Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΑΙΣΧΥΛΟΥ - ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ













Το πιο μεγάλο κατηγορώ που εκτοξεύεται εναντίον της κοινωνίας των αρχαίων προγόνων μας, είναι ο αντιφεμινισμός τους. Όχι πως δεν υπήρχε, για να μην λέμε και ανακρίβειες, αλλά αυτοί που λένε αυτές τις «αλήθειες» ξεχνούν ή αγνοούν μετά από πόσους αιώνες ελευθερώθηκε και – σε ποιο βαθμό ελευθερώθηκε το άλλο μισό τ' ουρανού.
Το πέρασμα από την κοινωνία της μητριαρχίας, που υπήρξε κάποτε σε κάποιες αρχέγονες κοινωνίες, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, στην ανδροκρατική κοινωνία, φαίνεται ότι έγινε με πολύ οδυνηρό τρόπο, αφού πολλοί μύθοι και τραγωδίες αναφέρονται σ αυτήν την μάχη, από την οποία ο μεγάλος ηττημένος ήταν η γυναίκα. Εν τούτοις, υπάρχουν πολλές αναφορές στα δικαιώματα των γυναικών, παρόλο που η γυναίκα δεν είχε πολλά να πει στην «αγορά»!

Ξανά Αισχύλος και


Ικέτιδες



Περίληψη του Έργου:

Το θέμα στηρίζεται στον μύθο της Ιούς και της γένεσης των διάφορων λαών και πολιτισμών γύρω από την κοιτίδα του πολιτισμού μας την Μεσόγειο.
Ο Δίας ερωτεύτηκε tην Ιώ. Γι αυτό και η ζηλιάρα Ήρα την μεταμόρφωσε σε αγελάδα, που τσιμπημένη από αλογόμυγα τρέχει αλαφιασμένη σαν τρελή και περιπλανιέται για να αλαφρύνει το πόνο της.
Έτσι μανιασμένη περνά τον Βόσπορο, φτάνει στην Μ. Ασία, κατεβαίνει τη Συρία, Φοινίκη, και φτάνει στην Αίγυπτο.
Στην Αίγυπτο ο Δίας την λυτρώνει από την τιμωρία της Ήρας, της δίνει πάλι ανθρώπινη μορφή και σμίγει μαζί της. Από την επαφή αυτή γεννιέται ο Έπαφος. Από τον Έπαφο γεννιέται η Λιβύη. Με τη Λιβύη σμίγει ο Ποσειδώνας και γεννιέται ο Βήλος. Από τον Βήλο γεννήθηκαν ο Δαναός και ο Αίγυπτος.
Οι κόρες του Δαναού, αρνούνται να δεχτούν το γάμο με τους γιούς του Αίγυπτου, ως πράξη ανόσια μεταξύ εξαδέλφων, αρνούνται γενικά τον γάμο που επιβάλλεται στις γυναίκες χωρίς τη θέληση τους και φτάνουν με τον πατέρα τους τον Δαναό ικέτιδες στο Αργος, όπου ζητάνε άσυλο στο βασίλειο του Πελασγού.
Ο Πελασγός, τους παρέχει άσυλο και προστασία, αφού συμβουλευτεί τον λαό του.
Πολλά είναι τα νοήματα που μπορεί κανείς να βρει διαβάζοντας τις Ικέτιδες. Καταρχήν ο σεβασμός σε όποιον προσπέφτει ικέτης, επομένως αποδοχή της Ικεσίας, πράξη που προστατεύεται από την Θέμιδα, κόρη του Δία, αλλά και από τον Ικέσιο Δία.

«Την καταφυγή μας τη δίκαιη
ας την κρίνει η κόρη του Δια, της Ικεσίας η Θέμιδα
Όποιος ικέτη σεβάστηκε,
οι θεοί τον τιμούν και ό,τι ζητήσει
του δίνουν εγκάρδια».


Το δίκιο της γυναίκας, όχι γενικά και αόριστα, αλλά με πράξεις αυτοθυσίας από τη μεριά του λαού των Αργιτών. Ο βασιλιάς Πελασγός ζητάει από τους Αιγύπτιους να σεβαστούν τη ελεύθερη βούληση τους, σε αποφασιστικό τόνο.

«Κι ενάντια σ άνδρες
Άνδρες αυτοί
το δίκιο το γυναικείο στήριξαν»



Ωστόσο, παρά την ετοιμότητα των Αργιτών για πόλεμο ενάντια στην Αίγυπτο, προκειμένου να υπερασπιστούν τις Δαναΐδες, που έφτασαν Ικέτιδες στους Βωμούς τους, ο Αισχύλος, μέσω του χορού, μας χαρίζει έναν εξαίσιο ύμνο της ειρηνικής ζωής!

«Θάνατος ανδρών να μην ερημώσει
τούτη τη πόλη
Μήτε διχόνοια να ποτίσει τη γη
με εμφύλιο αίμα.
Και ο Άρης φονιάς
– της Κύπριδας ταίρι –
χέρι μη βάλει ποτέ επάνω τους»

και πιο κάτω:


«Του λαού η βουλή
που τη πόλη ορίζει
Προκομμένη και δίκαιη
Με τους ξένους τις έχθρες
να τις λύνουν ομόγνωμα
πριν να ματώσουν.»

Αλλά και η διαφορετικότητα των πολιτισμών γίνεται θέμα στις «Ικέτιδες»

Ο Πελασγός κατηγορεί τους Αιγύπτιους ότι δεν σέβονται τους θεούς και με τη στάση τους ντροπιάζουν τη πόλη του. Ο διάλογος μεταξύ τους είναι αποκαλυπτικός:


Βασιλιάς Πελασγός:


« Ε, εσύ! Τα χέρια. Τι μυαλά φοράς
και ντροπιάζεις τη χώρα των Αργιτών;
Χώρα γυναικών την πήρες;
Βάρβαρος και πουλάς νταηλίκι σε Έλληνες;
Τέτοια καμώματα και δεν σε κόφτει;»

Κήρυκας των Αιγυπτίων:

«δεν τους σέβομαι τους θεούς σας
Δεν με μεγάλωσαν ούτε με γέρασαν»

Το Άργος, κατά βάση αντιπροσωπεύει τον κλασσικό πολιτισμό της Αθήνας, το σεβασμό της ανθρώπινης θέλησης, ακόμα και της γυναικείας θέλησης, παρά τα όσα πιστεύουμε για την θέση της γυναίκας στην κλασσική Ελλάδα, όπως λέω και στην αρχή της ανάρτησης.


«Αυτές θα τις πάρεις αν το θελήσουν
Αν τις πείσουν τα δίκαια λόγια σου
Αυτά έκρινε η πόλη με ένα στόμα
να μην τις δώσει με τη βία.
Καρφί αυτό. Μπήκε βαθιά και σφηνώθηκε
σαν σε δοκάρι.
Ούτε σε πλάκες ούτε σε πάπυρο εφτασφράγιστο γράφτηκε
Αλλά τα ακούς από μένα, από γλώσσα ελεύθερη»


          ----------------------------------------------------------------------------------



Ικέτιδες ( Αισχύλου )


Danaides Waterhouse 1903.jpg


Ποιητής        Αισχύλος

Χορός          Δαναίδες
                   Χορός Αργείων,
                   «Παραχορός» Θεραιπανίδων

Πρόσωπα      Δαναός
                     Βασιλιάς ( Πελασγός )
                     Κήρυκας

Χώρος         Βωμός της πόλης (ύψωμα)


Οι Iκέτιδες (1073 στίχοι) είναι τίτλος τραγωδίας, που έγραψε ο Αισχύλος και εξιστορεί την ικεσία των Δαναΐδων και τουπατέρα τους προς την πόλη του Άργους, για να αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο με τους γιούς του Αιγύπτου. Αποτελεί ύμνο στη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια της γυναίκας. Είναι το πρώτο μέρος τριλογίας ακολουθούμενο από τις τραγωδίες «Αιγύπτιοι» και «Δαναΐδες» και από το σατυρικό δράμα «Αμυμώνη». Στο παρελθόν, λόγω της απλότητας των στίχων και της σπουδαιότητας που είχε σε αυτήν ο πολυμελής χορός, πιθανολογούνταν ότι ήταν η παλαιότερη τραγωδία που έγραψε ο Αισχύλος (περί το 490πΧ), σύμφωνα με ένα παπυρικό απόσπασμα όμως, παραστάθηκε το 463 πΧ  ή κατά άλλους το 464 πΧ.

Υπόθεση

Οι πενήντα κόρες του Δαναού συνοδευόμενες από τον πατέρα τους καταφεύγουν στο Άργος ως ικέτισσες για να αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο τους με τους ξαδέρφους τους, γιους του Αιγύπτου. Επιλέγουν την πόλη του Άργους λόγω της καταγωγής τους από την Αργεία Ιώ που κυνηγημένη από τον Δία κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου και έφερε στο φως τον Έπαφο, πρόγονο των Δαναΐδων. Μετά τις συμβουλές του Δαναού προς τις κόρες του να επιδείξουν σύνεση και να επικαλεστούν τους θεούς, υποδέχονται το βασιλιά του Άργους, Πελασγό, που παραξενεμένος από την εξωτική εμφάνιση των νεαρών, ζητά εξηγήσεις. Όταν εκείνες του εξηγούν την κατάστασή τους, ο βασιλιάς της «Απίας γής» μπαίνει σε δίλημμα: Αν τις διώξει, κινδυνεύει από την τιμωρία του Δία που προστατεύει τους ικέτες αλλά αν τς δεχτεί, κινδυνεύει από ενδεχόμενη επιδρομή των βαρβάρων. Πρώτο του μέλημα είναι η ευθύνη του προς την πόλη και ενώ δείχνει να φοβάται την απειλή των Αιγυπτίων, οι Δαναΐδες επεμβαίνουν δραματικά απειλώντας με αυτοχειρία εφόσον τις διώξει, έτσι ώστε να μιάνουν την πόλη του Άργους. Τελικά πείθεται να τις δεχτεί και συμβουλεύει το Δαναό να γεμίσει τους ναούς με κλαδιά ελιάς, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των Αργειτών. Έτσι και γίνεται, οπότε οι πολίτες συγκατατίθενται να προσφέρουν άσυλο στις Δαναΐδες και εκείνες εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους.

Ο πατέρας τους ωστόσο τις προειδοποιεί ότι οι Αιγύπτιοι θα τις καταδιώξουν. Ο φόβος των νεαρών είναι διάχυτος και δηλώνουν ότι προτιμούν το θάνατο από το γάμο με τους γιούς του Αιγύπτου. Όταν τελικά εκείνοι καταφθάνουν και τις απειλούν, οι Δαναΐδες χαίρουν πλέον της προστασίας του Πελασγού και των Αργείων. Έτσι, οι Αιγύπτιοι αναγκάζονται σε υποχώρηση και οι κόρες του Δαναού εγκαθίστανται στη Θήβα ευχαριστώντας και εξυμνώντας την πόλη που τους δέχτηκε. Το δράμα ολοκληρώνεται με ένα χορικό προς τον Δία, παρακαλώντας το βασιλιά των θεών να προφυλάσσει από γάμο αθέλητο.

Η υποτιθέμενη συνέχεια της τριλογίας

Σύμφωνα με τον μύθο, στο δεύτερο έργο (δηλ. Τους Αιγυπτίους) θεωρείται ότι οι κόρες του Δαναού εξαναγκάζονταν -πιθανώς μετά από την ήττα του Άργους και το θάνατο του βασιλιά- να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους. Έτσι εξυφαίνουν το σχέδιο δολοφονίας των συζύγων τους κατά την πρώτη νύχτα του γάμου. Στο τρίτο έργο (τις Δαναΐδες) εξιστορούνταν η ιστορία της Υπερμήστρας που υποκύπτοντας στο έρωτα, σώζει τη ζωή του συζύγου της, ερχόμενη σε αντίθεση με την απόφαση των υπολοίπων Δαναΐδων.

Ο Πελασγός και η έννοια της πόλης

Μέσα από το χαρακτήρα του Πελασγού διακρίνουμε το ιδεώδες του Αισχύλου για μία αρμονική πολιτεία την οποία αγαπούν και νοιάζονται οι άρχοντες και οι πολίτες της. Ο Πελασγός αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατικού βασιλιά που επιδεικνύει έντονο ενδιαφέρον για την άποψη των πολιτών της Θήβας, αφού θεωρεί ότι η απόφαση που πρέπει να ληφθεί πρόκειται να καθορίσει το μέλλον της πόλης.

Ιστορικά

Άργος

Το Άργος αποτελούσε φυσικό σύμμαχο των Αθηνών, μία πόλη με βαθιά δημοκρατικό φρόνημα. Το 494 πΧ μάλιστα, όταν ο τότε βασιλιάς της ΣπάρτηςΚλεομένης ο Α’ επιτέθηκε με σφοδρότητα εναντίον του Άργους, δεν κατάφερε να το κατακτήσει εξαιτίας μίας γυναίκας, της Τελεσίλας, η οποία ανασύνταξε τα υπολείμματα του Αργείτικου στρατού και καταδίωξε τον Κλεομένη. Ο Ηρόδοτος  αναφέρει σχετικά ότι εκπληρώθηκε χρησμός που ανέφερε «Ἀλλ᾽ ὅταν ἡ θήλεια τὸν ἄρσενα νικήσασα ἐξελάσῃ καὶ κῦδος ἐν Ἀργείοισιν ἄρηται... » Μετά από αυτά τα γεγονότα την εξουσία κατέλαβαν οι δούλοι που κυβέρνησαν δημοκρατικά.

Πολιτική σκοπιμότητα

Εικάζεται ότι ο φίλιος προς τους Αργείους τόνος της τραγωδίας ήταν και ο λόγος για τον οποίο μπορεί να μην παραστάθηκε όταν συγγράφηκε, επειδή εκείνην την περίοδο (490 π.Χ.) οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους Σπαρτιάτες σε συμμαχία εναντίον των Περσών.

Το αττικό δίκαιο και η εσωγαμία

Και άλλοι σύγχρονοι κοινωνικοί θεσμοί όμως φαίνονται να επηρεάζουν τις Δαναΐδες: Κεντρικός άξονας της ιστορίας τους είναι η εσωγαμία, ο γάμος δηλαδή μίας γυναίκας με συγγενή της. Σύμφωνα με το αττικό δίκαιο αν μία μοναχοκόρη κληρονομούσε περιουσία υποχρεούνταν να παντρευτεί συγγενή της για να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια.

                       -------------------------------------------------------------------




 




















     -----------------------------------------------------------------------------------------------




Ικέτιδες (Ευριπίδη)

 
Ο Θησέας και η μητέρα του Αίθρα που απευθύνει παράκληση στη Δήμητρα για τις ικέτιδες του Άργους (1-41).

Οι Ικέτιδες (Οικέτιδες εκ του οίκου υπηρέτριες) είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 422 π.Χ.με διαφορετική υπόθεση από την ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου που γράφτηκε προγενέστερα το 461 π.Χ.


Σύνοψη

«Και τον πόλεμο που λες δεν τον αρχίζω εγώ ούτε μαζί τους ήρθα στην Καδμεία·
μόνο τους νεκρούς ζητώ να θάψω.
Ούτε την πόλη σας βλάπτω
ούτε σε σκοτωμούς σας προσκαλώ να παραβγούμε.
Μόνο το πανελλήνιο νόμο υπερασπίζουμε. Τι άνομο λέω;



Το 424 π.Χ., δύο χρόνια πριν τη δημιουργία των Ικέτιδων, οι Θηβαίοι -σύμμαχοι της Σπάρτης- νίκησαν τους Αθηναίους στο Δήλιο και δεν άφηναν για μέρες και μέρες να πάρουν και να θάψουν τους νεκρούς τους. Το έργο αποτελεί εγκώμιο των Αθηναίων και στιγματισμό των Θηβαίων που δεν επέτρεψαν τη ταφή των επτά στρατηγών που φονεύθηκαν εκεί. Παρά ταύτα οι μητέρες των πεσόντων στρατηγών με τη συνδρομή του Βασιλιά Αδράστου του Άργους και με τη Βοήθεια του Θησέα κατορθώνουν να παραλάβουν και να μεταφέρουν τους νεκρούς στην Ελευσίνα όπου και τους έκαψαν. Ο μεν Άδραστος ορκίζεται αιώνια φιλία του Άργους προς την Αθήνα, η δε Ευάδνη, Βασίλισσα των Μυκηνών μέσα σε μια δραματική σκηνή ρίπτεται στη πυρά του καιγόμενου συζύγου της Καπανέα.



Το εγκώμιο του γραπτού νόμου

Η λειτουργία της γραφής ως διακριτικού γνωρίσματος στην αξιολόγηση των πολιτευμάτων είναι επινόηση του Ευριπίδη. Στην ομώνυμη τραγωδία εκφωνείται από τον Θησέα που πλέκει το εγκώμιο της ισονομίας, της ισότητας ενώπιον του νόμου και μέσω του νόμου. Αυτό το εγκώμιο του γραπτού νόμου είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο επειδή είναι καταχωρημένο μέσα σ΄ένα κειμενικό περιβάλλον όπου γίνεται επίκληση του «θείο νόμου» και του «πανελλήνιου νόμου» από τον Άδραστο, τον αρχηγό των Αργείων και τις μητέρες των επτά Αργείων αρχηγών που σκοτώθηκαν πολεμώντας εναντίον των Θηβών και των οποίων τους σορούς αρνείται να αποδώσει ο Κρέων, ο άρχοντας της πόλης αυτής.

Παραστασιογραφία

Οι Ικέτιδες είναι από τις τραγωδίες εκείνες που παίζονται ελάχιστα με δυο παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο «Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου» (1966) και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μετάφραση Τάσου Ρούσσου (1985). Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί το ανέβασμα του «σχετικού μονολόγου» της τραγωδίας από το Δραματικό Σύλλογο «Ευριπίδης» την Κυριακή 30 Μαϊου 1926 στον ιερό χώρο της Ελευσίνας.

                -------------------------------------------------------------------------






     ----------------------------------------------------------------------------------------------------



Εισαγωγή στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη

Τ. Πάσχος


Από τους ομηρικούς ως τους τελευταίους ιστορικούς χρόνους οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή του άταφου δεν αξιωνόταν να μπει στον Άδη, αλλά ότι τριγυρνούσε αιώνια έξω από τις πύλες του. Έτσι ο νεκρός Πάτροκλος παρουσιάζεται στον Αχιλλέα στον ύπνο του και του ζητάει ταφή (Ιλιάδα Ψ 71 κ.ε.):

«Θάψε με, όσο μπορείς πιο γρήγορα, για να περάσω τις πόρτες του Άδη. Μακριά με κρατούν οι ψυχές, οι ίσκιοι των πεθαμένων, κι ακόμα δε με αφήνουν να διαβώ πέρα από το ποτάμι, και να σμίξω μαζί τους, μόνον έτσι τριγυρνώ επάνω-κάτω μπρος στου Άδη το παλάτι με τις πλατιές τις πόρτες».

Για τους αρχαίους, λοιπόν, ήταν η πιο φρικτή απανθρωπιά το να αρνηθεί κανείς σ’ ένα νεκρό τάφο και αυτό προκαλούσε την οργή των θεών, όπως έγινε στη Θήβα, που πλήρωσε με τόσους θανάτους και πρόωρους τοκετούς (Σοφοκλή, Οιδίπους Τύραννος, 22 κ.ε.) την προσταγή του Κρέοντα να μη ταφεί ο Πολυνείκης.

Για τη ματαίωση ακριβώς αυτής της απανθρωπιάς ένας «νόμος παλαιός δαιμόνων», όπως λέγεται εδώ (Ικέτιδες 563), που ίσχυε σε όλο τον ελληνικό κόσμο, «Πανελλήνων νόμος» (Ικέτιδες 526), όριζε να μην αφήνονται άταφοι οι νεκροί, ακόμα και οι εχθροί που έπεφταν στις μάχες. Στο Μαραθώνα οι Αθηναίοι έθαψαν και τους νεκρούς των Μήδων, αφού ο Δάτις και ο Αρταφέρνης τους είχαν παρατήσει στο πεδίο της μάχης (Παυσανίας 1, 32, 4).

Η διαδικασία της παραλαβής των νεκρών γινόταν ως εξής: Οι νικημένοι ζητούσαν τους νεκρούς από το στρατό των νικητών κι αυτοί, αν δεν ήθελαν να ασεβήσουν, έπρεπε να τους παραδώσουν. Αυτή η πράξη των νικημένων λογαριαζόταν ως παραδοχή τους ότι είχαν ηττηθεί.
Ένα επεισόδιο του Πελοποννησιακού πολέμου με ήρωα τον ευσεβή στρατηγό Νικία στα 425, δείχνει πόση σημασία έδιναν στην ταφή των νεκρών.

Οι Αθηναίοι είχαν νικήσει τους Κορινθίους και μετά, μόλις έμαθαν ότι έρχονταν για να τους κτυπήσουν άλλοι Πελοποννήσιοι, πήραν στα πλοία τους νεκρούς τους, εκτός από δύο, που παρόλα τα ψαξίματα δεν μπόρεσαν να τους βρουν, κι έφυγαν στα κοντινά νησιά, που είναι απέναντι στον Κρομμυώνα, τους σημερινούς Αγίους Θεοδώρους (Θουκυδίδης Δ' 97 κ.ε.).
Από τα νησιά αυτά έστειλε ο Νικίας κήρυκες στους Κορινθίους και, νικητής αυτός, πήρε τη θέση ηττημένου, έσκυψε το κεφάλι και ζήτησε τους δύο νεκρούς. Έτσι προτίμησε, όπως σχολιάζει ο Πλούταρχος («Νικίας» ΙV), να αρνηθεί τη νίκη και τη δόξα παρά να αφήσει άταφους δύο πολίτες.
Για τον Ισοκράτη στον «Πλαταϊκό» του (55) η παρεμπόδιση της ταφής είναι κακό πολύ πιο φοβερό γι’ αυτούς που το προστάζουν παρά γι’ αυτούς που σε βάρος τους γινόταν.

Είναι γνωστή η καταδίκη το 406 σε θάνατο έξι στρατηγών, των νικητών στις Αργινούσες, που από κακοκαιρία δε μπόρεσαν να μαζέψουν από τη θάλασσα τους νεκρούς της ναυμαχίας. Ήταν βέβαιη αυτή η καταδίκη μια προμελετημένη δολοφονία του αθηναϊκού δήμου (τώρα έχει γίνει όχλος), δείχνει όμως πόσο θα μπορούσε να θολώσει τη διαύγεια του πνεύματος ενός όχλου και επικίνδυνα να τον εξαγριώσει, γιατί όταν οργιστεί ο δήμος παραφέρεται (Ευριπίδη Ορέστης 685).
Έτσι ως ένα από τα πιο ιερά καθήκοντα του ανθρώπου οι Έλληνες είχαν την ταφή των νεκρών, που μπροστά σε μια ανώτερη ανάγκη μπορούσε να την αντικαταστήσει και το πασπάλισμα λίγου χώματος επάνω στο σώμα του νεκρού.

Όμως παρά τούτον τον πανελλήνιο υποχρεωτικό νόμο της ταφής των νεκρών, που έσωζε τους Έλληνες από κατρακύλισμα σε ωμότητα, οι Θηβαίοι αφού είχαν νικήσει τους Αργείους στον περίφημο πόλεμο των «Επτά επί Θήβες», δεν έδιναν για ενταφιασμό στο βασιλιά του Άργους Άδραστο τα σώματα των νεκρών. Να τους τα πάρει με πόλεμο ο Άδραστος, του ήταν αδύνατο μετά από μια ήττα και εξουθένωση του ηθικού του στρατού του και μάλιστα ύστερα από θάνατο των Επτά αρχηγών. Ο στρατός είχε αποκεφαλιστεί.

Έρχεται, λοιπόν, ο Άδραστος, ο βασιλιάς του Άργους, στην Ελευσίνα μαζί με τις άτυχες γερόντισσες μητέρες των επτά σκοτωμένων αρχηγών και μαζί με τα παιδιά των «Επτά». Εκεί, στο ιερό της Δήμητρας, βρίσκουν την Αίθρα, μητέρα του Θησέα, η οποία είχε πάει για κάποια θυσία, για την οποία γίνεται λόγος στην τραγωδία (28-31).

Συγκινημένη η Αίθρα από τα παρακάλια τους να πείσει τον ήρωα γιο της να πάρει από τους Θηβαίους ή με το καλό και φιλικό τρόπο ή με το κοντάρι τους σκοτωμένους, στέλνει κάποιον στην Αθήνα να καλέσει το Θησέα στην Ελευσίνα, όπου θα του ανακοινώσει την παράκληση των Αργείων, βασιλιά και μανάδων.

Ανήσυχος ο Θησέας για το απροσδόκητο κάλεσμα της μητέρας του της Αίθρας, σπεύδει στην Ελευσίνα. Εκεί η Αίθρα το ζήτημα των Αργείων το έκανε ζήτημα δικό της και ικετεύει το γιο της να βοηθήσει τις μητέρες να πάρουν τα σώματα των σκοτωμένων παιδιών τους, για να τα θάψουν.
Στην αρχή ο Θησέας διστάζει να δώσει βοήθεια στον Άδραστο, το νικημένο βασιλιά του Άργους, τον οποίον η αλαζονεία και η απερισκεψία τον έκαναν να φέρει τον πόλεμο στη Θήβα.
Δε θέλει, λοιπόν, να ενώσει την τύχη του με αυτόν τον απερίσκεπτο, γιατί δεν αποκλείεται να τον βρει κι αυτόν κανένα κακό:

«Ενωμένα ο θεός θεωρεί τα ριζικά και με τις συμφορές του ατόμου αφανίζει κι εκείνον που, χωρίς να τον βαραίνει κανένα φταίξιμο, κολλάει από το μόλυσμα».

Θα εξουδετερώσει όμως τους δισταγμούς του η Αίθρα. Αυτή που νοιάζεται για τη δόξα και την τιμή της Αθήνας και του γιου της, θα διαθέσει τη γλώσσα, στην οποία θα ήταν αδύνατο σ’ έναν ήρωα να μένει κουφός και ασυγκίνητος. Η άρνησή σου, του λέει η Αίθρα, θα ήταν μια ανακολουθία στην ιστορική πορεία της Αθήνας. Αυτή η χώρα είχε μια ωραία συνήθεια, να μεγαλώνει με τους αγώνες (323).
Αλλά και των δικών του ηρωικών έργων θα θόλωνε τη λάμψη η αδράνειά του μπροστά στους κατατρεγμούς των αδύνατων, αφού μάλιστα είναι σίγουρη η βοήθεια των θεών. Οι θεοί βοηθούν τα δίκαια έργα.


Έτσι, η γλώσσα αυτών των επιχειρημάτων της Αίθρας βγάζει τον Θησέα από την ουδετερότητα. Στέλνει λοιπόν ένα κήρυκα στο βασιλιά της Θήβας και του ζητάει να αποδοθούν για ενταφιασμό οι νεκροί των Αργείων, αφού μάλιστα αυτό απαιτούσε ο πανελλήνιος θρησκευτικός νόμος. Αλλά οι Θηβαίοι έχουν αντίθετη γνώμη και ζητούν από τον Θησέα να διώξει από τη χώρα του τον Άδραστο και τους Αργείους, πριν δύσει ο ήλιος. Του ζητούν δηλαδή να πράξει ένα ανοσιούργημα. Γιατί ανοσιούργημα προς τον ξένιο Δία ήταν η άρνηση να δώσουν βοήθεια και υποστήριξη στους κατατρεγμένους, όπως τώρα ήταν οι Αργείοι.

Αγανακτισμένος πια κι ο Θησέας με τους Θηβαίους για την τόση τους θρασύτητα συγκεντρώνει το στρατό του. Εισβάλλει στη Βοιωτία, νικά, παίρνει τα άταφα σώματα και τα φέρνει στην Ελευσίνα, όπου τα παρέδωσε στη νεκρική πυρά, ενώ στη ρίζα του βράχου, που ήταν μπροστά στο ναό, ετοιμάζεται μια άλλη πυρά, μόνο για τον Καπανέα. Ήταν ιερός νεκρός αυτός, αφού τον είχε κτυπήσει κεραυνός, και θα τον κήδευε χωριστά από τους άλλους.

Ξαφνικά και ενώ ακόμα καίονται οι νεκροί, παρουσιάζεται επάνω στο βράχο η Ευάδνη, η γυναίκα του Καπανέα. Κάτω στη ρίζα του βράχου παρουσιάζεται κι ο πατέρας της ο Ίφις, γέροντας Αργείος. Αναζητώντας την κόρη του, που είχε φύγει κρυφά από το σπίτι, έφτασε στην Ελευσίνα. Θλιμμένη η Ευάδνη για το θάνατο του άντρα της, δηλώνει από εκεί επάνω ότι δε θέλει πια να ζήσει, αφού έχασε τον άντρα της, θα πέσει στη φωτιά.

Μάταια, ο πατέρας της με τα μάτια στυλωμένα στην κορυφή του βράχου, όπου στέκει η Ευάδνη, έτοιμη να για το θανάσιμο πήδημα κάτω στη φωτιά, την ικετεύει γεμάτος απόγνωση, να μην το κάνει αυτό που έβαλε στο νου της. Αυτή δεν τον ακούει, έρωτας θανάτου φλογίζει την καρδιά της, κι αφήνοντας τον πατέρα της στην ταλαιπωρία του, πηδάει κάτω στη φωτιά, όπου καίεται αγκαλιασμένη με τον άντρα της.

Η τραγωδία τελειώνει με την εμφάνιση της Αθηνάς, που προστάτισσα της Αθήνας, νοιάζεται για την τύχη της αγαπημένης χώρας και συμβουλεύει το Θησέα να πάρει όρκο από τον Άδραστο,, ότι ποτέ δε θα εισβάλλουν Αργείοι στην Αθήνα και ότι αιώνια θα είναι πιστοί της φίλοι και σύμμαχοι. Και για να είναι ευχαριστημένοι όλοι, η Αθηνά προλέγει, ότι μια μέρα τα παιδιά των τωρινών νεκρών θα πάρουν εκδίκηση, θα πατήσουν τη Θήβα και δοξασμένα πια θα ονομαστούν «Επίγονοι».

Δυο χρόνια πριν παιχθούν οι «Ικέτιδες» (424 π.Χ.), οι Θηβαίοι είχαν επαναλάβει την παλαιά ασέβεια των προγόνων. Αφού είχαν νικήσει τους Αθηναίους στο Δήλιο, κοντά στο σημερινό Δήλεσι, για πολλές μέρες εμπόδιζαν τον ενταφιασμό των Αθηναίων νεκρών. Είναι αδύνατο να μη θυμήθηκαν οι Αθηναίοι, κατά την παράσταση της τραγωδίας, την τωρινή ασέβεια των Θηβαίων (και αυτός ήταν ένας από τους σκοπούς του Ευριπίδη) και ήταν ακόμα πιο αδύνατο να μην είπαν με το νου τους ότι εκεί, πέρα από τον Κιθαιρώνα, πάντοτε οι ίδιοι και απαράλλαχτοι ωμοί άνθρωποι κατοικούν και ασεβούν, επεκτείνοντας έτσι τις σκέψεις τους και τους χαρακτηρισμούς τους πάνω σε όλους, δίκαιους και άδικους, όπως γίνεται σε κάθε πόλεμο. Τότε ανακαλύπτονται όλα τα ελαττώματα των αντιπάλων.

Ο Ευριπίδης κατάφερε λοιπόν να δυναμώσει την αγανάκτηση των Αθηναίων κατά των αντιπάλων, που τόσο απαραίτητη είναι, για να καταλήξει ένας πόλεμος σε νίκη. Έρανος του ποιητή στον αγώνα της πατρίδας.

Αλλά εδώ οι «Ικέτιδες» εκτελούν και άλλο έργο. Καλούνται τώρα οι Αργείοι να θυμηθούν την ένορκη υπόσχεσή τους και να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους. Ένα χρόνο μετά, μια συμμαχία έδεσε την Αθήνα με το Άργος.

Είναι δύσκολο βέβαια να πει κανείς ότι αυτό το διπλωματικό επίτευγμα οφείλεται πέρα για πέρα και ολοκληρωτικά στην υπόμνηση των παλαιότατων υποσχέσεων και υποχρεώσεων. Ούτε η ροή της ιστορίας ούτε η πορεία και τα αποτελέσματα των διπλωματικών ζυμώσεων ρυθμίζονται από την υπόμνηση της παλαιότερης ιστορίας ή από το συναίσθημα. Άλλοι παράγοντες ρυθμίζουν αυτά τα πράγματα. Κοινά συμφέροντα, κοινοί κίνδυνοι, κοινές επιδιώξεις οδήγησαν σε συμμαχία το Άργος και την Αθήνα. Ο Ευριπίδης, όμως, αν και δεν ανακατεύτηκε στην πολιτική, δεν έμεινε αδιάφορος και αδρανής. Δεν ήταν αυτός ακροατής των λόγων και θεατής των έργων, αλλά διέθεσε κι αυτός κάτι, τη συγκινητική τραγωδία του με τις πονεμένες γερόντισσες και τους λυγμούς τους, για τη σύναψη αυτής της συμμαχίας.

Ύμνος στην ανθρωπιά των Αθηναίων ή, όπως έλεγε και αρχαίος Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (3ος-2ος αιώνας π.Χ.), αυτή η τραγωδία είναι «εγκώμιο των Αθηναίων». Οι πρόγονοι παρουσιάζονται υπερασπιστές του δικαίου, επίκουροι των αδύνατων, πολέμιοι της απανθρωπιάς, τέλος πάντων προασπιστές αρχών ανθρωπισμού, αυτού του πράγματος που αποτελεί τη ζύμη του πολιτισμού.

Την Αθήνα και το πνεύμα της αντιπροσωπεύει ο Θησέας και με το στόμα του η Αθήνα είναι που εξομολογείται όταν ακούμε τον ήρωα να λέει (340-41):

«Διάλεξα για τον εαυτό μου τη συνήθεια, πάντοτε να είμαι τιμωρός των κακών».

Ο Ευριπίδης αντλεί θέματα από τους θησαυρούς των μεγάλων προγονικών θρύλων, που μέσα τους παρουσιάζονται αρετές των προγόνων και τις προβάλλει στις τραγωδίες του φανερώνοντας έτσι τα ανθρωπιστικά και ηθικά στοιχεία του βίου τους. Και καθώς είχε γίνει πεποίθηση στον ελληνικό κόσμο ότι η αρετή είναι καρπός του αίματος, βασίζεται δηλαδή κατά μεγάλο μέρος, όπως λέμε και παραδεχόμαστε σήμερα, σε κληρονομικές καταβολές, υποδεικνύει έτσι ο Ευριπίδης στους σύγχρονούς του Αθηναίους, «αγαθοί» αυτοί από προγονική κληροδοσία, να μη διακόψουν την εξακολούθηση της ηθικής αποστολής στον κόσμο και να θεωρήσουν χρέος τους την ιστορική πορεία πάνω στην οδό, που οι πρόγονοί τους στα βάθη των περασμένων αιώνων είχαν βαδίσει ως προασπιστές του δικαίου και των κατατρεγμένων χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά μονάχα από αίσθηση ευθύνης και καθήκοντος, που ελεύθερα οι ίδιοι μόνοι τους είχαν διαλέξει και με το δίκιο τους θα μπορούσαν να λένε: «Διαλέξαμε για τον εαυτό μας τη συνήθεια, πάντοτε να είμαστε τιμωροί των κακών». Δεν είναι καθόλου ασήμαντο πράγμα η ζωή για έναν άντρα ή ένα λαό, που στρατεύει τον εαυτό του στην εξυπηρέτηση υψηλών ιδανικών, όπως για παράδειγμα οι Αθηναίοι. Γνώστης και θαυμαστής της ιστορίας των Αθηναίων ο Φίλων ο Ιουδαίος, δεν εξέφρασε μονάχα το θαυμασμό του, αλλά φανέρωσε μια αλήθεια, όταν είπε: «Όπως η κόρη του ματιού είναι ο λογισμός της ψυχής, έτσι είναι και η Αθήνα στην Ελλάδα».
Υψηλό ιδανικό είναι η υπεράσπιση των αρχών και των συνηθειών που δίνουν ομορφιά στη ζωή και η τιμωρία και η καταστολή των κακών που την ασχημίζουν. Δε θέλει η κακία πολύ, για να προκόψει. Φτάνει μόνο να μην υπάρχει ο φόβος του κολασμού. Ήξερε τι έλεγε ο Αισχύλος (Ευμενίδες 699):

«Ποιος άνθρωπος θα είναι δίκαιος, αν δεν έχει κανένα φόβο;»

Στις «Ικέτιδες» ο Ευριπίδης φανερώνει ακόμα τη λαχτάρα του για την ειρήνη (στίχος 488 κ.ε.), να τελειώσει ο τόσο ολέθριος από τη λυσσαλέα του αρχή Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν μας ξαφνιάζει όμως το ότι στην ίδια τραγωδία από τη μια μεριά ποθείται η ειρήνη και από την άλλη ο ίδιος ποιητής συνιστά να δεθεί συμμαχία με το Άργος και ψάχνει στους θρύλους της χώρας του να βρει τα δικαιώματα των Αθηναίων στη συμμαχία αυτή. Η ειρήνη δεν αποκλείει τη σύναψη συμμαχίας για κάθε ενδεχόμενο και ούτε πρέπει να πέφτουν σε διπλωματικό λήθαργο τα κράτη. Δεν είναι πράγματα ασυμβίβαστα η σύναψη μιας συμμαχίας και η εξύμνηση της ειρήνης.

Οι «Ικέτιδες» πολύ πιθανόν διδάχτηκαν στα Διονύσια του 422. Ποια ήταν τα άλλα δράματα της τριλογίας και ποιο το σατυρικό δράμα, δεν ξέρουμε. Ταίρι του στην αρχαία λογοτεχνία με πολλές ομοιότητες και με κοινό σκοπό τον εγκωμιασμό της Αθήνας, ο οποίος τόσο θα κολάκευε την εθνική υπερηφάνεια των Αθηναίων, είναι οι «Ηρακλείδες». Και στα δύο, έργα πατριωτικά, χωρίς να πάψουν να είναι και έργα τέχνης, ψέγονται οι εχθροί της Αθήνας, Θηβαίοι και Σπαρτιάτες, οι πρώτοι ως παραβάτες παλαιότατου και πανελλήνιου νόμου, που καθιέρωνε τα δικαιώματα των νεκρών, και οι δεύτεροι ως παραβάτες άλλου νόμου με πανελλήνια καθιέρωση, που καταδικάζει την αφιλοξενία, αυτήν τη δεινή περιφρόνηση του ξένιου Δία, του προστάτη των ξένων.

Το δράμα αυτό έχει αρετές που έχουν επισύρει τον έπαινο πολλών διακεκριμένων φιλολόγων. Δε λείπουν όμως και οι αντίθετες γνώμες άλλων διακεκριμένων επίσης φιλολόγων, οι οποίοι επισημαίνουν την εμφάνιση και το θάνατο της Ευάδνης ως κακό συνδεδεμένο παρέμβλημα στην τραγωδία, ως αταίριαστη παρέκβαση του στίχου 840-917 και τις γνώμες του Ίφιου (στ. 1080) ότι τους λείπει σοβαρότητα.

Αλλά για να πούμε και τα καλά, που τα δικαιούται ο Ευριπίδης, θερμοί πατριωτικοί λόγοι, που πάντοτε διατηρούν τη δύναμή τους, ωραιότατα και συγκινητικά χορικά, σφιχτοδεμένα με το έργο, τρυφερά συναισθήματα που περισσεύουν, όλα αυτά είναι τα στολίδια αυτής της τραγωδίας που θέλγει και με την έξοχη θεαματικότητα.

   ------------------------------------------------------------------------------------------------


ΙΚΕΤΙΔΕΣ

Το πότε ακριβώς διδάχτηκαν οι «Ικέτιδες» του Ευριπίδη παραμένει αντικείμενο αμφισβήτησης. Μερικοί μελετητές, κυρίως για λόγους μετρικούς, ανεβάζουν τη χρονολογία στο 424 π.Χ. περίπου, πολύ κοντά στην «Εκάβη». Άλλοι όμως θεωρούν το έργο νεότερο, με πιθανότερο το έτος 422 π.Χ. Οπωσδήποτε εντάσσεται μέσα στη δεύτερη πενταετία του Αρχιδάμειου πολέμου, όπως συνηγορούν και έμμεσες αναφορές στα γεγονότα της ταραγμένης εκείνης περιόδου.
Το έργο που, όπως και οι «Ηρακλείδες», αποτελεί εγκώμιο των Αθηνών, συμβάλλει αποφασιστικά στη διέγερση του πατριωτισμού των Αθηναίων και στην ενίσχυση της αισιοδοξίας τους μέσα στην πολεμική αναταραχή που τους περιβάλλει. Με ιδιαίτερη ένταση εξάλλου προβάλλεται εδώ το θέμα των σχέσεων με το Άργος, που από την εποχή του Περικλή αποτελεί μια μόνιμη επικαιρότητα και δίνει αφορμή για ζωηρές συζητήσεις. Και άλλα όμως προβλήματα, που απηχούν επίσης τις πολιτικές αρχές του «πρώτου ανδρός», όπως τα σχετικά με το πολίτευμα, την ανάγκη να συμμετέχει ο λαός στις αποφάσεις του άρχοντα, την κοινωνική διάρθρωση, την προβολή της μεσαίας τάξης και την αγωγή των πολιτών, εδώ εντονότερα από όσο σε άλλα δράματα, διεκδικούν την έκφρασή τους ισχυροποιημένα από τους επίμονους προβληματισμούς της εποχής.
Το θέμα είναι γνωστό και εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμο για τους Αθηναίους. Ξεκινάει από την άρνηση των Θηβαίων να επιτρέψουν να ταφούν τα πτώματα των Αργείων ηγητόρων, που προσέβαλαν την πόλη τους, άρνηση που παραβιάζει το καθαγιασμένο έθος των Ελλήνων. Οι μητέρες των ηγητόρων, που αποτελούν το Χορό των «Ικετίδων», από τον οποίο η τραγωδία πήρε το όνομα της, έχουν έρθει με τον Άδραστο το βασιλιά του Άργους και αρχηγό της επίμαχης εκστρατείας των Επτά, στην Ελευσίνα της Αττικής, στο ιερό της Δήμητρας, και κάνουν ικεσία προς την Αίθρα, τη μητέρα του Θησέα, του βασιλιά της Αθήνας. Ο Θησέας, διστακτικός στην αρχή, συγκινημένος τελικά από τη θερμή έκκληση της μητέρας του, απορρίπτει το αλαζονικό αίτημα του Θηβαίου κήρυκα να παραδώσει τους ικέτες και παίρνει πίσω διά της βίας τα πτώματα, να τα θάψουν. Στο τέλος η Ευάδνη, η χήρα του Καπανέα, ενός από τους ηγήτορες των Επτά, ρίχνεται πάνω στη νεκρική πυρά του ανδρός της.
Την ίδια υπόθεση είχε πραγματευθεί ήδη ο Αισχύλος στους «Ελευσινίους» του, και ο Πλούταρχος μας διασώζει τη σημαντική λεπτομέρεια ότι ο Θησέας εκεί εξασφάλιζε την απόδοση των πτωμάτων όχι με μάχη αλλά με την πειθώ.
Στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, που εκτείνονται σε 1234 στίχους, η ανέλιξη των γεγονότων παρουσιάζεται συνοπτικά ως εξής:
Όπως και στους «Ηρακλείδες», το δράμα αρχίζει με μια στημένη σκηνή ικετείας. Η σκηνή παριστάνει το ανάκτορο των Ελευσινιακών θεαινών. Στην είσοδο κάθεται ο Άδραστος ανάμεσα στα αγόρια, τους γιους των νεκρών στρατηγών, που αποτελούν έναν βοηθητικό χορό. Δεν είναι εύκολο να φανταστούμε πώς σχηματίζονται οι διάφορες ομάδες μπρος στα μάτια των θεατών, αν σκεφτούμε ότι το βασικό χορό αποτελούν οι μανάδες των νεκρών στρατηγών και, εκτός από τα αγόρια, παρεμβαίνει και μια ομάδα από θεράπαινες.
Η Αίθρα, η μητέρα του Θησέα, εκφωνεί την προλογική ρήση δίπλα στο βωμό, ζητώντας από τις θεές του τόπου ευημερία για την ίδια, για το Θησέα και για την Αττική, κατασυγκινημένη από τον πόνο των μανάδων των Αργείων στρατηγών, που βρήκαν τραγικό θάνατο μπρος στις επτά πύλες της Θήβας. Γνωρίζει καλά ότι η άρνηση των Θηβαίων να αποδώσουν τους νεκρούς για ταφή σημαίνει καταπάτηση ενός από τους πανάρχαιους νόμους που έχουν ορίσει οι θεοί, γι’ αυτό στέλνει έναν κήρυκα να καλέσει το Θησέα, που είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει πώς θα ενεργήσει την κρίσιμη αυτή στιγμή.

Μετά την Πάροδο, όπου ο Χορός θρηνεί τη μοίρα του και ικετεύει την Αίθρα να πείσει το Θησέα να επέμβει, ακολουθεί το Α’ επεισόδιο, όπου ο Θησέας πληροφορείται από τον Άδραστο τα προηγηθέντα και επικρίνει την ασύνετη συμπεριφορά του βασιλιά του Άργους, που ανέλαβε έναν ολέθριο πόλεμο παρερμηνεύοντας τους οιωνούς και απορρίπτοντας τα δυσοίωνα προφητικά λόγια του Αμφιάραου. Η Αίθρα όμως, συγκλονισμένη από το δράμα των ικετών που αντιμετωπίζει σα μάνα, πείθει το Θησέα να υποχωρήσει προβάλλοντας του έντονα τη δύναμη του Νόμου, αφού διακυβεύονται θεσμοί με πανελλήνιο κύρος, που πάνω τους στηρίζονται η υπόσταση και η ευημερία ενός κράτους. Έτσι ο Θησέας δηλώνει τελικά πως θα υπερασπιστεί το δίκαιο των νεκρών, με την απαραίτητη συναίνεση βέβαια της πόλης του, και θα επιβάλει αυτό το δίκαιο ακόμα και με τη βία, αν χρειαστεί. Κατόπιν με θερμά λόγια σεβασμού οδηγεί τη μητέρα του πίσω στην Αθήνα.

Μετά την ευγνωμοσύνη και την ελπίδα που εκφράζει ο Χορός στο Α’ στάσιμο, επιστρέφει ο Θησέας και δίνει εντολή σε έναν κήρυκα να ζητήσει από τους Θηβαίους να παραδώσουν τους νεκρούς στρατηγούς για να ταφούν. Τους προλαβαίνει όμως ο κήρυκας από τη Θήβα, οπότε αρχίζει ένας διπλός «αγώνας λόγων» ανάμεσα σ’ αυτόν και στο Θησέα: Στην αρχή γίνεται μια αναχρονιστική αντιπαράθεση των δύο πολιτικών συστημάτων, της αθηναϊκής δημοκρατίας και του θηβαϊκού απολυταρχισμού, θέμα που απηχεί το ζωηρό ενδιαφέρον της εποχής του Ευριπίδη. Ύστερα ο Θηβαίος κήρυκας, εκτός από την άρνηση για την απόδοση των νεκρών, ανακοινώνει και την αξίωση του Κρέοντα να φύγουν ή να διωχτούν οι Αργείοι ικέτες από την Αττική και να μην αναλάβει ο Θησέας έναν επιπόλαιο πόλεμο που μόνο καταστροφή μπορεί να φέρει, για να υπερασπιστεί ανθρώπους ανόσιους, που τους είχε σημαδέψει η οργή του Δία. Κοφτή είναι η άρνηση του Θησέα να δεχτεί εντολές του Κρέοντα και δηλώνει πως πανελλήνιος νόμος τον υποχρεώνει να υπερασπίσει το δίκαιο των νεκρών. Τέλος ο Κήρυκας φεύγει απειλώντας και ο Θησέας δίνει εντολή στους δικούς του να βρίσκονται σε απόλυτη ετοιμότητα.

Μετά το Β’ στάσιμο, που καλύπτει τυπικά την αναχώρηση του στρατού για τη μάχη, το Γ’ επεισόδιο ανήκει στον Αγγελιοφόρο, έναν από τους δορυφόρους του Καπανέα, που είχε πιαστεί αιχμάλωτος στην επίθεση των Επτά και τώρα μπόρεσε να παρακολουθήσει τα γεγονότα από έναν πύργο της Θήβας. Μετά την πλατιά περιγραφή της μάχης, που έδωσε τη νίκη στους Αθηναίους, ανακοινώνει ότι τα πτώματα των Επτά στρατηγών, αφού τα περιποιήθηκε με ευλάβεια ο Θησέας, μεταφέρονται τώρα στην Ελευσίνα, ενώ οι υπόλοιποι νεκροί έχουν ταφεί στον Κιθαιρώνα.
Ακολουθεί το Γ’ στάσιμο, όπου εκφράζεται η χαρά της νίκης, αλλά περιέχεται και ο αναμενόμενος θρήνος των μανάδων και του Άδραστου για τους νεκρούς.

Στο Δ’ επεισόδιο, ύστερα από σχετική ερώτηση του Θησέα, μαθαίνομε από τον Άδραστο τις πολεμικές αρετές των Επτά αρχηγών, με σκοπό ίσως να φανεί ότι πράγματι άξιζε να θρηνηθούν αυτοί που θρηνήθηκαν τόσο και να ακούσουν οι Αθηναίοι που είχαν συγκεντρωθεί στο θέατρο ότι «η ευανδρία είναι διδακτή», θέμα που ερέθιζε ζωηρότατα τα πνεύματα τότε με τις σχετικές συζητήσεις των σοφιστών. Στο τέλος του επεισοδίου ο Θησέας ανακοινώνει ότι ο Καπανέας, που χτυπήθηκε από τον κεραυνό του Δία, πρόκειται να ταφεί χωριστά από τους άλλους, δίπλα στο ιερό -πράγμα που δημιουργεί τις σκηνικές προϋποθέσεις για το επεισόδιο της Ευάδνης που θα ακολουθήσει- και εμποδίζει τις μητέρες να συνοδεύσουν τα σώματα των παιδιών τους στη νεκρική πυρά, με την αιτιολογία ότι θα ήταν πολύ σκληρή δοκιμασία για τις γυναίκες η θέα των παραμορφωμένων κορμιών.

Μετά το Δ’ στάσιμο, που περιέχει το θρήνο των μανάδων, ολόκληρο το Ε’ επεισόδιο καλύπτεται από το αυτοτελές σχεδόν θέμα της Ευάδνης, που είναι αποφασισμένη να ριχτεί από ένα βράχο στην πυρά του άνδρα της Καπανέα, χωρίς να μπορεί να τη μεταπείσει ούτε η θερμή παρέμβαση του πατέρα της Ίφη, που έχει έρθει στο μεταξύ για το γιο του τον Ετέοκλο.
Στο Ε’ στάσιμο έχουμε, με τη μορφή κομμού, γενικευμένο θρήνο από τις μητέρες και από έναν βοηθητικό χορό αγοριών, που έχουν έρθει κρατώντας τις τεφροδόχες υδρίες των πατέρων τους.
Στην Έξοδο ο Θησέας θυμίζει στους ικέτες την ευεργεσία της Αθήνας και αξιώνει από το Άργος ανταπόδοση, αλλά η Αθηνά, που εμφανίζεται «από μηχανής», απαιτεί από το Θησέα να δεσμεύσει το Άργος με επίσημο όρκο ότι δε θα επιτεθεί ποτέ στην Αθήνα και ότι θα αποτρέψει επιδρομές άλλων. Ο όρκος να χαραχτεί πάνω στην κοίλη επιφάνεια ενός τρίποδα, που έδωσε κάποτε στο Θησέα ο Ηρακλής, και ο τρίποδας να σταλεί στους Δελφούς, στο ιερό μαντείο του Απόλλωνα. Το κεντρικό αυτό σημείο της τραγωδίας είναι φυσικό εκτός από τα άλλα συναισθήματα, να προκαλεί και την αγανάκτηση των Αθηναίων ακροατών, που αντιμετωπίζουν την ωμή παραβίαση του ιερού όρκου με την άγρια επίθεση των Πελοποννησίων εναντίον τους. Το έργο κλείνουν τα γεμάτα ευλαβική υπακοή λόγια του Θησέα προς την Αθηνά και ανάπαιστοι του Χορού, που βέβαια είναι έτοιμος για τον όρκο…

Πρέπει να ειπωθεί ότι, με αφορμή την κάποια αυτοτέλεια ορισμένων μερών, επικρίθηκε η συνθετική ενότητα του δράματος από αρκετούς μελετητές, που έφθασαν μάλιστα και σε υπερβολές. Φαίνεται πάντως πως ο ποιητής ενδιαφερόταν πιο πολύ για το δραματικό αποτέλεσμα των επιμέρους σκηνών παρά για την πυκνή συνάρθρωση μεταξύ τους, χωρίς να χάνει όμως και τη γενικότερη εποπτεία του συνόλου. Άλλωστε είναι μια τεχνική που δεν αρνείται γενικά ο Ευριπίδης.

   --------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ









Δημοσίευση σχολίου