Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ






      
Σὲ βεβαιώνω πὼς αἰσθάνομαι στεναχώρια καὶ θλίψη ὅποτε δημοσιευθεῖ τίποτα γιὰ μένα. Ἀνέκαθεν ἀπέφευγα τὰ δοξάρια. Πολὺ φτηνὸ πράγμα. Ἀφοῦ εἶπα πολλὲς φορὲς νὰ μὴ γράψω πιὰ νὰ μὲ ξεχάσουν. Τί ὄμορφο πράγμα νὰ ζεῖς ξεχασμένος..

...τὸ κάθε τι εἶνε τυλιγμένο μέσα σὲ μυστήριο. Αὐτὸ τὸ μυστήριο θέλουνε νὰ βγάλουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Μὰ ξεγυμνώνουνε τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε βαθὺ αἴσθημα. Ἀφοῦ καὶ οἱ Χριστιανοὶ τῆς σήμερον θέλουνε νὰ κάνουνε τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς μυστήρια, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό. Ἂν δὲν νοιώθεις μυστήριο σὲ ὅ,τι βλέπεις, σὲ ὅ,τι ἀκοῦς, σὲ ὅ,τι πιάνεις, εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια πεθαμένος ἄνθρωπος...

Θυμᾶμαι τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα πιὸ φυσικὴ ζωή, πὼς ὅλα μὲ κάνανε νὰ βουτῶ βαθειὰ μέσα μου καὶ νὰ βρίσκω κάποια ἀλλόκοτα πετράδια, καὶ κάποια μαργαριτάρια μιᾶς ξωτικῆς θάλασσας...


..Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος.

Δὲν τὰ μεταχειρίστηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίστηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ.

Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο, ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας. Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή, μὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὅλα γαληνεύουν, ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία...


 ~ Φώτης Κόντογλου

              
    



« Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, μπάλλες, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, ἠλίθιους καρνάβαλους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια. Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθῇ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο; ... -Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος πολιτισμός.

Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. »


                ================================================

Φώτης Κόντογλου - Ἀσάλευτο θεμέλιο

Σήμερα νομίζεται καλὸς σὲ ὅλα, ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τίποτα, ὅποιος δὲν νιώθει καμιὰ εὐθύνη. Ἀλλιῶς τὸν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὴν χώρα μας, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας, τὴν παράδοσή μας, τὴν γλώσσα μας, θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός. Οἱ ἀδιάφοροι παιρνοῦν γιὰ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιὰ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔχουν γιὰ πιστεύω τὴν καλοπέραση, τὸ εὔκολο κέρδος, τὶς εὐκολίες, τὶς ἀναπαύσεις, κι ἂς μὴν ἀπομείνῃ τίποτα ποὺ νὰ θυμίζῃ σὲ ποιὸ μέρος βρισκόμαστε, ἀπὸ ποὺ κρατᾶμε, ποιοὶ ζήσανε πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴν χώρα μας. Ἡ ξενομανία μᾶς ἔγινε τώρα σωστὴ ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιὰ ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τὴν ἀρρώστεια πιὸ βαρειὰ παρμένη, λογαριάζεται γιὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος.
Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα παζάρι ποὺ πουλιοῦνται ὅλα, σὲ ὅποιον θέλῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Καταντήσαμε νὰ μὴν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπὸ τὸ σῶμα μας ἴσαμε τὸ πνεῦμα μας. Τὸ μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, καὶ ὕστερα ἔφθασε καὶ στὸ σῶμα. Περισσότερο ἀντιστάθηκε σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ὁ λαὸς καὶ βαστάξε καμπόσο, μὰ στὸ τέλος τὸν πῆρε τὸ ρεῦμα καὶ πάει καὶ αὐτός. Μάλιστα εἶναι χειρότερος ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τὰ φερσίματα καὶ τὶς κουβέντες ποὺ βλέπει στὸν κινηματογράφο, ἔγινε ἀφιλότιμος καὶ ἀδιάντροπος. Ἐνῷ πρῶτα ξεχώριζε ἀπὸ ἄλλες φυλές, γιατὶ ἦταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα ἔγινε ἀγνώριστος. Τὰ ὄμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα μὲ τὴν μέρα. Καὶ οἱ λιγοστοὶ ποὺ διατηροῦνε ἀκόμη λίγα σημάδια ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, παρασέρνονται σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ἀπὸ τοὺς πολλούς, ποὺ εἶναι οἱ ἔξυπνοι, οἱ συγχρονισμένοι, οἱ μοντέρνοι, ἀλλὰ ποὺ εἶναι στ᾿ ἀληθινὰ οἱ ἀναίσθητοι καὶ οἱ ἀποκτηνωμένοι. Οἱ καλοὶ ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοί, συμμαζεμένοι καὶ μὲ ἀνατροφή. Οἱ ἄλλοι τοὺς λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικὸς ἄνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πιὰ σήμερα στὸν τόπο μας. Ἡ μόδα εἶναι νὰ εἶναι κανεὶς ἀντιπαθητικός, κρύος, ἄνοστος καὶ μάγκας. Μάλιστα ὅπως ὅλα φραγκέψανε, φράγκεψε καὶ ὁ μάγκας.
Οἱ πιὸ ἀγράμματοι ἀνακατώνουνε στὴν κουβέντα τους κάποια ἐγγλέζικα καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν χρειάζονται. Ὅσο γιὰ τοὺς γραμματισμένους, ὅλη ἡ γραμματοσύνη τους εἶναι νὰ μιλᾶνε ἐγγλέζικα καὶ σὲ λίγο καιρὸ δὲν θὰ ὑπάρχει Ἕλληνας νὰ μιλᾶ ἑλληνικά. Ἂς καταργηθῇ λοιπὸν ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ὁλότελα, νὰ μὴν κουράζονται τὰ παιδιά μας στὴν ἄσκοπη ἐκμάθευσή της. Κοιτάχτε τὰ παιδιά μας. Παρατηρεῖστε τὶς φυσιογνωμίες τους, τὸ βλέμμα τους, τὶς κουβέντες τους, τὰ ἀστεῖα τους, τὰ παιχνίδια τους. Ὅλα μυρίζουνε … Ἑλλάδα, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦμε! Τὸ μόνο ποὺ ἀπόμεινε ἑλληνικὸ εἶναι τὸ «ρέ». Τὸ μασκάρεμα γίνεται γοργὰ καὶ στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχή. Οἱ λιγοστοὶ ποὺ ἀντιστέκονται ἀκόμη σὲ αὐτὸν τὸν κατακλυσμό, πῶς νὰ μπορέσουνε νὰ βαστάξουνε; Γύρω τους βογγᾶ ἡ μεθυσμένη ἀνθρωποθάλασσα. Ἔρχεται καινούργιος κόσμος! Τὸ κολοσσαῖο μὲ τὰ οὐρλιάσματά του σκεπάζει τὶς ψαλμῳδίες ποὺ λένε οἱ μάρτυρες, περιμένοντας τὰ θηρία νὰ τοὺς φᾶνε.
Ἀλλὰ ἂν θὰ λείψουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς, μήπως θὰ ἀπομείνουν τὰ βουνά, οἱ ἀκροθαλασσιές, οἱ θάλασσες, τὰ νησιὰ καὶ τὰ βράχια μὲ τὸν ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τὰ περισσότερα τὰ ἔχουνε ἀγοράσει ἄνθρωποι ποὺ ἤρθανε ἀπὸ τὸν βόρειο Ὠκεανό, ἀπόγονοι τῶν Βικίγκων. Ἐκεῖνα τὰ κακόμοιρα νησιὰ τί συμφορὰ ἔχουνε πάθει! Ἡ φτώχεια τους στάθηκε ἡ καταστροφή τους. Σήμερα τὰ ρημάξανε ἄλλοι κουρσάροι, πιὸ ἐπικίνδυνοι ποὺ σφάζουνε μὲ τὸ μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τὰ νησιὰ μὲ εὐγενικὸ τρόπο, μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Τὰ ἄσπρα σπιτάκια τῶν νησιωτῶν, ποὺ ζούσανε σὲ αὐτὰ ἁπλοϊκοὶ καὶ συμμαζεμένοι ἄνθρωποι, θαρρεῖς πὼς γίνανε δημόσια. Κυκλοφοροῦν χιλιάδες φωτογραφίες τῆς Μυκόνου, τῆς Πάρου, τῆς Αἴγινας, τῆς Ὕδρας, καὶ ἀντὶ νὰ βλέπῃ κανεὶς στοὺς στενοὺς δρόμους τοὺς κάποιους ἀραιοὺς νησιῶτες ψαράδες, ψημένους στὴν θάλασσα καὶ νησιώτισσες μὲ τὰ σεμνά τους ροῦχα, βλέπει νὰ γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ἢ ὁλόγυμνα, ξενόφερτα, ἀγκαλιασμένοι θεατρινίστικα καὶ νὰ κάνουνε κάποιες ἄνοστες ἐπιδείξεις «ταμπλῶ βιβᾶν», σὰ νὰ παίζουν στὸν κινηματογράφο. Καὶ ρωτᾶς, κουνώντας τὸ κεφάλι σου: τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ δίποδα, μὲ ἐκεῖνα τὰ σπίτια καὶ μὲ τὰ στενοσόκκακα τῶν νησιῶν; Ταιριάζουνε μὲ αὐτά, ὅσο ταιριάζουνε οἱ τουρίστες μὲ τὰ σὸρτς μὲ τὸν Παρθενώνα ποὺ μπροστά του φωτογραφίζονται. Ὅμως ἐκεῖ στέκονται ὅσο νὰ φωτογραφηθοῦνε, καὶ δὲν ἔχουνε γιὰ σπίτι τοὺς τὸν ἀρχαῖο ναό, ἐνῷ τοῦτοι στὰ νησιά, κατοικοῦνε μέσα σὲ ἐκεῖνα τὰ ἀταίριαστα σπίτια. Ὅλα ὑπηρετοῦνε τὰ γοῦστα αὐτῶν τῶν ἀφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολὺ ἀγαποῦν αὐτοὶ τὴν Ἑλλάδα, ποὺ εἶναι ἐνθουσιασμένοι πὼς δὲν θὰ ἀφήσουνε τίποτα ἑλληνικὸ ὅπου πατήσουνε.

Καημένη Ἑλλάδα! Τί τέλος σὲ περίμενε! Μὰ δὲν ἔχεις μήτε κάποιον νὰ σὲ κλάψει, γιατὶ τὴν κηδεία σου τὴ γιορτάζουνε σὰν γάμο, μὲ χαρὲς καὶ μὲ τραγούδια, ποὺ αὐτὰ εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἑλληνικά. Ἀκοῦστε τὴν ἑξῆς ἱστορία: ἡ χταπόδα βοσκᾶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας, μαζὶ μὲ τὸ χταποδάκι. Ἄξαφνα τὸ καμακίζουνε. Τὸ χταποδάκι φωνάζει: μὲ πιάσανε μάνα! Ἡ μάνα του τοῦ λέγει: μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Ξαναφωνάζει τὸ μικρό: μὲ βγάζουν ἀπὸ τὴν θάλασσα! Πάλι λέγει ἡ μάνα: μὴν φοβᾶσαι παιδί μου. Καὶ πάλι: μὲ σγουρίζουνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ κόβουνε μὲ τὸ μαχαίρι! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ βράζουνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ μασᾶνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Πίνουνε κρασὶ μάνα! Τότε ἐκείνη ἀναστέναξε καὶ φώναξε: Ἄχ, σὲ ἔχασα παιδί μου! Γιατὶ τὸ κρασὶ εἶναι ὁ ἀντίμαχος τοῦ χταποδιοῦ, ἐπειδὴ τὸ λιώνει στὸ στομάχι. Δηλαδὴ ἡ μάνα δὲν φοβήθηκε μήτε τὸ μαχαίρι, μήτε τὴν φωτιά, μήτε τὰ δόντια, ἀλλὰ τὸ κρασί, ποὺ εἶναι πιὸ ἤρεμο καὶ ἀθῷο μπροστὰ στὰ μαχαίρια καὶ τὰ δόντια. Ἡ Ἑλλάδα σὰν τὸ χταποδάκι πέρασε ἀπὸ φωτιές, δόντια, μαχαίρια, ἀλλὰ πνεῦμα ΔΕΝ παρέδινε. Ὁ Φράγκος δὲν ἔρχεται μὲ μαχαίρια, πιστόλια καὶ φωτιές. Ἦρθε μὲ χάδια καὶ γλυκόλογα. Ἦρθε μὲ δῶρα, μὲ λεφτά, νὰ ἀνακουφίσῃ τὴν φτώχεια μας, νὰ διασκεδάσῃ μαζί μας, νὰ χορέψῃ μαζί μας, νὰ μᾶς εὐκολύνῃ τὴν ζωὴ μὲ τὰ μηχανήματά του. Ὅπως τὸ χταποδάκι ἔλιωσε στὸ κρασί, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλλάδα κοντεύει νὰ χαθῇ ἀπὸ τὸ γλυκὸ κρασὶ ποὺ τὴν μέθυσε καὶ δὲν ξέρει τί κάνει καὶ ξεγυμνώθηκε καὶ στρήνιασε καὶ ἐκ τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτισεν.

            
              ===============================================

Η πολυσχιδής περίπτωση του Φώτη Κόντογλου σε μια έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο Φωτίζεται για πρώτη φορά, η προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή.

 15.12.2015  


Το Βυζαντινό Μουσείο τιμά τη μνήμη του Φώτη Κόντογλου, για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, παρουσιάζοντας όχι μόνον το ζωγραφικό του έργο, κοσμικό και θρησκευτικό, αλλά και φωτίζοντας, για πρώτη φορά, την προσωπικότητά του ως λογοτέχνη, κριτικού, ερευνητή των βυζαντινών χρωμάτων και συντηρητή.    Η διάρθρωση της έκθεσης είναι χρονολογική. Ακολουθεί τον καλλιτέχνη από το Αϊβαλί, όπου γεννήθηκε, στο Παρίσι όπου μαθήτευσε, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου ταξίδεψε, αλλά και στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι και το τέλος της ζωής του. Περιλαμβάνει 150 έργα και περισσότερα από 100 τεκμήρια (εκδόσεις, φωτογραφίες, χειρόγραφα, συμβόλαια, επιστολές) από τα Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία του Βυζαντινού Μουσείου και από αρχεία ιδιωτικών συλλογών.    Τα περισσότερα τεκμήρια προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Φώτη Κόντογλου. Το αρχείο Φ. Κόντογλου δωρήθηκε το 2014 στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο από τους εγγονούς του καλλιτέχνη, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, και αποτελεί πλεόν διακριτό μέρος των Ιστορικών και Φωτογραφικών Αρχείων του ΒΧΜ. Από το πολύτιμο αυτό αρχείο εκτίθενται φωτογραφίες, επιφυλλίδες του στον ημερήσιο τύπο της εποχής, χειρόγραφα αδημοσίευτων κειμένων του, σημαντικά τεκμήρια από την αλληλογραφία του, συμβόλαια που αφορούν δημόσιες εκκλησιαστικές και ιδιωτικές παραγγελίες αγιογραφικών συνόλων, σημειώσεις και προσωπικές μελέτες σχετικές με θεολογικά και καλλιτεχνικά θέματα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα κείμενα αλλά και μελέτες άλλων συγγραφέων για τον Φ. Κόντογλου.   

Φώτης Κόντογλου, Ναυτική σκηνή, 1924, μελάνι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 19 Χ 24 εκ. ιδιωτική συλλογή.
 Φώτης Κόντογλου, Ναυτική σκηνή, 1924, μελάνι και υδατόχρωμα σε χαρτί, 19 Χ 24 εκ. ιδιωτική συλλογή.  


Φώτης Κόντογλου: 

«Ό,τι έκανα τόκανα στ'όνομα της απλότητας.» 

  Ο Φώτης Αποστολέλης, γνωστός ως Φώτης Κόντογλου ή Κόντογλους, γεννήθηκε το 1895 στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του ανατράφηκε από τον αδελφό της μητέρας του, ιερομόναχο Στέφανο Κόντογλου. Mετά το 1913, όταν έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, υιοθετεί το οικογενειακό επίθετο της μητέρας του.   Δυο χρόνια αργότερα εγκαταλείπει τις σπουδές και ξεκινά μια μυθιστορηματική περιπλάνηση με σταθμούς σε  Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία και κατάληξη το Παρίσι. Εργάζεται ως ανθρακωρύχος, εργάτης, μεταφραστής, εικονογράφος σε περιοδικά, και παράλληλα μελετά και ζωγραφίζει. Στενότερος φίλος του στη γαλλική μητρόπολη είναι ο Σπύρος Παπαλουκάς, του οποίου το έργο και τις αναζητήσεις θαυμάζει. Το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί και διδάσκει καλλιτεχνικά και γαλλικά σε σχολείο.     


Φώτης Κόντογλου, Κυνηγός, δεκαετία 1920, τέμπερα σε χαρτί, 34 Χ 13,5 εκ. ιδιωτική συλλογή.
Φώτης Κόντογλου, Κυνηγός, δεκαετία 1920, τέμπερα σε χαρτί, 34 Χ 13,5 εκ. ιδιωτική συλλογή.  

Ο σημαντικότερος καρπός της γνωριμίας του με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα, είναι η έκδοση του πρώτου λογοτεχνικού του έργου, του ρομάντζου, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, Pedro Cazas, που γράφτηκε στο Παρίσι στα 1918 και τυπώθηκε στα 1920 στο Αϊβαλί. Το έργο με τους γλωσσικούς νεωτερισμούς του δημιουργεί ρήξη με την τρέχουσα ελληνική λογοτεχνική παράδοση και χαιρετίζεται από τους σημαντικότερους λογοτέχνες. Στο αρχείο Kόντογλου φυλάσσονται σημειώματα και επιστολές του Καζαντζάκη, του Βενέζη, κ.ά. με διθυραμβικά σχόλια. Από τα νεανικά του χρόνια στο Παρίσι ως το τέλος της ζωής του, η λογοτεχνική του δραστηριότητα συμπορεύεται με τη ζωγραφική, καθώς, όπως καταθέτει ο ίδιος στο επόμενο έργο του, τη Βασάντα, συλλογή μικρών αυτοβιογραφικών κειμένων, διηγημάτων και μεταφραστικών δοκιμών, που εκδόθηκε στα 1924, «Ὁ ποιητὴς εἶναι ἀνάγκη δίχως ἄλλο νἄ’χει χαρίσματα ζωγράφου… Στὴν τέχνη τοῦ συγγραφέα χρειάζεται νὰ γίνει ζουγραφιὰ τὸ κάθε τι...».   Το 1921 επιστρατεύεται στη Σμύρνη και με τη Μικρασιατική Καταστροφή βρίσκεται πρόσφυγας, αρχικά για λίγους μήνες στη Μυτιλήνη, για να καταλήξει στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1922. Η θεματολογία των χαμένων πατρίδων και της προσφυγιάς αποτελεί έκτοτε κεντρικό άξονα της ζωγραφικής και λογοτεχνικής του έκφρασης.    Από την Αθήνα, όπου εργάζεται ως συγγραφέας και εικονογράφος λημμάτων στην Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη και στις εκδόσεις Γανιάρη, ταξιδεύει την άνοιξη του 1923 στο Άγιον Όρος. Η τρίμηνη παραμονή του εκεί θα αποτελέσει, όπως ο ίδιος καταθέτει, μια σημαντική πνευματική και καλλιτεχνική εμπειρία και θα σημάνει το ξεκίνημα της συστηματικής μελέτης της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης, μελέτης που θα κρατήσει ως το τέλος της ζωής του. Τις εντυπώσεις από το ταξίδι στο Όρος θα τις αποτυπώσει εν είδει ημερολογίου επίσης στη Βασάντα «Μοναστήρι Μεγίστης Λαύρας: Τ΄ἀρχονταρίκι εἶναι δικό μου ὁλάκερο. Ἕνας ἁπλόχωρος καὶ χαμηλοτάβανος βυζαντινὸς ὀντάς, μὲ δύο παμπάλαιες τεσσαράγκωνες κολῶνες, καὶ μ' ἕνα ταβάνι πλουμισμένο μὲ παλιὲς ζουγραφιές, ποὺ παρασταίνουνε πουλιά, ἄνθια καὶ φροῦτα. Παλιά. Παμπάλαια. Αὐτὸ τὸ ἀνώγειο εἶναι ἀπαράλλαχτο σὰν καὶ κεῖνα τὰ ἀγερικὰ κι' ἀνοιχτὰ οἰκήματα ποὺ βλέπουμε συχνὰ στὶς βυζαντινὲς ζουγραφιές, προπάντων στὸν Εὐαγγελισμό.». Στην Αθωνική Πολιτεία ο Κόντογλου φιλοτεχνεί μεγάλη σειρά έργων, τοπία, σκηνές από τον βίο των μοναχών και «ἀντιγραφὲς κι ἀνασυνθέσεις», όπως ο ίδιος τις χαρακτηρίζει, τοιχογραφιών και φορητών εικόνων, τα οποία εκθέτει αμέσως μετά το ταξίδι του, πρώτα στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην πρώτη του έκθεση στην Αθήνα, στο Λύκειο Ελληνίδων, το φθινόπωρο του 1923. Στον κατάλογο της έκθεσης στοιχειοθετεί τον τρόπο προσέγγισης της βυζαντινής ζωγραφικής: «Αὐτὲς τὶς ζωγραφιὲς τὶς πλησίασα μ’ ἕνα αἴσθημα ποὺ χρωστιέται σὲ μιὰ ἱδιοσυγκρασία πλασμένη ἀνάλογα μὲ τοῦ Βυζαντινοῦ, καὶ σὲ μιὰ αὐστηρὴ Χριστιανικὴ ἀνατροφή…». Την ίδια χρονιά θα τυπώσει τα αντίγραφα από το Όρος  σε ένα λεύκωμα, την Τέχνη τοῦ  Ἄθω.   Στα 1924 ταξιδεύει εκ νέου στο Όρος, αυτή τη φορά για λογαριασμό του Διονύσιου Λοβέρδου, ιδρυτή του ομώνυμου Μουσείου Βυζαντινής Τέχνης, με σκοπό να φιλοτεχνήσει αντίγραφα εικόνων για ένα επτανησιακό τέμπλο που καταλάμβανε κεντρική θέση στους χώρους του μουσείου. Φιλοτεχνεί 25 εικόνες σε ξύλο, οι περισσότερες από τις οποίες φέρουν χρονολογία 1925 και φυλάσσονται ως δωρεά της Οικογενείας Λοβέρδου στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Ολόκληρη τη δεκαετία του 1920 ο Κόντογλου ταξιδεύει στις Κυκλάδες, την Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, μελετά και αποτυπώνει κοσμικά και θρησκευτικά μνημεία που χρονολογούνται από τα πρώιμα χριστιανικά χρόνια έως τους χρόνους της Επανάστασης και ταυτόχρονα διαμορφώνει σταδιακά το ζωγραφικό του ιδίωμα, τη λογοτεχνική του γλώσσα, τα θέματα, αλλά και τις θέσεις του σε επίπεδο θεωρητικού λόγου. Στα 1928 οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις αποτυπώνονται στα Ταξίδια. Στο έργο αυτό ο Κόντογλου αναδεικνύεται εξαίρετος περιηγητής και ιστορικός των μνημείων του ελληνικού χώρου και ταυτόχρονα λαϊκός παραμυθάς των παραδόσεων του νεώτερου ελληνισμού. Τρία από τα σχέδια που εικονογραφούν βυζαντινά θέματα στο βιβλίο, στα Ταξίδια, κατέληξαν, πιθανώς ως δώρο του καλλιτέχνη στον διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου Γεώργιο Σωτηρίου, στις συλλογές του Μουσείου. Κοντά στα ιστορικά θέματα και στον κόσμο της προσφυγιάς αυτή την περίοδο παγιώνονται τα θέματα που αφορούν την ιστορία του ελληνισμού, τη βυζαντινή, μεταβυζαντινή και λαϊκή τέχνη, τη θάλασσα και τη ναυτοσύνη. Το αρχείο Κόντογλου παραδίδει πλήθος σχεδίων και σημειωματαρίων για τα καράβια και την ιστορία τους. Ο Κόντογλου είναι αυτός που θα συστήσει με τις μεταφράσεις του στο ελληνικό κοινό κείμενα του Στήβενσον, του Νταφόε, του Πόε, όλα με ιστορίες από τον κόσμο των ανθρώπων της θάλασσας.  

Φώτης Κόντογλου, Λουόμενη, Πλακάκι Κιουτάχειας για το χαμάμ Πίσσα- Παπαηλιού,1936, 10 Χ 10 εκ. ιδιωτική συλλογή.
Φώτης Κόντογλου, Λουόμενη, Πλακάκι Κιουτάχειας για το χαμάμ Πίσσα- Παπαηλιού,1936, 10 Χ 10 εκ. ιδιωτική συλλογή.  



  Στα 1925 παντρεύεται τη συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη με την οποία αποκτά μια κόρη. Την ίδια χρονιά συμμετέχει ως εκδότης και επιμελητήςστη δημιουργία του περιοδικού Φιλική Ἑταιρία όπου δημοσιεύει σχέδια, κείμενα και μεταφράσεις. Αρθρογραφεί στα Ελληνικά Γράμματα το 1928 για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, προσωπικότητα την οποία ξεχωρίζει από τον ελληνισμό της Διασποράς, τη συνδέει με την παράδοση της Κρητικής Σχολής, και εικονογραφεί τα άρθρα του με σειρά αντιγράφων έργων του Γκρέκο της ισπανικής περιόδου, του μόνου καλλιτέχνη που «καταδεχόταν» ο Κόντογλου να μελετήσει διά της αντιγραφής. Το έργο του Θεοτοκόπουλου επιδρά και στο κοσμικό έργο του Κόντογλου. Το πορτραῖτο τοῦ Ν. Χρυσοχόου (1924) και ο Λαοκόων (1938) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της αφομοίωσης του Κρητικού ζωγράφου από τον Αϊβαλιώτη ομότεχνό του. Στο περιοδικό Ἑλληνικὰ Γράμματα το 1929 σε σειρά άρθρων με τον τίτλο «Γιὰ νὰ πάρουμε μιὰ ἰδέα ἀπὸ ζωγραφική» επιχειρεί ιστορική μορφολογική ανάλυση της ζωγραφικής  με έμφαση στην ανάδειξη των χαρακτηριστικών και των αρετών της βυζαντινής τέχνης και της ιταλικής Αναγέννησης.    Στο ζωγραφικό του ύφος μέχρι το 1926 συνεκφέρονται ποικίλες δυτικές αναφορές, σε μια διαρκή αναζήτηση ύφους. Εμφανής είναι η εξπρεσιονίζουσα γραφή σε σχέδια και πορτραίτα (πορτραίτο Ν. Χρυσοχόου), απόηχοι του ιαπωνισμού στα σχέδια εικονογράφησης των βιβλίων του (Βασάντα), απόηχοι της ζωγραφικής του Βαν Γκογκ στις σκληρές βασανισμένες μορφές των θαλασσινών ηρώων του, ένα μετεμπρεσιονιστικής καταγωγής ύφος συγγενές των Ναμπί, στο ευαίσθητο πορτραίτο της αδελφής του Τασίτσας με τα επίπεδα χρώματα που δημοσιεύεται στη Βασάντα, διακοσμητικές καλλιγραφικές εκφάνσεις της art nouveau και της Sezession στο στυλιζάρισμα των σχεδίων του στο έργο της Ναταλίας Μελά, Παῦλος Μελᾶς, υστερορομαντικά χαρακτηριστικά στα τοπία του κι έναςακαδημαϊκός νατουραλισμός στην ποιητική συλλογή Θαλασσινά του Α. Μαμμέλη (1925).Ο Κόντογλου αναζητά εκφραστικούς τρόπους, δηλώνει τις πηγές και τις μελέτες του, αλλά δεν κατασταλάζει σε κάποιο από τα σύγχρονά του ρεύματα. Σταδιακά και με όλο μεγαλύτερη βεβαιότητα από το β΄ μισό της δεκαετίας εγκαταλείπει τις δυτικοευρωπαϊκές αναφορές και καταλήγει σε ένα ιδίωμα-κράμα βυζαντινής, μεταβυζαντινής και λαϊκής ζωγραφικής. Η τομή στην καλλιτεχνική του πορεία συντελείται με τη μελέτη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης μέσα από το πλήθος των αντιγράφων που φιλοτεχνεί μπροστά στα μνημεία. Ο Μακεδονομάχος (1926), τα τοπία του Ταΰγετου (1927), της Χαλκίδας (1929), Η πόρτα τοῦ Παλαμηδιοῦ (1928) όσο και η εικονογράφηση των Παραμυθιῶν του Γεωργίου Μέγα (1927), μαρτυρούν την προτίμησή του  στην τέχνη των χρόνων της Τουρκοκρατίας.    Για δυο ολόκληρες δεκαετίες, ο Κόντογλου συμμετέχει ενεργά στην έρευνα, μελέτη και διάσωση των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διαμόρφωση του προσωπικού του ιδιώματος που πατά στα μορφολογικά χνάρια της ελληνικής τέχνης από την όψιμη αρχαιότητα μέχρι και την εποχή του. Με αφετηρία την εικονογραφική και μορφολογική γλώσσα της βυζαντινής παράδοσης δημιουργεί νέα θέματα κοσμικά και θρησκευτικά, επικαιροποιώντας ένα ιστορικό ζωγραφικό ιδίωμα. Η βυζαντινή ζωγραφική στη διαχρονία της ως και τον 19ο αιώνα βρίσκει στο χρωστήρα του Κόντογλου τη θεμιτή φυσική της συνέχεια. Από μελετητής της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής γίνεται συνεχιστής της.    Η δεκαετία του 1930 σηματοδοτείται από τη δημιουργία τριών μεγάλων τοιχογραφικών συνόλων, στα οποία κρυσταλλώνεται το ζωγραφικό του ύφος. Στα 1932 εικονογραφεί σε φρέσκο έναν τοίχο του σπιτιού του με τη βοήθεια των μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη και Νίκου Εγγονόπουλου, σύμφωνα με το εικονογραφικό πρόγραμμα μιας μεταβυζαντινής εκκλησίας. Από την ποδέα στο κάτω μέρος του τοίχου, μέχρι τις αφηγηματικές ζώνες, τα μετάλλια στο άνω μέρος και την κτητορική επιγραφή, ο Κόντογλου παρουσιάζει ένα μανιφέστο εφαρμογής της μεταβυζαντινής μνημειακής θρησκευτικής ζωγραφικής σε κοσμικό σύνολο με απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα. Το έργο για την ακρίβεια αποτελεί ένα ξεδίπλωμα της προσωπικής μυθολογίας του Αϊβαλιώτη ζωγράφου. Με τον τρόπο αυτό επιβάλλει το ιδίωμα του ως μια ζωντανή ζωγραφική γλώσσα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σε βυζαντινότροπη γραφή, κατά κύριο λόγο, και με άλλες υφολογικές αναφορές από διάφορες φάσεις της ελληνικής τέχνης, επιχειρεί, από το 1937 έως το 1940, να αφηγηθεί την ιστορική πορεία της ελληνικής φυλής από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τους επαναστατικούς χρόνους του 1821 στην εικονογράφηση δύο αιθουσών του Δημαρχείου της Αθήνας.  


Φώτης Κόντογλου, Το Μαρτύριο του Αγίου Μάμαντα, αντίγραφο τοιχογραφίας από το Καθολικό Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, 1932, τέμπερα σε μουσαμά, 106 Χ 66 εκ. ΒΧΜ 22878
Φώτης Κόντογλου, Το Μαρτύριο του Αγίου Μάμαντα, αντίγραφο τοιχογραφίας από το Καθολικό Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, 1932, τέμπερα σε μουσαμά, 106 Χ 66 εκ. ΒΧΜ 22878  



Στα 1936 διακοσμεί σε λαϊκό ύφος το χαμάμ Πίσσα-Παπαηλιού στην οδό Βερανζέρου, έργο που δεν σώζεται πλέον, παρά μόνο σε ζωγραφικές μακέτες, συνεχίζοντας την, ζωντανή ακόμα στις μέρες του, παράδοση της λαϊκής εικονογραφίας σε πάσης φύσεως οικοδομήματα του ελλαδικού χώρου.   Η σημαντική θέση που ήδη καταλαμβάνει τα χρόνια αυτά στη ζωγραφική, αναγνωρίζεται με την παρουσία του στην πρώτη ελληνική συμμετοχή στη Μπιενάλε της Βενετίας στα 1934. Την ίδια χρονιά εκδίδει τον Ἀστρολάβο, αφήγημα σε μορφή εικονογραφημένου χειρογράφου με «ἱστορίες γιὰ  διάφορα μέρη τῆς σφαίρας, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὶς τέχνες τους, γιὰ τὰ συνείθειά τους…», κατ’ουσίαν ένα εικονογραφημένο λαϊκό παραμύθι, επιχειρώντας κι εδώ τη μετάπλαση ενός ιστορικού είδους.    Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και έως το 1934 εργάζεται ως συντηρητής και δημιουργός αντιγράφων στο Βυζαντινό Μουσείο. Στα 1931 έχει την ευκαιρία, συμμετέχοντας σε ανασκαφή στη Σπάρτη, να αποτυπώσει σε αντίγραφα μοναδικές τοιχογραφίες των ρωμαϊκών χρόνων. Η ζωγραφική παράδοση της όψιμης αρχαιότητας θα επηρεάσει την καλλιτεχνική του παραγωγή, κυρίως στην εικονογράφηση του Δημαρχείου, ενώ η σημασία της θα αποτυπωθεί στα κείμενά του. Στα 1933 συμμετέχει ως συγγραφέας από κοινού με τον βυζαντινολόγο Ανδρέα Ξυγγόπουλο και ως εικονογράφος στην πρώτη κατά σειρά έκδοση λευκώματος της εταιρείας «Ἑλληνικὲς Τέχνες», ιδρυτής της οποίας ήταν ο Αντώνης Μπενάκης, με τίτλο Τοιχογραφίαι ἐκκλησιῶν τοῦ Ὑμηττοῦ. Η έκδοση εικονογραφείται «ἐπὶ τῇ βάσει πιστῶν ἀντιγράφων ἐκτελεσθέντων ὑπὸ τῶν καλλιτεχνῶν κ.κ. Φ. Κόντογλου καὶ Ἰ. Τσαρούχη.» Στο λεύκωμα ο Κόντογλου γράφει  το κεφάλαιο «Τοιχογραφίαι τῆς Μονῆς Καισαριανῆς», υπογράφοντας ως «ζωγράφος ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας». Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στο Κάιρο κι εργάζεται στις συλλογές του Κοπτικού Μουσείου. Η επαφή του με την κοπτική τέχνη και τη ζωγραφική των πορτραίτων του Φαγιούμ θα τον απασχολήσουν στο εξής με κορύφωση τα ζωγραφικά πορτραίτα λίγο πριν και λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο αρχείο του βρέθηκε μια μελέτη εγκαυστικής τεχνικής, και ένα πορτραίτο με κερί σε χαρτί που καταδεικνὐει τους πειραματισμούς του πάνω στις ιστορικές τεχνικές. Το 1936 και για τέσσερα χρόνια αναλαμβάνει στον Μυστρά «τὴν ἐπανόρθωσιν συμπλήρωσιν, συντήρησιν καὶ τὴν ἐκ τῶν καλυπτόντων αὐτὰς ἁλάτων κάθαρσιν τῶν θαυμασίων ἐσωτερικῶν τοιχογραφιῶν», «τῶν ἐρειπωμένων καὶ καταρρεόντων ναῶν-Αφεντικοῦ, Ἁγίων Θεοδώρων, Περιβλέπτου, Ἁγίας Σοφίας», όπως αναφέρει ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος, ο οποίος από το 1932 είχε αναλάβει την «οἰκοδομικὴν ἀναστήλωσιν» των μνημείων.    Έχοντας εμβαθύνει στις τεχνικές και την εικονογραφία της μνημειακής βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής, ξεκινά  την αγιογραφική του δραστηριότητα με την εικονογράφηση δυο ιδιωτικών παρεκκλησίων, στα οποία αναλαμβάνει τον σχεδιασμό και τον διάκοσμο. Το παρεκκλήσι της Αγίας Λουκίας της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο της Πάτρας εικονογραφείται στα 1934-1935 σε ύφος καλλιγραφημένης βυζαντινής γραφής, σε φωτεινές, λαμπρές χρωματικές κλίμακες με έντονη γραμμικότητα κι έμφαση στα περιγράμματα. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1938-1939 εικονογραφεί το παρεκκλήσιο της Αγίας Ειρήνης της οικογένειας Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, μνημειακό έργο με διαφορετικό ύφος, μεγαλύτερη πλαστικότητα στις μορφές, σκουρόχρωμη παλέτα και έμφαση σε εικονογραφικές λεπτομέρειες δηλωτικές της μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης αλλά και της νεώτερης λαϊκής, με την απεικόνιση νεομαρτύρων. Παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αναλαμβάνει την πρώτη μεγάλη εκκλησιαστική του ανάθεση, την ιστόρηση του Ναού της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι (Παιανία), η οποία ολοκληρώνεται μετά τον πόλεμο. Καλλιτεχνική πρόκληση αποτέλεσε και η αγιογράφηση του σημαντικού βυζαντινού μνημείου του Ναού της Καπνικαρέας. Και στην περίπτωση αυτή, το αρχείο Κόντογλου αποτελεί πολύτιμη πηγή για το ιστορικό της αγιογράφησης του μνημείου.    Στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο καλλιτέχνης θα βιώσει εκ νέου την προσφυγιά και την ένδεια, θα αναγκαστεί να πουλήσει το σπίτι του για ένα σακί αλεύρι και λόγω έλλειψης πόρων, ζωγραφίζει ελάχιστα και αφιερώνεται στη συγγραφή. Το αρχείο του αποκαλύπτει μεγάλο αριθμό χειρογράφων, αντιγραφές κυρίως, πάσης φύσεως αγιολογικών κειμένων με σημειώσεις, που υποδηλώνουν την προσήλωσή του στις γραπτές πηγές της Ορθοδοξίας.    Ένα πλούσιο συγγραφικό έργο προκύπτει από την έρευνα και τις μελέτες των χρόνων αυτών. Εμβληματικά για το περιεχόμενό τους έργα είναι:  Ὁ Θεὸς Κόνανος καὶ τὸ μοναστήρι του τὸ λεγόμενο Καταβύθιση που κυκλοφορεί στα 1943 και αποτελεί μια αλληγορία των δεινών του πολέμου και ο Μυστικὸς Κῆπος του 1944, έργο αφιερωμένο στους «μακάριους Ἀσκητάδες τῆς Συρίας καὶ τῆς Μεσοποταμίας».   Με το τέλος του πολέμου ο Κόντογλου επανέρχεται στην ενεργό ζωγραφική δράση αφοσιωμένος πλέον στην αγιογραφία, καθώς «ἡ Ὀρθοδοξία ἀπετέλει τὸ πάθος τῆς ζωῆς του», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Ορλάνδος. Μέχρι τον θάνατό του ιστορεί, εν μέρει ή εν όλω, περί τις είκοσι εκκλησίες πλαισιωμένος από ένα σημαντικό επιτελείο μαθητών. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ρόδου (1952), ο Ναός του Αγίου Ανδρέα (1950) και του Αγίου Νικολάου (1959) στα Πατήσια, του Αγίου Χαραλάμπους στο Πολύγωνο (1954) του Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη (1954), για να αναφερθούμε σε λίγα μόνον παραδείγματα, αποτελούν την παρακαταθήκη του στη νεοβυζαντινή αγιογράφηση. Το ύφος της μεταπολεμικής μνημειακής ζωγραφικής του Κόντογλου αποτελεί το καταστάλαγμα των μελετών και των αισθητικών του επιλογών. Χαρακτηριστικές προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι μελέτες του πάνω σε όλους τους  γνωστούς τύπους του Παντοκράτορα στη θέση του τρούλου, που σώζονται στο Αρχείο του, οι οποίες τον οδήγησαν στο συμπέρασμα πως ο εκφραστικότερος, πληρέστερος  καλλιτεχνικά τύπος είναι αυτός του Παντοκράτορα της Όμορφης Εκκλησιάς στο Γαλάτσι, του 13ου αιώνα —σχεδόν σε όλα τα μνημειακά σύνολα που φιλοτέχνησε μεταπολεμικά υιοθετεί αυτόν τον τύπο.    Η ζωγραφική του δραστηριότητα συμβαδίζει τα μεταπολεμικά χρόνια με ένα εξίσου πλούσιο συγγραφικό έργο, τώρα πια όμως με συγκεκριμένο περιεχόμενο, τον ερμηνευτικό λόγο περί Ορθοδοξίας, ενώ παράλληλα δημοσιογραφεί συστηματικά με δική του στήλη στην εφημερίδα Ἐλευθερία από το 1948 ως τον θάνατό του. Ο Κόντογλου εμφανίζεται στα γραπτά του ως εξηγητής και ομολογητής της Ορθοδοξίας, συγκρούεται με τον χώρο της Εκκλησίας για καίρια θεολογικά θέματα, καταγγέλλει κάθε φαινόμενο εκδυτικισμού, «λεβαντινισμοῦ», όπως τον χαρακτήριζε, της ελληνικής κοινωνίας. Την παρακαταθήκη του για τη βυζαντινή αγιογραφία, την καταθέτει στα 1960 στο δίτομο έργο, Ἔκφρασις, ἤγουν  ἱστόρησις τῆς Παντίμου Ὀρθοδόξου Ἁγιογραφίας…για το οποίο βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών.    Από το 1962 ξεκινά η προσπάθεια δημοσίευσης του συνόλου του έργου του στον εκδοτικό οίκο του Ἀστέρα. Κυκλοφόρησαν συνολικά έξι τόμοι με πλήθος δημοσιευμένων και αδημοσίευτων έως τότε κειμένων. Ο καλλιτέχνης δεν πρόλαβε να δει το σύνολο του έργου του δημοσιευμένο —η προσπάθεια συνεχίστηκε από την οικογένεια του και βρίσκεται σε εξέλιξη μέχρι σήμερα.   Με τον θάνατό του το 1965 ο Κόντογλου άφησε εδραιωμένη στον χώρο της θρησκευτικής ζωγραφικής μια νέα «κληρονομιά» με τη δημιουργία μιας νεοβυζαντινής παράδοσης που ακολουθείται έως σήμερα, αντικαθιστώντας την ναζαρηνή  του 19ου και του 20ού αιώνα. Με το κοσμικό του έργο τράβηξε μέχρι τις μέρες μας το νήμα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, αναδεικνύοντας τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και τις αρετές της. Το έργο του παραμένει ανοιχτό σε έρευνα, νέες ερμηνείες και προσεγγίσεις.   

   Το αρχείο Φώτη Κόντογλου 

  Ο Φώτης Κόντογλου, πολυσχιδής προσωπικότητα, συγγραφέας, ζωγράφος, ερευνητής, αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά, εκδότης περιοδικών από τα νεανικά του χρόνια, δάσκαλος μιας ολόκληρης γενιάς ζωγράφων, άφησε πίσω του ένα μεγάλο σε όγκο υλικό γραπτών τεκμηρίων. Το αρχείο του εκτείνεται χρονολογικά από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις μέρες μας. Το υλικό στοιχειοθετείται από χειρόγραφα, έντυπα, εκδόσεις, σχέδια, φωτογραφίες, αλληλογραφία και ποικίλα έγγραφα δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα που άπτονται της ζωής και δράσης του καλλιτέχνη και αποτυπώνει σημαντικές όψεις της ιστορίας της τέχνης και της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Ο Φώτης Κόντογλου δεν τηρούσε συστηματικό αρχείο για τις δραστηριότητές του και το υλικό μάς παραδίδεται σε αταξινόμητη μορφή.Σημείωνε, σχεδίαζε, μελετούσε, αποτύπωνε τις σκέψεις του και τη δράση του σε χειρόγραφα, τα οποία μετά τον θάνατό του διαφύλαξε η κόρη του Δέσπω με τον σύζυγό της Ιωάννη Μαρτίνο, χωρίς όμως ποτέ να προβούν σε καταγραφή ή ταξινόμηση του υλικού. Η Δέσπω Κόντογλου-Μαρτίνου συνέλεξε επιπλέον και εμπλούτισε το αρχείο με υλικό σχετικό με την μετά θάνατον πρόσληψη του καλλιτέχνη, το οποίο χρονολογείται μέχρι τις μέρες μας (κατάλογοι εκθέσεων, εκδόσεις, άρθρα, φωτογραφικό υλικό κ.ά.)    Μετά τον θάνατο του Ιωάννη και της Δέσπως Κόντογλου-Μαρτίνου, το υλικό κληροδοτήθηκε στους δυο γιους τους, τον Παναγιώτη και τον Φώτη Μαρτίνο. Οι έγγονοι του καλλιτέχνη ξεκίνησαν την προσπάθεια καταγραφής του αρχείου και συνειδητοποιώντας το ειδικό ιστορικό βάρος του υλικού, θεώρησαν ότι οφείλουν να το κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές ως μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Η απόφασή τους να δωρίσουν το αρχείο στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο σχετίζεται άρρηκτα με τα χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο του έργου του Κόντογλου και με το γεγονός πως ο καλλιτέχνης για ένα σημαντικό διάστημα εργάστηκε εδώ.    Η παράδοση του αρχείου ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2014 και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2015. Το υλικό θα ταξινομηθεί και θα ψηφιοποιηθεί, ώστε να καταστεί το ταχύτερο δυνατόν προσβάσιμο στην έρευνα. Η μελέτη του μεγάλου σε όγκο ιστορικού αυτού υλικού θα συμπληρώσει την εικόνα της νεοελληνικής ιστορίας της τέχνης αλλά και της λογοτεχνίας.  

 Iωάννα Αλεξανδρή Ιστορικός Τέχνης  

 _______________ 

Διάρκεια έκθεσης: 23 Δεκεμβρίου 2015 – 8 Μαΐου 2016      


                   --------------------------------------------------------------------



Οι ζωγραφιές και τα εκδοτικά κοσμήματα του Φώτη Κόντογλου στο Μουσείο Μπενάκη Οι επιμελητές της έκθεσης με τις εικονογραφήσεις βιβλίων και τα σχέδια του μεγάλου έλληνα αγιογράφου μας ξεναγούν στον κόσμο του 

11.12.2015  

Από την ΚΟΡΙΝΑ ΦΑΡΜΑΚΟΡΗ  



 "Ο Βορέας αρπάζων την Ωρείθυιαν", 1939, κάρβουνο, 99x178 εκ. Μακέτα ενυπόγραφη για τον τοιχογραφικό διάκοσμο του Δημαρχείου Αθηνών
"Ο Βορέας αρπάζων την Ωρείθυιαν", 1939, κάρβουνο, 99x178 εκ. Μακέτα ενυπόγραφη για τον τοιχογραφικό διάκοσμο του Δημαρχείου Αθηνών  


Στην Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα πραγματοποιείται η έκθεση Φώτης Κόντογλου. Από τον «Λόγο» στην «Έκφρασι». Ο Χρήστος Φ. Μαργαρίτης -που την επιμελείται μαζί με τον Αλέξανδρο Γερ. Μακρή- μας μίλησε για όσα θα δει ο επισκέπτης:   Ο Φώτης Κόντογλου είναι γνωστός ως αγιογράφος, σε όποια εκκλησία μπει κανείς σήμερα βλέπει δικά του έργα ή των μαθητών του –δημιούργησε μια σχολή: την αυστηρή βυζαντινή θρησκευτική τέχνη. Από την απελευθέρωση μέχρι το 1930, η αγιογραφία ακολουθούσε τα γερμανικά πρότυπα, τους Ναζαρηνούς και άλλους. Ο Κόντογλου, βαθιά μελετημένος και έχοντας επισκεφθεί τρεις φορές το Άγιο Όρος, θέλει να ξαναφέρει την παλιά βυζαντινή ζωγραφική. Εμείς κάνουμε μια έκθεση που είναι επικεντρωμένη στο συγγραφικό του έργο και δεν το αναλύουμε λογοτεχνικά, αλλά βρίσκουμε χειρόγραφα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να βγούνε τα βιβλία. Μερικά πρόλαβαν και εκδόθηκαν μέχρι το 1965 που πέθανε, άλλα δεν τυπώθηκαν ποτέ. Ερευνώντας τα τελευταία τέσσερα χρόνια, βρήκαμε υλικό που δεν το γνωρίζαμε –βρήκαμε 43 βιβλία που έχει γράψει και εικονογραφήσει ο Κόντογλου και 55 βιβλία τρίτων συγγραφέων, τα οποία μόνο εικονογράφησε. Αυτά τα καταγράφουμε μέσα στον κατάλογο της έκθεσης που έχει εκδοθεί -έχει γίνει μια μεγάλη εργογραφική μελέτη- ο οποίος είναι ταυτόχρονα και ένας επετειακός τόμος για τα 50 χρόνια από τον θάνατό του, που περιλαμβάνει 22 άρθρα και μελέτες επιστημόνων, καθηγητών, ιστορικών τέχνης, συλλεκτών, εκδοτών –ανθρώπων οι οποίοι, ενδιαφέρθηκαν και έγραψαν με καινούριο τρόπο για διάφορες πτυχές του ταλέντου αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη, ο οποίος καταγόταν από το Αϊβαλί.  

Η έκθεση ονομάζεται Φώτης Κόντογλου. Από τον «Λόγο» στην «Έκφρασι». Ο Λόγος είναι ένα μηνιαίο περιοδικό που εκδιδόταν στην Κωνσταντινόπουλη και στο πρώτο του τεύχος, το οποίο παρουσιάζουμε, βρήκαμε την πρώτη δημοσίευση του Φώτη Κόντογλου, τον Ιανουάριο του 1922. Είναι το παλαιότερο δημοσιευμένο του κείμενό του που έχουμε βρει και πρόκειται για την μετάφραση ενός κειμένου του Edgar Alan Poe. Αναγράφεται χαρακτηριστικά: «Μη στοιχηματίζετε ποτές! Το κεφάλι σας στο Διάολο. Ιστορία διδαχτική, γραμμένη από τον Αμερικανό Edgar Poe και μεταφρασμένη από την ταπεινή πέννα του Φ. Κόντογλου». Η Έκφρασις είναι το μεγαλειώδες συγγραφικό και εκδοτικό έργο στη ζωή του Φώτη Κόντογλου, που τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Στο δίτομο αυτό έργο, το οποίο μπορεί να δει ο επισκέπτης, ο Κόντογλου κωδικοποιεί όλα τα στοιχεία που αφορούν την βυζαντινή αγιογραφία και την τεχνική της, όλη τη θεωρία και την πράξη της. Επιπλέον βλέπουμε σχέδια που εμφανίζονται για πρώτη φορά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την εικονογράφηση του σπουδαίου αυτού έργου.  


 Φιλική Εταιρεία, Περιοδικὸ Τέχνης καὶ Ἐλέγχου. Μηνιαία έκδοση. Επιμελητής: Φ. Κόντογλους, έτος Α΄ (Ιαν., Φεβρ., Μάρτ., Απρ.,  Μάιος 1925) (24,7x17,2 εκ.)
Φιλική Εταιρεία, Περιοδικὸ Τέχνης καὶ Ἐλέγχου. Μηνιαία έκδοση. Επιμελητής: Φ. Κόντογλους, έτος Α΄ (Ιαν., Φεβρ., Μάρτ., Απρ., Μάιος 1925) (24,7x17,2 εκ.)  



Ένα σπάνιο βιβλίο, που έχουμε στην έκθεση, είναι η παρισινή έκδοση του 1918 του Πέδρο Καζάς. Το βιβλίο προέρχεται από τη βιβλιοθήκη της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Η Καζαντζάκη το διάβασε, ενθουσιάστηκε και μέσω του Βάσου Δασκαλάκη και άλλων λογίων της εποχής τον κάλεσαν στην Αθήνα. Μάλιστα, για να του βρούνε δουλειά, τον έβαλαν να μεταφράζει λήμματα στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης. Αργότερα εκδόθηκε και στην Αθήνα το 1920, το 1922 κι άλλες φορές στη συνέχεια. Το βιβλίο, λόγω της μεγάλης του επιτυχίας, εκδόθηκε και το 1944 από την εκδοτική εταιρεία Γλάρος κι εδώ έχουμε ένα από τα σχέδια για την έκδοση αυτή. Η δεύτερη μεγάλη του επιτυχία είναι το Βασάντα, που στα σανσκριτικά σημαίνει άνοιξη. Εικονογραφεί καταπληκτικά το βιβλίο, με φοβερά πρωτογράμματα σε κάθε κεφάλαιο και βάζει ως εσώφυλλο το πορτρέτο του Στρατή Δούκα, που ήταν προσωπικός του φίλος. Το ίδιο πορτρέτο χρησιμοποιεί αργότερα για εξώφυλλο ενός άλλου βιβλίου, του οποίου έχει κάνει την εικονογράφηση. Στην έκθεση εκτός από τα δύο βιβλία, φιλοξενείται και το συγκεκριμένο πορτρέτο.  

Εξώφυλλα με εικονογραφήσεις του Φ. Κόντογλου  


Το 1925 ξεκινά την έκδοση ενός περιοδικού, τη Φιλική Εταιρεία. Καταφέρνει και βγάζει πέντε τεύχη, στα οποία συμμετείχαν όλοι οι λόγιοι της εποχής. Επισκέπτεται τρεις φορές το Άγιο Όρος –μαθαίνει, βλέπει, αντιγράφει τα πρωτότυπα. Με κάποιες από τις αντιγραφές του φτιάχνει έναν τόμο το 1932 που ονομάζεται Icons et Fresques d' Art Byzantin, μέσα στον οποίο βάζει σε φωτογραφική αναπαραγωγή (τσιγκογραφική), εν είδει folio, μερικά αντίγραφα που έχει κάνει από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Εμείς εδώ για τον Άγιο Ιάκωβο τον Πέρση έχουμε βρει ένα συναφές σχέδιο και το συνεκθέτουμε με το βιβλίο. Στη συνέχεια ετοιμάζει μια μεγάλη έκθεση με τον Ανδρέα Ξυγγόπουλο για τις αγιογραφίες των εκκλησιών του Υμηττού. Το βιβλίο  Τοιχογραφίαι εκκλησιών του Υμηττού. Μοναί Θεολόγου και Καισαριανής, που εκδίδουν το 1933, έχει κείμενα του Ανδρέα Ξυγγόπουλου και του Φώτη Κόντογλου και συνοδεύεται από εκατό φωτογραφίες του μεγάλου φωτογράφου της εποχής, του Περικλή Παπαχατζιδάκη. Τις πέντε πρώτες φωτογραφίες τις είχε επιζωγραφίσει ο Γιάννης Τσαρούχης.  

2 σελίδες από το βιβλίο Βίος καὶ  ἄσκησις  τοῡ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν ἁγίου Μάρκου τοῦ ἀναχωρητοῦ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, επιζωγραφισμένες από τον Φώτη Κόντογλου.
 2 σελίδες από το βιβλίο Βίος καὶ ἄσκησις τοῡ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν ἁγίου Μάρκου τοῦ ἀναχωρητοῦ τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, επιζωγραφισμένες από τον Φώτη Κόντογλου.  


Φέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από την έκδοση του Αστρολάβου. Ο Αστρολάβος [Βιβλίο παράξενο γραμμένο από το Φώτη Κόντογλου] είναι ένα βιβλίο γραμμένο με πολύ φαντασία, όπως και όλα τα βιβλία του Κόντογλου, που μας ταξιδεύει σε άλλους τόπους. Το βιβλίο αυτό, όπως και τα περισσότερα που στη συνέχεια τυπώθηκαν, ο Κόντογλου το έχει γράψει γράμμα-γράμμα, χειρόγραφο. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1935 και στην εικονογράφησή του βοήθησε ο Γιάννης Τσαρούχης, που ήταν μαθητής του. Εμείς βρήκαμε τα χειρόγραφα από τα οποία προήλθε το βιβλίο. Το πρώτο χειρόγραφο, του 1934, είναι ζωγραφιές με μολύβι πάνω σε επιστολόχαρτα –πρόκειται για ένα δεκαεξασέλιδο, το οποίο είναι το πρωτόλειο και παρουσιάζεται για πρώτη φορά. Στη συνέχεια το δούλεψε και έφτιαξε το δεύτερο χειρόγραφο που εκθέτουμε, ένα δεκασέλιδο με χρωματιστές ζωγραφιές, που είναι το επίσημο χειρόγραφο για τον Αστρολάβο. Αυτό ήταν γνωστό και είχε παρουσιαστεί μία φορά το 1975, έκτοτε όμως η τύχη του αγνοείτο, μέχρι τώρα που το εντοπίσαμε.  Όταν ήρθε η ώρα να εκδοθεί το βιβλίο δεν υπήρχαν χρήματα, οπότε εκδόθηκε σε μαυρόασπρη εκτύπωση.   Ο Κόντογλου είχε ζωγραφίσει με τοιχογραφίες fresco το σπίτι του, το οποίο αναγκάστηκε να πουλήσει στην Κατοχή για ένα τσουβάλι αλεύρι, ώστε να μπορέσει να ζήσει η οικογένειά του. Ο άνθρωπος αυτός, αδιαφορώντας για την καλλιτεχνική αξία του έργου, το κάλυψε με σοβά. Με αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, το έργο διασώθηκε και καθώς το σπίτι δεν γκρεμίστηκε με τη φοβερή ανοικοδόμηση της δεκαετίας του 50, το 1978 ο τότε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Δημήτρης Παπαστάμος, φρόντισε να αποτοιχιστεί το μεγάλο αυτό έργο, το οποίο σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Εδώ, λοιπόν, έχουμε δύο από τα προσχέδια που έκανε για τις τοιχογραφίες του σπιτιού του.  


Στέφανου Ξανθουδίδου, Ερωτόκριτος υπό Βιτσέντζου Κορνάρου, 1915. Ο Φ. Κόντογλου περί το 1936-38, διακόσμησε με πρωτότυπη εικονογράφηση το δερματόδετο εξώφυλλο του βιβλίου.
 Στέφανου Ξανθουδίδου, Ερωτόκριτος υπό Βιτσέντζου Κορνάρου, 1915. Ο Φ. Κόντογλου περί το 1936-38, διακόσμησε με πρωτότυπη εικονογράφηση το δερματόδετο εξώφυλλο του βιβλίου.  


Στη συνέχεια άρχισε να ζωγραφίζει εκκλησίες –η πρώτη εκκλησία που έκανε ήταν στην Πάτρα, ένα παρεκκλήσιο της οικογένειας Ζαΐμη. Εν τω μεταξύ τον καλεί ο δήμαρχος της Αθήνας Κώστας Κοτζιάς να ζωγραφίσει κάποιες επιφάνειες στο Δημαρχείο Αθηνών. Εκεί κάνει ένα μεγαλειώδες έργο, τις τοιχογραφίες, οι οποίες καλύπτουν 28 τ.μ., με ήρωες της αρχαιότητας, του Βυζαντίου, όλης της ιστορίας του Ελληνισμού. Εδώ έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε μία μακέτα για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Πρόκειται για την ενυπόγραφη τελική μακέτα που έκανε με τέμπερα και έχει διαστάσεις 100 x 60 εκ., βάσει της οποίας έκανε την εικονογράφηση και εκτίθεται πρώτη φορά. Με την ευκαιρία αυτή εκθέτουμε και το βιβλίο που έχει γράψει για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το   Θρηνητικό Συναξάρι του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Σημαντικά είναι και δύο βιβλία που προέρχονται από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής: το ένα είναι η Θεία Κωμωδία(1934) σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη, την οποία έχει εικονογραφήσει και το άλλο είναι ένα unicum (μοναδικό), ένα βιβλίο του 1915 του Στέφανου Ξανθουδίδη για τον Ερωτόκριτο, του οποίου έχει ζωγραφίσει το δερμάτινο εξώφυλλο. Πρόκειται για ένα μείγμα αγιογραφίας και κοσμικής ζωγραφικής και το σύνολο είναι πραγματικά ένα μοναδικό κομμάτι, που ανήκε στη βιβλιοθήκη του Ιωάννη Μεταξά, για τον οποίο το ζωγράφισε.  


 Εικονογραφήσεις από το βιβλίο Αστρολάβος
Εικονογραφήσεις από το βιβλίο Αστρολάβος



Ένα από τα χειρόγραφα που δε δημοσιεύτηκαν ποτέ, είναι Το κάστρο του Γερακιού. Βρήκαμε σε συλλογή και έχουμε όλο το χειρόγραφο και από άλλη συλλογή εντοπίσαμε σχέδια που έκανε για να το εικονογραφήσει. Το χειρόγραφο και τα σχέδια παρουσιάζονται, επίσης, για πρώτη φορά. Το 1947 ο Κόντογλου συνεχίζει και βγάζει βιβλία με τον δικό του τρόπο, με τυπογραφικές πλάκες, και εκδίδει το βιβλίο Άγιος Μάρκος ο αναχωρητής. Ένα από αυτά το επιζωγραφίζει και το χαρίζει στον Τάκη Ελευθεριάδη. Ταυτόχρονα έχουμε και μια επιστολή που το συνοδεύει, με την οποία απολογείται επειδή πήρε χρήματα για το βιβλίο, εξηγώντας ότι είναι φτωχός και του είναι απαραίτητα για το επόμενο βιβλίο του. Σε άλλο αρχείο βρίσκουμε ένα τυπογραφικό δοκίμιο του ίδιου βιβλίου, το οποίο μάλιστα έχει τυπωθεί πάνω σε ένα παλαιότερο δοκίμιο. Έχουμε λοιπόν το τυπογραφικό δοκίμιο, το αντίτυπο και το επιζωγραφισμένο αντίτυπο. Το 1944 εκδίδει τον Μυστικό κήπο, το οποίο εκθέτουμε μαζί με ένα σχέδιο που χρησιμοποιήθηκε στην εικονογράφησή του. 

  Αργότερα, το 1952, μεταφράζει το βιβλίο Η εικόνα. Λίγα λόγια για τη δογματική έννοιά της, του Λεωνίδα Ουσπένσκι, ενός μεγάλου Ρώσου ζωγράφου της διασποράς, που μεγαλούργησε στο Παρίσι. Ένα χρόνο μετά, ο Κόντογλου καλείται να γράψει μια κριτική για το βιβλίο, η οποία είναι δεκαεξασέλιδη και συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση, μαζί με το βιβλίο. Την κριτική μελετούν σήμερα οι ερευνητές. Ένα από τα χαρακτηριστικά της έκθεσης είναι ότι δίνει αφορμές για περαιτέρω έρευνα, είτε λογοτεχνική, είτε εικονογραφική, είτε για το πώς συνδυάζει την εικονογράφηση με το κείμενο. Άλλο ένα πολύ αγαπητό βιβλίο είναι και Ο Θεός Κόνανος, το οποίο έχει την πρωτοτυπία, μετά την σελίδα 17 και 45, να έχει άλλα δύο διηγήματα, για τα οποία έχει φτιάξει ξεχωριστά εξώφυλλα.   

 Ο Κατακλυσμός , Σχ. 053, σινική μελάνη, (10,8x16,8 εκ.), Λεύκωμα 64
Ο Κατακλυσμός , Σχ. 053, σινική μελάνη, (10,8x16,8 εκ.), Λεύκωμα 64  


Το 1952 ξαναμπαίνει στην περιπέτεια να είναι σε περιοδικό –μαζί με τον θεολόγο Βασίλειο Μουστάκη, έχει την επιμέλεια του περίφημου περιοδικού Η Κιβωτός. Βγάζει 24 τεύχη και από το 1954 αποχωρεί, συνεχίζοντας να δίνει σχέδιά του. Στα αρχεία βρίσκουμε πρωτογράμματα, ένα από τα οποία συναντάμε στην Κιβωτό, καθώς και ένα πρωτόλειο που δείχνει πώς αρχικά συνέλαβε την ιδέα του περιοδικού. Έχουμε, επίσης,  μία σειρά σχέδια που έκανε για να εικονογραφήσει την Έκφρασι (1960), το μεγάλο του έργο, καθώς και επιστολές που είχε γράψει. Βλέπουμε, ακόμα, τον χειρόγραφο επικήδειο λόγο για τον Κωνσταντίνο Διαμαντούρο (1952), του οποίου η οικογένεια τον είχε στηρίξει και σε αυτήν  ανήκει το πιο σημαντικό αρχείο, που αφορά τον Φώτη Κόντογλου.    

Διακοσμητικά από τον Φώτη Κόντογλου στα βιβλία του
Διακοσμητικά από τον Φώτη Κόντογλου στα βιβλία του  


Η έκθεση κλείνει με ένα ξεχωριστό έκθεμα: ένα ανθίβολο, δηλαδή ένα σχέδιο σε ριζόχαρτο που κάνουν οι αγιογράφοι πριν περάσουν στον καμβά, στο ξύλο ή τον τοίχο –ένα πατρόν. Αυτό το ανθίβολο χρησιμοποιήθηκε στην Κρήτη, στο Ρέθυμνο όπου βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και απεικονίζει την Παναγία με τον Χριστό. Η εικόνα έχει εντοπιστεί στο τέμπλο, γι΄αυτό και γνωρίζουμε πως είναι του 1955. Τα ανθίβολα πολλές φορές τα ξαναχρησιμοποιούσαν, γι΄αυτό και διασώθηκε –ήταν η «προίκα» του αγιογράφου, που το επέτρεπε να δείχνει το έργο του στους ενδιαφερόμενους. Η λέξη είναι βυζαντινή και εντοπίζεται σε διαθήκες Κρητικών αγιογράφων, όπως του Άγγελου Ακοτάντου, που έζησε τον 15ο αιώνα.  


Μελέτιος ο Γεωγράφος, σχέδιο από το Λεύκωμα 64 και φύλλο από το Β΄ Χειρόγραφο Αστρολάβου (1934-1935).
Μελέτιος ο Γεωγράφος, σχέδιο από το Λεύκωμα 64 και φύλλο από το Β΄ Χειρόγραφο Αστρολάβου (1934-1935).  


                   ------------------------------------------------------------------------------------



 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Φώτης Κόντογλου στο Άγιο Όρος.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  ο Φώτης Κόντογλου με την γυναίκα του και την κόρη του. Νωπογραφία με την οικογένεια από το σπίτι της οδού Βιζυηνού που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη (1932). Μαρία και Δεσπούλα. Η λατρεμένη σύντροφος και η πολυαγαπημένη κόρη του Φωτίου εμπνέουν και απεικονίζονται πολύ συχνά από τον ζωγράφο άλλες φορές σε πειραματισμούς της τεχνικής φαγιούμ και άλλοτε πάνω στον καμβά υπερβαίνοντας τα διδάγματα της βυζαντινής ζωγραφικής που πρόβαλλε στην Ελλάδα από τον Μεσοπόλεμο έως τη δεκαετία του 1960.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Κόντογλου αγάπησε την Ελλάδα και δεν παρέλειψε να ζωγραφίσει θέματα από την ιστορία μας.



 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η αγιογραφική του εργασία υπήρξε μπούσουλας για τους αγιογράφους στην Ελλάδα αλλά και σ ολόκληρη την ορθοδοξία.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Στην Γερμανική κατοχή πείνασε και πούλησε το σπίτι του για λίγο σιτάρι και για λίγο λάδι. Μετά την πώληση του σπιτιού τους  ζούσαν σε ένα γκαράζ. Ο Κόντογλου ξεχωρίζει με τα όρθια μαλιά, δίπλα του η Μαρία και η Δέσπω. 


ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


.... «Θα καθόμαστε να κυττάζουμε τώρα παπάδες και Ορθοδοξίες»; Μα αυτούς δεν τους μέλλει κι αν εξαφανισθεί από τον κόσμο κάθε ελληνικό πράγμα. Και θα εξαφανισθεί όχι τόσο εύκολα με τον αμερικανισμό που πάθαμε, όσο αν γίνουμε στη θρησκεία παπικοί. Γιατί γι' αυτού πάμε. Παπική Ελλάδα θα πει αξαφάνιση της Ελλάδας. Να γιατί είπα πως είναι πολύ σπουδαίο ζήτημα αυτές οι ερωτωτροπίες που αρχίσανε κάποιοι κληρικοί δικοί μας με τους παπικούς, κι η αιτία είναι το ότι δεν νοιώσανε τι είναι Ορθοδοξία ολότελα, μ' όλο που είναι δεσποτάδες. Το κακό είναι πως ο λαός δεν πήρε, καλά - καλά, είδηση για τη συνωμοσία.......Πίστη ασάλευτη στην Ορθοδοξία, που εμείς οι προκομμένοι την πήραμε κληρονομιά και την πουλάμε «αντί πινακίου φακής» και ασπασμού της παντόφλας του Πάπα! Μα σε τέτοιο σημείο εκφυλισθήκαμε; Αιτία είναι η έμφυτη ματαιοδοξία μας, που μας κάνει να θέλουμε να φαινόμαστε έξυπνοι συγχρονισμένοι, προοδευτικοί, κι όχι καθυστερημένοι. Με τη συναίσθηση της κατωτερότητας που αποχτήσαμε, φοβόμαστε σαν τον διάβολο μήπως μας πούνε «παλιά μυαλά, παλιοημερολογίτες, καθυστερημένους». Και τρέχουμε να πάμε πρώτη σε κάθε κίνηση που περνά για «μοντέρνα», θέλεις μίμηση της «αφηρημένης ζωγραφικής», θέλεις ακαταλαβίστικες «λογοτεχνίες» (καημένη λογοτεχνία, πού κατάντησες!), θες φιλοπαπισμός, θες φιλοαμερικανισμός, στα πάντα, στα ντυσίματα μας(προ πάντων της νεολαίας), στον τρόπο που μιλάμε και σκεπτόμαστε, ακόμα και στις χειρονομίες. Δηλαδή, καταντήσαμε μαϊμούδες του ανθρωπίνου γένους «εν ονόματι της προόδου και της θαυμάσιας εποχής μας». 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Φώτης Κόντογλου θέλησε να αναδείξει στα έργα του την διαχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος. Έτσι απεικόνισε 40 πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και ιστορίας μέσα από επιβλητικές παραστάσεις σε τέσσερις επιφάνειες. Τα έργα αυτά κοσμούσαν το Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης που βρίσκονταν στο ισόγειο του Δημαρχείου. 


ΓΙΑ ΤΗΝ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ



«Η Ρωμιοσύνη βγήκε από το Βυζάντιο, ή για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία του χρόνια στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη. Ακόμα και τον καιρό του Φωκά φανερώνονται καθαρά τα χαρακτηριστικά της, και στα χρόνια των Παλαιολόγων, που ψυχομαχά το βασίλειο, αντρειώνεται η βασανισμένη Ρωμιοσύνη, η καινούργια Ελλάδα. Μεγάλωσε μέσα στην αγωνία η Χριστιανική Ελλάδα, γιατί ο πόνος είναι η καινούργια σφραγίδα του Χριστού. Η Ρωμιοσύνη είναι η πονεμένη Ελλάδα. Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ‘τανε δοξασμένη κι αντρειωμένη, αλλά η καινούργια, η χριστιανική, είναι πιο βαθειά, επειδής ο πόνος είναι ένα πράγμα πιο βαθύ κι από τη δόξα κι από τη χαρά κι από κάθε τι. Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθειά τον χαραχτήρα τους στον σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζουνται με μια σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές κι από τις αβάσταχτες καταδρομές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μια τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμιοσύνη. Τα έθνη που εξαγοράζουνε κάθε ώρα τη ζωή τους με αίμα και μ’ αγωνία, πλουτίζουνται με πνευματικές χάρες, που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς και από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο».


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Λεπτομέρεια από την οικογένεια του ζωγράφου, με τη Δεσπούλα να συμμετέχει και να πρωταγωνιστεί στο έργο του Φωτίου (περ. 1930).


ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ


«Όση διαφορά έχει ο Χριστιανισμός από την ειδωλολατρία, άλλη τόση διαφορά χωρίζει το Βυζάντιο από την αρχαία Ελλάδα. Η αρχαιότητα είναι η βασιλεία του λογικού, ενώ το Βυζάντιο είναι η βασιλεία της πίστεως, της πνευματικής μέθης και της αθανασίας. Ο Πραξιτέλης και ο Απελλής δεν θα ένοιωθαν μια βυζαντινή εικόνα, γιατί δεν είναι φτιαγμένη απάνω στον υλικόν κανόνα. Πολλοί αρχαίοι μιλήσανε για την ματαιότητα του κόσμου , αλλά κανένας δεν την πίστεψε αληθινά, ώστε να την αφήσει, εκτός από τον Διογένη, που και αυτός καμώθηκε ψεύτικα πώς την σιχάθηκε, μόνο και μόνο για να θρέψει τη ματαιοδοξία του. Ενώ στο Βυζάντιο ο βασιλιάς κατέβαινε από το θρόνο και πήγαινε στην έρημο ντυμένος παλιόρασα από γιδότριχα και χαιρότανε γιατί ηλευθερώθη από της δουλείας της φθοράς. Η αγιότης, η όσιότης, η μακαριότης γινήκανε πραγματικότητες της ζωής, δεν ήτανε όπως πριν κάποια ηθικά σύμβολα. Στο Βυζάντιο ο άνθρωπος έγινε πιο εσωτερικός, κατέβητε στον βυθό του εαυτού του, (έγνω εαυτόν), όχι όπως ήθελε η αρχαία φιλοσοφία με το ερευνητικό ψάξιμο των εγκάτων του, αλλά με τον θείο έρωτα, που του έλεγε (Υμείς ναός του πνεύματος εστέ). Με την ταπείνωση έγινε πιο ευαίσθητος στον ψυχικό πόνο και στη συντριβή της καρδίας, και βρήκε τη λύτρωση της συγγνώμης και της μετανοίας».


ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

«Πνευματικόν άνθρωπο, λέγει ο κόσμος τον άνθρωπο που ξέρει γράμματα. Μα άληθινά πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που έχει κάποια ιδιαίτερη ψυχική ευαισθησία και καθαρότητα, που δεν την έχουνε οι άλλοι, και που τον κάνει να υποφέρει κρυφά για όλους και για όλα, σαν να ‘ναι εκείνος ο φταίχτης για τις αδυναμίες τους και τα στραβά που γίνονται στον κόσμο. Και αυτό δεν το κάνει σαν ένα χρέος, αλλά σαν να ‘ναι ανάγκη του, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να ζήσει».



ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

H πάντιμος τέχνη της Εικονογραφίας της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι μία ιερά τέχνη και λειτουργική, όπως είναι όλαι αι εκκλησιαστικαί τέχναι, όπου έχουν σκοπόν πνευματικόν. Αι άγιαι αυταί τέχναι δεν θέλουν να στολίσουν μόνον τον ναόν με ζωγραφικήν δια να είναι ευχ άριστος και τερπνός εις τους εκκλησιαζομένους, ή να τέρψουν την ακοήν των με την μουσικήν, αλλά να τους ανεβάσουν είς τον μυστικόν κόσμον της πίστεως με την πνευματικήν κλίμακα, όπου έχει διαβαθμίδας ήγουν σκαλούνια, τας ιεράς τέχνας, την υμνολογίαν, την ψαλμωδίαν, τήν οικοδομήν, την αγιογραφίαν και τας λοιπάς τέχνας, οπού συνεργούν, όλες μαζί, εις το να μορφωθή μέσα εις τας ψυχάς των πιστών ο μυστικός Πράδεισος, ο ευωδιάζων με πνευματικήν ευωδίαν. Δια τούτο, τά έργα των εκκλησιαστικών τεχνών της Ανατολικής Εκκλησίας είναι υπομνήματα εις τον θείον λόγον................


                              
 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ὁ Κόντογλου μὲ τὸν Ἐγγονόπουλο ὡς μοναχοὶ 
στὸ Ἅγιον Ὄρος, γύρω στὴ δεκαετία τοῦ ῾30.


                   -------------------------------------------------------------------------------



Φώτης Κόντογλου - Ὁ τελευταῖος Βυζαντινός, ἕνας οἰκουμενικὸς ἑλληνιστής

Εὐγένιος Ματθιόπουλος - Ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ,
19-11-1999, σελ.: N18. Κωδικὸς ἄρθρου: Α16596N181

Ὁ Εὐγένιος Δ. Ματθιόπουλος εἶναι
λέκτορας Ἱστορίας τῆς Τέχνης στὸ Πανεπιστήμιο Κρήτης.



«Οἱ ψυχὲς τῶν νέων εἶναι ρημαγμένες ἀπὸ τὰ ἄγρια ἔνστικτα, ποὺ τὰ ἀνεβάσανε στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ τάρταρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης κάποιοι ἐχθροί του ἀνθρώπου, κάποιοι πνευματικοὶ ἀνθρωποφάγοι, ποὺ ἀνάμεσά τους πρωτοστατεῖ ἕνας τρελλὸς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μιὰ μούμια σὰν παληόγρια λεγόμενη Βολταῖρος, κάποιος ζοχαδιακὸς Φρόυντ κι ἕνα πλῆθος ἀπὸ τέτοια ὄρνια καὶ κοράκια καὶ νυχτερίδες» («Μυστικὰ ἄνθη», σ. 112). Ὁ Φώτης Κόντογλου γράφοντας, ἀπὸ τὴν Κατοχὴ καὶ μετά, σ᾿ ἕναν τόνο τόσο τραχύ, δὲν εἶχε χαριστεῖ οὔτε σ᾿ ἕναν ἀπὸ τοὺς διανοητὲς τῆς Δύσης, κατακρημνίζοντάς τους, ἀδιάκριτα ἂν ἐπρόκειτο γιὰ καθολικούς, ὀρθολογιστές, σκεπτικιστὲς ἢ μυστικούς, ὡς ὑπεύθυνους γιὰ τὴν «κρυφὴ ἀπελπισία» καὶ τὰ ἄλλα «φαρμακερὰ μανιτάρια ποὺ φυτρώσανε στὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχὲς τῆς γαγγραινιασμένης ἀνθρωπότητας».
Μὲ τοὺς καλλιτέχνες δὲν εἶχε σταθεῖ λιγότερο αὐστηρός. Ἀπὸ τὸν Τζότο, τὸν Ραφαὴλ καὶ τὸν Γκρίνεβαλτ μέχρι τὸν Σαρντὲν καὶ τοὺς νεώτερους, τοὺς ρεαλιστές, τοὺς ἰμπρεσιονιστές, τὸν Γκογκὲν καὶ τοὺς ἀφηρημένους, ὅλοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, δούλευαν, ἠθελημένα ἢ ἀθέλητα, γιὰ «τὴν παμπόνηρη ἀλχημεία τοῦ Μαμωνᾶ». Μέσα ἀπὸ μία συνωμοτικὴ-δαιμονιακὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἱστορία, ὁ Κόντογλου κήρυσσε ἐνάντια στοὺς «διαβόλους, ποὺ φαίνονται ἀπ᾿ ἔξω ἥμεροι, ἁπλοί, εἰρηνικοὶ στὰ ἀνύποπτα μάτια μας [καὶ ποὺ] δίχως νὰ φαίνουνται, κάθουνται κρυφὰ καὶ σχεδιάζουνε μυριάδες σατανικὰ σχέδια, ποὺ ἀνατριχιάζει ἄνθρωπος νὰ τὰ συλλογιστεῖ» («Μυστικὰ ἄνθη», σ. 221). Στὴ σκέψη του ἡ Ρωμιοσύνη κινδύνευε ἀπὸ τὸν ἐξευρωπαϊσμό, ἡ ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν παπισμό, οἱ ἄνθρωποι ἀλλοτριώνονταν ἀπὸ τὶς ἰδέες τοῦ νεωτερισμοῦ, τὴ δίψα τοῦ κέρδους, τὶς μηχανὲς καὶ τὴν τεχνολογία καὶ κυρίως ἀπὸ τὸ «δηλητήριο τῆς μάταιης γνώσης».
Ἀλλὰ ὁ Κόντογλου δὲν κατεῖχε πάντοτε μὲ τόση πίστη τὴ μία καὶ μόνη ἀλήθεια. Πολὺ πρίν, στὰ νιάτα του, ὅταν ἀκόμα τὴν ἀναζητοῦσε, εἶχε συναπαντηθεῖ μὲ κάποιον «ποὺ εἶχε ἀνέβει ἀπὸ τὴν Κόλαση»! Θὰ πουλοῦσε μάλιστα τὴν ψυχή του καὶ στὸν πιὸ τιποτένιο - ἔγραφε - ἀρκεῖ νὰ τὸν πίστευε ὅτι εἶχε ζήσει ἀντάμα μὲ τὸν Πέδρο Καζᾶς!
Ὁ Κόντογλου γεννήθηκε στὸ Ἀϊβαλὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 1895. Τὸν ἑπόμενο χρόνο ἔχασε τὸν πατέρα τοῦ Νικόλαο Ἀποστολέλη καὶ μεγάλωσε κοντὰ στὸν ἀδελφό της μητέρας του, τὸν θεῖο του Στέφανο Κόντογλου, ἡγούμενο τοῦ οἰκογενειακοῦ τους μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ θείου του σπούδασε ζωγραφικὴ στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας (1913-1916) πρὶν φύγει γιὰ τὸ Παρίσι, ὅπου ἔμεινε, παρέα μὲ τὸν Σπύρο Παπαλουκᾶ, μέχρι τὰ τέλη τοῦ 1919. Ἐκεῖ ἔγραψε, τὸ 1918, τὸ Ρedro Cazas, ποὺ πρωτοεκδόθηκε τὸ 1920 στὸ Ἀϊβαλί, μὲ τὶς φροντίδες τοῦ παιδικοῦ του φίλου Στρατῆ Δούκα καὶ προκάλεσε ζωηρὴ ἐντύπωση στοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους: «Μιὰ πόρτα ἀνατολίτικη ἄνοιξε στὴ μίζερη, μικρόπνοη «κλεισμένου χώρου» λογοτεχνία μας καὶ μπῆκε μία μεγάλη ἀναπνοή. Ἡ ἀναπνοὴ τοῦ Κόντογλου», ἔγραψε ἀργότερα γι᾿ αὐτὸ τὸ βιβλίο ὁ Καζαντζάκης.





Ὁ φτυχισμένος Κονέκ-Κονέκ, ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰσπροβάνας.
Τοιχογραφία ἀπ᾿ τὸ σπίτι τοῦ Κόντογλου. Ἐθνικὴ Πινακοθήκη



Ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ τὸν ἔφερε, μαζὶ μὲ χιλιάδες ἄλλους πρόσφυγες, πρῶτα στὴ Λέσβο καὶ ὕστερα, μὲ τὴ μεσολάβηση φίλων του, τῆς Ἕλλης Ἀλεξίου, τοῦ Βάσου Δασκαλάκη, τῆς Γαλάτειας καὶ τοῦ Νίκου Καζαντζάκη κ.ἄ. στὴν Ἀθήνα.
Ὁ Κόντογλου ἔφυγε ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλὶ κυνηγημένος, ἀνέστιος, μὲ μιὰ εἰκόνα τῆς ἁγίας Παρασκευῆς στὰ χέρια, γιὰ νὰ βρεθεῖ, νὰ πεταχτεῖ κυριολεκτικὰ σὲ μιὰ ἑλλαδικὴ κοινωνία κατάπληκτη ἀπὸ τὴν ἀποτυχία της, ἀνίσχυρη ν᾿ ἀντιδράσει καί, τὸ χειρότερο, δίχως ἐλπίδες.
Ἡ ἀνάγκη ἀνόρθωσης ἑνὸς σταθεροῦ κέντρου πνευματικῆς ἀναφορᾶς, ἑνὸς νέου μυθικοῦ κόσμου ἐσωτερικῆς πίστης τὸν ἔφερε τὸ 1923 στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου μελέτησε - βρισκόμενος σὲ «θεϊκὸ μεθύσι, μὲ καρδιὰ ποὺ καιγότανε, σὲ ἔκσταση», ὅπως γράφει - τὴ βυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινὴ τέχνη. Ἐκεῖ ἔγραψε ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ἀφηγήματα καὶ τὶς μεταφράσεις ποὺ θὰ συμπεριελάμβανε τὸν ἑπόμενο χρόνο στὸ δεύτερο βιβλίο του μὲ τὸν σανσκριτικὸ τίτλο Βασάντα (δηλαδή, ἄνοιξη).
Ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀθήνα ἐξέθεσε στὸ Λύκειο Ἑλληνίδων μία σειρὰ ἀπὸ ἀντίγραφα βυζαντινῶν τοιχογραφιῶν καὶ εἰκόνων ποὺ εἶχε φιλοτεχνήσει στὰ μοναστήρια. Στὸν πρόλογο τοῦ καταλόγου τοῦ ἀποκαλεῖ τὶς ἁγιογραφίες «τεχνουργήματα - καλλιτεχνήματα», τὶς θαυμάζει γιὰ τὴ «ζωγραφικὴ σοφία» καὶ τὸν «ἔντονο ρυθμό» τους καὶ δὲν ἀρκεῖται νὰ τὶς «ξεσηκώσει ἁπλά», ἀλλὰ νὰ τὶς «ἀνασυνθέσει σχεδὸν ἄρτια»! Ἦταν ἕνας φυσιολάτρης, ἕνας αἰσθητιστὴς «μὲ χριστιανικὴ ἀνατροφή» καὶ ρομαντικὸ πάθος γιὰ τὸν «πεθαμένο κόσμο», στὸν ὁποῖο τὸν μετέφεραν μὲ τὴν «ἐξωτική τους φωνὴ τὰ μυρίπνοα αὐτὰ ἄνθη». Ὁ Κόντογλου ἔβλεπε μέσα ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Τζὸν Ράσκιν τὴ βυζαντινὴ τέχνη καὶ τὴν παράδοσή της.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια θαύμαζε παράλληλα τὸν Θεοτοκόπουλο, τὸν Βὰν Γκὸγκ καὶ τὸν Ντερὲν καὶ προσπαθοῦσε νὰ ζωγραφίσει μ᾿ ἕνα ἁδρὸ ὕφος στ᾿ ἀχνάρια τῆς δικῆς τους ἐξπρεσιονιστικῆς παραστατικότητας. Ἡ «Τέχνη» ἦταν γι᾿ αὐτὸν «Ἔκφραση» ποὺ τὴν «κινᾶ ἡ φύση καὶ ἡ ζωή». Ἔργα, ὅπως τὸ πορτρέτο τοῦ Νικολάου Χρυσοχόου, τοῦ 1924, μαρτυροῦν ὄχι μόνο τὰ πρότυπά του, ἀλλὰ καὶ μία σπάνια ζωγραφικὴ ἐνάργεια μὲ τὴν ὁποία ψυχογραφεῖ καὶ χαρακτηρίζει τὸ μοντέλο του.
Στὴν Ἀθήνα γρήγορα συνδέθηκε μὲ τοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων, τῶν καλλιτεχνῶν καὶ τῶν φιλοτέχνων, ποὺ ἤδη εἶχαν ἀρχίσει νὰ προσανατολίζονται πρὸς τὶς ἰδέες τῆς «ἑλληνικότητας», δηλαδὴ τοὺς Κ. Παρθένη, Δ. Πικιώνη, Φ. Πολίτη, Α. Ζάχο, Α. Χατζημιχάλη, Α. Μπενάκη, τοὺς τραπεζίτες ἀδελφοὺς Λοβέρδους κ.ἄ. Τὸ 1925 παντρεύτηκε τὴ Μαρία Χατζηκαμπούρη, μὲ τὴν ὁποία ἀπόκτησε μία κόρη. Δουλεύει ἀκατάπαυστα, ζωγραφίζει, σχεδιάζει σκηνικά, συντηρεῖ εἰκόνες καὶ τοιχογραφίες, γράφει, μεταφράζει καὶ δημοσιεύει ἄρθρα καὶ λογοτεχνήματα, εἰκονογραφεῖ βιβλία, συνεργάζεται μὲ περιοδικά, ὅπως τὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα, πρωτοστατεῖ σὲ κάθε κίνηση καὶ ἐργασία ποὺ σχετίζεται μὲ τὴ στροφὴ πρὸς τὴν παράδοση καὶ τὴν κριτικὴ ἀφομοίωση τῆς νεωτερικῆς τέχνης. Μὲ τὸ ἔργο καὶ τὸν λόγο τοῦ προσπαθεῖ νὰ διαμορφώσει τὸ ὕφος καὶ τὸ περιεχόμενο μιᾶς νέας «ἑλληνικότητας». «Κατάργησε τὴ βαλκανικὴ μιζέρια καὶ δουλοπρέπεια. Στὸν ἐπαρχιώτικο εὐρωπαΐζοντα αἰσθητισμὸ ἀντέταξε ἕνα αἰσθητισμὸ γηγενῆ», παρατηρεῖ ὁ Τσαρούχης.
Κι ὅμως, δὲν ἐπρόκειτο ἁπλὰ γιὰ μία αἰσθητιστικοῦ τύπου κίνηση. Ἀφενὸς τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ παραδοσιακὴ - «λαϊκή» τέχνη εἶχε διεθνεῖς τότε διαστάσεις καὶ ἀφετέρου οἱ βυζαντινὲς σπουδὲς εἶχαν ἀποκτήσει πολὺ βαθύτερη σημασία γιὰ τοὺς ἐθνικιστικοὺς κύκλους ὅλων τῶν βαλκανικῶν κρατῶν. Στὰ διεθνῆ συνέδρια τῶν βυζαντινολόγων δίνονταν τότε πραγματικὲς «ἐπιστημονικές» μάχες γιὰ τὴν πρόσκτηση τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης περιοχῆς ἢ περιόδου στὴν ἱστορία τῆς τέχνης τοῦ κάθε ἔθνους-κράτους. Ἀλλὰ ἂν οἱ ἱστορικοὶ ἔπρεπε νὰ διαφυλάξουν τὸ παρελθὸν ἀπὸ τὶς ἐπιβουλές, οἱ σύγχρονοι καλλιτέχνες καλοῦνταν νὰ καταδείξουν τὴ συνέχειά του. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ἡ ἀποκατάσταση τῆς βυζαντινῆς καὶ τῆς παραδοσιακῆς-«λαϊκῆς» τέχνης ὄχι μόνο ὡς ἰσότιμης καλλιτεχνικὰ μὲ τὴν ἀρχαία, ἀλλὰ καὶ ὡς «ταμείου», ὡς «κιβωτοῦ» γιὰ τὴ σύγχρονη, ἀποτέλεσε κεντρικῆς σημασίας ζήτημα τῆς κρατικῆς πολιτιστικῆς παρέμβασης. Ὁ ἀγώνας τοῦ Κόντογλου δὲν ἦταν μία μεμονωμένη ἰδιωματικὴ προσπάθεια, ἀλλὰ παρακολουθοῦσε στὴν ἀνέλιξή τους ὁρισμένες ἀνάλογες ἰδεολογικὲς ὡριμάσεις καὶ πολιτιστικὲς πολιτικὲς τοῦ κράτους καὶ γενικότερα τῶν ὑψηλότερων στρωμάτων τοῦ κατεστημένου. Ὁ Γαλάνης, ἤδη ἀπὸ τὸ 1919, εἶχε ὑποδείξει στὸν Βενιζέλο, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀποτυχημένη ἔκθεση τῆς «Ὁμάδας Τέχνη», στὸ Παρίσι, νὰ στέλνει γιὰ μετεκπαίδευση τοὺς νέους Ἕλληνες καλλιτέχνες στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὥστε νὰ διαμορφωθεῖ ἐκεῖ μιὰ νέα ἑλληνικὴ σχολή. Μιὰ δεκαετία μετά, στὴν Ἀθήνα τὸ Μουσεῖο Δ. Λοβέρδου καὶ τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο θὰ ἐγκαινιάζονταν στὴν Ἀθήνα, τὸ 1930, μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ βυζαντινολογικοῦ συνεδρίου, καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο θὰ ἀκολουθοῦσε τὸ Μουσεῖο Μπενάκη, ἐνῷ μία ἔκθεση βυζαντινῆς τέχνης θὰ παρουσιαζόταν στὸ Λοῦβρο (Μusee des Αrts decoratifs) μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Τὸ βυζαντινοπρεπὲς καὶ λαϊκότροπο ὕφος τοῦ Κόντογλου ξένιζε βέβαια τὴν ἐθισμένη στὶς τεχνοτροπίες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συρμοῦ εὐρύτερη φιλότεχνη ἀθηναϊκὴ κοινωνία, καθὼς δὲν νεωτέριζε ἀκολουθώντας κάποια ἤδη ἀναγνωρισμένη τάση στὸ Παρίσι, ἀλλὰ ἀντίθετα καινοτομοῦσε ἀναπλάθοντας δημιουργικὰ στοιχεῖα τῆς μεταβυζαντινῆς καὶ παραδοσιακῆς-«λαϊκῆς» τέχνης σὲ ἔργα κοσμικοῦ περιεχομένου, προτείνοντας τὴν ἐπιστροφὴ σὲ ἕναν «ξεχασμένο» τρόπο ὅρασης τοῦ κόσμου.

Ὁ Κόντογλου ἐκεῖνα τὰ χρόνια δὲν ἦταν διόλου ἐχθρικὸς πρὸς τὴ δυτικὴ τέχνη. Τὸ ἀντίθετο, θαύμαζε παράλληλα μὲ τὸν Πανσέληνο, τὸν Τζότο, τὸν Ντίρερ, τὸν Τισιανό, τὸν Βελάσκεθ, τὸν Σεζᾶν κ.ἄ. Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε πού, στὸ Ἐγκυκλοπαιδικὸ Λεξικὸ τοῦ Ἐλευθερουδάκη (1930 καὶ μετά), ὑπογράφει τὰ λήμματα ὄχι μόνο γιὰ τοὺς μεγάλους ἀναγεννησιακοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Γκογκέν, τὸν «κυβισμό», τὸν Πικάσο κ.ἄ. Τὸ 1934, ἀκόμα, σ᾿ ἕνα ἄρθρο του στὴν Πρωία δὲν ἔκρυβε τὴ συγγένειά του μὲ ὁρισμένους νεωτεριστὲς καλλιτέχνες, ποὺ τοὺς ἔνιωθε τὸ ἴδιο μὲ αὐτὸν περιθωριοποιημένους: «[...] δὲν ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἐποχή μας τὰ μοδιστράκια, τὰ φιγουρίνια, οἱ φωτογραφίες, τ᾿ ἀνάλατα περιοδικὰ μὲ τὰ γυαλιστερὰ χαρτιά, παρὰ τὴν ἀντιπροσωπεύει ὁ Ντεραίν, ὁ τελωνοφύλακας ὁ Ρουσσῶ κι ὁ Ματὶς μὲ τὶς Τουρκάλες του». Τὴν ἴδια χρονιὰ ἔστελνε δυὸ ἔργα του νὰ ἐκτεθοῦν στὴν Μπιενάλε τῆς Βενετίας, πρᾶγμα ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει τὴν ὑπόθεση ὅτι ἀκόμα διακατεχόταν ἀπὸ τὶς «μάταιες» ἐλπίδες τῆς κοσμικῆς τέχνης καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγνώρισης.
Ἡ δεκαετία τοῦ ῾30 ἦταν ἡ σημαντικότερη καὶ γονιμότερη περίοδος τῆς ζωῆς του. Τὸ 1932 μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Γ. Τσαρούχη καὶ Ν. Ἐγγονόπουλο, ζωγράφισε τὶς περίφημες τοιχογραφίες στὸ νεόκτιστο σπίτι τοῦ (σήμερα ἀποτοιχισμένες στὴν ΕΜΠΑΣ). Ἡ φωτεινότητα τῆς τεχνικῆς του φρέσκου, ἡ ἐλεύθερη φαντασία του, ποὺ συλλαμβάνει ἕνα εἰκονογραφικὸ πρόγραμμα μὲ τὶς ἐξωτικὲς παραστάσεις Τοῦ φτυχισμένου Κονέκ-Κονέκ, βασιλιὰ τῆς Ἰσπροβάνας ἢ τῶν Ὀλαντέζων στὸ κάστρο Μπούκα-Ρούα, κάτω ἀπὸ τὰ πορτρέτα τοῦ Σουτοῦν τοῦ Αἰγύπτιου, τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Στράβωνα, τοῦ Πανσέληνου, τοῦ Θεοτοκόπουλου, τοῦ Μπεζᾶ τοῦ Πέρση, τοῦ Φράγκου Κατελάνου κ.ἄ., τὸ καθαρὸ γράψιμο τῶν μορφῶν στὶς δυὸ διαστάσεις, ἡ λεπτότητα τῶν τονικῶν καὶ χρωματικῶν ἁρμονιῶν, ἡ εὐφροσύνη ποὺ ἀποπνέει τὸ σύνολο συνιστοῦσαν τὴ μεγάλη ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε ὁ Κόντογλου καὶ οἱ μαθητές του: ὅτι ἦταν δυνατὴ μία ἀναβίωση τῆς μεταβυζαντινῆς παράδοσης.
Στὰ τέλη τῆς δεκαετίας, τὸ 1937, θὰ ἀναλάβει τὴν παραγγελία γιὰ τὶς τοιχογραφίες τοῦ Δημαρχείου τῆς Ἀθήνας. Τὸ ζητούμενο ἐδῶ ἦταν νὰ ἀνασυνθέσει σὲ μνημειακὴ κλίμακα, μέσα ἀπὸ μία σειρὰ παραστάσεων, τὴν ἱστορία τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀπὸ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους μέχρι τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ῾21. Κάτω ἀπὸ τοὺς ἔμμεσους ἀλλὰ αὐτονόητους περιορισμοὺς ποὺ ἐπέβαλε ἡ δικτατορία τῆς 4ης Αὐγούστου, ἡ ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας γράφτηκε ὑπὸ τὸ πρίσμα ποὺ ἱκανοποιοῦσε τὸν δικτάτορα. Ὁ Κόντογλου ἐπιχείρησε νὰ ζωγραφίσει τὶς παραστάσεις αὐτὲς συνθέτοντας ἑλληνιστικά, βυζαντινὰ καὶ λαϊκότροπα εἰκαστικὰ στοιχεῖα, δίχως νὰ φθάσει ὅμως πάντοτε σὲ ἐπιτυχεῖς λύσεις.
Τὰ σκληρὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ὁ Κόντογλου ζεῖ γιὰ δεύτερη φορὰ τὴν καταστροφή, τὸ ἀδιέξοδο, τὴν κατάλυση κάθε στέρεης κοινωνικῆς κι ἐπαγγελματικῆς σχέσης, τὴ στέρηση ὑλικῶν πόρων καὶ προοπτικῶν. Θύμα ἄγριας μαυραγορίτικης ἐκμετάλλευσης πούλησε τὸ σπίτι του γιὰ ἕνα σακὶ ἀλεύρι καὶ στέγασε ὅπως ὅπως τὴν οἰκογένειά του σ᾿ ἕνα γκαράζ. Μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπελπιστικὴ καταβύθιση ἔγραψε τὸν «Θεὸ Κονάνο», «ποὺ εἶναι πιὸ κακὸς κι ἀπὸ τὸ Μάνιπα, πιὸ σκληρὸς κι ἀπὸ τὸ Χολσόρνα! [...] μισὸς παγωμένος κι ὁ μισὸς πυρωμένος, μὲ κέρατα, μὲ δόντια, μὲ νύχια ματωμένα, μὲ τὰ πλεμόνια του ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ στῆθος...». Κατέφυγε στὴν ὀρθοδοξία. Στὸν μυστικισμὸ τῶν νηπτικῶν βρῆκε ἕνα δρόμο διαφυγῆς ἀπὸ μία πραγματικότητα ἀβίωτη, ἕναν ἔσχατο τρόπο νὰ ἐκλογικευτεῖ τὸ παράλογο καὶ ἡ φρίκη τῆς πιὸ ἄγριας κι ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς, ποὺ ὅμοιά της δὲν εἶχε γνωρίσει ἡ ἀνθρωπότητα.
Τὸ 1943, δημοσίευσε στὴ Νέα Ἑστία «Τὰ ἀκηλίδωτα ἀρχέτυπα», ὅπου παραθέτει, ὡς ἐπιμύθιο, τὰ λόγια τοῦ ἁγίου: «Τὰ μυστήρια τοῦ πνεύματος, ποῦναι ἀπάνω ἀπὸ τὴ γνώση, δὲν τὰ αἰσθάνουνται οἱ αἰσθήσεις τοῦ κορμιοῦ, μηδὲ τὸ λογικό του νοῦ, ἀλλὰ ἔδωκε ὁ Θεὸς τὴν πίστη, μὲ τὴν ὁποία μονάχα γνωρίζουμε πὼς ὑπάρχουνε». Στὸ ἴδιο κείμενο θὰ προσπαθήσει νὰ θεμελιώσει τὴν πνευματικὴ ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης, τῆς τέχνης τῆς παράδοσης, στὴν ἀποκαλυπτικὴ γνώση τοῦ θείου: «Τὴν ὀρθόδοξη θρησκεία μας τὴν πήραμε ἀπὸ θεϊκὴ ἀποκάλυψη, κι ὄχι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ὥστε ἡ τέχνη της δὲ μποροῦσε νἆναι φυσική, ἀλλὰ πνευματική».

Γιὰ τὸν Κόντογλου ἡ τέχνη τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας «ἀξιώθηκε νὰ παραστήσει σὰν ἀπὸ θαῦμα, μὲ βαφὲς ἀπὸ χώματα, αὐτὰ τὰ «ἀκηλίδωτα ἔσοπτρα», «τὰ ἔσχατα τῶν ἀπηχημάτων, τὰς οὐρανίας καὶ φωστηρικᾶς καὶ ἀστρώους οὐσίας», ποὺ καλὰ καλὰ δὲν φτάνει ἡ ἀρχαία γλώσσα νὰ τὶς ἐκφράσει». Ὅποιος δὲν ἔβλεπε μὲ τὸν «πνευματικό του ὀφθαλμό» αὐτὴ τὴν τέχνη, μὲ «τὰ μέσα μάτια», δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ καταλάβει τὴν οὐσία τῆς λειτουργικῆς ὀρθόδοξης τέχνης. (Ἡ πονεμένη ρωμιοσύνη, σ. 97).
Ἀπὸ τὸν Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ ὕστερα ὁ Κόντογλου ἀκολούθησε σ᾿ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τοῦ δημόσιου βίου τοῦ τὸν δρόμο τῆς ὀρθοδοξίας. Τὸ πινέλο τοῦ ἀφιερώθηκε στὴν ἁγιογραφία καὶ ἡ πένα του στὴ θεολογία καὶ τὴ μαχόμενη δημοσιογραφία στὴν Ἐλευθερία τοῦ Π. Κόκκα, στὸ περιοδικὸ Κιβωτὸς κ.ἄ. Ἡ θεολογία του, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Χ. Γιανναρᾶς, κινεῖται στὴν κριτικὴ γραμμὴ τοῦ Παπαδιαμάντη, «τῆς θετικῆς θεολογικῆς ἀνατομίας τῆς λαϊκῆς πνευματικότητας τοῦ ὀρθόδοξου ἑλληνικοῦ χώρου, τῆς θεολογίας τῆς μετάπλασης τῆς ἁπλοϊκῆς εὐσέβειας τῶν ταπεινῶν σε «δόξα» καὶ ἀλήθεια». Ὡς δημοσιολόγος κατέκρινε ριζοσπαστικὰ κάθε ἐκσυγχρονιστικὴ καὶ δυτικότροπη σκέψη ἢ ἄλλη ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
Στὴν πορεία του αὐτὴ ὁ Κόντογλου δὲν ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὶς ἐνδοεκκλησιαστικὲς συγκρούσεις, ἰδιαίτερα στὸ ζήτημα τῆς ἕνωσης τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐρχόμενος σὲ ἀντιπαράθεση ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηναγόρα. Τὴ σθεναρή του αὐτὴ στάση τὴν πλήρωσε μ᾿ ἕναν ἄδικο ἀποκλεισμό. Δὲν τοῦ ἀνατέθηκε ποτὲ νὰ ἁγιογραφήσει καμιὰ σημαντικὴ ἐκκλησία τῆς Ἀθήνας. Ἄφησε ὅμως ἕνα σημαντικότατο γιὰ τὴν ἁγιογραφία συγγραφικὸ ἔργο, τὴ δίτομη Ἔκφραση (1960), ἀφιερωμένη «στοὺς ἀνώνυμους ἁγιογράφους, στοὺς ἄγνωστους ἐρημίτες, ποὺ κοιμήθηκαν ἐν Κυρίῳ δίχως νὰ ταράξουν τὴν εἰρήνη τοὺς οἱ μάταιοι ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων».



 

                            -------------------------------------------------------



Πραγματικό όνομα
Φώτιος Αποστολέλης
Γέννηση
8 Νοεμβρίου 1895
Τόπος γέννησης
Θάνατος
13 Ιουλίου 1965 (69 ετών)
Εθνικότητα
Έλληνας
Υπηκοότητα
Επάγγελμα/
ιδιότητες
Είδος Τέχνης
Λογοτέχνης, αγιογράφος, ζωγράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα
Γενιά του ’30


Ο Φώτης Κόντογλου, ή με το πραγματικό του όνομα Φώτιος Αποστολέλης, (Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 –Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του ’30». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά.


Η ζωή του

Τα αρχικά χρόνια

Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου του 1895. Είχε τρία ακόμα αδέλφια: τον Γιάννη, τον Αντώνη και την Τασίτσα. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του -ναυτικός στο επάγγελμα- και την κηδεμονία των τεσσάρων παιδιών ανέλαβε ο θείος του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, από το 1911, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές.

Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα το 1913, στην Γ' τάξη. Το 1913–1914 έμενε με τον Στρατή Δούκα στη Νεάπολη και στην Κυψέλη και μετά με τον Παπαλουκά στην Κολοκυνθού. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργαζόταν ως ρετουσέρ στο φωτογραφείο Μπούκα και Καλιαμπέκου. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο εικονογράφησης βιβλίου σε διαγωνισμό του περιοδικού, για αυτήν της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Εργάστηκε ως τορναδόρος και ανθρακωρύχος. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία.
Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Διορίστηκε καθηγητής στο Παρθεναγωγείο της πατρίδας του όπου δίδασκε γαλλικά και τεχνικά. Ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο Νέοι Άνθρωποι και έγινε πρόεδρος. Το 1921 επιστρατεύτηκε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το 1922 πήρε το δρόμο της προσφυγιάς με ένα καΐκι. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος με πρόθεση να καλογερέψει.

Το 1923, επίσης, πραγματοποίησε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του στη Μυτιλήνη με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Μετέφερε την έκθεση τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα στην αίθουσα του Λυκείου των Ελληνίδων, παρουσιαζόμενος για πρώτη φορά ως ζωγράφος στο αθηναϊκό καλλιτεχνικό κοινό. Το 1925 εξέδωσε το περιοδικό Φιλική Εταιρία. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία. Το 1927 γεννήθηκε η μοναχοκόρη του Δέσποινα. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη συνεργασία του με το περιοδικό του Κωστή Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1933 έλαβε τελικά το πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών - Απολυτήριον γραφικής, με βαθμό Λίαν καλώς προκειμένου να διδάξει στο Κολλέγιο Αθηνών, ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: το 1931 στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, του οποίου ζωγράφισε το συντριβάνι, στο Μουσείο Κέρκυρας το 1935, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο, το 1937 και μεταξύ 1936 και 1938 κατά διαστήματα στο Μυστρά όπου καθάριζε τις τοιχογραφίες των ναών του.

Κατά την διάρκεια της κατοχής

Το όνομα του Κόντογλου βρίσκεται ανάμεσα στα ονόματα των Ελλήνων λογοτεχνών που συνεργάστηκαν με το ελληνόφωνο ιταλικό περιοδικό προπαγάνδαςΚουαδρίβιο. Καθώς όσοι συνεργάζονταν με αυτό αμείβονταν με χρήματα ή τρόφιμα προκρίθηκε η ανάγκη επιβίωσης του Κόντογλου, καθώς μάλιστα είχε αναγκασθεί να πουλήσει το σπίτι του -Βιζυηνού 16 στα Πατήσια- για ένα σακί αλεύρι. Ο νέος ιδιοκτήτης της οικίας Κόντογλου κάλυψε τις νωπογραφίες με λαδομπογιά.Τα επόμενα χρόνια ο Κόντογλου μετακόμιζε διαρκώς. Φιλοξενούνταν σε σπίτια φίλων του, κυρίως στο Παγκράτι, για να καταλήξει σε ένα γκαράζ. Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κείμενά του στο περιοδικό Φιλολογική Κυριακή (1943) και το 1944 στους Ορίζοντες και στα Γράμματα.


 Το σπίτι του Φώτη Κόντογλου στην Αθήνα


Μετά την απελευθέρωση


Από το 1948 αρχίζει να αρθρογραφεί στην εφημερίδα Ελευθερία μέχρι τον θάνατό του. Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1963 τραυματίστηκε με τη γυναίκα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Βούλα. Το 1959 είχε σύντομη συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, αλλά λόγω διαφωνίας του σχετικά με την ώρα μετάδοσης της εκπομπής του παραιτήθηκε.

Θάνατος

Το 1965 υποβλήθηκε σε εγχείρηση δυο λίθων από την κύστη. Τελικά πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου του 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση και ταλαιπωρημένος σωματικά και ψυχικά ύστερα από το ατύχημα που του συνέβη το 1963. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Νέας Μάκρης (Όρος Αμώμων). Ο Γιάννης Τσαρούχης, άλλοτε μαθητής του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Κόντογλου, βρισκόταν στη Μυτιλήνη και ζωγράφιζε κατά τύχη έναν άγγελο.

Οι πολιτικές πεποιθήσεις του

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Ασημάκη Πανσέληνου ο Κόντογλου, «[...] στην πολιτική το ίδιο ατζαμής, δημοκράτης, θεωρούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρόλες τις θεοκρατικές του αυταπάτες, και έβρισκε πως και τα δύο συμβιβάζονται και υποστήριζε πως ο ρούσσικος κομμουνισμός είναι έκφραση της χριστιανικής ψυχής των Ρώσων[...]». Το καλοκαίρι του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα δημοσιεύθηκε κείμενο διαμαρτυρίας κατά των Δεξιών εξτρεμιστικών επιθέσεων σε βιβλιοπωλεία, θέατρα, εφημερίδες. Μεταξύ των διανοουμένων που υπογράφουν είναι και ο Κόντογλου. Τέλος, δεν υπογράφει ο Κόντογλου τη Δήλωσιν Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών που δημοσιεύθηκε ως παράρτημα της Διακήρυξης της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων το 1946.

Το ζωγραφικό του έργο

Η περίοδος της μονοχρωμίας 1910-1925

Από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν έχουν εκδηλωθεί ερεθίσματα από τη βυζαντινή ζωγραφική. Η πρώτη χρονολογημένη ζωγραφιά του ανάγεται στα 1912 (τίτλος: Αγία Παρασκευή) όταν ήταν δεκαεπτά ετών και ίσως παλιότερη να είναι η Καθιστή γριά γύρω στα 1910 όταν ήταν δεκαπέντε ετών. Στην περίοδο φοίτησής του στη Σχολή Καλών Τεχνών έρχεται σε επαφή με το κλίμα της Σχολής του Μονάχου και το γεγονός πως είχε καταρτίσει συλλογή με έργα από γερμανικές καλλιτεχνικές εκδόσεις των Γύζη, Λέμπαχ, Μπίκλιν,Στουκ, Κλίνγκεργκ, φανερώνει την μη απόρριψη της ακαδημαϊκής ζωγραφικής εκ μέρους του. Η περίοδος εργασίας του στο φωτογραφείο επηρεάζουν την τεχνοτροπία των έργων του: μαλακοί σκιοφωτισμοί, ασπρόμαυρο μαλακό πλάσιμο (Η Ολλαντέζικη πίπα, 1918, προσωπογραφία Ευστράτιου Αγγελέλη-1938). Στην περίοδο οπότε βρίσκεται στο Παρίσι περιορίζεται στην εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών. Όταν επιστρέφει στο Αϊβαλί και μετά πρόσφυγας στην Ελλάδα, θεματικά ασχολείται με προσωπογραφίες (όπως των λογοτεχνών Βάσου Δασκαλάκη, Δημοσθένη Βουτυρά, Μάρκο Αυγέρη, Νίκο Βέλμο, Μένο Φιλήντα) και το Άγιον Όρος και τοπία. Η τεχνοτροπία του είναι ασπρόμαυρη. Το 1923 επισκέπτεται το Άγιον Όρος που ως χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης επηρέασε βαθύτατα τον Κόντογλου. Στη διετία 1923-24 ζωγραφίζει ελάχιστα έργα με χρώμα: πορτραίτα (ο λογοτέχνης Στρατής Δούκας) και μια θρησκευτική σύνθεση, τη Βάπτιση, που αν η χρονολογία του 1923 είναι ακριβής, τότε πρόκειται για την πρώτη εικόνα του Κόντογλου.

Η περίοδος της βυζαντινής χρωματουργίας

Από το 1926 ξεκινά συστηματικότερα τη χρήση χρωμάτων -εκτός από την εικονογράφηση βιβλίων όπου συνεχίζει την ασπρόμαυρη τεχνική- ενώ υιοθετώντας την τεχνική και τεχνοτροπία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης και της λαϊκής τέχνης ζωγραφίζει κοσμικά θέματα. Την περίοδο αυτή εικονογραφεί τη βιογραφία του Παύλου Μελά που συνέγραψε η Ναταλία Μελά και τα Παραμύθια-Εκλογή του Γεώργιου Μέγα. Επίσης φιλοτεχνεί τον τίτλο και τα κοσμήματα της Νέας Εστίας που τότε είχε πρωτοκυκλοφορήσει. Τον περίοδο αυτή διακοσμεί τον Μητροπολιτικό ναό της Κιμώλου αποτελώντας τις πρώτες εικόνες για εκκλησία.Από το 1926 και μετά οικειώνεται τις μορφές της λαϊκής τέχνης: στην αντίληψη της φόρμας και σε ορισμένες λεπτομέρειες (απεικόνιση προσωποποιημένου ήλιου και φεγγαριού),(εικονογράφηση βιβλίου Παραμυθιών Μέγα).Δεν έκριβε τη συμπάθειά του για τον Καραγκιόζη και τον Θεόφιλο θεματολογικές επιδράσεις του δεύτερου έχουμε στην απεικόνιση του Ανδρούτσου στο Δημαρχείο Αθηναίων, ή σε εικονογραφήσεις βιβλίων.

Η δημιουργική δεκαετία 1930-1940

Το 1931 συνοδεύει τον αρχαιολόγο Αδαμάντιο Αδαμαντίου στη Σπάρτη και έρχεται έτσι σε επαφή με τη ρωμαϊκή ζωγραφική εμπλουτίζοντας τη θεματολογία του τόσο στους φορητούς πίνακες όσο και στο μνημειακό έργο του.Το 1932 τοιχογραφεί το σπίτι του οργανώνοντας τις τοιχογραφίες κατά τη διάταξη των μεταβυζαντινών εκκλησιών ζωγραφίζοντας τον τοίχο από την οροφή μέχρι το δάπεδο και χωρίζοντάς το με κόκκινες ταινίες σε τέσσερις άνισες ζώνες.Την ίδια περίοδο αναλαμβάνει να ζωγραφίσει ένα σύνολο εικόνων για το επιστύλιο της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, και σχεδιάζει παράσταση του Αγίου Διονυσίου Αεροπαγίτη για την ψηφοθέτησή του στον ομώνυμο ναό της Αθήνας. Συνθέτει προσωπογραφίες (Πρεβελάκης, Εγγονόπουλος) και ξένες-Αιγυπτιακές προσωπικότητες. Το 1935 ιστορεί για πρώτη φορά εκκλησία, το παρεκκλήσιο της Αγίας Λουκίας στο Ρίο Πατρών και διακοσμεί το τέμπλο του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού-το πρώτο τέμπλο που αναλάμβανε στην Αθήνα. Το πρώτο τέμπλο εκτός Ελλάδος το πραγματοποιεί στην Ηλιούπολη του Καΐρου στο παρεκκλήσιο του Σπετσαροπούλειου Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ταξίδι του στην Αίγυπτο τον φέρνει σε επαφή με τα Fayum κι αυτό αποτυπώνεται μορφολογικά σε σειρά γυναικείων πορτρέτων της περιόδου (Μαρία Κόντογλου-1945,προσωπογραφία γυναίκας-1945 και Κεφαλή γυναίκας 1951), αλλά και σε προσωπογραφίες αγών σε στηθάρια (Παρεκκλήσι Πεσμαζόγλου, Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας εικ.Αγίας Αικατερίνης).

Τα χρόνια της μεγάλης παραγωγής στην εκκλησιαστική ζωγραφική 1950-1960
Ιδιαίτερα γόνιμη χαρακτηρίζεται η τελευταία περίοδος της καλλιτεχνικής ζωής του: τα έργα της μνημειακής και φορητής εκκλησιαστικής ζωγραφικής του υπερτερούν αριθμητικά της κοσμικής ζωγραφικής του. Έτσι αγιογραφεί ενοριακές εκκλησίες, ιδιωτικά παρεκκλήσια και μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων: Ζωοδόχος Πηγή Παιανίας, παρεκκλήσιο Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας και Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας (Πατήσια)Άγιος Νικόλαος (Πατήσια)Καπνικαρέα, Άγιος Ευθύμιος Κερατσινίου, Άγιος Χαράλαμπος στο Πολύγωνο, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης. Αλλά και εικόνες για τέμπλα εκκλησιών σε Ελλάδα (Άνδρος, Ρόδος) και Αμερική.

Η τελευταία πενταετία της ζωής του: 1960-1965

Συνεχίζει και ολοκληρώνει την περίοδο αυτή την ιστόρηση του Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ζωγραφίζει ιδιωτικά παρεκκλήσια όπως της οικογένειας Πατέρα στο Ψυχικό, της οικογένειας Καμπάνη στο Πικέρμι και της οικογένειας Γουλανδρή στην Εκάλη. Επίσης του Αγίου Γεωργίου Πολυκλινικής Αθηνών.

Το συγγραφικό του έργο

Ως πεζογράφος, με το ιδιότυπο προσωπικό ύφος του, "μπολιασμένο" από τη γλώσσα των θαλασσινών, τα συναξάρια των αγίων κι έναν εξωτικό κοσμοπολιτισμό, ο Κόντογλου επηρέασε γόνιμα τη γραφή μεταγενέστερων πεζογράφων αποτελώντας τον πρόδρομο της γενιάς του 1930.
Το συγγραφικό έργο του Κόντογλου διακρίνεται σύμφωνα με τον Γιώργο Παγάνο, σε:

α) λογοτεχνικό (πρωτότυπα έργα, ταξιδιωτικά, θαλασσινές ιστορίες, λυρικές περιγραφές)

β) διασκευές θαλασσινών ιστοριών από την εποχή των Ανακαλύψεων

γ)βιογραφίες ιστορικών προσώπων, οσίων και αγίων της Εκκλησίας

δ)άρθρα ή δοκίμια για την παράδοση και τις αξίες της, τη βυζαντινή τέχνη, πολεμικά κατά του καθολικισμού και των ευρωπαϊκών προτύπων, και

ε)ποικίλα θρησκευτικά κείμενα προς οικοδόμησιν των πιστών.

Λογοτεχνικό έργο

Το 1918 γράφει στο Παρίσι το ρομάντζο, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε Petro Cazas και το τυπώνει στο Αϊβαλί το 1920. Με το δεύτερό του έργο Βασάντα, που περιέχει και μεταφράσεις αρχίζει να εδραιώνεται ως ένας ιδιότυπος πεζογράφος. Ο τόνος της αφήγησης ρεπορταζικός και περιγραφικός. Τα δύο πρώτα του έργα του κινούνται σε καθαρά λογοτεχνικούς χώρους κάτι που στα επόμενα χρόνια και στα επόμενα έργα του θα αρχίσει να αγγίζει άλλα πεδία της πεζογραφίας ο Κόντογλου. Το 1925 στο περιοδικό που εκδίδει δημοσιεύει το διήγημα Το μυαλό μου ταξιδεύει (1925). Η πρώιμη αυτή πεζογραφία του δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν της σύγχρονής του ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας,πλην ενός διηγήματος της συλλογής Βασάντα κι αυτό εμμέσως.

Το 1934 το περιοδικό Ο Κύκλος τον συμπεριλαμβάνει σε μια ανθολογία πεζογράφων-σε αυτούς που θεωρεί ως καλύτερους της εποχής. Περιλαμβάνεται και στην ανθολόγηση του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου (Ανήσυχα χρόνια). Γενικά τη δεκαετία του 30' κι ενώ βγαίνουν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των μεσοπολεμικών πεζογράφων,η παρουσία του Κόντογλου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αντίθετα τη δεκαετία του 40' είναι η πιο δημιουργική στο συγγραφικό του έργο. Έχουμε τότε τους περισσότερους τίτλους βιβλίων ποικίλου περιεχομένου με έμφαση τα θρησκευτικά κείμενα.

Στην Κατοχή με το Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι προστρέχει σε πρόσωπα φανταστικά ή υπαρκτά με έντονη τη νοσταλγική του διάθεση. Ένα από τα κεντρικά θέματα της πεζογραφίας του, αν όχι το κεντρικότερο, είναι ο Ελληνισμός πριν απολέσει την επαφή του με τον Τούρκο, ή στο τέλος της Τουρκοκρατίας.

Μεταφραστικό έργο

Το 1921 στο περιοδικό Ο Λόγος δημοσιεύει μετάφραση αποσπασμάτων από τον Ροβινσώνα Κρούσο.Μεταφράζει στα Ελληνικά Γράμματα τα Παλιά Ιταλικά Παραμύθια (1927) μαζί με τον Τζούλιο Καΐμη, επίσης Το Μιλιούνι ή τα ταξίδια του Μάρκου Πόλο. Το 1948 μεταφράζει στη Νέα Εστία τις Σκέψεις του Βλάση Πασκάλ εξελληνίζοντας τον τίτλο σε Ρητά και λογισμοί.

Το στίγμα του έργου του

Το πνευματικό δρομολόγιό του, όπως και άλλων εκπροσώπων της Γενιάς του Τριάντα ήταν Τουρκία-Γαλλία-Ελλάδα.

Αντιδρώντας στον εκδυτικισμό αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας. Μαζί με τον Κωστή Μπαστιά και τον Βασίλη Μουστάκη κυκλοφόρησαν το περιοδικό Κιβωτός, όπου με άρθρα και φωτογραφικό υλικό ενίσχυαν τον αγώνα του Κόντογλου. Mια τέτοια προσπάθεια περιέκλειε και κάποια μειονεκτήματα: ο Κόντογλου κουβαλούσε από την περίοδο της μαθητείας του στο Παρίσι την αγάπη των Εμπρεσιονιστών για τις πρωτόγονες τέχνες και επιστρέφοντας στην Ελλάδα μελέτησε και αντέγραψε τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής με τέτοια κριτήρια. Έτσι η βυζαντινή εικόνα έπρεπε να είναι καθαρή και ανόθευτη από κάθε άλλη επίδραση. Ένα πνεύμα στρατεύσεως θα χαρακτηρίσει την δημιουργία του, καθώς «ο ίδιος μετά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο θα γράψει πως αποφασίζει να αφιερώσει το τάλαντό του στο Χριστό», κάτι που απουσίαζε στους πρώτους Χριστιανούς και τους Βυζαντινούς. Γι΄αυτό και η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον προπολεμικό και τον μεταπολεμικό Κόντογλου.Πριν τον πόλεμο θα εισηγηθεί στον Αναστάσιο Ορλάνδο, Διευθυντή της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, οι εκκλησίες να χτίζονται και να διακοσμούνται με τοιχογραφίες βυζαντινότροπες.

Θα διεκδικήσει με ανάλογο πείσμα την ελληνική ιθαγένεια και στο πεζογραφικό του έργο, «αγγίζοντας τον βυζαντινό αντιφραγκισμό».

Γνωρίσματα της ζωγραφικής του

Ο Κόντογλου δεν κάνει κάτι περισσότερο από από ό,τι έκαναν οι κλασικιστές, οι ναζαρηνοί, οι νεογοτθιστές, οι νεορομαντικοί που σε όλον τον 19ο αιώνα καλλιεργούσαν τα διάφορα ιστορικά στυλ. Και στην Ελλάδα του ύστερου 19ου αιώνα στα πλαίσια του κλασικισμού καλλιεργήθηκε ένας ιδιότυπος βυζαντινισμός και ο Κόντογλου θα μεταχειριστεί ένα ιδιότυπο λαϊκοβυζαντινό στυλ ελεύθερα. Η τέχνη του Κόντογλου χαρακτηρίζεται από εικονιστική παραμόρφωση, έλλειψη προοπτικής, αντιρρεαλιστικά χρώματα, αφαιρετικότητα. Μορφολογικά αλλά και ως προς την εσωτερική έκφραση θυμίζουν πίνακες του ευρωπαϊκού εξπρεσιονισμού. Ο Κόντογλου καταργεί την προοπτική υπό την επίδραση της πριμιτιβιστικής τέχνης. Ο Κόντογλου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν ένας από τους τελευταίους υστεροβυζαντινούς ζωγράφους. Όμως δεν έχει μεγάλη σχέση μεταξύ τους ακόμα και αν τους ακολουθεί σε ορισμένα παραδοσιακά σημεία ο προγραμματισμός της δουλειάς του φανερώνει ένα ακαδημαϊσμό.

Γνωρίσματα της λογοτεχνίας του

Συνδυάζει στοιχεία από τον κόσμο των παραισθήσεων του Έντγκαρ Άλλαν Πόε και τον κόσμο των βίων των αγίων, την αφηγηματική απλότητα του Ντάνιελ Ντεφόε και τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όλα αυτά συνέθεταν ένα ύφος naif με καθαρά προσωπικό περιεχόμενο. Οι ήρωές του σαν τους απλούς βιβλικούς ανθρώπους της ανατολής ή σαν τον bon sauvage του αγριανθρώπου των μακρινών αποικιών που που λόγω της απομόνωσής του αυτής από τον δυτικό πολιτισμό παρέμεινε καλός και αγαθός. Μεταφράζει αποσπάσματα από τον Ροβινσώνα Κρούσο και καμαρώνει για την απλότητα του ύφους του Ντάνιελ Ντεφόε και ταυτίζει τον εαυτό του με τον ήρωα του έργου. Επιδιώκει μια επιστροφή στην παρθενία -κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με με την γενικότερη απώλεια εμπιστοσύνης στο δυτικό πολιτισμό- συνεπεία του μηχανοποιημένου πολέμου του 1914-1918.

Στη λογοτεχνία η ακτινοβολία του μάλλον ήταν πιο περιορισμένη σε σχέση με εκείνη της ζωγραφικής του: όπως επισημαίνει ο Λίνος Πολίτης, «Έμεινε σφιχτά προσκολλημένος στο ίδιο ύφος, χωρίς καμία εσωτερική ανανέωση, και τα πολλαπλά δημοσιεύματά επαναλαμβάνουν τα ίδια μοτίβα, ενώ η γλώσσα και το ύφος -που είχαν αναβρύσει τόσο αυθόρμητα και γνήσια στην αρχή- στεγνώνουν αργότερα σε κάποια μανιέρα, κάποτε και με μια δυσάρεστη αναβίωση αρχαϊσμών και καθαρεύουσας». Γενικά ο Κόντογλου δεν άφησε μεγάλα συνθετικά έργα, όπως μυθιστορήματα και εκτός από λίγες εξαιρέσεις, ούτε καν νουβέλες και διηγήματα. Δεν υπάρχει έτσι στο έργο του η εντυπωσιακή μυθοπλασία και σκηνοθεσία με περίτεχνη πλοκή. Το λογοτεχνικό του έργο κατέχει περιορισμένη έκταση στο σύνολο της συγγραφικής του παραγωγής, ενώ το πρωτότυπο λογοτεχνικό είναι μικρό τμήμα του πρώτου. Σε μια εποχή που ο μύθος κυριαρχεί στην ελληνική πεζογραφία εκείνος αποστασιοποιείται. Δεν συναντάμε στα κείμενά του το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματα της εποχής του. Απουσιάζει το επικαιρικό, τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, οι συγκρούσεις και οι δραματικές καταστάσεις. Η λογοτεχνία του συνιστά μια «ποιητική ουτοπία», «μια εκτός τόπου και χρόνου λειτουργία της νοσταλγίας».

Η γλώσσα του λογοτεχνικού του έργου

Η γλώσσα του είναι μια λαϊκίζουσα ιδιόλεκτος με πολλά ιδιώματα της πατρίδας του στο τυπικό και στο λεξιλόγιο. Επηρεασμένος από το πνεύμα του δημοτικισμού των αρχών του αιώνα αποφεύγει λόγιες εκφράσεις και στο τυπικό του είναι εμφανείς κάποιοι ψυχαρισμοί (φχαρίστηση, ντυμασία .Μιστοκλής, Βριπίδης κλπ). Η λαϊκή γλώσσα του δεν είναι προϊόν αισθητικής προτίμησης, αλλά κρίνεται και ως κατάλληλη γλωσσική μορφή κατήχησης και να επικοινωνήσει με το μεγάλο πλήθος.

Το ύφος της γραφής του

Το ύφος του είναι ιδιότυπο, απλοϊκό και αφελές, «ένα ύφος ανατολίτη παραμυθά».Υπερέχει ο παρατακτικός λόγος, με ρυθμό που θυμίζει λαϊκές αφηγήσεις,παραμύθια και αινίγματα.

Οι ήρωές του

Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες των έργων του παρουσιάζονται στατικοί: στην ακμή της ζωής τους, με διαμορφωμένη την προσωπικότητά τους,έχοντας χαράξει πορεία, από την οποία δεν παρεκκλίνουν.

Η πρόσληψή του

Ο Κόντογλου έχει αντιμετωπισθεί λιγότερο ως λογοτέχνης και πιο πολύ ως «πνευματικός καθοδηγητής, ομολογητής της πίστεως, ιδεολογικός ταγός, αρχηγός της ελληνορθόδοξης παράταξης». Ο Κόντογλου έχει επίσης ταυτιστεί με την εκκλησιαστική ζωγραφική (του) γεγονός που οφείλεται και στο ότι μεγάλο μέρος της πριν από τον πόλεμο δημιουργίας του χάθηκε ή έμεινε κρυμμένο και ξεχασμένο σε συλλογές και σπίτια φίλων της νεότητάς του. Έτσι σε έκθεση που πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη με θέμα Οι μεταμορφώσεις του μοντέρνου δεν συμπεριλαμβάνονταν έργα του -παράλειψη συνειδητή που υπογράμμιζε την ιδιότητά του ως ζωγράφου εκκλησιαστικού.

Επιδράσεις

Ο Κόντογλου «είναι ίσως από τους νεοέλληνες καλλιτέχνες ο μόνος που είχε τόσους μαθητές χωρίς να είναι καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ή έστω να έχει ιδρύσει κάποια ιδιωτική σχολή ή Φροντιστήριο». Οι Γιάννης Τσαρούχης, οι δυο τους είναι μαζί από το 1929 έως το 1934 και Νίκος Εγγονόπουλος είναι οι παλιότεροι και κορυφαίοι ζωγράφοι της μεταπολεμικής περιόδου. Άλλοι άμεσοι μαθητές του είναι οι Κ. Γεωργακόπουλος, Σπ. Παπανικολάου, Π. Βαμπούλης, ο Γ. Χοχλιδάκης. Πολυάριθμοι είναι και οι έμμεσοι μαθητές του μέσω της Εκφράσεως, όπως ο Ράλλης Κοψίδης και Κ. Ξυνόπουλος. Στη νεώτερη γενιά των έμμεσων μαθητών του ανήκουν οι Γιάννης Μητράκας, ο πατήρ Σταμάτιος Σκλήρης και ο Γιάννης Κόρδης. Το λογοτεχνικό του έργο ασκεί επίσης ανάλογη επιρροή, όπως στον Παντελή Πρεβελάκη (Χρονικό μιας Πολιτείας), τον Ηλία Βενέζη ως προς την λυρικίζουσα αφήγησή του.

Αποτίμηση της προσφοράς του

Ο Φώτης Κόντογλου ήταν μια μεγάλη μορφή της νεοελληνικής τέχνης. "Με την εμφάνισή του, τάραξε τα λιμνασμένα νερά της ανερμάτιστης ευμάρειας του μεσοπολέμου, κέντρισε την εθνική μας συνείδηση και διεσάλπισε την σωτηριώδη καθαρότητα της Ορθόδοξης πίστης μας. Το έργο του μένει παρακαταθήκη στην εθνική μας συνέχεια, στήριγμα της ψυχής των Ελλήνων" (Νίκος Ζίας, "Φώτης Κόντογλου"). Πολυτάλαντη προσωπικότητα, διφυής καλλιτέχνης: στο ίδιο πρόσωπο συνυπάρχουν ο ζωγράφος που γράφει και ο πεζογράφος που ζωγραφίζει. Ως ζωγράφος πρωτοστάτησε στο κίνημα για τη στροφή της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα προς την πνευματική ένταση της βυζαντινής παράδοσης και τη δροασιά της λαϊκής ζωγραφικής.

Σε σχέση με την λαϊκή τέχνη η προσφορά του Κόντογλου εντοπίζεται «στην όχι πλέον μουσειακή αντιμετώπιση, αλλά στην ένταξη μορφών της λαϊκής τέχνης ή διδαγμάτων της λαϊκής ζωγραφικής στη σύγχρονη δημιουργία». Ως προς το αγιογραφικό έργο του συνέβαλε στην ανανέωση της θρησκευτικής εικονογραφίας, στον εμπλουτισμό των εκκλησιών με έργα νέας αντίληψης. Επίσης επιχείρησε να ξαναζωντανέψει την ιστόρηση χειρογράφων με το έργο του Αστρολάβος. Ο ρόλος του στη μεσοπολεμική πεζογραφία δεν είναι επίσης μικρός, καθώς ήταν «φορέας μιας ιδιότυπης γραφής και [..] εκφραστής ενός περιβάλλοντος όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας δεν είναι διακριτά». Ο Κόντογλου συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στη διατήρηση ενός ξεχασμένου σήμερα πλέον λεξιλογίου θαλασσινών λέξεων και ναυτικών όρων, από τις οποίες βρίθουν τα έργα του. Επίσης συμβάλει, σύμφωνα με τον Γιανναρά, «στην ενεργοποίηση της ελληνικής και ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας» και στην «αφύπνιση της ανυποψίαστης ελλαδικής διανόησης, αλλά και ευρύτερα της ελλαδικής κοινής γνώμης, στην αισθητική τουλάχιστον αξία και δυναμική της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης».

Τιμητικές διακρίσεις

Το 1948 έλαβε το β' βραβείο θρησκευτικής ζωγραφικής στα πλαίσια της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο. Το 1960 του απονεμήθηκε οΤαξιάρχης του Φοίνικος. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1961) για το βιβλίο Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, με το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Εργογραφία

Το θησαυρισμένο συγγραφικό έργο του Κόντογλου εκτείνεται σε 11 τόμους ενώ οι πληροφορίες μιλάνε για μεγάλο αθησαύριστο έργο διάσπαρτο σε διάφορα έντυπα ή φυλαγμένο σε αρχεία. Επίσης πολύ σημαντικό είναι και το αρχείο της αλληλογραφίας του. Η κατάσταση δυσχερένεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κόντογλου δεν κρατούσε βιβλιογραφικό αρχείο των δημοσιεύσεών του.
Pedro Cazas (Παρίσι 1920) -Αϊβαλί τυπογραφείο Κυδωνιακού Αστέρα /εκδ.οίκος Χ Γανιάρη και Σία, Αθήναι, χ.χ.ε. [1922].
Βιβλία του Βέγα. Φ. Κόντογλου: Βασάντα. Με ζωγραφιές και με πλουμίδια απ'το χέρι το συγγραφέα, εκδ.Χρ. Γιανιάρης,χ.χ.ε., [1923].
Η τέχνη του Άθω. Αντιγραφή και ανασυγκρότηση Φώτη Κόντογλου, εκδ.Χρ. Γάνιαρης, χ.χ.ε., [1923].
Ταξείδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τί ακούμε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων, Αθήνα, 1928.
F. Contoglou, Icons et Fresques d' Art Byzantin, Athenes, 1932.
[Με τη συνεργασία του Ανδρέα Ξυγγόπουλου], Τοιχογραφίαι εκκλησιών του Υμηττού. Μοναί Θεολόγου και Καισαριανής,εκδ.Ανωνύμου ΕταιρείαςΕλληνικές Τέχνες, Αθήναι 1933
Ο Αστρολάβος. Βιβλίο παράξενο γραμμένο από το Φώτη Κόντογλου, Κέρκυρα 1935 [Αθήνα, 1934-στο εσώφυλλο].
Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι,εκδ.Αετός, 1942.
Ὁ θεός Κόνανος καί τό μοναστῆρι του τό λεγόμενο καταβύθιση, εκδ. Σ. Νικολόπουλος, Αθήναι 1943.
Ἱστορίες καί περιστατικά κι' ἄλλα γραψίματα λογῆς λογῆς, Νικολόπουλου, 1944.
Ὁ κουρσάρος Πέδρο Καζᾶς, Γλάρος, 1944.
Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα, εκδ,Πήγασου, Αθήναι 1944.
Ἓλληνας θαλασσινός στίς θάλασσες τῆς νοτιᾶς, Γλάρος, 1944.
Η Αφρική και οι θάλασσες της Νοτιάς, Γλάρος, 1944.
Ο μυστικός κήπος,εκδ.Αστήρ, 1944.
Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς: Ἱστορία ἀληθινή, Νικολόπουλος, 1945.
Βίος και άσκησις του οσίου πατρός ημών Αγίου Μάρκου του αναχωρητού του εξ Αθηνών, [1947].
Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν σαλού, εκδ.Ι.Κολλάρος και σία, Αθήναι 1947.
Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους πατέρας υπό Φ.Κόντογλου, εκδ.Ελληνική Δημιουργία, 1949.
Ἡμερολόγιον παιδικόν τοῦ 1949, Ἀποστολική Διακονία, 1949.
Η λειτουργική τέχνη ή βυζαντινή ζωγραφική, Αθήνα 1956.
Η Αγιασμένη Ελλάδα, Αθήναι 1957-ανάτυπο από τα Δίπτυχα της Ορθοδοξίας.
Όρη Άγια, Αθήναι 1958.
Βίβλος καλούμενη Έκφρασις τομ.α,β, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου,Αθήναι 1960
Η απελπισία του θανάτου εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία, Αθήναι 1961.
Έργα Α΄.Το Αϊβαλί η πατρίδα.,εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1962.
Έργα Β'. Αδάμαστες ψυχές., εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1962.
Η εν Χριστώ θαυμαστή μεταμόρφωσις της Αικατερίνης Λύτρα,Αθήναι 1962.
Έργα Γ'.Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, Αθήναι 1963.
Τι είναι η Ορθοδοξία και τι είναι ο Παπισμός. Απλαί και ταπειναί σκέψεις ένός πιστού τέκνου της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Αθήναι, 1964 (α΄εκδ και β'εκδ με προσθήκη προλόγου και επιλόγου)
Έργα Δ'., Γιαβάς ο θαλασσινό και άλλες ιστορίες, εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, 1965.
Ο Παπά-Νικόλας Πλανάς,εκδ,Αστήρ-Παπαδημητρίου, 1965.
Έργα Ε', Πέδρο Καζάς-Βασάντα και άλλες ιστορίες,εκδ.Αστήρ-Παπαδημητρίου, 1967.
Ο Καστρολόος, εκδ.Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1987 (β εκδ) [1977].
Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου, Παπαδημητρίου, 2000.
Παναγία και Υπεραγία: Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, Αρμός, 2000.
Γίγαντες ταπεινοί, επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις εφημερίδες, Ακρίτας, 1991.
Το ασάλευτο θεμέλιο, επιμέλεια Κώστας Σαρδελής, Ακρίτας, 2000.
Μικρό Εορταστικό, Ακρίτας, 1985.
Ανέστη Χριστός: Η δοκιμασία του λογικού, Αρμός, 2001.
Μυστικά άνθη: Ήγουν: Κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Παπαδημητρίου, 2001
Χριστού γέννησις: Το φοβερόν μυστήριον, Αρμός, 2001.
Για να πάρουμε μια ιδέα περί ζωγραφικής, Αθήνα : Αρμός, 2002.
Σκληρό τάμα, εικονογράφηση Γιώργου Κόρδη, Αρμός, 2003.
Το πάρσιμο της Πόλης, εικονογράφηση Σταμάτης Μπονάτσος, Ακρίτας, 2003.
Ταξιδευτές κι ονειροπόλοι, επιμέλεια Νίκος Αγνάντος, Ακρίτας, 2005.

                        ---------------------------------------------------------------------------------


Φώτης Κόντογλου - Ὁ Θεὸς Κόνανος

(ἀπὸ τὸ Πέδρο Καζᾶς, Βασάντα κι ἄλλες ἱστορίες, «Ἀστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, 1967)



Αὐτὸ τὸ κακὸ δαιμόνιο καθότανε σ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Καταβύθιση, μέσα στὴν ἔρημο Δραμούγκα. Ἐκεῖ πέρα ἤτανε κ᾿ ἡ Ζυγαριὰ τῆς Σωτηρίας, μὲ τὴν ὁποία ζυγιάζανε τοὺς προσκυνητὲς κατὰ πόσο ἤτανε ἄξιοι νὰ σωθοῦνε.
Τρέχανε λοιπὸν ἀπὸ κάθε χώρα χιλιάδες προσκυνητὲς νὰ πᾶνε στὸ μοναστήρι. Περπατούσανε βιαστικά, πεινασμένοι, διψασμένοι, σκελεθρωμένοι, μὲ ποδάρια πληγωμένα. Αὐτὸ τὸ κοπάδι, ποὺ στὴν ἀρχὴ ἤτανε τόσο μεγάλο, μὲ τὸν καιρὸ λιγόστευε ἀντὶς νὰ πληθαίνει, ἐπειδὴς αὐτοὶ οἱ χατζῆδες δὲν τρώγανε ὁλότελα, μὴν τύχει καὶ παχύνουνε, καὶ πεθαίνανε ἀπὸ τὴν πείνα κι ἀπὸ τὴν κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ.
Πῶς παίρνει ὁ ἄνεμος τὸν καπνό, ἔτσι τρέχανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα στοὺς κάμπους καὶ στὰ βουνά. Σκύλοι μαλλιαροὶ κι ἀγριεμένοι γαβγίζανε ἀπὸ πίσω τους.
Περάσανε μία χώρα ποὺ τὴ λένε Φαρμακωμένη, γιατὶ δὲν ἔχει τίποτ᾿ ἄλλο ἀπὸ πέτρες κατάξερες.
Τὸ κρύο τοὺς ἔκαιγε σὰ φωτιά. Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, δυὸ ὧρες ἅμα βγεῖ ὁ ἥλιος, ἀρχίζει νὰ φυσᾶ ἕνας ἀγέρας ταντανιασμένος, σὰ νὰ βγαίνει μέσ᾿ ἀπὸ παγωμένες σπηλιές. Φυσᾶ ἴσαμε τὸ βράδι, λίγο πρὶν βασιλέψει ὁ ἥλιος. Τὰ βουνὰ καὶ τὰ βράχια φαίνουνται σὰν κρούσταλλα, ὁ οὐρανὸς σὰ γυαλί, καὶ θαρρεῖ κανένας πὼς εἶναι κοντά, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ περπατᾶ ἕναν μήνα γιὰ νὰ τὰ σιμώσει.
Κατὰ τὸ δρόμο ποὺ τραβούσανε, ἅμα τοὺς χτυποῦσε ὁ ἄνεμος ἀπὸ μπροστά, βασανιζόντανε μὲ τὸ κεφάλι κάτω, ἅμα τοὺς χτυποῦσε ἀπὸ τὰ πλάγια, πηγαίνανε μὲ τό ῾να πλευρό, ἅμα τοὺς ἔδερνε ἀπὸ πίσω, τοὺς σβάρνιζε σὰ νά ῾τανε ἀγκάθια ἐλαφρότατα.
Φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος πότρεχε ἕνα ποτάμι ἀφρισμένο. Δὲν ἤτανε παγωμένο, γιατὶ εἶχε ὅλο καταρράχτες σὰ σκαλοπάτια, καὶ τὸ νερὸ ἔπεφτε ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλο καὶ δὲν πρόφτανε νὰ παγώσει. Ὁ τόπος εἶχε καὶ λίγα ἀγριόδεντρα. Εἴδανε ἕνα μύλο ποὺ βρόνταγε ἡ ρόδα του, μὰ ἤτανε ἔρημος καὶ γύριζε μοναχός του.
Ἀφοῦ περάσανε τὸ ποτάμι, καθήσανε καὶ συλλογιζόντανε ποιὸ δρόμο νὰ τραβήξουνε. Τότες ἀκούσανε μία φωνὴ ψιλὴ καὶ παράξενη, πὄβγαινε ἀπὸ τὴ ρόδα τοῦ μύλου, λέγοντάς τους νὰ περάσουνε μέσ᾿ ἀπὸ μία τρύπα τοῦ βουνοῦ.
Ἀφοῦ περπατήξανε κάμποσο, βρήκανε αὐτὴ τὴν τρύπα καί, μπαίνοντας μέσα, πέσανε νὰ κοιμηθοῦνε. Ἀλλὰ δὲν μπορέσανε νὰ κοιμηθοῦνε, γιατὶ κολλήσανε ἀπάνω τοὺς πλῆθος βδέλλες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἤτανε γεμάτη κείνη ἡ τρύπα.
Πρὶν ξημερώσει λοιπὸν φύγανε ἀπὸ κεῖ. Ἡ τρύπα τοὺς ἔβγαλε σ᾿ ἕνα μέρος γεμάτο κοφτερὲς στουρναρόπετρες καὶ κάμποσοι πεθάνανε, ἀδυνατισμένοι ὁλότελα ἀπὸ τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἤπιανε οἱ βδέλλες.
Σὲ λίγες μέρες καταντήσανε ὁλότελα σκέλεθρα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει ὁ θεὸς Κόνανος: «Ἂν θέλεις νὰ μὴν καταποντιστεῖς, πρέπει νὰ ξεραθοῦνε τὰ κρέατα τοῦ κορμιοῦ σου· τὰ κόκκαλά σου νὰ μικρύνουνε καὶ νὰ γίνουνε σὰν ἀλαφρόπετρα.»
Ὁλοένα βουνὰ ἀνεβαίνανε, βουνὰ ἄσπλαχνα, καταβόθρες μαῦρες κ᾿ ἔρημες. Μηδὲ ἀγριοπούλι δὲν εἴδανε.
Φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος ἡμερώτερο λεγόμενο Νάτικον, ποὺ θὰ πεῖ Καλὸς Τόπος. Εἴδανε ἀπὸ μακριὰ κάποιους ἀνθρώπους νὰ περπατᾶνε. Σὰν ἀνεβήκανε στὸ βουνό, εἴδανε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ κάμποσες καλύβες κ᾿ ἕναν πύργο, μ᾿ ἕνα τέρας καθισμένο στὴν κορφή του.
Ἀπὸ κεῖνα τὰ σπίτια ἔβγαινε μία ψαλμωδία λυπητερή, μὰ δὲ φάνηκε κανένας ἄνθρωπος.
Πέσανε ὕστερα σὲ μιὰ λίμνη μισοπαγωμένη, καὶ γύρω της βοσκούσανε πολλὰ βουβάλια. Πέντ᾿ - ἕξι τσομπάνηδες πήγανε κοντά τους καὶ τοὺς δώσανε παγωμένο κρέας, μὰ δὲν τὸ φάγανε.
Τὴ νύχτα κονέψανε μαζί τους. Τὸ πρωὶ οἱ μισοὶ δὲ σηκωθήκανε, γιατὶ πεθάνανε τὴ νύχτα.
Ἀπὸ κεῖ περπατήξανε οἱ ἄλλοι ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ κατὰ τὸ βράδι φτάξανε σὲ μιὰ μεγάλη πολιτεία. Κοιμηθήκανε σ᾿ ἕνα χωριὸ καὶ τὸ πρωὶ πήγανε νὰ πάρουνε ἕναν λοξὸ δρόμο, μὰ τοὺς μποδίσανε κάτι παπάδες, ποὺ ἐρχόντανε ἀπό ῾να μοναστήρι, καὶ τοὺς πήγανε στὴν πολιτεία γιὰ νὰ πάρουνε χῶμα ἀπὸ τὸ μνημόρι κάποιου ἀσκητῆ, ὁ ὁποῖος ἤτανε θαμμένος στὸ κάστρο, νὰ τὸ πίνουνε μὲ τὸ νερό, νὰ μὴν πεθάνουνε στὸ δρόμο.
Ἀφοῦ πήρανε τὸ χῶμα, ἐπειδὴς νύχτωσε, τοὺς πήγανε σ᾿ ἕνα χάνι νὰ κοιμηθοῦνε. Αὐτὸ τὸ χάνι εἶχε μία κάμαρα ποὺ χωροῦσε ὡς δυὸ χιλιάδες κόσμο. Τὸ πάτωμα ἤτανε σκεπασμένο ἀπὸ φτερὰ ἀνακατεμένα μὲ ξεροχόρταρα. Πρὶν νυχτώσει καλὰ - καλά, γέμισε ἀπό ῾να πλῆθος ἀμέτρητο, ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά. Οἱ πιὸ πολλοὶ ἤτανε ζητιάνοι.
Ἤτανε ξαπλωμένοι, ἄλλοι μαζεμένοι, ἄλλοι μοναχοί, καὶ περιμένανε νὰ τοὺς σκεπάσουνε, γιατὶ κανένας δὲν εἶχε δικό του σκέπασμα. Σὰ βολευτήκανε ὅλοι, ἀκούστηκε ἕνα τούμπανο καὶ σὲ λίγο κατεβάσανε ἕνα πάπλωμα, πὄπιανε ἀπὸ τὴ μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη, καὶ σκέπασε ὅλους ἐκεινοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς εἰδοποιούσανε μὲ τὸ τούμπανο, γιὰ νά ῾χει ὁ καθένας τὸ νοῦ του, νὰ περάσει τὸ κεφάλι τοῦ μέσα σε μία ἀπὸ τὶς πολλὲς τρύπες πού ῾χε αὐτὸ τὸ πάπλωμα. Τὴν ἡμέρα ἤτανε μαζεμένο στὸ ταβάνι καὶ τὸ κατεβάζανε μ᾿ ἕνα σωρὸ μακαράδες.
Τὸ λοιπόν, ἐκεῖ μέσα κοιμηθήκανε οἱ χατζῆδες. Πρωὶ - πρωὶ ἔπαιξε πάλι τὸ ταμποῦρλο, γιὰ νὰ ξυπνήσουνε· κ᾿ ὕστερ᾿ ἀνέβηκε σιγὰ - σιγὰ κεῖνο τὸ πάπλωμα στὸν ἀγέρα, καὶ τοῦτο μὴν τυχὸν κοιμᾶται κανένας, καὶ τὸν σηκώσει κείνη ἡ παράξενη μηχανὴ καὶ τὸν πνίξει.
Κινήσανε δίχως νὰ χασομερήσουνε καὶ μπήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγο σ᾿ ἕνα ντερβένι γεμάτο ὄρνια. Ἅμα βγήκανε στ᾿ ἀνοιχτά, τοὺς πιάσανε κάτι ληστές, μὰ δὲν τοὺς πειράξανε, γιατὶ δὲν εἴχανε τίποτ᾿ ἀπάνω τους καὶ γιατὶ ἤτανε ἁγιασμένοι ἄνθρωποι.
Αὐτοὶ οἱ ληστὲς καθόντανε μέσα σ᾿ ἕνα κάστρο ρεπιασμένο, κ᾿ ἐκεῖ μέσα περάσανε τὴ νύχτα.
Πρὶν νὰ χαράξει, σηκωθήκανε καὶ κάνανε τὴν προσευχή τους, θυμιάσανε καὶ κομματιάσανε τὰ κορμιὰ ἐκεινῶν πού ῾χανε πεθάνει τὴ νύχτα, καὶ τὰ κομμάτια τὰ βάλανε ἀπάνω στὰ μπεντένια νὰ τὰ φάνε τ᾿ ἀγριοπούλια. Πέντ᾿ - ἕξι ἀπὸ τοὺς ληστὲς πήγανε μαζί τους, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν ψυχή τους.
Ὁδοιπορήσανε ὅλη κείνη τὴ μέρα καὶ δὲ σταθήκανε πουθενὰ τὴ νύχτα, γιατὶ τὸ μέρος ἤτανε κάμπος. Τὸ φεγγάρι καὶ τ᾿ ἄστρα ἤτανε κόκκινα καὶ φοβερά.
Τὴν αὐγὴ ἄρχισε νὰ φυσᾶ ἕνας ἀγέρας μπουρινιασμένος καὶ παγωμένος. Τὸ κοπάδι σάστισε κ᾿ ἔτρεχε σβαρνίζοντας ἀπάνου σ᾿ ἕναν γλιστερὸ γκρεμνό. Πολλοὶ χαθήκανε. Μὰ κ᾿ οἱ ἄλλοι δὲ θὰ γλυτώνανε, ἂν δὲν τρυπώνανε σὲ κάτι σπηλιὲς ποὺ τοὺς δείξανε οἱ ληστές.
Ὁ ἀγέρας φυσοῦσε τρεῖς ἡμέρες, κι ὁλοένα δυνάμωνε. Τὴν τετάρτη ἔπαψε μονομιᾶς, κ᾿ ἤβγανε ὄξω, φάγανε κάτι βότανα κ᾿ ὕστερα μισέψανε.
Σὲ δυὸ μέρες εἴδανε ἀπὸ μακριὰ ἕνα μεγάλο μοναστήρι, τριγυρισμένο μ᾿ ἕναν ἀψηλὸ μαντρότοιχο, κολλημένο στὴν πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ. Τὸ λέγανε Μουλᾶν, κ᾿ εἶχε πέντ᾿ - ἕξι χιλιάδες καλόγερους. Ἀπάνου στὰ μπεντένια στεκόντανε ὡς χίλια εἴδωλα σιχαμερά. Ἀπ᾿ ὄξω εἶχε ἕναν ἄλλον μαντρότοιχο χαμηλόν, κ᾿ ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένα ἴσαμε διακόσια σπίτια γεμάτα κόκκαλα.
Περάσανε κοντὰ ἀπὸ τὸν τοῖχο κ᾿ εἴδανε κοπάδια ἀπὸ ἀγιοῦπες, ποὺ μαλώνανε γιὰ τὰ κουφάρια, τὰ ὁποῖα εἴχανε ρίξει οἱ καλόγεροι κομματιασμένα, καὶ σφυρίζανε. Ὅσα ὄρνια ἤτανε χορτάτα, καθόντανε κουρνιασμένα καὶ δὲν μπορούσανε νὰ πετάξουνε, παρὰ σφυρίζανε. Βρῶμα ἀνυπόφερτη γέμιζε τὸν ἀγέρα.
Στὴν πόρτα στεκότανε στυλωμένο ἕνα εἴδωλο πολὺ μεγάλο, μ᾿ ἕνα σκέδιο φοβερό, πότρωγε ἕναν ἄνθρωπο, καὶ στὰ πόδια τοῦ ἤτανε στοιβαγμένα πολλὰ νεκροκέφαλα.
Οἱ καλόγεροι ἤτανε κλεισμένοι στὶς ἐκκλησίες κι ἀκουγότανε ἡ ψαλμωδία. Εἴδανε μονάχα ἕναν γέρο, ποὺ καθότανε μέσα σ᾿ ἕνα κουβούκλι κοντὰ στὴν καστρόπορτα, κι ὅπως φαίνεται ἤτανε στραβός, γιατὶ δὲ γύρισε τὸ κεφάλι του ὁλότελα.
Τραβήξανε παραπέρα, κ᾿ ηὕρανε κάτι τσομπάνηδες μὲ τὰ τσαντίρια. Τοὺς δώσανε καὶ φάγανε καὶ τοὺς βάλανε νὰ κοιμηθοῦνε μέσα σὲ κάτι τρύπες, κοντὰ σ᾿ ἕνα ποτάμι.
Σηκωθήκανε τὰ γλυκοχαράγματα καὶ πιάσανε κι ἀνεβαίνανε κάποιο βουνὸ λεγόμενο Τιτάκα, καὶ φτάξανε σ᾿ ἕνα διάσελο δίχως νὰ λείψει κανένας, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε πεθαμένοι ἀπὸ τὴν κούραση. Τὸ κρύο τοὺς εἶχε θανατώσει. Στήσανε τὰ τσαντίρια τους καὶ τρυπώσανε ἀπὸ κάτω, μὰ ὅλη τη νύχτα τὰ δαιμόνια κροταλούσανε καὶ μουγκρίζανε, σιμώνανε στὰ τσαντίρια τους καὶ πάλι ἀνεβαίνανε στὰ βουνά. Γιατὶ αὐτὸ τὸ μέρος ἤτανε στοιχειωμένο.
Τὴν ἄλλη μέρα ηὕρανε στὸ δρόμο τους ἕνα κοπάδι ζαρκάδια κ᾿ οἱ ληστὲς σκοτώσανε δυὸ - τρία, γιατὶ εἴχανε μαζί τους τὰ ταρκάσια τους μὲ τὶς σαγίτες.
Σιγὰ - σιγὰ ἀνεβήκανε σ᾿ ἕνα σκληρότατο βουνό, κ᾿ ὕστερα κατεβήκανε σ᾿ ἕνα λαγκάδι μὲ λιγοστὰ ἀγριόδεντρα. Ἀπάνου σὲ κεῖνον τὸν ἀνήφορο ἀπομείνανε κάμποσοι πεθαμένοι ἢ λιγοθυμισμένοι ἀπὸ τὴν κακοπάθηση κι ἀπὸ τὸ κρύο.
Οἱ ληστὲς λέγανε πὼς σὲ κεῖνα τὰ μέρη βρίσκουνται ἀγριανθρώποι μαλλιαροί, ποὺ τρῶνε τοὺς ἥμερους. Δὲν εἴδανε ὅμως κανέναν.
Ὕστερα περάσανε ἀνάμεσα σὲ κάτι μικρὰ βουνὰ ἔρημα καὶ κατάξερα καί, σὰν τὰ περάσανε, πέσανε σὲ βαλτόνερα παγωμένα μὲ λιγοστὰ ξερόκλαρα τριγυρισμένα.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ἀνταμωθήκανε μ᾿ ἕνα κερβάνι καὶ πιάσανε καὶ τοὺς ρωτούσανε ποὺ πᾶνε. Σὰ μάθανε πὼς πηγαίνανε στὸ θεὸ Κόνανο, τοὺς μιλήσανε μὲ εὐλάβεια καὶ τοὺς δώσανε λίγο κριθαρόψωμο.
Τὴ νύχτα τὴν περάσανε στὸν κάμπο. Τὰ βουνὰ κατεβάζανε ἕναν ἀγέρα θανατερὸν καὶ δὲν μπορέσανε νὰ κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νύχτα καὶ περπατούσανε.
Ἔρημοι τόποι! Δυὸ μέρες δὲν εἴδανε ζωντανὸ πλάσμα. Κατὰ τὸ βράδι, στρίβοντας πίσ᾿ ἀπό ῾να χαμοβούνι, εἴδανε ἕνα μικρὸ χωριό.
Οἱ χωριάτες τρέξανε νὰ τοὺς δοῦνε, μὰ ἤτανε φοβισμένοι, γιατὶ τοὺς περάσανε γιὰ τελώνια, ἐπειδὴς εἴχανε χαλάσει οἱ περισσότερες καλύβες τους ἀπὸ τὴ φουρτούνα πού ῾χε γίνει πρὸ δυὸ - τρεῖς μέρες. Ἤτανε θεόφτωχοι καὶ λιγδιασμένοι σὰν ψωριάρικοι σκύλοι. Οἱ κοιλιὲς τοὺς ἤτανε πρισμένες καὶ τὰ μάτια τοὺς τσιμπλιασμένα.
Σὲ κάμποσες ὧρες φτάξανε σ᾿ ἕναν τόπο μὲ γκρεμισμένες καλύβες, καὶ μαζέψανε τὶς πλίθρες καὶ κάνανε ἕνα μάντρωμα καὶ κοιμηθήκανε.
Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὸ μεσημέρι, βρεθήκανε σ᾿ ἕναν κάμπο χαρούμενον, μὲ πολλὰ χωριὰ στολισμένον. Τὰ σπίτια ἤτανε καλοχτισμένα καὶ τὰ περισσότερα εἴχανε δυὸ πατώματα.
Βγήκανε οἱ χωριάτες καὶ τοὺς πήρανε καὶ τοὺς πήγανε σ᾿ ἑνὰν γέρο καλόγερα, ποὺ ἤτανε πρὶν γούμενος σ᾿ ἕνα μικρὸ φτοχωμονάστηρο κοντά σε κεῖνο τὸ χωριό. Ἀφοῦ μιλήσανε μὲ τὸ γέρο, τοὺς δώσανε καὶ φάγανε καὶ τοὺς βάλανε σὲ τρία μεγάλα σπίτια νὰ κοιμηθοῦνε. Φύγανε νύχτα, δίχως νὰ ξυπνήσουνε οἱ χωριάτες.
Κείνη τὴ μέρα ἀπαντήσανε ἕνα μοναστήρι πολὺ παλαιότατο. Οἱ ἐκκλησιὲς καὶ τὰ κελλιὰ ἤτανε βαμμένα ἄσπρα, μαῦρα καὶ κίτρινα. Τοὺς χουγιάξανε κάτι καλόγεροι ἀπάνω ἀπὸ τὸν καστρότοιχο, μὰ δὲ θελήσανε νὰ χασομερήσουνε. Ἀφήσανε στὰ δεξιὰ τὸ μοναστήρι καὶ πήρανε ἕναν δρόμο, ποὺ χώθηκε σὲ λίγο μέσα σε κάτι ντερβένια σκοτεινότατα.
Ἀπὸ κεῖ μέσα βγήκανε τὴν ἄλλη μέρα κατὰ τὸ βράδι καὶ πέσανε σ᾿ ἕνα ἀνοιχτὸ βουνοκάμπι. Συναπαντήσανε κάτι ἄγριους τσομπαναρέους, ποὺ βοσκούσανε τὰ βόδια τους καὶ ποὺ δὲ γνωρίζανε περαπάνω ἀπὸ εἴκοσι λόγια. Τοὺς δώσανε νὰ φᾶνε βούτυρο. Μὰ οἱ πιὸ πολλοὶ χατζῆδες δὲ φάγανε, γιὰ νὰ μὴν παχύνουνε.
Οἱ τσομπάνηδες τοὺς πήγανε στὴν καλύβα τοῦ πιὸ γέρου, καὶ κεῖνος τοὺς παρακάλεσε νὰ κάνουνε μία δέηση γιὰ νὰ τοὺς φυλάγει ὁ θεός. Ἀνάψανε λοιπὸν τὰ λυχνάρια μὲ βούτυρο, θυμιάσανε καὶ πιάσανε καὶ ψέλνανε. Πολλοὶ ξημερωθήκανε μὲ τὴν ψαλμωδία. Τὰ τσαντίρια τοὺς ἤτανε ὁλόμαυρα. Εἴχανε ἀνακατεμένα πρόβατα μὲ βόδια κ᾿ ἤτανε ντυμένοι μὲ τομάρια.
Τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ἕνας ἄνεμος μπουρινιασμένος, κι ὁ οὐρανὸς μαύρισε σὰ χάλκωμα. Κατὰ τὴ νύχτα ἔπεσε πολὺ χιόνι, μὲ βροντὲς καὶ μ᾿ ἀστροπελέκια, ἕνα πράμα ἀσυνήθιστο. Πολλοὶ βρεθήκανε κοκκαλιασμένοι.
Πρὶν νὰ φύγουνε, κομματιάσανε τοὺς πεθαμένους καὶ σκορπίσανε τὰ κομμάτια τους.
Πιὸ πέρα συναπαντήσανε καμμιὰ τραιανταριὰ στρατιῶτες καβάλα στ᾿ ἄλογα, ἀρματωμένους μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ δοξάρια. Τὴν ὥρα ποὺ περάσανε ἀπὸ κοντά τους, ξεκαβαλικέψανε καὶ τοὺς προσκυνήσανε· κ᾿ ὕστερα μισέψανε φωνάζοντας: «Γκιαλ νόμπο!»
Δὲν περπατήξανε πολὺ καὶ βρεθήκανε μπροστὰ σ᾿ ἕνα κάστρο μεγάλο καὶ πολὺ ἀγριεμένο, παλαιότατο χτίριο, Τάτα Τζὸγκ ὀνομαζόμενο. Τοὺς πήρανε κάποιοι στρατιῶτες καὶ τοὺς βάλανε νὰ κοιμηθοῦνε. Καὶ καλὰ καὶ βρεθήκανε, γιατὶ ὁ καιρὸς γίνηκε ἀβάσταχτος, μὲ χιόνι πολὺ καὶ μὲ ἀγέρα λυσσασμένον. Τὸ κάστρο ἀπὸ μέσα ἤτανε κατασκότεινο καὶ καπνισμένο ἀπὸ τὶς φωτιές, λιγδιασμένο καὶ βρώμικο στὸ ἔπακρο. Οἱ στρατιῶτες κάνανε τὴν ἀνάγκη τοὺς ἐκεῖ ποὺ κοιμόντανε κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τρώγανε.
Ξημερώνοντας, πήρανε τὸ δρόμο ποὺ πήγαινε κατὰ τὸ βοριά, καταπάνω στὸν παγωμένο ἄνεμο. Ξεκουραστήκανε ἀπάνω σὲ μιὰ ράχη, πίσ᾿ ἀπὸ κάποιο ρημοκκλήσι στολισμένο μὲ μπαϊράκια, ἀπὸ κεῖνα πού ῾ναι γεμάτη ἡ χώρα τοῦ Θιβέτ.
Ὡς νὰ βραδιάσει, ξεψυχήσανε καμμιὰ δεκαριά, ἐκτὸς ἀπὸ πέντ᾿ - ἕξι π᾿ ἀπομείνανε στὸ κάστρο. Ἤτανε ὅλοι τους πολὺ ἀδυνατισμένοι, λογαριάζανε πὼς δὲ θὰ πρόφτανε κανένας τους νὰ πάγει στὸ μοναστήρι.
Κεῖ ποὺ περνούσανε κάτι ξεροβούνια ἔρημα, εἴδανε ἕνα μικρὸ χτίσμα ὁλομόναχο, εἶδος φοῦρνο, μὲ μιὰ μικρὴ τρύπα μονάχα. Ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένος ζωντανὸς κάποιος ἀσκητὴς γιὰ ν᾿ ἁγιάσει. Περάσανε δίχως νὰ πᾶνε κοντά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ταράξουνε.
Ὁδοιπορήσανε κάμποσες μέρες ἀνάμεσα σὲ βράχια ἄψυχα, καὶ φτάξανε σ᾿ ἕνα μέρος πόσβηνε ὁ δρόμος. Σταθήκανε καὶ συλλογιζόντανε ἀπὸ ποὺ νὰ τραβήξουνε καί, στὸ τέλος, πήρανε ἕναν δρόμο. Μά, ἀφοῦ περπατήξανε κάμποσο καὶ ξεθεωθήκανε ἀπὸ τὴν κούραση, πέσανε σ᾿ ἕνα μέρος ποὺ βουλιάξανε τὰ ποδάρια τοὺς μέσα σ᾿ ἕναν μαῦρον ἄμμο. Γυρίσανε λοιπὸν πίσω, γιατὶ δὲν μπορούσανε νὰ πᾶνε ὁλότελα μπροστά· καί, περιπλανώμενοι δώθε - κείθε, βρεθήκανε πάλι στὸ πρῶτο μέρος, ποὺ κειτόντανε κάποια κουφάρια ἀπὸ τοὺς συντρόφους τους. Τέλος νυχτωθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο. Πρὶν ξημερώσει, εἴδανε μακριὰ μιὰ φωτιὰ καὶ τραβήξανε καταπάνω της, μὰ τὴ χάσανε σὰ βγῆκε ὁ ἥλιος. Ὡστόσο τραβήξανε κατὰ κεῖ ποὺ φάνηκε, δὲν εἴδανε ὅμως ἄνθρωπο.
Μετὰ μία βδομάδα βρεθήκανε σὲ κάποιον τόπο ἴσον κι ἀνοιχτόν, πόμοιαζε σὰ θάλασσα κίτρινη, κ᾿ εἴδανε ἕνα μέρος μαντρωμένο πολὺ μεγάλο, κ᾿ ἐκεῖ μέσα ἤτανε χτισμένα μὲ πλίθρες πολλὰ μεγάλα χτίρια γεμάτα κόκκαλα, κι ἀπάνου στὶς σκεπὲς στεκόντανε σὰν ἀγάλματα πλῆθος σκέλεθρα σὲ διάφορα σχήματα. Στὸ μέρος ποὺ ἤτανε λεύτερο μέσα στὴ μάντρα, ἤτανε κανωμένες κάτι στοῖβες ἀπὸ ἄλλα κόκκαλα, τόσο μεγάλες, ποὺ φτάνανε πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὶς σκεπὲς τῶν σπιτιῶν. Κατά των μέρος τῆς μάντρας ἤτανε ἕνα χωματόβουνο, κι ἀπάνου στεκότανε ἕνα σιχαμερὸ εἴδωλο, ἄσκημο καὶ φοβερὸ περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ποὺ μπορεῖ νὰ πλάσει μὲ τὴ φαντασία τοῦ ὁ πιὸ κακὸς ἄνθρωπος.
Τὰ κόκκαλα ἤτανε παμπάλαια, καταφαγωμένα ἀπὸ τὸν καιρὸ κι ἀπὸ τὸν ἀγέρα. Ἡ πόρτα ἤτανε μικρὴ κι ἀμπαρωμένη. Ψυχὴ δὲ φαινότανε πουθενά, κι ἀποροῦσε κανένας ποὺ βρεθήκανε τὰ τόσα κόκκαλα, ἐνῶ δὲ φαινότανε ἄνθρωπος ζωντανός, ἴσαμε δεκαπέντε μέρες διάστημα σὲ κεῖνο τὸ μέρος.
Ἀλλὰ αὐτοὶ πήρανε θάρρος, γιατὶ ξέρανε πὼς ἐκείνη ἡ παράξενη μάντρα ἔδειχνε πὼς βρισκόντανε στὰ σύνορα ποὺ πιάνει ἡ χώρα τοῦ θεοῦ Κόνανου ἡ λεγόμενη Καταβύθιση.
Καί, στ᾿ ἀλήθεια, παραπέρα ηὕρανε κάτι βράχους ξεκολλημένους καὶ πεσμένους τὸν ἕναν ἀπάνου στὸν ἄλλον. Πολλοὶ ἤτανε κρεμασμένοι στὸν ἀγέρα. Τὸ μέρος φαινότανε σὰν ἀκρογιαλιά. Ἄσπρα λιθάρια ἤτανε στοιβιασμένα, σὰ νὰ τά ῾χε σωριάσει ἄγρια θαλασσοταραχή. Ἡ γῆς ἔμοιαζε σὰν πετσί, σκεπασμένη μ᾿ ἁλάτι καὶ μ᾿ ἀνάρια ἀγκάθια. Ἄνεμοι ὀργισμένοι φυσούσανε καὶ τ᾿ ἀγκάθια τρίζανε. Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ μέρος πιὸ θλιβερὸ ἀπὸ τοῦτο.
Πιάσανε καὶ κλαίγανε καὶ φωνάζανε: «Κόνανο, μίχουμ! Κόνανο, μίχουμ!» - ποὺ θὰ πεῖ: «Ἐλέησέ μας, Κόνανε!»
Ἔρημος! Ἔρημος! Κατὰ τὰ τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου φαινότανε μία θάλασσα κίτρινη.
Οἱ χατζῆδες εἴχανε γίνει βρουκολάκοι δίχως κρέας. Ἡ ψυχή τους εἶχε πάει μέσα στὰ κόκκαλα. Μονάχα καμμιὰ εἰκοσιπενταριὰ ἀπομείνανε.
Στὶς τρεῖς μέρες ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ εἴχανε φτάξει στὸ κοιμητήριο μὲ τὰ κόκκαλα, εἴδανε ἀπὸ μακριὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Κόνανου.
Αὐτὸ τὸ μοναστήρι εἶναι ἀπὸ κεῖνα τὰ πράματα πού ῾ναι ὄξ᾿ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀλλιώτικο ἀπ᾿ ὅλα τὰ φυσικὰ θεάματα.
Οὔτε ζωντανό, οὔτε πεθαμένο πλάσμα ἢ χτίσμα φαινότανε ἀπάνω στὴ γυμνὴ περιφέρεια, ἐξὸν ἀπὸ κάποιον βράχο καταξεσκισμένον, πόμοιαζε περισσότερο μὲ ξύλο παρὰ μὲ πέτρα, ἴδιος μ᾿ ἕνα πολὺ μεγάλο κούτσουρο ροζιασμένο, δίχως κλωνιά. Ἀπάνου σ᾿ αὐτὸν τὸν βράχο ἤτανε χτισμένο τὸ μοναστήρι, μ᾿ ἕναν τοῖχο ὁλοτρόγυρα ἀψηλὸν ἴσαμε δέκα ὀργυιές. Μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν καστρότοιχο ἤτανε χτισμένα πολλὰ χτίρια, μὲ πλῆθος χαγιάτια κρεμάμενα τό ῾να ἀπάν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο. Στὶς σκεπὲς φαινόντανε φριχτὰ τελώνια, ποὺ στριφογυρίζανε χτυπημένα ἀπὸ τὸν ἀγέρα, καὶ πλῆθος ἀμέτρητο ἀνεμόμυλοι, κίτρινοι καὶ βυσσινοί, ποὺ τριζοκοπούσανε σὰ νὰ κλαίγανε. Στὶς τέσσερες γωνίες τοῦ καστρότοιχου, ποὺ ἤτανε σὰν τάμπιες, ἤτανε στημένα κοντάρια, κι ἀπάνω τοὺς ἀνεμίζανε κάτι μεγάλες βοϊδοουρές.
Ἡ καστρόπορτα ἤτανε ἀμπαρωμένη, σὰ νὰ μὴν ἄνοιξε ἀπὸ τότες πὄγινε ὁ κόσμος. Τὸ μονάχο πράμα ποὺ ἔδινε κάποια παρηγοριὰ ἤτανε ἕνα μικρὸ χτίριο σὰν προσκυνητάρι, μ᾿ ἕναν μικρὸν ἀνεμόμυλο στὴ σκεπή του, χτισμένο ὄξ᾿ ἀπὸ τὸ μοναστήρι.
Ἡ ἀνεμοζάλη μούγκριζε ἀπάνω στοὺς τοίχους καὶ στὶς σκεπές, σὰ νὰ βελάζανε βόδια κι ἄλλα φοβερὰ τέρατα. Τὰ οὐράνια ἤτανε θολωμένα.
Οἱ προσκυνητάδες πέσανε μπρούμυτα καὶ προσκυνήσανε κ᾿ ἤτανε σὰν ἀπονεκρωμένοι.
Λὲς καὶ τοὺς εἶδε κάποιο κρυμμένο μάτι, κ᾿ ἡ πόρτα ἄνοιξε σὰ νὰ τὴν ἄνοιξε ὁ ἄνεμος. Μπήκανε μέσα καὶ βρεθήκανε ἀπάνου σ᾿ ἕνα στενὸ πέρασμα καλντεριμωμένο. Ὓστερ᾿ ἀνεσκαλώσανε ἀπάνου σὲ μίαν ἀνεμόσκαλα κανωμένη μὲ καλάμια, καὶ χωθήκανε σὲ μία μικρὴ πόρτα. Ἀπὸ κεῖ ἀνεβήκανε κάμποσα σκαλοπάτια σκαμμένα στὸ βράχο, καὶ περάσανε μία θολωτὴ γαλαρία, πού ῾χε δεξιὰ κι ἀριστερὰ πλῆθος μικρὰ κελλιά, μνημόρια παράδοξα, μὲ γράμματα σκαλισμένα, παρεκκλήσια καὶ κάτι ἄλλα χτίρια ἀλλόκοτα. Μετὰ πολλά, καταντήσανε σ᾿ ἕνα κελλὶ κρύο κατὰ πολὺ καὶ σκοτεινότατο.
Τὴ νύχτα παρουσιαστήκανε μπροστὰ τοὺς πολλὰ δαιμόνια, ἄλλα μὲ κεφάλια βοδινά, ἄλλα σὰν πουλιὰ δίχως φτερά, ἄλλα πάλι σὰν ἀνθρωπότραγοι, καὶ μουγκανιόντανε καὶ σφυρίζανε καὶ τόση βουὴ κάνανε, ποὺ δὲν ἀκουγότανε ὁ ἀγέρας. Οἱ φωνές τους δὲ μοιάζανε μὲ κανενὸς ἀπ᾿ ὅσα πλάσματα βρίσκουνται στὸν κόσμο τὸ δικό μας.
Τὴν ὥρα π᾿ ἄρχιζε νὰ γλυκοχαράζει, ἀκούσανε μίαν ἄλλη χασμωδία καὶ μία μουσικὴ βροντερὴ ὄξω ἀπὸ τὸ κελλί, κ᾿ εὐτὺς μπήκανε μέσα κάτι φοβεροὶ ἀνθρώποι, κάνοντάς τους νόημα νὰ βγοῦνε ὄξω σὲ μίαν αὐλή, ὁλόγυρα στὴν ὁποία ἤτανε εἶδος χαγιάτια ἀπὸ σκαλισμένα ξύλα, κ᾿ ἐκεῖ τοὺς βάλανε νὰ σταθοῦνε.
Στὴ μέση χοροπηδούσανε καμμιὰ πενηνταριὰ δαίμονες μὲ κινήματα ἀλλόκοτα. Ἡ ξαγριωμένη ὄψη τοὺς πάγωνε τὸν ἄνθρωπο, τόσο ἤτανε παρὰ φύση σκληρὴ κ᾿ αἱμοβόρα. Ἄλλοι ἤτανε μεγαλόκορμοι κ᾿ εἴχανε μικρὰ πράσινα κεφάλια σὰν τοῦ πουλιοῦ, ἄλλοι ἤτανε μικρόκορμοι σὰν ἀποβράσματα κ᾿ εἴχανε κάτι κεφαλὲς μεγάλες με κέρατα μακριά, κι ἀπὸ τ᾿ ἀνοιχτὰ στόματά τους βγαίνανε τὰ μεγάλα δόντια τους. Ἀλλουνοῦ τὸ κεφάλι παρομοίαζε μὲ βουβαλιοῦ, ἀλλουνοῦ μ᾿ ἐλαφιοῦ, ἀλλὰ ἐλαφιοῦ αἱμοβόρου, πού ῾χε δόντια τρομερὰ καὶ μυτερά, ἀλλουνοῦ μὲ βαθράκου, κι ἄλλοι εἴχανε ὄψη γελαζούμενη, μὰ γεμάτη κακία, ὅλοι με μάτια δίχως ἔλεος, τελώνια βγαλμένα ἀπὸ τὰ τάρταρα.
Ἤτανε δυὸ - τρεῖς μὲ πρόσωπο φαρδὺ καὶ πλατὺ σὰν τσουκάλι παράξενο, μὲ δυὸ αὐτιὰ μεγάλα καὶ κρεμάμενα, μὲ καύκαλο γυαλιστερὸ δίχως μαλλιά. Ἤτανε κι ἄλλοι μὲ πρόσωπα μαλλιαρὰ καὶ μὲ τέσσερα κέρατα καὶ μὲ κάτι σιχαμερὰ ἐξογκώματα. Ἄλλοι πάλι μοιάζανε μὲ γριὲς καταχθόνιες, μ᾿ ἕνα σαγόνι μυτερὸ καὶ μεγάλο, δίχως τρίχα στὸ κεφάλι τους.
Μερικοὶ βαστούσανε στὰ χέρια τους ἀπό ῾να νεκροκέφαλο, ἄλλοι μιὰ καρδιὰ ματωμένη, ἄλλοι ἕνα ξερὸ ραχοκόκκαλο. Οἱ περισσότεροί τους κρατούσανε κουδούνια στὰ χέρια τους καὶ τὰ κουνούσανε σὰν τρελλοί. Ἡ λύσσα τοὺς ἤτανε μεγάλη· οὐρλιάζανε κι ἀλαλάζανε καὶ τρίζανε τὰ δόντια τους.
Χορεύανε πηγαίνοντας ἀπάνου στὸ βρόντο ποὺ κάνανε τὰ τούμπανα, κι ὁλοένα μανιάζανε περισσότερο. Μπροστὰ στοὺς χατζῆδες βρέθηκε ἕνα τριπόδι σὰν ζωντανό, γιατὶ καὶ κεῖνο φώναζε, κι ἀπάνω τοῦ καιγότανε κάποιο φαρμακερὸ λιβάνι, ποὺ τοὺς ζάλισε καὶ θόλωσε τὸ μυαλό τους.
Τὰ δαιμόνια μία σμίγανε, μιὰ ἀνοίγανε, πότε χυμίζανε μουγκρίζοντας κατὰ τὸ μέρος τους, σὰ νὰ θέλανε νὰ τοὺς ξεσκίσουνε, πότε γυρίζανε τὶς πλάτες τους καὶ φεύγανε κατὰ τ᾿ ἀντικρυνὸ μέρος, δείχνοντάς τους τὰ πισινά τους, ποὺ ἤτανε πιὸ φριχτὰ ἀπὸ τὴν ὄψη τους.
Σὲ μιὰ στιγμὴ σωπάσανε ὁλότελα, καὶ τότες παρουσιαστήκανε κάτι σκέλεθρα ζωντανά. Τὰ κόκκαλά τους ἤτανε κίτρινα, ἐξὸν ἀπὸ τὴν κοιλιά, ποὺ ἤτανε κόκκινη, κι ὄχι ἀπὸ τὰ παΐδια, ποὺ ἤτανε σὰν ἀπὸ γυαλί. Τὰ κόκκαλά τους ἀχούσανε σὰ νά ῾τανε κούφια νεροκάλαμα. Παίζανε κάποια ὄργανα παράξενα. Καμπόσοι ἀπὸ δαύτους βαστούσανε σπαθιὰ καὶ δοξάρια.
Ἀνακατωθήκανε μὲ τὰ δαιμόνια σὰ νὰ μαλώνανε μὲ δαῦτα καὶ σὰ νὰ κουβεντιάζανε σὲ μία γλώσσα ἄγνωστη, βγάζοντας κάτι φωνὲς πνιγμένες: «Μποχούμ! Μποχούμ!» Ὁλόγυρα ἀκουγόντανε σάλπιγγες καὶ ἄλλες στριξιές. Στὸ τέλος ξαφανιστήκανε σὰ νὰ τοὺς κατάπιε ἡ γῆς.
Τότες παρουσιαστήκανε δυὸ - τρεῖς σπανοὶ καλόγεροι καὶ πήρανε τοὺς χατζῆδες καὶ τοὺς πήγανε μέσα σὲ μιὰ μεγαλότατη ἐκκλησία, στολισμένη μὲ εἴδωλα κάθε λογῆς, θηλυκὰ καὶ ἀρσενικά. Στὰ δοκάρια τῆς σκεπῆς κρεμόντανε διάφορα τελώνια παρόμοια μὲ κορκόδειλους, σὰν ψάρια, σὰν πουλιά, σὰν κλωνιὰ ἀπὸ δέντρα, ἀλλὰ ζωντανὰ καὶ γεμάτα κακία, καθὼς καὶ πανιὰ ζωγραφισμένα. Ἡ σκεπὴ ἤτανε γεμάτη μάτια ὀργισμένα. Ἀκουγότανε μία ψαλμωδία πόλεγε: «Ὁ θεὸς Κόνανος εἶναι πιὸ κακὸς κι ἀπὸ τὸ Μάνιπα, πιὸ σκληρὸς κι ἀπὸ τὸ Χολσόρνα!»
Ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βασιλεύει ὁ ἥλιος, ἡ ἐκκλησιὰ εἶχε μία πόρτα μεγάλη, κ᾿ ἔγραφε ἀπάνου: «Ντραμαγκούμ» - ποὺ θὰ πεῖ: «Καταποντισμός».
Πρὶν νὰ τοὺς βγάλουνε ἀπὸ κείνη τὴν πόρτα, τοὺς ξεγυμνώσανε κ᾿ ἤτανε χειρότεροι ἀπὸ σκελετά, μονάχα κάτι ζαρωμένα πετσιὰ εἴχανε ἀπομείνει ἀπάνω τους.
Σὰν ἄνοιξε ἡ πόρτα, εἴδανε ἀπὸ κάτω ἕναν γκρεμνὸ ἴσαμε ἑκατὸ μπόγια καὶ περισσότερο. Ὁ βράχος ἔκανε μία μεγάλη κουφάλα σὲ κεῖνο τὸ μέρος, καὶ μέσα στὴν κουφάλα ἤτανε χτισμένο κεῖνο τὸ μέρος τῆς ἐκκλησιᾶς.
Ἀπάνω ἀπὸ τὴν πόρτα κρεμότανε μιὰ πέτρα θεόρατη, σὰ νὰ στεκότανε στὸν ἀγέρα, κι ἀπὸ κάτω τῆς καθότανε φωλιασμένος ὁ θεὸς Κόνανος, γελαστὸς καὶ παγκάκιστος, ὁ μισὸς παγωμένος κι ὁ μισὸς πυρωμένος, μὲ κέρατα, μὲ δόντια, μὲ νύχια ματωμένα, μὲ τὰ πλεμόνια του ἀπ᾿ ὄξω ἀπὸ τὸ στῆθος. Ἡ καρδιά του ἤτανε σὰν κάποιο ἐργαλεῖο παράξενο, ἀπάνου στὸν ἀφαλό του, καὶ χτυποῦσε δυνατὰ καὶ ξερά.
Ἀπὸ τὸ φρύδι κείνης τῆς κουφάλας, πόμοιαζε σὰν καμάρα, κρεμότανε ἕνα πρᾶγμα σὰν ζυγαριά, κανωμένη μὲ ξύλα παμπάλαια, ὅμοια μὲ κεῖνα τὰ μαγκάνια ποὺ βγάζουνε νερό. Ἡ μισὴ βρισκότανε ἀπάν᾿ ἀπὸ τὸ χάος, κ᾿ ἡ ἄλλη μισὴ ἀκουμποῦσε στὸ βράχο, σ᾿ ἕνα μέρος σκαμμένο, πού ῾χε πέντ᾿ - ἕξι σκαλούνια κ᾿ ἕνα μικρὸ πλάτωμα, ὅσο ποὺ χωροῦσε ἕνα μεγάλο ξύλο, ποὺ ἤτανε τὸ βαρίδι τῆς ζυγαριᾶς. Ἀπὸ τ᾿ ἄλλο μέρος κρεμότανε ἀπάν᾿ ἀπὸ τὸν γκρεμνὸ σὰν ἕνα πανέρι. Δυὸ τζουτζέδες θυμιάζανε μὲ κάτι καύκαλα ἀνθρωπινά.
Τότε ἕνας καλόγερας γύρισε τὴ ζυγαριά, ὥστε τὸ πανέρι πῆγε κατὰ τὰ σκαλοπάτια, καὶ βάλανε μέσα ἕναν ἀπὸ τοὺς χατζῆδες πισταγκωδεμένον. Μονομιᾶς ἔστριψε ἡ ζυγαριά, τὸ πανέρι ἀνεβοκατέβηκε γιὰ μία στιγμή, κ᾿ ὕστερα ἔγυρε κατὰ τὸν γκρεμνὸ κι ἀναποδογύρισε, κι ὁ ἄνθρωπος σφεντονίστηκε στὸ χάος καὶ ξαφανίστηκε.
Οἱ ἄλλοι περιμένανε τὴ σειρά τους κ᾿ ἡ καρδιά τους ἤτανε κατατρομαγμένη, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ λεγόμενη Ζυγαριὰ τῆς Σωτηρίας, κι ὅποιος φτάξει στὸ μοναστήρι δίχως νά ῾χει ξεραθεῖ ὁλότελα τὸ κορμί του καὶ βρεθεῖ πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὸ βαρίδι, αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ γκρεμνίζεται σὲ κεῖνον τὸν Καιάδα, ποὺ τὸν λένε στὴ γλώσσα τους Τσούγκρα. Ἀπὸ κεῖ πέρα σηκώνανε τὰ κόκκαλα καὶ τὰ πηγαίνανε στὸ μεγάλο κοιμητήριο.
Ἀπ᾿ αὐτουνοὺς τοὺς βασανισμένους προσκυνητάδες, μονάχα ὁ ἕνας δὲν ἔπεσε στὸν γκρεμνό, γιατὶ βρέθηκε πιὸ ἀλαφρὺς ἀπὸ τὸ βαρίδι· καὶ τοῦτο παρὰ τρίχα, τόσο, πού, ἂν τύχαινε νά ῾χει μαλλιὰ καὶ γένια, δὲ θὰ γλίτωνε.
Γίνηκε καλόγερας κι ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι. Λένε πὼς στὰ γεράματά του γίνηκε γούμενος, καὶ πὼς στὰ χρόνια του βούλιαξε τὸ μοναστήρι μαζὶ μὲ τὸ κοιμητήριο.
Σὲ πολλὰ ἀρχαῖα χαρτιά, χειρογραφημένα σὲ θιβετιανὴ γλώσσα, βρίσκεται γραμμένο μὲ τὸ ἑλληνικὸ ὄνομα Καταβύθιση.
Τούτη τὴν ἱστορία τὴν ἔγραψε ἕνας Ἕλληνας γεννημένος στὴν Ἀσία.


                  ----------------------------------------------------------------------------


      ΠΗΓΕΣ







                                -------------------------------------------------------------------


Το επεισόδιο της σειράς είναι αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (γεν. 1895 – θαν. 1965). Παρατίθενται βιογραφικά στοιχεία, πληροφορίες για τις σπουδές του και τις επιρροές που δέχτηκε, τα ταξίδια του και την προσωπικότητά του. Ο θεατής παρακολουθεί το συγγραφικό έργο του Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ με έμφαση στο πρώτο του διήγημα «Πέδρο Καζάς» (1920) και την πεζογραφική παραγωγή του τη δεκαετία του ’40, τη σχέση του με τη λογοτεχνική γενιά του ’30 και τη συνεργασία του με τους εκδοτικούς οίκους Ελευθερουδάκη και Γανιάρη, με εφημερίδες και περιοδικά. Περιγράφονται επίσης, η επαφή του Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ με τη βυζαντινή ζωγραφική, οι πρώτες του εκθέσεις, οι εικονογραφήσεις εκδόσεων, οι προσωπογραφίες του και οι αγιογραφήσεις βυζαντινών ναών από τη δεκαετία του ’30 και μετά. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται η σχέση του Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ με τον κύκλο των μαθητών του και ειδικότερα με τον ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΡΟΥΧΗ, η περίοδος εργασίας του στο Κοπτικό Μουσείο του Καϊρου καθώς και το μεγάλο έργο του κοσμικής ζωγραφικής λίγο πριν τον πόλεμο στο Δημαρχείο Αθηνών. Παρακολουθείται επίσης η σχέση του με το θέατρο και η σκηνογραφική του συνεργασία με τον ΣΠΥΡΟ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑ και τον ΦΩΤΟ ΠΟΛΙΤΗ. Στο τέλος του ντοκιμαντέρ αναφέρονται οι τιμητικές διακρίσεις που έλαβε για το έργο του.
Για τον Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ μιλούν οι: ΙΩΣΗΦ ΒΙΒΙΛΑΚΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΕΣΠΩ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ και ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής προβάλλεται πλούσιο οπτικοακουστικό φωτογραφικό και έντυπο αρχειακό υλικό. Περιλαμβάνονται ηχογραφήσεις (1956 και 1960) με τη φωνή του Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ να ψέλνει και αλλού να μιλάει για τη σχέση του με την ελληνική παράδοση, την ορθοδοξία και την παγκόσμια συνείδηση. Επίσης, σχολιάζει τα βιβλία του «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου» και «Αδάμαστες Ψυχές». Προβάλλονται πλάνα από την έκθεση του Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ και των μαθητών του στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης (11/2002), από βυζαντινούς ναούς και τοιχογραφίες, από την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στην Αθήνα και τη Μικρασιατική καταστροφή
.

                         =========================================




                                            Ψάλλει ο Φώτης Κ
Δημοσίευση σχολίου