Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Νίκος Καρούζος




 Αποτέλεσμα εικόνας



Βαθμίδες

1.

τανε λο τ πρω σημαιοστολισμένο
κα τραγουδοσα.
λοένα ρχονται πι
σν π νώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια ν βρ τν αθουσα
πρέπει ν μιλήσω σ τόσους
φίλους με τ αώνια τώρα μάτια.
Κινεται δρόμος πρς τ μεσημέρι.

2.

ν εδατε τ μοναξι ποτ πίσω π᾿ τ τζάμι
ν σς πειλε
μ᾿ να μαχαίρι σιωπ
πο ργ θ σχίσει τ δικ σας στθος
πως φάντασμα τν πόρτα περν
μ γελαστ τ ξογκωμένα μλα
κα ν στέκει-
θ μ γαπήσετε, εναι γυμν
σαρώθηκε ατ τ μεσημέρι.

3.

λα κοστίζουν να παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τν ρωτα κ᾿ κενα τ νειρα
λα στν κάτω γειτονι κα πές: Κορόνα γράμματα
κε πο χάνεται ψυχ ν βυθιστες.
Θέλω ν᾿ κούσεις τ μεγάλο μυστικ
γι πάντα πέφτει καρπς π᾿ τ δέντρο.
ντούτοις κε πο χάνεται δρόμος
ν τραβήξεις.
,τι ν σ καλέσει
δν εναι γι πιστροφ
τ δάκρυα κι πόνος κοφτερς
εναι μέσ᾿ στ παιχνίδι.
ποιες φωνς κούσεις μ σ παρασύρουν
σφάξε τ μι μορφι ν πιε τ αμα λλη.
Κορόνα γράμματα ν παίξεις
τς ρες κα τ χρόνια
μόνος με τν ρημο ντίπαλο.


ρθοδοξία

Γλυκ πο εναι τ σκοτάδι στς εκόνες τν προγόνων
μωμα χέρια μεταληπτικ
ροχα πο τ᾿ δραξεν γαλήνη κα δ γνωρίζουν νεμο
βαθι τ λέησον π᾿ τος υλους βράχους
τ μάτια σν καρπο εωδτοι.
Κι ψάλτης λόσωμος νεβαίνει στ πλατάνι τς φωνς
καημένε κόσμε
θυμίαμα γαλάζια σμ κι καπνς σημένιος
κερ ν στάζ λοένα στ παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σ βγαίνουν - χαρ πρώτη - μ τ Εαγγέλιο κα μ τς λαμπάδες
κ᾿ στερα μεγάλη χαρ ν συντροφεύουν τ᾿ για...
παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ᾿ σπρο του φελόνι
καλς πατέρας κα καλς παππος μ τ σιρόκο στ γενειάδα
χρόνια αἰῶνες χρόνια κα νιάτα πχει μορφιά!...

ναστρη φωτεινότητα

νθρωπος πο εσόρμησε πι στν πώτερη θλίψη
μ δίχως στω να τριαντάφυλλο
μ᾿ κενα τ᾿ κατέργαστα στν χρα μεινεσμένα μάτια
στ μισοσκέπαστο ρημόκκλησο σέρνοντας
τ μεγάλη νάπηρη σιωπ στ καροτσάκι τς μιλίας
νέκαθεν ξερε τν σωστη κατάσταση-: πς εμαστε
καθημαγμένοι ρασιτέχνες το Πραγματικο
μ᾿ να μυστήριο πο βεβηλώνει τ διάνοια διχάζοντας
πρν δορ τς θάλασσας σηκώσει τ νάστημα το δη.

Πολύκρουνη θύελλα σπάζει τ ματογυάλια της κι μέγας
τρόμος δράχνει τ μελλούμενα
σχηματίζοντας ποστήματα στ μνήμη.
Κατάχαμα τς σίγαστης σιγς να κινούμενο
κειμήλιο-σκουλκι.

ζω πο μικραίνει: μεγάλη λήθεια.
Στν πο πιάνει τ τσαπ γίνεται τσάπισμα
στν πο πίνει τ νερ γίνεται πιόμα.
ρχεται αρ ειπάρθενο προφέροντας ρώματα
κρατε μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστ
στ παιθρα τς νύχτας
τ σημεο το γκιώνη πο εν᾿ γνωστο πέρα...


Αφνης

Ατ πο λέμε νειρο δν εν᾿ νειρο
πο πλατι πραγματικότητα δν εναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μ κε κιόλας πάρχω πόλυτα,
σν τ σύννεφο πο λλάζει στ νωθρ δευτερόλεπτα
ντας μονάχα κάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δν παραγνώρισε τ θήραμα
κα πάπια δν παψε ν πιπιλίζει τ λάσπη·
τ χταπόδι βγαίνει π᾿ τ ρηχ θαλάμι του μ γαλαζόπετρα
στ ξέφωτα τίγρη λησμονιέται νεπίληπτα.
Νυχτώνει κα σήμερα. γωνία
λέει πάλι: θ βοσκήσω τ μαρο.


χρησιμότητα τς πειλς

χουν ρχίσει ν μ κυκλώνουν πικίνδυνα ο ρες.
κούω τ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν νήσυχα χορικά.
Πρέπει ν ζήσω τς ντίστροφες δυνάμεις.
καρδιά μου - τρομαχτικότερη σελήνη!

 ==================================



Ο δικός μου Νίκος Καρούζος

 Μνήμη της διαφοράς

 5.6.2013 






Δεν έτυχε να γνωρίσω ποτέ τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Και θα ήταν μάλλον αδύνατο γενικώς, εφόσον, όταν αυτός απεβίωσε το 1990, εγώ ήμουν 16 ετών. Έχω έρθει σε επαφή όμως με τόσους πολλούς ανθρώπους που τον συναναστρέφονταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ώστε μπορώ να λέω μέσα μου ό,τι σχεδόν τον γνώρισα. 

Ο "δικός μου" Νίκος Καρούζος δεν είναι εκείνος που έπαιζε τάβλι με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Είναι ένας παρηκμασμένος μέθυσος που έγραφε στιχάκια σε χαρτοπετσέτες για να τον κεράσουν μπίρες στο Dada στα Εξάρχεια.

Δεν είναι ο ποιητής που τά'χε κάνει πλακάκια με τους σοφούς του κράτους αυτού (μια αναφορά εδώ στον Βολφ Μπίρμαν), περιφερόμενος σε πρεμιέρες της Επιδαύρου και του Ηρωδείου.

 

Ο δικός μου Νίκος Καρούζος Είναι ένας εξαιρετικά δύστροπος άνθρωπος που δεν παραδεχόταν καμία γυναίκα τραγουδίστρια πλην της ρεμπέτισσας Ιωάννας Γεωργακοπούλου. Πού από το εκκεντρικό μένος του δεν ξέφυγαν ούτε η Χάρις Αλεξίου, αλλά ούτε και η Φλέρυ Νταντωνάκη, ασχέτως αν την τελευταία την άκουγε με δέος τα βράδια στον Πύργο των Αθηνών του Σκούρτη.

Ένας καραβοτσακισμένος, μα πάντα ομορφάντρας, ο πιο φανατικός μισογύνης, δίχως να είναι ούτε κατά διάνοια ομοφυλόφιλος.

Ο "δικός" μου Νίκος Καρούζος δε χαριζόταν σε κανένα συνάδερφο του, όσες περγαμηνές και αν είχε στις αποσκευές του. Τραβούσε τα ξημερώματα σκνίπα στο μεθύσι για το Κολωνάκι, προπηλακίζοντας κι αυτόν τον μέγα Ελύτη κάτω από το μπαλκόνι του. Κι εκείνος έβγαινε από την ησυχία του, άνοιγε τα χέρια του και ρωτούσε με ήρεμη φωνή έχετε τίποτα μαζί μου, κύριε Καρούζο; Οι δύο ποιητές εν ώρα γήινης μάχης, ο ένας κάτω, και ο άλλος πάνω, στο μπαλκόνι της οικίας του!

Δεν είναι ποιητής που περίμενε την έμπνευση και τον ποιητικό οίστρο για να γράψει. Είναι αυτός που πιανόταν από μια λέξη ανθρώπων που είχαν τη συμπάθεια του και τη συνέχιζε σε κανονικό ποίημα. Ποιος εκδοτικός οίκος άραγε θα βρει και θα εκδώσει αυτά τα λαμπρά ποιήματα τής, προ του τέλους, περιόδου του; Σε ποια συρτάρια λούμπεν στοιχείων των Εξαρχείων κιτρινίζουν και ξεφτίζουν;

Ο "δικός μου" Νίκος Καρούζος δεν είναι ποιητής που του αποσπάς εύκολα την ευγένεια. Αντιθέτως, νικιέται μόνιμα από μιαν ολοκληρωτική έλλειψη τακτ και καθωσπρεπισμού. Είναι αυτός που κάποτε, πάλι στο Dada, τον γνώρισαν δύο λάτρεις του έργου του, γιατροί στο επάγγελμα. Πού τα βρήκαν μια χαρά μαζί του, πού τους έγραψε στιχάκια επί τόπου, για πάρτη τους, προς μεγάλη τους τιμή, μέχρι που αυτοί θεώρησαν ότι δικαιούνται να του κάνουν και μιαν άσκημη κριτική. Τους ανόητους! Ένα ολίγον αρνητικό σχόλιο τους για το Χαρμόσυνο λάβδανο του, έκανε τον ποιητή να μετατραπεί σε θηρίο, να τους δείξει έναν προς έναν με το δάχτυλο του, ουρλιάζοντας Στον πούτσο μου σας γράφω, κύριοι! Το καταλαβαίνετε; Στον π ο ύ τ σ ο μου!!! 

 

Ο"δικός μου" Νίκος Καρούζος μπορεί να χτυπήθηκε από τον καρκίνο και να άφησε την τελευταία του πνοή σ' ένα αξιοπρεπές νοσοκομείο, προηγουμένως όμως είχε προλάβει να αλλάξει δεκάδες σπίτια και συνοικίες, βιώνοντας με τα όλα του τη δυσκολία του μεγαλείου του περιθωρίου και ξεχασμένος εντελώς από την επίσημη πολιτεία. 

Ποιος ξέρει, αν οι στίχοι του Νίκου Καρούζου είχαν γίνει τραγούδια μεγάλης ή μικρής κατανάλωσης να μην έφευγε έτσι. Ούτε να τα έβαζε με τον πρώτο τυχόντα, αλλά ούτε και με τον Οδυσσέα Ελύτη. 

Αυτός ήταν! Δεν πέρασα ποτέ από δίπλα του, όμως χαίρομαι που φυλάσσω μέσα μου αυτήν του την τόσο διαφορετική και ομολογουμένως αλλοπρόσαλη εικόνα και μνήμη.

 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2008 στο προσωπικό μου blog και λίγο αργότερα στον ιστότοπο Ποιείν. Έκτοτε δεν έχει σταματήσει να αναδημοσιεύεται σε διαδικτυακές ποιητικές - λογοτεχνικές σελίδες. Ας αναπαυθεί τώρα στο Προσκλητήριο Νεκρών, την τελευταία κατοικία του... 


 =======================================



Νίκος Καρούζος: «Η ποίηση σπαρταρά να επιστρέψει». Για την έκδοση με τα αδημοσίευτα ποιήματά του, που μόλις κυκλοφόρησε 

28.1.2015  



ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ 





Με πόσους τρόπους θα μπορούσε να γίνει η προαναγγελία μιας μεταθανάτιας έκδοσης ποιημάτων; Τι καλύτερο από έναν αυτόπτη μάρτυρα της ίδιας της ποιητικής διεργασίας; Πριν πέντε χρόνια, πρώην σερβιτόρος σε παλιό καφενείο της Αλεξάνδρας μου μίλησε για έναν εκλεκτό θαμώνα-ποιητή που έγραφε με μανία σε χαρτοπετσέτες, πακέτα από τσιγάρα, αποδείξεις, και τέλος πάντων σε όποιο χαρτί βρισκόταν πρόχειρο μπροστά του. Άλλα τα έσκιζε, άλλα του έδινε να τα πετάξει ή του τα χάριζε. Έγραφε, έσκιζε, πέταγε, χάριζε... Κι ο σερβιτόρος σιχτίριζε τον εαυτό του που δεν είχε τη θεία πρόνοια να τα κρατήσει. Ο ποιητής δεν ήταν άλλος φυσικά από τον Νίκο Καρούζο.

Ο ίδιος άνθρωπος μου ανέφερε τότε για την έκδοση με τα ανέκδοτα ποιήματά του που ετοίμαζε ο Ίκαρος. «Ψάχνουνε για τα χαμένα του...» μου είπε. Μία έκδοση που είχε ανακοινωθεί ήδη από το 2009 και κυκλοφόρησε μόλις πριν περίπου ένα μήνα, με τον τίτλο «Οιδίπους Τυραννούμενος και άλλα ποιήματα», σε φιλολογική επιμέλεια Μαρίας Αρμύρα και με σύμβουλο έκδοσης τον Ευγένιο Αρανίτση.

Είναι γνωστό πως ο Νίκος Καρούζος είχε τη συνήθεια να χαρίζει πολλά από αυτά που έγραφε σε φίλους του, να τα προσφέρει εν είδει δώρου σε επισκέψεις, να τα αφιερώνει σε αγνώστους. Κάποια από αυτά τα αδέσποτα ποιήματα βλέπουν τώρα για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, συγκεντρωμένα σε έναν τόμο –ποιήματα από τα αρχεία του Γιώργου Σκούρτη, της Αθηνάς Παπαδάκη, του Ευγένιου Αρανίτση, της Μαρίας Γιαγιάννου, του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, της Λέλης Μπέη κ.α., – μαζί με τα ποιήματα των πρώτων του συλλογών που δεν είχε συμπεριλάβει ο ίδιος στον συγκεντρωτικό τόμο του 1961 «Ποιήματα», με εκείνα που είχαν δημοσιευτεί από τον ίδιο σε περιοδικά και εφημερίδες αλλά δεν είχαν ενταχθεί σε συλλογές και με ποιήματα που δημοσίευσαν τρίτοι μετά τον θάνατό του. Η έρευνα φυσικά δεν σταματά εδώ. «Δεν έχει stop η ποίηση», όπως λέει κι ο ίδιος.

Η έκδοση αυτή αποτελεί μία ακόμα σημαντική ψηφίδα στο μωσαϊκό της ποίησής του, μαζί με τις συλλογικές εκδόσεις των ποιημάτων του, (Τα Ποιήματα Α΄ και Β΄) τις συνεντεύξεις και τα πεζά του (όλα από τις εκδόσεις Ίκαρος), επιτρέποντας να βγάλουμε χρήσιμες παρατηρήσεις για την επεξεργασία που επεφύλασσε στα ποιήματά του – όπως τις διαφοροποιήσεις που έκανε στο ίδιο ποίημα από συλλογή σε συλλογή και πως χρησιμοποιούσε στίχους τμηματικά σε άλλα– και το πως επέλεγε να τα δημοσιεύει. Ο τόμος είναι κατατοπιστικότατος, με εκτενές παράρτημα, επεξηγηματικές σημειώσεις για τον χρόνο δημοσίευσης κάθε ποιήματος και βιβλιογραφικές λεπτομέρειες που αφορούν την κάθε δημοσίευση.

Ο «Οιδίππους τυραννούμενος», το συγκλονιστικό ποίημα που έδωσε και τον τίτλο στην έκδοση, θα μπορούσε να είναι εισαγωγικό και για όλο τον τόμο αλλά και η προσωπική του Νέκυια: 

Εζούσα τις πιο βαθιές μου λεπτομέρειες 
καθώς αργά ο έρμος 
διανύω την κόλαση 
περιμένοντας καρπούς απ' τα ψέματα πάλι 
την όσφρηση του βίαιου μυαλού μου κι ο θάνατος 
αχολογούσε άρωμα μητέρας 
βόσκοντας έρωτα στην αναισθησία 
των άστρων ανεπαίσχυντα. 
Λοιπόν η άβυσσος ο καταπιώνας που δεν κοπάζει. 
Δικό μου είναι αυτό το βιβλίο η δάκνουσα λαλιά 
κι η ανάγνωση. 
Δεν έχω κανένα δικαίωμα στην ευτυχία.

Τι κι αν η «δάκνουσα λαλιά» του είναι εδώ κοφτερή όσο ποτέ, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τη φενάκη της υστεροφημία: 

Να ανταλλάζεις νομίσματα-στίχους
 με απουσία · 
η χειρότερη μορφή να αναπνέουμε.

«Ευλογημένες οι λέξεις που περιμένουν τον αναγνώστη τους για χρόνια» έγραψε ο Ευγένιος Αρανίτσης, όσο ακόμα προετοιμαζόταν αυτή η έκδοση. Και δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτή ένα δώρο που μας χαρίζεται μετά θάνατον, σαν όλα αυτά τα ποιήματα που απλόχερα μοίραζε σε φίλους. Η ποίηση του Καρούζου σπαρταρά να επιστρέψει και φυσικά δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα, αν θυμηθούμε τι λέει σε μια απ' τις πρώτες του συλλογές, απ' τους πορτοκαλεώνες της δικής του «Ασίνης», σαν απάντηση σε αυτή του Σεφέρη: 

Πράξε τ' αστέρια 
όπως το ψάρι σπαρταρά έξω απ' τη θάλασσα 
ζητώντας να γυρίσει καθώς με λέξεις 
η ποίηση σπαρταρά να επιστρέψει.

Η αφετηρία αυτής της ατέρμονης πορείας και πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση έγινε με το ποίημα «Σίμων ο Κυρηναίος» στο περιοδικό «ο Αιώνας μας» το 1949, αν και είχε ήδη στείλει κάποια ποιήματα στο περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα γενιά». Με παππού, καθώς και πατέρα, δάσκαλο, ο Νανάκος, όπως τον έλεγαν οι δικοί του, μέσα στα γράμματα από μικρός, όχι μόνο γιατί του κληροδότησαν μία σπουδαία βιβλιοθήκη αρχαίων και βυζαντινών, όχι μόνο γιατί έμαθε να διαβάζει από τα τέσσερα, αλλά και γιατί γεννήθηκε στο Ναύπλιο της Αργολίδας όπου ο Δαναός έφερε τα γράμματα. Οι αριστερές του καταβολές θα γίνουν αιτία να εξοριστεί σε Ικαρία και Μακρόνησο. Τις σπουδές του στη Νομική θα τις εγκαταλείψει σύντομα και δεν θα ασχοληθεί με τίποτα άλλο εξόν της ποίησης, μια ζωή αποκλειστικά αφιερωμένη και βιωμένη μέσω αυτής. Αδιάφορος για τα οικονομικά ζητήματα, ζούσε σχεδόν μόνιμα σε καθεστώς ένδειας στο υπόγειο της Σούτσου της πλατείας Μαβίλη, απ' όπου ασκήτευε στην ποίηση και εξορμούσε εν ονόματι της γλώσσας:

Μιλώ από ένα υπόγειο· 
μιλώ απ' το υπερώο της Ελλάδας.

Αν επιχειρήσει κανείς μία εγκάρσια τομή στο έργο του, παθαίνει ίλιγγο από την αντίστιξη, τα δυσθεώρητα ύψη και τα απροσμέτρητα βάθη, χαζεύει την εξέλιξη από τη θρησκευτικότητα μέχρι την απόλυτη εκμηδένιση της γλώσσας: ο παρεξηγημένα «θρησκευτικός» ποιητής με τα ιδιότυπα βυζαντινά χρώματα που αγγίζουν έναν παγανιστικό ερωτισμό. Ο επαναστάτης αναρχικός κυνικός «σκύλος» –anar-chien– που καταργεί δόγματα και «θολά μαντεία». Ο δημιουργός της ποιητικής σύνθεσης της «Κροστάνδης» που κλείνει τους λογαριασμούς του με τις ιδεολογίες και την αποτυχία τους και αποτίνει φόρο τιμής στους πραγματικούς επαναστάτες της Άνοιξης. Ο ιστορικός Καρούζος του Βαρβαρόσσα, του Ιησού, του Οιδίποδα, του Λένιν, του Μαρξ, του Γκάντι. Ο ερωτικός Καρούζος που, ωστόσο, παραδέχεται πως «τι να σου κάνει αυτός...» –ο έρωτας – βάζει απλά «λίγα παγάκια στη μελαγχολία μου» και δεν αρκεί για να κατευνάσει την υπαρξιακή αγωνία του.

Ποίηση φυσική και όχι μεταφυσική, όπως συχνά λέγεται. Δεν είναι τοποθετημένος στο επέκεινα ο Καρούζος αλλά επιθυμεί να διεισδύσει στην ύλη:

τίποτα πιο υπερφυσικό 
απ' το ίδιο το φυσικό 

Ποίηση εξαρθρωμένη. Κανείς άλλος δεν πήγε τόσο μακριά τη γλώσσα όπως ο Καρούζος, δεν την κατακερμάτισε, δεν έπαιξε τόσο με τα όριά της, δεν κατακρεούργησε τα νοήματά της. Μία γλώσσα αποσυντιθεμένη που διακρίνονται τα δομικά της υλικά. Ποιος έκανε την υπέρβαση, αν όχι αυτός;

Ποιος ασφυκτιά τόσο μέσα στη γλώσσα από το πεπερασμένο της, αν όχι αυτός; 

έτσι κι αλλιώς η γλώσσα είναι ασέλγεια πάνω στο 
Είναι.

Ποίηση θραυσματική. Ελάχιστα τα πολύ γνωστά ποιήματα του Καρούζου που θυμόμαστε αυτοτελή, όπως «ο Μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα», «Η εμφάνιση του Γιάννη Μακρυγιάννη μέσα στ' όνειρο μιας άθλιας Πέμπτης», «Στον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ», ο «Ρομαντικός επίλογος», «Ο Σολωμός στ' όνειρό μου». Ένα συνεχές ποίημα για την ύπαρξη είναι αυτό που γράφει από σπαράγματα της κατακερματισμένης αγωνίας του που συγκροτεί όμως όλο μία ενότητα.

Ποίηση αναρχική. Ο Σαλάμοφ έλεγε πως γράφοντας προσπαθούσε όχι μόνο να είναι πιο αριστερά από την ίδια την αριστερά αλλά και πιο αληθινός από την ίδια την αλήθεια. Έτσι και ο Νίκος Καρούζος πήγε πέρα και από την Αριστερά και από την Αλήθεια. Βαθιά αναρχικός –φύσει και θέσει– ποιητής. Αν και ξεκίνησε στους κόλπους της αριστεράς, αν και πλήρωσε με εξορίες την αντιστασιακή του δράση, ξέφυγε γρήγορα από τις αγκυλώσεις της και παρέμεινε πάντα μακριά από οποιαδήποτε έννοια στράτευσης. Δήλωνε αντι-εξουσιαστής και αντίθετος στην ατομική ιδιοκτησία. Ανένταχτος και αποσυνάγωγος, αλλεργικός σε κάθε είδους δογματισμούς. Η στράτευση η δικιά του πάντα στο πλευρό της ποίησης:

πρέπει να το ξέρεις πως εγώ 
τα δόγματα ή τα καίω ή τα κοπρίζω 

Ποίηση αυτοαναιρούμενη. Το μαύρο χιούμορ και ο σαρκασμός του, βασικά συστατικά της τραγωδίας του, διατρέχουν υπόγεια όλη την ποιητική του και του επιτρέπουν να μειδιά ειρωνικά στο κοστούμι του «διανοούμενου» και στο ρόλο της ποίησης που πάνε να της φορτώσουν άλλοι: 

Μου φαίνεται πως ένα καλό ξύσιμο 
διαρκείας λυτρώνει περισσότερο απ' την ποίηση.

 Ποίηση δυσπρόσιτη. Ποια είναι όμως πραγματικά η δυσκολία αποκρυπτογράφησής της; Οι γλωσσικές ακροβασίες, οι νεολογισμοί, οι συντακτικές ασυνέχειες, η συχνά κάθετη νοηματική ανάπτυξη του ποιήματος, η γλώσσα του που ξεφορτώνεται αδιαμαρτύρητα το εννοιολογικό της φορτίο; Οι πολλές ιστορικές, μυθολογικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές αναφορές; Η εγγενής σκοτεινιά του; Η αδυναμία ταξινόμησής του; Ίσως όλα αυτά μαζί και πρωτίστως ό, τι δηλώνεται εδώ:

είμ' ένα ράμφος νευρωτικά χωμένο στο αίνιγμα

Ίσως η πραγματική δυσκολία να έγκειται στο ότι ο Καρούζος είναι βαθιά χωμένος μέσα στο άρρητο, κάτι που μας βγάζει απ' την άνεσή μας. Τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια μας, ουρλιάζει μέσα στην απόγνωση και καταδεικνύει πόσο ανούσια είναι όλα αυτά που κάνουν υποφερτή την ύπαρξη:

πάλι τα ρούχα μου σήμερα στο καθαριστήριο 
πάλι σιδέρωμα για λανθασμένο αύριο 
δεν είμαστε στα καλά μας να υπάρχουμε έτσι 
ανελέητα.

Ανοίγει διάπλατα το παράθυρο στο νόημα, αποκαλύπτοντας πως δεν υπάρχει νόημα. Σε αντίθεση με άλλους, δεν αφήνει κανένα δεκανίκι. Προσπερνά όλα αυτά που φαντάζουν ουσιώδη και αφήνει γυμνή την ερημιά:

Τι μένει από όλα αυτά; 
Μερικά βλακώδη κόκαλα.

Δεν αντέχεται για πολύ, γιατί ξεμπροστιάζει τα ψέματα της ύπαρξης και σκίζει το καταπέτασμα του μυστηρίου. «Εσαεί νήπιος» ο Καρούζος, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, εισέρχεται μέσα στις λέξεις αθώος, με παραδείσια έκπληξη και απαιτεί να εισέλθουμε στην ποίησή του γυμνοί από κάθε λεκτική προγύμναση, να ξεμάθουμε κάθε κανόνα που ξέραμε και να δούμε την αλληλουχία των λέξεων και των νοημάτων με άδολη ματιά:

Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την
 αλήθεια
 λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ' ένα άγραφο
 βλέμμα.

Γιατί δεν ανήκει στη χορεία των μεγάλων ο Καρούζος; Γιατί, αναλογιζόμενοι το μέγεθός του, δεν τον τοποθετούμε στη γραμμή εκείνη που εκτείνεται από τον Κάλβο και τον Σολωμό μέχρι τον Σεφέρη και τον Ελύτη; Η απουσία του εθνοκεντρισμού, σαν απαραίτητη προϋπόθεση για να συμπεριληφθεί κάποιος στην ομάδα των επιλέκτων, είναι η πιο πιθανή απάντηση στο ερώτημα. Δεν ήταν αυτό το κέντρο της ποίησής του αλλά η πανανθρώπινη αγωνία:

Τώρα μ' ένα ούρλιασμα γίνομαι παγκόσμιος. 
Αυτό μεινέσκει παναθρώπινο.

Μία άλλη απάντηση στην εκκωφαντική σιωπή γύρω από το όνομά του είναι η μόνιμη τάση του ίδιου να αυτοϋπονομεύεται και η αλλεργία του σε κάθε είδους ένταξη. Δεν ήταν καν τοτέμ της Αριστεράς, αν και κατά πολύ ανώτερος από επιφανέστερους της γενιάς του. «Έτοιμος για σφαγή ο Καρούζος» θα αναφωνήσει ο άλλος μεγάλος ανένταχτος της Αριστεράς –που τον στένευαν εξίσου τα διάφορα ιδεολογήματα– Μιχάλης Κατσαρός, στο ποίημά του «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι».

Για όλους εμάς που ομολογουμένως κάπου μας κάνει και νιώθουμε αμήχανα ο ελληνοκεντρισμός του Σεφέρη, η απαστράπτουσα καρτποσταλική εμμονή του Ελύτη με το φως μας θαμπώνει και η κοντόφθαλμη στράτευση μιας πλευράς της γενιάς της ήττας μας απωθεί, νιώθουμε πως πλέουμε άνετα στα μαύρα νερά του «Απόγονου της νύχτας» Καρούζου.

Διαβάζοντας τον είναι λες και κατακρημνίζεσαι σε ένα κοραλλένιο χάος ή υψώνεσαι σε έναν διάσπαρτο με άστρα βυθό, σαν να προσεγγίζεις μια ευφυΐα πέρα από τη νόηση:

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες 
κι ανατείνομαι όνειρος 

* * * 

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες 
είμαι των άστρων ο σκύλος 
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά 
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

 Η ποίησή του μπήκε ξαφνικά σαν το πουλί εκείνο που περιέγραφε στις πρώτες του συλλογές και πότε-πότε έρχεται και μας χτυπά ξανά με το ράμφος του το τζάμι για να μας υπενθυμίσει την παρουσία του: 

Όμως, τι νά' ναι το πουλί, 
που ξαφνικά, 
σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα, 
σφάζει την ησυχία του δωματίου μου 
και το αισθάνομαι κοντά μου; 
Ποτέ νομίζω δε θα μάθω ― 
κι ίσως, να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ 
πέρα... 

Σαν το πουλί μπήκε στο δωμάτιο των ελληνικών γραμμάτων και ο ίδιος, μας σιγοψιθύρισε τα μυστικά του με τα «τεράστια ελληνικά» του, άφησε χωρίς φειδώ τις αλήθειες του, είπε όσα μυστικά για το «είναι» και το «μηδέν» ήξερε, απελπισμένο που δεν ήξερε κι άλλα να μας μαρτυρήσει και έμεινε, μέσα στο θάμβος του, να μας κοιτάζει έκπληκτο και να αναρωτιέται τι είναι αυτό που δεν βλέπουμε. «Κυάλια θέλουν οι αναγνώστες;» θα αναρωτηθεί κοντά στο τέλος της ζωής του. 

Και η ποίηση του Καρούζου και σαν μία άλλη θέαση της ζωής αλλά και σαν βίωμα σπαρταρά να βρει το στόχο της και να πείσει επιτέλους πως το πουλί δεν έκανε άσκοπα το γύρο του δωματίου και βγήκε... 

==================================== 

 



Νίκος Καρούζος – Το έργο του

2.02.2015 

Μαρία Σκουρολιάκου    



«Ας μην αφήσουμε το μέλλον ανυπεράσπιστο»

«Δεν βλέπω απόψε καλά, τι έχεις; -Έχω ύπαρξη». Γλώσσα, ύπαρξη, χρόνος, οντολογία, «είνε» κι άλλες λέξεις πάνω στην «ανθρακιά της γλώσσας, σύμφωνα με τους στίχους του στην έσχατη συλλογή “Ευρέσεις από κυανό κοβάλτιο” όπου ευχαριστεί την Ελληνική γλώσσα :

«Στόχοι οι στίχοι

με τα τεράστια ελληνικά μου

χαυλιόδοντες αθανασίας».

Έρχεται από το άγιο μηδέν της ποίησης ο Νίκος Καρούζος, φορώντας τον «απόρρητον ήλιο» στα τυφλά του μάτια. «Στην ποίηση χάνεις τα μάτια σου, μαντεύεις», θα πει. Άρρωστος εφ’ όρου ζωής από ύπαρξη, πασχίζει με τη «λεκτική αθανασία» για «μάτωμα πέρα απ’ το αίμα».

Αποκηρύσσει την ύλη και αρνείται το περίπλοκο της τεχνικής εξέλιξης που αφανίζει την απλότητα. «Όταν φωτίζεται κανείς απόνα λυχνάρι είναι πιο βαθύς στους στοχασμούς του». Οντολογεί μέσα στις λέξεις στρατευμένος στην ποίηση, διακονώντας με μανία τον προορισμό της και το «δέος της γραφής της». Η προσήλωσή του εντυπωσιάζει. Κυρίως ενδημούσε στην ουτοπία του ηθικού και πολιτικού, με την πιο φωτεινή του έννοια.

Ασυμβίβαστος, ασκητικός, απέριττος, με στάση ζωής και φωνή που αρνιόταν τις συστημικές διαδρομές του φαίνεσθαι. Εναντιωμένος στην οργανωμένη σκέψη, απελευθερωμένος απ’ το κοινωνικό του εγώ, από τον υλισμό, με την καρδιά να καίγεται «στης ομορφιάς τη θράκα», εσαεί νήπιος, να βλέπει «το φυσικό σαν υπερφυσικό». Ο Νίκος Καρούζος, ο οποίος είχε επιλέξει με πλήρη συνείδηση το ποιητικό του μονοπάτι, βαθιά πάσχων στα κρύα ρεύματα της μεγάλης αγωνίας.

Ταξιδεύω στην ‘Πρώτη Εποχή’ που αποτελεί επιλογή ποιημάτων στην επταετία 1953-1961. Η φωτογραφία του ποιητή στο εξώφυλλο, αποτυπώνει την αλήθεια του, αποκαλύπτοντας μια μορφή επιβλητικά λιτή επιβεβαιώνοντας τα λόγια του: «Είμαι γυμνός, δεν θέλω να έχω καμιά σχέση με την ύλη». «Ξένος είμαι στο σπίτι μου. Ξένος στους δρόμους».

Μόνος να παίζει τις ώρες και τα χρόνια στο όνειρο, στο σκοτάδι, ζωγραφίζοντας λέξεις από μια ανεξάντλητη παλέτα. «Επάγγελμα: η ψυχή μου». Λιτανεύει τον ήλιο, στην παλίνδρομο αρμονία, στην σκοτεινιά του μέλλοντος, σε δυνάμεις που εξουσιάζουν τα νερά.

Η Έλαφος των Άστρων’ αριστουργηματική, ερωτική, υπαρξιακή, ομορφαίνει τη μοίρα. Έρημος σαν τη βροχή που πηγαίνει «στις πηγές». Στην αρχαία και σύγχρονη Ελλάδα, με «φλόγες από αίμα», «Ελεύσεις», «Μνήμη πατρίδας». Πορεύεται «συντριμμένος» στα εικοσιτετράωρα που καίγονται. «Είπα την ψυχή μου με μαύρο ψωμί και μέλι». ΕΚΕΚΡΑΞΑ, Ήλιε, πατρίδα μεγάλη».

Η οντολογική αγωνία, οι μεταφυσικές εντυπώσεις από τη ζωή και το θάνατο διατρέχουν όλες τις συλλογές του. Ήχοι των άστρων και του σύμπαντος, μουσικά όργανα σε πολλά ποιήματα, με τη μουσική του Μπαχ να δένει τα δίγνωμα των θρησκειών, ο λόγος του λεηλατεί το άρρητο συναιρώντας το χθόνιο με το θείο.

Στον «Υπνόσακο» δοξάζει τη ζωή μέσα απ την πανδαισία των χρωμάτων, των λουλουδιών, του ουρανού, της μουσικής ξανά, που γίνεται χλωρίδα και πανίδα. Με διαδρομές στην Ιστορία, διαπλέκει τους θεούς και τους τόπους καθώς «ο κόσμος αλλάζει και χορεύουν οι δρόμοι».

Μια παράδοξη ανάφλεξη στο κέντρο μιας εκστατικής γραφής , στις πολλές επόμενες συλλογές του, με Πενθήματα, Λήθη αναμνηστική, Ολιγόλεκτα, Αντινομίες, Βαθυκύανα ποιήματα, όπου καθώς όλα σβήνονται ο υπαρξιακός θρήνος αποτυπώνει σπαραγμό και μια εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου.

Καθώς η ποίηση «βυθίζει στο απόλυτο της υπόστασης» και μέσα στην αλληλοπεριχώρηση του χρόνου από το απέραντο χτες ως το αδιάφανο αύριο, το διερώτημα του Νίκου Καρούζου «τι επιμένει στο χρόνο» σε αντιδιαστολή με την οντολογία του επέκεινα απαντά: «ο τρόπος που μπαινοβγαίνουμε στις εποχές. Η τεράστια πόα της μοίρας».

Ο Νίκος Καρούζος, πέρασε από τον κόσμο, μεταποιώντας την οδύνη σε ασυμβίβαστη ποιητική φωνή, για την αγιάτρευτη απελπισία της ύπαρξης, ψηλαφώντας την ιστορικά , καθώς και την Ιστορία υπαρξιακά.

«Αποτοιχίζει την απόγνωση» και υποτάσσει τον αδυσώπητο κλυδωνισμό ανάμεσα στις λέξεις, ρωτώντας: «θα κατεδαφίσουμε ποτέ την κοσμική δυστυχία;» ή παραινώντας: «ας αναπνεύσουμε οράματα... Εργάσου τώρα στου εαυτού την εκμηδένιση».

Αυτός ο ποιητής, αρνήθηκε τη σύνταξη και νοσηλευόταν με χαρτί απορίας. Βαθιά πάσχων μίλησε για τον Έλληνα που «γυρίζει μόνος του . στα χείλη του παντάνασσα σιωπή / Μην του μιλάτε είναι άνεργος / τα χέρια στις τσέπες του είναι σαν χειροβομβίδες…» (Εικόνα). Κι αλλού :

«θα πεθάνω ζητώντας ένα ήλιο στα μεγάλα χρονικά μυστήρια/κομματιάζοντας τη νύχτα μ’ ένα σμήνος γαλαξίες / αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας την αλύγιστη βαρύτητα/ δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα / τούτη η χώρα που παιδεύει τα δροσερά Ελληνόπουλα / κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους.(Φαρέτριον).

Ο Νίκος Καρούζος είναι ένας τεράστιος ποιητής. Όχι μόνο για την ποιητική του θεολογία με την αντιβία και την πνευματική οιμωγή συνάμα. Γιατί διαθέτει σκληρή ματιά και παράλληλα άγρια στωικότητα.

«Η κοινωνία που φαντάστηκα λέει όχι όχι / δεν πρόκειται να υπάρξω. Συνεπώς η Ανάσταση εγκλωβίζεται πάντα στη λέξη της».


 

Το «άφες αυτοίς» του αξιακού του κώδικα αυτοαναιρείται σε ποιητικά βάραθρα όπου αποκαθηλώνει το θείο και στύβει την ύλη του πια, για να κρατήσει την ομορφιά της . «Πιστεύω εις έναν ποιητή εκτός ουρανού», γράφει. Ρωτώντας: «Πού πας με τόση ομορφιά; Στο βάθος θάνατος».

Ανεπιτήδευτα αληθινός, ανυπόκριτος, «άρρωστος από ύπαρξη» προσυπογράφει: «η αλήθεια λέγεται πληθυντικός». Γκρεμίζεται σε κάθε βιβλίο όπως έγραφε και απ’ την αρχή κυριευμένος από την ποίηση, την λειτουργεί στην δική του εκκλησιά, ηθικά βιωματικά και συχνά αντιποιητικά με όρους ηφαιστειακής έκρηξης, αφού «η ζωή δεν έχει τόση ζωή μέσα της. Όλο το ζήτημα είναι να δούμε μοναχά πού βγάζει φλόγες».

Κρατώ με σεβασμό το παγκόσμιο σύνθημά του «Όταν παιδέψεις τώρα δα μια πεταλούδα / δεν το βλέπεις / αλλά αργότερα κάπου / θα πονέσει ο πολιτισμός» και με τον ίδιο σεβασμό τις προτροπές του .

«Ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει» .

«Ας μην αφήσουμε το μέλλον ανυπεράσπιστο».

================================== 



Περιοδικό “Το Δέντρο” Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο









Αφιέρωμα Νίκος Καρούζος

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

=======================================



Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Νίκος Καρούζος «Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας»



 

Ο Νίκος Καρούζος στον Εθνικό Κήπο (1982)

Περιπλανώμενος στην Αθήνα...

Ο Νίκος Καρούζος, γεννημένος στο Ναύπλιο  στις 17 Ιουλίου 1926, θα περιπλανηθεί στην Αθήνα περίπου 40 χρόνια.
Το 1989 θα αρρωστήσει και θα πεθάνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία, στα 65 του. Στην ίδια ηλικία που θα πεθάνουν οι αγαπημένοι του Ηράκλειτος, Ιωάννης Σεβαστιανός Μπάχ και Κάρλ Μάρξ, μια προφητική επισήμανση που  κάνει ο ίδιος ο Καρούζος λίγους μήνες πρίν από τον θάνατό του.

Μετά τα τελευταία γενέθλια της ζωής του, στις 17 Ιουλίου 1990, κλείνοντας τα 64 και μπαίνοντας στα 65, ο Νίκος Καρούζος έλεγε χωρίς φιλαυτία, με χαρμόσυνο πένθος: «65 χρονών πέθαναν και οι τρεις μέγιστοι άνθρωποι: ο Ηράκλειτος, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, κι ο Καρλ Μαρξ».

Αν δεν αγαπάς και τους τρεις, πώς να διαβάσεις τα ποιήματα του Καρούζου;

 
Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου

Ποιητής της Αθήνας, θα τραφεί από ότι τρέφει και την ποίηση του. Μοναξιά, ασκητικότητα και διαρκής παρατηρητικότητα της καθημερινότητας, η οποία αν και αλλάζει στα χρόνια που περνάνε, παραμένει παράλογη όσο και κοινότοπη.

Η ποίηση του Νίκου Καρούζου μας συστήνει ευθύς εξαρχής,  μια ανέφικτη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου και της ζωής,  μια μάταιη προσπάθεια εύρεσης νοήματος στην ύπαρξη των  όντων μέσα από τη ζωή ή τον θάνατό τους. Με αφετηρία αυτή την αδυναμία, η ποιητική του θα αποκτήσει μια πένθιμη παρατηρητικότητα του παρόντος, με συχνά πικρά ειρωνική και άλλες φορές μεταφυσική ένταση.

 Ο Καρούζος θα πασχίσει να διαπεράσει αυτή την καθημερινή σύμβαση με την ποίηση του, να ανελκύσει το κρυφό νόημα των καθημερινών εικόνων, σε ένα χρόνο ο οποίος έχει σταματήσει ή ίσως υπάρχει με έναν τρόπο που δεν μας αφορά. «Ο Καρούζος περιγράφει τα δευτερόλεπτα με την ίδια παραξενιά που άλλοι ποιητές περιγράφουν τα λουλούδια», σημείωσε ο Ευγένιος Αρανίτσης (Ιστορία των Ηδονών).  Ενώ ο ποιητής γράφει :
«…Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση.»

Περιπλανώμενος στην πόλη, γοητευμένος  μέχρι κούρασης από τις νύχτες της («…τα βράδια της Αθήνας χρωματισμένα ως τον αέρα...») και τα ξημερώματα της, («Πρωί δεν αντικρίζεται ο ήλιος όταν έχεις ξενυχτήσει…») πολύ συχνά με μόνη παρέα  ποτό και τσιγάρα, παρόλα αυτά θα παραμείνει πάντα συνεπής και γαλήνια προσηλωμένος στην τέχνη του.

Κομμένος όπως το λουλούδι μέσ’το βάζο
θα ζούσε το απόλυτο και ο άνθρωπος χωρίς να ζεί.
Θα ‘τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δεν θα πέσει.
Θα ‘τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη είν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισεύει τίποτα.

  
                    Απόσπασμα από την Ανθολογία Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971





 
Ο Νίκος Καρούζος στην υπόγεια γκαρσονιέρα του, στην οδό Σούτσου,
σκοπίμως επιπλωμένη σαν κελί φυλακής,


Το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα...

[ Τον Νοέμβριο του 1984 συναντηθήκαμε με τον Νίκο Καρούζο στο πατάρι του πάλαι ποτέ Drugstore, στη Στοά Κοραή, για μια συζήτηση με θέμα την πόλη ή μάλλον τη μεγαλούπολη, όπως προτιμούσε ο Νίκος Καρούζος: τη λάμψη και την ομορφιά, τον πανικό και την ποιητική της δύναμη. Η συζήτηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ζάλη», τχ. 2, Μάρτιος 1985. Προφανώς εκ παραδρομής, η συζήτηση παρέμεινε αθησαύριστη στον συγκεντρωτικό τόμο με τις συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου (Οι συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, Ίκαρος, 2002). Γ-Ι.Μ.-Θ.Σ.]


Ν.Κ.: Εγώ είμαι άνθρωπος της μεγαλούπολης. Παρά το γεγονός ότι έχω πολύ μεγάλη αγάπη στη Φύση, στα δέντρα, στη θάλασσα, στις ερημιές, αν θέλεις, εντούτοις αυτό είναι περισσότερο θεωρητικό παρά πραγματικό. Η πραγματική μου ένταση βγαίνει μέσα από τις συγκινήσεις της μεγαλούπολης. Το να δω, σ' ένα δάσος, να τρέχει ένα κουνάβι, είναι βεβαίως μια πάρα πολύ ωραία εικόνα, είναι μια αιωνιότητα, αλλά προτιμώ να είμαι στη μεγαλούπολη και να βλέπω να τρέχει μια μοτοσικλέτα μανιωδώς. Στη μεγαλούπολη είναι που παρακολουθώ με αγωνία μεγάλη το σκάκι που παίζει το όνειρο με την πραγματικότητα, όπου θα 'λεγα πως κερδίζει κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό η πραγματικότητα τις παρτίδες. Ωστόσο το όνειρο παραμένει πάντα ένας αντίπαλος της πραγματικότητας, έστω και με ελάχιστες νίκες ή ισοπαλίες. Σαχ και ματ, όμως, κάνει συνήθως η πραγματικότητα. Αυτό, λοιπόν, το ζω με ένταση μεγάλη μέσα στη μεγαλούπολη. Το ζω επίσης και με ενδιαφέρον και με πανικό. Παίζεται και στη Φύση αυτό το σκάκι, αλλά οι παρτίδες είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες στην πόλη μέσα.

Γ.-Ι.Μ.: Δεν είναι άγριο, δηλαδή, το παιχνίδι στη Φύση;

Ν.Κ.: Δεν είναι ζήτημα τόσο της αγριότητας, όσο του ενδιαφέροντος. Αγριότητα υπάρχει παντού, και η Φύση είναι γεμάτη αγριότητα.

Γ.-Ι.Μ.: Θα ήθελα να μιλήσεις λίγο για τους κρυψώνες που παρέχει η μεγαλούπολη σε μια ιδιοσυγκρασία αλλόκοτη και μοναχική.


 
Ο κρυψώνας της λεωφόρου


Ν.Κ.: Ο τρομερότερος κρυψώνας της μεγαλούπολης είναι ο μεγάλος δρόμος, η λεωφόρος. Βρίσκεσαι εκεί ολωσδιόλου μόνος. Η μοναξιά στη λεωφόρο περιέχει και όλους τους κινδύνους. Δηλαδή, μπορεί κάποιος να σε πατήσει, μπορεί ν' ανέβει μια μοτοσικλέτα στο πεζοδρόμιο και να σε κομματιάσει, μπορεί να συναντήσεις ένα φίλο που θα σου πει γεια σου και θα προχωρήσει σαν για πάντα αποχαιρετώντας.

Γ.-Ι.Μ.: Στη λεωφόρο επισημαίνω και μια συναρπαστική αντίφαση: ενώ είσαι όρθιος και ολόκληρος, ενώ είσαι έκθετος και όλοι σε βλέπουν, είσαι ταυτοχρόνως και αόρατος.

Ν.Κ.: Ναι, συμφωνώ. Θέλω να σου πω τώρα μια εμπειρία που μου έτυχε στη λεωφόρο πριν από καιρό. Προχωρούσα, λοιπόν, στη Βασιλίσσης Σοφίας, που είναι βεβαίως απ' τις μεγαλύτερες λεωφόρους της Αθήνας, και με σταματάει αίφνης, κάποιος μάλλον μεθυσμένος, και μου λέει: Κύριε, δεν έχω κάνει τίποτα. Λέω: Και ποιος σου είπε ότι έχεις κάνει κάτι; Όχι, λέει, δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να σας το δηλώσω. Μα τι να μου δηλώσεις, του λέω, ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις, ούτε ξέρω αν έχεις κάνει κάτι, ούτε φαντάζομαι πως έχεις κάνει κάτι. Όχι, ξαναλέει, δεν έχω κάνει τίποτα, κι ας λένε. Και προχώρησε. Είναι καταπληκτικό. Δηλαδή εκείνη τη στιγμή εγώ, σαν ο αόρατος, όπως το διατύπωσες, εκπροσωπούσα στην πλαστή του ενοχή το δικαστή ή τον εξομολόγο. Αυτό ήταν ένα περιστατικό που μ' έβαλε σε μεγάλη σκέψη. Για δες, σκέφτηκα, τελικώς η λεγόμενη έσχατη κρίση στους ουρανούς, επισυμβαίνει στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Στη λεωφόρο είσαι πράγματι αόρατος και, κατά κάποιον τρόπο, παντοδύναμος όσο και εντελώς αδύναμος. Άλλωστε, παντοδυναμία και πλήρης αδυναμία, για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, είναι ένα.

 
Εξοικείωση με την κόλαση.....

Γ.-Ι.Μ.: Ποιοι είναι οι χώροι της μεγαλούπολης που σε προσδιορίζουν;
 
Ν.Κ.: Εμένα οι αγαπημένοι μου χώροι είναι οι εξής: το κελλί μου, κατ' αρχήν. Το υπόγειο δηλαδή που μένω. Είναι οι μεγάλοι δρόμοι, για τους οποίους μιλήσαμε πριν, και όπως ξέρεις κι εσύ μια κι έχουμε πάει πολλές φορές μαζί, τα νυχτερινά μπαρ. Το ξενύχτικο μπαρ εκφράζει τον πανικό της νύχτας. Είναι, όμως, κι ας ακούγεται σαν παραδοξολογία, ένας πανικός τρομερά ευχάριστος. Αισθάνομαι ολωσδιόλου όμορφα να πηγαίνω το πρωί, μετά το μπαρ, να κοιμηθώ οχτώ ώρες-

Θ.Σ.: Όταν ξυπνάει η πόλη.

Ν.Κ.: -όταν έχει λήξει η εκμετάλλευση. Να κοιμηθώ δηλαδή τις ώρες που επισυμβαίνει η εκμετάλλευση, και να βγω μετά, όταν πια έχει λήξει.

Θ.Σ.: Όταν αρχίζει η γιορτή, ας πούμε.

Γ.-Ι.Μ.: Όχι μόνο δεν μπορείς να τη ζεις την εκμετάλλευση, αλλά ούτε και να τη βλέπεις.

Ν.Κ.: Ναι, δεν αντέχω ούτε την εικόνα της αγριότητάς της.

Γ.-Ι.Μ.: Πώς βλέπεις τους ανθρώπους μέσα στα μπαρ; Είναι σαν να ζουν τη γιορτή; σα να θέλουν να παραδοθούν στη λήθη; σα να απολαμβάνουν μια πρόγευση του παράδεισου ή σαν να προσπαθούν να εξοικειωθούν με την κόλαση;

Ν.Κ.: Το δεύτερο είναι. Εξοικείωση με την κόλαση. Ή, όπως το είπα εγώ προηγουμένως, ο ευχάριστος πανικός. Είναι ανάγκη εξοικείωσης με την κόλαση, που δεν είναι μόνον εξωτερική, αλλά κυρίως εσωτερική. Βεβαίως, η εσωτερική κόλαση έχει πολλά δούναι και λαβείν με την εξωτερική πλευρά της.


 
Προσδοκία ενός νοήμονος μηδενισμού

Θ.Σ.: Πώς νομίζεις ότι γαλουχεί και διαμορφώνει τους ανθρώπους η μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Έχω την ιδέα πως πρέπει να περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει με τις μοτοσικλέτες. Είναι ένα ιλιγγιώδικο φαινόμενο, που δεν έχει κάνει ακόμα την γκάμα του. Θέλω να δω πόσο η νεολαία, που τη σέβομαι απεριόριστα κι έχει τους λόγους της να είναι μηδενιστική, όπως μηδενιστής είμαι κι εγώ άλλωστε, και πρέπει να είναι κάθε σωστός άνθρωπος, θα κάνει κάποιαν αντικατάσταση με κάποιον πιο νοήμονα μηδενισμό, πιο εσωτερικό και πιο πνευματικό. Απ' αυτό το φαινόμενο θα κριθεί η μεγαλούπολη. Όχι σαν κυκλοφορία, αυτό θα ήταν αστείο να το συζητήσουμε. Αλλά σαν ψυχική κυκλοφορία.

Θ.Σ.: Να γίνει δηλαδή ο ίλιγγος της μοτοσικλέτας, εσωτερική ιλιγγιώδης ταχύτητα.

Ν.Κ.: Ναι. Κι αυτό θα το αποφασίσει η ίδια η νεολαία. Τελικά δεν είναι οι μοτοσικλέτες που επιτίθενται. Είναι η εξουσία που έχει επιτεθεί από καιρό, και οι μοτοσικλέτες αμύνονται. Είναι σαν αντίδοτο. Μέσα σ' αυτή τη φρίκη της εξουσίας, της ψευτιάς και της βλακώδικης υπερκατανάλωσης, οι νέοι αντιδρούν ωραία. Μηδενιστικά ίσως και αυτοκτονικά, αλλά το παίζουν. Κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Η πολιτική είναι χαμηλό φαινόμενο και η εκλεκτή νεολαία το έχει καταλάβει. Ένας Κνίτης, φερ' ειπείν, μπροστά σ' ένα μηδενιστή νέο, είναι ακόμα υποπραγματικός πνευματικά. Δεν το λέω επιτιμητικά, το λέω διαγνωστικά. Είναι σεβαστός, είναι ιδεολόγος ο Κνίτης, αλλά δε νομίζω ότι μπορούν πια να παίξουν ρόλο σοβαρό οι ιδεολογίες.




 

 Η άγρια τρυφερότητα της πόλης

Γ.-Ι.Μ.: Η ποίηση τι ρόλο παίζει μέσα στη μεγάλη πόλη;

Ν.Κ.: Η ποίηση μορφή μοτοσικλέτας είναι. Έτσι πρέπει να είναι. Το να βγεις σήμερα και να κάνεις ένα έπος ηθικολογίας δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μια άμυνα αντεπιθετική σήμερα η ποίηση, είναι ένα φαινόμενο αντιεξουσιαστικό.

Θ.Σ.: Αυτό εκδηλώνεται με μια σκληρότητα στη φόρμα;

Ν.Κ.: Ε, βέβαια. Δεν μπορείς, ας πούμε, να κάνεις σήμερα απαλές και ντελικάτες φόρμες, ούτε και λεκτικές φιοριτούρες. Πρέπει να είσαι αδρός, αλλά όχι συνθηματολόγος. Η φόρμα να είναι κλειστή και βίαιη. Αυτό.

Θ.Σ.: Και η τρυφερότητα;

Ν.Κ.: Η τρυφερότητα πρέπει να προκύψει μέσα από μια τέτοια φόρμα. Άλλωστε ο ποιητής δεν υπάρχει χωρίς τρυφερότητα.

Γ.-Ι.Μ.: Και η μεγαλούπολη προσφέρει μιαν άγρια, μια καινούργια τρυφερότητα.

Ν.Κ.: Συμφωνώ. Για μένα το κίτρινο ενός τρόλεϊ είναι πάρα πολύ τρυφερό κίτρινο. Πολύ πιο τρυφερό από ένα κίτρινο αγριολούλουδο. Το ίδιο και το κίτρινο ενός ταξί.

 
Με το τρόλεϊ, του Θανάση Ραχούτη

Η πόλη μου προκαλεί μια μέθη...

Θ.Σ.: Άρα, η πόλη σε μεθάει.

Ν.Κ.: Η πόλη ναι, μου προκαλεί μία μέθη. Δεν μπορώ, παρά μόνο για λίγο, να ζήσω μακριά της. Πρέπει να επιστρέψω στην αγαπημένη μου κόλαση.

Θ.Σ.: Από το 1945 που ήρθες στην Αθήνα μέχρι σήμερα υπάρχει κάποιος κοινός μύθος που να συνδέει όλα αυτά τα ενδιάμεσα χρόνια; Έχει μείνει μια κοινή νοοτροπία, παρά τις εξωτερικές αλλαγές της Αθήνας;

Ν.Κ.: Ναι, αλλά όχι απολύτως. Εξακολουθεί, κατ' αρχήν, να λειτουργεί η μνήμη του Εμφύλιου Πόλεμου. Φοβερό πράγμα. Εξακολουθεί να κυριαρχεί η νοοτροπία της Δεξιάς, ακόμη και στα τάχατες προοδευτικά κόμματα. Εξακολουθεί να λειτουργεί η ανάγκη του Έλληνα να φάει, διότι πείνασε πολύ και επί πάρα πολλά χρόνια. Πάντως ένας άνθρωπος ευαίσθητος, ένας που αρνιέται την εκμετάλλευση, ένας ποιητής, είναι εξίσου δύσκολο να επιβιώσει και σήμερα, όπως και τότε. Συμβαίνει να επιβιώνουν οι άγριοι. Βεβαίως είναι δίδαγμα της Φύσης αυτό, αλλά ο άνθρωπος πρέπει να πάει πέρα απ' τη Φύση. Πρέπει να επιβιώνουν οι πάντες και όχι μόνον οι άγριοι.

 
Τα προάστια άλλοθι του πανικού

Θ.Σ.: Τα προάστια τι ρόλο παίζουν στη μεγαλούπολη;

Ν.Κ.: Στα φοιτητικά μου χρόνια ήταν οι τόποι των ραντεβού με κοπέλες. Τότε έπρεπε ν' αντιμετωπίσεις τη γυναίκα μ' έναν τρόπο ειδυλλιακό και δαντελωτό. Έπρεπε να την πας πρώτα σε κάποιο χώρο, σε μια ταβέρνα, σ' ένα ζαχαροπλαστείο. Να τη δεις πρώτα δυο-τρεις φορές, να τη διοχετεύσεις πρώτα προς τη Φύση, προς το δάσος. Σε Κηφισιές, σε Μαρούσια, σε περιοχές με βλάστηση. Κατά κανόνα τουλάχιστον.

Θ.Σ.: Σήμερα;

Ν.Κ.: Σήμερα είναι απλό, κάνεις έρωτα και σε μια γωνιά του Drugstore. Όχι πως ήταν τότε καλύτεροι οι άνθρωποι ή περισσότερο ηθικοί. Λειτουργούσαν ως θύματα απλώς μιας ορισμένης νοοτροπίας.

Θ.Σ.: Τι άλλο ρόλο παίζει το προάστιο;

Ν.Κ.: Σε σχέση με τη μεγαλούπολη, το προάστιο είναι το άλλοθι του πανικού. Λες καλά είμαι εδώ, ενώ κατ' ουσίαν δεν είσαι ούτε εκεί καλά.


 
Περίπατος, του Βασίλη Σούλη


Τότε που η ψυχή ανακατεύεται.....

Γ.-Ι.Μ.: Μίλησέ μας για τον κινηματογράφο.

Ν.Κ.: Ως φοιτητής ήμουν μανιώδης φίλος του σινεμά. Έβλεπα ιδίως αστυνομικά και γουέστερν. Σήμερα πάω σπανιότατα. Τα κουλτουριάρικα δεν τα μπορώ. Μ' ενδιαφέρουν μόνο λίγοι λαμπροί ποιητές της σκηνοθεσίας. Ο Μπέργκμαν, ας πούμε, κι ο Φασμπίντερ. Μ' ενοχλούν φοβερά και τα διαλείμματα, όπου διάφορες γκόμενες φουμάρουν με μιαν ενοχλητική αυταρέσκεια και οι γκόμενοι πάνε τυρόπιτες. Όλο το πράγμα είναι αυτάρεσκο. Δεν το χαίρονται το σινεμά. Πάνε μόνο για το διάλειμμα. Πάνε για να συναντηθούν μεταξύ τους, για να δει ο ένας την γκόμενα του άλλου. Δεν πάνε για να χαρούν το φιλμ. Εγώ πήγαινα για να χαρώ τις πιστολιές του Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ.

Θ.Σ.: Το ίδιο δεν συμβαίνει και στα μπαρ;

Ν.Κ.: Όχι, καθόλου. Δεν ξέρω σε μερικά τι γίνεται. Εγώ πάντως όταν αναφέρθηκα προηγουμένως στα μπαρ, εννοούσα τα ξενυχτάδικα. Μετά τις δώδεκα τι γίνεται. Τότε που αρχίζει το κονταροχτύπημα με τη νύχτα. Τότε που η ψυχή ανακατεύεται. Μ' αρέσουν αυτά που κρατάνε, ακόμα και μισοπαράνομα. Που μένουν ανοιχτά και μετά τις δύο, μέχρι τις τέσσερις πολλές φορές.

Γ.-Ι.Μ.: Πες μας δυο λόγια και για την κρεαταγορά.

Ν.Κ.: Ω, είναι μεγάλη υπόθεση, μύθος ολόκληρος! Το φαγητό στην κρεαταγορά είναι, έπειτα από το αλκοόλ των μπαρ, ένα είδος λύτρωσης.

Η ποίηση ευδοκιμεί στη νύχτα της μεγαλούπολης..

Μιλάμε για την τεχνολογία και την επιστήμη. Ο Νίκος Καρούζος θα πει σε κάποια στιγμή ότι λατρεύει τα φώτα «νέον», τις φωτεινές επιγραφές και τα τεχνολογικά επιτεύγματα, γιατί του υπενθυμίζουν «το διαρκές κι ανυποχώρητο πείσμα του ανθρώπου ενάντια στη Φύση. Κι αυτό γιατί κανένας δεν μας ερώτησε να έρθουμε εδώ, να έρθουμε στην ύπαρξη. Κι έτσι μπορούμε να βγούμε και να τ' αντικαταστήσουμε όλα. Σ' αυτή την παγίδα που είναι η ύπαρξη, εμείς πρέπει να εναντιωθούμε. Εναντιωνόμαστε με την επιστήμη και την ποίηση. Η ποίηση», θα συνεχίσει ο ποιητής, «ευδοκιμεί μέσα στη νύχτα και στη μεγαλούπολη».

Γ.-Ι.Μ.: Επειδή ξέρω ότι ακούς πολύ κλασική μουσική, έχω τώρα την περιέργεια να μάθω πώς σου φαίνεται η μουσική που ακούγεται στα μπαρ.

Ν.Κ.: Εμένα μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η σύγχρονη μουσική. Μ' αρέσει τρομαχτικά και το ροκ και το πανκ. Όχι βέβαια σε όλες τις εκδηλώσεις τους, αλλά έχω ακούσει καταπληκτικά πράγματα απ' αυτά τα μουσικά κινήματα. Ένα ντιβερτιμέντο του Μότσαρτ είναι μεγάλη υπόθεση, αλλά δεν πρόκειται να εγκλειστώ εκεί. Τώρα έχουν ανοίξει καινούργιες δουλειές. Η τέχνη άλλωστε δεν είναι φυλακή. Είναι μια τεράστια αλάνα, όπου παίζονται κάθε λογής παιχνίδια. Μου είναι συμπαθείς αυτοί που μιλάνε για ελληνική ιθαγένεια, δημοτικά τραγούδια και άλλα τέτοια, αλλά δεν πρέπει να μένουμε μόνον εκεί. Σε έσχατη ανάλυση δεν υπάρχει εθνικότητα. Η τελική εθνικότητα είναι ο θάνατος, όπως έχω γράψει σ' ένα ποίημα μου.

Γ.-Ι.Μ.: Μπορούμε να πούμε ότι εντός της πόλης επικρατεί μια πολύβουη σιγή;

Ν.Κ.: Αναντίρρητα. Όλο το πράγμα είναι κωφαλαλία. Είμαστε εντός της σιγής και της κωφαλαλίας. Λένε οι μεταφυσικοί της άλλης ζωής πως η κωφαλαλία τούτη διακόπτεται με το θάνατο, αλλά εγώ δεν το πιστεύω και δεν το αισθάνομαι αυτό.

Θ.Σ.: Τι θ' απαντούσες σε όσους ισχυρίζονται ότι η πόλη μας κάνει νευρωτικούς;

Ν.Κ.: Τι πάει να πει νεύρωση; Λίγο πολύ είμαστε όλοι νευρωτικοί. Εγώ, λόγου χάρη, όταν φεύγω απ' το σπίτι μου, επιστρέφω και πάλι συνήθως για να διαπιστώσω εάν έχω πράγματι κλειδώσει. Αυτό είναι μια νεύρωση. Και λοιπόν, τι πάει να πει αυτό; Είναι ωραίο πράγμα να χάνεις χρόνο έτσι, είναι και ποιητικό, γιατί επιτρέπει την αναποφασιστικότητα. Ό,τι δεν επιτρέπει την αποφασιστικότητα είναι και ποιητικό. Ο βλακωδώς υγιής λέει: Έχω κλειδώσει και φεύγω. Και φεύγει όντως. Είναι αποφασιστικός αυτός, αλλά και εκτός ποιήσεως. Δεν ανήκει σ' αυτό το πανόραμα των νευρώσεων, της αναποφασιστικότητας, της τρέλας και της ποίησης.



ΚΟΡΕΚΤ 1
Τεύχος 1, Απρίλιος 2014

Διεύθυνση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης, Θάνος Σταθόπουλος


============================= 


 



Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος (17 Ιουλίου 1926- 28 Σεπτεμβρίου 1990) ήταν ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Βίος

Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1926 στο Ναύπλιο. Οι γονείς του ήταν η Κωνσταντίνα Πιτσάκη και ο Δημήτρης Καρούζος. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και ο παππούς από την πλευρά της μητέρας του ιερέας και δάσκαλος και συνέβαλαν σημαντικά στα πρώτα παιδικά του χρόνια στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Ιδιαίτερα η πλούσια βιβλιοθήκη του ιερέα παππού του.

 Το 1944 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές στην γενέτειρά του και την ίδια περίοδο εντάσσεται στην Ε.Π.Ο.Ν. Ναυπλίου στο τμήμα διαφώτησης. 

To 1945 εισάγεται στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Τον Ιούνιο του 1946 γλιτώνει από σύλληψη και εκτέλεσή του από την Οργάνωση Χ. Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες.

Το 1951 υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο και το 1953 εξορίζεται πάλι, στη Μακρόνησο. Νοσηλεύτηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου απαλλάχθηκε από την στρατιωτική θητεία χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για λόγους υγείας.

 Το 1955 παντρεύεται τη Μαρία Δαράκη με την οποία χωρίζει μετά από μερικούς μήνες. Εγκαταλείπει τις σπουδές στη Νομική και την προοπτική να γίνει δικηγόρος. Αρχίζει να συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας πoιήματα και άλλα πεζά κείμενα, όπως τα Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Νέα Εστία, Ευθύνη, Σύνορο, Διαγώνιος. 

Το 1961 βραβεύεται με το Β' Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 1962 με Α΄Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα. 

Το 1962 παντρεύεται για δεύτερη φορά, με την Μαίρη Μεϊμαράκη με την οποία χωρίζει το 1980. Τ

ον Μάιο του 1967 συλλαμβάνεται για δηλώσεις που έκανε σε βάρος του Παττακού. 

Το διάστημα 1983-1984 και το 1986 εργάζεται στο Γ' Πρόγραμμα της Ε.Ρ.Α κάνοντας εκπομπές για την λογοτεχνία. 

Το 1988 βραβεύεται με το Κρατικό Λογοτεχνικό βραβείο ποίησης. 

Αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας (καρδιολογικά, διάγνωση καρκίνου). Νοσηλεύεται σε διάφορες κλινικές της Ελλάδος και του εξωτερικού (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1986 στο Σωτηρία, Μάρτιος του 1989-διάγνωση καρκίνου, Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1990 Λονδίνο). 

Πεθαίνει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Ποιητικό έργο

Παιδιόθεν ασχολείται με το διάβασμα ποίησης και τη συγγραφή. Το 1944-1945 πραγματοποιεί την πρώτη δημοσίευση ποιήματός του στο περιοδικό της Ε.Π.Ο.Ν. Νέα Γενιά. Το 1949 δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα με τίτλο Σίμων ο Κυρηναίος στο περιοδικό Ο αιώνας μας, ενώ το 1953 την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Η επιστροφή του Χριστού. Η ποίηση του Καρούζου έχει χαρακτηρισθεί ως ΄΄φιλοσοφική, θρησκευτική, μυστική, μα δεν είναι τόσο η μεταφυσική διάσταση που τη διακρίνει, αλλά «μια υπαρξιακή πλησμονή, που τον ωθεί πέρα από τα όρια του εγώ, προς τη συγχώνευση με το αισθητό σύμπαν»

Εργογραφία Νίκου Καρούζου

Ποιητικές συλλογές

    Επιστροφή του Χριστού, Αθήνα, 1953
    Νέες Δοκιμές, Αθήνα, 1954
    Σημείο, 1955
    Είκοσι ποιήματα, Αθήνα, 1955
    Διάλογοι, 1956
    Ποιήματα, 1961
    Η Έλαφος των άστρων, 1962
    Ο Υπνόσακος, εκδ.Ζαρβάνος, 1964
    Πενθήματα, Αθήνα, 1969
    Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες, 1971
    Χορταριαμένα χάσματα,εκδ. Εγνατία, 1974
    Απόγονος της νύχτας, εκδ.Πολυπλάνο, 1978
    Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας, εκδ.Εγνατία, 1979, εκδ.Ερατώ, 1986
    Ο ζήλος του μη σχετικού με παροράματα, εκδ.Πολυπλάνο, 1980
    Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα, εκδ.Εξάντας, 1980
    Φαρέτριον, εκδ. Ύψιλον, 1981
    Αναμνηστική λήθη, εκδ.Γοργώ, 1982
    Αντισεισμικός τάφος, εκδ.Εστία, 1984
    Συντήρηση ανελκυστήρων, εκδ. Καστανιώτης, 1986
    Νεολιθηκή νυχτωδία στην Κροστάνδη, εκδ.Απόπειρα, 1987
    Ερυθρογράφος, εκδ.Απόπειρα, 1988
    Λογική μεγάλου σχήματος, εκδ.Ερατώ, 1989
    Ευρεσεις από Κυανό κοβάλτιο, εκδ.Ίκαρος, 1991
    Θρίαμβος χρόνου, εκδ.Απόπειρα, 1997
    Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα, ( φιλολογική επιμέλεια Μαρία Αρμυρά. Εκδόσεις Ίκαρος)

Μεταφράσεις

    Χόρχε Λουί Μπόρχες-Ο δημιουργός και άλλα κείμενα, εκδ.Ύψιλον, 1980

Πεζά-δοκίμια

    Μεταφυσικές εντυπώσεις απ΄τη ζωη ως το θέατρο, εκδ.Άψινθος, 1966
    Περί ζωγράφων, εκδ.Galerie Titanium, 1988
    Πεζά κείμενα, εκδ.Ίκαρος, 1997

=======================================


 ΠΗΓΕΣ












Νίκος Καρούζος - Βικιπαίδεια




======================================= 





Η συγκεκριμένη εκπομπή "ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ" είναι αφιερωμένη στον ποιητή ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ. Με τη βοήθεια του κινηματογραφικού φακού και την αφήγηση του ίδιου του ποιητή περιηγούμαστε στη γενέτειρά του, το Ναύπλιο. Η μητέρα του ποιητή κάνει αναφορά στα παιδικά του χρόνια, ενώ ο ίδιος μεταφέρει τις αναμνήσεις του από την πόλη. Αρχικά, ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ μιλά για τις επιρροές που διαμόρφωσαν τον προσανατολισμό του στην ποίηση παραθέτοντας στοιχεία και της ιδιωτικής του ζωής. Κάνει, επίσης, λόγο για την αφετηρία του ποιητικού του έργου και αναφέρει τις πρώτες εκδόσεις του. Στη συνέχεια, υπογραμμίζει την ξεχωριστή λεπτότητα της τοπιογραφίας του Ναυπλίου, εκφράζει το ενδιαφέρον του για το βίωμα του απείρου που προσφέρουν τα μυκηναϊκά ερείπια, κάνει λόγο για τη σημερινή εικόνα του Ναυπλίου και σχολιάζει την εικονογραφία της σύγχρονης Αθήνας. Αναφέρεται, επίσης, στη σημασία της μουσικής και αναλύει την ουσία της ποίησης, επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα του τρόπου βίωσης της καθημερινότητας. Παράλληλα με την αφήγηση παρακολουθούμε πλάνα από το Ναύπλιο και την Αθήνα και ακούμε αποσπάσματα από ποιήματά του. Προβάλλεται αρχειακό φωτογραφικό υλικό.

===================================




Η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΤ1 ήταν αφιερωμένη στον μεγάλο Ελληνα ποιητή και στοχαστή Νίκο Καρούζο. Η ταινία προσεγγίζει το ποιητικό έργο, τις φιλοσοφικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, όπως και την προσωπικότητα του ποιητή. Μέσα από το δικό του λόγο, την ποίησή του, από τις απόψεις ανθρώπων του πνευματικού χώρου, όπως και από τις αφηγήσεις δικών του ανθρώπων, σκιαγραφείται η μεγαλειώδης μορφή του ανθρώπου και ποιητή.

Στην ταινία μιλούν: Ο γιατρός Θάνος Κωνσταντινίδης, η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, η ποιήτρια Ελένη Δρούζα, η ποιήτρια Μαρία Σερβάκη - Blackstone, η ζωγράφος Εύα Μπέη, ο φιλόλογος Ανδρέας Μπελεζίνης, η φιλόλογος Μαρία Αρμύρα, ο βυζαντινολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου Αλέξης Σαββίδης, από τις εκδόσεις «Ικαρος» η Κατερίνα Καρύδη, ο ποιητής Ικαρος Μπαμπασάκης, ο συγγραφέας Σάββας Μιχαήλ, ο συνθέτης Χάρης Βρόντος και ο ζωγράφος Αλέκος Φασιανός.

==================================

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

C R E D O

( ω ς  ε ί θ ι σ τ α ι  ν α  λ έ μ ε  λ α τ ι ν ι σ τ ί )

Α
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν εκτός ουρανού/ φυγάς θεόθεν και αλήτης, Εμπεδοκλής / και επί γης /εξόριστος πάνω στη γη κ.λ.π. του Βωδελαίρου/.

Β
Πιστεύω εις ένα Υπολογιστήν εντός κεραυνού και δια της ύλης.

Γ
Υποφέροντας άχραντα /ουσιαστικόν/ ο Ποιητής ανατείνεται βραδυφλεγής αυτόχειρας εξυπακούοντας πολύωρους ύπνους.

Δ
Τα υποψήφια λάθη λιγοστεύοντας.

Ε
Ορατών τε πάντων και αοράτων ιερουργώντας την αποκρομμύωση.

Ζ
Ο Ποιητής έχει τίποτα /βλέπε τους αναχωρήσαντες/.

Η
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: η τρέλα μ’ αρέσει. γελοιοποιεί την ύπαρξη. ας ανάψω απ’ τη μάνα μου.

Θ
Συνταχτικό δεν το γνοιάζεται στην προσταγή της μουσικότητας. Μαζί και μ’ άλλες ακόμη λευτεριές, και τα νυ παίζονται κατά την έννοια ήχος οπουδήποτε. Π.χ. τον χειμώνα εδώ, το χειμώνα εκεί. δε θα ’ρθει – δεν θα καταλαγιάσουμε, κ.λ.π. κ.λ.π.

Ι
Ο Ποιητής γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση.

Κ
Κι αν είναι έλληνας οφείλει να σπουδάζει πάντοτε της Αττικής τη λεπτότητα, σε φως, βουνά, χωράφια και θάλασσα. Διδάσκει γλώσσα η λεπτότητα τούτη.

Λ
Κι αν είναι βαθιά πεπρωμένος ο Ποιητής εκφράζει το ανεξήγητο του εξηγητού. τυγχάνει νόμιμος διάδοχος του επιστήμονα και προκάτοχος του.

Μ
Στον αφρό δεν έχει διάρκεια. στο πατοκάζανο μαίνεται ο Ποιητής.

Ν
Φλογοδίαιτος και ποτέ ξελυτρωμένος.

Ξ
Ο Ποιητής κάποτε πρέπει να λέει: μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!

Ο
Ο Ποιητής είναι αμφίφλοξ.

Π
Επιδέχεται θανάτους και αναστάσεις.

Ρ
Ακροθωρίζει και υπάρχει σε ξαφνοκοίταγμα.

Σ
Είναι ουραγός της μητέρας.

Τ
Ανέσπερος από ηλικία.

Υ
Πιστεύω εις ένα Ποιητήν που λέει: να συμπέσουν οι αγνότητες. Μέχρι την Κόρινθο του Σύμπαντος ή μακρύτερα.

Φ
Σε ανώτερη απελπισία.

Χ
Σε φαεινότερη πεμπτουσία.

Ψ
Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται.

Ω
Συγχωρώντας τους πάντες.



Δημοσίευση σχολίου