Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Πλάτωνας - Πολιτεία - Σπήλαιο - Πλατωνισμός



ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ


 Αποτέλεσμα εικόνας για πλατωνας εικονες

Στέλιος Ράμφος: Διαβάζοντας την Πολιτεία του Πλάτωνος στη σημερινή κρίση.


Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζοντας το βιβλίο του Καλλίπολις Ψυχή διαβάζει την Πολιτεία του Πλάτωνος με φόντο την Ελλάδα της κρίσης. Αν ο προορισμός του ανθρώπου υποστηρίζει ο Πλάτων, είναι μια πνευματική εξύψωση, πρέπει στο επίπεδο αυτό η εξουσία να ρυθμιστεί, εκεί πρέπει να μπορεί να ανταποκριθεί. Μιλάμε πάντα για μια ουτοπία αλλά ουτοπία που έχει στοιχεία υψηλού ρεαλισμού  όσον αφορά τις μεγάλες γραμμές ενός προβλήματος, και γιαυτό άλλωστε η Πολιτεία είναι το βιβλίο που είναι.

  Είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν φυσικής εξελίξεως αλλά δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε ως προϊόν φυσικής εξελίξεως αλλά ως πνευματικό ον. Τον καταλαβαίνουμε τον άνθρωπο από την κορυφή. Χωρίς να αμφισβητείται ότι είναι προϊόν φυσικής εξελίξεως.

   Οι υλικές ανάγκες, δεν συζητείται αυτό το πράγμα, είναι πρωτίστης σημασίας για την κοινωνία, αν δεν φάμε πεθαίνουμε, δεν  μπορούμε να το αμφισβητήσουμε αυτό. Όμως το σκεπτικό αυτό το Πλατωνικό σημαίνει λέω εγώ, νομίζω εγώ, ότι η κοινωνία δεν ταυτίζεται με την υλικότητά της, δηλαδή από τη στιγμή που αναγνωρίζω ότι οι υλικές ανάγκες είναι σπουδαίο και αναπόφευκτο αλλά τις βάζω δεύτερες, ας πούμε η τρίτες, δεν μας ενδιαφέρει, αυτό, αυτό σημαίνει ότι δεν ταυτίζω την ουσία μιας κοινωνίας με την υλικότητά της. Δηλαδή λέω ότι μια κοινωνία ας πούμε ότι αυτό λέει ο Πλάτων, δεν συγκροτείται από τον όγκο των υλικών της στοιχείων με τρόπο καθοριστικό, όχι ότι δεν συμμετέχουν αυτά, δεν συγκροτείται με τρόπο καθοριστικό. Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα στον τρόπο της ζωής και της εκφράσεως των ανθρώπων που μας το βεβαιώνει; Υπάρχει. Ένα άγαλμα δεν συγκροτείται από τον όγκο του μαρμάρου του, ένας Παρθενών δεν συγκροτείται από τον όγκο του μαρμάρου του, συγκροτείται από την ομορφιά του. Το συστατικό στοιχείο, το δεύτερο στοιχείο, είναι πρώτο. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε εδώ και το σκεπτικό του Πλάτωνος. Το γεγονός ότι ιεραρχεί παραδοξολογικά ο Πλάτων την δομή ας πούμε της κοινωνίας με ένα τρόπο, που ενώ λαμβάνει υπ όψιν τα υλικά δεδομένα δεν τα βάζει πρώτα σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται την έννοιαν της πόλεως όχι με όρους φύσεως, γιατί πράγματι εκεί που κυριαρχεί η φύσις, εκεί όντως προέχει το αναγκαίο στοιχείο, αλλά η πόλις είναι το πέρα από τη φύση, αλλά στη φύση η ισορροπία επέρχεται δια αλληλοσφαγής. Τι γίνεται στην πόλη που το ζητούμενο το μεγάλο είναι η ειρήνη και η συνύπαρξη; Επομνως η σύστασις της πόλης με τέτοιους όρους δεν μπορεί να έχει να κάνει με τις ανάγκες, έχει να κάνει με την ανθρώπινη ουσία που θέλει να διαπλάσει η πόλις, και που είναι μια ουσία ζώων που μπορούν να μην αλληλοτρώγονται. Θέλω να το προσέξουμε αυτό το πράγμα για να καταλάβουμε την συνταρακτική εμβέλεια μιας σκέψεως η οποία θα μαρκάρει την σκέψη της ανθρωπότητος τελεσίδικα. Αυτό είναι τελεσίδικο για την ανθρωπότητα, κάθε τι διαφορετικό το πετάμε στην κόλαση, δηλαδή κάθε πρότυπο πολιτείας που επευλογεί και αναγνωρίζει την αλληλοσφαγή. Την απορρίπτουμε, όμως η απόρριψη αυτή είναι πλήρης απόρριψη της φυσικότητος των πραγμάτων χωρίς να αρνούμαστε τη φυσικότητα την ίδια. Δεν αρνούμαστε ότι το άγαλμα έχει μάρμαρο αλλά η συγκρότηση του αγάλματος δεν είναι από το μάρμαρο είναι από την ομορφιά του.

   Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε βεβαίως ότι οι αξίες δεν τρώγονται όπως τρώγεται το ψωμί αλλά αν δεν υπάρχουν οι αξίες τρωγόμαστε μεταξύ μας.

   Η πόλις είναι πεδίο που μας ελευθερώνει από τη φύση, και μας ελευθερώνει και από τα πρωτεία της επιβιώσεως χωρίς ούτε να υποβαθμίζει ούτε να διαγράφει το γεγονός ότι είμαστε έμβια βιολογικά όντα, τα οποία αρρωσταίνουν πεθαίνουν αν δεν φάνε δεν ξέρω τι θα πάθουνε κλπ. Μας ελευθερώνει η πόλις απ τη φύση και την επιβίωση, πως μας ελευθερώνει, μας ελευθερώνει βάζοντας στη θέση της φύσεως την ταυτότητα. Η πόλις, μας ελευθερώνει δίνοντάς μας ταυτότητα. Δηλαδή κάνοντας μας όντα των οποίων η πραγματικότητα έχει να κάνει με την ταυτότητά τους κι  όχι με την ανάγκη τους. Χωρίς η ανάγκη να μην υφίσταται, χωρίς να παύει να αποτελεί απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση αλλά φυσική, η φύση δεν οδηγεί στην πόλη, εκείνο που οδηγεί στη πόλη είναι μια άλλη ανάγκη συνυπάρξεως της οποίας η πρώτη ύλη λέγεται ταυτότης.

  Μόνη της η καλοπέραση δεν διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή, Η συνοχή η κοινωνική έχει άλλους συντελεστές που για τον Πλάτωνα λέγοντα δικαιοσύνη και αλήθεια… αίτημα για μια κοινωνία που υπηρετεί την πόλη και όχι για να υπηρετεί την υλική πλευρά του σώματος. Για έναν επίσης άλλο λόγο γιατί η διεκδίκηση της επιβιώσεως συνήθως προκαλεί την τάση ορισμένοι  που εξουσιάζουν να εκμεταλλευτούν την πόλη για το δικό τους συμφέρον. Άρα το κρίσιμο στοιχείο και σημείο στην  περίπτωσή μας είναι μια αλλαγή του αξιακού συστήματος, βάσει της οποίας θα μπορούσαμε να έχουμε αποτελέσματα σαν αυτά που επιδιώκει ό Πλάτων. Δηλαδή με άλλα λόγια εάν η  ανάγκη είναι αυτοσκοπός υπάρχει πρόβλημα, μόνο αν η ανάγκη τείνει να υπηρετήσει άλλους σκοπούς πέρα από την ανάγκη τότε μπορεί να γίνει θετικό γεγονός. Μόνο όταν το πλαίσιο της είναι αξιακό μπορεί να μεταβληθεί η ανάγκη σε θετικό γεγονός και να αποτελέσει οργανικό στοιχείο της ζωής της πόλης.
Επειδή δεν έχουν τίποτε να διεκδικήσουν οι φύλακες της Πολιτείας το μόνο που τους μένει είναι να είναι υπεύθυνοι έναντι πάντων, είναι πολύ σημαντικό αυτό για να καταλάβουμε τι σημαίνει, σημαίνει μια εξουσία όχι δυνατών, αλλά υπευθύνων, αυτοί είναι οι άρχοντες φύλακες της Πολιτείας. Μια ηγεσία εκείνων οι οποίοι σηκώνουν τα μεγαλύτερα βάρη, πλήρης η ανατροπή εν σχέση με αυτά που μας διδάσκει η ιστορία και που γιαυτό το λόγο δεν κάνουν υποχρεωτικά ουτοπική την Πολιτεία, αλλά την κάνουν αξιοσέβαστη, γιατί παραμένει ο σκοπός, κάθε φορά που δυσφορούμε, δυσφορούμε ακριβώς επειδή αυτοί οι τύποι οι διάφοροι που μας ενοχλούν, είναι ιδιοτελείς είναι ανεύθυνοι. Άρα μπορεί να είναι το  γενικό σχήμα εντός εισαγωγικών ουτοπικό, αλλά η ψυχή μας ζητάει αυτή την ουτοπία ως βαθιά πραγματικότητα του ανθρώπου. Και αν ουτοπία είναι η βαθιά πραγματικότητα του ανθρώπου τότε η ουτοπία είναι βαθύς ρεαλισμός…. Κρατάμε λοιπόν ότι η συνοχή και η ισορροπία της πλατωνικής Πολιτείας βασίζεται στα έμψυχα παραδείγματα της αρετής δηλαδή τους φύλακες. Οι φύλακες θεσπίζουν νόμους οι νόμοι τους οποίους θεσπίζουν  δεν αφορούν διευθετήσεις συμφερόντων, να εξυπηρετηθεί αυτός η ο άλλος με την καλή έννοια της διευθετήσεως συμφερόντων, υπηρετούν με τη σειρά τους, οι νόμοι τους οποίους ψηφίζουν, και δεν μπορεί αφού υπάρχει εξουσία να μην θεσπίζει νόμους δεν γίνεται, οι νόμοι λοιπόν, υπηρετούν  τις απαιτήσεις της αληθείας του λόγου που είναι η πλατωνική αλήθεια, και της δικαιοσύνης, της δικαιοσύνης όμως ως ψυχικής ισορροπίας, διότι για πρώτη φορά με τον Πλάτωνα έχουμε επίσης μια μεγάλη ανατροπή με τη Πολιτεία και τη θεωρία της ψυχικής δικαιοσύνης, ως ψυχικής αρμονίας, για πρώτη φορά καταργείται η τραγική και προπλατωνική ιδέα της δίκης ως τιμωρού. Από την τιμωρητική δίκη, τις ερινύες και όλα αυτά τα πράματα που μας διδάσκει ας πούμε η παλιά ελληνική σκέψη περνάμε σε μια άλλη έννοια της δικαιοσύνης. Τι είναι η δικαιοσύνη;  είναι η ειρήνη η αρμονία η εσωτερική λέει ο Πλάτων, όλο το τέταρτο βιβλίο όσον αφορά ας πούμε το λογιστικό μέρος της ψυχής θυμόμαστε πολύ καλά, ότι είναι ακριβώς αφιερωμένο στο να δείξει ότι το λογιστικό δεν λειτουργεί για λογαριασμό του, είναι ο αποφασιστικός παράγων της ψυχικής αρμονίας. Άρα έχουμε μια καινούργια ιδέα της δικαιοσύνης η οποία έρχεται ας πούμε να βάλει τη σφραγίδα της στην οικοδόμηση της Πολιτείας. Δηλαδή μια Πολιτείας χωρίς εσωτερική ειρήνη είναι αέρας κοπανιστός  λέει ο Πλάτων, γιατί απλώς θα έχουμε δικαστήρια και δικαστές που θα τιμωρούν, αλλά η τιμωρία πολλαπλασιάζει το κακό, δεν μας ενδιαφέρει αυτό λέει ο Πλάτων, μας ενδιαφέρει κάτι άλλο και γιαυτό ακριβώς επιμένει ότι ο λόγος  του κόσμου και η τάξη της ψυχής μπορεί να εγγυηθούν την αρμονία της πόλεως. Τον ενδιαφέρει λοιπόν αυτό το πράγμα να το πετύχει. Και όσο οι απαιτήσεις των διαφόρων ηγετών συμπίπτουν με επιδιώξεις ιδιοτελείς, με επιδιώξεις μερικότητος που θα λέγαμε πιο αφηρημένα τόσο η πολιτεία παρακμάζει. όσο μεγαλύτερο δηλαδή συντελεστή ιδιοτελείας έχει μια πολιτεία τόσο περισσότερο παρακμάζει. Όσο μεγαλύτερο συντελεστή καθολικότητος έχει τόσο ακμάζει. Η ιδιοτέλεια πεθαίνει τις κοινωνίες. Αυτό είναι που πρέπει να κρατήσουμε στο σκεπτικό του Πλάτωνα. Η ιδιοτέλεια τις τσακίζει… Και κάτι άλλο που πρέπει να συγκρατήσουμε και το οποίο είναι σημαντικό, ότι με βάση αυτή τη λογική σύμφωνα με την οποία η ιδιοτέλεια οδηγεί στην παρακμή μπορούμε να κατανοήσουμε ότι το προσδόκιμο ζωής ενός πολιτεύματος, εξαρτάται από την ομαλή σχέση  μεταξύ της εξουσίας από τη μία μεριά, και του θεσμοθετημένου πλαισίου νομιμότητος από την άλλη, από το κατά πόσο δηλαδή ζει και τηρεί τους νόμους που θεσπίζει η ίδια. Το προσδόκιμο ζωής έχει να κάνει, με τον ίδιο τον τρόπο όπου μια κοινωνία σέβεται πλέον τον εαυτό της. Τηρεί δηλαδή το ίδιο το πλαίσιο το θεσμικό μέσα στο οποίο οικοδομείται.

 Από την δίψα αποκτήσεως η από το αίσθημα απωλείας αρχίζει πια ένα σύμπαν συναισθημάτων να κινείται να αναπτύσσεται και βεβαίως να παίζει ένα ρόλο στα δρώμενα τα κοινωνικά και στην ψυχική ζωή των ανθρώπων. Γιατί αν παίρναμε ως παράδειγμα ας πούμε το μίσος ως συναίσθημα σε μια τέτοια προοπτική σε ένα τέτοιο πλαίσιο τι εκφράζει; To μίσος εκφράζει μια ασύνειδη ανάγκη του ανθρώπου να καθρεπτίζεται στο πρόσωπο του εχθρού του. Πως αυτό το πράγμα μπορεί να εξηγηθεί. Εξηγείται ακριβώς ως βίαιο ξέσπασμα εναντίον του ανυπόφορου εαυτού μου. Ο ανυπόφορος εαυτός μου με κάνει να μισώ, όχι το κακό που μου έχει κάνει κάποιος άλλος. Και υπ αυτή την έννοια δεν έχει κανένα νόημα να πολεμήσει κανείς το μίσος με μίσος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αμυνθεί, όταν κάποιος ας πούμε κακός, καοήθης εχθρός, ξένος κτλ, του επιτεθεί η μπει ένας κλέφτης, να του πάρει μέσα από το σπίτι το παιδί για να κάνει εμπόριο οργάνων. Στο όνομα της ελευθερίας όμως θα τον πολεμήσει, δηλαδή με διαφορετικά συναισθήματα δικαιολογείται ο πόλεμος. Ο πόλεμος δεν έχει τη δικαίωσή του στην πράξη στη χειρονομία του πολέμου, αλλά στο συναίσθημα με το οποίο πολεμούμε, αν ένας θέλει να με καταλάβει, η να μου εξαφανίσει τη ελευθερία, στο όνομα της ελευθερίας θα τον παλεύω, και ο πόλεμος αλλάζει ριζικά, δεν είναι οι λεγόμενοι αμυντικοί οι δεν ξέρω γω τι πόλεμοι. Ο πόλεμος όπως και η ειρήνη είναι τρόπος και τύπος οργανώσεως του εσωτερικού μας βίου… Από τη στιγμή που στο τραπέζι πέφτει όλος ο μεγάλος προβληματισμός των συναισθημάτων, ως θεμελίου, ως αιματοδότη, της κοινωνικής ζωής, οφείλουμε να καταλάβουμε με διαφορετικούς όρους προβλήματα που μέχρι τώρα δυσκολευόμασταν να τα καταλάβουμε, και έπρεπε να επικαλεσθούμε ακριβώς τα αντίστοιχα συναισθήματα, με κάποια συναισθήματα να είναι βρομερά, με τα ίδια βρομερά συναισθήματα, εκεί πολλαπλασιάζεται το κακό. Τα διαφορετικά συναισθήματα κάνουνε την ίδια πράξη διαφορετική. Είναι πολύ σημαντικό αυτό να το καταλάβουμε, γιατί έτσι κερδίζουμε και την αξιοπρέπειά μας. Είναι στοιχείο αξιοπρέπειας ένας άνδρας να πολεμάει για την  ελευθερία του, είναι στοιχείο αναξιοπρέπειας ένας άνδρας να πολεμήσει για το μίσος. Έχει σημασία αυτό.
 Το πρόβλημα της τυραννίας είναι το ανεξέλεγκτο των επιθυμιών. Αυτό ισχύει τόσο για τη στενά ατομική μας ζωή όσο και για ευρύτερα κοινωνικά θέματα. Δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί εύκολα κανείς να ορίσει υποκειμενικό, είναι κάτι πολύ βαθύ…. Μια κουλτούρα που επιμένει στην επιθυμία αδιακρίτως, ας πούμε όπως η θεωρία των Μεταμοντέρνων έχει πρόβλημα γιατί οι Μεταμοντέρνοι δεν διακρίνουν ότι υπάρχει μια επιθυμία που λέει δεν θέλω το μήλο κι άλλη μια που λέει θέλω σοκολάτα. Στη γενίκευση του δεν θέλω το μήλο υπάρχουν προβλήματα πολύ σοβαρά, ένας λοιπόν ο οποίος οικειοποιείται αβασάνιστα αυτές τις αντιλήψεις, οικειοποιείται μια αρνητικότητα η οποία όχι απλώς φωλιάζει πια μέσα του αλλά ριζώνει και δεν μπορεί να ξεριζωθεί ποτέ. Το λέω αυτό γιατί, γιατί δεν αποκλείεται, και μεγάλες δημοσιονομικές καταστάσεις, και δυσκολίες, από αχαλίνωτες επιθυμίες, η μεγάλες κρίσεις πολιτικοκοινωνικές, από αχαλίνωτες επιθυμίες μπορεί να μεταβάλλονται ας πούμε, σε εκρηκτικές καταστάσεις αντί να μας οδηγήσουν σε καταστάσεις  που ενέχουν στοιχεία, η πραγματικότητες ισορροπίας τέτοιες που θα θέλαμε. Άρα για τον Πλάτωνα κι αυτό πρέπει να το κρατήσουμε προηγείται ο χαρακτήρας, ο χαρακτήρας είναι μια έννοια που ο αρχαίος δέχεται και καταλαβαίνει, και έπεται το καθεστώς δεν μπορούμε να έχουμε γυμνό από χαρακτήρες καθεστώς, δεν μπορεί να υπάρξει τυραννικό καθεστώς χωρίς τυραννικούς ανθρώπους. Και το τυραννικό καθεστώς μπορεί  πολλές φορές εν ονόματι υψηλών σκοπών να ασκείται. Δεν είναι βέβαιο ότι κάθε φορά εμείς νομίζουμε ότι είμαστε τυραννικοί την ώρα που τυραννάμε, μπορεί να νομίζουμε ότι επιτελούμε θεάρεστο και σπουδαίο ας πούμε έργο. Υπ αυτή την έννοια το κρίσιμο σημείο στην κατανόηση του προβλήματος της επιθυμίας είναι ένας άνθρωπος, [από τη στιγμή κατά την οποία δεν υπάρχει  θετικότης στη επιθυμία, η επιθυμία δηλαδή δεν κτίζει κάτι πέρα απ αυτή], το θεμέλιο λοιπόν της τυραννίας είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο οι επιθυμίες αποτελούν αυτοσκοπό. Ουαί και αλίμονο σε μια κοινωνία όπου αυτονομούνται οι επιθυμίες με τον αρνητισμό τους,  δεν έχει η ίδια διέξοδο, γιατί όπως είπαμε,  μια πόλις δεν έχει φυσική διέξοδο, έχει πολιτική διέξοδο, η πόλις είναι το εκτός φύσεως, επομένως δεν υπάρχουν άλλες διέξοδοι από τις πολιτικές διεξόδους και οι πολιτικές διέξοδοι δεν είναι ποτέ ξένες προς την χαλιναγώγηση του αρνητισμού της επιθυμίας, όχι του θετικού της στοιχείου που είναι πάντα συνδεδεμένο με πραγματώσεις περαιτέρω. Με θετικότητες ας πούμε….Τι είναι λοιπόν ο τυραννικός άνθρωπος; τυραννικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που θέλει για να θέλει, που η επιθυμία του είναι ανυπέρβατη, δεν εξελίσσεται σε θετικότητα η επιθυμία του, θέλει για να θέλει, αλλά όταν ένας άνθρωπος θέλει για να θέλει δεν φτάνουμε έτσι σε μία κατάσταση όπου ο άνθρωπος αυτός εκτελεί την εσωτερική του ζωή; η εσωτερική ζωή υπάρχει στο βαθμό που το θέλω πάει κάπου αλλού, η εσωτερική ζωή φιμώνεται πνίγεται στραγγαλίζεται, όταν ακριβώς το θέλω αποκτά μια αυτονομία η οποία δεν επιτρέπει άλλη έξοδο προς τα έξω, το θέλω για να θέλω απαγορεύει το απέξω. Δίνει τέλος λοιπόν στην εσωτερική ζωή, και μεταβάλλει την ορμή, την παρόρμηση το θέλω ας πούμε σε σκοπό. Σκοπός γίνεται η ίδια η παρόρμηση. Εδώ καταλαβαίνουμε καλά τι νόημα έχουν τα μυθιστορήματα τύπου Ντε Σαντ, γίνεται σκοπός η παρόρμηση. Εδώ καταλαβαίνουμε ας πούμε, τον Ευρωπαϊκό μαζοχισμό, γίνεται σκοπός η παρόρμηση. Όπου γίνεται σκοπός η παρόρμηση υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα, διαμορφώνεται δηλαδή ένα αποπνικτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να αυτοκτονήσει, να διαλυθεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Και κάτι ακόμη πιο σοβαρό και πιο εφιαλτικό ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτή η ενστικτώδης κίνηση να πραγματοποιήσω αυτό που λαχταράω, αυτό που μου αρέσει,  παίρνει τη θέση των αισθήσεων, αίσθηση γίνεται η παρόρμηση δηλαδή ο εφιάλτης γίνεται απόλυτος. Απαγορεύεται η σχέση με το εκτός, η παρόρμηση είναι όλος ο κόσμος. Άρα τίποτε δεν μπορεί να με σταματήσει, είτε αυτό λέγεται πια Άουσβιτς είτε Γκουλάγκ, για να το πούμε απλά.

  Το παρορμητικό στοιχείο όσο διαρκές να είναι δεν παύει να έχει μια προσωρινότητα, είναι το διαρκές παρόν μέσα στο οποίο η παρόρμηση ξετυλίγεται, αυτή η προσωρινότητα των επιθυμητικών μας εντάσεων, κάθε φορά θέλω είναι και μια ένταση, το κάθε φορά θέλω προκαλεί αγχώδη ανυπομονησία η οποία εξαγριώνει. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε για πιο λόγο η ανυπομονησία ξαφνικά μας εξαγριώνει, γιατί ακριβώς όταν ο χρόνος δεν μπορεί να βγει από το παρόν, όταν το μέλλον του παρόντος είναι το παρόν, μόνο η ανυπομονησία μπορεί να υπάρχει. Αλλά με τον  πιο άγριο τρόπο. Και ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει συναισθηματικά ένα τέτοιο φαινόμενο. Είναι αυτό το οποίο βοηθάει πάρα πολύ τη θηριωδία του ισχυροτέρου. Η θηριωδία του ισχυροτέρου έχει να κάνει με τέτοια πράγματα και είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που λέμε πολιτισμό. Ο πολιτισμός δηλαδή ο τρόπος ζωής μέσα και από την πόλη, αυτό το πράγμα εννοούμε πολιτισμό είναι λέει ο Πλάτων η ελευθερία η αλήθεια και η δικαιοσύνη. Η αλήθεια ελευθερώνει από τις ιδεοληψίες και τις ψευδαισθήσεις της μερικότητος η δικαιοσύνη αρμονίζει την ψυχή και ευγενίζει την  επιθυμία, γιατί; γιατί μέσα στη δικαιοσύνη οι άνθρωποι καλούνται να αρμονίσουν την  επιθυμίες τους. Να τις εναρμονίσουν με ένα τρόπο θετικό δηλαδή πως; πως μπορούμε τις επιθυμίες να τις ευγενίσουμε; όταν παραχωρούμε κοινωνία, όταν λειτουργούμε χωρώντας συγχωρητικά, η συγχώρηση είναι μια ευγένεια της επιθυμίας, ένας βαθύς ευγενισμός της επιθυμίας, πρέπει να το καταλάβει κανείς αυτό για να δει ακριβώς σε πιο βαθμό πια, είναι η εμβέλεια της Πλατωνικής συλλήψεως  για την οργάνωση της ζωής των ανθρώπων μέσα στην πόλη, και ακριβώς να συνειδητοποιήσει ότι τελικά σ αυτήν την αδιάκοπη αναμέτρηση με την αλήθεια βρίσκει το βάρος της υπάρξεώς του ο άνθρωπος. Στην αναμέτρηση με την αλήθεια εξανθρωπιζόμαστε, στην αναμέτρηση με την δικαιοσύνη εξανθρωπιζόμαστε, στο μεγάλο αίτημα ας πούμε της εσωτερικής αρμονίας και της αρμονίας της κοινωνίας, της συγχωρητικής εκεί που η επιθυμίες λογικά έχουν άλλο χαρακτήρα, από την ικανοποίηση ας πούμε των ίδιων των παρορμήσεων.

 Αναγνωρίζει στο κράτος, στην πολιτεία, τον συνεκτικό δεσμό και τον ισορροπιστικό παράγοντα της κοινωνίας, χωρίς κράτος η κοινωνία δεν ισορροπεί λέει ο Πλάτων, και σύνολη σχεδόν η πολιτική θεωρία, σχεδόν, ομοφωνεί υπ αυτήν την έννοια, εξ ου και στο τρίτο και τέταρτο βιβλίο, εκεί στα αρχικά, επιμένει τόσο πολύ στην οικειοπραγία, δηλαδή, το να είναι κανείς απόλυτος κάτοχος, απόλυτα βυθισμένος σ αυτό που ο  ίδιος ξέρει να κάνει. Μόνο όταν είμαστε βυθισμένοι απολύτως  σε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι. Μόνο όταν μας πονάει βαθιά το απολύτως ειδικό δικό μας, είμαστε σε θέση να απλώσουμε τη ματιά σ αυτό που αφορά τους άλλους. Δεν είναι δηλαδή μια μανιοκαταδιωκτική καταθλιπτική επιμονή του, στο, ο καθένας να κάνει τη δουλειά του. Είναι γιατί  μόνο το μεγάλο βάθος φέρνει μεγάλο πλάτος,  κυρίως στον Πλάτωνα αυτό ισχύει για τους βασιλείς φιλοσόφους και λιγότερο για τους άλλους, αλλά εμείς μπορούμε να το κρατήσουμε αυτό γιατί μας ενδιαφέρει δίνοντας του διαστάσεις, τις οποίες επιτρέπει η σημερινή κοινωνία που είναι κοινωνία πολιτών, πολύ ευρύτερη πολύ διαφορετική από τις κοινωνίες των δούλων της εποχής εκείνης, οι οποίες όμως δεν έπαυαν να είναι κοινωνίες πολιτικές με τον προβληματικό ας πούμε τρόπο.

  Η Πλατωνική Πολιτεία όπως είπαμε, είναι μια μετριοπαθής αξιοκρατική Δημοκρατία. Ποια είναι η ταυτότητας της δημοκρατίας; Η ταυτότης της δημοκρατίας είναι η ισότης των πολιτών. Δεν έχει άλλη ταυτότητα η δημοκρατία. Τον καιρό εκείνο είμαστε σε μια κοινωνία με δούλους,  με συνθήκες οι οποίες είναι άκρως διαφορετικές από αυτό που θα φανταζόμασταν, αλλά για τους ελευθέρους του καιρού εκείνου τους οποίους μπορούμε να λάβουμε εμείς υπ όψιν μας, η Δημοκρατία ήταν, είναι και θα είναι, ένα πράγμα με μία ταυτότητα, την  ισότητα των πολιτών. Ισότητα των πολιτών ασχέτως κοινωνικής οικονομικής η άλλης καταστάσεως, και ασχέτως φυσικών χαρισμάτων, διότι η ισότης των πολιτών δεν αφανίζει τις φυσικές διαφορές, δεν κάνει έναν κοντό ψηλό, δεν κάνει έναν  ας πούμε ο οποίος έχει ταλέντο στα μαθηματικά, ξαφνικά να μπορεί να κάνει άρση βαρών. Η πραγματική ισότης των πολιτών  διαφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού με προοπτική καλλιέργειας τις φυσικές τους ανισότητες. Υπ αυτή την έννοια δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική δημοκρατία που να μην είναι αριστοκρατική, να μην είναι αξιοκρατική. Αν υπάρξει τέτοιο πράγμα, η κρίση είναι επί θύραις,  και βεβαίως  ξέρουμε πολύ καλά ότι όποτε και στη δική μας ιστορία τα πράγματα για λόγους γενικής ισότητος έρεπαν στο ευτελές και στο χαμηλό, η καταστροφή ήταν φοβερή και την βιώνουμε σήμερα.

  Χωρίς ισορροπία για τον Πλάτωνα, η ισότης καταντά προβληματική,  κι όχι μόνο για τον Πλάτωνα, για κάθε κοινωνία  για σήμερα χωρίς κοινωνική ισορροπία. Τι είδους ισότητα μπορούμε να έχουμε αν τα πράγματα παίζονται στο γρονθοκόπημα το καθημερινό; Δεν μπορούμε να πάμε πουθενά, το πολιτικό οικοδόμημα κλονίζεται.  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φυσική τάξη βασίζεται στη ριζική ανισότητα. Το μεγάλο ψάρι που τρώει το μικρό. Αυτή είναι η ριζική ανισότητα που συνεπάγεται και τη μεγάλη αέναη σφαγή στο κόσμο, στο περιβάλλον της φύσεως. Στη δημοκρατική πολιτεία τη νεώτερη, η δημοκρατική πολιτεία, η ισότης έχει ορισμένα προαπαιτούμενα όπως τα μνημόνια, πια είναι τα προαπαιτούμενα της ισότητος; Ψυχές με όρια, έμμετρες ψυχές. Αυτό είναι το πρώτο προαπαιτούμενο, μέτρο. Που μέτρο; μέτρο στις επιθυμίες. Το πράγμα αρχίζει και γίνεται προβληματικό όταν η αμετρία μπει μέσα στην επιθυμία οπότε κυριεύεται. Η επιθυμία αποκτά μέτρο στο βαθμό που έχει σκοπό, γίνεται άμετρη όταν έχει σκοπό τον εαυτό της, και υπάρχει μεγάλο πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση… όσο ανυψώνεται το κύρος της αλήθειας και της δικαιοσύνης, τόσο υποβιβάζεται ο ρόλος της εξουσιαστικής δυνάμεως. Ο ρόλος της εξουσιαστικής δυνάμεως στις συνειδήσεις των πολιτών , πόσο μετράει λιγότερο μέσα μου, αυτό το πράγμα, χωρίς  η απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή εξουσία να πάψει να υπάρχει, και βεβαίως να πάψει να υπάρχει ως κράτος, που υπόκειται στους θεσμούς και στους νόμους. Η εξουσία χάνει την κακή της εκδοχή από τη στιγμή που υπόκειται στους θεσμούς και τους νόμους. Σ αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή υπόκειται στους νόμους της εξουσίας, οι αντιδράσεις των πολιτών είναι γόνιμες, τα συλλαλητήρια είναι γόνιμα, είναι θετικά είναι εποικοδομητικά, αντιθέτως όταν η αντιπολίτευση γίνεται για την αντιπολίτευση, η αντίδραση τους οι πιέσεις των πολιτών προς την εξουσία  γίνεται προβληματική, αποκτά έναν αρνητικό ας πούμε χαρακτήρα ο οποίος αρνητικός χαρακτήρας δεν έγκειται στο μάταιο των κακών πράξεων, το αρνητικό να αντιπολιτεύομαι για να αντιπολιτεύομαι, έγκειται στο γεγονός ότι συσσωρεύονται τεράστιες μάζες αδρανείας μες στην κοινωνία. Η άσκοπη αντιπολίτευση είναι συγκέντρωση όγκου αδρανειών τρομακτική, η οποία ακριβώς φέρνει σε αποπνικτική ασφυκτική κατάσταση μία κοινωνία, με ποιό τρόπο; διότι πολλαπλασιάζει τη  ερήμωσή της. Πότε ερημώνεται μία κοινωνία; όταν οι όγκοι αδρανείας κυριαρχούν, διαλύουν, τους συσχετισμούς των δυνάμεων δράσεως. Γιατί διαλύεται μια κοινωνία ας πούμε σαν τη δική μας; γιατί οι αδράνειες είναι τέτοιες ώστε δεν μπορεί να γίνει τίποτα…Τι είναι οι εντροπίες, συγκεντρώσεις τεράστιες αδρανειών, και εκρήξεις μετά οι οποίες ακολουθούν, διαλυτικές. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι οι συντελεστές αδράνειας είναι μεγάλο πρόβλημα, και είναι ακριβώς  προϊόν, του όχι για το όχι, ενώ δεν υπάρχει αδράνεια, στο όχι για το ναι… Με δεδομένα αυτά, γεννιούνται αυθόρμητα και ορισμένα ερωτηματικά, γιατί είδους ανθρωπιστικό πολιτικό πολιτισμό μπορούμε να μιλάμε, εάν σε μια ιστορική φάση σαν αυτή την οποία διερχόμαστε τώρα, αναδειχθεί κυρίαρχο πολιτικό πρόταγμα, η αρνητικότητα της επιθυμίας; σε τι είδους ανθρωπιστικό πολιτικό πολιτισμό μπορούμε να ελπίζουμε; δεν θα αναγνωριστεί πιθανότατα η πολιτική ανομία σαν θεμιτό μέσο πολιτικής αντιπαραθέσεως;  δεν θα εδραιωθεί η προοπτική μιας εξουσίας, η οποία γαλουχημένη στην ανομία, θα βρίσκει πολύ δύσκολα λόγους να αντισταθεί στους πειρασμούς του μονοπωλίου  της;


                            ////////////////////////////////////////////////////////////


Ο Μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα, οι ομοιότητές του με το Matrix και η σύγχρονη ερμηνεία του


 Ο Μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα, οι ομοιότητές του με το Matrix και η σύγρονη ερμηνεία του
Ο Μύθος με τη σπηλιά στην Πολιτεία του Πλάτωνα


Η Πολιτεία περιλαμβάνει την Αλληγορία του σπηλαίου, με την οποία ο Πλάτων εξηγεί τη Θεωρία των Ιδεών του.

Η σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, λόγω απαιδευσίας, μπορεί να αναπαρασταθεί άψογα από τον περίφημο μύθο του σπηλαίου που διηγείται ο Πλάτωνας, στην αρχή του έβδομου βιβλίου της Πολιτείας του.

Ο άνθρωπος ζει σε μια ψευδαίσθηση

Σύμφωνα με τον αλληγορικό μύθο οι άνθρωποι ζούμε σαν φυλακισμένοι μέσα στις παραισθήσεις και τις αυταπάτες μας και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια γιατί μας εμποδίζουν τα δεσμά των αισθήσεων αλλά και τα δεσμά των εξουσιαστών, που χειραγωγούν τις αισθήσεις μας ώστε να αντιλαμβανόμαστε μόνο την πραγματικότητα όπως την καθορίζουν εκείνοι.

Κάποια στιγμή μερικοί δεσμώτες απαλλάσσονται επιτέλους από την επιρροή των δογμάτων, χάρη στην παιδεία και τον ορθό λόγο και επιτέλους με καθαρή σκέψη μπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια βασιζόμενοι σε αποδείξεις.

Ο μύθος του σπηλαίου

Ο μύθος αυτός διηγείται πως σε ένα σπήλαιο, κάτω από τη γη, βρίσκονται μερικοί άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο. Δεν μπορούν να κοιτάξουν ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Πίσω τους ωστόσο είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οτιδήποτε εκδηλώνεται πίσω από την πλάτη τους αναπαριστάνεται ως σκιά στον απέναντι τους τοίχο. Επειδή οι άνθρωποι αυτοί σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οι σκιές των πραγμάτων, έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές που βλέπουν πάνω στον τοίχο είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένους ανθρώπους του σπηλαίου κατορθώσει να ελευθερωθεί, να βγει από τη σπηλιά και να ανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θα καταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν μέσα στη σπηλιά. Θα αντιληφθεί τότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο, ακόμη ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις.

Η ερμηνεία του μύθου από τον μεγάλο μας φιλόσοφο


 


Κατά τον Πλάτωνα, ο απελεύθερος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος βλέπει τα ίδια τα όντα, τις ιδέες, και όχι τα είδωλά τους. Οι αλυσοδεμένοι σύντροφοι του είναι οι κοινοί άνθρωποι που, έχοντας εθισθεί στις απατηλές παραστάσεις των αισθητών πραγμάτων, ζουν, χωρίς να το ξέρουν, μέσα στο ψέμα. Πάντοτε βέβαια, για τον Πλάτωνα, υπάρχει η δυνατότητα απεμπλοκής των αλυσοδεμένων ανθρώπων από τις πλάνες τους. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζεται να αποδεσμευτούν από τις αλυσίδες τους. Αυτές συμβολίζουν τις αισθήσεις τους, που τους υποχρεώνουν να παρατηρούν μόνο τα απατηλά είδωλα των ιδεών, των αληθινών όντων. Αντί για τις αισθήσεις τους όμως θα πρέπει να εμπιστευτούν το νου τους.

Ο ρόλος του Μύθου και η θέση του Φιλόσοφου στην Πολιτεία του Πλάτωνα

 Ο ρόλος του Μύθου και η θέση του Φιλόσοφου στην Πολιτεία του Πλάτωνα

Ο φιλόσοφος - ηγέτης

Η αλληγορία του σπηλαίου είναι μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της θέσης του φιλόσοφου ως βασιλιά στην Ιδεώδη Πολιτεία. Οι φυλακισμένοι αρχίζουν να αποδίδουν τα μη πραγματικά σχήματα των σκιών με όρους και έννοιες, ενώ πιστεύουν ότι οι σκιές αυτές είναι η πραγματικότητα.

Το ότι οι φυλακισμένοι, ωστόσο, μπορούν να δουν μόνο τις σκιές αυτές, δε σημαίνει ότι ο υπαρκτός κόσμος περιορίζεται μόνο μες στο σπήλαιο. Αν κάποιοι καταφέρουν να λυθούν από τις αλυσίδες και βγουν από το σπήλαιο, θα τυφλωθούν από τη λάμψη του Ήλιου και θα επιστρέψουν πίσω. Αν, ωστόσο, συνηθίσουν το φως, θα δουν καθαρά τον Ήλιο, που συμβολίζει το Αγαθό, και θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μες στο σπήλαιο ήταν απλά αντίγραφα των αληθινών. Ίσως σκεφτούν να επιστρέψουν πίσω, λυπούμενοι τους φυλακισμένους συντρόφους τους. Πίσω, όμως, στο σπήλαιο, δε θα μπορούν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, και, προσπαθώντας να διδάξουν στους υπόλοιπους την αλήθεια, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους.

Σωκράτης : « -Και αν κανείς ήθελεν να επιχειρήσει να τους λύσει από τα δεσμά τους και να τους ανεβάσει, δεν θα ήσαν ικανοί να τον σκοτώσουν αν ημπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους; Αφού θα θεωρούσαν ότι θέλει να τους κάνει κακό και να τους τυφλώσει ενώ αυτός θέλει να τους δείξει το μόνο αληθινό Φως.»

 Γλαύκων : «-Το δίχως άλλο!».

 Έχουμε πολλά θλιβερά ιστορικά παραδείγματα εν προκειμένω. Ο ίδιος ο Σωκράτης είχε τραγικό τέλος, επειδή εισήγαγε καινά δαιμόνια...

Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν, οι φιλόσοφοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω και να διδάξουν και τους υπόλοιπους.

Συχνά, ο Ήλιος, που συμβολίζει το Αγαθό, ωθεί στην ερμηνεία του Μύθου του Σπηλαίου από θρησκευτικής απόψεως: χωρίς Θεό, οι άνθρωποι ζουν μες το σκοτάδι.

Ο κόσμος μέσα στο σπήλαιο, για ολόκληρο το έργο της Πολιτείας, εκφράζει την εμμονή στα αισθητά πράγματα, όσων μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν με τις αισθήσεις τους, ενώ η άνοδος στον πραγματικό κόσμο και η όραση των αληθινών Ιδεών υπό το φως του Ήλιου οδηγούν στην κατά τον Πλάτωνα απόλυτη αλήθεια :

Την εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού.

Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.

Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία. Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον, ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της. Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό. Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος -ηγέτης που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα πρέπει να επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

Η ερμηνεία της αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα στη σύγχρονη εποχή




 


Οι άνθρωποι, από αρχαιότατες εποχές ως σήμερα, ζούμε φυλακισμένοι στα σώματά μας, μέσα στις παραισθήσεις, τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες μας που δημιουργούνται από τον εγωκεντρισμό, την επιθυμία για απόκτηση και εξουσία, τον ατομικισμό, την αδιαφορία για τους άλλους, την προσκόλληση μόνο στις σωματικές μας ανάγκες και σε αυτές που μας προστάζει η αυτοϊκανοποίηση του εαυτούλη μας και την άκριτη υπακοή σε αυτό που μας παρουσιάζουν ως πραγματικό και ως την μοναδική μας επιλογή για ζωή . Για να γνωρίσουμε την αλήθεια, πρέπει ν’ αποτινάξουμε τα δεσμά των αισθήσεων αλλά και τα δεσμά των ποικίλων εξουσιαστών, που αφήνουν ν’ αντιλαμβανόμαστε μόνο τα αντίγραφα και τις απατηλές σκιές της πραγματικότητας.

Έρχεται όμως κάποια στιγμή, που κάποιοι δεσμώτες, καταφέρνουν ν’ απαλλαγούν απ’ την επιρροή των αισθήσεων και των δογμάτων και να γνωρίσουν την αλήθεια, βασιζόμενοι στις αποδείξεις που τους παρέχει μόνο ο ορθός λόγος και η καθαρή σκέψη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι φιλόσοφοι και οι «πεπαιδευμένοι», οι μορφωμένοι, που η παιδεία τους δείχνει τον τρόπο πώς, ξεγλιστρώντας μέσα από τα ποικίλα δογματικά δίχτυα, να ξεφύγουν από τη μοίρα των δεσμωτών της σπηλιάς…

Άλλωστε ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός. Ωστόσο αυτό συμβαίνει και στη δική μας πραγματικότητα που δεδομένα και αληθινά θεωρούνται μόνο όσα μας δείχνουν τα ΜΜΕ, όσα μάθαμε στο σχολείο, όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας όχι όμως με τον νου μας, όσες επιθυμίες απορρέουν από τις σωματικές μας ανάγκες αλλά και τις ανάγκες επιβεβαίωσης του υπέρμετρου εγώ μας με αποτέλεσμα όλα αυτά να έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο στη ψευδαίσθηση πως είναι μόνος του και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει είναι εις βάρος των άλλων και της φύσης.

Οι ομοιότητες με την ταινία Matrix

 Οι ομοιότητες με την ταινία Matrix

Ο κόσμος του Μάτριξ (σπηλιά -ΜΗΤΡΑ - matrix)


Ο πυρήνας του μύθου του σπηλαίου ξαναπροτάθηκε, σε σύγχρονη εκδοχή, στην ταινία το Matrix (1999) των αδερφών Andy και Larry Wachowsky (Γουατσόφσκυ). Η ταινία, ως γνωστόν, περιγράφει ένα μέλλον στο οποίο ο κόσμος όπως τον ξέρουμε εμείς είναι ουσιαστικά το Matrix, μιαεικονική πραγματικότητα που δημιουργήθηκε και συντηρείται από νοήμονες μηχανές προκειμένου να κατευνάσει, υποτάξει και εκμεταλλευτεί τον ανίδεο ανθρώπινο πληθυσμό ως πηγή ενέργειας (παραγωγής και κατανάλωσης, θα λέγαμε).

Όπως στο μύθο του σπηλαίου, ο κόσμος του Μάτριξ (σπηλιά -ΜΗΤΡΑ - matrix) , είναι ένας κόσμος παραισθήσεων. Οι άνθρωποι ζουν και κινούνται σε αυτόν, χωρίς να υποψιάζονται την πραγματική «ψεύτικη» κατάστασή του. Η ταινία αναφέρεται δήθεν στο μέλλον, για ευνόητους λόγους, ενώ περιγράφει γλαφυρά τη σύγχρονη κατάσταση της ανθρωπότητας. Στην πρώτη ταινία της σειράς, ο ήρωας ο Neo, διαλέγει το κόκκινο χάπι που του επιτρέπει να προχωρήσει στην αφύπνιση. Ο Σκοτεινός, όπως τον αποκαλούσαν, Ηράκλειτος δηλώνει χαρακτηριστικά :

« ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΞΥΠΝΗΤΟΥΣ. ΟΙ ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟ».


Όμως δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ξεφύγουν από το Μάτριξ!.. Δεν είναι όλοι έτοιμοι να αντικρούσουν την φοβερή πραγματικότητα. Θέλουν σαν το Σάιφερ να ζουν στον ψεύτικο κόσμο. Όταν τους δίνουν «το κόκκινο και το μπλε χάπι», δεν επιλέγουν οι περισσότεροι το κόκκινο που θα τους οδηγήσει στο «ξύπνημα». Προτιμούν να μένουν στο όνειρο, παρά να αντιληφθούν το μέγεθος του εφιάλτη στον οποίο είναι έτσι κι αλλιώς μπλεγμένοι.

Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κανένα να ξυπνήσει με το ζόρι. Αυτό όμως που έχουμε υποχρέωση είναι να καταστήσουμε εμφανή και προσβάσιμη την έξοδο από το τούνελ γι' αυτούς, που έχουν κουραστεί να ζουν στο όνειρο-εφιάλτη και η ψυχή τους είναι έτοιμη να ανθίσει στη συνειδητότητα. Δεν είναι χρήσιμο να περιμένουμε την έλευση του Νέου (Νήο=New) εκλεκτού για να μας σώσει από τη μηχανικότητα, γιατί μόνο ο καθένας μπορεί, με τη δική του προσπάθεια και τη σχετική εξωτερική βοήθεια, να γίνει o σωτήρας του εαυτού του. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο ζοφερά. Αυτή είναι η μία πλευρά της Σελήνης, η σκοτεινή. Υπάρχει όμως και η άλλη που μας κάνει να είμαστε, υπό όρους, αισιόδοξοι....Είναι η πλευρά που υπάρχει στην έξοδο του σπηλαίου....

Όλη η συζήτηση του Σωκράτη και του Γλαύκωνα για τον Μύθο με τη σπηλιά


 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ-ΓΛΑΥΚΩΝ


Παρακάτω σας παραθέτουμε ολόκληρο τον διάλογο που είχε ο Σωκράτης και ο Γλαύκων όπου γίνεται η αφήγηση της αλληγορικής ιστορίας με το σπήλαιο του Πλάτωνα και υπάρχει στηνΠολιτεία του Πλάτωνα από 514α μέχρι 521β :



Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (ΣΩΚΡΑΤΗΣ-ΓΛΑΥΚΩΝ) :

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Λοιπόν, είπα, ύστερ’ απ’ αυτά, παρομοίασε με μια εικόνα σαν κι αυτή την ανθρώπινη φύση αναφορικά με την παιδεία και την απαιδευσία. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σε υπόγειο οίκημα με μορφή σπηλιάς, που έχει την είσοδό του ανοιχτή προς το φως της μέρας, που το μάκρος της πιάνει πέρα πέρα όλη τη πρόσοψη της σπηλιάς και να βρίσκονται εκεί από την παιδική τους ηλικία αλυσοδεμένοι και στα σκέλη και στον αυχένα, ώστε να μένουν με το σώμα τους ακίνητο, έτσι που να μην βλέπουν παρά μόνο ό,τι είναι μπροστά τους, ενώ δεν έχουν την δυνατότητα, εξαιτίας της αλυσίδας, να περιφέρουν ολόγυρα το κεφάλι τους. Και πίσω τους, σε αρκετή απόσταση, σ’ επίπεδο ψηλότερο απ’ αυτούς ν’ ανάβει φως από φωτιά• και στο ενδιάμεσο, ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες, δρόμος ανηφορικός και παράλληλα μ’ αυτόν να’ ναι χτισμένος μαντρότοιχος, να, σαν τα χαμηλά διαφράγματα που τοποθετούν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές, πάνω απ’ τα οποία δείχνουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

ΓΛΑΥΚΩΝ Βλέπω.

ΣΩ. Βλέπε λοιπόν ανθρώπους να κουβαλούν, παράλληλα με αυτόν τον μαντρότοιχο, σκεύη κάθε λογής, υψωμένα πάνω απ’ τον μαντρότοιχο, και ανδριάντες και άλλα ομοιώματα ανθρώπων και ζώων, λίθινα και ξύλινα, φιλοτεχνημένα με κάθε τρόπο• κι όπως θα περίμενε κανείς, άλλους απ’ τους διερχόμενους αχθοφόρους να μιλούν, άλλους να σιωπούν.

ΓΛ. Παράξενη εικόνα περιγράφεις, είπε, και παράξενους δεσμώτες.

ΣΩ. Ολόιδιους με μας, αποκρίθηκα• γιατί πιστεύεις ότι άνθρωποι σε τέτοια κατάσταση πρώτα πρώτα θα έχουν δει τίποτ’ άλλο εκτός απ’ τις σκιές του εαυτού τους και των συνδεσμωτών τους, που τις σχηματίζει η λάμψη της φωτιάς στον απέναντι απ’ αυτούς τοίχο της σπηλιάς;

ΓΛ. Μα γίνεται να δουν τίποτ’ άλλο, είπε, εφόσον είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους;

ΣΩ. Και τι θα ‘χουν δει απ’ εκείνους τους διερχόμενους αχθοφόρους; τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ τις σκιές τους;

ΓΛ. Μόνο αυτές, βέβαια.

ΣΩ. Λοιπόν, αν είχαν τη δυνατότητα να κουβεντιάζουν μεταξύ τους, δεν έχεις τη γνώμη ότι θα νόμιζαν πως οι σκιές που βλέπουν είναι πραγματικά αντικείμενα;

ΓΛ. Οπωσδήποτε.

ΣΩ. Και τι νομίζεις, αν απ’ τα βάθη του δεσμωτηρίου η ηχώ αναμετέδιδε τις φωνές, κάθε φορά που κάποιος απ’ τους διερχόμενους θα μιλούσε, πιστεύεις ότι θα φαντάζονταν ότι κάτι άλλο βγάζει φωνή και όχι οι σκιές των διερχόμενων;

ΓΛ. Μα τον Δία, όσο για μένα, τίποτ’ άλλο.

ΣΩ. Λοιπόν, είπα, άνθρωποι σε αυτή την κατάσταση θα πίστευαν ως πραγματικό μόνο τις σκιές των αντικειμένων που εμφανίζονται και τίποτ’ άλλο;

ΓΛ. Σίγουρα, μόνο τις σκιές.

ΣΩ. Σκέψου λοιπόν, είπα, τι λογής θα μπορούσε να είναι η απολύτρωση και η γιατρειά τους απ’ τα δεσμά και την άγνοιά τους, αν με φυσική ακολουθία συνέβαιναν πράματα σαν και τούτα: κάθε φορά που κάποιος θα λυνόταν απ’ τα δεσμά του και θα ‘νιωθε ξαφνικά την ανάγκη να σηκωθεί όρθιος και να περιστρέφειτον αυχένα του και
να βαδίζει και να υψώνει το βλέμμα του προς το φως, και κάνοντας αυτές τις κινήσεις θα ‘νιωθε πόνο και, θαμπωμένος απ’ τον φως, θ’ αδυνατούσε να αντικρίζει εκείνα που προηγουμένως έβλεπε τις σκιές τους• λοιπόν, τι κατά τη γνώμη σου θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε ότι εκείνα που έβλεπε τότε ήταν ανοησίες, τώρα όμως βλέπει κάτι που βρίσκεται κάπως πιο κοντά στην αλήθεια και το βλέμμα του έχει στραφεί σε πράγματα πιο αληθινά – βλέπει λοιπόν πιο σωστά; Και βέβαια, αν δείχνοντάς του ξεχωριστά, ένα προς ένα, αυτά που περνούν μπροστά του, τον ανάγκαζε να απαντήσει στις ερωτήσεις του, τι να ‘ναι αυτά, τι θ’ αποκρινόταν; δεν πιστεύεις ότι θα τα ‘χε χαμένα και θα θεωρούσε ότι βρίσκονται πιο κοντά στην αλήθεια τα όσα έβλεπε τότε απ’ αυτά που του δείχνουν τώρα;

ΓΛ. Θ’ αποκρινόταν, είπε, ότι ναι, εκείνα βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια.

ΣΩ. Λοιπόν, κι αν τον υποχρέωνε να στρέψει το βλέμμα του προς το ίδιο το φως,
δε θα ‘νιωθε πονόματο και δε θα προσπαθούσε να τα’ αποφύγει, στρέφοντας το βλέμμα του προς εκείνο που χωρίς δυσκολίες αντικρίζει και δε θα νόμιζε ότι τωόντι είναι πιο ξεκάθαρα απ’ αυτά που του δείχνουν;

ΓΛ. Ναι, αυτό θα νόμιζε, είπε.

ΣΩ. Κι αν, είπα, κάποιος τον έσερνε βίαια απ’ τη σπηλιά μέσ’ απ’ την τραχιά και απότομη ανάβαση, και δεν τον άφηνε πριν τον σύρει έξω, στο φως του ήλιου, άραγε δε θα ‘ταν μαρτύριο γι’ αυτόν και δε θ΄ αγαναχτούσε που τον σέρνουν μ’ αυτό τον τρόπο; και, όταν θα ‘φτανε στο φως, έχοντας τα μάτια πλημμυρισμένα απ’ τη λάμψη του ήλιου, θα μπορούσε να βλέπει τίποτε, έστω κι ένα, απ’ αυτά που τώρα λέγονται αληθινά;

ΓΛ. Αποκλείεται έτσι ξαφνικά.

ΣΩ. Αν όμως είχε σκοπό να δει όσα βρίσκονται εκεί ψηλά, θα έπρεπε να εξοικειωθεί• έτσι, θα ‘βλεπε στην αρχή πιο εύκολα τις σκιές, κι ύστερ’ απ’ αυτές τα είδωλα και τωνανθρώπων και των αντικειμένων, όπως αντικατοπτρίζονται μες στο νερό, κι ύστερα τα’ αντικείμενα αυτά καθαυτά• κατόπι θα ύψωνε τη ματιά
του και θ’ αντίκριζε ευκολότερα, τη νύχτα, τα όσα βρίσκονται στον ουρανό και το ίδιο το στερέωμα τ’ ουρανού, αντικρίζοντας το φως των άστρων και της σελήνης ευκολότερα απ’ ό,τι τη μέρα τον ήλιο και το φως του ήλιου.

ΓΛ. Οπωσδήποτε.

ΣΩ. Και τέλος- τέλος, πιστεύω, τον ήλιο, όχι μες στα νερά ούτε το είδωλό του, όπως αντανακλάται από άλλη θέση, αλλά θα μπορούσε να τον αντικρίσει αυτόν καθαυτόν στη φυσική του θέση, και να παρατηρήσει πως είναι.

ΓΛ. Αυτό επιβάλλει η ανάγκη, είπε.

ΣΩ. Και κατόπι θα κατέληγε πια στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τα έτη και που εποπτεύει όλα όσα βρίσκονται στο πεδίο της όρασής μας. Και κατά κάποιο τρόπο είναι αίτιος για όλα όσα εκείνοι έβλεπαν στη σπηλιά.

ΓΛ. Είναι φανερό ότι σ’ αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε ύστερ’ απ’ τα παραπάνω.

ΣΩ. Τί λοιπόν; δεν πιστεύεις ότι αυτός, ανακαλώντας στη μνήμη του την πρώτη κατοικία του και τη γνώση, που είχαν εκεί αυτός και οι συγκρατούμενοί του εκείνο
τον καιρό, θα μακάριζε τον εαυτό του για την αλλαγή και θα ‘νιωθε οίκτο για τους άλλους;

ΓΛ. Και με το παραπάνω.

ΣΩ. Και νομίζεις ότι, για τις τιμητικές διακρίσεις και για τους επαίνους που απένειμαν αναμεταξύ τους οι δεσμώτες και για τις αμοιβές εκείνου που διέκρινε με μοναδική οξυδέρκεια τις σκιές των όσων περνούσαν μπροστά τους και συγκρατούσε καλύτερα την κανονικότητα με την οποία οι σκιές εμφανίζονταν πρώτες ή τελευταίες ή σύγχρονα με τις άλλες, ώστε αξιοποιώντας αυτή την ικανότητά του να βρισκόνταν σε προνομιακότερη θέση να κάνει προβλέψεις, ποια σκιά θα παρουσιαζόταν σε μια ορισμένη στιγμή – τι λες; Θα ένιωθε λαχτάρα γι’ αυτά και θα ζήλευε τους συνδεσμώτες του που έπαιρναν τιμές κι είχαν επιρροή ανάμεσά τους ή θα βρίσκονταν στην κατάσταση που λέει ο Όμηρος ότι βρέθηκε ο Αχιλλέας και θα επιθυμούσε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του: Κάλλιο στη γης να ξενοδούλευα ξωμάχος, ρογιασμένος σ’ αφέντη που ‘χασε τον κλήρο του κι είναι το βιός του λίγο και να ξεπέσει σ’ οποιονδήποτε άλλη κατάσταση, παρά να πιστεύει εκείνα και να ζει μια τέτοια ζωή.


ΓΛ. Κι εγώ αυτό πιστεύω, θα προτιμούσε να ξεπέσει σ’ οποιαδήποτε κατάσταση παρά να ζει μ’ εκείνο τον τρόπο.

ΣΩ. Και κάνε και την εξής υπόθεση, του είπα. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος κατέβαινε ξανά εκεί κάτω και έπαιρνε την προηγούμενη θέση του, άραγε δε θα τύλιγε τα μάτια του πυκνό σκοτάδι, έτσι που ξαφνικά γύρισε απ’ τον ήλιο;

ΓΛ. Σίγουρα.

ΣΩ. Κι αν υποχρεωθεί λοιπόν αυτός ο άνθρωπος να λέει τη γνώμη του για κείνες τις σκιές που διαβαίνουν και να διαγωνιστεί μ’ εκείνους που δεν έπαυσαν ποτέ να είναι δεσμώτες, όσο τον ταλανίζει το πρόβλημα που θα έχει στα μάτια του, πριν αυτά εξοικειωθούν (κι ο χρόνος αυτής της εξοικείωσης δε θα είναι και τόσο λίγος), δε θα προξενούσε λοιπόν τα γέλια και δε θα ΄λεγαν γι’ αυτόν ότι, με το ν’ ανέβει εκεί πάνω να ‘τον που γύρισε με χαλασμένα τα μάτια, κι ότι δεν αξίζει καν τον κόπο να επιχειρήσει κανείς την ανάβαση εκεί ψηλά και, αν με κάποιο τρόπο μπορούσαν να βάλουν στο χέρι τους και να σκοτώσουν όποιον θα επιχειρούσε να
τους λύσει απ’ τα δεσμά τους και να τους οδηγήσει επάνω, στο φως, δε θα ήταν ικανοί να τον σκοτώσουν.

ΓΛ. Χωρίς άλλο.

ΣΩ. Λοιπόν αγαπητέ μου Γλάυκων, αυτή την αλληγορική εικόνα πρέπει να τη συσχετίσουμε μ’ αυτά που λέγαμε πρωτύτερα: το οίκημα του δεσμωτηρίου είναι αυτός ο κόσμος, που αντικρίζουμε με την όρασή μας το φως της φωτιάς που φωτίζει τη σπηλιά είναι η ενέργεια του ήλιου κι αν παραβάλουμε την ανάβαση εκεί ψηλά και τη θέση των όσων βρίσκονται εκεί με την άνοδο της ψυχής στο νοητό τόπο, θα ‘χεις εύστοχα κατανοήσει ποιες είναι οι προσδοκίες μου …Τώρα δική μας υπόθεση είναι, είπα, των ιδρυτών της πολιτείας, τους χαρισματικούς πολίτες να τους οδηγήσουμε αναγκαστικά στο μάθημα, που προηγουμένως είπαμε ότι είναι το μέγιστο, και ν’ αντικρίσουν το αγαθόν και να επιχειρήσουν εκείνη την ανάβαση, κι όταν τέλος ανεβούν, να μην τους επιτρέπεται αυτό που τους επιτρέπεται τώρα.

ΓΛ. Τι ακριβώς;

ΣΩ. Το να μένουν συνεχώς εκεί πάνω και να μη θέλουν να κατέβουν και να γυρίσουν σ ‘ εκείνο το σπήλαιο των δεσμωτών και να μοιράζονται μ’ εκείνους τους μόχθους και τις τιμητικές διακρίσεις τους, είτε αυτές είναι κατώτερες είτε σημαντικότερες.

ΓΛ. Αν καταλαβαίνω καλά, είπε, θα τους αδικήσουμε και θα τους υποχρεώσουμε να ζουν χειρότερα, την ώρα που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζουν καλύτερα.

ΣΩ. Φίλε μου, ξέχασες και πάλι ότι ο νόμος δε νοιάζεται γι’ αυτό, πώς μια κατηγορία πολιτών θα απολαμβάνει εξαιρετική ευτυχία, αλλά κινεί τους μηχανισμούς ώστε το αγαθό αυτό να τα’ απολαύσει όλη η πόλη, οδηγώντας τους πολίτες με πειθώ και με εξαναγκασμό σε σύμπνοια υποχρεώνοντάς τους να μεταδίδουν ο ένας στον άλλο την ωφέλεια που ο καθένας τους θα είναι σε θέση να προσφέρει στα κοινά. Κι ο ίδιος νόμος επιδιώκει ν’ αναδείξει τέτοιους άνδρες στην πόλη, όχι για να τους δώσει το ελεύθερο να στραφεί ο καθένας τους όπου θέλει, αλλά για να τους αξιοποιήσει στο έπακρο για να δεθεί η πόλη με δεσμούς φιλίας.

                  ======================================


Πολιτεία του Πλάτωνα


 
Έκδοση της Πολιτείας του Πλάτωνα, 1713

Η Πολιτεία (ή Περί δικαίου) είναι ένα από τα γνωστότερα έργα του Πλάτωνα, το οποίο γράφτηκε περίπου το 380 π.Χ. ή ολοκληρώθηκε γύρω στα 374 π.Χ. κι έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή τόσο στη φιλοσοφία, όσο και στην πολιτική θεωρητική.

Στην Πολιτεία, ο Σωκράτης και άλλοι εξέχοντες Αθηναίοι και ξένοι συζητούν τη σημασία της δικαιοσύνης και εξετάζουν κατά πόσο είναι πιο ευτυχισμένος ένας δίκαιος άνθρωπος από έναν άδικο, κατασκευάζοντας μια φανταστική πολιτεία, την Καλλίπολη, με φιλόσοφους-βασιλείς.
Επίσης, συζητείται η φύση του φιλόσοφου, ή "Περί Ιδεών" θεωρία του Πλάτωνα, η διαμάχη ανάμεσα στη φιλοσοφία και την ποίηση και η αθανασία της ψυχής.

Τίτλος του έργου

Η αρχική αρχαιοελληνική ονομασία Πολιτεία σημαίνει επακριβώς το δόγμα και τον χαρακτήρα μιας πολιτικής κοινωνίας, δηλαδή το πολίτευμά της. Στα λατινικά ονομάστηκε Res Publica και οι λέξεις σημαίνουν καθεστώς διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων. Η λατινική ορολογία ταυτιζόταν με τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, αν και δεν πρόκειται καθαρά για ένα έργο σχετικά με τη δημοκρατία, όπως γίνεται αντιληπτή στο σύγχρονο πλαίσιο του όρου.

Σκηνικό και συμμετέχοντες



Πρόσωπα



Σωκράτης



Κέφαλος, μέτοικος κατασκευαστής όπλων - πατέρας του ρήτορα Λυσία



Θρασύμαχος, σοφιστής από τη Χαλκηδόνα



Γλαύκων, γιος του Αρίστωνα, μεγαλύτερος αδερφός του Πλάτωνα



Αδείμαντος, γιος του Αρίστωνα, μεγαλύτερος αδερφός του Πλάτωνα



Πολέμαρχος, γιος του Κεφάλου



Κλειτοφών, γιος του Αριστωνύμου



Χαρμαντίδης, από την Παιανία (βουβό πρόσωπο)



Λυσίας, γιος του Κέφαλου (βουβό πρόσωπο)



Ευθύδημος, γιος του Κέφαλου (βουβό πρόσωπο)



Νικήρατος, γιος του Νικία (βουβό πρόσωπο)

Το σκηνικό του διαλόγου τοποθετείται στην κατοικία του Πολέμαρχου στον Πειραιά. Ο δραματικός χρόνος είναι το 421 π.Χ.. Ο όλος διάλογος περιγράφεται από τον Σωκράτη, την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα.

Ο Σωκράτης και ο Γλαύκων είχαν πάει στον Πειραιά για να παρακολουθήσουν τα Βενδίδεια, γιορτή της θρακικής θεότητας Βένδιδος, που από πολλούς ταυτίζεται με την Άρτεμη. Στην επιστροφή προς την Αθήνα, πέρασαν από την κατοικία του Κεφάλου, όπου κι έγινε η συζήτηση ανάμεσα στους προαναφερομένους. Από το 2ο βιβλίο κι έπειτα, κύριοι ομιλητές είναι ο Σωκράτης και οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί του Πλάτωνα.

Δομή

Ολόκληρη η Πολιτεία χωρίζεται σε 10 βιβλία. Ο διαχωρισμός δεν προέρχεται από τον Πλάτωνα αλλά από τους μεταγενέστερους εκδότες και μελετητές.

Ο Μπέρτραντ Ράσελ χωρίζει σε τρία τμήματα την Πολιτεία του Πλάτωνα:

Βιβλία 1-5:

περιγραφή της Ιδεώδους Πολιτείας, ξεκινώντας από την προσπάθεια ορισμού της δικαιοσύνης

Βιβλία 6-7:

 οι φιλόσοφοι κρίνονται ως οι ιδανικοί άρχοντες της Πολιτείας, δίνεται ορισμός του φιλοσόφου

Βιβλία 8-10:

 μορφές διακυβέρνησης, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Παρακάτω παρατίθεται μια επιγραμματική περιγραφή των περιεχομένων κάθε βιβλίου:

Εισαγωγή. Συγκέντρωση στον Κέφαλο. Δικαιοσύνη και αδικία.

Ανάπτυξη της Ιδεώδους Πολιτείας. Αρχές κοινωνικής οργάνωσης και ανάγκη προστασίας. Φύλακες.
Εκπαίδευση των φυλάκων.
Δημιουργοί, φύλακες-επίκουροι, φύλακες-άρχοντες.

Αρμονία πόλης και ψυχής. Τα 3 μέρη της ψυχής.

Οικογένεια και κοινοκτημοσύνη.

Φιλόσοφοι-βασιλείς. Ορισμός του φιλοσόφου. Η Γραμμή. Η αλληγορία του σπηλαίου.
Ανώτατη εκπαίδευση.

Αποτυχημένα πολιτεύματα.

Διαμάχη μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης. Αποκλεισμός της μιμητικής τέχνης από την Πολιτεία.

Αθανασία της ψυχής.

Θεματολογία

Ορισμός της δικαιοσύνης και αναλογία Πολιτείας-Ψυχής

Στην αρχή του διαλόγου οι ομιλητές διαφωνούν για το πώς ορίζεται η δικαιοσύνη, καθώς ο γηραιός Κέφαλος την ορίζει ως τιμιότητα στις συναλλαγές και συνέπεια στην απόδοση των χρεών, ενώ ο γιος του, Πολέμαρχος, θεωρεί δικαιοσύνη την απόδοση του καλού στους φίλους και του κακού στους εχθρούς. Ο Θρασύμαχος κρίνει ότι υφίσταται και το δίκαιο του ισχυρότερου και ο Γλαύκων, φέρνοντας ως παράδειγμα το μύθο για το δαχτυλίδι του Γύγη, υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη αποτελεί απλά μια κοινωνική σύμβαση, καθώς και ο δίκαιος και ο άδικος άνθρωπος θα έκαναν την αδικία, αν ήξεραν πως δεν θα τιμωρηθούν, βγάζοντας συμπέρασμα πως είναι προτιμότερο να ζει κανείς «μέσα» στην αδικία.

Ο Σωκράτης εν μέρει συμφωνεί με όλους, ωστόσο δεν δέχεται καμιά από τις προτάσεις ως πλήρως ολοκληρωμένη για να λειτουργήσει ως "ορισμός της δικαιοσύνης". Έτσι, προκειμένου να εξετάσουν το πώς η δικαιοσύνη μπορεί να εφαρμοστεί για τον καθένα και ταυτόχρονα για όλους, ερευνούν το πώς η έννοια της δικαιοσύνης εφαρμόζεται σε ολόκληρη την πόλη.

Η ιδεώδης πολιτεία χαρακτηρίζεται από τέσσερις αρετές: σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη και δικαιοσύνη: ο κάθε ένας στην κοινωνία κάνει αυτό που χρειάζεται, ανάλογα με τον ρόλο του μέσα σε αυτήν, χωρίς να εμποδίζει τη λειτουργία των άλλων και να ξεφεύγει από τα πλαίσια που έχουν οριστεί για τον ίδιο, χωρίς δηλαδή να είναι πολυπράγμων (433a-433b). Για να διατηρήσει τη δικαιοσύνη, που ορίζεται ως ο άξονας της ισορροπίας στην ηθική και πολιτική, ο Πλάτων φτάνει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Romilly, στα άκρα.

Εφόσον στην Πολιτεία υπάρχει δικαιοσύνη, η ψυχή του κάθε ατόμου εμφανίζεται αρμονική και χωρίζεται σε τρία μέρη: το επιθυμητικόν, το οποίο εκφράζει τις βασικές ανάγκες του ατόμου, το θυμοειδές που επιχειρεί να τιθασεύσει το επιθυμητικόν, και το λογιστικόν στο οποίο ως ανώτερο υπακούν τα δύο πρώτα. Τα τρία αυτά μέρη της ψυχής αντιστοιχούν στις ανάλογες 3 τάξεις της Πολιτείας: το επιθυμητικόν στους δημιουργούς, το θυμοειδές στους φύλακες-επίκουρους και το λογιστικόν στους φύλακες-άρχοντες. Συνεπώς, δικαιοσύνη είναι η αρμονία των διαφορετικών μερών της ψυχής.

Τελικά, προς το τέλος του έργου, ο Σωκράτης επανέρχεται στο ζήτημα της σύγκρισης δίκαιου και άδικου ανθρώπου, παραθέτοντας το παράδειγμα του τύραννου Αρδιαίου: αν ο άνθρωπος δεν κάνει καμιά προσπάθεια να θέσει το επιθυμητικόν υπό το λογιστικόν μέρος, τότε θα έρθει η στιγμή που τελικά θα τιμωρηθεί για τις πράξεις του. Ο τύραννος διαφέρει από τον "φιλόσοφο-βασιλιά" που είναι δίκαιος, αναζητά την αλήθεια, απολαμβάνει τις αληθινές, φιλοσοφικές απολαύσεις κι είναι ο μόνος που μπορεί να διακρίνει ποιο πολίτευμα είναι το καλύτερο, καθώς μόνο εκείνος διαβλέπει το Αγαθό.

Δομή της κοινωνίας



Κοινοκτημοσύνη και ιδιωτική ζωή

Η Πολιτεία που αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα από τα λόγια του Σωκράτη κατακρίνεται από τον Αδείμαντο και τον Γλαύκωνα, καθώς ο πρώτος δε βρίσκει σε αυτήν ευτυχία και ο δεύτερος τιμή και δόξα. Έτσι, ο Σωκράτης δημιουργεί μια πόλη όπου δεν υπάρχει ιδιοκτησία, προσωπική ζωή και οικογένεια, ενώ η φιλοσοφία δεν είναι προσβάσιμη από τις κατώτερες τάξεις. Όλα θυσιάζονται για το κοινό καλό και ο καθένας περιορίζεται στις δραστηριότητες εκείνες που ταιριάζουν στη φύση του.
Εφόσον υπάρχει κοινοκτημοσύνη, δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε πλούσιους ή φτωχούς. Δεν υπάρχουν δούλοι, όπως και κανένας διαχωρισμός μεταξύ ανδρών και γυναικών. Υπάρχει ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα για άνδρες και γυναίκες, ενώ από την Πολιτεία αποκλείονται οι τέχνες της ποίησης, της μουσικής και του θεάτρου, καθώς δε στοχεύουν στη λογική, αλλά στα πάθη, το κατώτερο μέρος της ψυχής που ανατρέπει την αρμονία αν κυριαρχήσει των άλλων δυο, ενώ παράλληλα αποτελούν απλά μίμηση της παρούσας ζωής, η οποία με τη σειρά της είναι μόνο μια μίμηση των "αιώνιων Ιδεών". Η απαγόρευση αυτή είναι πιο αυστηρή στους φύλακες-επίκουρους και άρχοντες, καθώς πρέπει να αποφεύγουν κάθε είδους διαφθορά.

Η κατάργηση του πλούτου οδηγεί στην παρακμή της παραδοσιακής οικογένειας: κανένα παιδί δε θα πρέπει να γνωρίζει τους γονείς του και το αντίστροφο, προκειμένου να αποφευχθεί η κληροδότηση, η προσωπική περιουσία και ο νεποτισμός στα δημόσια αξιώματα. Οι άρχοντες σχηματίζουν ζεύγη για αναπαραγωγή, φροντίζοντας όμως να μην υπάρχει ερωτική ασυδοσία. Έτσι, παράγεται σταθερός πληθυσμός μέσω της ευγονικής, ενώ παράλληλα η κοινωνική συνοχή αυξάνεται, καθώς οι οικογενειακοί δεσμοί εκφράζονται προς όλα τα μέλη της Πολιτείας.

Φιλόσοφοι-βασιλείς

Ο Πλάτωνας χαρακτηριστικά υποστήριζε ότι "όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί". Εφόσον, στο μύθο του σπηλαίου, έχει περιγραφεί η φυγή από το σπήλαιο των απελευθερωμένων δεσμωτών, των φιλοσόφων, κρίνεται πως μόνο αυτοί είναι κατάλληλοι για τη διακυβέρνηση της Πολιτείας, εφόσον έχουν γνωρίσει τον αληθινό κόσμο των Ιδεών, που φωτίζεται από το Αγαθό.

Όπως ορίζει και το ίδιο το όνομά του, ο Φιλόσοφος-βασιλιάς του Πλάτωνα αγαπά τη σοφία και την αληθινή γνώση, εφόσον γνωρίζει τις Ιδέες. Στην παρομοίωση της Πολιτείας με καράβι ακυβέρνητο, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία, γιατί ούτε βλέπει ούτε ακούει, καθώς οι ναύτες φιλονικούν μεταξύ τους. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να οδηγήσει σωστά, παρατηρώντας τους ανέμους, τον ουρανό, τα αστέρια κλπ. Οι ναύτες περιγελούν και αγνοούν τις συνήθειες αυτές, γιατί ποτέ τους δεν έχουν γνωρίσει κάποιον αληθινό φιλόσοφο.

Κατά την εποχή του Διαφωτισμού, ο Βολταίρος ήταν αυτός που εισήγαγε τον όρο Πεφωτισμένη δεσποτεία, προκειμένου να περιγράψει τη διακυβέρνηση ορισμένων Ευρωπαίων μοναρχών, οι οποίοι υιοθετούσαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και κυρίως έδιναν έμφαση στη Λογική με την οποία προσπαθούσαν να διακυβερνήσουν την χώρα τους. Από την άλλη πλευρά, ακριβώς αυτή η δομή του κοινωνικού βίου που περιγράφεται μέσω του Σωκράτη ώθησε φιλόσοφους και μελετητές του 20ού αιώνα στην κριτική εναντίον του Πλάτωνα: ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ, για παράδειγμα, εξέφραζε στο έργο του ότι η Πολιτεία του Πλάτωνα άσκησε μεγάλη επιρροή στα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα   (Στάλιν, Χίτλερ).

Το γενναίον ψεύδος

Προκειμένου οι πολίτες της Καλλίπολης να διαχωριστούν στις 3 τάξεις των δημιουργών, επίκουρων και αρχόντων, ο Πλάτων, μέσω των χαρακτήρων του διαλόγου, δηλώνει πως θα ήταν αναγκαίο ένα γενναίον ψεύδος για την αυστηρή κοινωνική συνοχή. Θα έπρεπε να πεισθούν ότι είχε προεξοφληθεί το είδος του χαρακτήρα τους, όταν βγήκαν από τα σπλάχνα της γης. Όταν τους δημιουργούσε ο Θεός, τους φύλακες-άρχοντες τους έφτιαξε από χρυσάφι, τους φύλακες-επίκουρους από ασήμι και τους δημιουργούς από σίδηρο και χαλκό.

Ωστόσο, υπάρχει κινητικότητα ανάμεσα στις τάξεις, καθώς η Ιδεώδης Πολιτεία βασίζεται στην αριστοκρατία του πνεύματος. Αν από χρυσούς γονείς γεννιόταν διαφορετικό παιδί ή αντίστροφα, σε κάθε περίπτωση όφειλαν να το στείλουν στην τάξη όπου πραγματικά ανήκε.

Ο Πλάτωνας προτιμούσε κάτι τέτοιο, ακόμη και λάθος, όπου όλοι οι άνθρωποι θα συνέχιζαν ευτυχισμένοι τη ζωή τους, παρά μια δημοκρατία, όπου θα κυριαρχούσε ο όχλος και θα επερχόταν δυστυχία. Ο χαρακτηρισµός "γενναίον" σχετίζεται µε το σκοπό για τον οποίον λέγεται: να πεισθούν οι πολίτες ότι πρέπει να αισθάνονται αδέλφια για να εξασφαλιστεί η διατήρηση και ευδαιμονία της πόλεως. Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά και στα Ηθικά Νικομάχεια επικρίνει τη θεωρία αυτή και υποστηρίζει ότι θα προκαλεί στάσεις (εξεγέρσεις) στην πόλη και δε θα συµβάλλει στην ενότητά της.


Αλληγορία του σπηλαίου

 

"H αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα", Jan Saenredam, 1604


Η Πολιτεία περιλαμβάνει την Αλληγορία του σπηλαίου, με την οποία ο Πλάτων εξηγεί τη Θεωρία των Ιδεών του.

Η αλληγορία του σπηλαίου είναι μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της θέσης του φιλόσοφου ως βασιλιά στην Ιδεώδη Πολιτεία. Μια ομάδα ανθρώπων ζουν σε ένα σπήλαιο όλη τους τη ζωή, αλυσοδεμένοι σε έναν τοίχο, χωρίς να μπορούν να δουν έξω από το σπήλαιο, ούτε να δουν πίσω τους, όπου βρίσκεται μια φλόγα που φωτίζει τα αντικείμενα που κινούνται και ρίχνει τις σκιές τους στα τοιχώματα του σπηλαίου. Οι φυλακισμένοι αρχίζουν να αποδίδουν αυτά τα σχήματα με όρους και έννοιες, ενώ πιστεύουν ότι οι σκιές αυτές είναι πραγματικές.

Το ότι οι φυλακισμένοι, ωστόσο, μπορούν να δουν μόνο τις σκιές αυτές, δε σημαίνει ότι ο υπαρκτός κόσμος περιορίζεται μόνο μέσα στο σπήλαιο. Αν κάποιοι καταφέρουν να λυθούν από τις αλυσίδες και βγουν από το σπήλαιο, θα τυφλωθούν από τη λάμψη του Ήλιου και θα επιστρέψουν πίσω. Αν, ωστόσο, συνηθίσουν το φως, θα δουν καθαρά τον Ήλιο, που συμβολίζει το Αγαθό, και θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μέσα στο σπήλαιο ήταν απλά προβολές, σκιές της αλήθειας. Ίσως σκεφτούν να επιστρέψουν πίσω, λυπούμενοι τους φυλακισμένους συντρόφους τους. Πίσω, όμως, στο σπήλαιο, δε θα μπορούν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, και, προσπαθώντας να διδάξουν στους υπόλοιπους την αλήθεια, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους. Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν, οι φιλόσοφοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω και να διδάξουν και τους υπόλοιπους.

Συχνά, ο Ήλιος, που συμβολίζει το Αγαθό, ωθεί στην ερμηνεία του Μύθου του Σπηλαίου από θρησκευτικής απόψεως: χωρίς Θεό, οι άνθρωποι ζουν μέσα το σκοτάδι.

Ο κόσμος μέσα στο σπήλαιο εκφράζει την εμμονή στα "αισθητά πράγματα", όσων μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν με τις αισθήσεις τους, ενώ η άνοδος στον πραγματικό κόσμο και η όραση των αληθινών Ιδεών υπό το φως του Ήλιου οδηγούν στην εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού.

Μορφές διακυβέρνησης

 
Απόσπασμα από την Πολιτεία, Πάπυροι της Οξυρρύγχου


Ο Πλάτων αφιερώνει μεγάλο τμήμα της Πολιτείας του στις συζητήσεις σχετικά με την Ιδεώδη Πολιτεία. Ωστόσο, παρέμενε το θέμα του τύπου διακυβέρνησης, οπότε η συζήτηση καταλήγει σε τέσσερα είδη πολιτευμάτων, τα οποία δεν μπορούν να επιβιώσουν: η τιμοκρατία, η ολιγαρχία (πλουτοκρατία), η δημοκρατία και η τυραννία (δεσποτισμός).

Τιμοκρατία

Ο Σωκράτης ορίζει την τιμοκρατία ως ένα πολίτευμα, στο οποίο κυβερνούν άτομα που αγαπούν την τιμή και έχουν επιλεχθεί σύμφωνα με τον βαθμό τιμής που κατέχουν στην κοινωνία. Η τιμή συχνά εξισώνεται με τον πλούτο και την ιδιοκτησία, οπότε το "χρυσό" αυτό πολίτευμα θα οδηγούσε στον υλισμό.

Ολιγαρχία

Οι πειρασμοί αυτοί δημιουργούν μια σύγχυση ανάμεσα στην τιμή και το οικονομικό καθεστώς, κάτι που θα οδηγούσε στην εμφάνιση της ολιγαρχίας. Ο Σωκράτης υπογραμμίζει ότι ο πλούτος δε θα βοηθήσει τον καπετάνιο να ελέγξει το πλοίο του. Η αδικία αυτή διαχωρίζει πλούσιους και φτωχούς, δημιουργώντας έτσι ένα περιβάλλον για εγκληματίες και επαίτες. Οι πλούσιοι συνωμοτούν συνεχώς ενάντια των φτωχών και αντίστροφα.

Δημοκρατία

Καθώς μεγαλώνει αυτό το κοινωνικοοικονομικό χάσμα, αυξάνονται και οι εντάσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, δίνοντας χώρο για την εμφάνιση τηςδημοκρατίας. Οι φτωχοί ανατρέπουν τους άπειρους ολιγαρχικούς και σύντομα παρέχουν ελευθερίες σε όλους τους πολίτες. Κάποιος δημαγωγός σύντομα ανέρχεται για να προστατέψει το δίκιο των κατώτερων τάξεων. Οι άνθρωποι "μεθούν" με τόση ανεξέλεγκτη ελευθερία και έτσι επέρχεται τυραννία, το πιο καταπιεστικό είδος διακυβέρνησης.

Τυραννία

Οι ελευθερίες που αποδόθηκαν στους πολίτες, τους χωρίζουν σε τρεις κοινωνικοοικονομικές τάξεις: την άρχουσα τάξη, τους καπιταλιστές και τους απλούς πολίτες, οι οποίοι βλέπουν να απειλούνται οι ελευθερίες τους από την ένταση μεταξύ των δυο πρώτων τάξεων και καταφεύγουν στο δημοκρατικό δημαγωγό, ο οποίος, με τη σειρά του, διαφθείρεται από την εξουσία και γίνεται τύραννος, με τη βοήθεια μιας μικρής ομάδας οπαδών του για την προστασία του και τον απόλυτο έλεγχο.

Η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι η Ιδεώδης Πολιτεία που περιγράφεται μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τυραννία, αλλά βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη πλευρά: ο φιλόσοφος-βασιλιάς που κατέχει την εξουσία δε δρα με γνώμονα το ίδιο συμφέρον, αλλά είναι αφιερωμένος στο κοινό καλό, καθώς κατέχει τη γνώση και τη σοφία.

Αθανασία της ψυχής

Μέσα από τον εσχατολογικό Μύθο του Ηρός, γίνεται η περιγραφή του μεταθανάτιου ταξιδιού του Ηρός, ενός στρατιώτη που πέθανε στη μάχη και επανήλθε στη ζωή πάνω στη νεκρική πυρά της μετενσάρκωσης, των ουράνιων σφαιρών του αστρικού σύμπαντος.
Κεντρικό σύμβολο αποτελεί το Αδράχτι της Ανάγκης, που σχημάτιζε 8 κύκλους, πάνω σε καθέναν από τους οποίους βρισκόταν μια Σειρήνα που τραγουδούσε μια νότα: όλες μαζί σχημάτιζαν μια αρμονία, τη μουσική των ουράνιων σφαιρών. Εκεί βρίσκονταν και οι 3 Μοίρες, στις οποίες έπρεπε να πάνε οι ψυχές για να επιλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν στην επόμενη ενσάρκωσή τους.

Η ιστορία αυτή επικεντρώνεται στην ιδέα ότι οι ηθικοί άνθρωποι επιβραβεύονται και οι ανήθικοι τιμωρούνται μετά το θάνατό τους. Ο Πλάτων έχει επηρεαστεί από παλαιότερες προφορικές παραδόσεις, από τους Ορφικούς και τους Πυθαγόρειους, ενώ σύγχρονοι μελετητές επισημαίνουν επιδράσεις από τη θεωρία του ινδουϊσμού και του Ζωροαστρισμού.

Υποδοχή του έργου και ερμηνείες

 

Χειρόγραφο της Πολιτείας του Πλάτωνα στα λατινικά



Τη συγγραφή έργων για συστήματα διακυβέρνησης ακολούθησε και ο πιο επιφανής μαθητής του Πλάτωνα, Αριστοτέλης, γράφοντας στα Πολιτικά του, τα οποία δεν ακολουθούν διαλογική μορφή, για πολλές από τις ιδέες και τα θέματα που έθιξε ο Πλάτων στην Πολιτεία, οδηγώντας όμως σε διαφορετικό συμπέρασμα για το τι είναι προτιμητέο τελικά.

Ο Ισοκράτης παρωδεί την Πολιτεία στο έργο του Βούσιρις, δείχνοντας την ομοιότητα της Καλλίπολης με την αιγυπτιακή πολιτεία που ιδρύει ο βασιλιάς που φέρει το όνομα του τίτλου του έργου. Ο Ισοκράτης υπήρξε εκπρόσωπος της ρητορικής παιδείας και αντίπαλος του Πλάτωνα στη διαπαιδαγώγηση των νέων.

Ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ιδρυτής του Στωικισμού, έγραψε γύρω στο 300 π.Χ. κι αυτός ένα έργο με τον τίτλο Πολιτεία, υποστηρίζοντας μια μορφή αναρχισμού, όπου όλοι οι πολίτες είναι φιλόσοφοι, και μια πιο ριζοσπαστική μορφή σεξουαλικού κομουνισμού από αυτή που πρότεινε ο Πλάτων.

Αρχαία Ρώμη

Η αγγλική μετάφραση του τίτλου του πλατωνικού διαλόγου (Republic) προέρχεται από το έργο του Κικέρωνα De re publica, τρεις αιώνες αργότερα. Ο Κικέρων μιμείται το ύφος των πλατωνικών διαλόγων και ασχολείται με πολλά από τα θέματα που θίγονται στην Πολιτεία. Ο Σκιπίων ο Αφρικανός, κεντρικός ήρωας του έργου, εκφράζει την εκτίμησή του για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη όταν μιλούν για την Πολιτεία, όπου στα λατινικά μεταφέρεται ως "Res publica". Ενώ ο Σωκράτης και οι σύντροφοί του συζητούσαν για τη φύση της πόλης και για κάθε μορφή διακυβέρνησης, στο έργο του Κικέρωνασυζητείται η οργάνωση του κράτους εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, δηλαδή η Ρωμαϊκή Δημοκρατία.

Από την άλλη πλευρά, ο Τάκιτος, χωρίς να αναφέρεται ονομαστικά στον Πλάτωνα και την Πολιτεία, ασκώντας ίσως κριτική στο έργο του Κικέρωνα και του Αριστοτέλη, αναφέρει ότι:
Πράγματι, ένα έθνος ή μια πόλη κυβερνείται είτε από το λαό είτε από μια ανώτερη τάξη είτε από ένα μονάρχη. Ένα εφευρεθέν σύστημα διακυβέρνησης από μια επιλογή των παραπάνω συστατικών είναι περισσότερο ιδεατό παρά πραγματικότητα. Κι ακόμα κι αν γίνει πραγματικότητα, δε θα έχει μέλλον.
Ουσιαστικά, αυτό που εκφράζει στο συγκεκριμένο σημείο του έργου του είναι πως η ενδελεχής ανάλυση και περιγραφή της λειτουργίας ενός πραγματικού κράτους, έχει μεγαλύτερη πρακτικότητα απ' όσο φιλοσοφικές αναλύσεις για την ιδεώδη μορφή ενός πολιτεύματος.

Στην καθοριστική εποχή της μετάβασης της Ρώμης από την αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία στο Χριστιανισμό, ο Αυγουστίνος Ιππώνος έγραψε το έργο "Η Πολιτεία του Θεού" (λατινικά: Civitate Dei), περιγράφοντας μια ιδεατή πόλη, την αιώνια Ιερουσαλήμ, αντλώντας αναφορές από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Κικέρωνα.

20ός αιώνας

Οι περισσότεροι σχολιαστές της πλατωνικής Πολιτείας αποτρέπουν την ανάγνωση του έργου ως εγχείριδιο καλής διακυβέρνησης, καθώς τα πιο πολλά είδη πολιτεύματος που περιγράφονται στο έργο φέρουν ελάχιστες ομοιότητες με ανάλογα πολιτεύματα στα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη ή κράτη με συνταγματική μοναρχία. Οι ιδέες της δημοκρατίας και της ουτοπίας, όπως περιγράφονται στο έργο, είναι άρρηκτα δεμένες με τις πόλεις-κράτη της Αρχαίας Ελλάδας.
Οι κριτικές και οι απόψεις που εκφράστηκαν κατά τον 20ό αιώνα έχουν ως κοινό άξονα την άποψη πως η παιδαγωγική αξία της Πολιτείας είναι πολύ μεγαλύτερη από την πρακτική της αξία, καθώς πρόκειται περί θεωρητικού έργου. Ωστόσο, υπάρχει η άποψη ότι ο Πλάτωνας περιέγραψε αυτό το είδος πολιτεύματος, καθώς το θεωρούσε ικανό προς εφαρμογή.

Επιρροές στις τέχνες και στη σύγχρονη κουλτούρα



Κωμωδία

Την ίδια χρονική περίοδο με τη συγγραφή της Πολιτείας, ο Αριστοφάνης έγραψε και παρουσίασε την κωμωδία Εκκλησιάζουσες, όπου οι γυναίκες στην Εκκλησία του δήμου παίρνουν την εξουσία της Αθήνας, έτοιμες να επιβάλλουν εκτός από την περιουσιακή και την ερωτική κοινοκτημοσύνη. Το προτεινόμενο πολίτευμα εδώ φέρει αρκετές ομοιότητες με την Ιδεώδη Πολιτεία που περιγράφει ο Πλάτων.

Ουτοπία

Ο Τόμας Μουρ, στο έργο του Ουτοπία, χρησιμοποιεί τον όρο αυτό και περιγράφει την ιδανική κοινωνία στο ομώνυμο νησί, η οποία είναι παρόμοια με την πλατωνική Καλλίπολη σε κάποια θέματα, όπως η κοινοκτημοσύνη και η έλλειψη ιδιωτικής ζωής.

Δυστοπία

To είδος διακυβέρνησης που περιγράφεται στην Πολιτεία έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορα σύγχρονα δυστοπικά μυθιστορήματα και ιστορίες, ενώ ο διαχωρισμός των ανθρώπων ανά επάγγελμα ή ιδιότητα από το κράτος, η έλλειψη παραδοσιακών οικογενειακών δομών και η ύπαρξη κρατικής ανατροφής και εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή ολοκληρωτικών καθεστώτων από συγγραφείς, όπως ο Άλντους Χάξλεϊ στο Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο (Brave New World).

Ομοιότητες έχουν παρατηρηθεί και μεταξύ της Αλληγορίας του σπηλαίου και του μυθιστορήματος 1984 του Τζορτζ Όργουελ, όπως και της κινηματογραφικής τριλογίας Μάτριξ.


                    ================================

 Plato Silanion Musei Capitolini MC1377.jpg

Πλάτων: αντίγραφο προτομής από τον Σιλανίωνα


Γέννηση

         

427 π.Χ.

Αθήνα


Θάνατος

       

347 π.Χ.

Αθήνα



Ελληνική φιλοσοφία


Σχολή

         

Πλατωνισμός

Αξιοσημείωτες Ιδέες

         

Θεωρία των ιδεών, Πλατωνικός Ιδεαλισμός


Επιδράσεις

         

Σωκράτης, Ησίοδος,Αριστοφάνης, Αίσωπος,Πρωταγόρας, Παρμενίδης,Πυθαγόρας, Ηράκλειτος,Ορφισμός.


Επηρέασε

        

Αριστοτέλη και τους περισσότερους φιλοσόφους που ανήκουν στη δυτική σκέψη.




 


Ο Πλάτων (427 π.Χ.–347 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Αθήνα, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη. Το έργο του με τη μορφή φιλοσοφικών διαλόγωνέχει σωθεί ολόκληρο (του αποδίδονται ακόμα και μερικά νόθα έργα)· άσκησε τεράστια επιρροή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα στη δυτική φιλοσοφική παράδοση μέχρι τις ημέρες μας. Κύριος οικοδόμος της φιλοσοφίας, οδηγητής είτε προάγγελος μεταγενεστέρων προβάσεών της, εμπνευστής άμεσα ή έμμεσα των σπουδαιότερων κοινωνικοπολιτικών οραματισμών. Ο Πλάτων, μεταξύ άλλων, έγραψε την Απολογία του Σωκράτους, η οποία θεωρείται ως μια σχετικά ακριβής καταγραφή της απολογίας του Σωκράτη στη δίκη που τον καταδίκασε σε θάνατο, το Συμπόσιο όπου μιλά για τη φύση του έρωτα, τον «Πρωταγόρα» όπου μεταξύ άλλων θεμελιώνεται θεωρητικά η αρχή της «πρόληψης» που δεν λαμβάνει την ποινή ως απολύτως «ανταποδοτική»  τον Παρμενίδη και τον Θεαίτητο, όπου θεμελιώνει την αντικειμενικότητα του λόγου και της ιδέας, ενώ σε δύο μακρούς διαλόγους, την Πολιτεία και τους Νόμους περιέγραψε την ιδανική πολιτεία.

To σύνολο του έργου του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με τη μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του, τον Σωκράτη, και τον μαθητή του, τον Αριστοτέλη.

Βιογραφία

Πληροφορίες για τη ζωή του Πλάτωνα αντλούμε κυρίως από αρχαίες βιογραφίες. Σημαντικότερες θεωρούνται εκείνες του Απουλήιου (De platone et eius dogmate, 2ος αι. μ.Χ.), του Διογένη Λαέρτιου (Βίοι κα γνμαι τν ν φιλοσοφί εδοκιμησάντων) και του Ολυμπιόδωρου (Βίος Πλάτωνος, 6ος αι. μ.Χ.). Όπως παραδίδεται από τη βιογραφική παράδοση, γεννήθηκε το 427 π.Χ. στην Αθήνα ή, κατά τον Διογένη, στην Αίγινα. Kαταγόταν από εύπορη αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Αρίστων, από το γένος του βασιλιά Κόδρου, και μητέρα του η Περικτιόνη, η οποία ήταν αδερφή του Χαρμίδη, ενός από τους Τριάκοντα τυράννους, και ανιψιά του Κριτία, επίσης μέλος των Τριάκοντα, με καταγωγή από το γένος του νομοθέτη Σόλωνος. Αδέρφια του ήταν οι Αδείμαντος και Γλαύκων. Το πρώτο του όνομα ήταν Αριστοκλής, αλλά αργότερα ονομάστηκε Πλάτων επειδή είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Όταν ο πατέρας του πέθανε, η Περικτιόνη παντρεύτηκε το θείο της, Πυρίλαμπη, ο οποίος συνδεόταν φιλικά με τον Περικλή. Ο Πλάτων γνώρισε τον Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών και έμεινε κοντά του μέχρι τον θάνατο του μεγάλου δασκάλου (399 π.Χ.).

Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη παρέμεινε στην Αθήνα για περίπου τρία χρόνια και κατόπιν κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στον συμμαθητή του Ευκλείδη και άλλους σωκρατικούς. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια εικάζεται πως ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με τον μαθηματικό Θεόδωρο, ωστόσο τα στοιχεία που διαθέτουμε για το ταξίδι αυτό θεωρούνται επισφαλή. Αντιθέτως, βεβαιότητα υπάρχει για τα ταξίδια του στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Στον Τάραντα 387 π.Χ.γνώρισε τους πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου του πρεσβύτερου γνώρισε τον βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα, με τον οποίον συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, γι' αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην Αίγιναοδηγήθηκε προς πώληση σε σκλαβοπάζαρο όπου ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερις εξαγόρασε την ελευθερία του.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του, την Ακαδημία (περ. 387 π.Χ.). Το 367 π.Χ ο Διονύσιος Β' ο νεότερος διαδέχτηκε τον Διονύσιο Α' στην εξουσία. Με προτροπή του Δίωνα, ο Διονύσιος προσκάλεσε τον Πλάτωνα ως σύμβουλό του και εκείνος αποδέχτηκε την πρόσκληση με την ελπίδα πως θα εφάρμοζε τα πολιτικά του ιδεώδη. Ταξίδεψε στις Συρακούσες το 366 π.Χ. ωστόσο σύντομα επήλθε ρήξη με τους άλλους συμβούλους του βασιλιά. Ο Δίων εξορίστηκε και ο Πλάτωνας παρέμεινε στην αυλή του Διονυσίου ως φιλοξενούμενος και αιχμάλωτος μέχρι το 365. Για τρίτη φορά ήρθε στην αυλή των Συρακουσών το 362 π.Χ., μετά τη συμφιλίωση του Δίωνα με τον Διονύσιο, ωστόσο νέες προστριβές μεταξύ τους οδήγησαν τον Πλάτωνα στην απόφαση να εγκαταλείψει τις Συρακούσες το 361. Επέστρεψε στην Αθήνα όπου μέχρι το θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων. Μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ, [Νεότερη περίοδος] υπό τη διεύθυνση του Αντίοχου του Ασκαλωνίτηη Ακαδημία αποτελούσε το κέντρο της πλατωνικής φιλοσοφίας. Στις αρχαίες βιογραφικές πηγές διακρίνονται ετερόκλητες κρίσεις για το χαρακτήρα του Πλάτωνα, καθώς σε ορισμένες παρουσιάζεται ως σοφός και θείος (θεϊκός) ενώ άλλες τον περιγράφουν ως υπερόπτη και ζηλόφθονο υπηρέτη των τυράννων, που σχεδίασε εσφαλμένα την εικόνα του Σωκράτη και των σοφιστών.

Έργο

« νθρωπίνη σοφία λίγου τινς ξία στν κα οδενός» Απολογία Σωκράτους

Το συγγραφικό έργο του Πλάτωνα είναι αρχικά μνήμη και φήμη, εξιδανικευτική, του βίου και του θανάτου και του ήθους του Σωκράτη, αλλά και ανάπτυξη, ευμέθοδη και πολύπτυχη της διδασκαλίας του, πιστή ως κάποιο βαθμό στο πνεύμα του. Τα έργα του Πλάτωνα (36) εκτός από την Απολογία και τις Επιστολές είναι γραμμένα σε μορφή διαλόγου.

 Ως κεντρικό πρόσωπο στους διαλόγους, εκτός από έναν, τους Νόμους, παρουσιάζεται ο Σωκράτης, ακόμη και όταν σε κάποιον διάλογο σαν να παραμερίζεται σε θέση ακροατή. Σε κανένα διάλογο δεν εμφανίζεται ο ίδιος ο Πλάτων. Οι συζητήσεις ονομάζονται με το όνομα ιστορικά υπαρκτών προσώπων και μόνο σε τρεις διαλόγους της τελευταίας περιόδου: στον Σοφιστή, στον Πολιτικό και στους Νόμους εμφανίζεται ως κύριος συζητητής δίχως μνεία ονόματος ο «Ελεάτης Ξένος» στον πρώτο, ο «Ξένος» στο δεύτερο, ο «Αθηναίος Ξένος» στον τρίτο. Στον Πλάτωνα αποδίδονται και 13 επιστολές, η γνησιότητα των οποίων γενικά αμφισβητείται, εκτός από την Ζ' Επιστολή όπου περιγράφει ο Πλάτωνας τη δραστηριότητά του στη Σικελία. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται συνήθως με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας,Πρωταγόρας κ.λπ. Έξι μόνο διάλογοι, το Συμπόσιον, η Πολιτεία, ο Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι και η Επινομίς τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους, όπως εικάζουν οι φιλόλογοι, κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής.

Στον Πλάτωνα αποδίδονται περί τα τριάντα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, πολλά από τα οποία αμφισβητούμενα.

Η χρονολόγηση των Πλατωνικών Διαλόγων

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 400 - 387 μ.Χ.

Λάχης ή περί ανδρείας, ηθικός
Λύσις ή περί φιλίας
Ίππαρχος ή περί φιλοκερδίας
Απολογία
Κρίτων
Ευθύφρων ή περί του οσίου
Ιππίας ελάσσων ή περί ψεύδους
Ίων ή περί Ιλιάδος, πειραστικός

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 386 - 367μ.Χ.

Μενέξενος στο μεγαλύτερο μέρος επιτάφιος λόγος
Κρατύλος, γλωσσικά ζητήματα
Ευθύδημος ή εριστικός, ανατρεπτικός
Γοργίας ή περί ρητορικής, ανατρεπτικός
Μένων ή περί αρετής, πειραστικός
Φαίδων ή περί ψυχής
Θεαίτητος ή περί επιστήμης
Παρμενίδης ή περί ιδεών, λογικός
Πολιτεία για το δίκαιο
Συμπόσιον ή περί έρωτος και παιδείας
Φαίδρος ή περί έρωτος και ρητορικής

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 366 - 348 μ.Χ.

Σοφιστής ή περί του μη όντος, ηθικός
Πολιτικός
Φίληβος ή περί ηδονής, ηθικός
Τίμαιος ή περί φύσεως (σύμπαν)
Κριτίας, ημιτελής διάλογος σε συνέχεια του Τίμαιου
Νόμοι
Πλάτωνος επιγράμματα

Αλεξανδρινοί λόγιοι και σχολιαστές έβαλαν πρώτοι το ζήτημα της χρονικής σειράς των πλατωνικών διαλόγων, όμως δίχως αντικειμενικά κριτήρια. Κατά την Αναγέννηση ήταν η δεύτερη φορά που ετέθη πάλιν το πρόβλημα της χρονικής σειράς των διαλόγων, και τότε όμως, δίχως αποτέλεσμα, γιατί ούτε με κριτήρια ούτε με μέθοδο έγινε.

Υπάρχει η δυνατότητα, μερικοί διάλογοι να χρονολογηθούν απόλυτα, δηλαδή ή να τοποθετηθούν σε ορισμένο χρονικό σημείο ή με βάση έναν terminum post quem να περιορισθούν μέσα σε διάστημα αρκετά στενό για το χρόνο της συγγραφής τους.
Έτσι, όλα τα έργα που προϋποθέτουν το θάνατο του διδασκάλου έχουν γραφεί ύστερα από το έτος 399 π.Χ. Είναι πιθανόν, ότι πρώτη κατά σειράν σ΄ αυτά τα έργα έρχεται η «Απολογία» και ύστερα ακολουθούν τα άλλα «Κρίτων» και «Ευθύφρων» για την ευσέβεια. Επίσης είναι βέβαιο ότι ο «Φαίδων» είναι το τελευταίο έργο της σειράς αυτής, γιατί εδώ πια έχουμε καθαρή τη θεωρία της ιδέας.
Άλλη μεγάλη ιστορική τομή μέσα στη ζωή και το έργο του Πλάτωνα είναι το άνοιγμα της Ακαδημίας, δηλαδή το έτος 387 π.Χ. Όλοι λοιπόν οι διάλογοι, όσοι υποδηλώνουν το διδακτικό έργο της Ακαδημίας, καθώς επίσης και όσοι μαρτυρούν σπουδές μαθηματικές και ιατρικές, έχουν γραφεί ύστερα από το άνοιγμα της Ακαδημίας. Την απαρχή αυτής της σειράς αποτελεί ο «Γοργίας», προγραμματικό έργο του ανοίγματος της Ακαδημίας, όπως και ο Μένων που έχει σαφέστατη σχέση με τα μαθηματικά και με τις έννοιες της ιατρικής επιστήμης.

Ο «Μενέξενος» πρέπει να τοποθετηθεί μετά το έτος 386 π.Χ., διότι, όπως φαίνεται από τον οικείο διάλογο, προϋποθέτει την «βασιλέως ειρήνη», την Ανταλκίδεια ειρήνη.

Το «Συμπόσιον» τοποθετείται αμέσως μετά το έτος 385 π.Χ. από όλους εκείνους οι οποίοι σχετίζουν όσα λέγονται για το σκόρπισμα των Μαντινιέων σε χωριά, πράγμα που έγινε το 386 π.Χ. .
Αμέσως μετά το έτος 369 π.Χ. πρέπει να είναι γραμμένος ο «Θεαίτητος», διότι ο μαθηματικός Θεαίτητος τραυματίστηκε το έτος αυτό στη μάχη των Αθηναίων με τους Θηβαίους που έγινε το έτος αυτό και πέθανε εξαιτίας αυτού. Ο διάλογος είναι λοιπόν μνημόσυνο εις Θεαίτητον.

Ο Ούλριχ Βιλαμόβιτς (Wilamowitz) είναι εκείνος που μελέτησε και τα έργα του Tenneman, Schlermacher, Zeller και έφερε εις πέρας το έργο τούτο: Δύο πράγματα είναι σήμερα πια βέβαια ότι πρώτον το ύφος του Πλάτωνος, όσο προχωρεί ο ίδιος σε ηλικία γίνεται δύσκαμπτο, χάνει την πλαστικότητα που έχουν διάλογοι της ακμής καθώς και την ευχέρεια της αισθητικής σκηνοθεσίας που έχουν τα πρώτα δοκίμια της δημιουργίας του. Και δεύτερον, ότι ύστερα από τη μυθοποιία της ιδέας, όπως παρουσιάζεται στα στα τρία έργα «Συμπόσιο» , «Φαίδωνα» ή περί ψυχής, όπου περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Σωκράτη και «Φαίδρο» , στα πολύ πιό ώριμα χρόνια της ζωής του ο Πλάτων έγραψε τα καθαρώς λογικά έργα «Παρμενίδης» ή περί ιδεών, «Θεαίτητο» ή περί επιστήμης, «Σοφιστής» ή περί του μη όντος, «Πολιτικός» και «Φίληβος» ή περί ηδονής ηθικός, όπου ο λόγος άσκεπος πια από μύθο, όλος ρώμη και κάματο πορεύεται μόνος προς το ιδανικό τέρμα της ζωής του, την ιδέα.

Πλαστοί διάλογοι

Η στατιστική όμως της γλώσσας  μαζί με την κριτική του περιεχομένου των διαλόγων δεν έλυσαν μόνον το ζήτημα της χρονολογικής τους σειράς, αλλά τερμάτισαν και το ζήτημα της γνησιότητας. Ότι οι διάλογοι αυτοί είναι υποβολιμαίοι, προκύπτει όχι μόνον από τη γλωσσική κριτική, αλλά και από εσωτερικούς λόγους, δηλαδή το περιεχόμενό τους δεν είναι καθ΄ όλα σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία.

Έτσι κατά τη σημερινή κρίση της φιλολογίας, πρέπει από τους διαλόγους, που ο παλιός γραμματικός Θράσυλλος έχει κατατάξει σε τετραλογίες, να θεωρηθούν πλαστοί οι ακόλουθοι διάλογοι: ο «Αλκιβιάδης ΙΙ», ο «Ίππαρχος», οι «Αντερασταί», ο «Θεάγης», ο «Κλειτοφών», ο «Μίνως», η «Επινομίς». Ο «Αλκιβιάδης ο Ι» ή ο μείζων είναι φανερόν, ότι προϋποθέτει τον «Αλκιβιάδη το ΙΙ» ή ελάσσονα, ώστε είναι γραμμένος ύστερα απ΄ αυτόν. Πλαστά είναι επίσης και τα δοκίμια που ο Θράσυλλος άφησε έξω από τις τετραλογίες του, δηλαδή οι «Όροι», «Περί δικαίου», «Περί αρετής», ο «Δημόδοκος», ο «Σίσυφος», η «Αλκυών», ο «Ερυξίας», ο «Αξίοχος».

Φιλοσοφία

Η έννοια του δικαίου κατέχει εξέχουσα θέση στο πλατωνικό έργο και ειδικότερα στη μεγαλειώδη σύνθεση του Πλάτωνα, την Πολιτεία, αποτελεί κεντρικό θέμα.

Στον Πρωταγόρα :

« δέ νόμος τύραννος ν τν νθρώπων πολλά παρά φύσιν, βιάζεται (παραβιάζει)»
διατυπώνεται η διάκριση φυσικού και θετικού δικαίου και στο ίδιο έργο στο γνωστό μύθο του Πρωταγόρα  ο Δίας τελικά αποφαίνεται δίνοντας εντολή στον Ερμή:
«κα νόμον γε θς παρ’ μο τν μ δυνάμενον αδος κα δίκης μετέχειν κτείνειν ς νόσον πόλεως».

Στον Γοργία:

Επισημαίνεται ότι το συμφέρον του ρήτορα δεν είναι να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του, αλλά να επιδιώκει το καλόν και το δίκαιο και διατυπώνει τι αξίωμα:
«τό δικείν ασχιον εναι το δικείσθαι»,

Ενώ στην Πολιτεία:

Yποστηρίζεται (Θρασύμαχος):
«δίκαιον εναι οκ άλλο τι ή το κρείττονος συμφέρον», ανάλογα προς το εκάστοτε κρατούν πολιτικό καθεστώς, αλλά και στο Ευθύφρονα γίνεται απόπειρα ορισμού του τι είναι όσιο και το τι ανόσιο.

Πλατωνικός διάλογος

Κάθε διάλογος είναι δοκίμιο της πλατωνικής τέχνης και της πλατωνικής διαλεκτικής, το ιδιαίτερο κλίμα της πλατωνικής ψυχής και φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης που απουσιάζει από το τελευταίο έργο της πλατωνικής δημιουργίας, τους Νόμους, χειρίζεται μέσα στο διάλογο κυρίαρχα όλα τα είδη του λόγου γιατί στην πλατωνική φιλοσοφία προπορεύεται η θέαση και ακολουθεί η αφαίρεση. Ο έρως, η ελευθερία, η ανάγκη, ο θάνατος, η ψυχή και κρίση της, η δημιουργία του κόσμου και η ιδέα είναι τα θέματα του φιλοσοφικού πλατωνικού μύθου.

Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, χωρίζοντας τον κόσμο σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικές φόρμες που γίνονται αντιληπτές μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, οι οποίες τα μορφοποιούν. Έτσι π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας "άλογο", η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες). Ο Πλάτων λοιπόν αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τονΗράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό ,ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.

Ο Πλάτωνας ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του πυθαγορισμού, ευνοώντας όπως και ο Πυθαγόρας τα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως "παράθυρο" στον κόσμο των ιδεών αφού ασχολούνται με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο και ως μέσο προετοιμασίας για τη σωκρατική διαλεκτική. Κατηγορήθηκε ότι με τη θεωρία των ιδεών αποκάλυπτε "τα μυστικά των Μυστηρίων" στα οποία προφανώς ήταν μυημένος. Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωση της. Αυτή η νοητική σύλληψη του λογικά αναγκαίου εκλαμβάνεται ως «ανάμνηση». Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού (Ό,τι είναι ο ήλιος για τον αισθητό κόσμο τούτο είναι η ιδέα του αγαθού για το νοητό) από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.

Στην ψυχή ο Πλάτωνας απέδειξε ότι δεν μπορεί να να παρομοιαστεί με την αρμονία απαντώντας στον συνδιαλεγόμενο Σιμμία [ο συγχωρ τ Σιμμίου ντιλήψει· δοκε γάρ μοι πσι τούτοις πάνυ πολ διαφέρειν], αφού εναντιώνεται συχνά στα πάθη του σώματος και επίσης πως η ψυχή ως έννοια είναι ασυμβίβαστη με την έννοια του θανάτου και συνεπώς δεν εξαρτάται από το σώμα στο οποίο ενσαρκώνεται και υποστηρίζει, ότι τα σύνθετα μεταβάλλονται και διαλύονται, ενώ τα μη σύνθετα,[μονοειδς ν ατ καθ ατό, σαύτως κατ τατ χει κα οδέποτε οδαμ οδαμς λλοίωσιν οδεμίαν νδέχεται] όπως η ψυχή, μένουν αναλλοίωτα και άφθαρτα. Με τη φράση που απευθύνει στο τέλος στον Κρίτωνα: «Μην αμελήσετε να εξοφλήσετε αυτό το χρέος», να θυσιάσουν ένα κόκορα. Την υποχρέωση να θυσιάζουν κόκορα στον Ασκληπιό είχαν όσοι σώζονταν από μια αρρώστια και βρίσκονταν σε ανάρρωση. Για τον Σωκράτη, αρρώστια ήταν η επίγεια, γιατί η ψυχή του ήταν έγκλειστη στο σώμα. Ο θάνατος ήταν η ώρα της ανάρρωσης, επειδή απέδιδε στη ψυχή την ελευθερία και την αθανασία της [μετοίκηση ψυχής].

Η θεωρία του Πλάτωνος για τις ιδέες στην Πολιτεία:

Ο Πλάτων μίλησε στην Πολιτεία για τον νοητό τόπο όπου υπάρχουν οι ιδέες (τα νοούμενα) και τον ορατό τόπο όπου υπάρχουν τα ορώμενα . Θεωρεί τον ήλιο έκγονον του αγαθού. Στη συνέχεια ορίζει την ιδέα του αγαθού ως υπερέχουσα όλων των ιδεών, δίνοντας έτσι μια ιεράρχηση των ιδεών, με ανώτερη όλων αυτήν του αγαθού: Η ιδέα του αγαθού είναι η αιτία της γνώσης και της αλήθειας. Όπως το φως και η όψη είναι ηλιοειδή αλλά όχι ο ήλιος, έτσι και η γνώση και η επιστήμη είναι αγαθοειδή αλλά όχι το ίδιο το αγαθό . Ακόμη αναφέρει ότι το αγαθό παρέχει σε όλα τα γιγνωσκόμενα (δηλαδή τις ιδέες) όχι μόνο τη δυνατότητα να γίνονται γνωστά, αλλά και την ίδια την ουσία και το είναι τους, καθώς το αγαθό είναι επέκεινα της ουσίας, υπερέχοντας αυτής κατά τη δύναμη. Τέλος μιλά για την προσέγγιση των ιδεών μέσω της διαλεκτικής, αναφερόμενος σε δύο τμήματα του νοητού. Στο πρώτο τμήμα η ψυχή χρησιμοποιεί εικόνες και προχωρά στην αναζήτηση μέσω υποθέσεων, κατευθυνόμενη στο τέλος και όχι στην αρχή (στο αποτέλεσμα και όχι την αιτία). Στο δεύτερο τμήμα η ψυχή χωρίς εικόνες αλλά με τα είδη καθεαυτά οδηγείται στην ανυπόθετη αρχή . Στο πρώτο τμήμα αντιστοιχεί η νόησις, η επιστήμη του διαλέγεσθαι σχετικά με το όν και το νοητό, ενώ στο δεύτερο η διάνοια (η τέχνη των γεωμετρικών), κατώτερη από τη νόηση. Υπάρχουν ακόμη δύο τμήματα του νοητού, κατώτερα από τα προηγούμενα με αντίστοιχα παθήματα στην ψυχή, η πίστις και η εικασία )

Θεολογική σκέψη

Περί του Σωκράτους δαιμονίου

Η άποψη αυτή του Πλάτωνα που προϋποθέτει «κάθαρση» παραδοσιακών μύθων που περιείχαν απάνθρωπες συμπεριφορές θεών και αναίρεση της αντίληψης για το φθόνο των θεών (η οποία κυριαρχεί στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο) δείχνει τη σημαντική πρόοδο που σημείωσε η θεολογική σκέψη των Ελλήνων και που επιγραμματικά διατυπώνεται για πρώτη φορά από τον Ευριπίδη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις «οδένα γρ ομαι (νομίζω) δαιμόνων (Θεών) εναι κακόν (στιχ.391).

Ο δε Σωκράτης στην Απολογία του διακηρύττει: «δεν δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή» (οκ κ χρημάτων ρετ γίγνεται, λλ ξ ρετς χρήματα κα τ λλα γαθ τος νθρώποις ).
«δημοσί δ ο τολμ ναβαίνων ες τ πλθος τ μέτερον συμβουλεύειν τ πόλει. τούτου δ ατιόν στιν μες μο πολλάκις κηκόατε πολλαχο λέγοντος, τι μοι θεόν τι κα δαιμόνιον γίγνεται [φωνή], δ κα ν τ γραφ πικωμδν Μέλητος (έγραψε και στην καταγελλία του διακωμωδώντας το) γράψατο».

 
λλ γρ δη ρα πιέναι, μο μν ποθανουμέν, μν δ βιωσομένοις· πότεροι δ μν ρχονται π μεινον πργμα, δηλον παντ πλν τ θε. -αλλά τώρα πια είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω, κι εσείς για να ζήσετε. Ποιο από τα δύο είναι το καλύτερο, είναι άγνωστο σε μας. Μόνο ο Θεός το γνωρίζει. ( Τελευταία φράση της Απολογίας )



«Όντας απασχολημένος μ΄αυτό το έργο δεν ευκαιρώ ούτε για την πόλη να κάνω τίποτα αξιόλογο ούτε για την οικογένειά μου, αλλά βρίσκομαι σε φοβερή φτώχεια υπηρετώντας τον θεό»
«Σε μένα λοιπόν αυτό άρχισε να υπάρχει από τότε που ήμουνα παιδί, είναι μια εσωτερική φωνήπου ακούω, η οποία, όποτε την ακούω, πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω, και ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτε. Αυτή είναι που με εμποδίζει ν΄ασχοληθώ με την πολιτική. Και μου φαίνεται, ότι κάνει πάρα πολύ καλά που με εμποδίζει γιατί θα είχα αφανιστεί και ούτε εσάς θα είχα ωφελήσει σε τίποτα ούτε τον εαυτό μου»

Στον «Φαίδωνα» όμως ο Σωκράτης έρχεται κοντά στο θάνατο και τον γνωρίζει. Ο θάνατος είναι κι΄αυτός, όπως και ο έρως, ένας σύντροφος της ζωής που πρέπει να συμφιλιωθείς μαζί του. ΄Όλοι όσοι φιλοσοφούν αληθινά γνωρίζονται βαθιά με τον θάνατο
" «οδν γρ λλο πράττων γ περιέρχομαι πείθων μν κα νεωτέρους κα πρεσβυτέρους μήτε σωμάτων πιμελεσθαι μήτε χρημάτων πρότερον μηδ οτω σφόδρα ς τς ψυχς πως ς ρίστη σται»

Γιατί περιφέρομαι μην κάνοντας τίποτα άλλο από το να πείθω τους νεότερους και τους πιο ηλικιωμένους ανάμεσά σας να μη φροντίζουν ούτε για τα σώματά τους ούτε για τα χρήματά τους με τόσο πάθος, παρά μόνο για την ψυχή τους, πως θα γίνει καλύτερη.

Οι κατήγοροι του Σωκράτη

Άνυτος

Μέλητος

Λύκων

Οι επιδράσεις του Πλάτωνος στους μετέπειτα αιώνες

Ο Γάλλος ιστορικός της φιλοσοφίας Ζακ Σεβαλιέ τονίζει στο έργο του «Ιστορία της σκέψης» (1955) την κυρίαρχη παρουσία ή έστω ανταύγεια της πλατωνικής φιλοσοφίας σε ολόκληρο το Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση και στους Νεότερους χρόνους, ενώ ο Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς προβάλλει τον Πλάτωνα ως το τον πρώτο από τους τρεις θεμελιωτές του φιλοσοφείν.
Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι σαφώς επηρεασμένη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Ο μαθητής του Αριστοτέλης, εξ ίσου επιδραστικός με τον ίδιο, οδηγήθηκε στην ανάπτυξη τμήματος του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό. Η σχολή την οποία ο Πλάτωνας ίδρυσε το 387 π.Χ., η Ακαδημία, συνέχισε να ακμάζει ως τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., έχοντας όμως μετατραπεί σε σκεπτική σχολή μετά τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου.

Κατά την εποχή του Αυγούστου υπήρξε αναβίωση της πλατωνικής φιλοσοφίας, ο μεσοπλατωνισμός με εκπροσώπους όπως ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ενώ κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα ο μεσοπλατωνισμός άρχεσαι να μετατρέπεται σταδιακά, υπό την επίδραση του νεοπυθαγορισμού και του ερμητισμού στην κατεχόμενη από τους Ρωμαίους Αίγυπτο, στο κίνημα του νεοπλατωνισμού, με αρχικούς εκπροσώπους όπως ο Πλωτίνος, το οποίο είχε ιδεαλιστικό, μυστικιστικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα. Η Ακαδημία στην Αθήνα επανιδρύθηκε ως κέντρο νεοπλατωνικών μελετών κατά τον τέταρτο αιώνα.

Την ίδια εποχή, περίοδο έντονων θρησκευτικών ζυμώσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού στη Μεσόγειο, οι ακόλουθοι της αστικής ελληνορωμαϊκής θρησκείας αλλά και των ελληνικών μυστηριακών λατρειών συσπειρώθηκαν γύρω από τον νεοπλατωνισμό ως υπερασπιστή του μέχρι πρότινος επικρατούντος παγανισμού. Μεμονωμένοι νεοπλατωνικοί και παγανιστικοί πυρήνες επέζησαν ως τον έκτο αιώνα, οπότε και ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκλεισε με διάταγμα την Ακαδημία της Αθήνας (529 μ.Χ.). Μετά περίπου εννέα αιώνες το έτος 1439 ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων γράφει στη Φλωρεντία το πολύκροτο έργο του: Περί ν Αριστοτέλης πρός Πλάτωνα διαφέρεται που αποτέλεσε το έναυσμα της διαμάχης πλατωνικών και αριστοτελικών στο Βυζάντιο και στην Ιταλία. ΘΑΝΑΤΟΣ Ο Πλάτωνας πέθανε ήσυχα σε ηλικία 80 ετών.

ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ

 Ο πλατωνισμός επιβίωσε υπογείως καθ' όλον τον Μεσαίωνα, κρυμμένος σε μυστηριακά ρεύματα, έως ότου οι πρωτότυπες ιδέες του ήλθαν και πάλι στο φως και σχολιάστηκαν κατά την Αναγέννηση. Έτσι ούτε η νεότερη φιλοσοφική σκέψη έμεινε ανεπηρέαστη από αυτόν. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούνται πάνω σ' αυτές εκσυγχρονίζοντάς τες.

Ο ασφαλέστερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία είναι ότι αποτελεί μια σειρά υποσημειώσεων στα έργα του Πλάτωνα. (Alfred North Whitehead- 1861-1947) «Διαδικασία και πραγματικότητα (1929), επανέκδ. 1979»

/////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

ΠΗΓΕΣ



Στέλιος Ράμφος: Διαβάζοντας την Πολιτεία του Πλάτωνος ...



Πολιτεία του Πλάτωνα - Βικιπαίδεια

Πλάτων - Βικιπαίδεια





Δημοσίευση σχολίου