Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Μέρα ελληνική, μέρα συνηθισμένη

     ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ
Rubens, Peter Paul, Sir
Flemish, 1577 - 1640
The Fall of Phaeton
c. 1604/1605, probably reworked c. 1606/1608





======================================
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      

Μέρα ελληνική, μέρα συνηθισμένη

I

Ήρθανε στο χάραμα σιμά
Φωτιά κακή και νόθα τέχνη
Αρισμαρί μάς τάξανε και της γητειάς τη χάρη
Όνειρο αφροστάλαχτο
Της λήθης κεχριμπάρι
Άφαντο κοινό κι ακροατήριο ανύπαρκτο,
Της ευτέλειας αοιδοί και βάρδοι, τροβαδούροι
Ακούσατε, ακούσατε ελληνικά αθησαύριστα
Σε μέρη του νου και της καρδιάς παρθένα
Σε σκέψη αχαρτογράφητη
Πώς ν΄ αρνηθείς τη χαμερπή πατρίδα
Με έγνοιες και νοήματα στη λάσπη βουτηγμένα
Σκέψεις, λέξεις όλα με λάσπη καμωμένα
Τον ήλιο μ΄ ανάστημα θωρείς
Άφαντο κοινό μου κι ακροατήριο ανύπαρκτο
Έτσι εσύ δεν σκέφτεσαι μα κάποτε μιλούσες έτσι

II

Και η βροχή να μη ξεδιψάει το χώμα..
Και το άδικο να πνίγει όταν ψυχαρπάχτης γίνεται
Και ο ήλιος να ναι λίγος να ζεστάνει τις καρδιές..
Και η αγάπη να φεύγει σαν κλέφτης από τη ζωή..
Για να βρει της υγρασίας το δάκρυ
Τη ζεστασιά του ήλιου
Το νόημα
Σε σταυροδρόμι όπου οι πέντε στράτες σμίγουν
Σ΄ άλλη ζωή, αλλιώτικη..

III

Η δύναμη εκείνη, η κοσμική ενέργεια..
Σε καμβά αποτύπωμα, ζωγράφος του κόσμου η πλάση,
ολόκληρο το σύμπαν..
Μια κουταλιά γλυκό κεράσι..
Η αγκαλιά της μάνας και μάνα είναι μόνο μία..
Σαν τη καρδιά ενός άντρα που χτυπάει πιο δυνατά όταν μάθει πως πατέρας πια θα γίνει..
Το φως εκείνο που σκοτάδι ποτέ δε θα γνωρίσει..
Το θαύμα της ζωής με την άνοιξη στις φλέβες..
Η δημιουργία, το άλφα που ωμέγα του δεν δέχεται..
Η θυσία γίνεται ένα με τον Θεό..

IV

Το σήμερα το ελληνικό
Ταξιδιάρικο πουλί, χαμόγελο μικρού παιδιού
Το άρωμα της άνοιξης
Σύννεφο σταχτί, μπουρίνι θα μάς φέρει
Το νόημα τη λέξη του γυρεύει
Το νόημα φόρεσε τα ρούχα του παλιάτσου
Έρχομαι από την Ιωνία
Στις πέτρες χάραξα τη μοίρα μου
Διώξαμε τους βαρβάρους μακριά
Και ήρωες τους βαρβάρους κάναμε

V

Είναι μακριά πια η Ιωνία
Ξεστράτισε η μοίρα μας
Άλλη μια συνηθισμένη μέρα έγινε
το σήμερα το ελληνικό
Τη Σικελία ήθελε ο στρατηγός Αλκιβιάδης
Και στρατηγός ο Νικίας έγινε
Καλύτερος εχθρός η Σπάρτη, η Αμβρακία, οι Λοκροί
Για Συρακούσες και για Τάραντα ξεκίνησαν τριήρεις
Οι στήλες οι ερμαϊκές θα δείξουνε τον δρόμο
Για Σπάρτη ο Αλικιβιάδης τράβηξε
Χρυσάφι από Περσία φέρνει
Ζήτω ! Η χώρα σώθηκε !
Μα στάσου μια στιγμή.. Άκου. . κοίτα !
Τους Πέρσες τους συντρίψαμε
Κι η Αττική μέσα στις φλόγες φλέγεται !
Ε, και τι έγινε ; Δεν έμαθες ποτέ και τώρα πώς να μάθεις ;
Μια χώρα σε 7 - 8 ονόματα χωρέσαμε..
Θεέ μου, πώς μπορέσαμε ;
Μέρα ελληνική,
Αφέγγαρο φεγγάρι
Μέρα συνηθισμένη
Της λήθης κεχριμπάρι

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



Δημοσίευση σχολίου