμενη από την Πολιτεία, επετράπη και σε άλλες θρησκείες να αναπτυχθούν, καθώς το Σύνταγμα του 1824 διασφάλισε τη θρησκευτική ελευθερία. Η πτώση της αυτοκρατορίας, το 1889, οδήγησε στην καθιέρωση ενός δημοκρατικού καθεστώτος και θεσπίσθηκε ένα Σύνταγμα το 1891, το οποίο διέρρηξε τους δεσμούς μεταξύ της εκκλησίας και της πολιτείας. Δημοκρατικοί ιδεολόγοι, όπως ο Μπέντζαμιν Κόνσταντ και ο Ρούι Μπαρμπόσα, είχαν επηρεασθεί από την «laïcité» (έννοια του κοσμικού κράτους) στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο συνταγματικός διαχωρισμός μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους του 1891 έχει διατηρηθεί έκτοτε. Το σημερινό Σύνταγμα της Βραζιλίας, που ισχύει από το 1988, διασφαλίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, απαγορεύει την καθιέρωση κρατικών εκκλησιών και οποιαδήποτε σχέση «εξάρτησης ή συμμαχίας» αξιωματούχων με θρησκευτικούς ηγέτες, εκτός εάν πρόκειται για «συνεργασία με σκοπό την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό ορίζεται από το νόμο».

Γαλλία

Η «λαϊσιτέ», προϊόν της γαλλικής ιστορίας και φιλοσοφίας, τυποποιήθηκε σε ένα νόμο του 1905 που προέβλεπε το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, δηλαδή το διαχωρισμό της θρησκείας από την πολιτική εξουσία.

Η γαλλική εκδοχή του διαχωρισμού ονομάζεται λαϊσιτέ. Το μοντέλο αυτό του κοσμικού κράτους προστατεύει τις θρησκευτικές οργανώσεις από κρατικές παρεμβάσεις, αλλά περιορίζει σε κάποιο βαθμό και τη δημόσια θρησκευτική έκφραση. Αυτό αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας εξουσίας από τις επιρροές των θρησκευτικών οργανώσεων, ιδίως στα δημόσια αξιώματα. Οι θρησκευτικές απόψεις που δεν περιέχουν κάποιο ίχνος δημόσιας ευθύνης, ή οι οποίες θεωρούν τις θρησκευτικές γνώμες άσχετες με την πολιτική, καταπιέζονται λιγότερο από αυτή τη μορφή της εκκοσμίκευσης της δημόσιας συζήτησης.

Ο πρώην πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ είχε ασκήσει κριτική στην «αρνητική λαϊσιτέ» και μιλούσε για μια «θετική λαϊσιτέ» που αναγνωρίζει τη συμβολή της πίστης στο γαλλικό πολιτισμό, τη γαλλική ιστορία και κοινωνία, και επιτρέπει την πίστη στη δημόσια συζήτηση και κρατικές ενισχύσεις σε θρησκευτικές ομάδες. Επισκέφθηκε τον Πάπα το Δεκέμβριο του 2007 και μίλησε δημοσίως εμφατικά για τις χριστιανικές ρίζες της Γαλλίας, τονίζοντας παράλληλα τη σημασία της ελευθερίας της σκέψης, υποστηρίζοντας ότι η πίστη πρέπει να επανέλθει στη δημόσια σφαίρα. Ο διάδοχός του, Φρανσουά Ολάντ, είχε μια εντελώς διαφορετική τοποθέτηση κατά τις προεδρικές εκλογές του 2012, υποσχόμενος να εισαγάγει την έννοια της «λαϊσιτέ» στο σύνταγμα (το γαλλικό σύνταγμα ήδη ορίζει ότι η Γαλλική Δημοκρατία είναι κοσμικό κράτος, αλλά δεν υπάρχει άρθρο στο σύνταγμα για τη «λαϊσιτέ»).

Υπάρχουν ωστόσο κάποιες επιπλοκές στη Γαλλία, που περιλαμβάνουν:

    Το πιο σημαντικό παράδειγμα βρίσκεται σε δύο περιοχές, την Αλσατία και τη Μοζέλλη, όπου το Συμφωνητικό μεταξύ της Γαλλίας και της Αγίας Έδρας εξακολουθεί να επικρατεί, επειδή οι δύο περιοχές βρίσκονταν υπό γερμανικό έλεγχο όταν ψηφίστηκε ο γαλλικός νόμος του 1905 για το διαχωρισμό μεταξύ των εκκλησιών και του κράτους. Οι καθολικοί ιερείς, όπως και ο κλήρος άλλων θρησκειών (Λουθηρανοί, Καλβινιστές και Εβραίοι) πληρώνονται από το κράτος και στα σχολεία διδάσκονται θρησκευτικά μαθήματα. Επιπλέον, οι καθολικοί επίσκοποι του Μετς και του Στρασβούργου διορίζονται (ή, μάλλον, τοποθετούνται επισήμως) από τον αρχηγό του Γαλλικού Κράτους μετά από πρόταση του Πάπα, πράγμα που καθιστά τον Γάλλο Πρόεδρο τη μόνη εφήμερη εξουσία που έχει επισήμως διατηρήσει το δικαίωμα να ορίζει καθολικούς επισκόπους, καθώς όλοι οι άλλοι καθολικοί επίσκοποι διορίζονται από τον Πάπα.
    Ο Γάλλος Πρόεδρος είναι εκ του αξιώματός του και συν-Πρίγκηπας της Ανδόρρας, όπου ο ρωμαιοκαθολικισμός έχει τη θέση της κρατικής θρησκείας (ο άλλος συν-Πρίγκηπας είναι ισπανός επίσκοπος). Επιπλέον, στους Γάλλους αρχηγούς κράτους παραδοσιακά προσφέρεται ο επίτιμος τίτλος του επιτρόπου τους Παπικής Βασιλικής του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού, του Καθεδρικού Ναού της Ρώμης. Μόλις ο τίτλος αυτός απονέμεται σε ένα νεοεκλεγέντα πρόεδρο, η Γαλλία πληρώνει για ένα Ιερέα της Χορωδίας, ο οποίος καταλαμβάνει μια θέση στo κανονικό συμβούλιο του καθεδρικού ναού αντί για τον Πρόεδρο (όλοι οι Γάλλοι πρόεδροι ήσαν άρρενες και, τουλάχιστον, κατ' όνομα ρωμαικαθολικοί αλλά, αν κάποιος δεν ήταν, πιθανότατα δεν θα του δινόταν ο τίτλος). Ο Γάλλος Πρόεδρος έχει επίσης έδρα και σε μερικά άλλα κανονικά συμβούλια στη Γαλλία.
    Άλλο παράδειγμα των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ της Γαλλίας και της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι οι «Ευσεβείς Οίκοι της Γαλλίας και της Ρώμης και της Λορέττας»: πέντε εκκλησίες στη Ρώμη (Η Τριάδα του Όρους, ο Άγιος Λουδοβίκος των Γάλλων, ο Άγιος Ίβο των Βρετόνων, ο Άγιος Κλαύδιος του Ελεύθερου Κράτους της Βουργουνδίας και ο Άγιος Νικόλαος της Λωρραίνης) όπως κι ένα παρεκκλήσι στο Λορέτο, ανήκουν στη Γαλλία και διοικούνται και χρηματοδοτούνται από ένα ειδικό ίδρυμα που συνδέεται με τη Γαλλική πρεσβεία στην Αγία Έδρα.
    Στην Ουαλίς και Φουτουνά, Γαλλική υπερπόντια κτήση, η εθνική εκπαίδευση έχει εκχωρηθεί στην επισκοπή, η οποία χρηματοδοτείται για το λόγο αυτό από το κράτος.

Γερμανία

Το γερμανικό Σύνταγμα διασφαλίζει την ελευθερία της θρησκείας, αλλά δεν υπάρχει πλήρης διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους στη Γερμανία. Οι επίσημα αναγνωρισμένες εκκλησίες λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου (και όχι ιδιωτικού) δικαίου. Κάποιοι φόροι εισπράττονται από το κράτος για λογαριασμό των αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων έναντι μιας παρακράτησης αμοιβής. Η θρησκευτική διδασκαλία είναι κανονικό μάθημα στο ωρολόγιο πρόγραμμα στη Γερμανία. Το γερμανικό κράτος θεωρεί εαυτό ουδέτερο σε ζητήματα θρησκευτικών πεποιθήσεων, με αποτέλεσμα να μη μπορεί κάποιος δάσκαλος να εξαναγκασθεί να διδάξει θρησκευτικά. Από την άλλη, όμως, για όλους όσους διδάσκουν θρησκευτικά απαιτείται επίσημη άδεια από τη θρησκευτική τους κοινότητα. Οι συνθήκες με την Αγία Έδρα αναφέρονται ως συνυποσχετικά και αποτελούν το νομικό πλαίσιο για τη συνεργασία με το γερμανικό κράτος.

Ελλάδα

Ιστορικά στοιχεία

Με την ίδρυσή του το 1832, το νεότερο ελληνικό κράτος κλήθηκε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με την Εκκλησία. Κατά τους προηγούμενους αιώνες, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επεδείκνυε αχώριστη σχέση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, με συνεχείς παρεμβάσεις του πρώτου στην δεύτερη, ενώ στους αιώνες της δουλείας το Οικουμενικό Πατριαρχείο έπαιζε ηγετικό ρόλο για τον Ελληνισμό.

Ο Καποδίστριας επεχείρησε αποκατάσταση των σχέσεων με το Φανάρι, οι οποίες είχαν διακοπεί de facto από την έναρξη της Επανάστασης, και διεξήγαγε προχωρημένες συνομιλίες, οι οποίες όμως διακόπηκαν με τη δολοφονία του.

Με την έλευση του ανήλικου Βασιλέα Όθωνα, ο αντιβασιλέας Μάουρερ με βασικό σύμβουλό του σε εκκλησιαστικά ζητήματα τον Θεόκλητο Φαρμακίδη προώθησε την ανεξαρτησία της Ελλαδικής Εκκλησίας. Με ενέργειες του Φαρμακίδη στις 23 Ιουλίου/4 Αυγούστου 1833 εξεδόθη Βασιλικό Διάταγμα για την κήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Βασικό επιχείρημα του ήταν ότι δεν μπορούσε το ελεύθερο ελληνικό κράτος να εξαρτά την εκκλησιαστική του διοίκηση από έναν Πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου Σουλτάνου. Με βάση το διάταγμα αυτό, αρχηγός ορίζεται ο (ρωμαιοκαθολικός) βασιλιάς. Στις 25 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, βασιλικό διάταγμα διέλυσε 412 από τα 545 ανδρικά μοναστήρια και διέθεσε την κινητή και ακίνητη περιουσία τους για τους σκοπούς που όριζε το από 2 Αυγούστου 1829 ψήφισμα του Καποδίστρια «περί αγαθής διαθέσεως των εισοδημάτων των μονών υπέρ των εκκλησιών και σχολείων».

 
Απεικόνιση των «Ευαγγελικών» επεισοδίων στον Τύπο της εποχής

Η πολιτική ζωή της χώρας διαταράχθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1901 από εκτεταμένα αιματηρά επεισόδια, γνωστά ως «Ευαγγελικά» ή Ευαγγελιακά, που έλαβαν χώρα στην Αθήνα με αφορμή τη δημοσίευση από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων μεταφρασμένων, (στην πραγματικότητα μεταγλωττισμένων) —ή αλλιώς, παραφρασμένων— , κατά την τρέχουσα τότε άποψη, στη δημοτική γλώσσα. Λόγω των συγκρούσεων, ο βασιλιάς και η κυβέρνηση υποχρέωσαν σε παραίτηση τον Αρχιεπίσκοπο Προκόπιο, ενώ στις 12 Νοεμβρίου παραιτήθηκε και η Κυβέρνηση Θεοτόκη.

Ο Εθνικός Διχασμός είχε αντίκτυπο και στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία αναμείχθηκε σε αυτόν. Από το 1915 ως το 1923 η πολιτική διαίρεση έγινε και εκκλησιαστική, με τους επισκόπους της «Παλαιάς Ελλάδας» να τάσσονται στο πλευρό του βασιλιά και αυτούς των «Νέων Χωρών» να υποστηρίζουν τον Βενιζέλο. Τον Μάιο του 1915 ο Αρχιεπίσκοπος έφερε στην Αθήνα την εικόνα της Ευαγγελίστριας από την Τήνο, για υποστήριξη του βασιλιά και διοργάνωσε λιτανείες και λατρευτικές εκδηλώσεις. Στις 12 Δεκεμβρίου 1916, ογκώδης αντιβενιζελική πορεία με επικεφαλής την Ιερά Σύνοδο καταλήγει στο Πεδίο του Άρεως, όπου αναθεμάτισαν τον «σατανά» της πολιτικής ζωής του τόπου, Ελευθέριο Βενιζέλο, επαναλαμβάνοντας την κατάρα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεόκλητου: «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδαν, ανάθεμα έστω». Το 1917, όταν ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, καθαίρεσε με διάταγμα τον Αρχιεπίσκοπο και διόρισε αριστίνδην Σύνοδο, ελεγχόμενη από την κυβέρνηση.

Το 1938, μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, η Ιερά Σύνοδος εξέλεξε νέο Αρχιεπίσκοπο τον Κορινθίας Δαμασκηνό. Η Κυβέρνηση Μεταξά, θεωρώντας τον Δαμασκηνό οπαδό του βενιζελισμού και ως εκ τούτου ανεπιθύμητο για την ανάληψη της διοίκησης της Εκκλησίας, προέτρεψε μία ομάδα ιεραρχών να καταθέσουν προσφυγή για ακύρωση της εκλογής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ στις 3 Δεκεμβρίου του 1938 εξέδωσε αναγκαστικό Νόμο (Α.Ν. 1493/3-12-1938), ο οποίος προέβλεπε ότι αριστίνδην Σύνοδος εκλέγει τριπρόσωπο, από το οποίο η κυβέρνηση θα επέλεγε τον νέο Αρχιεπίσκοπο. Το 1941, ο Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση που ορίστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές και με αφορμή τον τρόπο εκλογής του συνεκλήθη στις 2 Ιουλίου του 1941, βάσει του Νομικού Διατάγματος της 17ης Ιουνίου 1941, Μείζων Σύνοδος από 23 αρχιερείς, που ακύρωσε τις πράξεις της Αριστίνδην Συνόδου και όρισε Αρχιεπίσκοπο τον Δαμασκηνό. Το 1944 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ανέλαβε και Αντιβασιλεύς.

 
Τελετή παράδοσης του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, 1η Μαρτίου 1969

Το καθεστώς της 21ης Απριλίου επίσης όρισε εκλογή Αρχιεπισκόπου με επιλογή από τριπρόσωπο που εκλέγει αριστίνδην Σύνοδος, προωθώντας έτσι στον αρχιεπισκοπικό θρόνο τον ευνοούμενό της, Ιερώνυμο Κοτσώνη. Ο Ιερώνυμος με τη σειρά του απομακρύνθηκε από την Δικτατορία Ιωαννίδη τον Δεκέμβριο του 1973.

Στις αρχές του 1982, η Κυβέρνηση θέσπισε τον πολιτικό γάμο. Κατόπιν όμως σφοδρών αντιδράσεων της Εκκλησίας, και μετά από απευθείας επαφές του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου με τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, το νομοσχέδιο που ήρθε προς ψήφιση στη Βουλή προέβλεπε «ισοδυναμία» πολιτικού και θρησκευτικού γάμου, όχι όμως και υποχρεωτικότητα του πολιτικού, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο. Την περίοδο 1985-1987 η Εκκλησία αντέδρασε έντονα σε νομοθετικές πρωτοβουλίες για απαλλοτρίωση εκκλησιαστικής περιουσίας, με αποχή από εορτασμούς και διοργάνωση συλλαλητηρίου.

Τον Ιούνιο του 2000 ξεσπά το θέμα των ταυτοτήτων. Η Κυβέρνηση Σημίτη αποφάσισε να καταργήσει την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, απόφαση στην οποία αντέδρασε σφοδρά ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι οποίοι διοργάνωσαν ογκώδεις λαοσυνάξεις και συλλογή υπογραφών.

              ================================
 
Σημερινό καθεστώς

Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 3

  =====================================

Όπως καταδεικνύεται από την ιστορική αναδρομή, στην Ελλάδα υπάρχει μακρά παράδοση αλληλοεξάρτησης Κράτους και Εκκλησίας, ήδη από την ίδρυση του Κράτους το 1832, και πολυεπίπεδη ανάμειξη του ενός στο άλλο και αντιστρόφως. Το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους επανέρχεται κατά περιόδους με διάφορες αφορμές στην πολιτική επικαιρότητα, χωρίς όμως αυτό να οδηγεί σε ουσιώδη μεταβολή του status quo.

Κατά τη συζήτηση για την ψήφιση του Συντάγματος του 1975, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε δηλώσει: «Πιστεύουμε στον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας. Αυτό είναι το συμφέρον και της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Πρέπει η Εκκλησία να πάψει να είναι παράρτημα του Κράτους, χωρίς βέβαια να γίνει Κράτος εν Κράτει». Ο τότε Υπουργός Παιδείας Παναγιώτης Ζέπος δήλωνε: «...υπό τας παρούσας συνθήκας και λόγω της παραδόσεως που υπάρχει, κατά την οποίαν υπάρχει στενή σχέσις μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας, είναι δύσκολον να εκφύγωμεν αυτήν την στιγμήν από το κρατούν σύστημα της νόμω κρατούσης Πολιτείας».

Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι «η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού» (άρθρο 3). Το άρθρο 13 απαγορεύει τον προσηλυτισμό. Το άρθρο 14 ορίζει ότι «Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση (εφημερίδων και άλλων εντύπων), με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία (...) για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας». Το άρθρο 16 ορίζει ότι στους σκοπούς της Παιδείας περιλαμβάνεται και η ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης. Το άρθρο 33 ορίζει ρητώς ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίζεται «Ες τ νομα τς γίας κα μοουσίου κα Ζωοποιο κα διαιρέτου Τριάδος», ενώ το άρθρο 59 ορίζει αντίστοιχο όρκο για τους βουλευτές, προβλέποντας ειδικό όρκο για «αλλόθρησκους ή ετερόδοξους».

Ένα πλέγμα νόμων ρυθμίζει ειδικότερα θέματα, πάντα σε ένα καθεστώς αλληλοεξάρτησης, όπως την μισθοδοσία των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τις ατέλειες εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, την απαλλαγή των μοναχών από τη στράτευση. Τέλος, πολλές επίσημες τελετές και αργίες δημοσίων υπηρεσιών καθορίζονται από το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ηνωμένες Πολιτείες

Η φράση του Τζέφερσον (βλέπε παραπάνω) αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1878, και στη συνέχεια σε μια σειρά υποθέσεων, αρχής γενομένης το 1947. Η ίδια η φράση «διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους» δεν εμφανίζεται στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Πρώτη Τροπολογία του Αμερικάνικου Συντάγματος αναφέρει ότι «το Κογκρέσο δεν θα δημιουργήσει κανένα νόμο σχετικά με την εγκαθίδρυση θρησκείας, ή την απαγόρευση ελεύθερης άσκησής της». Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα του πώς αυτή εφαρμόζεται στις πολιτείες μέχρι το 1947. Όταν το έκανε, στην υπόθεση Everson εναντίον Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, το δικαστήριο ενσωμάτωσε την ρήτρα εγκαθίδρυσης, ορίζοντας ότι είναι εφαρμοζόμενη στις πολιτείες και ότι ο νόμος που επέτρεπε την αποζημίωση για την μετακίνηση των μαθητών με λεωφορεία προς τα σχολεία (συμπεριλαμβανομένων και των ενοριακών σχολείων) ήταν συνταγματικός.

Πριν από την ενσωμάτωσή της, είχαν γίνει ανεπιτυχείς προσπάθειες για την τροποποίηση του συντάγματος, ώστε να εφαρμοστεί ρητά η ρήτρα εγκαθίδρυσης στις πολιτείες κατά τις δεκαετίες του 1870 και του 1890 .

Η έννοια υπονοούνταν στην φυγή του Ρότζερ Ουίλιαμς από τη θρησκευτική καταπίεση στην Αποικία του κόλπου της Μασαχουσέτης για να ιδρύσει την αποικία του Ρόουντ Άιλαντ και των Providence Plantations (Φυτείες Πρόνοιας) πάνω στην αρχή της κρατικής ουδετερότητας σε θέματα πίστεως.

Ο Ουίλιαμς υποκινούνταν από την ιστορική κατάχρηση της κυβερνητικής εξουσίας, και πίστευε ότι η κυβέρνηση πρέπει να αποσύρεται από οτιδήποτε αγγίζει τη σχέση των ανθρώπων με τον Θεό, υποστηρίζοντας τη δημιουργία ενός «διαχωριστικού φράκτη ή τοίχου μεταξύ του Κήπου της Εκκλησίας και της Ερημίας του κόσμου» προκειμένου να κρατηθεί η εκκλησία αγνή.

Μέσω του έργου του το καταστατικό του Ρόουντ Άιλαντ επικυρώθηκε από τον βασιλιά Κάρολο Β’ της Αγγλίας, στο οποίο αναφερόταν ρητά ότι κανείς δεν επιτρέπεται να «κακοποιηθεί, τιμωρηθεί, διαταραχτεί, ή να τεθεί υπό αμφισβήτηση, για τυχόν διαφορές απόψεων, στα θέματα της θρησκείας».

Αναγνωρίζεται στον Ουίλιαμς η συμβολή του στη διαμόρφωση του δημοσίου διαλόγου για την σχέση εκκλησίας και κράτους στην Αγγλία, αλλά και η επιρροή του σε ανθρώπους όπως ο Τζον Μίλτον και ιδιαίτερα ο Τζον Λοκ, του οποίου το έργο είχε μελετηθεί επισταμένως από τον Τόμας Τζέφερσον, τον Τζέιμς Μάντισον και άλλους αρχιτέκτονες του Συντάγματος των ΗΠΑ. Οι απόψεις του Ουίλιαμς θεολογικά προέρχονται κυρίως από την Αγία Γραφή και τα κίνητρά του θεωρούνται θρησκευτικά, ενώ η υποστήριξη της θρησκευτικής ελευθερίας από τον Τζέφερσον θεωρείται κοινωνικοπολιτική.

Η Συνθήκη της Τρίπολης

Το 1797, η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών επικύρωσε μια συνθήκη με την Τρίπολη που ανέφερε στο άρθρο 11:

    Δεδομένου ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν βασίζεται με κανένα τρόπο στην χριστιανική θρησκεία, καθώς δεν εμπεριέχει χαρακτήρα εχθρότητας ενάντια στους νόμους, τη θρησκεία ή την γαλήνη των Μουσουλμάνων, και, καθώς οι εν λόγω πολιτείες δεν ενεπλάκησαν ποτέ σε οποιονδήποτε πόλεμο, ή εχθρική πράξη εναντίον οποιουδήποτε μωαμεθανικού έθνους, δηλώνεται από τις δύο πλευρές, ότι κανένα πρόσχημα που προκύπτει από θρησκευτικές απόψεις, θα διαταράξει ποτέ την αρμονία που υπάρχει μεταξύ των δύο χωρών.

Σύμφωνα με τον Φρανκ Λάμπερτ, καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Purdue, οι διαβεβαιώσεις του άρθρου 11 είχαν ως στόχο «να κατευνάσουν τους φόβους του μουσουλμανικού κράτους επιμένοντας ότι η θρησκεία δεν θα όριζε τον τρόπο που η συνθήκη θα ερμηνευόταν και θα εκτελείτο. Ο πρόεδρος Τζον Άνταμς και η Γερουσία έκαναν σαφές ότι το σύμφωνο ήταν μεταξύ δύο κυρίαρχων κρατών, όχι μεταξύ δύο θρησκευτικών δυνάμεων».

Οι υποστηρικτές του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους υποστηρίζουν ότι αυτή η συνθήκη, η οποία επικυρώθηκε από τη Γερουσία, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών είχε ακριβώς ως στόχο να είναι θρησκευτικά ουδέτερη. Η συνθήκη υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο Άνταμς και ομόφωνα επικυρώθηκε από την Γερουσία.

Ρωσία

Στην Ρωσική αυτοκρατορία στην ταυτότητα του υπηκόου της δεν αναγραφόταν η εθνικότητα αλλά το θρήσκευμα του και η εκκλησιαστική δύναμη ως ευνοούμενη της αυτοκρατορικής δυναστείας των Τσάρων τύγχανε προνομιακης μεταχείρισης και διατηρούσε ισχυρή κοσμική εξουσία σε βαθμό που μπορούσε να ελέγχει ακόμα και την αυτοκρατορική εξουσία(π.χ ο Τσάρος διορίζε τον Πατριάρχη Μόσχας αλλά δε μπορούσε να τον εκδιώξει από το αξίωμα του παρά μονονο μετα θάνατο του).Στην ΕΣΣΔ η αναγραφή θρησκεύματος ήταν παράνομη και τιμωρούνταν αυστηρά. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε από το κράτος(όμως επιστράφηκε πίσω στην εκκλησία εξ ολοκλήρου μετά την πτώση της ΕΣΣΔ), απαγορευόταν (με εξαίρεση την περίοδο 1941-1953) οποιαδήποτε αναφορά σε θρησκευτική συνηδειση και από το 1958 η επίσκεψη σε εκκλησία και η τέλεση θρησκευτικών υποχρεώσεων τιμωρούνταν με φυλάκιση.Σήμερα αν και το ρωσικό σύνταγμα δεν αναφέρεται άμεσα τουλάχιστον σε επίσημη θρησκεία αναφέρει ως επικρατούσα θρησκεια την Χριστιανική θρησκεία γενικά (αφηνωντας να εννοηθουν ολα τα δογματα της οπως Ορθόδοξη, Ρωμαιοκαθολική,διαμαρτυρομενη κ.α).Ομως με τροποποιηση που ψηφίστηκε και προστεθηκε αργότερα αναγνωρίζεται η προσφορά της Ορθόδοξης εκκλησίας στην διαμόρφωση του Ρωσικού έθνους και γι αυτό τονίζεται ότι τυγχάνει ξεχωριστής μεταχείρισης.Το ρωσικό κράτος για να ελέγχει καλύτερα τη θρησκευτική ζωή της πλειοψηφίας πληρώνει τους μισθούς μόνο των Ορθοδόξων ιερέων καθώς επίσης καλύπτει οικονομικά τα έξοδα και τις τελετουργίες της ορθόδοξης εκκλησίας(μεταφορά Αγίου φωτός με ιδιαίτερα λαμπρές τιμές με δαπάνες της κυβέρνησης,ανέγερση ορθοδόξων ναών κ.α).Οι ορθόδοξοι ιερείς μπορούν να επισκέπτονται τα δημόσια σχολεία στα οποία απαιτειται να διακοσμούν τους τοίχους ορθόδοξες εικόνες ενώ στις σχολικές αυλές συνήθως υπάρχει ένα εκκλησάκι.Στις ταυτότητες των πολιτών συμβολικά αναγράφεται πρώτα το θρήσκευμα και μετά η εθνικότητα.Η προσβολή των θρησκευτικών αισθημάτων των ορθόδοξων με οποιονδήποτε τρόπο διωκεται ποινικα.Μετά από διαδικτυακό δημοψήφισμα το 2014 οι πολίτες ενέκριναν με 89,34% υπέρ δυο προτάσεις της ορθοδοξης εκκλησίας να μπορεί να διοργανώνει κρατικά δημοψηφίσματα εντος των ορθοδοξων ναών για θέματα τα οποία σχετίζονται με τη θρησκεία η κρατικές υποθέσεις που η ίδια θεωρεί ότι αφορούν την εκκλησία και η καταξη του μαθήματος των θρησκευτικών (τα οποία έχουν ομολογιακη μορφή) σε υποχρεωτικό μάθημα εξέτασης και στα πεδία θετικών σπουδών(εκτός απο των θεωρητικών) με την παράλληλη αύξηση των ωρών διδασκαλίας επιτρέποντας παράλληλα τη διοργάνωση εκκλησιαστικών σεμιναριων στα δημόσια σχολεία(πέρα από τα κατηχητικά) για τους μαθητές.Εγκρίθηκε ακόμα η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών συμβολικά μια φορά το μήνα από έναν ιερέα της ενορίας στην οποία υπάγεται το σχολείο η από κάποιον της εμπιστοσύνης του.Τέλος δεν επιτρέπεται η απαλλαγή από τα θρησκευτικά για κανένα λόγο αφού θεωρείται βασικό μάθημα.
Ηνωμένο Βασίλειο

Η Εκκλησία της Αγγλίας (Αγγλικανική εκκλησία) είναι μια αναγνωρισμένη εκκλησία και ο Βρετανός μονάρχης έχει τον τίτλο του επικεφαλής της Αγγλικανικής εκκλησίας και δεν μπορεί να είναι καθολικός. Μέχρι το νομοσχέδιο για τη διαδοχή στο θρόνο του 2013 (Crown Act 2013) ο μονάρχης δεν θα μπορούσε να είναι παντρεμένος με καθολικό-ή. Στην Αγγλία, υψηλοί εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι είναι ταυτόχρονα και βασιλικοί αξιωματούχοι, η Εκκλησία διεξάγει σημαντικές τελετές του κράτους, όπως στέψεις βασιλέων και 26 επίσκοποι κατέχουν έδρες στη Βουλή των Λόρδων και είναι γνωστοί ως Πνευματικοί Λόρδοι (Lords Spiritual) σε αντίθεση με τους Κοσμικούς Λόρδους (Lords Temporal). Οι σχέσεις μεταξύ εκκλησίας και κράτους στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι σήμερα ως επί το πλείστον μια τυπικότητα και η διακυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι σχετικά κοσμική, αν και οι Πνευματικοί Λόρδοι έχουν μια σημαντική επιρροή όταν ψηφίζουν ως μια ομάδα σε ορισμένα ζητήματα, όπως η άμβλωση και η ευθανασία.

Η Εκκλησία της Σκωτίας είναι το μεγαλύτερο θρησκευτικό δόγμα στη Σκωτία, όμως σε αντίθεση με την Εκκλησία της Αγγλίας είναι Πρεσβυτεριανή και από το 1921 έχει διαχωρισθεί από το κράτος, με τον επικεφαλής να μην κατέχει κανένα επίσημο ρόλο. Η Εκκλησία της Ιρλανδίας διαχωρίστηκε από το κράτος νωρίτερα το 1871, ενώ η Εκκλησία της Ουαλίας διαχωρίστηκε το 1920.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα, δεν υπάρχει ρητή συνταγματική αρχή της ελευθερίας της θρησκευτικής άσκησης, όπως υπάρχει σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το άγραφο σύνταγμα εξασφαλίζει τέτοια δικαιώματα και διάφορους νόμους, όπως τον νόμο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1998 και τον νόμο για την ισότητα του 2010 επιτρέπει στις θρησκευτικές ομάδες να συνδέονται, να λατρεύουν, να προωθούν και να δημοσιεύουν τις απόψεις τους παράλληλα με τις καθιερωμένες εκκλησίες.

Ιαπωνία

Η Ιαπωνία διαχώρισε την εκκλησία και το κράτος το 1868. Αυτό θεωρήθηκε ανάρμοστο, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής στρατιωτικής κατοχής (1945-52) και οικοδομήθηκε μια αφήγηση «Κρατικού Σίντο», προκειμένου να επιβληθούν οι αμερικανικές ιδέες για εκκλησία και κράτος στην Ιαπωνία.

Ινδία

Η Ινδία είναι κατ’ όνομα κοσμικό κράτος και δεν υπάρχουν ειδικές προβλέψεις που ευνοούν συγκεκριμένες θρησκείες στο σύνταγμά της. Ωστόσο, διάφοροι νόμοι (το οικογενειακό δίκαιο, για παράδειγμα) περιέχουν διαφοροποιήσεις ή διακρίσεις βάσει της θρησκείας. Επιπλέον, πολλές πολιτειακές κυβερνήσεις, γα παράδειγμα η κυβέρνηση της Πολιτείας Ταμίλ Ναντού, ασκούν έντονο έλεγχο επί των θρησκευτικών οργανώσεων.

Η άσκηση τέτοιας κυβερνητικής εξουσίας στο πεδίο της θρησκείας έχει ως αποτέλεσμα να κατηγορούνται μερικές φορές οι πολιτικοί ότι ασκούν πολιτική για να αποκτήσουν την εύνοια συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων, δηλαδή ότι υποστηρίζουν κάποια ζητήματα με αποκλειστικό σκοπό να υφαρπάσουν τις ψήφους των μελών μιας συγκεκριμένης κοινότητας, περιλαμβανομένων και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Τόσο το Ινδικό Κόμμα του Κογκρέσου, όσο και το κόμμα Μπχαρίτιγια Τζανάτα (BJP) έχουν κατηγορηθεί ότι προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τους ψηφοφόρους μέσω της πολιτικής που απευθύνεται σε συγκεκριμένες κοινότητες. Η υπόθεση Σαχ Μπάνο, μια υπόθεση διαζυγίου, προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία, όταν το Κογκρέσο κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να κατευνάσει τους ορθόδοξους Μουσουλμάνους φέρνοντας μια κοινοβουλευτική τροπολογία, η οποία θα ακύρωνε το αποτέλεσμα της απόφασης που είχε εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μετά τις βιαιότητες του Γκουτζάρατ το 2002 υπήρξαν κατηγορίες κατά των πολιτικών κομμάτων, ότι προχώρησαν πάλι σε πολιτικές στρεφόμενες προς συγκεκριμένες κοινότητες.

Ισπανία

Στην Ισπανία, σχολιαστές έχουν υποστηρίξει ότι η μορφή του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας που θεσπίστηκε στη Γαλλία το 1905 και περιλήφθηκε στο Ισπανικό Σύνταγμα του 1931 είναι αυτή μίας «εχθρικής» προσέγγισης προς την εκκλησία, σημειώνοντας ότι αυτή η εχθρότητα ήταν μία από τις αιτίες για την κατάρρευση της δημοκρατίας και την πρόκληση του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Μετά το τέλος του πολέμου, επί της Δικτατορίας Φράνκο, η Καθολική Εκκλησία επανέκτησε την επισήμως εγκεκριμένη και κυρίαρχη θέση της. Η θρησκευτική ελευθερία εξασφαλίστηκε μόλις το 1966, εννιά χρόνια πριν την πτώση του καθεστώτος. Από το 1978, σύμφωνα με το Ισπανικό Σύνταγμα (ενότητα 16.3) «Καμία θρησκεία δεν θα είναι κρατική. Οι δημόσιες αρχές θα λαμβάνουν υπόψιν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της Ισπανικής κοινωνίας και συνεπώς θα διατηρούν τις κατάλληλες σχέσεις συνεργασίας με την Καθολική Εκκλησία και άλλα δόγματα».

Ιταλία

Στην Ιταλία ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους είναι κατοχυρωμένος στο άρθρο 7 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει :

«Η Πολιτεία και η Καθολική Εκκλησία είναι ανεξάρτητες και κυρίαρχες, η καθεμία εντός της δικής της σφαίρας. Οι σχέσεις τους ρυθμίζονται από τις συμφωνίες του Λατερανού. Τροποποιήσεις στις συμφωνίες αυτές που γίνονται αποδεκτές και από τα δύο μέρη δεν απαιτούν τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης».
Κίνα

Η Κίνα, την εποχή της δυναστείας των Χαν, είχε καθιερώσει τον Κομφουκιανισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία, αντικαθιστώντας αυτήν του Νομικισμού της προηγηθείσας δυναστείας των Κιν πριν από πάνω από δυο χιλιετίες. Στη σύγχρονη Κίνα, μετά το 1949, εξαιτίας ιστορικών εμπειριών όπως η Εξέγερση του Ταϊπίνγκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας δεν είχε διπλωματικές σχέσεις με το Βατικανό για πάνω από μισόν αιώνα, διατήρησε το διαχωρισμό της εκκλησίας από τις κρατικές υποθέσεις και, παρ' όλο που οι μέθοδοι της κινεζικής κυβέρνησης αμφισβητούνται από το Βατικανό, ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ είχε δεχθεί τη χειροτονία επισκόπου που είχε προ-επιλεγεί από την κυβέρνηση για την Κινεζική Πατριωτική Καθολική Ένωση το 2007. Εν τούτοις, μια νέα χειροτονία καθολικού Επισκόπου το Νοέμβριο του 2010, σύμφωνα με τα νέα του BBC, απειλεί να «ζημιώσει τους δεσμούς» μεταξύ της Κίνας και του Βατικανού.

Μεξικό

Το ζήτημα του ρόλου της Καθολικής Εκκλησίας στο Μεξικό είναι ιδιαιτέρως διχαστικό ήδη από τη δεκαετία του 1820. Οι μεγάλες εκτάσεις ιδιοκτησίας της Εκκλησίας ήταν πάντοτε σημείο τριβής. Το Μεξικό οδηγήθηκε σε κάτι που ονομάστηκε διαχωρισμός της εκκλησίας και του κράτους από τον Μπενίτο Χουάρες, ο οποίος, το 1859, προσπάθησε να εκμηδενίσει το ρόλο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας στο κράτος αποκτώντας τις εκτάσεις της και καταργώντας τα προνόμιά της. Το 1859 εκδόθηκε ο Νόμος Λέρντο – υποτίθεται ότι διαχώριζε την εκκλησία και το κράτος, αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για κρατική παρέμβαση σε εκκλησιαστικά ζητήματα, καθώς καταργήθηκαν μοναστικά τάγματα και εθνικοποιήθηκε η εκκλησιαστική περιουσία. Το 1926, μετά από αρκετά χρόνια επαναστατικού πολέμου και ανασφάλειας, ο Πρόεδρος Πλούταρκο Ελίας Κάγιες, ένας άθεος, θέσπισε τον Νόμο Κάγιες, ο οποίος κατήργησε κάθε ιδιωτική περιουσία των εκκλησιών, έκλεισε εκκλησίες που δεν είχαν δηλωθεί στο κράτος και απαγόρευσε στους κληρικούς την κατοχή δημοσίων αξιωμάτων. Ο νόμος δεν ήταν δημοφιλής. Και αρκετοί διαδηλωτές από αγροτικές περιοχές πολέμησαν κατά των ομοσπονδιακών στρατευμάτων σε αυτό που ονομάσθηκε πόλεμος του Κριστέρο. Μετά τη λήξη του πολέμου το 1929, ο Πρόεδρος Εμίλιο Πόρτες Γκιλ διατήρησε μια προηγούμενη ανακωχή, κατά την οποία ο νόμος θα παρέμενε θεσπισμένος, αλλά δεν θα εφαρμοζόταν στην πράξη, με αντάλλαγμα τη λήξη των εχθροπραξιών. Από τότε, η Καθολική Εκκλησία έχει παραμείνει ενεργή μέσα από το Εθνικό Κόμμα Δράσης (του Μεξικού). Το κόμμα απέκτησε σημαντική βάση το 2000, όταν εξελέξη ο Πρόεδρος Βισέντε Φοξ, σταματώντας 70 χρόνια αδιάκοπης διακυβέρνησης από το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα.

Νορβηγία

Στις 21 Μαΐου 2012, το Κοινοβούλιο της Νορβηγίας ενέκρινε μια συνταγματική τροπολογία η οποία διασφάλιζε στην Εκκλησία της Νορβηγίας αυξημένη αυτονομία, και ορίζει πως «η Εκκλησία της Νορβηγίας, μια Ευαγγελική-Λουθηρανική Εκκλησία, παραμένει η Εκκλησία του Νορβηγικού λαού, και αντιμετωπίζεται από το κράτος ως τέτοια» («Λαϊκή Εκκλησία», folkekirke, είναι επίσης το όνομα της Δανέζικης Κρατικής Εκκλησίας, Folkekirken), αντικαθιστώντας την προηγούμενη έκφραση η οποία όριζε πως «η Ευαγγελική-Λουθηρανική θρησκεία παραμένει η επίσημη θρησκεία του Κράτους». Η τελική τροπολογία πέρασε με 162 υπέρ προς 3 κατά. Όλες οι αρνητικές ψήφοι ήταν από το Κεντρώο κόμμα.

Το σύνταγμα ορίζει επίσης πως η Νορβηγικές αξίες βασίζονται πάνω στην Χριστιανική και ανθρωπιστική κληρονομιά, και σύμφωνα με το σύνταγμα, ο Βασιλιάς πρέπει να είναι Λουθηρανός. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδοτεί την Εκκλησία όπως κάνει και για άλλους σχετικούς με την θρησκεία οργανισμούς και ιδρύματα, αλλά την δυνατότητα διορισμού επισκόπων και κοσμητόρων την έχει η εκκλησία αντί της κυβέρνησης. Πριν το 1997, ο διορισμός εφημερίων και θρησκευτικών αντιπροσώπων ήταν αρμοδιότητα της κυβέρνησης, αλλά η εκκλησία απέκτησε το δικαίωμα να διορίζει απευθείας τους εν λόγω κληρικούς βάσει του νέου Εκκλησιαστικού Νόμου του 1997. Ωστόσο, ακόμα και μετά τις αλλαγές του 1997 και 2012, όλοι οι κληρικοί παραμένουν κρατικοί λειτουργοί, και οι κεντρικές και τοπικές διοικήσεις παραμένουν κομμάτι της κρατικής διοίκησης, και η Εκκλησία της Νορβηγίας ρυθμίζεται από τον δικό της νόμο (Kirkeloven) και όλοι οι δήμοι υποχρεούνται από τον νόμο να υποστηρίξουν τις δραστηριότητες της Εκκλησίας της Νορβηγίας και οι δημοτικές αρχές να αντιπροσωπεύονται στα τοπικά σωματεία της.

Σιγκαπούρη

Η Σιγκαπούρη είναι η πατρίδα ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών και ως τέτοια, η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης έχει αναμφισβήτητα -ως προς μία σειρά ζητημάτων- κάνει μία προσπάθεια να αποφύγει να δώσει προτεραιότητα σε κάποιες θρησκείες έναντι των υπολοίπων.

Το 1972 η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης διέγραψε τους μάρτυρες του Ιεχωβά και απαγόρευσε τις δραστηριότητές τους στη χώρα. Μπορεί αυτό να φαίνεται σε κάποιους ως θρησκευτική προκατάληψη, ωστόσο άλλοι (συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης) ισχυρίζονται ότι αυτό ήταν δικαιολογημένο δεδομένου ότι τα μέλη των μαρτύρων του Ιεχωβά αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία (η οποία είναι υποχρεωτική για όλους τους άνδρες), να χαιρετήσουν τη σημαία ή να ορκιστούν όρκους πίστης στο κράτος. Η Σιγκαπούρη έχει απαγορεύψει όλο το έντυπο υλικό που εκδίδεται από την «Διεθνή Ένωση Μαθητών της Βίβλου» (International Bible Students Association) και το «Παρατηρητήριο της Βίβλου» (Watchtower Bible and Tract Society) εξαιτίας της δημοσίευσης κειμένων των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Όποιος κατέχει μία απαγορευμένη έκδοση μπορεί να του επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο μέχρι $2.000 Δολάρια Σιγκαπούρης και να φυλακισθεί μέχρι 12 μήνες για την πρώτη καταδίκη.

Σουηδία

Η Εκκλησία της Σουηδίας ιδρύθηκε από τον Βασιλιά Γουσταύο Α΄ και μέσα σε μισό αιώνα μετά το θάνατο του, καθιερώθηκε ως Λουθηρανική εκκλησία με εκτεταμένες εξουσίες στην Σουηδική κοινωνία, όντας υπό τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Η θρησκευτική ελευθερία επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια της δικτατορίας του Γουσταύου Γ΄, ενώ το κράτος διαχωρίστηκε από την εκκλησία από την 1 Ιανουαρίου του 2000. Η μεταρρύθμιση προωθήθηκε από την κυβέρνηση του Γκόραν Πέρσον.

Τουρκία

H Τουρκία, της οποίας ο πληθυσμός είναι σε συντριπτικό ποσοστό μουσουλμανικός, θεωρείται ότι έχει καθιερώσει τον κοσμικό χαρακτήρα της σχολής της laïcité από το 1928. Όπως και με τον κοσμικό χαρακτήρα στη Γαλλία, υπάρχουν μερικές αξιοσημείωτες περιπλοκές και στην Τουρκία:

    Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία είναι επίσημα κοσμική χώρα, το Προοίμιο του Συντάγματος ορίζει ότι «Δεν πρέπει να υπάρχει καμία παρέμβαση, παρόλα τα ιερά θρησκευτικά συναισθήματα, σε κρατικές υποθέσεις και την πολιτική».
    Προκειμένου να ελέγχουν τον τρόπο που η θρησκεία γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς, το κράτος πληρώνει τους μισθούς των ιμάμηδων (μόνο για τους σουνίτες μουσουλμάνους) και παρέχει θρησκευτική εκπαίδευση (από την κοινότητα των μουσουλμάνων σουνιτών) στα δημόσια σχολεία. Το κράτος έχει ένα Υπουργείο Θρησκευτικών Υποθέσεων, ακριβώς κάτω από τον πρωθυπουργό ιεραρχικά, υπεύθυνο για την οργάνωση της σουνιτικής μουσουλμανικής θρησκείας, καθώς επίσης και τι θα πρέπει και δεν θα πρέπει να αναφέρεται σε κηρύγματα που δίνονται σε τζαμιά, ειδικά τις Παρασκευές. Μια τέτοια ερμηνεία του κοσμικού κράτους, όπου η θρησκεία είναι υπό αυστηρό έλεγχο του κράτους είναι πολύ διαφορετική από εκείνη την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών και είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς ο διαχωρισμός μπορεί να εφαρμοστεί με ποικίλους τρόπους σε διάφορες περιοχές στον πλανήτη.

Φιλιππίνες

Στο άρθρο 2 της Διακήρυξης των Αρχών και Κρατικών Πολιτικών, Ενότητα 6, το σύνταγμα των Φιλιππίνων του 1987 ορίζει πως «ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους είναι απαραβίαστος». Αυτό τονίζει εκ νέου, με μικρές διαφορές στις λέξεις και στον τονισμό, μια διακήρυξη που έγινε στο άρθρο 15, παράγραφος 15 του συντάγματος του 1973. Ομοίως, στο άρθρο 3, παράγραφος 5 ορίζει «Κανένας νόμος δεν θα ορίζει την υιοθέτηση θρησκείας, ή την απαγόρευση ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων. Η ελεύθερη άσκηση και απόλαυση των θρησκευτικών καθηκόντων και λατρειών, χωρίς διάκριση η μεροληψία, πάντα θα επιτρέπεται. Καμία θρησκευτική δοκιμασία θα απαιτείται για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων», απηχώντας το άρθρο 4, παράγραφος 8 από το σύνταγμα του 1973 αυτολεξεί.

Θρησκευτικές απόψεις

Πέρα από το νόμο και τη φιλοσοφία, ορισμένοι χριστιανοί αρνούνται να ψηφίζουν, να φέρουν όπλα ή να συμμετέχουν σε οποιοδήποτε πολιτικό όργανο διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα συχνά να διώκονται, όπως συνέβη με τους Αναβαπτιστές, τους συνεχιστές τους συμπεριλαμβανομένων των Άμις και των Μεννονιτών, των Κουακέρων και, κατά τον 20ο αιώνα, των Μαρτύρων του Ιεχωβά σε αρκετές χώρες, πιστεύοντας ότι μη συμμετέχοντας, βρίσκονται πλησιέστερα στη Βασιλεία του Θεού, αφού ο Ιησούς απάντησε (στον Πιλάτο) « βασιλεία μ οκ στιν κ το κόσμου τούτου· ε κ το κόσμου τούτου ν βασιλεία μή, ο πηρέται ο μο γωνίζοντο ν να μ παραδοθ τος ουδαίοις· νν δ βασιλεία μ οκ στιν ντεθεν» (Ιωάν. ιη', 36). Γι’ αυτούς ο όρος «Χριστιανικό έθνος» δεν μπορεί να είναι ένα έγκυρο κυβερνητικό αξίωμα, εντάσσοντας αποκλειστικά τους Χριστιανούς, πιθανότατα σε χριστιανικές κοινότητες, πέραν των οποίων βρίσκονται «τα Καίσαρος» (Ματθ. κβ', 21).

Αχμαντίγια

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Ισλάμ από την Μουσουλμανική Κοινότητα Αχμαντίγια, οι Ισλαμικές αρχές ορίζουν ότι η κυβερνητική πολιτική θα πρέπει να διαχωρίζεται από το θρησκευτικό δόγμα. Δεν θα πρέπει να δείχνεται εύνοια στον Μουσουλμάνο και όχι στον μη Μουσουλμάνο.

Καθολικισμός

Στη Δεύτερη Δήλωση του Συμβουλίου του Βατικανού επί της Θρησκευτικής Ελευθερίας Dignitatis Humanae (1986), η Καθολική Εκκλησία διδάσκει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και ότι το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το συνταγματικό νόμο. Ενώ η Εκκλησία διδάσκει ότι ο διαχωρισμός εκκλησίας – πολιτείας είναι επιτρεπτός, δεν προσυπογράφει το διαχωρισμό της θρησκείας και της πολιτικής. Η θέση της Εκκλησίας είναι ότι η θρησκεία, και ιδιαιτέρως η Εκκλησία, έχει ιδιαίτερο ρόλο στην καθοδήγηση και πληροφόρηση των συνειδήσεων, δρώντας έτσι ως ελεγκτικός και εξισορροπητικός παράγων ως προς την ισχύ της πολιτείας. Η Εκκλησία διδάσκει ότι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (η οποία κατοχυρώνεται στη «ρήτρα ελεύθερης εξάσκησης» των Η.Π.Α.) είναι δογματικό, ενώ το ερώτημα του βαθμού διαχωρισμού εκκλησίας – πολιτείας, όπως η απαγόρευση μιάς επίσημης θρησκείας (η οποία κατοχυρώνεται στη «ρήτρα ίδρυσης» των Η.Π.Α.), είναι μεταβλητό, εξαρτώμενο από την ιστορία του έθνους. Έτσι είναι αποδεκτό και συμβατό με την έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας, χώρες όπως η Αγγλία, η Μάλτα, η Κόστα Ρίκα και η Δανία να έχουν επίσημη θρησκεία, αφού παρέχουν θρησκευτική ελευθερία προς όλους:

    Αν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ιστορικές συγκυρίες μεταξύ των λαών, παρέχεται ειδική πολιτική αναγνώριση προς μία θρησκευτική κοινότητα από την συνταγματική τάξη μιάς κοινωνίας, είναι ταυτοχρόνως απαραίτητο να αναγνωρίζεται και να διατηρείται το δικαίωμα όλων των πολιτών και των θρησκευτικών κοινοτήτων στη θρησκευτική ελευθερία.

Η Καθολική Εκκλησία λαμβάνει θέσεις σε πολιτικά ζητήματα, και επιχειρεί να επηρεάσει τη νομοθεσία επί θεμάτων τα οποία θεωρεί σημαντικά. Επί παραδείγματι, οι Καθολικοί επίσκοποι στις Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν ένα σχέδιο το 1970, σκοπός του οποίου ήταν μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα παρείχε «προστασία στο αγέννητο παιδί, στο μέγιστο δυνατό βαθμό».

Φιλικός και εχθρικός διαχωρισμός

Οι ακαδημαϊκοί κάνουν διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που μπορούν να χαρακτηριστούν «φιλικοί» και «εχθρικοί» διαχωρισμοί κράτους και εκκλησίας. Ο φιλικός τύπος περιορίζει την ανάμειξη της εκκλησίας στα ζητήματα του κράτους, αλλά επίσης περιορίζει την ανάμειξη του κράτους στα ζητήματα της εκκλησίας. Ο εχθρικός τύπος, αντιθέτως, επιδιώκει να περικλείσει την θρησκεία καθαρά στο σπίτι ή στην εκκλησία και περιορίζει την θρησκευτική εκπαίδευση, τις θρησκευτικές τελετουργίες και την δημόσια επίδειξη πίστης.

Το εχθρικό μοντέλο της ανεξιθρησκίας εμφανίστηκε με τη Γαλλική Επανάσταση και αντιπροσωπεύεται στην Μεξικανική Επανάσταση και το Σύνταγμα που προέκυψε από αυτήν καθώς και στο Ισπανικό Σύνταγμα του 1931. Το εχθρικό μοντέλο που παρουσιάστηκε σε αυτά τα γεγονότα, μπορεί να θεωρηθεί ότι προσεγγίζει τον τύπο της πολιτικής θρησκείας, που συναντάμε στα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ο Γαλλικός διαχωρισμός του 1905 και ο Ισπανικός διαχωρισμός του 1931 έχουν χαρακτηριστεί ως οι πιο εχθρικοί του εικοστού αιώνα, αν και τα τρέχοντα σχήματα και στις δυο αυτές χώρες θεωρούνται σε γενικές γραμμές φιλικά. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί, στην αρχή της θητείας του, παρ’ όλ’ αυτά, χαρακτήρισε το τρέχον σχήμα «αρνητική εκκοσμίκευση» και θέλησε να αναπτύξει μια «θετική εκκοσμίκευση», πιο ανοιχτή στην θρησκεία. Η συμπεριφορά της πολιτείας προς την θρησκεία θεωρείται από κάποιους ότι υπήρξε μια από τις αιτίες των εμφυλίων πολέμων στην Ισπανία και το Μεξικό.

Ο Γάλλος φιλόσοφος και συντάκτης της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ζακ Μαριτέν (Jacques Maritain) επισήμανε την διαφορά ανάμεσα στο μοντέλο που βρίσκουμε στην Γαλλία και σε αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών των μέσων του εικοστού αιώνα. Θεώρησε ότι το μοντέλο των Ηνωμένων Πολιτειών της εποχής εκείνης είναι πιο φιλικό, διότι συνδύαζε την «καθαρή διάκριση και την έμπρακτη συνεργασία» ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτεία, αυτό που αποκάλεσε «ιστορικό θησαυρό» και προειδοποίησε τις Ηνωμένες Πολιτείες: «παρακαλέστε τον Θεό να το διατηρήσετε προσεκτικά και μην επιτρέψετε στην αντίληψη σας για τον διαχωρισμό να παρεκκλίνει προς αυτήν των ευρωπαίων». Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), ένας άλλος Γάλλος σχολιαστής, έκανε παρόμοια διάκριση: «Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την αρχή, η πολιτική και η θρησκεία ήταν σε συμφωνία και δεν σταμάτησαν να είναι έτσι έκτοτε».

===========================================

 

ΠΗΓΕΣ








Χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας - Βικιπαίδεια





 ==========================================


Δημοσίευση σχολίου