Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Η Σμύρνη μάνα, καίγεται...



Αποτέλεσμα εικόνας για η σμυρνη καιγεται


Image

Η Καταστροφή της Σμύρνης 

Σαν σήμερα η κοσμοπολίτικη Σμύρνη καίγεται. 

Μια έρευνα του Νικόλα Νταμόν Παπαδημητρίου 

13.9.2014 


Από τον ΝΙΚΟΛΑ ΝΤΑΜΟΝ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ  

Η Καταστροφή της Σμύρνης 

«Στα Βουρλά το κακό ξεκίνησε στις 29 Αυγούστου. Μπήκαν οι Τούρκοι στα σπίτια μας και μας έβαλαν φωτιά. Αργότερα μας είπαν ότι ήταν αντάρτες και μετά ήρθε ο τακτικός στρατός και μας μάζεψε. Μας έπιασαν όλους μαζί, τον πατέρα μου τον έσφαξαν, τον αδερφό μου τον έκαψαν, τους νέους τους μάζεψαν και τους πήραν στην Ανατολή. Όταν φύγαμε ήταν 16 Σεπτεμβρίου. Η αλήθεια είναι ότι οι Τούρκοι γείτονές μας δεν έφταιγαν σε τίποτα. Ήταν κλεισμένοι μέσα στα σπίτια τους και κλαίγανε κι αυτοί για το κακό που μας βρήκε. Το ποιος φταίει θα το πω με ένα στίχο από το ποίημα "Της Καταστροφής": "Δε νίκησαν την Ελλάδα οι Τούρκοι. Δεν μπορούσαν. Μα δε ήταν κι άνθρωποι. Την Ελλάδα νίκησαν, αδόξως, διχασμός, Λεβαντίνοι κι Ευρώπη". Ο Βενιζέλος έκανε τη μεγαλύτερη καταστροφή. Μέσα στη φλόγα του πολέμου, έπρεπε να γίνουν εκλογές στην Ελλάδα;» 

Το απόσπασμα ανήκει στη Φιλιώ Χαϊδεμένου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Αναστασία Παρετζόγλου για το βιβλίο ''Η Ελλάδα είναι Γυναίκα'' (εκδ. Λιβάνη). Η Φιλιώ Χαϊδεμένου, μικρασιάτισσα πρόσφυγας και ιδρύτρια του Λαογραφικού Μικρασιατικού Μουσείου που βρίσκεται στο Άλσος Νέας Φιλαδέλφειας, μας μετέφερε τις φρικαλεότητες που έζησαν οι μη μουσουλμάνοι από τους άτακτους τσέτες (κυρίως κουρδικής καταγωγής) και τον τουρκικό στρατό.   


Φιλιώ Χαϊδεμένου, 1899 - 2007.
Φιλιώ Χαϊδεμένου, 1899 - 2007. 

Η Μικρασιατική Καταστροφή συνεπάγεται τον θάνατο του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας και απελευθέρωσης των αλύτρωτων πληθυσμών. Για τους Έλληνες είναι η Καταστροφή, για τους Τούρκους ο Αγώνας Ανεξαρτησίας (Κουρτουλούς Σαβασί - Kurtuluş Savaşı).   

Έλληνες στρατιώτες κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, 1921.

Έλληνες στρατιώτες κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, 1921. 

Παραμονές της Παναγίας, το μέτωπο κατέρρευσε και η ελληνική αμυντική γραμμή υποχώρησε. Ο ελληνικός στρατός άρχισε να εγκαταλείπει την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας με κατεύθυνση τη Σμύρνη. Στην πορεία αυτή, έκαψε τουρκικά χωριά και ανατίναξε σημεία ζωτικής σημασίας όπως γέφυρες, αποθήκες, σιδηροδρομικές γραμμές και σταθμούς ανεφοδιασμού. Στις 19 Αυγούστου, ο Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης με εμπιστευτική εγκύκλιο διέταξε τους δημόσιους υπαλλήλους «...να συσκευάσωσι τα αρχεία των. Πάντες δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουσι να συγκεντρωθώσι... και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν εις πρώτην διαταγήν». Συγχρόνως, ο Βρετανός πρόξενος συντόνισε τις ενέργειες για την άμεση έξοδο των Βρετανών υπηκόων από τη Σμύρνη. Στις 27, 28 και 29 Αυγούστου οι Βρετανοί έφυγαν με πλοία για την Κύπρο. Στις 26 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση διέταξε την εκκένωση ολόκληρης της Μικράς Ασίας. Την ίδια μέρα, η Ανώτερη Γενική Στρατιωτική Διοίκηση, το Φρουραρχείο και οι τελευταίοι αξιωματικοί και στρατιώτες του ελληνικού στρατού επιβιβάσθηκαν στα ελληνικά ατμόπλοια ''Βυζάντιον'' και ''Κύκνος'' με προορισμό τον Πειραιά. Για τελευταία φορά ακούστηκε ο εθνικός ύμνος και στην προκυμαία το πλήθος ξέσπασε σε λυγμούς. Ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης επιβιβάστηκε στο βρετανικό θωρηκτό ''Iron Duke'' και έφτασε στη Νίκαια της Γαλλίας όπου και πέθανε το 1950. Στο ενδιάμεσο διάστημα, δεν τόλμησε να επισκεφθεί την Ελλάδα λόγω της εγκληματικής ανευθυνότητάς του που καταδίκασε τους Έλληνες της Μικράς Ασίας.   


Αριστείδης Στεργιάδης, στενός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου και Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης από το 1919 μέχρι το 1922. Προκάλεσε την έντονη δυσφορία του ελληνικού πληθυσμού γιατί μεροληπτούσε υπέρ των Τούρκων. Ίδρυσε το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, εξασφάλισε δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας για τον πληθυσμό της Σμύρνης ανεξαρτήτως διακρίσεων και εκτέλεσε σημαντικά δημόσια έργα.
Αριστείδης Στεργιάδης, στενός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου και Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης από το 1919 μέχρι το 1922. Προκάλεσε την έντονη δυσφορία του ελληνικού πληθυσμού γιατί μεροληπτούσε υπέρ των Τούρκων. Ίδρυσε το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, εξασφάλισε δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας για τον πληθυσμό της Σμύρνης ανεξαρτήτως διακρίσεων και εκτέλεσε σημαντικά δημόσια έργα.   


Τα τουρκικά στρατεύματα εισήλθαν στη Σμύρνη το πρωί της 27ης Αυγούστου. Ο Αμερικανός συγγραφέας Edward Bierstadt συνέλεξε μαρτυρίες ομοεθνών του που έζησαν τα γεγονότα της Σμύρνης και μας μεταφέρει λεπτομερώς την κατάσταση στην πόλη και τα περίχωρα της. ''Οι πρώτοι που εισήλθαν ήταν ντυμένοι στα μαύρα, φορούσαν μαύρα φέσια με κόκκινο μισοφέγγαρο και άστρο, ήταν έφιπποι και έφεραν μακριά γιαταγάνια. Με σηκωμένο το ένα χέρι, φώναζαν στους κατοίκους να μη φοβούνται. Αλλά οι κάτοικοι της Σμύρνης, γνωρίζοντας τη φήμη των Τούρκων, ήταν κατατρομοκρατημένοι. Όλο το πρωί τα τουρκικά στρατεύματα παρέλαυναν στην πόλη και, γύρω στις 15.00 το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, άρχισαν τις λεηλασίες, τους βιασμούς και τους φόνους, που δεν είναι δυνατό να περιγραφούν με λέξεις''. 



Νουρεντίν Πασάς
  Νουρεντίν Πασάς 

Ο στρατηγός Νουρεντίν Πασάς διορίσθηκε ως στρατιωτικός διοικητής της Σμύρνης. Μαζί με δύο στρατιώτες πήγε στη Μητρόπολη της Αγίας Φωτεινής και ζήτησε από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο να τον ακολουθήσει. Είχε προηγηθεί η αποστολή δύο Γάλλων στρατιωτών στον Χρυσόστομο με πρωτοβουλία ενός Ιταλού καθολικού ιερέα, για να τον συνοδεύσουν στο Γαλλικό Προξενείο όπου θα έβρισκε άσυλο. Ο Χρυσόστομος απέρριψε την πρόταση δηλώνοντας πως οφείλει να παραμείνει στο πλευρό του ποιμνίου του.   


Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, 1867 - 1922.
Μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, 1867 - 1922. 

Ο Νουρεντίν Πασάς τον οδήγησε στην πλατεία Διοικητηρίου μαζί με δύο άλλους επιφανείς Έλληνες της πόλης, τον προεστό Γεώργιο Κλιμάνογλου και τον νομικό Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου. Εκεί, διέταξε την άμεση εκτέλεση των δύο τελευταίων και ανέβηκε στο μπαλκόνι του Διοικητηρίου. Απευθύνθηκε στο πλήθος των περίπου 1.500 Τούρκων δείχνοντας τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και λέγοντάς τους, ''Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε. Αν κακό σας έκανε, κάντε του και σεις κακό! Εγώ σας παραδίδω τον χιρσίζ ντομούζ (κλεφτογούρουνο)''. Οι Τούρκοι άρχισαν να τον πλακώνουν με λοστούς και ξύλα. Του ξερίζωσαν τη γενειάδα και τον οδήγησαν μέχρι τον τουρκικό μαχαλά όπου τον μαχαίρωσαν, του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά, του έβγαλαν τα μάτια και τον αποτέλειωσαν με δύο σφαίρες στο κεφάλι. Το 1992, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας ανακήρυξε τον Χρυσόστομο, Άγιο. Εορτάζεται και τιμάται στις 27 Αυγούστου. 

Συγχρόνως, στο προάστιο του Μπουρνόβα οι κάτοικοι με επικεφαλής τον Παναγιώτη Ξερό πολέμησαν κατά των τσετών και η μάχη διήρκησε όλη τη νύχτα. Καθώς ήταν αριθμητικά πολλοί λιγότεροι έχασαν τη μάχη και το πρωί όσοι κάτοικοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν, εκτελέστηκαν. Στο προάστιο του Μπουτζά συνέβησαν παρόμοιες θηριωδίες. Οι άντρες εκτελέστηκαν και περίπου διακόσια γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο ορφανοτροφείο για να προστατευθούν. Ο Αμερικανός καθηγητής του Κολλεγίου ''Παράδεισος'' της Σμύρνης ανέφερε πως όλες οι γυναίκες και τα παιδιά στο ορφανοτροφείο σφαγιάσθηκαν. Επίσης, ο Ρουμάνος πρόξενος αποκάλυψε πως οι Τούρκοι συνέλαβαν έναν Έλληνα ιερέα, του αφαίρεσαν τα μάτια και τον σταύρωσαν.   

Στην πόλη της Σμύρνης, οι σφαγές ξεκίνησαν από την αρμένικη συνοικία του Αγίου Στεφάνου. Οι Τούρκοι στρατιώτες απέκλεισαν όλες τις οδούς επικοινωνίας της συνοικίας με το υπόλοιπο τμήμα της πόλης. Ο πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη George Horton, έγραψε ''Οι δρόμοι, που οδηγούσαν στην αρμένικη συνοικία, φυλάγονταν από Τούρκους στρατιώτες. Όσο διήρκησε η σφαγή, δεν επετράπη σε κανέναν η είσοδος. Οι συγκλονιστικότερες στιγμές της τραγωδίας εκτυλίχθηκαν στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου, όπου είχαν καταφύγει περισσότεροι από 4.000 άνθρωποι. Οι Τούρκοι ζήτησαν από τους εγκλείστους να εξέλθουν και να παραδοθούν, οι δε Αρμένιοι, γνωρίζοντας, τι τους περίμενε, αρνήθηκαν. Δέχθηκαν τότε πυρά και χειροβομβίδες, ενώ στη συνέχεια οι Τούρκοι εισέβαλαν στον περίβολο και εντός του ναού, κατασφάζοντας και εκτελώντας. Όσοι επέζησαν, οδηγούντο, ανά 100 άτομα, στην πλατεία Διοικητηρίου, όπου και δολοφονούντο εν ψυχρώ από τα τουρκικά εκτελεστικά αποσπάσματα''. 

Σε αντίθεση με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο ο Αρμένιος Επίσκοπος Γεβόντ Τουριάν αναζήτησε άσυλο σε ένα καθολικό εκκλησιαστικό ίδρυμα και κρυφά έφυγε για τις ΗΠΑ όπου και δολοφονήθηκε από συμπατριώτες του Αρμένιους, κατηγορούμενος για προδοσία.     


Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες άντρες από 15 μέχρι και 45 ετών οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) που βρήκαν τραγικό θάνατο από την εξουθενωτική εργασία και τις ταλαιπωρίες. Περίπου 160.000 άντρες δεν γύρισαν ποτέ.

 Τα βάσανα των μη μουσουλμάνων δεν είχαν τελειωμό. Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμένικης συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ ενώ από τη μανία των Τούρκων δεν γλίτωσαν ούτε οι Γαλλίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οι καθολικές αδελφές του Τάγματος του Ελέους που σφαγιάσθηκαν εν ώρα καθήκοντος. Ο ευαγγελιστής ιερέας πατήρ Μαλτάς εκτελέσθηκε και ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Αλεξ Μακ Λάχλαν υπέστη βασανιστήρια μέχρι θανάτου. 

Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έστειλε αντιπροσωπεία στον Κεμάλ Ατατούρκ ώστε να συγκαταθέσει στην εκκένωση της Σμύρνης. Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων ο Κεμάλ Ατατούρκ επέτρεψε σε ελληνικά και άλλα πλοία να μπουν στο λιμάνι της Σμύρνης. Η εκκένωση άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και διήρκησε μια εβδομάδα. Στις 13 Σεπτεμβρίου 19 πλοία μπήκαν στη Σμύρνη να σώσουν τον κόσμο. Συνολικά 300.000 πρόσφυγες πέρασαν στην Ελλάδα.   

Image



Image
Μικρασιάτες πρόσφυγες όπως αποτυπώθηκαν στον φακό της Νέλλης Σουγιουτζόγλου 

            

Image


Ο κόσμος περίμενε βασανιστικά στις ουρές για να περάσει στα πλοία ενώ οι Τούρκοι στρατιώτες διενεργούσαν εξονυχιστικούς ελέγχους, αφαιρώντας τα τιμαλφή από τον κόσμο και συλλαμβάνοντας όσους άντρες ήταν πάνω από 15 ετών για να τους στείλουν στα τάγματα εργασίας. Οι μανάδες έντυναν τα αγόρια τους με γυναικεία ρούχα για να τα περάσουν στα πλοία, ξετυλίγονταν φρικτές εικόνες ανθρώπινου πόνου και δυστυχίας. Ο κόσμος έπεφτε στη θάλασσα να κολυμπήσει μέχρι τα καράβια των ξένων και οι Τούρκοι πυροβολούσαν στη θάλασσα. Τα πλοιάρια βούλιαζαν από το βάρος ενώ από πίσω η πόλη καιγόταν και η φωτιά είχε φτάσει μέχρι και τα παραλιακά κτίρια. 

    Image

Οι φωτιές ξεκίνησαν από την αρμένικη συνοικία και εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη τη Σμύρνη. Οι Αμερικανοί καθηγητές και ναύτες κάνουν λόγο για Τούρκους στρατιώτες που ξεχύθηκαν στα στενά σοκάκια της Σμύρνης κρατώντας δοχεία με πετρέλαιο και κηροζίνη, λούζοντας τα σπίτια, τις εκκλησίες και τους καθολικούς ναούς. Από τις 46 ορθόδοξες εκκλησίες σώθηκαν οι τρεις. Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία. Η επίσημη θέση της τουρκικής ιστοριογραφίας παρουσιάζει τις φωτιές ως έργο των ίδιων των Αρμενίων και Ελλήνων, για να μην βρουν τα σπίτια τους σώα οι Τούρκοι και κατοικήσουν σε αυτά. Τι να απαντήσεις στο θράσος αυτό;  

 Η Σμύρνη κατεστραμμένη από τους εμπρησμούς.

Η Σμύρνη κατεστραμμένη από τους εμπρησμούς.   


Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις. Εδώ, το ξενοδοχείο ''Hotel des Deux Auguste''.
Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις. Εδώ, το ξενοδοχείο ''Hotel des Deux Auguste''.   


Ο κατεστραμμένος ελληνορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου



 Image
Ο κατεστραμμένος ελληνορθόδοξος ναός του Αγίου Γεωργίου       






Ο καθολικός ναός του Αγίου Αντωνίου
Ο καθολικός ναός του Αγίου Αντωνίου 


 Image

Daily news – 07/09/1922: ''Η φωτιά άρχισε στην αρμενική συνοικία... Τούρκοι στρατιώτες έχυναν πετρέλαιο στα σπίτια και έβαζαν φωτιά. Σαφώς οι τουρκικές αρχές μπορούσαν να παρεμποδίσουν την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Οι Τούρκοι στρατιώτες, που δρούσαν εσκεμμένα, ήταν οι κύριοι αίτιοι της τρομερής καταστροφής''.

 Daily Telegraph – 05/09/1922: ''Μόνο η τουρκική συνοικία έμεινε όρθια, καθώς και μερικά σπίτια στην Πούντα... Ο τακτικός Τουρκικός Στρατός έβαλε σε πολλά σημεία φωτιά, που την τροφοδοτούσαν οι εμπρηστικές βόμβες που έριχνε ασταμάτητα μέσα στις φλόγες. Οι σκηνές της σφαγής που ακολούθησε, ήταν φρικτές''. 

Echo de Paris – 07/09/1922: ''Σύντομα, οι εστίες του πυρός ανήλθαν σε 20... Οι κεμαλικοί περικύκλωσαν τη συνοικία των Αρμενίων και άρχισαν να καίνε τα σπίτια, ρίχνοντας βόμβες και χύνοντας πετρέλαιο''. 

Ο πρόξενος των ΗΠΑ, George Horton είχε εκφράσει πως ο Κεμάλ Ατατούρκ θα μπορούσε να καταλάβει τη Σμύρνη ειρηνικά, χωρίς να επιτρέψει στα στρατεύματά του να προβούν σε ακρότητες. Χωρίς να υπάρξουν βιασμοί, λεηλασίες, φόνοι και φωτιές. Απλώς με μια τυπική τελετή παράδοσης της εξουσίας. Έτσι θα είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού της Σμύρνης και η πόλη θα διατηρούσε τον δυναμισμό και τον πλουραλισμό της. 

Ο Horton ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην Ανατολή. Λάτρευε τη Σμύρνη και την αισθανόταν ως πατρίδα του. Όταν έφυγε βλέποντας την πυρκαγιά να ισοπεδώνει την αγαπημένη του πόλη, αναφώνησε, ''Ντρέπομαι που ανήκω στο ανθρώπινο είδος''.   


Αριστερά, ο πρόξενος των ΗΠΑ George Horton και δεξιά ο πάστορας Asa Jeggings της Χριστιανικής Ένωσης Νέων Αντρών Σμύρνης. O Jeggings πήγε στη Μυτιλήνη και παρακάλεσε τις τοπικές αρχές να του επιτρέψουν να οδηγήσει έναν αυτοσχέδιο στόλο από ελληνικά πλοιάρια για να σώσει τον πληθυσμό της Σμύρνης. Τελικά τα κατάφερε και έσωσε 60.000 Αρμένιους και Έλληνες.
Αριστερά, ο πρόξενος των ΗΠΑ George Horton και δεξιά ο πάστορας Asa Jeggings της Χριστιανικής Ένωσης Νέων Αντρών Σμύρνης. O Jeggings πήγε στη Μυτιλήνη και παρακάλεσε τις τοπικές αρχές να του επιτρέψουν να οδηγήσει έναν αυτοσχέδιο στόλο από ελληνικά πλοιάρια για να σώσει τον πληθυσμό της Σμύρνης. Τελικά τα κατάφερε και έσωσε 60.000 Αρμένιους και Έλληνες.   


Εορτή των Τούρκων της Σμύρνης τα μετέπειτα χρόνια για την απελευθέρωση, όπως ισχυρίζονται, της πόλης.  Τα παιδιά κρατούν ανθοσυνθέσεις με το σχήμα της ημισέλινου, του αστεριού και του αριθμού ''9'' λόγω της επετείου 9ης Σεπτεμβρίου.
Εορτή των Τούρκων της Σμύρνης τα μετέπειτα χρόνια για την απελευθέρωση, όπως ισχυρίζονται, της πόλης. Τα παιδιά κρατούν ανθοσυνθέσεις με το σχήμα της ημισέλινου, του αστεριού και του αριθμού ''9'' λόγω της επετείου 9ης Σεπτεμβρίου.   


Οι Τούρκοι εορτάζουν την 9η Σεπτεμβρίου ως ημέρα απελευθέρωσης της Σμύρνης και επικράτησης του Αγώνα Ανεξαρτησίας. Ωστόσο, υπάρχουν δημοσιογράφοι, διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί στην Τουρκία που χαρακτηρίζουν τα γεγονότα της Σμύρνης και σε άλλες πόλεις όπως το Αϊβαλί ως όνειδος και μεγάλη ντροπή. Πρόκειται για προσωπικότητες όπως ο Αϊχάν Ακτάρ (Ayhan Aktar) και ο Ουμούτ Οζκιριμλί (Umut Özkırımlı) που αποστρέφονται τον εθνικιστικό κεμαλισμό και μάχονται για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. 

Η υπεύθυνη εθνική αυτογνωσία, δίχως αποσιωπήσεις και στρεβλώσεις, είναι βασικός πυλώνας προς την επίτευξη του εκδημοκρατισμού και της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Η αναγνώριση των λαθών - εγκλημάτων δηλώνει εγγυημένα την μη επανάληψη του σφάλματος αυτού. Σημαίνει ότι πραγματικά γυρνάς σελίδα στην ιστορία σου, έχεις ωριμάσει και έχεις κατεδαφίσει εγκληματικά πρότυπα. Αυτό πρέπει να είναι το στοίχημα για όλους τους λαούς ώστε να μην ξανακαεί καμιά Σμύρνη και να μην πονέσει κανένας Σμυρνιός.   

Φωτογραφίες από την περίοδο της ελληνικής κυριαρχίας στη Σμύρνη, 1919 - 1922   Τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη, 2 Μαΐου 1919.


Τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη, 2 Μαΐου 1919.
        


 Οι Έλληνες της Σμύρνης παρακολουθούν από την ταράτσα του Sporting Club τα πλοία του ελληνικού στόλου να εισέρχονται στον κόλπο της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.
Οι Έλληνες της Σμύρνης παρακολουθούν από την ταράτσα του Sporting Club τα πλοία του ελληνικού στόλου να εισέρχονται στον κόλπο της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.



Οι Εύζωνες παρελαύνουν στο Και.
   Οι Εύζωνες παρελαύνουν στο Και.       



Ελληνίδες της Σμύρνης υποδέχονται τον ελληνικό στρατό.
Ελληνίδες της Σμύρνης υποδέχονται τον ελληνικό στρατό.   



Οι Εύζωνες στην πλατεία Διοικητηρίου
Οι Εύζωνες στην πλατεία Διοικητηρίου   



Αλλαγή Φρουράς έξω από το Διοικητήριο της Σμύρνης.
Αλλαγή Φρουράς έξω από το Διοικητήριο της Σμύρνης.   



Έλληνες και Άγγλοι αξιωματικοί στη Σμύρνη.
Έλληνες και Άγγλοι αξιωματικοί στη Σμύρνη.   



Πάσχα στο ελληνικό νοσοκομείο του Αγίου Χαράλαμπου στη Σμύρνη (Τα πασχαλινά αυγά διακρίνονται στο καλάθι).
Πάσχα στο ελληνικό νοσοκομείο του Αγίου Χαράλαμπου στη Σμύρνη (Τα πασχαλινά αυγά διακρίνονται στο καλάθι).                   



Το εικονογραφημένο σχολικό εγχειρίδιο ''Λοχαγός Τζεμίλ'' παρουσιάζει στους Τούρκους μαθητές την αξία του Αγώνα Ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως εχθροί που καίνε σπίτια μουσουλμάνων, δολοφονούν αμάχους και βιάζουν Τουρκάλες.


Το εικονογραφημένο σχολικό εγχειρίδιο ''Λοχαγός Τζεμίλ'' παρουσιάζει στους Τούρκους μαθητές την αξία του Αγώνα Ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως εχθροί που καίνε σπίτια μουσουλμάνων, δολοφονούν αμάχους και βιάζουν Τουρκάλες.   



Κατά την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, ομάδες Τούρκων άνοιξαν πυρ κατά των Ελλήνων στρατιωτών με αποτέλεσμα να προκληθεί διένεξη στο λιμάνι.Οι Τούρκοι παρουσιάζουν τους Έλληνες στρατιώτες ως αιμοδιψείς.
Κατά την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, ομάδες Τούρκων άνοιξαν πυρ κατά των Ελλήνων στρατιωτών με αποτέλεσμα να προκληθεί διένεξη στο λιμάνι.Οι Τούρκοι παρουσιάζουν τους Έλληνες στρατιώτες ως αιμοδιψείς.   


Έλληνες χωροφύλακες συλλαμβάνουν Τούρκους
Έλληνες χωροφύλακες συλλαμβάνουν Τούρκους   

Έλληνες κάτοικοι της Παλαιάς Φώκαιας προσπαθούν να εγκαταλείψουν την πόλη για να αποφύγουν τις σφαγές των τσετών, 1914. Φωτ. Felix Sartiaux.
Έλληνες κάτοικοι της Παλαιάς Φώκαιας προσπαθούν να εγκαταλείψουν την πόλη για να αποφύγουν τις σφαγές των τσετών, 1914. Φωτ. Felix Sartiaux.   


Καταυλισμός μικρασιατών προσφύγων έξω από τον αρχαίο ναό του Ηφαίστου στο Θησείο. Με την έλευση των προσφύγων (οι οποίοι εν πολλοίς υπήρξαν θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς γηγενών Ελλήνων με χαρακτηρισμούς όπως ''τουρκόσποροι'') η αστική όψη της Αθήνας τροποποιήθηκε αισθητά. Για πρώτη φορά, στην Αθήνα κατασκευάστηκαν πολυκατοικίες προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της στέγασης του προσφυγικού πληθυσμού. - Προσφυγικά Λεωφ. Αλεξάνδρας. Η πόλη απέκτησε νέες συνοικίες που μαρτυρούσαν τις καταβολές των προσφύγων όπως η Νέα Σμύρνη, η Νέα Φιλαδέλφεια, η Νέα Ιωνία, η Καισαριανή, η Κοκκινιά, ο Περισσός, το Περιστέρι, ο Κορυδαλλός, το Κερατσίνι, η Αμφιθέα, η Καλογρέζα, η Καλλιθέα, η Δραπετσώνα, τα Σφαγεία και το Δουργούτι. Αντιστοίχως στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκαν οι συνοικίες Καλαμαριά (κυρίως Πόντιοι πρόσφυγες), Σαράντα Εκκλησιές, Νέα Βάρνα, Νέο Κορδελιό.
Καταυλισμός μικρασιατών προσφύγων έξω από τον αρχαίο ναό του Ηφαίστου στο Θησείο. Με την έλευση των προσφύγων (οι οποίοι εν πολλοίς υπήρξαν θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς γηγενών Ελλήνων με χαρακτηρισμούς όπως ''τουρκόσποροι'') η αστική όψη της Αθήνας τροποποιήθηκε αισθητά. Για πρώτη φορά, στην Αθήνα κατασκευάστηκαν πολυκατοικίες προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της στέγασης του προσφυγικού πληθυσμού. - Προσφυγικά Λεωφ. Αλεξάνδρας. Η πόλη απέκτησε νέες συνοικίες που μαρτυρούσαν τις καταβολές των προσφύγων όπως η Νέα Σμύρνη, η Νέα Φιλαδέλφεια, η Νέα Ιωνία, η Καισαριανή, η Κοκκινιά, ο Περισσός, το Περιστέρι, ο Κορυδαλλός, το Κερατσίνι, η Αμφιθέα, η Καλογρέζα, η Καλλιθέα, η Δραπετσώνα, τα Σφαγεία και το Δουργούτι. Αντιστοίχως στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκαν οι συνοικίες Καλαμαριά (κυρίως Πόντιοι πρόσφυγες), Σαράντα Εκκλησιές, Νέα Βάρνα, Νέο Κορδελιό.            


Πηγές 

- Ηλιού Μαρία και Κιτροέφ Αλέξανδρος, ''Σμύρνη 
- Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900 - 1922'', εκδ. Μίνωας - Μουσείο Μπενάκη - Πρωτέας, Αθήνα, 2012.  

- Καρκαλέτσης Σταύρος, ''Η πτώση και η καταστροφή της Σμύρνης'', Στρατιωτική Ιστορία, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα, τεύχος 8. 

- Bierstadt Edward, ''Η Μεγάλη Προδοσία'', εκδ. Νέα Σύνορα - Λιβάνης, Αθήνα, 1992. 

- Λαζογιώργος Δημήτριος, ''Χρυσόστομος Σμύρνης - Ο Εθνομάρτυς και Άγιος'', εκδ. Πελασγός, Αθήνα, 1995. 

- ''Η έξοδος  - μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλιών της Μικράς Ασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα, 1980. 

- Horton George, ''The Blight of Asia'', Indianapolis, 1926.   Tweet Send Mail SHARES 9898 ΣΧΟΛΙΑ 18 Π


 ==============================================

Η κοπέλα έστεκε ακούνητη 

Συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την καταστροφή της Σμύρνης, σε πρώτο πρόσωπο. 


Η κοπέλα έστεκε ακούνητη

Μαρτυρία Θεοδώρας Κοντού   

Κατεβήκαμε από το χωριό στη Σμύρνη. Λέγαμε πως θα γυρίσομε πίσω. Πήγαμε να ακουμπήσουμε στην εκκλησία του Άη Γιάννη. Ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ένας γνωστός του πατέρα μου μας πήρε στο σπίτι του. Εκεί καθίσαμε. Αυτός πήρε τους δικούς του κι έφυγε χωρίς να μας πει τίποτε∙ έφυγε κρυφά. Μπήκαν οι Τούρκοι, σφάξαν τον πατέρα μας, τη μάνα μας, τον θείο μας, τη θεία μας και τα τρία αδέλφια μου. Εγώ, με τα πιο μικρά αδερφάκια μου, το ένα ήταν δυόμισι χρονών και το άλλο τρεισήμισι, ήμασταν χωμένα κάτω από ένα παταράκι και δεν μας είδαν.   

Καθίσαμε εκεί δώδεκα μέρες∙ ούτε φαΐ, ούτε νερό. Το σπίτι είχε κάτι σαν νεροχύτη και κυλούσε μέσα ένα τρεχούμενο νερό. Τι να κάνω; Να βρέξω τα χείλη μου ήθελα. Άπλωσα τον ποδόγυρό μου απάνω, έπιανα με το χέρι μου τη μύτη μου και έπινα μια γουλιά∙ από τη βρώμα σου ’ρχονταν εμετός. 

Η μάνα μου δεν πέθανε την ίδια ώρα σαν τους άλλους. Της είχαν χύσει τα έντερα, την είχαν περιχύσει τα αίματα κι εκείνη με αρμήνευε και μου 'λεγε: «Παιδάκι μου, άμα δεις τα σκούρα, να πέσεις στη θάλασσα». Έβγαλε και από την τσέπη της και μου 'δωσε το πορτοφόλι της και μια φωτογραφία περιχυμένη στα αίματα∙ την έχω ακόμη, μα τώρα δεν μπορώ να την δείξω.   

Το ένα αδερφάκι μου ήτανε τραυματισμένο με σφαίρα στο πόδι του.    

Όσο περνούσαν οι μέρες τα πτώματα πρήζουνταν, ντουμπάνιαζαν και βρωμούσαν αφάνταστα. Μπαίναν οι Τουρκάλες για να κλέψουν και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Κλέβαν ό,τι μπορούσαν∙ κότες, κουτάλια, μπακίρια και φεύγαν χωρίς να μας δούνε.    

Κάποτε μου ’ρθε έτσι, σαν Θεού φώτιση, και βγήκα λιγο παρά όξω. Τότες είδα πολύ κόσμο που έφευγε, έπαιρνε των ομματιών του. Έκανα τον σταυρό μου, πήρα στην πλάτη μου το τραυματισμένο αδερφάκι μου και από το χέρι το άλλο, και βγήκα στον δρόμο. Έτρεχα να φτάξω τους άλλους, τους πολλούς. Εκεί βλέπω μια κοπέλα που κάθονταν σ’ ένα σωρό πέτρες. Της φώναξα, ήθελα έναν άνθρωπο να με βοήθησει, να του μιλήσω. Αυτή η κοπέλα τίποτα∙ έστεκε ακούνητη. Εγώ δεν την πρόσεξα∙ μόνο ακόμα της μιλούσα. Την έβλεπα που γούρλωνε τα μάτια της, μα δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου∙ την προσέχω. Και τι να δω! Της είχαν χώσει ένα ξύλο από πίσω και έβγαινε από το στόμα της. Τότες ήταν που έτρεχα ακόμη πιο πολύ. Τι να κάνω με τα δυο μωρά; Μπήκα μέσα στην εκκλησία, μα επειδή βρωμούσαμε πολύ σάπιο αίμα, το πόδι του παιδιού, τα μαλλιά μας, τα ρούχα μας, μας διώξαν από την εκκλησία. Τι να κάνουμε; Ζαρώσαμε σαν τα σκυλάκια σ’ ένα παραγκώνι. Πάνε τόσα χρόνια, μα δεν τα ξεχνώ. Θαρρώ πως είναι τούτη η ώρα.    

   Τέλος, όπου πήγαινε ο άλλος κόσμος, πήγαινα κι εγώ. Πήγαμε, πήγαμε, μπήκαμε στη ζώνη. Εκεί ο Τούρκος δεν ήθελε να μας αφήσει να περάσουμε. Εκεί να σ’ έχω! Βάζω τη μια αδερφούλα μου, βάζω την άλλη. Μπήκα κι εγώ στη ζώνη και με τα πολλά μπαρκάραμε και βγήκαμε στη Μυτιλήνη. Από κει, μας πήραν και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη, και από κει, εδώ. Είχα μια εξαδέλφη που ήταν καλή μοδίστρα. Εμένα μ’ έβαλε σε σπίτι∙ ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ. Η κυρά μου γνώριζε την κ. Κουντουριώτη και κλείσαν τα δυο μικρά στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο. Η μια μεγάλωσε και πέθανε στα είκοσι δύο της χρόνια∙ ή άλλη ζει. Είναι παντρεμένη και μένει στη Νέα Ερυθραία. Εγώ παντρεύτηκα, πήρα έναν ήμερο άνθρωπο του Θεού, πατριώτη μας, μα με βρήκαν πολλά βάσανα.    

Φωτ.: Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης
Φωτ.: Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης 

==============================================

Πώς έφυγα απ’ τη Σμύρνη το ’22 

Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22 ζώντας τις αγριότητες που σήμερα η ανθρωπότητα ξαναζεί. 

Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. 

Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. 

Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. 

Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα». 

Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. 

Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.   

Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. 

Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. 

Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). 

Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια.

 Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. 

Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. 

Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί. 

Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. 

Όλος αυτός ο κόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι ο πατέρας μου έψαχνε να βρει το αποχωρητήριο∙ στο ίδο πάτωμα που μέναμε δεν υπήρχε∙ βρήκαμε μια σκάλα. Ανάβει κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. 

Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. 

Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου». Ο πατέρας κρατούσε αγκαλιά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. 

Αλίμονο σ’ εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. 

-Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. 

Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν. Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε. 

Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου. 

Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί. Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. 

Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. 

Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». 

Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν.   

Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. 

Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. 

Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα. Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. 

Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. 

Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. 

Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. 

Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος. 

Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιτικών Σπουδών, Αθήνα 1980 (εξαντλημένο). Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλ: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11. 

================================================


14/09: ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

«Η Μεγάλη Φωτιά»: Το μυθιστόρημα που «ανατρέπει» όσα ξέραμε για την Μικρασιατική Καταστροφή

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Νέα στοιχεία, φως στο άγνωστο διπλωματικό παρασκήνιο, και λεπτομερείς αποκαλύψεις για τις τελευταίες τεταμένες στιγμές που προηγήθηκαν την προέλαση της πύρινης λαίλαπας που σημάδεψε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων και σφράγισε την μοίρα δύο λαών.

Του ανταποκριτή μας στην Ουάσινγκτον, Πέτρου Κασφίκη

Πρόκειται για το σκηνικό της «Μεγάλης Φωτιάς» (The Great Fire), του νέου ιστορικού δράματος με αντικείμενο την άγνωστη μέχρι σήμερα αλλά περιπετειώδη προσπάθεια δύο Αμερικανών, οι οποίοι μέσα στο χάος και τον παραλογισμό της ματωμένης αυλαίας της Μικρασιατικής καταστροφής, κατάφεραν να αναμετρηθούν με την πρόκληση της ιστορίας και να συμβάλουν καθοριστικά στην διάσωση των Χριστιανών προσφύγων.

Το βιβλίο συνέγραψε ο ιστορικός και καθηγητής δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Βοστόνης Lou Ureneck, ο οποίος για τις ανάγκες της έρευνας του ταξίδεψε σε πέντε διαφορετικές χώρες, πραγματοποίησε συνεντεύξεις, μελέτησε τα αρχεία 20 διαφορετικών βιβλιοθηκών, και συνέλεξε πληθώρα αποχαρακτηρισμένων διπλωματικών εγγράφων.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Ureneck, η συγγραφή του βιβλίου ξεκίνησε από την επιθυμία του να καταγράψει την άγνωστη συμβολή των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας του στην διάσωση ενός εκατομμυρίου προσφύγων.

«Όλοι λίγο ή πολύ γνωρίζουν ότι οι πρόσφυγες σώθηκαν χάρις στα καράβια. Έχετε όμως πότε αναρωτηθεί ποιοι και πως κατάφεραν να οδηγήσουν τα καράβια στο λιμάνι της Σμύρνης» ;

Πολύ γρήγορα αυτή η αρχική του ιδέα εξελίχθηκε σε μια μεγαλύτερη ιστορία και ευρύτερη προσπάθεια ευαισθητοποίησης της παγκόσμιας κοινής γνώμης για το θέμα της πρώτης γενοκτονίας του 20ου αιώνα.

Όμως ο κ. Ureneck υπόσχεται πως το βιβλίο του θα συναρπάσει και θα εκπλήξει ακόμα και τον πιο καλά διαβασμένο Έλληνα αναγνώστη. Μάλιστα δεν διστάζει να πάρει θέση και στην κόντρα που είχε ξεσπάσει για το θέμα των σχολικών βιβλίων της ιστορίας απαντώντας στις αιτιάσεις της κ. Μαρίας Ρεπούση περί «εθνικιστικού μπλοκ» και κάνοντάς λόγο για μια προσπάθεια επιβολής «εθνικής λήθης» στην πατρίδα μας.

Μιλήστε μας για τη σημασία της «Μεγάλης Φωτιάς» και για την ιστορία την οποία πραγματεύεστε στο βιβλίο σας;

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η καταστροφή της Σμύρνης δεν αφορά μόνο την Ελληνική ιστορία. Είναι ένα γεγονός με διεθνείς προεκτάσεις που πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας. Η καταστροφή της Σμύρνης ήταν μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις που είχε κληθεί να αντιμετωπίσει η παγκόσμια κοινότητα. Ο Τουρκικός στρατός βίαζε και δολοφονούσε αδιακρίτως. Οι πρόσφυγες δεν είχαν στέγη, νερό, και φαγητό. Επιπλέον, βρίσκονταν εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε μια φλεγόμενη πόλη και στην θάλασσα. Πολλοί πνίγηκαν.

Τέλος, οι Τούρκοι ετοιμαζόταν να οδηγήσουν τον ανδρικό πληθυσμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην ενδοχώρα, μια πορεία κοινώς προς τον θάνατο. Η κατάσταση λοιπόν ήταν απελπιστική και κάτι έπρεπε να γίνει άμεσα, αλλά κανένας δεν φαίνονταν να μπορεί ή να είναι έτοιμος για να επέμβει. Οι πρόσφυγες ήταν αφημένοι στην μοίρα τους. Το βιβλίο μου πραγματεύεται αυτήν την ιστορία μέσα από μια Αμερικανική οπτική καταγράφοντας τις παρασκηνιακές διπλωματικές διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα στις Η.Π.Α αλλά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξαν δύο Αμερικανοί στην εκκένωση της πόλης.

Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου σας και ποιος είναι ο ρόλος που έπαιξαν στην διάσωση των προσφύγων;

Ενώ όλοι είχαν χάσει την ελπίδα τους, ο Asa Jennings, ένας Αμερικανός ιερέας από την Νέα Υόρκη, παρέμεινε στην φλεγόμενη πόλη περιθάλποντας γυναικόπαιδα σε πρόχειρους καταυλισμούς που είχε στήσει στα εγκαταλειμμένα κτήρια. Το πρωί της 20 Σεπτεμβρίου, ο Jennings είδε ένα άδειο Ιταλικό πλοίο κοντά στο λιμάνι. Επικοινώνησε αμέσως με τον Josie Powell, τον διοικητή ενός Αμερικανικού αντιτορπιλικού, και του ζήτησε μια βάρκα και έναν ναύτη. Με την βοήθεια του Powell, ο Jennings πλησίασε το πλοίο, δωροδόκησε τον Ιταλό καπετάνιο, και κατάφερε να μεταφέρει τους πρώτους 2,000 πρόσφυγες στην Μυτιλήνη.

Όταν ο Jennings έφτασε στην Μυτιλήνη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που αντίκρισε. Ένας ολόκληρος εμπορικός στόλος, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκένωση του Ελληνικού στρατού, καθόταν άπραγος στο λιμάνι του νησιού. Χρησιμοποιώντας ένα σωρό τεχνάσματα, λέγοντας ευθέως ψέματα στην Ελληνική κυβέρνηση για την θέση του που κατείχε και αφήνοντας να εννοηθεί ότι μιλά επίσημα για λογαριασμό των Αμερικανών, έφτασε στο σημείο να απειλεί θεούς και δαίμονες μέχρι να καταφέρει να πάρει τα πλοία.

Από την πλευρά του, ο Powell κατάφερε κάτω από την μύτη του διοικητή του, ο οποίος δεν επιθυμούσε μια επιχείριση διάσωσης, να διαπραγματευτεί μια συμφωνία με τους Τούρκους. Μέσα λοιπόν σε εφτά μέρες πέτυχαν το ακατόρθωτο, ένα μικρό θαύμα. Χωρίς καμία οργάνωση και προετοιμασία έβγαλαν 250,000 πρόσφυγες έξω από την Σμύρνη. Το φοβερό όμως είναι ότι η ιστορία δεν σταματάει σε αυτό το σημείο. Αυτό που συνέβαινε στην Σμύρνη λάμβανε χώρα σε όλα τα παράλια της Τουρκίας, όπου οι χριστιανοί περίμεναν να έρθουν τα πλοία για να σωθούν. Μετά την Σμύρνη, ο Jennings συνέχισε την επιχείριση διάσωσης σώζοντας συνολικά ένα εκατομμύριο πρόσφυγες.

Διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο σας θα δυσκολευόταν να φανταστεί ότι ο Jennings θα αναδεικνυόταν τελικά σε ήρωα του δράματος της Σμύρνης. Ποιοι ήταν οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτές τις ηρωικές του ενέργειες;

Από όλους τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην Σμύρνη ο Jennings ήταν πραγματικά ο πιο απίθανος υποψήφιος για την θέση του ήρωα. Όταν ήταν 20 χρονών είχε μολυνθεί από φυματίωση. Η σπονδυλική του στήλη είχε καταρρεύσει με αποτέλεσμα να χάσει πέντε ίντσες από το ύψος του και το κεφάλι του να φαίνεται υπερβολικά μεγάλο σε σχέση με το σώμα του. Κάθε μέρα της ζωής του υπέφερε από δυνατούς πόνους στην πλάτη, πονοκέφαλο, και πυρετό. Παρόλα όμως τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ήταν πάντα χαρούμενος, αισιόδοξος και αγαπούσε τους ανθρώπους.

Ένας άνθρωπος με πολύ βαθιά πίστη στον Θεό. Μάλιστα ο Jennings και η γυναίκα του πίστευαν πως κατάφερε να επιβιώσει από την βαριά του ασθένεια γιατί ο Θεός του είχε αναθέσει κάποια μορφή αποστολής την οποία έπρεπε να εκπληρώσει στην ζωή του. Αυτή την αποστολή και το κάλεσμα του Θεού το βρήκε στην Σμύρνη. Όπως είπε, όταν βρίσκονταν στο λιμάνι ένιωσε το χέρι του Θεού στην ώμο του πριν δει το Ιταλικό πλοίο. Ένας άνθρωπος σχεδόν ανάπηρος, χωρίς καμία εξουσία, που χρησιμοποιώντας ως μοναδικό όπλο την πίστη του κατάφερε να αλλάξει το ρου της ιστορίας. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι σήμερα χρωστούν την ύπαρξη τους σε αυτή την βαθιά θρησκευτική πίστη του Asa Jennings.

Ο Πρόεδρος Ομπάμα είχε χρησιμοποιήσει προεκλογικά των όρο «γενοκτονία». Βλέπουμε όμως από την στιγμή που εκλέχθηκε να αποφεύγει να ξαναχρησιμοποιήσει τον όρο. Γιατί πιστεύετε πως η Αμερική δεν έχει μέχρι σήμερα αναγνωρίσει επίσημα την γενοκτονία;

Όπως σωστά παρατηρήσατε ο Πρόεδρος Ομπάμα γνωρίζει τη γενοκτονία και τα ιστορικά γεγονότα. Το ξέρουμε αυτό γιατί είχε εκφράσει αυτή την θέση κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Δεν μπορώ να γνωρίζω γιατί ως πρόεδρος δεν έχει κάνει αυτό που υποσχέθηκε ως υποψήφιος, αλλά αν ζητάτε την γνώμη μου πιστεύω πως η απόφαση του αυτή δεν έχει να κάνει τόσο με την ιστορία όσο με τις υπάρχουσες πολιτικές σκοπιμότητες και την σύγχρονη γεωπολιτική συγκυρία.

Η Τουρκία είναι ένα πολύτιμο μέλος του ΝΑΤΟ. Η Αμερική χρειάζεται την Τουρκία στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Έτσι έχει επιλέξει να μην χρησιμοποιήσει τον όρο για να μην διαταράξει την σχέση της χώρας μας με την Τουρκία. Πιστεύω όμως πως η Αμερική πρέπει να αναγνωρίσει την γενοκτονία τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων και των Ασσυρίων της Μικράς Ασίας.

Εκτός από την ερευνά σας στις βιβλιοθήκες και στα ιστορικά αρχεία αποφασίσατε να επισκεφτείτε και να δείτε από κοντά τα μέρη για τα οποία γράφετε. Πως σας βοήθησαν αυτά τα ταξίδια στην συγγραφή του βιβλίου σας;

Τα αρχεία δεν φτάνουν από μόνα τους. Έπρεπε να επισκεφτώ και να περπατήσω τα μέρη για τα οποία θα έγραφα. Μόνο έτσι μπορείς να δεις από που δύει και από που ανατέλλει ο ήλιος, το χρώμα του πρωινού ουρανού ή να αισθανθείς την μυρωδιά της θάλασσας. Έτσι αποφάσισα να ταξιδέψω μέχρι την Άγκυρα και να γυρίσω πίσω στην Σμύρνη από την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ, το σημείο από το οποίο ο Τουρκικός στρατός εξαπέλυσε την επίθεση του.

Περπάτησα στα πεδία των μαχών, οπού είχα την ευκαιρία να ξεναγηθώ από έναν Τούρκο στρατηγό. Περπάτησα αμέτρητες φορές την παραλιακή οδό της Σμύρνης χρησιμοποιώντας παλιούς χάρτες και φωτογραφίες. Όλα αυτά είναι σημαντικά γιατί σου δίνουν μια αίσθηση του φυσικού χώρου, η οποία με βοήθησε ιδιαίτερα στις περιγραφές που περιλαμβάνω στο βιβλίο.

Γράφετε ιστορία με όχι έναν συμβατικό τρόπο, αλλά παρουσιάζοντας τα γεγονότα με την μορφή ενός δραματικού σεναρίου. Ποια πιστεύετε πως είναι τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης μορφής αφήγησης που χρησιμοποιήσατε;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γράψεις ιστορία. Ο τρόπος με τον οποίο προτιμώ είναι μέσα από τις εμπειρίες και τα μάτια αληθινών ανθρώπων της εποχής που βίωσαν τα ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο δεν περιλαμβάνει φανταστικά γεγονότα. Τα πάντα τα όποια αναφέρονται είναι ιστορικά ακριβή και υπάρχει η παραπομπή στην σχετική βιβλιογραφία και στις πήγες όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα ακαδημαϊκό σύγγραμα. Ωστόσο τα γεγονότα παρουσιάζονται με την μορφή ενός δραματικού μυθιστορήματος, το οποίο κάνει την ανάγνωση πιο ενδιαφέρουσα και κατά κάποιο τρόπο πιο ζωντανή.

Στην Ελλάδα είχε ξεσπάσει μεγάλη κόντρα με αφορμή το σχολικό βιβλίο της κ. Μαρίας Ρεπούση και την περιγραφή που έκανε στα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής. Η συγγραφές είχε απαντήσει πως όσοι αντιδρούν στο βιβλίο της ανήκουν στο «εθνικιστικό μπλοκ». Έχετε κάποια γνώμη για τα σχολικά βιβλία στην Ελλάδα και για τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες θυμούνται την Μικρασιατική Καταστροφή;

Είναι σημαντικό να δίνουμε πρόσωπο στην ιστορία. Ο κάθε άνθρωπος υποφέρει ξεχωριστά. Ο κάθε άνθρωπος πεθαίνει μόνο μια φορά. Η κάθε δύσκολη απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι μοναδική. Η μνήμη αποτελεί καθήκον και στοιχειώδη σεβασμό απέναντί στα θύματα και στους ανθρώπους που υπέφεραν. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχάσουμε και σε μια καμία περίπτωση η ακριβής καταγραφή του τι έγινε στην Σμύρνη δεν αποτελεί ένα εθνικιστικό εγχείρημα (όπως λέει η κ. Ρεπούση). Αν υπήρξε πόνος και βαρβαρότητα τα σχολικά βιβλία έχουν χρέος να το καταγράψουν. Πιστεύω πως ο Βενιζέλος αποφάσισε σωστά να καλλιεργήσει καλές σχέσεις με την Τουρκία.

Η διαγραφή όμως της ιστορικής μνήμης που συνέβη στην Ελλάδα ως κεντρική ιδεολογική γραμμή και πολιτική απόφαση δεν με βρίσκει σύμφωνο ως συγγραφέα και ακαδημαϊκό. Τα έθνη πρέπει να μάθουν να κάνουν και τα δύο (να διατηρούν την εθνική μνήμη και να κτίζουν σχέσεις συνεργασίας). Πάρτε για παράδειγμα την Αμερική. Πριν από 60 χρόνια βρισκόμασταν σε πόλεμο με δύο από τους ισχυρότερους σύμμαχους που έχουμε σήμερα, την Γερμανία και την Ιαπωνία. Θυμόμαστε την κτηνωδία που επέδειξαν οι Ιάπωνες στις φυλακές πολέμου και φυσικά δεν έχουμε ξεχάσει το ολοκαύτωμα των Εβραίων.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πορευτούμε στο μέλλον και να κτίσουμε καλές σχέσεις συνεργασίας μεταξύ μας. Είναι ένας χρήσιμος τρόπος για να πορεύεται μια χώρα το μέλλον. Θυμόμαστε, συμφιλιωνόμαστε και μετά συνεργαζόμαστε. Για αυτό ακριβώς τον λόγο δεν πιστεύω στην τεχνητή λήθη και είμαι υπέρ της ολοκληρωμένης διδασκαλίας της ιστορίας.

=================================================

Καταστροφή της Σμύρνης

Η Καταστροφή της Σμύρνης, φωτογραφία από ιταλικό πλοίο, 14/9/1922

Η Καταστροφή της Σμύρνης, φωτογραφία από ιταλικό πλοίο, 14/9/1922
Mε τον όρο καταστροφή της Σμύρνης ή αλλιώς Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης αναφέρονται τα γεγονότα της σφαγής του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της Σμύρνης από τον κεμαλικό στρατό, καθώς και η πυρπόληση της πόλης, που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922. Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία, και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο).

Προηγηθέντα της πυρπόλησης

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, την ευθύνη του οποίου έφερε ο τότε Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης, και την άτακτη υποχώρηση και αναδίπλωση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από το Αφιόν Καραχισάρ, (στα μέσα Αυγούστου του 1922), άρχισε και ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού (Ελλήνων και Αρμενίων) προς τη μικρασιατική ακτή, που, κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έφτανε τις 250.000. Επίσης, στη Σμύρνη είχαν βρει καταφύγιο και 15.000 Αρμένιοι που συνωστίζονταν στα διάφορα ιδρύματα και σπίτια της Αρμενικής Κοινότητας.

Η αδιάκοπη όμως άφιξη των τρένων που μετέφεραν στρατιωτικά υπολείμματα και πρόσφυγες (υπολογίστηκε ότι έφταναν με ρυθμό 30.000 ατόμων την ημέρα) στη Σμύρνη, καθώς και οι έντονες φήμες της γενικής κατάρρευσης του μετώπου μεγάλωναν την ένταση και την ανησυχία του πληθυσμού, ενώ η προετοιμασία της ελληνικής διοίκησης για αναχώρηση δεν άφηναν πλέον τις παραμικρές αμφιβολίες για τη μετέπειτα εξέλιξη. Έναντι της έντρομης εκείνης κατάστασης που εξελισσόταν, χαρακτηριστική υπήρξε η απάντηση του Έλληνα Υπάτου Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη στον πρώην Νομάρχη Λέσβου και Διοικητή Χίου Γεώργιο Παπανδρέου, όταν ο δεύτερος του συνέστησε να ενημερώσει άμεσα τον ελληνογενή πληθυσμό για να φύγει. Ο Στεργιάδης φέρεται να δήλωσε στον Παπανδρέου: "Καλύτερα να μείνουν εδώ, να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θ' ανατρέψουν τα πάντα."

Στις 24 Αυγούστου/6 Σεπτεμβρίου αναχωρεί και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα. Την επομένη οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης προκυμαίας "Κε" της Σμύρνης μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. (Δείτε παρακάτω ενότητα "Ο ελληνικός στόλος"). Μετά όμως από έντονη παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου Γ. Χόρτον, (G. Horton), στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων[6]. Την επομένη, 26 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου (1922), αναχωρούν οι ελληνικές Αρχές Σμύρνης. O μέχρι τότε Έλληνας Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αρ. Στεργιάδης, επιβιβάστηκε σε αγγλικό πολεμικό πλοίο που του διατέθηκε με προορισμό την Κωνσταντινούπολη.

Η αντίστροφη μέτρηση για την πόλη της Σμύρνης είχε πλέον φθάσει.

Ο ελληνικός στόλος

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, δηλαδή δύο ημέρες πριν από την έναρξη της καταστροφής της πόλης, είχε εκδηλωθεί στρατιωτικό κίνημα στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τούτο είχε ως συνέπεια όλος σχεδόν ο ελληνικός στόλος με το σύνολο των επίτακτων πλοίων να τεθεί υπό τους κινηματίες για τη μεταγωγή του ελληνικού στρατού προς το Λαύριο, προκειμένου να επικρατήσει η επανάσταση στην Αθήνα. Μάλιστα δε, το ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς που ναυλοχούσε και είχε ως βάση τη Σμύρνη, με την έκρηξη του κινήματος και υπό τον κυβερνήτη πλοίαρχο Δεμέστιχα μετέβη στη Σάμο όπου και παρέμεινε προκειμένου να επιβάλει την επανάσταση παρότι οι καπνοί της καταστροφής, (κατά την ημέρα), και το φέγγος της πυρκαγιάς, (κατά τη νύχτα), ήταν ορατά τόσο από τη Χίο όσο και από τη Σάμο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 κατά την τρίτη ημέρα της καταστροφής της Σμύρνης το θωρηκτό Κιλκίς απέπλευσε και ενώθηκε με το θωρηκτό Αβέρωφ, μεταξύ Χίου και Σάμου, που κατερχόταν ολοταχώς το Αιγαίο προς Πειραιά, προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είχε σημειωθεί ανταρσία και είχε αποχωρήσει από τη Διασυμμαχική Ανταντική Ναυτική Δύναμη, που ναυλοχούσε στο Βόσπορο, (στην οποία είχε ενταχθεί μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου), υπό τον κινηματία κυβερνήτη Αντιπλοίαρχο Γ. Χατζηκυριάκο.

 ==================================================

ΠΗΓΕΣ





Καταστροφή της Σμύρνης - Βικιπαίδεια

====================================================


                                       1922 (Η καταστροφή της Σμύρνης)

Ταινία που αναφέρεται στην πυρπόληση και καταστροφή της Σμύρνης της Μικράς Ασίας και την γενοκτονία των Ελλήνων κατοίκων της, στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, από τους νεότουρκους του Κεμάλ, με σκοπό την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους.
Η ταινία βασίστηκε σε αυθεντικές μαρτυρίες από το μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη και στην οποία απαγόρευσαν την προβολή της στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Μια ταινία που όχι μόνο κατέγραψε τη βαρβαρότητα των Νεοτούρκων, αλλά ανέδειξε και την Ελλαδική νοοτροπία των Νεοελλήνων να συγκαλύπτουν για λόγους σκοπιμότητας τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικρασίας.
Ελληνικό Κέντρο Κινηματoγράφου

                    =================================









''Η Καταστροφή της Σμύρνης'' Η Μηχανή Του Χρόνου''

Mε τον όρο καταστροφή της Σμύρνης αναφέρονται τα γεγονότα της σφαγής του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της Σμύρνης από τους Τούρκους, καθώς και της πυρπόλησης της πόλης, που συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1922. Η καταστροφή αυτή άρχισε 7 ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Μικρά Ασία και μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού, του ιδίου του Μουσταφά Κεμάλ και των ατάκτων του στην πόλη. Η φωτιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία και συγκεκριμένα από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νκολάου, όπου είχαν καταφύγει τα γυναικόπαιδα και πολιορκούντο από τους Τούρκους. Την πολιορκία την έσπασε με το ασκέρι του ο Έλληνας καπετάνιος Σιδερής (Ισίδωρος) Πανταζόπουλος, που επί πολλά έτη πολεμούσε τους άτακτους Τσέτες ληστές στα γύρω βουνά. Οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην εκκλησία και έδωσαν νερό και τρόφιμα στους πολιορκημένους, όμως, οι πολυπληθέστεροι Τούρκοι γρήγορα ανασυντάχθηκαν και παίρνοντας πυρίτιδα από γειτονική πυριταδαποθήκη, περικύκλωσαν και πάλι την εκκλησία και την ανατίναξαν. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία οι Τούρκοι ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία, και διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο).

Δημοσίευση σχολίου