Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Dario Fo - Ντάριο Φο




 Αποτέλεσμα εικόνας για νταριο φο

Οι ιστορίες του Dario Fo

Το παιδί που έδινε παραστάσεις στα τρένα, όταν μεγάλωσε, όρισε το ιταλικό θέατρο και την ευρωπαϊκή σκέψη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  03/04/2012 

Προβατάς Μάκης

 =======================


Didascalo. Ετσι τον αποκαλούν αυτοί που είναι δίπλα του και οι περισσότεροι άνθρωποι της τέχνης στην Ιταλία. Ή απλώς «Ντάριο», με το μικρό του όνομα, όπως ακούσαμε να τον φωνάζουν όλοι ανεξαιρέτως, μικροί και μεγάλοι, οι οποίοι τον έβλεπαν στην έκθεση ζωγραφικής με έργα του, η οποία εγκαινιάστηκε την περασμένη εβδομάδα στο Μιλάνο. Διδάσκαλος με όλη τη σημασία της λέξης. Σε κάθε κίνησή του, σε κάθε φράση του, από την πρώτη απάντησή του, μας μετέδωσε τη δική του μοναδική ματιά για τα πράγματα, μιλώντας μας άμεσα και χωρίς καμία ειρωνεία.

«Κύριε Φο, είναι απίστευτη η χαρά μας που σας συναντάμε. Για αυτή τη συνέντευξη είχαμε μια τεράστια επιθυμία» του είπα. 

«Εγώ τώρα έχω μεγάλη επιθυμία για μια καραμέλα. Κιάρα, θέλω μια καραμέλα». Η αποθέωση της ανθρώπινης επιθυμίας.

Σε μισό λεπτό, η Κιάρα, η 30χρονη βοηθός του που είναι συνεχώς δίπλα του, του φέρνει μια καραμέλα από αυτές με το περιτύλιγμα που διπλώνουν με δύο «αφτάκια» στις άκρες. Ο Ντάριο Φο προσπαθεί να την ξετυλίξει, αλλά δυσκολεύεται και μου δίνει να το κάνω εγώ. Το περιτύλιγμα θα γίνει «λάφυρο» στην τσέπη μου.

Ντάριο Φο: Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές στην παγκόσμια τέχνη. Στα 86 του χρόνια σήμερα, ο συγγραφέας, ο διανοητής, ο νομπελίστας, ο ζωγράφος Ντάριο Φο. Εχει γράψει περίπου 70 έργα με πιο γνωστά σε εμάς το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» του 1974 και τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» του 1970. Για αυτό του το έργο, το οποίο ξεσκέπαζε τη συνωμοσία που υπήρξε πίσω από τη δολοφονία του αναρχικού Τζουζέπε Πινέλι από τους αστυνομικούς το 1969, ο Φο φυλακίστηκε και η σύζυγός του Φράνκα Ράμε απήχθη από ακροδεξιά οργάνωση και βασανίστηκε. Το Νομπέλ Λογοτεχνίας που του απονεμήθηκε το 1997 ήταν μια μεγάλη ευχάριστη έκπληξη για πάρα πολλούς. Ηταν, όμως, και πολύ δυσάρεστη έκπληξη για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: εκτός πολλών άλλων, το 1977 είχε χαρακτηρίσει την τηλεοπτική μεταφορά του «Mistero Βuffo» του Ντάριο Φο «το πιο βλάσφημο πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει ποτέ η τηλεόραση».

Η ζωή και το έργο του Ντάριο Φο διατρέχει ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, από τα ταραγμένα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου ως και τις ημέρες μας. Από εκείνες τις ηρωικές ημέρες των 50s, όταν μαγεμένος από την Commedia dell’arte δεν δυσκολευόταν καθόλου από την απόφαση του Τζούλιο Αντρεότι να λογοκρίνει το έργο του. «Ηταν η πρώτη φορά που ανεβάζαμε κάποιο έργο που μιλούσε για εμάς, για τη ζωή μας, για την πολιτική» θυμάται σήμερα. «Και, φυσικά, αυτό ξύπνησε ένα εκπληκτικό τέρας που ονομάζεται λογοκρισία. Ο Αντρεότι ήταν τότε ένας νεαρός που είχε λάβει αυτή την πολιτιστική εντολή και μπήκε αποφασισμένος. Απαγόρευσε κάποιες παραστάσεις που παίζονταν τότε στο Μιλάνο, και εμάς μας άγγιξε πολύ αυτό. Τότε ήταν που επινοήσαμε το Grammelot ως παντομίμα. Χάρη στη λογοκρισία και στον Aντρεότι».

Συναντήσαμε τον Ντάριο Φο την προηγούμενη εβδομάδα στο Μιλάνο, στο περιθώριο της έκθεσης ζωγραφικών έργων του. Οι συναντήσεις μας και οι συζητήσεις μας μοιράστηκαν σε δύο ημέρες. Αυτή η συνέντευξη δεν θα μπορούσε να έχει γίνει χωρίς την πολύτιμη βοήθεια της μεταφράστριας Βαλεντίνα Τζιλάρντι, την οποία ευχαριστούμε θερμά.

Κύριε Φο, κρίνοντας από την πορεία σας, περάσατε πολλές δυσκολίες και σε σκληρές εποχές για τους προοδευτικούς καλλιτέχνες. 

«Κοιτάξτε, μερικές από τις μεγάλες σύγχρονες, προοδευτικές μορφές της θεατρικής τέχνης τις έχουμε δημιουργήσει εμείς οι ίδιοι οι Ιταλοί, τον 15ο, τον 16ο και τον 17ο αιώνα, με τον διωγμό όλων των κωμικών. Ισως, λοιπόν, θα έπρεπε πού και πού να επαναλαμβάνονται οι διωγμοί, επειδή δίνουν νέα ώθηση στο θέατρο. Είναι η μόνη λύση για ανανέωση».

Υπήρξε κάποια εποχή στη ζωή σας κατά την οποία αισθανόσασταν πιο παράκαιρος σε σχέση με αυτά που συνέβαιναν γύρω σας; 

«Ίσως την εποχή στην οποία προσπάθησα να εργαστώ ως αρχιτέκτονας. Ημουν σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, όπου έφτιαχνα τα σχέδια, και ανακάλυψα τη διαφθορά που υπήρχε σε εκείνο το γραφείο και στον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζαν τα έργα. Για παράδειγμα, ένα οικόπεδο που ήταν προσδιορισμένο για αγροτική δραστηριότητα το έκαναν οικοδομή, ιδιωτική ή κρατική. Όλα ήταν μες στη διαφθορά, ένα μεγάλο εμπόριο με πολλά λεφτά. Μεγάλες κλοπές δηλαδή. Επαθα μια φοβερή κρίση. Για έναν χρόνο, τίποτε σχεδόν δεν μου κινούσε το ενδιαφέρον, δεν ασχολιόμουν με τίποτε. Αρρώστησα βαριά. Εκανα συνέχεια εμετό, όλα μου είχαν κάτσει στο στομάχι, μου ήταν αδύνατο να βρίσκομαι ανάμεσα στον κόσμο και ήμουν πολύ ευέξαπτος. Τότε, λοιπόν, ένας αγαπημένος μου φίλος, γιατρός, μου είπε: “Υπάρχει κάτι που να σου αρέσει πραγματικά να κάνεις; Επειδή σε έχω δει να αυτοσχεδιάζεις και να διηγείσαι ιστορίες, εσύ πρέπει να επιστρέψεις εκεί, να σωθείς με αυτό, αλλιώς σε λίγο θα χάσεις τα λογικά σου. Δεν σου έχει μείνει καν το κουράγιο να αντιδράς με έναν καγχασμό στα πράγματα”. Και έτσι ξεκίνησα. Πήγα στον Φράνκο Παρέντι, με πρόφαση ένα σχέδιο για σκηνογραφία. Εκείνος άκουσε τα διηγήματά μου και με πήρε στον θίασό του. Εκεί γνώρισα τη Φράνκα και αυτή στάθηκε η πιο εκπληκτική συνάντηση της ζωής μου».

Έχουμε ακούσει, δηλαδή γνωρίζουμε, ότι αυτή είναι «η συνάντηση» της ζωής σας.  

«Ήταν μια γυναίκα που το θέατρο το είχε στις φλέβες της. Είχε γεννηθεί στο θέατρο και ανέβηκε μικρό κορίτσι στη σκηνή, στην αγκαλιά της μάνας της. Γνώριζε όλους τους άγραφους, αλλά βασικούς κανόνες του θεάτρου, το να δίνεις το λίγο για να πετύχεις το πολύ. Η Φράνκα, μέρα με την ημέρα, υπήρξε η σχολή μου. Και θυμάμαι πως όταν κάποια στιγμή μαλώσαμε και είχαμε να ιδωθούμε για έναν μήνα, εγώ ντρεπόμουν να της πω ότι, πέρα από την αγάπη της, μου έλειπαν η παρουσία της στη σκηνή, οι συμβουλές της, η προσοχή που έδειχνε σε κάποια πράγματα. Τότε κατάλαβα ότι χρειαζόταν να διαβάσω, αποτίναξα τις συμβάσεις και άρχισα να πηγαίνω να παρακολουθώ κάποια μαθήματα για την αξία της θεατρικής γραφής. Αυτά, όμως, που άκουγα ήταν κάποια απίστευτα “μπλα μπλα” και έτσι μετά πήγαινα και μελετούσα βιβλία στη βιβλιοθήκη οπότε διαπίστωνα ότι έλεγαν ψέματα για το θέατρο, την αξία και τη σημασία του. Πείσμωσα φοβερά. Αρχισα να διαβάζω και έτσι ανακάλυψα την ύπαρξη της Commedia dell’arte. Εγώ νόμιζα πως ήταν μια χαζομάρα που τη διέδιδαν έτσι, ενώ ανακάλυψα ότι σε αυτή βασίζεται όλη η καλλιτεχνική έκφραση, κυρίως σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, για ολόκληρη την Ευρώπη».

Ήταν κάπως σαν «ο Ντάριο Φο να εκπαιδεύει τον Ντάριο Φο»; 

«Η αλήθεια είναι ότι εγώ φανταζόμουν πως θα έμενα λίγο καιρό στο θέατρο, μόνο για το διάστημα που θα χρειαζόμουν για να απαλλαγώ, να συνέλθω από το κακό που με είχε μολύνει, που με είχε κάνει να μην πιστεύω στην εντιμότητα και στην αγνότητα. Ξέρετε, τους έβλεπα όλους δόλιους, πανούργους. Και σήμερα, πάντως, μπορεί να τύχει το ίδιο πράγμα σε έναν νέο άνθρωπο».

Νεότητα είναι κυρίως το να είσαι συνεχώς ανικανοποίητος και διαρκώς να αναζητείς περισσότερη ζωή. Εσείς, όσο περνούν τα χρόνια, μοιάζετε να είστε όλο και πιο ανικανοποίητος. 

«Βεβαίως και είμαι! Φυσικά και είμαι! Εξάλλου, συμβαίνουν τόσο πολλά στον κόσμο, που δεν χρειάζεται καν να ψάχνεις τον λόγο και, κυρίως, το κίνητρο για να κάνεις τέχνη. Κάθε ημέρα η πραγματικότητα και τα γεγονότα σε βιάζουν. Εσείς, ως Ελληνας, και εμείς, ως Ρωμαίοι, ξέρουμε τι σημαίνει κρίση. Ξέρουμε τι σημαίνει η απόγνωση του κόσμου που δεν ξέρει πού να κοιτάξει και πού να απευθυνθεί».

Συνεχίζετε να μοιάζετε με έναν «φάρο» μέσα στον ωκεανό της ανοησίας στην οποία ζούμε. Αυτό σας κάνει περισσότερο ευτυχή ή περισσότερο δυστυχή; 

«Κοιτάξτε, αυτό που με ενδιαφέρει έχει να κάνει κυρίως με τους νέους. Θέλω να τους δώσω να καταλάβουν κάτι πολύ σημαντικό. Οτι δηλαδή ένας ηθοποιός, ένας ζωγράφος, ένας μουσικός, ένας αρχιτέκτονας πρέπει οπωσδήποτε να μιλάει για την εποχή στην οποία ζει. Αν αδυνατούν να το κάνουν αυτό, αν μέσα από την τέχνη ή την τεχνική τους περιγράφουν με σουρεαλιστικό τρόπο τα γεγονότα, σε βαθμό που το κοινό να δυσκολεύεται να καταλάβει για ποια γεγονότα μιλάνε, τι αναζητούν στην καθημερινή ζωή, τότε όλα είναι μάταια».

Και για τους πολιτικούς ισχύει το ίδιο; 

«Φυσικά! Αυτό το διαπίστωσα με τα χρόνια, με τα μεγάλα κινήματα από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Οι πολιτικοί που μπόρεσαν να χαράξουν τον δρόμο τους μέσα στην Ιστορία ήταν αυτοί που μίλησαν με σαφήνεια για τα γεγονότα που ζούσαμε».

Η ζωγραφική νιώθετε να καλύπτει κάποια ανάγκη σας που δεν καλύπτουν οι υπόλοιπες μορφές τέχνης με τις οποίες ασχολείστε; 

«Η ζωγραφική και η συγγραφική τέχνη είναι για μένα κάτι ενιαίο. Ολο το σύνολο, που αποτελείται από τη ζωγραφική, τη θεατρική τέχνη, την αφήγηση και το να κινούμαι πάνω στη σκηνή, υπήρξε θεμελιώδες για μένα. Χρησιμοποιώ, βεβαίως, διαφορετικά μέσα σε καθεμία από αυτές τις τέχνες, αλλά αυτά τα μέσα τελικά ανήκουν στο ίδιο “κλειδί”. Γράφω τα θεατρικά κείμενα των παραστάσεών μου, γράφω τα κείμενα των μονολόγων μου, γράφω και μορφές μυθιστορήματος και μετά ζωγραφίζω, χωρίς να αντιμετωπίζω κάποιο θέμα εναλλαγής συναισθημάτων για το πώς τα βλέπω ως τέχνη. Ποτέ δεν σταμάτησα να ζωγραφίζω ούτε καν όταν έλεγα “τέρμα, δεν μπορώ άλλο” και περνούσα μια μικρή κρίση, από την οποία δεν ήξερα πώς να βγω. Για παράδειγμα, σε έναν θεατρικό μονόλογο ή σε μια σκηνή που δεν “στεκόταν”, ξεκινούσα και ζωγράφιζα και διηγούμουν όλη την ιστορία μέσω των σκίτσων. Και ευτυχώς η Φράνκα κατάφερε να φυλάξει εκατοντάδες από αυτά τα σκίτσα».

Φανταζόμαστε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να βρίσκεται σε μια δημιουργική μοναξιά για να πραγματοποιεί την τέχνη του. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη «μοναξιά» του ζωγράφου και στη «μοναξιά» του συγγραφέα; 

«Δύσκολα αισθάνομαι τη μοναξιά του καλλιτέχνη. Πρώτα απ’ όλα, εμένα μου συμβαίνει να μη ζωγραφίζω σχεδόν ποτέ μόνος μου. Για παράδειγμα, μερικοί από αυτούς τους πίνακες, στην έκθεση που κάνω τώρα, είναι τεράστιοι. Από τρία μέχρι και 12 τετραγωνικά μέτρα. Πάντα, λοιπόν, ζωγραφίζω μαζί με άλλους ανθρώπους, με κάποιες φίλες, με κάποια παιδιά. Πάντα θυμάμαι ότι είχα μια ομάδα ανθρώπων που με ακολουθούσαν και δούλευα μαζί τους. Καμία φορά, βέβαια, έχω ανάγκη από μοναξιά, πολλή μοναξιά, αλλά δεν παραπονιέμαι, επειδή έτσι πήγε η ζωή μου ολόκληρη. Γεννήθηκα με πολύ κόσμο γύρω μου, που όλο αυξάνεται και ελπίζω να αυξάνεται διαρκώς, ως το τέλος».

Από την τέχνη της ζωγραφικής μάθατε κάτι το οποίο δεν σας έμαθε η τέχνη του συγγραφέα ή του ηθοποιού; 

«Ποτέ δεν προσπάθησα να διαχωρίσω αυτές τις δύο τέχνες μέσα μου. Και τα δύο ήταν αδιαίρετα σε μένα. Και η ζωγραφική και η διήγηση ήταν πάντα η βάση από την οποία ξεκινούσα. Από μικρός είχα την τύχη να περιτριγυρίζομαι από ανθρώπους που με παρότρυναν να ζωγραφίζω. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, οι φίλοι μου. Είχα μια τάση να εντοπίζω αυτά που με ενδιέφεραν και να τα αποδίδω με εικόνες. Έχω ζωγραφιές και πορτρέτα από τότε που ήμουν δέκα χρόνων. Στα 13 μου άρχισα να ζωγραφίζω γελοιογραφίες. Ημουν σίγουρος πως όταν θα μεγάλωνα θα γινόμουν ζωγράφος. Βέβαια, το να διηγούμαι ιστορίες και παραμύθια ήταν τελικά το σημαντικότερο πράγμα για μένα».

Αν κοιτάξετε προς τα πίσω, ποια νομίζετε ότι υπήρξε η πρώτη μεγάλη «σχολή» για εσάς στη ζωή σας; 

«Εγώ άρχισα να παίζω ως ηθοποιός στα τρένα. Το τρένο, λοιπόν, υπήρξε η πρώτη σχολή μου, η πρώτη “ακαδημία” μου. Και ήμουν τόσο ευτυχισμένος, που παρέσυρα, ή μάλλον έσυρα μαζί μου, και άλλους, οι οποίοι τραγουδούσαν και έπαιζαν όργανα. Μετά τον πόλεμο έγιναν απίστευτα πράγματα κατά τη διάρκεια των ταξιδιών στον σιδηρόδρομο. Εγώ, για παράδειγμα, εκεί έμαθα την τζαζ, αφού υπήρχαν διάφορες παρέες που μαζεύονταν και αυτοσχεδίαζαν μουσική και τραγούδια. Οταν ερχόμουν στο Μιλάνο από εκεί που έμενα, η διαδρομή ήταν δύο ώρες και εκείνη την εποχή τα βαγόνια ήταν χωρίς διαχωριστικά, ένας ενιαίος μακρύς χώρος. Εγώ, λοιπόν, έλεγα στα παιδιά της ηλικίας μου ιστορίες για το χωριό μου, αφού τις ξαναέπλαθα στο μυαλό μου για να γίνουν πιο ελκυστικές, και σιγά σιγά αντιλήφθηκα ότι όλοι στο βαγόνι άκουγαν με μεγάλη προσοχή, οι άνθρωποι γελούσαν και συμμετείχαν. Κάποιοι, μάλιστα, μου ζητούσαν να επαναλάβω μια ατάκα που έχασαν και όλο το τρένο γινόταν... μπουρδέλο από τη φασαρία. Εκεί έμαθα την τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Του απροόπτου που τελικά δεν είναι απρόοπτο».

Έχετε περάσει τόσο πολλά. Τι είναι αυτό που περιφρονείτε περισσότερο στους ανθρώπους; 

«Οχ, δύσκολη ερώτηση! Και πώς σχετίζεται με τη δουλειά μου; Δεν ξέρω τι να απαντήσω».

Έχετε δίκιο. Να το πάρουμε από τη θετική πλευρά του. Σε σχέση με τους ανθρώπους υπάρχει μια βεβαιότητα που να έχετε πλέον σε αυτή τη ζωή; 

«Είμαι σίγουρος ότι οι άνθρωποι κατά βάθος έχουν αξιοπρέπεια. Και αυτή την αξιοπρέπεια πρέπει να φροντίσουμε να τη διεγείρουμε, να την υποκινούμε. Πρέπει να πράττουμε συνέχεια ό,τι μπορεί ο καθένας μέχρις ότου γίνουν οι άνθρωποι ενημερωμένοι πολίτες. Μόνον όταν κάποιος είναι ενημερωμένος για τα γεγονότα και έχει τη δυνατότητα να τα εξετάζει με κριτική σκέψη είναι σε θέση να ξεφύγει από τις απελπιστικές συνθήκες στις οποίες ζει».

Τα θέματα που ζωγραφίσατε τα είχατε από πριν στο μυαλό σας ή αφήσατε την επικαιρότητα να σας επηρεάσει; 

«Στους πίνακές μου απεικονίζονται όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ιταλία και στον κόσμο. Θέλω να μιλήσω για την επικαιρότητα, για όσα συμβαίνουν σήμερα, τώρα. Σε τέτοιο σημείο που, επειδή τα γεγονότα διαδέχονται τόσο γοργά το ένα το άλλο, δεν προλαβαίνω να τα καταγράψω. Και σε μερικούς πίνακες, θα δείτε, υπάρχει η επιγραφή “Μην αγγίζετε” επειδή τα χρώματα είναι ακόμη νωπά!».

Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να διακρίνει την τέχνη; 

«Η μαρτυρία είναι σημαντική στην τέχνη. Και το καλύτερο είναι όταν η μαρτυρία συνδυάζεται με το γκροτέσκο και την ειρωνεία. Αυτό θα δείτε κυρίως στην έκθεση. Θα δείτε και τη διαμαρτυρία και την καταγγελία μερικών επίκαιρων γεγονότων. Για παράδειγμα, ζούμε αυτή την περίοδο την τραγωδία των παιδιών της Αφρικής, μικρά παιδιά που απάγονται, οπλίζονται, ποτίζονται με φανατισμό και μετά αναγκάζονται να σφάζουν τις ίδιες τις μανάδες τους, τα αδέλφια τους. Πολύ συχνά κοιτάζουμε στις ειδήσεις αυτά τα γεγονότα σαν μακρινά, σαν να μη μας αφορούν. Δεν πρέπει, όμως, να φοβόμαστε να αντικρίσουμε την αλήθεια, η οποία λέει ότι υπεύθυνες για αυτή την κατάσταση είναι οι επιχειρήσεις μας».

Είστε ένας άνθρωπος ο οποίος λέει ό,τι σκέφτεται και κάνει ό,τι λέει. Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον η πλειονότητα των ανθρώπων να κάνει το ίδιο;

 «Πρέπει να μιλάμε για όλα τα φρικτά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας, ώστε να καταλάβουμε κατά πού βαδίζει η κοινωνία μας. Γιατί να σβήνει τόσο γρήγορα η αντίληψη ενός τραγικού γεγονότος; Πώς αφήνουμε τα πράγματα να κυλάνε με αυτόν τον τρόπο; Γίνεται μια κηδεία, παρευρίσκονται οι Αρχές, έχουμε κλάματα, έναν σύντομο αποχαιρετιστήριο λόγο και, έπειτα από τρεις ημέρες, να κι άλλο ανατριχιαστικό γεγονός. Πίσω από πολλά από όσα συμβαίνουν κρύβονται τα συμφέροντά μας, όπως, για παράδειγμα, στο εμπόριο όπλων. Καθήκον μας είναι να μιλήσουμε, να αναλύσουμε, να εξετάσουμε με κάθε τρόπο. Οποιοσδήποτε έχει τη δυνατότητα πρέπει να εμπλέκεται, να ενημερώνει τον κόσμο. Όχι με επιφανειακά σχόλια, πρέπει να εντοπίσουμε τις αιτίες και τι κρύβεται από πίσω. Αν δεν μιλήσουμε, δεν κάνουμε τίποτε, δεν έχουμε συμμετοχή στην ίδια μας τη ζωή».

Αυτό είναι κάτι που το είχατε καταλάβει από παιδί ή το αντιληφθήκατε αργότερα στη ζωή σας; 

«Μου έκανε εντύπωση από παιδί – και αυτό χάρη στους σημαντικούς καθηγητές που είχα – ότι οι μεγάλες προσωπικότητες, οι σπουδαίοι άνθρωποι πάντα μιλούσαν για την εποχή στην οποία ζούσαν. Μάλιστα το έκαναν με ειρωνεία, με έναν σαρκασμό που έθιγε, που ενοχλούσε την εξουσία».

Το χιούμορ και η σάτιρα είναι ο πιο διεισδυτικός δρόμος για τους ανθρώπους να αντιληφθούν τα πράγματα και τις καταστάσεις; 

«Μικρό παιδί είχα μάθει στο χωριό μου να διηγούμαι παραμύθια, ιστορίες και να πλάθω θεατρικές καταστάσεις. Το έκανα με ειρωνεία και σάτιρα, όχι με κοροϊδία ή γελοιοποίηση. Συχνά ακούω ανθρώπους να τα μπερδεύουν αυτά. Όχι! Η σάτιρα είναι κάτι πολύ σοβαρό, που γεννήθηκε πριν και από την τραγωδία. Το σατιρικό θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα ήταν τόσο σημαντικό – αυτό εγώ το ανακάλυψα εκ των υστέρων – ώστε πάλευε κατά της εξουσίας. Επειδή η σάτιρα ξεγυμνώνει την εξουσία και παρ’ όλο που επρόκειτο για δημοκρατική εξουσία στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν και εκεί προβλήματα. Εξάλλου οι Ρωμαίοι, όταν ήρθαν σε επαφή με την ελληνική κουλτούρα, μπροστά στο πρόβλημα της σάτιρας δυσκολεύτηκαν, επειδή δεν ήθελαν να δίνουν ευκαιρία για κριτική στην εξουσία έτσι όπως προχωρούσε η Ρώμη».

Στις ημέρες μας η κουλτούρα που έχει επιβληθεί μοιάζει να επιβραβεύει τις αρετές του παπαγάλου. Πώς αντιμετωπίζεται αυτό; 

«Κάνοντας θέατρο αντιλήφθηκα πόσο σημαντικό είναι να μιλάς για την εποχή στην οποία ζεις. Θυμάμαι ο Σαβίνιο έλεγε: “Διηγηθείτε, άνθρωποι, τη δική σας ιστορία. Η ιστορία σας είναι η ζωή σας. Αν δεν γνωρίζετε από πού έρχεστε, δεν γνωρίζετε πραγματικά πού επιθυμείτε να πάτε και ακόμη και αν φτάσετε εκεί που θέλετε, δεν θα το αντιληφθείτε καν”. Αυτή η σκέψη ήταν για μένα έκρηξη. Πρέπει οπωσδήποτε να μιλάμε για την εποχή μας και, κυρίως, να λάβουμε μέρος σε αυτή».

Για να μπορείς να μιλάς για την εποχή σου πρέπει να συμμετέχεις σε αυτή; 

«Φυσικά! Και για να λάβεις πραγματικά μέρος πρέπει να είσαι ενημερωμένος. Ενας λαός που δεν είναι ενημερωμένος είναι ένας κούφιος, ένας κενός, ένας άχρηστος λαός. Και τι σημαίνει να είσαι ενημερωμένος; Σημαίνει να γνωρίζεις πώς λειτουργούν τα πράγματα και να συνειδητοποιείς αυτό που πρέπει να κάνεις, και κυρίως να διαλέγεις, να έχεις το θάρρος να διαλέγεις πού να πας, με ποιον και γιατί να εκθέτεις τον εαυτό σου. Να εκθέτεις τον εαυτό σου είναι σημαντικότατο, όχι να μείνεις από πίσω, καλυμμένος. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να δεις αργότερα ως άνθρωπος ότι είσαι κάποιος που απλώς παίρνει το μέρος κάποιου άλλου. Όχι, εγώ θέλω να ξέρω πώς σκέφτεται ο άλλος, τον μελετάω, συζητάω μαζί του. Στο τέλος έχω μια γνώση, έχω μια βάση για να κρίνω, για να συντάσσομαι. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που συντάσσεται και που αναρωτιέται διαρκώς μήπως έκανε λάθος, μήπως το παραέκανε προς μια κατεύθυνση».

* Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜagazino στις 24 Μαρτίου 2012

==================================


Ο Ντάριο Φο ήταν επινοητής μιας νέας θεατρικής γλώσσας Ποιος ήταν, γιατί υπήρξε σημαντικός, και η εργογραφία του 

13.10.2016 

 

Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως γλώσσα αντίδρασης απέναντι στην εκάστοτε εξουσία 


Aπό την ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Πέθανε ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και λογοτέχνης Ντάριο Φο, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, σε ηλικία 90 ετών. Ο θάνατός του οφείλεται σε πνευμονία.

 Θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, εικονογράφος, ζωγράφος, σκηνογράφος, ακτιβιστής και πολλά άλλα, ο Ντάριο Φο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997. Με τη σύζυγό του Φράνκα Ράμε, για πάνω από 50 χρόνια, έχουν «ξεσηκώσει» τον ιταλικό κόσμο της τέχνης, γράφει ο ιταλικός Τύπος.

 «Είχε μετατρέψει τη ζωή του σε τέχνη», αναφέρει χαρακτηριστικά η εφημερίδα Repubblica. 

 
Με την ηθοποιό σύζυγο του, συνεργάτιδα και συνοδοιπόρο, Φράνκα Ράμε. Η Ράμε πέθανε το 2013.

Ο Ντάριο Φο γεννιέται το 1926 στο Λεγκιούνo Σαντζιάνο, στο Βαρέζε. Μαθαίνει να μιλάει από τον πατέρα του, ερασιτέχνη ηθοποιό, σοσιαλιστή, διευθυντή των ιταλικών σιδηροδρόμων. Ο Φελίτσε, όταν δεν τραγουδάει και δεν μαθαίνει παιδικά παιχνίδια στον μικρό Ντάριο, μετατίθεται από ιταλική επαρχία σε ιταλική επαρχία. Άλλωστε, η αντιφασιστική του δράση, η προσφορά καταφυγίου σε πρόσφυγες και στρατιώτες, έπλασε και τον χαρακτήρα του γιου, που έμαθε από μικρός να βγάλει γλώσσα κι όταν τον κυνηγούν να την αλλάζει, να την μεταμορφώνει, να «αμπαλάρει» τα νοήματα για να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Φο, στα 89 του σήμερα, υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φυσιογνωμίες στα γράμματα και την παγκόσμια Τέχνη. 

Διανοητής, συγγραφέας, ζωγράφος, νομπελίστας, δημιουργός μίας ολοκαίνουριας παλιάς γλώσσας για να απευθυνθεί στο κοινό, έχει γράφει περισσότερα από 70 έργα, τα οποία «σφραγίζουν» το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως γλώσσα επικοινωνίας, αλλά και αντίδρασης απέναντι στους γλωσσικούς και αξιακούς κώδικες της εκάστοτε εξουσίας. Η πρώτη εκδοχή αυτού του γλωσσικού κώδικα απαντάται στα έργα της Commedia dell’arte του 16ου αιώνα, που αγαπούσε ο Φο. 

 
Το 1997, όταν παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 


Βέβαια, η «μετα-γλώσσα» του Φο δεν τον γλιτώνει πάντα από τις περιπέτειες με το επίσημο κράτος της εποχής του. Για τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού», έργο πολυδιαβασμένο και πολυ-ανεβασμένο στις θεατρικές σκηνές όλου του κόσμου, ο Φο θα φυλακιστεί και η σύζυγος και συνεργάτις του, Φράνκα Ράμε, θα απαχθεί από ομάδα νεοφασιστών, θα βασανιστεί και θα βιαστεί. Θα τη βρουν σε άθλια κατάσταση πεταμένη σ' ένα πάρκο, λίγες μέρες μετά. Το έργο που προκάλεσε αυτή τη θηριωδία, αναφερόταν στη συνωμοσία πίσω από τη δολοφονία του αναρχικού Τζουζέπε Πινέλι από τις αστυνομικές αρχές το 1969. Η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, από κάποιους θεωρήθηκε χρύσωμα του χαπιού για τις ταλαιπωρίες που υπέστη ο συγγραφέας και η σύζυγος του, από κάποιους μια αληθινή αναγνώριση του έργου του και από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μία πολύ κακή εξέλιξη για τα… ήθη και τις ανθρώπινες αξίες. 

Κάκιστη, αν σκεφτεί κανείς τον επίκαιρο λόγο του, που είτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση, αλλά κυρίως μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, έκανε την αναμέτρηση με την κάθε μορφής εξουσίας να φαίνεται πιο εύκολη, τη δε εξουσία, αστεία και πάντα κατώτερη των περιστάσεων. Τόσο ο ίδιος όσο και η Ράμε, περισσότερο ίσως απ' ό,τι Έλληνες διανοητές, στήριξαν τον αγώνα τον ελληνικό αγώνα ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών. 

 
Ζωγραφίζοντας. Το άλλο μεγάλο πάθος του Φο. 

Αντέχουν μέχρι σήμερα: «Απαιτούν οι άνθρωποι ένα πραγματικά δίκαιο σύστημα; Ωραία, θα το τακτοποιήσουμε, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν με ένα λιγότερο άδικο... Θέλουν επανάσταση; Καλά θα τους δώσουμε μεταρρυθμίσεις – πολλές μεταρρυθμίσεις, θα τους πνίξουμε στις μεταρρυθμίσεις. Ή μάλλον, θα τους πνίξουμε στις υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων, επειδή δεν θα τους δώσουμε ποτέ πραγματικές μεταρρυθμίσεις!» - Από τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού». 

«Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; Θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι…» - Από το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».  

=====================================


 Αποτέλεσμα εικόνας για νταριο φο

 Αποτέλεσμα εικόνας για νταριο φο



Ντάριο Φο: Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω!

Το γνωστό θεατρικό έργο του Ντάριο Φο, απόρροια των κινημάτων διαμαρτυρίας της δεκαετίας του '70. Μια κωμωδία με γρήγορους ρυθμούς που ασχολείται με τις αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων, την οικονομική κρίση και την επανάσταση των απλών ανθρώπων: "Ακριβαίνετε να πράγματα; Δεν πληρώνουμε, τα παίρνουμε."
Η παράσταση θεωρήθηκε τόσο πολύ επικίνδυνη, που οι επιχειρηματίες πήγανε τον Φο στο δικαστήριο, με την κατηγορία ότι ξεσήκωνε τον κόσμο και τον παρότρυνε να κλέβει. Στο δικαστήριο παρουσιάστηκε με τη γυναίκα του Φράνκα και υποστήριξε ότι δεν έκανε τίποτα, πέρα από το να κηρύττει την ατομική αντίδραση, το να κάνει κάτι ο καθένας στο χώρο του...

======
 
Απόσπασμα απ' το βιβλίο:

"Σ' έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν' αναπνεύσω κι εγώ; θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε...»

Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες. Τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη.

Έτσι, εμείς που βγάζουμε πάντα το φίδι απ' την τρύπα για τους άλλους, θα μπορούμε επιτέλους να σκεφτούμε και τον εαυτό μας. Να κτίζουμε σπίτια που να ανήκουν σε μας... να ζούμε μια ζωή που θά 'ναι ολότελα δική μας. Να ζούμε σαν ολοκληρωμένοι άνθρωποι τέλος πάντων. Να ζούμε σ' έναν κόσμο όπου η επιθυμία σου να γελάσεις, ξεσπάει από μέσα σου σα γιορτή, η επιθυμία να παίξεις και να γιορτάσεις... κι επιτέλους να κάνεις μια δουλειά που να σ' ευχαριστεί... σαν κανονικοί άνθρωποι κι όχι σαν ζώα που ζουν και υπάρχουν χωρίς χαρά και φαντασία.

Ένας κόσμος όπου μπορεί κανείς να δει ξανά ότι υπάρχει ακόμη ένας ουρανός... τα λουλούδια που ανθίζουν... ότι ακόμα υπάρχει άνοιξη... και τα κορίτσια που γελούν και τραγουδούν. Και όταν μια μέρα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις σα γέρος, πεταμένος σα στυμμένη λεμονόκουπα, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε ελεύθερος κι ευχαριστημένος μαζί με τους άλλους ανθρώπους..."

=====================================



Ο Ντάριο Φο και οι άνθρωποι που δεν πληρώνουν

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές



 "Δεν πληρώνω... Δεν πληρώνω", η κοινωνική σάτιρα του Ντάριο Φο (Νόμπελ 1997), παρουσιάζεται από τις 14 Οκτωβρίου στο θέατρο "Αλφα"

            Ο Ντάριο Φο το 1974 σκάρωσε και παρουσίασε ένα θεότρελο θεατρικό έργο με τον τίτλο «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω». Μέσα σε μια από τις πολλές πετρελαϊκές κρίσεις, που όπως φαίνεται τείνουν στη μονιμότητα, με τον πληθωρισμό να καλπάζει και τους εργάτες να χάνουν τις δουλειές τους ή να υποαπασχολούνται με τα γνωστά εργασιακά τερτίπια της ημιαπασχόλησης που σημαίνουν απλήρωτη εργασία, μια ομάδα γυναικών μπουκάρει σε σούπερ – μάρκετ και αρνείται να πληρώσει τις νέες υπερδιπλάσιες τιμές – λόγω κρίσης – των προϊόντων. Δημιουργούν τρομακτική σύγχυση στο ταμείο, έρχονται σε ανοιχτή ρήξη με το διευθυντή, σχεδόν τον απειλούν με λιντσάρισμα, και τελικά αρπάζουν τα αγαθά πληρώνοντας κατά βούληση. Το πράγμα παίρνει τεράστιες διαστάσεις, αφού κάποιες γυναίκες φτάνουν σε σημείο να αρπάζουν ό,τι βρουν, χωρίς να πληρώσουν τίποτα. Ένα άνευ προηγουμένου πλιάτσικο. Μια κυρία, με πρωτοφανές θράσος, κατευθύνεται προς την έξοδο φορτωμένη θεόρατες σακουλάρες, που αδυνατεί να σηκώσει, και απαιτεί πίστωση από το διευθυντή του σούπερ – μάρκετ χωρίς όμως να δώσει κανένα στοιχείο της, αντιστρέφοντας το γνωστό τροπάρι των εμπόρων που λέει ότι πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στους εμπόρους. Ε λοιπόν, και οι έμποροι πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στους καταναλωτές. Δεν πρέπει να υπάρχει ανησυχία, ούτε καταγραφή στοιχείων. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη πιστοποιεί την εξόφληση κάθε λογαριασμού. Όπως είναι φυσικό, εντός ολίγου έρχεται η αστυνομία, αλλά είναι τέτοιο το μπούγιο και τόσο ανεξέλεγκτη η κατάσταση που το έργο της γίνεται αδύνατο. Οι εξαγριωμένες κυρίες μπαίνουν στο τραμ κι εξαφανίζονται και οι αστυνομικοί δεν μπορούν να εξακριβώσουν ποια ψώνια είναι νόμιμα και ποια όχι. Εξάλλου, η οργή των γυναικών, ο πανικός και το πρωτόγνωρο της υπόθεσης τους καθηλώνουν. Ένα μικρό χάος, τόσο ξαφνικό, αυτοσχέδιο και ανήκουστο που γελοιοποιεί τις αρχές καθιστώντας τις ανίσχυρες.

            Το εξωφρενικό αυτό γεγονός είναι το πλαίσιο που κινεί όλη τη δράση του «Δεν πληρώνω – δεν πληρώνω». Είναι δηλαδή η αφορμή, το δεδομένο, η κινητήριος δύναμη του έργου. Το επεισόδιο δεν παρουσιάζεται στον αναγνώστη – θεατή, απλώς εξιστορείται, ως τετελεσμένο γεγονός, από την αυτόπτη μάρτυρα – ηρωίδα του έργου, την Αντωνία, που έχει γυρίσει στο σπίτι φορτωμένη σαν γαϊδούρι με σακούλες – λάφυρα της λαϊκής λεηλασίας. Η Αντωνία περιγράφει το περιστατικό στη φίλη της Μαργαρίτα που μένει κατάπληκτη και εξοργίζεται με την κακή της τύχη που δεν ήταν στο σούπερ – μάρκετ να πλιατσικολογήσει κι αυτή. Ο διάλογος αυτός – πέρα από το πλιάτσικο – αποκαλύπτει σταδιακά ένα βουνό προβλημάτων οικονομικής φύσεως με απλήρωτα ενοίκια και ληγμένους λογαριασμούς, ως κάτι απολύτως φυσικό, ως αυτονόητη καθημερινότητα. Παρακολουθούμε την εξαθλίωση της εργατικής τάξης που αδυνατεί να επιβιώσει, καθώς ξεζουμίζεται κυριολεκτικά από το σύστημα και ταυτόχρονα γελάμε με την κωμικότητα της κατάστασης, που επιβάλλει το εντελώς παράλογο ως δεδομένη – αναπόδραστη πραγματικότητα. Γιατί ο Φο καταδεικνύει το τερατώδες όχι με υπερβολές ή μελοδραματισμούς, αλλά με τον κυνισμό της ορθολογικής καταγραφής μιας τελείως ανορθολογικής πραγματικότητας. Κι αυτή είναι η αλάθητη τεχνική της ειρωνείας που ξεγυμνώνει όλα τα κοινωνικά φτιασιδώματα. Ο Φο μετατρέπει ένα ταξικό δράμα σε κωμωδία μετουσιώνοντας την αγωνία της επιβίωσης σε θέατρο του παραλόγου. Το παράλογο ξετυλίγεται αργά και μεθοδικά ακολουθώντας την διαδρομή της εξωφρενικότητας. Οι γυναίκες προκειμένου να κυκλοφορήσουν με τα κλοπιμαία τα βάζουν κάτω από τα ρούχα τους και προσποιούνται τις εγκυμονούσες. Ο τόπος γεμίζει έγκυες γυναίκες, που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια και αφήνουν κατάπληκτους τους άντρες που δεν γνωρίζουν τίποτα. Το παράλογο συναντά το γκροτέσκο. Ξετυλίγονται διάλογοι απείρου κάλλους καθώς οι γυναίκες δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα και οι άντρες τα χάφτουν δείχνοντας κωμική δυσπιστία. Φτάνουμε στο σημείο να παρακολουθούμε επιχειρηματολογία που να στηρίζει ότι τα παιδιά γεννιούνται στη σαλαμούρα. Κάθε λογική καταρρίπτεται και το παράλογο είναι ο μόνος δρόμος που έχει απομείνει στην εργατική τάξη. Η απόλυτη ειρωνεία σηματοδοτεί την απόλυτη αντιστροφή. Τελικά το σύστημα, οι νόμοι, τα εργασιακά δικαιώματα, οι αμοιβές των εργατών, το κόστος ζωής, η πετρελαϊκή κρίση, με δυο λόγια η καπιταλιστική αρμονία είναι τόσο λογική και οι γυναίκες παράλογες ή το αντίθετο; Πόσο λογικό είναι ένα σύστημα που υποχρεώνει τους εργαζόμενους που το στηρίζουν με την παραγωγική τους δύναμη να καταφεύγουν στο παράλογο για να επιβιώσουν; Αλλά ο Φο δεν σταματά εδώ. Συνεχίζει να διερωτάται. Ποιος είναι ο κλέφτης, οι γυναίκες ή το σούπερ – μάρκετ; Ποιος εκβιάζει και τσαλαπατά τον άλλο, η ακρίβεια που καθιστά αδύνατη την πρόσβαση στα αγαθά ή οι γυναίκες που ορμούν και παραβιάζουν την ξένη περιουσία; Και πόσο ξένη είναι αυτή η περιουσία, αφού οι εργάτες είναι αυτοί που την παράγουν; Έτσι, ο Φο φτάνει στα άκρα. Δικαιώνοντας ηθικά τις γυναίκες νομιμοποιεί την κλοπή. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, ο καπιταλισμός μας κλέβει, ας τον κλέψουμε κι εμείς. Είναι το σημείο που η λογοτεχνία γίνεται επαναστατικότητα. (Αυτό το πλήρωσε ακριβά ο Φο στην προσωπική του ζωή. Πέρα από τη διαρκή λογοκρισία που τον καταδίωκε, πέρα από τις απειλές για τη ζωή του, πέρα από τις επιθέσεις που του έκαναν ακροδεξιές οργανώσεις, πέρα από τις επιθέσεις που δέχτηκε τόσο από πολιτικούς όσο κι από την εκκλησία, στις 8 Μαρτίου του 1973 νεοφασιστική ομάδα απήγαγε τη γυναίκα του, Φράνκα Ράμε, τη βασάνισε και τη βίασε. Την αμέσως επόμενη χρονιά παρουσίασε το «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» αποδεικνύοντας ότι, όχι μόνο δεν πτοήθηκε, αλλά συνεχίζει ακάθεκτος. Ο Ντάριο Φο είναι ηρωική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το βραβείο Νόμπελ ήρθε πολύ αργά – το 1997 – για να τον δικαιώσει.) Αλλά το πράγμα δεν σταματά εδώ. Η μεγάλη νίκη της κλοπής, δεν μπορεί παρά να πάρει – με τη σειρά της – τις διαστάσεις μιας νέας χοντροκομμένης φάρσας. Οι γυναίκες θριαμβολογούν για τη μικρή τους νίκη στο σούπερ – μάρκετ και χαίρονται γιατί από ένα σύστημα που τους στραγγίζει καθημερινά κατάφεραν να κλέψουν δυο πακέτα μακαρόνια. Είναι η δικαίωση του σκύλου που αναγκάζει το αυτοκίνητο σε φυγή με τα γαυγίσματά του.



«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» του Ντάριο Φο στα ελληνικά
 
Ο Φο το 1970 γράφει ένα πολιτικό έργο - σταθμό. Πρόκειται για το «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού». Το γράφει μετά από μια τρομοκρατική επίθεση στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα στο Μιλάνο με σκοπό να ασκήσει κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης της Ιταλίας και της κυβερνητικής διαφθοράς.

Η υπόθεση

Μπροστά στο ανέβασμα του επαναστατικού κινήματος, παρόλες τις προσπάθειες των συνδικάτων και των γραφειοκρατών της παλιάς και της νέας αριστεράς να το επαναφομοιώσουν, η εξουσία οδηγείται μοιραία να παίξει αυτή τη φορά το ψεύτικο χαρτί της τρομοκρατίας... Η ιταλική αστική τάξη του 1969... δεν έχει πια ανάγκη από τα σφάλματα των παλιών αναρχικών για να βρει μια πρόφαση και να υλοποιήσει την ολοκληρωτική της φύση, παγιδεύοντας τους νέους αναρχικούς με μιαν αστυνομική σκευωρία... Η μπόμπα του Μιλάνου έσκασε εναντίον του προλεταριάτου. Προορισμός της ήταν να χτυπήσει τα λιγότερα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα του πληθυσμού, ώστε να τα κάνει να συμμαχήσουν με την εξουσία, και να καλέσει σε συσπείρωση την αστική τάξη...

=====================================

 


Ντάριο Φο



Dario Fo-Cesena.jpg

Ντάριο Φο

Γέννηση      24 Μαρτίου 1926

Θάνατος      13 Οκτωβρίου 2016

Υπηκοότητα          Ιταλία

Σχολές φοίτησης   Brera Academy

Ιδιότητα      θεατρικός σκηνοθέτης, ηθοποιός θεάτρου, σεναριογράφος, συνθέτης, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός ταινιών, εικονογράφος, ζωγράφος, ποιητής, σκηνογράφος, σατιρικός συγγραφέας, συγγραφέας και ηθοποιός

Σύζυγος      Φράνκα Ράμε

Τέκνα          Jacopo Fo

Σημαντικά έργα   The Virtuous Burglar, Archangels Don't Play Pinball, Mistero Buffo, Accidental Death of an Anarchist, Can't Pay? Won't Pay!, Trumpets and Raspberries, Elizabeth: Almost by Chance a Woman και The Pope and the Witch

Βραβεύσεις Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1997), Sonning Prize (1981) 

Ο Ντάριο Φο (24 Μαρτίου 1926 —13 Οκτωβρίου 2016 ) ήταν Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, θεατρικός σκηνοθέτης και συνθέτης. Πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997. Χρησιμοποιούσε τεχνικές της κομέντια ντελ' άρτε και συνεργαζόταν στενά με τη σύζυγό του Φράνκα Ράμε.

Βιογραφία

Πρώτα χρόνια

Ο Φο γεννήθηκε στο Λεγκιούνο-Σαντζιάνο, στην επαρχία του Βαρέζε, κοντά στην ανατολική πλευρά της Λάγκο Ματζιόρε. Ο πατέρας του Φελίτσε ήταν διευθυντής των ιταλικών σιδηροδρόμων και η οικογένεια άλλαζε συχνά κατοικία λόγω των μεταθέσεων του. Ο Φελίτσε ήταν επίσης ερασιτέχνης ηθοποιός και σοσιαλιστής. Ο Ντάριο έμαθε την τέχνη της διήγησης απ' την γιαγιά του και από Λομβαρδούς ψαράδες και φυσητές γυαλιού.

Το 1940, μετακόμισε στο Μιλάνο για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Brera Art Academy, αλλά ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τού χάλασε τα σχέδια. Η οικογένειά του πήρε μέρος στην αντιφασιστικό αγώνα και λέγεται πως βοηθούσε τον πατέρα του να φυγαδεύει πρόσφυγες και στρατιώτες των Συμμάχων στην Ελβετία. Κοντά στο τέλος του πολέμου, ο Φο στρατολογήθηκε στο στρατό της Δημοκρατίας του Σαλό, αλλά δραπέτευσε και κατάφερε να κρυφτεί για το υπόλοιπο του πολέμου.

Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις σπουδές αρχιτεκτονικής στο Μιλάνο. Εκεί αναμείχθηκε με τα λεγόμενα μικρά θέατρα {teatri piccoli), στα οποία άρχισε να παρουσιάζει τους αυτοσχέδιους μονολόγους του. Το 1950 άρχισε να εργάζεται στο θέατρο του Φράνκο Παρέντι, και σταδιακά εγκατέλειψε την εργασία του ως βοηθός αρχιτέκτονα.

Η δεκαετία του '50 και η σχέση με την Φράνκα Ράμε

Το 1951 ο Φο συναντάει τη Φράνκα Ράμε, γόνο θεατρικής οικογένειας, όταν δούλευαν μαζί στην παραγωγή της επιθεώρησης Εφτά ημέρες στο Μιλάνο. Μετά από λίγο καιρό, αρραβωνιάστηκαν. Τον ίδιο χρόνο προσκλήθηκε να παρουσιάσει τη ραδιοφωνική εκπομπή Κοκορίκο στη RAI, το εθνικό ραδιόφωνο της Ιταλίας. Έκανε 18 σατιρικούς μονολόγους όπου μετέτρεπε βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα. Οι αρχές, σκανδαλισμένες, ακύρωσαν την εκπομπή.

Το 1953 γράφει και σκηνοθετεί το σατιρικό έργο Δάχτυλο στο μάτι (Il dito nell'occhio). Μετά από αρχική επιτυχία, η κυβέρνηση και η εκκλησία αντιδρούν και εν συνεχεία η θεατρική ομάδα με δυσκολία έβρισκε θέατρο όπου μπορούσε να παίξει. Παρ' όλα αυτά, το έργο έτυχε θερμής υποδοχής απ' το κοινό.

Η Φράνκα Ράμε και ο Ντάριο Φο παντρεύτηκαν στις 24 Ιουνίου 1954. Ο Φο δούλευε στο Μικρό Θέατρο (Piccolo Teatro) στο Μιλάνο και παρόλο που η σάτιρά του υπέφερε όλο και πιο πολύ απ' τη λογοκρισία, συνέχιζε να παραμένει δημοφιλής.

Το 1955 ο Φο και η Ράμε δούλεψαν σε κινηματογραφικές παραγωγές στη Ρώμη. Ο Φο έγινε σεναριογράφος και δούλεψε σε πολλές παραγωγές, συμπεριλαμβανομένων και μερικών του Ντίνο ντε Λαουρέντις. Ο γιος τους Τζάκοπο, γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους. Η Ράμε δούλευε στο Τέατρο Στάμπιλε στο Μπολτσάνο. Το 1956 ο Φο κι η Ράμε έπαιξαν μαζί στην ταινία του Κάρλο Λιτσάνι, Ο περίεργος (Lo svitato). Κι άλλες ταινίες ακολούθησαν.

Το 1959 γυρίζουν στο Μιλάνο και ιδρύουν τη θεατρική ομάδα Ντάριο Φο—Φράνκα Ράμε. Ο Φο έγραφε σενάρια, έπαιζε, σκηνοθετούσε, και σχεδίαζε τα κουστούμια και τα σκηνικά. Η Ράμε ανάλαβε τις διοικητικές δουλειές. Η ομάδα έκανε πρεμιέρα στο Μικρό Θέατρο και μετά άρχισε, για πρώτη φορά, τις ετήσιες τουρνέ της σ' ολόκληρη την Ιταλία.

Η δεκαετία του '60 και η επιτυχία

Το 1960 κερδίζουν την εθνική αναγνώριση με το Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ στο θέατρο Οντεόν του Μιλάνο. Κι άλλες επιτυχίες ακολουθούν. Το 1961 τα θεατρικά έργα του αρχίζουν να παίζονται σε Σουηδία και Πολωνία.

Το 1962 γράφει και σκηνοθετεί την εκπομπή Καντσονίσιμα στη RAI. Ο Φο χρησιμοποιεί το σόου για να περιγράψει τη ζωή των απλών ανθρώπων και γρήγορα γίνεται επιτυχία. Ένα επεισόδιο για ένα δημοσιογράφο που σκοτώθηκε απ' τη Μαφία ενόχλησε τους πολιτικούς που είχε ως συνέπεια ο Φο και η Ράμε να λάβουν απειλές κατά της ζωής τους και να μπουν κάτω από αστυνομική προστασία. Φεύγουν απ' την εκπομπή όταν η RAI αρχίζει να λογοκρίνει το πρόγραμμα. Η ιταλική ένωση ηθοποιών καλεί τα μέλη της να αρνηθούν να τους αντικαταστήσουν. Απαγορεύεται η εμφάνισή τους στη RAI για τα επόμενα 15 χρόνια. Συνεχίζουν να παίζουν στο Οντεόν.

Το 1962 το έργο τους για τον Χριστόφορο Κολόμβο ενοχλεί ακροδεξιές ομάδες και προκαλεί βίαιες επιθέσεις. Το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα τούς προμηθεύει σωματοφύλακες.

Το La Signora e da buttare (1967) είχε σχόλια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ και τη δολοφονία του Κένεντι. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το θεώρησε ασέβεια προς τον πρόεδρο Τζόνσον, και ο Φο δεν μπορούσε να βγάλει αμερικανική βίζα για πολλά χρόνια μετά.

Ο Φο έγινε διεθνώς διάσημος όταν το έργο του Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ παίχτηκε στο Ζάγκρεμπ (τότε στη Γιουγκοσλαβία).

Το 1968 ο Φο και η Ράμε ιδρύουν την θεατρική κολλεκτίβα Νέα Σκηνή (Associazione Nuova Scena) με κινούμενες σκηνές θεάτρου. Στο Μιλάνο μετέτρεψαν ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο σε θέατρο. . Απευθύνθηκαν στο ΚΚΙ για βοήθεια και πρόσβαση σε δημοτικά κέντρα και εργατικές ενώσεις. Τον Οκτώβριο του 1968 έκαναν περιοδεία με το τελευταίο έργο του Φο Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi ( Μεγάλη Παντομίμα με Σημαίες και Μικρές και Μεσαίες Μαριονέτες), αρχίζοντας από την Τσεζένα. Το έργο, που διαθέτει μάσκες αντί για χαρακτήρες – που αντιπροσωπεύουν το Κεφάλαιο, τη Βιομηχανική Συνομοσπονδία, τη Μεγαλοοικονομία, την Εκκλησία, το Λαό, Επαναστάτες και Αγρότες – ανάμεσά τους μια γιγαντιαία μαριονέτα, που αντιπροσωπεύει το φασισμό, που γεννά τους εκπροσώπους της Εκκλησίας, της μοναρχίας του Στρατού και της Βιομηχανίας.

Ο Ντάριο Φο αφαίρεσε τα δικαιώματα που απαιτούνταν για να παιχτούν τα έργα του στην Τσεχοσλοβακία μετά την συντριβή της Άνοιξης της Πράγας από δυνάμεις της συνθήκης της Βαρσοβίας σαν διαμαρτυρία, και αρνήθηκε να δεχτεί τη λογοκρισία που απαιτούσαν οι Σοβιετικοί λογοκριτές. Οι παραγωγές έργων του στο Ανατολικό μπλοκ σταμάτησαν.

Το 1969 παρουσίασε για πρώτη φορά το Μίστερο Μπούφο, ένα θεατρικό έργο μονολόγων βασισμένο στη μείξη μεσαιωνικών έργων και τοπικών προβλημάτων. Είχε επιτυχία και έκανε 5.000 παραστάσεις ακόμα και σε γήπεδα. Ο Μίστερο Μπούφο επηρέασε πολλούς νέους ηθοποιούς και συγγραφείς: μπορεί να θεωρηθεί σαν η ιδρυτική στιγμή αυτού που οι Ιταλοί αποκαλούν αφηγηματικό θέατρο teatro di narrazione, ένα είδος θεάτρου στο οποίο δεν υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν ένα δραματικό ρόλο, ένα θέατρο παρόμοιο με το λαϊκό παραμύθι. Οι πιο διάσημοι Ιταλοί παραμυθάδες είναι οι Μάρκο Παολίνι, Λάουρα Κουρίνο, Ασάνιο Σελεστίνι, Ντάβιντε Ένια και Αντρέα Κοζεντίνο.

Η δεκαετία του '70

Το 1970 ο Φο και η Ράμε άφησαν τη Νέα Σκηνή λόγω πολιτικών διαφορών. Ξεκίνησαν την τρίτη τους θεατρική ομάδα, Collettivo Teatrale La Comune.

Παρήγαγαν έργα (βασισμένα στον αυτοσχεδιασμό) για τα σύγχρονα προβλήματα με πολλές αναθεωρήσεις. Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (1970) ασκούσε κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης. Ο Φο το έγραψε μετά από μια τρομοκρατική επίθεση από ακροδεξιούς στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα (Banca Nazionale dell'Agricoltura) στο Μιλάνο. Το Φενταγίν (1971 ήταν ένα θεατρικό έργο για την ασταθή κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη και οι ηθοποιοί αποτελούνταν από πραγματικά στελέχη της PLO. Από το 1971 ως το 1985, η θεατρική ομάδα δώρισε μέρος των εισπράξεών της για την υποστήριξη απεργιών του ιταλικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Το 1973 η ομάδα μετακομίζει στο Σινεμά Ροσίνι στο Μιλάνο. Όταν ο Φο άσκησε κριτική στην αστυνομία σε ένα από τα έργα του, ακολούθησαν αστυνομικές επιδρομές και η λογοκρισία αυξήθηκε. Στις 8 Μαρτίου, μια νεοφασιστική ομάδα απήγαγε τη Φράνκα Ράμε, βασανίζοντάς την και βιάζοντας την. Η Ράμε επέστρεψε στη σκηνή μετά από δύο μήνες με νέους αντιφασιστικούς μονολόγους.

Αργότερα τον ίδιο χρόνο, η ομάδα κατέλαβε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό κτίριο στο κέντρο του Μιλάνο και το ονόμασε Παλατάκι Liberty (Ελευθερία) (Palazzina Liberty). Άνοιξαν το Σεπτέμβρη με το Λαϊκός Πόλεμος στη Χιλή (Guerra di popolo in Cile), ένα έργο για μια εξέγερση ενάντια στην χιλιανή στρατοκρατική κυβέρνηση. Γράφτηκε μετά το θάνατο του Σαλβαδόρ Αγιέντε. Ο Φο συνελήφθη όταν προσπάθησε να αποτρέψει την αστυνομία να σταματήσει την παράσταση. Το έργο του Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω! 1974 ήταν μια φάρσα για το κίνημα αυτοδιαχείρισης όπου γυναίκες (και άντρες) έπαιρναν ότι ήθελαν από την αγορά, πληρώνοντας μόνο ότι μπορούσαν. Το 1975 έγραψε το Φανφάνι ράπιτο (Fanfani rapito) προς υποστήριξη ενός δημοψηφίσματος υπέρ της νομιμοποίησης της έκτρωσης. Τον ίδιο χρόνο αυτός και η Ράμε επισκέφτηκαν την Κίνα. Το 1975 ο Φο προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ για πρώτη φορά.

Το 1976 ο νέος διευθυντής της RAI προσκαλεί το Φο να κάνει ένα καινούριο πρόγραμμα, Το Θέατρο του Ντάριο (Il Teatro di Dario). Εντούτοις, όταν η δεύτερη έκδοση του Μίστερο Μπούφο παρουσιάζεται στην τηλεόραση το 1977, το Βατικανό το θεωρεί "βλάσφημο" και οι Ιταλοί ακροδεξιοί άρχισαν να γκρινιάζουν ξανά. Παρ' όλα αυτά, η Φράνκα Ράμε, έλαβε το βραβείο IDI σαν η καλύτερη τηλεοπτική ηθοποιός.

Το 1978 ο Φο κάνει την τρίτη έκδοση του Μίστερο Μπούφο. Ξαναγράφει και σκηνοθετεί το Η Ιστορία ενός Στρατιώτη (La storia di un soldato), βασισμένο σε μια όπερα του Στραβίνσκι. Αργότερα διασκευάζει, επίσης, όπερες του Ροσίνι. Γράφει κι ένα έργο για το θάνατο του Άλντο Μόρο, το οποίο ποτέ δεν παίχτηκε δημόσια.
Οι δεκαετίες '80 και '90 και το βραβείο Νόμπελ

Το 1980 ο Φο και η οικογένεια του βρίσκουν ένα νέο καταφύγιο, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Αλκατράζ (Libera Universita di Alcatraz), στους λόφους κοντά στο Γκούμπιο και την Περούτζια. Αγόρασαν την κοιλάδα κομμάτι-κομμάτι. Το "καταφύγιο", επί του παρόντος, το διαχειρίζεται ο Τζάκοπο Φο.

Το 1981 το America Repertory Theater του Κέιμπριτζ προσκάλεσε τον Φο να πάρει μέρος στο Φεστιβάλ Ιταλικού Θεάτρου στη Νέα Υόρκη. Το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ αρχικά αρνήθηκε να του παραχωρήσει βίζα αλλά αργότερα, το 1984, συμφώνησε να του δώσει μία για 6 μέρες μετά από διαμαρτυρίες Αμερικανών συγγραφέων. Το 1985 τους παραχωρήθηκε ακόμη μία και έπαιξαν στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στο θέατρο του πανεπιστημίου του Νιού Χέιβεν, στο Κέντρο του Κένεντι στην Ουάσινγκτον, στο Θέατρο των Εθνών στη Βαλτιμόρη και στο θέατρο Τζόυς της Νέας Υόρκης.

Το 1989 έγραψε Γράμμα απ' την Κίνα (Lettera dalla Cina) σε διαμαρτυρία για τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν. Τον ίδιο χρόνο ήταν ο πρώτος Ιταλός που σκηνοθέτησε στην Κομεντί Φρανσέζ (Comedie Francaise).

Το 1981 πήρε το βραβείο Σόννινγκ απ' το πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, το 1985 το βραβείο Premio Eduardo, το 1986 το βραβείο Όμπι στην Νέα Υόρκη και το 1987 το βραβείο Agro Dolce. Στις 9 Οκτωβρίου του 1997 τού απενεμήθη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Στις 17 Ιουλίου του 1995, ο Φο έπαθε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και έχασε σχεδόν όλη την όρασή του. Η Ράμε τον αντικατέστησε στις παραγωγές για ένα διάστημα. Ο Φο ανένηψε σε ένα χρόνο.

Στα έργα του είχε ασκήσει κριτική, μεταξύ των άλλων, στην πολιτική της Καθολικής εκκλησίας για τις αμβλώσεις, τις πολιτικές δολοφονίες, το οργανωμένο έγκλημα, την πολιτική διαφθορά και το Μεσανατολικό. Τα έργα του συχνά βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό, στο ύφος της commedia dell' arte. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες.

Το 2006, ο Φο έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να εκλεγεί δήμαρχος του Μιλάνο, την πιο σημαντική, οικονομικά πόλη της Ιταλίας. Ο Φο, που πήρε πάνω απ' το 20% των ψήφων, υποστηριζόταν από την Κομμουνιστική Επανίδρυση.

Εργογραφία

    Δάχτυλο στο μάτι (Il dito nell'occhio, 1953)
    Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959)
    Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια) (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960)
    Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη (Chi ruba un piede è fortunato in amore, 1961
    H Mεγάλη Παντομίμα (΄΄Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi΄΄), 1968
    Μίστερο Μπούφο (Mistero Buffo, 1969)
    Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι' αυτό Είναι Αφεντικό (L'operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969)
    Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (Morte accidentale di un anarchico, 1970)
    Φενταγίν (Fedayin, 1971)
    Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω! (Non si paga, non si paga!, 1974)
    Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά (La marijuana della mamma è la piu bella, 1976)
    Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία (Tutti casa letto e chiesa, 1977)
    Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες (Storia della tigre et altre storie, 1978)
    Η Όπερα του Ζητιάνου, (L'opera dello sghignazzo, 1981)
    Μια Μάνα (Una madre, 1982)
    Το Ανοιχτό Ζευγάρι (Coppio aperta, 1983)
    Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984)
    Το Ημερολόγιο της Εύας (Diario di Eva, 1984)
    Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985)
    Ο Πάπας και η Μάγισσα (Il papa e la strega, 1989)
    Ο Ανώμαλος Δικέφαλος (L'anomalo Bicefalo, 2003)

===========================




ΠΗΓΕΣ

 








Ντάριο Φο - Βικιπαίδεια

==============================
 Αποτέλεσμα εικόνας
 

 =================================



Δημοσιεύτηκε στις 21 Φεβ 2013

Στην Ιταλία της κρίσης οι πολιτικοί χάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το βάρος πέφτει στους ανθρώπους του πνεύματος. Λίγες ημέρες πριν τις κρίσιμες εθνικές εκλογές, ο Ντάριο Φο σχολιάζει στο Euronews, με τη δική του διεισδυτική ματιά, τη σημερινή Ιταλία.

Ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, διάσημος θεατρικός συγγραφέας, διανοούμενος και ηθοποιός, καταγγέλλει το τραπεζικό σύστημα, που έχει κλέψει, όπως αναφέρει, το χαμόγελο από τα χείλη των συμπατριωτών του. Παράλληλα, υποδεικνύει ως υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης τους επιχειρηματίες, οι οποίοι χειραγωγούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους πολιτικούς, χωρίς διακρίσεις, που δεν έχουν αντιληφθεί την αποστολή τους.

«Αντιλαμβάνομαι ότι δεν υπάρχει σφυγμός στη χώρα, παρά μόνο θλίψη και καταστροφή. Η κρίση απειλεί τους ανθρώπους. Έχει αφαιρέσει κάθε ενθουσιασμό και κάθε χαρά από τις ζωές μας» σχολιάζει ο Ντάριο Φο και συνεχίζει: «Η πολιτική κατέστρεψε την ελπίδα, την εμπιστοσύνη, την αίσθηση της κοινότητας και κυρίως την δικαιοσύνη».

Τέλος, επικρίνει τους κατ' επίφαση μετριοπαθείς ανθρώπους, παρομοιάζει τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι «με άγαλμα που έχει σχεδόν συντριβεί, αλλά κάποιοι προσπαθούν να το σηκώσουν και πάλι στο βάθρο του» και καταλήγει με την ευχή η Ιταλία να απελευθερωθεί, σπάζοντας τα δεσμά της υποκρισίας.

================================


 

Δημοσιεύτηκε στις 14 Ιουν 2013

*Του Ντάριο Φο Παίζουν με τη σειρά που εμφανίζονται Έλλη Φωτίου, Χριστίνα Στόγια, Στέφανος Ληναίος, Σταύρος Ξενίδης, Δημήτρης Πετράτος, Ζαφείρης Γαλάνης, Γιώργος Καρμάτης* *Σκηνοθεσία Στέφανος Ληναίος* *Από την εκπομπή "Το θέατρο της Δευτέρας"*

==========================

 

The Theatre of Dario Fo

1984 documentary on the life and work of the legendary Italian theatre practitioner and his creative partner and wife Franca Rame. Nobel Prize winning author of "Accidental Death of an Anarchist".

Δημοσίευση σχολίου