Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ







                          ======================================


ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ : ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ




            


Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάµεσα στο Τορίνο, το Παλέρµο και το Παρίσι, συναντάµε µια υστερική σατανίστρια, έναν αβά που πεθαίνει δύο φορές, µερικά πτώµατα µέσα σ’ έναν υπόνοµο του Παρισιού, έναν Γαριβαλδίνο που ονοµάζεται Ιππόλυτος Νιέβο και χάθηκε στη θάλασσα κοντά στο Στρόµπολι, το ψεύτικο bordereau του Ντρέιφους για τη γερµανική πρεσβεία, τη σταδιακή µεγέθυνση του πλαστογραφήµατος που έγινε γνωστό ως Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, το οποίο θα εµπνεύσει στον Χίτλερ τα στρατόπεδα εξόντωσης, Ιησουίτες που δολοπλοκούν εναντίον των Μασόνων, Μασόνους, Καρµπονάρους και Ματσινιανούς που στραγγαλίζουν τους παπάδες µε τα έντερά τους, έναν Γαριβάλδη αρθριτικό και στραβοκάνη, τα σχέδια των Μυστικών Υπηρεσιών του Πιεµόντε, της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, τις σφαγές στο Παρίσι της Κοµούνας, όπου ο κόσµος τρώει τα ποντίκια, αηδιαστικά και ρυπαρά στέκια εγκληµατιών οι οποίοι, ανάµεσα στους ατµούς απ’ το αψέντι, καταστρώνουν εκρήξεις κι εξεγέρσεις στις πλατείες, ψεύτικες γενειάδες, ψεύτικους συµβολαιογράφους, ψεύτικες διαθήκες, διαβολικές αδελφότητες και µαύρες λειτουργίες.


Σχεδόν τριάντα χρόνια µετά Το όνοµα του ρόδου, το οποίο καθιέρωσε τον Ουµπέρτο Έκο ως έναν από τους σηµαντικότερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα, το πολυαναµενόµενο Κοιµητήριο της Πράγας αποδεικνύει ότι το ταλέντο του ιδιοφυούς Ιταλού διανοούµενου παραµένει αστείρευτο.


              ===========================================


Ο Έκο στο μάτι του κυκλώνα

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Σπέρνει θύελλες ο Ουμπέρτο Έκο με το νέο του μυθιστόρημα, «Το Κοιμητήριο της Πράγας», που κυκλοφορεί την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.

Ήδη κατηγορήθηκε στην Ιταλία αφενός ότι παρουσιάζει τους καθολικούς ως αντιδραστικούς και με εμμονές σχετικά με το σεξ και τον αντισημιτισμό, ενώ η ιστορικός Λουτσέτα Σκαράφα, σε άρθρο της στον «Οσερβατόρε Ρομάνο», το επίσημο όργανο του Βατικανού, έγραψε: «Διαβάζοντας όλα αυτά τα αηδή κατά των Εβραίων, ο αναγνώστης λεκιάζεται από το αντισημιτικό ντελίριο, και εν τέλει μπορεί και να πιστέψει πως από κάτω μπορεί να κρύβει κάποια αλήθεια».

Ο συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις με τη σειρά του, για να δείξει το παράδοξο, στον πρόλογο συνέντευξης που πήρε από τον Έκο, σημειώνει: «Υπάρχει ένας δικτυακός τόπος, ο "Ναζισμός'', του οποίου τις απόψεις πιθανότατα θα περιλάμβανε ο Έκο στο νέο του μυθιστόρημα, εφόσον βέβαια τις γνώριζε. Κατ' αυτόν, ο ναζισμός δεν ήταν άλλο παρά μια σκευωρία των Εβραίων, που έφτασαν στο σημείο να δημιουργήσουν ως και το Άουσβιτς, προκειμένου να κατακτήσουν τον κόσμο. Η ιδέα, επειδή ακριβώς είναι τόσο παράλογη, δεν αποδεικνύει τίποτ' άλλο παρά πως οι προκαταλήψεις έχουν την ισχύ τους πέραν πάσης λογικής. Και στην ιστορία οι Εβραίοι δεν είναι τα μοναδικά, αλλά σίγουρα είναι τα τελευταία θύματά τους».

Αλλά ποια είναι επιτέλους η ιστορία του έκτου μυθιστορήματος του Έκο; Και πόση αλήθεια μπορεί να έχουν τέτοιες κατηγορίες; Κεντρικός ήρωας είναι ο πλαστογράφος και μυστικός πράκτορας Σιμόνε Σιμονίνι που, ηλικιωμένος πια, ζει στο διαμέρισμά του πάνω από το παλαιοπωλείο που χρησιμοποιεί ως προκάλυψη στο Παρίσι το 1897. Είναι τότε που αρχίζει να κρατάει σημειώσεις για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του. Ελπίζει πως έτσι θα μπορέσει να θυμηθεί κάποια από αυτά που η αμνησία έχει σβήσει από το νου του. Ένας δεύτερος ήρωας, ο αβάς Ντάλα Πίκολα, που ο Σιμονίνι φαίνεται πως δεν γνωρίζει, ασχέτως αν ζει σ' ένα διαμέρισμα πλάι στο δικό του, παρεμβαίνει μυστηριωδώς στις σημειώσεις του, αφού φαίνεται πως γνωρίζει καλά τα της ζωής του. Στο τέλος θα αποδειχτεί πως πρόκειται για μια κλασική περίπτωση διχασμού προσωπικότητας.

Ακόμα και το όνομα που διαλέγει ο Έκο για τον ήρωά του, Σιμονίνι, είναι χαρακτηριστικό: ο Άγιος (πια) Σιμονίνο ήταν το παιδάκι που κατά το μύθο είχαν θυσιάσει τελετουργικά οι Εβραίοι τον 15ο αιώνα. Ο Σιμονίνι, γιος Καρμπονάρου, που όμως σκοτώθηκε το 1849, υπερασπιζόμενος τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, μεγαλώνει δίπλα στον παππού του, που αντιθέτως είναι αντιδραστικός. Είναι αυτός που θα του μεταδώσει το μίσος κατά του περιούσιου λαού και που θα τον οδηγήσει στο φινάλε στη δημιουργία των Πρωτοκόλλων της Σιών, των εγγράφων δηλαδή που αποδεικνύουν τις διαθέσεις περί της κατάκτησης του κόσμου.
Στην ιστορία που εκτυλίσσεται στο «Κοιμητήριο της Πράγας», ωστόσο, δεν κατηγορούνται, βάσει παραχαραγμένων εγγράφων, μόνο οι Εβραίοι πως θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο. Μαζί τους πάνε οι Ιησουίτες, οι μασόνοι, οι μοναρχικοί, οι Γαριβαλδινοί, οι Καρμπονάροι κ.ά. Ο ίδιος ο Εκο, απαντώντας στη σχετική ερώτηση του Μάγκρις, λέει: «Οι μοναδικοί Εβραίοι στο μυθιστόρημα είναι μια κοπέλα και ο Φρόιντ, που όμως είναι απλώς περαστικοί. Ο κεντρικός ήρωας, ο Σιμόνε Σιμονίνι, που εμφανίζεται λάβρος κατά των Εβραίων, δεν έχει συναντήσει στη ζωή του ούτε έναν. Πρόκειται ακριβώς για την πλευρά του αντισημιτισμού που πάντα με εντυπωσίαζε. Αυτό που προβάλλω είναι ο διάλογος πάνω στον αντισημιτισμό, που οδηγεί τον Σιμονίνι να τον "τρυγά" σαν ένα φάντασμα, σαν έναν "Άλλο'', που του είναι αναγκαίος για να ενδυναμώνει την εθνική του ταυτότητα. Ένας από τους ήρωές μου, ο Ρακόβσκι, ο αρχηγός των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, λέει πως οι Εβραίοι τον εξυπηρετούν γιατί πολλοί από αυτούς ζουν στη Ρωσία. Αν ήταν Τούρκος, όμως, θα διάλεγε τους Αρμένιους. "Άλλοι'' υπήρξαν πολλοί στην ιστορία, όμως οι Εβραίοι, λόγω της ικανότητάς τους να διατηρούν ακλόνητη την ταυτότητά τους ανά τους αιώνες, αποδείχτηκαν οι πιο ανθεκτικοί σ' αυτόν τον ρόλο με αποτέλεσμα να ξεσπά μονίμως πάνω τους το μίσος ή τουλάχιστον η δυσπιστία λόγω της διαφορετικότητας».
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια συνωμοσία και να πώς την ορίζει ο Έκο: «Συνωμοσίες γίνονταν πάντα. Τόσο οι αποτυχημένες όσο και οι επιτυχημένες βγαίνουν αμέσως στο φως. Η παράνοια όμως έγκειται στο να φαντάζεσαι την ύπαρξη μιας διαρκούς συνωμοσίας, που εκπορεύεται από ένα μυστικό διευθυντήριο το οποίο κατευθύνει τις τύχες της ανθρωπότητας. Η παράνοια αυτή αφαιρεί από την ιστορία την πολυπλοκότητα, το απροσδόκητο, την αποκάλυψη, τη δυνατότητα του τυχαίου, την οξύνοια, την ετερογένεια των στόχων. Και γι' αυτό ακριβώς πρόκειται για παράνοια».


Ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι δεν έχει γράψει μια ιστορική πραγματεία, αλλά ένα μυθιστόρημα, που μπορεί και να βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα: «Μετά το "Όνομα του Ρόδου'' ήσαν πολλοί εκείνοι που με ρωτούσαν πού βρισκόταν το χειρόγραφο από το οποίο εμπνεύστηκα το βιβλίο. Δεν μ' ενδιαφέρει τόσο να εκτιμηθεί η αφηγηματική μου ικανότητα (αν και δούλεψα σκληρά) όσο το ηθικό ερέθισμα. Ήθελα να συνεισφέρω στο ξεθώριασμα ενός μύθου που επιζεί ακόμα. Ένας κριτικός με ρώτησε γιατί έχασα το χρόνο μου για να αποδείξω πως τα Πρωτόκολλα είναι πλαστά, αφού πλέον αυτό είναι κοινός τόπος. Μα ακριβώς διότι, παρά το γεγονός αυτό, πολύς κόσμος εξακολουθεί να τα παίρνει στα σοβαρά. Και έγραψα ένα μυθιστόρημα πιστεύοντας πως είναι πιο πειστικό από μια πραγματεία. Χρησιμοποίησα δε αυτή τη φόρμα για να αφηγηθώ μια αληθινή ιστορία. Στο τέλος τέλος, αν γνωρίζουμε κάτι για τον καρδινάλιο Μαζαρίνο είναι γιατί μας το είπε ο Δουμάς κι αν ξέρουμε το μπάομπαμπ είναι γιατί μας το γνώρισε ο Σαλγκάρι».

                        =======================================



Το κοιμητήριο της Πράγας του Ουμπέρτο Έκο

γράφει η Χρυσούλα Βακιρτζή

chrysoulav3@gmail.com

Αν ο όρος «ευρωπαίος λογοτέχνης» μπορεί να θεωρηθεί δόκιμος, τότε ο Ουμπέρτο Έκο είναι ο φυσικός αποδέκτης (που όρου). Ο διάσημος και διακεκριμένος Ιταλός λόγιος ακαδημαϊκός και συγγραφέας αναπλάθει κι αφηγείται με άκρως δημιουργικό τρόπο μέσα στο έργο του την ιστορία της γηραιάς ηπείρου. Την οποία κατέχει όσο ελάχιστοι.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά από την έκδοση του αξεπέραστου πια «Το όνομα του ρόδου», έργο σταθμός σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό ιστορικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα  -όπου το πνευματικό μυστήριο, η βιβλική ανάλυση, όσο οι μεσαιωνικές σπουδές  και η σημειολογία βρίσκουν σημείο αναφοράς στη λογοτεχνία, ο Έκο επιστρέφει μ’ ένα ακόμα εξίσου αξιόλογο μυθιστόρημα.

Το νέο του μυθιστόρημα  έχει τίτλο «Το κοιμητήριο της Πράγας», στη χώρα μας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ήδη αποτελεί παγκόσμιο  best seller, έχοντας πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο. Στο «Κοιμητήριο», ο 79χρονος  πλέον στοχαστής, σκιαγραφεί ένα περίτεχνο παλίμψηστο της ιστορίας της Ευρώπης, που αρχίζει από τους σκοτεινούς χρόνους του Μεσαίωνα μέχρι τον 19ο αιώνα.

Υπόθεση. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάμεσα στο Τορίνο, το Παλέρμο και το Παρίσι, συναντάμε μια υστερική σατανίστρια, έναν αβά που πεθαίνει δύο φορές, μερικά πτώματα μέσα σε έναν υπόνομο του Παρισιού, έναν Γαριβάλδιο που ονομάζεται Ιππόλυτος Νέβο και χάθηκε στη θάλασσα κοντά στο Στρόμπολι, ο ψεύτικό μπιζού του Ντρέιφους για τη γερμανική πρεσβεία, τη σταδιακή μεγέθυνση  του πλαστογραφήματος που έγινε γνωστό ως Το Πρωτόκολλο των Σοφών της Σιών, το οποίο θα εμπνεύσει στο Χίτλερ τα στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και πολλά άλλα –φαινομενικώς ασύνδετα μεταξύ τους.

Ο αναγνώστης απολαμβάνει ένα έξοχο συγγραφικό πόνημα, που ασχολείται με τα σημεία, τα τέρατα, τις προκαταλήψεις, τις θεωρίες συνωμοσίας, μέσα σε φανατισμούς, ρατσισμούς, τις ακρότητες, τη βία και τελικά την ίδια την πλαστογράφηση της Ιστορίας.

Και τούτη η πλαστογράφηση είναι και η ιδιότητα  του κεντρικού αφηγητή στο βιβλίο, που την αποκαλύπτει από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Πλαστογράφος. Είναι ο 67χρονος Σιμόνε Σιμονίνι, ο οποίος γεννήθηκε στο Τορίνο από πατέρα Τιρονέζο και μητέρα Γαλλίδα (συγκεκριμένα από το βασίλειο της  Σαβοΐας λίγο πριν την πτώση του).

Το «Κοιμητήριο» έχει ως χρόνο γραφής τα τέλη του 19ου αιώνα και ο Σιμόνε, όσον αφορά το επάγγελμα του δηλώνει τα εξής: «Αυτό είναι λοιπόν το επάγγελμά μου. Είναι ωραίο να κατασκευάζεις από το τίποτα μια συμβολαιογραφική πράξη, να πλαστογραφείς ένα γράμμα που να μοιάζει αληθινό, να εκπονείς μια ντροπιαστική εξομολόγηση, να δημιουργείς ένα ντοκουμέντο που θα οδηγήσει τον άλλον στην απώλεια. Η δύναμη της τέχνης…»

Ο ήρωας εκτός από πλαστογράφος διαθέτει και άλλες… ικανότητες!  Είναι αντισημίτης, ρατσιστής, αντιφεμινιστής. Μισεί του Γερμανούς, τους αποκαλεί κατώτερο είδος ανθρώπων, θεωρεί ψυχρές τις συνθέσεις του Μπαχ και τις συμφωνίες του Μπετόβεν «όργιο βαρβαρότητας». Ανάλογη ‘εκτίμηση’ έχει και για τους Γάλλους, που τους αποκαλεί  «ζηλιάρηδες, απατεώνες, τεμπέληδες, οξύθυμους, φαντασμένους σε σημείο να πιστεύουν ότι όποιος δεν είναι Γάλλος είναι άγριος –τη στιγμή που δηλώνουν ότι έχουν το πιο ισχυρό κράτος , μπορούν και να το ρίξουν. «Κανείς άλλος σαν τους Γάλλους δεν στήνει οδοφράγματα με το παραμικρό και ανάλογα μ το πού φυσάει ο άνεμος, συχνά χωρίς καν να ξέρουν το γιατί, αφήνονται να συρθούν στους δρόμους απ’ τον οποιοδήποτε κανάγια». Από την οργή του δεν ξεφεύγουν ούτε «οι αναξιόπιστοι Ιταλοί», «οι αργόσχολοι παπάδες», οι Μασόνοι, οι Ιησουίτες και πάει λέγοντας.

Με τον Πλαστογράφο που έχει δημιουργήσει, ο Ουμπέρτο Έκο ανατρέχει σε όλα τα σκοτεινά σημεία της ευρωπαϊκής ιστορίας. Κατεβαίνει στους υπονόμους του Παρισιού, εκεί που οι άνθρωποι έτρωγαν ποντίκια, μιλά για της σφαγές της Παρισινής Κομμούνας. Τις μυστικές αδελφότητες, τους σατανιστές, την υπόθεση Ντρέιφους, τους Μασόνους, τους Ιησουίτες, τους Καρμπονάρους, τις μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας, της Πρωσίας και της Ρωσίας, τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών και την εξολόθρευση των Εβραίων από τον Χίτλερ. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα τα πρόσωπα και τα γεγονότα του βιβλίου είναι πραγματικά, με εξαίρεση τον κεντρικό ήρωα.
Υπαρκτό είναι και  το παλιό Ευρωπαϊκό Νεκροταφείο της Πράγας, που ήταν σε χρήση από τις αρχές του 15ου αιώνα μέχρι και πρόσφατα. Θεωρίες  συνωμοσίας, ως τόπος συνάντησης μυστικών αδελφοτήτων, ενώ ανεπισήμως έχει χαρτογραφηθεί ως ο τόπος που δημιουργήθηκε το Πρωτόκολλο των Σοφών της Σιών.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, με τα αδιέξοδα της Ευρώπης, μια εποχή που η τεράστια τεχνολογική πρόοδος συνυπάρχει με τη μεγάλη έξαρση της μισαλλοδοξίας και της ξενοφοβίας, ο Ου. Ε., ως γνήσιος αποδέκτης, εισπράττει το μήνυμα. Και σηκώνοντας την αυλαία του 19ου αιώνα φέρνει το φως τις εμμονές του σήμερα. «Το κοιμητήριο της Πράγας» είναι ένα έργο όπου ο Έκο στοχαστής και ο Έκο λογοτέχνης γίνονται ένα.
Η καλή μετάφραση της  Έφης Καλιφατίδη, ασφαλώς βοηθάει ένα βιβλίο του οποίου η πλοκή σού θυμίζει απλή, αμήχανη συρραφή στοιχείων και πληροφοριών, που έχει στο αρχείο του ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας.


Ουμπέρτο Έκο
Το κοιμητήριο της Πράγας
Εκδ. Ψυχογιός, 2011

Αρθρογράφος: Χρυσούλα Βακιρτζή
critique team

critique@critique.gr


               ===============================================


Μεταφραστικά και εκδοτικά παραστρατήματα στο Κοιμητήριο της Πράγας


Το Πάσχα στην Κέρκυρα αγόρασα το Κοιμητήριο της Πράγας του Ουμπέρτο Έκο. Είναι βιβλίο κατάλληλο για διακοπές, χορταστικό, πρέπει να έχεις καιρό μπροστά σου –και μάλιστα για καλοκαιρινές, γιατί οι λιγοήμερες του Πάσχα πέρασαν χωρίς να το τελειώσω, είναι και 580 σελίδες το βλογημένο, και χρειάστηκαν εργάσιμα ξενύχτια.

Mπορείτε να πείτε τη γνώμη σας και για το ίδιο το βιβλίο, εγώ θα ασχοληθώ με τη μετάφραση –έκαστος στο είδος του. Για το βιβλίο θα περιοριστώ να πω ότι το περίμενα λιγάκι καλύτερο, ότι οι πρώτες σελίδες μου δημιούργησαν περισσότερες προσδοκίες, αλλά στο τέλος έμεινα μισοανικανοποίητος. Ωστόσο, δεν το μετάνιωσα και δεν σας αποτρέπω να το διαβάσετε –πάντως, όσο είμαστε στην Πράγα, εξίσου αξιοδιάβαστο βρίσκω  και το βιβλίο Το χειρόγραφο της Πράγας του φίλου Παναγιώτη Κονιδάρη, για να μην πω ότι έχει και περισσότερο σασπένς! Αλλά ας γυρίσουμε στον Έκο.

Το Κοιμητήριο της Πράγας έχει θέμα γοητευτικό: παρακολουθούμε τη ζωή ενός επαγγελματία πλαστογράφου στον 19ο αιώνα, και όχι όποιου κι όποιου παρά του αρχιπλαστογράφου που χάλκευσε τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών και το σημείωμα που ενοχοποίησε τον Ντρέιφους. Ο λοχαγός Σιμονίνι, έτσι λέγεται ο πλαστογράφος, είναι ένα δυστυχισμένο κάθαρμα που έχει γαλουχηθεί με ασίγαστο μίσος για τους εβραίους, είναι σεξουαλικά ανίκανος, ζει μόνος και ξενιτεμένος στο Παρίσι και ξοδεύει τα λεφτά που τον πληρώνουν για τις παλιανθρωπιές του αναζητώντας γαστριμαργικές ηδονές σε πανάκριβα εστιατόρια. Είναι το μόνο φανταστικό βασικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεται ο Έκο: όλοι οι άλλοι που παρελαύνουν, τουλάχιστον οι πρωταγωνιστές, είναι υπαρκτά πρόσωπα, άλλα γνωστά στον πολύ κόσμο, σαν τον Γαριβάλδη, κι άλλα μόνο στους παροικούντες την ιστορία του 19ου αιώνα, ας πούμε διάφοροι αστυνόμοι, μεγαλοκατάσκοποι, στρατιωτικοί και απατεώνες (κάμποσοι έχουν περισσότερες από μία ιδιότητες). Την εποχή μας, που όλα αυτά τα πλαστογραφημένα σκουπίδια των χαφιέδων του 19ου αιώνα αναβαπτίζονται στο Διαδίκτυο, ο μπαγάσας ο Έκο καταφέρνει να γίνει εξαιρετικά επίκαιρος.

Όπως όλα τα βιβλία του Έκο, έτσι και τούτο δω είναι πονοκέφαλος για τη μετάφρασή του, διότι είναι γεμάτο (βρίθει αν είστε καθαρολόγοι) με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που ο συγγραφέας τα έχει ψαρέψει σε παλιά βιβλία, έτσι που χρειάζεται ο μεταφραστής να έχει εποπτεία όλης της ευρωπαϊκής ιστορίας του προπερασμένου αιώνα για να τα βγάλει πέρα. Επιπλέον, είναι πάμπολλα τα παραθέματα σε άλλες γλώσσες (εδώ στα γαλλικά) κι αυτό βάζει το πρόβλημα των μεταφραστικών επιλογών: θα τα μεταφράσεις; αν τα αφήσεις αμετάφραστα, όπως επέλεξε να κάνει η μεταφράστρια, ο μη γαλλομαθής αναγνώστης του βιβλίου είναι σε μειονεκτική θέση. Θα μου πείτε, το ίδιο ισχύει και για τον αναγνώστη του πρωτοτύπου. Δεν θα έχετε δίκιο: η απόσταση ιταλικών-γαλλικών είναι πολύ μικρότερη από την απόσταση ελληνικών-γαλλικών.

Μεταφράστρια του Έκο είναι, όπως πάντα, η άξια Έφη Καλλιφατίδη. Όμως, μετά τις ανακατατάξεις στο εκδοτικό τοπίο, ο εκδοτικός οίκος έχει αλλάξει· τώρα είναι ο Ψυχογιός, που ανακοίνωσε ότι θα επανεκδώσει και όλα τα παλιότερα βιβλία του Έκο. Ο προηγούμενος εκδότης είχε ως τακτική να μη βάζει σχεδόν καθόλου υποσημειώσεις στα βιβλία του Έκο (αν θυμάμαι καλά, στον Μπαουντολίνο έχει μία και μόνη υποσημείωση!) και ίσως να έπραττε σοφά, διότι αν είναι να βάλεις υποσημειώσεις, ειδικά στον Έκο, πρέπει να βάλεις χιλιάδες (και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου). Στο Κοιμητήριο της Πράγας η ταχτική άλλαξε και υπάρχει επιμελήτρια, η οποία έβαλε υποσημειώσεις –αλλά οι υποσημειώσεις δεν μπαίνουν για να κάνουμε επίδειξη εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, παρά για να βοηθήσουμε τον αναγνώστη. Και η γάτα μου μπορεί να γράψει μια φλύαρη υποσημείωση τεσσάρων αράδων για τις περισκελίδες, τις culottes των ευγενών την εποχή της Γαλλικής επανάστασης, αλλά ο δόκτορας Τισό, για τον οποίο γίνεται λόγος επανειλημμένα στο βιβλίο (μάλιστα, ο κεντρικός ήρωας έχει καθιερώσει τη συνθηματική φράση «Με στέλνει ο Τισό» με τους πελάτες του) μένει ανερμήνευτος. Αμ, στα δύσκολα χρειάζεται η επιμέλεια, όχι να μας πει τι σημαίνει arrondissement και ότι το Παρίσι έχει είκοσι από δαύτα!

Για να μη σας μείνει η απορία, ο δόκτορας Τισό ήταν ένας Ελβετός (από τη Λωζάννη) γιατρός του 18ου αιώνα, διάσημος στην εποχή του («ο βασιλιάς των γιατρών και ο γιατρός των βασιλιάδων») που έγραψε πολλά για τον αυνανισμό και επηρέασε πολύ τη σκέψη των ανθρώπων για το θέμα αυτό, διότι από αυτόν προέρχεται η αντίληψη ότι ο αυνανισμός είναι αρρώστια που φθείρει τον οργανισμό. Μια υποσημειωσούλα την ήθελε, πολύ περισσότερο που εμφανίζεται στο σημείο όπου ο κεντρικός ήρωας μιλάει για το «μοναχικό βίτσιο».

Αυτό το έφερα σαν παράδειγμα για να υποστηρίξω την άποψή μου  ότι η επιμέλεια δεν στάθηκε στο ύψος του βιβλίου, πολύ περισσότερο που ούτε απέτρεψε τα μεταφραστικά λάθη που θα αναφέρω στη συνέχεια. Και ο Ψυχογιός παίρνει κακό βαθμό και στα τεχνικά, διότι αν και η έκδοση είναι καλαίσθητη (και μάλιστα με εικόνες που μιμούνται τις γκραβούρες του παλιού καιρού), το πρόγραμμα συλλαβισμού που έχει είναι ελαττωματικό και χωρίζει συλλαβή διχοτομώντας το ου, π.χ. περνο/ύν. Παρωνυχίδα, αλλά στον Έκο αξίζει βιβλίο άρτιο από κάθε άποψη.
Πάμε τώρα στα καθαυτό μεταφραστικά. Αφού επαναλάβω ότι η Ε.Κ. είναι άξια μεταφράστρια και ότι η μετάφρασή της διαβάζεται ευχάριστα και απρόσκοπτα (με εξαίρεση τα αμετάφραστα γαλλικά), θα αναφέρω μερικά μάλλον σοβαρά μεταφραστικά λάθη που με ενόχλησαν. Καταλαβαίνω βέβαια ότι το βιβλίο μεταφράστηκε με μεγάλη πίεση χρόνου, αλλά θα έπρεπε να το κοιτάξει κι ένα άλλο μάτι για να πιάσει μαργαριτάρια σαν κι αυτά που ακολουθούν, τα οποία τα εντόπισα διαβάζοντας το ελληνικό, δεν έκατσα βέβαια να κάνω συστηματική αντιπαραβολή με το ιταλικό πρωτότυπο. (Όμως, αυτές τις περιπτώσεις που εντόπισα τις αναζήτησα και στο πρωτότυπο μετά· διότι, σημείο των καιρών, πολύ εύκολα βρήκα σε έναν ρώσικο ιστότοπο, αλλά και στο scribd, το ιταλικό πεντέφι του Κοιμητηρίου).

Σαν προοίμιο, να πω ότι η μεταφράστρια έχει την πολύ ενοχλητική συνήθεια να αφήνει σε μισοϊταλιάνικη μορφή λέξεις που έχουν εξελληνιστεί θαυμάσια. Κι αν δεν ενοχλούν τόσο οι Τζενοβέζοι, οι Γαριβαλδίνοι μού στέκονται στο στομάχι (και είναι μια λέξη που εμφανίζεται εκατοντάδες φορές στο κείμενο, αλλά και στο οπισθόφυλλο!), πολύ περισσότερο που έχουν υπάρξει και έλληνες Γαριβαλδινοί! Θέλω να πω, είναι ελληνικότατη λέξη και ο Μαβίλης δεν θυσιάστηκε στον Δρίσκο για να τον παρατονίζουμε εκατό χρόνια μετά (εντάξει, υπερβάλλω). Πολύ ενοχλητική είναι και η Αλβέρνη (σ. 12) –πες την Ωβέρνη, Αρβέρνη αν θες, αλλά γιατί αφήνεις την ιταλικούρα σε ένα γαλλικό τοπωνύμιο; Όλα αυτά πιθανόν να είναι (ατυχείς) επιλογές και όχι άγνοια, αλλά οι… Ντεκαμπριστές (σελ. 256) είναι τέρας που δείχνει πως η μεταφράστρια πιθανότατα αγνοεί τους Δεκεμβριστές, τους Ρώσους επαναστάτες, που έχουν έτσι περάσει στην ελληνική βιβλιογραφία εδώ και πολλές, πολλές δεκαετίες (στα ιταλικά decabristi). Ούτε λέμε Σουήβους (σελ. 25) τους Σουηβούς! Επίσης, περίεργα έχουν μεταγραφεί μερικά γαλλικά ονόματα. Π.χ. στη σελ. 462 ο Vaillant μεταγράφεται Βεγιάν (αντί για Βαγιάν) ενώ ο Tailhade δεν νομίζω ότι προφέρεται Ταϊλάντ (που θυμίζει και την Ταϊλάνδη!) αλλά Ταγιάντ ή Τεγιάντ. (και οι δυο είναι υπαρκτά πρόσωπα, π.χ. δείτε για τον Ταγιάντ). Και όποιος ξέρει με σιγουριά πώς προφέρεται, ας το πει.
Πάμε τώρα στα καθαυτό μαργαριτάρια.

Ένα χοντρό λάθος βρήκα στην πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος (σελ. 11 του βιβλίου): … μέσα σ’ ένα λαβύρινθο από δύσοσμα δρομάκια, κομμένα στα δύο από τη λεωφόρο Μπιέβρ, η οποία πρόβαλλε εκεί κάτω από τα σπλάχνα της μητρόπολης που την κρατούσαν καιρό αιχμάλωτη, για να ξεχυθεί παράφορη, λαχανιασμένη και ρυπαρή στον ποταμό Σηκουάνα.

Ποια είναι η λεωφόρος Μπιέβρ και γιατί προβάλλει «κάτω από τα σπλάχνα» της πόλης; Και πώς ξεχύνεται στον Σηκουάνα μια λεωφόρος; Απλούστατα, η λεωφόρος Μπιέβρ αξίζει να γίνει η κεντρική λεωφόρος της Νομανσλάνδης, της χώρας των ανύπαρκτων, διότι δεν είναι λεωφόρος, είναι ποταμός, ο Μπιέβρ (Bièvre), που είναι ο δεύτερος ποταμός του Παρισιού, παραπόταμος του Σηκουάνα. Σήμερα είναι όλος υπόγειος όσο περνάει από το Παρίσι, αλλά τον 19ο αιώνα ο μισός Μπιέβρ μέσα στο Παρίσι ήταν ξεσκέπαστος, γι’ αυτό και γράφει ο Έκο ότι σε ένα σημείο προβάλλει κάτω από τα σπλάχνα της μητρόπολης και μετά χύνεται παράφορος στον Σηκουάνα! Ποταμός είναι, όχι λεωφόρος! Και να πεις ότι δεν είναι σαφές το ιταλικό; Σαφές είναι ακόμα και για μένα που έχω κάνει μονάχα ένα χρόνο ιταλικά: tra un groviglio di vicoli maleodoranti, tagliati in due settori dal corso della Bièvre, che laggiù ancora fuori usciva da quelle viscere della metropoli dove da tempo era stata confinata, per gettarsi febbricitante, rantolante e verminosa nella vicinissima Senna.

Πώς ο ρους του Μπιέβρ έγινε λεωφόρος Μπιέβρ; Θέλει πολύ απρόσεχτο διάβασμα και θέλει να μεταφράζεις πρίμα βίστα χωρίς να ξαναβλέπεις  το κείμενό σου. Ένας καλός θεωρητής  θα το τσάκωνε το μαργαριτάρι, αλλά ο εκδότης έκρινε περιττό το έξοδο. Και αμέσως μετά, στο τέλος αυτής της πρώτης παραγράφου, τα venti soldi μεταφράζονται, εντελώς διεστραμμένα, δέκα σόλδια, αντί για είκοσι. Δεν είναι σοβαρό, αλλά γιατί τόση επιπολαιότητα;

Πιο πέρα, στη σελ. 28, μιλάει για μπιραρίες όπου οι σερβιτόρες είναι ντυμένες σύμφωνα με ένα θέμα, και λέει «εδώ βρίσκεις γερμανικές κελερίνες, εκεί … σερβιτόρες με τηβέννους δικηγόρων». Τι είναι οι κελερίνες; Όσοι διαβάζουν το ιστολόγιο μας ή τον Μαβίλη θα αναγνωρίσουν τις κελνερίνες, δηλαδή τις γερμανίδες σερβιτόρες. Στα ιταλικά, kellerine tedesche, αλλά στα ελληνικά, έλεος, ή θα πεις «κελνερίνες» ή, επειδή δεν είναι και πολύ γνωστό σαν λέξη, θα βάλεις «σερβιτόρες με γερμανικές ενδυμασίες» ή κάτι τέτοιο –και γιατί «γερμανικές» και όχι «γερμανίδες»; έχω τη φριχτή υποψία πως η Ε.Κ. εδώ δεν καταλάβαινε τι μετάφραζε.
Στη σελ. 53: «είναι γνωστό ότι ο Δουμάς λεηλατούσε τα χρονογραφήματα της πραγματικότητας». Αυτό δεν βγάζει νόημα, χρονογραφήματα της πραγματικότητας δεν υπάρχουν, στα ιταλικά είναι si sa che Dumas saccheggiava cronache vere, δηλαδή, στα ελληνικά, ο Δουμάς λεηλατούσε τις ειδήσεις των εφημερίδων δηλ. έπαιρνε τα θέματά του από πραγματικά γεγονότα.

Στη σελ. 173, ο ήρωας, που είναι και φανατικός αντίπαλος των κομμουνιστών, βρίσκει στη Σικελία έναν καλόγερο που του αρχίζει το κομμουνιστικό κήρυγμα. Και λέει: Απ’ όσα κατάλαβα απ’ το πανεπιστήμιο του περίφημου μανιφέστου των κομμουνιστών, αυτός ο καλόγερος είναι δικός τους. Υπάρχει πανεπιστήμιο του μανιφέστου των κομμουνιστών; Μπα, είναι μεταφραστικό ή τυπογραφικό λάθος. Το σωστό είναι «Απ’ όσα κατάλαβα στο πανεπιστήμιο για το περίφημο μανιφέστο των κομμουνιστών, αυτός ο καλόγερος είναι δικός τους» δηλ. κομμουνιστής. Στα ιταλικά: Per quello che avevo capito all’università del famoso manifesto dei comunisti, questo monaco è uno di loro. Το λάθος μπορεί να οφείλεται και στον δαίμονα του πληκτρολογίου, αλλά και πάλι είναι σημάδι ότι η επιμέλεια δεν έγινε σωστά.
Τελειώνω με ένα εντυπωσιακό μαργαριτάρι που βρήκα στην σελ. 338. Βρισκόμαστε στο τέλος της Κομμούνας του Παρισιού, το 1871, ενώ ο κυβερνητικός στρατός έχει ήδη μπει στην πόλη και τουφεκίζει αβέρτα τους κομμουνάρους. Ο ήρωάς μας έχει διεισδύσει στην πόλη για κάποια βρομοδουλειά και αφηγείται: Κατά μήκος των τοίχων, είδα φρεσκοκολλημένες αφίσες, όπου η Επιτροπή Δημόσιας Υγείας παρακινούσε τους πολίτες στην έσχατη άμυνα. Από την Επιτροπή Δημόσιας Υγείας θα περίμενε κανείς, βάσει των αρμοδιοτήτων της, να παρακινεί τους πολίτες να θάψουν γρήγορα τους νεκρούς ή να πλύνουν τα αίματα, όχι να ξεσηκωθούν και να πάνε όλοι στα οδοφράγματα! Απλώς η μεταφράστρια διάβασε επιπόλαια το Comitato di salute pubblica (Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας νομίζω ότι έχει αποδοθεί) και μπέρδεψε το salute (σωτηρία) με το sanita (υγεία):  Lungo i muri vedevo dei manifesti appena incollati, dove il Comitato di salute pubblica esortava i cittadini all’ultima difesa. Όμως ένα δεύτερο μάτι θα τσάκωνε το μαργαριτάρι!

Θα σταματήσω εδώ την απαρίθμηση μαργαριταριών, όχι επειδή δεν υπάρχουν άλλα αλλά επειδή κουράζει και δεν έχει και πολύ νόημα πλέον αφού το βιβλίο έχει εκδοθεί –σκοπός ήταν να τα βρουν στο δακτυλόγραφο. Επαναλαμβάνω ότι η μετάφραση ρέει αβίαστα (με εξαίρεση τις γαλλικούρες) και ότι όταν κάποιος μεταφράζει κατεπειγόντως για να βγει το βιβλίο όσο καλός κι αν είναι θα την πατήσει πολλές φορές. Ευθύνη του εκδότη κυρίως, που δεν πρόβλεψε για ενισχυμένη επιμέλεια, αφού το βιβλίο μεταφράστηκε βιαστικά.

Όσο για τις γαλλικούρες, ασφαλώς ενοχλεί να διαβάζεις αραδιαστά ονόματα φαγητών (π.χ. ο Μπραφμάν παρήγγειλε escalopes de poularde au velouté, αλλά το πιάτο δεν ήταν του γούστου του και το άλλαξε με filets de poularde piques au trouffe) αλλά ο αναγνώστης δεν χάνει και πολλά που δεν ξέρει τι ακριβώς είναι, ξέρει ότι είναι περίτεχνα πιάτα της υψηλής γαστρονομίας. Όμως, έχουν αφεθεί αμετάφραστα, και συνήθως χωρίς να εξηγούνται από υποσημειώσεις, δεκάδες γαλλικές λέξεις, όχι ονόματα φαγητών, διάσπαρτες στο κείμενο, που επηρεάζουν περισσότερο το νόημα. Π.χ. στη σελ. 227 «Βλέπετε, σε κάθε υπουργείο, σε κάθε κυβερνητικό κτίριο, υπάρχει πάντα ένας τυφλοπόντικας, ένα sous-marin, που δημιουργεί διαρροή πληροφοριών». Καταρχάς, αναρωτιέμαι αν στα ελληνικά ο τυφλοπόντικας έχει τη σημασία του πληροφοριοδότη όπως στα ιταλικά (και στα γαλλικά). Και μετά, αναρωτιέμαι αν ο έλληνας αναγνώστης που διαβάζει το sous-marin, χωρίς επεξήγηση, θα καταλάβει ότι είναι περίπου συνώνυμο του τυφλοπόντικα, δηλ. κρυφός πληροφοριοδότης -κατά λέξη σημαίνει «υποβρύχιο». Και, για να τελειώνω με τις γαλλικούρες, δεν ξέρω γιατί δεν μεταφράζεται, ούτε εδώ ούτε στη Βικιπαίδεια, το bordereau, το χειρόγραφο σημείωμα που ενοχοποίησε τον Ντρέιφους.

Με δυο λόγια, αρκετές λάθος επιλογές, εκ των πραγμάτων βιαστική μετάφραση, αλλά και τσαπατσούλικη επιμέλεια για ένα βιβλίο που σχεδόν σίγουρα, παρά την κρίση, θα πουλήσει πολλά αντίτυπα. Έπειτα, φαίνεται ότι η θεώρηση της μετάφρασης ήταν ανύπαρκτη -αλλά δεν μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να κάνει διόρθωση και επιμέλεια αλλά και θεώρηση! Ο Έκο θα πουλήσει, είπαμε, χιλιάδες -χάθηκε να πληρώσετε έναν άνθρωπο να θεωρήσει τη μετάφραση; Και ο θεός να μεταφράζει, όταν μεταφράζει βιαστικά ένα απαιτητικό βιβλίο σαν και τούτο εδώ, θα κάνει λάθη.


Μ’ άλλα λόγια, ο εκδότης δεν αντιμετώπισε τους αγοραστές του βιβλίου του με τον σεβασμό που δικαιούνται. Κρίμα.




       ΠΗΓΕΣ




             


                  ==================================================


Αλμπέρ Καμύ : Ο Ξένος - Albert Camus : L'Étranger



Albert Camus

                                      

Αλμπέρ Καμύ : Ο Ξένος , από την Κ. Καρύδη


Υπάρχει η περίπτωση να διαβάσει κάποιος ένα βιβλίο και να νοιώθει ότι αυτό που κατάλαβε, αυτό που τον εντυπωσίασε, είναι δικό του; Ότι είναι μόνο δικό του… ούτε καν του συγγραφέα; Το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ «Ο Ξένος» είναι από τα βιβλία που επιβεβαιώνουν ότι κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό κτήμα του κάθε αναγνώστη. Ότι ο κάθε αναγνώστης το διαβάζει, κατανοεί και αποθηκεύει στην ψυχή του, διαφορετικά από κάθε άλλον, κάνοντάς το στην ουσία διαφορετικό βιβλίο. Με έκανε να νιώσω ότι μόνο εγώ καταλαβαίνω τον «ήρωα».

Είδα έναν «ξένο» ο οποίος όμως ήταν τόσο οικείος. Είναι τρομακτικό να βλέπεις σε έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν έκλαψε στην κηδεία της μάνας του και σκότωσε μόνο και μόνο γιατί τον πείραξε ο ήλιος, τόσο οικείες προσεγγίσεις. Εξωτερικά φαίνεται ως ένας άνθρωπος αδιάφορος. Ποιος από εμάς δεν θα ήθελε να είναι αδιάφορος για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω του; Ή ακόμη καλύτερα ποιος από εμάς δεν θα ευχόταν να μπορούσε να είναι αδιάφορος για τα πράγματα που τον ενοχλούν, δεν θα ήθελε να υψώσει ένα τοίχος και να μείνει μόνος του; Να σταματήσει να βλέπει την δυστυχία και την μιζέρια. Γιατί σε ένα τέτοιο περιβάλλον ζούσε ο ξένος. Ένα περιβάλλον αυταρχικό και καταπιεστικό που του αρνούνταν το δικαίωμα να μην έχει άποψη για ποιο δρόμο θα ακολουθήσει.

Διάβασα ότι ο Καμύ, λίγο πριν εκδώσει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, είχε εκδώσει το δοκίμιο «Ο μύθος του Σίσυφου» που στην ουσία αναφέρεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ανακαλύπτουμε ότι ο άνθρωπος φτάνει σε σταυροδρόμια που του είναι αδιάφορο ποιόν δρόμο θα ακολουθήσει. Και αυτό ακριβώς το «δικαίωμα» υπερασπίζεται ο Καμύ με τον «Ξένο» του.

Μετά από αυτά, κατάλαβα πραγματικά πως ένας άνθρωπος τόσο διαφορετικός από εμένα μου φάνηκε τόσο οικείος. Γιατί ταυτίστηκα με τον «ήρωα»; Απλά αυτό το βιβλίο μου απέδειξε πόσο πολύ θα ήθελα να μην νοιώθω υποχρεωμένος να επιλέξω τον δρόμο που θέλει η κοινωνία αλλά ταυτόχρονα και πόσο θα ήθελα να μην θεωρούμαι «επαναστάτης» και «αντισυμβατικός» αν επιλέξω τον άλλο. Πόσο θα ήθελα να μην έχω το άγχος της επιλογής. Πόσο πολύ θα ήθελα να επιλέξω έναν τυχαία και όπου με βγάλει. Πόσο θα ήθελα να μην κοιτάξω πίσω…

Ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς δεν θα μπορούσε να κλείσει στο τέλος με τον υπέρτατο συμβολισμό. Τον συμβολισμό της λύτρωσης που αποτυπώνεται στην τελευταία ευχή του «ξένου»: «…ένα μου μένει να ευχηθώ, να έρθουν πολλοί θεατές την ημέρα της εκτέλεσης μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους.».

Από το οπισθόφυλλο:

«… Αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης στον Ξένο είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, δίχως τίποτα το ηρωικό στη συμπεριφορά του, δέχεται να πεθάνει για την αλήθεια. Ένιωσα εξάλλου την ανάγκη να πω, κι ας μοιάζει παράδοξο, πως προσπάθησα ν’ αποδώσω με τον ήρωά μου το μόνο Χριστό που μας αξίζει. Είναι φανερό λοιπόν, μετά τις εξηγήσεις μου, ότι το είπα χωρίς πρόθεση βλασφημίας, απλώς και μόνο με την κάπως ειρωνική τρυφερότητα που δικαιούται να νιώθει ένας καλλιτέχνης για τα πρόσωπα που δημιουργεί».


 ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ, 1954

           ================================================



                                 ===================================


 «Ο Ξένος» του Καμύ και το σύνδρομο Άσπεργκερ

 Ένα μικρό αφιέρωμα στην διαχρονική νουβέλα

Από τον Βαγγέλη Μακρή





Ο Badcock επισημαίνει στην μελέτη του ό,τι ο ήρωας του Καμύ αρνείται να παίξει ένα παιχνίδι, που παίζουμε όλοι μας καθημερινά στις κοινωνικές μας συναναστροφές: Ο Μερσό αρνείται να πει το παραμικρό ψέμα. Και αυτό είναι το λιγότερο. Ο Μερσό αποκαλύπτει περισσότερη αλήθεια από αυτή που μπορεί να αντέξουν οι γύρω του. Αποκαλύπτει ότι ακριβώς σκέφτεται στους άλλους, αδιαφορώντας για τα συναισθήματα τους. Έτσι κάνει την ζωή του δυσκολότερη και οι άλλοι αισθάνονται ένα είδος απειλής απέναντι του.

«Ο Ξένος» και το σύνδρομο Άσπεργκερ 

Οι πωλήσεις του «Ξένου» του μυθιστορήματος του Αλμπέρ Καμύ έχουν ξεπεράσει σήμερα τα 8 εκατομμύρια αντίτυπα. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο Μερσό ένας υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Η ζωή του κυλάει μηχανικά σε μια κατάσταση διαρκούς νάρκης. Είναι αδιάφορος για τα πάντα μέσα σε ένα κλίμα παραίτησης. Ο ήρωας του Καμύ αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τον συγγραφέα «τον άνθρωπο προτού συνειδητοποιήσει το παράλογο». Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε σαράντα γλώσσες και εξακολουθεί να διαβάζετε με μανία από τις νεώτερες γενιές. Έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί τα πάντα για αυτό. Όμως, μια σχετικά καινούρια προσέγγιση της συμπεριφοράς του ήρωα του Καμύ, ίσως άγνωστη στους πολλούς, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

 Το 2010 ο ψυχίατρος Christopher Badcock μελέτησε τον ήρωα της διάσημης νουβέλας και κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: Ο ήρωας του «Ξένου» αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο ανθρώπου που έχει σύνδρομο Άσπεργκερ. Το ενδιαφέρον για αυτή την προσέγγιση γίνεται ακόμα μεγαλύτερο αν σκεφτούμε ότι αυτή η νευροαναπτυξιακή διαταραχή επισημάνθηκε πρώτη φορά το 1944 ενώ το βιβλίο του Καμύ κυκλοφόρησε το 1942!

Ας δούμε μερικές από τις συμπεριφορές των ανθρώπων με σύνδρομο Άσπεργκερ. Ένα άτομο με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί:

- Να θέλει να κάνει φίλους, αλλά να μη διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες για να δημιουργήσει και να διατηρήσει φιλίες

- Να μην καταλαβαίνει τα συμβατικά «κοινωνικά σήματα» ή τους άγραφους κοινωνικούς κανόνες συμπεριφοράς

- Να συμπεριφέρεται με κοινωνικά ακατάλληλο τρόπο Να είναι κοινωνικά απομονωμένο Να βρίσκει τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων απρόβλεπτη και αγχωτική

- Να δυσκολεύεται να αντιληφθεί τη σημασία της μη λεκτικής επικοινωνίας όπως χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου και στάση σώματος

- Να μη γνωρίζει πότε να αρχίσει ή να δώσει τέλος σε μια συζήτηση Να μιλά με μονότονη μη εκφραστική φωνή και να μην κατανοεί τη σημασία της αλλαγής τόνου

- Να αντιλαμβάνεται τα νοήματα πάντα κυριολεκτικά και να δυσκολεύεται στην αναγνώριση αστείων, μεταφορών και ειρωνείας

-  Να έχει επιφανειακά τέλειο λόγο που όμως τείνει να είναι τυπικός και σχολαστικός

- Να δυσκολεύεται να φανταστεί εναλλακτικά κοινωνικά σενάρια και να προβλέψει τι θα συμβεί κατά την εξέλιξη μιας κοινωνικής επαφής

- Να δυσκολεύεται να ερμηνεύσει τα λόγια, τις πράξεις και τα συναισθήματα των άλλων

- Να έχει περιορισμένα ενδιαφέροντα με τα οποία ασχολείται σχολαστικά και επαναλαμβανόμενα

-  Να επιμένει σε συγκεκριμένες ρουτίνες

Όσοι έχουν διαβάσει την νουβέλα του Καμύ και φέρνουν τον Μερσό στο μυαλό τους θα παρατηρήσουν πόσο κοντά σε αυτή την συμπεριφορά είναι. Μάλιστα ο συγγραφέας προσεγγίζει τον τύπο του αυτιστικού ανθρώπου που είναι έξυπνος και διαθέτει δημιουργικό λόγο. Τον τύπο του αυτιστικού που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος.


 Ο Badcock επισημαίνει στην μελέτη του ότι ο ήρωας του Καμύ αρνείται να παίξει ένα παιχνίδι, που παίζουμε όλοι μας καθημερινά στις κοινωνικές μας συναναστροφές: Ο Μερσό αρνείται να πει το παραμικρό ψέμα. Και αυτό είναι το λιγότερο. Ο Μερσό αποκαλύπτει περισσότερη αλήθεια από αυτή που μπορεί να αντέξουν οι γύρω του. Αποκαλύπτει ό,τι ακριβώς σκέφτεται στους άλλους, αδιαφορώντας για τα συναισθήματα τους. Έτσι κάνει την ζωή του δυσκολότερη και οι άλλοι αισθάνονται ένα είδος απειλής απέναντι του. «Χωρίς ευαισθησία για κανέναν και για τίποτα, τον οδηγεί ένα επίμονο πάθος για την αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας» γράφει ο συγγραφέας για τον Μερσό.  


Ο Καμύ αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του. Η Κατρίν Σιντές Καμύ ήταν μια αγράμματη και σχεδόν κουφή γυναίκα η οποία εργαζόταν ως παραδουλεύτρα. Το τελευταίο του ημιτελές βιβλίο «Ο πρώτος άνθρωπος» είναι αφιερωμένο σε αυτή. 

 Ο Καμύ και η μητέρα του

  «Σήμερα πέθανε η μαμά. Ίσως και χτες, δεν ξέρω. Έλαβα ένα τηλεγράφημα από το άσυλο: «Μητέρα απεβίωσε. Κηδεία αύριο. Θερμά συλλυπητήρια». Αυτό δεν μου λέει τίποτα. Μπορεί να ήταν και χτες.» Αυτή είναι η αρχή του «Ξένου». Στις επόμενες σελίδες ο αναγνώστης παρακολουθεί τον Μερσό άδειο από κάθε συναίσθημα στην κηδεία της μητέρας του. Μετά την κηδεία συνεχίζει μηχανικά να βιώνει την καθημερινότητα του. Λες και το να πεθαίνει η μάνα σου είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα. Ο Καμύ αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του. Η Κατρίν Σιντές Καμύ ήταν μια αγράμματη και σχεδόν κουφή γυναίκα η οποία εργαζόταν ως παραδουλεύτρα. Το τελευταίο του ημιτελές βιβλίο «Ο πρώτος άνθρωπος» είναι αφιερωμένο σε αυτή. «Σε σένα που δεν θα μπορέσεις ποτέ να διαβάσεις αυτό το βιβλίο» έγραφε λίγους μήνες πριν φύγει από την ζωή. Ο φακός την συλλαμβάνει σε αυτή την ιδιαίτερη φωτογραφία να κρατάει σαν εικόνισμα την φωτογραφία του γιού της. Η μητέρα του Καμύ πέθανε εννέα μήνες μετά από αυτόν.

Ο Βισκόντι σεβάστηκε το βιβλίο και έκανε ελάχιστες σεναριακές παρεμβάσεις, μόνο αυτές που ήταν αναγκαίες για την μεταφορά του στον κινηματογράφο.


  Ο Ξένος και ο Λουκίνο Βισκόντι  




  Το 1967 η νουβέλα του Καμύ μεταφέρθηκε στο σινεμά σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι. Η ταινία είναι μια συμπαραγωγή Ιταλίας, Γαλλίας και Αλγερίας. Πρωταγωνιστούν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Μπερνάρ Μπλιέ, Ζωρζ Ουϊλσόν και η Σουηδή Άννα Καρίνα, πολιτογραφημένη Γαλλίδα, σύζυγος του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ αργότερα και μούσα της νουβέλ βάγκ στη δεκαετία του εξήντα. Ο Βισκόντι σεβάστηκε το βιβλίο και έκανε ελάχιστες σεναριακές παρεμβάσεις, μόνο αυτές που ήταν αναγκαίες για την μεταφορά του στον κινηματογράφο. 


      =================================================

Ο "ξένος"του Άλμπερτ Καμύ

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο  Μερσώ, ένας ασήμαντος γραφειοκράτης, χωρίς ιδεολογία, άθεος, ένας άβουλος άνθρωπος, αντικοινωνικός, χωρίς πάθη, φιλοδοξίες και φίλους,  χωρίς όνειρα, χωρίς κανένα ουσιαστικό δεσμό με τους γύρω του, που ζει μια αδιάφορη ζωή υποταγμένη στη μοίρα.

      Αναπτύσσει σχέσεις επιφανειακές με τους γύρω του-όπως είναι ο δεσμός του με την Μαρί και η φιλία του με τον Ραϊμόν- αρνείται όμως να συμμετάσχει ενεργά στη ζωή, προσπαθώντας να ελέγξει το πεπρωμένο, όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι παλεύοντας, ελπίζοντας  ή πιστεύοντας σε κάτι που θα την αλλάξει, γιατί υπάρχει μέσα του μια ενστικτώδης άρνηση που εκφράζεται με αδιαφορία  και απραξία σε όσα του συμβαίνουν.  Ζει σε μια κοινωνία παράξενα αυταρχική και καταπιεστική.

      Από τη μια λοιπόν ένας άνθρωπος ξένος προς την ζωή, ξένος με τους γύρω, απορεί με τον τρόπο που οι άλλοι λειτουργούν, αισθάνονται και σκέφτονται -η γυναικούλα νευρόσπαστο, ο γέρο- Σαλαμανό, ο φύλακας, η Μαρί, ο εισαγγελέας, ο δικηγόρος κλπ-κι από την άλλη μια απολιθωμένη κοινωνία που καταδικάζει αυτούς που δεν ακολουθούν τις συναισθηματικές και ηθικές αξίες της και τις αμφισβητούν, δηλαδή  όσους δεν λειτουργούν  σύμφωνα με τους «κοινά» αποδεχτούς της όρους.

      Ανάμεσα σε μια τέτοια κοινωνία και τον «ξένο» εισβάλλει το τυχαίο με την μορφή αρχικά του θανάτου της μητέρας του, τον οποίο αντιμετωπίζει σχεδόν αδιάφορα («δεν είχα τίποτα να περιμένω από αυτήν αλλά ούτε κι αυτή από εμένα»), τον αδιάφορο έρωτά του για την Μαρί που δυστυχώς  γεννήθηκε την επομένη της κηδείας (ενοχοποιητικό στοιχείο στη δίκη ) και με τη φιλία του με τον Ραϊμόν που ο Μερσώ δέχεται αλόγιστα.

Ακολουθεί το έγκλημα που κάνει σκοτώνοντας τον Άραβα. Κι αυτό οφείλεται σε συμπτώσεις συνθηκών:ο εκτυφλωτικός ήλιος, η κούραση, η επιθετικότητα του Ραϊμόν και του Άραβα. Αφήνεται και πάλι έρμαιο των γεγονότων που ακολουθούν το φόνο, αφού στη δίκη τον υπερασπίζεται ένας δικηγόρος που ορίζεται αυτεπάγγελτα.

       Δεν προσπαθεί καθόλου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παρακολουθεί σχεδόν με απάθεια σαν τρίτος  την εξωτερική εμφάνιση ή τη συμπεριφορά των άλλων, ξαφνιάζεται με το μίσος που του δείχνει ο εισαγγελέας, που του φαίνεται τόσο ανεξήγητο όσο και η φιλία που του πρότεινε ο Ραϊμόν.

       Ωστόσο για τη δικαιοσύνη δεν υπάρχει τύχη. Ο εισαγγελέας εξιστορεί με τη σειρά τα γεγονότα που οδήγησαν τον Μερσώ να σκοτώσει, ισχυριζόμενος πως είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του. Μάλιστα την επίγνωση αυτή τη στηρίζει, επικαλούμενος την εξυπνάδα του, για να πείσει πως πρόκειται για πράξη απεχθή και προμελετημένη, στηρίζει δε το παράλογο της αγόρευσής του στο γεγονός πως δεν δήλωσε ποτέ μετάνοια: «πώς να τόκανε άλλωστε αφού κήδεψε τη μητέρα του με την καρδιά ενός εγκληματία;». Όλα αυτά οδηγούν το Μερσώ στην καταδίκη και στη λαιμητόμο.

      Στη φυλακή σκέφτεται τον τρόπο που έζησε. Παρ oλ' αυτά δεν τον αναιρεί: «είχα ζήσει κατά έναν ορισμένο τρόπο και θα μπορούσα να είχα ζήσει με κάποιον άλλο». Σκέφτεται τη μητέρα του και την κοινή τους μοίρα μπροστά στο θάνατο και για πρώτη φορά συναισθάνεται,  αφού καταλαβαίνει την επιθυμία και την ανάγκη της να κάνει νέα αρχή,  μιας κι αυτός είναι και ο δικός του πόθος.

Έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του. Όπως κάθε άνθρωπος φοβάται τον θάνατο και τον τρόπο που αυτός θα επέλθει, γιατί η λαιμητόμος του στερεί την παραμικρή ελπίδα διαφυγής. Παρατηρεί την αδικία που διέπει το ποινικό σύστημα: « είχα παρατηρήσει πως ήταν βασικό να δίνεται μια ευκαιρία στον κατάδικο. Μια μόνο στις χίλιες ήταν αρκετή για να διορθώσει πολλά πράγματα». Σκέφτεται την Μαρί. Παρ oλ' αυτά δεν απελπίζεται και θυμώνει. Τον θυμό και τον αγνωστικισμό του ξεσπά στον κληρικό που τον επισκέπτεται, αρνούμενος την κατήχηση και την παρηγοριά που του προσφέρει.

      Αποδέχεται τη ζωή όσο και το θάνατο.Η επίγνωση αυτή κι ο θυμός,  που ξεσπά, τον ελευθερώνει: «λες κι αυτός ο μεγάλος θυμός με είχε απαλλάξει από το κακό, μου είχε αφαιρέσει την ελπίδα και μπροστά σ' αυτή τη φορτωμένη σημάδια και άστρα νύχτα, ξανοιγόμουνα για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Διαπιστώνοντας πόσο όμοιος ήταν μ' εμένα, πόσο τέλος πάντων αδελφικός, ένοιωσα πως είχα γίνει ευτυχισμένος και πως ήμουνα ακόμα ευτυχισμένος». Ούτε μια στιγμή μετάνοιας κι η ευτυχία, που νοιώθει, ένα ακόμη στοιχείο του παραλόγου.

      Λυτρωμένος από το φόβο του θανάτου και την κοινωνική του μάσκα,  τραγική φιγούρα πια διατυπώνει μιαν ευχή: «Για να γίνουν όλα στην εντέλεια, για να νοιώσω λιγότερο μόνος, μου απόμεινε να εύχομαι να υπάρχουν πολλοί θεατές τη  μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους».

    Ο ήρωας του Καμύ μας ξαφνιάζει. Αναρωτιέται κανείς. Πώς μπορεί να είναι τόσο αδιάφορος ένας άνθρωπος,  ώστε να μην δίνει καμία αξία και νόημα στη ζωή του; Πώς αφήνεται στη μοίρα που τον καθιστά τελικά παιχνιδάκι στα χέρια της; Πώς γίνεται τυχαία να αφαιρέσει μια ζωή; Πώς παρακολουθεί τη δίκη του σαν θεατής, ενώ δικάζεται από μεροληπτικούς δικαστές, προκαλώντας έτσι τη δυστυχία και το τέλος της ζωής του; Πώς γίνεται η Δικαιοσύνη να επιβάλλει μια ποινή βασιζόμενη σε μια σαθρή λογική που αντιστρατεύεται κάθε Δίκαιο; Στην πραγματικότητα δεν καταδικάζεται για το έγκλημα που έχει διαπράξει, αλλά γιατί είναι διαφορετικός από τους ομοίους του, ξένος ανάμεσα σ' αυτούς-δεν έκλαψε στην κηδεία της μάνας του. Δεν είναι παράλογο;


      Μήπως ο Μερσώ αρχικά,  αν και με τον δικό του τρόπο ενσωματωμένος στην κοινωνία,  φορούσε μια μάσκα αδιαφορίας κι υποταγής, για να έχει την ελευθερία να ζει τους στιγμιαίους πόθους και τα  συναισθήματά του; Μήπως στην πραγματικότητα η απάθεια ήταν το μόνο όπλο που διέθετε απέναντι στο φόβο, στη μοναξιά, στο θάνατο, ζώντας σε μια κοινωνία παράλογη και ξένη; Μήπως μια μάσκα φορούμε όλοι και σωπαίνουμε, για να είμαστε κοινωνικά αποδεκτοί, ώστε να εξασφαλίσουμε το δικαίωμα στη ζωή και το μερίδιο της ευτυχίας που μας ανήκει; 


      


 Σε όλο το μυθιστόρημα το παράλογο είναι που κυριαρχεί. Γι αυτό θέλησε ο Καμύ να μιλήσει, για το παράλογο σε όλο του το μεγαλείο, το παράλογο μιας απολιθωμένης κοινωνίας και το προϊόν της που είναι η παράλογη συμπεριφορά των ανθρώπων της. Επιπλέον, το παράλογο χρησιμοποιεί για να περιγράψει την αίσθηση της ανούσιας ύπαρξης.

      Ίσως το μυθιστόρημα να χαρακτηρίζεται από μια έξαρση υπερβολής, αλλά πρέπει να αναλογιστούμε πόσες φορές οι άνθρωποι έχουν σταθεί αντιμέτωποι με την κοινωνία και τις δομές της. Πόσες φορές έχασαν την ζωή τους μαχόμενοι, πόσες φορές διχάστηκαν με τον ίδιο τους τον εαυτό κι άλλες πόσες στάθηκαν ανίκανοι να κυριαρχήσουν στη ζωή τους ή ν' αλλάξουν την ροή της ιστορίας…

     Το έργο γράφτηκε από ένα μαχόμενο συγγραφέα - φιλόσοφο - υπαρξιστή, σε μια εποχή (1942) που οι συγγραφείς αισθάνονταν ανίσχυροι μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου και στις φρικαλεότητες που μπορεί να προξενήσει ο άνθρωπος.Ας αναρωτηθούμε ποια είναι η ουσία της δικής μας ζωής και πώς την διαχειριζόμαστε. Ας αναλογιστούμε σε ποιες κοινωνίες ζούμε, βιώνοντας τη φρίκη του πολέμου και της εξαθλίωσης αναπαυτικά στους καναπέδες μας μέσω της τηλεόρασης  κι ας σκύψουμε μέσα μας να δούμε αν είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια ζωή φαινομενικά ασφαλή. Αν κρύβουμε σ' ένα βαθμό έναν Μερσώ που λειτουργεί, τόσο παράλογα, όσο παράλογος είναι και ο κόσμος του.

     Για το συγκεκριμένο έργο , ο Σαρτρ είπε χαρακτηριστικά : « Ο παράλογος άνθρωπος είναι ένα κλασικό έργο που γράφτηκε για το παράλογο και κόντρα στο παράλογο.Ο παράλογος άνθρωπος δεν έχει τίποτα να δικαιολογήσει».

Αικατερίνη Βεζιρτζόγλου/www.lexima.gr/

ΠΗΓΕΣ








 =============================================================


ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ

DOSTOYEVSKY FYODOR


Ο Ρασκόλνικοφ, ο κεντρικός ήρωας στο Έγκλημα και Τιμωρία, κουβαλά -παρότι ο ίδιος, τουλάχιστον αρχικώς, δεν το αντιλαμβάνεται- την ουσία της Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια φυσιογνωμία "σχισματική" (Raskol = Σχίσμα, raskolnik = σχισματικός), όπως άλλωστε δηλώνει το όνομά του· είναι "σαν να εναλλάσσονται μέσα του δυο αντικρουόμενοι χαρακτήρες", λέει ο Ραζουμίχιν στην Πουλχερία και την Ντούνια.


Πρώην φοιτητής, διωγμένος από το πανεπιστήμιο, "απόμακρος" και "κλειστός" χαρακτήρας, σχεδόν ακοινώνητος, με τη "νεανική φιλαρέσκεια" και περηφάνια που του αρμόζει, ο Ρασκόλνικοφ δεν είναι ένας χυδαίος δολοφόνος, αλλά ένας ιδεολόγος με ανώτερα κίνητρα. Όχι μόνο αφουγκράζεται τις "παράξενες ιδέες" της νέας γενιάς που "κυκλοφορούν στην ατμόσφαιρα", αλλά υποκύπτει σε αυτές και, "έχοντας γίνει προληπτικός το τελευταίο διάστημα", αντιλαμβάνεται την συζήτηση μεταξύ του αξιωματικού και του φοιτητή που ακούει στο καφενεδάκι λίγο πριν διαπράξει τον φόνο σαν μια "υπόδειξη" για τον προορισμό του. Κυριεύεται από την ηθική του ωφελιμισμού, όπου "ένα μικρό ασήμαντο εγκληματάκι" όχι μόνο θα "ξεπλυθεί με χιλιάδες καλές πράξεις", αλλά θα φέρει "εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες υπάρξεις στο σωστό δρόμο", και φτάνει στο σημείο να διαπράξει έναν φόνο για λόγους ιδεολογικούς, για να δικαιώσει "το καθήκον, τη συνείδηση" της νέας γενιάς". Ο Ρασκόλνικοφ ενσαρκώνει όλα τα προβλήματα της εποχής του που ο Ντοστογιέφσκι προσπαθεί να πολεμήσει καθώς το μυθιστόρημα υπακούει στην αντιδικία του συγγραφέα με τους μηδενιστές, η οποία εκφραζόταν καιρό τώρα σε κάθε του συγγραφική απόπειρα. Δεν μένει όμως στάσιμος ως χαρακτήρας στην πολιτική και ιδεολογική του διάσταση· αντιθέτως, εξελίσσεται καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πράξεών του. Η αληθινή τιμωρία δεν είναι αυτή που του επιβάλλεται από το νόμο, αλλά η ψυχική κόλαση πού επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του. Δεν αρκεί μονάχα να ομολογήσει το έγκλημά του για να λυτρωθεί, ούτε να ζητήσει συγχώρεση από τον Θεό κι από την ανθρωπότητα. Χρειάζεται να δει το φως πού κρύβεται μέσα του και να τολμήσει να ομολογήσει στον εαυτό του την πίστη του. Το βιβλίο περιγράφει την πορεία του Ρασκόλνικοφ προς την ελευθερία, καθώς ανακαλύπτει, με τη βοήθεια της Σόνιας και την δύναμη της αγάπης, τον εαυτό του και ψηλαφεί εντός του την παρουσία του Ιησού Χριστού. Η ανάγνωση της ιστορίας του Λαζάρου από τα χείλη της Σόνιας παροτρύνει τον αναγνώστη να πιστέψει στη μεταμόρφωση του ήρωα, η οποία έρχεται στο τέλος του βιβλίου όταν ο Ρασκόλνικοφ αγκαλιάζει την πλευρά του εαυτού του που τόσο καιρό απαρνιόταν, παύει να αντιστέκεται στην πίστη του και, ως άλλος Λάζαρος, ανασταίνεται.


 

                 




   

Εμβαθύνοντας μοναδικά στην ψυχολογία των ηρώων του, ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει στον Ηλίθιο (1868) την ιστορία του επιληπτικού πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ύστερα από μακροχρόνια παραμονή και θεραπεία στην Ελβετία, επιστρέφει στην Πετρούπολη. Αφοπλιστικά αθώος και ανιδιοτελής για τους κοσμικούς κύκλους της μεγαλούπολης, όταν κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία βρίσκεται αναπάντεχα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αντιμέτωπος με την περιέργεια, το σαρκασμό και την υστεροβουλία των άλλων: οι άντρες τον θεωρούν «ηλίθιο», αδυνατώντας να κατανοήσουν το χαρακτήρα του, ενώ οι γυναίκες τον ερωτεύονται γοητευμένες από την απόκοσμη φύση του, παρασυρμένοι όλοι σε μια δίνη γεγονότων μέχρι το τραγικό τέλος.

Η Γκάγκα Ρόσιτς, η οποία με ξεχωριστή ευαισθησία απέναντι στο πρωτότυπο έργο και συνέπεια ως προς τους θεατρικούς κώδικες, υπογράφει τη μετάφραση και τη θεατρική διασκευή, σημειώνει στον πρόλογο της έκδοσης:
«Κάθε προσαρμογή ενός μυθιστορηματικού κειμένου σε θεατρική μορφή είναι ένα τολμηρό, πολυδάπανο, θα έλεγα, εγχείρημα. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά στο ρίσκο που αναλαμβάνει ο εκτελεστής, κι έπειτα στο χρόνο, στα περιορισμένα εκφραστικά μέσα και στην άνιση αναμέτρηση με τα νοήματα, που ξεπερνούν κατά πολύ το περιθώριο της θεατρικής αντίληψης. Οπότε, κάθε τέτοιο εγχείρημα είναι ουσιαστικά μια προσωπική συναναστροφή με τον συγγραφέα και το κληροδότημά του.
Στον Ντοστογιέφσκι ορκίστηκα νέα ακόμα. Μέχρι στιγμής, ο Ηλίθιος με ακολουθεί άγρυπνα στο μικρό μου οδοιπορικό. Σπίθα αυτής της διασκευής υπήρξε μια ασυγκράτητη ανάγκη που δεν φιλοδοξεί να αναπαραστήσει το λαμπρό μυθιστόρημα, αλλά τον απόηχό του μέσα μου. Αναγκασμένη να περιορίσω τους ήρωες και τη δράση, κοιτάζω αυτή τη στιγμή σαν μπροστά σε μια λαιμητόμο, έτοιμη, ωστόσο, να επιστρέψω μέχρι και το εισιτήριο για τον Παράδεισο. Ούτως ή άλλως, η αιωνιότητα του Ντοστογιέφσκι αντηχεί ακόμη και σε μία σπιθαμή χώρου.»

Οι Δαιμονισμένοι δημοσιεύτηκαν το 1871 και ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων σε λογοτεχνικούς και πολιτικούς κύκλους της Ρωσίας. Η πολύπλοκη ιστορία διαδραματίζεται σε μια μικρή πόλη της Ρωσίας όπου υπάρχουν άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης και όπου μια μικρή επαναστατική ομάδα μηδενιστών, «τρομοκρατική» με τους σημερινούς όρους, σχεδιάζουν να θέσουν σε εφαρμογή το αιματηρό σχέδιό τους. Τα γεγονότα στηρίζονται σε αληθινά περιστατικά της εποχής που συντάραξαν τον συγγραφέα. Ο Ντοστογιέφσκι, που είχε υπάρξει κι αυτός μέλος μιας επαναστατικής ομάδας, είχε επιστρέψει από την εξορία του στην Σιβηρία και –μετανιωμένος- είχε αρχίσει να κάνει την στροφή του στον πανσλαβισμό με τον τρόπο που εκείνος είχε συλλάβει καθώς και στην αναζήτηση του Θεού. Δεν του ήταν εύκολο να γράψει αυτό το έργο, στην πραγματικότητα βούτηξε βαθιά στα άδυτα της ψυχής του και κατάφερε να γράψει έναν λίβελο ενάντια στους μηδενιστές και το κίνημά τους. Κανένας «επαναστάτης» αλλά και διανοούμενος της εποχής του δεν ξέφυγε από τον σαρκασμό και την οργισμένη πένα του συγγραφέα. Ο ίδιος πίστευε ότι έγραφε ένα ιστορικό δοκίμιο, τόσο πιστά παρέμεινε στο πνεύμα της εποχής. Πίστευε επίσης ότι με ένα τέτοιο βιβλίο θα ανάγκαζε τον ρωσικό λαό να δει τις συνέπειες της αποκοπής του από τις οικείες και προγονικές ρίζες της ρωσικής ζωής. Βασικά πρόσωπα της ιστορίας ο μηδενιστής Πιότρ Βερχοβένσκι και η δαιμονική φιγούρα του Νικολάι Σταβρόγκιν. Τριγύρω τους ένα πλήθος ιδεολόγοι, εγκληματίες, επαναστάτες, η κοινωνία της μικρής πόλης, ένας θίασος των οποίων οι οι χαρακτήρες ξεπερνάνε τους πενήντα. Πρόκειται για ένα συνταρακτικό έργο που αγγίζει την τραγικότητα των αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και την δραματικότητα των έργων του Σαίξπηρ.

Οι Αδελφοί Καραμάζοφ αποτελούν το κύκνειο άσμα του Ντοστογιέφσκι. Το έργο συγγράφηκε κατά την διάρκεια των ετών 1879-1880. Πρόθεση του συγγραφέα ήταν να αποτελέσει το πρώτο μέρος ενός μεγαλύτερου έργου, με πρωταγωνιστή τον Αλιόσα Καραμάζοφ, υπό την ονομασία “Η Ζωή Ενός Μεγάλου Αμαρτωλού”, εντούτοις το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο, καθώς ο συγγραφέας απεβίωσε το 1881. Η πλοκή του συγγράμματος συγκεντρώνεται γύρω από την διαλυμένη οικογένεια των Καραμάζοφ, που προσπαθεί μετά από χρόνια να γεφυρώσει το χάσμα που την χωρίζει. Ο δύστροπος χαρακτήρας του πατέρα, Φιοντόρ Πάβλοβιτς Καραμάζοφ, και οι συνεχείς συγκρούσεις του με τον μεγαλύτερο γιό του Ντιμίτρι, δυσχεραίνουν την προσπάθεια επανένωσης. Η συνεχής αυτή σύγκρουσή θα αποτελέσει την αιτία της διάλυσης της οικογένειας ˙ καθώς ο πατέρας μετά από μια λογομαχία τους, καταλήγει άγρια δολοφονημένος και όλα τα στοιχεία υποδεικνύουν τον Ντιμίτρι ως δράστη. Ο ένοχος μπορεί να είναι μόνο ένας, εντούτοις είναι περισσότεροι αυτοί που όπλισαν το χέρι του δράστη! Οι κεντρικοί ήρωες, οι αδερφοί Καραμάζοφ, αλλά και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, απεικονίζουν τις δυνάμεις που ενυπάρχουν σε κάθε ανθρώπινη ψυχή. Έτσι ο Ντιμίτρι συμβολίζει το άλογο πάθος, ο άθεος Ιβάν την λογική δίχως ίχνος συναισθήματος, ο Αλιόσα εκφράζει την προσκόλληση προς την παράδοση (οικογένεια, θρησκεία) ˙ ο πατέρας, Φιοντόρ Πάβλοβιτς, αποτελεί την προσωποποίηση της παρακμής και της χυδαιότητας, ενώ ο νόθος υιός Σμιερντιακόφ απεικονίζει το σκοτάδι και την οργή. Το έργο τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 1860- την εποχή μετά την κατάργηση της δουλοπαροικίας στην τσαρική Ρωσία. Η νέα αυτή εποχή για την αυτοκρατορία αποπνέει στον συγγραφέα αισθήματα αισιοδοξίας και μια αίσθηση ανανέωσης για τον κόσμο, γεγονός που αποδεικνύεται παρά την όλη τραγικότητα της υπόθεσης του έργου και από το περιεχόμενο του και κυρίως από το τέλος του ˙ γι’ αυτόν τον λόγο εξάλλου το βιβλίο θεωρείται ένα από τα πιο αισιόδοξα του Ντοστογιέφσκι. Οι σημειώσεις του συγγραφέα για το πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου. Οι Αδερφοί Καραμάζοφ έγιναν παγκοσμίως γνωστοί χάρις και στο κεφάλαιο του Μέγα Ιεροεξεταστή. Σ’ αυτό το σημείο του έργου, ο άθεος Ιβάν επιδιώκει να αποδείξει στον θρησκόληπτο αδερφό του Αλιόσα, πως η εκκλησία και οι εκπρόσωποι της, δεν ακολουθούν το θείο έργο, παρά μονάχα φροντίζουν για την ικανοποίηση των ιδιωτικών τους συμφερόντων. Επιδιώκουν με ένα διαστρεβλωμένο δόγμα να θολώσουν την ανθρώπινη λογική, έχοντας ως σκοπό να σκλαβώσουν τον άνθρωπο, επειδή δεν δύναται κατά αυτούς να είναι ελεύθερο όν με ατομική βούληση. Η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται ελευθερία άλλα έναν αρχηγό για να ακολουθεί με τυφλή υποταγή και τον ρόλο του αλάνθαστου καθοδηγητή θα τον επιτελέσει η εκκλησία με τα όργανά της.

Για να αποδείξει τα παραπάνω, ο Ιβάν παρουσιάζει τον Χριστό να επανέρχεται στην γή, αυτή την φορά στην Σεβίλλη των χρόνων της Ιεράς Εξέτασης. Την ώρα που πραγματοποιεί ένα ακόμα θαύμα, ένας Καρδινάλιος αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον Σωτήρα ή κάποιον που του μοιάζει, και διατάζει την σύλληψή του. Στην φυλακή ο Καρδινάλιος-Μέγας Ιεροεξεταστής βγάζει έναν πύρινο λόγο εναντίον του κρατούμενου που ήρθε να ισοπεδώσει το οικοδόμημα τους και αποφασίζει να “σταυρώσει” για ακόμα μια φόρα αυτόν που δηλώνει πως υπηρετεί.


«Είσαι Εσύ; Εσύ;… Σώπα, μην αποκρίνεσαι. Τι θα μπορούσες, άλλωστε, να πεις; Το τι θα πεις περίφημα το ξέρω. Δε δικαιούσαι όμως να προσθέσεις το παραμικρό στα όσα είπες κάποτε. Γιατί λοιπόν ήρθες να χαλάσεις την ησυχία μας; Γιατί για να χαλάσεις την ησυχία μας ήρθες, και τούτο το γνωρίζεις. Ξέρεις όμως τι έχει να γίνει αύριο; Δεν ξέρω ποιος είσαι ούτε και θέλω να μάθω. Είτε είσαι Εκείνος είτε κάποιος που του μοιάζει απλώς, εγώ αύριο θα σε καταδικάσω και θα σε κάψω στην πυρά ως το δολιότερο των αιρετικών κι ο ίδιος ο λαός που σήμερα σου φιλούσε τα πόδια, αύριο κιόλας, μ’ ένα μου νεύμα, θα τρέχει να ρίξει στην πυρά Σου προσανάμματα, αυτό το ξέρεις; Ναι, ίσως να το ξέρεις.» «Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις με άδεια χέρια, φέρνοντας μονάχα κάποιαν επαγγελία ελευθερίας που αυτοί, μέσα στην κουταμάρα τους και την έμφυτη ατιμία τους, είναι ανίκανοι ακόμα και να τη σκεφτούν, που τη φοβούνται και τη τρέμουν, γιατί για τον άνθρωπο και την κοινωνία των ανθρώπων ποτέ τίποτα δε στάθηκε πιο αβάσταχτο από την ελευθερία! Βλέπεις όμως τούτες τις πέτρες μέσα στη γυμνή, φλογισμένη έρημο; Εάν τις μετατρέψεις σε ψωμί, θα τρέξει πίσω σου η ανθρωπότητα ωσάν κοπάδι ευγνώμον και πειθήνιο, το οποίο όμως θα τρέμει αιώνια μην τύχει και τραβήξεις το χέρι σου και του λείψει το ψωμί σου. Εσύ όμως δεν ήθελες να στερήσεις από τον άνθρωπο την ελευθερία του και απέκρουσες την πρόταση, γιατί τι είδους ελευθερία είναι αυτή συλλογίστηκες, αν η υπακοή ξεπληρώνεται με ψωμί;» «Καμιά επιστήμη δεν θα τους προσφέρει τον άρτο ενόσω παραμένουν ελεύθεροι, αλλά η κατάληξη θα είναι να φέρουν την ελευθερία τους και να την αποθέσουν στα πόδια μας και να μας πουν: “Κάλλιο να μας σκλαβώσετε, αλλά ταΐστε μας”. Και τελικά θα καταλάβουν και οι ίδιοι πως είναι αδιανόητο να υπάρξει για τον καθένα και η ελευθερία και ο επίγειος άρτος, γιατί ουδέποτε θα μάθουν να τα μοιράζονται αυτά μεταξύ τους! Θα πεισθούν επίσης ότι ουδέποτε θα απελευθερωθούν, γιατί είναι αδύναμοι, ακόλαστοι, τιποτένιοι και αντάρτες!» «Διορθώσαμε το έργο Σου και το βασίσαμε στο θαύμα, στο μυστήριο και στην αυθεντία. Και χάρηκαν οι άνθρωποι, διότι πάλι σαν κοπάδι τους οδηγούν, και απαλλάχθηκαν επιτέλους οι καρδιές τους από το δώρο τούτο το φοβερό που τόσα βάσανα τους είχε φέρει. Λέγε πράξαμε σωστά, ήταν σωστά αυτά που πράξαμε και τους διδάξαμε; Μην εμείς δεν αγαπήσαμε την ανθρωπότητα, αφού με τόση ταπεινοφροσύνη παραδεχθήκαμε την αδυναμία της, από αγάπη γι’ αυτήν αλαφρύναμε το φορτίο της, επιτρέψαμε στην αδύναμη φύση της ως και την αμαρτία, αρκεί αυτή να γίνεται με την αδεία μας; Γιατί λοιπόν έρχεσαι τώρα να μας χαλάσεις την ησυχία μας;» «Σ’ το ξαναλέω, αύριο κιόλας θα δεις το πειθήνιο τούτο κοπάδι να σπεύδει στο πρώτο μου νεύμα να ρίξει αναμμένα κάρβουνα στην πυρά όπου θα Σε κάψω, και τούτο γιατί ήρθες να μας χαλάσεις την ησυχία μας. Γιατί, αν υπάρχει κάποιος που να αξίζει πιότερο απ’ όλους την πυρά μας, αυτός είσαι Εσύ. Αύριο θα Σε κάψω. Dixi (είπα).»



   



ΠΗΓΕΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ / DOSTOYEVSKY FYODOR

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ - Εκδόσεις Κέδρος
www.kedros.gr ›
Θέατρο › 978-960-04-3261-9

Οι δαιμονισμένοι - Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών

"Οι αδερφοί Καραμάζοφ" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ...

frapress.gr › Πολιτισμός › Βιβλιοθήκη




==========================================================

Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου











Η 2α Απριλίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Το 1966 η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίου αποφάσισε να είναι η ημερομηνία που θα γιορτάζει το παιδικό βιβλίο η ημέρα που γεννήθηκε ο πιο γνωστός και αγαπημένος παραμυθάς όλου του κόσμου ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου έχει σκοπό να τονίσει την αξία και τη σημασία του βιβλίου μέσα στο χρόνο τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες. Στόχος όλων όσων ασχολούνται με την προώθηση του παιδικού βιβλίου και της φιλαναγνωσίας είναι η προώθηση του βιβλίου και η ένταξη του στην καθημερινότητα μας καθώς αυτό αποτελεί ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο και μέσο για να ταξιδεύει ο νους και η ψυχή.

Σε μια εποχή που οι αξίες αλλοιώνονται και νέες εξελίξεις προοιωνίζονται αλλαγές, το βιβλίο τρέφει το νου και την ψυχή και αποτελεί βάλσαμο στην έντονη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, κρατώντας του συντροφιά ως πιστός φίλος, ίσως ο μόνος από τον οποίο δεν κινδυνεύει να προδοθεί.

Η αφίσα και το μήνυμα για το 2015

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, Έτσι κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μια αφίσα, που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, και να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της παιδικής λογοτεχνίας.

Το 2015 υπεύθυνο για το υλικό του εορτασμού είναι το Τμήμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το μήνυμα το έγραψε η Marwa Obald Rashid Al Aqroubi, συγγραφέας παιδικών βιβλίων και Πρόεδρος του Τμήματος των ΗΑΕ της IBBY, με εξαιρετική δραστηριότητα στην εκτέλεση προγραμμάτων για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, τόσο στη χώρα της όσο και στο εξωτερικό, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι πολεμικές συγκρούσεις ή οι φυσικές καταστροφές έχουν δημιουργήσει τραγικές καταστάσεις για τα παιδιά με σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή τους.

Την αφίσα φιλοτέχνησε η Nasim Abaeian. Γεννήθηκε στο Ισπαχάν του Ιράν και πέρασε την παιδική της ηλικία στη Γένοβα της Ιταλίας. Σπούδασε καλές τέχνες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στις ΗΠΑ και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Zayed, ενώ παράλληλα εικονογραφεί παιδικά βιβλία.

Many Cultures One Story
Πολλοί πολιτισμοί – μία ιστορία

Με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου 2015, σχολεία, βιβλιοθήκες, φορείς και σύλλογοι που σχετίζονται με το βιβλίο και ειδικά με το παιδικό βιβλίο διοργανώνουν εκδηλώσεις, εργαστήρια, δρώμενα ειδικά για παιδιά, επισκέψεις και συναντήσεις με συγγραφείς παιδικών βιβλίων, κ.ά. Με την ευκαιρία της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας, μπορούν να ασχοληθούν όλοι όσοι θέλουν να ευαισθητοποιήσουν τα μικρά παιδιά γύρω από το παιδικό βιβλίο.

Σε όλες τις χώρες τα παιδιά, οι συγγραφείς, οι εικονογράφοι, οι μεταφραστές, οι βιβλιοθηκάριοι, οι εκδότες και οι εκπαιδευτικοί γιορτάζουν την παγκόσμια αυτή ημέρα με διάφορες εκδηλώσεις σε σχολεία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, πλατείες και άλλους χώρους, δείχνοντας έτσι την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για τα βιβλία και το διάβασμα.


ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ (ΙΒΒΥ)
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 2.4.2015

Πολλοί πολιτισμοί – μια ιστορία

Marwa Al Aqroubi (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα)

«Μιλάμε πολλές γλώσσες κι έχουμε ρίζες διαφορετικές
Μοιραζόμαστε όμως τις ίδιες ιστορίες»
Παγκόσμιες ιστορίες... Λαϊκά παραμύθια
Είναι η ίδια ιστορία που μας έχουν πει
Με διαφορετικές φωνές
Με διαφορετικά χρώματα
Δεν αλλάζει όμως ποτέ
Αρχή...
Πλοκή...
Και τέλος...
Είναι η ίδια ιστορία που ξέρουμε όλοι και την αγαπάμε
Την ακούσαμε όλοι
Σε διαφορετικές εκδοχές, με διαφορετικές φωνές
Αλλά είναι πάντα η ίδια
Υπάρχει ένας ήρωας... μια πριγκίπισσα... ένας κακός
Δεν έχει σημασία η γλώσσα
Τα ονόματα
Ή τα πρόσωπα
Είναι πάντα η ίδια
Αρχή
Πλοκή
Και τέλος
Πάντα εκείνος ο ήρωας, εκείνη η πριγκίπισσα, εκείνος ο κακός
Αναλλοίωτοι από αιώνες
Μας κρατούν συντροφιά
Μας ψιθυρίζουν στα όνειρά μας
Μας νανουρίζουν το βράδυ
Οι φωνές τους έχουν σβήσει από καιρό
Αλλά ζουν για πάντα στην καρδιά μας
Γιατί μας φέρνουν κοντά σε μια χώρα μυστηρίου και φαντασίας
Κι έτσι οι διάφοροι πολιτισμοί ενώνονται όλοι σε
Μια ιστορία


Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου


ΠΗΓΗ :

Παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου 2015
Τα Μετέωρα -



  =========================================================


Aνακοινώθηκαν τα γαλλικά βραβεία Γκονκούρ και Ρενοντό 2014


Απονεμήθηκαν στην Λιντί Σαλβέρ και τον Νταβίντ Φενκινός


Aνακοινώθηκαν τα γαλλικά βραβεία Γκονκούρ και Ρενοντό 2014
Ο Νταβίντ Φενκινός και η Λιντί Σαλβέρ

Απονεμήθηκαν σήμερα στη Γαλλία τα βραβεία Γκονκούρ και Ρενοντό για το έτος 2014. Η εφετινή (μυθιστορηματική) παραγωγή ήταν ιδιαιτέρως πλούσια και πολλοί ήταν οι συγγραφείς που εμπνεύστηκαν από την Ιστορία και πραγματικά πρόσωπα.


Το βραβείο Γκονκούρ απέσπασε η 66χρονη συγγραφέας Λιντί Σαλβέρ για το μυθιστόρημά της «Pas Pleurer» (εκδόσεις Seuil) που εστιάζει στον Ζορζ Μπερνανός(1888 - 1948) και τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο.






Ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας, αν και φιλομοναρχικός στην αρχή, έγραψε το 1938 τα «Μεγάλα νεκροταφεία κάτω από το φεγγάρι» (Les Grands Cimetières sous la Lune) 1938) για να καταδικάσει τις ωμότητες των φασιστών του Φράνκο.


Το βραβείο Ρενοντό απέσπασε ο 40χρονος Νταβίντ Φενκινός για το μυθιστόρημά του «Charlotte» (εκδόσεις Gallimard).


Ο συγγραφέας αναπλάθει τη σύντομη αλλά τραγική ζωή της γερμανοεβραίας καλλιτέχνιδος Σαρλότ Σαλομόν που δολοφονήθηκε σε ηλικία 26 ετών στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς ενώ εγκυμονούσε.

Και οι δύο συγγραφείς έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Τα βιβλία της Λιντί Σαλβέρ: «Η δύναμη της μύγας» (Καστανιώτης, 1997), «Η συντροφιά των φαντασμάτων» (Καστανιώτης, 1999) και οι «Όμορφες νύχτες» (Μεταίχμιο,2001).

Τα βιβλία του Νταβίντ Φενκινός: «Το ερωτικό δυναμικό της γυναίκας μου» (Κασταλία, 2006), «Αυτόνομες καρδιές» (Κασταλία, 2009) και «Η έκπληξη» (Ελληνικά Γράμματα, 2010).

ΠΗΓΗ




Βραβείο Γκονκούρ

Το βραβείο Γκονκούρ (στα γαλλικά Prix Goncourt ) είναι ένα από τα σημαντικότερα βραβεία της γαλλικής λογοτεχνίας. Απονέμεται κάθε χρόνο στις αρχές Νοεμβρίου στο συγγραφέα του "καλύτερου πεζού έργου μυθοπλασίας της χρονιάς".

Η ιστορία του ξεκίνησε με το κληροδότημα του Εντμόν ντε Γκονκούρ, επιτυχημένου συγγραφέα, κριτικού και εκδότη, ο οποίος ίδρυσε τη φερώνυμη Ακαδημία (Académie Goncourt). Το βραβείο έλαβε την ονομασία του από το όνομα του αδερφού του και συνεργάτη, Ζυλ ντε Γκονκούρ (1830-1870). Η πρώτη απονομή του εν λόγω βραβείου έγινε από την Ακαδημία στις 21 Δεκεμβρίου 1903. Το χρηματικό ποσό που συνοδεύει τη βράβευση, αρχικά ανερχόταν σε πενήντα (50) γαλλικά φράγκα, ποσό του οποίου η αξία υποτιμήθηκε σταδιακά και κατέληξε σήμερα στο συμβολικό ύψος των 10 ευρώ.

Το βραβείο Γκονκούρ απευθύνεται βασικά σε μυθιστορήματα, παράλληλα όμως απονέμονται και άλλα ομώνυμα βραβεία για άλλα λογοτεχνικά είδη καθώς και πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, τα οποία παλαιότερα δίδονταν ως υποτροφία.

Βραβείο Ποίησης το οποίο απονέμεται σε έναν ποιητή για το σύνολο του έργου του στην αρχή κάθε χρόνου στο Παρίσι (στο εστιατόριο Ντρουάν, που φιλοξενεί κάθε πρώτη Τρίτη του μήνα τη συνάντηση των κριτών).

Βραβείο Μυθιστορήματος πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (μέσα στην άνοιξη στο Παρίσι).

Βραβείο Νουβέλας (Σεπτέμβριο στο Στρασβούργο).

Βραβείο Βιογραφίας (Σεπτέμβριο στο Νανσύ).

Από το 1988 έχει θεσμοθετηθεί το βραβείο Γκονκούρ για μαθητές λυκείου, αρχικά σε τοπικό επίπεδο (Βρετάνη) και μεταγενέστερα σε εθνικό επίπεδο από γνωστή αλυσίδα βιβλιοπωλείων, το Υπουργείο Παιδείας της Γαλλίας σε συνεργασία με την ακαδημία Γκονκούρ.

Νικητές του βραβείου

1903 - Τζον Αντουάν Νο, Force ennemie
1904 - Λεόν Φραπιέ, La Maternelle
1905 - Κλοντ Φαρέρ, Les Civilisés
1906 - Ζερόμ και Ζαν Ταρό, Dingley, l'illustre écrivain
1907 - E. Μοζελί, Terres lorraines
1908 - Φρανσίς ντε Μιομάντρ, Écrit sur de l'eau...
1909 - Μαριούς και Αρί Λεμπλόντ, En France
1910 - Λουί Περγκό, De Goupil à Margot
1911 - Αλφόνς ντε Σατομπριάν, Monsieur des Lourdines
1912 - Αντρέ Σαβινιόν, Les Filles de la pluie
1913 - Μαρκ Ελντέρ, Le peuple de la mer
1914 - Αντριάν Μπερτράν, l'Appel du Sol
1915 - Ρενέ Μπενζαμέν, Gaspard
1916 - Ανρί Μπαρμπίς, le Feu
1917 - Ανρί Μαλέρμπ, La Flamme au poing.
1918 - Ζωρζ Ντιαμέλ, Civilisation.
1919 - Μαρσέλ Προυστ, A l'ombre des jeunes filles en fleur (τόμος 2 από - το "Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο" - À la recherche du temps perdu,)
1920 - Ερνέστ Περοσόν, Nêne
1921 - Ρενέ Μαράν, Batouala
1922 - Ανρί Μπερό, Le vitriol de la lune και Le martyre de l'obèse
1923 - ΛΦαμπρ, Rabevel ou Le mal des ardents
1924 - Τιερί Σαντρ, Le Chèvrefeuille, le Purgatoire, le Chapitre XIII
1925 - Μορίς Ζενεβουά, Raboliot
1926 - ΑΝτεμπερλί, Le supplice de Phèdre
1927 - Μορίς Μπεντέλ, Jérôme 60° latitude nord
1928 - Μορίς Κονσταντέν Βεγιέρ, Un Homme se penche sur son passé
1929 - Μαρσέλ Αρλάν, L'Ordre
1930 - ΑΦοκονιέ, Malaisie
1931 - Ζαν Φαγιάρ, Mal d'amour
1932 - Γκι Μαζελέν, Les Loups
1933 - Αντρέ Μαλρό, La Condition humaine
1934 - Ροζέ Βερσέλ, Capitaine Conan
1935 - Ζοζέφ Πέιρ, Sang et Lumières
1936 - Μαξάνς βαν ντερ Μέερς, L'Empreinte de Dieu
1937 - Σαρλ Πλινιέ, Faux Passeports
1938 - Ανρί Τρουαγιά, L'Araignée
1939 - Φιλίπ Εριά, Les enfants gâtés
1940 - Φρανσίς Αρμπιέρ, Les grandes vacances
1941 - Ανρί Πουρά, Le vent de mars
1942 - Μπερνάρ Μαρκ, Pareil à des enfants
1943 - Μαριούς Γκρουτ, Passage de l'Homme
1944 - Έλσα Τριολέ, Le premier accroc coûte 200 Francs
1945 - Ζαν-Λουί Μπορί, Mon village à l'heure allemande
1946 - Ζαν-Ζακ Γκοτιέ, Histoire d'un Fait divers
1947 - Ζαν-Λουί Κερτίς, Les Forêts de la Nuit
1948 - Μορίς Ντριόν, Les grandes familles
1949 - Ρομπέρ Μερλ, Week-end à Zuydcoote
1950 - Πολ Κολέν, Les jeux sauvages
1951 - Ζυλιέν Γκρακ, Le Rivage des Syrtes (αρνήθηκε το βραβείο )
1952 - Μπεατρίς Μπεκ, Léon Morin, prêtre
1953 - Πιερ Γασκάρ, Les Bêtes
1954 - Σιμόν ντε Μποβουάρ, Les Mandarins
1955 - Ροζέ Ικόρ, Les eaux mêlées
1956 - Ρομέν Γκαρί, Les racines du ciel
1957 - Ροζέ Βαγιάν, La Loi
1958 - Φρανσίς Βαλντέρ, Saint Germain ou la Négociation
1959 - Αντρέ Σβαρτς-Μπαρτ, Le dernier des Justes
1960 - Βίντιλα Οριά, Dieu est né en exil
1961 - Ζαν Κο, La pitié de Dieu
1962 - Άννα Λανγκφούς, Les bagages de sable
1963 - Αρμάν Λανού, Quand la mer se retire
1964 - Ζωρζ Κονσόν, L'Etat sauvage
1965 - Ζακ Μπορέλ, L'Adoration
1966 - Εντμόν Σαρλ-Ρου, Oublier Palerme
1967 - Αντρέ Πιέιρ ντε Μαντιάργκ, La Marge
1968 - Μπερνάρ Κλαβέλ, Les fruits de l'hiver
1969 - Φελισιάν Μαρσό, Creezy
1970 - Μισέλ Τουρνιέ, Le Roi des Aulnes
1971 - Ζακ Λοράν, Les Bêtises
1972 - Ζαν Καριέρ, L'Epervier de Maheux
1973 - Ζακ Σεσέ, L'Ogre
1974 - Πασκάλ Λενέ, La Dentellière
1975 - Εμίλ Αζάρ (Ρομέν Γκαρί), La vie devant soi
1976 - Πατρίκ Γκρενβίγ, Les Flamboyants
1977 - Ντιντιέ Ντεκουάν, John l'enfer
1978 - Πατρίκ Μοντιανό, Rue des boutiques obscures
1979 - Αντονέν Μεγιέτ, Pélagie la Charette
1980 - Ιβ Ναβάρ, Le Jardin d'acclimatation
1981 - Λισιέν Μποντάρ, Anne Marie
1982 - Ντομινίκ Φερνάντες, dans la main de l'Ange
1983 - Φρεντερίκ Τριστάν, Les égarés
1984 - Μαργκερίτ Ντιράς, L'Amant
1985 - Γιαν Κεφελέκ, Les Noces barbares
1986 - Μισέλ Οστ, Valet de nuit
1987 - Ταχάρ μπεν Ζελούν, La Nuit sacrée
1988 - Ερίκ ΟρσενάΑποικίες (L'Exposition coloniale)
1989 - Ζαν Βοτρέν, Un grand pas vers le Bon Dieu
1990 - Ζαν Ρουό, Les Champs d'honneur
1991 - Πιέρ Κομπεσκό, Les Filles du Calvaire
1992 - Πατρίκ Σαμουαζό, Texaco
1993 - Αμίν Μααλούφ, Le Rocher de Tanios
1994 - Ντιντιέ βαν Κοβελέρτ, Un Aller simple
1995 - Αντρέι Μακίνε, Le Testament français
1996 - Πασκάλ Ροζέ, Le Chasseur Zéro
1997 - Πατρίκ Ραμπό, La Bataille
1998 - Πολ Κονστάν, Confidence pour confidence
1999 - Ζαν Εσενόζ, Je m'en vais
2000 - Ζαν-Ζακ Σιλ, Ingrid Caven
2001 - Ζαν-Κριστόφ Ρουφέν, Rouge Brésil
2002 - Πασκάλ Κινιάρ, Les Ombres errantes
2003 - Ζακ-Πιερ Αμέτ, La maîtresse de Brecht
2004 - Λοράν Γκοντέ, Le Soleil des Scorta
2005 – Φρανσουά Βεγιεργκάν, Trois jours chez ma mère
2006 - Τζόναθαν Λίτελ, Les Bienveillantes
2007 - Ζιλ Λερουά, Το τραγούδι της Αλαμπάμας (Alabama song)
2008 - Ατίκ Ραχιμί , Πέτρα της υπομονής
2009 - Μαρί Εντιάγι, Τρεις ισχυρές γυναίκες
2010 - Μισέλ Ουελμπέκ , Ο Χάρτης και το Έδαφος (La carte et la territoire)
2011 - Αλεξίς Ζενί, Η γαλλική τέχνη του πολέμου (L'Art français de la guerre)
2012 - Ζερόμ Φεραρί, Το κήρυγμα για την πτώση της Ρώμης (Le sermon sur la chute de Rome)
2013 - Πιέρ Λεμέτρ, Au revoir là-haut

ΠΗΓΗ




     ======================================


                ΤΟ ΑΡΩΜΑ




      

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ένα τρομακτικό παραμύθι; Ένα φιλοσοφικό θρίλερ; Μια ερωτική φαντασία; Για τον Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, τον σκοτεινό ήρωα, μαθαίνουμε μόνο πως γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1738 στο Παρίσι, ανάμεσα στα σκουπίδια της αγοράς με δυο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτός που τρομάζει τους πάντες με την παντελή έλλειψη κάθε μυρωδιάς έχει την πιο ευαίσθητη μύτη του κόσμου. Καταγράφει στην ατελείωτη τράπεζα της μνήμης του όλες τις μυρωδιές που συναντά στο δρόμο του, και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορεί να ανακαλέσει κάθε στιγμή εκείνη που θα διαλέξει. Η μακριά πορεία του στο βασίλειο των οσμών θα τον οδηγήσει από το εργαστήριο του αρωματοποιού στη θέση του ημίθεου που παρασύρει τα πλήθη με μοναδικό όπλο το ύψιστο και συγκλονιστικότερο άρωμα που υπάρχει. Αυτό της ανθρώπινης ύπαρξης.


ΤΟ ΑΡΩΜΑ - ΠΑΤΡΙΚ ΖΙΣΚΙΝΤ - Εκδόσεις Ψυχογιός

ΠΗΓΗ



                      ==================================================



Η μητέρα του σκύλου

Η μητέρα του σκύλου

  

www.psichogios.gr/site/Books/show/22/to-arwma

Παύλος Μάτεσις

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008


Μια γυναίκα τιμωρήθηκε. Το αποδέχεται. Και μετατρέπει μόνη της την τιμωρία σε ισόβια: την "ακινησία". Μια γυναίκα-"στάσις". Και γύρω της η βουή και τα πάθη, να τα ριπίζει η τρέλα μεταμφιεσμένη σε αμέριμνο πουλί. Η κόρη της, ως επανάσταση για την τιμωρία, μεταμφιέζει με ψευδώνυμο την πόλη που αδίκησε τη μητέρα της, επιθέτει ψευδώνυμο και στον εαυτό της, βαφτίζεται "Ραραού" και καταφεύγουν πρόσφυγες στην πρωτεύουσα. Θύμα, και όχι ηρωίδα του βιβλίου αυτού, η Ραραού εγκαθίσταται στο Μελόδραμα και στο Κωμικό. Την ανάγκασαν να πιστέψει ότι δεν της επιτρέπεται να είναι τραγική, τα πάθη της δεν ανέρχονται σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας. Τελικά, όμως, η Τραγωδία, έστω και με σπασμένη κόθορνο, την επισκέπτεται και τη μυρώνει. Γύρω στις δύο γυναίκες, θολή στο βάθος μια χώρα αδέσποτη. Και πρόσωπα πολλά, που πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως πρόσχημα για να γίνουν βιβλία τα δικά τους πάθη. Κατά τη διαδρομή του βιβλίου, οι λοιποί κάτοικοί του βαθμιαία ευτυχούν και εγκαταλείπουν ησυχασμένοι και το βιβλίο και τη Ραραού. Η χώρα παραμένει θολή και ακίνητη στο περιθώριο του βιβλίου. Το οποίο βιβλίο δεν αντέχει να παρακολουθήσει τη Ραραού ως το τέλος της: λιποταχτεί, την εγκαταλείπει να συνεχίσει μόνη της. Τελικώς, λάθος μου που την αποκάλεσα θύμα. Αφού άλλωστε μόνη της δηλώνει ευτυχής και επιτυχημένη. Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.

Π. Μ.

"Στη "Μητέρα του σκύλου", όπως ο Φώκνερ στη "Βουή και το πάθος", ο Μάτεσις δίνει το λόγο στους πτωχούς τω πνεύματι... έργο εξαιρετικά δυνατό..."

(L. Farnoux, "Le Monde")

""Η μητέρα του σκύλου"... η ζωή εκρήγνυται σαν βόμβα... άπειρες είναι οι σκηνές που θα θυμόμαστε..."

(C. Segre, "Corriere Della Sera")

ΠΗΓΗ

.:BiblioNet : Η μητέρα του σκύλου / Μάτεσις, Παύλος, 1933 ...



                      ==========================================


Έρως, θέρος, πόλεμος: μυθιστόρημα

Μυθιστόρημα, Ευγενία Φακίνου



Ημερομηνία δημοσίευσης: 2003



          


Περίληψη

Σύμη 1919.

Η εποχή των θαυμάτων για το νησί. Ο ηλεκτρισμός, το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος αλλά και η σκληρή Ιταλική Κατοχή. Η Μαρία ζει μια «αρχαία» ζωή στα ορεινά του νησιού. Στα δώδεκά της φεύγει μόνη για τη Γη της Επαγγελίας, την Αίγυπτο.
Αλεξάνδρεια 1938.
Ο πόλεμος προ των πυλών. Ως νοσοκόμα πια, θα γνωρίσει την αγριότητα των χειρουργείων της ερήμου, τους βομβαρδισμούς αλλά και το πάθος για ζωή της νεολαίας.

Αθήνα 1945.


Το Άγνωστο. Θα ξεκινήσει πάλι απ' την αρχή, μέσα στις δύσκολες συνθήκες, μ' ένα παιδί και μια αφόρητη μοναξιά. Η Μαρία δε διαμόρφωσε την Ιστορία. Δεν όρισε καμία της στιγμή. Υπήρξε μόνο μία κουκκίδα στα ιστορικά γεγονότα, όπως τόσοι άλλοι της γενιάς της. Ατομική και συλλογική μνήμη και ποτέ νοσταλγία. Η μνήμη μάς βοηθά να διαμορφώσουμε την ταυτότητά μας κι όχι να την αρνηθούμε. Να συμφιλιωθούμε με τις «σκοτεινές» στιγμές που έρχονται στην επιφάνεια. Να συγχωρέσουμε και να υπερβούμε τον πόνο που προκαλεί η ανάμνηση.

ΠΗΓΗ

«Έρως, Θέρος, Πόλεμος» | Εκδόσεις Καστανιώτη



                             ===================================

Μένης ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ, Η Φανέλα με το εννιά, 1986

9


Οι οικονομικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει αυτό τον καιρό η Ελλάδα έχουν φυσικά επιπτώσεις στον τομέα του πολιτισμού. Παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες, οι δυνατότητες χρηματοδότησης από δημόσιους φορείς για την έκδοση βιβλίων γίνονται όλο και πιο περιορισμένες.
Θα θέλαμε εδώ να θυμίσουμε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς, διεθνούς φήμης. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για την περίπτωση του Μένη Κουμανταρέα.

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και την εγκατέλειψε σπάνια. Είναι επίσης γνωστός μεταφραστής. Ανήκει στους πεζογράφους της λεγομένης « Δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς »που άρχισαν να γράφουν στη δεκαετία του’60.
Η φανέλα με το εννιά είναι το δέκατο βιβλίο του και είχε πολλές εκδόσεις. Αυτό το βιβλίο είναι χωρισμένο σε έξι κεφάλαια που ακολουθούν τη χρονολογική σειρά της ιστορίας.

Ο κεντρικς ήρωας, ο Βασίλης Σερέτης, λεγόμενος « Μπιλ » είναι αριστοτεχνικός ποδοσφαιριστής. Θα μπορούσε να συμμετχει στην αθλητική αφρόκρεμα αν είχε άλλο χαρακτήρα. Ονειρευόταν να γνωρίσει δόξα και χειροκροτήματα από τις κερκδες των γηπέδων. Αλλά εξαιτίας της μεγάλης αυτοπεποίηθησης του και της υπεροψίας του, τα έκανε όλα μούσκεμα.

Ο νεαρός μεγάλωσε μέσα σε μια φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του πέθανε από ένα εργατικό ατύχημα και εκείνος στερήθηκε μια αντρική και θετική παρουσα.
Η μητέρα του προτιμούσε το μεγαλύτερο γιο της, που σπούδασε δραματική τέχνη και, σε αντίθεση με το Βασίλη, πέτυχε και έγινε καλός ηθοποιός. Οι δύο αδελφοί διέφεραν πολύ, ακόμη και σωματικά : ο ένας, ο Μπιλ με μαύρα μαλλιά και με μάτια που πετούσαν σπίθες και ο άλλος, ξανθός με μάτια έτοιμα να δακρύσουν, όπως το έλεγε η ίδια η μητέρα.

         Ο εξωτερικός αφηγητής – που μιλάει στο τρίτο πρόσωπο –  παρακολουθεί τη διαδρομή του παίκτη από τη στιγμή που άφησε την Αθήνα με την ελπίδα να παίξει σε μια μεγάλη ομάδα μέχρι την επιστροφή του στην Αθήνα χώρις να πετύχει.
Σε κάθε ομάδα που έπαιξε, έφερε δυσκολίες σε κάποιον. Στη Θεσσαλονίκη πληρώθηκε απ ένα Ροδίτη παράγοντα για να χάσει η δική του ομάδα. Αυτή η προδοσία ήταν η αρχή της κατάβασης του Μπιλ στην κόλαση.

         Στη Θεσσαλονίκη ένας φίλος του, ο Σπύρος, τον ανάγκασε σχεδόν με τη βία να παντρευτεί την αδελφή του, τη Δώρα, αλλά ο Μπιλ την εγκατέλειψε γρήγορα.
Μόνη η Κικ θα μείνει παρούσα στο πλευρό του μέχρι το τέλος, ακόμα και αν ξέρει καλά οτι ο Μπιλ δεν την αγαπούσε πραγματικά.

         Συμπάθησα δύσκολα το Μπιλ γιατί είναι υπερβολικά αλαζονικός και ασεβής και επίσης γιατί μιλει χυδαία.

         Μόνο κατά τη διάρκεια των εσωτερικών μονολόγων έγινε πιο ανθρώπινος. Τότε νοσταλγεί την παιδική ηλικία του, όταν έπαιζε χωρίς δεύτερη σκέψη ή θυμάται τα τοπία αυτής της περιόδου και οι αλλαγές που βλέπει δεν του αρέσουν.
         Κάθε φορά που είναι θλιμμένος, τα τοπία αμαυρώνουν: είτε ο ουρανός γεμίζει σύννεφα είτε αρχίζει να βρέχει.

Αυτά τα αποσπάσματα από το βιβλίο, με λυρισμό και μεγάλη ευαισθησία, είναι πάρα πολύ ωραία.

          Οι τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, οι πιο επιτυχημένες.

         Χρόνια αργότερα, ένας αθλητικός δημοσιογράφος, με αφορμή κάποιο νέο άστρο που αντειλε στα γήπεδα, ερεύνησε παλιούς γνωστούς παίχτες και ξανήβρηκε το Μπιλ. Αυτός διαβάζει τη συνέντευξη στην εφημερίδα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.
         Ο αφηγητής δε δίνει κανένα όνομα και πρέπει ο αναγνώστης να ξαναγνωρίσει τα πρόσωπα από την περιγραφή λεπτομερειν και από τα λόγια τους.

         Τρεις προπονητές δίνουν τη γνώμη τους σε σχέση με τον παίχτη και συμφωνούν ότι ήταν δύσκολο παιδί, απείθαρχο, που όταν ήθελε κάτι, το ήθελε αμέσως. Οι τρεις άντρες επιβεβαιώνουν το ταλέντο του και λένε πως το σπατηλήσε εξαιτίας της υπερβολικής σιγουρις του.
Τελικά ένας βετεράνος, δηλαδή ο Γαλαντής, αυτός ο μόνος που ο Μπιλ θαύμαζε, αρνιέται να πει κάτι εναντίον του, από σεβασμό όχι στο ποδόσφαιρο, αλλά στον άνθρωπο.
Αλλά όταν αφηγείται πώς ο Μπιλ είχε μεταμορφωθεί τη μία φορά που κατάφερε να τον πάει σ’έναν αγώνα, ο Μπιλ πέταξε την εφημερίδα και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, κατάλαβε πως ο Βασίλης Σερέτης, ο παλιός παίχτης, είχε περάσει στην ανωνυμία.
*
Υπάρχει μια ταινία από αυτό το βιβλίο με το ίδιο τίτλο. Είναι έργο που έκανε ο Παντελής Βούλγαρης το 1988. Ο Βούλγαρης είναι Έλληνας σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Η πλοκή παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση του Βασιλή Σερέτη, παράλληλα με τις ερωτικές περιπέτειες και τα μαθήματα ζωής που παίρνει από αυτήν την πορεία.

Η ταινία έλαβε θετικές γνώμες.

Francine Vermeulen
Mai 2013

  
ΠΗΓΗ



                                    ================================


Του φιδιού το γάλα

by Giannis Xanthoulis, Γιάννης Ξανθούλης

Θέμα του βιβλίου είναι η μνήμη· η μνήμη που χάνεται, που αμβλύνεται - κι όχι απαραίτητα με το μοδάτο "εύσημο" της νόσου Αλτσχάιμερ. Και δεν μιλώ για το βασικό άλλοθι της "επιλεκτικής μνήμης, αλλά για δραστικά κομμάτια ζωής που συχνά τα βλέπουμε να ξεθωριάζουν μαζί με όλη την "ηχητική μπάντα" και, κυρίως, την αισθηματική βαρύτητα. Κομμάτια που, από μόνα τους, μπορεί και να 'ναι ό,τι πιο σπουδαίο μάς συνέβη.


"Του φιδιού το γάλα" θα το χαρακτήριζα μυθιστόρημα θρίλερ, με βασικό "σίριαλ-κίλερ" τα πληγωμένα μας αισθήματα, τα τραύματα της απόρριψης, αλλά και τη γοητεία της αυτοκαταστροφής, που ελλοχεύει μέσα μας, περιμένοντας την ανάλογη "καλή" στιγμή για να εκδηλωθεί. Οι ήρωές μου είναι μεθυσμένοι από την απαξία για την "ευτυχία του κοινότοπου", κάτι που τους καθιστά ξεχωριστούς αλλά και ευάλωτους.

Του φιδιού το γάλα


 ΠΗΓΗ                                             

Γ. Ξ.
Του φιδιού το γάλα - Goodreads


                           ======================================


Τα ερωτικά - Γιάννης Ρίτσος



                       
Τα ερωτικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου


Τα ερωτικά / Γιάννης Ρίτσος ; εικ. Διονύσης Βαλάσης. Αθήνα: Κέδρος, 1981[έχουν ακολουθήσει μέχρι το 2010, δώδεκα εκδόσεις].

Σε μια πολυτελή έκδοση με σκληρό εξώφυλλο και εικονογράφηση, κυκλοφόρησε το 1981 η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Τα ερωτικά».

Την εικονογράφηση και την επιμέλεια του βιβλίου είχε ο Διονύσης Βαλάσης.
Η εικονογράφηση του βιβλίου αποτελείται από μαυρόασπρα τμήματα γυμνών σωμάτων.

Τα ποιήματα χωρίζονται σε τρεις μεγάλες ενότητες με τους πιο κάτω τίτλους:

1.    Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον
2.    Γυμνό σώμα
3.    Σάρκινος λόγος

 Απόσπασμα από τη «Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον»:

Το σώμα σου στην αμμουδιά
η άμμος κολλημένη στη σάρκα σου
η άμμος στα χέρια μου
στη γλώσσα μου
να σε ανακαλύπτω
πίσω απ' το λεπτότατο εμπόδιο
κ' η άμμος να πέφτει απ' τα μαλλιά μας
να κατακάθεται στο βυθό της σιωπής
κ' εμείς
ωραίοι φρεσκολουσμένοι
απ' τα δικά μας νερά αναδυμένοι
στο φως και στο σώμα
τούτης της γης.

Απόσπασμα από το «Γυμνό σώμα»:

Επε:
ψηφίζω τ γαλάζιο.
γ τ κόκκινο.
Κι γώ.
Τ σμα σου ραο
Τ σμα σου πέραντο.
Χάθηκα στ πέραντο.
Διαστολ τς νύχτας.
Διαστολ το σώματος.
Συστολ τς ψυχς.
σο πομακρύνεσαι
Σ πλησιάζω.
να στρο
καψε τ σπίτι μου.
Ο νύχτες μ στενεύουν
στν πουσία σου.
Σ ναπνέω.
 γλσσα μου στ στόμα σου
 γλσσα σου στ στόμα μου-
σκοτειν δάσος.
Ο ξυλοκόποι χάθηκαν
κα τ πουλιά.
που βρίσκεσαι
πάρχω.
Τ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ φτί σου.
Τόσο μικρ κα τρυφερ
πς χωράει
λη τ μουσική;
δονή-
πέρα π᾿ τ γέννηση,
πέρα π᾿ τ θάνατο.
Τελικ κι αώνιο
παρόν.
γγίζω τ δάχτυλα
τν ποδιν σου.
Τί ναρίθμητος  κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πς πλάθεται κα καταρρέει
λος  κόσμος;
 γλσσα γγίζει
βαθύτερα π᾿ τ δάχτυλα.
νώνεται.
Τώρα
μ τ δική σου ναπνο
ρυθμίζεται τ βμα μου
κι  σφυγμός μου.
Δυ μνες πο δ σμίξαμε.
νας αἰῶνας
κι ννι δευτερόλεπτα.
Τί ν τ κάνω τ᾿ στρα
φο λείπεις;
Μ τ κόκκινο το αματος
εμαι.
Εμαι γι σένα.


Απόσπασμα από  το «Σάρκινος λόγος»:

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα, καλυμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών. Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα, αρθρώνονται απόρρητες λέξεις,
τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' την πράξη του έρωτα. Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ' τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά οινομαγειρεία, πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο, μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου. Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μια τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου. Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη. Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα. Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό. Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο. Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία. Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου. Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει γίνεται μια έγκυος αρκούδα η κουβέρτα. Κάτω απ' την κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ' το χρόνο κι απ' το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική, παγκόσμιαν ένωση. Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει. Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: κρύψου.

ΠΗΓΗ

Τα ερωτικά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου - Ανδρέας ...



                          =================================================

Μικρά Αγγλία



                                                                                                              

 Η ιστορία διαθέτει ναυτικό φυλλάδιο και ταξιδεύει επί μία εικοσαετία μεταφέροντας θαλασσοφαγωμένους άντρες και θαλασσοφαγωμένες γυναίκες στους μεγάλους ή ασήμαντους πλόες της ζωής, από τη Σουραμπάγια στα βυσσινοχώραφα της Άνδρου, από ένα ντοματοπίλαφο στο Μπουένος Άιρες κι από τις συμμαχικές νηοπομπές κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου στη Ρίβα και στο λευκό διώροφο των Σαλταφέρων με το τσιγκούνικο ταβάνι, που σαν απλωμένο τουλπάνι έσταζε τους ήχους του απάνω σπιτιού και μαζί τους ήχους του έρωτα στο πανομοιότυπο κάτω σπίτι, είκοσι τέσσερις λεπτές κυπαρισσοσανίδες που ρήμαξαν ζωές.
Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη, πάνω σε δική της σεναριακή διασκευή, με πρωταγωνιστές τους Πηνελόπη Τσιλίκα, Μάξιμο Μουμούρη, Ανδρέα Κωνσταντίνου, Βασίλη Βασιλάκη, Ανέζα Παπαδοπούλου και Χρήστο Καλαβρούζο (1η προβολή: Δεκέμβριος 2013).

ΠΗΓΗ

.:BiblioNet : Μικρά Αγγλία / Καρυστιάνη, Ιωάννα, 1952-


                               ===================================


Οι κόρες του νερού

Οι κόρες του νερού

           
Ελληνισμός της διασποράς, 1791-1913. Βραΐλα, Βιέννη, Κωνσταντινούπολη, Αμβέρσα. Με φόντο την πλούσια τοιχογραφία μιας εποχής χωρίς επιστροφή και με άξονα τις συνέπειες που έφεραν δύο μεγάλες οικολογικές καταστροφές στον ποταμό Δούναβη στη φύση και τη ζωή των ανθρώπων, τέσσερις Ελληνίδες, τέσσερις γενιές της ίδιας φαμίλιας, τέσσερις σπουδαίες γυναίκες μοιράζονται μέσα σε έναν ολόκληρο αιώνα το ίδιο κύτταρο και την ίδια απόγνωση. Αικατερίνη Χατζηγιάννη, η αρχόντισσα. Ναταλία Πατρικίου, η μάγισσα. Αντωνία Μανωλάτου, η προσαρμοστική. Φιλομήλα Λαπατά, η περήφανη. Στην Ευρώπη των πολιτισμικών αλλαγών του 19ου αιώνα και με ένα ελληνικό κράτος στα σπάργανα, κάθε ηρωίδα ζει τη δική της ιστορία με περιπέτειες, πάθη, μονομαχίες, έρωτες, δράματα και επίγνωση, με κοινό παρονομαστή πάντα την αναζήτηση του νοήματος της ζωής.



ΠΗΓΕΣ




                   =============================================


Βιοτεχνία υαλικών


Μένης Κουμανταρέας



          

« Η ιστορία της Μπέμπας και του Βλάση Ταντή, που διατηρούν ένα μαγαζί με γυαλικά. Εκείνη θεληματική κι ανήσυχη με τους άλλους άντρες. Εκείνος καταθλιπτικός κι αιώνια ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Τους πλαισιώνουν ο Βάσος και ο Σπύρος, δύο φίλοι κωμικοτραγικοί. Μια ιστορία χαμένων ιδεολογιών και ξοφλημένων ονείρων στη μεταπολεμική Ελλάδα. Βιβλίο-σταθμός στην πορεία του συγγραφέα. Μένει πάντα κλασικό στη συνείδηση των αναγνωστών.
»

ΠΗΓΗ





                 ===================================================


ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ( ΕΞΑΝΤΑΣ )


                                                                          
Επιτομή του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, έργο σταθμός στην ιστορία της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το Κόκκινο και το Μαύρο είναι η ιστορία του Ζυλιέν Σορέλ, ενός νεαρού ονειροπόλου από την επαρχία, που γεμάτος θαυμασμό για τα ιδεώδη του Ναπολέοντα θέτει στόχο του να ξεφύγει από τα δεσμά της φτωχής του καταγωγής και να κατακτήσει την καταξίωση και τον πλούτο στην παρακμιακή γαλλική κοινωνία της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων.

Ευφυής και φιλόδοξος, ιδεαλιστής και μέγας υποκριτής, φύση επαναστατική και στυγνός οπορτουνιστής, θα χτίσει τη θριαμβευτική του καριέρα εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τον κώδικα της κοινωνικής υποκρισίας ώστε από την ταπεινή επαρχιακή Βεριέρ να βρεθεί στα σαλόνια του Παρισιού, κατακτώντας την καρδιά της όμορφης και ευγενικής κυρίας ντε Ρενάλ, συζύγου του πρώτου εργοδότη του, και ύστερα της αριστοκρατικής και αλαζονικής Ματθίλδης. Όσο όμως μετεωρική είναι η άνοδός του τόσο απότομη και σκληρή θα είναι η πτώση του.

Ο άνεμος της Ιστορίας που πνέει στο έργο, η γοργή ροή της αφήγησης, η ψυχολογική εμβάθυνση στους εμβληματικούς χαρακτήρες, που πλάθονται σαν πρόσωπα με σάρκα και οστά, η σύνδεση τους ηρώων με τον κοινωνικό τους περίγυρο, η ζωντανή απεικόνιση ενός ολόκληρου κόσμου σε όλες τις πτυχές του, καθιστούν το Κόκκινο και το Μαύρο μια ανεπανάληπτη αναγνωστική εμπειρία αλλά και ένα μέσο μύηση στη μεγάλη τέχνη του μυθιστορήματος.

ΠΗΓΗ


.:BiblioNet : Το κόκκινο και το μαύρο / Stendhal, 1783-1842



               ============================================


Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ


Ο κόσμος στα μέτρα του

                                                                
Το 1982, ο Μάρκος Σιμώτας -ένας νεαρός μποέμ δικηγόρος, γιος εκτελεσθέντος ήρωα της Εθνικής Αντίστασης- τοποθετείται με απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου Κυβερνήτης στον Άγιο. Πηγαίνει στην αποικία με μοναδική του φιλοδοξία να περάσει τρία ξένοιαστα χρόνια. Ώσπου ερωτεύεται και ταυτίζει τη μοίρα του με τη μοίρα του νησιού. Τριάντα χρόνια αργότερα, ο γιος του ιχνηλατεί την πορεία του, προσπαθώντας να μπει στη θέση του και να διαλευκάνει το μυστήριο ενός χαμένου παιδιού.

"... Η ιστορία μου δεν είναι μια ερωτική ιστορία, ένα ρομάντζο με αποτρόπαια κατάληξη. Όπως δεν είναι και η ιλαροτραγωδία ενός ανθρώπου που την ψωνίζει με την εξουσία και με το πεπρωμένο του. Όχι. Ο νους μου ούτε θόλωσε ούτε και ψήλωσε ποτέ. Παρέμεινα έως τη στερνή μου ώρα στο νησί του Αγίου κύριος του εαυτού μου, πρώτος υπεύθυνος για όσα μου και τους συνέβησαν..."
Ο Άγιος αποτελεί μια παράλληλη Ελλάδα, μια μικρογραφία της μητέρας πατρίδας, που την παραμορφώνει αλλά και τη φωτίζει λοξά. Απ' τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ιστορικά πρόσωπα -σαν τον Μανώλη Χιώτη- σε εντελώς απροσδόκητους ρόλους. Στο βάθος όμως, ο Χ. Α. Χωμενίδης διηγείται τη σπαρακτική περιπέτεια ενός ανθρώπου που πίστεψε ότι μπορεί να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του.

"Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις", λέει ο Τάσος Λειβαδίτης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο ανάμεσα στα γραπτά τού Χωμενίδη και την απνευστί ανάγνωσή τους. Ο λόγος του ρέων, απολαυστικά σατυρικός, μοιάζει πολλές φορές να μας υπνωτίζει και να μας απορροφά στο περιεχόμενο του. Ακόμη κι όταν ο συγγραφέας μιλά για θέματα που μας πληγώνουν, ατομικά ή συλλογικά, το κάνει με όπλο την καλοτροχισμένη λεπίδα τού χωμενίδειου χιούμορ, βοηθώντας μας να απελευθερωθούμε από τη σοβαροφάνεια και την μεμψιμοιρία. (ΕΡΙΚΑ ΒΑΡΑΓΓΟΥΛΗ, περιοδικό PSYCHOLOGIES, τεύχος Απριλίου 2012)
Παρακολουθούμε [...] την αποκαθήλωση ενός βασιλιά της εγωπάθειας και της ανεύθυνης ελαφρότητας, την οδυνηρή διάλυση των ψευδαισθήσεων ενός ανθρώπου που πίστευε πως μπορούσε να φέρει "τον κόσμο στα μέτρα του". Στο "Σοφό παιδί" ο πρωταγωνιστής βγαίνει αλώβητος (και αμεταμέλητος) από τις τρέλες, ακόμα και τα εγκλήματα που έχει διαπράξει. Στο "Ο κόσμος στα μέτρα" του ένας ίδιας κοπής πρωταγωνιστής, απλώς κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος, συντρίβεται τελικά πάνω στην πραγματικότητα. Είναι μήπως η διαφορά ζήτημα ηλικιακής ωρίμανσης; Απόηχος κάποιου προσωπικού δράματος του συγγραφέα; Πιθανόν. Στην προοπτική όμως της τροχιοδεικτικής λειτουργίας των λογοτεχνικών κειμένων είναι προπαντός ζήτημα αλλαγής πολιτισμικού κλίματος. (ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, 21/7/2012

ΠΗΓΗ


:BiblioNet : Ο κόσμος στα μέτρα του / Χωμενίδης, Χρήστος Α



         =================================================

Middlesex




middlesex


 

Της Νίκης Κώτσιου

To Μiddlesex (Βραβείο Πούλιτζερ 2003) του Τζέφρι Ευγενίδη θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηρισθεί queer novel. Mια ερμαφρόδιτη έφηβη προσπαθεί να ορίσει τον εαυτό της υπερβαίνοντας τους περιορισμούς και τους αποκλεισμούς του αντιθετικού δίπολου αρσενικό/θηλυκό, ενώ συγχρόνως ανακαλύπτει το σώμα της και πειραματίζεται με τη σεξουαλικότητά της. Η προσπάθειά της περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, αν σκεφτούμε ότι είναι κόρη συντηρητικών ελλήνων μεταναστών του Ντητρόιτ, με πολύ συγκεκριμένες απόψεις για το ρόλο των δύο φύλων.
Aφηγήτρια είναι η Κάλλι (Καλλιόπη), κόρη μιας εύπορης οικογένειας Ελληνοαμερικανών με μικρασιατικές καταβολές, που έχουν αφομοιωθεί και εξαμερικανισθεί, φροντίζοντας ωστόσο να διατηρούν τις κυριότερες ελληνορθόδοξες παραδόσεις. Η Κάλλι μεγαλώνει και ανατρέφεται σαν κορίτσι μέχρι την εφηβεία της, οπότε και μια τυχαία ιατρική εξέταση φέρνει στο φως το κρυμμένο μέχρι τότε μυστικό της δυσδιάκριτης ανατομίας της. Σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση, η Κάλλι είναι «γενετικά άρρεν που μεγάλωσε ως θήλυ», και αποτελεί περίπτωση αρσενικού ψευδο-ερμαφρόδιτου. Η απροσδόκητη αυτή ανακάλυψη και η προτροπή του γιατρού να υποστεί η μικρή μια «διορθωτική» επέμβαση στα γεννητικά όργανα σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία, ώστε εφεξής να διευκολυνθεί η ζωή της ως γυναίκας(μολονότι προβληματικής) συγκλονίζει την Κάλλι, που αποφασίζει να το σκάσει από το σπίτι και να αποφασίσει μόνη της για το μέλλον της. Από κει και πέρα η ζωή της Κάλλι, που πια μετονομάζεται σε Καλ, ακολουθεί την ξέφρενη πορεία και τις συναρπαστικές διαδρομές ενός road movie, που επηρεάζει βαθύτατα την έφηβη και καθορίζει την τελική απόφασή της.

Ο αυτοπροσδιορισμός μέσα από την αυτογνωσία και την ενδοσκόπηση είναι η κύρια έγνοια της/του  Κάλ, που «ανδρώνεται» καθώς αντιπαρατίθεται  στα κελεύσματα της επιστήμης και  στις κοινωνικές νόρμες που αυτά συντηρούν. Απέναντι στο κυρίαρχο δίπολο αρσενικό/θηλυκό και την υποχρέωση να διαλέξει κάτι από τα δύο ώστε να ζήσει με τρόπο κοινωνικά αποδεκτό, η Καλ αρθρώνει ένα άλλο, ολοδικό της αφήγημα πάνω στο φύλο της ξεφεύγοντας από τις παγίδες του ετεροσεξισμού και αποδεχόμενη την ιδιαιτερότητά της, μια ιδιαιτερότητα ικανή να την κατατάξει στις αποκλίσεις από το φυσιολογικό καταδικάζοντάς την να ζει ως «τέρας» ή παρίας.
Σύμφωνα με την ισχύουσα ιατρική άποψη της εποχής(βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70), το φυσικό, βιολογικό σώμα της/του  Καλ (που συμβαίνει να είναι ερμαφρόδιτο) πρέπει οπωσδήποτε να καταστεί είτε αρσενικό είτε θηλυκό μέσω μιας αιματηρής διαδικασίας, ώστε να ευθυγραμμιστεί και να συμφωνήσει με το κανονιστικό μοντέλο που ρυθμίζει τις σχέσεις. Τα φύλα είναι δύο, το βιολογικό φύλο (άρρεν, θήλυ) υποτίθεται ότι προσδιορίζει το κοινωνικό φύλο (άντρας, γυναίκα) και η/ο  Καλ που, λόγω κατασκευής, δεν εμπίπτει σε καμιά κατηγορία, πρέπει αναγκαστικά να χωρέσει σ’ αυτό το σχήμα, αφού πρώτα περάσει απ΄το χειρουργικό τραπέζι του Προκρούστη.
Ο Ευγενίδης εντάσσει το ζήτημα της έμφυλης ταυτότητας σε μια γενικότερη προβληματική παρουσιάζοντας όλο το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας, που παράγουν τέτοιες εννοιολογήσεις και πρακτικές. Μέσα από το βιβλίο περνάει αριστοτεχνικά ως οργανικό μέρος της πλοκής ο αγώνας των μαύρων κατά του ρατσισμού, η καταπίεση των μειονοτήτων  και οι παθογένειες της πατριαρχίας, ενώ η συγκρότηση της ταυτότητας φύλου αναδεικνύεται ως κομμάτι μιας πολιτικής και πολιτισμικής διαδικασίας που εγγράφεται ανεξάλειπτα πάνω στα σώματα των υποκειμένων. Ο Καλ προσπαθεί να αφηγηθεί την περιπέτεια ανάμεσα στα δύο φύλα όχι τόσο για να διασώσει την ιστορία του αλλά περισσότερο για να ανακαλύψει την πραγματικότητα του εαυτού του. Αναγνωρίζοντας ότι η γλώσσα είναι ανεπαρκής για να αποδώσει εμπειρίες και συναισθήματα σαν τα δικά του, προσπαθεί, μέσα από  λεπτές αποχρώσεις  εννοιών, να αιχμαλωτίσει και να ερμηνεύσει το μυστήριο της διττής του φύσης, ώστε να μπορέσει να το αποδεχθεί και να συμφιλιωθεί μαζί του. Και πράγματι, ο Καλ φτιάχνει μια ιστορία με νόημα και, με τον τρόπο αυτό, κατορθώνει να συγκροτήσει κι έναν συνεκτικό εαυτό, μία ανθεκτική αυτοεικόνα που  δεν κλυδωνίζεται από τα αντιτιθέμενα στοιχεία που τη συνθέτουν αλλά απορροφά τους κραδασμούς εμφανίζοντας μία πλήρη και ισορροπημένη υποκειμενικότητα.
Ο Καλ θα καταφέρει να επαναδημιουργήσει τον εαυτό του ενοφθαλμίζοντας στη θηλυκή του ταυτότητα αντρικά κοινωνικά χαρακτηριστικά και, μέσα στην καινούρια υβριδική του ταυτότητα, όλα αυτά τα φαινομενικά αντικρουόμενα και αμοιβαία αποκλειόμενα στοιχεία θα συνυπάρξουν αρμονικά απαρτίζοντας έναν μάλλον αρραγή εαυτό. Αυτή ακριβώς η ιδέα της ρευστής και μεταβαλλόμενης ταυτότητας που διαρκώς επαναπροσδιορίζεται μέσα στο χρόνο, διατρέχει ολόκληρο το Middlesex. Και η συνάντηση με τον Άλλο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως όταν αυτός ο Άλλος είναι κομμάτι του εαυτού μας και μας καλεί να τον γνωρίσουμε και να συμφιλιωθούμε μαζί του.
Αυτό που λέει ο Ευγενίδης μοιάζει να ταιριάζει πολύ με τη θεωρία της Τζούντιθ Μπάτλερ για την «επιτελεστικότητα του φύλου». Το φύλο δεν είναι ουσία, αλλά «πράττειν». Δηλαδή μια σειρά από ενεργήματα (χειρονομίες, κινήσεις, συνήθειες, δραστηριότητες), που επαναλαμβανόμενα δημιουργούν την αίσθηση της έμφυλης ταυτότητας. Με άλλα λόγια, το φύλο είναι μία επινοημένη αναλυτική κατηγορία, που εξυπηρετεί κοινωνικούς και πολιτικούς σκοπούς, χωρίς να απηχεί την αλήθεια. Σύμφωνα με την queer άποψη, το φύλο είναι κατασκευή, ιδεολόγημα και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Συγχρόνως, μέσα από την επική οικογενειακή saga της οικογένειας των Στεφανίδηδων, ο Τζέφρι Ευγενίδης βρίσκει την ευκαιρία να δώσει ένα συγκλονιστικό πανόραμα του αμερικάνικου εικοστού αιώνα ξεκινώντας από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και φτάνοντας μέχρι τη δεκαετία του ’70, αναπαριστώντας με γλαφυρότητα την εκάστοτε περίοδο και επιχειρώντας έμμεσες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις που φωτίζουν και εξηγούν τις παθογένειες της κάθε εποχής, αλλά και τα κατά καιρούς σύνδρομα και τις συμπεριφορές των πρωταγωνιστών. Αν και αφηγήτρια είναι πάντα η Καλλιόπη/Καλ, που βλέπει τα πράγματα με τη δική της οπτική, είναι φορές που βλέπουμε να παίρνει το νήμα της αφήγησης ένας παντεπόπτης οφθαλμός, που προχωρά ακόμη παραπέρα φέρνοντας στην επιφάνεια με απόλυτη ακρίβεια ιστορικά γεγονότα μαζί με αισθήματα, σκέψεις και εκτιμήσεις, ιδωμένα από ποικίλες και ενδιαφέρουσες γωνίες.
Όπως και να ‘χει, το Middlesex είναι  ένα διαμάντι παντός καιρού. Και, χάρη στις εκδόσεις Πατάκη, έχουμε τη χαρά να το απολαύσουμε εκ νέου στην ωραιότατη μετάφραση της Άννας Παπασταύρου.
info:

Τζέφρι Ευγενίδης: Middlesex, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, σελ. 752, εκδ. Πατάκης, 2014


ΠΗΓΗ






Δημοσίευση σχολίου