Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Αριστοτέλης



 

Ο Αριστοτέλης πίσω από τον φιλόσοφο



Ο θεμελιωτής της δυτικής σκέψης

Ηγέομαι: προηγούμαι, προπορεύομαι, είμαι αρχηγός, οδηγώ, διευθύνω, κυβερνώ (Χαρ. Αθ. Μπαλτάς, Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Αθήνα, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1995,
σ. 269)

Οι ηγέτες προπορεύονται και οδηγούν. Οι αγαθοί οδηγούν τους λαούς που τους ακολουθούν σε επιτυχίες, σε νίκες, ακόμα και σε θριάμβους. Οι κακοί, σε αποτυχίες και καταστροφές. Οι περισσότεροι ηγέτες έχουν μεικτό “μητρώο”, που περιλαμβάνει μεγάλες και μικρές στιγμές. Η αναζήτηση της σειράς αυτής των Ελλήνων ηγετών περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλο το φάσμα της ιστορίας των Ελλήνων, από την αρχαία έως τη νεότερη εποχή. Η νέα Ελλάδα έχει ασφαλώς τη μερίδα του λέοντος, ίσως γιατί παραδόξως είναι η λιγότερο γνωστή. Το σχολείο άφησε περισσότερα κενά στη νεότερη απ’ ό,τι στην αρχαία ιστορία.
Η κοινή πάντως αντίληψη, που συστηματικά διαμόρφωσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, είναι η ενότητα της ιστορίας μας μέσα στον χρόνο.

Ο Αριστοτέλης στον αέναο περίπατο της αναζήτησης


ΠΡΟΛΟΓΟΣ



ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ


 

Ο Αριστοτέλης σε τοιχογραφία από το καθολικό της Μονής Φιλανθρωπηνών στο Νησί της λίμνης των Ιωαννίνων (1560).



Ανάμεσα, στον Αριστοτέλη και σ’ εμάς υπάρχουν καταρχάς ορισμένες παρεξηγήσεις. Και πρώτη η παρεξήγηση του «Αυτός έφα», αφού και σήμερα ακόμα ακούμε ή διαβάζουμε αρκετά συχνά να συσχετίζεται με τον Σταγειρίτη, ενώ έχει ειπωθεί για έναν Σάμιο – τον Πυθαγόρα.
Η επόμενη παρεξήγηση αφορά την περίφημη Ποιητική, έναν από τους λεγόμενους ακροαματικούς αριστοτελικούς λόγους (μια πανεπιστημιακή παράδοση δηλαδή, που δεν προοριζόταν για το κοινό), η οποία λαθεμένα και επί μακρόν θεωρήθηκε οδηγός προς ναυτιλομένους στο ποιητικό πέλαγος, ένα εγχειρίδιο για το πώς να συνθέτουν ικανοποιητικό έργο οι νεοπροσήλυτοι της ποίησης. Γράφει σχετικά ο Άλμπιν Λέσκυ: «Κανένα από τα πολυάριθμα έργα του Αριστοτέλη δεν είχε τόση επίδραση όσο ένα μικρό σύγγραμμα, που μάλιστα δεν σώθηκε ολόκληρο. Μια ιστορία των κρίσεων για την Ποιητική (Περί ποιητικής) και των επιδράσεων που πηγάζουν από αυτήν, θα έπρεπε να εκθέσει ένα σημαντικό κομμάτι της δυτικής πνευματικής ζωής και θα ήταν αναγκαστικά συγχρόνως η ιστορία λαθών που είχαν μεγάλον αντίκτυπο. Οι πιο δυσάρεστες συνέπειες προήλθαν από την τάση να νομίζεται η Ποιητική σαν ένα υποχρεωτικό βιβλίο κανόνων».
Σημειωτέον, η ύπαρξη και δεύτερου βιβλίου της Ποιητικής, με αντικείμενό του την κωμωδία, δεν είναι μια φιλολογικά αυθαίρετη επινόηση του Ουμπέρτο Έκο για τις ανάγκες του μυθιστορήματός του Το όνομα του ρόδου. Ήδη οι πρώτοι ερμηνευτές της Αναγέννησης, βασισμένοι σε εσωτερικές και εξωτερικές πληροφορίες, πίστευαν ότι έπρεπε να υπάρχει και δεύτερο βιβλίο, περί του γελοίου, που δυστυχώς δεν βρέθηκε και αυτό μαζί με τα υπόλοιπα σκωληκόβρωτα χειρόγραφα, στη Σκήψη της Τρωάδας.
Παρεξήγηση μέσα στην παρεξήγηση, επίσης σε σχέση με την Ποιητική, όπως την προσδιορίζει και πάλι ο Λέσκυ: «Δεν φταίει καθόλου ο Αριστοτέλης, που η σπουδαία του δήλωση για την “αμαρτίαν” σαν ηθικήν ενοχή (13. 1453a 10) πολύν καιρό παρανοήθηκε, επηρεάζοντας έτσι μοιραία την ερμηνεία της ελληνικής τραγωδίας. Ο Αριστοτέλης ερμηνεύοντας την αμαρτία σαν αστοχία από το “σωστό” απέκλεισε αρκετά καθαρά την ηθική μειονεξία (κακία και μοχθηρία)». Οι παρερμηνείες, το ξέρουμε, επηρεάζουν τα πράγματα (και τα γράμματα) περίπου όσο και οι σωστές ερμηνείες. Εδώ πάντως διαπιστώνουμε άλλη μία φορά πόσο ολισθηρό είναι το έδαφος όταν μια λέξη (η αμαρτία εν προκειμένω) έχει την ίδια γραφή τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα ελληνική, η σημασία της όμως δεν είναι απολύτως ίδια.



 

Ο Αριστοτέλης μπροστά από την προτομή του Ομήρου, έργο του Ρέμπραντ (1653, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης).


Σε παρεξήγηση οφείλεται επίσης η διάχυτη πίστη ότι σαν δάσκαλος του νεαρότατου Αλέξανδρου, στη Μίεζα, σε κάμποση απόσταση από την πρωτεύουσα Πέλλα, δεν του εμφύτευσε μόνο την αγάπη για τη σπουδαία ποίηση, και κατεξοχήν την ομηρική, αλλά και τις πολιτικές ιδέες στις οποίες επιχείρησε να δώσει ουσιαστικό διηπειρωτικό και διαφυλετικό περιεχόμενο μερικά χρόνια αργότερα. Στο μεστό δοκίμιό του που ακολουθεί, ο Βασίλης Κάλφας, που του οφείλουμε εξαιρετικές μεταφράσεις αριστοτελικών έργων, είναι κατηγορηματικός. Ως πολιτικός δάσκαλος του Αλέξανδρου, ο Αριστοτέλης –που οι θέσεις του για τους «βαρβάρους» και τους δούλους είναι εκείνες που ελέγχθηκαν αυστηρότερα κατά τους επόμενους αιώνες από τους συστηματικούς μελετητές του– απέτυχε πλήρως: «Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται ούτε και από τη νέα μορφή διακυβέρνησης που εγκαινίασε ο Μέγας Αλέξανδρος μετά τις κατακτήσεις του, επιδιώκοντας τη μόνιμη συνύπαρξη Ελλήνων και “βαρβάρων”. Κατά τη δική του γνώμη, η φύση των Ελλήνων ήταν ριζικά διαφορετική από τη φύση των άλλων ανατολικών λαών, οπότε και η αντίθεση ανάμεσα στους ελληνικούς πολιτικούς θεσμούς και την ανατολική δεσποτεία παρέμενε ασυμφιλίωτη. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Αριστοτέλης δεν επηρέασε ιδιαίτερα τον Αλέξανδρο».
Την ίδια άποψη την έχει διατυπώσει ο Κάλφας και στο κείμενό του «Ο Αριστοτέλης και η εγκυκλοπαίδεια της γνώσης», κεφάλαιο του βιβλίου Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, η συγγραφή του οποίου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Αρχαιογνωσία και αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση».

Ο κορυφαίος θεωρητικός και πρακτικός φιλόσοφος της «μεσότητας και του μέτρου υπήρξε, ως προς τον πλούτο των γνώσεών του και των πληροφοριών που ανακοίνωσε, ένα διαδίκτυο πολύ προ του διαδικτύου. Ένας πανεπιστήμονας ολκής που η μονίμως ανικανοποίητη όρεξή του για το ειδέναι τον οδήγησε να καταπιαστεί –και με την ίδια πάντοτε προσοχή και επιμέλεια– με τα φαινομενικώς τιποτένια και με τα προδήλως βαρυσήμαντα: από τον πολλαπλασιασμό του γαλεού φερειπείν, την κίνηση των σιαγόνων του κροκόδειλου («κινεί δε πάντα τα ζώα την κάτωθεν γένυν, πλην του ποταμίου κροκοδείλου· ούτος δε την άνω μόνον» υποστήριζε στο Περί τα ζώα ιστορίαι) και τα όνειρα (κάποιοι, έγραφε στα Μικρά Φυσικά, «ονειρεύονται ότι γεύονται μέλι και γλυκούς χυμούς μα στην πραγματικότητα καταπίνουν απλώς μικρή ποσότητα φλέγματος»), έως τα άστρα, την ποίηση και την ψυχή· είναι τόσο το εύρος και τέτοιο το βάθος της σκέψης του, τόσος ο πνευματικός αλλά και ο φυσικός κάματος που προηγήθηκε για να κατορθωθούν, ώστε να τον φανταζόμαστε να βγαίνει στον διανοητικά απολαυστικό και γόνιμο περίπατό του ακόμα και στο σκοτάδι, σαν ένας παράδοξος, εν πλήρει εγρηγόρσει νυκτοβάτης, για να μη χαθεί εργάσιμος χρόνος.
Κάτι τελευταίο εδώ, «δημοσιογραφικού» όπως λέγεται ενδιαφέροντος, με ήρωα τον ιστοριογράφο Καλλισθένη, μικρανιψιό του Αριστοτέλη και μαθητή του. Ο Καλλισθένης ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην Ασία, με την υποχρέωση να καταγράφει ως αυτόπτης μάρτυς τις κρίσιμες στιγμές της εκστρατείας. Έτσι προέκυψε το εγκωμιαστικό σύγγραμμα Αλεξάνδρου πράξεις, όπου ο συγγραφέας υμνούσε τον βασιλιά ως πρωταγωνιστή της πανελλήνιας ιδέας αλλά και ως γιο του Δία. Επιπλέον ο Καλλισθένης ανήκε στο συντακτικό προσωπικό των Βασιλείων Εφημερίδων –πολύ μακρινών προγόνων των σημερινών εφημερίδων–, ενός καθημερινού ημερολογίου που το ξέρουμε από τον Αρριανό και τον Πλούταρχο. Στην πορεία της εκστρατείας ο Καλλισθένης «έπεσε σε δυσμένεια στα μάτια του στρατηλάτη βασιλιά· πρώτα απ’ όλα αρνήθηκε να εκτελέσει την προσκύνησιν, δηλαδή την υπόκλιση μπροστά στον βασιλιά, την οποία υιοθέτησε ο Αλέξανδρος σύμφωνα με τα ήθη των ηγεμόνων της Ανατολής ως έκφραση της θεϊκής προέλευσης της βασιλείας· έπειτα, κατηγορήθηκε ότι έλαβε μέρος σε συνωμοσία (τη λεγόμενη “συνωμοσία των βασιλικών παίδων”), συνελήφθη και εκτελέστηκε πριν από την επιστροφή της εκστρατείας στη Βαβυλώνα».
Ανέκαθεν ενοχλητική και «τιμωρητέα» λοιπόν η ελευθερογνωμία και η ελευθεροστομία. Η εκτέλεση του ανιψιού του αποξένωσε τον Αριστοτέλη από τον Αλέξανδρο, και ο Σταγειρίτης, ο οποίος «στην Αθήνα παρέμεινε πάντοτε ένας ξένος, στενά συνδεδεμένος στα μάτια του κόσμου με την αυλή των Μακεδόνων», όπως γράφει ο Κάλφας, μετά το θάνατο του στρατηλάτη, κατέφυγε στη Χαλκίδα, όταν απειλήθηκε σοβαρά η ζωή του. Αποικία των Χαλκιδαίων ήταν άλλωστε η πατρίδα του. Κανένας άλλος δεν καθιέρωσε τόσα όσα αυτός. Και κανένας άλλος δεν αξίζει να τιμάται ως οικουμενικός φιλόσοφος όσο αυτός.

 

                     ==================================



Αριστοτέλης, ο σύγχρονός μας



ΚΕΙΜΕΝΟ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΦΑΣ


Παρά την αναμφισβήτητη γοητεία τους, ο Σωκράτης και ο Πλάτων μάς είναι ουσιαστικά ξένοι. H απόσταση που χωρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο από τα πολύπλοκα προβλήματα της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου και του 4ου αιώνα π.X., από τα προβλήματα που διαμόρφωσαν τη σωκρατική και την πλατωνική φιλοσοφία, είναι τεράστια και αγεφύρωτη. Eξακολουθούμε ακόμη και σήμερα να διαβάζουμε με ενδιαφέρον τους πλατωνικούς διαλόγους, τους διαβάζουμε όμως περισσότερο σαν μια μορφή λογοτεχνίας, σαν ψηφίδες στο μωσαϊκό μιας εξωτικής εποχής που έχει οριστικά παρέλθει. H φιλοσοφία έχει γίνει για μας μια ατομική αναζήτηση, προϋποθέτει την απομόνωσή μας από τα τρέχοντα ζητήματα και τις μέριμνες της καθημερινής ζωής, στηρίζεται στην επίπονη σχέση του μοναχικού αναγνώστη με το τυπωμένο κείμενο ενός βιβλίου. H φιλοσοφία είναι πρωτίστως κατανόηση και γνώση – δεν είναι πλέον ούτε ζωντανός διάλογος ούτε τέχνη του βίου.

 

Επάνω: Άποψη του αρχαιολογικού χώρου του Νυμφαίου στη θέση Ισβόρια στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Μίεζας. Ο χώρος ταυτίζεται με τη Σχολή του Αριστοτέλη, όπου μαθήτευσε ο Μέγας Αλέξανδρος.

Κάτω: Αλέξανδρος και Αριστοτέλης, έργο του Charles Laplante, από την εικονογράφηση του βιβλίου του Louis Figuier, Vie des savants illustres - Savants de l’antiquité, τ.1, Παρίσι 1866.

Mε τον Aριστοτέλη, αντίθετα, ο σύγχρονος αναγνώστης αισθάνεται περισσότερο οικείος. Πρώτα απ’ όλα, ο Aριστοτέλης γράφει με έναν τρόπο που θυμίζει τον σημερινό τρόπο γραφής της φιλοσοφίας· για την ακρίβεια, είναι αυτός που πρώτος καθιερώνει την επιστημονική πραγματεία ως όχημα μετάδοσης της φιλοσοφίας. Στα αριστοτελικά κείμενα κυρίαρχος δεν είναι ο συγγραφέας ή τα λογοτεχνικά προσωπεία του, αλλά τα προβλήματα που συζητούνται και οι θέσεις που εκτίθενται. Ένα συγκεκριμένο πρόβλημα αποτελεί την αφετηρία κάθε αριστοτελικής πραγματείας. Πριν προχωρήσει στην έκθεση των δικών του θέσεων, ο Aριστοτέλης παραθέτει τις απόψεις των άλλων φιλοσόφων (πολλές φορές, και τις διαδεδομένες αντιλήψεις των κοινών ανθρώπων), προχωράει στην ανάλυση και την κριτική τους, για να καταλήξει σε ορισμένες θεμελιώδεις απορίες – σε φιλοσοφικά και επιστημονικά διλήμματα. H δική του τώρα συμβολή παίρνει κατά κανόνα τη μορφή μιας αποδεικτικής διαδικασίας: προηγείται η διατύπωση των γενικών θέσεων, των «πρώτων αρχών» ή των αξιωμάτων κάθε επιστημονικού κλάδου, και έπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων από αυτές τις πρώτες αρχές με έναν αυστηρό συλλογιστικό τρόπο. Διαβάζοντας τα γραπτά του Aριστοτέλη, παρακολουθούμε έναν ερευνητή που ανοίγει μια θεωρητική συζήτηση με τους προγενεστέρους και τους συγχρόνους του, που δηλώνει με σαφήνεια τις πηγές του και τις επιρροές του, που διαλέγεται με επιμονή και ευρηματικότητα με τον ίδιο τον εαυτό του και προσπαθεί να θεμελιώσει μια νέα αυστηρή μέθοδο.
Tο φάσμα τώρα των ενδιαφερόντων του είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Aν εξαιρέσει κανείς τα καθαρά μαθηματικά και την τέχνη της ιατρικής, σε όλους τους άλλους γνωστικούς τομείς ο Aριστοτέλης έχει καθοριστική συμβολή. Με σημερινούς όρους, θα λέγαμε ότι ασχολήθηκε με όλους τους κλάδους της φιλοσοφίας και τη λογική, με όλες τις φυσικές επιστήμες, με τη φυσιολογία, τη γεωγραφία και τη μετεωρολογία. Ακόμη με τη ρητορική, τη θεωρία του επιχειρήματος, τη γλώσσα και τη θεωρία της λογοτεχνίας, την ιστορία των θεσμών και των ιδεών, την πολιτική επιστήμη.
Στη φιλοσοφία, ο Αριστοτέλης επιχειρεί τον επιτυχή συνδυασμό της πλατωνικής ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας με τη φυσική φιλοσοφία των προσωκρατικών και εγκαινιάζει τον κλάδο της λογικής. Στις επιστήμες, θέτει τις βάσεις για τη φυσική, τη χημεία και τη μετεωρολογία, και αναδεικνύει τη σημασία και την κεντρική θέση της βιολογίας. Συστηματοποιεί την πρακτική της ρητορικής, θεμελιώνει τη θεωρία της λογοτεχνίας (την «ποιητική») και ξεκινάει ένα πρόγραμμα συστηματικής καταγραφής των πολιτευμάτων και των θεσμών των ελληνικών πόλεων. Mε δύο λόγια, τα αριστοτελικό έργο αντιπροσωπεύει την εγκυκλοπαίδεια των γνώσεων του 4ου αιώνα π.X.

 
Σελίδα από έκδοση των Απάντων του Αριστοτέλη που κυκλοφόρησε το 1483 (Βιβλιοθήκη και Μουσείο Μόργκαν, Νέα Υόρκη).


Γιατί ο Αριστοτέλης είναι τόσο σημαντικός

Πρώτον, ο Αριστοτέλης αποτελεί το θεμέλιο όλης της μεταγενέστερης φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Barnes (Αριστοτέλης, σ. 1), «κανένας πριν από αυτόν δεν είχε συνεισφέρει τόσο πολύ στη γνώση και κανένας ύστερα από αυτόν δεν μπορεί να φιλοδοξεί να συναγωνιστεί τα επιτεύγματά του». Μέχρι τον 17ο αιώνα η ιστορία της φιλοσοφίας ταυτίζεται ουσιαστικά με τη διάδοση, την ερμηνεία και την κριτική του αριστοτελισμού. Η εμβέλεια και η συστηματικότητα της αριστοτελικής σκέψης την έκαναν να λειτουργεί ως πρότυπο για τη φιλοσοφία της ύστερης ελληνικής αρχαιό- τητας, του Βυζαντίου, των Αράβων, και του δυτικού Μεσαίωνα. Θαυμαστή είναι επομένως η προσαρμοστικότητα της αριστοτελικής σκέψης σε κάθε εποχή και σε κάθε πολιτισμό. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι αναγνώριζαν πάντοτε θεμελιώδεις αλήθειες στο αριστοτελικό σύστημα σκέψης.
Δεύτερον, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που σχεδίασε, ιεράρχησε και υλοποίησε μια πλήρη εγκυκλοπαίδεια της γνώσης. Καθιέρωσε τη διαίρεση της φιλοσοφίας και της επιστήμης στους κλάδους που και σήμερα μελετούμε. Είχε σημαντική συμβολή σε όλα τα γνωστικά πεδία, δεν περιφρόνησε καμία γνώση ή δεξιότητα, ενώ είναι ο ιδρυτής πολλών νέων επιστημονικών αντικειμένων: η λογική, η φυσική, η μετεωρολογία, η βιολογία και η ποιητική είναι δικά του δημιουργήματα. Επιπλέον, αντιλήφθηκε την ανάγκη να καταγραφούν σημαντικές κατακτήσεις του παρελθόντος με συστηματικό τρόπο: τα ποικίλα πολιτεύματα και οι νόμοι των ελληνικών πόλεων, η ιστορία των επιστημονικών κλάδων, οι νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων (που για τους αρχαίους προσέφεραν και ένα μέτρο της χρονικής διαδοχής). Χάρη στην εργασία αυτή του Αριστοτέλη και της σχολής του, διασώθηκαν οι περισσότερες πληροφορίες που σήμερα διαθέτουμε για την πρώιμη αρχαιοελληνική σκέψη.
Τρίτον, ο Αριστοτέλης εγκαινίασε τον σύγχρονο τρόπο γραφής της φιλοσοφίας και εμπλούτισε όσο κανείς άλλος το λεξιλόγιό της. Οι αριστοτελικές πραγματείες ως προς την οργάνωση και τη λογική τους θυμίζουν σύγχρονα επιστημονικά συγγράμματα. Είναι οργανωμένες κατά θέμα, αξιοποιούν τις κατακτήσεις των προγενεστέρων, εντοπίζουν σε κάθε τομέα φαινομένων τα σημαντικά προβλήματα, ενσωματώνουν τη διαλεκτική αντιπαράθεση. Και διέπονται από αντικειμενικότητα και νηφάλιο πνεύμα. Η πλειονότητα άλλωστε των σύγχρονων φιλοσοφικών, λογικών και επιστημονικών όρων έλκει την καταγωγή της από τον Αριστοτέλη: ύλη, δύναμη, αρχή, τέλος, ουσία, κατηγορία, υποκείμενο, θεωρία, πράξη, επαγωγή, συλλογισμός, ορισμός, γένος, είδος, φυσική, ποιητική, εντελέχεια, μεσότητα είναι μερικοί από τους όρους που έπλασε ή μεταποίησε ο Αριστοτέλης για να αποκτήσει η επιστημονική γνώση το όργανό της.

Τέταρτον, ολόκληρα τμήματα της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη ισχύουν ακόμη και σήμερα. Η τυπική λογική είναι πλήρως αριστοτελική, η φιλοσοφία της επιστήμης και του δικαίου στηρίζονται στις δικές του βασικές διακρίσεις, ενώ η αριστοτελική ηθική έχει αναβιώσει στην εποχή μας και διατηρεί σημαντικούς υποστηρικτές. Διαβάζοντας σήμερα τον Αριστοτέλη, δυσκολεύεται κανείς να συνειδητοποιήσει ότι τα κείμενά του γράφτηκαν πριν από 2.500 χρόνια. Δεν είναι λοιπόν παράλογο ότι σε όποια χώρα του κόσμου υπάρχει γραπτή παράδοση, θα βρει κανείς ακόμη και σήμερα διακριτά ίχνη της επίδρασης του Αριστοτέλη.
Πέμπτον, η επίδραση της αριστοτελικής σκέψης είναι οικουμενική – υπερβαίνει εμφανώς τα όρια της καταγωγής της, τόσο ως προς τον τόπο όσο και ως προς τον χρόνο. Ίσως μάλιστα ο Αριστοτέλης να είναι το καλύτερο παράδειγμα για να αντιληφθεί κανείς τι πραγματικά σημαίνει οικουμενικός στοχαστής. Δεν νομίζω ότι υπάρχει στην ιστορία των ιδεών άλλη περίπτωση όπου ένα σύστημα σκέψης υιοθετήθηκε από τόσο πολλούς και τόσο διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς ή που άντεξε τόσο πολύ στο πέρασμα των αιώνων. Και είναι σημαντικό ότι αυτό συνέβη χωρίς η αριστοτελική σκέψη να απολέσει τα σημάδια της ελληνικής της προέλευσης.


“Ο Αριστοτέλης εγκαινίασε τον σύγχρονο τρόπο γραφής της φιλοσοφίας και εμπλούτισε όσο κανείς άλλος το λεξιλόγιό της”.



         
 =============================================

Αριστοτέλης και Πλάτωνας Οι διαφορές των δύο φιλοσόφων



Μελετώντας την πορεία της Φιλοσοφίας στον Ελληνικό κόσμο, συναντάμε μεγάλες προσωπικότητες που με τη σκέψη και το έργο τους χάραξαν βαθιά την Ιστορία του Πολιτισμού και επέδρασαν στη διαμόρφωσή του χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο πραγματικοί γίγαντες της διανόησης και του πνεύματος, που συνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, δίδαξαν μεγάλες αλήθειες, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από τις μεταγενέστερες γενιές μέχρι και σήμερα για την προσφορά τους.

1left

Στα έργα τους συναντάμε πολλά κοινά σημεία στις απόψεις τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ηθική, κάτι που άλλωστε είναι φυσικό εφόσον συνδέθηκαν μεταξύ τους ως Δάσκαλος και Μαθητής. Συναντάμε όμως και κάποιες διαφορές στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.


Οι διαφορές μεταξύ των δύο φιλοσόφων

 platon
Πλάτων

Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.Χ. στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από αριστοκρατική γενιά. Έτσι η μόρφωσή του ήταν προσεγμένη. Από τα νεανικά του χρόνια εκδήλωσε το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα όσα συνέβαιναν στην Αθήνα. Όταν ήταν 20 ετών, γνώρισε το μετέπειτα δάσκαλό του, Σωκράτη, κοντά στον οποίο έμεινε για 8 χρόνια, μέχρι και το θάνατό του. Με τον Σωκράτη ανέπτυξε μία ιδιαίτερη σχέση ως μαθητής του, καθώς η διδασκαλία του επηρέασε με αποφασιστικό τρόπο τη διαμόρφωση του εσωτερικού κόσμου του Πλάτωνα.Ο Πλάτωνας φρόντισε, μετά το θάνατο του δασκάλου του, να διασώσει και να μεταδώσει τις διδασκαλίες και τη μεγαλειώδη φυσιογνωμία του, γράφοντας τους γνωστούς σωκρατικούς διαλόγους.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά από πολλά ταξίδια, ίδρυσε το 387 π.Χ. στην Αθήνα μία φιλοσοφική Σχολή κοινοβιακού χαρακτήρα, την οποία ονόμασε Ακαδημία προς τιμή του ήρωα Ακάδημου. Εκεί δίδαξε για 40 ολόκληρα χρόνια, ως το θάνατό του, σύμφωνα με τα ιδανικά του και με το σωκρατικό πνεύμα.Η Ακαδημία αναδείχθηκε στον ελλαδικό χώρο σε έναν καταλυτικό φορέα γνώσης και διαμόρφωσης σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής και ανέδειξε πολλά μεγάλα ονόματα στον τομέα της φιλοσοφίας και επιστήμης. Ένα από αυτά ήταν ο Αριστοτέλης.

 aristotele
Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός, γεγονός που πιθανόν επηρέασε το ενδιαφέρον του γιού του για τη βιολογία και τη φυσική.
Στην Ακαδημία του Πλάτωνα μπήκε σε ηλικία 18 ετών και έμεινε σ’ αυτήν 19 χρόνια, μέχρι και το θάνατο του δασκάλου του. Ανέπτυξε μαζί του στενή σχέση και σεβασμό προς το πρόσωπό του, αλλά διαφώνησε και διαφοροποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω σε ορισμένες ιδέες και θέσεις του. Γι’ αυτό και λέγεται ότι ο Πλάτωνας τον αποκαλούσε “πόλο”, δηλαδή πουλάρι που κλωτσάει τη μητέρα του στην κοιλιά μόλις γεννηθεί.Οι διαφωνίες των δύο μεγάλων φιλοσόφων είναι ένα θέμα που αξίζει να μελετήσει κανείς. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα σημεία στα οποία είχαν διαφορετική θεώρηση.

Σημείο πρώτο: Η Θεωρία των Ιδεών

 theoria-ideon

Το πρώτο κύριο και βασικό σημείο διαφωνίας τους ήταν η αντίληψή τους για τον κόσμο. Ο Πλάτωνας πίστευε ότι πίσω από τον κόσμο των αισθήσεων και της Ύλης υπήρχε μία άλλη πραγματικότητα, την οποία ονόμαζε “Κόσμο των Ιδεών”. Σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχουν και βρίσκονται τα καλούπια, οι αιτίες, τα πρότυπα όλων των πραγμάτων και φαινομένων που αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθήσεων γύρω μας. Όλα είναι φτιαγμένα με βάση μία διαχρονική μορφή, που παραμένει αιώνια και σταθερή παρά τις μεταβολές που ο χρόνος επιφέρει στα πάντα. Αυτές οι διαχρονικές μορφές μοιάζουν να είναι τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης, κάτι σαν διανοητικά και αφηρημένα σχήματα που διαμορφώνουν τα φυσικά φαινόμενα και που ο αριθμός τους είναι συγκεκριμένος.

Ο Αριστοτέλης από τη μεριά του είχε εντελώς αντίθετη άποψη. Γι’ αυτόν ο Πλάτωνας είχε αναποδογυρίσει την πραγματικότητα. Συμφωνούσε στο ότι ο φυσικός κόσμος διέπεται από μεταβλητότητα, παροδικότητα και φθορά. Αλλά οι «ιδέες» του Πλάτωνα γι’ αυτόν δεν είναι οι αρχικές μορφές των πραγμάτων, αλλά είναι ένα κατασκεύασμα της λογικής του ανθρώπου, που δημιουργείται μέσα από την εμπειρία. Δηλαδή η ιδέα μας για το άλογο σχηματίζεται από τη λογική μας, αφού έχουμε δει και συγκρίνει μέσα στη φύση ένα μεγάλο αριθμό αλόγων και έχουμε καταλήξει σ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα, πέρα από τις διαφορές τους. Αυτό το σύνολο κοινών χαρακτηριστικών είναι η ιδέα ή «μορφή», όπως την αποκαλούσε ο Αριστοτέλης, η οποία δεν προϋπάρχει σε κάποιον ειδικό κόσμο, αλλά συναντάται μέσα στο καθετί.Για τον Πλάτωνα η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται στον Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων. Για τον Αριστοτέλη η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Για τον Πλάτωνα όλα όσα βλέπουμε γύρω μας είναι αντανακλάσεις άλλων πραγμάτων, που υπάρχουν στον Κόσμο των Ιδεών-κι επομένως και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Για τον Αριστοτέλη όσα υπάρχουν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου είναι αντανακλάσεις των πραγμάτων και των αντικειμένων του φυσικού κόσμου.

Σημείο δεύτερο: Η Πολιτική

 polites

Ένα άλλο σημαντικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των δύο φιλοσόφων είναι η θεώρησή τους για το ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος (πολίτευμα) διακυβέρνησης ενός κράτους. Στο έργο του Αριστοτέλη «Πολιτικά» και στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» εκφράζονται οι πολιτικές τους θέσεις με αρκετές κοινές, αλλά και διαφορετικές αντιλήψεις. Ο Πλάτωνας μιλάει για την ιδανική Πολιτεία, που είναι ιδανική επειδή κυβερνάται με το πολίτευμα της «αριστοκρατίας», δηλαδή κυβερνάται από ένα σύνολο ανθρώπων που ξεχωρίζουν για τη σοφία, τη γνώση, την αρετή, τη δικαιοσύνη και την ικανότητα διακυβέρνησης των πολιτών.Ο κάθε πολίτης μέσα σ’ αυτήν έχει μία σημαντική θέση, που είναι σύμφωνη με τη φύση, τις ικανότητες και το έργο που έχει αναλάβει να προσφέρει ανάλογα με τις κλίσεις του. Έτσι μπορεί να ανήκει στην τάξη των αρχόντων (κυβερνήτες), στην τάξη των φυλάκων – πολεμιστών (υπερασπιστές της ασφάλειας της πόλης από επιθέσεις) και στην τάξη των γεωργών, εμπόρων, τεχνιτών (αυτοί που διασφαλίζουν τα μέσα που χρειάζεται η πόλη για να διατηρηθεί ζωντανή και να επιβιώσει). Οι τάξεις αυτές είναι συμβολικές περισσότερο παρά πραγματικές, και δεν σχηματίζονται με βάση κοινωνικο/οικονομικά ή επαγγελματικά κριτήρια. Σχετίζονται με τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης (γη, νερό, αέρας, φωτιά), που αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης.Οπότε, ο κάθε πολίτης ανήκε σε μία από αυτές τις τάξεις σύμφωνα με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του και ανάλογα με την εκπαίδευση που χρειαζόταν να πάρει, προκειμένου να καλλιεργήσει τον χαρακτήρα, το πνεύμα και γενικά τον εσωτερικό του κόσμο.
Κατά τον Αριστοτέλη, οι πολίτες χωρίζονται με βάση οικονομικά κριτήρια σε τάξεις γεωργών, τεχνιτών και εμπόρων, ενώκοινωνικά χωρίζονται σε φτωχούς, πλούσιους και μεσαίους. Από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους οι φτωχοί και οι πλούσιοι θα διαμορφωθεί η μορφή του πολιτεύματος. Οι φτωχοί συνήθως είναι περισσότεροι από τους πλούσιους. Ανάλογα με το πώς είναι μοιρασμένη η δύναμη και με το πού αυτή συγκεντρώνεται, καθορίζεται και το είδος του πολιτεύματος, που μπορεί να έχει τρεις μορφές: μοναρχία ή βασιλεία (ένας κυβερνά), αριστοκρατία (λίγοι κυβερνούν) ή δημοκρατία (πολλοί κυβερνούν). Για να μην ξεπέσουν και αλλοιωθούν αυτές οι πολιτειακές μορφές σε τυραννία, ολιγαρχία και οχλοκρατία αντίστοιχα, θα πρέπει σκοπός των αρχόμενων να είναι το κοινό καλό και όχι το συμφέρον του ενός ή των λίγων. Η προτίμηση του Αριστοτέλη στρέφεται στη «Μέση Πολιτεία», δηλαδή σ’ αυτό που σήμερα κατανοούμε ως δημοκρατικό πολίτευμα, όπου η μεσαία τάξη εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους και κρατά το κέντρο βάρους στη μέση στις μεταξύ τους συγκρούσεις.

Σημείο τρίτο: Η εικόνα της γυναίκας

 women


Ένα άλλο σημείο διαφοροποίησης των δύο γιγάντων είναι οι απόψεις τους για τη γυναίκα. Η θέση που ο Πλάτωνας δίνει σ’ αυτήν μέσα στην Πολιτεία του είναι ισάξια με αυτήν του άντρα. Πίστευε ότι οι γυναίκες μπορούν να κυβερνήσουν εξίσου καλά με τους άντρες, επειδή η σωφροσύνη, η λογική, η ανδρεία, η αρετή δεν είναι θέμα φύλου, αλλά ψυχής, εκπαίδευσης και μόρφωσης. Τόνιζε ότι μία πολιτεία που δεν δίνει παιδεία στις γυναίκες της, «μοιάζει με τον άνθρωπο που δεν εξασκεί και δε γυμνάζει παρά μονάχα το δεξί του χέρι» (Ο Κόσμος της Σοφίας, J. Gaarder).Αντίθετα ο Αριστοτέλης θεωρεί τη γυναίκα υποδεέστερη του άντρα, καθώς πιστεύει ότι σε σχέση μ’ αυτόν κάτι της λείπει και ότι είναι ένας «ατελής άντρας». Κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής, επειδή η γυναίκα έχει έναν παθητικό ρόλο (δέχεται) και ο άντρας έναν ενεργητικό (δίνει), το παιδί κληρονομεί μόνο τις ιδιότητες του άντρα (κάτι που όπως γνωρίζουμε σήμερα δεν ισχύει).Η εικόνα και θεώρηση του Αριστοτέλη για τις γυναίκες υιοθετήθηκε στον Μεσαίωνα, όπου η γυναίκα υποβαθμίστηκε, θεωρήθηκε πηγή του κακού και του πονηρού και περιορίστηκε στον αναπαραγωγικό της ρόλο μόνο.

Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι συναντάμε και «συμφωνίες», δηλαδή κοινά σημεία. Και οι δύο μιλούν για την ψυχή και τη σημασία της για τον άνθρωπο, και οι δύο τονίζουν πως η ευτυχία είναι συνώνυμο της αρετής και των υψηλών αξιών και ιδανικών, και οι δύο μας υπενθυμίζουν ότι σκοπός ενός Κράτους θα πρέπει να είναι το καλό και η καλλιέργεια όλων των πολιτών του.Σίγουρα όμως διαπιστώνουμε ότι τόσο ο σοφός Πλάτων όσο και ο λογικός Αριστοτέλης δίνουν πολλές χρήσιμες και σημαντικές απαντήσεις σε ερωτήματα και προβληματισμούς της σημερινής εποχής, γι’ αυτό και μπορούν να είναι ταυτόχρονα σύγχρονοι αλλά και διαχρονικοί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



1. Jostein Gaarder, “Ο Κόσμος της Σοφίας», εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1994

2. Zemb J.M., “Αριστοτέλης», εκδ. Νέα Σύνορα-Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1979

3. Παττακός Σ., «Η Μυστική διδασκαλία του Πλάτωνα», εκδ. Νέα Ακρόπολη, Αθήνα 2004

4. Κατσιμάνης Κ. – Ρούσσος Ε. , «Φιλοσοφία», εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα

5. Αριστοτέλης, «Περί Ψυχής», τομ. Α΄, εκδ. Βιβλιοθήκη Κλασσικών Σπουδών, Αθήνα 1976

6. Τόγιας Β. – Ρούσσος Ε., «Φιλοσοφικά κείμενα», εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα

7. Κορδάτος Ι., «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1972

8. Κελεσίδου-Γαλανού Α., Αλατζόγλου – Θεμέλη Γ., Ρούσσος Ε., «Ανθολόγιο Φιλοσοφικών κειμένων», εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1977

9. Αριστοτέλης, «Μικρά Φυσικά», Άπαντα, τομ. 33, εκδ. Κάκτος, Αθήνα.

10. Δεσποτοπούλου Κ. Ι., «Μελετήματα Φιλοσοφίας», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1981

11. Κελεσίδου-Γαλανού Α., Αλατζόγλου – Θεμέλη Γ., Ρούσσος Ε., «Στοιχεία Φιλοσοφίας (Εισαγωγή στη Φιλοσοφία), εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1981

12. Αργυρόπουλος Ο. «Μεγάλες μορφές», εκδ. Μίνωας, Αθήνα

13. Στεφανόπουλος Κ.Γ., «Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι», εκδ. Αγγελόπουλος-Μπρουζιώτης Γ., Αθήνα 1976

14. Καρακώστα Ν., «Αριστοτέλης, ο πρώτος θεωρητικός του δημοκρατικού πολιτεύματος», άρθρο εφημερίδας «Τύπος της Κυριακής», ενότητα «Ιδεοδείκτης», 2/10/2005.

                =================================


Αριστοτέλης

 Aristotle Altemps Inv8575.jpg

Μπούστο του Αριστοτέλη, μαρμάρινο ρωμαϊκό αντίγραφο ενός μπρούτζινου έργου του Λυσίππου. Εθνικό Μουσείο Ρώμης.


Ο Αριστοτέλης (αρχ. ριστοτέλης. Στάγειρα 384 - Χαλκίδα 322 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας. Σε ηλικία 17 ετών εισέρχεται στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην Αθήνα, όπου παραμένει έως τα 37 του έτη. Εκεί συνδέεται τόσο με τον ίδιο τον Πλάτωνα όσο και με τον Εύδοξο, τον Ξενοκράτη και άλλους στοχαστές.Τα έργα του αναφέρονται σε πολλές επιστήμες, όπως φυσική, βιολογία, ζωολογία, μεταφυσική, λογική, ηθική, ποίηση,θέατρο, μουσική, ρητορική, πολιτική κ.ά, και συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στη Δυτική Φιλοσοφία. Η περίοδος της ωριμότητας αρχίζει με τις βιολογικές έρευνες και τα συμπεράσματά του είναι η πρώτη συστηματοποίηση των βιολογικών φαινομένων στην Ευρώπη. Η σκέψη και οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη, που συνοπτικά περιγράφονται με τον όρο Αριστοτελισμός, επηρέασαν για αιώνες τη φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική σκέψη έως και τον ύστερο Μεσαίωνα. Στα τέλη Μαΐου του 2016, ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Σισμανίδης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οικοδόμημα το οποίο βρέθηκε στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής, κοντά στην σημερινή Ολυμπιάδα, ίσως να ανήκει στον τάφο του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλοσόφου, έχοντας ισχυρές ενδείξεις.

Γενικά


Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, φεύγει από την Αθήνα και κατόπιν εντολής του Φιλίππου, αναλαμβάνει το 343 π.Χ./42 τη διδασκαλία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα: «ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος γνήσιος επιστήμονας στην ιστορία... και κάθε κατοπινός επιστήμονας του οφείλει κάτι».

Ως διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης, απέκτησε διάφορες ευκαιρίες και αφθονία προμηθειών. Έτσι, ίδρυσε μια βιβλιοθήκη στο Λύκειο, η οποία έγινε αρωγός στην παραγωγή εκατοντάδων έργων του. Το γεγονός ότι υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, τον οδήγησε στις απόψεις του πλατωνισμού, αργότερα, όμως, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, οδηγήθηκε, περισσότερο, σε εμπειρικές μελέτες και μετατοπίζεται από τον πλατωνισμό
στον εμπειρισμό.Πίστευε ότι οι ιδέες και οι γνώσεις όλων των λαών βασιζόταν, τελικά, στην αντίληψη. Στις απόψεις του, για τις φυσικές επιστήμες, βασίστηκαν πολλά έργα του.

Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.

To σύνολο της επιρροής του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με τη μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, τον Πλάτωνα, και τον μαθητή του, τον Μέγα Αλέξανδρο.

Ζωή και δράση

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το έτος 384 π.Χ. στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής, 55 χιλιόμετρα, ανατολικά, από τη σημερινή Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄, τον οποίο είχε πατέρα ο Φίλιππος. Ο Νικόμαχος, που κατά το Σουίδα είχε γράψει έξι βιβλία ιατρικής και ένα φυσικής, θεωρούσε πρόγονό του τον ομηρικό ήρωα και γιατρό Μαχάονα, το γιο του Ασκληπιού. Η μητέρα του Φαιστιάδα καταγόταν από από τη Χαλκίδα και ανήκε κι αυτή, όπως και ο πατέρας του, στο γένος των Ασκληπιαδών. Το ενδιαφέρον του Αριστοτέλη, εν μέρει, για τη βιολογία, το απέκτησε από τον πατέρα του, καθώς οι Ασκληπιάδες, συνήθιζαν, να διδάσκουν στα παιδιά τους, από νεαρή ηλικία, ανατομία, λέγεται, επίσης, ότι ο Αριστοτέλης ενίοτε βοηθούσε και τον πατέρα του, όταν ήταν μικρός.

Ο Αριστοτέλης πρόωρα ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα και την κηδεμονία του ανέλαβε ο φίλος του πατέρα του Πρόξενος, που ήταν εγκαταστημένος στον Αταρνέα της μικρασιατικής Αιολίδας, απέναντι από τη Λέσβο. Ο Πρόξενος, που φρόντισε τον Αριστοτέλη σαν δικό του παιδί, τον έστειλε στην Αθήνα σε ηλικία 17 ετών (367 π.Χ.), για να γίνει μαθητής του Πλάτωνα. Πράγματι, ο Αριστοτέλης σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα επί 20 χρόνια (367 - 347), μέχρι τη χρονιά δηλ. που πέθανε ο δάσκαλός του. Στο περιβάλλον της Ακαδημίας άφηνε κατάπληκτους όλους και τον ίδιο το δάσκαλό του, με την ευφυΐα και τη φιλοπονία του. Ο Πλάτωνας τον ονόμαζε "νουν της διατριβής" και το σπίτι του "οίκον αναγνώστου".

Όταν το 347 π.Χ. πέθανε ο Πλάτωνας, προέκυψε θέμα διαδόχου στη διεύθυνση της σχολής. Επικρατέστεροι για το αξίωμα ήταν οι τρεις καλύτεροι μαθητές του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος. Ο Αριστοτέλης τότε μαζί με τον Ξενοκράτη εγκατέλειψαν την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην Άσσο, πόλη της μικρασιατικής παραλίας, απέναντι από τη Λέσβο. Την Άσσο κυβερνούσαν τότε δύο πλατωνικοί φιλόσοφοι, ο Έραστος και ο Κορίσκος, στους οποίους είχε χαρίσει την πόλη ο ηγεμόνας του Αταρνέα και παλιός μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, Ερμίας. Οι δύο φίλοι, κυβερνήτες της Άσσου, είχαν ιδρύσει εκεί μια φιλοσοφική σχολή, ως παράρτημα της Ακαδημίας.

Στην Άσσο ο Αριστοτέλης δίδαξε τρία χρόνια και μαζί με τους φίλους του κατόρθωσε ό,τι δεν μπόρεσε ο Πλάτωνας. Συνδέθηκαν στενά με τον Ερμία και τον επηρέασαν τόσο, ώστε η τυραννία του να καταστεί ηπιότερη και δικαιότερη. Το τέλος του τυράννου όμως ήταν τραγικό. Επειδή προέβλεπε την εκστρατεία των Μακεδόνων στην Ασία, συμμάχησε με το Φίλιππο. Γι' αυτό τον συνέλαβαν οι Πέρσες και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο.

Το 345 π.Χ. ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τη συμβουλή του μαθητή του Θεόφραστου, πέρασε απέναντι στη Λέσβο και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου έμεινε και δίδαξε μέχρι το 342 π.Χ. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί την ανιψιά και θετή κόρη του Ερμία, την Πυθιάδα, από την οποία απέκτησε κόρη, που πήρε το όνομα της μητέρας της. Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου ο Αριστοτέλης συνδέθηκε αργότερα στην Αθήνα με τη Σταγειρίτισσα Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Το 342 π.Χ. τον προσκάλεσε ο Φίλιππος στη Μακεδονία, για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου, που ήταν τότε μόλις 13 χρονών. Ο Αριστοτέλης άρχισε με προθυμία το έργο της αγωγής του νεαρού διαδόχου. Φρόντισε να του μεταδώσει το πανελλήνιο πνεύμα και χρησιμοποίησε ως παιδευτικό όργανο τα ομηρικά έπη. Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου γινόταν άλλοτε στην Πέλλα και άλλοτε στη Μίεζα, μια κωμόπολη της οποίας τα ερείπια έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Νάουσα της Μακεδονίας. Εκεί το 341 π.Χ.πληροφορήθηκε το θάνατο του Ερμία.

Ο Αριστοτέλης έμεινε στη μακεδονική αυλή έξι χρόνια. Όταν ο Αλέξανδρος συνέτριψε την αντίσταση των Θηβαίων και αποκατέστησε την ησυχία στη νότια Ελλάδα, ο Αριστοτέλης πήγε στην Αθήνα (335 π.Χ.) και ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή. Για να εγκαταστήσει τη σχολή του διάλεξε το Γυμνάσιο, που λεγόταν και Λύκειο, ανάμεσα στο Λυκαβηττό και τον Ιλισό, κοντά στην πύλη του Διοχάρη. Ο χώρος του Γυμνασίου βρέθηκε πρόσφατα στις ανασκαφές,για την ανέγερση του νέου Μουσείου Γουλανδρή,πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, στην οδό Ρηγίλλης. Ο ιστορικός αυτός αρχαιολογικός χώρος διασκευάζεται έτσι ώστε να γίνει επισκέψιμος. Εκεί υπήρχε άλσος αφιερωμένο στον Απόλλωνα και τις Μούσες. Με χρήματα που του έδωσε άφθονα ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης έχτισε μεγαλόπρεπα οικήματα και στοές, που ονομάζονταν "περίπατοι". Ίσως γι' αυτό η σχολή του ονομάστηκε Περιπατητική Σχολή και οι μαθητές του περιπατητικοί φιλόσοφοι.

Η οργάνωση της σχολής είχε γίνει κατά τα πρότυπα της Πλατωνικής Ακαδημίας. Τα μαθήματα για τους προχωρημένους μαθητές γίνονταν το πρωί ("εωθινός περίπατος") και για τους αρχάριους το απόγευμα ("περί το δειλινόν", "δειλινός περίπατος"). Η πρωινή διδασκαλία ήταν καθαρά φιλοσοφική ("ακροαματική"). Η απογευματινή "ρητορική" και "εξωτερική".

Η σχολή είχε μεγάλη βιβλιοθήκη και τόσο καλά οργανωμένη, ώστε αργότερα χρησίμευσε ως πρότυπο για την ίδρυση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και τηςΠεργάμου. Ο Αριστοτέλης μάζεψε χάρτες και όργανα χρήσιμα για τη διδασκαλία των φυσικών μαθημάτων. Έτσι σύντομα η σχολή έγινε περίφημο κέντρο επιστημονικής έρευνας. Στα δεκατρία χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Αθήνα δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, που προκαλεί το θαυμασμό μας με τον όγκο και την ποιοτική του αξία. Γιατί είναι άξιο απορίας, πώς ένας άνθρωπος σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε και κατέγραψε τόσες πολλές πληροφορίες.

Το 323 π.Χ. με την είδηση του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου οι οπαδοί του αντιμακεδονικού κόμματος νόμισαν ότι βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους Μακεδόνες στο πρόσωπο του Αριστοτέλη. Το ιερατείο, με εκπρόσωπό του τον ιεροφάντη της Ελευσίνιας Δήμητρας Ευρυμέδοντα, και η σχολή του Ισοκράτη, με το Δημόφιλο, κατηγόρησαν τον Αριστοτέλη για ασέβεια ("γραφή ασεβείας"), επειδή είχε ιδρύσει βωμό στον Ερμία, είχε γράψει τον ύμνο στην Αρετή και το επίγραμμα στον ανδριάντα του Ερμία, στους Δελφούς. Ο Αριστοτέλης όμως, επειδή κατάλαβε τα πραγματικά κίνητρα και τις αληθινές προθέσεις των μηνυτών του, έφυγε για τηΧαλκίδα, προτού γίνει η δίκη του (323 π.Χ.). Εκεί έμεινε, στο σπίτι που είχε από τη μητέρα του, μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του την Ερπυλλίδα και με τα δύο του παιδιά, το Νικόμαχο και την Πυθιάδα.

Ο Αριστοτέλης απεβίωσε μεταξύ πρώτης και εικοστής δευτέρας Οκτωβρίου του έτους 322 π.Χ. στη Χαλκίδα από στομαχικό νόσημα, μέσα σε θλίψη και μελαγχολία. Το σώμα του μεταφέρθηκε στα Στάγειρα, όπου θάφτηκε με εξαιρετικές τιμές. Οι συμπολίτες του τον ανακήρυξαν "οικιστή" της πόλης και έχτισαν βωμό πάνω στον τάφο του. Στη μνήμη του καθιέρωσαν γιορτή, τα "Αριστοτέλεια", και ονόμασαν έναν από τους μήνες "Αριστοτέλειο". Η πλατεία όπου θάφτηκε ορίστηκε ως τόπος των συνεδρίων της βουλής.

Φεύγοντας από την Αθήνα, διευθυντή της σχολής άφησε το μαθητή του Θεόφραστο, που τον έκρινε ως τον πιο κατάλληλο. Έτσι το πνευματικό ίδρυμα του Αριστοτέλη εξακολούθησε να ακτινοβολεί και μετά το θάνατο του μεγάλου δασκάλου.

Το οδοιπορικό και η προσωπικότητά του


 
O Αριστοτέλης διδάσκει τον Αλέξανδρο.

Στην Αθήνα βρέθηκε να ζει την εποχή που η μακεδονική ηγεμονία επεκτεινόταν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Εκείνη την εποχή στην Αθήνα διαμορφώθηκαν δυο πολιτικές παρατάξεις: Οι κάτοχοι της πολιτικής εξουσίας με επικεφαλής τον Δημοσθένη που τάχθηκαν κατά του Φιλίππου και οι οπαδοί όμως της ιδέας της ενωμένης Ελλάδας που τηρούσαν φιλομακεδονική στάση. Ο Αριστοτέλης ήταν ξένος και επιπλέον διατηρούσε επαφές με μακεδονικούς κύκλους. Για να μη διακινδυνεύσει τη ζωή του, έφυγε και πήγε το 348 π.Χ. στον Αταρνέα και ύστερα από πρόσκληση του Θεοφράστουεγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη μέχρι του 342 π.Χ.. Το έτος αυτό προσκλήθηκε από τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του νεαρού τότε Αλεξάνδρου του μετέπειτα Μεγάλου Αλεξάνδρου. Επανέκαμψε στη Αθήνα μετά την καταστροφή της Θήβας (335 π.Χ.) κι έμεινε εκεί για άλλα δεκατρία χρόνια για να φύγει οριστικά στην Χαλκίδα μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.).

Αντίθετα, από αξιόπιστες πηγές μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε η ενσάρκωση του ορθού μέτρου σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Την έμφυτη ευγένεια και τρυφερότητα της ψυχής του τη βρίσκουμε διάχυτη μέσα στη διαθήκη του. Μέσα σ' αυτή φροντίζει για τη μνήμη των γονέων και του αδερφού του και δε λησμονεί ούτε την οικογένεια του πατρικού φίλου Πρόξενου, που τον ανέθρεψε. Φροντίζει για τη δεύτερη γυναίκα του την Ερπυλλίδα και το γιο που απέκτησε μαζί της, το Νικόμαχο. Ακόμα για την κόρη του Πυθιάδα, καρπό του πρώτου του γάμου. Η μεγάλη του όμως φιλανθρωπία φαίνεται στο σημείο εκείνο της διαθήκης, όπου ορίζει να μην πουληθεί κανείς από τους δούλους που τον υπηρέτησαν, αλλά να ελευθερώνονται μόλις ενηλικιώνονται.

Ο γραπτός λόγος του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης δεν έδειξε ενδιαφέρον στη δημοσίευση των έργων του με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σήμερα διαθέσιμα πολλά από αυτά. Ποτέ δε δημοσίευσε τα βιβλία του, εκτός από τους διαλόγους του. Η ιστορία των πρωτότυπων συγγραμμάτων του περιγράφεται από τον Στράβωνα στην "Γεωγραφία" του και από τον Πλούταρχο στο βιβλίο Βίοι Παράλληλοι, Σύλλας.

Συγγραφικό έργο


 
 Η Αριστοτελική Πολιτεία των Αθηναίων σε πάπυρο αρ. 131 που εκτίθεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη

Oι Αλεξανδρινοί υπολόγιζαν ότι ο Αριστοτέλης έγραψε 400 περίπου συνολικά βιβλία. Ο Διογένης ο Λαέρτιοςυπολόγισε το έργο του σε στίχους και βρήκε ότι έφταναν τις 45 μυριάδες, επακριβώς 445.270 στίχους. Μεγάλο μέρος από το έργο του αυτό χάθηκε. Ανήκε στην κατηγορία των δημόσιων ή "εξωτερικών" μαθημάτων και ήταν γραμμένα σε μορφή διαλογική. Από αυτά σώθηκε μόνο η Αθηναίων Πολιτεία, σ' έναν πάπυρο που βρέθηκε στην Αίγυπτο. Τα σωζόμενα σήμερα έργα του αντιστοιχούν στη διδασκαλία που ο Αριστοτέλης έκανε στους προχωρημένους μαθητές του και που λέγονται "ακροαματικές ή εσωτερικές". Γι' αυτό και είναι γραμμένα σε συνεχή λόγο και όχι σε διάλογο. Ο κατάλογος του Ησυχίου (είναι προσηρτημένος στη Βιογραφία του Αριστοτέλη) περιλαμβάνει 197 τίτλους συγγραφών και ουσιαστικά συμπίπτει με τον κατάλογο του Διογένη Λαέρτη. Η συνηθέστερη κατάταξή τους είναι η ακόλουθη:

Λογικά ή Όργανον

Αποτελούν πραγματείες χρήσιμες για τη γνώση και είναι οι εξής έξι:

"Περί Ερμηνείας"

"Κατηγορίαι"

"Αναλυτικά Πρότερα"

"Αναλυτικά Ύστερα"

"Τοπικοί και Σοφιστικοί Έλεγχοι"

Οι πραγματείες αυτές αποτελούν την αιώνια δόξα του φιλοσόφου, γιατί πρώτος αυτός διατύπωσε τους νόμους της ανθρώπινης νόησης και τους τρόπους του συλλογισμού.

Φυσικά

Περιλαμβάνουν τις εξής πραγματείες:

"Φυσική ακρόαση" (βιβλία 8)

"Περί ουρανού" (βιβλία 4)

"Περί γενέσεως και φθοράς" (βιβλία 3)

"Μετεωρολογικά" (βιβλία 4)

"Περί κόσμου" (ψευδεπίγραφο)

Βιολογικά

"Περί ζώων ιστορίας" (βιβλία 10)

"Περί ζώων μορίων" (βιβλία 4)

"Περί ζώων πορείας" (1 βιβλίο)

"Περί ζώων κινήσεως"

"Περί ζώων γενέσεως" (βιβλία 5)

"Περί φυτών" (ψευδεπίγραφο)

Με τα έργα του αυτά έγινε ο δημιουργός της φυσικής επιστήμης, της ζωολογίας και της συγκριτικής ανατομίας. Με τις πραγματείες αυτές έστρεψε ο Αριστοτέλης τη φιλοσοφική συζήτηση στο γόνιμο έδαφος του αισθητού κόσμου.

 
Το έργο του Αριστοτέλη "Ηθικά Νικομάχεια" μεταφ. στα Λατινικά



Περί ψυχολογίας

"Περί ψυχής" (βιβλία 3)

"Περί αισθήσεως και αισθητών"

"Περί μνήμης και αναμνήσεως"

"Περί ύπνου και εγρηγορήσεως"

"Περί ενυπνίων"

"Περί μαντικής της εν τοις ύπνοις"

"Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος"

"Περί ζωής και θανάτου"

"Περί αναπνοής"

"Περί πνεύματος" (ψευδεπίγραφο)

Εκτός από το πρώτο, τα υπόλοιπα της ομάδας αυτής είναι γνωστά με το κοινό όνομα "Μικρά φυσικά".

Μετά τα φυσικά

Από το Μετά τα φυσικά ή πρώτη φιλοσοφία, όπως το αποκαλούσε ο Αριστοτέλης προήλθε ο όρος "μεταφυσική" των νεότερων χρόνων. Στα 12 βιβλία που ακολουθούν τα Φυσικά προσθέτουν συνήθως και τη διατριβή "Περί Μελίσσου, Ξενοφάνους και Γοργίου" (πιθανώς ψευδεπίγραφο). Στην ομάδα αυτή των έργων του ο Αριστοτέλης εξετάζει τις πρώτες αρχές όλων των όντων και των "κινουμένων" και των "ακινήτων".

Ηθικά

Το έργο του Αριστοτέλη "Ηθικά Νικομάχεια" μεταφ. στα Λατινικά

"Ηθικά Ευδήμεια" (βιβλία 7)

"Ηθικά μεγάλα" (βιβλία 2)

"Ηθικά Νικομάχεια" (βιβλία 10)

Αυτά ιδιαίτερα τα τίμησαν οι θεολόγοι.

Πολιτικά

"Πολιτικά" (βιβλία 9)

"Αθηναίων Πολιτεία"

"Οικονομικά" (βιβλία 2)

Αποτελούν, και σήμερα ακόμα, τη βάση των ερευνών για όσους ασχολούνται με τις πολιτικές επιστήμες.

Τεχνικά

"Ρητορική" (βιβλία 3)

"Ποιητική" (βιβλίο 1, με πιθανή ύπαρξη και δεύτερου βιβλίου που δεν διασώθηκε)


Προβλήματα

Περιέχουν προβλήματα από διάφορες περιοχές της γνώσης. Στο σώμα των αριστοτελικών έργων έχουν συμπεριληφθεί και τα ακόλουθα ακόμα έργα, που δε θεωρούνται γνήσια: Φυσιογνωμικά, Περί θαυμασίων ακουσμάτων, Περί χρωμάτων, Περί ατόμων γραμμών, Μηχανικά, Ρητορική προς Αλέξανδρον και Περί ακουστών.

Η Φιλοσοφία του

Θεμελιώδεις έννοιες στο Αριστοτελικό κόρπους (corpus)

             Η αρχή της μεσότητας

«Πρώτα απ΄ όλα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα είναι φτιαγμένα από τη φύση τους έτσι που να καταστρέφονται από έλλειψη ή την υπερβολή, όπως βλέπουμε να συμβαίνει με τη σωματική δύναμη και τη υγεία, γιατί πρέπει κανείς να χρησιμοποιεί χειροπιαστές αποδείξεις προκειμένου να διαλευκάνει ασαφή ζητήματα». 

Ηθικά Νικομάχεια Β΄1104a, 13 -16



«πανταχο γρ δι τ νισον στάσις. 

Πολιτικά Ε΄ 1301b 27».

Η αριστοτελική ηθική στην αναζήτηση της αιώνιας αλήθειας στο μέτρο που αυτές είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής (προαίρεση) στα πλαίσια των ανθρώπινων πράξεων και είναι πιθανόν να εκτελεστούν ή να μη εκτελεστούν συγκαταλέγονται η ηθική, η αρετή, η δικαιοσύνη και το ύψιστο ιδεώδες. Η αρχή της μεσότητας, κατά τον Αριστοτέλη, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ακρότητες, από τις οποίες η μια είναι η έλλειψις και η άλλη η υπερβολή. Η ανδρεία, για παράδειγμα, είναι το σωστό μέτρο ανάμεσα στη δειλία και στο θράσος, η γενναιοδωρία ανάμεσα στην τσιγκουνιά και τη σπατάλη. Η αρετή ως προς την ουσία και τον ορισμό είναι μεσότητα, αλλά ως προς το άριστο και την τελειότητα είναι ακρότητα και η ηδονή είναι επακόλουθο της ευδαιμονίας και όχι το αντίστροφο. Η ταύτιση της ευδαιμονίας με το ύψιστο αγαθό είναι αναγκαία και από λογική άποψη, γιατί χωρίς την ευδαιμονία η ανθρώπινη δραστηριότητα θα ήταν μάταιη.
Ο Αριστοτέλης κάλυψε με το έργο του όλες τις φιλοσοφικές έννοιες και αναζητήσεις: φύση, ον, ηθική, δικαιοσύνη σε συνδυασμό με την κριτική έρευνα της πολιτικής εξέλιξης των ελληνικών πόλεων-κρατών. Είναι ο πρώτος που διατυπώνει την άποψη του χωρισμού των λειτουργιών δηλαδή των ενεργειών μιας ευνομούμενης πολιτείας σε τρεις κατηγορίες :

 νομοθετική,



εκτελεστική



και δικαστική,

ενώ στα πολιτικά του καταγράφει τις παρεκβάσεις των πολιτευμάτων.
Όσον αφορά τη δικαιοσύνη αφιερώνει ολόκληρο το πέμπτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων και τη δικαιοσύνη την ορίζει ως αγαθό που δεν στοχεύει στην ευδαιμονία εκείνου που την ασκεί, αλλά στον άλλο άνθρωπο. Διακρίνει τη δικαιοσύνη σε τρία είδη:

τη διανεμητική

τη διορθωτική και

τη δικαιοσύνη της αμοιβαιότητας


Στην διανεμητική δικαιοσύνη η απόδοση (διανομή) γίνεται με γεωμετρική αναλογία με βάση δηλαδή την αξία του ατόμου. Αντίθετα στη διορθωτική δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία του προσώπου, αλλά η αρχή σύμφωνα με την οποία όλα τα άτομα είναι ίσα μεταξύ τους. Η δικαιοσύνη της αμοιβαιότητας είναι ανεξάρτητη από τις δυο προηγούμενες, γιατί, ενώ εκείνες απονέμονται από τα όργανα της δικαστικής εξουσίας αυτή οφείλεται στην ελεύθερη βούληση των μελών της πολιτικής κοινωνίας, και είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ενότητάς της, όταν αποδίδετα με ανάλογο μέτρο. Ανάλογο μ' εκείνο που επισημαίνει ο Ισοκράτης αποσπασματικά «ο τς στος μπιπλάναι (να γεμίζουμε) γραμμάτων, λλ’ ν τας ψυχας χειν τ δίκαιον·

Ο Αριστοτέλης ανατρέχει και στο Το πνεύμα των νόμων, που ανέπτυξε μετά είκοσι σχεδόν αιώνες ο Μοντεσκιέ διακρίνοντάς το από το γράμμα του νόμου. Απαραίτητη προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης ορίζει την επιείκεια. Ο νόμος τις περισσότερες φορές είναι αόριστος, αφού ο νομοθέτης δεν μπορεί πρακτικά να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις. Άρα επιείκεια είναι η κάλυψη του κενού, της έλλειψης που εμφανίζει ο νόμος εξαιτίας της γενικότητά του. Στο Ρωμαϊκό δίκαιο αργότερα αναπτύχθηκαν οι νομικοί όροι «stricto sencu» και «lato sencu», «εν στενή» και «εν ευρεία εννοία» ερμηνεία εφαρμογής του νόμου.

Ο κόσμος του Αριστοτέλη

 
O Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης

λεπτ. της Σχολής των Αθηνών του Ραφαήλ. Η χειρονομία του Αριστοτέλη προς τη γη αντιπροσωπεύει την αντίληψή του σχετικά με την απόκτηση της γνώσης μέσω της εμπειρικής παρατήρησης και των αισθήσεων. Στον αντίποδα ο Πλάτωνας δείχνει προς τον ουρανό, στον οποίο εδράζονται σύμφωνα με τον ίδιο οι Ιδέες.


Εκτός από τη γνώμη του τη σχετική με τις "ιδέες" του Πλάτωνα ο Αριστοτέλης υποστηρίζει και άλλες αρχές. Δεν αποκρούει την ηδονή, αλλά προτιμά την πιο τέλεια, αυτή δηλαδή που πηγάζει από τη διάνοια. Ο σκοπός των ανθρώπινων ενεργειών, κατά τον Αριστοτέλη, είναι η ευδαιμονία, την οποία ορίζει ως ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Η αρετή, όταν κυριαρχεί στα πάθη και στις ορμές, τα ρυθμίζει, παίζοντας το ρόλο του μέτρου ανάμεσα στις δύο ακρότητες, δηλαδή στην υπερβολή και την έλλειψη. Έτσι π.χ. η "πραότης" είναι αρετή ως μεσότητα της οργής και της αναισθησίας, η "ανδρεία", επειδή βρίσκεται ανάμεσα στη θρασύτητα και στη δειλία, και η "αιδώς", επειδή κατέχει το μέσο της αδιαντροπιάς και της κατάπληξης, που είναι ακρότητες. Συμπλήρωμα της αρετής είναι και τα αγαθά του σώματος (δύναμη, υγεία, ομορφιά) και τα αγαθά της τύχης (πλούτος, ευγενική καταγωγή κλπ.). Σύμφωνα μ' αυτά, ευτυχισμένος είναι εκείνος που ενεργεί κατά τις επιταγές της αρετής και συγχρόνως έχει μερίδιο και στα άλλα αγαθά, τα "εκτός αγαθά", όπως τα ονομάζει.

Ο Αριστοτέλης ταλαντεύεται ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον υλισμό. Κάθε πράγμα, κατ' αυτόν, αποτελείται από ύλη και πνεύμα, που είναι μεταξύ τους αδιάσπαστα ενωμένα. Η ύλη είναι παθητική, είναι η δυνατότητα του πράγματος, ενώ το πνεύμα ενεργητικό, δηλ. η δύναμη που μεταβάλλει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.

Ο κόσμος, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ενιαίος και αιώνιος, ενώ η οικουμένη έχει σχήμα σφαίρας με κέντρο τη Γη. Με το να δέχεται την καταγωγή των γνώσεων από τις αισθήσεις, πλησιάζει πολύ τον υλισμό. Τέλος, με την τυπική λογική, βλέπει την αντικειμενική πραγματικότητα "στατικά" και όχι μέσα στην αέναη μεταβολή και κίνησή της. Ο Αριστοτέλης ήταν ο φιλόσοφος που διετύπωσε την θεωρία της ύπαρξης του πέμπτου στοιχείου της φύσης. Συγκεκριμένα οι Έλληνες φιλόσοφοι από την Ιωνία θεωρούσαν ότι στην φύση υπάρχουν τέσσερα στοιχεία ή ουσίες. Γη, ύδωρ, πυρ και αήρ. Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε στην τετράδα τον αιθέρα ο οποίος θα αποτελέσει την πέμπτη ουσία την πεμπτουσία. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες, είναι αγέννητο, αγήρατο, άφθαρτο, αϊδιο, αναυξές και αναλλοίωτο. Επιπλέον εντοπίζεται στον "άνω τόπο" όπου κατοικεί η Θεότητα.

Σχετικά με την επιλογή προκειμένων

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιλογή προκειμένων άμεσων (αυταπόδεικτων), γνωριμοτέρων του συμπεράσματος και ουσιωδών αιτιών του. Αν πάρουμε τις έννοιες πλανήτης, ουράνιο σώμα που φωτίζει σταθερά (μη στίλβον) και κοντινό (εγγύς) ουράνιο σώμα θα μπορούσαμε να φτιάξουμε τους 2 παρακάτω συλλογισμούς:

[Σ1] Τα μη στίλβοντα ουράνια σώματα είναι εγγύς ουράνια σώματα
Οι πλανήτες είναι μη στίλβοντα ουράνια σώματα
Οι πλανήτες είναι εγγύς ουράνια σώματα
[Σ2] Τα εγγύς ουράνια σώματα είναι μη στίλβοντα ουράνια σώματα
Οι πλανήτες είναι εγγύς ουράνια σώματα
Οι πλανήτες είναι μη στίλβοντα ουράνια σώματα

Ο Σ1 είναι συλλογισμός του ότι (του γεγονότος), ενώ ο Σ2 είναι συλλογισμός του διότι (του αιτιολογημένου γεγονότος). Δηλαδή η προκείμενη «Τα εγγύς ουράνια σώματα είναι μη στίλβοντα ουράνια σώματα» είναι ορθότερη από την προκείμενη «Τα μη στίλβοντα ουράνια σώματα είναι εγγύς ουράνια σώματα», καθόσον επειδή είναι εγγύς δεν στίλβουν, και όχι επειδή δεν στίλβουν είναι εγγύς.

Σχετικά με την επιστημονική εξήγηση

Σημαντικό ρόλο στην επιστημονική εξήγηση γεγονότων κατά τον Αριστοτέλη έχει η αγχίνοια (ευστροφία) ή ευστοχία στην ανακάλυψη του μέσου όρου σε άσκεπτο χρόνο (ακαριαία), π.χ. βλέποντας ότι η σελήνη έχει συνεχώς στραμμένη την ίδια φωτεινή πλευρά της προς τον ήλιο, και βάσει του ότι ο ήλιος φωτίζει, αποδίδει τη φωτεινότητα της σελήνης στο φως του ήλιου.
Τυπική διατύπωση:
Προκείμενες
Αν ένα σώμα έχει στραμμένη μια πλευρά του σε μια φωτεινή πηγή (σε ένα αντικέιμενο που φωτίζει) τότε φωτίζεται δανειζόμενη το φως της φωτεινής πηγής
Η σελήνη έχει συνεχώς στραμμένη την ίδια πλευρά της Α στον ήλιο
Ο ήλιος είναι φωτεινή πηγή
Συμπέρασμα
Η πλευρά Α της σελήνης φωτίζεται δανειζόμενη το φως του ήλιου

Πρακτική Φιλοσοφία



Ηθική


Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η ηθική είναι μια πρακτική παρά θεωρητική μελέτη, δηλαδή, με στόχο κάποιος να γίνει καλός και να κάνει καλό, αντί να γνωρίζει για να εξυπηρετεί τους δικούς του λόγους. Έγραψε πολλές πραγματείες σε θέματα ηθικής, συμπεριλαμβανομένων κυρίως, τα Ηθικά Νικομάχεια.

Ο Αριστοτέλης δίδασκε ότι η αρετή έχει να κάνει με την εύρυθμη λειτουργία (έργον) ενός πράγματος. Ένα μάτι είναι μόνο ένα καλό μάτι εφόσον μπορεί να βλέπει, γιατί η σωστή λειτουργία του ματιού είναι να βλέπει. Ο Αριστοτέλης εξηγεί ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν μια ειδική λειτουργία για τον άνθρωπο, και ότι αυτή η λειτουργία πρέπει να είναι μια δραστηριότητα της ψυχής, σύμφωνα με το λόγο. Ο Αριστοτέλης προσδιόρισε μια τέτοια βέλτιστη δραστηριότητα της ψυχής ως το στόχο όλων των ανθρώπων για ενέργεια, ευδαιμονία, ή μερικές φορές "ευημερία". Για να έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι με αυτό τον τρόπο απαιτεί οπωσδήποτε ένα καλό χαρακτήρα (ηθικής αρετής).

Ο Αριστοτέλης δίδαξε ότι για να επιτευχθεί ένας ενάρετος και δυνητικά ευτυχισμένος χαρακτήρας απαιτείται ένα πρώτο στάδιο να έχει την τύχη να αποκτήσει συνήθειες όχι σκόπιμα, αλλά από δασκάλους, και την εμπειρία, οδηγώντας σε ένα μεταγενέστερο στάδιο στο οποίο κάποιος επιλέγει συνειδητά να κάνει τα καλύτερα πράγματα. Όταν οι καλύτεροι άνθρωποι έρχονται να ζήσουν τη ζωή τους με αυτόν τον τρόπο την πρακτική σοφία τους (φρόνησις) και της διάνοιάς τους (νους) μπορούν να αναπτύξουν μεταξύ τους την υψηλότερη δυνατή ανθρώπινη αρετή, τη σοφία ενός ολοκληρωμένου θεωρητικού ή υποθετικού στοχαστή, ή με άλλα λόγια, ενός φιλοσόφου.

Πολιτική

«Όπως ο Αριστοτέλης, οι συντηρητικοί γενικά αποδέχονται τον κόσμο όπως είναι· δεν εμπιστεύονται την πολιτική της αφηρημένης λογικής — γι αυτό, η λογική χώρισε από την εμπειρία. » - Benjamin Wiker

Εκτός από τα έργα του σχετικά με την ηθική, τα οποία αφορούν το άτομο, ο Αριστοτέλης αναφέρθηκε στην πόλη στο έργο του με τίτλο Πολιτικά. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι πόλη είναι μια φυσική κοινότητα. Επιπλέον, θεωρούσε ότι η πόλη μπορεί να είναι μεγαλύτερης σημασίας ως προς την οικογένεια η οποία με τη σειρά της είναι πριν από το άτομο, καθώς «το σύνολο πρέπει αναγκαστικά να προηγείται του μέρους». Επίσης, είναι ευρέως γνωστό ότι δήλωσε ότι «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ένα πολιτικό ζώο». Ο Αριστοτέλης συνέλαβε την πολιτική σαν έναν οργανισμό και όχι σαν μια μηχανή, και ως μια συλλογή από μέρη τα οποία δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τα υπόλοιπα. Η αντίληψη του Αριστοτέλη για την πόλη είναι οργανική, και θεωρείται ένας από τους πρώτους που συνέλλαβε την πόλη με αυτόν τον τρόπο.

Η κοινή σύγχρονη αντίληψη μιας πολιτικής κοινότητας ως ένα σύγχρονο κράτος είναι αρκετά διαφορετική από την κατανόηση του Αριστοτέλη. Παρά το γεγονός ότι γνώριζε την ύπαρξη και τις δυνατότητες των μεγαλύτερων αυτοκρατοριών, η φυσική κοινότητα σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ήταν η πόλη (πόλις), η οποία λειτουργεί ως πολιτική «κοινότητα» ή «εταιρική σχέση» (κοινωνία). Ο σκοπός της πόλης δεν είναι μόνο να αποφευχθεί η αδικία ή η οικονομική σταθερότητα, αλλά να επιτρέπει τουλάχιστον σε κάποιους πολίτες τη δυνατότητα να ζήσουν μια καλή ζωή, και να εκτελούν όμορφες πράξεις: «Η πολιτική εταιρική σχέση πρέπει να θεωρηθεί, ως εκ τούτου, ότι υπάρχει προς χάριν των ευγενών πράξεων, όχι για το σκοπό της συμβίωσης.» Αυτό διακρίνεται από τις σύγχρονες προσεγγίσεις, ξεκινώντας από τη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία τα άτομα αφήνουν την κατάσταση της φύσης, λόγω του "φόβου του βίαιου θανάτου» ή των «μειονεκτημάτων» της.

Ρητορική και ποίηση

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την επική ποίηση, την τραγωδία, την κωμωδία, τη διθυραμβική ποίηση και τη μουσική ότι είναι μιμητικές, με την καθεμία να διαφέρει στην μίμηση κατά το μέσο, το αντικείμενο και την μορφή. Για παράδειγμα, η μουσική μιμείται με τα μέσα του ρυθμού και της αρμονίας, ενώ ο χορός μιμείται μόνο τον ρυθμό, και η ποίηση με τη γλώσσα. Οι μορφές επίσης διαφέρουν στο αντικείμενο της μίμησης. Η Κωμωδία, για παράδειγμα, είναι μια δραματική απομίμηση ανδρών χειρότερων από το μέσο όρο, ενώ η τραγωδία μιμείται άνδρες ελαφρώς καλύτερους από το μέσο όρο. Τέλος, οι μορφές διαφέρουν ως προς τον τρόπο της μίμησης - μέσω της αφήγησης ή του χαρακτήρα, μέσω της αλλαγής ή καμίας αλλαγής, και μέσω του δράματος ή χωρίς δράμα. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η μίμηση είναι φυσική για την ανθρωπότητα και αποτελεί ένα από τα πλεονεκτήματά της ανθρωπότητας πάνω από τα ζώα.

Ενώ πιστεύεται ότι η Ποιητική του Αριστοτέλη αποτελείται από δύο βιβλία - ένα για την κωμωδία και ένα για την τραγωδία - μόνο το τμήμα που εστιάζε στην τραγωδία έχει επιζήσει. Ο Αριστοτέλης δίδαξε ότι η τραγωδία αποτελείται από έξι στοιχεία: ιστορία-δομή, το χαρακτήρα, το ύφος, τη σκέψη, το θέαμα, και τη λυρική ποίηση. Οι χαρακτήρες σε μια τραγωδία είναι απλώς ένα μέσο για την προώθηση της ιστορίας·. και το σενάριο, όχι οι χαρακτήρες, είναι ο κύριος στόχος της τραγωδίας. Τραγωδία είναι η μίμηση της πράξης που προκαλεί οίκτο και φόβο, και έχει ως στόχο να πραγματοποιήσει την κάθαρση των ίδιων συναισθημάτων. Ο Αριστοτέλης ολοκληρώνει την Ποιητική με μια συζήτηση στην οποία, αναρωτιέται αν και ποια είναι ανώτερη: η επική ή η τραγική μίμηση. Προτείνει ότι, επειδή η τραγωδία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός έπους, ενδεχομένως διαθέτει επιπλέον χαρακτηριστικά, όπως θέαμα και μουσική, είναι περισσότερο συμπυκνωμένη, και επιτυγχάνει το στόχο της μίμησης της με μικρότερο μήκος, μπορεί να θεωρηθεί ανώτερη από το έπος.

Ο Αριστοτέλης ήταν ένας έντονος και συστηματικός συλλέκτης γρίφων, λαογραφίας, και παροιμιών· ο ίδιος και το σχολείο του είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αινίγματα του Δελφικού Μαντείου και μελέτησε τα παραμύθια του Αισώπου.

Απόψεις για τις γυναίκες

Η ανάλυση του Αριστοτέλη για την τεκνοποίηση περιγράφει ένα ενεργό, αρσενικό στοιχείο που φέρνει τη ζωή μέσα σε ένα αδρανές, παθητικό θηλυκό στοιχείο. Σε αυτό το έδαφος, η φεμινιστική μεταφυσική αργότερα έχει κατηγορήσει τον Αριστοτέλη ως μισογύνη και σεξιστή. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης έδωσε την ίδια βαρύτητα στην ευτυχία των γυναικών όπως έκανε και με τους άνδρες, και σχολίασε στην Ρητορική του ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη, εκτός αν και οι γυναίκες είναι επίσης ευτυχισμένες.

Απώλεια και διατήρηση των έργων του

«Από την πόλη Σκήψη κατάγονται οι Σωκρατικοί φιλόσοφοι Έραστος και Κορίσκος, καθώς και ο γιος του Κορίσκου, ο Νηλέας, άνδρας που άκουσε τα μαθήματα του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου, στην οποία βρίσκονταν και τα βιβλία του Αριστοτέλη. Γιατί ο Αριστοτέλης παρέδωσε τη βιβλιοθήκη του στον Θεόφραστο, στον οποίο κληροδότησε και τη Σχολή του· από όσους ξέρουμε, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που συνέλεξε βιβλία, και που δίδαξε στους Αιγύπτιους βασιλείς πως να οργανώνουν μια βιβλιοθήκη. Ο Θεόφραστο με τη σειρά του παρέδωσε τη βιβλιοθήκη στον Νηλέα. Αυτός τη μετέφερε στη Σκήψη και την παρέδωσε στους κληρονόμους του, ανθρώπους συνηθισμένους, οι οποίοι είχαν τα βιβλία κλειδωμένα και δεν φρόντιζαν για τη συντήρησή τους. Όταν όμως έμαθαν ότι οι βασιλείς της Αττάλειας, στους οποίους υπαγόταν και η Σκήψη, αναζητούσαν με μανία βιβλία για να φτιάξουν τη Βιβλιοθήκη της Περγάμου, έκρυψαν τα βιβλία σε κάποιο υπόγειο.Κατεστραμμένα από την υγρασία και τα σκουλήκια, τα βιβλία του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου πουλήθηκαν κάποια στιγμή αργότερα, έναντι πολλών χρημάτων, από τους απογόνους του Νηλέα στον Απελλικώντα από την Τέω. Ο Απελλικών ήταν όμως περισσότερο φιλόβιβλος παρά φιλόσοφος. Γι΄ αυτό, θέλοντας να διορθώσει τις φθορές των βιβλίων, τα μετέγραψε σε καινούργια αντίγραφα συμπληρώνοντας τις ελλείψεις τους χωρίς επιτυχία. και έτσι τα δημοσίευσε γεμάτα σφάλματα. Οι παλαιοί Περιπατητικοί λοιπόν, όσοι έδρασαν μετά τον Θεόφραστο, είχαν στη διάθεσή τους λίγα μόνο βιβλία του Αριστοτέλη, κυρίως αυτά που προορίζονταν για το κοινό, και έτσι δεν ήταν σε θέση να φιλοσοφήσουν πραγματικά αλλά περιορίζονταν σε κοινοτoπίες· αντίθετα, όσοι Περιπατητικοί έδρασαν αφ΄ ότου ήρθαν στο φως αυτά τα βιβλία, μπορούσαν να φιλοσοφούν και να αριστοτελίζουν καλύτερα από τους προηγούμενους, ήταν όμως υποχρεωμένοι να καταφεύγουν σε πολλές εικασίες εξαιτίας του πλήθους των σφαλμάτων που αυτά περιείχαν. Σε σχέση με αυτό, μεγάλη υπήρξε και η συμβολή της Ρώμης. Πράγματι αμέσως μετά τον θάνατο του Απελλικώντα οΣύλλας, που κυρίευσε την Αθήνα, σφετερίστηκε τη βιβλιοθήκη του και τη μετέφερε εδώ στη Ρώμη, όπου την πήραν στα χέρια τους ο γραμματικός Τυραννίων, άνθρωπος φιλαριστοτέλης, αφού πρώτα ξεγέλασε τον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης, αλλά κάποιοι βιβλιοπώλες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν κακούς αντιγραφείς και δεν αντιβάλλουν το απόγραφο με το πρωτότυπο, όπως συνήθως συμβαίνει, τόσο στη Ρώμη όσο και στη Αλεξάνδρεια με τα βιβλία που αντιγράφονται απλώς για να πουληθούν».
— Στράβων, Γεωγραφικά 13.1.54

Η σύγχρονη έρευνα αποκαλύπτει ότι χάθηκαν σημαντικά έργα του Αριστοτέλη . Εκτιμώντας τα χαμένα έργα φαίνεται να έχουν αρχικά γραφτεί με σκοπό να υποβληθούν σε μεταγενέστερη δημοσίευση, τα σωζόμενα έργα δεν φαίνεται να ήταν έτσι.Αντίθετα, τα διασωθέντα έργα φαίνονται περισσότερο να είναι σημειώσεις παραδόσεων χωρίς σκοπό δημοσίευσης.Η αυθεντικότητα ενός τμήματος του διασωθέντος έργου ως αυθεντικά Αριστοτελικού είναι επίσης σήμερα ύποπτη, με μερικά βιβλία να αντιγράφουν ή να συνοψίζουν το ένα το άλλο, την συγγραφή ενός βιβλίου υπό αμφισβήτηση και ενός άλλου βιβλίου να μην θεωρείται καθόλου του Αριστοτέλη.

Μερικά από τα επιμέρους έργα, όπου συμπεριλαμβάνεται το Σύνταγμα της Αθήνας, θεωρούνται από τους περισσότερους μελετητές ως προϊόντα της "σχολή" του Αριστοτέλη, ίσως καταρτισμένα υπό την διεύθυνση ή την εποπτεία του. Άλλα, όπως το Περί Χρωμάτων, μπορεί να έχουν παραχθεί από τους διαδόχους του Αριστοτέλη στο Λύκειο, π.χ., τον Θεόφραστο και τον Στράτωνα. Ακόμα, άλλα απέκτησαν το όνομά του Αριστοτέλη μέσα από τις ομοιότητες στο δόγμα ή στο περιεχόμενο, όπως το De Plantis, ενδεχομένως του Νικόλα Δαμασκηνού. Άλλα έργα στο σώμα κειμένων περιλαμβάνουν αστρολογικά και μαγικά κείμενα των οποίων οι συνδέσεις με τον Αριστοτέλη είναι καθαρά ευφάνταστες.

Σύμφωνα με μια διάκριση που προέρχεται από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, τα γραπτά του διαιρούνται σε δύο ομάδες: την "εξωτερική" και την "εσωτερική". Οι περισσότεροι μελετητές έχουν καταλάβει πως η διάκριση είναι μεταξύ των έργων που προορίζονται από τον Αριστοτέλη για το κοινό (εξωτερική), και τα πιο τεχνικά έργα που προορίζονται για χρήση μέσα στο σχολείο (εσωτερικά). Οι σύγχρονοι μελετητές συνήθως υποθέτουν αυτά τα τελευταία να είναι δικές του (πρόχειρες) σημειώσεις από τις διαλέξεις του Αριστοτέλη (ή σε ορισμένες περιπτώσεις σημειώσεις από τους μαθητές του). Ωστόσο, ένας κλασικός μελετητής προσφέρει μια εναλλακτική ερμηνεία. Κατά τον 5ο αιώνα ο νεοπλατωνιστής Αμμώνιος γράφει ότι το ύφος γραφής του Αριστοτέλη είναι σκόπιμα σκοταδιστικό, έτσι ώστε «οι καλοί άνθρωποι μπορούν για το λόγο αυτό να τεντώσουν το μυαλό τους ακόμα περισσότερο, ενώ τα κενά μυαλά που χάνονται από απροσεξία θα τεθούν σε φυγή από την αφάνεια, όταν αντιμετωπίζουν φράσεις όπως αυτές."
Μια άλλη κοινή παραδοχή είναι ότι κανένα από τα εξωτερικά έργα δεν σώζεται - ότι όλα τα σωζόμενα γραπτά του Αριστοτέλη είναι εσωτερικού είδους. Τρέχουσα γνώση του τι ακριβώς είναι τα εξωτερικά γραπτά είναι πενιχρή και αμφίβολη, αν και πολλά από αυτά μπορεί να έχουν τη μορφή διαλόγου. (Αποσπάσματα από τους διαλόγους του Αριστοτέλη έχουν διασωθεί.) Ίσως να είναι αυτά που αναφέρει ο Κικέρων, όταν χαρακτήρισε το ύφος γραφής του Αριστοτέλη ως «ένα ποτάμι χρυσού». Είναι δύσκολο για πολλούς σύγχρονους αναγνώστες να αποδεχθούν ότι κάποιος θα μπορούσε τόσο σοβαρά να θαυμάζει τη μορφή των έργων αυτών που είναι στη διάθεσή μας.Εντούτοις, μερικοί σύγχρονοι μελετητές έχουν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο έπαινος του Κικέρωνα προοριζόταν ειδικά για τα εξωτερικά έργα. λίγοι σύγχρονοι μελετητές έχουν πράγματι θαυμάσει το συνοπτικό στυλ γραφής που βρέθηκε σε σωζόμενα έργα του Αριστοτέλη.

Ένα σημαντικό ζήτημα στην ιστορία των έργων του Αριστοτέλη, λοιπόν, είναι πώς όλα τα εξωτερικά γραπτά έχουν χαθεί, και πως αυτά που τώρα έχουμε έφτασαν σε εμάς. Η ιστορία των πρωτότυπων χειρογράφων των εσωτερικών πραγματειών περιγράφονται από τον Στράβωνα στην Γεωγραφία και τον Πλούταρχο του στο Βίοι Παράλληλοι του. Τα χειρόγραφα αφέθηκαν από τον Αριστοτέλη στον διάδοχό του Θεόφραστο, ο οποίος με τη σειρά του τα άφησε στον Νηλέα. Ο Νηλέας υποτίθεται ότι πήρε τα γραπτά από την Αθήνα στην Σκήψη, όπου οι κληρονόμοι του τα αφήνανε να μαραζώνουν σε ένα κελάρι μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., όταν Aπελλικώνας της Τέω ανακάλυψε και αγόρασε τα χειρόγραφα, φέρνοντάς τα πίσω στην Αθήνα. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Aπελλίκωνας προσπάθησε να αποκαταστήσει μέρος της ζημιάς που είχε γίνει κατά τη διάρκεια της παραμονής των χειρογράφων στο υπόγειο, εισάγοντας μια σειρά από λάθη στο κείμενο. Όταν οΛεύκιος Κορνήλιος Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα το 86 π.Χ., μετέφερε τη βιβλιοθήκη του Aπελλίκωνος στη Ρώμη, όπου δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 60 π.Χ. από τον γραμματικό Τυραννίωνα της Αμισού και, στη συνέχεια, από τον φιλόσοφο Ανδρόνικο της Ρόδου.

Ο Carnes Lord αποδίδει τη δημοφιλή πεποίθηση σε αυτή την ιστορία στο γεγονός ότι παρέχει «την πιο εύλογη εξήγηση για την ταχεία έκλειψη της Περιπατητικής Σχολής μετά τα μέσα του τρίτου αιώνα, και για την απουσία ευρείας γνώσης των ειδικών πραγματειών του Αριστοτέλη σε όλη την την Ελληνιστική περίοδο, καθώς και για την ξαφνική επανεμφάνιση του αριστοτελισμού κατά τη διάρκεια του πρώτου αιώνα π.Χ.Ο Λορντ εκφράζει ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με αυτή την ιστορία. Πρώτον, η κατάσταση των κειμένων είναι πάρα πολύ καλή για να έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές που ακολουθήθηκε από την άπειρη προσπάθεια του Απελλίκωνος για την επισκευή.

Δεύτερον, υπάρχουν «αδιάσειστα στοιχεία»,, ότι οι πραγματείες ήταν σε κυκλοφορία κατά τη διάρκεια του χρόνου στον οποίο ο Στράβωνας και ο Πλούταρχος υποστηρίζουν ότι ήταν εγκλωβισμένες μέσα στο κελάρι στην Σκήψη. Τρίτον, η οριστική έκδοση των κειμένων του Αριστοτέλη φαίνεται να έχει γίνει στην Αθήνα, περίπου πενήντα χρόνια πριν από την υποτιθέμενη συμπίληση από τον Ανδρόνικο. Και τέταρτον, σε αρχαίους καταλόγους βιβλιοθηκών προγενέστερους του Ανδρόνικου εμφανίζονται αρκετά παρόμοια έγγραφα με αυτά που σήμερα κατέχουμε. Ο Λορντ βλέπει μια σειρά από μετα-αριστοτελικές παρεμβολές στα Πολιτικά, για παράδειγμα, αλλά γενικά είναι σίγουρος ότι το έργο έχει έρθει σε μας σχετικά άθικτο.
Από τη μία πλευρά, τα σωζόμενα κείμενα του Αριστοτέλη δεν προέρχονται από ολοκληρωμένα λογοτεχνικά κείμενα, αλλά μάλλον από τα σχέδια εργασιών που χρησιμοποιούνταν στο σχολείο του Αριστοτέλη, σε αντιδιαστολή, από την άλλη πλευρά, στους διαλόγους και τα άλλα "εξωτερικά" κείμενα που ο Αριστοτέλης δημοσίευσε ευρύτερα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η συναίνεση είναι ότι ο Ανδρόνικος της Ρόδου συγκέντρωσε τα απόκρυφα έργα του σχολείου του Αριστοτέλη που υπήρχαν με τη μορφή μικρότερων, ξεχωριστών έργων, τα διέκρινε από εκείνα του Θεόφραστου και άλλων Περιπατητικών, τα επιμελήθηκε, και τελικά τα συγκέντρωσε σε πιο συνεκτικά, μεγαλύτερα έργα, όπως είναι γνωστά σήμερα.

Επίδραση

Ο Αριστοτέλης συνέβαλε σε κάθε σχεδόν τομέα της ανθρώπινης γνώσης και ήταν ιδρυτής πολλών νέων πεδίων της. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Μπράιαν Μαγκί(Bryan Magee), "είναι αμφίβολο αν κάποιο ανθρώπινο ον γνώριζε τόσα πολλά όσα αυτός". Ο Αριστοτέλης έθεσε της αρχές της τυπικής λογικής, ήταν πρωτοπόρος στη μελέτη της ζωολογίας, και επηρέασε κάθε μελλοντικό επιστήμονα και φιλόσοφο μέσα από τη συμβολή του στην επιστημονική μέθοδο. Παρά τα επιτεύγματα αυτά, η επίδραση των σφαλμάτων του Αριστοτέλη θεωρείται από κάποιους ότι καθυστέρησε σημαντικά την εξέλιξη της επιστήμης. Ο Μπέρτραντ Ράσελ σημειώνει ότι «σχεδόν κάθε σοβαρή διανοητική εξέλιξη έπρεπε να ξεκινήσει με μια επίθεση σε κάποιο Αριστοτέλειο δόγμα». Ο Ράσελ αναφέρεται επίσης στην ηθική του Αριστοτέλη ως «αποκρουστική», και καλεί τη λογική του «τόσο ξεκάθαρα απαρχαιωμένη όσο και η Πτολεμαϊκή αστρονομία». Ωστόσο, αναφορά στο έργο του γίνεται και στις μέρες μας, όχι μόνο από φιλολόγους και φιλοσόφους, αλλά και από κορυφαίους των άλλων επιστημών.

    ========================================


Παυλόπουλος: Ο Αριστοτέλης μας διδάσκει ακόμη και σήμερα


24/05/2016

 Παυλόπουλος: Ο Αριστοτέλης μας διδάσκει ακόμη και σήμερα

'Αρχισε χθες στην Θεσσαλονίκη



Χαιρετισμός του Προέδρου της Δημοκρατίας στο παγκόσμιο συνέδριο για τα «2400 χρόνια Αριστοτέλης»



            Την έναρξη των εργασιών του παγκόσμιου  συνεδρίου για τα 2400 χρόνια του Αριστοτέλη κήρυξε χθες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε όσα συνδέουν τον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο με το σήμερα και αναφέρθηκε στο έργο του σε σχέση με τις περισσότερες επιστήμες.

Ολόκληρη η ομιλία του κ. Παυλόπουλου έχει ως εξής:

          Με ιδιαίτερη χαρά απευθύνω θερμό χαιρετισμό στο Παγκόσμιο Συνέδριο «Αριστοτέλης 2400 Χρόνια» το οποίο, με περισσή φροντίδα, διοργανώνει το «Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών» του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ο Αριστοτέλης υπήρξε ο μέγιστος των φιλοσόφων και πραγματικός πανεπιστήμονας.  Συγκεκριμένα, η ευρύτητα των επιστημονικών ενδιαφερόντων του Αριστοτέλη δεν έχει όμοιά της στην ιστορία της παγκόσμιας σκέψης.

         Συνήθως εξαίρουμε το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης ενδιαφέρθηκε για ένα πεδίο γνωστικών αντικειμένων μοναδικής ευρύτητας.  Και, ίσως, δεν τονίζουμε όσο πρέπει το γεγονός ότι, ουσιαστικώς, θεμελίωσε την πλειονότητα αυτών των επιστημών. Πράγματι, ο Αριστοτέλης έχει, κατ’ ουσίαν, θέσει τις επιστημονικές βάσεις της πολιτειολογίας, της ηθικής, της κοινωνιολογίας, της αισθητικής, της λογοτεχνίας, της λογικής, της φιλοσοφίας των μαθηματικών, της οντολογίας, της ψυχολογίας, της βιολογίας, της μετεωρολογίας, της αστρονομίας, και όχι μόνον.

          Αυτή η ιδιότητα του θεμελιωτή ενός τόσο μεγάλου πλήθους επιστημών δημιουργεί, ευλόγως, το ερώτημα για το πώς πρέπει να προσεγγίσουμε σήμερα το έργο του Αριστοτέλους.  Είναι, άραγε, η σημασία του καθαρά ιστορικής τάξης;  Πρέπει, άραγε, να τον προσεγγίσουμε με τον σεβασμό που οφείλουμε σ’ έναν πρωτοπόρο, σ’ έναν σκαπανέα;  Ή μήπως ο Αριστοτέλης είναι ένας στοχαστής, του οποίου η σκέψη παραμένει επίκαιρη ακόμα και σήμερα;  Μπορούμε δηλαδή σήμερα εμείς, οι πολίτες του 21ου αιώνα, να συνομιλήσουμε με την αριστοτελική σκέψη και να αναμετρηθούμε μαζί της;  Μπορεί ο Αριστοτέλης να μας διδάξει ακόμη και σήμερα;

           Η απάντηση είναι ένα ρητό και κατηγορηματικό ναι.  Σε μιαν εντυπωσιακή πλειάδα επιστημονικών πεδίων, ο Αριστοτέλης παραμένει και σήμερα ένας απολύτως επίκαιρος διανοητής, ένας πνευματικός ογκόλιθος που ουδείς σοβαρός μελετητής στ’ αντίστοιχα πεδία μπορεί να προσπεράσει, δίχως προηγουμένως ν’ αναμετρηθεί μαζί του αλλά και με την
επιστημονική αλήθεια κατά τον προορισμό της.  Προορισμό, ο οποίος συνίσταται στην αποδοχή της επιστημονικής επιλάθευσης ως μοχλού αναζήτησης της τελικής επιστημονικής αλήθειας.
Θα ξεκινήσω με το δικό μου γνωστικό αντικείμενο, τα νομικά.

           Ο Αριστοτέλης δεν έγραψε βεβαίως αυτοτελές βιβλίο περί νομικής.  Ωστόσο, ιδίως στο μνημειώδες έργο του περί ηθικής φιλοσοφίας, τα «Ηθικά Νικομάχεια», αφιερώνει ένα ολόκληρο βιβλίο, το Βιβλίο Ε΄, στην ανάλυση της δικαιοσύνης.  Οι εννοιολογικές διακρίσεις που εισάγει εκεί παραμένουν αξεπέραστες.  Έτσι, οι θεμελιώδεις διακρίσεις του μεταξύ διανεμητικής και διορθωτικής δικαιοσύνης διατηρούν ακέραιη την επικαιρότητά τους, και ένας ολόκληρος κλάδος της πολιτικής φιλοσοφίας είναι αφιερωμένος στην θεωρητική επεξεργασία αυτών των εννοιών.  Στο ίδιο βιβλίο, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει την περίφημη θεωρία του περί της «επιείκειας», δηλαδή εκείνης της αρετής που επιτρέπει στον δικαστή να διορθώνει τα κενά, τα οποία ο νόμος αναγκαστικώς αποδέχεται εξαιτίας της αναπόφευκτης γενικότητάς του.  Γενικότητας, η οποία του διασφαλίζει την προσήλωσή του στην εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την ουσία της, αφού η αρχή αυτή δεν συμβιβάζεται με την ad hoc ρύθμιση ατομικών συμπεριφορών.  Εξίσου επίκαιρες είναι οι αναλύσεις του Αριστοτέλους για τον ρόλο του δικαστή, τόσο στα «Ηθικά Νικομάχεια» όσο και στα «Πολιτικά», τον οποίο αντιλαμβάνεται ως «έμψυχο νόμο».

           Μιας και αναφέρθηκα στην ηθική φιλοσοφία, θα πρέπει να τονισθεί πως στον συγκεκριμένο κλάδο ο Αριστοτέλης είναι ως σήμερα κορυφαίος διανοητής.  Η σημασία του θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συγκριθεί μόνο μ’ αυτήν του Καντ.  Ωστόσο, από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, ως και σήμερα, η ηθική φιλοσοφία επανέρχεται, μ’ ολοένα και εντονότερο ενδιαφέρον, στην αριστοτελική ηθική, ως μια εναλλακτική διέξοδο απέναντι στα φαινομενικά ή πραγματικά αδιέξοδα της νεωτερικής σκέψης.  Και αυτό διότι σ’ αντίθεση με τη νεωτερική ηθική, που επικεντρώνεται –εξ ορισμού- πρωτίστως στις έννοιες της ατομικότητας και του καθήκοντος, η αριστοτελική σκέψη χτίζεται πάνω στις έννοιες της ευδαιμονίας και του πρακτού αγαθού, φέρνοντας στο φως διανοητικές δυνατότητες που είχαν, για αιώνες, μείνει στο σκοτάδι.

           Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όταν αναζητούμε την ρίζα της αριστοτελικής σκέψης, ότι τα αριστοτελικά γραπτά ξεκινούν με το περίφημο «Όργανον», δηλαδή την θεωρία του για τη λογική.  Προκαλεί, κυριολεκτικώς, διανοητικό ίλιγγο η διαπίστωση ότι ο Αριστοτέλης ιδρύει και ολοκληρώνει, ουσιαστικώς, την προτασιακή λογική εκ του μηδενός.  Μολονότι δε η σύγχρονη λογική περιλαμβάνει και πεδία που δεν είχε συμπεριλάβει στα έργα του ο Αριστοτέλης –αναφέρομαι στην λογική των κατηγορημάτων του Φρέγκε και στην σύγχρονη σύνδεση λογικής και μαθηματικών- ο βασικός πυρήνας της αριστοτελικής λογικής παραμένει και σήμερα αναλλοίωτος, ένα πραγματικό «κτήμα ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν».

            Θα ήταν αδύνατο να κλείσω αυτή την, εξαιρετικά σύντομη, αναφορά στην επικαιρότητα της σκέψης του Αριστοτέλους, δίχως να μνημονεύσω την επιστήμη εκείνη που ο Αριστοτέλης ονομάζει «πρώτη φιλοσοφία»  ή απλώς «σοφία».  Αναφέρομαι, προφανώς, στην επιστήμη με την οποία καταγίνεται το έργο που έχει καθορίσει, όσο κανένα άλλο, την δυτική σκέψη: Το «Μετά τα φυσικά», έργο στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει την οντολογία του και τη θεωρία του περί της ουσίας.  Η φιλοσοφία του 20ου αιώνα είναι, θα λέγαμε, «στοιχειωμένη» από την προσπάθεια να κατανοηθεί αυτό το, πραγματικώς ανυπέρβλητο, βιβλίο.

           Θα ήθελα πολύ να συνεχίσω περαιτέρω αυτή την συζήτηση σχετικά με την επικαιρότητα του αριστοτελικού στοχασμού στο πλαίσιο των σύγχρονων επιστημονικών και, ευρύτερα, θεωρητικών αναζητήσεων.  Δεν θα το πράξω όχι μόνον γιατί έχω πλήρη επίγνωση των ορίων μου ως προς την ανάδειξη του εύρους της αριστοτελικής σκέψης αλλά και διότι είμαι βέβαιος πως αυτό θα καταστείπράξη, σε μεγάλο βάθος, στο πλαίσιο των ανακοινώσεων αυτού του συνεδρίου, το οποίο και χαιρετίζω εκθύμως.

                 ====================================

Βρέθηκε ο τάφος του Αριστοτέλη

 Βρέθηκε ο τάφος του Αριστοτέλη


Ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στα αρχαία Στάγειρα επιβεβαιώθηκε το μεσημέρι της Πέμπτης στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια παρουσίασης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Όπως είπε ο αρχαιολόγος Κώστας Σισμανίδης, έπειτα από πολυετείς έρευνες η ανακάλυψη του τάφου του Αριστοτέλη αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός.

Πρόκειται για μνημείο όπου οι Σταγειρίτες μετέφεραν και εναπόθεσαν την τέφρα του φιλοσόφου αμέσως μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα

Πρόκειται για αψιδωτό οικοδόμημα και βωμό σε μαρμαροθετημένο δάπεδο των ελληνιστικών χρόνων, που αποκάλυψαν οι ανασκαφές στην αρχαία πόλη το 1996. Οι εκτιμήσεις των ειδικών οδηγούν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για ταφικό ηρώο, όπου οι Σταγειρίτες μετέφεραν και εναπόθεσαν την τέφρα του φιλοσόφου αμέσως μετά τον θάνατό του στη Χαλκίδα. Εκεί τον τίμησαν ως ήρωα, σωτήρα, νομοθέτη και δεύτερο «οικιστή» της πόλης τους, εφόσον με δική του μεσολάβηση στον Φίλιππο επανιδρύθηκαν (340 π.Χ) τα Στάγειρα, που είχαν καταστραφεί από τον ίδιο Μακεδόνα βασιλιά το 349 π.Χ.

«Δεν έχουμε αποδείξεις αλλά ισχυρότατες ενδείξεις -φθάνουν σχεδόν στη βεβαιότητα. Η θέση στην οποία κτίστηκε το πεταλωτό οικοδόμημα, μέσα στην πόλη και κοντά στην Αγορά (κατά παρέκκλιση των νενομισμένων), με πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η εποχή της κατασκευής του, στην αρχή-αρχή ακόμη της ελληνιστικής περιόδου. Το ασύμβατο για άλλες χρήσεις σχήμα του. Ο δημόσιος χαρακτήρας του και η μεγάλη βιασύνη που διακρίνεται στην κατασκευή του, με ποιοτικό, άλλα ετερόκλητο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Η ύπαρξη βωμού σε τετραγωνισμένο δάπεδο. Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σωζόμενο αψιδωτό κτίσμα ήταν ο τάφος-ηρώο του Αριστοτέλη» ανέφερε ο ανασκαφέας, μελετητής των αρχαίων Σταγείρων, αρχαιολόγος Κώστας Σισμανίδης.

Οι ανακοινώσεις έγιναν στο πλαίσιο εργασιών του παγκόσμιου συνεδρίου «Αριστοτέλης 2.400 χρόνια» στο ΑΠΘ (αίθουσα 15 της παλιάς Φιλοσοφικής).

 


 Στο κέντρο ο αρχαιολόγος Κώστας Σισμανίδης κρατά έγγραφα με στοιχεία για τις ανασκαφές


 


ΠΗΓΕΣ






Αριστοτέλης | Ψυχολογία, Φιλοσοφία, Επιστήμες, Παιδεία




Αριστοτέλης - Βικιπαίδεια






aristotelis-mas-didaskei-akomi-kai-simera-/παλιάς Φιλοσοφικής).

    =======================================



                              ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ - ΣΚΑΪ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ - 2009


Δημοσίευση σχολίου