Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Ιερά Οδός, ο αρχαιότερος δρόμος της Ελλάδας



 

Ιερά Οδός, ο αρχαιότερος δρόμος της Ελλάδας.

Έτσι ήταν ο αρχαιότερος δρόμος της Ελλάδας, στα τέλη του 19ου αιώνα.


Εκεί ο Έλγιν, έκανε μια στάση για να αρπάξει τρεις ιωνικούς κίονες και ο Σικελιανός έγραψε ποίημα για τις ειδυλλιακές εικόνες που έζησε δίπλα στο ποτάμι.

Πρόκειται για έναν σπουδαίο δρόμο της αρχαιότητας που άντεξε μέσα στον χρόνο και έχει φωτεινή ιστορία.

Συνέδεε το Θριάσιο Πεδίο με τη Δυτική Πύλη της Αθήνας και πήρε αυτό το όνομα γιατί αποτελούσε τη διαδρομή που ακολουθούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων.

Κατά μήκος της διαδρομής υπήρχαν αρκετά μνημεία, κάποια από τα οποία έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.

Σήμερα, το μόνο τμήμα που διατηρεί κάποια στοιχεία από την αρχαία διαδρομή είναι το 1ο χλμ που συνδέει το ιερό της Αφροδίτης, στην Αφαία με τη Λίμνη Κουμουνδούρου.

 Η αρχική λήψη έγινε το 1870 και αποτυπώνει το τμήμα της οδού κοντά στο Δαφνί.

 Η επόμενη φωτογραφία είναι μεταπολεμική και έχει προσανατολισμό προς Αθήνα.

 Πρόκειται για την Ιερά Οδό που θεωρείται ο αρχαιότερος δρόμος της Αττικής και για πολλούς και της Ευρώπης.






Το πλάτος της Ιεράς Οδού ήταν πέντε μέτρα και σε πολλά σημεία υπήρχαν χτισμένες χτισμένες πέτρες εκατέρωθεν για να συγκρατούν τα νερά και να προφυλάσσουν το οδόστρωμα.

 Σε σημεία που γλιστρούσαν, λάξευαν σκαλοπάτια, ενώ έχει σωθεί επιγραφή από το 421 π.Χ. που μαρτυρά ότι οι ιερείς του ναού της Θεάς Δήμητρας, οι οποίοι τη συντηρούσαν, είχαν παραγγείλει τη κατασκευή γέφυρας στους Ρειτούς.


 
Ιερά Πύλη και Ηριδανός ποταμός. Από εκεί ξεκινά η αρχαία Ιερά Οδός.

Η Ιερά Οδός ξεκινούσε από το δίπυλο και την Ιερά Πύλη που βρισκόταν πριν από τον Κεραμεικό. Λίγο παρακάτω, στο σημείο που είναι σήμερα η διασταύρωση της Ιεράς Οδού με την Κωνσταντινουπόλεως ήταν η περιοχή ''Σκίρον'', τοποθεσία στην οποία κατέληγε μια πομπή από την Ακρόπολη κάθε Ιούνιο.

 Αυτό ήταν και το φυσικό όριο του ελαιώνα, ενώ σε μικρή απόσταση, εκεί που βρίσκεται η ''Γεωπονική'', υπήρχε η περίφημη «Ελιά του Πλάτωνα».
 Σε αυτό το τμήμα υπήρχαν ναοί και ιερά, με σημαντικότερο αυτό της Δήμητρας και της Κόρης, ενώ σε μικρή απόσταση ήταν η κοίτη του Κηφισού όπου υπήρχε γέφυρα.


Ο ναός του Αγίου Σάββα στην περιοχή, είναι κτισμένος πάνω στα ερείπια του ναού που ήταν αφιερωμένος στον Μειλίχιο Δία.
 
 
Απομεινάρι της αρχαίας Ιεράς Οδού, στην περιοχή ''Σκαραμαγκάς'', πλησίον της Λίμνης Ρειτών

Πλήθος ευρημάτων έχουν φέρει στην επιφάνεια οι αρχαιολογικές ανασκαφές στο Αιγάλεω, ενώ δεν είναι ακόμη γνωστό, το σύνολο των ευρημάτων που αποκάλυψε ο μετροπόντικας που έφτασε στην πλατεία Εσταυρωμένου.
 Είναι σίγουρο πως έχουν εντοπιστεί τρεις μεγάλοι σαρκοφάγοι, με θραύσματα αγγείου κι ένα σημαντικό τμήμα της Αρχαίας Οδού.
 Το πρώτο μνημείο που έβλεπαν οι επισκέπτες της Αθήνας, ήταν ο τάφος της Πυθιονίκης στο Χαϊδάρι, στο σημείο απ΄ όπου φαίνεται και σήμερα η Ακρόπολη, μπαίνοντας στην Αθήνα.

 
Ιερά Οδός, μπροστά στον ναό της Αφροδίτης, στην Αφαία Σκαραμαγκά [1937]

Ο Παυσανίας που περιγράφει την διαδρομή, αναφέρει ότι συνάντησε το Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί. Εκεί ήταν μία από τις πιο σημαντικές στάσεις της ελευσινιακής πομπής. Μάρτυρας της ύπαρξης του ναού, αποτελεί ο κίονας που είναι εντοιχισμένος στη Μονή Δαφνίου.

 Τους υπόλοιπους τρεις, τους είχε αρπάξει ο Έλγιν και τους είχε μεταφέρει στο  Λονδίνο.

 Την ύπαρξή τους είχε επιβεβαιώσει και ένας άλλος Άγγλος περιηγητής και αρχαιολόγος, ο Edward Dodwell (1767-1832), που πέρασε από το Δαφνί το φθινόπωρο του 1805.

Ανέφερε ότι υπήρχαν μερικοί μικροί ιωνικοί κίονες με τα κιονόκρανά τους. Οι κίονες σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο μαζί με την υπόλοιπη ''κλεμμένη Ελλάδα''.


 
Ο κίονας στην Μονή Δαφνίου από το Ιερό του Απόλλωνα. Τρεις απ' αυτούς, άρπαξε ο Έλγιν. Σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο.

Η Ιερά Οδός συνεχίζονταν μέχρι την Ελευσίνα και πριν από τον Σκαραμαγκά βρισκόταν σε λόφο το ιερό της Αφροδίτης. Μετά το ιερό ήταν τα ρέματα στους Ρείτους και η κοίτη του Κηφισού προς την Ελευσίνα που πλημμύριζε και τότε.
 Εκεί, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ανδριανός έφτιαξε γέφυρα με τέσσερα τόξα για να γλιτώσουν οι κάτοικοι και οι καλλιέργειες από τα νερά. Το φυσικό τοπίο που περιέβαλε την Ιερά Οδό δεν άλλαξε σημαντικά από την αρχαιότητα έως τις αρχές του 20ου αιώνα, όπως καταδεικνύουν πλήθος από φωτογραφίες, γκραβούρες και καρτ ποστάλ.

 
Η ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ στο  Δαφνί προς Σκαραμαγκά. Φωτογραφία του 1882.

 
Καρτ ποστάλ με άποψη της Ιεράς Οδού

Η αρχαία οδός που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα, παρέμενε για αιώνες ένας πανέμορφος δρόμος που προσφερόταν για περίπατο, πέρα από την κάλυψη των συγκοινωνιακών αναγκών.

Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημα που αφιέρωσε στην Ιερά Οδό, αναφέρει ότι επέλεξε τον συγκεκριμένο δρόμο για να «ν΄ αρμέξει ζωή από τον έξω κόσμον», αγναντεύοντας το όμορφο τοπίο και χαζεύοντας τους πλανόδιους και τους αρκουδάδες.

 Η περιγραφή του, εντυπωσιάζει και συγκινεί:

«Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα σα δρόμος της Ψυχής. Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν, με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.«

 Οι λόγοι για τους οποίους η σημερινή εικόνα της Ιεράς Οδού, δεν έχει καμία σχέση με αυτή, της καρτ ποστάλ και της περιγραφής του Σικελιανού, είναι πολλοί και δυσάρεστοι.
 Άλλωστε και ο ποιητής, που έγραψε το συγκεκριμένο ποίημα το 1935, ήθελε να δείξει τη βαρβαρότητα του ανθρώπου που καταστρέφει τη φύση, τη Μεγάλη Θεά, την αιώνια υποδούλωσή του.

 
Άγγελος Σικελιανός

Ακολουθεί το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Ιερά Οδός»:




ερ δός



(1935)





π τ νέα πληγ πο μ᾿ νοιξεν μοίρα
μπαιν᾿ λιος, θαρροσα, στν καρδιά μου
μ τόση ρμή, καθς βασίλευε, πως
π ραγισματιν αφνίδια μπαίνει
τ κύμα σ καράβι π᾿ λοένα
βουλιάζει.

Γι κενο πι τ δείλι,
σν ρρωστος, καιρό, πο πρωτοβγαίνει
ν᾿ ρμέξει ζω π᾿ τν ξω κόσμον, μουν
περπατητς μοναχικς στ δρόμο
πο ξεκιν π τν θήνα κ᾿ χει
σημάδι του ερ τν λευσίνα.
Τί ταν γι μένα ατς δρόμος πάντα
σ δρόμος τς Ψυχς.

Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοσε δθε
ργ συρμένα π τ βόδια μάξια
γεμάτα θεμωνις ξύλα, κι λλα
μάξια, γοργ πο προσπερνοσαν,
μ τος νθρώπους μέσα τος σν σκιους.

Μ παραπέρα, σ ν χάθη κόσμος
κ᾿ μειν᾿ φύση μόνη, ρα κι ρα
μίαν συχία βασίλεψε. K᾿ πέτρα
π᾿ ντίκρισα σ μία κρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ταν
π᾿ τος αἰῶνες. K᾿ πλεξα τ χέρια,
σν κάθισα, στ γόνατα, ξεχνώντας
ν κίνησα τ μέρα ατ ν πρα
αἰῶνες πίσω ατ τν διο δρόμο.

Μ νά· στν συχία ατή, π᾿ τ γύρο
τν κοντινό, προβάλανε τρες σκιοι.
νας τσίγγανος γνάντια ρχόταν,
κα πίσωθέ του κλούθααν, μ᾿ λυσίδες
συρμένες, δυ ργοβάδιστες ρκοδες.

Κα νά· ς σ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
κα μ᾿ εδε Γύφτος, πρν καλ προφτάσω
ν τν κοιτάξω, τράβηξε π᾿ τν μο
τ ντέφι καί, χτυπώντας το μ τό να
χέρι, μ τ᾿ λλον συρε μ βία
τς λυσίδες. K᾿ ο δυ ρκοδες τότε
στ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.

μία,
(τανε μάνα, φανερά), μεγάλη,
μ πλεχτς χάντρες λο στολισμένο
τ μέτωπο γαλάζιες, κι π πάνω
μίαν σπρη βασκαντήρα, νασηκώθη
ξάφνου τρανή, σν προαιώνιο νά ταν
ξόανο Μεγάλης Θες, τς αώνιας Μάνας,
ατς τς διας πο ερ θλιμμένη,
μ τν καιρν ς πρε νθρώπινη ψη,
γι τν καημ τς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα δ, γι τν καημ το γιο της
πι πέρα ταν λκμήνη Παναγία.
Κα τ μικρ στ πλάγι της ρκούδι,
σ μεγάλο παιχνίδι, σν νίδεο
μικρ παιδί, νασκώθηκε κ᾿ κενο
πάκοο, μ μαντεύοντας κόμα
το πόνου του τ μάκρος, κα τν πίκρα
τς σκλαβις, πο καθρέφτιζεν μάνα
στ δυ πυρά της πο τ κοίτααν μάτια!

λλ᾿ ς π τν κάματον κείνη
κνοσε ν χορέψει, Γύφτος, μ᾿ να
πιδέξιο τράβηγμα τς λυσίδας
στο μικρο τ ρουθούνι, ματωμένο
κόμα π᾿ τ χαλκ πο λίγες μέρες
φαινόνταν πς το τρύπησεν, αφνίδια
τν καμε, μουγκρίζοντας μ πόνο,
ν ρθώνεται ψηλά, πρς τ παιδί της
γυρνώντας τ κεφάλι, κα ν ρχιέται
ζωηρά.

K᾿ γώ, ς κοίταζα, τραβοσα
ξω π᾿ τ χρόνο, μακρι π᾿ τ χρόνο,
λεύτερος π μορφς κλεισμένες
στν καιρό, π γάλματα κ᾿ εκόνες·
μουν ξω, μουν ξω π τ χρόνο.

Μ μπροστά μου, ρθωμένη π τ βία
το χαλκ κα τς μοιρης στοργς της,
δν βλεπα λλο π᾿ τν τρανν ρκούδα
μ τς γαλάζιες χάντρες στ κεφάλι,
μαρτυρικ τεράστιο σύμβολο λου
το κόσμου, τωρινο κα περασμένου,
μαρτυρικ τεράστιο σύμβολο λου
το πόνου το πανάρχαιου, π᾿ κόμα
δν το πληρώθη π᾿ τος θνητος αἰῶνες
φόρος τς ψυχς.

Τί τούτη κόμα
ταν κ᾿ εναι στν δη.

Κα σκυμμένο
τ κεφάλι μου κράτησα λοένα,
καθς στ ντέφι μέσα ριχνα, σκλάβος
κ᾿ γ το κόσμου, μι δραχμή.

Μ ς, τέλος,
τσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξαν τς δυ ργοβάδιστες ρκοδες,
κα χάθηκε στ μούχρωμα, καρδιά μου
μ σήκωσε ν ξαναπάρω πάλι
τ δρόμον πο τέλειωνε στ ρείπια
το ερο τς Ψυχς, στν λευσίνα.
K᾿ καρδιά μου, ς βάδιζα, βογγοσε:
«Θά ρτει τάχα ποτέ, θ νά ρτει ρα
πο ψυχ τς ρκούδας κα το Γύφτου,
κ᾿ ψυχή μου, πο Μυημένη την κράζω,
θ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ς προχωροσα,
κα βράδιαζε, ξανάνιωσα π᾿ τν δια
πληγή, πο μοίρα μ᾿ νοιξε, τ σκότος
ν μπαίνει ρμητικ μς στν καρδιά μου,
καθς π ραγισματιν αφνίδια μπαίνει
τ κύμα σ καράβι πο λοένα
βουλιάζει. Κι μως τέτοια ς ν διψοσε
πλημμύραν καρδιά μου, σ βυθίστη
ς ν πνίγηκε κέρια στ σκοτάδια,
σ βυθίστηκε κέρια στ σκοτάδια,
να μούρμουρο πλώθη πάνωθέ μου,
να μούρμουρο,
κ᾿ μοιαζ᾿ λλε:

«Θ ρτει.»

(π τ Λυρικς Βίος, E, καρος 1968)


======================================================


ΠΗΓΗ










Δημοσίευση σχολίου