Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΣΚΕΨΗ ( 8 ) : ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ;






( Εισαγωγικό σημείωμα )


Κύριοι, ψυχραιμία !

Ψυχραιμία, ηρεμία, νηφαλιότητα !

Και πάνω από όλα στέρεη γνώση, σωστή ενημέρωση και σαφή εκτίμηση της κατάστασης !

Αλήθεια, σχετικά με το θέμα της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας γνωρίζουμε για ποιο ακριβώς πράγμα ομιλούμε ;

Για την οριστική κατάργησή της ;
Για τον περιορισμό της ;
Για την αλλαγή της με άλλη μεθολογία ;

Όχι μόνο στο συγκεκριμένο ζήτημα αλλά και σε πλείστα άλλα ζητήματα, εμείς οι Νεοέλληνες ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΡΑΓΜΑ ΜΙΛΑΜΕ ;

Ανάμεσα στους αρχαίους και σ΄ εμάς υπάρχουν νήματα γερά, νήματα τρωτά, άσχετα αν εμείς δεν γνωρίζουμε ή δεν αναγνωρίζουμε την αδυναμία τους, και νήματα ήδη κομμένα. Είτε το ξέρουμε αυτό και το αποδεχόμαστε είτε όχι, εγκλωβισμένοι στην πεισματική άρνηση της ιστορίας.

Χρειάζεται αφύπνιση, χρειάζεται να ιχνηλατήσουμε την αλήθεια χωρίς πάθος, προκατάληψη, προγονοπληξία και λοιπές ιδεοληψίες.

Μία από τις αρχαιοελληνικές επινοήσεις, η δημαγωγική πολιτική ρητορική, επιβιώνει και στις μέρες μας, όχι απλώς άθικτη αλλά επαυξημένη και επιδεινωμένη.

Αυτή ακριβώς η δημαγωγία δημιουργεί τεχνητά αδιέξοδα κι εφιαλτικά δίπολα μέσα στα οποία ο λαός εγκλωβίζεται και οδηγείται σε λάθος κατευθύνσεις .

Ούτε προγονοπληξίες και φανατικές ιδεοληψίες λοιπόν ούτε κατάργηση και ισοπέδωση των πάντων .

Αν ο μικρός μαθητής δεν μάθει, δεν κατανοήσει τη βαρύτητα και το νοηματικό μεγαλείο του «"γνθι σατόν"» τότε δεν θα μάθει ποτέ τι μέρος του λόγου είναι το « γνθι » , δεν θα μάθει ποτέ να κάνει σωστή εγκλιτική και χρονική αντικατάσταση του « γιγνώσκω » .

Χωρίς κίνητρο και σωστή καθοδήγηση δεν υπάρχει νόημα . Η όλη διαδικασία της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής φαντάζει στα μάτια των μαθητών ξένη και φορτική . Κι εδώ ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι τεράστιος .

Όπως ένας μεταφραστής που μεταφράζει λέξη προς λέξη - mot à mot – είναι ένας αποτυχημένος μεταφραστής ( “traduttore, traditore” ) γιατί αδυνατεί να συλλάβει την έννοια, αδυνατεί να αποδώσει το βαθύ νόημα των λέξεων που καλείται να μεταφράσει, τις ιδέες του γράφοντος .

Για μένα το ερώτημα αν χρειάζονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά είναι λάθος .

Όταν καταλάβουμε ποιο είναι το σωστό ερώτημα τότε θα έχουμε κάνει τη σωστή αρχή για να βρούμε τη σωστή απάντηση .

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



              ===================================




Ι.Θ. Κακριδς  «Γιατ διδσκουμε Αρχαα Ελληνικ στα παιδι»

Γιατ  αλθεια  διδσκουμε  τα  αρχαα  ελληνικ  στα  παιδι  που  θλουμε να μορφσουμε, σε τσο πολλς ρες μλιστα;

Τρεις εναι οι κριοι λγοι που μας υποχρενουν να βοηθσουμε τα  παιδι  μας  να  επικοινωνσουν  σο  γνεται  περισστερο  με  τον  αρχαο  κσμο.

Πρτα απ’ λα, γιατ εμαστε κι εμες λληνες. Απ τον καιρ του  Ομρου ως σμερα χουν περσει κπου δυο χιλιδες εφτακσια χρνια. Στους αινες που κλησαν οι λληνες βρεθκαμε συχν στο απγειο της  δξας,  λλοτε  πλι  στα  χελια  μιας  καταστροφς  ανεπανρθωτης∙νικσαμε  και  νικηθκαμε αμτρητες  φορς∙  δοκιμσαμε  επιδρομς και σκλαβις∙ αλλξαμε θρησκεα∙ στους τελευταους αινες η  τεχνικ  επιστμη  μετασχημτισε  βασικ  τη  μορφ  της  ζως  μας∙  και  μως κρατηθκαμε λληνες, με την δια γλσσα–φυσικ εξελιγμνη–, με  τα δια ιδανικ, τον διο σε πολλ χαραχτρα και με να πλθος στοιχεα του  πολιτισμο  κληρονομημνα  απ  τα  προχριστιανικ  χρνια.

Στον  πνευματικ τομα καννας λας  δεν μπορε να προκψει, αν αγνοε την  ιστορα  του,  γιατ  γνοια  της  ιστορας  θα πει  γνοια  του  διου  του  διου  του  εαυτο  του.

Εμαι  λληνας,  συνειδητς  λληνας,  αυτ  θα  πει,  χω  αφομοισει  μσα  μου  την  πνευματικ  ιστορα  των  Ελλνων  απ  τα  μυκηναϊκ χρνια ως σμερα.

  Ο  δετερος  λγος  που  μας  επιβλλει  να  γνωρσουμε  την  αρχαα  πνευματικ  Ελλδα  εναι  τι  εμαστε  κι  εμες  Ευρωπαοι.  Ολκληρος  ο  Ευρωπαϊκς  πολιτισμς  στηρζεται  στον  αρχαο  Ελληνικ,  με  συνδετικ  κρκο  τον  ρωμαϊκ. Με  τους  λλους  Ευρωπαους  μας  δνει  ββαια  και  ο  Χριστιανισμς,  σο  και  να  μας  χωρζουν  ορισμνα  δγματα.  Μα  και  ο  Χριστιανισμς πρεπε να δουλευτε πρτα με την Ελληνικ σκψη, για να  μπορσει ν’ απλσει πειτα στον ευρωπαϊκ χρο. Η ρζα του πολιτισμο  των Ευρωπαων λων εναι ο αρχαος ελληνικς στοχασμς και η τχνη, γι’  αυτ  δεν  μπορε  να  τα  αγνοε  κανες,  αν  θλει  να  αισθνεται  πως  πνευματικ ανκει στην Ευρπη.

 Μα ο κυριτερος λγος που δεν επιτρπεται οι νοι μας ν’ αγνοον  την  αρχααν  Ελλδα  εναι  λλος:  στην  Ελλδα  για  πρτη  φορ  στα  χρονικ  του  κσμου  ανακαλφτηκε  ο  νθρωπος  ως  αξα  αυτνομη,  ο  νθρωπος  που  θλει  να  κρατιται  ελεθερος  απ  κθε  λογς  σκλαβι, και  υλικ  και  πνευματικ.  Μσα  στους  λαος  που  περιβλλουν  τον  ελληνικ  χρο  στα  παλι  εκενα  χρνια  υπρχουν  πολλο  με  μεγλο πολιτισμ, πνω απ’ λους οι Αιγπτιοι και οι Πρσες. Οι λαο μως αυτο  οτε  γνωρζουν  οτε  θλουν  τον  ελεθερο  νθρωπο.  Το  απολυταρχικ  τους σστημα επιβλλει στα τομα να σκβουν αδιαμαρτρητα το κεφλι  μπροστ  στο  βασιλα  και  στους  θρησκευτικος  αρχηγος.

Η  ελεθερη  πρξη και η ελεθερη σκψη εναι γνωστα στον εξωελληνικ κσμο. Και  οι λληνες; Πρτοι αυτο, σπρωγμνοι απ μια δναμη που βγανει απ  μσα τους  και μνο, την  δεσποτεα θα την μεταλλξουν σε  δημοκρατα, και απ την βουλη, ανεθυνη μζα του λαο θα πλσουν μια κοινωνα  απ  πολτες  ελεθερους,  που  καθνας  τους  να  νιθει  τον  εαυτ  του  υπεθυνο  και  για  τη  δικ  του  και  για  των  λλων  την  προκοπ.  Ο  στοχασμς  εναι  κ’  αυτς  ελεθερος  για  τα  πιο  τολμηρ  πετματα  του  νου και της φαντασας.

Ο λληνας εναι ο πρτος, που εν ξρει πως δεν  μπορε  ατιμρητα  να  ξεπερσει  τα  σνορα  του  ανθρπου  και  να  γνει  θες,  μως  κατχεται  απ  μια  βαθι  αισιοδοξα  για  τις  ανθρπινες  ικαντητες  και εναι γεμτος αγπη για τον νθρωπο, που τον πιστεει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι-ο τέλειος άνθρωπος.

 Αυτ  η  πστη  στον  τλειον  νθρωπο,  συνδυασμνη  με  το  βαθ  καλλιτεχνικ  ασθημα  που  χαρακτηρζει  την  ελληνικ  φυλ,  δνει  στον  αρχαον λληνα τον πθο και την ικαντητα να πλσει πλθος ιδανικς  μορφς σε ,τι καταπινεται με το νου, με τη φαντασα και με το χρι: στις  απριττες μορφς που σχεδιζουν οι τεχντες στα αγγεα της καθημερινς  χρσης,  στη  μεγλη  ζωγραφικ,  στην  πλαστικ  του  χαλκο  και  του  μαρμρου, πνω απ’ λα στο λγο τους, και τον πεζ και τον ποιητικ.

Αυτν  τον  κόσμο  θλουμε  να  δσουμε  στα  παιδι  μας,  για  να  μορφωθον∙ για να καλλιεργσουν τη σκψη τους αναλοντας τη σκψη  των  παλιν  Ελλνων∙  για  να  καλλιεργσουν  το  καλλιτεχνικ  τους  ασθημα  μελετντας  ,τι  ωραο  πλασε  το  χρι  και  η  φαντασα  των  προγνων  τους∙  για  να  μπορσουν  κι  αυτο  να  νισουν  τον  εαυτ  τους  αισιδοξο, ελεθερο και υπεθυνο για τη μορα του ανθρπου πνω στη  γη∙  προπαντς  για  να  φουντσει  μσα  τους  ο  πθος  για  τον  τλειον  νθρωπο. 

                          ===============================

Γιατί μαθαίνουμε Αρχαία Ελληνικά;

Γιατρωμανωλάκης Γιώργης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  10/10/2004


* H τέχνη είναι «περιττή», αλλά τόσο αναγκαία. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι «περιττοί», αλλά παρά ταύτα τους πληρώσαμε και με το παραπάνω. Γιατί; Διότι ο πολιτισμός γενικότερα μοιάζει περιττός, αλλά προφανώς δεν είναι


Σε προηγούμενο άρθρο μας («Το Βήμα», 4.9.2004) είχαμε αναφερθεί στη σοβαρότατη κρίση που περνούν τα κλασικά γράμματα στον τόπο μας. Που παρά τις αλλαγές, τις μεταρρυθμίσεις και τις αντιμεταρρυθμίσεις, 30 χρόνια τώρα, τα Αρχαία «μας» πάνε από το κακό στο χειρότερο. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επικοινωνίας και Πληροφόρησης (Euronem), η Ελλάδα κατέχει στους τομείς των φυσικών επιστημών και της κλασικής παιδείας την 29η θέση μεταξύ 31 ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όλες οι χώρες-μέλη της EE! «Το Βήμα», που μετέδωσε την είδηση (10.9.2004), δεν μας αποκαλύπτει, δυστυχώς, ποιες είναι οι δύο ευρωπαϊκές χώρες που πήραμε φαλάγγι στην κλασική παιδεία. Δεν πειράζει. Ομως αν τα στοιχεία της παραπάνω μελέτης είναι ακριβή, τότε πρέπει να παραιτηθούν όλοι οι υπουργοί Παιδείας των τελευταίων 30 χρόνων. Εννοώ να παραιτηθούν από την υπερηφάνειά τους. Και καλά, τελευταίοι στα Αρχαία που δεν έχουν και ψωμί. Αλλά και στις φυσικές επιστήμες; Δηλαδή, πού είμαστε καλοί όσον αφορά την Παιδεία και τα παιδιά μας; Στις κλειστές στροφές των Τεμπών και του Μαλιακού; Εκεί όλοι πρώτοι και καλύτεροι;
Σκοπός μας δεν είναι να καταγγείλουμε άλλη μια φορά την κατάντια της Παιδείας μας. Δεν έχει νόημα. Πρόθεσή μας είναι να προτείνουμε κάποιες πρακτικές «λύσεις» που, κατά τη γνώμη μας, θα επέτρεπαν ενδεχομένως στην εκπαίδευσή μας (δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια) να αισιοδοξεί για το μέλλον των κλασικών γραμμάτων στη χώρα μας. Μεγάλα λόγια, θα πει κάποιος. Κάθε άλλο.

Οι προτεινόμενες «λύσεις» είναι απλές και ρεαλιστικές. Καθόλου μεγαλόστομες. Θα έλεγα μάλιστα πως είναι «πεζές». Αλλά λίγο ακριβούτσικες. Ο,τι χειρότερο δηλαδή για το σεβαστό υπουργείο, που χρόνια τώρα (για να μην παρεξηγηθούμε) αρέσκεται σε λύσεις μεγαλόστομες και φθηνιάρικες.

* Τα «ελληνικά γονίδια»

Όμως προτού έρθουμε στα πρακτικά, οφείλουμε να απαντήσουμε σε ένα ουσιώδες ερώτημα που έχει να κάνει με τον σκοπό της διδασκαλίας των Αρχαίων. Είναι προφανές ότι η όποια απάντηση θα καθορίσει και τα μέτρα που θα λάβουμε.

Το απλό ερώτημα είναι: τι εννοούμε όταν λέμε ότι τα παιδιά μας πρέπει να «μάθουν», να «σπουδάσουν» Αρχαία, δηλαδή αρχαία ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία; Καλύτερα: για ποιο λόγο «διδάσκουμε» ή «μαθαίνουμε» Αρχαία; (Θέτουμε τα ρήματα σε εισαγωγικά για προφανείς λόγους). Το ερώτημα φαίνεται απλό αλλά, παρά ταύτα, έχει πάρει πολλές, διαφορετικές και κυρίως νεφελώδεις και ακατανόητες απαντήσεις. Όμως αν ρωτήσουμε κάποιον φοιτητή Ιατρικής γιατί επέλεξε αυτό το επάγγελμα (και κατά συνέπεια γιατί ταλαιπωρήθηκε χρόνια στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στα φροντιστήρια και στις πανελλαδικές) οι απαντήσεις που θα λάβουμε θα είναι κατανοητές. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, θα απαντήσουν ότι διάλεξαν την Ιατρική διότι είναι ένα κοινωνικά χρήσιμο επάγγελμα, με κύρος και χρήμα. Οι ανθρωπιστικοί λόγοι που θα επικαλεστούν ορισμένοι είναι στην περίπτωσή τους κατανοητοί. Όμως οι φοιτητές της Φιλοσοφικής δεν μπορούν να απαντήσουν με την ίδια σαφήνεια. Και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αιτιολογήσουν τόσα χρόνια προπαρασκευαστικών σπουδών. Που τελικά δεν θα τους εξασφαλίσουν κάποιο επάγγελμα. Τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Θα υπάρξουν όμως μερικοί που θα επικαλεσθούν (αορίστως) εθνικούς λόγους, τα ελληνικά γονίδια, την αρχαία κληρονομιά κ.λπ. Κάποιοι θα αναφερθούν και στα περίφημα ανθρωπιστικά ιδεώδη κ.λπ. Ύστερα όλοι θα ψάξουν να βρουν πρακτικούς τρόπους να εξοικονομήσουν τα προς το ζην.
Και καλά η απόληξη αυτής της θλιβερής αλυσίδας: να αποφοιτούν κάθε χρόνο χιλιάδες από τις Φιλοσοφικές. Χωρίς σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση. Χωρίς (κι εδώ είναι το τραγικό) να γνωρίζουν και οι ίδιοι τι έχουν σπουδάσει και γιατί έχουν σπουδάσει ό,τι τελοσπάντων έχουν σπουδάσει. Όμως την αρχή αυτής της αλυσίδας, δηλαδή τα παιδιά του Γυμνασίου, πώς την αντιμετωπίζουμε; Με ποιο λογικό επιχείρημα θα τα πείσουμε να αρχίζουν να κλίνουν το λύω και να λένε το νόημα μιας μεταφρασμένης ραψωδίας; Ότι έτσι κάποτε θα βγάλουν λεφτά; Αποκλείεται. Τέτοια οι μαθητές του Γυμνασίου δεν τα χάβουν. Οτι όποιος μάθει Αρχαία γίνεται καλός χριστιανός; Ναι. Ίσως, αρκεί να αποφεύγει τον Αριστοφάνη. Οτι με τα Αρχαία γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι; Αν ίσχυε αυτό, τότε οι καθηγητές Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας θα έπρεπε να είναι οι καλύτεροι άνθρωποι.

* Οι λογικές απαντήσεις

Να μη μακρηγορώ. Τη μόνη «λογική» απάντηση γιατί μαθαίνουμε Αρχαία, γιατί τελοσπάντων εντρυφούμε στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, την έχουν δώσει οι μεγάλοι συγγραφείς. Έλληνες και ξένοι. Οχι οι φιλόλογοι. Ούτε οι παιδαγωγοί. Ούτε το υπουργείο Παιδείας. Αλλά αυτή η «λογική» απάντηση, επειδή ακριβώς προέρχεται από τον χώρο της τέχνης, δεν φαίνεται να μας ικανοποιεί πρακτικά. Αντιθέτως δείχνει το «περιττόν», το μη πρακτικόν. Το πολυτελές. Το μη αναγκαίον. Αυτό όμως που τελικά αποδεικνύεται αναγκαίον. H τέχνη είναι «περιττή», αλλά τόσο αναγκαία. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι «περιττοί», αλλά παρά ταύτα τους πληρώσαμε και με το παραπάνω. Γιατί; Διότι ο πολιτισμός γενικότερα μοιάζει περιττός, αλλά προφανώς δεν είναι. Ο Καβάφης λοιπόν έμαθε και διαχειρίστηκε την αρχαία ελληνική λογοτεχνία διότι εκεί, σε μια συγκεκριμένη εποχή της, βρήκε το υλικό να δημιουργήσει ο ίδιος το δικό του έργο. Μεταποίησε το αρχαίο λογοτεχνικό υλικό για χάρη, προς όφελος της τέχνης του. Αυτό έκανε και ο Σεφέρης. Και ο Τζέιμς Τζόυς. Και ο σκηνοθέτης της «Τροίας». Βρήκαν υλικό όχι πώς να γίνουν καλοί άνθρωποι, αλλά πώς να εμπνευστούν και να δημιουργήσουν. H αρχαία ελληνική λογοτεχνία, κάθε λογοτεχνία, είναι πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Αυτό ισχύει και για τη νεοελληνική λογοτεχνία αλλά και για την ισπανική και την κινέζικη. Εδώ σε μας συντρέχουν - να το δεχτούμε - ιστορικοί λόγοι που επιβάλλουν (τουλάχιστον σε όσους το επιθυμούν) και τη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων. Μαθαίνουν λοιπόν Αρχαία τα γυμνασιόπαιδα επειδή έτσι έχουν την πολυτέλεια να γίνουν μέτοχοι μιας άλλης τάξεως γλωσσικής και λογοτεχνικής γνώσης και εμπειρίας. Δεν γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι διαβάζοντας Ορέστεια ή Οθέλο.

* H εθνική μας «πολυτέλεια»

Ο Πλάτων κατάλαβε πολύ καλά ότι η μεγάλη λογοτεχνία διαχειρίζεται συνήθως το Κακό. Μαθαίνουμε Αρχαία γιατί αυτό ωφελεί τη φαντασία, την έμπνευση και τη δημιουργικότητά μας. Μας δίνει την πολυτέλεια του «ωφέλιμου περιττού». Αλλά όσοι διακηρύττουν και υποστηρίζουν αυτή την πολυτέλεια γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια πολύ δαπανηρή επένδυση, χωρίς αναμενόμενα υλικά κέρδη. Μπορεί να έρθουν και αυτά, αλλά το ζητούμενο για την ώρα είναι η χρηματοδότηση της φαντασίας και της δημιουργίας. Οπως έγινε με τους Ολυμπιακούς. Που συνεχώς επικαλούμαστε. Οπως πρέπει να γίνεται με τα μουσεία, τη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία. Αν δεχθούμε (και στη συνέχεια πείσουμε τους ενδιαφερόμενους) ότι η διδασκαλία των Αρχαίων μάς οδηγεί στην απαραίτητη και ζωτική πολυτέλεια του «περιττού», στην έμπνευση και στη δημιουργία μέσα στην καθημερινότητα (δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι ποιητές), τότε μπορούμε να επικαλεσθούμε και άλλους λόγους.

Κληρονομικούς, ενδεχομένως, παιδαγωγικούς κ.λπ. Ομως αν δεν δούμε τη διδασκαλία των Αρχαίων ως ύψιστη «εθνική πολυτέλεια», τότε να σταματήσουμε να παραπονούμαστε, να ταλαιπωρούμε και να ταλαιπωρούμαστε. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε αυτή την «εθνική πολυτέλεια» και να την συντηρήσουμε γενναίως. Οικονομικά και ψυχικά. Θα επανέλθουμε.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

            ========================================

Γιατί να μάθω Αρχαία Ελληνικά;


Γιατί μαθαίνουμε Αρχαία Ελληνικά;

Ενδεικτικές απαντήσεις από το Α1 - 7gymioa


Είναι η γλώσσα της πατρίδας μου, η γλώσσα της Ελλάδας...

Μπορεί να μου χρησιμεύσει στο μέλλον...

Μπορούμε να διαβάσουμε τα αρχαία κείμενα...

Χρησιμεύει σε μερικά επαγγέλματα, όπως φιλόλογος, αρχαιολόγος...

Αρχαία Ελληνικά δεν ξέρω γιατί πρέπει να μάθω, αλλά πρέπει. Έτσι, όπως τα βλέπω, δε θέλω να τα μάθω, έχουν διάφορους τόνους, αυτοί θα με μπερδεύουν. Δεν έχουμε κάνει κανονικά κάποιο μάθημα, ώστε να δω αν μπορώ να διαβάσω κάποιο κείμενο, μα είμαι σίγουρη πως δε θα μου αρέσουν. Τώρα, αναγκαστικά, πρέπει να τα μάθω...

Είναι βασική γλώσσα, που πρέπει να μάθει κάποιος, γιατί πάνω τους στηρίζονται όλες σχεδόν οι υπόλοιπες γλώσσες του κόσμου: τα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Ιταλικά...

Ήταν η πρώτη γλώσσα μας και θα ήταν ωραίο να τη μαθαίναμε. Αλλά οι περισσότεροι Έλληνες τώρα δε μιλάνε αυτή τη γλώσσα. Το αρνητικό είναι ότι δε θα μας χρειαστεί πολύ...

Όλες οι γλώσσες έχουν πάρει άπειρες λέξεις από τα Αρχαία Ελληνικά. Είναι η πρώτη γλώσσα του κόσμου...

Πρέπει να ξέρουμε από πού προήλθε η γλώσσα μας, που μιλάμε τώρα. Ένα υπέρ των Αρχαίων Ελληνικών είναι ότι θα μπορούμε να διαβάζουμε βιβλία που είναι γραμμένα στην α.ε. γλώσσα. Και το κατά: είναι λίγο δύσκολη...

Μπορούμε να καταλάβουμε διάφορες εκφράσεις που συνηθίζουμε στον καθημερινό μας λόγο...

Για να μάθεις αρχαία ελληνικά, χρειάζεται πολύς κόπος, όπως για παράδειγμα να μάθεις να τονίζεις σωστά τις λέξεις. Επίσης, οι λέξεις είναι δύσκολο να διαβαστούν και να μεταφραστούν. Αλλά υπάρχει ένα θετικό που είναι πιο ισχυρό από όλα τα αρνητικά: επειδή οι ξένοι έχουν πάρει λέξεις από εμάς, μπορούμε να μάθουμε πιο εύκολα ξένες γλώσσες. Εγώ πιστεύω πως πρέπει να μαθαίνουμε αρχαία ελληνικά...

Πρέπει να γνωρίζουμε τη γλώσσα και τις συνήθειες που υπήρξαν πριν από εμάς...

Χωρίς αυτά δε θα μπορούμε να μάθουμε κομμάτια της ιστορίας μας. Είναι, όμως, αρκετά δύσκολα και μερικοί πιστεύουν ότι δεν είναι απαραίτητα, γιατί πλέον τα πάντα έχουν μεταφραστεί στη νέα ελληνική και σε άλλες γλώσσες...

Για να μπορώ να διαβάζω αρχαίες ιστορίες και παραδόσεις, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη...

Θα ήταν πολύ καλό να ξέρουν και οι νέες γενιές να τη μιλάνε...

Δε χρειάζεται να τα μάθουμε, γιατί δεν τα μιλάμε. Έχουμε μόνο την κανονική μας γλώσσα...

Θέλω πολύ να μάθω και να μιλώ τη γλώσσα των προγόνων μου. Σε πολλά Πανεπιστήμια του εξωτερικού διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά...

Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε προέρχονται από αυτά. Η Α.Ε. μας βοηθάει να αναπτύξουμε το λεξιλόγιό μας και να χειριζόμαστε καλύτερα το λόγο μας. Μπορεί να είναι ιδιόμορφη και δύσκολη, αλλά μας βοηθάει αρκετά...

Θέλω να ξέρω τι γινόταν στα αρχαία χρόνια, για αυτό θέλω να μάθω αρχαία...

Δε χρειάζονται πουθενά, εκτός από το να διαβάσουμε κείμενα της Εκκλησίας και σε κάποια επαγγέλματα...

Πάντα χρειάζονται...

            =========================================


Πανεπιστημιακοί εναντίον Πανεπιστημιακών για τα Αρχαία Ελληνικά.


Αντιδρούν τα μέλη του Τομέα Κλασικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην πρόταση 56 πανεπιστημιακών, για κατάργηση της διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.


Τονίζουν μάλιστα την έκπληξη τους καθώς, όπως λένε, η πρόταση προέρχεται από συναδέλφους τους που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο.



ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ ΤΙΣ 9.000 ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΣΕ 3 ΜΕΡΕΣ




Ολόκληρη η επιστολή


 Με κατάπληξη πληροφορηθήκαμε την πρόταση, που υπογράφεται από 56 πανεπιστημιακούς δασκάλους, σχετικά με την κατάργηση της διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο. Η έκπληξή μας έγινε μεγαλύτερη από το γεγονός ότι το εν λόγω κείμενο υπογράφεται από συναδέλφους η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν έχει σχέση με την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Φιλολογία ή με την αρχαιογνωσία εν γένει, ενώ αρκετοί από αυτούς υπηρετούν σε πανεπιστημιακά τμήματα άσχετα με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γενικότερα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η επίμαχη πρόταση υπεραπλουστεύει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο ζητήματα σύνθετα και χαρακτηρίζεται συνολικά από μεγάλη προχειρότητα. Πληροφορούμενοι, ωστόσο, ότι το θέμα έχει αρχίσει να αποτελεί σημείο προβληματισμού των υπευθύνων για τον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία θεωρούμε ότι αποτελεί υποχρέωσή μας ως μελών του Τομέα Κλασικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών να δηλώσουμε τα εξής σχετικά με την αναγκαιότητα διατήρησης και περαιτέρω ενίσχυσης του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου:


 Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα είναι μαζί με τη Λατινική οι δύο κατ’ εξοχήν παγκόσμιες γλώσσες της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, στις οποίες συγγράφηκαν πάμπολλα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα της παγκόσμιας σκέψης όλων των εποχών και σχεδόν το σύνολο των πνευματικών δημιουργημάτων που έθεσαν τις βάσεις για τη δημιουργία του σημερινού δυτικού πολιτισμού. Η Αρχαία Ελληνική υπήρξε για χιλιετίες οικουμενική γλώσσα και κατείχε στον αρχαίο και μεσαιωνικό κόσμο θέση ανάλογη με αυτήν που κατέχουν σήμερα η Αγγλική και η Γαλλική. Ενδεικτικός είναι ο τεράστιος αριθμός ελληνικών λέξεων που υπάρχουν σε όλες τις σημερινές γλώσσες των χωρών της Δύσης και της Ανατολής. Οι Έλληνες μαθητές έχουν τη σπάνια ευκαιρία να μελετήσουν έξοχα δημιουργήματα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς από το πρωτότυπο καταβάλλοντας ένα μικρό μόνο τμήμα του μόχθου που καταβάλλουν οι μαθητές των υπόλοιπων χωρών Δύσης και Ανατολής, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε μια πρωιμότερη μορφή της ίδιας της μητρικής τους γλώσσας. Το όφελος από τη μικρή αυτή επένδυση χρόνου και κόπου είναι τεράστιο: αυτοδύναμη δυνατότητα αδιαμεσολάβητης προσέγγισης μεγάλου τμήματος των σπουδαιότερων γραπτών μνημείων της ανθρωπότητας.


Συνάμα, η αυτόνομη αυτή δυνατότητα προσέγγισης δεν αφορά στα κείμενα κάποιας ξένης γλώσσας, αλλά στα κείμενα της γλώσσας των μαθητών και της πολιτισμικής παράδοσης στην οποία ανήκουν και οι ίδιοι. Σε αυτά δεν ανήκουν μόνο τα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αριστοφάνης, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης. Ανήκουν, επίσης, τα Ευαγγέλια και όλα τα κείμενα της πρώιμης και ύστερης χριστιανικής γραμματείας, καθώς επίσης και όλα τα λόγια και δημώδη κείμενα της βυζαντινής περιόδου, δίχως τα οποία ο μαθητής και μετέπειτα πολίτης δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει την αδιάκοπη πολιτισμική συνέχεια μέσα από την οποία οδηγηθήκαμε από την Αρχαιότητα στον Νέο Ελληνισμό. Ακόμη και η κατανόηση πάμπολλων σημαντικών μνημείων της νεοελληνικής διανόησης (και δεν αναφερόμαστε εδώ μόνο στον Παπαδιαμάντη ή στον Ροδη, αλλά και στις διακειμενικές αναφορές της ποίησης και της πεζογραφίας σε παλαιότερα κείμενα στο πρωτότυπο) καθίσταται προβληματική χωρίς τη γνώση των παλαιοτέρων μορφών της γλώσσας μας.


Η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αξιοποιώντας διάφορα διδακτικά αντικείμενα, στοχεύει μεταξύ άλλων στο να καλλιεργήσει στον μαθητή κριτική ικανότητα, πειθαρχία στη σκέψη και τον λόγο, μνημονική ικανότητα επιστρατευμένη στις ανάγκες της δημιουργικής σκέψης, παρατηρητικότητα κτλ. Τα Αρχαία Ελληνικά είναι ένα εργαλείο δοκιμασμένο στην πορεία του χρόνου για την αποτελεσματικότητά του στους τομείς αυτούς. Επίσης, συμβάλλει στο να κατακτήσει ο μαθητής τον τρόπο με τον οποίο θα ανάγεται υπομονετικά από το γνωστό στο άγνωστο, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο κατακτά τη νέα γνώση.


 Για την εκμάθηση της Νέας Ελληνικής η μελέτη της Αρχαίας Ελληνικής δεν αποτελεί εμπόδιο, όπως με περισσή προχειρότητα και κατά τρόπο αντιεπιστημονικό αποφαίνονται οι συντάκτες της επίμαχης πρότασης. Αντιθέτως, η καλή γνώση της Αρχαίας Ελληνικής είναι σημαντικότατη, μεταξύ άλλων διότι η Νέα Ελληνική αφενός διατηρεί την ιστορική ορθογραφία των λέξεων, για την οποία η ετυμολογία είναι απαραίτητη, αφετέρου διότι περιέχει χιλιάδες λέξεις, φράσεις και εν γένει γλωσσικό υλικό που προέρχεται κατ’ ευθείαν από τις δεξαμενές της Αρχαίας και Μεσαιωνικής Ελληνικής. Ζητούμενο κατά τη σωστή εκμάθηση της Νέας Ελληνικής πρέπει να είναι και η κατανόηση των πλευρών της που άπτονται της ιστορικής της διαχρονίας, πράγμα που επιτυγχάνεται μόνο με τη στέρεα γνώση των προγενέστερων μορφών της ομιλούμενης σήμερα γλώσσας. Δεν διαφωνούμε ότι οι ώρες διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών είναι λίγες και πρέπει να αυξηθούν. Θα ήταν όμως ολέθριο σφάλμα να ληφθούν από το κατ’ εξοχήν μάθημα που λειτουργεί, μεταξύ άλλων, ευεργετικά και για την ίδια τη σωστή εκμάθηση της Νέας Ελληνικής.


 Διαπιστώσεις όπως ότι τα Αρχαία Ελληνικά αντιμετωπίζονται με αντιπάθεια από τους μαθητές ή ότι υπάρχουν απόφοιτοι Λυκείου που δεν γνωρίζουν τέλεια τα Αρχαία Ελληνικά μπορούν να αποτελέσουν επιχειρήματα μόνο για τη βελτίωση των μεθόδων διδασκαλίας τους και όχι για τη μείωση ή την κατάργησή τους. Η παραπάνω λογική των υπέρμαχων της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε παράλογα συμπεράσματα όπως, π.χ., ότι δεν χρειάζεται η διδασκαλία των Μαθηματικών ή και των Νέων Ελληνικών, αφού υπάρχουν πάμπολλοι απόφοιτοι Λυκείου που δεν γνωρίζουν ικανοποιητικώς αριθμητικές και μαθηματικές πράξεις ή δεν χειρίζονται ορθώς τη μητρική τους Νέα Ελληνική, μολονότι διδάσκονται Αριθμητική/Μαθηματικά και Νέα Ελληνικά όχι μόνο από την πρώτη τάξη του Γυμνασίου, αλλά από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Τα κενά των αποφοίτων του Λυκείου στη χρήση των Μαθηματικών και της Νέας Ελληνικής δεν πρέπει να μας οδηγούν στην πρόταση κατάργησης των αντιστοίχων μαθημάτων από το ωρολόγιο πρόγραμμα του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου, αλλά σε γενικότερο προβληματισμό και προτάσεις βελτίωσης της διδασκαλίας τους. Το ίδιο ισχύει αυτονοήτως και για τα Αρχαία Ελληνικά που κατέχουν ούτως ή άλλως πολύ μικρότερο ποσοστό στο συνολικό πρόγραμμα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.


 Δυνατότητα εκμάθησης της Αρχαίας Ελληνικής προσφέρεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ την ίδια στιγμή παρατηρείται έξαρση στην κίνηση για την επαναφορά της μαζικής διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής στη Μέση Εκπαίδευση σημαντικών κρατών του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως της Γερμανίας και της Γαλλίας. Ενδεικτικά, διοργανώνεται αυτή τη στιγμή (με γερμανική πρωτοβουλία) πανευρωπαϊκό συνέδριο για το 2017 με θέμα την ανάγκη προστασίας γλωσσών που υπήρξαν φορείς σημαντικού πολιτισμού όπως είναι τα Αρχαία Ελληνικά. Θα ήταν θλιβερό, εάν η ίδια η Ελλάδα σε αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο καταργούσε τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.


 Η δυνατότητα κατανόησης στοιχείων της Αρχαίας Ελληνικής από το πρωτότυπο είναι ταυτόχρονα απαραίτητη για το σύνολο σχεδόν των σύγχρονων επιστημών. Πώς θα μπορούσε να κινηθεί κανείς σε χώρους όπως αυτούς της Φιλοσοφίας, της Ψυχολογίας, της Ιστορίας, της Αρχαιολογίας, της Θεολογίας, της Νομικής, της Ιατρικής, των Μαθηματικών, της Φυσικής, της Χημείας, της Βιολογίας και τόσων άλλων επιστημονικών κλάδων χωρίς τη δυνατότητα προσέγγισης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας;


 Σε σχέση με το πότε πρέπει να ξεκινά η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών έχουμε να παρατηρήσουμε το εξής: η παιδαγωγική πράξη έχει δείξει ότι είναι προσφορότερο να ξεκινά η γλωσσική διδασκαλία (κάθε γλώσσας) σε μικρή σχετικά ηλικία. Τούτο το γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν προσπαθήσει να μάθουν κάποια γλώσσα σε προχωρημένη ηλικία. Αν δεχθούμε ότι η Αρχαία Ελληνική πρέπει να διδάσκεται, πράγμα που πιστεύουμε ακράδαντα, τότε είναι παιδαγωγικώς προσφορότερο προς διευκόλυνση των μαθητών η διδασκαλία αυτή να ξεκινά στην ηλικία των δώδεκα και όχι των δεκαπέντε ετών.  Όσο για την πρόταση να υπάρχει απλώς η δυνατότητα επιλογής της εκμάθησης των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο μόνο στην Τρίτη Γυμνασίου, αυτό είναι παντελώς αδύνατο να εφαρμοστεί, καθώς θα οδηγούσε στην ανάγκη δημιουργίας παράλληλων τάξεων στο Λύκειο, για αρχάριους και προχωρημένους.


Ακόμη, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι θεωρούμε απαράδεκτο να διδάσκονται μόνο για ένα έτος στο Λύκειο τα Λατινικά. Πιστεύουμε ότι πρέπει να επανέλθει άμεσα η διδασκαλία τους τουλάχιστον για δύο χρόνια στο Λύκειο. Τα Λατινικά αποτελούν τον έτερο πυλώνα του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού και τη γέφυρα με την οποία ο Ελληνισμός μπορεί να κατανοήσει τις λοιπές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να συνδεθεί και να συνεργαστεί με αυτές. Ας μην ξεχνούμε ότι και μετά τον Μεσαίωνα, από την Αναγέννηση έως τις μέρες μας, τα Λατινικά αποτέλεσαν και αποτελούν την κατ’ εξοχήν γλώσσα της επιστήμης για τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Μάλιστα, σε πολλές χώρες της Δυτικής και της Ανατολικής Ευρώπης (π.χ. Γερμανία και Τσεχοσλοβακία) η Λατινική υπήρξε ως και τη δεκαετία του 1980 η μοναδική εναλλακτική γλώσσα συγγραφής διδακτορικών διατριβών.


Τέλος, με την ευκαιρία αυτή θα θέλαμε να αναφερθούμε σε έναν γενικότερο ισχυρισμό που θεωρεί την αρχαία ελληνική «νεκρή» γλώσσα και χρησιμοποιείται συχνά από τους υποστηρικτές της κατάργησης της διδασκαλίας της. Η αρχαία ελληνική δεν θεωρείται «νεκρή» γλώσσα με βάση επιστημονικά κριτήρια. Μία γλώσσα θεωρείται νεκρή όταν συντρέχουν δύο απαραιτήτως προϋποθέσεις: (α) δεν έχει φυσικούς ομιλητές και (β) δεν έχει αφήσει πίσω της (μέσω της εξέλιξής της) γλωσσικούς απογόνους. Με την έννοια αυτή, οι ειδικοί δεν θεωρούν ότι η αρχαία ελληνική έχει «πεθάνει», εφόσον υπάρχουν Νεοέλληνες που έχουν ως μητρική τους γλώσσα τη σύγχρονη μορφή της ελληνικής! Πέρα από το ζήτημα του ορισμού, όμως, που εν προκειμένω δεν είναι και το πλέον ουσιαστικό, ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι μια γλώσσα της οποίας η πλούσια γραμματειακή παραγωγή γεμίζει τις βιβλιοθήκες, πανεπιστημιακές και μη, όλου του κόσμου και η οποία επηρέασε και επηρεάζει, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, την πορεία του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού, εκ των πραγμάτων δεν είναι νεκρή. Ιδιαίτερα μάλιστα για μας, τους Νεοέλληνες, η αρχαία ελληνική εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της ζωής μας, όχι μόνο γιατί η σημερινή μας γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εξέλιξη εκείνης, αλλά και γιατί η ίδια η αρχαία μορφή της γλώσσας μας είτε είναι παρούσα αυτούσια δίπλα μας (βλ. π.χ. επιγραφές σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία) είτε ενσωματώνεται  ανά πάσα στιγμή στον φυσικό νεοελληνικό μας λόγο με απόλυτα ομαλό τρόπο. Αυτή η τελευταία απόδειξη της ζωντάνιας της είναι ταυτόχρονα και ένα προνόμιο που η αρχαία γλώσσα προσφέρει μόνο σε μας, τους φυσικούς συνεχιστές της, και προφανώς οφείλουμε να το αξιοποιήσουμε.

 Αθήνα, 31/05/2016

Τα μέλη του Τομέα Κλασικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

                =======================================


Ρεπούση: «Τα Αρχαία Ελληνικά είναι νεκρή γλώσσα και πρέπει να διδάσκονται προαιρετικά»

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 10/09/2013

Μετά την κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο νέο Λύκειο, η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ Μαρία Ρεπούση ζήτησε στη Βουλή τη γενναία μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών - και των Λατινικών - στην Γ’ Λυκείου.

Κατά τη συζήτηση επί του νομοσχεδίου για το νέο Λύκειο, η κυρία Ρεπούση τόνισε ότι «τα Αρχαία Ελληνικά χρειάζονται υποχρεωτικά μόνο για τα παιδιά που θα ακολουθήσουν κλασικές σπουδές, ενώ για τα υπόλοιπα παιδιά θα έπρεπε να είναι προαιρετικά» και ζήτησε την μείωση των ωρών διδασκαλίας τους.

Εξηγώντας την θέση της περί «νεκρής γλώσσας», η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ σημείωσε ότι «νεκρές γλώσσες λέγονται οι γλώσσες που δεν μιλιούνται και σε αυτές συγκαταλέγονται και τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά». «Τι θέλει τώρα η ελληνική Βουλή; Να εξαιρέσει τα Αρχαία Ελληνικά από τις μη ομιλούμενες γλώσσες;» διερωτήθηκε.

                          =====================================

Τα Αρχαία Ελληνικά και ο διάλογος για την παιδεία (Απάντηση στο κείμενο των 56)

(α) Ποια είναι τελικά η μορφωτική αξία των Αρχαίων Ελληνικών και γιατί πρέπει να διδάσκονται;

(β) Πώς θα μπορούσε να γίνει η διδασκαλία αυτή ενδιαφέρουσα ή και ελκυστική για τον μαθητή και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική;

Δημοσίευση: 24/05/2016

Του  Δημήτρη Καραδήμα
Αν/ Καθηγητής  
 Τμήμα Φιλολογίας – Ε.Κ.Π.Α.


Καθώς ο Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία πλησιάζει στο τέλος του και έρχεται προφανώς η ώρα των αποφάσεων για τη μορφή και το περιεχόμενο της αυριανής εκπαίδευσης, ορισμένοι πανεπιστημιακοί θεώρησαν καλό να θέσουν το θέμα της χρησιμότητας της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο και να ζητήσουν την κατάργηση του μαθήματος! Διαβάσαμε το σχετικό κείμενο με έκπληξη και λύπη. Έκπληξη, γιατί το κείμενο δεν ήρθε για να θέσει το θέμα προς συζήτηση και διερεύνηση. Διακινήθηκε ηλεκτρονικά με σκοπό προφανώς όχι την ανταλλαγή επιχειρημάτων, αλλά τη συλλογή υπογραφών και την άσκηση πίεσης στα κέντρα των αποφάσεων! Αισθανθήκαμε επίσης λύπη, γιατί το θέμα τίθεται λίγο πριν κλείσει ο Διάλογος και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπάρχει πλέον επαρκής χρόνος για εμπεριστατωμένη και αναλυτική συζήτηση. Οι σκέψεις που ακολουθούν αποτελούν μια πρώτη αντίδραση. Στη συνέχεια όπου αναφέρω «συγγραφείς» εννοώ τους πραγματικούς συγγραφείς του κειμένου και δεν αναφέρομαι στους συναδέλφους που αισθάνθηκαν ότι συμφωνούν γενικά με τις θέσεις αυτές και το υπέγραψαν.                   
Το εν λόγω κείμενο δεν προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει σοβαρά υπέρ της θέσης που προβάλλει για κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών. Παρόλα αυτά, όμως, δεν πρέπει να μείνει αναπάντητο, κυρίως γιατί η διακίνησή του από μόνη της μεταφέρει την αναχρονιστική αντίληψη ότι η απόφαση για το αν θα διδαχθούν ή όχι τα Αρχαία Ελληνικά είναι πολιτική απόφαση που μπορεί να ληφθεί με κριτήρια ισχύος και όχι με κριτήρια παιδαγωγικά και επιστημονικά. Ο βασικός ισχυρισμός του  κειμένου είναι ότι «δεν καλλιεργείται επαρκώς η νέα ελληνική γλώσσα στο ισχύον ωρολόγιο πρόγραμμα» της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και γι’ αυτό ευθύνεται η διδασκαλία των Αρχαίων στην οποία αφιερώνονται σήμερα πολλές ώρες! Σε αυτόν τον ισχυρισμό προστίθενται ορισμένα ακόμα επιχειρήματα και οι συγγραφείς καταλήγουν με παροιμιώδη ευκολία στην πρότασή τους για τη θεραπεία του προβλήματος: «προτείνουμε την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο»! Ας δούμε από πιο κοντά τον ισχυρισμό αυτόν και τα άλλα τους επιχειρήματα.

Πράγματι έχουμε πρόβλημα με τα νέα ελληνικά στο Γυμνάσιο και απαιτείται βαθύτερη, καλύτερη και ουσιαστικότερη διδασκαλία της γλώσσας μας. Γνωρίζουν, όμως, οι συγγραφείς του κειμένου ότι ένα μεγάλο ποσοστό των μαθητών που έρχονται στο Γυμνάσιο (μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα και με την περιοχή από το 1/4 περίπου μέχρι το 1/3 του συνολικού τους αριθμού) είναι στην ουσία λειτουργικά αναλφάβητοι, καθώς δεν μπορούν ή δυσκολεύονται σημαντικά να διαβάσουν και να γράψουν, παρόλο που έχουν διδαχθεί επί έξι χρόνια ανάγνωση και γραφή στο Δημοτικό; Μήπως, δηλαδή, η λύση στο πρόβλημα της επαρκούς καλλιέργειας της νέας ελληνικής δεν είναι παιδαγωγικά σωστό να αναζητείται μόνο στο Γυμνάσιο; Μήπως πρέπει  έγκαιρα, στο Δημοτικό, να αναζητήσουμε τρόπους καλύτερης αξιοποίησης του σχολικού χρόνου και αποτελεσματικότερης διδασκαλίας της γλώσσας μας, ώστε τα παιδιά που αποφοιτούν από την πρωτοβάθμια να έχουν κατακτήσει τη νέα ελληνική στον ανώτερο για την ηλικία τους δυνατό βαθμό; Αυτό είναι ασφαλώς ένα πρόβλημα που πρέπει, πιστεύω, να απασχολήσει όσους ασχολούνται με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
        
Σε ό,τι αφορά στο θέμα που μας απασχολεί εδώ, είναι προφανές ότι η σύνδεση της ελλιπούς γνώσης της νέας ελληνικής με τη διδασκαλία της αρχαίας στηρίζεται σε δύο αυθαίρετες παραδοχές: (α) Οι ώρες διδασκαλίας των Αρχαίων έχουν αφαιρεθεί από τα Νέα Ελληνικά και πρέπει να επιστραφούν (!) (υπονοείται) και (β) Η διδασκαλία των Αρχαίων εμποδίζει την καλλιέργεια του γλωσσικού αισθήματος των μαθητών (αυτό αναφέρεται μάλιστα ρητά!). Και οι δύο παραδοχές (η έλλειψη χώρου δεν επιτρέπει να συζητηθούν εδώ αναλυτικά)  αντιβαίνουν στην κοινή λογική και δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Γιατί, ας πούμε, να μην εξασφαλίσουμε επιπλέον διδακτικές ώρες για τα Νέα Ελληνικά (αν δεχτούμε ότι το πρόβλημα είναι απλά ποσοτικό) αφαιρώντας κάποιες από άλλα μαθήματα, όπως, π.χ., τα Μαθηματικά ή τα Αγγλικά, και θεωρούμε μόνη λύση την κατάργηση των Αρχαίων; Ή, γιατί τα Αρχαία νοθεύουν το γλωσσικό αίσθημα των παιδιών στην ηλικία των δώδεκα και δεκατριών ετών (όταν η γλώσσα στην ουσία εμπλουτίζεται) αντί να το καλλιεργούν, ενώ τα Αγγλικά, π.χ., δεν το κάνουν αυτό στην ηλικία των έξι (όταν η γλώσσα ακόμα κατακτάται); Το συμπέρασμα είναι ότι εδώ υπάρχει σύγχυση (σκόπιμη ή όχι δεν έχει ίσως σημασία) ανάμεσα σε δύο διαφορετικής τάξεως προβλήματα: το πραγματικό ζήτημα της ανάγκης για αποτελεσματικότερη διδασκαλία της νέας ελληνικής και το ζήτημα της χρησιμότητας της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, την οποία κάποιοι αμφισβητούν. Είναι προφανές ότι το δεύτερο είναι ένα αυτόνομο ζήτημα. Η άποψη ότι η διδασκαλία των Αρχαίων δεν εμποδίζει, αλλά αντίθετα βοηθάει, υπό προϋποθέσεις, την καλλιέργεια και της νέας ελληνικής, δεν συγχέει τα θέματα, εκτός αν καταλήξει και αυτή στον απόλυτο ισχυρισμό ότι πρέπει να διδάσκουμε Αρχαία για να κατακτήσουμε τη νέα ελληνική!   
            
Από τα υπόλοιπα επιχειρήματα που επιστρατεύονται άλλα είναι εξίσου αυθαίρετα με τον βασικό ισχυρισμό, άλλα προβάλλουν μέρος της πραγματικότητας και άλλα εμφανίζουν αστοχίες και δυσκολίες στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής ως εγγενείς αδυναμίες του αντικειμένου! Ας τα δούμε εν συντομία:
                            
1. «Η γλώσσα μαθαίνεται με τη χρήση της και όχι με τη γνώση της ιστορίας της και της ετυμολογίας των λέξεων» ή «η γλώσσα μπορεί να μελετηθεί (και άρα να διδαχθεί) αποτελεσματικά στη συγχρονία της»: Συμφωνούμε, νομίζω, όλοι κατ’ αρχήν. Τίθεται, ωστόσο, ένα θέμα, όταν μιλάμε για τα ελληνικά. Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η συγχρονία; Περιλαμβάνει και την καθαρεύουσα στην οποία έχει γραφεί ένα σημαντικό μέρος της νεοελληνικής γραμματείας; Περιλαμβάνει και τη γλώσσα της εκκλησίας η οποία αποτελεί ζωντανό κομμάτι της πολιτισμικής και θρησκευτικής πλευράς της ζωής μας;  Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη πηγή σύγχυσης στις παραπάνω θέσεις. Με δεδομένο ότι αυτές χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων, υπονοείται πάλι ότι προσφέρουμε το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών μόνο για να διδάξουμε μέσω αυτού  τη νεοελληνική γλώσσα! Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό. Αφήνεται μάλιστα να εννοηθεί και κάτι ακόμα, εξίσου λανθασμένο: ότι η μορφωτική αξία των Αρχαίων εξαντλείται σε αυτό!  
                                    
2. «Η καλή γνώση και χρήση της γλώσσας συμβάλλει στην καλλιέργεια όλων των γνωστικών αντικειμένων»: Δεν είναι σαφές αν οι συγγραφείς αναφέρονται στη μεταλυκειακή επιστημονική δραστηριότητα των νέων ή στη μαθητική τους ζωή. Σε ό,τι αφορά, πάντως, στα μαθητικά χρόνια, είναι βέβαιο ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά, δηλαδή επίδραση και προς την αντίθετη κατεύθυνση η οποία πρέπει να τονιστεί: η γλώσσα καλλιεργείται και ο βαθμός κατάκτησής της βελτιώνεται μέσα από τη μελέτη, την προφορική αναπαραγωγή ή την εκπόνηση γραπτών εργασιών και σε πολλά άλλα μαθήματα (π.χ. Λογοτεχνία, Ιστορία, Αρχαία (π.χ. μετάφραση), Πολιτική Αγωγή, κλπ).  

3. Το τελευταίο επιχείρημα είναι το μόνο που αφορά άμεσα τα Αρχαία και το οποίο παραπέμπει σε σχετικές έρευνες. «Οι διδάσκοντες και οι μαθητές στη μεγάλη τους πλειονότητα δείχνουν απαρέσκεια για το μάθημα και δεν κατανοούν γιατί το διδάσκουν/ διδάσκονται». Δεν θα αμφισβητήσω βέβαια τις έρευνες, αλλά υπάρχουν ερωτήματα που πρέπει να τεθούν: (α) Αυτή η κατάσταση παρατηρείται μόνο στα Αρχαία Ελληνικά ή κυριαρχεί στο σημερινό σχολείο; (β) Ποια λογική συνδέει αυτό το αποτέλεσμα της έρευνας με την πρόταση για κατάργηση; Δεν νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε με το τελικό συμπέρασμα των συγγραφέων (κατάργηση του μαθήματος), γιατί τότε θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε ότι τα Αρχαία Ελληνικά ως διδακτικό αντικείμενο έχει, αυτό μόνο, από τη φύση του την περίεργη ιδιότητα να καθίσταται αντιπαθές και μια μοιραία αδυναμία να δικαιολογήσει την ύπαρξή του στο σχολικό πρόγραμμα! Δεν ισχύει βέβαια τίποτα από αυτά. Είναι αλήθεια, όμως, ότι οι συγγραφείς του κειμένου περιγράφουν εδώ μια πραγματικότητα. Δεν εξηγούν, ωστόσο, ότι αυτή η πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα πολλών εξωγενών (ως προς το ίδιο το αντικείμενο) παραγόντων (σχολικά βιβλία, τρόπος διδασκαλίας, έλλειψη επαρκώς καταρτισμένων διδασκόντων, κλπ). Υπάρχει πράγματι πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά το κείμενο που μας απασχολεί δεν σκοπεύει να προτείνει λύσεις. Χρησιμοποιεί το πρόβλημα απλώς ως βάση, για να προσχωρήσει στη λογική «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι» και να προτείνει την κατάργηση του μαθήματος. Το ζήτημα, όμως, είναι πραγματικά πολύ σοβαρό και, αν πρόκειται να συζητηθεί, πρέπει αυτό να γίνει με σοβαρότητα, ειλικρινές ενδιαφέρον και γνώση και όχι με πρόχειρες διακηρύξεις.   
                        
4. Υπάρχει και μία ακόμα πρόταση: «Το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο θα μπορούσε να προσφέρεται ως μάθημα επιλογής στη Γ΄ Γυμνασίου, για όσα παιδιά ενδιαφέρονται πραγματικά να το παρακολουθήσουν».  Ερώτηση: Αυτό το πραγματικό ενδιαφέρον πώς θα δημιουργηθεί ξαφνικά στα παιδιά μόλις φτάσουν στην Γ΄ Γυμνασίου και από ποιον; Αν το σχολείο απεμπολήσει τον ρόλο του να δημιουργεί στα παιδιά ενδιαφέρον για πράγματα άγνωστα και δύσκολα, αλλά μορφωτικά σημαντικά, τότε για ποια παιδεία μιλάμε; Ή αυτό θα ισχύσει μόνο για τα Αρχαία Ελληνικά;   
            
Η συζήτηση που προηγήθηκε επέλεξε να ασχοληθεί με το περιεχόμενο του εν λόγω κειμένου και δεν επεχείρησε να μπει στην ουσία του ζητήματος. Η ουσία βρίσκεται σε δύο ερωτήματα που θα μπορούσαν να είναι αντικείμενο διαλόγου: (α) Ποια είναι τελικά η μορφωτική αξία των Αρχαίων Ελληνικών και γιατί πρέπει να διδάσκονται; (β) Πώς θα μπορούσε να γίνει η διδασκαλία αυτή ενδιαφέρουσα ή και ελκυστική για τον μαθητή και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική;

    ==========================================

Διαμάχη – Χρειάζονται τα Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο;


Τι θα έλεγαν άραγε οι μαθητές της Ολλανδίας ή της Πορτογαλίας αν άκουγαν ότι στην Ελλάδα σκέφτονται να μειώσουν τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία; Στις χώρες αυτές τα Αρχαία Ελληνικά διδάσκονται υποχρεωτικά στα Γυμνάσια Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Το ίδιο και στο Λουξεμβούργο, ενώ σε άλλες επτά ευρωπαϊκές χώρες διδάσκονται είτε ως μάθημα επιλογής είτε σε εξειδικευμένα σχολεία. Και τι θα έλεγαν οι Βρετανοί μαθητές, οι οποίοι από το ερχόμενο έτος θα μπορούν να τα επιλέγουν από το Δημοτικό, καθώς τα Αρχαία Ελληνικά είναι μία εκ των επτά γλωσσών (όπως και τα Λατινικά και τα Κινεζικά Μανδαρίνικα!) από τις οποίες θα επιλέγουν τουλάχιστον μία για υποχρεωτική διδασκαλία, σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Παιδείας τους;

Η συζήτηση για τα Αρχαία άνοιξε με τις γνωστές δηλώσεις της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ Μαρίας Ρεπούση περί «νεκρής γλώσσας» που ξεσήκωσαν συζητήσεις. «ΤΑ ΝΕΑ» ζήτησαν απο διακεκριμένους φιλολόγους να τοποθετηθούν για την ουσία του θέματος: πρέπει ή όχι, πόσο και σε ποιες τάξεις να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά;

 Οφείλουμε να σημειώσουμε πάντως ότι σήμερα το ειδικό βάρος των Αρχαίων Ελληνικών στη διδασκαλία είναι, συγκριτικά με τα άλλα μαθήματα, υψηλό: Στο Γυμνάσιο διδάσκονται 5 ώρες την εβδομάδα – 3 από το πρωτότυπο – σε όλες τις τάξεις. Τα Νέα Ελληνικά διδάσκονται 4 ώρες, όπως και τα Μαθηματικά. Στη (νέα) Α’ Λυκείου οι 5 ώρες παραμένουν. Στη Β’ Λυκείου (που δεν αλλάζει φέτος πρόγραμμα, όπως και η Γ’ τάξη) τα Αρχαία διδάσκονται 2 ώρες ως μάθημα Γενικής Παιδείας και ακόμα 4 ως μάθημα Κατεύθυνσης μόνο στη Θεωρητική, σύνολο 6 ώρες. Στην Γ’ Λυκείου έχουμε 1 ώρα Γενικής Παιδείας και 5 ώρες Κατεύθυνσης, σύνολο επίσης 6 ώρες. Και όταν η Γ’ Λυκείου μπει στο νέο πρόγραμμα, θα διδάσκονται για 11 ώρες/εβδομάδα μόνο στην Ομάδα Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών. Μάλιστα, το 2006 η Μαριέττα Γιαννάκου αύξησε τη διδασκαλία (από το πρωτότυπο) κατά μία ώρα την εβδομάδα στο Γυμνάσιο, κατά δύο ώρες στην Α’ Λυκείου και ξεκίνησε η διδασκαλία τους για μία ώρα στην Γ’ τάξη.

 Εμμανουήλ Κριαράς: Βγάλτε τα από το Γυμνάσιο!

Την αιρετική αυτή άποψη εκφράζει η εμβληματική μορφή των ελληνικών γραμμάτων, με σύντομη συνέντευξη στα «ΝΕΑ». Ο υπεραιωνόβιος φιλόλογος (γεννήθηκε το 1906) πιστεύει ότι τα Αρχαία από πρωτότυπο δεν θα έπρεπε να διδάσκονται στο Γυμνάσιο επειδή τα παιδιά φτάνουν απροετοίμαστα από το Δημοτικό. Κατά τον Κριαρά, τα Αρχαία θα έπρεπε να διδάσκονται από το πρωτότυπο σε όλες τις Κατευθύνσεις του Λυκείου, αλλά σε περιορισμένο αριθμό ωρών για όσους δεν κατευθύνονται σε φιλολογικές σπουδές. Η άποψή του δεν είναι νέα. Τη διατυπώνει από το 1986, όταν ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης έθεσε ζήτημα επαναφοράς των Αρχαίων στο Γυμνάσιο, που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1992 επί Γ. Σουφλιά. Ο Εμμ. Κριαράς καταλήγει: «Για τον μαθητή του Γυμνασίου χρήσιμο θα ήταν να τον βοηθήσουμε να κατακτήσει τη σύγχρονη γλώσσα, ώστε να μπορέσει στο Λύκειο να προσεγγίσει τα μυστικά της Αρχαίας. Με την παράλληλη διδασκαλία δύο γλωσσικών μορφών, επειδή η συγγένεια μεταξύ τους είναι στενή, τον οδηγούμε σε σύγχυση».

 Γιώργος Κοτζόγλου: Γλώσσα διαφορετική από τη δική μας

Στη συζήτηση για το αν είναι σκόπιμη ή όχι η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματικής στην εκπαίδευση ρίχνει εδώ και καιρό βαριά τη σκιά της η πεποίθηση ότι η γλώσσα αυτή είναι απαραίτητη είτε ως μέσο άσκησης της σκέψης του μαθητή είτε ως βοήθημα για την κατανόηση και τη σωστή χρήση της νέας ελληνικής. Όπως έχουν κατ’ επανάληψη υποστηρίξει σπουδαίοι μελετητές της γλώσσας τις τελευταίες δεκαετίες, πρόκειται για ιδεολόγημα που μειώνει τόσο τη νέα όσο και την αρχαία γλώσσα.

Η νέα ελληνική είναι μια γλώσσα στιβαρή και αυτάρκης. Αρκετές λέξεις και γραμματικές δομές της ανάγονται σε αντίστοιχους τύπους της αρχαίας, αλλά η τωρινή τους μορφή, η χρήση τους και η εσωτερικευμένη γνώση που έχουμε ως φυσικοί ομιλητές γι’ αυτές δεν καθορίζεται αμφιμονοσήμαντα από την καταγωγή τους. Πρόκειται για γλώσσα τόσο πλούσια όσο και κάθε άλλη γλώσσα στον κόσμο. Μια γλώσσα ικανή να σταθεί στα πόδια της δίχως τη μαγκούρα της ένδοξης προγιαγιάς. Η αρχαία ελληνική (οι πολλές γλώσσες τις οποίες καταχρηστικά ονομάζουμε «αρχαία ελληνική») ήταν επίσης ένα αυτόνομο γλωσσικό σύστημα. Γιατί να την υποβιβάζουμε σε μέθοδο βελτίωσης της χρήσης της νέας ελληνικής; Γιατί να την παρουσιάζουμε σαν «τέλεια γλώσσα», σαν «κανόνα αρμονίας», σαν εθνικό τοτέμ, αντί γι’ αυτό που όντως ήταν, το γλωσσικό όργανο σκέψης κι έκφρασης ανθρώπων με σάρκα και οστά όπως εμείς; Γιατί να ζητάμε από μη φυσικούς ομιλητές της, από παιδιά της εποχής μας, να συμπεριφέρονται σαν να διαθέτουν ενδιάθετη γνώση των κανόνων της; Με άλλα λόγια, γιατί να ευτελίζουμε την όμορφη αγαπημένη μας (όμορφη στα μάτια μας ακριβώς επειδή είναι αγαπημένη μας) φορτώνοντάς τη με φτηνά ψιμύθια;

Πέρα λοιπόν από το αν θέλουμε ή όχι να διδασκόμαστε κάποια από τις παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας πρέπει να αναρωτηθούμε και το πότε και το πώς ενδεχομένως έχει νόημα να τη διδασκόμαστε. Σίγουρα όχι σε τόσο νεαρή ηλικία ώστε να υποσκελίζει τη διδασκαλία της ζωντανής μητρικής γλώσσας των μαθητών, η οποία πρέπει να διδάσκεται ως αυτόνομο γλωσσικό σύστημα και κατά προτεραιότητα· όχι ως γλώσσα το γραμματικό σύστημα της οποίας καθορίζει, ερμηνεύει ή ταυτίζεται με αυτό της νέας ελληνικής· όχι ως «ανώτερη» γλώσσα, ως ο χρυσός κανόνας από το ανύπαρκτο μουσείο των γλωσσικών μέτρων και σταθμών· όχι, βέβαια, σαν το θαυματουργό καταπότι που θα κάνει να ξεπηδήσει απ’ το κεφάλι του Βασιλάκη του τελευταίου θρανίου η θεά Αθηνά με την ασπίδα, το πνεύμα και την περισπωμένη της· όχι σαν φάλτσο πρελούδιο εθνικής ανάτασης, με αρχαίες γλωσσικές δομές να κοιμούνται μέσα σε ελληνικά εγκεφαλικά κύτταρα.

Πότε λοιπόν; Σε ηλικία κατά την οποία θα βοηθήσει όσους θέλουν να γνωρίσουν δίχως τη βοήθεια της μετάφρασης τα έργα της αρχαίας γραμματείας. Σε ηλικία κατά την οποία δεν θα υφίσταται ο κίνδυνος της σύγχυσης των δύο διακριτών γλωσσικών συστημάτων, εκείνου της αρχαίας κι εκείνου της νέας ελληνικής. Και πώς; Ως γλώσσα διαφορετική από τη μητρική μας. Ως ισότιμο κομμάτι του γλωσσικού μωσαϊκού που αποτελεί πλούτο δικό μας κι όλων των λαών. Κι ως γλώσσα που την αγαπάμε γι’ αυτό που όντως είναι· όχι γι’ αυτό που φαντασιωνόμαστε ότι θα γίνουμε μόλις την παπαγαλίσουμε.

 Ο Γιώργος Κοτζόγλου είναι επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

  ===============================================

Θανάσης Βαλτινός: Η Ρεπούση αδικεί τον εαυτό της

 Έκανα πλήρες οκτατάξιο γυμνάσιο – προ δεκαετιών. Για μερικά χρόνια διδάχτηκα αρχαία ελληνικά. Επρόκειτο για μια αθλιότητα. Παρ’ όλα αυτά, με τη χρήση κάποιων καλών λεξικών – ανάμεσά τους και εκείνο του Γρηγορίου Βερναρδάκη – μετέφρασα αργότερα Τρωάδες και Ορέστεια. Κάμποσους λυρικούς επίσης, κορφολογώντας τους για προσωπική απόλαυση. Η ελληνική γλώσσα έχει μια εξαιρετικά πλούσια ιστορία και, βεβαίως, ένα εντελώς μίζερο παρόν. Αυτή η γλώσσα είναι το εργαλείο δουλειάς μου. Ζηλεύω τους ομότεχνούς μου, αγγλόφωνους και ισπανόφωνους κυρίως, όχι όμως μόνο αυτούς. Τους ζηλεύω αφόρητα. Και η ζήλεια φαρμακώνει. Λυτρώνομαι από αυτό το κακό αίσθημα όταν καμιά φορά αργά τη νύχτα σκέφτομαι ότι χρησιμοποιώ ίδιες λέξεις, με το ίδιο ακριβώς νόημα, όπως ο Αισχύλος, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης: άνεμος, πόντος, δίκη, έρωτας, ουρανός, αρμονία, ρυθμός, γυναίκα. Θεωρώ ότι η κ. Ρεπούση αδικεί τον εαυτό της αγγίζοντας ζέοντα θέματα με επιπόλαιο τρόπο. Θεωρώ ότι τον αδικεί δυο φορές όταν δηλώνει ότι τα αρχαία ελληνικά δεν τη βόηθησαν ή δεν της χρησίμευσαν σε τίποτα. Αν είναι έτσι πρόκειται για αναπηρία. Είμαστε μονάδες ενός κόσμου που κατεβαίνει αργά στη βαθιά κοίτη της γλώσσας και της μνήμης του κι αυτή τη ροή δεν μπορεί να την κόψει κανένας.

 Ο Θανάσης Βαλτινός είναι συγγραφέας, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Τελευταίο βιβλίο του, «Ημερολόγιο 1836-2011»

 =================================================

Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Αυτονόητη γλωσσική ανάγκη

Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό τού ελληνικού μας πολιτισμού εύκολα και αντικειμενικά αναγνωρίσιμο είναι η συνέχεια της γλώσσας μας. Το να λες ουρανός, θάλασσα, άνθρωπος, πέτρα, άνδρας, γυναίκα, παιδί, γη, κόσμος, έρωτας, άγγελος, αγορά, ακούω, βλέπω, παίζω, γελώ, αγαπώ, όψη, αλήθεια, αμπέλι, άναρχος, άξιος και χιλιάδες σημερινών λέξεων που με την ίδια ή παραλλαγμένη μορφή και σημασία χρησιμοποιούνται πάνω από 3.000 χρόνια, είναι αυτό που ξεχωρίζει πολιτισμικά τη γλώσσα μας και που έχουν επισημάνει με απλά και πειστικά λόγια οι δύο νομπελίστες ποιητές μας, ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Επομένως το να διδάξεις την αρχαία γλώσσα στο σχολείο, τα αρχαία μας κείμενα, παράλληλα προς τη νέα Ελληνική, όπου θα πέφτει φυσικά το κύριο βάρος, είναι μια αυτονόητη γλωσσική, παιδευτική και πολιτισμική ανάγκη. Το να αγνοείς αυτή την πραγματικότητα και να επαναλαμβάνεις σε σχέση με την παιδεία τού Έλληνα τις γνωστές παιδιάστικες αντιρρήσεις «τι χρειάζομαι την αρχαία γλώσσα;», «πού θα μου χρησιμεύσει μια νεκρή γλώσσα που είναι τα αρχαία Ελληνικά;» και άλλα τέτοια φληναφήματα ή αναπαράγεις συνειδητά αφελή ιδεολογήματα ή  παροδηγείσαι από άγνοια ή απαιδευσία. Το έχει πει ωραία ο Κοραής: όστις χωρίς την γνώσιν τής αρχαίας επιχειρεί να ερμηνεύσει την νέαν ή απατάται ή απατά. Μεγάλοι ξένοι φιλόλογοι και γλωσσολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι αρχαίες κλασικές γλώσσες όπως η Ελληνική που εξακολουθούν και σήμερα να αποτελούν πηγή σύγχρονων επιστημονικών όρων (nano-, mega-, cyberno-, auto-, ergo-, agro-, -archy, bio- κ.λπ.) δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν «νεκρές» γλώσσες όπως η Χεττιτική, η αρχαία Αιγυπτιακή κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για τη Λατινική, που επίσης είναι πηγή πλήθους νέων λέξεων, μολονότι διαφέρει στην παράδοσή της σε σχέση με την Ελληνική. Σωστά στο νέο πρόγραμμα μαθημάτων τού Λυκείου (στου οποίου τη συγκρότηση δεν έχω προσωπική ανάμειξη) γίνεται λόγος για διδασκαλία τής ελληνικής γλώσσας (αρχαίας και νέας) στις δύο πρώτες τάξεις τού Λυκείου και μόνο νέας στην Γ΄ Λυκείου ως μαθημάτων γενικής παιδείας και αρχαίας γλώσσας επιπροσθέτως μόνο στην Ομάδα Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών  (Φιλολογία, Νομική κ.ά.). Ελπίζω ότι στρεβλές απόψεις, υπολείμματα μιας ξεπερασμένης σήμερα ιδεολογικής νοοτροπίας που έβλαψε την Παιδεία, αποτελούν αμελητέες και συγγνωστές προσωπικές απόψεις και όχι θέσεις προοδευτικών πολιτικών χώρων με φωτισμένους και σκεπτόμενους ανθρώπους.

 Ο Γ. Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, φιλόλογος, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργός Παιδείας ΤΑ ΝΕΑ

   ==================================================


Όχι άλλα υποκριτικά δάκρυα για τα Αρχαία Ελληνικά!

Δημοσιεύτηκε: Παρασκευή, 3 Ιούνιος, 2016

Κώστας Αγγελάκος

Αναπληρωτή καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Παιδεία»


Πριν από περίπου 40 χρόνια η Επιστημονική Ενωση και το περιοδικό «Νέα Παιδεία» τόλμησαν ενάντια σ’ έναν «προοδευτικό» λαϊκισμό και σε έναν προγονοπληκτικό συντηρητισμό να ταχθούν υπέρ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976 σε αντίθεση με πολλούς γλωσσαμύντορες που την υπονόμευσαν και τη χλευάζουν ακόμα και σήμερα.

Ιδιαίτερα η «Νέα Παιδεία» υποστήριξε τη θεσμική αλλαγή της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από δόκιμες μεταφράσεις στο Γυμνάσιο και την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Σήμερα, η κατάσταση με τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μετά την ένταξή της από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο το 1993 έχει περιέλθει σε βαθύ τέλμα.

Η διδασκαλία παραμένει σε μηχανιστικό διαχειριστικό επίπεδο, τα σχολικά αναλυτικά προγράμματα και τα διδακτικά εγχειρίδια απωθούν τους μαθητές από την ουσιαστική γνωριμία με τις ιδέες και τη σκέψη της αρχαιότητας, ενώ δεν έχει εμφανιστεί την τελευταία δεκαετία στους περιβόητους «Εθνικούς Διαλόγους» για την Παιδεία -για τους οποίους επαίρονται προκλητικά ορισμένοι- ούτε μια στοιχειώδης πρόταση για την αλλαγή της επαφής των μαθητών και του σχολείου με την αρχαία γλώσσα και σκέψη.

Το περιοδικό «Νέα Παιδεία» έθεσε το ζήτημα τον Φεβρουάριο με το πανελλήνιο συνέδριο που διοργάνωσε στην Αθήνα.

Αυτές τις ημέρες ακολούθησε η διακήρυξη των 56 πανεπιστημιακών για την αύξηση των ωρών της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο.

Από τότε παρακολουθούμε μια προσπάθεια δημιουργίας διαχωριστικών γραμμών, κάτι που βιώσαμε τόσο στη μεταρρύθμιση του 1976 όσο και αργότερα.

Αυτή η υποκριτική στάση καλό είναι να σταματήσει γιατί οφείλουμε όλοι να παραδεχτούμε:

1. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η συνολική πολιτική και κοινωνική πορεία της χώρας και όχι οι αρχικοί χρόνοι των ρημάτων!

2. Το κυριότερο ζήτημα είναι η συνολική βελτίωση και αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος και όχι η επιμέρους βελτίωση της διδασκαλίας ενός μαθήματος!

3. Το πρόβλημα της τελματωμένης και παρωχημένης διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών όπως και άλλων μαθημάτων αποτυπώνει την ευρύτερη γνωστική, ιδεολογική, ηθική και διδακτική τελμάτωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

4. Άρα το ζήτημα της διδασκαλίας της αρχαίας γλώσσας και σκέψης δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό αλλά και πολιτικό, καθώς συνδέεται με την αδυναμία του νέου πολίτη να κατανοήσει και να συνομιλήσει με τις ιδέες και αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού πέρα από συνθηματικές παραδοχές περί εθνικής κληρονομιάς και διάδοσης των φώτων του πολιτισμού στην ανθρωπότητα κτλ.

5. Αυτή η σχέση αποστροφής που καλλιεργεί μέχρι σήμερα το σχολείο για την αρχαία γλώσσα και σκέψη δεν είναι τυχαίο γεγονός αλλά συνειδητή ιδεολογική επιλογή αποκλεισμού των νέων πολιτών από τη γόνιμη κριτική ανάγνωση των ιδεών του αρχαίου ελληνικού (και φυσικά του ρωμαϊκού) πολιτισμού.

6. Τον αποκλεισμό αυτό επιβάλλουν αναλυτικά προγράμματα και εγχειρίδια που φαντάζουν σύγχρονα αλλά στην ουσία είναι παιδαγωγικά απαράδεκτα, γι’ αυτό και διατηρούνται επί δεκαετίες ή αναπαράγονται από πρόσωπα και μηχανισμούς που σήμερα κόπτονται για τα Αρχαία Ελληνικά, ενώ τα ίδια ευθύνονται για τη δραματική υποβάθμιση του μαθήματος, αφού επί τόσα χρόνια δεν παρουσίασαν ένα ενδιαφέρον διδακτικό υλικό ή μια στοιχειώδη σύγχρονη διδακτική πρόταση. Ολοι γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί, έχουν ονοματεπώνυμο και συνεχίζουν να προβάλλονται ως ειδικοί για τη σωτηρία της γλώσσας και της εθνικής πορείας!
Υπάρχει λοιπόν κάποια πρόταση ή θα συνεχίσουμε να αλληλοκατηγορούμαστε και να ζητάμε να μείνουν όλα όπως είναι ή απλά να αλλάξουν οι ώρες;

Δίκαια απαιτεί κάτι παραπάνω από αυτά ο καλόπιστος αναγνώστης, ο μαθητής, ο εκπαιδευτικός της πράξης !

Η πρότασή μας παρουσιάζεται για να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού και διαλόγου και έχει τους παρακάτω άξονες:

 1. Οι τρεις ώρες των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο διατίθενται ως εξής:
μία ώρα για την άνετη και ουσιαστική παραγωγή λόγου στην τάξη στη νεοελληνική γλώσσα
μία ώρα για την ένταξη της ρητορικής και της δημιουργικής γραφής στο Γυμνάσιο, με ποικιλία γραπτών και προφορικών δραστηριοτήτων και
μία ώρα για τη διδασκαλία του λεξιλογίου μέσα από λέξεις και μικρά κείμενα των παλαιότερων μορφών της γλώσσας ώστε ο μαθητής να παρακολουθεί τη γέννηση, την πορεία, την εξέλιξη και τη χρήση των λέξεων.
Οι αλλαγές αυτές προϋποθέτουν την παραγωγή νέου διδακτικού υλικού και φυσικά την ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
 2. Ανανεώνεται το μάθημα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας σύμφωνα με την εξαιρετική πρόταση του καθηγητή Φάνη Κακριδή την οποία προσυπογράφουμε.

  3. Δημιουργούνται πειραματικά κλασικά Λύκεια με σύγχρονα προγράμματα κατά τα πρότυπα π.χ. των αντίστοιχων ιταλικών Λυκείων ή άλλων ευρωπαϊκών σχολείων τα οποία απευθύνονται σε όλους τους μαθητές του Λυκείου και παρέχουν γνώση που συνδέεται με όλες τις επιστήμες και τέχνες και όχι μόνο με τη γλώσσα. Στους μαθητές αυτών των σχολείων δίνονται ποικίλα κίνητρα επιβράβευσης της επιλογής τους (υποτροφίες, αυξημένα μόρια για εισαγωγή σε σχολές των ΑΕΙ κτλ).


4.Ιδρύεται στην Αθήνα (με παραρτήματα σε όλες τις περιφέρειες της χώρας) Διεθνές Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών ως πρότυπο ερευνητικό κέντρο μελέτης και προβολής του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού.

Αυτές είναι οι πρώτες ταπεινές προτάσεις μας για μια διαφορετική επαφή των σημερινών νέων με την αρχαία γλώσσα και σκέψη.

Σίγουρα υπάρχουν και άλλες πολύ πιο πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες από αυτές.
Μία στάση μόνο δεν δικαιολογείται: η ένοχη σιωπή και οι άναρθρες κραυγές να μείνουν όλα όπως είναι γιατί έτσι μας βολεύει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους μαθητές, ή το πιο δυσάρεστο: να συνεχιστούν οι θρήνοι και ολολυγμοί ότι απειλούνται πάλι η γλώσσα μας και η εθνική μας ταυτότητα από ποικίλες δυνάμεις.

Έλεος πια! Μας το επαναλαμβάνει μονότονα τόσα χρόνια ο Κ.Π. Καβάφης:

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου»

                =======================================

Μία ακόμη δήλωση του Νίκου Φίλη προκάλεσε αίσθηση, αυτή τη φορά για τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στους μαθητές της Α' Γυμνασίου, την οποία χαρακτήρισε ως «παρά φύσιν» σε σύγκριση με τις ώρες των Νέων Ελληνικών.
Ο υπουργός Παιδείας έκανε αυτή τη δήλωση σε εκδήλωση που έγινε στην Καλλιθέα, το απόγευμα της Δευτέρας, όπου σημειώθηκαν και επεισόδια μεταξύ στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και εκπαιδευτικούς.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Φίλης σημείωσε ότι σήμερα τα παιδιά δεν μπορούν να μιλήσουν ελληνικά και τόνισε ότι η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο δημοσίου διαλόγου.

«Βοηθούν τα αρχαία τα παιδιά να μάθουν τη γλώσσα; Δεν ξέρω, παρότι είμαι αρχαιολάτρης. Πιστεύει κανείς ότι στην Α’ Γυμνασίου που το παιδί σήμερα τρώει στο κεφάλι τρεις ώρες Αρχαία από πρωτότυπο και δυο ώρες Νέα Ελληνικά είναι παιδαγωγικά σωστό; Προφανώς είναι παρά φύσιν αυτό που συμβαίνει σήμερα, τρεις ώρες Αρχαία και δυο Νέα Ελληνικά στην Α’ Γυμνασίου. Άρα θα πρέπει να ξανασκεφτούμε», ανέφερε συγκεκριμένα ο κ. Φίλης.

         ---------------------------------------------------------------------------

Το «φαλάγγιον» και η κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών

Aφού η ελληνική γλώσσα είναι μία και συνεχόμενη, τι νόημα έχει η κατάργηση του πρωτότυπου;

Ανδρέας Ζαμπούκας

Δεν φταίνε ούτε τα πολλά Αρχαία ούτε τα λίγα Νέα. Φταίει η σκέψη που δεν κινείται. Το αρχαίο κείμενο στα χέρια των ταλαντούχων -δασκάλων και μαθητών- είναι μαγικό εργαλείο που παράγει πλούτο. Στα χέρια των «διεκπεραιωτών» είναι χαμένος κόπος σε χαμένα μυαλά

« μν γρ τν πδν χεών τε κα φαλαγγίων κα σκορπίων κα τν λλων θηρίων τε κα νόσων κήλησίς στιν, , δ δικαστν τε κα κκλησιαστν κα τν λλων χλων κήλησίς τε κα παραμυθία τυγχάνει οσα·[…]».

Στο παραπάνω απόσπασμα έχω τέσσερις λέξεις που δεν τις μιλάω ή δεν τις γράφω στα νέα ελληνικά. Μου δίνουν τις δύο (πδός= μάγος, κήλησις= γοητεία). Έχω επίσης μία συμμετρική παρατακτική αντιθετική σύνταξη  (μεν, δε),με κοινό υποκείμενο το «τέχνη» και κοινό κατηγούμενο το «κήλησις». Πρέπει όμως, να βρω τι θα πει «χεών τε» (από «χις») και «φαλάγγιον».

Σ΄ αυτό ακριβώς το σημείο, ήταν και η δυσκολία της μετάφρασης του αγνώστου κειμένου, στη φετινή πανελλαδική εξέταση των Αρχαίων Ελληνικών. Οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δικαιολογούνται να μην ξέρουν την σημασία δύο λέξεων, σε σύνολο 110 ολόκληρου του εξεταζόμενου κειμένου, δεδομένου ότι όλες οι υπόλοιπες χρησιμοποιούνται, με νέα γραμματολογική μορφή, στην Νέα Ελληνική. Αλλά και πάλι, η «χις» παραπέμπει στην έχιδνα και στην οχιά. Οπότε, μας μένει μία και μοναδική εντελώς άγνωστη λέξη, εκτός κι αν είμαστε από επαρχία και ξέρουμε το «σφαλάγγι» ή άλλες παραλλαγές της αράχνης.

Κι όμως, την ώρα που πασχίζω να μεταφράσω, αποφεύγω να βάλω μια αφαιρετική τάξη στα πράγματα. Δεν κατανοώ την αρχιτεκτονική του κειμένου, δεν αναγνωρίζω λέξεις γνωστές στο μέσο γλωσσικό επίπεδο της νεοελληνικής, δεν σέβομαι την μορφολογία των τύπων, δεν ξέρω να παρατηρώ, να ερευνώ, να ανακαλύπτω μέσα από τον συνδυασμό των σημείων (σκορπιοί και άλλα θηρία, οπότε φίδια και αράχνες- αν ο σκορπιός είναι αρθρόποδο ή σπονδυλωτό, θα είναι και τα άλλα δύο). Και τέλος πάντων, δεν αισθάνομαι και την ανάγκη να λύσω τον γρίφο, να φτιάξω το παζλ, να συνθέσω! Απλώς συμπληρώνω ασύντακτες  προτάσεις και δεν με απασχολεί που το κείμενό μου δεν βγάζει νόημα.

Κανείς άλλωστε δεν μου ζήτησε ποτέ να δημιουργώ μεταφράσεις με το δικό μου ύφος και την δική μου ιδιόλεκτο. Κανείς δεν μου τόνισε ότι η μετάφραση έχει υπογραφή και είναι και αυτό ένα γραμματειακό είδος που θέλει ταυτότητα δημιουργού.

Είμαι το 80% των μαθητών που διαγωνίστηκαν στις Πανελλαδικές στα Αρχαία Ελληνικά και αν καταφέρω να βαθμολογηθώ κοντά στο 15 -περίπου το 50% είναι κάτω από τα βάση-  θα είναι από το γνωστό κείμενο που παθητικά, εμπέδωσα!

Δυστυχώς, για την ελληνική Εκπαίδευση, μια ρεαλιστική  απεικόνιση της κατάστασης δεν δείχνει την ανεπάρκεια της γλωσσικής αγωγής αλλά την ένδεια στην αντίληψη των δεδομένων. Γιατί το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αδυναμία των μαθητών να χειριστούν τη γλώσσα αλλά να συνθέσουν. Να αναλύσουν και να παράγουν λόγο με την αυτοπεποίθηση του ερευνητή και κατ΄επέκταση, του δημιουργού. Οι έλληνες μαθητές δεν είναι απροετοίμαστοι  γλωσσικά, είναι απλώς «λειτουργικά αδαείς», εξαιτίας της αδράνειας στην οποία τους εγκλώβισε το σχολείο.
Κι εδώ ακριβώς, έρχεται να μας απασχολήσει η πρόταση που αναμένεται να εγκρίνει το υπουργείο Παιδείας, σχετικά με την κατάργηση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο. Θυμίζω μάλιστα ότι την υπογράφουν 56 Πανεπιστημιακοί, προσδοκώντας την αναπλήρωση του μαθήματος με περισσότερες ώρες Νέων Ελληνικών.
Μα, το ζήτημα δεν είναι η ίδια η γλώσσα. Είτε πρόκειται για την Αρχαία είτε για την Νέα. Το πρόβλημα είναι η διδασκαλία της γλώσσας. Όπως πρόβλημα είναι και η διδασκαλία όλων των μαθημάτων στo ελληνικό σχολείο. Τα παιδιά είτε τους δώσεις Αρχαία είτε Νέα Ελληνικά, θα υποστούν ακριβώς την ίδια αποτυχία. Για τον απλούστατο λόγο ότι παραμένουν τρομακτικά παθητικά σε μια άχαρη και αδιάφορη διαδικασία. Ούτε μιλούν ούτε γράφουν ούτε σκέφτονται με κείμενο. Προφορικό, γραπτό ή εσωτερικό!

Επομένως, αφού η ελληνική γλώσσα είναι μία και συνεχόμενη, τι νόημα έχει η κατάργηση του πρωτότυπου; Αν,ας πούμε, βρεθεί μία εμπνευσμένη φιλόλογος και θέλει να παίξει με αρχαίο κείμενο, κάνοντας τα παιδιά να το αγαπήσουν, το υπουργείο θα της το απαγορεύσει; Θα μπει δηλαδή μέσα στην τάξη ο κ. Φίλης και θα της υποδείξει πως θα μάθει γλώσσα στα παιδιά της; Ας υποθέσουμε ότι έχει τον τρόπο. Ότι οι μαθητές διαβάζουν Όμηρο και κάνουν αστεία, γελούν, παίζουν θέατρο με τις λέξεις, βρίσκουν ετυμολογίες, αλλάζουν ρόλους. Ας υποθέσουμε βρε αδερφέ, ότι γίνεται κάτι μαγικό και σε κάποια τάξη Γυμνασίου, το αρχαίο κείμενο αποτελεί  βάση για νεοελληνική δημιουργία, το πρόγραμμα δεν θα το επιτρέψει;

Όπως και σε τόσα άλλα τρελά και υποκριτικά, μας απασχόλησε τώρα και η γλώσσα. Τα Αρχαία Ελληνικά, όπως και κάθε γλώσσα, είναι κομμάτια λεκτικών συνταγμάτων, συλλογισμοί, επιχειρήματα, προκείμενες, τεκμήρια, τρόποι πειθούς και αποδείξεις. Όλα αυτά προϋποθέτουν άσκηση δημιουργικού νου και σκέψης και όχι τυπολογία και ετικέτες βιβλίων και ωρολόγιων προγραμμάτων.

Κάποιος πρέπει να αφήσει ελεύθερους τους μαθητές να γράψουν και να μιλήσουν. Κάποιος πρέπει να το βουλώσει επιτέλους και να δώσει κίνητρα στα παιδιά να συνθέσουν. Άλλοτε αριθμητικά  και άλλοτε λεκτικά. Χωρίς περιορισμούς και «μεθόδους». Όχι με την επικρεμάμενη απειλή της διόρθωσης και του «σωστού λόγου» αλλά με την καθημερινή σχολική υποχρέωση της ελεύθερης γραφής και του διαλόγου.

Ο Έλληνας μαθητής  κατάντησε γλωσσικά «άνους» γιατί δεν διαβάζει ελεύθερα, δεν γράφει και δεν μιλάει. Μόνο ακούει και βαριέται.

Δεν φταίνε λοιπόν, ούτε τα πολλά Αρχαία ούτε τα λίγα Νέα. Φταίει η σκέψη που δεν κινείται και ο εγκέφαλος που δεν «αιματώνεται» με την  δράση. Το αρχαίο κείμενο στα χέρια των ταλαντούχων  -δασκάλων και μαθητών- είναι μαγικό εργαλείο που παράγει πλούτο. Στα χέρια των «διεκπεραιωτών» είναι χαμένος κόπος σε χαμένα μυαλά.

Και στη γλώσσα, «ταξικό μίσος»; Toυλάχιστον, από την ανάλυση του αρχαίου κειμένου, καταλαβαίνεις τον άριστο κύριε υπουργέ. Να του επιτεθούμε  και με την γλώσσα τώρα; Μου φαίνεται κάπως άδικο και αφελές…

     ------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ
Δημοσίευση σχολίου