Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΤΖΕΪΜΣ ΤΖΟΫΣ - JAMES JOYCE



Άγαλμα του Τζόυς στο Δουβλίνο.








   ============================================================


Ο μαγικός κόσμος του Τζέιμς Τζόυς...




ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:13 Ιανουαρίου 2016

 O Ιρλανδός συγγραφέας, Τζέιμς Τζόυς, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 13 Ιανουαρίου του 1941. Μοντερνιστής, πρωτοπόρος και καινοτόμος, αναδιαμόρφωσε με τα έργα του ολόκληρο το πεδίο της σύγχρονης λογοτεχνίας και συνέθεσε με τις υπέροχες λέξεις του νέα κριτήρια, νέα πεδία σκέψης και ανάλυσης καθώς και λογοτεχνικές αναζητήσεις. 

Το αριστούργημα που άφησε πίσω του, η πιο συναρπαστική περιπέτεια της ζωής και του έργου του, είναι ο "Οδυσσέας", ένα έργο που κατάφερε να συνθέσει μέσα στις σελίδες του έναν καινούργιο μαγικό λογοτεχνικό κόσμο και να αλλάξει τη ροή της μοντέρνας λογοτεχνίας. 
Ο Μπλουμ είναι ένας καθημερινός δουβλινέζος που ζει τη δική του Οδύσσεια, στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου. Μία και μόνη μέρα, η 16η Ιουνίου 1904, ήταν αρκετή στον ήρωα του μυθιστορήματος να αποκομίσει τόσες εμπειρίες, όσες δεν είχε αποκτήσει ποτέ στη ζωή του. Το βιβλίο του παρακολουθεί τις διαδρομές του Μπλουμ, ώρα με την ώρα, στους δρόμους, τα καταστήματα, τις παμπ, τις εκκλησιές και τα σπίτια με τα «κόκκινα φανάρια» του Δουβλίνου.
Στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, την ημέρα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, κυκλοφόρησε στο Παρίσι ο Οδυσσέας, από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare & Co, ένα βιβλίο που απαγορεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς θεωρήθηκε πορνογράφημα. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είχε ήδη κυκλοφορήσει σε έντυπη μορφή σε δύο περιοδικά. 
Στον Οδυσσέα, ο Τζόυς χρησιμοποίησε σχεδόν όλες τις τεχνικές της μυθιστορηματικής πρακτικής, με πλήθος αναφορών στη δυτική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη μυθολογία και τη γλώσσα της μεσαιωνικής Ιρλανδίας και της αρχαίας Ελλάδας καθώς επίσης και στην Οδύσσεια του Ομήρου. Το έργο αποτελείται από συνολικά 18 κεφάλαια, μέσα στα οποία ο Τζόυς περιγράφει μία ημέρα από την ζωή του κεντρικού ήρωα. Αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο οδοιπορικό στο Δουβλίνο, το οποίο λαμβάνει χώρα σε διάστημα μίας ημέρας.


Ο Τζέιμς Τζόυς έζησε ένα μέρος της ζωής του στο Δουβλίνο, αλλά ταξίδεψε και γνώρισε κατακτώντας με το εύρος του έργου του ολόκληρη την Ευρώπη. «Πόσο άρρωστος, άρρωστος, άρρωστος είμαι στο Δουβλίνο. Είναι η πόλη της αποτυχίας, της μνησικακίας και της δυστυχίας. Θα φύγω πολύ μακριά!» παραπονιόταν σε κάποια επιστολή του το 1909. Έφυγε κι έζησε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του, έως το 1941 που πέθανε, σε πολλά μέρη της Ευρώπης: Τεργέστη, Ρώμη, Ζυρίχη και Παρίσι, όχι όμως στο Δουβλίνο.

Πέθανε κουρασμένος, απογοητευμένος και αλκοολικός. Θέλησε να ζήσει έντονα μέχρι το τέλος μια ζωή, από την οποία αποσκοπούσε να δημιουργήσει τις πιο μελωδικές και ονειρικές συλλαβές, να ψηλαφίσει τα πιο μυστήρια πάθη, να κατανοήσει τα μονοπάτια της φιλοσοφίας και της σκοτεινής ανθρώπινης ψυχής. 

Ο έρωτας της ζωής του ήταν η Νόρα Μπάρνακλ την οποία αγάπησε παράφορα και την έκανε πρωταγωνίστρια του στον "Οδυσσέα". Mαζί της έκανε οικογένεια και απέκτησε δύο παιδιά. 




Μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία: 

Ο Τζέιμς Τζόυς γεννήθηκε την ίδια χρονιά με μία άλλη αξιόλογη συγγραφέα, τη Βιτζίνια Γουλφ. Οι ομοιότητές τους μάλιστα δεν σταματούν εκεί. Και οι δύο γεννήθηκαν το 1882 και πέθαναν το 1941. Τα δύο κορυφαία τους μυθιστόρήματα, ο Οδυσσέας και η Μrs Dalloway, θεωρούνται ορόσημα της μοντέρνας λογοτεχνίας και γραφής. 

Τη χρονιά που κυκλοφόρησε ο Οδυσσέας, ο Τζέιμς Τζόυς είχε ένα πολύ ενδιαφέρον γεύμα με τον Μαρσέλ Προυστ. Οι δύο συγγραφείς συζήτησαν για αρκετά πράγματα, για τα πάθη και τις ασθένειές τους, ενώ παραδέχτηκαν ότι κανένας δεν είχε διαβάσει τα βιβλία του άλλου. Παρόντες σε αυτό το ιστορικό πάρτι, ήταν και ο Πικάσο και ο Στραβίνσκι. 

Παρ' ότι είχε απορρίψει από πολύ νωρίς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την εκκλησία, φοβόταν σαν τρελός τους κεραυνούς. Ένας φόβος που είχε τις ρίζες του στην παιδική του ηλικία, όταν η γκουβερνάντα του του έλεγε πως οι βροντές και οι κεραυνοί εκφράζουν την οργή του θεού που έρχεται στη Γη για να τιμωρήσει τους ανθρώπους. 

Ο Τζόυς, σχεδόν τυφλός, αλκοολικός και με κλονισμένη την υγεία, έφυγε από τη ζωή στις 13 Ιανουαρίου του 1941.

  ===============================================================


Η Σίσσυ έπαιζε με το μωρό Μπόουρντμαν, που ψέλλιζε χαρούμενα τραγουδάκια, χτυπώντας παλαμάκια με τα μωρουδίστικα χέρια του. Κούκου! Φώναξε η Σίσσυ πίσω από την κουκούλα του καροτσιού και η Ήντυ ρωτούσε πού είχε πάει η Σίσσυ και εκείνη τσαφ! έβγαζε το κεφάλι της και φώναζε ντα και, αν θέλετε, πιστέψτε με, πολύ διασκέδαζε το μωρό! Και ύστερα του ζητούσε να πει μπαμπά.

–Πες μπαμπά, μπέμπη. Πες, μπα-μπά, μπα-μπά, μπα-μπά, και το μωρό έβαζε τα δυνατά του να το πει, γιατί ήταν πολύ έξυπνο για έντεκα μηνών, όλοι το έλεγαν, και το ανάστημά του πολύ μεγάλο για την ηλικία του, ίδια η προσωποποίηση της υγείας, τέλειο σβωλαράκι αγάπης, και σίγουρα θα γινόταν αργότερα κάποιος σπουδαίος, καθώς έλεγαν.

–Χαζά, ζα ζα, χαζά.

Η Σίσσυ σκούπισε με τη σαλιάρα το στοματάκι του και ήθελε να τον βάλει να καθίσει καλά για να πει μπα-μπά, αλλά όταν ξεθηλύκωσε το λουρί αναφώνησε, άγιε Διονύσιε, ήταν καταμουσκεμένος, κι έπρεπε να του διπλώσει την κουβερτούλα και να την γυρίσει από την άλλη μεριά από κάτω του. Φυσικά η αυτού παιδική μεγαλειότης δεν αγαπούσε διόλου τις τυπικότητες της τουαλέτας και το διακήρυσσε στους πάντες:

–Χαμπάα μπάαα χαμπάαα μπάαα. Και δυο χαριτωμένα τεράστια δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του. Περιττό να προσπαθήσει να το καθησυχάσει λέγοντάς του έλα το μωρό μου, έλα, και το ντήλι-ντήλι το μαντήλι και πού είναι το μπουμπούκι μου, αλλά η Σίσσυ με την ετοιμότητα πνεύματος που τη χαρακτήριζε, του έδωσε το μπιμπερό και ο νεαρός αντάρτης ησύχασε αμέσως.

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας, μτφρ.: Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 408-409, (13. Ναυσικά) Eκδόσεις Κέδρος 14η έκδοση


Πίνακας: Άγγελος Ραζής


  ================================================================


Τζέιμς Τζόις: Ο «σκαντζόχοιρος» των συγγραφέων

Ενενήντα χρόνια από την έκδοση του «Οδυσσέα» ο Ιρλανδός δημιουργός εξακολουθεί να προκαλεί πάθη στο αναγνωστικό κοινό, στους κριτικούς και στους ιστορικούς της λογοτεχνίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  29/01/2012 05:45



Αναστάσης Βιστωνίτης


Τζέιμς Τζόις: Ο «σκαντζόχοιρος» των συγγραφέων
Ο Τζέιμς Τζόις με την εκδότρια του «Οδυσσέα» Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του θρυλικού βιβλιοπωλείου του Παρισιού «Shakespeare and Company».


«Ο Τζόις είναι ο σκαντζόχοιρος των συγγραφέων. Οι ήρωές του είναι ήρωες με το ζόρι»έγραφε το 1959 στην εισαγωγή της μνημειώδους βιογραφίας του για τον συγγραφέα του Οδυσσέα ο Ρίτσαρντ Έλμαν. Έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε και η οξύτητα της παρατήρησης του Έλμαν δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Αρκεί να διαβάσει κανείς έστω και δύο - τρία διηγήματα από τους Δουβλινέζους για να συμφωνήσει με τον κατά πάσα πιθανότητα κορυφαίο βιογράφο του 20ού αιώνα. Βέβαια, το έργο που συνιστά την απόλυτη επιβεβαίωση των παραπάνω είναι ένα από τα μείζονα επιτεύγματα του υψηλού μοντερνισμού: ο Οδυσσέας. Γιατί «ήρωας με το ζόρι» είναι ο κύριος πρωταγωνιστής Λέοπολντ Μπλουμ, ένας «Οδυσσέας» της καθημερινότητας, που για να περιγράψει μόνο μία ημέρα από τη ζωή του ο Τζόις γράφει σχεδόν 800 σελίδες, και «ηρωίδα με το ζόρι» είναι η «Πηνελόπη» Μόλυ, όπως το ίδιο συμβαίνει με όλα σχεδόν τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο έργο.

Στις 2 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται 90 χρόνια από την πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος, η οποία δεν κυκλοφόρησε στις αγγλόφωνες χώρες αλλά στο Παρίσι - την ημέρα που ο συγγραφέας συμπλήρωνε τα 40 του χρόνια - από τη Σίλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του θρυλικού βιβλιοπωλείου «Shakespeare and Company» και θαυμάστριά του.

Είναι βέβαιον ότι η επέτειος θα γιορταστεί με πλήθος εκδηλώσεων από τους αναρίθμητους θαυμαστές του Τζόις σε όλον τον κόσμο. Είναι επίσης βέβαιον ότι τη 16η Ιουνίου, τη λεγόμενη Bloomsday, ο εορτασμός θα λάβει πανηγυρικό χαρακτήρα στην Ιρλανδία. Θυμίζω ότι η 16η Ιουνίου 1904, όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του Οδυσσέα, ήταν η ημέρα που ο Τζόις συνάντησε τη Νόρα Μπάρνακλ η οποία θα γινόταν μούσα και σύντροφος της ζωής του: θα παντρεύονταν μόλις δέκα χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1931. Την επέτειο αυτή τιμούν στη χώρα μας οι Εκδόσεις Κέδρος, που προσέφεραν το 1990 την πληρέστερη ως σήμερα μετάφραση του Οδυσσέα, από τον Σωκράτη Καψάσκη, κυκλοφορώντας τώρα το βιβλίο σε νέα έκδοση, χωρίς αλλαγές αλλά με σκληρό εξώφυλλο. Αποσπάσματα από το έργο σε συλλογική μετάφραση είχαν δημοσιευθεί τη δεκαετία του '40 στο περιοδικό «Κοχλίας», ενώ αργότερα, στη δεκαετία του '70, είχε κυκλοφορήσει μια μάλλον ατυχής μετάφραση του Λ. Νικολούζου.


Η έκδοση του Κέδρου γνώρισε ανέλπιστη εμπορική επιτυχία, που δεν την αξιώθηκαν έργα αντίστοιχης αξίας της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ούτε καν το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, πόσο μάλλον ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ ή το Βιργιλίου θάνατος του Μπροχ. Παρατηρήθηκε δηλαδή και στη χώρα μας το φαινόμενο που παρουσιάστηκε παγκοσμίως: απίστευτο ενδιαφέρον για ένα βιβλίο το οποίο πολλοί απ' όσους το αγόρασαν είτε δεν το διάβασαν είτε το άφησαν στη μέση.

Οι αναγνωστικές δυσκολίες που παρουσιάζει ο Οδυσσέας οφείλονται φυσικά όχι τόσο στον όγκο του όσο στην περίπλοκη αρχιτεκτονική του, η οποία απαιτεί απόλυτη αφοσίωση του αναγνώστη στο κείμενο προκειμένου να μη χαθεί μέσα στον υφολογικό και πραγματολογικό λαβύρινθο του Τζόυς.

Επιτομή του μοντερνισμού

Ο Οδυσσέας συνιστά, μαζί με την Ερημη χώρα του Έλιοτ, η οποία κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, την επιτομή του υψηλού μοντερνισμού. Αντιλαμβάνεται κανείς τη γοητεία που άσκησε (και τις αμέτρητες μελέτες που προκάλεσε), αφού, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Έλιοτ, ο Τζόυς «κατεδάφισε» όλες τις εκδοχές του ύφους που μας παρέδωσε ο 19ος αιώνας. Ενενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση ο χρόνος, αντί να φθείρει αυτό το αριστούργημα, του πρόσθεσε νέες αποχρώσεις - για να μην αναφερθούμε στον πόλεμο που εξακολουθεί να μαίνεται ανάμεσα σε ειδικούς και μη για το ποιο θα πρέπει να είναι το τελικό (οριστικό) κείμενο, τι λάθη παρεισέφρησαν στη μία ή στην άλλη έκδοσή του, ποιες «διορθώσεις» λαθών ήταν λανθασμένες και ποια από τις άπειρες μεταφράσεις του βρίσκεται πλησιέστερα στο πρωτότυπο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον κατάλογο των 100 σημαντικότερων μυθιστορημάτων της Modern Library (του εκδοτικού κολοσσού Random House) ο Οδυσσέας κατέχει την πρώτη θέση.

Στον Τζόυς και ειδικότερα στον Οδυσσέα οφείλεται ο όρος stream of consciousness, ο οποίος μεταφέρθηκε στη χώρα μας ως εσωτερικός μονόλογος (μάλλον από τον Βαλερί Λαρμπό που μετέφρασε τμήμα του μυθιστορήματος στα γαλλικά και επιμελήθηκε το κείμενο συνολικά).

Οδύσσεια της καθημερινότητας

Η σύλληψη του συγγραφέα υπήρξε μεγαλοφυής - και ακόμη περισσότερο η εκτέλεση. Ο Τζόυς έγραψε τη δική του Οδύσσεια της καθημερινότητας, όπου όλα είναι απολύτως συγκεκριμένα. 16 Ιουνίου 1904. Δουβλίνο. Ενας κάτοικος, ο Λέοπολντ Μπλουμ, ξυπνάει για να πάει στη δουλειά του. Αλλά αργεί να επιστρέψει στο σπίτι του. Αργοπορεί, καθυστερεί και φτάνει τις πρώτες ώρες της επομένης. Το σπίτι του είναι η Ιθάκη του και τα όσα συμβαίνουν παραπέμπουν στα περιστατικά της ομηρικής Οδύσσειας. Μόνο που εδώ η κάθοδος στον Άδη αντιστοιχεί σε μια μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, όπου πηγαίνει για να παραστεί στην κηδεία ενός φίλου του που πέθανε ξαφνικά, οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ ενός ξενοδοχείου, η σπηλιά του Κύκλωπα ένα άλλο μπαρ, όπου ο πιο γνωστός θαμώνας του είναι κάποιος Ιρλανδός εθνικιστής και αντισημίτης, η Κίρκη ένα πορνείο, ενώ το νησί του Αιόλου τα γραφεία μιας εφημερίδας.
Ο Οδυσσέας αποτελείται από 18 κεφάλαια, το καθένα από τα οποία έχει γραφτεί με διαφορετική τεχνική και το καθένα καλύπτει περίπου μία ώρα από τον συνολικό αφηγηματικό χρόνο. Η αφήγηση είναι πολυεπίπεδη, με μια απίστευτη ποικιλία αποχρώσεων όπου ο συγγραφέας, χωρίς να παρουσιάζεται ως κλασικός παντογνώστης αφηγητής, αποδεικνύεται απόλυτος κάτοχος του υλικού του. Τα επεισόδια που περιγράφει, κυρίως όμως ο ανεπανάληπτος τρόπος με τον οποίο τα συνθέτει, η διείσδυση στο υπόστρωμα του χαρακτήρα του καθενός από τα πρόσωπα που παρελαύνουν στις σελίδες του ώσπου να καταλήξει στο απίστευτο τελευταίο κεφάλαιο, τον λεγόμενο «μονόλογο της Μόλλυ», συνθέτουν ένα έργο το οποίο ουδείς προσπάθησε να μιμηθεί ως σήμερα χωρίς να αποτύχει οικτρά, αποδεικνύοντας, πολύ απλά, ότι η μοναδικότητα δεν επαναλαμβάνεται.

Δεκαοκτώ βιβλία σε ένα

Πέραν αυτού, δεν υπάρχει μυθιστόρημα στην παγκόσμια λογοτεχνία όπου να έχουμε ένα τόσο λεπτομερές πορτρέτο μιας πόλης, όπως είναι εδώ το Δουβλίνο, σε σημείο μάλιστα που ο Τζόυς να ισχυριστεί ότι, αν η πόλη είχε ολοσχερώς καταστραφεί, θα μπορούσε να ξαναχτιστεί πανομοιότυπη, «τούβλο-τούβλο», με βάση τον Οδυσσέα.

Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα από τον Κέδρο η σχετική μυθολογία ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα όσα ήταν γνωστά όχι μόνο για το έργο καθαυτό, αλλά και για τις συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε. Σε συγκριτικό επίπεδο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επηρέασε σημαντικούς συγγραφείς και τους προέτρεψε να προβούν στη δική τους πρόταση για μια διαφορετική εκδοχή του μυθιστορήματος. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι βέβαια ο Χέρμαν Μπροχ.
Οσον αφορά τα καθ' ημάς, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι ο έλληνας αναγνώστης του Τζόυς σήμερα έχει στη διάθεσή του τη βιογραφία του Έλμαν μεταφρασμένη ωραία από την Αθηνά Δημητριάδου (εκδόσεις Scripta, 2005). Θα έλεγα πως, μολονότι η ανάγνωση ενός αριστουργήματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι πρέπει να γνωρίζει κανείς το πώς και το τι της δημιουργίας του, όποιος διαβάσει πριν από τον Οδυσσέα τη βιογραφία του Έλμαν θα είναι προετοιμασμένος να εισέλθει στον τζοϋσικό λαβύρινθο και να εξέλθει ευκολότερα από εκεί.
Παλαιότερα είχε ειπωθεί ότι μπορεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο απ' όποιο σημείο τού αρέσει και με όποιον τρόπο το επιθυμεί. Αυτό δεν είναι βέβαια σωστό, ή τουλάχιστον μια τέτοιου είδους ανάγνωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Ακόμη, είναι αδύνατον κάποιος έστω και να διατρέξει τον Οδυσσέα πηδώντας σελίδες. Αν το κάνει, είτε θα χαθεί στον λαβύρινθο είτε θα προσλάβει μια ημιτελή εικόνα του τζοϋσικού Δουβλίνου, ή και τα δύο.

  =============================================================


Οδυσσέας» του Τζέιμς Τζόις: 90 χρόνια από την έκδοσή του

06|02|2012 

Ενενήντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση (κυκλοφόρησε στις 2 Φεβρουαρίου του 1922 στο Παρίσι), ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις, το μυθιστορηματικό προπύργιο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, που έμελλε να καταταγεί ανάμεσα στα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εξακολουθεί να αποτελεί έναν τεράστιο όσο και εξαιρετικά ελκυστικό γρίφο.
Ο Οδυσσέας, του οποίου η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε ξανά πρόσφατα, σε μια επετειακή συσκευασία του «Κέδρου» με σκληρό εξώφυλλο (μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, επιμέλεια Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, σελ. 824), έχει δημιουργήσει φανατικές αναγνωστικές κοινότητες και στρατιές προσηλωμένων ερμηνευτών, με πλήθος συνεδρίων, συζητήσεων, άρθρων, μελετών και ηλεκτρονικών αναρτήσεων κάθε χρόνο απανταχού της γης.
Παρά, ωστόσο, το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει. Διαβάζεται ο Οδυσσέας σήμερα κι αν ναι, με ποιον ακριβώς τρόπο; Πώς θα κατανοήσουμε ένα κείμενο το οποίο είναι γραμμένο με την τεχνική της ροής της συνείδησης, μια μέθοδο γραφής που θέτει ευθύς εξαρχής τεράστια εμπόδια στην αποκρυπτογράφησή της; Προσανατολισμένη στο να συλλάβει και να εκφράσει την άκρατη υποκειμενικότητα των μυθιστορηματικών ηρώων, η ροή της συνείδησης αποκαλύπτει το χάος, την αταξία και το παράλογο που επικρατούν στον εσωτερικό τους κόσμο, διοχετεύοντας τις σκέψεις και τις αντιδράσεις τους στα πιο παράξενα και ακανόνιστα κανάλια. Το αποτέλεσμα είναι η διάλυση του μύθου και η καταστρατήγηση της πλοκής, που μετατρέπουν τον λόγο του Τζόις σε δυσεπίλυτο σταυρόλεξο. Αν εδώ συνυπολογίσουμε πως στην αφήγηση του Οδυσσέα παρεμβάλλονται κάθε τόσο άπειρα λογοπαίγνια και υπαινιγμοί, συνδυασμένα με έναν σταθερά παρωδιακό τόνο, τον οποίο επιτείνει η ειρωνική χρήση των διαφημιστικών σλόγκαν, η δυσκολία της κατανόησης αυξάνει ανησυχητικά.

Και τα εμπόδια δεν έχουν τελειωμό. Κάθε κεφάλαιο του Οδυσσέα αντιστοιχεί σε μια ραψωδία της ομηρικής Οδύσσειας (από τους Λωτοφάγους και τους Λαιστρυγόνες μέχρι τις Σειρήνες ή τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη), με τους κεντρικούς τζοϊσικούς ήρωες να ανάγονται επίσης στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του αρχαιοελληνικού προτύπου: ο Leopold Bloom είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, πίσω από τη Molly Bloom κρύβεται η Πηνελόπη ενώ κάτω από τη μορφή του Stephen Dedalus σαλεύει ο Τηλέμαχος. Πόσο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιηθούν τέτοιες αναλογίες, που προϋποθέτουν μιαν εποπτική γνώση της αρχαίας λογοτεχνίας και μυθολογίας, και τι συμβαίνει όταν σ' αυτές θα έρθει να προστεθεί μια πλειάδα αναφορών στην παράδοση της μεσαιωνικής Ιρλανδίας, που γρήγορα θα ενισχυθούν και από έναν εντυπωσιακό όγκο νεότερων ιστορικών παραπομπών; Κι επιπλέον, πώς να αντιμετωπιστούν οι χαώδεις διαφορές οι οποίες παρουσιάζονται από τη μια έκδοση του Οδυσσέα στην άλλη, με την εκάστοτε διόρθωση των λαθών που αναπόφευκτα προκύπτουν από ένα τόσο περίπλοκο υλικό να παράγει εις το διηνεκές σωρεία καινούργιων λαθών;

Λοιπόν; Δεν υπάρχει κανένας δρόμος διάσωσης της επικοινωνίας μας με τον Οδυσσέα; Πολλοί, αλλά η πλέον ενδεδειγμένη ίσως λύση είναι να αποτινάξουμε όλες τις ακαδημαϊκές και κριτικές ερμηνείες που έχουν επικαλύψει με το δυσβάστακτο εκτόπισμά τους το λογοτεχνικό κείμενο, δοκιμάζοντας να κολυμπήσουμε χωρίς βοήθεια σε βαθιά νερά. Και το κολύμπι στα βαθιά νερά δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από τον θηριώδη φιλολογικό εξοπλισμό του έργου, που βάζει στα αίματα ακαδημαϊκούς και κριτικούς. Οι πρώτες απλωτές μπορεί να γίνουν με τη συνδρομή του αμεσότερου στοιχείου του Οδυσσέα, που δεν είναι άλλο από τον γαιώδη και γεμάτο συναισθήματα χαρακτήρα του Leopold Bloom. Ζώντας με πλήρη ένταση την κάθε στιγμή του, ο πρωταγωνιστής του Τζόις θα κατορθώσει στο διάστημα ενός εικοσιτετραώρου (αυτός είναι όλος κι όλος ο μυθιστορηματικός χρόνος του πολυσέλιδου, σχεδόν αχανούς Οδυσσέα) να κάνει τα πάντα: θα ετοιμάσει πρωινό για τη γυναίκα του, θα ταΐσει τη γάτα του, θα θρηνήσει τον θάνατο του γιού του, θα κοιτάξει αισθησιακές γυναίκες στον δρόμο, θα ακούσει τις περιπέτειες και τις ιστορίες των άλλων στο μπαρ, χωρίς ποτέ να λάβει μέρος ο ίδιος σε οτιδήποτε, θα δεχτεί με σπάνια σοφία την απιστία της Molly Bloom (μια αναποδογυρισμένη Πηνελόπη) και, το κυριότερο, θα μάθει στον Stephen Dedalus πως η μόρφωση και η παιδεία είναι εγκεφαλικά βαρίδια και πως η ζωή διεκδικεί την προτεραιότητα απέναντι σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό στοίχημα.

Στις 16 Ιουνίου του 1904 (η ημερομηνία που θα αποσπάσει ο συγγραφέας από τον βίο των ηρώων του, αλλά και η ημερομηνία της ετήσιας γιορτής των θαυμαστών του Τζόις από όλο τον κόσμο, η Bloomsday), ο Leopold Bloom θα χωρέσει ολόκληρο το σύμπαν σ' ένα βιβλίο. Οι περίπλοκες λογοτεχνικές γραφές, τα τοπικά γεγονότα σε συνάρτηση με την καταστροφή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η ιστορία της φιλοσοφίας και των ιδεών, ο κέλτικος πολιτισμός, τα ακούραστα γλωσσικά παιχνίδια, η ανατομία του Δουβλίνου ανά τους αιώνες ή η αιώρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία (το σύνολο του περίτεχνου δικτύου που μετατρέπει τον Οδυσσέα σε απροσπέλαστο μυστικό) θα προσγειωθούν στην καθημερινότητα ενός κοινού και τετριμμένου ήρωα, ο οποίος τρέφεται από τους υλικούς, εντελώς χειροπιαστούς δεσμούς του με ό,τι τον περιβάλλει και τον συγκινεί, κόντρα στην ασήκωτη αρματωσιά του ομηρικού του προκατόχου. Κι αυτός είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσουμε να διαβάζουμε τον Οδυσσέα: από το φαγητό, το ποτό, το σεξ, το χιούμορ και τη χαρά που βγαίνει από το σκοτάδι (ο Leopold Bloom είναι ένας ακραιφνής υπερασπιστής της ευζωίας) προς την ανοιχτή και επικίνδυνη θάλασσα της υψηλής τέχνης (ο Stephen Dedalus είναι ένας αποσυνάγωγος του κόσμου). Αλλά έτσι δεν αρχίζει να ξετυλίγεται η μαγεία μιας καινούργιας και πέρα για πέρα απρόβλεπτης Οδύσσειας;

  ==============================================================


Διαβάζεται ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ του Τζόυς; !!!


[james-joyce.gif]


Ο Τζαίημς Τζόυς (1882-1941) πριν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο φρόντισε να κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα ένα μυθικό και στοιχειωμένο βιβλίο: τον Οδυσσέα! Το οποίο από το 1923 που πρωτοκυκλοφόρησε στο Παρίσι και μέχρι σήμερα, συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Πουλάει σταθερά γύρω στις 100 χιλιάδες αντίτυπα το χρόνο και έχουν εκδοθεί μέχρι τώρα κοντά στα 1000 βιβλία σε όλο τον κόσμο που έχουν ως θέμα….τον Oδυσσέα! Στο Δουβλίνο κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου με τη συμμετοχή χιλιάδων «προσκυνητών» από όλο τον κόσμο και με την κατανάλωση πολλαπλάσιων χιλιάδων μπουκαλιών μπύρας guinness που έπινε και ο Bloom, εορτάζεται η «Bloom’s day», από το όνομα του ήρωα του βιβλίου Λεοπόλδου Μπλούμ του οποίου την …Οδύσσεια μιας μέρας: της 16ης Ιουνίου 1904, μας περιγράφει ο συγγραφέας στο εν λόγω ογκώδες δημιούργημα του.

Και όλα αυτά συμβαίνουν κατά τη γνώμη μου γιατί ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ συνεχίζει να παραμένει μοντέρνος και αξεπέραστος μέσα στο χρόνο επαληθεύοντας διαρκώς αυτό που με διορατικό και προφητικό τρόπο είχε διατυπώσει εξ’ αρχής για το έργο αυτό, στη μελέτη του (Ulysses, Order and Myth, 1923) ο μεγάλος ποιητής T. S. Eliot: «Πρόκειται για βιβλίο στο οποίο όλοι χρωστάμε και από το οποίο κανένας μας δεν μπορεί να ξεφύγει». Και πολλοί μεγάλοι συγγραφείς μεταξύ των οποίων η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ και ο Άλφρεντ Ντέμπλιν(στο «Μπέρλιν Αλεξάντερπλατς» υπάρχει έντονη μια πνοή …Οδυσσέα!), θεωρείται ότι έχουν επηρεαστεί στη γραφή τους από αυτό το βιβλίο.

Καθότι ο ιδιοφυής δημιουργός του, στα τέσσερα όλα κι’ όλα έργα του που εξέδωσε, φρόντισε να ακολουθήσει μια μεθοδευμένη κλιμάκωση της τεχνικής του και να πείσει για το ταλέντο του, κάτι που συμβαίνει και με πρωτοπόρους δημιουργούς στη ζωγραφική και γι’ αυτό τον συγκρίνουν με το Πικάσο που στην αρχή δημιούργησε κλασσικά έργα υψηλής τελειότητας και μετά σιγά-σιγά πέρασε σε έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο μοντερνισμό.

Έτσι και ο Τζόυς αφού έγραψε πρώτα σε κλασική φόρμα τη συλλογή διηγημάτων «Οι Δουβλινέζοι»(1914), έργο υψίστης συγγραφικής τελειότητας που θεωρείται ότι βρίσκεται στο επίπεδο των Τσεχοφικών διηγημάτων, πέρασε στο καινοτόμο και όχι τόσο εύκολα προσβάσιμο: «Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία»(1916), προχώρησε στην πλήρη ανατροπή της κάθε συμβατικής φόρμας με τον «Οδυσσέα»(1923) και έκλεισε τον κύκλο του με το τελείως απρόσιτο και μη δυνάμενο να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα: «Finnegans Wake»(1939).
Οπότε για τους Έλληνες αναγνώστες είναι φανερό ότι πλεονεκτούν οι κατέχοντες την αγγλική σε υψηλό επίπεδο, μιας και έχουν πρόσβαση στο πρωτότυπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αντιμετωπίσουν πολλά άλλα προβλήματα όπως η αλλαγή ύφους - όχι μόνο από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αλλά ακόμη και μέσα σε ένα κεφάλαιο, όπως λένε ότι συμβαίνει στο Νο 10 όπου κατά την επίσκεψη του σε μια μαιευτική κλινική ο Μπλούμ περιγράφει όλη την εξέλιξη της εγκυμοσύνης μέχρι τη γέννηση, χρησιμοποιώντας όμως διαδοχικά το ύφος των εννέα κυριότερων Βρετανών συγγραφέων από τον 14ο αιώνα μέχρι τον 20ο- εν αντιθέσει μ’ εμάς τους υπόλοιπους που πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με τη μετάφραση, μία πολύ σπουδαία, όπως θεωρείται από όλους, μετάφραση του μακαρίτη του Σωκράτη Καψάσκη από τις εκδόσεις Κέδρος. Αφιέρωσε ο άνθρωπος πολλές δεκαετίες της ζωής του σε αυτό το εγχείρημα, κάτι που έχει γίνει με όλους τους μεταφραστές του Οδυσσέα όπου γης!


 






Αυτή έχω και εγώ από τότε που κυκλοφόρησε –εδώ και 20 χρόνια- αργότερα βρήκα στο Μοναστηράκι και το πρωτότυπο των εκδόσεων Penguin, στο οποίο καταφεύγω για να κοιτάζω κάποια παράξενη πρόταση, μετά πήρα και το «Ulysses, Οδηγός Ανάγνωσης» που κυκλοφόρησε ο Άρης Μαραγκόπουλος το 2000 από τις εκδόσεις Κέδρος και αργότερα τη βιογραφία « James Joyce: Η απόκρημνη όψη μιας μεγαλοφυΐας» της Έντνα Ο’ Μπράϊεν από τις εκδόσεις Νεφέλη το 2002.






Και με όλα αυτά και μετά από είκοσι χρόνια έχω να σας παρουσιάσω τον πενιχρότατο απόλογισμό 353 σελίδων από το σύνολο των 816! Και μάλιστα οι 50 από αυτές –τις διάβασα μετά από υπόδειξη γνωστού μου- είναι οι τελευταίες 50 σελίδες του βιβλίου που απαρτίζουν το κεφαλαίο Νο 18 το επονομαζόμενο και «Πηνελόπη» όπου η κυρά Μπλούμαινα (Μόλλυ) με έναν εκπληκτικό εσωτερικό μονόλογο χωρίς σημεία στίξης, περιγράφει τη ζωή της σε ένα κείμενο συναρπαστικό που διαβάζεται από όλους τους αναγνώστες -και μόνο γι’ αυτό θα άξιζε να αγοράσει κανείς το βιβλίο- και που έμελε να επηρεάσει την μεταγενέστερη παγκόσμια λογοτεχνία όσο τίποτα άλλο. Αρκεί να αναφέρω ότι σε δύο από τα σημαντικότερα έργα της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας: «Το Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή και το «Η Μητέρα Του Σκύλου» του Μάτεσι, νομίζω πως διαχέεται πολύ έντονα το άρωμα «Πηνελόπης».

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το βάζουμε κάτω! Ζωή να ‘χουμε μπροστά μας και συνεχίζουμε γιατί ενώ δεν ξέρω πόσο χρόνο του πήρε του μπάρμπα –Τζαίημς για να ολοκληρώσει αυτό το βιβλίο, πιστεύω ακράδαντα πως η ανάγνωση του είναι έργο ζωής για εμάς τους "ψωνισμένους" και όπως είπε και ο ίδιος αστειευόμενος σε κάποια συνέντευξη: «Ο ιδανικός αναγνώστης του Οδυσσέα δεν κοιμάται ποτέ!»


                                                                                   Δημήτρης Κουκουλάς
                                                                                         28-02-2010


   ================================================================


Bloomsday: Η «Οδύσσεια» του κυρίου Μπλουμ




Οι παροικούντες τη λογοτεχνική «Ιερουσαλήμ» γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο ιρλανδός συγγραφέας Τζέιμς Τζόυς (1882-1941) έχει τους πιο πιστούς και φανατικούς οπαδούς από κάθε άλλο ομότεχνό του. Οι λέσχες θαυμαστών του δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από 60 χώρες του κόσμου και κάθε χρόνο πραγματοποιούν πληθώρα εκδηλώσεων για την προώθηση του έργου του.
Κεντρική θέση στις εκδηλώσεις κατέχει η Bloomsday, που δίνει αφορμή για λογοτεχνικές συζητήσεις και μία καλή δικαιολογία για καμιά «Γκίνες» παραπάνω. «Bloomsday» σημαίνει η «Ημέρα του Μπλουμ» και ο Λεοπόλδος Μπλουμ είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος του Τζόις «Οδυσσέας», που θεωρείται ίσως το κορυφαίο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα.

Ο Μπλουμ είναι ένας καθημερινός δουβλινέζος που ζει τη δική του Οδύσσεια, στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου. Μία και μόνη μέρα, η 16η Ιουνίου 1904, ήταν αρκετή στον ήρωα του μυθιστορήματος να αποκομίσει τόσες εμπειρίες, όσες δεν είχε αποκτήσει ποτέ στη ζωή του. Το βιβλίο του παρακολουθεί τις διαδρομές του Μπλουμ, ώρα με την ώρα, στους δρόμους, τα καταστήματα, τις παμπ, τις εκκλησιές και τα σπίτια με τα «κόκκινα φανάρια» του Δουβλίνου.
Επίκεντρο των εορτασμών κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου αποτελεί το Δουβλίνο, με λογοτεχνικές και παραλογοτεχνικές εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν αναγνώσεις του «Οδυσσέα», συμπόσια για τον Τζόυς, διαγωνισμούς με σωσίες του συγγραφέα, περιηγήσεις στις τοποθεσίες όπου εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα και άφθονη κατανάλωση αλκοόλ στα εκατοντάδες μπαράκια του Δουβλίνου.

Πολλοί θαυμαστές του «Οδυσσέα» ακολουθούν τη διαδρομή του Λεοπόλδου Μπλουμ. Το μεσημέρι θα σταματήσουν για ένα ποτηράκι κρασί και ένα σάντουιτς με Γκοργκοντζόλα στο μπαρ του Ντέιβι Μπερν, όπως έκανε ο Μπλουμ, ενώ το απόγευμα θα περάσουν από το ξενοδοχείο Όρμοντ για ένα ποτήρι μπύρα, όπως ακριβώς έκανε και ο ήρωας στο κεφάλαιο των «Σειρήνων».
Τα χρόνια που πέρασαν από το 1904 έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο Δουβλίνο. Το σπίτι του Μπλουμ στον αριθμό 7 της Έκλις Στριτ δεν υπάρχει, ενώ η συνοικία με τα «κόκκινα φανάρια», που πρωταγωνιστεί στο κεφάλαιο της «Κίρκης», έχει κατεδαφιστεί.

Ο Τζέιμς Τζόυς είναι πλέον ένα ποπ είδωλο... Ως τέτοιο τον αντιμετωπίζουν οι συμπατριώτες του και βεβαίως ως πηγή συναλλάγματος. Ο ίδιος, όμως, δεν έτρεφε τα καλύτερα αισθήματα για τη συντηρητική Ιρλανδία: «Πόσο άρρωστος, άρρωστος, άρρωστος είμαι στο Δουβλίνο. Είναι η πόλη της αποτυχίας, της μνησικακίας και της δυστυχίας. Θα φύγω πολύ μακριά!» παραπονιόταν σε κάποια επιστολή του το 1909. Έφυγε κι έζησε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του, έως το 1941 που πέθανε, σε πολλά μέρη της Ευρώπης: Τεργέστη, Ρώμη, Ζυρίχη και Παρίσι, όχι όμως στο Δουβλίνο.

Ο «Οδυσσέας» θεωρείται από την πλειονότητα των ειδικών ως το κορυφαίο μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, για την ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας και τους νεωτερισμούς που ενσωμάτωσε στο κλασσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Γράφτηκε από τον Τζέιμς Τζόυς το 1922, αλλά στα ελληνικά κυκλοφόρησε σε ολοκληρωμένη μορφή μόλις το 1990, από τις εκδόσεις «Κέδρος», σε μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη.

Για όσους κινδυνέψουν να χαθούν στο λαβύρινθο των 820 σελίδων του «Οδυσσέα», υπάρχει ο «μίτος της Αριάδνης», στο βιβλίο του Άρη Μαραγκόπουλου «Οδυσσέας. Οδηγός Ανάγνωσης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος».

  ======================================================


Ο «ευπώλητος» Πάουλο Κοέλιο αμφισβητεί τον Τζέιμς Τζόις

«Ο ''Οδυσσέας'' έκανε μεγάλο κακό στη λογοτεχνία, είναι σκέτο ύφος» δήλωσε

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  07/08/2012

Μπέκος Γρηγόρης


Ο «ευπώλητος» Πάουλο Κοέλιο αμφισβητεί τον Τζέιμς Τζόις


Εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε τον «Οδυσσέα» του μεγάλου ιρλανδού μοντερνιστή συγγραφέα Τζέιμς Τζόις; Πιθανώς θα λέγατε ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, πιθανώς και να το χαρακτηρίζατε ένα έργο-τομή στην ιστορία της λογοτεχνίας και της αισθητικής της.

Ωστόσο, ο συγγραφέας του πασίγνωστου «Αλχημιστή», Πάουλο Κοέλιο, πιστεύει ότι ο «Οδυσσέας» είναι – επί της ουσίας – ένα «tweet»! Έχουμε ομολογουμένως να κάνουμε με μια πολύ «μοντέρνα» λογοτεχνική προσέγγιση, με μια πολύ «μοντέρνα» κριτική (για να καταχραστούμε χονδροειδώς τον όρο), βουτηγμένη στο πνεύμα και τα μέσα της εποχής της.

Ο δημοφιλής βραζιλιάνος συγγραφέας δανείστηκε αυτόν τον όρο από το επίσης δημοφιλές «Twitter» (ελεύθερο κοινωνικό δίκτυο και υπηρεσία micro-blogging) όπου ο καθένας από εμάς μπορεί να «τιτιβίζει» ό,τι θέλει και οι άλλοι να τον «ακολουθούν» ή να τον αφήνουν να «τιτιβίζει» μόνος του.

Ο Πάουλο Κοέλιο βεβαίως δεν απειλείται από τη μοναξιά. Έχει φανατικούς φίλους μέχρι και στην πρωτεύουσα της Μογγολίας Ουλάν Μπατόρ, όπως λέει ο ίδιος. Σε λίγο καιρό, υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 15 εκατομμύρια χρήστες των κοινωνικών δικτύων θα τον (παρ)ακολουθούν.

«Το Twitter είναι το μπαρ μου. Κάθομαι στην μπάρα κι ακούω τις συζητήσεις, παρακινώ τους άλλους, νιώθω την ατμόσφαιρα» είπε στην εφημερίδα  της πατρίδας του « Folha de S. Paulo », με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Manuscrito Encontrado em Accra» που καταπιάνεται με την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους (1099).

«Είναι δικτυωμένος 24 ώρες το 24ωρο, και έχει γίνει ένα ψηφιακός αγωνιστής, παρακάμπτοντας κάθε είδους μεσάζοντα. Μιλάει απευθείας στους αναγνώστες του» που είναι, αντικειμενικά μιλώντας, πάρα πολλοί. Ο Κοέλιο έχει πουλήσει περισσότερα από 115 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων του σε περισσότερες από 160 χώρες. 

Δεδομένου μάλιστα ότι είναι υπέρμαχος της διαδικτυακής πειρατείας μπορεί να χάσουμε και το μέτρημα. Το 2009 του απονεμήθηκε το Βραβείο Γκίνες για τον πιο πολυμεταφρασμένο συγγραφέα στον κόσμο για το βιβλίο στο οποίο το σύμπαν σκαρώνει συνωμοσίες…

Ο «ένοχος» Τζέιμς Τζόις 

Ο Πάουλο Κοέλιο δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «σήμερα οι συγγραφείς θέλουν να εντυπωσιάζουν τους άλλους συγγραφείς». Πριν όμως προλάβει κάποιος να του αντιτείνει ότι αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, ο ίδιος ρίχνει το ανάθεμα στον ένοχο. «Ένα από τα βιβλία που προκάλεσαν μεγάλο κακό στη λογοτεχνία ήταν ο “Οδυσσέας” του Τζέιμς Τζόις - που είναι σκέτο ύφος. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί πέρα. Απογυμνωμένος, ο “Οδυσσέας” είναι ένα tweet» είπε ο συγγραφέας, επικρίνοντας τους συγγραφείς που θέλησαν να καταξιωθούν μέσω της «φόρμας» και όχι του «περιεχομένου».

Συμπλήρωσε δε ότι η δική του επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι είναι «ένας μοντέρνος στγγραφέας, παρά τα όσα λένε οι κριτικοί». Αυτό δεν σημαίνει, είπε, ότι το γράψιμό του είναι πειραματικό, κάθε άλλο, «είμαι μοντέρνος επειδή κάνω το δύσκολο να φαίνεται εύκολο, κι επομένως μπορώ να επικοινωνήσω μ' ολόκληρο τον κόσμο» τόνισε ο Κοέλιο.

Άλλωστε τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει. «Κάποτε οι κριτικοί μπορούσαν να καταστρέψουν μια ταινία ή ένα βιβλίο, κι αυτό επηρέαζε άμεσα το κοινό. Στις μέρες μας, η σχέση αυτή έχει γίνει πιο οριζόντια, η προώθηση “από στόμα σε στόμα” έχει μεγαλύτερη δύναμη». Σ’ αυτό δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος μαζί του.

Όπως όλοι καταλαβαίνουμε η έννοια «μοντερνισμός» για τον Πάουλο Κοέλιο είναι ταυτόσημη με κάτι σαν τη μόδα και δεν έχει καμία σχέση με τις τομές στην ιστορία της λογοτεχνίας και της αισθητικής της. Επίσης, πώς να εξηγήσει κανείς στον συμπαθή κατά τ’ άλλα συγγραφέα ότι ο Τζόις χαρακτηρίστηκε μοντερνιστής – όταν ακόμα δεν υπήρχε το «Twitter» βεβαίως – επειδή ακριβώς, για να παρακολουθήσουμε τη λογική του, έκανε το αντίθετο: έκανε το εύκολο να φαίνεται δύσκολο;

Μα το ύφος δεν είναι ακριβώς αυτό που κάνει μια ημέρα από τη ζωή του Λεοπόλδου Μπλουμ ξεχωριστή;

Εν πάση περιπτώσει, ο Γάλλος συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν είχε δώσει κάποτε μια απάντηση αρκετά ικανοποιητική όταν τον ρώτησαν σχετικώς. «Πουλάω ύφος», έλεγε, «αν θέλετε μονάχα ιστορίες να πάτε στο αστυνομικό τμήμα». Είναι μια φράση που θα συνιστούσε μια ωραία απάντηση στον Κοέλιο μέσω του «Τwitter».

Ο «μάγος της λογοτεχνίας», όπως αυτοχαρακτηρίζεται χαριτολογώντας στο δημοσίευμα, παρουσιάστηκε και αδιάβαστος και αμετροεπής. Για το δεύτερο πιθανώς να ευθύνονται τα πολλά «τιτιβίσματα». 


 ================================================================


«Γράμματα στη Νόρα» του Τζέιμς Τζόις




Βωμολοχία, διαστροφή και θρησκευτικός μυστικισμός.

Εκδίδονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Πατάκη οι ερωτικές επιστολές τού Τζέιμς Τζόις στη σύντροφό του Νόρα Μπάρνακλ
Ο συγγραφέας τού «Οδυσσέα» έδεσε από νωρίς τη ζωή του με τη Νόρα Μπάρνακλ, μια αγράμματη καμαριέρα ,που αδιαφορούσε για το έργο του, αλλά ήταν το στήριγμά του. Τα «Γράμματα στη Νόρα» περιγράφουν τις σεξουαλικές του φαντασιώσεις προς τη μούσα του, που τον κατέκτησε με την εντελώς ελεύθερη ερωτική της συμπεριφορά. Ηταν για τον Τζόις κάτι μεταξύ Μαντόνας και πρόστυχης γυναίκας.


 getFnjuile


 g8iuetFile


get87uFile

Τα ετερώνυμα έλκονται, ο νόμος της Φυσικής επαληθεύτηκε και στην περίπτωση του Τζέιμς Τζόις (1882-1941) και της Νόρα Μπάρνακλ (1884-1951). Ο κορυφαίος Ιρλανδός συγγραφέας ερωτεύτηκε την απλή καμαριέρα ταπεινής καταγωγής –ο πατέρας της ήταν φούρναρης και η μητέρα της μοδίστρα- που δεν είχε ούτε ιδιαίτερη μόρφωση ούτε «αυστηρή ομορφιά». Κι όμως ήταν μια σχέση ζωής, περίπλοκη και γεμάτη εντάσεις, που οδήγησε στη γέννηση δύο παιδιών και στα δεσμά του γάμου. Μια σχέση πάθους, τουλάχιστον στην αρχή, όπως αποδεικνύεται από τις πολυάριθμες επιστολές που ο Τζόις της έστειλε από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους.
Για πρώτη φορά θα κυκλοφορήσουν στα ελληνικά, περίπου σε δύο εβδομάδες, τα «Γράμματα στη Νόρα», από τις εκδόσεις Πατάκη (στη σειρά που επιμελείται ο Χάρης Βλαβιανός), σε μετάφραση – πρόλογο – σημειώσεις Κατερίνας Σχινά. Χρονολογούνται το 1904, 1909, 1912 και 1920-22 και είναι οι φλογερές ερωτικές επιστολές του Τζέιμς Τζόις, που περιλαμβάνουν και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις του προς την πρώτη του μεγάλη αγάπη και μούσα του. Αναδεικνύουν τη λατρεία και τη λαγνεία του για την κοκκινομάλλα «ιέρεια» που τον σαγήνευσε με την χάρη και τον αισθησιασμό της.

«Ω Νόρα! Νόρα! Νόρα! Τώρα μιλάω στην κοπέλα που αγάπησα, που είχε καστανοκόκκινα μαλλιά κι ήρθε με το νωχελικό της βήμα σ’ εμένα και με πήρε τόσο αβίαστα στην αγκαλιά της και με έκανε άντρα», της γράφει ρομαντικά. Αλλού, πάλι γίνεται το κτητικό αρσενικό που επιζητεί από την ερωμένη του την ταπείνωση και την τιμωρία, για να το μετανιώσει όμως μετά ζητώντας της συγγνώμη. «Όλα όσα είναι ιερά, κρυμμένα από τους άλλους, πρέπει να μου τα δώσεις ανεπιφύλακτα. Θέλω να είμαι ο κύριος της ψυχής και του κορμιού σου».

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Κατερίνα Σχινά στον πρόλογο της έκδοσης: «Οι επιστολές του Τζόις προς την Νόρα είναι ένα συγκινητικό χρονικό του έρωτά τους: χιούμορ, λυρισμός, έξαρση και αμφιβολία, ομολογίες πίστης και εκρήξεις οργής, νυγμοί ζήλιας και παραδοχές συντριβής, θρησκευτικό δέος και όρκοι λατρείας εναλλάσσονται πάνω σ’ έναν σταθερό καμβά υφασμένο από αγωνία για επικοινωνία και πόθο για σωματική και ψυχική ταύτιση».

Τα γράμματα για χρόνια «λογοκρίνονταν»

Γεγονός είναι ότι όλες οι επιστολές δεν δόθηκαν εξαρχής στη δημοσιότητα, καθώς ορισμένες από αυτές περιλαμβάνουν τολμηρές σεξουαλικές φαντασιώσεις του Τζόις που φτάνουν μέχρι την κοπροφιλία. Κι όταν οι «απαγορευμένες» πρωτοεκδόθηκαν στο εξωτερικό ξέσπασε διαμάχη: Αν επιτρέπεται ο αναγνώστης να εισέρχεται σαν ηδονοβλεψίας στον ιδιωτικό χώρο ενός διάσημου ζευγαριού. Αν τίποτα δεν πρέπει να μένει στην αφάνεια προκειμένου να φωτιστούν πτυχές της ζωής και του έργου ενός κορυφαίου δημιουργού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο πρώτος τόμος της αλληλογραφίας του Τζόις που κυκλοφόρησε το 1957, σε επιμέλεια Στούαρτ Γκίλμπερτ δεν περιείχε καμιά επιστολή προς τη Νόρα. Αργότερα, το 1966 ο Ρίτσαρντ Έλμαν απάλειψε τα τολμηρότερα αποσπάσματα, ενώ μόλις το 1975 ο ίδιος παρέδωσε πλήρεις τις επιστολές στην έκδοση «Selected Letters» (Faber/Viking Press, Λονδίνο/Νέα Υόρκη) –από τις δύο τελευταίες εκδόσεις έγινε και η μετάφραση στα ελληνικά.

«Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφτεί για τον αχαλίνωτο ερωτισμό ορισμένων από τις επιστολές που απευθύνει ο Τζόις στη Νόρα όταν εκείνος βρίσκεται στο Δουβλίνο και εκείνη στην Τεργέστη», σημειώνει η Κ. Σχινά. «Ομως η βωμολοχική τολμηρότητα των περιγραφών συνυπάρχει με μια σχεδόν μυστικιστική έξαρση: «Τη μια στιγμή σε βλέπω σαν παρθένα ή σαν Μαντόνα και την επόμενη στιγμή σε βλέπω αναίσχυντη, αγέρωχη, μισόγυμνη, πρόστυχη”, γράφει ο Τζόις. “Το πέος μου είναι ακόμα καυτό, σκληρό, παλλόμενο από την τελευταία βάναυσή μου ώθηση, όταν αρχίζει να αναδύεται από τις σκοτεινές μονές της καρδιάς μου ένας σιγανός, τρυφερός και ελεητικός, λατρευτικός ύμνος σ’ εσένα”».

Η μεταφράστρια περιλαμβάνει, επίσης, μέρος του προλόγου της γαλλικής έκδοσης, όπου ο Αντρέ Τοπιά συγκρίνει τον συγγραφέα του «Οδυσσέα» και των «Δουβλινέζων» με τον Ντ. Χ. Λόρενς: «Αντίθετα από τον Ντ. Χ. Λόρενς, που δεν έπαψε να επιτίθεται στην αποξενωτική και αποδυναμωτική υποκρισία του ρομαντικού έρωτα εν ονόματι μιας γνήσιας φαλλικής θρησκείας, ο Τζόις παίζει με την ίδια τη διαστροφή και τοποθετείται στο σημείο καμπής, όπου η σεξουαλικότητα χρειάζεται τη μάσκα της τελετουργίας για να κατακτήσει την απόλαυση και η θρησκευτική έκσταση αφήνει αδιάκοπα ερωτικούς υπαινιγμούς».

Το πρώτο ραντεβού

Ας δούμε, όμως, το ειδύλλιο από την αρχή. Ο Τζέιμς Τζόις αντίκρισε για πρώτη φορά τη Νόρα Μπάρνακλ στις 10 Ιουνίου 1904 στην οδό Nassau Street του Δουβλίνου και αμέσως πήγε και της μίλησε, γοητευμένος από την περήφανη κορμοστασιά της. Εκείνη ήταν μόλις 19, καμαριέρα στο ξενοδοχείο Finn κι εκείνος 22, είχε σπουδάσει ξένες γλώσσες στο University College του Δουβλίνου, δημοσίευε κριτικές σε τοπική εφημερίδα και έγραφε «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη». Στο πρώτο ραντεβού τους θα τον στήσει, όμως η επόμενη συνάντηση θα γίνει στις 16 Ιουνίου και «η μέρα θα αποκτήσει τέτοια σημασία για τον Τζόις, ώστε θα τοποθετήσει τη δράση του “Οδυσσέα” μέσα στις 24 ώρες της, καθαγιάζοντάς την και εγκαθιστώντας τη στο εορτολόγιο των μεγάλων λογοτεχνικών επετείων ως “Βloomsday”».

Συναντιούνται σε μια έρημη περιοχή, κοντά στο λιμάνι και η ερωτική έλξη είναι εμφανής. «Εκθαμβος και ευγνώμων, ο Τζόις τη βλέπει να ξεκουμπώνει το παντελόνι του και, όπως θα γράψει αργότερα, να τον “κάνει άντρα”. Η ειλικρίνεια και η αμεσότητα της σεξουαλικής προσέγγισης δεν θα τον απωθήσει, αντίθετα, θα του γεννήσει σχεδόν θρησκευτικό σεβασμό», σημειώνει η Κ. Σχινά.

Η μοναξιά της Νόρα και η ανάγκη της να αγαπηθεί, «η προθυμία της να του χαρίσει απόλαυση εκείνη την πρώτη νύχτα, σφραγίζουν ένα απόσπασμα από τον “Οδυσσέα”, όπου η φωνή και οι σκέψεις του Στίβεν Ντένταλους, του alter ego του Τζόις, αναμειγνύονται και συγχέονται με τη φωνή της νεαρής “εύκολης γυναίκας”, που έχει καμακώσει ο ήρωας. Το φύλο είναι απροσδιόριστο στο αγγλικό κείμενο-εξίσου πιθανό είναι να μιλάει ο άνδρας ή η γυναίκα: “Αγγιξέ με. Απαλά ματια. Απαλό απαλό χέρι. Είμαι μόνος/-η εδώ. Ω άγγιξέ με γρήγορα, τώρα. Ποια είναι εκείνη η έξη που τη γνωρίζουν οι πάντες. Είμαι ήρεμος/-η εδώ, μόνος/-η. Και θλιμμένος/-η. Αγγιξέ με, άγγιξέ με”…».

Η Νόρα πέρασε στο έργο του

Η μούσα του θα βρεί πολλές λογοτεχνικές ενσαρκώσεις στα γραπτά του: Γκρέτα Κονρόι στους «Νεκρούς», Μπέρτα στους «Εξόριστους», Μόλι Μπλουμ στον «Οδυσσέα», Αννα Λίβια Πλουραμπέλ στο Finnegans’ Wake. «Απηχούν την αντίληψη του Τζόις για τη θηλυκή εκδοχή του κόσμου όπως την είδε να κρυσταλλώνεται στη βιοτική διαδρομή της γυναίκας του».
Αλλά και το ασθματικό, διακεκομμένο, συνειρμικό και ακαλλώπιστο ύφος πολλών από τους γυναικείους μονολόγους του «Οδυσσέα», αδιαμφισβήτητα έλκει την καταγωγή από το επιστολικό ιδίωμα της Νόρα, συμπεραίνει η μεταφράστρια, δίνοντας ένα παράδειγμα: «Αγαπημένε Τζιμ νιώθω τόσο κουρασμένη απόψε που δεν μπορώ να πω πολλά ευχαριστώ πολύ για το γλυκό σου γράμμα που έλαβα απροσδόκητα σήμερα το βράδυ ήμουν πολύ απασχολημένη όταν ήρθε ο Ταχυδρόμος έτρεξα και κλειδώθηκα σ’ ένα δωμάτιο να διαβάσω το γράμμα σου με κάλεσαν πέντε φορές αλλά καμώθηκα πως δεν άκουσα τώρα είναι εντεκάμισι και δεν χρειάζεται να σου πω ότι με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά….»

Ο Τζόις αποκαλεί την αγαπημένη του στις επιστολές του «άδολη καρδιά, χιλιάκριβή μου, μαθητριούλα μου, αλλά και μικρή μου αυνανίστρια, άτακτο ξεδιάντροπο κορίτσι, χορτάτη, αμοραλίστρια, γονιμοποιήσιμη, αναξιόπιστη, πονηρή, γνωστική». Κι εκείνη τον αποκαλεί «παράξενο, παραστρατημένο, ξεροκέφαλο, ζηλιάρη εραστή».
Όπως την περιγράφει ο συγγραφέας, δεν έχει καμία διάθεση να διαβάσει τα γραπτά του, ούτε τα κατανοεί, όμως εξαρτιέται από αυτή, την εμπιστεύεται, είναι η εξομολόγος του. Ανέχεται την κυκλοθυμία του, το δημιουργικό του άγχος, τα συχνά μεθύσια, τις μεταπτώσεις του.

Αέναοι αντίπαλοι, ισόβιοι σύντροφοι

Όταν τον απειλεί ότι θα τον εγκαταλείψει, αυτός της γράφει (18/11.1909): «Έχασα την εκτίμησή σου. Έφθειρα την αγάπη σου. Άφησέ με λοιπόν. Πάρε τα παιδιά σου μακριά από μένα και σώσ’ τα από την κατάρα της παρουσίας μου. Άσε με να ξαναβουλιάξω στον βόρβορο απ’ όπου ήρθα. Ξέχνα κι εμένα και τις άδειες μου έξεις (…) Εγκατάλειψέ με. Είναι ντροπή και εξευτελισμός να ζεις μ’ ένα ρεμάλι σαν κι εμένα. Φέρσου γενναία και εγκατάλειψέ με. Μου έχεις δώσει τα πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο όμως απλώς σκόρπιζες τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους».
Σε αυτή την παράξενη σχέση, η Νόρα δυσανασχετεί για την εκτός γάμου συμβίωση -τελικά το 1931 παντρεύονται- τον ακολουθεί, όμως, έστω και απρόθυμα στις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη. Συγκρούονται ωστόσο συχνά και τον κατηγορεί ότι κατέστρεψε τη ζωή της και των παιδιών τους, του Τζόρτζιο και κυρίως της σχιζοφρενούς Λουτσία. «Αέναοι αντίπαλοι και ισόβιοι σύντροφοι, η Νόρα Μπάρνακλ και ο Τζέιμς Τζόις θα μείνουν μαζί ως το τέλος».

Επιμ.: Παρή Σπίνου

……………………………………………………………………

«Θέλω να είμαι o κύριος της ψυχής και του κορμιού σου»

22 Αυγούστου 1909
44 Fontenoy Street, Dublin

Αγάπη μου, Πόση αηδία, αηδία, αηδία, μου φέρνει το Δουβλίνο! Είναι η πόλη της αποτυχίας, της εχθρότητας και της δυστυχίας. Λαχταρώ να φύγω από δω πέρα.
Σε σκέφτομαι συνέχεια. Όταν πηγαίνω για ύπνο το βράδυ η σκέψη σου είναι βασανιστήριο για μένα. Δεν θα γράψω σε τούτη τη σελίδα τι πλημμυρίζει το μυαλό μου, την απόλυτη τρέλα του πόθου μου. Σε βλέπω σε εκατοντάδες στάσεις, αλλόκοτες, αισχρές, παρθενικές, ληθαργικές. Δώσ’ μου τον εαυτό σου, πολυαγαπημένη, δώσ’ μου τον ολόκληρο όταν συναντηθούμε. Όλα όσα είναι ιερά, κρυμμένα από τους άλλους, πρέπει να μου τα δώσεις ανεπιφύλακτα. Θέλω να είμαι ο κύριος της ψυχής και του κορμιού σου.
Υπάρχει ένα γράμμα που δεν τολμώ να είμαι ο πρώτος που θα το γράψω, κι όμως ελπίζω κάθε μέρα πως ίσως μου το γράψεις εσύ. Ένα γράμμα μονάχα για τα δικά μου μάτια. Ίσως να μου το γράψεις κι ίσως να γαληνέψει την αγωνία του πόθου μου.
Τι μπορεί πια να μπει ανάμεσά μας; Έχουμε υποφέρει και δοκιμαστεί. Κάθε πέπλο ντροπής και επιφυλακτικότητας φαίνεται πως πια έχει πέσει. Δεν θα δούμε πια ο ένας στα μάτια του άλλου τις ατέλειωτες ώρες ευτυχίας που μας περιμένουν;
Στόλισε το κορμί σου για μένα, αγαπημένη. Να είσαι όμορφη και χαρούμενη και ερωτευμένη και προκλητική, πλημμυρισμένη από αναμνήσεις, γεμάτη από λαχτάρα, όταν συναντηθούμε. Θυμάσαι τα τρία επίθετα που χρησιμοποίησα στους Νεκρούς μιλώντας για το κορμί σου; Να ποια είναι: «μελωδικό και παράξενο και ευωδιαστό».
Η ζήλια ακόμα σιγοκαίει στην καρδιά μου. Ο έρωτάς σου για μένα πρέπει να είναι φλογερός και βίαιος για να με κάνει να ξεχάσω ολότελα.
Μη μ’ αφήσεις ποτέ να χάσω τον έρωτα που νιώθω τώρα για σένα, Νόρα. Αν μπορέσουμε να βαδίσουμε μαζί στη ζωή έτσι όπως τώρα, πόσο ευτυχισμένοι θα είμαστε. Άφησέ με να σ’ αγαπάω, Νόρα. Μη σκοτώσεις τον έρωτά μου.
Σου ετοιμάζω ένα δωράκι. Η ιδέα είναι ολότελα δική μου και δυσκολεύτηκα πολύ να καταφέρω να γίνει όπως το ήθελα. Όμως θα σου θυμίζει πάντα τούτη την εποχή.
Γράψε μου, πολυαγαπημένη, σκέψου με.
Τι είναι μια βδομάδα ή δέκα μέρες μπροστά σ’ όλα τα χρόνια της χαράς που έχουμε μπροστά μας!


  =====================================================






     ============================================================


Τζαίημς Τζόυς, ο μοντερνισμός στην πεζογραφία

Ο μοντερνισμός  στην πεζογραφία εμφανίστηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Προέκυψε σαν αντίδραση στην έως τότε επικράτηση του ρεαλισμού και του νατουραλισμού και αμφισβήτησε την ύπαρξη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας.

Χαρακτηριστικά έργα και συγγραφείς του Μοντερνισμού:


Μ. Προυστ (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο)
Τζ. Τζόυς (Οδυσσέας)
Φρ. Κάφκα (Ο Πύργος, Η Δίκη)
 Β. Γουλφ (Η Κυρία Νταλλογουαίη, Τα κύματα)
Ρόμπερτ Μούζιλ ( ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες )

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

    
  - Εγκαταλείπει την ευθύγραμμη αφήγηση

 - Ενστερνίζεται μια πιο αποσπασματική χρονικά γραφή ,με ελευθερία συνειρμικής κίνησης στον χώρο και στον χρόνο .

 - Υποκειμενική σύλληψη της πραγματικότητας.

 - Οι χαρακτήρες αναλύονται υπό το πρίσμα των νεοεμφανιζόμενων ψυχολογικών θεωριών του Φρόυντ, εξερεύνηση της συνείδησης. Προτεραιότητα στον εσωτερικό κόσμο και την υποκειμενικότητα του ατόμου.

- Ελλειπτικότητα, ερμητισμός.

- Προτάσσεται η συναίσθηση της στιγμής και καλλιεργείται  ενσυνείδητα η επιτακτικότητα του παρόντος. Γι΄αυτό ο χρόνος και η σχέση του με τη συνείδηση αποτέλεσαν το επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους. ο χρόνος παρουσιάζεται με μια αφαιρετικότητα, στην οποία πολλές διαφορετικές χρονικές περίοδοι φαίνονται σαν να γίνονται ταυτόχρονα.

 - Θεματικά , οι μοντερνιστές βλέπουν εχθρικά τη ζωή στην πόλη, που συνθλίβει  και απογοητεύει τους κατοίκους της.  Έτσι οδηγούνται στην απόρριψη των κανόνων της αστικής κοινωνίας. Ο κόσμος, γι' αυτούς, δεν προσφέρει κανένα σκοπό στην ανθρώπινη ύπαρξη, κανένα ηθικό πρότυπο, συγχρόνως δε υποστηρίζουν την αυτοτέλεια της τέχνης.

- Ελεύθερη μορφή.

 - Χαλαρή πλοκή  αλλά επίμονη παρουσία συμβόλων & εικόνων.

- Κυριαρχία ελεύθερων συνειρμών.

- Εσωτερικός μονόλογος.

- Ήρωες: λειψοί, ανολοκλήρωτοι, με κατακερματισμένη εσωτερική ζωή.

 - Αφηγητής: με περιορισμένη οπτική γωνία και σχετική γνώση.


«Τα έργα έχουν ως αφετηρία και αναπτύσσονται γύρω από την συνείδηση, την ιδεολογία και τις αναπαραστάσεις του βασικού χαρακτήρα. Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι κατά βάση η τριτοπρόσωπη αφήγηση και οι δραματικοί μονόλογοι. Οι αφηγήσεις γίνονται κατά βάση στο τρίτο πρόσωπο ή οι αφηγητές εναλλάσσονται από το πρώτο πρόσωπο στο τρίτο. Οι συγγραφείς δεν ενδιαφέρονται να δώσουν στο βιβλίο τους το τέλος που προσδοκά ο αναγνώστης. Το τέλος του βιβλίου συνήθως δημιουργεί αμφισημία ή αντιφατικότητα και πολυπλοκότητα.» 

ΤΖΑΙΗΣ ΤΖΟΥΣ




Ο Τζέιμς Τζόυς γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1882, αλλά έζησε σαν αυτοεξόριστος στο Παρίσι  , μακριά από τον εθνικισμό και τον καθολικισμό της Ιρλανδίας. Το Δουβλίνο όμως είναι  ο δεσπόζων τόπος του μυθιστορηματικού του κόσμου. Το 1914 ο Τζόυς ξεκίνησε την συγγραφή του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του, του Οδυσσέα. Κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο Οδυσσέας. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1941.
Θεωρείται από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20 ου αιώνα.

       Ορόσημο στην προσπάθεια αντίδρασης των συγγραφέων του Μοντερνισμού προς το ύφος και το περιεχόμενο της μυθιστοριογραφίας του 19ου αι., αποτελούν οι Δουβλινέζοι του James Joyce. Οι «Δουβλινέζοι» είναι το πρώτο βιβλίο του. Αποτελείται από μια σειρά διηγήματα που εικονογραφούν το Δουβλίνο των παιδικών του χρόνων. Η Έβελιν είναι ένα από τα 15 διηγήματα αυτού του έργου

ΕΒΕΛΙΝ

" Στο διήγημα του Τζόυς Έβελιν, οι επιλογές του συγγραφέα σύμφωνα με τα πρότυπα του μοντερνισμού είναι ιδιαίτερα εμφανείς. Από την αφήγηση απουσιάζει εντελώς ο διάλογος, καθώς μας μεταφέρει τις σκέψεις μιας νεαρής γυναίκας λίγο πριν την απόδρασή της από το ασφυκτικό περιβάλλον της οικογένειάς της με τη βοήθεια του άντρα που αγαπάει. Μέσα από την συνειρμική αλληλουχία της ροής της συνείδησης της ηρωίδας παρουσιάζεται η καταπίεση την οποία ένιωθε από την δουλειά της, τον αλκοολικό πατέρα της, την μοναξιά της: «Αυτή δεν είχε κανένα να πάρει το μέρος της». Η μητέρα της και ο αγαπημένος της αδελφός είχαν πεθάνει ενώ ο άλλος της αδελφός «έλειπε πάντα στην επαρχία», αφήνοντάς την μόνη να αντιμετωπίσει την ευθύνη ενός κατεστραμμένου σπιτιού και τις αντιδράσεις ενός βίαιου πατέρα. Πρόωρα γερασμένη στα δεκαεννιά της χρόνια ήθελε μόνο να δραπετεύσει και να παντρευτεί. Μόνο έτσι «ο κόσμος θα της φερόταν με σεβασμό. Δε θα της φερόταν όπως στη μητέρα της. Δηλαδή όπως ο πατέρας της φερόταν στη μητέρα της». Ταυτόχρονα, έτσι, ο γάμος παρουσιάζεται, μέσα από τις ελπίδες μιας έφηβης, ως η μόνη διέξοδος λύτρωσης και καταξίωσης και, μέσα από την πραγματικότητα του γάμου των γονιών της, ως πηγή καταπίεσης και δυστυχίας. Ωστόσο, παρόλο που, ζυγιάζοντας τα υπέρ και τα κατά, έχει ήδη αποφασίσει να φύγει – εφόσον οι λόγοι για να μείνει ήταν ιδιαίτερα ισχνοί: «στο σπίτι είχε οπωσδήποτε εξασφαλισμένη στέγη και τροφή, και επιπλέον όλους εκείνους που την γνώριζαν όλη της τη ζωή» –, η σκέψη της δείχνει ότι εξακολουθεί να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επιθυμία της φυγής και τις ενοχές που προκαλεί η απάρνηση του καθήκοντος. Σε μια απότομη αλλαγή σκηνικού στο τέλος του διηγήματος, η ηρωίδα θα βρεθεί μπροστά στην αποβάθρα αντιμέτωπη με την τελική απόφαση. Αλλά «ο φόβος (του αγνώστου, της ευτυχίας, της ελευθερίας) υπερισχύει και ο δρόμος της απελευθέρωσης ξαφνικά μεταβάλλεται, στη συνείδηση της παγιδευμένης γυναίκας, σε τρομερή απειλή θανάτου», αναγκάζοντάς την, τελικά, να εγκαταλείψει κάθε ελπίδα.»

   Η Έβελιν έχει μπροστά της το εισιτήριο που θα την απαλλάξει από μια μίζερη και υποταγμένη ζωή, αλλά δεν τολμά -από φόβο- το ταξίδι της ελευθερίας. Η 19χρονη  ηρωίδα βρίσκεται σε ψυχολογικό αδιέξοδο: ασφυκτιά στην καταπιεστική και πατριαρχική οικογένεια. Ο πατέρας της  φέρεται αυταρχικά και η μητέρα της δεν ζει πια για να την προστατεύσει.

Η γνωριμία της με το ναυτικό Φρανκ την οδηγεί ξανά στον κόσμο της ελπίδας : «Της είχε πει ιστορίες για μακρινές χώρες...Της έλεγε τα ονόματα των καραβιών και τις εταιρείες που δούλεψε. Ο ίδιος είχε περάσει το στενό του Μαγγελάνου και της διηγήθηκε τρομερές ιστορίες για τους Παταγόνες».

    Η πνιγηρή και καταπιεστική οικογενειακή και κοινωνική ζωή του Δουβλίνου την οδηγούν στην απόφαση της φυγής, μιας φυγής όμως που ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα γιατί κυριάρχησε μέσα της ο φόβος του αγνώστου, ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, ο φόβος μπροστά στο άγνωστο. Ακόμη και τον πατέρα της αθωώνει μέσα στη συνείδησή της  ενθυμούμενη « μια φρυγανιά που της είχε ψήσει όταν ήταν άρρωστη»....

Συλλογίζεται τη μονότονη ζωή της στο Δουβλίνο, ακούει την εφιαλτική φωνή της μητέρας της «Derevaun Seraun! Derevaun Seraun! ( στο τέλος μιας ευχαρίστησης περιμένει ο πόνος )» και στο τέλος μένει εκεί, μακριά απ΄ό,τι  πραγματικά επιθυμούσε.
Όταν  φτάνει η πολυπόθητη ώρα να δραπετεύσει κι ενώ ο Φρανκ την καλεί να τρέξει στο πλοίο, ο πόθος  της για φυγή σταματά:  η Έβελιν καταρρέει, καθηλώνεται αβοήθητη μέσα στα διλήμματά της , παγιδευμένη από τις ανασφάλειές της.

Η Έβελιν θα αποδειχθεί αναποφάσιστη και υπάκουη , όπως έχει αποφασίσει για κείνην ο κοινωνικά προκαθορισμένος ρόλος της. Η αυτονομία και η ελεύθερη επιλογή στραγγαλίζονται μέσα στην βασανιστική κυριαρχούσα ηθική τάξη που όμως έχει το προτέρημα ….να είναι δεδομένη, γνωστή και να παρέχει «ασφάλεια»

Οι εκτενείς περιγραφές συμβολοποιούν τα συναισθήματα  και τις εσώτατες σκέψεις: στο σπίτι της με τις  κιτρινισμένες φωτογραφίες, το σπασμένο αρμόνιο, η Έβελιν μπροστά στο παράθυρο να αναπολεί – αναπνέοντας συγχρόνως τη μυρωδιά της σκονισμένης κουρτίνας , « ο μαύρος όγκος του καραβιού» της φυγής που ποτέ δεν   πραγματοποιήθηκε.
Έτσι όταν  « όλες οι θάλασσες του κόσμου φουρτούνιασαν μέσα  στην καρδιά της», είπε το μεγάλο «όχι»....



ΠΗΓΕΣ


Νέα Εστία, τεύχος 1750, αφιέρωμα στον Τζαίημς Τζόυς ( Νοέμβρης 2002)
http://www.archive.gr,  Η πεζογραφία από τον ρεαλισμό στον μοντερνισμό
Artivist, e- magazine
 http://www.enet.gr
Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων

 =================================================================

Άρης Μαραγκόπουλος - Ulysses

Οδηγός ανάγνωσης


Κρεβάτι της σύλληψης και της γέννησης, της τελείωσης του γάμου και της διάρρηξης του γάμου, του ύπνου και του θανάτου… […Αλήθεια πιο παράξενη κι από μυθιστόρημα … – XVII, Ιθάκη – σ. 400]

Η ατελείωτη ανάγνωση

Δεν υπάρχει άλλο βιβλίο στην παγκόσμια λογοτεχνία που να απογοητεύει τόσο απελπιστικά τον προτιθέμενο αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας γραμμές και ταυτόχρονα να πουλάει πάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα το χρόνο. Βιβλία σαν το Ulysses έχουν μυητικό χαρακτήρα, δηλαδή τα διαβάζει κανείς όπως τη Βίβλο ή τα ομηρικά έπη: στο μάκρος του βίου και στη διαδρομή της πνευματικής του πορείας. Στις εκατοντάδες πυκνογραμμένες γριφώδεις σελίδες του δικαιώνεται ο κοινός τόπος της σύγχρονης θεωρίας πως καμία ανάγνωση (όπως και κανένα γράψιμο) δεν είναι ποτέ τελειωτική. Ίσως κανένα άλλο κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν απαιτεί σε τέτοιο βαθμό τη συνέργεια του αναγνώστη, ικετεύοντάς τον να «παίξει».


Ο Τζόυς αντιμετώπισε το κείμενο ως αφηγηματικό παλίμψηστο ιδεών, προσώπων, ρόλων, μύθων, συμβόλων, στερεοτύπων κ.λπ. όπου ο ζωντανός αναγνώστης σε κάθε του νέα ανάγνωση «αποξέει» – όπως οι συντηρητές στα παλίμψηστα έργα τέχνη – αποκαλύπτοντας νέα «ευρήματα» κάτω από τα προηγούμενο αναγνωστικό στρώμα όπως γράφει ο Άρης Μαραγκοπουλος, που εδώ και χρόνια έχει χριστεί ως ο ιδανικός μυητής μας στο – επιτρέψτε μου το αυθαίρετο σύμπλοκο – Τζοϋσικό Άπειρο και του οποίου τις φράσεις θα αναπαράγουμε διαρκώς σε τούτο το κείμενο. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ο εκλεκτός συγγραφέας αναλαμβάνει τέτοια χρέη, εφόσον έχουν ήδη προ ετών προηγηθεί το Αγαπημένο Βρωμοδουβλίνο. Τόποι και γλώσσες στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς (Κέδρος, 1997) αλλά και οι προγενέστερες εκδόσεις του παρόντος (Α΄ έκδ: Δελφίνι, 1996, Β΄ έκδ.: Κέδρος, 2001), που γράφτηκαν όμως, όπως μας δηλώνει ο ίδιος, σε μια εποχή (1980-1995) που … δεν υπήρχε το Web 2. Έτσι ο παρών Οδηγός Ανάγνωσης αποτελεί ακριβώς ένας οδηγό μύστη, που μας παρέχει οδηγίες ανάγνωσης χωρίς να εξασφαλίζει τη μία, μοναδική, ασφαλή ανάγνωση.


Μοιάζει κρυφό χάδι, μνήμη που κάτι μου λέει. Του χάιδεψε τις νοτισμένες του αισθήσεις θυμήθηκε. Κρυμμένοι κάτω από τις άγριες φτέρες στο Χόουθ. Κάτωθέ μας ο κόλπος κοιμισμένος ουρανός. Κανένας ήχος. Ο ουρανός. [..] Είχε τα μαλλιά της προσκέφαλο πάνω στο σακκάκι μου, σκουλαρίκια μες τα ρείκια γρατσουνάνε το χέρι μου κάτω από το λαιμό της, θα μου τα σκορπίσεις όλα. Ω τι θαύμα!  δροσεραπαλό το χέρι της από τις κρέμες με άγγιξε, με χάιδεψε· τα μάτια της πάνω μου πουθενά αλλού δεν γυρνούσαν. Μαγεμένος έγειρα επάνω της, απ’ άκρη σ’ άκρη τα χείλια μου ορθάνοιχτα, τη φιλούσαν στο στόμα. Γιουμ. Απαλά μου έδωσε στο στόμα σουσαμένιο κέικ, ζεστό και μασημένο. Γλυκερό πολτό δούλευε το στόμα της γλυκό και ξυνό με σάλιο. Χαρά· τον έφαγα· χαρά. Καινούργια ζωή, τα χείλια της μου έδωσαν καθώς σουφρώνουν. Απαλά, ζεστά, κολλώδη μαστιχόπηκτα χείλη. Λουλούδια ήταν τα μάτια της, πάρε με, δεχτικά μάτια. Βότσαλα έπεσαν. Έμεινε ακίνητη. […] Προφυλαγμένη κάτω από τις φτέρες γέλασε ζεσταγκαλιασμένη. Μανιασμένα έγειρα πάνω της, τη φίλησα· τα μάτια, τα χείλια της, τον τεντωμένο της λαιμό, καριοδχτύπι, τα γυναικεία στήθια να φουσκώνουν στην μπλούζα της από στριφτό μαλλί, οι παχιές ρώγες ολόρθες. Ξαναμμένος τη γλώσσισα. Με φίλησε. Φιλήθηκα. Παραδομένη ολάκερη μου ανασκάλεψε τα μαλλιά. Φιλημένη με φίλησε. [Αισθάνομαι σαν να με είχαν φάει και με ξέρασαν – VIII, Λαιστρυγόνες – σ. 169 – 170]


Τεχνικές του Νέου

Αφηγηματική παραλληλία με θέματα εκτός πλοκής, απουσία ευθύγραμμης πλοκής, συνειδησιακή ροή, ενσωμάτωση εξωλογοτεχνικών κειμένων, «μοντάζ» μεταξύ διαφορετικής μορφής κειμένων, παρεμβάσεις σε σύνταξη και γραμματική, ατέλειωτο παιχνίδι με τις λέξεις, απομίμηση άλλων λογοτεχνικών ειδών και τεχνών, απέραντοι ραμπελαιζιανοί κατάλογοι, εναλλαγή ρόλων μεταξύ των πρωταγωνιστών, εκτενής χρήση προσωπείων, επανειλημμένη χρήση του τυχαίου ως κανονικού…ιδού μερικοί από τους τρόπους που πρώτος ο Ιρλανδός συγγραφέας εισήγαγε στη λογοτεχνία.

Οι περισσότερες αφηγηματικές τεχνικές δεν τρομοκρατούν πλέον τον αμύητο αναγνώστη του Ulysses, δεν μας ξενίζουν πια κανέναν, καθώς τους έχει οικειοποιηθεί όλη η ενδιαφέρουσα λογοτεχνία· γι’ αυτό άλλωστε σήμερα συχνά επαναλαμβάνεται πως «διαβάζουμε τον Τζόυς ακόμα κι όταν δεν τον διαβάζουμε»: τον διαβάζουμε, δηλαδή, όταν διαβάζουμε τους μεταγενέστερους συγγραφείς που συνειδητά ή ασυνείδητα υιοθέτησαν τις τεχνικές του αλλά και στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, στις διαφημίσεις, στις εφημερίδες, στο διαδίκτυο. Οι τεχνικές της παρωδίας, της αυτοαναφορικότητας, του παστίς, η πολλαπλή οπτική γωνία, όλες οι νεοτερικές τεχνικές που παρεκκλίνουν από την ρεαλιστική αληθοφάνεια και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως και παντού είναι οι περισσότερες παιδιά του ανατρεπτικού Ιρλανδού.


Η πατρότητα, με την έννοια της συνειδητής απόκτησης παιδιού, είναι άγνωστη στον άντρα. Αποτελεί ένα μυστήριο κληροδότημα, μια αποστολική διαδοχή, από τον μόνο γεννήτορα στον μόνο γεννηθέντα. Σ’ ετούτο το μυστήριο και όχι στη μαντόνα που η πανούργα ιταλική διανόηση πέταξε πάνω στον όχλο της Ευρώπης θεμελιώθηκε η εκκλησία και θεμελιώθηκε αμετακίνητα επειδή θεμελιώθηκε, ωσάν τον κόσμο, μακρό- και μικρόκοσμο, πάνω στο κενό. Πάνω στα αβέβαιο και πάνω στο πιθανό. H Amormartis, υποκειμενική και αντικειμενική γενική, ίσως να είναι το μόνο αληθινό πράγμα στη ζωή. Η πατρότητα ίσως να είναι μια νομική μυθοπλασία. Ποιος είναι ο πατέρας του όποιου γιου που ο όποιος γιος θα τον αγαπήσει ή εκείνος τον όποιο γιο;
-Έχουν αποσχισθεί εξαιτίας μιας τόσο ακλόνητης σωματικής ντροπής που τα παγκόσμια εγκληματολογικά χρονικά, στιγματισμένα με κάθε είδους αιμομειξία και κτηνωδία, μόλις και καταγράφουν τη διάστασή της. Γιοι με μανάδες, αφέντες με κόρες, λεσβίες αδελφές, έρωτες που δεν τολμούν να προφέρουν το όνομά τους, ανηψιοί με γιαγιάδες, φυλακόβιοι με κλειδαρότρυπες, βασίλισσες με βραβευμένους ταύρους. Ο αγέννητος γιος αμαυρώνει την ομορφιά· με το που γεννιέται φέρνει τον πόνο, διαιρεί τη στοργή, αυξάνει τις έγνοιες. Είναι ένα αρσενικό· η ανάπτυξή του είναι η παρακμή του πατέρα του, η νεότητά του ο φθόνος του πατέρα του, ο φίλος του ο εχθρός του πατέρα του. [Ένας πατέρας […] είναι ένα αναγκαίο κακό – IX, Σκύλλα – Χάρυβδις – σ. 188]


Νεωτερισμοί του κλασικού


Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Τζόυς ήταν να γράψει ένα βιβλίο με δεκαοκτώ κεφάλαια – διαφορετικές οπτικές γωνίες και ισάριθμα στιλ. Κι αυτή είναι η κύρια ιδιομορφία του Ulysses: είναι δεκαοκτώ βιβλία μαζί, το καθένα με διαφορετικό ύφος και τεχνική αφήγησης, που διηγούνται την ιστορία μιας μοναδικής ημέρας στο Δουβλίνο της περίφημης 16ης Ιουνίου 1904 – έκτοτε Bloomsday. Πώς όμως δημιουργήθηκε αυτός ο ιδιόμορφος μοντερνισμός; Ο Τζόυς γνώριζε όλα τα ιδεολογικά ρεύματα (από τη φιλοσοφία του Άρνολντ και την κοινωνική κριτική των Ίψεν και Σόου μέχρι τις θεωρίες των Νίτσε, Μπερξόν, Φρόυντ, Κρότσε, Βέμπερ, την κοσμογονική αλληγορία του Μπλέικ, τις αισθητικές έγνοιες του Ακινάτη, τη γραφή των Τσέχωφ και Φλωμπέρ κ.ά.) αλλά το έργο του δεν οφείλεται σε κάποια προγενέστερη ή προγραμματική νεοτερική ιδεολογία όσο σε μια νεοτερική μορφή που ο ίδιος δημιούργησε μέσα από τις κλασικές φόρμες, από το βικτωριανό ύφος έως το συμβολικό μυθιστόρημα, κοινώς έχοντας αφομοιώσει την κλασική παράδοση και προχωρώντας εκλεκτικά προς τις εικονοκλαστικές του μορφές.

Τα υλικά των υλικών


Ας απλωθούν λοιπόν μπροστά μας όλα τα επιμέρους συστατικά του Οδυσσέα! Ο εκθέτης οδηγητής μας εκθέτει μπροστά μπροστά τα υλικά κατασκευής, όπως η Αυτοβιογραφία [πίσω από τις φοβερές μορφικές ανατροπές υπάρχει μια βαθειά πολύπλοκη φιλοσοφία ζωής· σπάνια το έργο ενός συγγραφέα είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένο με τη ζωή του], η Εγκυκλοπαίδεια [όπου μια τερατώδης διακειμενικότητα πλημμυρίζει αναφορές σε αγγλική κι ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ανατολίτικη φιλοσοφία, δυτικό μυστικισμό, θρησκευτική παράδοση, μεσαιωνική Ιρλανδία, ομηρική Οδύσσεια, αρχαιοελληνική γραμματεία κ.ά.], η Τεχνική. Στην τελευταία δεν υπάρχει προστασία του αναγνώστη, όπως στην κλασική λογοτεχνία, με τις αναγκαίες πληροφορίες του παντογνώστη αφηγητή· ο αναγνώστης αφήνεται στο έλος ενός ανελέητου κειμένου όπου κανείς δεν τον «συστήνει» σε κανέναν και τίποτα, κι αναρωτιέται συνεχώς αν διάβασε σωστά «λέξεις ανίερα παντρεμένες μεταξύ τους», με την ανασφάλεια ενός voyeur, ενός ξένου που κρυφακούει και κρυφοβλέπει.

…όχι δεν γίνεται τίποτα μ’ αυτόν δεν έχει τρόπους αυτός ούτε καν ευγένειες ούτε όχι τίποτε δεν έχει από φυσικού του να μας μπατσίζει από ίσως μ’ αυτό τον τρόπο στον πισινό μου επειδή δεν τον φώναξα Χιου ο ignoramus που δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και στα λάχανα ιδού πώς την πατάς άμα δεν τους κρατάς κανονικά στη θέση τους να βγάζει τα παπούτσια του και τα παντελόνια εκεί πάνω στη καρέκλα μπροστά μου κοιτώντας έτσι κατάματα χωρίς ούτε να ζητάει την άδεια και να στέκεται έτσι χυδαία με μισό πουκάμισο […] άντε το λοιπόν υποθέτω πως γίνεται εξαιτίας που τούτα είναι τόσο αφράτα και προκλητικά στο κοντό μου μισοφόρι δεν μπορούσε να αντισταθεί ακόμα κι εμένα με ερεθίζουν μερικές φορές μια χαρά την έχουν οι άντρες να παίρνουν όση απόλαυση θέλουν από το κορμί μιας γυναίκας μεις είμαστε τόσο στρογγυλές και λευκές πάντα για δαύτους θα γούσταρα κι εγώ μια φορά για αλλαγή να είμαι ένας τους μονάχα να δοκιμάσω μ’ εκείνο το πράμα που το φουσκώνουν έτσι σκληρά πάνω σου και που συνάμα είναι τόσο μαλακό όταν το ακουμπάς… [Ύψιστε Θεέ δεν υπάρχει τίποτε σαν τη φύση – XVIII, Πηνελόπη – σ. 449]

Τρόποι Ανάγνωσης


Πώς θα διαβάσουμε λοιπόν αυτό το υπερμυθιστόρημα; Πρώτα πρώτα ως ένα αναπόφευκτο εκτεταμένο ποίημα! Μόλις ο αναγνώστης αντιληφθεί ότι απουσιάζει η κλασική δομή της πλοκής και η παραδοσιακή μορφή του αφηγηματικού ύφους αντιμετωπίζει δυο επιλογές: ή θα παραιτηθεί ή να συνεχίσει, ενθαρρυμένος τουλάχιστο από την εμφανή ποίηση κάποιων κομματιών – άλλωστε το κείμενο διαθέτει τα περισσότερα από τα γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά της ποίησης : ελευθερία στην σύνταξη, μεταφορική χρήση των λέξεων, συμβολισμό, ποιητικό ρυθμό, υπαινικτικότητα…Αλλά και ως πολύτροπο μυθιστόρημα (το πιο εκτεταμένο έργο της Συμβολικής Ποίησης και το πιο νατουραλιστικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ) που εξαντλεί κάθε δυνατή και αδύνατη διηγηματική τεχνική, καταλήγοντας στο τέλος να αρνείται τον ίδιο του τον εαυτό, το μυθιστόρημα δηλαδή ως είδος, τις λογοτεχνικές συμβάσεις ως εγγύηση αλήθειας, τη δυνατότητα της γλώσσας να εκφέρει την πραγματικότητα!

Κι αν το νεωτερικό μυθιστόρημα του Τζόυς δεν φαντάζει τόσο νεωτερικό όσο τότε; Τότε μπορεί να διαβαστεί ως μνημείο νεωτερικότητας, όπου ανασκάπτονται τo ρεύμα της συνείδησης του Edouard Dujardin, το «ανοιχτό» βιλβίο του Μαλλαρμέ, το φλωμπεριανό λεξικό του Μπουβάρ και Πεκυσέ τα παραφερνάλια της λαϊκής εικονογραφίας του Ρεμπώ, η κινηματογραφική γραφή του Cendrars, η διακειμενική των Eliot και Pound…και το παιχνίδι της κειμενικότητας δεν έχει τέλος!

Οδηγός Ανάγνωσης του Οδηγού Ανάγνωσης


Αν βέβαια χρειαζόμαστε οδηγό ανάγνωσης για τον Οδυσσέα, που χρειαζόμαστε, τότε αυτός ο οδηγός οφείλει να είναι παιγνιωδέστατος και ελκυστικός, με ποικίλα στοιχεία αλλά και σύντομες ενότητες, συνεπώς χρειαζόμαστε κι εδώ οδηγό ανάγνωσης για τον οδηγό ανάγνωσης, εφόσον το παιχνίδι πλέον έχει ανοίξει για τα καλά. Εδώ αρκεί ένα δισέλιδο προσπέκτους: Το βιβλίο δομείται σε δεκαοκτώ κεφάλαια που βέβαια αντιστοιχούν στα ισάριθμα επεισόδια του Ulysses, υπό τους ομηρικούς τίτλους που ο Τζόυς χρησιμοποίησε στην αλληλογραφία του, ενώ ένας εκτενέστερος τίτλος συμπυκνώνει τον δεσπόζοντα προσανατολισμό του κάθε κεφαλαίου. Τα κεφάλαια με τη σειρά τους δομούνται με τις ίδιες θεματικές ενότητες και περιλαμβάνουν: μετάφρασμα αντιπροσωπευτικό του ύφους του επεισοδίου, πλοκή (τόπος – χρόνος – πρόσωπα – σύνοψη πλοκής), ομηρικές αναφορές με τους αντίστοιχους συμβολισμούς και ειδική ενότητα με αναγνωστικές επισημάνσεις, ερμηνείες, εξωκειμενικά αναφερόμενα και τα συναφή. Ακολουθεί η ενότητα της Τεχνικής, ένα δεύτερο μετάφρασμα, σχόλια, βιβλιογραφικές παραπομπές, ερμηνευτικές θεωρήσεις και λοιπά στοιχεία για κάθε πιθαμή του κειμένου αλλά και ολόκληρη την πορεία του Ulysses, από την απαγόρευση το 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω «πρόστυχου» περιεχομένου (μόλις το 1933 ο δικαστής αποφάνθηκε πως το βιβλίο τελικά δεν είναι πορνογραφικό) μέχρι την πλήρη φιλολογική και εκδοτική του περιπέτεια.

…θέλω να δώσω μια τόσο ολοκληρωμένη εικόνα του Δουβλίνου, ώστε αν μια μέρα συμβεί ξαφνικά η πόλη να χαθεί από προσώπου γης να μπορεί να αναστηλωθεί μέσα από το βιβλίο μου.. (από γράμμα του Τζόυς σε φίλο του, σ. 22)

Έτσι το Ulysses/Οδηγός ανάγνωσης, μυητικό βιβλίο, αρχή μαθητείας και χάρτης πλοήγησης μαζί, αποτελεί πραγματικό απολαυστικό παιχνίδι. Η ανάγνωσή του μπορεί να αρχίσει απ’ οποιοδήποτε κάθε κεφάλαιο, υποκεφάλαιο, υποσημείωμα, ενότητα, υποενότητα κ.λπ. και να διαβαστεί και να απολαυστεί αυτόνομα, μετατρέποντάς μας από αρχικά έκπληκτο θεατή σε καταπρόθυμο συμμέτοχο στην Οδύσσεια ενός ανθρώπου που στο τέλος της κοπιώδους εκείνης Παρασκευής του 1904 είχε γίνει Οδυσσέας – Σεβάχ Θαλασσινός και ήρωας ενός Συναρπαστικού Βιβλίου.

Εκδ. Τόπος, 2010 [Σειρά: Επί των κειμένων], 492 σελ. με χρονολόγιο, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Μη φοβάσαι εκείνους που πωλούν το σώμα αλλά είναι ανήμποροι ν’ αγοράσουν την ψυχή [XVI, Εύμαιος – σ. 371] / Έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι να κατοικούν στον ίδιο τόπο [XI, Κύκλωπες – σ. 245] / Αν ξάφνου όλοι γινόμασταν κάποιος άλλος… [VI, Νέκυια – σ. 121]



 ==================================================================

Οδυσσέας

Ο Τζόυς άρχισε να δουλεύει τον Οδυσσέα γύρω στο 1914. Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες (Μάρτιος 1918 - Δεκέμβριος 1920) στην επιθεώρηση The Little Revue, την οποία συνδιηύθυνε ο μεγάλος ποιητής Έζρα Πάουντ, φίλος του Τζόυς και θερμός υποστηρικτής του. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι εκδότες της εποχής δίσταζαν να αναλάβουν την έκδοσή του σε βιβλίο, αποθαρρυμένοι από την τολμηρή γλώσσα και την ασυνήθιστη δομή του κειμένου. Τελικά, χάρη στην οξυδέρκεια και την αποφασιστικότατα της Σύλβια Μπητς, εκδότριας του οίκου Shakespeare and Company και ιδιοκτήτριας του ομώνυμου παρισινού βιβλιοπωλείου, ο Οδυσσέας εκδόθηκε για πρώτη φορά σε βιβλίο στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, ημέρα κατά την οποία ο Τζόυς συμπλήρωνε το τεσσαρακοστό έτος της ζωής του.

Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1990 από τον Κέδρο, σε εξαιρετική μετάφραση του Σωκράτη Καψάσκη, που αφιέρωσε πολλά χρόνια για να φέρει σε πέρας αυτό το επίπονο και τόσο απαιτητικό έργο.

Ο Οδυσσέας αφηγείται ένα 24ωρο στη ζωή του κεντρικού ήρωα Λεοπόλδου Μπλουμ. Εκτυλίσσεται στο Δουβλίνο, τη γενέθλια πόλη του συγγραφέα, στις 16 Ιουνίου του 1904, ημερομηνία που έκτοτε έμεινε στην ιστορία ως Bloomsday˙ πρόκειται για την ημέρα που ο Τζόυς γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, Νόρα Μπάρνακλ.

Η δομή του βιβλίου παραπέμπει στην Οδύσσεια του Ομήρου, εξ ου και ο χωρισμός του σε 18 κεφάλαια που φέρουν τίτλους όπως Τηλεμάχεια, Κίρκη, Τα βόδια του ήλιου, Ναυσικά, Πηνελόπη κ.ο.κ.

Ο «Οδυσσέας» είναι ο απολογισμός μιας μοναδικής μέρας, της 16 Ιουνίου 1904. Ο χώρος είναι συγκεκριμένος, το Δουβλίνο. Ένας πολίτης αυτής της πόλης, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, ξυπνάει το πρωί και φεύγει για την δουλειά του. Οι κοινωνικές, οι επαγγελματικές και οι συναισθηματικές υποχρεώσεις του καθυστερούν την επιστροφή του μέχρι τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας. Αυτή η αργοπορία επιστροφής συνιστά την μοναδική ομοιότητα με το αρχαϊκό πρότυπο. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ περνάει μέσα από μια αντιστοιχία περιπετειών ανάλογων με κείνες του Οδυσσέα. Το κατέβασμα στον Άδη βρίσκει την αντιστοιχία του στη μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, το οποίο επισκέπτεται συνοδεύοντας στην τελευταία του κατοικία ένα φίλο που πέθανε απροσδόκητα. Το νησί του Αιόλου βρίσκει την αντιστοιχία του στα γραφεία μιας εφημερίδας, όπου φυσάνε όλοι οι άνεμοι. Οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ του Ξενοδοχείου Όρμοντ, στο οποίο καταφεύγει ο Μπλουμ για ένα καθυστερημένο γεύμα και ακούει από τη διπλανή αίθουσα μερικούς φίλους να τραγουδούν με τη συνοδεία πιάνου. Η σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ του Μπάρνεϊ Κίερναμ, όπου συχνάζει κάποιος φανατικός εθνικιστής που κατονομάζεται ως Πολίτης και που διακηρύσσει τη μισαλλοδοξία του απέναντι σε καθετί που δεν είναι ιρλανδέζικο και που προκαλεί ένα μικρής έκτασης πογκρόμ στον Μπλουμ ο οποίος είναι εβραϊκής καταγωγής. Η Κίρκη είναι το πορνείο της νυχτερινής πόλης, το οποίο επισκέπτεται ο Μπλουμ για να βοηθήσει έναν μισοπεθαμένο νεαρό που συνάντησε πριν από λίγο και που νιώθει γι' αυτόν ένα ισχυρό αίσθημα πατρικής φροντίδας. Η δράση είναι ελάχιστη, όμως η τεχνική του «εσωτερικού μονολόγου» που επινοεί ο συγγραφέας για την έκθεση της αφήγησής του, του παρέχει τη δυνατότητα να σχολιάσει με λεπτομέρειες όλο το πλέγμα των σχέσεων των προσώπων που λαμβάνουν μέρος σ' αυτό το σε μικρογραφία έπος. Ο μεσήλικας κύριος Μπλουμ, καθώς και ο νεαρός Στίβεν Ντένταλους (που παίζει τον ρόλο του ομηρικού Τηλέμαχου), ανασυνθέτουν και επανεξετάζουν μέσα στους συλλογισμούς τους όλα τα προβλήματα που θίγει και ο Έλληνας ποιητής. Το ενδιαφέρον του σύγχρονου αναγνώστη εστιάζεται τόσο στις ομοιότητες του μύθου όσο και στις διαφορές και στις ανατροπές του, οι οποίες τον βοηθούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων κατ' αρχάς για μια σύγκριση του κόσμου μας με τον κλασικό κόσμο και κατά δεύτερον για την ανίχνευση της ηθικής και πνευματικής πορείας του σύγχρονου κόσμου μας μέσα στον οποίο ζούμε. 



  =======================================================

Ο Τζέιμς Τζοϋς και οι Έλληνες

Ο ΤΖΕΙΜΣ ΤΖΟΪΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


του Φραν Ο’Ρουρκ

«Είμαι πεπεισμένος ότι οι Έλληνες μου φέρνουν γούρι. Όλοι τους έχουν την ψυχή και την ευρηματικότητα του Οδυσσέα».

Ο Τζέιμς Τζόις (1882-1941) λάτρευε την ελληνική μυθολογία, φιλοσοφία και λογοτεχνία, και τη νεοελληνική κουλτούρα. Τον ενθουσίαζε καθετί ελληνικό –κλασικό ή σύγχρονο– και πίστευε ακράδαντα ότι οι Νεοέλληνες είναι οι απόλυτοι κληρονόμοι της αρχαιότητας, ακόμα και εν αγνοία τους, γι’ αυτό και επεδίωκε να τους κάνει παρέα σε όλες τις πόλεις όπου έζησε.
Το 1921 έγραψε στη Harriet Shaw Weaver: «Δεν ξέρω αρχαία ελληνικά κι ας με αναφέρουν ως βαθύ γνώστη της γλώσσας. Ο πατέρας μου ήθελε να μάθω ελληνικά σαν τρίτη γλώσσα, η μητέρα μου γερμανικά κι εγώ διάλεξα τα ιταλικά. Μιλάω, ή μιλούσα, συμπαθητικά νέα ελληνικά […] κάνω χρόνια παρέα με Έλληνες, από αριστοκράτες ως και πωλητές κρεμμυδιών – κυρίως αυτούς. Είμαι προληπτικός, έχω κι εγώ τις δεισιδαιμονίες μου. Είμαι πεπεισμένος ότι οι Έλληνες μου φέρνουν γούρι. Εμένα πάντα οι Έλληνες με βοήθησαν στη ζωή μου. Μην τους βλέπετε φασαριόζους και φωνακλάδες, όλοι τους έχουν την ψυχή και την ευρηματικότητα του Οδυσσέα».
Άρχισε να μαθαίνει νέα ελληνικά στην Τεργέστη και αφότου συνδέθηκε φιλικά με τον Κεφαλλονίτη Παύλο Φωκά, υπάλληλο μιας ελβετικής εμπορικής εταιρείας στη Ζυρίχη, έπιασε πιο εντατικά τη μελέτη της γλώσσας μας. Επίσης μιλούσε ελληνικά με τον Paul Ruggiero, έναν Ιταλό μουσικό που είχε ζήσει χρόνια στην πατρίδα μας.

Ο Τζόις κατέγραφε σε σημειωματάρια τις προσπάθειές του. Εκτός απ’ τις τυπικές ασκήσεις λεξιλογίου και γραμματικής, διαβάζουμε σημειώσεις αποκαλυπτικές για τις προτιμήσεις του. Μεταξύ αυτών έχει καταγράψει ένα ελληνικό νανούρισμα, τις πρώτες στροφές του ελληνικού εθνικού ύμνου, αλλά και υποδείγματα εμπορικής αλληλογραφίας, ένα ελληνικό επαναστατικό τραγούδι, δύο στροφές της ομηρικής Οδύσσειας και μια ανταπόκριση ελληνικής εφημερίδας απ’ τον πόλεμο. Επίσης παρακολουθούσε τις ανασκαφές του Άρθουρ Έβανς στην Ελλάδα.

Εξαιρετικά διασκεδαστικές είναι δύο σελίδες, η μία απέναντι στην άλλη, εμβληματικές για δύο αντικρουόμενα ενδιαφέροντα του Τζόις: το εσχατολογικό και το σκατολογικό, όπως έλεγε ο ίδιος κάνοντας λογοπαίγνιο. Στη μια σελίδα διαβάζουμε με τα γράμματά του στα ελληνικά το «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς» και στην απέναντι σελίδα τα: «Συγνόμην, πρέπει να πηγαίνω εις το αποχωρητήριον» και «Οι χίροι τρόγουν σκατά» και «Εάν δεν το αγαπάτε, να χέσω τα μούτρα σας», κι αμέσως μετά την ευγενέστατη φράση: «Πέρνετε ένα συγαρέτο, κυρία».
Ο κατάλογος των λέξεων που ακολουθεί στο σημειωματάριο παρέχει λεξιλόγιο παρεμφερούς βωμολοχίας με χαριτωμένες ανορθογραφίες. (Μάλιστα η προφανής ωμότητα κάποιων εκφράσεών του στον Οδυσσέα έγιναν αιτία απαγόρευσης του βιβλίου σε πολλές χώρες επί χρόνια και η απόφαση του δικαστή John M. Woolsey το 1934 στη Νέα Υόρκη, που ανακοίνωνε ότι το βιβλίο δεν είναι πορνογραφικό εφόσον δεν προωθεί σεξουαλικό πόθο, δημιούργησε νομικό δεδικασμένο κι επηρέασε διεθνώς τα λογοτεχνικά δρώμενα.)

Το χιούμορ του ήταν δαιμόνιο όταν βρισκόταν με αντροπαρέες, αλλά όταν υπήρχαν και γυναίκες μαζί τους, απαιτούσε σεβασμό και ευγένεια προς τις κυρίες.

Οι πιο αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν ο Όμηρος και ο Αριστοτέλης, κι απετέλεσαν δύο απ’ τις βασικές πηγές της αισθητικής του. Ο αρχαίος παραμυθάς τον έκανε να γράψει τον Οδυσσέα, ενώ θεωρούσε το φιλόσοφο τον «μεγαλύτερο διανοητή όλων των εποχών» και μελέτησε όλα του τα έργα. Η χώρα μας μπήκε στη ζωή του από παιδί, αφού διδάχτηκε στο σχολείο τα ομηρικά έπη και μάλιστα, όταν ένας δάσκαλος της έκτης δημοτικού έβαλε θέμα έκθεσης «ο αγαπημένος μου ήρωας», ο Τζόις έγραψε για τον Οδυσσέα. Αργότερα δήλωνε: «Μαγευόμουν απ’ το μυστικισμό του από δώδεκα χρόνων».

Σε συζητήσεις με το φίλο του ζωγράφο και γλύπτη Frank Budgen, ο Τζόις δηλώνει ότι πάνω απ’ όλα τον εντυπωσίαζε το πόσο ολοκληρωμένος είναι ο χαρακτήρας του ομηρικού Οδυσσέα.
«Τι εννοείς όταν μου λες ότι ήταν ολοκληρωμένος;» απόρησε ο Budgen. «Για να σ’ το πω απ’ τη δική μου πλευρά, όταν ένας γλύπτης φτιάχνει ένα άγαλμα, ο άνθρωπος είναι τρισδιάστατος αλλά όχι υποχρεωτικά ολοκληρωμένος ως προς την ιδανική έννοια της λέξης. Όλα τα έργα παραμένουν ατελή, όπως και οι άνθρωποι».

Και ο Τζόις απάντησε: «Ο Οδυσσέας είναι πλήρης. Τον βλέπω απ’ όλες τις πλευρές του και έτσι είναι ολοκληρωμένος και από την οπτική του γλύπτη αλλά και από την πλευρά της ανθρώπινης ολοκλήρωσης. Είναι καλός κ’ αγαθός – έμπλεος ανθρωπιάς. Για μένα ούτε ο Χριστός δεν είναι τόσο ολοκληρωμένος, ούτε βέβαια ο Φάουστ ή ο Άμλετ. Ο Χριστός δεν καλύπτει όλες τις πλευρές της ζωής, καθώς δεν έζησε ποτέ με μια γυναίκα. Ενώ ο Οδυσσέας καλύπτει πάντα τα ανθρώπινα. Είναι γιος του Λαέρτη και πατέρας του Τηλέμαχου, σύζυγος της Πηνελόπης, εραστής της Καλυψούς, πολεμάει με τους υπόλοιπους Έλληνες στην Τροία και είναι και βασιλιάς της Ιθάκης. Επιπλέον, υπόκειται μύριες όσες δοκιμασίες και τα βγάζει πέρα σε όλες».

Ο Τζόις πίστευε ακράδαντα ότι το πιο όμορφο, το πιο καθολικά λογοτεχνικό κείμενο είναι η Οδύσσεια και, όπως έλεγε στον George Borach: «Ο Οδυσσέας είναι ό,τι πιο ανθρώπινο έχει εμφανιστεί ποτέ στην παγκόσμια λογοτεχνία».

Και εξηγεί στο φίλο και μαθητή του: «Ο Οδυσσέας δεν ήθελε να φύγει για την Τροία. Ήξερε ότι ο πόλεμος γινόταν επειδή οι έμποροι της Ελλάδας έψαχναν για νέες αγορές. Όταν ήρθαν να τον καλέσουν στο στρατό, έτυχε να οργώνει. Αρχικά παρέστησε τον τρελό για να μην καταταγεί. Του έβαλαν τον δίχρονο γιο του Τηλέμαχο κάτω από το άροτρο για να τον εξαναγκάσουν να δεχτεί. Κι έτσι σταμάτησε, για να μη σκοτώσει το παιδί του. Δες την ομορφιά της σκηνής: Ο μοναδικός άντρας στην Ελλάδα που αντιτίθεται στον πόλεμο κόντρα στον πατέρα που φοβάται για τη ζωή του παιδιού του. Οι ήρωες χύνουν το αίμα τους μάταια, παγιδευμένοι στην ατέλειωτη πολιορκία. Και είναι ο Οδυσσέας που σκέφτεται την ιδέα του Δούρειου Ίππου. Γιατί ενώ έβλεπε ότι ήταν ένας άδικος πόλεμος, θεωρεί υποχρέωσή του να βρει τη λύση. Μετά την Τροία δε γίνεται μνεία ούτε στον Αχιλλέα, ούτε στον Μενέλαο, ούτε στον Αγαμέμνονα. Μόνο ο Οδυσσέας συνεχίζει κι έτσι ξεκινά το μοτίβο της περιπλάνησης, δηλαδή της αυτογνωσίας. Θυμήσου τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τι εξαίσια παραβολή! Ο Οδυσσέας είναι εξαιρετικός μουσικός, θέλει να ακούσει, και γι’ αυτό δένεται από μόνος του στο κατάρτι. Σκέψου: Απ’ τη μια ο καλλιτέχνης που ρισκάρει τη ζωή του για την τέχνη κι απ’ την άλλη ο ηγέτης που φροντίζει τους άλλους. Και η επιστροφή του στην Ιθάκη; Υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο; Πιο βαθύ, πιο συναρπαστικό; Ειλικρινά δεν ξέρω πώς διανοούμαι να αγγίξω αυτά τα μοτίβα στα δικά μου έργα… Δεν ξέρω αν θα τα βγάλω πέρα. Έβαλα πολύ ψηλά τον πήχη για τον εαυτό μου».

Ωστόσο κι ανεξάρτητα απ’ τις αγωνίες του, ο Τζόις θέλησε με τα έργα του να ερευνήσει σε όλο της το εύρος την ανθρώπινη ύπαρξη σύμφωνα με τα ομηρικά και αριστοτέλεια πρότυπα.

Ο T. S. Eliot έγραψε για τον Οδυσσέα του: «Ο Τζόις διαχειρίζεται τον ήρωα σε ένα διαρκή παραλληλισμό, μια συγχρονικότητα αρχαιότητας και μοντερνισμού […] είναι ο δικός του τρόπος να ελέγξει, να οργανώσει και να σχηματοποιήσει ένα γιγάντιο πανόραμα της ματαιότητας και της αναρχίας που διατρέχει τη σύγχρονη Ιστορία, καταργώντας τη μέχρι τώρα λογοτεχνία».

Ο Ezra Pound γράφει: «Οι παραλληλισμοί με την ομηρική Οδύσσεια είναι καθαρά μηχανιστικές τεχνικές συγγραφής που χρησιμοποίησε ο Τζόις για να διευκολυνθεί, κάθε μπουζουκοκέφαλος μπορεί να πιάσει το πρωτότυπο και θα τους ανακαλύψει με την πρώτη ανάγνωση. Ο Τζόις έπρεπε να βρει μια φόρμα για να βάλει σε τάξη το χάος».

Όμως ο Τζόις όχι απλώς δεν αρνήθηκε ποτέ ότι πήρε τα μοτίβα, τη φόρμα και τον ήρωα απ’ τον Όμηρο, αλλά επέμενε σε όλες τις μεταφράσεις προς όλους τους εκδότες να φτιάχνουν εξώφυλλα που «…θα επιτείνουν την ελληνικότητα του Οδυσσέα μου. Θέλω πάντα τα χρώματα να προβάλλουν τα χρώματα της ελληνικής σημαίας. Αν δε γνωρίζετε τι εννοώ, θα σας στείλω εγώ διάφορα σχέδια της ελληνικής σημαίας ώστε να ξέρετε πώς θα φτιάξετε το εξώφυλλο και παρακαλώ θερμά να μου στείλετε προσχέδια για να δώσω την έγκρισή μου».

Στους φίλους του έλεγε: «Τι παράξενο. Ενώ η ελληνική σημαία έχει βαυαρική καταγωγή, εισαγόμενη απ’ τους ξενόφερτους βασιλιάδες, κατάφερε να ξεπεράσει τους Βαυαρούς και να γίνει απόλυτα ελληνική γιατί συμβολίζει τελικά και την Οδύσσεια και τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας με όλα τα μπλε του ουρανού και της θάλασσας, και το εκτυφλωτικό λευκό των μαρμάρων και του ήλιου της».

Μάλιστα στον τοίχο του παριζιάνικου διαμερίσματός του είχε κρεμάσει μια μεγάλη ελληνική σημαία που αγόρασε στην Τεργέστη, και σε ένα βάζο πάνω στο πιάνο του είχε διάφορες μικρότερες. Σε όποιον ρωτούσε γιατί κάνει συλλογή, απαντούσε: «Κάθε σημαιούλα αντιπροσωπεύει κάθε έκδοση ή επανέκδοση του Οδυσσέα μου. Το χρωστάω στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και το δωμάτιό μου είναι γαλάζιο, γι’ αυτό και επιμένω να τη θυμίζουν τα εξώφυλλά μου, ώστε να σκέφτονται αμέσως την Ελλάδα και οι αναγνώστες μου».

Παραδεχόταν ότι εάν δεν ήξερε τον Όμηρο, ασφαλώς δε θα είχε συλλάβει αυτή τη συγκεκριμένη φόρμα για τον Οδυσσέα του, και ίσως να μην είχε γράψει καν το βιβλίο.

Ωστόσο, εκτός απ’ τον Όμηρο, όλα του τα έργα έχουν τη σφραγίδα και ακόμα μιας τεράστιας επιρροής: του Αριστοτέλη. Στις συζητήσεις του με τον Georges Borach, δηλώνει: «Τα τελευταία διακόσια χρόνια δεν εμφανίστηκε μεγαλύτερος διανοητής. Όλοι οι διανοητές των δύο τελευταίων αιώνων, απ’ τον Καντ ως τον Μπενεντέτο Κρότσε, απλώς καλλιέργησαν τον υπάρχοντα κήπο του Αριστοτέλη. Τα πάντα στο έργο του έχουν απόλυτη διαύγεια και απλότητα, ενώ όλοι
οι άλλοι απλώς έγραψαν τόμους επί τόμων για να επαναλάβουν τις δικές του ιδέες».
Ξέρουμε πια ότι ο Τζόις πρωτοανακάλυψε τον Αριστοτέλη στο γυμνάσιο και δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Τα ημερολόγια και η αλληλογραφία του από το Παρίσι δείχνουν ότι όχι μόνο τον μελετούσε, αλλά και αντέγραφε κομμάτια που τον εντυπωσίαζαν και μάλιστα στα αρχαία ελληνικά!

Λίγο προτού φύγει απ’ το Δουβλίνο για το Παρίσι, όπου σκόπευε να σπουδάσει ιατρική, έγραψε κι ένα σατιρικό ποίημα με τίτλο «Η Αγία Εξουσία», όπου διακωμωδεί τον Yeats και άλλες κορυφαίες φυσιογνωμίας της ιρλανδικής ιντελιγκέντσιας της εποχής. Καυτηριάζει τον επίπλαστο, νεφελώδη νεοκελτισμό τους. Χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την αριστοτέλεια κάθαρση για να καθαρίσει τη λογοτεχνική Ιρλανδία, καλώντας τους συγχρόνους του να διαβάσουν το φιλόσοφο για να καταλάβουν τι βλακείες λένε.

Ωστόσο αυτό που κάνει τον Τζόις μοναδικό στον αριστοτελισμό του είναι ότι εμποτίστηκε από τον αρχαίο φιλόσοφο και ως άνθρωπος και ως συγγραφέας.
Ο Δαίδαλός του εμπνέεται απ’ τον Αριστοτέλη για να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο. Ο ήρωας θέτει διάφορα αινίγματα στη διάρκεια της ημέρας, όπως η έννοια της Ιστορίας, η φύση της αντίληψης, η γνώση, η ταυτότητα του ατόμου. Τυπικά αριστοτέλεια ζητήματα εντάσσονται συστηματικά στο έργο του Τζόις.

Μέχρι το τέλος της ζωής του διατηρούσε ζωηρό ενδιαφέρον για καθετί ελληνικό. Παρακολουθούσε τις δραστηριότητες των Ελλήνων αντιστασιακών και τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια που έμαθε απ’ τον Paul Ruggiero κι έλεγε ότι τα ελληνικά του προέρχονται περισσότερο από την ελληνική μουσική παρά από τα διαβάσματά του.

Περιγράφοντας μια γιορτή γενεθλίων του, έγραψε σ’ ένα φίλο του: «Η υπέροχη βραδιά έκλεισε με τον ελληνικό εθνικό ύμνο. Τραγουδήσαμε Χαίρε, ω χαίρε, λευτεριά», με τις λέξεις αυτές στα ελληνικά στο γράμμα του.

Λίγο πριν από το θάνατό του, σε μια βόλτα στη Ζυρίχη, αγόρασε τρία βιβλία ελληνικής μυθολογίας για τον εγγονό του τον Στίβεν, ενώ από τα δύο βιβλία που βρέθηκαν πάνω στο γραφείο του την ημέρα του θανάτου του, το ένα ήταν λεξικό της ελληνικής γλώσσας.

Ο FRAN O’ROURKE είναι Professor of Philosophy στο πανεπιστήμιο του Δουβλίνου (UCD) με πολλές δημοσιεύσεις για τους κλασικούς κι ένας απ’ τους μεγαλύτερους φιλέλληνες που έχω γνωρίσει. Τα τελευταία χρόνια κάνει μεταδιδακτορικό στον Τζέιμς Τζόις. Επίσης πλήρωσε 2.500 ευρώ για να επισκευαστεί η κιθάρα του συγγραφέα και την επέστρεψε στο μουσείο Joyce Tower Museum, αφού τη βδομάδα Bloomsweek(Ιούνιος 2012) έδωσε ρεσιτάλ με τα αγαπημένα του τραγούδια του Τζόις, περιλαμβανομένων και των ελληνικών.



Τζέιμς Τζόυς

Ο Τζείμς Τζόυς (James Augustine Aloysius Joyce, 2 Φεβρουαρίου 1882 - 13 Ιανουαρίου 1941) ήταν Ιρλανδό ςσυγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα, δημιουργός των μυθιστορημάτων Οδυσσέας (1922) και Finnegans Wake (1939). Παρά την καταγωγή του, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός Ιρλανδίας.


James Joyce by Alex Ehrenzweig, 1915 cropped.jpg


James Joyce signature.svg

Signature of James Joyce from Ulysses, 1936 Bodley Head Edition

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Τζόυς γεννήθηκε το 1882 στο Δουβλίνο σε μία μάλλον τυπική Ιρλανδική οικογένεια, της οποίας αποτελούσε το μεγαλύτερο σε ηλικία από τα συνολικά δέκα παιδιά. Ο πατέρας του, John Stanislaus Joyce, ήταν αντικληρικός και φιλελεύθερος ενώ η μητέρα του φανατικά καθολική. Στα πολύ νεανικά χρόνια του Τζόυς, η οικογένεια του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας των κακών οικονομικών χειρισμών σε συνδυασμό με τον αλκοολισμό του πατέρα του, οδηγήθηκε στην πτώχευση. Οι πρώτες σπουδές του Τζόυς πραγματοποιήθηκαν το 1888 στο κολέγιοClongowes Wood το οποίο όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής των διδάκτρων. Για ένα σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ' οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι τη στιγμή που του προσφέρθηκε μία θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο σπούδασε, σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο Τζόυς αρνήθηκε τον καθολικισμό.

Το 1898, ο Τζόυς γράφτηκε στο κολέγιο του Δουβλίνου University College Dublin όπου σπούδασε κυρίως αγγλικά,γαλλικά και ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το1900 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα Fortni και ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Θεωρείται επίσης πως ο ίδιος ολοκλήρωσε τουλάχιστον δύο θεατρικά έργα, τα οποία όμως δεν έχουν διασωθεί. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο, αποφάσισε να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ιατρική σχολή του Δουβλίνου, ωστόσο ταξίδεψε στο Παρίσι όπου σύντομα εγκατέλειψε την ενασχόληση του με τις ιατρικές σπουδές. Το διάστημα από τις 11 Νοεμβρίου του 1902 μέχρι τις 19 Νοεμβρίου του 1903, δημοσιεύτηκαν συνολικά 23 κριτικές βιβλίων από τον Τζόυς, σε εφημερίδα του Δουβλίνου.

Τον Απρίλιο του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς τού έγινε γνωστό πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο ενώ ο θάνατός της επήλθε λίγους μήνες αργότερα, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Τζόυς. Τον Ιανουάριο του 1904 ολοκλήρωσε το δοκίμιο A Portrait of the Artist (Το πορτρέτο του καλλιτέχνη), η δημοσίευση του οποίου όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα, ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος Στήβεν ο Ήρωας (Stephen Hero), έργο που αργότερα έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του Τζόυς με την Νόρα Μπάρνακλ, την οποία ερωτεύτηκε και με την οποία αργότερα εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Ζυρίχηκαι στη συνέχεια στην Τεργέστη, όπου ο Τζόυς εργάστηκε ως δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου του 1905, ο Τζόυς και η σύντροφός του απέκτησαν τον πρώτο τους γιο, Giorgio. Στην Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα δεκαπέντε περίπου χρόνια, με μία διακοπή ενός έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκαταστάθηκαν με την οικογένεια του στην Ρώμη όπου εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος.

Ο Τζόυς επισκεπτόταν περιοδικά το Δουβλίνο, ενώ το 1909 δραστηριοποιήθηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα επιχειρηματικά, προσπαθώντας σε συνεργασία με άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσουν κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα ο Τζόυς εγκατέλειψε το εγχείρημα και επέστρεψε στην Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχει υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο Maunsel & Co. για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Δουβλινέζοι. Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το μυθιστόρημα του Τζόυς Το Πορτρέτο του καλλιτέχνη, στο περιοδικό Egoist, ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο.

Το 1914 ο Τζόυς ξεκίνησε την συγγραφή του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του, του Οδυσσέα. Κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμουέζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο Οδυσσέας ενώ την ίδια περίπου περίοδο ο Τζόυς άρχισε την επεξεργασία του Finnegans Wake, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Transatlantic Review για πρώτη φορά το 1924. Η τελική επίσημη έκδοση του έργου χρονολογείται στα 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria και Eugene Jolas, που ενθάρυναν τον Τζόυς σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του.

Στις 14 Δεκεμβρίου του 1940, ο Τζόυς και η οικογένεια του εγκατέλειψαν το Παρίσι για τη Ζυρίχη, όπου ένα μήνα αργότερα πέθανε από πολύ προχωρημένο έλκος.

Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς και ανανεωτές της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Σημαντικότερα έργα

Δουβλινέζοι

Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, ο Τζόυς αναλύει την κοινωνία του Δουβλίνου βασιζόμενος κυρίως στις εμπειρίες της νεότητάς του. Περιγράφει μια πόλη υπό το καθεστώς "παράλυσης" και με τους χαρακτήρες του, να αδυνατούν να ανακαλύψουν ένα νόημα στη ζωή τους. Στο διήγημα Αραβία, διαφαίνεται και η άρνηση του Τζόυς απέναντι στην Εκκλησία. Η συγγραφή του έργου ξεκίνησε το 1904, περίοδο κατά την οποία ο ίδιος εγκατέλειπε την Ιρλανδία και εκδόθηκε τελικά στην Αγγλία το1914, έπειτα από αρκετές δυσκολίες.

Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη

Το μυθιστόρημα Το Πορτραίτο του καλλιτέχνη βασίστηκε στο ημιτελές έργο του Τζόυς Στήβεν ο ήρωας και θεωρείται προϊόν επανεπεξεργασίας του. Περιέχει κυρίως αυτοβιογραφικά στοιχεία και περιγράφει την διαδικασία εξέλιξης και ωρίμανσης του ήρωα του βιβλίου, που αποτελεί ουσιαστικά τον ίδιο τον συγγραφέα. Σε αυτό το έργο, διακρίνονται τεχνικά ή υφολογικά στοιχεία, που αργότερα θα αποτελέσουν χαρακτηριστικά συστατικά της λογοτεχνίας του Τζόυς. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε στις 29 Δεκεμβρίου του 1916 στη Νέα Υόρκη και αργότερα εκδόθηκε στο Λονδίνο, στις 12 Φεβρουαρίου του 1917.

Οι εξόριστοι

Ο Τζόυς ενδιαφέρθηκε από αρκετά νεαρή ηλικία για το θέατρο αλλά οι Εξόριστοι (Exiles) αποτελούν το μοναδικό θεατρικό του έργο που εκδόθηκε (1918). Η περισσότερο πετυχημένη απόδοσή του θεωρείται εκείνη του Χάρολντ Πίντερ το 1970 και 1971.

Οδυσσέας

Ο Οδυσσέας αποτελεί πιθανώς το δημοφιλέστερο έργο του Τζόυς καθώς επίσης και το πλέον αντιπροσωπευτικό του ύφους του. Η συγγραφή του άρχισε το 1914, ολοκληρώθηκε περίπου τον Οκτώβριο του 1921 και το βιβλίο εκδόθηκε το 1922, την ημέρα των γενεθλίων του Τζόυς, από το βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company. Από το 1918, με τη βοήθεια του Έζρα Πάουντ, αποσπάσματα του Οδυσσέα είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται στο περιοδικό The Little Review.

Στον Οδυσσέα, ο Τζόυς χρησιμοποίησε σχεδόν όλες τις τεχνικές της μυθιστορηματικής πρακτικής, με πλήθος αναφορών στη δυτική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τημυθολογία και τη γλώσσα της μεσαιωνικής Ιρλανδίας και της αρχαίας Ελλάδας καθώς επίσης και στην Οδύσσεια του Ομήρου. Το έργο αποτελείται από συνολικά 18 κεφάλαια, μέσα στα οποία ο Τζόυς περιγράφει μία ημέρα από την ζωή του κεντρικού ήρωα. Αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο οδοιπορικό στο Δουβλίνο, το οποίο λαμβάνει χώρα σε διάστημα μίας ημέρας.

Χαρακτηριστικό στοιχείο του μυθιστορήματος είναι η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Τζόυς προκειμένου να αναπτύξει λεπτομερώς τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ των χαρακτήρων του έργου. Κάθε κεφάλαιο εμφανίζει διαφοροποίηση στο ύφος της αφήγησης ενώ συνδέεται επίσης με ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της Ομηρικής Οδύσσειας. Ο ποιητής Τ.Σ Έλιοτ, σε μία κριτική του έγραψε για τον Οδυσσέα πως "αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση που θα μπορούσε να βρει η εποχή μας".

Μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο (Οδυσσέας ) και στο θέατρο, με διάρκεια πλέον των δεκαοκτώ ωρών.

Finnegans Wake

Ο Τζόυς ξεκίνησε τη συγγραφή του Finnegans Wake ( το Ξύπνημα του Φίνεγκαν) περίπου το 1923 αν και την εποχή εκείνη αναφερόταν ως Έργο εν προόδω. Το1926 είχαν ολοκληρωθεί τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου και την ίδια χρονιά, οι Eugene και Maria Jolas, προσφέρθηκαν για την δημοσίευσή τους σε συνέχειες, στο περιοδικό transition. Τα επόμενα χρόνια, ο Τζόυς επιτάχυνε την συγγραφή του έργου ωστόσο διάφορα γεγονότα όπως ο θάνατος του πατέρα του (1930) ή προσωπικά προβλήματα υγείας, καθυστέρησαν την ολοκλήρωσή του.
Η αρχική υποδοχή του Finnegans Wake περιλάμβανε αρκετές αρνητικές κριτικές, ακόμα και από φίλους ή υποστηρικτές του έργου του, όπως ήταν ο Έζρα Πάουντ. Για το λόγο αυτό αρκετοί συγγραφείς όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ υποστήριξαν το έργο μέσω κριτικών που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά της εποχής. Ο Τζόυς αποφάσισε για τον τελικό τίτλο του έργου το 1929 ενώ τελικά το βιβλίο εκδόθηκε στις 4 Μαΐου του 1939.

Με το Finnegans Wake, ο Τζόυς εγκατέλειψε κάθε είδους σύμβαση σχετικά με την χάραξη μιας πλοκής ή την δημιουργία χαρακτήρων. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, προσομοιώνοντας κατά κάποιο τρόπο την συνειρμική ακολουθία ενός ονείρου. Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελούν ακόμα τα πολλά λογοπαίγνια που κατασκευάζει ο Τζόυς, σε διάφορες γλώσσες. Στο έργο αυτό, ο Τζόυς αποδομώντας καταλυτικά κάθε γνωστή μέχρι τότε γλωσσική σύμβαση, δημιούργησε μια γλώσσα προσωπική και συνάμα παγκόσμια, προσπάθησε να αποδώσει, μέσω των πολύσημων αναφορών του, τον πλούτο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Βιβλιογραφία

Έργα του Τζόυς
Φανερώσεις (Επιφάνια) (1901-4)
Chamber Music (Μουσική δωματίου, 1907, ποιήματα)
Stephen Hero (Στήβεν ο ήρωας, γράφτηκε το 1904-6, εκδόθηκε το 1944)
Giacomo Joyce (Τζάκομο Τζόυς, γράφτηκε το 1907, εκδ. το 1968)
Dubliners (Δουβλινέζοι, διηγήματα, 1914)
Exiles (Εξόριστοι, δράμα, 1915)
A portrait of the Artist as a Young Man (Ένα πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία, 1916)
Ulysses (Οδυσσέας, 1922)
Finnegans Wake (Η αγρυπνία του Φίννεγκαν, 1939)

Ελληνικές μεταφράσεις

Δουβλινέζοι : Μαντώ Αραβαντινού ("Ηριδανός")
Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία : Μ.Σαρασιώτη ("Γαλαξίας")
Οδυσσέας : Α.Νικολούζος & Γ.Θωμόπουλος ("Παϊρίδη")

  ==================================================

ΠΗΓΕΣ
















   ============================================================

The remarkable, yet troubled, life of the author of The Dubliners, Ulysses, and Finnegans Wake. James Joyce's parents squandered their fortune, sending the family into poverty in his youth; his relations with fellow Irishmen became strained, forcing his move to Switzerland; Ulysses was banned in the U.S. and England due to its graphic nature; and after relocating to France in 1920, Joyce reportedly moved from apartment to apartment to escape the accompanying attention of his literary fame.


Δημοσίευση σχολίου