Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ




Ο κορυφαίος φιλόλογός μας Δημήτρης Μαρωνίτης κεραυνοβολεί την ελληνική ημιμάθεια και ψευδο-αρχαιοπρέπεια

 
        


« Φταίει η σχολική εκπαίδευση που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει ελάχιστα την Ιλιάδα»


Η πεντάωρη παράσταση της Ιλιάδας στο Φεστιβάλ Αθηνών,
αφορμή για μια συζήτηση περί μετάφρασης, θεατρικής διασκευής
και επιρροής των ομηρικών επών στη σύγχρονη λογοτεχνία



Δημήτρης Μαρωνίτης

Συνέντευξη στη Νατάσσα Κανελλοπούλου-Μπελογιάννη



Τρεις χιλιάδες θεατές παρακολούθησαν τις πέντε παραστάσεις της πεντάωρης Ιλιάδας που ανέβασε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2013 (4-8.6.2013) ο Στάθης Λιβαθινός, πατώντας σε ένα ολοζώντανο κείμενο που έφερε τη μεταφραστική σφραγίδα του Δημήτρη Μαρωνίτη. Ο εκλεκτός φιλόλογος, ομότιμος σήμερα καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχε τιμηθεί το 2011 για τη μετάφραση του έπους (που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα) με το Βραβείο Απόδοσης Έργου της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στα Νέα Ελληνικά, και συνεργάστηκε στενά σε αυτό το εγχείρημα με τον ταλαντούχο σκηνοθέτη και πρώην υπεύθυνο από το 2001 έως το 2007 της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Αυτή ήταν και η αφετηρία της συνέντευξης που παραχώρησε στον ΧΡΟΝΟ, όπου και αναδεικνύει τα κλειδιά για την απήχηση των ομηρικών επών όχι μονάχα στη θεατρική πράξη αλλά και στη νεότερη ελληνική ποίηση.

Το στοίχημα του Λιβαθινού ήταν διπλό επειδή η βάση του έργου ήταν ένας λόγος ποιητικός και όχι θεατρικός, αλλά και επειδή η διάρκεια της παράστασης που αναπτύχθηκε σε τέσσερα μέρη χωρισμένα από τρία διαλείμματα ήταν διπλάσια από τη συνήθη.

Δεν ήταν παρ’ όλα αυτά η πρώτη φορά που δοκιμαζόταν η αντοχή και η δεκτικότητα του ελληνικού κοινού σε τέτοια ανεβάσματα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει στην Αθήνα πολύωρες παραστάσεις από τη Γαλλίδα Αριάν Μνουσκίν με τα έργα Το τελευταίο Καραβάν Σεράι (2006) που διαρκούσε πάνω από πέντε ώρες, Οι εφήμεροι (2007) και Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας –Αυγές (2011, τέσσερις ώρες). Επίσης ο Γερμανός Πέτερ Στάιν, καλεσμένος το 1985 από τη Μελίνα Μερκούρη, είχε ανεβάσει την Ορέστεια του Αισχύλου σε παράσταση εννέα ωρών στο Θέατρο Πέτρας (ενώ το 2000 παρουσίασε στο Αμβούργο τον Φάουστ του Γκαίτε, σε μια παράσταση είκοσι μιας ωρών με πρωταγωνιστή τον Ελβετό ηθοποιό Μπρούνο Γκαντς). Το 2001 και ο Γιάννης Κόκκος ανέβασε στο Εθνικό Θέατρο την Ορέστεια του Αισχύλου (τρεισήμισι ώρες). Αλλά και ο ίδιος ο Στάθης Λιβαθινός το 2007 είχε ανεβάσει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ένα μυθιστόρημα, τον Ηλίθιο του Ντοστογέφσκι, σαν παράσταση εξάωρης διάρκειας με ένα διάλειμμα, η οποία μάλιστα ανέβηκε ξανά πέρσι στο θέατρο «Ακροπόλ». Στο φετινό Φεστιβάλ, τη σκυτάλη των πολύωρων παραστάσεων θα πάρει στις 29 Ιουνίου ο Γιάννης Κακλέας, που θα ανεβάσει το έργο Σάμουελ Μπέκετ, Μερσιέ και Καμιέ σε μια μαραθώνια παράσταση είκοσι τεσσάρων ωρών.

Η ομηρική Ιλιάδα σε μετάφραση Μαρωνίτη είχε ήδη κάνει ένα σκηνικό ντεμπούτο πριν από δύο χρόνια, όταν με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Γιάννη Χουβαρδά οι 24 ραψωδίες της είχαν αναγνωστεί επί σκηνής από 24 γυναίκες ηθοποιούς. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε στη χώρα μας ολόκληρη η Ιλιάδα, χωρίς περικοπές, και το εγχείρημα είχε στεφθεί από επιτυχία. Σε εκείνες τις ακροάσεις, λέει ο Δ. Μαρωνίτης, «ένα ορισμένο κοινό για πρώτη φορά άκουγε αυτό το έπος το οποίο στον νεοελληνικό μας χώρο ελάχιστοι φαίνεται να το έχουν διαβάσει ολόκληρο ή έστω εν μέρει…».

Το φετινό καλοκαίρι η Ιλιάδα ανεβάστηκε από τον Λιβαθινό με έναν θίασο 15 ηθοποιών της νεότερης γενιάς σε ένα εμπνευσμένο μινιμαλιστικό ντεκόρ της Ελένης Μανωλοπούλου (έκανε και τα κοστούμια) από λάστιχα φορτηγών, με φόντο μια σειρά γάντζους με κρεμασμένες χλαίνες. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: Αγαμέμνονας ο Δημήτρης Ήμελλος, Αχιλλέας ο Γιώργος Χριστοδούλου, Έκτορας ο Άρης Τρουπάκης, Αίας ο Γεράσιμος Μιχελής. Στον ρόλο της Θέτιδας, της Εκάβης, της αφηγήτριας και της Μοίρας η Μαρία Σαββίδου. Ως Ήρα και Ανδρομάχη η Αμαλία Τσεκούρα. Τη σκηνική διασκευή του έπους έκανε ο Στάθης Λιβαθινός με τη δραματολόγο Έλσα Ανδριανού και τη συμβολή των ηθοποιών. Σύμβουλος για τη δραματολογία ο (και) ποιητής Στρατής Πασχάλης, και επιστημονικός σύμβουλος ο Μενέλαος Χριστόπουλος. Σε τούτη την εποχή που η παγκόσμια κρίση έχει προκαλέσει κοινωνική και πολιτική πόλωση, το έργο αυτό μίλησε για τον εμφύλιο σπαραγμό και έστειλε ένα μήνυμα αντιπολεμικό, ένα μήνυμα συμφιλίωσης.



— Κύριε Μαρωνίτη, σχολιάσατε πως η Ιλιάδα είναι ένα έργο-ορόσημο, παρ’ όλα αυτά ο μέσος Έλληνας το γνωρίζει ελάχιστα. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Είναι από τα ενδεικτικά πράγματα της νεοελληνικής μας επιπολαιότητας και αυταρέσκειας και τεμπελιάς μαζί που εξηγεί και αυτού του είδους την αντίφαση, να μιλάει κανείς με πολύ καμάρι και τα λοιπά για κάτι, κι ωστόσο να το γνωρίζει ελάχιστα, ας το πω έτσι, εξ επαφής.

Η Ιλιάδα είναι ένα θεμελιακό έργο, πασίγνωστο υποτίθεται κατά φήμη, σε παγκόσμια πλέον κλίμακα, όχι μονάχα ευρωπαϊκή ή αμερικανική. Η κατάπληξή μου ήταν όταν είχανε την Ολυμπιάδα τους οι Κινέζοι και πήγαμε στο Πεκίνο και είδα ότι κυκλοφορούν τουλάχιστον τέσσερις μεταφράσεις της Ιλιάδας στα κινέζικα.

Στον τόπο μας, τη ζημιά την έχει κάνει σε μεγάλο βαθμό το σχολείο με τη διδασκαλία της Ιλιάδας, που αυτή τη στιγμή μάλιστα εντάσσεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με την εντελώς ξεπερασμένη μετάφραση του Πολυλά. Επομένως και το σχολείο, το γυμνάσιο, κάνει ό,τι μπορεί για να απομακρύνει μάλλον τα νεαρά παιδιά από το έπος αυτό παρά για να τα προσελκύσει.

Γι’ αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι οι απαγγελίες και οι αναγνώσεις που έγιναν στο Εθνικό, και πολύ περισσότερο τώρα η θεατρική παράσταση του Λιβαθινού, αποτελεί ένα γεγονός με γενικότερη σημασία, όχι μόνο πολιτισμική αλλά και εκπαιδευτική· θα έλεγα μάλιστα και πολιτική.



— Η βάση του έργου όμως είναι ένα έπος προορισμένο να ακούγεται, όχι να παριστάνεται. Αυτό δεν δημιούργησε άραγε δυσκολίες στο θεατρικό ανέβασμα της Ιλιάδας;

Η απάντηση, αν θέλουμε λιγάκι να παίξουμε με τις λέξεις, είναι: «και ναι και όχι». Το θέμα είναι εάν και η πρόσληψη του έργου, η ακροαματική ή η αναγνωστική, πολύ περισσότερο η θεατρική, μας πείθει ότι το έπος αυτό στο εσωτερικό του διαθέτει ή δεν διαθέτει στοιχεία που θα έπρεπε με μια μεταγενέστερη ορολογία να τα ονομάζουμε θεατρικά. Ε λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι διαθέτει πολλά τέτοια στοιχεία, και καίρια στοιχεία τέτοια, που καθιστούν την Ιλιάδα ουσιαστικά δραματικό έργο. Έχει σημασία η λέξη δράμα, η οποία μας πηγαίνει κατευθείαν στο θέατρο.

Τα στοιχεία αυτά αφορούν καταρχήν την πυκνότητα των διαλόγων. Πρόκειται για έντονους διαλόγους και με μεγάλη έκταση, που αναγνωρίστηκαν ύστερα σε αυτό το έπος ως στοιχείο, ας πούμε, de facto θεατρικό. Αφορούν επίσης και τη συμπύκνωση του χρόνου, ας το πούμε του μυθολογικού χρόνου, σε έναν εσωτερικό χρόνο του έπους, η οποία συμπύκνωση είναι πολύ μεγάλη.

Για να καταλάβετε τι λέω: υποτίθεται ότι ο ποιητής της Ιλιάδας έχει πίσω του μια παράδοση προφορική μάλλον ολόκληρου του τρωικού μύθου που είχε διάρκεια δέκα χρόνων. Αυτός λοιπόν ο δεκάχρονος τρωικός πόλεμος μετακινείται σε αυτό το έπος και γίνεται ιλιαδικός πόλεμος, διαρκείας ούτε λίγο ούτε πολύ μόνον τεσσάρων μαχίμων ημερών. Αυτή η πύκνωση είναι επίσης ένα θεατρικό έργο.



— Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο ο σκηνοθέτης προχώρησε σε μια επιπλέον πύκνωση. Δεν είναι κάπως παρακινδυνευμένο αυτό;

Το θέμα είναι ποιες επιλογές γίνονται και πώς γίνονται αυτές οι επιλογές, ώστε να βγαίνει περίπου το σύνολο της Ιλιάδας. Νομίζω ότι ο Λιβαθινός έκανε μια επιτυχημένη συντόμευση.

Άλλες εξάλλου προσπάθειες με μυθιστορήματα θεμελιακά που μεταφέρθηκαν στο θέατρο, όπως έκανε ο Πέτερ Στάιν με το έργο Έγκλημα και τιμωρία, είχαν μια αντίστοιχη διάρκεια.

Μην ξεχνάμε επίσης ότι πολλά από τα πολύ σημαντικά έργα του θεάτρου, εάν δεν «κουτσουρευτούν», έχουν διάρκεια περίπου αυτής της τάξεως. Ας πούμε, αν είναι να παίξει κανείς ολόκληρο τον Βασιλιά Ληρ ή ολόκληρο τον Άμλετ, η διάρκεια θα είναι σίγουρα πάνω από τρεισήμισι ώρες. Επομένως, δεν είναι τόσο παράξενο μια παράσταση σαν την Ιλιάδα να κρατά τέσσερις ή τεσσερισήμισι ώρες.

Ας θυμηθούμε εξάλλου ότι στο σύγχρονο θέατρο, στο νεότερο θέατρο, υπάρχουν μεγάλης έκτασης μονόλογοι, οι οποίοι θυμίζουν λιγάκι τους μονολόγους που εν αφθονία έχουμε στο ομηρικό έπος. Λόγου χάριν, οι μονόλογοι στα δράματα του Σαίξπηρ έχουν μια πυκνότητα και μια ένταση και μια έκταση απροσδόκητη. Αλλά και σε έργα πιο σύγχρονα, πιο μοντέρνα, στα έργα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς ή του Άλμπυ ή του Μπέκετ, έχουμε μονολογικό στοιχείο που μπορεί να καλύπτει το σύνολο ενός θεατρικού έργου.

Επομένως, δεν υπάρχει θέμα μονοτονίας, ας πούμε, αυτής της παράστασης της Ιλιάδας κόντρα στο σύγχρονο θέατρο. Θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελεί και ένα είδος δικαίωσης αυτού του στοιχείου που έχει και το σημερινό θέατρο και που κάποιοι συγγραφείς, πολύ σπουδαίοι, επιμένω, όπως ο Μπέκετ λόγου χάρη, το στοιχείο αυτό κυρίως, όχι απλώς το σεβάστηκαν, αλλά το άσκησαν φτάνοντάς το σε οριακή σχεδόν τελειότητα.

Ο ιλιαδικός πόλεμος και το ιλιαδικό έπος συμπυκνώνουν τον χρόνο τους σε τέσσερις μάχιμες ημέρες και θέλοντας και μη, και από τη συζήτηση που κάναμε με τον Λιβαθινό, η παράσταση οργανώθηκε σε τέσσερα «κεφάλαια», τα οποία αντιστοιχούν περίπου σε τέσσερις μάχιμες ημέρες. Ο λόγος ακούγεται πεντακάθαρα, όπως θα ακουγόταν, θα έλεγα, στην εποχή του. Αυτή η ακεραιότητα του λόγου, η οποία βγήκε από τα δεκαπέντε αυτά παιδιά δίχως αυταρέσκεια υποκριτική, έχει μια καθαρότητα που είναι στο όριο της αθωότητας.



— Συμβάλλει οπωσδήποτε και η μετάφραση που «κατεβάζει στη γη» το επικό ύφος του έργου...

Δεν θέλω να μιλήσω εκτενώς για τη μετάφρασή μου. Θα πω όμως ότι τη χαρακτηρίζει ένα είδος λόγου ακροαματικού-οπτικού που, κατά τη γνώμη μου, καλύπτει σχεδόν όλη την γκάμα και των πέντε αισθήσεών μας. Και τη γεύση και την όσφρηση. Είναι ένας λόγος, όπως είναι και στο πρωτότυπο, πολυαισθησιακός και όχι μονοαισθησιακός. Δεν είναι μόνο ακουστικός, δεν είναι μόνο οπτικός-παραστατικός· είναι συγχρόνως κι ένας λόγος που τον γεύεσαι, που τον πιάνεις και που σε πιάνει.

Και κάτι ακόμα: στη μετάφρασή μου δεν φοβήθηκα να χρησιμοποιήσω ακόμη και πρωτότυπες λέξεις του κειμένου, εκεί που πίστευα ότι είναι δραστικές οι λέξεις αυτές. Δεν αγνόησα δηλαδή στοιχεία γλωσσικά, κι ας έφταναν ώς την παλαιότερη δυτική λογοτεχνία. Επομένως, δεν είναι μια μετάφραση που θέλει να καταργήσει τη χρονική της προοπτική προς τα πίσω – κάθε άλλο. Το θέμα είναι τι μπορεί να γίνει σήμερα από ένα κείμενο συνθεμένο στον όγδοο προχριστιανικό αιώνα. Τι μπορεί να προκύψει δηλαδή από τη συνάντηση, ας το πούμε έτσι, δύο γλωσσών: της ομηρικής γλώσσας αφενός και της νεοελληνικής, όπως διαμορφώνεται εδώ και χρησιμοποιείται για τη μετάφραση της Ιλιάδας.

Ίσως να πρέπει να ακουστεί κι αυτό. Τόσο στη θεωρία όσο και στη μεταφραστική πράξη εγώ διαφωνώ με την άποψη που θέλει την αρχαία ελληνική γλώσσα σταθερή και τη νέα ελληνική, κινούμενη, να τραβάει ντουγρού προς τα πίσω. Γι’ αυτό και η δική μου μετάφραση διαφοροποιείται από άλλες που γίνονται σήμερα. Διότι έχει γίνει με την εξής προοπτική και με την εξής προϋπόθεση: ότι και οι δύο γλώσσες, και η αρχαία γλώσσα και η νεοελληνική γλώσσα –και η μεταφραζόμενη γλώσσα δηλαδή και η μεταφραστική–, σε όλη αυτή την προσπάθεια κινούνται και οι δύο. Συν-κινούνται για να συναντηθούν σε ένα σημείο τριβής, στη μέση, λίγο πριν από τη μέση, λίγο μετά από τη μέση. Και το αποτέλεσμα είναι ότι από την τριβή αυτή βγαίνει ένα δυναμικό που λανθάνει και στη μία και στην άλλη γλώσσα. Όταν λοιπόν μεταφράζω, αυτό το σημείο τριβής των δύο γλωσσών με ενδιαφέρει πολύ. Διότι αυτό είναι και το καινούριο στοιχείο. Αυτό είναι και η αξία της μετάφρασης αυτής, αν έχει κάποια αξία. Νομίζω πως μπορεί να ωφελήσει τη σύγχρονη λογοτεχνία ως ένα είδος λόγου και ποιητικού, αν θέλετε, και πεζού, και διαλογικού και αφηγηματικού.



— Κύριε Μαρωνίτη, στο σχολείο μαθαίνουμε για την Οδύσσεια του Καζαντζάκη και γνωρίζω τους περίφημους στίχους του Σεφέρη για την Ελένη. Αλλά και ο Καβάφης έχει εμπνευστεί από τον Όμηρο. Τελικά, σε ποιο βαθμό έχουν διεισδύσει τα ομηρικά έπη στη νεότερη ποίησή μας;

Πρέπει να σας πω ότι η ομηρική Οδύσσεια έχει ερεθίσει περισσότερο τους ποιητές μας από την Ιλιάδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το τεράστιο έργο των 33.333 στίχων της Οδύσσειας του Καζαντζάκη. Αλλά έχει ερεθίσει και μοντερνιστές ποιητές, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η Ιλιάδα: λ.χ. οι αναφορές στην ποίηση του Σεφέρη προς την Οδύσσεια είναι πολύ πυκνότερες μπροστά στις περίπου μηδενικές αναφορές στην Ιλιάδα. Από ό,τι ξέρω, έχουμε μια αναφορά του Πατρόκλου σε ένα ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄. Και άλλους ποιητές όμως επηρέασε η Οδύσσεια, π.χ. με το θέμα της νέκυιας ή του Ελπήνορα.

Υπάρχει ωστόσο μια χαρακτηριστική εξαίρεση, κι αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ο ποιητής που επέμεινε περισσότερο στην Ιλιάδα απ’ ό,τι στην Οδύσσεια κι έκανε ιλιαδικής προέλευσης ποιήματα είναι ο Καβάφης. Έχουμε τουλάχιστον τέσσερα ιλιαδικά ποιήματα του Καβάφη αφορμισμένα, και όχι μόνο αφορμισμένα αλλά χτισμένα έτσι με έναν δικό του τρόπο, πολύ τολμηρό ενίοτε ως προς τη χρήση του αλλά και πολύ σεβαστικό σε σχέση με το πρότυπο το ιλιαδικό, ενώ τα ποιήματά του που έχουν προέλευση την Οδύσσεια είναι δύο. Ας τα πούμε για να τα θυμηθούμε, έχουμε την «Πριάμου Νυκτοπορία», έχουμε «Τα άλογα του Αχιλλέως», έχουμε την «Κηδεία του Σαρπηδόνος» και έχουμε και τους «Τρώες». Τέσσερα καθαρώς ιλιαδικά ποιήματα. Το τελευταίο μάλιστα το έχει εντάξει ο Στάθης Λιβαθινός στην παράσταση, και είναι η σφραγίδα της.

Από την Οδύσσεια έχει επίσης δύο ποιήματα ο Καβάφης: είναι η «Δευτέρα Οδύσσεια» και η «Ιθάκη», η πασίγνωστη. Πάντως, είναι ο ποιητής που γενικότερα έχει γράψει πολύ σημαντικά ποιήματα με θέματα αρχαιοελληνικά από κείμενα σπουδαία. Έχουμε, λ.χ., σπουδαία ποιήματα του Καβάφη αφορμισμένα από τον Αισχύλο, από τους Πέρσες το ένα, από την Ορέστεια το άλλο. Έχουμε ποιήματά του αφορμισμένα και από τον Σοφοκλή. Είναι λοιπόν πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή τη στιγμή ο πιο προβεβλημένος ποιητής μας στο εξωτερικό, ίσως και στο εσωτερικό, έχει διασταυρωθεί επανειλημμένα με τα ομηρικά έπη και ειδικότερα με την Ιλιάδα, με τολμηρό μάλιστα τρόπο κυρίως σε ό,τι αφορά τη σημασιολόγησή τους.

Ο τρόπος που κάνει τη δουλειά του ο Καβάφης είναι πολύ ενδιαφέρων και πολύ τολμηρός. Τολμηρότερος λ.χ., θα έλεγα, απ’ ό,τι αυτός του Σεφέρη, ίσως λιγότερο τολμηρός απ’ ό,τι εκείνος του Ρίτσου. Διότι έχουμε και ποιήματα ομηρικά του Ρίτσου –εγώ τα λέω «Μικρά ομηρικά»–, και έχω γράψει ένα μελέτημα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ως προς το στοιχείο το παραβατικό που έχουν. Δεν είναι τυχαία αυτή η συγγένεια Καβάφη και Ρίτσου σε ό,τι αφορά τις αφορμές των ομηρικών επών και όχι μονάχα των ομηρικών επών: γενικότερα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.


— Ποια θα ήταν η συμβουλή σας προς τους νέους ποιητές ή γενικότερα τους νέους λογοτέχνες;

Να διαβάσουν με προσοχή, να ακούσουν με προσοχή και να αφήσουν να ασκηθεί αυτό που περιμένουμε να ασκηθεί πάντα απ’ τα παλιά τα έργα, ως ζύμη. Για να ζυμωθεί και η νεοελληνική λογοτεχνία σε επίπεδα γλώσσας, ύφους, ήθους, μιας και αυτός είναι κι ο τελικός σκοπός. Δεν μαθαίνουμε τα παλιά κείμενα και τα παλιά έργα μονάχα για να πλουτίσουμε τις εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις!


ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)


    ======================================


Ποιητική και πολιτική ηθική

Δ. Ν. ΜΑρωνιτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  01/09/1996

Μητρόπουλος Δημήτρης


Ποιητική και πολιτική ηθική


Ο διαπρεπής φιλόλογος που κρατά κεντρική θέση στην ελληνική πνευματική ζωή αντιλαμβάνεται τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο ως αδιαίρετο ζεύγος

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ: Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης γεννήθηκε το 1929 στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε σε καπνεργατικό περιβάλλον, «με όριο ζωής την Αγίου Δημητρίου». Σπούδασε (μετά από ένα σύντομο πέρασμα, απόρροια θρησκευτικών αναζητήσεων, από τη Θεολογική Σχολή) αρχαία ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μάιντζ και στη Φραγκφούρτη της Γερμανίας. Υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή στο ΑΠΘ, όπου διετέλεσε εντεταλμένος υφηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας από το 1964 ως το 1968, οπότε απολύθηκε από τη θέση του από τη δικτατορία των Απριλιανών.

Στη διάρκεια της Επταετίας ο Μαρωνίτης συνελήφθη τρεις φορές: το 1969, όταν κρατήθηκε για ένα μήνα στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης το 1971 και το 1973, όταν φυλακίσθηκε και βασανίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διετέλεσε ειδικός σύμβουλος του υπουργείου Παιδείας για θέματα ανωτάτης παιδείας, ενώ από το 1975 είναι τακτικός καθηγητής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πρόσωπο με έντονη παρουσία στον δημόσιο βίο, ο Μαρωνίτης είναι επίσης πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.

ΕΡΓΟ: Ο Μαρωνίτης έχει πλούσιο και πολυσχιδές συγγραφικό έργο. Ενδεικτικά μπορεί κανείς να απαριθμήσει τα εξής βιβλία, αναφέροντας όπου είναι δυνατό την τελευταία έκδοση: «Εισαγωγή στον Ηρόδοτο» (διατριβή για υφηγεσία, Γκοβόστης, 1964), «Ο φόβος της ελευθερίας - Δοκιμές ανθρωπισμού» (Παπαζήσης, 1971), «Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα - Η διαλεκτική της Οδύσσειας» (Κέδρος, 1978), «Οι εποχές του "Κρητικού"» (Λέσχη, 1975), «Ποιητική και πολιτική ηθική» (Κέδρος, 1976), «Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη» (Κέδρος, 1980), «Μίλτος Σαχτούρης. Άνθρωποι - χρώματα - ζώα - μηχανές» (Γνώση, 1980), «Ηρόδοτος: Επτά νουβέλες και τρία ανέκδοτα» (Άγρα, 1981), «Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη - Μελέτες και μαθήματα», (Ερμής, 1984), «Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά - Αφηρημένο και συγκεκριμένο» (Λωτός, 1986), «Πίσω μπρος» (Στιγμή, 1986).

Τα τελευταία 25 περίπου χρόνια ο Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος», παρεμβαίνοντας σε θέματα της δημόσιας ζωής. Η αρθρογραφία του περιλαμβάνεται σε βιβλία όπως το «Ανεμόσκαλα, Σημαδούρες, Χωρίς Ανεμόσκαλα» (Κέδρος, 1984 έκδοση που συσσωματώνει παλαιότερες ομώνυμες συλλογές που είχαν κυκλοφορήσει το 1972, το 1975 και το 1983) ή το «Μέτρια και Μικρά» (Κέδρος, 1987). Μεγάλο μέρος της συγγραφικής δραστηριότητας του Δ. Ν. Μαρωνίτη έχει απορροφηθεί κατά τη δεκαετία του 1990 από τη μετάφραση της «Οδύσσειας», ένα «έργο εν προόδω», του οποίου η έκδοση ξεκίνησε από τη Στιγμή και συνεχίζεται από τον Καστανιώτη.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ: Παρά την ακεραιότητα του Μαρωνίτη, ουδείς ισχυρίζεται ότι είναι εύκολος χαρακτήρας. Άνθρωπος ακραίος, η προσωπικότητά του συντίθεται μέσα από αντιφάσεις και μεταπτώσεις: γενναιόδωρος και εριστικός, πνευματώδης και δύσθυμος. Γοητευτικός ομιλητής και συναρπαστικός δάσκαλος, είχε ως μαθητές στα αμφιθέατρα του ΑΠΘ πολλούς από τους επώνυμους σήμερα φιλολόγους. Η εμπειρία, λέει ένας από αυτούς αναγνωρίζοντας την οφειλή, «ήταν διαμορφωτική, ενίοτε όμως και τραυματική».

Οι παρεμβάσεις του σε θέματα λογοτεχνίας, γλώσσας αλλά και της ελληνικής δημόσιας ζωής είναι αξιοσημείωτες για την επιμονή του να λαμβάνει θέσεις, συχνά όμως ­ ιδίως τα τελευταία χρόνια ­ τείνουν να λάβουν χαρακτήρα οξύτατων προσωπικών αντιπαραθέσεων. «Ο Μαρωνίτης πολώνει», λέει ένας άλλος μαθητής του, «με αποτέλεσμα να μη φαίνεται το δίκιο που συχνά έχει». Η «συγκατοίκησή» του με άλλους επώνυμους του χώρου των γραμμάτων και των τεχνών δεν είναι πάντα εύκολη. Πάντως, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σημερινή πνευματική ζωή (εν μέρει και χάρη στα ανεξάντλητα αποθέματα ενέργειας που, κατά γενική ομολογία, διαθέτει), μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και στη γενέτειρά του Θεσσαλονίκη.

ο πρώτο βήμα σε κάθε προσπάθεια είναι η αυτογνωσία», γράφει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στο τέλος του δοκιμίου «Υπεροψία και μέθη», συνεισφορά του στη συλλογή «Δεκαοχτώ κείμενα» που κυκλοφόρησε μεσούσης της δικτατορίας. Αν κάτι διακρίνει τον φιλόλογο, κριτικό, αρθρογράφο και μεταφραστή, που με τις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατά κεντρική θέση στην ελληνική πνευματική ζωή της τελευταίας 25ετίας, είναι η επιμονή του στη σχέση «ποιητικής και πολιτικής ηθικής». Το ζεύγος αυτό, που το εισάγει ο ίδιος ο Μαρωνίτης, διατρέχει κατά μείζονα λόγο και τη συγγραφική του παραγωγή και τη δημόσια παρουσία του αντανακλά την επιμονή του να γράφει, όπως έχει επισημανθεί, στο παρόν για το παρόν τέλος, ορίζει αυτό που εύστοχα έχει προσδιοριστεί ως το ήθος της γραφής του.

«Η ποιητική ηθική επιβάλλει την πολιτική ηθική και η πολιτική ηθική ελέγχει την ποιητική ηθική εκμαιεύοντας το ποίημα», γράφει ο Μαρωνίτης. Η λογοτεχνία ελέγχει την Ιστορία και αντιστρόφως. Το ίδιο, βεβαίως, συμβαίνει και με την κριτική. «Πώς διεισδύει η τρέχουσα σκληρή εμπειρία στον χώρο της καθαρής γνώσης;», αναρωτιέται ο Μαρωνίτης σε επιφυλλίδα του δημοσιευμένη στο «Βήμα», τον Ιανουάριο του 1972 ο τίτλος της είναι εύγλωττος: «Έμμονη ιδέα». Σήμερα ο αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει το κείμενο στη συλλογή «Ανεμόσκαλα - Σημαδούρες - Χωρίς Ανεμόσκαλα». Το πολύμηνο κενό (Φεβρουάριος - Δεκέμβριος 1971) ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη επιφυλλίδα του βιβλίου ορίζει χρονικά τη σύλληψη και τον βασανισμό του Μαρωνίτη στο ΕΑΤ-ΕΣΑ: «Άξαφνα το όμικρον: ένας λάκκος κλειστός και πιο ασφυκτικός από κελί». Είναι και αυτό ένα κομμάτι της «παθολογίας» (για να δανεισθεί κανείς έναν όρο που του είναι προσφιλής) του κριτικού λόγου του Μαρωνίτη, που αντιλαμβάνεται ιδιωτική και δημόσια συμπεριφορά ως αδιαίρετο ζεύγος.

* Ο ποιητής
και η Ιστορία

Ομολογουμένως, η διερεύνηση της σχέσης λογοτεχνίας και Ιστορίας είναι από τα πιο ζωντανά κομμάτια του έργου του Μαρωνίτη. Όχι μόνο για την ποιότητα του στοχασμού του ή την κριτική δουλειά του, αλλά και γιατί η παρουσία της ζωντανής Ιστορίας είναι το τρίτο ενεργό σκέλος ενός νοητού τριγώνου. Η εμμονή του στον «Δαρείο», το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη, που, κατά την έκφραση του Μαρωνίτη, «πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα», είναι χαρακτηριστική: «Ένας ποιητής σ' ένα κλουβί και το κλουβί πιασμένο σ' ένα δίχτυ. Ο ποιητής αιχμάλωτος της ποιητικής του ιδέας, την ώρα που οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι ετοιμάζονται να πιάσουν στο δίχτυ τους και αυτόν τον ίδιο και τη χώρα του».

* Η κειμενική
κριτική

Η προβληματική αυτή θα αποδώσει καρπούς σε μια πολυπρισματική σύγκριση του «Δαρείου» (που είναι το αντικείμενο του προαναφερθέντος δοκιμίου «Υπεροψία και μέθη») με το «Δώρο ασημένιο ποίημα» του Οδυσσέα Ελύτη. Αντίστοιχα, στην Ιστορία εντοπίζονται οι ρίζες κάποιας ανυπομονησίας του Μαρωνίτη απέναντι στο κείμενο «Αρμαλα ή Εισαγωγή σε μια πόλι» του υπερρεαλιστή Ανδρέα Εμπειρίκου: «Τα "Αρμαλα" γράφονται παραμονές ή πρώτους μήνες της εφτάχρονης δικτατορίας, δίχως να φέρουν κανένα απολύτως σημάδι των δύσκολων καιρών», γράφει ο κριτικός, που φαίνεται να υπαινίσσεται ότι «και λίγος ρεαλισμός» δεν βλάπτει. Η πίεση της Ιστορίας είναι εμφανής και στις επιφυλλίδες για τη μεταπολεμική γενιά (Αρης Αλεξάνδρου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος) που συγκρότησαν τελικά συλλογή με τον τίτλο «Ποιητική και πολιτική ηθική», αποτελούν εκλεκτό τμήμα του έργου του και η δημοσίευσή τους στο «Βήμα» ολοκληρώθηκε τέτοιες ημέρες πριν από 2Ο χρόνια.

Μετά από δύο δεκαετίες μεταπολίτευσης η πνευματική φυσιογνωμία του Μαρωνίτη είναι επαρκώς σχηματισμένη, αν και όχι απαραίτητα συμπληρωμένη. Η εμμονή στη δοκιμιογραφία, εν αντιθέσει προς τη συγγραφή βιβλίων, είναι ένα από τα διακριτά γνωρίσματά της. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η κριτική παραγωγή του έχει συνοχή καθώς και «στοχαστική επιμονή». Σε ό,τι αφορά τη μέθοδό του, αυτή, κατά κοινή ομολογία, φέρει τα στοιχεία του εξοπλισμού του ως κλασικού φιλολόγου. Ο Μαρωνίτης συγκεντρώνεται στο κείμενο το οποίο προσεγγίζει. Η εκ του σύνεγγυς ανάγνωση που επιχειρεί διακρίνεται από τη σοβαρότητα, τη συνέπεια και τον σχολαστικισμό της, διαθέτει δε έντονο βιωματικό στοιχείο (υπεισέρχεται εδώ και η προηγούμενη αναφορά τού βάρους της Ιστορίας στη σκέψη του). Εν τούτοις, η κριτική του Μαρωνίτη δεν αντικαθιστά το κείμενο αλλά, όπως έχει εύστοχα επισημανθεί, «στέλνει τον αναγνώστη πίσω στο κείμενο».

* Η παράδοση
των φιλολόγων

Ο Μαρωνίτης εργάζεται με τα εργαλεία που παρέχει το κείμενο, παρατήρηση όμως από την οποία ενδέχεται να εκπορεύονται και κάποιες επιφυλάξεις. Η δοκιμιογραφία του αναπτύσσεται μακριά από τις σύγχρονες κριτικές θεωρίες και τη συζήτηση που τις περιβάλλει, δηλαδή εν κενώΩ η ελληνική λογοτεχνία εξετάζεται αποκομμένη από τον ξένο περίγυρό της, χωρίς συγκριτική διάθεση, επιλογή (ή αδυναμία) που δημιουργεί μια τεχνητή συνθήκηΩ τέλος, η Ιστορία τείνει ενίοτε να ταυτισθεί αποκλειστικά με τη συγκυρία στην οποία γράφεται η κριτική και τις πιέσεις που πιθανόν να ασκεί αυτή στον δοκιμιογράφο. Τέτοιες επισημάνσεις, τραβηγμένες στα άκρα, επισείουν το φάσμα μιας αντίληψης τοπικιστικής, με κοντινό ορίζοντα. Στην πραγματικότητα όμως είναι άστοχο να αναζητά κανείς στο σώμα του έργου του Μαρωνίτη πραγματώσεις που δεν φαίνεται να συγκαταλέγονται στις προθέσεις του. Πάνω από όλα, ο Μαρωνίτης είναι (κλασικός) φιλόλογος με θητεία στα νεοελληνικά, που συνεχίζει με το έργο και το παράδειγμά του, την ακαδημαϊκή παράδοση του ΑΠΘ, συνταιριάζοντας στη φυσιογνωμία του ιδιότητες προσώπων όπως ο Λίνος Πολίτης ή ο Ιωάννης Κακριδής.

Αν στη δοκιμιογραφία του Μαρωνίτη η άρτια ανάγνωση αναδεικνύεται σε συνομιλία με το κείμενο, η κλασική φιλολογική του εξάρτηση εκδηλώνεται στην ιχνογράφηση του πλούτου των σχέσεων της νεοελληνικής λογοτεχνίας με την αρχαιοελληνική γραμματεία. Η προσφορά του έγκειται στο ότι φαίνεται να εκλαμβάνει τη σχέση αυτή ως επικοινωνία αμφίδρομη. Από το ένα μέρος υποδεικνύει τον πλούτο των διακλαδώσεων της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης με την αρχαία. Από το άλλο μέρος ­ ίσως το σημαντικότερο ­ προσεγγίζει την αρχαία γραμματεία ως σύγχρονο ζωντανό κείμενο. Το πνεύμα αυτό φαίνεται και στις κριτικές αναγνώσεις και στις μεταφράσεις του, ενδεικτικά δε μπορεί να αναφέρει κανείς την κριτική και μεταφραστική δουλειά του Μαρωνίτη στον Ηρόδοτο. Αυτονόητο ότι η ίδια προβληματική ισχύει, ομολογημένα, και στην περίπτωση του Ομήρου, η μετάφραση του οποίου αποτελεί στοίχημα (το οποίο φαίνεται ότι κερδίζει ο Μαρωνίτης), στο μέτρο που ζητούμενο είναι ένα ισότιμο στα νέα ελληνικά, εναρμονισμένο με τη νεότερη ποίηση.

* Προτάσεις
και υποθέσεις

Κομμάτι της δοκιμιογραφίας του Μαρωνίτη είναι και η επιφυλλιδογραφία του στο «Βήμα». Πρόκειται για άλλο ένα στοιχείο ζωντανής επαφής με την Ιστορία, που καθιστά το κριτικό έργο του ένα γίγνεσθαι. Προλογίζοντας τη συλλογή «Πίσω μπρος» ο Μαρωνίτης επεξηγεί τον υπότιτλο «Προτάσεις και υποθέσεις», επισημαίνοντας ότι τα μελετήματα «προτείνουν ή υποθέτουν προβλήματα της ποίησης και της πεζογραφίας μας, που η εκκρεμότητά τους ενδιαφέρει περισσότερο από τις εναλλακτικές τους λύσεις». Η τακτική, εβδομαδιαία, αρθρογραφία του Μαρωνίτη είναι ίσως το πλέον ανάγλυφο στοιχείο της ζωντανής εξέλιξης της σκέψης του. Η επιλογή του είναι συνήθως να μην επεμβαίνει στα κείμενα, όταν συλλέγονται σε βιβλία: «Ο,τι γράφουμε, εκτός των άλλων και προπάντων, μας βιογραφεί, και ο περασμένος βίος μας δεν διορθώνεται εύκολα με μερεμέτια».


Από το χαρτί της εφημερίδας στις σελίδες των βιβλίων, τα κείμενα διατηρούν αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία τους. Ο χρόνος δεν τα αγγίζει ­ ακόμη και όταν αποτελούν παρεμβάσεις για ευμετάβολα ζητήματα της πνευματικής μας ζωής και του δημόσιου βίου. Η αιχμή είναι, παραδείγματος χάριν, ιδιαίτερα εμφανής στα κείμενα της «Ανεμόσκαλας» (και ας χρονολογούνται από τις αρχές της δεκαετίας του '70), υπενθυμίζοντας ότι η ροπή του Μαρωνίτη να διατυπώνει θέσεις, το «ήθος της γραφής του», αναδεικνύεται ιδιαίτερα σε δύσκολους καιρούς, όπως αυτοί της δικτατορίας. Άλλωστε, ως κριτικός ή ως αρθρογράφος ο Μαρωνίτης ελέγχει, με τον ίδιο τρόπο που η πολιτική ελέγχει την ποιητική ηθική. Οπως οι άλλοι, έτσι και ο ίδιος ο Μαρωνίτης, η παρουσία και το έργο του, ελέγχεται από το ίδιο αυτό ζεύγος. Παραφράζοντας το ποίημα «Επίλογος» του Μανόλη Αναγνωστάκη, το τρίτο σκέλος της προβληματικής που ξεκινάει με τον «Δαρείο», θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Μαρωνίτης «κρίνει για να κριθεί».

        ==========================================

11/5/09

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Ένας δάσκαλος τα χρόνια της δικτατορίας

Αναρτήθηκε από 

Γιάννης Χάρης




εκεί, που ξεφυσάς κι αναδιπλώνεις τα τρία άλφα της ανάσας σου (Δ.Ν.Μ.)


Κάποτε σε μια συζήτησή μας ο Δημήτρης Μαρωνίτης έκανε το εξής, μάλλον επικριτικό σχόλιο, για τρίτον ευτυχώς: «Εντέλει βιογραφούμε για να αυτοβιογραφηθούμε». Μου άρεσε η κουβέντα αυτή, και τελικά με βόλεψε: την παραθέτω, όποτε το καλεί η περίσταση, όπως τώρα, και, κάπως σαν αμαρτία εξομολογημένη, προχωρώ απτόητος στη βιογραφία-αυτοβιογραφία.

Άλλωστε έτσι γίνεται πάντοτε, κάθε φορά λόγου χάρη που μνημονεύεται ένα σημαντικό ή σημαδιακό γεγονός: αυτομάτως, θαρρείς ενστικτωδώς, το συνδυάζουμε με τα οσοδήποτε μικρά του βίου μας: πόσο ήμασταν τότε που έγινε λ.χ. η δικτατορία και πού βρισκόμασταν και τι ακριβώς κάναμε όταν μάθαμε το φοβερό νέο, πού ήμασταν όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός κ.ο.κ.

Πολύ περισσότερο τώρα, αφού σκέφτηκα, ένιωσα μάλλον σαν ανάγκη, στην τιμητική αυτή μέρα για τον Δημήτρη Μαρωνίτη να μιλήσω για έναν δάσκαλο τα χρόνια της δικτατορίας, τι ήταν, πώς ήταν, τι σήμαινε ένας δάσκαλος σε χρόνια δύσκολα, ακόμα ακόμα γιατί ήταν δάσκαλος ο Μαρωνίτης. Με την κλασική έννοια, ο Μαρωνίτης δεν υπήρξε δάσκαλός μου, στο πανεπιστήμιο λόγου χάρη. Τον Μαρωνίτη τον διάλεξα δάσκαλό μου, ερήμην του, πολύ θα ’θελα να πιστέψω πως όχι άθελά του, κι έχει νομίζω κάποια σημασία αυτό που διαλέγει κανείς παρά αυτό που απλώς του κληρώνει -–πρωτοπάει δηλαδή στο σχολείο, μπαίνει ο δάσκαλος ή η δασκάλα, το ίδιο κι αργότερα στο γυμνάσιο, ή στο πανεπιστήμιο, παρελαύνουν πλήθος οι καθηγητές: σημασία έχει πού θ’ ακουμπήσει κανείς, τι θα διαλέξει, όπως διαλέγει γενικότερα στη ζωή του τους συγγραφείς που του μαθαίνουν τα πιο μεγάλα και σημαντικά, τους συνθέτες που του ανοίγουν τον κόσμο κ.ο.κ.

Έτσι διάλεξα κι εγώ, σε πολύ νεαρή ηλικία, δάσκαλο τον Μαρωνίτη, και δεν μπορώ να μην πω ότι κάπως ξιπάζομαι γι’ αυτό, γι’ αυτή μου την εκλογή, ή γι’ αυτή μου την τύχη· τον γνώρισα στα 18 μου, σε μια εγκυκλοπαίδεια που δεν εκδόθηκε τελικά, Ελλάς-Μπριτάνικα λεγόταν, θα ήταν μετάφραση και προσαρμογή της περίφημης Μπριτάνικας, με τη φωτισμένη διεύθυνση του Κώστα Τριανταφυλλίδη, χάρη στο σθένος του οποίου είχε συγκεντρωθεί, πέρα από τον ανθό της διανόησης και της επιστήμης, ο ανθός της αντίστασης: εκεί έβρισκαν άκρως φιλόξενη στέγη όσοι είχαν χάσει τη δουλειά τους απ’ τη χούντα, κυρίως όσοι βγαίναν από φυλακές και εξορίες –-από τον επιστημονικό συνεργάτη ώς τον κλητήρα ή τον λογιστή.

Εγώ δεν ανήκα σε καμία από αυτές τις κατηγορίες, στα 18, είπα, ήμουν, και βρέθηκα ξαφνικά σ’ έναν εκθαμβωτικό, μαγικό πραγματικά κόσμο. Οι εργασίες ξεκίνησαν μέσα στο 1971, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, ο Μαρωνίτης αποφυλακίζεται Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, τότε κοντά, ή αρχές του 1972, καταφτάνει στην εγκυκλοπαίδεια. Έχει προηγηθεί ο μύθος του, ο πανεπιστημιακός καθηγητής που είχε συλληφθεί δύο φορές, ένας πανεπιστημιακός και όχι ένας πολιτικός καριέρας ή πολιτικό πρόσωπο, ή πάλι κάποιο στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος κτλ.· κι είχε σημασία αυτό: εννοώ, η σύλληψη, η κράτηση και ο βασανισμός ενός πανεπιστημιακού ήταν έξω από τα στερεότυπα, ας το πω έτσι, τα αναμενόμενα τρόπον τινά -–εν πάση περιπτώσει, έστω πως είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς έτσι μπορούσε κανείς να ταυτιστεί ευκολότερα μαζί του.

Πέρα από τα της φυλάκισης, ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει, στις αρχές της ίδιας πάντοτε χρονιάς, του 1971, η έκδοση μιας δικής του εκλογής κειμένων, «δοκιμές ανθρωπισμού» τα είχε χαρακτηρίσει, κάτω από τον γενικό τίτλο Ο φόβος της ελευθερίας (εκδ. Παπαζήση): κείμενα από τον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη ώς τον Λεβί-Στρως και τον Ντοντς, και ενδιάμεσα τον Δελμούζο, τον Γληνό, τον Κακριδή και πολλούς άλλους -–σημαδιακή χειρονομία και από τα πιο πολύτιμα δώρα μας τα χρόνια εκείνα.

Σε «απορία μπροστά στην ανθρώπινη μοίρα» μάς καλεί ο Μαρωνίτης από την εισαγωγή κιόλας της έκδοσης και «δυσπιστία στους έτοιμους ορισμούς». Μάθημα πρώτο, και μεγάλο· κι έπειτα η καταστατική διακήρυξη, καθώς περιγράφει τους όρους που είναι απαραίτητοι «για να γίνει οποιοσδήποτε διάλογος για τον ανθρωπισμό»: «ο διάλογος του ανθρωπισμού προϋποθέτει, πέρα και ύστερα από την ιστορική γνώση, τη δυνατότητα του κάθε ανθρώπου και της κοινωνικής ομάδας να αναγνωρίζει και προπάντων να εκφράζει σύγχρονες εμπειρίες από τη σύγχρονη πραγματικότητα -–όχι να διαφεύγει στο παρελθόν ή στο μέλλον, παρακάμπτοντας το παρόν. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει σε καθεστώτα ολοκληρωτικά που εμποδίζουν εξ ορισμού την παρατήρηση και την έκφραση της σύγχρονης πραγματικότητας» (σ. 13).

Κι όμως, μέσα σε καθεστώς ολοκληρωτικό, δεν το παρέκαμψε το παρόν ο Μαρωνίτης, ίσα ίσα το καβαλίκεψε, και από κει πια μας άπλωσε το χέρι, αφού με μεγάλο προσωπικό κόστος επέμεινε να «εκφράζει σύγχρονες εμπειρίες από τη σύγχρονη πραγματικότητα».

Ακολούθησε, το 1973 (πάντα στις εκδόσεις Παπαζήση), η Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα, με υπότιτλο «Η διαλεκτική της Οδύσσειας», ένα βιβλίο που βασίζεται σε εργασίες του από το 1965 ώς το 1970 και ουσιαστικά μας συστήνει, στο ευρύτερο κοινό εννοώ, τον ιδιοφυή ομηριστή Μαρωνίτη, όπως επιβεβαιωνόταν έκτοτε συνεχώς, για να φτάσουμε σήμερα να έχουμε από τα χέρια του όχι μόνο τις σημαντικότερες διεθνώς ομηρικές μελέτες αλλά και την Οδύσσεια ολόκληρη μεταφρασμένη, κι ενώ σύντομα θα γιορτάσουμε -–μακάρι εδώ, μαζί–- την ολοκλήρωση της μετάφρασης και της Ιλιάδας.

Αλλά δεν θα σταθώ στο καθαυτό επιστημονικό έργο του Μαρωνίτη, όχι απλώς επειδή ούτε της αρμοδιότητάς μου είναι ούτε στα όρια των δυνατοτήτων μου, αλλά γιατί τον δάσκαλο Μαρωνίτη τον εννοώ από μια ευρύτερη σκοπιά, της δημόσιας παρουσίας του και του δημόσιου λόγου του, έξω από το πανεπιστήμιο πλέον, κι ας είναι μεγάλο και εκεί το ακροατήριο, οι φοιτητές και η εν γένει πανεπιστημιακή κοινότητα, έξω και από τα βιβλία, όπου και εκεί δυνάμει είναι μεγάλο το ακροατήριο, το αναγνωστικό κοινό εν προκειμένω.

Ο Μαρωνίτης δάσκαλος είναι κατεξοχήν από το βήμα μιας εφημερίδας, από την εφημερίδα Το Βήμα, κατά αναπόφευκτη λογοπαικτική σύμπτωση, μέσα από τις επιφυλλίδες του, είδος που εξ ορισμού είναι ανοιχτό -–και προσιτό-– στο ευρύτερο δυνατό κοινό μέσα από την ευρύτερη δυνατή θεματολογία: «σύγχρονες εμπειρίες από τη σύγχρονη πραγματικότητα» –-πάλι τα λόγια τα δικά του.

Ο Μαρωνίτης αρχίζει την επιφυλλιδογραφία Φεβρουάριο του 1971. «Σημείο αναφοράς» επιγράφεται η πρώτη και εισαγωγική επιφυλλίδα. Και ο Μαρωνίτης συλλαμβάνεται. Αποφυλακίζεται τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Στις 18 Δεκεμβρίου η δεύτερη επιφυλλίδα έχει τον εύγλωττο τίτλο «Επιστροφή». Πρόκειται για την επιστροφή στην κοινή, την όσο ομαλή τα χρόνια εκείνα ζωή –-πάντως κατά πολύ ομαλότερη, εννοείται, απ’ τη ζωή του κρατουμένου· ο λόγος, για την αποκατάσταση, όπως γράφει, του «κύκλου των αισθήσεων», που γίνεται όμως δύσκολα και με μεγάλο πόνο, καθώς μάλιστα «κάνει κρύο το χειμώνα εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια από τον Κολωνό ώς τον Κορυδαλλό» -–αυτά προς το τέλος της επιφυλλίδας.

Θα σας διαβάσω την πρώτη παράγραφο, να δούμε, να θυμηθούμε, πιο πολύ κι από τον σπαραγμό, τώρα, μακριά από την εποχή κατά 40 όπου να ’ναι χρόνια, τον καινούριο αέρα που έφερνε στην επιφυλλίδα -–κοινότοπο ακούγεται, με την τριμμένη ετούτη έκφραση, ιδίως τώρα που όλα ή πάντως πολλά μοιάζουν αυτονόητα-–, να θυμηθούμε λέω τους καινούριους ορίζοντες που άνοιγε την εποχή εκείνη, και όχι μόνο μπροστά στα έκθαμβα μάτια ενός 18άρη:

«Στην αρχή κρεμιέσαι από τις γέφυρες που ενώνουν το μέσα με το έξω, το χθες με το σήμερα. Υπάρχει ευτυχώς ένας ολόκληρος κατάλογος από σωτήριες λέξεις, έτοιμες να σε ταλαντεύσουν από τη μια στην άλλη όχθη, περίπου ανέπαφο, σε μια κατάσταση ανακουφιστικής ναυτίας. Η δυσκολία έρχεται, όταν πια δεν μπορείς ή αρνείσαι να χρησιμοποιήσεις αυτές τις αιώρες. Τότε τα όρια συγχέονται, το μυαλό σταματά, η μνήμη χάνει την ικανότητά της να συνθέτει από σπαράγματα ένα όποιο σχηματισμένο μωσαϊκό· ξεπέφτει στην άδηλη αναπνοή. Τα πράγματα κι οι λέξεις αλλάζουν νόημα. Άξαφνα το όμικρον: ένας λάκκος κλειστός, πιο ασφυκτικός κι από κελί. Ή η κεραία του γιώτα: συσπασμένη στην άκρη της, σαν άφωνη κραυγή. Φταίει ασφαλώς ο χώρος, μακρόστενος και περίφρακτος, όπως η πλάκα του δημοτικού σχολείου, που πάνω στο μαύρο στρώμα της συνουσιάζονται τα εφτά φωνήεντα και τα δεκαεφτά σύμφωνα της χαλασμένης γλώσσας μας. Φταίει και το φως: ένα ξόδι ηλεκτρικού, εγκλωβισμένου ανάμεσα σε δυο ταβάνια από μπετόν, που περνά από μια τρύπα στρογγυλή κι αποπατεί επάνω στο κεφάλι σου. Εκεί, που ξεφυσάς κι αναδιπλώνεις τα τρία άλφα της ανάσας σου, κι όπου περνούν μέρες πολλές, προτού ακούσεις κάτι δικό σου: πως ήσουν άλλοτε έφηβος, ύστερα άντρας με γυναίκα, πατρίδα και παιδιά, σπιτικό και φίλους. Ο χώρος περιορισμένος στις παλάμες και στα πέλματά σου· ο χρόνος ραγισμένος και ακίνητος».

Κι από τη μεθεπόμενη επιφυλλίδα, με τίτλο «Το αλφαβητάρι των δούλων»:

«Ξεκινώ από δύο φράσεις. Η μία ανήκει στον καλύτερο ίσως δραματικό συγγραφέα της εποχής μας, τον Μπέκετ. Η άλλη στον αυστριακό στοχαστή Ερνστ Φίσερ. Η πρώτη: “Κάποτε κάποτε λέω στον εαυτό μου· Κλοβ, πρέπει να είσαι ακόμη περισσότερο παρών, αν θέλεις να σ’ αφήσουν ελεύθερο κάποια μέρα”». Ιδού λοιπόν πώς και τι διδάσκει ο Μαρωνίτης, μέσα από το στόμα ή με τη βοήθεια του Μπέκετ εδώ, απερίφραστα και πρωτοπρόσωπα αλλού, σε ευθέως παρεμβατικές, αμιγώς πολιτικές επιφυλλίδες, όπως η περίφημη «Μικρή Αντιγόνη και ο χορός των δώδεκα», μια επιφυλλίδα αφιερωμένη στους φοιτητές, «στους αγώνες τους, το θάρρος και [τ]η φρόνησή τους, [τις] θυσίες και το ήθος τους»· η επιφυλλίδα δημοσιεύεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή της δικτατορίας, Φεβρουάριο του 1973, είναι οι μέρες που οδηγούν στην κατάληψη της Νομικής· ένα-ενάμιση μήνα μετά ο Μαρωνίτης ξανασυλλαμβάνεται, από την ΕΣΑ τώρα.

Ας δούμε όμως και τη φράση του Φίσερ, με την οποία επίσης θέλησε να μας μιλήσει ο Μαρωνίτης: «Πόσο μέλλον πρέπει να βρίσκεται ανακατωμένο στο παρόν, για να μην απολιθώνεται αυτό το παρόν;»

Και ερμηνεύει ο Μαρωνίτης: «Ο λόγος του Μπέκετ, σε μια πρώτη ανάγνωση, δηλώνει: η ελευθερία μας είναι συνάρτηση της εντατικής παρουσίας μας μέσα στον δικό μας χρόνο και στον δικό μας χώρο. Πρώτο βήμα γι’ αυτήν την απελευθέρωση: η αποδέσμευσή μας από το παρελθόν, από τα απολιθώματα της γλώσσας και της ιστορίας που περιέχει. Θεματοφύλακες αυτού του απολιθωμένου παρελθόντος και υπερασπιστές του είναι κυρίως οι κάθε λογής αφέντες μας. Σκοπός τους: η εκτροπή μας από το παρόν, το χώρο όπου ενεργοποιείται η σχέση βίας και εκμετάλλευσης που συνδέει τον κύριο με τον υπηρέτη (οι όροι αυτοί, όπως και το άλλο ομόλογο ζεύγος “αφέντης-δούλος”, χρησιμοποιούνται στην ευρύτερη σημασία τους, για να δηλωθεί ο τύπος που καλύπτει μια στοιχειακή μορφή ανθρώπινης σχέσης στον μεταφυσικό, φυσικό και πολιτικό χώρο). Για να συσκοτιστεί ακριβώς αυτή η σχέση, σκηνοθετείται κατά κανόνα μια παράσταση πλασματικής επικοινωνίας: ο αφέντης μιλά για τα “περασμένα”, και ο δούλος ακούει. Αν συμβεί μάλιστα να είναι ο κύριος σχετικά ευφυής, και οσμίζεται πως, για λόγους ανεξάρτητους από την κατακτητική του προαίρεση, φτάνει στο τέλος του, παίζει μπροστά στον υπηρέτη το παιχνίδι της τραγωδίας: θρυμματίζει τη μνήμη του και ρίχνει τα απορρίμματά της στο μυαλό του δούλου»!

Με συγχωρείτε, δεν ακούς κάθε μέρα τέτοια πράγματα, αν τ’ ακούς καν, αν υπάρχουν δηλαδή για να τ’ ακούσεις –και τότε και τώρα.

Δυστυχώς δεν μπορώ να σταθώ περισσότερο στα μαθήματα αυτά του Μαρωνίτη, που συμπληρώνονταν μάλιστα με τη λογοτεχνική κριτική, με την οποία άρχισε να ασχολείται τότε συστηματικά. Εν παρενθέσει θα πω μόνο πως την εποχή εκείνη, και ενώ από την αρχή της δικτατορίας έχουν σιγήσει οι Εποχές και η Επιθεώρηση Τέχνης, η κριτική βιβλίου εμφανίζεται μάλλον αναιμική, ποσοτικά οπωσδήποτε αλλά και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ποιοτικά· ακόμα και η κριτική που ασκείται σποραδικά από πανεπιστημιακούς σπάνια κατορθώνει να ξεφύγει από μια στενά φιλολογική προσέγγιση, καθώς μετρά φερειπείν πόσες φορές εμφανίζεται η τάδε λέξη στο σώμα του βιβλίου και καταγράφει τα περιεχόμενά του.

Τότε λοιπόν ο Μαρωνίτης αιφνιδιάζει με τον τρόπο με τον οποίο ξεκλειδώνει το κρινόμενο έργο, με τις εμπνευσμένες και ρηξικέλευθες αναγνώσεις του. Προφανώς και δεν θα συμφωνεί κανείς πάντοτε μαζί του, είναι ωστόσο εκπληκτικό πόσο μπορεί να σε συναρπάσει, να σε σαγηνεύσει η σκέψη του, ακόμα και εκεί που ενδεχομένως δεν σε άγγιξε καθόλου το συγκεκριμένο βιβλίο. Με τον Μαρωνίτη η κριτική γίνεται κείμενο καθαυτό, λογοτεχνικό, αυτόνομο θα μπορούσα να πω, που κάποτε μάλιστα αφήνει πίσω του το κρινόμενο έργο.

Σήμερα, ξαναλέω, μοιάζουν αυτονόητα όλα αυτά· τότε δεν ήταν. Τότε, θα το πω, όσο μεγαλόστομο κι αν ακουστεί, στο μικρό το χωριουδάκι που ήταν πνευματικά ή πολιτιστικά η χώρα μας, ο Μαρωνίτης ήταν χώρα ολόκληρη μονάχος του.
Εγώ κάπου εδώ τελειώνω. Για το καθαυτό επιστημονικό έργο του Μαρωνίτη θα ακούσουμε πολλά ενδιαφέροντα στο δεύτερο μέρος. Εγώ θέλησα να αναφερθώ στον δάσκαλο της καθημερινής ζωής, στην εγρήγορη παρουσία του στα πνευματικά και τα πολιτικά πράγματα, στα κοινά μιας χειμαζόμενης χώρας, εκεί και τότε που ο Μαρωνίτης ανοίγει δρόμους, δείχνει δρόμους, διδάσκει ελεύθερο φρόνημα.

Θα ήθελα όμως να κλείσω με ένα εμπνευσμένο, ιδιοφυές πορτρέτο του Μαρωνίτη, καμωμένο προ δεκαετίας. Ο λόγος σε έναν από αυτούς που κατεξοχήν έπρεπε να είναι εδώ, να μας μιλήσει για τον τιμώμενο, έναν τον οποίο κατεξοχήν θα ήθελε εδώ μαζί μας ο τιμώμενος. Αναφέρομαι σ’ έναν μεγάλο άνθρωπο, μεγάλο επιστήμονα, μεγάλο φίλο και μεγάλο απόντα, τον Τάσο Χριστίδη, που μας άφησε πάνω από τέσσερα πια χρόνια. Είπε λοιπόν ο Τάσος Χριστίδης το 1999, σε εκδήλωση του περιοδικού Εντευκτήριο, και δημοσίευσε έπειτα στο βιβλίο του Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός, απ’ όπου και σας διαβάζω –-προσυπογράφοντας κάθε λέξη, κάθε κόμμα, και ζηλεύοντας:

« Με τον Μαρωνίτη με συνδέει μια πρώιμη οφειλή. Και οι πρώιμες οφειλές είναι οι πιο δύσκολες στην αποπληρωμή. Συναντηθήκαμε το 1965, υφηγητής εκείνος, δευτεροετής φοιτητής εγώ, στο φροντιστήριό του με θέμα τον νόστο στις παρομοιώσεις της Οδύσσειας. Η συνάντηση αυτή με κίνησε, με “συγκίνησε” -–κι αυτό του το οφείλω διά βίου.

Μετά κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Δικτατορία -–κι ό,τι γενναίο σήμανε αυτή η περίοδος για τον Μαρωνίτη-–, μεταπολίτευση. Μαλώσαμε και φιλιώσαμε στο διάστημα αυτό, φιλιώσαμε και μαλώσαμε. Δεν γίνεται κι αλλιώς με τον Μίμη. Ξαναβρεθήκαμε με αφορμή την εκπομπή “Βαβυλωνία” και, οριστικότερα, με τη δημιουργία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

Σκεφτόμουν ποια θα ήταν η καταλληλότερη λέξη που θα μπορούσε -–έστω και βιασμένη στην τρέχουσα σημασία της-– να περιγράψει τον Μαρωνίτη, χωρίς να τον αποστειρώσει -–εν ονόματι του δικαίου επαίνου-– από την παθολογία του και κυρίως από τις δημιουργικές όψεις της. Η μόνη λέξη που βρήκα είναι η λέξη αφόρητος.

Ο Μαρωνίτης είναι ένας αφόρητος άνθρωπος. Αιωρείται -–σε μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση “ιλίγγου”–- μεταξύ ανοδικής υπεροψίας και καθοδικής αυτοψίας. Η πρώτη είναι δική του διατύπωση και η δεύτερη θα μπορούσε να είναι δική του, αλλά τον πρόλαβα σε μια πρόσφατη κουβέντα μας -–και μάλλον δεν μου το συγχώρησε. Γιατί δεν μου το συγχώρησε; Μα γιατί τα θέλει όλα δικά του και, ταυτόχρονα, βασανίζεται –-κυριολεκτικά–- από την υπόγεια, εναγώνια απορία: τα αξίζω; ή, με τη δική του τριτοπρόσωπη διατύπωση, τα αξίζει; υπάρχει; Πρώτο και τρίτο πρόσωπο, άνοδος και κάθοδος, υπόγειο και ρετιρέ, ξεφάντωμα και απόγνωση, φως και σκοτάδι, όλα και τίποτε.

Η βασανιστική αυτή δίνη ορίζει τη σχέση του Μαρωνίτη με τους ανθρώπους και τα πράγματα και την αγωνιώδη πορεία του για την κατάκτηση μιας έκφρασης -–επιστημονικής και άλλης–- που αρνείται να υποτάξει -–και να αρνηθεί-– αυτή την υπόκωφη βοή, στο όνομα μιας πλαστής, επιφανειακής γαλήνης. Μια έκφραση αμαρτωλή και ενάρετη μαζί, που αγωνίζεται να αναστήσει τον σωματικό, υγρό ιστό της γλώσσας, να μιλήσει σωματικά για το πνεύμα και πνευματικά για την αίσθηση, να μοιράσει και να διαπλέξει ισόποσα τα ύψη και τα σκοτεινά έγκατα, τη ρητή, έλλογη αρετή και την άρρητη, άλογη παράβαση σε όλο το υφαντό της ανθρώπινης Οδύσσειας –-μιας Οδύσσειας του λόγου και της έκφρασης, αυτού που πρέπει να μιληθεί κι ας μένει ανείπωτο, αμίλητο και αμείλικτο.

Του εύχομαι να είναι καλά, να μας βασανίζει βασανιζόμενος και να μας χαρίζει την αδυσώπητη και αδυσώπητα ευαίσθητη αυθεντικότητά του, τόσο δυσεύρετη στους μικρούς, ρηχούς και χυδαία ιδιοτελείς καιρούς μας».

Ας μείνουμε μ’ αυτόν τον σοφό λόγο, του Φίλου απ’ τα πολύ μακριά. Τον ευχαριστούμε. Αλλά πρώτα πρώτα ευχαριστούμε τον δάσκαλο Μαρωνίτη, έναν δάσκαλο από τα χρόνια της δικτατορίας. »


* Βλ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ανεμόσκαλα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1972, σ. 15 κ.ε.· β΄ έκδ. Ανεμόσκαλα και σημαδούρες, Ολκός, Αθήνα 1975, σ. 20 κ.ε.
** Στο ίδιο, σ. 21 κ.ε.· β΄ έκδ., σ. 26 κ.ε.
*** Α.-Φ. Χριστίδης, Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, σ. 223-25.



[το κείμενο αυτό αποτελεί συμμετοχή σε εκδήλωση που έγινε στις 6/5/2009 στη Ρόδο για τα 80 χρόνια του ΔΝΜ, οργανωμένη από τη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στα Νέα: "Ένας δάσκαλος τα χρόνια της δικατορίας", 16/5/09, και (χωρίς το τελευταίο τμήμα με το κείμενο του Χριστίδη) "Από τον Κορυδαλλό ώς τον Κολωνό", 30/5/09]

   =============================================


 “Έφυγε” ο Δημήτρης Μαρωνίτης






Δ.Ν. Μαρωνίτης (1929 - 2016) : Είμαι πια ο γιος του πατέρα μου 

Η τελευταία συνέντευξη του κορυφαίου φιλόλογου και μεταφραστή, δόθηκε πριν λίγους μήνες για τη LIFO στον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο. Πρόκειται για ένα βαθύ, αυτοβιογραφικό κείμενο σε δύο μέρη, που αναδημοσιεύεται με αφορμή το σημερινό του θάνατο. 

14.6.2016 


ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ   

Tον γνώρισα το καλοκαίρι του 1984, στον κήπο του Μπαλτάζαρ. Δίπλα του η Ανθή. Και γύρω του μία από τις πιο χαρισματικές παρέες της πόλης. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Λαμπερός, με τη στόφα του σταρ. Πείραζε τους πάντες και δεχόταν τα πειράγματά τους. Γελούσε πονηρά και ανοιχτόκαρδα. Προκαλούσε και αφηνόταν στις προκλήσεις των φίλων του. Μιλούσε όπως έγραφε, αφού σύμφωνα με τη μαθήτριά του, τη Γεωργία Τριανταφυλλίδου, είναι ο μοναδικός που έχει καταργήσει τόσο αποφασιστικά τα όρια ανάμεσα στον προφορικό και στον γραπτό λόγο. Η πρώτη συνάντηση κράτησε μέχρι τις τέσσερις ή τις πέντε τα ξημερώματα. Το διαλύσαμε μόλις εκείνος είχε μαζέψει όση αγάπη μπορεί να μαζέψει κανείς σε μια νύχτα. Από τότε έπαψε να είναι για μένα ο Δημήτρης Μαρωνίτης ή ο καθηγητής Δ.Ν. Μαρωνίτης. Έγινε ο Μίμης, κι έτσι παραμένει ακόμη.   

Μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών οι συναντήσεις μας. Το 1990 έψαχνα να βρω μια μετάφραση του «Αίαντα» που να εντάσσεται αβίαστα στον δοκιμιακό λόγο του Σταρομπίνσκι. Τον προτείνω στον Διονύση Καψάλη, ο οποίος διηύθυνε τη σειρά Λόγου Χάριν στις εκδόσεις Εστία. Ο Καψάλης δέχεται με τη μία και από τότε ξεκινάει για τον Μαρωνίτη μια μακρά πορεία που δίνει τον ολοκληρωμένο της καρπό το 2012, με την έκδοση της τραγωδίας του Σοφοκλή από το ΜΙΕΤ.   

Tον βλέπω στο πάρτι του γάμου μου να χορεύει σαν έφηβος το «Serial Killer» των Talking Heads και ύστερα χανόμαστε για χρόνια. Ενδιαμέσως κρατάω τη συγκίνησή του στην πρεμιέρα της «Μαύρης Γαλήνης», σκηνοθετημένης και παιγμένης από τον Γιάννη Τσορτέκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Κρατάω και όλες τις τυχαίες συναντήσεις μας στο υπόγειο του Πτι Παλαί, νυχτερινή προβολή πάντα, μόνος εκείνος, μόνος κι εγώ, ν' ανταμώνουμε στο διάλειμμα, στο φουαγέ, και να με κυνηγάει που δεν έχω κόψει το τσιγάρο.   

[ Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίο. ]  

Στην παρουσίαση της συνολικής έκδοσης των ποιημάτων της Λαϊνά εξομολογείται δημόσια πως η μία του φωνητική χορδή έχει χαθεί. Είναι συγκινημένος και συγκινητικός. Δεν κάνει κανένα σκόντο σ' αυτά που θέλει να πει. Η σπασμένη του φωνή είναι ανίκανη να βάλει εμπόδια στο περιεχόμενο: η προφορικότητα πρέπει να διασωθεί, ο συλλογισμός του να εκτεθεί. Κάποιοι βλέπουν μπροστά τους τον φίλο τους. Κάποιοι άλλοι τον μελετητή, τον στοχαστή, τον δοκιμιογράφο. Εγώ βλέπω ένα θηρίο.   

Οι συνεννοήσεις για τη συνέντευξη γίνονται με την Ανθή. Ανάμεσα στις ερωτήσεις που ετοιμάζω, έχω εντάξει και κάποιες που θα 'θελα πολύ να τον αιφνιδιάσουν. Έχω ξεχάσει πως πάω να «παίξω» με τον Μαρωνίτη. Πως η τέχνη του αιφνιδιασμού –του αρχικού, του τελικού, αλλά και όλων των ενδιάμεσων– είναι αποκλειστικά δική του.

   Η πρώτη μας συνάντηση κρατάει δυόμισι ώρες. Με διώχνει, λέγοντάς μου τρυφερά «δεν θα με διαλύσεις εσύ». Ορίζουμε τη συνέχεια για το επόμενο Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι, περνάω το ηχητικό υλικό από το κινητό στο λάπτοπ και, με τη γνωστή ατυχία ή την ατζαμοσύνη του πρωτάρη, χάνω τα 3/4 της συνέντευξης. Για να γίνουν χειρότερα τα πράγματα, τσιμπάω στο ενδιάμεσο μια ίωση φαρυγγίτιδας. Το θηρίο δεν κάνει πίσω: «Έλα να την τελειώσουμε». Κι έτσι, βρέθηκα μ' ένα συμπληρωματικό υλικό μιάμισης ώρας, όπου δύο φωνές που ακούγονται μετά βίας συνθέτουν ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο, το οποίο κατέστρεψα χωρίς τύψεις μόλις ολοκλήρωσα την απομαγνητοφώνηση.   

Για το ξεκίνημα της συνέντευξης, του έχω ετοιμάσει μια έκπληξη. Του λέω ότι θα του διαβάσω κάτι, κι εκείνος θα το αναγνωρίσει. Του διαβάζω.   

Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν 
αλλιώς. Αν γινόταν το μακριά
ξαφνικά, το ξαφνικά κοντά, ναι 
σχεδόν μπροστά. Ο καταρράχτης 
χωρίς σαν, να ακούει το πρωί, 
να φωνάζει τη νύχτα τον ινδομινωίτη.   

Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν 
αλλιώς. Αν ακόμη ζούσαν η 
σφιχτή γυναίκα και ο ψηλός 
άντρας. Να ρωτούν συνεχώς. Με 
κλειστό παράπονο κι ανοιχτή 
καλοσύνη. Για το πότε, το πώς 
και ποτέ για το τι.   

Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν 
αλλιώς. Αν το ποτάμι. Σκούρο 
κόκκινο κάτω, κίτρινο πάνω. 
Έφτανε στην εντολή σου. Το 
δάσος θα σου 'δενε τότε το 
θηρίο που γύρευες.   

Το ποίημα είναι δικό του. Το δημοσίευσε σε μια επιφυλλίδα του, στο «Βήμα της Κυριακής», στις 16 Ιουνίου, μάλλον το 1985. Το είχα αντιγράψει στη γραφομηχανή, μια ηλεκτρική Olivetti, και το φυλάω από τότε. Δεν του λέω ότι το «Δάσος των παιδιών» γράφτηκε από τους δύο τελευταίους του στίχους και γράφτηκε γι' αυτούς. Το μαθαίνει τώρα.   

Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ' αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ' αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια...
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO 


— Μίμη, πες μου για τη σφιχτή γυναίκα. 

Τη μάνα μου;  

— Τη μάνα σου. Και για τον ψηλό άντρα θέλω να μου μιλήσεις. Την αγαπούσα τη μάνα μου, τη θαύμαζα. Μελαχρινή εκείνη, μαύρος εγώ ως παιδί, ξανθός ο πατέρας, κάτασπρος. Έως και τα εφηβικά μου χρόνια, έως και λίγο μετά, αγαπούσα τη μάνα μου μόνο. Αυτό που ένιωθα για τον πατέρα μου ήτανε κάτι άλλο. Ο πατέρας μου όμως περίμενε στην άκρη. Περίμενε πολύ στην άκρη, και ντρέπομαι λιγάκι που το λέω, τα τελευταία χρόνια τον αγαπώ πιο πολύ κι από τη μάνα μου, που είναι ο άνθρωπος που αγάπησα στη ζωή μου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Αγαπώ τη σκιά του, αγαπώ την περίεργη μοναξιά του, μια αξιοπρέπεια που είχε, και την πείνα του, γιατί για πείνα επρόκειτο, για γράμματα. Νομίζω ότι από αυτόν τα κληρονόμησα αυτά. Η μάνα μου μού έδωσε ζωντάνια, ήταν πολύ ζωντανός άνθρωπος, κι εγώ μικρός ήμουν λιγάκι καραγκιόζης, έκανα διάφορα αστεία και τέτοια, από μόνος μου. Ο πατέρας μου ποτέ.     

Ξαναγυρίζω στο χαμένο υλικό. Σκέφτομαι πόσο του ταιριάζει εν τέλει του Μαρωνίτη όλη αυτή η περιπέτεια: να προσπαθώ να σμίξω εικόνες και λόγια από μια χαμένη και μια σωσμένη εγγραφή. Τον ακούω να μου λέει για την αυτοκτονία του πατέρα του. Τον ρωτάω γιατί αυτοκτόνησε. 

«Για να μην πονάει» μου απαντά. Μου υπόσχεται να μου φέρει το κείμενο που έγραψε τη μέρα του θανάτου του. 

«Πέρασα τη μισή μου ζωή ως γιος της μάνας μου» λέει. «Τώρα είμαι πια ο γιος του πατέρα μου». Μου αφηγείται πώς έπιασε τον πατέρα του ο Σγουράκης, ο παραγωγός που έφτιαξε το πρώτο τηλεοπτικό πορτρέτο του Μαρωνίτη στη σειρά «Μονόγραμμα». Τον έπιασε στα γυρίσματα και τον ρώτησε πώς αισθάνεται που ο γιος του είναι τόσο σημαντικός. Κι εκείνος απάντησε «και τα δυο μου παιδιά είναι εντάξει».   

[ Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να 'ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ' τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ' αγαπούσε. ]

— Πότε εντοπίζεις την πείνα του πατέρα σου για τα γράμματα; 

Αυτή αρχίζει στην τετάρτη, ούτε την τετάρτη, στην πέμπτη του οχταταξίου, που εγώ περνάω ώρες ολόκληρες στο βιβλιοπωλείο του Συρόπουλου. Ο Συρόπουλος μου δίνει και βιβλία στο τζάμπα, και αυτά πήγαιναν σ' ένα σπίτι μ' ένα ντουλαπάκι στον τοίχο τόσο δα. Και το βράδυ, όταν η μάνα μου νύσταζε πια, κι έκλειναν τα μάτια της, αλλά δεν πήγαινε να κοιμηθεί, τον περίμενε. Ανέβαινε και κάθονταν ανακούρκουδα στο μπαούλο που είχαμε ο πατέρας μου και διάβαζε σαν τρελός: Ο'Νιλ, Ίψεν, Σόμερσετ Μομ, ό,τι μπορείς να φανταστείς χώνευε, δεν τα κουβέντιαζε, αλλά νομίζω πως τ' αγαπούσε πάρα πολύ. Και είχε κι αυτό, να μην το ξεχάσω: δεν μιλούσε ποτέ απευθείας όταν είχε κάτι να μου πει, είτε παράπονο, είτε δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, γιατί αγάπη αγάπη, να με πιάσει και να μ' αγκαλιάσει, δεν είχα. Είχα όμως αυτή την εικόνα η οποία μου μένει αξέχαστη: τον πατέρα μου στο αμφιθέατρο, εγώ να δίνω εξετάσεις ως υφηγητής, και να 'ρχεται να κάθεται κάπου στη μέση, απόμερα, κι απ' τη συγκίνησή του νομίζω ότι έφευγε όλο το αίμα, γινόταν κίτρινο το πρόσωπό του. Πρέπει να μ' αγαπούσε. Αισθανόμουνα και λίγο, με συγχωρείς που θα το πω, είχε δίκιο ο άνθρωπος, με φοβόντανε, φοβόνταν πού θα πάω, δεν ξέρω, φοβόνταν τι θα γίνω. Δεν μου μίλησε ποτέ γι' αυτά. 

— Ενώ η αδερφή σου, η Μαρίκα, ήταν πιο απλή γι' αυτόν. 

Πολύ πιο απλή. Η Μαρίκα με λάτρεψε, είναι ένας χρυσός άνθρωπος και τώρα ακούει το όνομά μου και δεν μπορείς να φανταστείς πώς κάνει. Άλλη φορά θα σου μιλήσω για την αδελφή μου, χαϊδολογούμασταν σαν τρελοί, ως παιδιά που μέναμε στο σπίτι μόνοι μας. Μια κατάσταση απίστευτη, με την κυρία Σουλτανάκη και την κυρία Πηνελόπη απάνω, και μια αυλή στην οποία έτρεχα εγώ για να κατουρήσω στην άκρη, δεν ξέρω, φίλε... 

— Κι αυτή η εικόνα, η πρώτη εικόνα σου, μ' εσένα τυλιγμένο σε μια κόκκινη κουβέρτα; 

Κι αυτή η εικόνα που μου έχει μείνει με τη μάνα μου. Εγώ μοιάζει να έχω πυρετό –σπανίως όταν είχα πυρετό έπεφτα στο κρεβάτι, ήμουνα τζαναμπέτης– κι είχε καθίσει στη σκάλα −με κόκκινα κεραμίδια η σκάλα− μ' εμένα στην αγκαλιά της, μ' ένα παπλωματάκι από πάνω, πρέπει να ήμουν τριών τεσσάρων χρονών. Η πρώτη εικόνα που έχω είναι στην αγκαλιά της μάνας μου, μ' αυτό το παπλωματάκι, που το θυμάμαι σαν τώρα.   

Μέσα σ' αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ' ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Μέσα σ' αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ' ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν


Οι εικόνες της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας περνάνε σαν σε βιουμάστερ: ο Μίμης στους ώμους του πατέρα του παρακολουθεί τη συγκέντρωση των καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης· τα χρόνια του στο Κατηχητικό και, αργότερα, στη θρησκευτική οργάνωση νέων «Ζωή»· η φιλία του με τον Τάκη Τρακατέλλη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο της Αμερικής, διδάκτορα του Χάρβαρντ και της Θεολογικής Σχολής της Βοστώνης· οι ώρες που περνάει, μαθητής του οχταταξίου πια, στο βιβλιοπωλείο του Αλέκου Συρόπουλου και του Σόλωνα Μόλχο, διαβάζοντας επί τόπου ό,τι πέφτει στα χέρια του. Οι δύο βιβλιοπώλες τού χαρίζουν βιβλία, βάζοντας τα θεμέλια σε αυτό που η Λίζυ Τσιριμώκου θα αποκαλέσει, 50 χρόνια αργότερα, ο «φιλαναγνώστης Μαρωνίτης». Και τέλος, η καθοριστική του συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Μπότσογλου, φιλόλογο στο Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαβάζει, στο πρώτο κιόλας μάθημα, ολόκληρο τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα στην τάξη: το «μικρόβιο» μεταδίδεται απευθείας στον προέφηβο Μαρωνίτη που δεν παύει να σκαλίζει τα πλατωνικά κείμενα μέχρι σήμερα.  

— Τελειώνοντας το Πειραματικό, δίνεις εξετάσεις και πετυχαίνεις στη Θεολογική Σχολή. Στην Αθήνα. 

Ναι. Και σε τέσσερις μήνες τα παρατάω και φεύγω κι επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη. 

— Και ενδιαμέσως πηγαίνεις και στα θεατράκια σου. Το σκας. Έμενες σε εστία;

 Σ' ένα δωμάτιο μας είχανε στην αρχή, μάλιστα είχα περάσει με υποτροφία. Ήτανε οχτώ κρεβάτια, και κοιμόμουνα εκεί.  

— Και το σκας και πού πηγαίνεις; 

Πηγαίνω στο Εθνικό, στο Θέατρο Τέχνης, στο Άστυ, τα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ εκεί τα πρωτοβλέπω. Στον Ορφέα, τον παλιό Ορφέα, αυτήν τη μεγάλη αίθουσα, την καταπληκτική. Το σκάω σαν τρελός. Να φανταστείς, δε, ότι εγώ δούλευα γραφομηχανή, γιατί αυτήν τη δουλειά μού είχανε δώσει για μεροκάματο, με τις ώρες. Το 'σκαζα και πήγαινα εκεί. Με πιάσανε και μου είπαν «δεν γίνεται». Αν δεν γίνεται, τότε αντίο σας.

 —Στο τετράμηνο παρεμβαίνει ο Μπότσογλου. 

Παρεμβαίνει ο Μπότσογλου και προς τιμήν του, ο οποίος πηγαίνει στον Ξυγγόπουλο, καθηγητή της Βυζαντινής Τέχνης, και του δίνει ψευδώς να βεβαιώσει ότι είχα πετύχει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.   Ο παλιός καθηγητής εγγυάται στον Ξυγγόπουλο ότι ο νεαρός Μαρωνίτης θα αριστεύσει. Το στοίχημα κερδίζεται και ο μαθητής δικαιώνει τον δάσκαλο στις εξετάσεις του πρώτου κιόλας εξαμήνου. 

Η Ανθή μπαίνει στην κουβέντα γελώντας: «Έγινε μια πλαστογραφία». 

Κι έγινε αυτή η μεταγραφή.

   — Τα μαθητικά σου χρόνια τα περνάς στη «Ζωή». Στο Δημοτικό υπάρχει και το Κατηχητικό. Μ' αυτήν τη σχέση σου, τη σχέση με τη θρησκεία, ξεμπερδεύεις ποτέ; 

Ποτέ δεν ξεμπερδεύεις εντελώς. Νομίζω ότι δεν πρέπει κανείς να ρωτά τον εαυτό του αν ξεμπέρδεψε ή όχι με το θέμα αυτό. Μη με ρωτάς. Ούτε ναι, ούτε όχι. Πάντως, όχι ένα απόλυτο υποκριτικό «όχι». Όπως ούτε ένα καθησυχαστικό «ναι».   Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά. 

— Και το μοίρασμα του κόσμου σε καλούς και κακούς, σε Καλό και Κακό; Αν μου έλεγαν τι έχω να πω στον εαυτό μου και σε κάποιους φίλους, θα τους έλεγα να μοιράσουν σωστά τα πράγματα ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. 

[ Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά. ]

— Και το μοίρασμα του κόσμου σε καλούς και κακούς, σε Καλό και Κακό; 

Αν μου έλεγαν τι έχω να πω στον εαυτό μου και σε κάποιους φίλους, θα τους έλεγα να μοιράσουν σωστά τα πράγματα ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά, μες στον κόσμο γύρω μας, μες στο κορμί μας επίσης, κι άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός. Σε καθαρά μεγέθη δεν υπάρχουν πουθενά. 

 Το Καλό και το Κακό υπάρχουν. Ο καλός και ο κακός είναι φαντασίωση, όχι ανύπαρκτοι, αλλά είναι φαντασίωση. Πότε βγαίνουν το Καλό και το Κακό και πώς μοιράζονται δεν ξέρω. Ξέρω πώς μοιράζονται σιγά-σιγά σ' εμένα, αλλά δεν ξέρω αν θα το μάθω έως την τελευταία μου πνοή.   

— Τις μεταπτυχιακές σου σπουδές τις πραγματοποιείς στη Γερμανία με υποτροφία κι εκεί συναντάς τον Βάλτερ Μαργκ και τη γυναίκα του... 

Η οποία ήτανε πιο δημοκρατική από τον Μαργκ. Ο Μαργκ είχε πολεμήσει στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε έναν δικό του σεβασμό, δικαιολογημένο πρέπει να σου πω, αλλιώς πρέπει να είμαστε ηλίθιοι για να μην το δούμε. Καλώς ή κακώς πολεμούσε, και τα βιώματά του τα πολεμικά ήταν αυτά που ήταν φυσικό να έχει ένας άνθρωπος σ' έναν πόλεμο. Γι' αυτό του άρεσε πάρα πολύ η «Ιλιάδα». Πολιτικά, θα έλεγα ότι ήταν αυτός ο άνθρωπος που μου έδωσε, ως δάσκαλος, τα περισσότερα, μαζί με τον Μπότσογλου, στη ζωή μου – μπορούμε να πούμε ότι ήταν συντηρητικός. Ήταν συντηρητικός. Πάντως, δεν ήταν αριστερός. Ήξερε ότι εγώ τσιλιμπουρδίζω με την Αριστερά. Αλλά ο τρόπος που διάβαζε, ο τρόπος που μετέφραζε, ο τρόπος που μ' έπαιρνε μαζί του στο Βισμπάντεν... Τον αγάπησα έως το τέλος, πρέπει να ήμουνα από τους λίγους ανθρώπους που μιλούσε στα τελευταία του, και όλα αυτά στα γερμανικά, τ' αστεία γερμανικά μου, τώρα που το σκέφτομαι, πώς τα έλεγα, ρε παιδάκι μου, και λύνονταν η γλώσσα μου μ' αυτό τον άνθρωπο, δεν μπορώ να καταλάβω. Ποτέ δεν έδειξε δυσαρέσκεια γιατί τα γερμανικά που μιλούσα δεν ήταν αυτά που έπρεπε να είναι. Η γυναίκα του ήτανε πιο φιλελεύθερος άνθρωπος. Ήξερε πού είναι το κουμπί του άντρα της, το συντηρητικό, ήξερε ότι είχα εγώ μπερδέματα με τα πολιτικά στην Ελλάδα, και σε υπέροχες βόλτες που ξέρουν να τις κάνουν οι Γερμανοί στα βουνά και στα λαγκάδια πάντα με πλησίαζε και θα 'λεγα με προστάτευε, για μην παρεξηγήσω τον συντηρητισμό του άντρα της.   

Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO 


— Πάμε λίγο στην Ανθή. Πότε την ερωτεύεσαι; 

Η Ανθή ήταν μια οπτασία, όπως η Ναυπλιώτου που είδα χτες, και είναι ακόμα. Ούτε πίστευα ποτέ ότι θα γίνει η γυναίκα μου. Την αγάπησα αμέσως.

 — Ήσουνα υφηγητής τότε; Δόκιμος υφηγητής. 

Έκανα μαθήματα και στη Νομική Σχολή, κι ερχόταν και η Ανθή με κάποια Σεφερτζή, φίλη, ξαδέλφη. Λάτρεψα την πλάτη της. Στο σινεμά καθόμουνα από πίσω, έχει υπέροχη πλάτη. Και με τον Σεφέρη έπαθα αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι την πλάτη του Σεφέρη. Νομίζω ότι μ' αυτούς τους δύο ανθρώπους έχω μείνει: με την πλάτη την πανέμορφη της Ανθής κι αυτή την παράξενη πλάτη του Σεφέρη. Μ' αγάπησε η Ανθή, μ' αγάπησε πολύ πιο θαρραλέα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, κι έμεινε θαρραλέα απέναντί μου. 

— Και σήμερα; Χρόνια μετά και το δεύτερο ιωβηλαίο, πώς είσαστε μαζί; Εξακολουθεί να είναι τόσο ωραία όσο τη βλέπεις. Εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να είναι τόσο τρυφερή μαζί μου κι εξακολουθεί, ώρες-ώρες, να μου δείχνει ότι έχει μπουκώσει. Νομίζω ότι μεγαλύτερη τύχη δεν θα μπορούσα να έχω.   

— Θέλω να σε ρωτήσω σχετικά με την εμπειρία της «Μαύρης Γαλήνης». Είναι γνωστή η ιστορία της σύλληψης και της φυλάκισής σου από τους δικτάτορες. Υπήρξε φόβος; Ο φόβος μεταλλάσσεται; 

Φαίνεται ότι υπήρξε. Και δεν ήταν εύκολο καθόλου. Την έβγαλα όπως την έβγαλα, καθώς, περνώντας τη δοκιμασία που πέρασα, κατάργησα ακόμα και για τους βασανιστές μου τη διάκριση μεταξύ δειλίας και γενναιότητας. Δεν ήμουνα ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα ως τώρα. Σιχαίνομαι αφάνταστα αυτήν τη διάζευξη. Τι γίνεται όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο; Ή τ' αφήνεις μόνο του να βγει ή, αν είναι κάτι να βγει, πρέπει να έχεις υπομονή και πράξη αντί για λόγια. Αλλά όταν λέω πράξη αντί για λόγια, να μην παρεξηγηθώ: τα λόγια μου αισθάνομαι ότι είναι πράξη κι εδώ που έφτασα, η πράξη μου, και αυτό το κάνω τώρα μαζί σου, είναι λόγος. Δεν θέλω να τα χωρίσω. 

— Ισχύει ότι η «Μαύρη Γαλήνη» γράφτηκε σε χαρτοπετσέτες; Κάπου το είχα διαβάσει αυτό. 

Σε χαρτοπετσέτες. Μάλλον χάθηκαν. Όταν βγήκα την τρίτη φορά, τις έδωσα σ' ένα φιλικό ζευγάρι για μη χαθούν. Τελικά, δεν ξέρω τι έγιναν, δεν με πειράζει. Αυτό όμως που θέλω να σου πω, το βράδυ που έπαθα τη διάτρηση μες στο κελί, μεσάνυχτα, οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Ήρθε ένας ανθυπολοχαγός, γιατρός, ένα καλό παιδί, ο οποίος με έψαυσε και μου είπε, «φωνάξτε, κύριε Μαρωνίτη, πρέπει να εγχειριστείτε αμέσως». Το αμέσως έγινε την άλλη μέρα, αλλά πρώτο αίσθημα: άπαξ και βγήκα από το κελί και κάθισα με πόνους φριχτούς στον ελεύθερο χώρο, στις σκάλες, για μια στιγμή αισθάνθηκα τέτοια ευτυχία, που δεν μπορώ να σου την περιγράψω, ότι ήμουνα έξω. Σε κάποια δόση με μετέφεραν σ' ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και έπειτα από μια δεύτερη κρίση, είχα φτάσει στο αμήν – κάποτε θα σου πω τι σημαίνει να φτάνεις στο αμήν. Δεν θα την ξεχάσω αυτή την αίσθηση, του επερχόμενου τέλους, ήτανε και οι πόνοι φαίνεται, μια περίεργη γλύκα. Αισθανόμουν μια περίεργη γλύκα, η οποία κράτησε όλη τη νύχτα, έως ότου ήρθε η Ανθή. Όταν όμως οι πόνοι είχανε γίνει αβάσταχτοι, κύλησα εγώ από το κρεβάτι και πήγα και κρεμάστηκα στο σώμα του φύλακα, Κώστας λεγόταν, θυμάμαι, ο οποίος δεν μπορούσε μετά, έφυγε στην Αμερική αυτός, έφυγε. Δεν μπορούσε να κρατήσει αυτό το θέαμα. Ένα χρυσό παιδί, απ' ό,τι αποδείχθηκε, ήρθε και κατέθεσε ο πατέρας του στις δίκες. Απλώς το λέω για να σου πω, αισθάνθηκα λιγάκι ευγνωμοσύνη, έφτασα στο αμήν κι έχω την αίσθηση αυτής της γλύκας όταν έρχεται το τέλος. 

— Και τι είναι το αμήν; 

Το αμήν είναι... νόμιζα ότι σβήνω, αλλά αισθανόμουνα μια γλύκα, σαν να είμαι και τώρα στο κρεβάτι κι έχω ξεκάθαρες τις εικόνες, ξεκάθαρη και του εαυτού μου, όταν κινήθηκα και πήγα και κρεμάστηκα, πρόσεξε, από το σώμα, ενσυνείδητα, του παιδιού αυτού, σπαρταρώντας από πόνο. Σ' το λέω, ξέρεις γιατί; Για να μη φοβόμαστε τον θάνατο. Μου έχει μείνει, το λέω ξεκάθαρα, αυτή η γλύκα μου έχει μείνει. Αν είναι έτσι να πεθάνει κανένας, εντάξει, παιδιά. Υπάρχει εκεί κάτι γλυκό, παρόλο που είναι γελοία η λέξη. Δεν θα το ξεχάσω.   

[ Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας». ]

 — Μίμη, είπες ότι στη διάρκεια της φυλάκισής σου καταφέρνεις να μεταστρέψεις τους δεσμοφύλακες. 

Ναι. Ο πιο άγριος, από ένα σημείο και πέρα, σχεδόν μου συμπεριφέρονταν τρυφερά. Μου έφερνε πρόσθετο φαγητό. Μια φορά με πήρε κι εκεί που μαζεύονταν και τρώγανε, μου λέει «έλα να φας μαζί μας.» Γι' αυτό σου λέω, άλλο το Καλό και το Κακό, άλλο ο καλός και ο κακός. Αυτός ήταν ένα θηρίο ανήμερο με όλους, αλλά εμένα δεν μ' άγγιξε ποτέ.   

Γυρίζει στην Ανθή. Της ζητάει να του θυμίσει το όνομα του στρατιωτικού γιατρού που του έσωσε τη ζωή. Είναι ένας ταγματάρχης ονόματι Βασώνης. Η Ανθή λέει πως όταν τον αντίκρισε στο νοσοκομείο, το πρόσωπό του ήταν μια νεκρική μάσκα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει. Μετά την ανάρρωση τον ξαναγυρίζουν στο κελί. Η Ανθή του πηγαίνει σε κάθε επισκεπτήριο φρυγανιές, απαραίτητες για τα γαστρικά υγρά. Δεν του τις δίνουν ποτέ. Την ημέρα της αποφυλάκισης τη φωνάζουν σ' ένα διπλανό γραφείο για να της παραδώσουν τα προσωπικά του αντικείμενα. Ο ένας τοίχος, από το πάτωμα μέχρι τη μέση, ήταν καλυμμένος από πακέτα με φρυγανιές.  

— Όλη σου η ζωή υπακούει, θαρρείς, στο μοτίβο της αρμονικής σύνθεσης των αντιθέσεων: αρχαιοελληνιστής-νεοελληνιστής, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, ιδιωτικός Μαρωνίτης-δημόσιος Μαρωνίτης. 

Ποτέ δεν το αισθάνθηκα ως ένα αντιθετικό σχήμα και εκεί ήταν ίσως η υπομονή μου.

 — Παίζεις, όμως, πάνω στη συμπληρωματικότητα. 

Στη συμπληρωματικότητα, καταρχήν. Όσο ακόμη η σχέση με τον εαυτό μου δεν έχει ξεκαθαρίσει, η αμφιβολία μετατίθεται στο αν είμαι πράγματι συμπληρωματικός μ' εμένα τον ίδιο.

 — Θα επιμείνω στη συμπληρωματικότητα, προσθέτοντας τα ζεύγη: λόγος-πράξη και μεταφρασμένος-πρωτότυπος λόγος. Θαρρείς πως έχουμε ένα πλέγμα από αντίθετα, ως προς την κατεύθυνσή τους, ή αντιθετικά, ως προς τη δυναμική τους, νήματα τα οποία υφαίνεις. 

Δεν είμαι εγελιανός, όσο διάβασα και ξέρω. Επομένως, δεν με θέλγει αυτή η διαλεκτική. Γιατί φοβάμαι ότι αν υποχωρήσει κανείς στην αξία του σχήματος της διαλεκτικής, θα στραπατσάρει κάτι άλλο, το οποίο ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Από ένα σημείο και πέρα αισθανόμουν ότι δεν μου χρειάζεται αυτό το μοίρασμα που υπαινίσσεσαι, γενικότερα, σε εκδηλώσεις της ζωής μου, και θα μπορούσα να πω και πολύ ιδιωτικά επιχειρήματα, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται. Πάντως, είμαι περισσότερο, υπό αυτή την έννοια, πλατωνικός παρά εγελιανός. Πονηρά Πλατωνικός, πάντα τον γούσταρα, γιατί και ο δάσκαλός μου ο Μπότσογλου με έμαθε να διαβάζω Πλάτωνα, και πάντα θαύμαζα τι πονηρός συγγραφέας είναι. 

— Ποια είναι η πονηριά του; 

Η πονηριά του είναι ότι ενώ μιλά για αντιθετικά σχήματα, σε κάποια δόση τα τινάζει στον αέρα και σε κοροϊδεύει.

 — Από τη μια τα αρχαία κείμενα, Όμηρος, Ηρόδοτος, Ησίοδος, και οι τραγικοί, Σοφοκλής, κυρίως, αλλά και Ευριπίδης. Έχεις ήδη μεταφράσει τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και τώρα καταγίνεσαι με τον «Οιδίποδα Τύραννο». Τον Αισχύλο δεν τον έχεις αγγίξει ακόμη. 

Αν ζήσω, θέλω να μεταφράσω τους «Επτά επί Θήβας». 

— Από την άλλη, ποίηση και πεζογραφία, από τον Σολωμό μέχρι τις επιδραστικές φωνές του εικοστού αιώνα και τα κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνικής σοδειάς. Αρχαιοελληνιστής και νεοελληνιστής συγχρόνως, σ' έναν συνδυασμό χωρίς προηγούμενο και χωρίς συνέχεια. Δεν λειτούργησες ποτέ αντιθετικά, τουναντίον μάλιστα. Πώς ορίζεις εσύ τον ρόλο σου ανάμεσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και στη νέα; 

Κι εδώ, λιγότερο θα μιλούσα για συμπληρωματικότητα και περισσότερο για συνοχή και συνέχεια. Τουλάχιστον, έτσι ήρθαν τα πράγματα, δεν τα διάλεξα εγώ για να υπολογίζω πόσο συμπληρωματικά είναι μεταξύ τους και επομένως δεν πρόκειται για ένα είδος φιλοδοξίας να πάω από το Α έως το Ω. Η συνέχεια και η συνοχή προέκυψαν μέσα από την ίδια τη ζωή μου καταρχήν, τον τρόπο που φανταζόμουνα και φαντάζομαι ότι είναι η σπουδή και πιο πολύ μέσα από ένα στοιχείο, το οποίο απλοϊκά θα έλεγα, αλλά μαζί και σημαντικά, ότι είναι η γλώσσα. Η γλώσσα είναι κοινός παρονομαστής, για να μην πω ο κοινός αριθμητής, των κειμένων που έχω γράψει και με τα οποία έχω ασχοληθεί.   

— Η γλώσσα ως συνεκτικός ιστός; 

Η γλώσσα, στην περίπτωση αυτή, μέσα σε ένα τρίγωνο ή ενδεχομένως και τετράγωνο. Το τρίγωνο είναι γραφή-ανάγνωση ή ανάγνωση-γραφή, και τα δύο δηλαδή, και τελευταία αυτό που θα ονόμαζα μεταγραφή. Αισθάνομαι πως η μεταγραφή αποτελεί ένα δίχτυ ασυνήθιστου, πράγματι, συνδυασμού και αποτελέσματος. Αλλά τι είναι η μεταγραφή; Τον τελευταίο καιρό, όταν ο κύκλος ή το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» πάει να συμπληρωθεί, βγαίνει από μόνο του, θαρρείς, ένα κείμενο μεταγραφής. Πρόσφατο παράδειγμα είναι ο τρόπος που μετέγραψα τα «Γράμματα στην Κριμαία» του Κούνδουρου. 

— Τις ερωτικές του επιστολές στη Σωτηρία Ματζίρη; 

Ναι. Στις εκδόσεις Άγρα, στον Πετσόπουλο βγήκανε. Από αυτά, με έναν μικρό πρόλογο δικό μου, έχει βγει –με τα δικά του λόγια– ένα πρότυπο, αν θες, για το θέμα που συζητάμε, δείγμα του τι εννοούμε όταν μιλάμε για μεταγραφή. 

— Μου έχεις πει και για ένα τετράγωνο. 

Το τετράγωνο είναι «ανάγνωση-γραφή-μεταγραφή», και ο τέταρτος όρος είναι αυτός που είχα ονομάσει στο δοκίμιο για τον Τάκη Σινόπουλο «παρανάγνωση». Ίσως η μεταγραφή να είναι μια εξέλιξη και μια αξιοποίηση, όχι αρνητική πια αλλά θετική, αυτού που τότε ονόμασα παρανάγνωση, φτιάχνοντας ένα τετράγωνο διαφορετικό. Είναι πιο σύνθετο ως εγχείρημα και ως αποτέλεσμα η μεταγραφή από την παρανάγνωση. Η παρανάγνωση έχει ένα στοιχείο πιο υποκειμενικό από τη μεταγραφή, που έχει τουλάχιστον ένα στοιχείο δυαδικό: από δύο πράγματα να προκύπτει ένα, κατά κανόνα όχι ακριβώς υπέρ εμού, αλλά διά του δευτέρου όρου αυτής της συνεύρεσης. Για να τελειώνουμε προς το παρόν με τούτο το θέμα, ο δάσκαλος για το πώς ανακυκλώνεται το τρίγωνο «γραφή-ανάγνωση-γραφή» ήταν ο Καβάφης και ειδικότερα το ποίημά του «Εν τω μηνί Αθύρ». Δεν είχα καταλάβει, έως την τελευταία φορά που έγραψα, τι κάνει ακριβώς στο ποίημα αυτό ο Καβάφης. Οιονεί διαβάζει, οιονεί γράφει και ερμηνεύει συγχρόνως ο ίδιος αυτό που έχει γράψει, είτε προς την κατεύθυνση της παρανάγνωσης είτε προς την κατεύθυνση, με τους νέους όρους που προτείνω, της μεταγραφής. Έτσι που νομίζει κανείς ότι βγαίνει ένα μοντέλο όχι συμπληρωματικότητας, αλλά συνέχειας, για την οποία σου μίλησα στην αρχή.

 — Τι συμβαίνει μ' αυτές τις έννοιες; Καμιά φορά έχω την εντύπωση πως δεν βγαίνουν από το μυαλό σου αλλά από τη ζωή σου συνολικά. Ή, έστω, εφαρμόζονται σ' αυτήν. Σαν διαβάζοντας να σε διαβάζεις και γράφοντας να σε μεταγράφεις. 

Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος μεταγραφή εμφανίζεται και προκύπτει ως γράψιμο τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, όπου επίσης βγήκε στη φόρα ένα άλλο ζεύγος. Δεν είχα αισθανθεί ποτέ και δεν είχα σκεφτεί με τρόπο που να με ταρακουνήσει αυτό που θα ονομάσουμε «ασάφεια του πότε αρχίζει η ζωή μας». Είναι το ασαφέστερο στοιχείο, το οποίο ουσιαστικά δεν μπορούμε και να το χωνέψουμε, δεν μπορούμε να το κάνουμε δικό μας, σε αντίθεση ή σε συμπληρωματικότητα, που θα 'λεγες εσύ, ή σε συνέχεια, που θα 'λεγα εγώ, με το τέλος και ως επερχόμενο και ως συντελεσμένο, το οποίο, όπως καταλαβαίνεις, στα 87 γίνεται ένα ισχυρό βίωμα. Που δεν το σπρώχνω, δεν το κουκουλώνω. Αν σου πω ότι σιγά-σιγά αισθάνομαι ένα είδος ευγνωμοσύνης, δεν θα το πιστέψεις. 

— Ευγνωμοσύνη για τι; Για ποιο πράγμα; 

Μέσα σ' αυτό το κύκλωμα, έχω την εντύπωση ότι και το τέλος είναι κι αυτό δικό μου. Ίσως, δε, είναι περισσότερο δικό μου απ' ό,τι η αρχή της ζωής μου. Κι αυτό το «δικό μου» δεν το λέω εγωιστικά, το λέω βιωματικά. Γι' αυτό και στα τελευταία μου γραπτά αντηχεί αυτό το στοιχείο. Δεν είναι ακριβώς συμφιλίωση, κανείς δεν συμφιλιώνεται με τον θάνατό του. Είναι αυτό που προσπάθησα ως τώρα να σου πω, και να μην τ' αλλάξω άλλο, να μην το συμπληρώσω άλλο: πάντως, αν υπάρχει φόβος, ώρες-ώρες μοιάζει να μην υπάρχει πια καθόλου. Είναι λίγο φιλάνθρωπος φόβος, όχι αυτάρεσκος.   

Η πρώτη μας συνάντηση τελειώνει εδώ. Με προλαβαίνει στην πόρτα και μου δίνει το κείμενο για τον πατέρα του που μου έχει τάξει. Γραμμένο τη μέρα του εκούσιου θανάτου του. Μέσα σε θήκη πλαστική, τυπωμένο εις διπλούν, λίγες αράδες στριμωγμένες στο πάνω μέρος της σελίδας. Δεν αντέχω να φτάσω μέχρι το σπίτι. Στον δρόμο πια, ακουμπάω σε μια κολόνα της ΔΕΗ και διαβάζω:   

«Πρόλαβε ο Ιούλιος τον Αύγουστο. Αλλιώς θα είχαν συμπληρωθεί τα έξι χρόνια από τη δική της αναχώρηση. Ίσως γι' αυτό κι εκείνος έφυγε βίαιος, αγριεμένος. Όμως τα μάτια κλειστά, το κεφάλι γέρνοντας δεξιά, βρήκε ξανά το παλιό του σχήμα. Οι γραμμές του προσώπου ανασυντάχθηκαν και η περήφανη μύτη ίσιωσε.   

Μια ζωή αυτοσχέδιος στοχαστής, δεν έλεγξε την τελευταία του διδαχή. Ελευθερώθηκε το τρομαγμένο ζώο. Ύστερα, για λίγες μόνον ώρες, πέτρωσε η εκδίκηση. Την ασπαστήκαμε.   

Δι' ελέου και φόβου η Μαρίκα κι εγώ».   

Δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι του μέχρι το δικό μου. Έχω να γεμίσω τη διαδρομή.

 — Μίμη, ποιο είναι το θηρίο; 

— Ποιο είναι το θηρίο που γύρευες; 

— Το δάσος το έδεσε για χάρη σου;   


Δ.Ν. Μαρωνίτης: "Η Αριστερά σήμερα τινάχτηκε στον αέρα από αυτούς που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες" 

Το Β' Μέρος της συναρπαστικής συνομιλίας του με τον συγγραφέα Χρήστο Αγγελάκο για τη LIFO. 

15.6.2016 


ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ  

Η δεύτερη συνάντησή μας γίνεται και πάλι στο σπίτι του. Σάββατο πρωί, τον βρίσκω στην πολυθρόνα του. Κοκέτης, με τα ωραία του ρούχα πάντα. Αντιδρά στο κομπλιμέντο μου στην Ανθή, «εμένα δεν θα μου πεις τίποτα;» και γελάει. Όλη τη βδομάδα τον έφερνα στον νου μου. Το περίφημο πρόγραμμά του: πρωί κι απόγευμα συστηματικά στο γραφείο, λίγα τετράγωνα απ' το σπίτι του· τα σαββατοκύριακα αφιερωμένα στο γράψιμο των επιφυλλίδων. Σκέφτομαι πως όλη αυτή η αμείωτη δουλειά για χρόνια εξαφανίζει τα περιθώρια για ψευτο-μετριοφροσύνες. Σκέφτομαι πως του χρωστάω που έμαθα, αν έμαθα, να διαβάζω ποίηση. Σκέφτομαι πως ό,τι θεωρούσα ως χθες αντιθέσεις ή αντιφάσεις του, μου τις ανέτρεψαν δύο δικές του λέξεις: συνέχεια και συνοχή. Και σκέφτομαι γιατί πήγα εν τέλει να τον βρω: όχι μόνο επειδή ήθελα να τον συναντήσω σε τούτο το σημείο της ζωής του, αλλά γιατί –κι εδώ βρίσκεται το εγωτικό στοιχείο για το οποίο μου μίλησε– ήθελα μέσα από τα λόγια του να μάθω κάτι για μένα: του τ' ομολόγησα από την πρώτη μας συνάντηση· μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εκείνον που ρωτάει και σ' αυτόν που απαντάει δεν χωράνε εδώ.      

— Η πρώτη φορά που βλέπω το όνομά σου είναι το 1977. Σε συναντώ στο οπισθόφυλλο του «Κιβώτιου». Στο σημείωμα που καταλήγει με τη φράση: «Μετά το "Κιβώτιο" του Αλεξάνδρου, ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δεν μοιάζει πια αμετάφραστος». Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να περάσεις από την Αριστερά χωρίς να ακούσεις για τον Μαρωνίτη. Σήμερα η Αριστερά, το μεγαλύτερο κομμάτι της τουλάχιστον, είναι στην εξουσία. Πες μου αν κερδήθηκε κάτι και κυρίως τι χάθηκε σ' αυτό το πέρασμα. 

Χάθηκαν τα πάντα. Αλλά έμεινε το όνομά της. Κι εγώ θέλω να μην το χάσω το όνομα αυτό. Να το σεβαστώ. Αν θες, στο κάτω-κάτω της γραφής, τώρα πια ξέρουμε ότι η Ιστορία –ή αυτό που λέμε Ιστορία– δεν δέχεται τυμπανοκρουσίες αυτού του είδους σε ό,τι αφορά την Αριστερά ως Αριστερά. Ωστόσο, δεν μπορώ να αρνηθώ καταγωγικού τύπου αισθήσεις, όπως είναι, λόγου χάρη, η αίσθηση όταν με πήρε για πρώτη φορά ο πατέρας μου, αυτός ο περίεργος άνθρωπος, σ' ένα συλλαλητήριο καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μ' άφησε ν' ακούσω και να δω όλο αυτό τον κόσμο τον καπνεργατικό. Αυτό με σφράγισε γενικότερα. Επομένως, δεν έχω πρόβλημα ότι έχασα την πολύτιμη Αριστερά. 

[ Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες. ]

   Η Αριστερά ήτανε κι αυτή ένα κομμάτι της Ιστορίας που φαίνεται ότι άρχισε όπως άρχισε, στράβωσε όπως στράβωσε και τινάχτηκε στον αέρα, όπως την έχουνε τινάξει αυτοί που τους χρειάζεται να στιγματιστούν ως εγκληματίες.   

—Και τελειώσαμε με την Αριστερά; 

Νομίζω, όχι. Γιατί κι εδώ ξέρεις τι γίνεται; Κι εδώ ακόμη, όχι εκβιαστικά διλήμματα. Όχι ακριβώς υπέρβαση εκεί όπου υπάρχει η διαφορά, αλλά πάντως όχι και τόσο χωριστά τα σπίτια μας, όχι τόσο χωρισμένοι με τα ίδια μας τα παιδιά. Θα μείνω και δεν θα έχω κανένα παράπονο αν δημοσιεύσουν την ομολογία μου ότι είμαι γιος καπνεργάτη.

 —Χαρακτήρισες τους κυβερνώντες εγκληματίες. Ποιο είναι το έγκλημά τους; Το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης; 

Όχι. Δεν πιστεύω ότι μου γκρεμίζουν την ψευδαίσθησή μου. 

— Την ελπίδα; 

Ούτε. Θα το ήθελαν αυτό κάποιοι άθλιοι, μπορεί και να το επιδιώκουν κιόλας, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι ότι μου γκρέμισε κανένας αυτόν το σεβασμό που ένιωθα από έφηβος σχεδόν, εξαιτίας του πατέρα μου και του περιβάλλοντός του, για κάποιους ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στη φυλακή, μιλούσαν όπως μιλούσαν, από τον μπακάλη ως κάποιους πιο γραμματισμένους. Όχι. Ξέρεις, τι; Υπάρχουν μερικές λέξεις που και να θες να τις διαγράψεις, δεν διαγράφονται. 

— Όπως; 

Όπως η λέξη «αγάπη». Κι όπως η λέξη «Αριστερά».   

— Ας μείνουμε λίγο ακόμη στην εξουσία. Υπήρξες καθηγητής για τρεις δεκαετίες. Οι επιφυλλίδες σου μπορούσαν να εκτινάξουν έναν ποιητή ή πεζογράφο στην πρώτη γραμμή, προκαλώντας άλλοτε τον φθόνο κι άλλοτε την αποδοχή, σίγουρα πάντως την αναγνωρισιμότητα. Ένιωσες ποτέ ότι ασκείς εξουσία; 

Όχι, γιατί ακριβώς δεν νομίζω ότι θέλησα να εξουσιάσω. Αφού δεν μπορώ και δεν θέλω να εξουσιάσω τον εαυτό μου ή αυτό που έχει μείνει από τον εαυτό μου, γιατί θα έπρεπε σώνει και καλά να το περάσω στη σχέση με αυτό που λέμε εξουσία;   

— Στα χρόνια σου τα πανεπιστημιακά, διαμορφώνεις έναν δικό σου τρόπο διδασκαλίας. Θα έλεγα πως φέρνεις μια τομή στα ακαδημαϊκά πράγματα. Ποιες μορφές δασκάλων σε εμπνέουν; 

Θα σου αναφέρω τρία ονόματα: στο γυμνάσιο ο Μπότσογλου, στο πανεπιστήμιο ο Λίνος Πολίτης και στη Γερμανία ο Βάλτερ Μαργκ. 

— Από πού αλλού παίρνεις στοιχεία για να φτιάξεις τον τρόπο σου; 

Πάντως όχι από τον Κακριδή. Σε ό,τι αφορά τον Κακριδή, από την αρχή υπήρξε μια απώθηση του δικού του τρόπου, και άφηνα τον εαυτό μου, ψάχνοντας να βρω «αντ' αυτού τι;». Αυτό, λοιπόν, το «αντ' αυτού τι» ωρίμασε με τον καιρό και κατέληξε στα εξής: πρώτα-πρώτα, πρέπει να είσαι περήφανος δάσκαλος. Το άλλο, να αισθάνεσαι διδάσκοντας –αυτό άρχισε πολύ νωρίς– ότι μαθητεύεις και ότι μαθητεύοντας αφήνεις να βγει μόνο του το δασκαλίκι. Αυτό οι φοιτητές μου θαρρείς ότι το άρπαζαν στον αέρα και το τι μου παραστάθηκαν και μου παραστέκονται ως τώρα δεν λέγεται. 

— Έφτιαξες τη δική σου μέθοδο διδασκαλίας; 

Θα σου πω κάτι που δεν θα το πιστέψεις, αλλά μπορώ να σου δείξω τα τετράδια για να τα δεις. Εγώ έκανα μαθήματα, τα οποία τα έγραφα. Ποτέ δεν διάβαζα αυτά που έγραφα, ποτέ δεν δίδαξα χωρίς να είναι ολόκληρο το μάθημα γραμμένο. Ατέλειωτα τετράδια και τα 'χω ακόμα. Έκανα και πολύ ωραία γράμματα, τα οποία τα έχασα τώρα με το κομπιούτερ κι έχω γίνει θηρίο, τώρα δεν μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου κανονικά, αλλά ό,τι έχω γράψει, και η «Μαύρη Γαλήνη» ακόμη είναι γραμμένη σωστά με το χεράκι μου. 

— Αφού με ξαναπάς στη «Μαύρη Γαλήνη», μια τελευταία ερώτηση σχετικά μ' αυτήν: αποτελεί με τον τρόπο της, και από τη στιγμή που είσαι ήδη έγκλειστος, μια ρωγμή στον τοίχο της σιωπής. Έχω την εντύπωση πως δεν την αντέχεις τη σιωπή. Είναι, άραγε, ο σταθερός σου εχθρός; Το θηρίο σου; 

Πάλι πας να με μπλέξεις με δυαδικά σχήματα. Κι εδώ.

Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO



 — Ναι, το κάνω. Εδώ συνειδητά. 

Κι εγώ θέλω ν' αντισταθώ. Η «Μαύρη Γαλήνη» είναι ένα αυτοφυές κείμενο. Γράφτηκε μόνο του, ερήμην μου σχεδόν, και κατά περίεργο τρόπο νομίζω πως έμεινε ακέραιο. Με δυο λόγια, είναι αυτό που είναι. Τότε που έγινε, τότε που το έδωσα αμέσως να δημοσιευτεί στη «Συνέχεια» –δεν είχα κανέναν ενδοιασμό–, τότε που κάθισα καταρχήν και το καθαρόγραψα. Δεν το άλλαξα. Εν πάση περιπτώσει, ίσως να είναι το αποτέλεσμα ενός τρόπου να μη χωρίζουμε τα πράγματα σ' αυτό που λέμε πεζό λόγο και ποιητικό. Νομίζω πως όσο περνάει ο καιρός το έχω κατορθώσει, γι' αυτό και δεν έχω κανέναν καημό γιατί δεν έκανα λογοτεχνία. Πιστεύω ότι έκανα. Πιστεύω ότι δεν έκανα. Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου σε σχέση μ' αυτό που λέγεται συμπαντικά «λογοτεχνία». Όλο μου έκλεινε το μάτι η λογοτεχνία, λίγο με κορόιδεψε, λίγο την κορόιδεψα και σε κάποια δόση τα βρήκαμε. Και τα βρήκαμε χωρίς φιοριτούρες και χωρίς θριαμβολογία καμιά. Τώρα, δε, απολύτως καμιά.   

— Για τη μετάφραση των ομηρικών επών έχουν γραφτεί πολλά και σημαντικά. Ένιωσες ποτέ ότι είσαι ο συνεχιστής μιας παράδοσης που πρέπει να την πας παραπέρα, να δημιουργήσεις ένα νέο έδαφος από το οποίο να επανεκκινήσουν οι αρχαιοελληνικές σπουδές; 

Απερίφραστα ναι, και μάλιστα, όπως μπορείς να υποπτευθείς, σε αντίθεση με τον τρόπο μετάφρασης του Κακριδή. Από κει και πέρα, αυτός που μ' έσπρωξε ήταν ο Λίνος Πολίτης, ο οποίος μου έλεγε «δοκίμασε, ρε Μίμη, μια άλλου είδους μετάφραση από τις μεταφράσεις Καζαντζάκη-Κακριδή». Κι έτσι, μια ωραία πρωία ή ένα ωραίο βράδυ, βγήκανε 120 στίχοι από την «Οδύσσεια». 

— Πηγαίνοντας ανάποδα. 

«Οδύσσεια», «Ιλιάδα» και τώρα σαν τρελός ξανά για την «Οδύσσεια». 

— Πότε τοποθετείς το ξεκίνημα της μετάφρασης της «Οδύσσειας»; 

Αρχές της δεκαετίας του '80. Και αρχίζω να μεταφράζω κανονικά πια από το '89. Εκεί, επίσης, έχω ένα σπρώξιμο από έναν φίλο: ο Μικρούτσικος ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Πατρών. Κάτι είχε μυριστεί και μου λέει: «Δεν μεταφράζεις μια ραψωδία ν' ακουστεί απάνω στο Κάστρο;». Κι έτσι, μετέφρασα την πέμπτη ραψωδία της «Οδύσσειας». Την αγαπώ, μη σου πω πόσο και πώς. Το περίεργο είναι ότι δημιούργησε μια συγκίνηση φοβερή. Κολακεύτηκα πολύ γιατί ήταν παρών και ο Ελύτης, ο οποίος ήρθε στο τέλος και με αγκάλιαζε και με φιλούσε.   

Χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική. ]

   — Εσύ διάβασες; 

Εγώ με τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Ήτανε ένα καταπληκτικό ντουέτο στο ύπαιθρο, στη μέση μια φωτιά αναμμένη, και το παίζαμε κομμάτι-κομμάτι. 

— Το βάπτισμα του πυρός, σαν να λέμε. 

Το βάπτισμα του πυρός. Τελείωσε, λοιπόν, η ραψωδία η Ε', που είναι ίσως από τις σημαντικότερες. Πρωθύστερη ραψωδία. 

— Τις αναγνώσεις στο Εθνικό τις παρακολουθείς όλες; 

Έπρεπε να ήσουν χτες κι όλες αυτές τις Παρασκευές. Υπάρχουν κάποιες μαγικές βραδιές, σε κατάμεστη αίθουσα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι διαφορές υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουν τα ζευγάρια των ηθοποιών τις ραψωδίες της «Οδύσσειας».   

— Χθες ποιοι διάβασαν; 

Η Ναυπλιώτου, αυτό το τέρας ομορφιάς 

–Θε μου, δεν έχω δει τόσο ωραία κοπέλα– και η Σαββίδη που ήτανε και στην «Ιλιάδα», την οποία επίσης αγαπώ πάρα πολύ. Έγινε πανζουρλισμός στο τέλος. 

— Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τις ραψωδίες από άλλους ή όταν τις απαγγέλλεις εσύ στη δική σου μετάφραση; 

Είναι τα δύο έπη στα οποία απερίφραστα λέω «δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά μου πια, δεν ήταν δικά μου ποτέ», κι όμως, όταν τα ακούω κι όταν τα λέω –κι αν δούλευε και η φωνή καλύτερα, αλλά δεν πειράζει, κι έτσι σπασμένη έχει κι αυτή την αξία της–, αισθάνομαι κάτι απίστευτο. 

— Και το πέρασμα, εννοώ το αντίστροφο πέρασμα από την «Οδύσσεια» στην «Ιλιάδα», κρατάει τις ίδιες εντάσεις, τις ίδιες ποιότητες; 

Αυτή η μετακίνηση, από την τρυφερότητα σχεδόν, όπως εξελισσόταν, που ένιωθα για την «Οδύσσεια», στον τρόμο με τον οποίο ξεκίνησε η μετάφραση της «Ιλιάδας»...

 — Πες μου γι' αυτό τον τρόμο. 

Εκεί τα έδωσα όλα. Εκεί ξεχάστηκα ποιος είμαι, γιατί επιμένω, γιατί επιμένει το πράγμα αυτό με αυτό τον τρόπο στη ζωή μου. Όταν μου λέγανε «τώρα θα μεταφράσεις Ιλιάδα;», έλεγα: «Είστε τρελοί; Μετά την "Οδύσσεια;"». Όπως γινότανε η δουλειά πια καθ' οδόν, ήταν εξ επαφής, δεν ξέρω πώς να την πω. H αντίσταση ήταν απερίγραπτη και η ειρωνεία του κειμένου, όπως το 'πιανα για να μεταφραστεί, για να μη γίνει πατιτούρα της «Οδύσσειας», και δεν είναι, περηφανεύομαι γι' αυτό, ίσως φανεί με τα χρόνια ότι είναι το ωριμότερο πράγμα που βγήκε απ' το χεράκι μου. 

— Ο τρόμος μετεξελίχθηκε σε λατρεία; 

Λατρεία κανονική. Από πού κι ως πού, τώρα, να έχω τέτοια λατρεία... Δεν είναι λατρεία, ίσως όχι. Αισθάνομαι ότι από ένα σημείο και πέρα το κείμενο μου δίνεται, το γυρεύω, με γυρεύει, περιμένει να το γυρέψω. Αρχίζει να με γυρεύει κι ύστερα γίνεται: δίνεται και γίνεται.   

Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO 


— Λες στις επιφυλλίδες σου πως, όσο μεγαλώνεις, συναρμόζεις το γήρας με το γέρας, με την επιβράβευση της ίδιας της ύπαρξης. Το λες ειρωνικά αλλά και σοβαρά συγχρόνως. Τι βρίσκεις στο γήρας; Τις ερωτήσεις ή τις απαντήσεις; 

Κι εδώ δάσκαλος είναι ο Καβάφης. Το λέει και ο ίδιος: «Εγώ είμαι ποιητής του γήρατος». Και υπάρχουν ποιήματα του Καβάφη που ενώνουν το γήρας ως οδυνηρό βίωμα αλλά μαζί και ως αποζημίωση των γηρατειών, έτσι ώστε το γήρας να γίνεται γέρας. Η μελαγχολία του «Εκ Κομμαγηνής» είναι ακριβώς ένας τέτοιος συνδυασμός. Είναι περίεργο, σου μιλούσα για τον καθηγητή μου τον Μπότσογλου, ο οποίος μου χάρισε, από πού κι ως πού, πώς δεν με φοβήθηκε κιόλας, έναν πολύ ωραίο τόμο με τα ποιήματα του Καβάφη. Το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε. Όσο το σκέφτομαι, ποτέ δεν σκανδαλίστηκα με τον ερωτικό Καβάφη, αισθάνομαι και γι' αυτόν την ίδια ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι και για όλο του το έργο. Αλλά, κυρίως, ευγνωμοσύνη για βιώματα που γίνανε σιγά-σιγά και δικά μου, όπως είναι ο συνδυασμός γήρατος και γέρως στην ηλικία που βρίσκομαι, αλλά και κάτι άλλο το οποίο βγήκε κι αυτό στη φόρα τελευταία. Ένα κείμενο, και κυρίως ένα ποίημα καλό, αν προσέξει κανείς τι γίνεται, διαπιστώνει, και στον Καβάφη πολύ συχνά, αλλά και στον Σεφέρη, αν και λιγότερο, ότι είναι κείμενο το οποίο εφευρίσκει τον καιρό του και ορίζει τον τόπο του. Τα 3/4 των ποιημάτων του Καβάφη ορίζουν το ζεύγος «καιρός και τόπος». Κι όταν στηθεί αυτό το πλέγμα, τότε μπαίνουν όσα θέλει δρώμενα και όποιοι θέλει ως δρώντες του ποιήματος. Τεράστιο δίδαγμα. 

— Άρα, μιλάμε για μια ποιητική σκηνοθεσία; 

Ναι, αλλά όχι στημένη, στοχασμένη. Στοχασμένη. Παρ' ολίγον ξεχασμένη. ( Μου κλείνει το μάτι.) Έλα να κάνουμε λίγο τα καλαμπούρια τα δικά μου με τις λέξεις, που μ' αρέσουν.   

— Πάμε σε μια μεγάλη σου αγάπη ή, μάλλον, σε δύο. Θα έλεγα πως είσαι ή γίνεσαι με τα χρόνια επαγγελματίας θεατής. Αξεδιάλυτα κινηματογραφόφιλος και θεατρόφιλος. Πότε ξεκίνησε αυτό το δίπολο; 

Άρχισαν μαζί θέατρο και σινεμά. Για το θέατρο ευθύνεται και πάλι ο Λίνος Πολίτης, όταν μ' έβαλε κι έπαιξα τον μαντατοφόρο της «Ερωφίλης» και μετά στη «Θυσία του Αβραάμ», και ήρθε ο Γάλλος πρέσβης και μου έδινε υποτροφία να σηκωθώ και να φύγω κατευθείαν για τη Γαλλία. Αλλά ο πατέρας μου μού είπε «σπούδασε και μετά». Καλά που έγινε έτσι. Το τι μου αρέσει το θέατρο δεν μπορώ να σ' το πω. Στη γειτονιά όπου καθόμαστε ήταν ένα σινεμά που είχε έναν περίβολο από τσίγκο και είχε τρύπες, απέναντι από το πανεπιστήμιο, «Χαρίλαος» λεγότανε. Κι εκεί το καλοκαίρι είχε κυρίως βαριετέ ή νούμερα, όπου ελάτρεψα την Ηρώ Χαντά. Από κει και πέρα, το σινεμά έγινε ψωμοτύρι για μας, για μένα και για την αδερφή μου. Ο πατέρας μου μας έστελνε το πρωί της Κυριακής, επειδή ήτανε και η τιμή πιο φτηνή, στο Αχίλλειο της Αγίου Δημητρίου, για να πάνε το βράδυ με τη μάνα μου μαζί. Νινή Ζαχά και δεν συμμαζεύεται, είχανε τότε νούμερα στο σινεμά. Αργότερα, όταν άρχισα να βλέπω θέατρο βαρβάτο και είχα την τύχη να δω παραστάσεις με τον Ζεράρ Φιλίπ και τη Μαρία Καζαρές... Να σ' το διηγηθώ αυτό;   

[ Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Το ένα, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, λατρεύω τα σκυλιά. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά.]

 — Οπωσδήποτε. 

Μ' είχε πάει ο Λίνος, πάλι τη δεκαετία του '60. Πήγα και δεύτερη φορά. Στήθηκα απ' έξω και τους περίμενα να βγουν. Σε κάποια δόση εμφανίστηκε ο Ζεράρ Φιλίπ μ' αυτή την υπέροχη γυναίκα, την Καζαρές, κι άρχισαν να περπατάνε, να κατεβαίνουν στην παραλία. Τα γαλλικά τα δικά μου – θα σου μιλήσω γι' αυτό που ονομάζω «μονογλωσσία», αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα μιλήσουμε... Τους πήρα, λοιπόν, από πίσω και προσπαθούσα ν' αρπάξω κουβέντες. Ακούω ότι γυρεύουν να πάνε κάπου να φάνε και παρεμβαίνω και με τα σπασμένα γαλλικά μου τους λέω «θα σας πάω εγώ». Και τους πήγα στον Στρατή, κάθισα μαζί τους, μιλήσαμε, και την άλλη μέρα στο σινεμά, στα Διονύσια, στη Θεσσαλονίκη, παιζόταν το «Φανφάν Λα Τουλίπ» με τον Ζεράρ Φιλίπ, και ήρθε εκεί. Εγώ κάτω, και μάλιστα στην άκρη του διαδρόμου, και περνάει ο Ζεράρ Φιλίπ και με αναγνωρίζει και μου δίνει το χέρι και λέω «τελειώσαμε». Με δυο λόγια, τίποτε δεν αγάπησα τόσο πολύ όσο το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πάρα πολύ και το σινεμά, αλλά το θέατρο είναι ο μεγάλος μου καημός και η μεγάλη μου αγάπη. 

— Μίμη, μου 'χες πει και την πρώτη σου ατάκα σε παράσταση. 

Θα σ' την ξαναπώ. Τρίτη τάξη του δημοτικού. Έβγαινα στη σκηνή κι έλεγα «είμαι ο Λάκης Λακούβας, αδερφός της κυρίας Λακούβα που δίνει μαθήματα πιάνου στην κυρία Μαρτέλη». Και για να το κλείσω το θέμα: χωρίς να σημαίνει τίποτε ψεύτικο, χωρίς να λέω ψέματα αυτήν τη στιγμή, η στόφα μου, όχι η επαγγελματική, αισθάνομαι ότι είναι, για τον τρόπο που ζω, που σου μιλώ αυτή την ώρα, θεατρική. 

— Ας μείνουμε σ' αυτήν τη στόφα. Θα σου πω κάποια νήματα που έχω ξεχωρίσει: Υπόγειο του Κουν, Πολυμπέκετ της Πατεράκη, η αγάπη σου για τον Βογιατζή, το πέρασμα της «Μαύρης Γαλήνης» στη σκηνή. 

Όλα. Όλα ισχύουν.

 — Το ανέβασμα του «Αίαντα»... 

Το οποίο δεν μ' άρεσε πολύ εμένα, αλλά ήταν ένα καθαρό ανέβασμα, ακούστηκε ωραία το κείμενο, και είχε και κάποιες φωνές, αντρών κυρίως, του Περλέγκα λόγου χάρη, που μ' ενθουσίασαν. Να δούμε τι θα γίνει τώρα με την «Αντιγόνη». 

— Ποιος σκηνοθετεί; 

Στο Εθνικό Θέατρο, ο Λιβαθηνός. Στην Επίδαυρο θα παιχτεί. 

— Έχεις εμφανιστεί και ο ίδιος στην Επίδαυρο, σκηνοθετημένος από τον Δημήτρη Μαυρίκιο. 

Ακριβώς, στην «Ηλέκτρα».

 — Πες μου γι' αυτό το πέρασμα, πώς σου ήρθε;

 Είχε τρελαθεί ο Λευτέρης Βογιατζής, γιατί ήταν δική μου ιδέα να βγαίνω από την ορχήστρα και να κάθομαι απ' έξω και να ξαναμπαίνω. «Πώς σου ήρθε αυτό το μπες-βγες» με είχε ρωτήσει, το είχε βρει υπέροχο. Φορούσα μια μαύρη καπαρντίνα που την έχω ακόμα και την αγαπώ πάρα πολύ, ήταν μια υπέροχη βραδιά. 

— Κι έτσι, από τον Λάκη τον Λακούβα έφτασες στην Επίδαυρο, χωρίς να γίνεις ποτέ ηθοποιός. 

Δεν είμαι θεατρόφιλος, αισθάνομαι ότι είμαι θεατρικός, ούτε θεατρίνος (συλλαβίζει αργά) θε-α-τρι-κός. Να σκέφτεσαι λίγο και τη λέξη, από το «θεώμαι». 

  — Μου μίλησες όμως για τη μονογλωσσία, ήθελες να τελειώσουμε μ' αυτήν, αλλά λέω να την πιάσουμε τώρα, μην την ξεχάσουμε και οι δυο. 

Συν τω χρόνω, και από ανάγκη και από συνθήκες ζωής, αλλά εν τέλει και από επιλογή μου, έχω γίνει κυριολεκτικά μονόγλωσσος. Ελληνόγλωσσος. Σαν να μην υπάρχουν άλλες γλώσσες. Αυτά τα λίγα που ξέρω από ξένες γλώσσες σιγά-σιγά εξαφανίζονται και τα ελληνικά, η γλώσσα –καθόλου εθνοπρεπώς αυτά που λέω–, κυριαρχούν. Το 'χω καμάρι που έγινα μονόγλωσσος.   

— Θα σε πάω σε μια ερώτηση κάπως δύσκολη. Ξεκίνησε νωρίς, και, αλίμονο πάντα είναι νωρίς, ο κύκλος των χαμένων φίλων και συνομιλητών: Λίνος Πολίτης, Γιώργος Σαββίδης, Παύλος Ζάννας, Τάσος Χρηστίδης, Κωστής Σκαλιόρας – τελευταία μάλλον αναχώρηση. Συνεχίζεται η διακοπείσα συνομιλία; Τους κουβαλάς; 

Εγώ μιλάω πολύ με τους πεθαμένους φίλους μου. Είναι και πολλοί και εκλεκτοί, και όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά. Θα μου επιτρέψεις να ξεχωρίσω δυο ονόματα από αυτά που μου ανέφερες: το ένα είναι του Τάσου Χρηστίδη και το άλλο του Παύλου Ζάννα. Όταν μου έδωσε η Μίνα και διάβασα τα απομνημονεύματά του από τη φυλακή, είδα τις αναφορές του στην αφεντιά μου, με τη μία ή με την άλλη ευκαιρία, τόσο τρυφερές, που με άφησαν κατάπληκτο. Δεν του το έδειξα ποτέ, αν και το είχα πάρει είδηση, γιατί ξέρεις τι μου συνέβαινε; Στη Θεσσαλονίκη, εγώ κούφος μες στη φτώχεια μου την εποχή εκείνη, πέφτω από μια μεριά στο ζεύγος Φατούρου, Μίκας και Δημήτρη, και από την άλλη στον Παύλο και στη Μίνα Ζάννα. Πάντως, αν ήταν να διαλέξω δύο, θα διάλεγα αυτούς που σου είπα. Για να πω αν θα διάλεγα ένα... όχι. Ποτέ ένα.   

— Το μυαλό σου τι το απασχολεί αυτή την εποχή; Τι είναι αυτό που σκέφτεσαι; 

Δεν είναι πολλά πράγματα και θα τα πω συνθηματικά, κι ελπίζω να μη χρειάζεται να τα εξηγήσω, και αν μερικά ακούγονται ανεξήγητα, ας μείνουν όπως τα πω. Υπάρχει ένα τριαδικό σχήμα πάλι, μια μοίρα θα έλεγα, με τα εξής στοιχεία: αυτό που λέμε «ταυτότητα», αυτό που προέκυψε τον τελευταίο καιρό και το λέω «αυτότητα» κι ένα τρίτο, που είναι το πολυτιμότερο για μένα και το λέω «φιλότητα». Η ταυτότητα είναι το πιο εγωτικό στοιχείο, η αυτότητα φαίνεται ότι χρειάζεται να περάσουνε χρόνια, να βασανιστεί κανείς αρκετά, να λύσει τους κόμπους που τους κρατούσε δεμένους για συγκεκριμένους λόγους και να βγει το «αυτό», όχι ως τρίτο πρόσωπο, όχι, αλλά ως αυτόνομο στοιχείο: αυτότητα. Από κει και πέρα, η φιλότητα είναι η λέξη που ανακάλυψα τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια. Όταν, δε, διεπίστωσα ότι η λέξη είναι και ομηρική, τρελάθηκα. Υπάρχει και στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια». Νομίζω ότι ωραιότερη λέξη στα ελληνικά, ίσως και στις άλλες γλώσσες, δεν θα βρεις.

 — Τι συνθέτουν αυτά τα τρία στοιχεία; 

Δεν είναι συνεχώς μαζί. Κάποτε κοντράρει το ένα το άλλο, υπάρχουν όμως και κάποιες ώρες, υπάρχουν κάποιες νύχτες, υπάρχουν κάποια όνειρα, όπου συμβάλλονται και τα τρία. Κι αυτή είναι η πιο μεγάλη ικανοποίηση και ησυχία που βρίσκει το σώμα μου και το μυαλό μου. 

— Δίνεις σημασία στα όνειρα, τα ανέφερες και πρωτύτερα. Σε απασχολούν; 

Ναι. Όχι όμως με τον τρόπο που θέλει συνήθως κανείς να τα εξηγήσει. 

— Φροϊδικά, σε απασχολούν; 

Φροϊδικά, ναι. Τώρα, δε, που τα πράγματα περνάνε από τη νηφαλιότητα στον ύπνο και στο όνειρο, και από το όνειρο στη νηφαλιότητα, νομίζω ότι η αυτότητα μπήκε με τα όνειρα στη γλώσσα μου και στην αίσθηση του ζωντανού λόγου μου. Είναι το κρυφό μου πράγμα, όχι γιατί θέλω να το κρύψω, αλλά γιατί είναι το πιο κρυφό σε οποιονδήποτε άνθρωπο, και καλό είναι να μείνει κρυφό, δεν χρειάζεται να το σκάψει κανείς κι άλλο, γι' αυτό είναι και «αυτότητα», δεν είναι δικό μου εντελώς. Είναι αυτό που είναι.   

— Πες μου λίγο για σένα, έξω από το γραφείο, μακριά από το κομπιούτερ και τα βιβλία, μακριά κι απ' το μυαλό σου, αν γίνεται. 

Τον τελευταίο καιρό έχω κάποια έμμονα στοιχεία. Λατρεύω, καθώς περνάει ο καιρός, τρία πράγματα. Τα μωρά, δεν μπορώ να σου πω πώς αισθάνομαι όταν τα βλέπω στον δρόμο ή στο καροτσάκι, κυρίως στο καροτσάκι. 

— Είσαι από τους παππούδες που πάθανε πλάκα μόλις είδανε τον εγγονό τους; 

Όχι. Όχι. Ο εγγονός είχε έρθει πιο πριν. Μιλάω για τα άγνωστα, γι' αυτά τα μουτράκια που αν τα δεις με γλύκα, το αρπάζουν στον αέρα και σου τραβούν χαμόγελο. Το ένα, λοιπόν, είναι τα μωρά. Το άλλο, όσο και να φαίνεται περίεργο για μένα, ότι λατρεύω τα σκυλιά. Έχω την εντύπωση ότι και αυτά δεν είναι αγριεμένα μαζί σου, δεν αγριεύονται, βγάζουνε κάτι γλυκό όταν τα κοιτάξεις με έναν ορισμένο τρόπο και σε κοιτάξουν κι αυτά έτσι. Και το τρίτο ίσως είναι και το πιο παράδοξο, και δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Μ' αρέσουν πάρα πολύ τα γυμνά βουνά. Τα γυμνά βουνά. 

— Η Τήνος, ας πούμε, το Ξώμπουργο. 

Η Τήνος, ναι, η Τήνος έχει ολόκληρα τέτοια βουνά, αλλά και ο περίγυρος της Θεσσαλονίκης έχει τέτοιου είδους βουνά... Κι αυτά είναι πράγματα που βγήκανε καθ' οδόν τα τελευταία χρόνια, αλλά θαρρείς ότι κυοφορούνταν μέσα μου και περίμεναν. Τι περίμεναν; Να γίνω σχεδόν 90 χρονών για να τα καταλάβω; Πάντως, λέω εντάξει, αφού βγήκαν τώρα... 

— Καλώς τα. 

Ναι, καλώς τα.   

— Ησυχάζει ποτέ ο δαίμονας του σώματος; 

Όχι. Όχι, γιατί κι εδώ δεν πρόκειται για συμπληρωματικότητα, πρόκειται για συνοχή. Τώρα, μάλιστα, που πέρασαν και τα χρόνια, αισθάνομαι όχι απλώς να συνέχεται το σώμα μου αλλά και να με συνέχει ολόκληρο. Επομένως, σέβομαι το σώμα μου γιατί αισθάνομαι πως με σεβάστηκε κι αυτό. Δεν υπήρξανε μπαγαποντιές ανάμεσα σ' εμένα και το σώμα μου, κι αν με ρωτούσες ποιο ήταν το ειλικρινέστερο στοιχείο, θα έλεγα το σώμα. Ίσως μ' αυτό γράφω. Πάντως, ποτέ δεν είναι απόν το σώμα μου όταν γράφω. Ποτέ. Το σώμα μου ολόκληρο, σε βεβαιώνω. Γι' αυτό γράφω και ενύπνιος εγώ, στον ύπνο μου, όπου ξεσηκώνεται το σώμα μου στα όνειρά μου. Και μιλάει. Γράφει. Κι άλλες φορές περνάνε πράγματα στα γραπτά μου κι άλλες φορές διαλύονται. 

— Μίμη, πες μου ένα τραγούδι που σ' αρέσει, που το τραγουδούσες από πάντα.

 Η Ανθή βάζει τα γέλια. 

«Δεν είμαι ο Γιώργος που αγαπούσες μια φορά». 

— Παρότι Μίμης; 

Ανθή: Μας είχε πρήξει. 

Στη Γερμανία, στο σπίτι του Μαργκ, με βάζανε και το τραγουδούσα συνέχεια, κι ένας Ελβετός... 

Ανθή: Ένας καθηγητής πανεπιστημίου τώρα, σούπερ καθηγητής, τον άκουσε μια φορά κι ενθουσιάστηκε. 

Το γουστάρω πολύ.   

Θα κλείσω με τον τρόπο του: τον γουστάρω πολύ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Με τη σπασμένη του φωνή και το μυαλό του χωρίς τσακισματιές. Με τα δάκρυά του και το θάρρος του, τη μανία του σχεδόν να εκτίθεται. Με τη διαρκή μετατόπιση της κλωστής από το δημόσιο στο ιδιωτικό και με την εξομολογητικότητά του που δεν τον εκθέτει ποτέ παραπάνω απ' όσο θέλει ο ίδιος. Με το γνήσιο των συναισθημάτων του που αποστρέφονται την αισθηματολογία. Με την αναπόφευκτη μελαγχολία του. Με τον λόγο του που είναι ρυθμός, με τον ρυθμό του που είναι πράξη. Με το αδύνατο σώμα του να μιλάει κοφτερά όπως και τότε που ράγιζε καρδιές στα αμφιθέατρα. Τον γουστάρω γιατί είναι ο νεότερος 87χρονος που έχουμε ανάμεσά μας. 


      =============================================


Δημήτρης Μαρωνίτης/ Ενας εκλεκτός άνθρωπος

Ήταν μία άλλη ελίτ, «γιατί ήξερε γράμματα». Ναι, ένας ιδιαίτερος άνθρωπος που, αν έγραφε στα αγγλικά ή στα γαλλικά, θα ήταν ένας διανοούμενος παγκοσμίου επιπέδου. Γνωρίστε τους βασικούς σταθμούς της ζωής και της σκέψης του...

Χριστίνα Ταχιάου

13 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016


MaronitisMaronia5
2011, στο αρχαίο θέατρο Μαρώνειας...
Φωτό: Γιώργος Βολουδάκης



Το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου του 2011, ένας άνδρας στέκεται στη μέση της σκηνής του Αρχαίου Θεάτρου της Μαρώνειας, στη Ροδόπη κι απαγγέλλει «Ιλιάδα». Το θέατρο είναι κατάμεστο κι η βραδιά μαγική. Είναι ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σε μια παράσταση που σκηνοθέτησε με μοναδικό τρόπο ο Θοδωρής Γκόνης, στον κατανυκτικό αρχαιολογικό χώρο. Ο Μαρωνίτης καταχειροκροτήθηκε από τον κόσμο, συγκινήθηκε. Πέρσι συνάντησε στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» της Θεσσαλονίκης έναν από τους φωτογράφους εκείνης της βραδιάς. «Ήταν μια από τις ωραιότερες βραδιές της ζωής μου», του είπε.

Ήταν Μαρωνίτης όνομα και πράμα. Ο πατέρας του, Νικόλαος, καταγόταν από τη Μαρώνεια, 775 χιλιόμετρα από την Αθήνα και 300 από τη Θεσσαλονίκη. Οι Μαρωνίτες με υπερηφάνεια αναφέρουν το μεγάλο δάσκαλο ως συντοπίτη τους. Αν και ποτέ δεν έζησε εκεί, ο Δημήτρης Μαρωνίτης επισκεπτόταν την περιοχή. Σε μια τέτοια επίσκεψη το 1998, στην παρέα βρισκόταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας στη Νομική του ΑΠΘ και πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, Άρης Στυλιανού. Ο Μαρωνίτης τους ξενάγησε στον αρχαιολογικό χώρο και τους απήγγειλε μια ραψωδία από την Οδύσσεια τη μετάφραση της οποίας είχε, μόλις, τελειώσει. «Ήταν αεικίνητος, δε σε άφηνε ποτέ να ησυχάσεις», λέει στο protagon ο Άρης Στυλιανού, ο οποίος –αν και πολύ νεότερος- υπήρξε ένας από τους πολύ στενούς φίλους του εκλιπόντος δασκάλου.

Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος. Το αντίθετο. Ρώτησα κάποιο φίλο εάν έκανε ποτέ παρέα μαζί του. «Όχι. Ήταν μια άλλη ελίτ. Και δικαίως. Ξέρεις γιατί; Γιατί ήξερε γράμματα», απάντησε αφοπλιστικά.

Όλοι έχουν να λένε για τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του και το ύφος του που πρόδιδε απαιτητικό άνθρωπο. «Σε ζόριζε. Σε έβαζε να σκέφτεσαι, να συζητάς σοβαρά, ακόμη και στο μπαρ ή την ταβέρνα, δεν ήθελε εύκολες λύσεις», λέει ο κ. Στυλιανού. «Ήταν όντως αυστηρός και απαιτητικός. Δε χάιδευε, δεν έλεγε “τα καημένα τα παιδιά”, δεν κατέβαζε το επίπεδό του, απαιτούσε να ανέβουν οι άλλοι επίπεδο. Θεωρητικοποιούσε τα βιώματά του, ήταν σοβαρός χωρίς να είναι σοβαροφανής. Ήταν ένας γοητευτικός άνθρωπος κι ένας σπουδαίος, εξαιρετικός δάσκαλος. Ήταν, πάνω απ’ όλα, Δάσκαλος. Δίδασκε, είχε μανία με τη διδασκαλία, ακόμη και στις ταβέρνες δίδασκε».

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης μεγάλωσε φτωχικά, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην οδό Σοφοκλέους, ανάμεσα στην Κασσάνδρου και την Αθηνάς, προς την Άνω Πόλη. Ο πατέρας του ήταν καπνεργάτης. Το 1939 μπήκε με εξετάσεις στο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σπούδασε στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ κι από το 1953 έως το 1959 απασχολήθηκε ως άμισθος βοηθός του Ιωάννη Κακριδή. Για το βιοπορισμό του, εργάστηκε έως το 1965 ως καθηγητής στα ξενόγλωσσα Γυμνάσια, το Γαλλικό Δελασάλ και τη Γερμανική Σχολή. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία με υποτροφία κι ο γάμος του με την Ανθή Τσαπούλη. Απέκτησαν δυο κόρες, την Εριφύλη και την Νίκη.

Το 1965 έγινε υφηγητής στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ, απ’ όπου απολύθηκε λίγο μετά την επιβολή της χούντας. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης, ο οποίος επίσης πέρασε από το Πειραματικό Γυμνάσιο, διατηρεί μια πολύ έντονη ανάμνηση του Μαρωνίτη από τα χρόνια εκείνα και την αφηγείται στο protagon. «Όταν είχε απολυθεί από τη χούντα, είχαμε κάνει μια ομάδα και μας μάζευε στο πατάρι του Ζήτα Μι (ήταν η γκαλερί που διατηρούσαν το ζεύγος Παύλου και Μίνας Ζάννα στην Αριστοτέλους) και μας έκανε μαθήματα. Δεν ήταν το κλασικό μάθημα, λογοτεχνία, γλώσσα, Αρχαία, και δεν ήταν μόνο το μάθημα. Ήταν μαθήματα ζωής, μεγάλη απόλαυση, η συζήτηση, τα ερεθίσματα, μετά συνεχίζαμε με φαγητά και ποτά…»

MaronitisMaronia2-2

Παράλληλα, αν και απολυμένος από το ΑΠΘ και υπό δίωξη, ο Μαρωνίτης έδινε διαλέξεις στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, σθεναρά αντιστεκόμενος στο καθεστώς. Το καλοκαίρι του 1969 συνελήφθη στη διάρκεια μιας διάλεξης και κρατήθηκε για ένα μήνα στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Αποφάσισαν, με την οικογένειά του, να μετακομίσουν στην Αθήνα, καθώς η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή πόλη με πολλούς χαφιέδες. Εκεί, του προσφέρθηκε μια δουλειά σε εκδοτικό οίκο, αλλά το Φεβρουάριο του 1971 συνελήφθη εκ νέου από την ΕΣΑ κι έμεινε για 10 μήνες στον Κορυδαλλό. Όταν βγήκε από τη φυλακή, εξακολούθησε τη δράση του, δημοσιεύοντας άρθρα εναντίον του καθεστώτος στο ΒΗΜΑ, όπου εργαζόταν ως επιφυλλιδογράφος. Συνελήφθη για τρίτη φορά το Μάρτιο του 1973 κι έμεινε σε κελί του ΕΑΤ – ΕΣΑ βασανιζόμενος επί 6 μήνες.

Επανήλθε στο Πανεπιστήμιο ως εντεταλμένος υφηγητής στη Φιλοσοφική το 1974 και το 1975 εξελέγη καθηγητής στην Α’ έδρα Κλασικής Φιλολογίας. Κινούνταν πάντα στο χώρο της αριστεράς, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν στο χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Συμμετείχε σε εκδηλώσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού και είχε διατελέσει υποψήφιός του σε εκλογές, όπως και με τον ενιαίο Συνασπισμό το 1989. Μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου του Ρήγα Φεραίου τον θυμούνται σε συναντήσεις προκειμένου να τον στηρίξουν στις πρώτες πρυτανικές εκλογές που διενεργήθηκαν με τον νόμο πλαίσιο 1268/1982. Δεν τους έταξε τίποτε, δεν διαπραγματεύτηκε καθόλου. Τον στήριξαν και, με το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ να είναι απέναντί του, κατάφερε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 20%. Εξελέγη πρύτανης ο Δημήτρης Φατούρος. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης εναντιωνόταν σε κάθε πιθανή σύγκλιση του χώρου του με το ΠΑΣΟΚ, και αποχώρησε από το Συνασπισμό το 1990, όταν αποφασίστηκε να στηρίξει το Φατούρο για δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, δεν ήταν κάτι προσωπικό με το Φατούρο. Αντιθέτως, είχαν φιλική σχέση. Συνδαιτυμόνας θυμάται μια βραδιά στο σπίτι του Δημήτρη Φατούρου στην παραλία της Θεσσαλονίκης το 1975, στην εποχή της μεταπολίτευσης, εποχή ιδιαιτέρως φορτισμένη και έντονη. Ήταν εκεί διάφοροι πνευματικοί άνθρωποι, όπως ο Δημήτρης Τσάτσος κι ο Δημήτρης Μαρωνίτης, όλοι τους κάτω των 50 ετών. Ο συνδαιτυμόνας θυμάται τις υψηλότατου επιπέδου αναλύσεις, το κλίμα του προβληματισμού για την πορεία προς μια δημοκρατική κατεύθυνση κι αναρωτιέται πώς θα ένιωθαν, σήμερα, οι τότε μεσήλικες που μελετούσαν και συμμετείχαν σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές με στόχο μια δίκαιη Ελλάδα.

Ο εκλιπών δε μασούσε τα λόγια του και δεν δίστασε ποτέ να συγκρουστεί. Ως «sui generis, αριστοκράτη του πνεύματος και βαθιά εστέτ» τον περιγράφει παλιός του σύντροφος. Δεν έκανε εκπτώσεις στο πνευματικό του έργο, δεν ξέφευγε από τις αρχές του, ενώ υπήρξε και αισθητικά τολμηρός για την εποχή του. Για παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, εμφανιζόταν στη Θεσσαλονίκη με χρωματιστά παντελόνια, κάτι μοναδικό για πανεπιστημιακό δάσκαλο. Είχε μια ξεχωριστή αισθητική αντίληψη των έργων τέχνης κι αυτό φαινόταν στις επιφυλλίδες και τα άρθρα του.

Μιλούσε σαν να έγραφε. Δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, συνήθως επικρατεί η τάση η γραφή να μιμείται την ομιλία. Ο Μαρωνίτης μιλούσε σαν να έγραφε, απαιτητικά, φιλοσοφικά, αυστηρά, ελιτίστικα, δηκτικά. Δε χαριζόταν σε κανέναν και οι φοιτητές του πολλές φορές έτρεμαν για τη συμπεριφορά του. Όσο κι αν μετρούσε τα λόγια του, πάντως, δεν απέφευγε κι αθυροστομίες. Για παράδειγμα, τον θυμούνται να φωνάζει στο διάδρομο της Φιλοσοφικής σε φοιτητή: «Εκτός από συνδικαλιστής, είσαι και μαλάκας;»

Λάτρευε το θέατρο, κι επί κυβέρνησης Τζαννετάκη το 1989 διορίστηκε καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Παραιτήθηκε το Νοέμβριο του 1990, λόγω των αντιδράσεων που προκαλούσαν οι τολμηρές πρωτοβουλίες του στο «συντηρητικό κατεστημένο των ηθοποιών του θεάτρου», όπως λεν άνθρωποι που τον γνώρισαν καλά. Από μαθητής μετείχε σε θεατρικές ομάδες. Ως φοιτητής, ήταν στη θεατρική ομάδα του ΑΠΘ, ενώ έπαιξε και σε παραστάσεις. Για παράδειγμα, το 1997 είχε το ρόλο του παιδαγωγού στην «Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου κι έζησε τη χαρά να εμφανιστεί σε Αρχαία Θέατρα όπως της Δωδώνης και της Επιδαύρου. Είχε φιλική σχέση με τον Κάρολο Κουν και τον Μίνω Βολανάκη, όπως και με άλλους θεατρανθρώπους.

Συνταξιοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο το 1996. Όλα αυτά τα χρόνια, έως το 2000, μοίραζε τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Στη Θεσσαλονίκη έμενε σε νοικιασμένο σπίτι στην οδό Γρηγορίου Παλαμά 5 και σύχναζε στο κοντινό καφέ μπαρ De Facto. Εκεί γύρω ήταν και τα εστιατόρια που προτιμούσε, το Vivere στην οδό Ζεύξιδος και το Tiffany’s στην Ικτίνου. Είχε παλιούς φίλους που δεν ήταν δημόσια πρόσωπα. Από το 2000 έμεινε μόνιμα στην Αθήνα, αλλά επισκεπτόταν κατά διαστήματα τη Θεσσαλονίκη.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης κατάφερε να μετατρέψει μια αδυναμία του σε δύναμη. Αν και πέρασε κάποιο χρόνο σπουδών στη Γερμανία, δεν έμαθε καλά άλλη γλώσσα πέραν της ελληνικής. Δε σκεφτόταν σε κάποια άλλη γλώσσα, όπως συμβαίνει συχνά σε όσους είναι πολύγλωσσοι. Αυτό τον βοήθησε να εξελίσσει διαρκώς τη γνώση του στην ελληνική και τις μεταφράσεις του, κάτι που αναγνωρίζεται διεθνώς. Ο Χάρολντ Μπλουμ στον «Δυτικό Κανόνα» αναφέρεται σε κείμενα του Μαρωνίτη, ενώ στην Αμερική έχουν υιοθετηθεί οι ομηρικές μεταφράσεις του. «Με το μυαλό και την τόλμη του, εάν ο Δημήτρης Μαρωνίτης έγραφε σε μια πιο ισχυρή γλώσσα όπως τα αγγλικά ή τα γαλλικά, θα ήταν ένας παγκόσμιος διανοούμενος. Δεν είχε να ζηλέψει κάτι από τον Ντεριντά…», καταλήγει ο Άρης Στυλιανού.

   ===========================================

                              Επιφυλλίδες
          
                         ==============

Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Στο κέντρο του τετραγώνου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  18/06/2016 


μνήμη Τάσου Χριστίδη

Μιλώντας την περασμένη Κυριακή για τις γλωσσικές μας διαστροφές στο αναιμικό μας Γυμνάσιο, με σημείο αιχμής το δίλημμα πρωτότυπο ή μετάφραση των Αρχαίων, παρέπεμψα στο επτάτομο αρχαιογνωστικό πρόγραμμα Σημίτη, συντελεσμένο μέσα σε έξι μόλις χρόνια, με το υποδειγματικό εκείνο εναρκτήριο εγχειρίδιο «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας» εκπονημένο από τον αλησμόνητο Τάσο, που δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Μιλώ για τον καλύτερο φίλο της ζωής μου, που τον φωνάζω στα όνειρά μου, και εκείνος παρήγορος πάντα έρχεται. Για τον Τάσο μιλώ, που σεβόταν όσο κανείς την ιστορία της επιστήμης του και την ιστορία της ανθρώπινης φυλής

Φτάνει να δει κανείς εξ επαφής επίτιτλους και μεσότιτλους του πρώτου μέρους του τόμου για να πειστεί. Παρατίθενται δέκα παραδείγματα, εν είδει ποιήματος. «Ο άνθρωπος μιλάει, ενώ τα ζώα όχι, αυτά έχουν τη δική τους φωνή». «Η γλώσσα αλλάζει αλλά δεν χαλάει». «Η γλώσσα είναι ένα καινούριο εργαλείο, φτιαγμένο από παλιά ανταλλακτικά». «Το φώνημα: ο μαέστρος της γλωσσικής ορχήστρας». «Από τον λόγο στη γραφή, και αντιστρόφως». «Πρόγονος της γραφής η αρίθμηση». «Ποιοι και πότε πρωτοέγραψαν ελληνικά». «Οι επαφές φέρνουν το αλφάβητο στην Ελλάδα». «Πώς γράφονταν και διαβάζονταν τα κείμενα». Και αριθμητικός επίλογος: «Οι εννέα γλώσσες με τους περισσότερους ομιλητές στον κόσμο: «κινέζικα 885.000.000, ινδικά 371.000.000, αγγλικά 358.000.000, ισπανικά 266.000.000, αραβικά 200.000.000, πορτογαλικά 170.000.000, ρωσικά 170.000.000, ιαπωνικά 125.000.000, γερμανικά 98.000.000».

Επιπλέον: Το προκείμενο, πρώτο στη σειρά των επτά, εγχειρίδιο Αρχαιογνωσίας και Αρχαιογλωσσίας, μοιρασμένο σε δώδεκα επίτιτλα μέρη και έναν Επίλογο, έχει δυσεύρετες, επιστημονικές και διδακτικές, αρετές προσδόκιμες και απροσδόκητες, που προφαίνονται και στους τίτλους. Δείγματος χάριν αναφέρω τον πρώτο, τον έβδομο και τον δωδέκατο τίτλο: «Τα μυστικά της γλώσσας», «Η αρχιτεκτονική της γλώσσας», «Προς τα νέα Ελληνικά». Στον Επίλογο επονομάζονται δέκα κρίσιμα Παραρτήματα. Εκτός αυτού: κάθε κεφάλαιο στο τέλος συγκεφαλαιώνεται με μαθησιακή τρυφερότητα. Παραθέτω το συμπέρασμα του τελευταίου κεφαλαίου: «Από τον 18ο αιώνα και μέχρι τη δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 κυριαρχούν οι συζητήσεις για τη δημιουργία της ελληνικής γλώσσας [...] Το 1976 η δημοτική αναγνωρίζεται ως γλωσσικό εργαλείο του κράτους».

Ολοκληρώνω το πρώτο μέρος με προσωπική αποτίμηση: Κατόρθωμα αποτελεί η «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας», συνταγμένη από τον Τάσο Χριστίδη. Στην πραγματικότητα το εγχειρίδιο καλύπτει όλο το φάσμα της ελληνικής γλώσσας, από τα προϊστορικά χρόνια έως τις μέρες μας, αποκαλύπτοντας με συναρπαστική ενάργεια τα μυστικά της γλώσσας από τα προϊστορικά χρόνια, και της γραφής ειδικότερα. Συγχρόνως διαφωτίζει, με νηφάλιο και τεκμηριωμένο τρόπο, παθολογικές εκτροπές στην πορεία της ελληνικής γλώσσας.

Πρόκειται για θεμέλιο λίθο, με τον οποίο επιδιώκεται η σχολική αποφόρτιση του αρχαίου κόσμου από ιδεολογικές παραμορφώσεις και η ανάδειξη της πραγματικής ιστορικής του αξίας, αποτυπωμένης τόσο στην εξελισσόμενη ελληνική γλώσσα όσο και στα διαδοχικά του κείμενα. Ειδικότερα, τα δώδεκα μέρη και τα δέκα παραρτήματα της προκείμενης έκδοσης μορφώνουν τη γλωσσική συνείδηση και τροφοδοτούν την κειμενική όρεξη δασκάλων και μαθητών, ανοίγοντας τον ευρύτερο ανθρωπιστικό τους ορίζοντα.

Προχωρώ στο δεύτερο γεωμετρικό μέρος: τετραγωνικό και συνάμα διαγώνιο, με στιγματισμένο κέντρο. Το οποίο αποτυπώνει τα επτά επώνυμα μέρη της συλλογής, με τέσσερις βασικούς όρους - η ορολογία είναι δική μου: Αρχαιογνωσία - Αρχαιογλωσσία, Νεογνωσία - Νεογλωσσία. Οι τέσσερις όροι διατάσσονται κατά ζεύγη οριζοντίως, καθέτως και διαγωνίως, σχηματίζοντας σύμμετρο τετράγωνο. Το κέντρο του οποίου ορίζεται από τις διαγώνιες τομές. Δυστυχώς λείπει η γραφική αποτύπωση.

Και στα δύο ζεύγη γνώσης και γλώσσας προηγείται η γνώση, στη γενική και στην ειδική σημασία της. Νεογνωσία και νεογλωσσία έχουν προφανώς μείζονα σημασία, όχι μόνον γιατί αφορούν κατεξοχήν το παρόν, αλλά κυρίως επειδή διαθέτουν εξελισσόμενη σημασία, ενώ το ζεύγος αρχαιογνωσία - αρχαιογλωσσία αποτελεί κατά βάση κλειστό μέγεθος, το οποίο όμως σαφώς επηρεάζει (εμμέσως έστω) τις κινούμενες τύχες της νεογνωσίας και της νεογλωσσίας. Επαναλαμβάνω, για να μη διαλάθουν η σχετική σταθερότητα περιεχομένου του ζεύγους «Αρχαιογνωσία - Αρχαιογλωσσία» και η συνεχής ανανέωση του ζεύγους «Νεογνωσία - Νεογλωσσία», και προχωρώ, μάλλον συνθηματικά, στη διαγώνια σύνταξή τους στο εσωτερικό του τετραγώνου, επιμένοντας στο σημείο της τομής τους, όπου και οι τέσσερις συντελεστές συναιρούνται.

Απλούστερα: βρισκόμαστε στο σημείο της διαγώνιας τομής όπου: γνώση και γλώσσα, αρχαία και νέα, αδιόρατα συμπίπτουν. Προτείνω να διαβλέψουμε στο σημείο αυτό τη διαδικασία και το αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής μετάφρασης. Το πράγμα ακούγεται σαν αίνιγμα, και θέλει συζήτηση, που εδώ αποκλείεται, αφήνοντας όμως μια γεύση μεταφραστικής ηδονής.

  =================================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Λάθος και σωστό: εναλλάξ

Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο προβάλλεται σαν να επινοείται τώρα για πρώτη φορά μολονότι ανάγεται στο 1964

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  12/06/2016



Επιλέγετε ένα από τα δύο ή και τα δύο μαζί. Οι καιροί πάντως ευνοούν τα λάθη. Ο προκείμενος λόγος αφορά ειδικότερα τη Μέση Εκπαίδευση, κυρίως τη γυμνασιακή, κατ' εξοχήν τον γλωσσικό της κώδικα, όπου η αρχαία γλώσσα διεκδικεί κατά κανόνα πρωτεύουσα θέση. Το πράγμα όμως γυρίζει κάποτε και ανάποδα, όπως τις προάλλες. Για σκανδαλιστική πρόταση πρόκειται, με λίγους οπαδούς και πολλούς αντιπάλους, που πάει να πει ότι το παιχνίδι παίζεται και αναμένεται αμφίβολη έκβαση. Το περίεργο όμως είναι ότι το επίμαχο παίγνιο προβάλλεται σαν να μην έχει παρελθόν, σαν να επινοείται τώρα για πρώτη φορά, μολονότι ανάγεται στο 1964.

Ο δεύτερος σταθμός είναι το κρίσιμο και αποφασιστικό 1976. Τρίτος η αρχαιόπληκτη εμπλοκή Τρίτση στα εξόδια του παπανδρεϊκού ΠαΣοΚ. Τέταρτος η πολιτική και η πολιτεία Σημίτη, στην οποία ανήκουν το επτάτομο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου και προσωπικά ενέχομαι. Τι απέμεινε για το σήμερα; Αμφίβολα ρέστα, που τα διαχειρίζεται κατά το δοκούν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Θα επιμείνω στην προδικτατορική μεταρρύθμιση του 1964 που (σκοπίμως;) στις μέρες μας αγνοείται, όπως προκύπτει και από το μανιφέστο των πενήντα έξι που προκρίνουν τη δημοτική γλώσσα στη μετάφραση των αρχαίων κειμένων και στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Προηγείται το ιστορικό της με οριακή συντομία. Η Ένωση Κέντρου του 1963, μετά τις εκλογές του 1964, με πρωθυπουγό και υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου και γενικό γραμματέα τον Ευάγγελο Παπανούτσο, ενεργοποίησε τις προεκλογικές υποσχέσεις της για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα ιδρύοντας Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, με πρόεδρο τον Ι. Θ. Κακριδή και μέλη δόκιμους πανεπιστημιακούς από τη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Έπονται συνοπτικά τα κεφάλαιά του:

Κατάργηση οικονομικών επιβαρύνσεων και στις τρεις βαθμίδες της Μέσης Εκπαίδευσης. Καθιέρωση της Δημοτικής ως αποκλειστικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, παρά την ισχύουσα συνταγματική δέσμευση. Ίδρυση Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ως οργάνου για την υλοποίηση νέας εκπαιδευτικής πολιτικής και επιμόρφωσης. Επιλεκτική διδασκαλία αρχαίων κειμένων σε μετάφραση στη δόκιμη δημοτική. Σημαντική αύξηση δαπανών για την εκπαίδευση, βελτίωση της οικονομικής θέσης των εκπαιδευτικών.

Από την πρώτη στιγμή εκδηλώθηκε έντονα η αποδοκιμαστική αντίδραση της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και της Ακαδημίας για τα νέα μέτρα (προπάντων της μετάφρασης αρχαίων κειμένων στη δημοτική γλώσσα), τα οποία θεωρήθηκαν κακόγλωσσα. Η οριστική εν τέλει ακύρωση της ριζοσπαστικής αυτής μεταρρύθμισης ολοκληρώθηκε το 1967 με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, με την κατάργηση όλων των μεταρρυθμιστικών δοκιμών. Παρέμεινε ως γενναία επιλογή η δημοκρατική υπεράσπισή της όσων αντέδρασαν στην καταπίεση της χούντας πληρώνοντας ακριβά το τίμημα της αντίστασής τους.

Υπολείπεται η συνοπτική αναφορά σε δύο κρίσιμα κεφάλαια της ναυαγισμένης αυτής μεταρρύθμισης, ακαταπόνητος και αψευδής μάρτυρας της οποίας υπήρξε ο δάσκαλος όλων μας, ο Εμμανουήλ Κριαράς. Το ένα αφορά τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του 1976. Το άλλο, κομβικά σημεία γλωσσικού συντηρητισμού του Αντώνη Τρίτση στα λίγα χρόνια που χρημάτισε υπουργός Παιδείας. Το πρώτο: η γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 πραγματοποιήθηκε με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Ράλλη (1918-2006). Κύριος της στόχος υπήρξε η μετακίνηση της αρχαίας γλώσσας από το Γυμνάσιο και η αντικατάστασή της και στις τρεις τάξεις του από τη Δημοτική ως γλώσσα διδασκαλίας και μετάφρασης. Νεωτερισμός που αποδέχθηκε τελικώς και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, παρά την αντίδραση συντηρητικών πανεπιστημιακών δασκάλων και πολιτικών της πρωτεύουσας. Οι οποίοι προσπάθησαν να προσεταιριστούν τον συνετό κατά βάση υπουργό Παιδείας, ο οποίος στην αρχή κλονίστηκε, στα όψιμά του όμως χρόνια επέστρεψε στη μεταρρυθμιστική επιλογή και τη χρήση της Δημοτικής ως γλώσσας διδασκαλίας και μετάφρασης και στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου.

Η φανατική εμπλοκή του Αντώνη Τρίτση (1937-1992) στο κρίσιμο αυτό ζήτημα επισυμβαίνει όταν αντικαθιστά στη θέση του υπουργού Παιδείας τον προκάτοχό του Απόστολο Κακλαμάνη και απαιτεί την επιστροφή της αρχαίας γλώσσας στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Τις προθέσεις του τις διακηρύσσει σε επανειλημμένες ομιλίες και δημόσιες δηλώσεις, αποβλέποντας στη συμμαχία της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Ήδη τον Δεκέμβριο του 1986 ο Αντώνης Τρίτσης διατυπώνει έντονα τη διαφωνία του για τη διδασκαλία των Αρχαίων στη Δημοτική, με το επιχείρημα ότι οδηγεί στη γλωσσική πενία  και την ασυνέχεια του ελληνόφωνου πολιτισμού.

Συνεχής παραμένει εξάλλου ο αγώνας του κατά των εκπαιδευτικών μέτρων της μεταρρύθμισης του 1976 με το επιχείρημα «αφελληνισμού της ελληνικής Παιδείας στο πνεύμα ενός κακώς εννοουμένου εκσυγχρονισμού». Άποψη που παίρνει διαστάσεις έντονης διαφωνίας μεταξύ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Αυτά τότε. Τώρα τι γίνεται, με μετέωρη προς το παρόν τη χρήση και ενδεχομένως την κατάχρηση του κειμένου των 56 πανεπιστημιακών από το αντιφατικό υπουργείο Παιδείας.

    =============================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Αντιγραφές για το παρόν

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  05/06/2016 



Επιστροφή στα πατρικά χώματα της Μαρώνειας. Όπου απογυμνώνεται η μοναξιά και οι λίγοι φίλοι ψάχνουν τα ορφανά ποιήματα του καιρού μας. Παράδειγμα με τίτλο «Τα επαρχιακά»:

«Υπάρχει πάντα μια ομορφιά / που δεν αναπαλαιώνεται. / Ένα λιβάδι μαργαρίτες στα υψίπεδα / και στο κέντρο ένας γάιδαρος, / να τρώει ανέμελος. // Υπάρχει αυτό που λέμε εκλεκτικός / μηχανισμός. Και μια πόλη επαρχιακή, / να μπαίνεις απόγευμα / με τα φώτα ξεχασμένα στη μεγάλη / σκάλα. // Ένα αίσθημα μισό. Ένα παράθυρο / κόντρα στον βορινό άνεμο. // Υπάρχει αυτή η μέρα / που κάποτε θα ξεχαστεί / και μια άλλη / που θα καίγεται αδιάκοπα / στο μακρινό μέλλον. // Και πίσω από αυτά / οι μυστικές συνάξεις των φυλακισμένων».

Το ποίημα υπογράφεται από τον Δημήτρη Πέτρου, τον τρίτο φίλο της Δράμας και της Καβάλας. Οι άλλοι δύο είναι η Γεωργία Τριανταφυλλίδου και ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, που μοιράζονται στις δύο γειτονικές πόλεις. Δραμινός και ο Δημήτρης Πέτρου, έφτασε πρόσφατα με τα «Χωματουργικά» του, που διαδέχθηκαν την «Α' Παθολογική» του 2013. Στα «Χωματουργικά» η φωνή του ξεχώρισε με τριάντα επτά ποιήματα, αλλού μακραίνοντας, αλλού μικραίνοντας.

Εξωτικό δείγμα της μακρινής φωνής το ποίημα «Ο Φραντς Κάφκα στη Δράμα», με δηλωμένες κάποιες περικοπές, εξοικονομώντας τον διαθέσιμο χώρο: «Κανείς δεν ξέρει πώς έφτασε ως εδώ. Μέσα / από τα σκοτεινά ποτάμια της Ευρώπης. // Σ' ένα δυάρι στο κέντρο, πίσω από την πλατεία. / Η άφιξή του μια φυσική νομοτέλεια. // Έβγαινε μονάχα απογεύματα. Του άρεσαν οι / ισχνές φλέβες της πόλης με τα κλειστά παράθυρα / και τα πρόσωπα πίσω από την κουρτίνα. [...] Φορούσε μαύρα. Τα παπούτσια του μαύρα κι αυτά, / μόνο που του έλειπαν τα κορδόνια. [...] Έκτοτε έχασα τα ίχνη του. Έμαθα τον / βρήκαν Πρωταπριλιά σε στάση προσευχής, με το ψυγείο / γεμάτο μπαστούνια και τον νιπτήρα βουλωμένο / από καμένες σελίδες».

Το επόμενο ποίημα είναι μεσαίας έκτασης και δημοσιεύεται εδώ ακέραιο: «Ταξίδεψα νοερώς πολύ μακριά, / τον μισό δρόμο για Μοντάνα / μέχρι τα περίχωρα της Βοιωτίας / τη στάνη της Αλαμάνας / μ' ένα μπλουζάκι και φύλλα παραπλανητικά / για το κρύο και τις ατυχείς στιγμές της Ιστορίας / κι όπου έφτασα, με πήραν με το καλό, / με σήκωσαν στον αέρα, / μαύρο φεγγάρι στον λαιμό.  // Τόσα χρόνια γυρολόγος / τέτοιο πάτο δεν ξανάπιασα».

Το τρίγωνο γίνεται τετράγωνο με το ποίημα: «Πάλι ο ψηλός»: «Έβγαινε τις προάλλες πάλι ο ψηλός. / - Θα πάψεις επιτέλους; / Έχεις εκνευρίσει όλα τα φωνήεντα. / Ντάλα μεσημέρι δεν αντέδρασα. / Ξέπλυνα μόνο την ντροπή / με μια γουλιά νερό. / Την άλλη μέρα / τα ψαροκάικα βούλιαζαν σερί. // Αυτά παθαίνει όποιος θάβει / βαθιά τα ζωντανά του. / Εγώ κρύφτηκα σε κάβους / μαζί με τους καθηγητές και τους αεροπόρους. // Τι να μου κάνει ο ψηλός; / Τι να μου κάνει ο μπελάς του».

Κάθομαι μόνος και σκέφτομαι: τέσσερα αυτάξια ποιήματα, καθένα με το δικό του επινόημα, παραμερίζοντας τα εύκολα. Αφήνοντας  το καθένα μόνο του, γίνεται τελικώς αυτόνομο. Ύστερα ψάχνει για γειτονική παρέα στον τόπο του πάλι, τη Δράμα. Που τη βρίσκει στα «Εδώδιμα και αποικιακά» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Με ξέρει και τον ξέρω από το 2007, χρονιά που κυκλοφόρησε  την πρώτη του συλλογή με τον τίτλο «Έκαστος εφ' ω ετάφη». Μεσολάβησαν το 2012 οι «Μισές αλήθειες». Αυτή είναι η τρίτη συλλογή του 2014 με τον εξωτικό τίτλο «Με ύφος Ινδιάνου». Σ' αυτήν ανήκουν τα «Εδώδιμα και αποικιακά» που εδώ αντιγράφονται:

«Συντελεσμένος μέλλων / η κάθε σκέψη, / η κάθε αναπνοή, / η κάθε χειραψία. // Ώσπου να πας και να 'ρθεις θα σε προσπεράσουν. // Βέβαια / όλοι θέλουν τον χρόνο τους / ακόμη κι όταν είναι "απόντες", / ακόμη κι όταν μια ζωή / ράβε ξήλωνε η γλώσσα. // Ίσως στα επιγράμματα να ξεκουράζεται λιγάκι. // Συντελεσμένος μέλλων / λοιπόν / καθώς πράσινοι σταυροί / αναβοσβήνουν στα νεκροταφεία. / Εδώδιμα τα πένθη μας / εδώδιμα μα κ' αποικιακά».

Επιστρέφω στα «Χωματουργικά» του Πέτρου, από όπου το επόμενο ανθολόγιο, με δηλωμένες παραλείψεις. Προηγείται το «Τριετές»: «Από τότε / ήσυχη βροχή ποτίζει τα περιστέρια / στην πλατεία. / Η πόλη αναπαύεται σε φιλμ / μακαριότητας / κι εγώ αποφεύγω πια / να επισκέπτομαι τα τρένα. [...] Κατά τα άλλα όλα καλώς. / Υπογράψαμε και μια διαμαρτυρία». Μεσολαβεί «Η έκθεση ιδεών», με το δεύτερο μισό της: «Πάνω στο θέμα / οι διάνοιες ψεύδονται ασύστολα, / δείχνουν τα δόντια τους / στη νυχτερινή βάρδια / όμως τα επιγράμματα / στο τέλος λένε την αλήθεια. / Διότι το θέμα μας σήμερα / έχει τίτλο: / Η αυτοκτονία ενός εστιάτορα». Με το δεύτερο μισό του ανθολογείται και το «Λέει ο συνάδελφος»:

«Και τώρα ο Λεό / βοηθός μάγειρα σε φρενοκομείο / κατεβαίνει τις σκάλες / με τα χέρια ανοιχτά, / τυλιγμένος στη γιορταστική αχλύ του, // [...] λέει ανέκδοτα και μυστικά / για ζωή χωρίς ανία // ιστορίες για το πουθενά, / κλέβει στυλό / καταπίνει παυσίπονα, // γκρεμίζει με το κεφάλι του / τους τοίχους». Για επισχόλια υπόσχομαι άλλη φορά. Το αξίζουν.

     ========================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Οιδίπους και Τειρεσίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  29/05/2016 


Ξαναγυρίζω στη φιλόξενη γωνιά του «Βήματος», συνεχίζοντας την ανυποχώρητη συνεργασία που ξεκίνησε το δίσεκτο 1971 και αποτυπώθηκε σε αλλεπάλληλα τεύχη. Η αρχή έγινε με την Ανεμόσκαλα, που ζευγάρωσε με και χωρίς Σημαδούρες. Το κενό που άφησαν μετά πίσω τους αναπληρώθηκε εφεξής με 159 Πολιτιστικά Μονότονα, που εξελίχθηκαν στα Απολίτιστα Μονοτονικά, επιμένοντας και στις βάναυσες μέρες μας, οι οποίες έκοψαν σύριζα τις πολιτικές και πολιτιστικές μας ελπίδες.

Ενδιαμέσως με καθήλωσε η κορυφαία θηβαϊκή τραγωδία του Σοφοκλή, που όταν διδάχθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 425, πήρε περιέργως δεύτερο βραβείο. Πρώτο δείγμα της από τον Πρόλογο προηγήθηκε πριν από λίγες βδομάδες στην προκείμενη στήλη. Στο μεταξύ, η έμμονη μετάφραση έφτασε τους 511 στίχους, καταλήγοντας στο πρώτο Στάσιμο, που καλύπτει μεταφρασμένους τους επόμενους στίχους:

«Ποιον εννοεί προφητική / η Πέτρα των Δελφών, / εκείνον που με τα χέρια φονικά, / άρρητα των αρρήτων τέλεσε; / Ωρα πιο γρήγορα κι από ωκύποδα άλογα / να φύγει στον αγύριστο. / Τώρα που με φωτιά κι αστροπελέκια / του Δία ο γιος, ένοπλος εφορμά / έχοντας σύμμαχο / αλάθευτες / και ζοφερές τις Ερινύες. // Φάνηκε λάμποντας στον χιονισμένο / Παρνασσό η φήμη, προστάζοντας / να βρούμε, ανιχνεύοντας, τον άγνωστο φονιά. / Κι αυτός σαν ταύρος, σ' άγρια δάση, / και στις σπηλιές των βράχων, περιφέρεται / ελεεινός, τα θλιβερά του πόδια σέρνοντας, / για ν' αποφύγει τους χρησμούς από τα έγκατα της γης, / που ακοίμητοι τον κυνηγούν / μέρα και νύχτα. //

Σκέψεις δεινές / φέρνει στον νου σοφός ο οιωνοθέτης, / σκέψεις αμφίβολες, στο όχι / και στο ναι, κι εγώ απορώ, δεν ξέρω / τι να πω. Σκέψεις που ταλαντεύονται / ελπίζοντας, τη μια στο τώρα / την άλλη στο μετά. Δεν άκουσα ποτέ, δεν έμαθα / έχθρα ανάμεσα / στους Λαβδακίδες και στου Πόλυβου το γένος. / Ούτε και τώρα ακούστηκε λόγος / να δίνει πάτημα στην ενοχή του Οιδίποδα, / να γίνω των Λαμβακιδών εκδικητής, / βοηθώντας στη φανέρωση / θανάτων αφανέρωτων. //

Ομως ο Δίας κι ο Απόλλων, / της σύνεσης εγγυητές, γνωρίζουν / άριστα τ' ανθρώπινα. / Κι αν κάποιος πει πως ένας μάντης / στέκει ψηλότερα, / η κρίση του είναι σφαλερή. Μόνο στη φρόνηση / κρίνεται ο σοφός. / Αλλά κι εγώ, προτού / να δω την έκβαση, δεν διακρίνω το σωστό από το λάθος. / Αφού, όταν κι η φτερωμένη Σφίγγα, / έριξε πάνω του τον φόβο της, / εκείνος φάνηκε σοφός, / και αναδείχτηκε της πόλης ο σωτήρας. / Αυτό κι εμείς αναίτια / δεν το γυρίζουμε τώρα προς το κακό».

Και προχωρώ στο αντίπαλο ζεύγος του Οιδίποδα και του Τειρεσία. Για τον καθένα χώρια και μαζί έχουν γραφεί πολλά και έγκυρα. Ζητούμενο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι το είδος και προπαντός η ένταση της διαφοράς, μέσα στην αναλογική τους ομοιότητα, που συνήθως όσο βλέπω διαφεύγει. Και δεν εννοώ την τυπική σύγκρουση ανάμεσα στον μάντη και στον πολιτικό, ακόμη και όταν πρόκειται για επώνυμα και αναγνωρισμένα μεγέθη, όπως σίγουρα συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Εχω στον νου μου την περίπτωση μιας αναίτιας ομοιότητας, πίσω και κάτω από την υπαίτια διαφορά. Περίπτωση που ενέχει ένα ποσοστό τραγικής ειρωνείας.

Για να μη μιλώ στον αέρα, ανοίγω το  σκεπασμένο χαρτί: τελικώς πρόκειται εδώ για δύο τυφλούς, θεόβουλο στην περίπτωση του Τειρεσία, αυτόβουλο στην περίπτωση του Οιδίποδα. Η τύφλωση του Τειρεσία, που έχει στο μεταξύ γεράσει, οφείλεται στην απερισκεψία του να δει την Αθηνά γυμνή, η οποία τον αποτυφλώνει, με αντάλλαγμα τη διάσημη μαντική του επίδοση. Ισχυρότερη είναι μια πρωιμότερη εκδοχή, που ανάγει την τύφλωση στον θυμό της Ηρας, επειδή αποκάλυψε τα μυστικά του γυναικείου φύλου. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει θετικό αντίτιμο. Αγηρασία επτά γενεών την πρώτη φορά, το δώρο της μαντικής τέχνης την άλλη, με την οποία κατοχυρώνονται οι τύχες των Λαβδακιδών και του Κάδμου.

Στη Νέκυια της Οδύσσειας τα προσόντα του Τειρεσία ωριμάζουν, δίνοντας την αίσθηση κίνησης στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, παρόντος και μέλλοντος, με μια δόση φιλάνθρωπης μέριμνας για την τύχη του Οδυσσέα. Τελικώς στην πολύπλοκη παράδοση του Τειρεσία ο λόγος και το παράλογο συμβάλλονται, και σ' αυτή την υπόκωφη αντίφαση αντιδρά ο ορθολογικός κατά βάση Οιδίπους. Θυμίζω ότι σε άλλες ομόλογες τραγωδίες του Σοφοκλή οι ήρωες καταλήγουν στην αυτοκτονία. Παράδειγμα η περίπτωση του σοφόκλειου Αίαντα, η οποία όμως προκύπτει από τη θεήλατη σύγχυση φρενών, που τη διαχειρίζεται στο πρώτο μέρος του δράματος η Αθηνά.

Κάτι τέτοιο θα περίμενε ίσως ο θεατής και στην προκειμένη περίπτωση: την εξιλαστήρια αυτοκτονία του Οιδίποδα. Αντ' αυτού έχουμε την αυτόβουλη τύφλωση (μοναδική όσο ξέρω στα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή), την οποία ο ήρωας την υπερασπίζεται ως το τέλος της ζωής του, όπως φαίνεται και στην τελεσίδικη τραγωδία του, που δεν πρόλαβε να τη διδάξει ο ίδιος, αφήνοντας τον Τειρεσία στην παραδοσιακή του βεβαιότητα.

Υπολείπονται πολλά, επιμένω όμως ότι η αυτόβουλη τύφλωση του Οιδίποδα συνιστά μια γενναία διαμαρτυρική πράξη.


    =============================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Χωρίς εισαγωγικά

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  07/05/2016 


Για ισότιμο διάλογο πρόκειται με τον επιγραφόμενο και τον Χρήστο Αγγελάκο, που πήρε τη μορφή ηλεκτρονικής συνέντευξης στο ηλεκτρονικό περιοδικό lifο στις 14 του περασμένου μήνα, όπου τα διαλεγόμενα πρόσωπα εναλλάσσουν ερωτήσεις με απαντήσεις και απαντήσεις με ερωτήσεις. Το τελικό κείμενο επιγράφεται «Είμαι πια ο γιος του πατέρα μου», υπονοώντας την όψιμη ομολογία μου στα ογδόντα επτά μου χρόνια. Όπου απογράφονται σχετικά ντοκουμέντα, μεταξύ των οποίων και ο επόμενος αποχαιρετισμός του πατέρα. Δημοσιεύτηκε σε ενημερωτικό φυλλάδιο της Στιγμής τον Φεβρουάριο του 1990, μαζί με άλλα εμπιστευτικά κείμενα:

Πρόλαβε ο Ιούλιος τον Αύγουστο, αλλιώς θα είχαν συμπληρωθεί τα έξι χρόνια από την αναχώρηση της μάνας μου. Ίσως γι' αυτό κι εκείνος έφυγε βίαιος και αγριεμένος. Όμως με τα μάτια κλειστά, και το κεφάλι γέρνοντας, λίγο δεξιά, βρήκε ξανά το παλιό του σχήμα: οι γραμμές του προσώπου ανασυντάχθηκαν και η περήφανη μύτη ίσιωσε. Μια ζωή αυτοσχέδιος στοχαστής, δεν έλεγξε την αυτοκυριαρχία του: ελευθερώθηκε το τρομαγμένο ζώο. Ύστερα, για λίγες ώρες μόνο η εκδίκηση πέτρωσε. Τον ασπαστήκαμε δι' ελέου και φόβου η Μαρίκα κι εγώ.

Φράση που επαναλαμβάνεται στο επόμενο δίδυμο σημείωμα: Υστερα από έξι χρόνια το τετραπληγικό μυαλό έμαθε να δουλεύει στο κενό. Με λέξεις που τρομάζουν να γίνουν λέξεις, εκτός από ελάχιστες που τραυλίζουν. Ποιος κατηγόρησε τα φυτά πως δεν χαϊδεύονται και δεν λεν ευχαριστώ; Στο μεταξύ το σώμα του έγινε άσπρο βότσαλο. Δι' ελέου και φόβου η Μαρίκα κι εγώ.

Ο διάλογος ξεκίνησε μ' ένα ξεχασμένο ποίημα, που ο Χρήστος επακριβώς το χρονολόγησε και το αντιγράφει στην αρχή του κειμένου του: Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν / αλλιώς. Αν γινόταν το μακριά / ξαφνικά, το ξαφνικά κοντά, / σχεδόν μπροστά. Ο καταρράχτης / να ακούει το πρωί, / να φωνάζει τη νύχτα. // Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν / αλλιώς. Αν ακόμη ζούσαν / η σφιχτή γυναίκα και ο ψηλός / άντρας. Να ρωτούν συνεχώς, με / κλειστό παράπονο κι ανοιχτή / καλοσύνη, για το πότε το πώς, / για το τι. // Αν δεν ήταν έτσι, αν δεν ήταν / αλλιώς. Αν το ποτάμι, σκούρο / κόκκινο κάτω, κίτρινο πάνω, / έφτανε στην εντολή σου. Το / δάσος θα σου έδινε τότε το / θηρίο που γύρευες.

Μεσολαβούν τρία απρόβλεπτα αποσπάσματα. Στο πρώτο ο λόγος είναι για το μοίρασμα του κόσμου στο Καλό και στο Κακό, και μετά σε καλούς και κακούς. Και η απάντηση: Άλλο πράγμα το Καλό και το Κακό, καθαρά μεγέθη, υπαρκτά στον κόσμο, γύρω μας, στο κορμί και στη γλώσσα. Και άλλο πράγμα ο καλός και ο κακός, που είναι μάλλον φαντασίωση. Πότε βγαίνουν στην επιφάνεια το Καλό και το Κακό και πώς μοιράζονται, δεν ξέρω. Ίσως σιγά σιγά, ίσως αργά, όταν πλησιάζει το τέλος.

Το δεύτερο παράδοξο. Έως τα εφηβικά μου χρόνια και λίγο μετά αγαπούσα τη μάνα μου. Ο πατέρας μου περίμενε στην άκρη. Τώρα αγαπώ τη σκιά του, την περίεργη μοναξιά του, την αξιοπρέπειά του, την πείνα του για τα γράμματα, με σχολική μόρφωση τρίτης Δημοτικού. Μετά άρχισε δουλειά στα καπνά. Στο μεταξύ διάβαζε ό,τι έφερνα εγώ στο κάθυγρο σπίτι της οδού Ιφικράτους 7: Σαίξπηρ, Ο' Νιλ, Ίψεν, Σόμερσετ Μομ. Καθισμένος αργά, μέσα στη νύχτα, πάνω σ' ένα φθαρμένο μπαούλο. Όταν είχε κάτι σοβαρό να μου πει, δεν το έλεγε. Το άφηνε στη δική μου μεριά και περίμενε. Απαρατήρητος ερχόταν πάντα στο μεγάλο Αμφιθέατρο της Σχολής, όταν μιλούσα για κάποια κρίσιμη προαγωγή, αμίλητος πάντα και χλωμός. Δεν σχολίαζε και δεν καμάρωνε. Κανείς δεν τον έπαιρνε είδηση όταν έφευγε.

Το τρίτο παράξενο. Τον τελευταίο καιρό στο τρίγωνο γραφή - ανάγνωση - παρανάγνωση ξεπήδησε και η λέξη μεταγραφή, που δεν μπορώ να εξηγήσω ακριβώς το νόημά της. Ίσως αποτελεί μια εξέλιξη που συμπληρώνει το τρίγωνο σε τετράγωνο. Η παρανάγνωση έχει ένα στοιχείο πιο υποκειμενικό από τη μεταγραφή. Συνιστά, μαζί με τη γραφή, φιλικό ζευγάρι, έτοιμο για συνεύρεση. Έχω την αίσθηση ότι αυτό κάνει πονηρά ο Καβάφης στα ιστορικά και στα άλλο θέμα τα ποιήματά του. Χρησιμοποιεί τη μεταγραφή σαν έμβολο μεταποίησης της άδηλης και αδήλωτης ποίησης.

Έπονται δύο σκόρπια αισθήματα με αφορμή τη «Μαύρη Γαλήνη». Φαίνεται ότι υπήρξε, και δεν ήταν καθόλου εύκολη. Την έβγαλα, όπως την έβγαλα, καταργώντας τη διάκριση μεταξύ δειλίας και γενναιότητας. Δεν ήμουν ούτε δειλός ούτε γενναίος, κι αυτό το κράτησα, απορρίπτοντας τη διάζευξη. Τι γίνεται όμως όταν δεν ακουμπάς ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Το αφήνεις να βγει μόνο του και περιμένεις, ανταλλάσσοντας λόγια με πράξη, και πράξη με λόγια.

Το βράδυ που έπαθα τη διάτρηση, οι πόνοι ήταν αβάστακτοι. Μ' έβγαλαν έξω από το κελί, στον ελεύθερο χώρο και για μια στιγμή ένιωσα σχεδόν ευτυχία. Σε κάποια δόση με μετέφεραν στο στρατιωτικό νοσοκομείο μαύρα μεσάνυχτα, όπου βούλιαξα σε μια δεύτερη κρίση, φτάνοντας στο αμήν, όπου ένιωσα μια περίεργη γλύκα. Τελικώς λιποθύμησα, κρεμασμένος στο σώμα ενός οπλίτη που με φύλαγε. Έπαθε σοκ. Κώστας λεγόταν, χρυσό παιδί, που μετά τη δικτατορία πήρε των ομματιών του και έφυγε στην Αμερική. Έμεινε όμως ο πατέρας του, που κατέθεσε στη δίκη των βασανιστών. Μιλώντας για αμήν, εννοώ μια αίσθηση απερίγραπτης ευγνωμοσύνης.

    =============================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Πάσχα παθών

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  30/04/2016 


Εγκώμιο της Οδύσσειας σε είκοσι τέσσερις προτάσεις, με αριθμητικό δείχτη, για ακρόαση:

1. Χρυσοπέδιλος ο Ερμής, με το μαγνητικό ραβδί στο χέρι, ταξιδεύει πάνω από στεριά και θάλασσα, μεταφέροντας στην Καλυψώ την απαράβατη εντολή του Δία για τον αποφασισμένο νόστο του Οδυσσέα. /

2. Στη μέση του πελάγου ο Ποσειδών σηκώνει κύμα θεόρατο, συντρίβοντας τη σχεδία του Οδυσσέα, κι εκείνος, ζωσμένος με το μαγνάδι της Λευκοθέας στο στέρνο του, παλεύει κολυμπώντας να σωθεί. /

3. Ο Οδυσσέας, στο όριο της θανάσιμης εξάντλησης, βλέπει επιτέλους στεριά, όπου τον συνεπαίρνει αναστάσιμη αγαλλίαση. /

4. Εξουθενωμένος από το ναυάγιο ο Οδυσσέας, βγαίνει στην ακροποταμιά, σωριάζει πάνω του φύλλα από δίδυμη ελιά για σκέπασμα και στρώμα, και βυθίζεται στον ύπνο που του χαρίζει η Αθηνά, σαν τη σπίθα κρυμμένος στη στάχτη. //

5. Λευκώλενη η Ναυσικά, ανάμεσα στις άλλες κοπέλες, τραγουδά και χορεύει, χάρμα οφθαλμών, παίζοντας πετόσφαιρα που, πέφτοντας σε λίγο στο ποτάμι, θα ξυπνήσει τον Οδυσσέα. /

6. Σκεπάζοντας όπως όπως τη γύμνια του ο εξαγριωμένος από το ναυάγιο Οδυσσέας, στέκει έκθαμβος μπροστά στην πανέμορφη Ναυσικά, που του θυμίζει βλαστάρι φοινικιάς - εκείνο που είδε κάποτε μπροστά στα μάτια του να ψηλώνει στο νησί της Δήλου.//.

7. Το τραγούδι του Δημόδοκου για τον δούρειο ίππο και την άλωση της Τροίας προκαλεί στον Οδυσσέα θρήνο σπαραχτικό, που διπλασιάζει την απορία του Αλκινόου: ποιος είναι επιτέλους αυτός ο ξένος και ποιος ο λόγος που τον κάνει να θρηνάται; Ετσι αρχίζει η αποκάλυψη των Απολόγων. /

8. Ο Οδυσσέας και οι διαλεγμένοι εταίροι του, έγκλειστοι στη σπηλιά του Πολύφημου, τυφλώνουν τον μεθυσμένο Κύκλωπα μ' ένα παλούκι ελιάς, που το μπήγουν στο μοναδικό του μάτι. /

9. Στον κάτω κόσμο ο Οδυσσέας, συνομιλώντας με την ψυχή της πεθαμένης μάνας του Αντίκλειας, δοκιμάζει τρεις φορές να την αγκαλιάσει, και τρεις φορές του φεύγει μέσα από τα χέρια του ο άδειος ίσκιος της. /

10. Κάτω στον Αδη η σκιά του Αγαμέμνονα διηγείται στον Οδυσσέα πώς τον έσφαξε, μέσα στο ίδιο του το παλάτι, ο Αίγισθος, με τη συνέργεια της άκαρδης γυναίκας του, της Κλυταιμνήστρας. /

11. Η Σκύλλα αρπάζει με τα νύχια της, σηκώνοντας ψηλά, έξι συντρόφους του Οδυσσέα, κι εκείνοι απελπισμένοι, απλώνοντας τα χέρια, φωνάζουν το όνομά του και τον παρακαλούν να τους σώσει από τον βέβαιο σπαραγμό. /

12. Ο Οδυσσέας, προσηλωμένος στον πάμφωτο ήλιο, περιμένει πώς και πώς να δύσει, σημάδι της συμφωνημένης ώρας για την αναχώρησή του με το μαγικό καράβι των Φαιάκων, που θα τον ταξιδέψει στην Ιθάκη. //


13. Ο Οδυσσέας στην κουπαστή του καραβιού που τον πηγαίνει στην Ιθάκη, βυθίζεται σε αξύπνητο ύπνο, όμοιο με θάνατο, όπου σβήνουν λησμονημένα όλα τα περασμένα πάθη του. /

14. Στο καλύβι του πιστού χοιροβοσκού Εύμαιου, με την επέμβαση της Αθηνάς, ο Τηλέμαχος αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, και ο αναγνωρισμός σφραγίζεται με αμοιβαίο θρήνο πατέρα και γιου για τα ατέλειωτα χρόνια αποξένωσης και στέρησης. //


15. Ο Εύμαιος εξηγεί στην Πηνελόπη πώς τον εμάγεψε ο ξένος (ο Οδυσσέας δηλαδή), διηγώντας τη βασανισμένη περιπέτεια της ζωής του - θα μπορούσε, λέει, να τον ακούει όλη τη νύχτα και να μην τον πάρει ύπνος. /

16. Ακούγοντας η Πηνελόπη τη μεγάλη πλαστή διήγηση του ξένου (του Οδυσσέα δηλαδή), που της φαντάζει αληθινή (τόση είναι η αφηγηματική της τέχνη), αναλύεται σε κλάμα, που λιώνει σιγά σιγά τον πάγο της εικοσάχρονης μοναξιάς της. //

17. Η Πηνελόπη διηγείται στον ξένο (στον Οδυσσέα δηλαδή) που της έγινε πια οικείος, πόσο και πώς βασανίζεται στις άγρυπνες νύχτες της με την εικόνα του αφανισμένου άντρα της /

18. Παραμονή της μνηστηροφονίας, και ο Οδυσσέας άγρυπνος στριφογυρίζει αμίλητος στο στρώμα του, θυμωμένος με τις άπιστες δούλες που πάνε να σμίξουν με τους μνηστήρες. /

19. Η Αθηνά σαλεύει το μυαλό των μνηστήρων που τους παραμορφώνει, κι αυτοί γελούν ασυγκράτητα, ξερνώντας αιμόφυρτα κρέατα. //

20. Ετοιμος για την εκδίκησή του ο Οδυσσέας, κρατώντας το αδάμαστο τόξο στο χέρι, τεντώνει τη νευρή του, απολαμβάνοντας τον μελωδικό της ήχο. /

21. Υψώνοντας τη φονική ασπίδα της η Αθηνά, σκορπίζει ζαλισμένους τους μνηστήρες στην αίθουσα  του παλατιού, ανίκανους να αντιδράσουν στις βολές του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου. /

22. Ματοβαμμένος στο τέλος της μνηστηροφονίας ο Οδυσσέας, κοιτάζει αλαφιασμένος γύρω του, μήπως περίσσεψε κάποιος μνηστήρας ζωντανός, κι εκείνοι ξέπνοοι όλοι. //

23. Ο κορυφαίος αναγνωρισμός του έπους: η Πηνελόπη αναγνωρίζει τον άντρα της ζωής της, αγκαλιασμένοι οι δυο τους αγάλλονται, μοιράζοντας τα περασμένα βάσανά τους. /

24. Ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί τις ψυχές των νεκρών μνηστήρων στον Αδη: μπροστά ο θεός, και πίσω του εκείνες, τρίζοντας σαν νυχτερίδες. ///


    ==================================================



Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Το δικαίωμα του αναγνώστη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  17/04/2016 

  

Ο τίτλος του μονοτονικού έμεινε για λόγους οικονομίας μισός. Το παραλειπόμενο μισό του αφορά στο ισότιμο χρέος της γραφής. Πρόκειται για δύο ζεύγη, όπου το ένα προϋποθέτει το άλλο, παραπέμποντας συνάμα στη συζυγία γραπτού και προφορικού του λόγου, που δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται σε προβληματικές πολιτικές συνθήκες. Οι οποίες εμφανέστερα αναγνωρίζονται στα χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας, και πλαγίως εντοπίζονται στην τραγελαφική κυβέρνηση Τσίπρα, όπου γραφή και ανάγνωση, χρέος και δικαίωμα αποσυνδέονται, με αποτέλεσμα το διαζύγιο πολιτικής σκέψης και πολιτικής πράξης, συνεπιφέροντας ένα είδος πολιτικής σχιζοφρένειας. Θα επιμείνω:

Η ανάγνωση προϋποθέτει τη γραφή και η γραφή τον προφορικό λόγο. Και τα δύο μαζί συνιστούν το σύστημα που ονομάζουμε γλώσσα με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Προφορικός λόγος και γραφή δεν σχετίζονται μόνον ομαλά και ευθύγραμμα, ο πρώτος ως παραγωγός και η δεύτερη ως προϊόν του. Με την ιστορική εξέλιξη αναπτύχθηκαν μεταξύ τους σχέσεις συναγωνιστικές και ανταγωνιστικές. Συνηθίσαμε έτσι να βλέπουμε τον προφορικό λόγο ως κύριο συντηρητή της παράδοσης και τη γραφή ως μήτρα της νεωτερικής επιστήμης, πέρασμα από τη μυθική σκέψη στον λόγο, λέξη που ο ιδεαλισμός τής έδωσε και οντολογική προτεραιότητα. Αυτά ακούγονται ωραία και καλά, υπερτονίζουν όμως τη θετική μόνον όψη του νομίσματος. Προκύπτουν όμως καθ' οδόν και εμπλοκές. Περί αυτών εφεξής ο λόγος.

Το μεγαλύτερο ποσοστό πληροφοριών στις μέρες μας εκτελωνίζεται σε τυποποιημένο γραπτό λόγο, ο οποίος, στο μεγαλύτερο ποσοστό του, έγινε ήδη εικονογραφικός. Στην ελληνική αρχαιότητα το γραπτό κείμενο, περιορισμένης έτσι κι αλλιώς κλίμακας, ως υποστήριγμα της προφορικής επικοινωνίας, είχε τη σημασία μουσικής παρτιτούρας. Για να περάσει στον αποδέκτη του απαιτούσε την ακροαματική εκφορά του. Κανείς δεν διάβαζε από μέσα του  άρθρωνε ό,τι έβλεπε δυνατά, συντηρώντας έτσι την ακουστική κατά βάση λειτουργία της γλώσσας.

Και άλλως πως: η ανάγνωση για τους αρχαίους της αρχαϊκής και κλασικής εποχής αποτελούσε αποκρυπτογράφηση ενός οπτικού γρίφου. Την αναγωγή του δηλαδή στην ακουστική παράσταση της χαραγμένης λέξης και, πιο πέρα, στην αυτόματη σύνδεσή της με το υποκείμενό της. Ετσι η γραφή κράτησε για μερικούς αιώνες, χαλαρούς έστω, δεσμούς με την προφορική ομιλία, συνυπολογίζοντας ότι η λέξη ανάγνωση σημαίνει αναγνώριση, άλλως πως αναγνωρισμό. Που πάει να πει ότι ο γραπτός και ο προφορικός λόγος στην ελληνική αρχαιότητα στην ουσία συμβάλλονται, εκμαιεύοντας τον διάλογο με τα παρεπόμενά του, που οδήγησαν στην επιστήμη της διαλεκτικής.

Σήμερα, με την αυταρχική εξάπλωση της γραφής, διαβάζοντας γράμματα σχηματίζουμε διατεταγμένες έννοιες, δίχως την παρέμβαση του ακροαματικού λόγου. Τελικώς η γραπτή γλώσσα στις μέρες μας έγινε λίγο-πολύ πίνακας κωφάλαλων σημάτων, με τη λαθραία εξαίρεση της ποίησης. Με τους όρους πάντως αυτούς η ανάγνωση, με την ετυμολογική της σημασία, πέρασε στις μέρες μας στην πιο παθητική της φάση: ο ρόλος του γραφιά μεγάλωσε, του αναγνώστη έγινε εν μέρει υποτελής, ελάχιστα ελεγκτικός, και κυρίως καταναλωτικός, που ευνοεί την άμεση, ή την έμμεση, καταπίεση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ανάγνωση, ασκώντας το νόμιμο δικαίωμά της, πήρε θέση γέφυρας ανάμεσα στον γραπτό και στον προφορικό λόγο. Συνάμα έγινε κλειδί για την απομυθοποίηση της γραφής, μετρητής της υπερτροφίας και της παραχάραξής της.

Φυσικά η σχέση γραφής και ανάγνωσης δεν είναι τόσο ετεροβαρής όσο σχηματικά και αφοριστικά την περιέγραψα. Κάποτε ασκείται και αντίστροφα: η ρωμαλέα γραφή (λογοτεχνική, επιστημονική και πληροφορική) δοκιμάζει την αναγνωριστική ικανότητά μας και συνάμα αντιστέκεται στα συμπτώματα της ψευδεπίγραφης γραφής. Πέρα πάντως από τα αμοιβαία δάνεια, τις αναλογίες και τις ομοιότητες γραπτού και προφορικού λόγου, οι δύο αυτές μορφές της έναρθρης γλώσσας κρατούν και σήμερα ακόμη μερικές από τις ριζικές και ωφέλιμες διαφορές τους.

Ο προφορικός λόγος (ως όργανο καθημερινής ομιλίας και ζωντανού διαλόγου) παραμένει κατά κανόνα  περιστατικός και αφιλόδοξος. Δέχεται να αναλωθεί στα χρονικά όρια της εκφοράς του και ανταποκρίνεται στην αντοχή της καθημερινής μνήμης. Είναι επομένως σύμμετρος με τη βιολογική κλίμακα του χρόνου και τους φυσικούς ορισμούς και περιορισμούς του χώρου. Αντίθετα, η γραφή στις παθολογικές της υπερβολές εξογκώνει την περιστατική πληροφορία και τη μετατρέπει σε εκβιαστική εντολή.

Αν ο προφορικός λόγος συντηρεί ακόμη τη σχέση του ανθρώπου με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, με την οποία κατά κανόνα και συγχρονίζεται, η γραφή συχνά ολισθαίνει στον πειρασμό της άμετρης διάρκειας. Ο προφορικός λόγος παραμένει εν μέρει αταξικός, η γραφή υπόκειται στις αρχές της ιδιοκτησίας, και σε κάποιον βαθμό κεφαλαιοποιεί την καθιερωμένη γνώση.

Αυτά προς το παρόν, με την επιφύλαξη της εγκυρότητάς τους.

   =============================================


Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

Απογραφές

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  12/03/2016 


Απότομο πέρασμα από τον Όμηρο, με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στον Ησίοδο, με τη Θεογονία, τον Κατάλογο των Γυναικών και τα Έργα. Όπου εξέχουν οι Πέντε Εποχές, ανοίγοντας με το μακάριο γένος του χρυσού και κλείνοντας με το εφιαλτικό γένος του σιδήρου, που συνεχώς εξελίσσεται. Αν μάλιστα συμπέσουν τα λάθη της πολιτικής με το έλλειμμα πολιτισμού, όπως στις μαύρες μέρες μας στον ακυβέρνητό μας τόπο. Περί αυτού συνεχώς. Προς το παρόν δυο λόγια για τον άσημο βοσκό που τον ευνόησαν στα νιάτα του οι Μούσες.

Ξεκίνησε βόσκοντας στον Ελικώνα, όπου τον πήραν είδηση οι Ολυμπιάδες Μούσες, και του συστήθηκαν μάλλον απότομα: «Βοσκοί αγροίκοι, μίζεροι και λιμασμένοι / ξέρουμε εμείς να λέμε ψεύδη αληθινά, / ξέρουμε όμως, όταν θέμε, να λέμε και την καθαρή αλήθεια». Κι ευθύς του έδειξαν να κόψει κλαδί μιας δάφνης θαλερής και του εμφύσησαν θεία φωνή προστάζοντας να υμνολογεί το γένος των μακάρων και προπαντός τις ίδιες. Μετά έφυγαν περιπαίζοντας, μονολογώντας: «Αλλά τι κάθομαι κι ανιστορώ πράγματα περιττά / για δέντρα και για βράχια;».

Έτσι ο Ησίοδος έγινε αοιδός - στα καθ' ημάς ποιητής. Το πρώτο του πάντως τραγούδι το αφιέρωσε στις Μούσες διηγώντας πώς γεννήθηκαν από τον Δία και τη Μνημοσύνη, προορισμένες να χαρίζουν στους ανθρώπους λησμοσύνη των κακών και ανάπαυλα της κάθε μέριμνας. Νύχτες εννιά κοιμήθηκε τη μάνα τους ο Δίας. Κι όπως ο χρόνος κύλησε και γύρισαν οι εποχές, ξεγέννησε η Μνημοσύνη τις εννέα Μούσες, η καθεμιά αξεπέραστη στον ρόλο της: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Ερατώ, Πολύμνια, Ουρανία και ανώτερη απ' όλες η Καλλιόπη. Ευτυχισμένος όποιον οι Μούσες αγαπήσουν. Αν κάποιος έχει στην ψυχή του πένθος χθεσινό, αν είναι η καρδιά του από τη λύπη μαραμένη, έρχεται τότε ο αοιδός υμνώντας δόξες περασμένες και λησμονεί τον πόνο του, ξεχνά τα βάσανά του - οι Μούσες τον παρηγορούν.

Παρένθεση, στο όριο της παραίσθησης. Για κάποιους λόγους μπορώ να φανταστώ πότε και πώς συνέθεσε τα ποιήματά του ο Όμηρος, κάπου στις ακτές της Ιωνίας ή σ' ένα παράλιο νησί. Αλλά η σύνθεση της Θεογονίας, των Έργων, του Καταλόγου Γυναικών στη μίζερη Άσκρα παραμένει άλυτο αίνιγμα. Ίσως στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., σε τόπο απόμερο και θλιβερό, λειτούργησε το θαύμα, καταπώς είπε και ο δικός μας ποιητής. Όπως και να έχει το πράγμα, τον Ησίοδο άργησα να τον ανακαλύψω, υπήρξε εξαρχής δυσεύρετος για μένα. Αυτή την αίσθηση προσπάθησα να συγκρατήσω στις λειψές μεταφράσεις μου, με τη βοήθεια και της φιλικής παράφρασης. Με τους όρους αυτούς επιλέγονται δύο γονικά παραδείγματα της Θεογονίας. Με τη θεογονική Νύχτα και την Έριδα την πρώτη φορά σε σύζευξη, με την Ημέρα, τον Ύπνο και τον Θάνατο την άλλη. Προηγούνται «Τα παιδιά της Νύχτας και της Έριδας»:

«Η Νύχτα γέννησε το Τέλος μισητό, τη μελανή Καταστροφή, / τον Θάνατο. Γέννησε και τον Ύπνο, το φύλο των Ονείρων - / κανείς δεν την κοιμήθηκε, για να γεννήσει η μαύρη Νύχτα. / Μετά γεννά τον Σαρκασμό, τη Δυστυχία που σφάζει. / Γέννησε και τις Εσπερίδες - αυτές κρατούν, στα πέρατα / του φημισμένου Ωκεανού, χρυσά κι ωραία μήλα, / δέντρα κατάφορτα από καρπό στη φύλαξή τους. / Κατόπιν γέννησε τις Μοίρες, τις ανελέητες Κήρες, / που εκδικούνται το χυμένο αίμα. Τους παραβάτες όλους, ανθρώπους και θεούς, τους κυνηγούν, δεν σταματούν τη ζοφερή οργή τους οι θεές, προτού πληρώσει ο ένοχος / το κρίμα του με τιμωρία σκληρή. / Γέννησε και τη Νέμεση, μαζί με τη Φιλότητα και την Απάτη, / τα Γηρατειά τα επάρατα κι αλύγιστη την Έριδα. / Αυτή λοιπόν η αποτρόπαιη Έρις γεννά τον Πόνο αλγεινό, / τη Λήθη και την Πείνα, τον δακρυφόρο Σπαραγμό, / Πολέμους, Μάχες, Φόνους, Σκοτωμούς, / Φιλονικίες και Ψεύδη, μάταια Λόγια και τον Αντίλογό τους, / την Άτη και την Ακοσμία, παντού αξεχώριστες, / και την κατάρα του Όρκου, το πιο ανυπόφορο κακό, / για τους βροτούς που ζουν στη γη - όποιος ορκίζεται γνωρίζοντας κι ύστερα βγαίνει επίορκος».

Έπεται το δεύτερο θεογονικό παράδειγμα, με το τετράγωνο Νύχτα - Ημέρα - Ύπνος - Θάνατος: «Εκεί, στον Τάρταρο αντικρίζονται η Νύχτα με τη Μέρα: / η μια την άλλη χαιρετά, πατώντας το κατώφλι, / η πρώτη κατεβαίνοντας, η άλλη ανεβαίνοντας. / Ποτέ τις δυο μαζί δεν τις κρατούν τα κάτω δώματα: όσο η μια / στη γη περιοδεύει, στο δώμα η άλλη / περιμένει την ώρα του δικού της δρόμου. / Προσφέρει φως ανέσπερο η Μέρα στους ανθρώπους. / Τον Ύπνο όμως και τον Θάνατο, δίδυμο αδελφό, στα χέρια της / κρατεί η ολέθρια Νύχτα, με σκοτεινή νεφέλη καλυμμένη. / Εκεί στον Τάρταρο μένουν οι γιοι της μαύρης Νύχτας, / Ύπνος και Θάνατος, δεινοί θεοί. Ποτέ τους / δεν τους βλέπει ακτινοβόλος ο Φαέθων Ήλιος, / ανηφορίζοντας στον ουρανό, κι από τον ουρανό κατηφορίζοντας. / Ένας από τους δυο, στη γη ή στην πλατιά ράχη της θάλασσας / γυρίζοντας, ήσυχος και γλυκός δίνεται στους ανθρώπους. / Του άλλου όμως η ψυχή από σίδερο, ατσάλινη η καρδιά / στα στήθη κι ανελέητη, σ' όποιον θνητό απλώσει μια φορά / το χέρι του, με τίποτα δεν ξεκολλά - και στους αθάνατους ακόμη / είναι και παραμένει μισητός».

Δυο λόγια για τον βίο και την ποιητική τέχνη του Ησιόδου στη θαυμαστή του Θεογονία και στα ωφέλιμά του Έργα. Ο πατέρας του ήλθε στη Βοιωτία από την Κύμη, αιολική πόλη απέναντι στη Λέσβο και στη Χίο. Άτυχος στις θαλασσινές του επιχειρήσεις, άφησε, λένε, οριστικά τις περιπέτειες της θάλασσας για να εγκατασταθεί ως κτηματίας στο βοιωτικό χωριό Άσκρα. Μια γωνιά γης που ο Ησίοδος την απαθανάτισε για την ασκήμια της, το άθλιο κλίμα και τη μιζέρια της γράφοντας: «Η Ασκρα τον χειμώνα παγερή, το καλοκαίρι αβάστακτη, ποτέ ευχάριστη». Διαβόητη υπήρξε η σχέση του Ησιόδου με τον αδελφό του Πέρση, με τον οποίο είχε κτηματικές διαφορές και δικαστικές αντιδικίες. Ως αοιδός, απαγγέλλοντας ποιήματά του στη Χαλκίδα, κέρδισε τρίποδα χρυσό. Ο Ηρόδοτος εξάλλου τον καθιέρωσε ισάξιο ποιητή του Ομήρου.

Η σκληρή πείρα της αγροτικής ζωής, η πίκρα του μικροεισοδηματία, η συναίσθηση πως η παλιά τάξη των πραγμάτων άρχισε να κλονίζεται, αντανακλώνται στο έργο του προσδίδοντας ρεαλισμό, στοχαστική απαισιοδοξία και πάθος για δικαιοσύνη. Ως ποιητής κρίνεται και διακρίνεται αρχαϊκός και συνάμα νεωτερικός, συντηρητικός και ριζοσπαστικός. Ο νεωτερισμός του φαίνεται στον χειρισμό του μύθου και στις φόρμες του ποιήματος, κατά κανόνα μικρόσχημες και αποσπασματικές. Η Θεογονία αρθρώνεται σε πέντε θεματικές ενότητες με συμμετρία στη σύνταξή τους, παράγοντας ισόστιχες δεκαδικές στροφές.

Για τις συνθήκες του θανάτου υπάρχει σχετική ανεκδοτολογία. Στον βοιωτικό Ορχομενό έδειχναν τον τάφο του, μαρτυρία μάλλον αξιόπιστη. Αυτά για σήμερα, άλλοτε άλλα.

           ======================================

Ο Αθηναίος της Εβδομάδας: Δημήτρης Μαρωνίτης 

Συγγραφέας-μεταφραστής. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ζει στο Παγκράτι. 

Γουστάρει την Αθήνα. Ανέκαθεν τη γούσταρε. 

13.6.2016 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ 


Φωτό: Σπύρος Στάβερης 


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, αλλά τα τελευταία χρόνια ζω στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα βρέθηκε πρώτη φορά η οικογένειά μου το 1971, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αλλάξουμε στέκια, κυνηγημένοι καθώς ήμασταν από τη Χούντα. Εγώ κατέβηκα στην Αθήνα το '72, αλλά εκείνη τη φορά δεν απέφυγα τη σύλληψη.   

Επέστρεψα στη συμπρωτεύουσα το 1975, όπου πραγματικά έζησα ονειρικά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια – δεν ξεχνώ τις διαδρομές ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και το σπίτι μου, στη Γρηγορίου Παλαμά. Ο κόσμος ήταν άλλο πράμα τότε στο πανεπιστήμιο, διάβαζε, ενδιαφερόταν για τα πάντα, συζητούσε. Βγήκαν, επίσης, σπουδαίες δουλειές, όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας που ιδρύσαμε μαζί με τον Τάσο Χρηστίδη, με τον οποίο δουλέψαμε μαζί και συστηματικά για πολλά χρόνια. Ωστόσο, πάντοτε επέστρεφα στην πρωτεύουσα, κάνοντας μια λοξοδρόμηση στις σπουδές μου, τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια αλλά και αργότερα, κάθε φορά που συνέτρεχε ουσιαστικός λόγος.   

Τη γουστάρω την Αθήνα.Ανέκαθεν τη γούσταρα, αφού την έχω συνδέσει με αξέχαστες εικόνες, υπέροχους περιπάτους και καταβυθίσεις στις κλειστές αίθουσες του θεάτρου ή του σινεμά. Όταν, όμως, ακούω ότι το Παγκράτι, από το οποίο δεν φεύγω   ποτέ, αφού από εδώ ευοδώνεται άνετα αυτό το πηγαινέλα με τα πόδια, ήταν κάποτε εστία αστικού πολιτισμού, με πιάνει το παράπονο. Είναι κρίμα να βλέπεις πόσο πολύ έχει αλλάξει ή πόσο πολύ έχει μεταλλαχθεί η κατάσταση στο κέντρο, αν και κάτι έχει αρχίσει να υποφαίνεται από κάποιους ανθρώπους – με τα σχέδια πεζοδρόμησης και ανάπλασης. Γενικότερα, πάντως, προσπαθώ να μην εμπλακώ στο δίλημμα Θεσσαλονίκη-Αθήνα, το οποίο ποτέ μου δεν ασπάστηκα. Ακόμα, όμως, και τώρα παθαίνω συγκινησιακό πατατράκ κάθε φορά που επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη και αντικρίζω τη σχετική ταμπέλα στην είσοδο της πόλης. Η Αθήνα, ωστόσο, με βολεύει – ταιριάζει με τη μοναξιά μου και με τα αυστηρά μου ωράρια.   

Λατρεύω τον κινηματογράφο. Πηγαίνω στο Έμπασσυ σχεδόν καθημερινά με τα πόδια. Πρόσφατα, είδα το Πρόσωπο της Ομίχλης του Λόζνιτσα και εντυπωσιάστηκα με την απερίγραπτη λιτότητα και τις εξαιρετικές εικόνες – ένα αριστούργημα που κάλλιστα θα συνέκρινα με τις ταινίες του Ταρκόφσκι. Γενικότερα, έχω δει σχεδόν όλες τις ταινίες που κυκλοφορούν τελευταία, αρχής γενομένης από το Λίνκολν, που δεν με ενθουσίασε, ούτε καν σε επίπεδο ερμηνείας – ποτέ μου δεν μπόρεσα να ασπαστώ τη φανατική μίμηση του προσωπείου. Αλλά ούτε και η Άννα Καρένινα με εξίταρε, παρά τα θεατρικού τύπου ευρήματα και το σχετικά ακριβές σενάριο του Στόπαρντ. Αυτή, πάντως, που δεν θα ξεχάσω είναι ο Ιούλιος Καίσαρας των αδελφών Ταβιάνι, που σε εντυπωσιάζει με τη σκηνοθετική φρεσκάδα και την πρωτοτυπία από ανθρώπους προχωρημένης ηλικίας. Το Μετά το Μάη, όμως, είναι που με κέρδισε και με συγκίνησε πραγματικά για μια εποχή που μας έχει σημαδέψει ανεξίτηλα.   

Είναι παλιό το χούι μου με τη μετάφραση.Έτσι ξεκίνησα ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, μεταφράζοντας και διδάσκοντας Ηρόδοτο, και προχώρησα με Όμηρο, Ησίοδο και Σοφοκλή και λίγο Σαπφώ. Με αυτά τα αρχαιοελληνικά ερεθίσματα κινήθηκα και στη νεοελληνική ποίηση, προσπαθώντας να ανιχνεύσω σε μείζονες ποιητές, όπως ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Ρίτσος, ελληνικές παραφράσεις –ας τις πούμε έτσι– αρχαιοελληνικών προτύπων, θεμάτων και μύθων, που μερικές φορές είναι εντυπωσιακές ως προς την προκλητική τους απόκλιση σε σχέση με αυτό που δίνει το πρότυπο αλλά και το απείκασμα του προτύπου. Κοντά σε αυτό είναι ο Σεφέρης, αν και πιο συντηρητικός από τον Ρίτσο, ο οποίος είναι πανέξυπνα προκλητικός. Περισσότερο ανατρεπτικός, πάντως, είναι ο Καβάφης – χαρακτηριστικό είναι το πώς μετέτρεψε την «Ιθάκη» από τόπο προορισμού σε συμβολικό ταξίδι. Εν πάση περιπτώσει, πιστεύω στη μετάφραση, αφού δεν είναι παρά ένα καθημερινό μέσο συνεννόησης και επικοινωνίας, στον βαθμό που πάντα μεταφράζουμε ο ένας τα λόγια του άλλου. Το μυαλό δεν είναι μηχανή αντιγραφής αυτού που ακούμε και λέμε. Επομένως, με την ευρεία έννοια της λέξης η μετάφραση είναι μια διαρκής λειτουργία βίωσης και συμβίωσης.     

Η εμφάνιση και έκδοση των δυο βιβλιαρίων 24+2 Ιλιαδικές Παρομοιώσεις σε δική μου μετάφραση και με δικό μου πρόλογο και επίλογο από τις εκδόσεις Άγρα αλλά και του Αίαντα του Σοφοκλή, πάλι σε δική μου μετάφραση, από το ΜΙΕΤ είναι μια απάντηση στην αύξουσα ύφεση και υποβάθμιση της κριτικής συνολικότερα. Ίσως, μάλιστα, να έπρεπε να αρχίσω να κρίνω εγώ τα έργα μου υποδειγματικά, μήπως κάποιοι ακολουθήσουν τη μέθοδο και αντιληφθούν τη λειτουργία της. Εσκεμμένα πρόσθεσα δύο παρομοιώσεις στις ήδη γνωστές 24 που περιλαμβάνονται στην Ιλιάδα, γιατί θεωρώ ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως «γέφυρες» – «γέφυρες εισόδου» και «γέφυρες εξόδου» από τον κανόνα, καθώς κινούνται πέρα από κάθε φαντασία με την πρωτοτυπία τους. Υπάρχει δε μία παρομοίωση που για μένα εξεικονίζει το εναέριο δρομολόγιο στην ποίηση του μέλλοντος: «Πώς ταξιδεύει ο νους του ανθρώπου, που έχουν δει τα μάτια του πολλές χώρες της γης, και τώρα αναπολώντας σκέφτεται να 'μουν εκεί; Μήπως εκεί; Και πάει ο νους του σε πολλά – τόσο γοργά πετώντας η σεβάσμια Ήρα, στα απόκρημνα του Ολύμπου φτάνει». Εξίσου συγκλονιστικός όμως είναι και ο Αίαντας, ειδικά όσον αφορά τη μέθοδο ανταπόκρισης των κειμένων, όπως την αποκαλώ περιγράφοντας την εσωτερική συνομιλία ανάμεσα στα κείμενα. Ο Σοφοκλής παίρνει, φερ' ειπείν, ένα μεγάθεμα από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και το κάνει πιο μπάσταρδο και πιο δραματικό, του αλλάζει, τολμώ να πω, κυριολεκτικά τα φώτα. Το βλέπουμε στη σκηνή της ανταλλαγής των όπλων ή της αυτοκτονίας. Εκεί, δηλαδή, όπου προηγουμένως στον αρχαίο κόσμο ήταν ξεκάθαρο το πεδίο των εχθρών και των φίλων, τώρα για πρώτη φορά υπάρχει μια υπέροχη σύγχυση. Ο Αίαντας είναι το πρώτο εμφυλιακό, μεταπολεμικό δράμα που δείχνει πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα στα φιλικά και εχθρικά στρατόπεδα, κάτι που δεν σταματάμε ποτέ να σκεφτόμαστε ούτε σήμερα.   

Απογοητεύτηκα πλήρως με την Οδύσσεια του Ουίλσον. Κατάφερε να εξαφανίσει εντελώς την ιστορία της Οδύσσειας και αντ' αυτού, σχεδόν αυτιστικά, να χρησιμοποιήσει τον χώρο για σκοπούς εντελώς εστετίστικους. Μακάρι να μπορούσε, έστω, να αποσπάσει τα σκοτεινά σημεία που μετατρέπουν την Οδύσσεια από παραμύθι σε μεγαλειώδες έπος, αλλά ούτε αυτό το είδα. Το μόνο καλό είναι ότι ο κόσμος πραγματικά τρέχει να δει την Οδύσσεια, έστω και σε αυτή την παραποιημένη εκδοχή. Η απάντηση, ίσως, μπορεί να έλθει από την Ιλιάδα που ετοιμάζει με μεράκι και αγάπη αυτή την εποχή ο Στάθης Λιβαθινός με δεκαπέντε νέα παιδιά, όλο ζωντάνια, που σε κερδίζουν πραγματικά με την απερίγραπτη αθωότητά τους και το ταλέντο τους σε τέτοιο βαθμό, που η εκφορά του λόγου τους φτάνει να μετασχηματίζει ακόμα και την εξωτερική τους εμφάνιση. Αν πετύχει το εγχείρημα αυτό, δεν θα είναι μόνο η δικαίωση του Λιβαθινού αλλά και η δική μου. Μακάρι! Θα είναι πραγματικά ένα από τα ωραιότερα δώρα της ζωής μου.   

Οι 24 +2 Ιλιαδικές Παρομοιώσεις, σε μετάφραση, πρόλογο και επίλογο Δημήτρη Μαρωνίτη, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Άγρα και ο Αίαντας του Σοφοκλή, πάλι σε μετάφραση Δημήτρη Μαρωνίτη, από το ΜΙΕΤ. 

    ========================================


Δημήτρης Μαρωνίτης


Γέννηση      1929
Θεσσαλονίκη

Θάνατος      12 Ιουλίου 2016
Αθήνα

Ιδιότητα      καθηγητής πανεπιστημίου

Σχολές Φοίτησης  Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, αναφερόμενος συχνότερα ως Δ. Ν. Μαρωνίτης (γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1929 και πέθανε στις 12 Ιουλίου 2016), ήταν Έλληνας φιλόλογος, μεταφραστής αρχαίων συγγραφέων και δοκιμιογράφος.

                        ===============         

«Στην Κατοχή και στον Εμφύλιο το Πειραματικό Θεσσαλονίκης δεν έμοιαζε σε τίποτε με το Πειραματικό Αθηνών. Το παρακολουθούσε ακόμη η παιδαγωγική έμπνευση του Δελμούζου, στεγασμένο στο μισοτελειωμένο χτίσμα του Πικιώνη: γλώσσα διδασκαλίας η Δημοτική, καθηγητές με φρόνημα ελεύθερο και γερή κατάρτιση (μεταξύ τους ο Θέμελης, ο Καΐρης, ο Μιχαλόπουλος, ο Καστανάς - οι απόφοιτοι ξέρουν για ποιους μιλώ) ... Ελευθέρια αγωγή, που δεν την ανέτρεψαν μήτε οι απειλές της Κατοχής μήτε η μισαλλοδοξία του Εμφυλίου - σ' αυτό συνέβαλε και ο Ξηροτύρης, διευθυντής για δυο και πάνω δεκαετίες... ("Ο δάσκαλος", εφημ. Το Βήμα, 26.1.1992) Θα σκανδαλίσω κι άλλο όσους σκανδαλίστηκαν ήδη με την, ειρωνική προφανώς, ομολογία του θεατρικού μου απωθημένου. Αν κάποιοι πράγματι ενδιαφέρονται για την ανεκδοτολογική βιογραφία, μπορούν σήμερα να προσθέσουν ένα ακόμη απωθημένο μου, που κολυμπά χρόνια τώρα στα θολά νερά του ερασιτεχνισμού, εκείνο της φιλοσοφίας, όταν και όπου τρίβεται στο σώμα της λογοτεχνίας. Παράδειγμα ο Πλάτων, που στιγμάτισε τα προεφηβικά μου χρόνια στο Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, όταν φιλόλογος καθηγητής, δάσκαλος με τα όλα του, μας διάβασε ολόκληρον τον Πρωταγόρα σε καλή μετάφραση, προτού μας τον διδάξει αποσπασματικά στο πρωτότυπο, κατά τις εντολές του σχολικού προγράμματος. ("Ένα συν δύο", εφημ. Το Βήμα, 20.09.1998) "Πιστεύω τω φίλω." Αυτή είναι η πρώτη, αρχαιοπρεπής και σίγουρα πλαστή φράση που άκουσα και έμαθα στα δέκα μου χρόνια: 1939, Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, πρώτη οχταταξίου, αναγνωστικό Ζούκη, φιλόλογος καθηγητής ο Γιώργος Μιχαλόπουλος. Ασφαλώς πρόκειται για αφελή ομολογία (ένα κοινό ρήμα και ένα συνηθισμένο ουσιαστικό σε δοτική), που ρίζωσε εντούτοις στο μυαλό μου και έγινε εφεξής έμμονη ιδέα. ("Συμπληρωματικά", εφημ. Το Βήμα, 31.10.1999) »


          ==========================


Βίος

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης και συνέχισε σπουδάζοντας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.Συμπλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Δυτική Γερμανία με υποτροφία από το ίδρυμα "Humboldt Stiftung", δίπλα στον γνωστό ελληνιστή Βάλτερ Μαργκ (Walter Marg). Το διδακτορικό του δίπλωμα το έλαβε το 1962 από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο όπου και δίδαξε Αρχαία Ελληνικά από το 1963 έως το 1968 ως εντεταλμένος υφηγητής (στη Φιλοσοφική Σχολή).

Κατά τη διάρκεια της επταετίας η δράση του ενοχλούσε το στρατιωτικό καθεστώς με αποτέλεσμα συχνά να φιλοξενείται στα κρατητήρια της συμπρωτεύουσας και της Αθήνας. Οι 8 μήνες του εγκλεισμού του από τις αρχές του 73 μέχρι της γενική αμνήστευση άφησαν το σημάδι τους στη Μαύρη γαλήνη, ένα κείμενο που γράφτηκε στο κελί, σε φθαρμένες χαρτοπετσέτες, όταν κατάφερε να βρει ένα μολύβι ο Δ.Ν.Μαρωνίτης. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1973 στο 8ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού Η Συνέχεια, και πρόσφατα, το 2007, στις εκδόσεις Το Ροδακιό.

Μετά την χούντα επανέρχεται και παραμένει καθηγητής από 1975 έως το 1996. Επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, Αυστρίας και Κύπρου και των ΗΠΑ. Από το 1994 έως το 2001 πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Εφεξής συντονιστής του προγράμματος «Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση», που εκπονείται στο πλαίσιο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας.

Εκτός όμως από Πανεπιστημιακός δάσκαλος ο Δ.Ν Μαρωνίτης ήταν ιδιαίτερα γνωστός και σαν αρθρογράφος μιας και από το Φεβρουάριο του 1971 που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ το πρώτο του άρθρο με τίτλο «Σημείο αναφοράς» δεν σταμάτησε όλα αυτά τα χρόνια να δημοσιεύει ανελλιπώς άρθρα. Το 1970 συμμετείχε με το κείμενο "Υπεροψία και μέθη (ο ποιητής και η ιστορία)" που είναι μια φιλολογική μελέτη για το ποίημα "Δαρείος" του Καβάφη στο τόμο Δεκαοχτώ κείμενα.Ο Δημήτρης Ν.Μαρωνίτης εκτός των άλλων έχει υπάρξει και καλλιτεχνικός διευθυντής του Κ.Θ.Β.Ε. Η θητεία του όμως, υπήρξε μικρής διάρκειας: από τις 3 Νοεμβρίου 1989 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 1990.

Μεταφραστικό Έργο

Οι θέσεις και η αγάπη του για την μετάφραση των αρχαίων κειμένων θεμελιώθηκαν στο Πειραματικό σχολείο και πήραν μια πιο στέρεη μορφή στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Ο κατ’ εξοχήν δάσκαλός του τα χρόνια αυτά ήταν ο I. Θ. Kακριδής. Σημαντική επιρροή στα μεταφραστικά του ενδιαφέροντα έπαιξε και ο W. Marg -που εκδίδει και για χρόνια το αρχαιογνωστικό περιοδικό, το Gnomon - όταν, μετά τις προπτυχιακές του σπουδές και εν όψει της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής για τον Ηρόδοτο,ο Δ. Ν Μαρωνίτης φεύγει στη Γερμανία. 

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης έχει μεταφράσει Ηρόδοτο, Ησίοδο καθώς και τα δύο έργα που αποδίδονται στον Όμηρο: την Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Το 2012 εξέδωσε και την μετάφραση της τραγωδίας "Αίας" του Σοφοκλή .

Μελέτη της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Ο Δημήτριος Μαρωνίτης έχει ασχοληθεί με αρκετούς νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους επιμένοντας στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Έτσι έχει εκδώσει μελετήματα για τον Γεώργιο Σεφέρη, τον Τίτο Πατρίκιο,τον Γιάννη Ρίτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη,τον Τάκη Σινόπουλο και τον Μίλτο Σαχτούρη. Από τις προηγούμενες γενιές έχει εκδώσει μελετήματα για τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κ.Π. Καβάφη. Από τις νεώτερες γενιές έχει ασχοληθεί με τον Γιώργο Χειμωνά.

Το 2014 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το καινούριο του βιβλίο ¨Έπος και δράμα. Από το χθες στο αύριο¨

       =========================================


ΠΗΓΕΣ







Δημήτριος Μαρωνίτης - Βικιπαίδεια



                                       ===================




Το "βίντεο" αυτό δημιουργήθηκε από τον Γιώργο Κορδομενίδη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην εκδήλωση προς τιμήν του Δ. Ν. Μαρωνίτη που οργάνωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2013 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.




        
 Το απόσπασμα της εκπομπής του Στέλιου Λουκά "Ένα Βιβλίο-Ένα Ταξίδι", περιέχει στιγμές από την εκδήλωση προς τιμήν του Δημήτρη Μαρωνίτη που πραγματοποιήθηκε στις 19/05/2013, στο πλαίσιο της 10ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου.
Μιλούν: Δημήτρης Μαρωνίτης(Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.),
Άρης Στυλιανού(Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.),
Βασίλης Κάλφας(Καθηγητής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.),
Γιάννης Μπουτάρης(Δήμαρχος Θεσσαλονίκης),
Γιώργος Κορδομενίδης(Εκδότης, Δ/ντής Περιοδικού "Εντευκτήριο")




       
Ο ROBERT BROWNING, Καθηγητής Κλασσικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο ΛΟΝΔΙΝΟ και Πρόεδρος της Επιτροπής για την επιστροφή των ΕΛΓΙΝΕΙΩΝ, η ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, Πρύτανης Πανεπιστημίου Παρισίων και οι Καθηγητές ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ επισημαίνουν την άμεση σχέση της Νέας Ελληνικής γλώσσας με την Αρχαία Ελληνική, μέσα από θεωρητικές συζητήσεις για τη γλώσσα και ότι αφορά τη γλωσσική συμπεριφορά και γλωσσική συνείδηση ενός λαού. Επίσης, προβάλλεται πολύτιμο υλικό από την ταινία της ΜΕΜΗΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ «Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ», που παραχώρησε το Ίδρυμα Μελετών ΛΑΜΠΡΑΚΗ και ακούγεται απόσπασμα της ομιλίας του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1979, για την ελληνική γλώσσα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής και απόσπασμα από την ποιητική του συλλογή «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» από το κεφάλαιο «ΤΑ ΠΑΘΗ» Β Ψαλμός.



Δημοσίευση σχολίου