Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Άγγελος και Μαρίνα

Miranda in Shakespeare's The Tempest as painted by John William Waterhouse


Painting showing Miranda observing the wreck of the King's ship.
John William Waterhouse (1849-1917), Miranda—The Tempest. 1916.


===================================



"O, wonder!
How many goodly creatures are there here!
How beauteous mankind is! O brave new world,
That has such people in't!"
Miranda
William Shakespeare
The Tempest Act V, Scene I

=============================



Miranda is one of the principal characters of William Shakespeare’s The Tempest. She is the only female character to appear on stage during the course of the play and is one of only three women mentioned.

Miranda is the daughter of Prospero, one of the main characters of William Shakespeare's The Tempest. She was banished to the Island along with her father at the age of three, and in the subsequent twelve years has lived with her father and their slave, Caliban, as her only company. She is openly compassionate and unaware of the evils of the world that surrounds her, learning of her father's fate only as the play begins.



Miranda (The Tempest) - Wikipedia


===========================






Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια πολιτεία μακρινή ζούσε ένα όμορφο κορίτσι, η Μαρίνα που χε τον ήλιο στα μαλλιά, το φεγγαρόφωτο στα μάτια και τα χείλη κόκκινα σαν αίμα.

Περνούσε καλά, όσο καλά επιτρέπουν οι Θεοί στους ανθρώπους να ζουν. Αντιμετώπιζε τα προβλήματα και τις σκοτούρες μ΄ ένα χαμόγελο ομορφότερο κι από το ακριβότερο πετράδι.

Την περίοδο που εκτυλίσσεται η ιστορία μας η Μαρίνα είχε ένα παραπάνω λόγο για να είναι χαρούμενη. Η καρδιά της ήταν δοσμένη σ΄ ένα παλικάρι που την ήθελε το ίδιο. Η αγάπη τους εισιτήριο για την ελευθερία, τη λύτρωση, την αναγέννηση. Για πρώτη φορά ένιωθε να πλημμυρίζει το είναι της από χιλιάδες πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Τα χιόνια έλιωναν στα βουνά και η γη φόραγε τα γιορτινά της. Χιλιάδες μυρωδιές και χρώματα συνέθεταν τοπίο μαγικό με ομορφιά ανείπωτη που μόνο μια φορά επιτρέπεται να υπάρξει. Αυτά όταν ήταν άνοιξη.

Όταν πάλι ερχόταν το φθινόπωρο, τα κλαδιά των δέντρων γυμνά από φύλλα τραγουδούσαν λυπητερά για το γαλάζιο του ουρανού που θα χανόταν και τη θέση του θα έπαιρνε το γκρίζο. Το χώμα πάλι, στοργικά δεχόταν τις πρώτες στάλες της βροχής ευγνωμονώντας τον Πλάστη για τη ζωή που Εκείνος έσπερνε στη γη.

Τα διαβατάρικα πουλιά έδιναν ραντεβού για την επόμενη χρονιά αν και γνώριζαν καλά πως τα μεγαλύτερα από εκείνα δεν θα ξαναγύριζαν ενώ κάποια άλλα νέα θα έρχονταν να μπουν ανάμεσά τους.

Η πολιτεία μας πάλι θα συνέχιζε να κινείται στους δικούς της ρυθμούς σφυρηλατώντας τον πόθο και τη προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο στο αμόνι της πλήξης, της αδιαφορίας, του φόβου και του άτυχου. Βλέπετε, όλοι ονειρεύονται κάτι καλύτερο αλλά ποιος έχει το θάρρος ν΄ αγωνιστεί γι΄ αυτό;

Ένα βράδυ, σηκώθηκε αέρας πολύς. Σύντομα τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν. Χοντρές σταγόνες βροχής έγιναν ένα με το χώμα μαστιγώνοντας ζωντανά και ανθρώπους.

Στο σπίτι της Μαρίνας βασίλευε η ηρεμία και η σιγουριά του απλού και αληθινού. Ξάφνου, ένα χτύπημα και ύστερα ένα άλλο πιο δυνατό ακούστηκε στη πόρτα.

- Ποιος να ναι άραγε; Αυτός που περιμένω έχει έρθει από καιρό, συλλογίστηκε το όμορφο κορίτσι. Πλησίασε στη πόρτα, δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια τράβηξε τον σύρτη. Άνοιξε δειλά τη πόρτα κι αμέσως πήγε να βάλει μια φωνή.

Ένα χλωμό αγόρι στεκόταν μπροστά της. Τα μάτια του έκαιγαν σαν κάρβουνο. Μακρινός οδοιπόρος που η κακουχία και το μπουρίνι τον είχαν εξαντλήσει. Ψηλός σαν κυπαρίσσι με πρόσωπο ζεστό κι εκφραστικό πλην όμως παγωμένο από το κρύο.

- Συγχώρα με αρχόντισσα που σε σκιάζω τέτοια ώρα. Περαστικός είμαι από τα μέρη σου και η μπόρα με βρήκε στο δρόμο. Δεν ξέρω κανέναν εδώ. Πες μου σε παρακαλώ που μπορώ να βρω μια γωνιά να ξαποστάσω λίγο γιατί απόκαμα. Έρχομαι από μακριά και πάω ακόμα πιο μακριά.

Το βλέμμα της Μαρίνας ράγισε : - Πέρασε μέσα ξένε, καλώς όρισες στο σπίτι μου.

Το παλικάρι τη διαπέρασε με τη ματιά του. Ήταν όμορφη σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι κι η φωνή της ηχούσε σαν τραγούδι καρδερίνας σε μπαξέ παραδεισένιο.

- Ευλογημένη η μοίρα που σ΄ έστειλε στο διάβα μου . Με λένε Άγγελο.
- Μαρίνα με φωνάζουν, του αποκρίθηκε με τη ζεστή φωνή της. Πάω να σου φέρω στεγνά ρούχα, είσαι μούσκεμα ως το κόκκαλο και να σου ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να φας.

Ο Άγγελος δεν θυμόταν να είχε νιώσει ξανά τέτοια ηρεμία και γλύκα στη ψυχή του. Μια ζωή αναζητούσε μέσα στην ομίχλη της αγωνίας του εκείνη, τη μία και μοναδική. Τόση μοναξιά, τόσες βιαστικές αποφάσεις, τόσα λάθη. Τώρα, τώρα έτρεμε να ρωτήσει. Η νεράιδα ήταν αλήθεια μπροστά του ή επρόκειτο για ένα ακόμα λάθος, ακόμα μία ψευδαίσθηση;

Η νύχτα κύλησε ήσυχα. Τσακισμένος από τη κούραση, γρήγορα αποκοιμήθηκε βαθιά. Κάθε λίγο όμως μια ρυτίδα ανησυχίας ερχόταν σαν απρόσμενο κύμα να ταράξει τα κοιμισμένα του βλέφαρα.

Οι μέρες πέρασαν από τότε. Ο Άγγελος ρίζωσε για τα καλά στη πόλη και ο καιρός του περνούσε όπως ο αέρας περνάει πάνω από τον κάμπο με τα στάχυα. Μια έγνοια όμως τον βασάνιζε: Η Μαρίνα.

Την είχε αγαπήσει πριν ακόμη την αντικρίσει. Η ζωή του φάνταζε κούφια κι ανήλιαγη χωρίς εκείνη. Μια μέρα, το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε να της μιλήσει, να της ζητήσει να γίνει δικιά του. Μεμιάς ένιωσε το αίμα να κυλάει ζεστό στις φλέβες του. Η χαρά άνθησε μέσα του. Οπλίστηκε με ευγένεια και τόλμη και κίνησε για το σπίτι της.

Δεν άργησε να φτάσει. Ετοιμάστηκε να της χτυπήσει όταν άκουσε τη φωνή ενός άλλου άντρα να έρχεται από μέσα:
- Μαρίνα, ανάσα της πνοής μου, όταν είμαι μαζί σου δεν υπάρχει τόπος και χρόνος!

Τα λόγια αυτά χτύπησαν τον Άγγελο σαν κεραυνός. Η απάντηση της Μαρίνας ήταν η χαριστική βολή:
- Σ΄ αγαπώ βασιλιά της καρδιάς μου!

Ο Άγγελος έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε γοργά. Λίγο αργότερα, το ηλιοβασίλεμα τον βρήκε να παλεύει με τα κύματα στην απέραντη θάλασσα της θλίψης του ενώ η μοναξιά, πιστή ερωμένη, τον καλούσε γι΄ άλλη μια φορά να πλαγιάσουν μαζί.

Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά του κι έφυγε. Κανείς δεν ξανάκουσε για εκείνον. Η Μαρίνα λυπήθηκε όταν έμαθε ότι είχε φύγει. Δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.
-Αφού του φέρθηκα σαν πραγματική φίλη. Γιατί χάθηκε; Σκεφτόταν όλα αυτά κι άκρη δεν έβγαζε. Γρήγορα όμως τον ξέχασε. Δεν είχε σημασία άλλωστε. Ήταν ερωτευμένη κι όλα τ΄ άλλα ήταν μικρά, ασήμαντα σαν τους κόκκους της άμμου, σαν τα μυρμήγκια που τα συνθλίβει το ανθρώπινο πόδι όταν πατάει πάνω τους.

Η πολιτεία μας πάλι, συνέχισε να κινείται στους δικούς της ρυθμούς σφυρηλατώντας τον πόθο και τη προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο στο αμόνι της πλήξης, της αδιαφορίας, του φόβου και του άτυχου. Βλέπετε, όλοι ονειρεύονται κάτι καλύτερο αλλά ποιος έχει το θάρρος ν΄ αγωνιστεί γι΄ αυτό;


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


Δημοσίευση σχολίου