Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ


                                        






   







Μικρός δεν είχε ιδέα από θέατρο. Στο χωριό του, το Διακοφτό, ερχόταν μόνο ο Καραγκιόζης, τον οποίο δεν έχανε ποτέ.

Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, στο Αίγιο, συμμετείχε σε μια θεατρική παραστάση κι όλοι μετά του έλεγαν μπράβο. Τότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως μάλλον είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στην ηθοποιία.


Μετά το Γυμνάσιο, επέστρεψε στο χωριό του, αλλά η μητέρα του δεν τον άφηνε να σπουδάσει. Έγραψε λοιπόν σε ένα φίλο του στην Αθήνα να του στείλει στο χωριό διάφορα θεατρικά έργα. Εκείνος του έστειλε το «Κόκκινο πουκάμισο» του Μελά, τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» και διάφορα άλλα κι άρχισε μόνος του να διοργανώνει παραστάσεις. Μάζευε φίλους του, τους δίδασκε πώς να παίξουν, έφτιαξε τη σκηνή και τα σκηνικά -χωρίς να έχει δει ποτέ του πραγματικό σκηνικό- και για να μη συναντήσει αντιδράσεις, έδινε τις εισπράξεις στην εκκλησία. Μετά το τέλος των παραστάσεων, το είχε αποφασίσει πλέον να γίνει ηθοποιός αλλά είπε στη μητέρα του πως θέλει να σπουδάσει δάσκαλος, γιατί μόνο έτσι θα τον άφηνε να φύγει. Έτσι πάει στην Αθήνα και γράφεται στη Σχολή του Εθνικού.

Το πρώτο καλοκαίρι που επέστρεψε στο χωριό ως «υποψήφιος δημοδιδάσκαλος» του έκαναν και προξενιό! Ένας μακρινός του μπάρμπας του πρότεινε να παντρευτεί ένα καλό κορίτσι, μόλις βέβαια έπαιρνε το πτυχίο του δασκάλου. Του πρόσφερε μάλιστα και «προγαμιαία δωρεά», εκατό χιλιάδες δραχμές, την οποία δε δέχτηκε κι ας μην είχε φράγκο στην τσέπη.




Τον επόμενο χρόνο τελειώνει τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και ο Βεάκης στέλνει στη μητέρα του συγχαρητήριο τηλεγράφημα «δι’ επιτυχία υιού σας»! Από τη χαρά της η μάνα του, που έρχεται το παιδί της δάσκαλος, κέρασε τον γραμματοκομιστή ένα πακέτο τσιγάρα. Φωνάζει και τον ηλικιωμένο δημοδιδάσκαλο του χωριού και του λέει τα νέα. «Δόξα σοι ο Θεός» λέει εκείνος. «Να έρθει το παιδί, εγώ κουράστηκα». Δε διάβασε όμως ο ίδιος το γράμμα να καταλάβει τι είχε συμβεί. Αργότερα η μητέρα του πήγε στο Αίγιο και έδειξε όλο χαρά το γράμμα σε μια ξαδέλφη της και της είπε, για κοίτα εδώ, πρώτος τελείωσε ο γιος μου, δάσκαλος! Τι δάσκαλος, λέει αυτή, εδώ γράφει πως έγινε ηθοποιός! Η μάνα του τρελάθηκε. Τον αποκήρυξε η οικογένεια κι ο μπάρμπας βέβαια πήρε πίσω το προξενιό. «Δε τη σφάζω καλύτερα», είπε «που θα τη δώσω σε θεατρίνο!»

Όταν όμως έπαιξε τον πρώτο του σημαντικό ρόλο στα «Δημιουργηθέντα Συμφέροντα» στο Εθνικό και του έγραψαν καλή κριτική στην εφημερίδα, όλα άλλαξαν. Γιατί στη διπλανή στήλη απ’ την κριτική υπήρχε ένα άρθρο για τον υπουργό των οικονομικών, τον Μιχαλακόπουλο, ο οποίος ήταν απ’ τα άνω χωριά του Διακοφτού, και όλοι τον είχαν ίνδαλμα. Όταν είδαν λοιπόν το όνομά του δίπλα στο όνομα του Μιχαλακόπουλου και διαβάζοντας πως παίζει στο Βασιλικό Θέατρο, άρα στο θέατρο του Βασιλιά, τότε μόνο αποδέχτηκαν την απόφασή του, τόσο η οικογένεια όσο και το υπόλοιπο χωριό.

για τα πόδια της Λαμπέτη

Μια άλλη σημαντική παράσταση στην οποία πήρε μέρος ήταν «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο» με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, που ήταν η πρώτη θεατρική συμμετοχή της Έλλης Λαμπέτη. Ο Παπαγιαννόπουλος έκανε ένα ξυλοκόπο που βρίσκει στο δάσος -μαζί με τον Δημήτρη Μυράτ- τη Λαμπέτη λιπόθυμη. Την έπαιρνε ο Μυράτ στην αγκαλιά του, την έφερνε μπροστά στη σκηνή και την ξάπλωνε στο ντιβάνι. Με το ένα χέρι την έπιανε κάτω από τη μασχάλη και με το άλλο στα πόδια. Και τα πόδια της Λαμπέτη ήταν τόσο ωραία… Μετά από λίγες μέρες, ο Μυράτ του είπε πως επειδή είχε τα νεφρά του δεν μπορούσε να σηκώνει άλλο τη Λαμπέτη και γι’ αυτό του ζήτησε να τη σηκώνει εκείνος. Ευχαρίστως! απάντησε ο Παπαγιαννόπουλος. Έπαιρνε λοιπόν στα χέρια του τη Λαμπέτη, αλλά φτάνοντας στον καναπέ, δεν ήθελε να την αφήσει. Ο Μυράτ τον σκουντούσε, προχώρα του έλεγε, κι αυτό γινόταν όσο συνεχίζονταν οι παραστάσεις. Κάποια φορά όμως ο Μυράτ του είπε: «Ξέρεις, έγινα καλά, μπορώ να τη σηκώνω εγώ». «Όχι! του απάντησε ο Παπαγιαννόπουλος. Θέλεις να σηκώσεις τη Λαμπέτη και να ξανακυλήσεις; Μια και το συνηθίσαμε, έτσι θα γίνεται». Και τέλειωσαν οι παραστάσεις έτσι.


το ξύλο βγάζει δόντι

Στην ταινία «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο» ο Σακελλάριος είχε πρόβλημα στη σκηνή με τα χαστούκια που δεν του έβγαιναν πιστευτά. Ούτε ο Ορέστης Μακρής, ούτε ο Τσαγανέας, ούτε ο Γαβριηλίδης μπορούσαν να δώσουν χαστούκι σωστά και με δύναμη. Οπότε μπαίνει ο Παπαγιαννόπουλος και λέει του Σακελλάριου. Φέρε μία να της δώσω εγώ χαστούκι και φραπ! το πέτυχε με την πρώτη. Δόξασοι ο Θεός, λέει ο Σακελλάριος και γυρνάει προς τα 300 περίπου κορίτσια που συμμετείχαν στην ταινία: «Ποια θέλει να είναι η επόμενη;» Μέχρι τότε όλες ήθελαν για να κερδίσουν το γκρο πλαν, μετά όμως το χαστούκι του Παπαγιαννόπουλου, μόνο μία προσφέρθηκε. Φραπ! δίνει μία ο Παπαγιαννόπουλος και της βγάζει ένα δόντι. Α, δεν πειράζει, είπε η κοπέλα, ήταν χαλασμένο και θα πήγαινα στον οδοντίατρο να το βγάλω.

ώρα για ύπνο

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος πήρε μέρος σε 136 ταινίες. Επειδή στην πλειοψηφία τους οι ταινίες γυρίζονταν το καλοκαίρι, κάποιες φορές γύριζε αρκετές -μέχρι και έξι- ταινίες συγχρόνως. Αμέσως μετά τη λήξη της παράστασης έφευγε για το στούντιο ή -όταν είχε εξωτερικές σκηνές- για γειτονικά επαρχιακά μέρη και γύριζε ταινίες μέχρι την άλλη μέρα που άρχιζαν οι παραστάσεις. Από το σπίτι περνούσε μόνο για να πλυθεί και να ξυριστεί. Κοιμόταν σε μία καρέκλα στα παρασκήνια, περιμένοντας πότε θα έρθει η ώρα του να βγει στη σκηνή. Ο φροντιστής τον ξυπνούσε και του έλεγε ποια ήταν η ατάκα που μόλις είχε πει ο συμπρωταγωνιστής του. Μια φορά μάλιστα, παίζοντας με τον Σταυρίδη και την Βέμπο, κοιμήθηκε όρθιος στη σκηνή και κόντεψε να πέσει κάτω. Τον κράτησε όρθιο ο Σταυρίδης κι ο Παπαγιαννόπουλος ξυπνώντας του λέει «τι λέμε;» κι ο Σταυρίδης του απαντάει «Τι να πούμε; τώρα κοιμόμαστε!»
Το να κοιμάται όρθιος δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον Παπαγιαννόπουλο. Την είχε αυτή τη συνήθεια από τον πόλεμο της Αλβανίας. Εκεί στις ατέλειωτες νυχτερινές πορείες, έπιανε ένα μουλάρι από πίσω, του κρατούσε την ουρά και κοιμόταν ενώ περπατούσε.

οι πληροφορίες αντλήθηκαν από συνέντευξη που έδωσε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στον Φρέντυ Γερμανό
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ




  ======================================


Ο αγαπημένος «κυρ Γιώργης», Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Το πιο εκφραστικό πρόσωπο του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου!


Ο αγαπημένος «κυρ Γιώργης», Διονύσης Παπαγιαννόπουλος


Μια από τις εμβληματικές και καθολικά αγαπημένες μορφές του ελληνικού σινεμά, ο «κυρ Γιώργης» για τους κινηματογραφόφιλους και «Νιόνιος» για τους δικούς του, ήταν άλλος ένας μεγάλος κωμικός της λεγόμενης χρυσής φουρνιάς.

Πότε καλοκάγαθος και στοργικός πατέρας πότε γεροντοπαλίκαρο, δεν είναι και πολύ συχνό το φαινόμενο ένας δευτεραγωνιστής να κλέβει την αίγλη από τους πρωταγωνιστές, αν και ο απαράμιλλος Παπαγιαννόπουλος έκανε ακριβώς αυτό!

Ποιος δεν έχει γελάσει με το πώς κουνούσε τη μαγκούρα, πώς γούρλωνε τα εκφραστικότατα μάτια του, πώς ξελαρυγγιαζόταν ή πώς έκανε τον χωριάτη με τη χαρακτηριστική προφορά του;

Με σήμα-κατατεθέν το γούρλωμα των ματιών και τη βαθιά προσποιητή φωνή του, ο Παπαγιαννόπουλος εκτόξευε τις ατάκες του με απροσποίητη απλότητα, με αυτή την αβίαστη και ανεπιτήδευτη αμεσότητα με την οποία πλάθονται οι μεγάλοι κωμικοί.

«Τι το κάναμε εδώ μέσα, αμέρικαν μπαρ;», αναρωτιόταν ο Παπαγιαννόπουλος και το κοινό έσκασε στα γέλια, καθώς ο Νιόνιος δεν χρειαζόταν σπαρταριστές ατάκες ή αστείες καταστάσεις για να φέρει το γέλιο στα χείλη. Απέφευγε τις υποκριτικές υπερβολές, γούρλωνε τα μάτια, έβγαζε κι έναν αναστεναγμό απελπισίας ή ένα χορταστικό χασμουρητό και το μαγικό γινόταν πανεύκολα.

Δεν θα μπορούσες να τον φανταστείς να κάνει τίποτα άλλο στη ζωή του από το να είναι κωμικός: σήκωνε τα φρύδια, ρωτούσε «χούφτωσες;» και έγραφε κινηματογραφική ιστορία. Μέχρι και η παλιομοδίτικη πιτζάμα που φορούσε στο «Τζένη Τζένη» έχει χαραχτεί στις μνήμες μας, για τέτοια κωμική απήχηση μιλάμε.

Αν και το εύρος της υποκριτικής του δεν εξαντλούταν στο κωμικό στοιχείο και έχουμε τη συγκινητική ερμηνεία του στο αγγελοπουλικό «Ταξίδι στα Κύθηρα» να μας θυμίζει πόσο υπέροχος ηθοποιός ήταν ο άνθρωπος που τσακωνόταν με την Πάστα Φλώρα (στο «Μια τρελή τρελή οικογένεια») και ρωτούσε με παιδιάστικη αφέλεια «Γιατί πιανόσαστε ρε παιδιά;» («Δεσποινίς Διευθυντής»).

Πρώτα χρόνια



 Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος γεννιέται στις 12 Ιουλίου 1912 στο Διακοφτό της Αχαΐας, που το έλεγε όπως ξέρουμε με καμάρι τόσο πάνω όσο και κάτω από το θεατρικό σανίδι. Παρά το γεγονός ότι αγάπησε την ηθοποιία από παιδί και ήξερε τι δρόμο θα ακολουθούσε στη ζωή, οι σφοδρές αντιδράσεις της οικογένειάς του στην προοπτική ο γιόκας τους να γίνει θεατρίνος θα καθυστερήσουν πολύ την έναρξη της καριέρας του.


Στο Γυμνάσιο ανέβηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι και από τα «μπράβο» που μάζεψε κατάλαβε λέει ότι έχει ταλέντο στην ηθοποιία. Στήνει με τους φίλους του τις πρώτες ερασιτεχνικές παραστάσεις («Γκόλφω», «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας»), σκηνοθετεί, εκπαιδεύει θεατρικά τους συγχωριανούς του και σκαρώνει και τα ντεκόρ, αλλά οι γονείς του δεν θέλουν να ακούσουν κουβέντα.



Από το 1929, όταν τελείωσε το σχολείο στο Αίγιο και επέστρεψε στο Διακοφτό, προσπαθούσε να πείσει την πολυμελή φαμίλια να του δώσουν το πράσινο φως να πάει στην Αθήνα για να γίνει ηθοποιός. Το πεισματικό «όχι» τους τον αναγκάζει να μεταχειριστεί ένα τέχνασμα: λέει ψέματα ότι θα σπουδάσει στο ιεροδιδασκαλείο της Αθήνας!

Στην πρωτεύουσα κατέβηκε το 1936, αν και κόπηκε από τις εισαγωγικές εξετάσεις του Βασιλικού Θεάτρου (το τότε Εθνικό Θέατρο), με πρόσχημα την βαριά προφορά του. Απτόητος, ξαναδίνει εξετάσεις την επόμενη χρονιά και αποφοιτεί τελικά από τη φημισμένη δραματική σχολή μας το 1938 με άριστα. Και εδώ αρχίζει η πρώτη πλάκα της ζωής του: Όταν ο δάσκαλός του, ο σπουδαίος Αιμίλιος Βεάκης, στέλνει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στους γονείς του «δι’ επιτυχία υιού σας», όλοι νόμισαν ότι ο Βεάκης ήταν ο διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου! Παρά το άριστα και τους πρώτους μεγάλους ρόλους του στο θέατρο, οι γονείς και οι οικείοι του τον αντιμετώπιζαν για χρόνια με απαξιωτικό τρόπο.

Θεατρική καριέρα και πόλεμος




Το υποκριτικό ταλέντο του Παπαγιαννόπουλου αναγνωρίστηκε από την πρώτη στιγμή από τον Βεάκη κι έτσι με το που αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του έδωσε τον πρώτο του ρόλο στο σανίδι: ήταν στην παράσταση «Βασιλιάς Ληρ» (1938). Την καριέρα του διέκοψε ωστόσο απρόοπτα ο Β’ Παγκόσμιος: ο Παπαγιαννόπουλος επιστρατεύτηκε το 1940 και πολέμησε στην πρώτη γραμμή.



Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου, ο ηθοποιός πήρε μέρος με τον βαθμό του λοχία στην ελληνο-ιταλική διένεξη και γνώρισε τις φρικαλεότητες της μάχης από πρώτο χέρι. Πολύ αργότερα, όταν ο πόλεμος ήταν πια μια μακρινή ανάμνηση, ο ίδιος δήλωσε: «Δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμηση στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χειμάρρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες. Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες». Ο Παπαγιανόπουλος βγήκε τελικά ζωντανός από την πρώτη γραμμή του μετώπου και μετά τη συνθηκολόγηση, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Διακοφτό, με το μόνο διαθέσιμο μέσο: τα πόδια του.



Κατόπιν επέστρεψε στην αγκαλιά του κατοχικού Εθνικού και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, συνεργαζόμενος σποραδικά και με αξιόλογους ανεξάρτητους θιάσους (Μαρίκας Κοτοπούλη, Αρώνη-Χορν, Χατζίσκου-Συνοδινού, Μουσούρη, Ντίνου Ηλιόπουλου κ.λπ.). Στο Εθνικό έμεινε μέχρι το 1950, ερμηνεύοντας σημαντικότατους ρόλους σε ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου.


Το 1961 συγκρότησε τον δικό του θίασο και στράφηκε πλέον στο νεοελληνικό έργο, χαρίζοντας αξέχαστες ερμηνείες σε ανάλαφρες κωμωδίες όπως το «Ζήτω η ζωή» του Γεράσιμου Σταύρου. Μια από τις μεγάλες του επιτυχίες ήταν το «Δεσποινίς Διευθυντής» των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη, το οποίο γυρίστηκε κατόπιν στον κινηματογράφο (1964) με τον ίδιο να κλέβει την παράσταση στον ρόλο του πατέρα της Τζένης Καρέζη.

Αν και η μεγαλύτερή του στιγμή στο θέατρο θα ερχόταν το 1974, στην παράσταση «Το μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Κινηματογράφος




Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του μεγάλου μας ηθοποιού έγινε το 1947, στην ταινία «Παιδιά της Αθήνας», με την εθνική μας κινηματογραφία να τον θέλει μάλιστα στις πρώτες του αυτές εμφανίσεις στον ρόλο του κακού! Περισσότερες από 130 ταινίες μετά, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος έκλεψε την παράσταση με τις αξέχαστες ερμηνείες του και καθιερώθηκε τελικά ως κωμικός, άλλοτε πρωταγωνιστώντας και άλλοτε κρατώντας δεύτερους (αν και ουσιαστικούς) ρόλους.



Αν πρέπει να αναφέρουμε μερικούς σταθμούς της λαμπρής κινηματογραφικής του πορείας, αυτοί θα είναι τα φιλμ «Μια τρελή τρελή οικογένεια» (1965), «Τζένη Τζένη» (1966), «Γαμπρός από το Λονδίνο» (1967), «Φωνάζει ο κλέφτης» (1967), «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), «Το Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), «Η βίλα των οργίων» (1964), «Υπάρχει και φιλότιμο» (1965), «Για ποιον χτυπά η κουδούνα» (1968), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά» (1970), «Ο Κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται» (1977).

Από κινηματογραφικός πατέρας της Καρέζη και της Βουγιουκλάκη μέχρι γκρινιάρης διευθυντής και άτολμος σύζυγος, ο Παπαγιαννόπουλος κόσμησε το ελληνικό σινεμά και το υπηρέτησε με την ίδια αγάπη και αφοσίωση που περιέβαλλε το πάντοτε λατρεμένο του θέατρο. Γκρινιάρης, φωνακλάς, ραδιούργος, αλλά και αφελής, καλοκάγαθος και τρυφερός, όλα ήταν ο αξέχαστος ηθοποιός μας.



Ο Παπαγιαννόπουλος άλλαξε ουσιαστικά όνομα σε «κυρ Γιώργης» το 1974, όταν ο Δαλιανίδης επενδύοντας στο μοναδικό του ταλέντο τον επέλεξε για το θρυλικό σίριαλ «Λούνα Παρκ». Ήταν η μόνη εμφάνιση του αξέχαστου κωμικού μας στην τηλεόραση, σε μια σειρά που κράτησε ως το καλοκαίρι του 1981. Οι δρόμοι άδειαζαν κάθε Πέμπτη βραδάκι που προβαλλόταν η σειρά και το «Μπαρμπα-Γιώργης» τον ακολουθούσε πλέον πιστά. Ο «Κυρ Γιώργης Εκπαιδεύεται» γυρίστηκε στο σινεμά το 1977, εξαργυρώνοντας την πρωτόγνωρη τηλεοπτική επιτυχία του Παπαγιαννόπουλου στο «Λούνα Παρκ».

Παρά το γεγονός ότι ο Παπαγιαννόπουλος μνημονεύεται περισσότερο για τους κωμικούς χαρακτήρες που ενσάρκωσε, έχει στο ενεργητικό του και μια σειρά από δυνατούς ρόλους σε δραματικές ταινίες, αποκαλύπτοντας την πλήρη γκάμα των υποκριτικών χαρισμάτων του. Αναφέρουμε τη «Στέλλα» του Κακογιάννη (1955), τη «Λόλα» (1964) του Δημόπουλου αλλά και το «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984) του Αγγελόπουλου, που έμελλε να είναι η τελευταία του ταινία. Το 1968 βραβεύτηκε από την Ένωση Κριτικών για την ερμηνεία του στην ταινία «Το Κανόνι και το Αηδόνι».

Προσωπική ζωή


Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, πέρα από μεγάλος ηθοποιός, ήταν και μεγάλος άνθρωπος, βοηθώντας σε κάθε ευκαιρία συνανθρώπους και συναδέλφους του και κάνοντας αμέτρητες αγαθοεργίες, αν και πάντα κρατούσε την καλοσύνη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Όλοι είχαν να πουν ένα καλό λόγο για τον «Νιόνιο».


Στην προσωπική του ζωή, ο Παπαγιαννόπουλος έτρεχε διαρκώς! Καθώς οι ταινίες γυρίζονταν συνήθως το καλοκαίρι, κάποιες φορές γύριζε αρκετές -μέχρι και έξι- ταινίες ταυτοχρόνως. Αμέσως μετά τη λήξη της παράστασης, έφευγε λοιπόν για το στούντιο ή για γειτονικά επαρχιακά μέρη και παρέμενε στο κινηματογραφικό πλατό μέχρι την άλλη μέρα που άρχιζαν οι παραστάσεις. Από το σπίτι περνούσε μόνο για να πλυθεί και να ξυριστεί. Συνήθιζε να ξεκουράζεται σε μια καρέκλα στα παρασκήνια, περιμένοντας πότε θα έρθει η ώρα του να βγει στη σκηνή. Ο φροντιστής τον ξυπνούσε και του έλεγε ποια ήταν η ατάκα που μόλις είχε πει ο συμπρωταγωνιστής του.

Αν και το γυναικείο φύλο ήταν η αδυναμία του, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Άνθρωπος μοναχικός, προφασιζόταν τον εκ πεποιθήσεως εργένη, παρά το γεγονός ότι όσοι τον γνώριζαν καλά διατείνονταν ότι ήθελε διακαώς να παντρευτεί. Απαντούσε μάλιστα στη συχνή ερώτηση γιατί δεν παντρεύεται και στο «γεροντοπαλίκαρο» που του είχαν κολλήσει οι φίλοι του με το γνωστό του χιούμορ: «Εγώ ροχαλίζω πολύ, ποια γυναίκα θα με ανεχτεί;»

Ο γυναικοκατακτητής Παπαγιαννόπουλος σεβόταν βαθύτατα τις γυναίκες. Γι’ αυτό και ήταν πάντα διακριτικός και προσπαθούσε να κρύβει τις σχέσεις του, ώστε να μην εκθέτει τις συντρόφους του. Ακόμα και όταν έβγαινε έξω μαζί τους, προσπαθούσε να πηγαίνει σε μέρη που δεν ήταν πολυσύχναστα. Οι φίλοι του, που γνώριζαν την επιθυμία του να κρατάει την προσωπική του ζωή μακριά από τη δημοσιότητα, ακόμα και όταν τον συναντούσαν με κάποια κοπέλα, προσποιούνταν ότι δεν τον είχαν δει για να μην τον φέρουν σε δύσκολη θέση.

Η αδυναμία που είχε στις «μικρούλες», νεαρότερες ηλικιακά κοπέλες δηλαδή, ήταν παροιμιώδης στο ελληνικό θέατρο, αν και ο ίδιος για να μη δημιουργούνται προβλήματα και απρόοπτα τις αποκαλούσε «ανιψιές» του. Πάντοτε χαμηλών τόνων και θέλοντας να αποφεύγει τα σχόλια γύρω από την ερωτική του ζωή, είχε πει σε συνέντευξή του: «Ούτε ωραίος είμαι ούτε τον γόη κάνω και δεν σέρνονται οι γυναίκες πίσω μου. Εξάλλου δεν είναι σωστό να κάθεται κανείς και να αραδιάζει κατακτήσεις».

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος παρέμεινε ενεργός στα καλλιτεχνικά δρώμενα ως το τέλος της ζωής του. Έφυγε αιφνιδίως στις 13 Απριλίου 1984, αφήνοντας πίσω του περισσότερες από 130 ταινίες. Μεγάλη Τρίτη, βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του, σε ένα δυάρι του δεύτερου ορόφου στην πολυκατοικία της Λεωφόρου Αλεξάνδρας όπου διέμενε.



   ==========================================

Ποιον κορυφαίο Γερμανό ναζί, περιφρόνησε επιδεικτικά, ο Διονύσης Παπαγιανόπουλος ; 


ΔΙΑΦΟΡΕΣ 005



Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ο Διονύσης Παπαγιανόπουλος εμφανιζόταν στο θέατρο. Ενσάρκωνε τον «Βρουμ», που στα γερμανικά σημαίνει «σκουλήκι». Καθημερινά δεχόταν στο καμαρίνι του πολύ κόσμο, που ήθελε να τον συγχαρεί για την ερμηνεία του. Όταν ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του ένας Γερμανός διοικητής, ο «Νιόνιος» αρνήθηκε να τον δεχτεί. 

Ο Παπαγιαννόπουλος στην πρώτη γραμμή 

Ο ηθοποιός είχε έναν λόγο παραπάνω να μη θέλει οποιαδήποτε επαφή με τους κατακτητές, αφού είχε βιώσει προσωπικά τη βαναυσότητα του πολέμου. Στην αρχή της κήρυξής του, το 1940, κλήθηκε να υπηρετήσει στην πρώτη γραμμή και πήρε μέρος σε μεγάλες μάχες. Οι συνθήκες διαβίωσης πάνω στα βουνά ήταν πολύ σκληρές για εκείνον και τους υπόλοιπους φαντάρους. Πολύ αργότερα, όταν ο πόλεμος ήταν μια μακρινή ανάμνηση από το παρελθόν, ό ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του: «Δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμησις στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χειμάρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες. Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες». Ο Παπαγιανόπουλος βγήκε ζωντανός από την πρώτη γραμμή του μετώπου και μετά τη συνθηκολόγηση επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Διακοφτό, με το μόνο διαθέσιμο μέσο. Τα πόδια του....

Θέατρο στην Κατοχή 

Η Ελλάδα βρισκόταν πλέον υπό γερμανική κατοχή και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος είχε επιστρέψει στη μεγάλη του αγάπη, το σανίδι. Ο κόσμος που ασφυκτιούσε κάτω από τον γερμανικό ζυγό, είχε ανάγκη από διασκέδαση. Το θέατρο ήταν κατάμεστο κάθε βράδυ. Ένα βράδυ, ανάμεσα στο κοινό βρέθηκε και ο Γερμανός διοικητής της βορείου Ελλάδας, ο διαβόητος Μαξ Μέρτεν, που έστειλε στο Άουσβιτς 50.000 Έλληνοεβραίους της Θεσσαλονίκης. Φυσικά, πρώτα λεηλάτησε τις περιουσίες τους, που η συνολική τους αξία ξεπερνούσε τότε τα 125.000.000 χρυσά φράγκα. Ο Μέρτεν παρακολούθησε την παράσταση και συγκλονίστηκε από την ερμηνεία του Παπαγιαννόπουλου. Όταν έπεσε η αυλαία, ο «δήμιος της Θεσσαλονίκης» θέλησε να συγχαρεί τον ηθοποιό, που του είχε τραβήξει την προσοχή. Οι προσπάθειες του απεσταλμένου του Μέρτεν, να έρθει σε επαφή με τον Παπαγιαννόπουλο, έπεσαν στο κενό. Ο εγκληματίας Μαξ Μέρτεν Αρχικά ο ηθοποιός ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του, γιατί άλλαζε ρούχα. Ο Γερμανός απεσταλμένος επέμεινε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταδώσει προφορικά το μήνυμα του Μέρτεν προς τον Παπαγιαννόπουλο. Το μήνυμα του ναζί έλεγε: «Τον ρόλο αυτό στη Γερμανία τον παίζει ο καλύτερος ηθοποιός που έχουμε, αλλά σε ορισμένες σκηνές ο δικός σας, δηλαδή ο Παπαγιαννόπυλος, ήταν καλύτερος. Και αυτό έγκειται στην πονηριά και στην καπατσοσύνη την οποία έχει ο Ελληνας». Τι κι αν ο Μέρτεν έδειξε ένα ψήγμα ανθρωπιάς, με το να θέλει να συγχαρεί έναν Έλληνα για το ταλέντο του; Τα εγκλήματα πολέμου, που είχε διαπράξει, ήταν τόσο αισχρά, που η περιφρόνηση, ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Παπαγιαννόπουλος, για να δείξει την απέχθειά του. Και παρά τους κινδύνους, το έκανε. ...

merten

 Ο εγκληματίας Μαξ Μέρτεν




  ==============================================





 

   ============================================================


Διονύσης Παπαγιαννόπουλος


Γέννηση      12 Ιουλίου 1912

Τόπος γέννησης     Διακοπτό Αχαΐας

Θάνατος      13 Απριλίου 1984 (71 ετών)

Τόπος θανάτου      Αθήνα

Υπηκοότητα          Ελληνική

Επάγγελμα/
ιδιότητες      ηθοποιός

Καλλιτεχνικά ρεύματα   Κωμωδία, Δράμα

Σημαντικά έργα   Ένας ιππότης για την Βασούλα, Η βίλα των οργίων, Ο Κύριος Πτέραρχος, Λούνα-Παρκ

Βραβεύσεις  Ειδική μνεία Β' ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1968 για την ταινία Το κανόνι και τ` αηδόνι.

Papagiannopoulos.jpg

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος (12 Ιουλίου 1912 - 13 Απριλίου 1984) ήταν Έλληνας ηθοποιός.

Γεννήθηκε στο Διακοφτό Αχαΐας στις 12 Ιουλίου 1912. Σπούδασε στην Αθήνα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή την έκανε στον ρόλο του ιππότη στον Βασιλιά Ληρ. Στο Εθνικό Θέατρο παρέμεινε μέχρι το 1941. Συνολικά για 46 χρόνια, ερμήνευσε και έπαιξε στους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής του. Πρώτη του ταινία ήταν, το 1947, τα «Παιδιά της Αθήνας». Συνολικά έπαιξε σε 136 ταινίες, ανάμεσά τους «Ένας ιππότης για τη Βασούλα», «Η βίλα των οργίων», «Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται», «Φουσκοθαλασσιές», «Ο Κύριος Πτέραρχος» κ.τ.λ. Τελευταία ταινία του ήταν το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Έπαιξε και στην τηλεόραση όπου ο ρόλος του κυρ-Γιώργη στο «Λούνα-Παρκ» τον καθιέρωσε στη λαϊκή συνείδηση. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μόνος, καθότι άγαμος και πέθανε στις 13 Απριλίου 1984. Βρέθηκε στο σπίτι του, λίγες μέρες αργότερα.

Προς τιμή του, ο Δήμος Διακοπτού τοποθέτησε την προτομή του στην παραλία του δήμου. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος έκανε πολλές αγαθοεργίες, κυρίως στην περιοχή όπου γεννήθηκε, χωρίς αυτό να είναι ευρέως γνωστό.


Το 1968 βραβεύτηκε με το βραβείο των Ελλήνων κριτικών για την ταινία «Το κανόνι και το αηδόνι».

Συμμετοχές σε ταινίες

χρονιά         τίτλος

1947  Παιδιά της Αθήνας
1951  Ματωμένα Χριστούγεννα
1954  το σταυροδρόμι του πεπρωμένου
1954  Το ποντικάκι .... Κώστας
1954  Ο άνεμος του μίσους
1955  Τζο ο τρομερός (χιμπατζής)
1955  Στέλλα...Μήτσος
1955  Για δυο ρόγες σταφύλι
1957  Τρία παιδιά βολιώτικα
1957  Της τύχης τα γραμμένα Χάρης
1957  Όπου φτώχεια και φιλότιμο
1958  Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα
1958  Χαρούμενοι αλήτες
1958  Μια ζωή την έχουμε .... Ντάογλου
1959  Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο .... Μακριδάκης
1959  Στουρνάρα 288 .... Παπαφρονιμόπουλος
1959  Η Λίζα το 'σκασε Αντώνης Παπαδέας
1959  Ο Γιάννος και η Παγώνα Κωνσταντής
1959  Ερωτικές ιστορίες
1959  Επιστροφή από το μέτωπο
1959  Ένας βλάκας και μισός .... Σωτήρης Καραμαούνας
1959  Έγκλημα στο Κολωνάκι Δέλιος
1959  Μπουμπουλίνα
1959  Ο Αλή πασάς και η κυρά Φροσύνη .... Αλή πασάς
1959  Ο Ηλίας του 16ου .... κυρ-Λάμπρος
1960  Το νησί της αγάπης .... Αλέξης
1960  Το μεγάλο κόλπο
1960  Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος .... Τέλης Καραλής
1960  Αμαρτωλά νιάτα .... σημαδεμένος
1960  Μια του κλέφτη .... Παυσανίας
1960  Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα Στυλιανός Αλεξάνδρου
1961  Μυρτιά .... Τσάκαλος
1961  Ήρθες αργά .... Αλέξης
1961  Έξω οι κλέφτες .... Κλεάνθης Κλεφτοδήμος
1961  Η ζωή μου αρχίζει με εσένα
1962  Ποτέ δεν σε ξέχασα
1962  Το κορίτσι του λόχου .... Βασίλης Γεωργίου
1962  Κλάψε φτωχή μου καρδιά
1962  Τα Χριστούγεννα του αλήτη
1962  Εξομολογήσεις μιας μητέρας .... Βλάσης
1962  Ο άντρας της γυναίκας μου .... ψυχίατρος
1962  Αγνή και ατιμασμένη .... πατέρας Μιράντας
1962  Άγγελοι του πεζοδρομίου
1962  Παγίδα
1963  Σκάνδαλα στο σπίτι του έρωτα
1963  Η ψεύτρα .... κύριος Δεληπέτρου
1963  Όσα κρύβει η νύχτα
1963  Χτυποκάρδια στο θρανίο .... Νικητέας, καθηγητής
1963  Ο κύριος πτέραρχος .... βουλευτής, Καρατζόβας
1963  Το γέλιο βγήκε απ’ τον παράδεισο .... Ξενοφών Χαριτίδης
1963  Ο αδελφός μου ο τροχονόμος .... Κοσμάς
1963  Ένας ντελικανής .... δήμαρχος
1964  Η βίλα των οργίων .... υπομοίραρχος
1964  Η σωφερίνα .... πρόεδρος δικαστηρίου
1964  Λόλα... Στέλιος
1964  Ο γυρισμός της μάνας
1964  Δεσποινίς Διευθυντής .... Θωμάς Βασιλείου
1964  Οι νταήδες
1964  Αν έχεις τύχη
1964  Αλύγιστη στη ζωή
1965  Μερικές το προτιμούν χακί
1965  Κάνε με πρωθυπουργό .... Κίμων
1965  Υπάρχει και φιλότιμο .... Θεόδωρος Γκρούεζας
1965  Ο φτωχός εκατομμυριούχος
1965  Φωνάζει ο κλέφτης .... Σόλων
1965  Εξιλέωση
1965  Μια τρελή, τρελή οικογένεια .... Στέλιος
1966  Ο ξυπόλητος πρίγκιπας .... Κλέαρχος
1966  Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι .... Μενέλαος
1966  Οι κυρίες της αυλής .... Νώντας
1966  Τζένη Τζένη .... Κοσμάς Σκούταρης
1966  Φουσκοθαλασσιές .... Νικολής Σφακιανός
1966  Διπλοπενιές .... Λευτέρης
1966  Ο μπαμπάς μου ο τεντιμπόης .... κύριος Φωτεινός
1966  Αχ! Και να 'μουν άντρας .... Όθων Μπελαλής
1966  Η αδελφή μου θέλει ξύλο .... Φραγκόπουλος
1966  5000 ψέματα .... Αριστείδης
1967  Η παιχνιδιάρα .... Σταμάτης Σταματίου
1967  Κάτι κουρασμένα παλικάρια .... γιατρός
1967  Για την καρδιά της ωραίας Ελένης .... Κλέων Καραμούζης
1967  Ο γαμπρός μου ο προικοθήρας .... Χρυσός
1967  Γαμπρός απ΄το Λονδίνο .... Κυριάκος
1967  Έρωτες στην Λέσβο
1967  Αν μιλούσε το παρελθόν μου .... Λεωνίδας Στεργίου
1967  Ο αχόρταγος .... Μιχάλης Καπάνταης
1968  Ο ψεύτης
1968  Πολύ αργά για δάκρυα .... κύριος Μένανδρος
1968  Οικογένεια Χωραφά
1968  Ο Μικές παντρεύεται .... Παναγιώτης Συναξαρίδης
1968  Γοργόνες και μάγκες .... πατέρας Πέτρου
1968  Για ποιον κτυπά η κουδούνα .... Τόλης Λαμπιρίκος
1968  Ένας κλέφτης με φιλότιμο
1968  Ένας ιππότης για την Βασούλα .... καπετάν Φατούρος
1968  Έμπαινε Κίτσο
1968  Δόκτορ Ζι-Βέγγος .... Απόστολος
1968  Η αρχόντισσα και ο αλήτης .... κύριος Κατσαρός
1968  Το κανόνι και τ` αηδόνι .... Τριανταφύλλου
1969  Ξύπνα κορόιδο .... Κυριάκος
1969  Το νυφοπάζαρο
1969  Η νεράιδα και το παλικάρι .... κύριος Φουρτουνάκης
1969  Ο γόης .... Τζον Κρίστιαν
1969  Για ένα ταγάρι δολάρια .... πατέρας Τζένης
1969  Η γενιά των ηρώων
1969  Γαμπρός από την Γαστούνη .... Περικλής Καραμπισμπίκης
1969  Ένα ασύλληπτο κορόιδο .... κύριος Χαρούπογλου
1969  Ο άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα .... Σπύρος Λούνας
1970  Ζητούνται γαμπροί με προίκα .... Ευριπίδης
1970  Ο τρελός της πλατείας αγάμων
1970  Τρελά κορίτσια απίθανα αγόρια
1970  Όμορφες μέρες .... Παντελάρας
1970  Να 'τανε το 13 να 'πεφτε σε μας .... Τζεβελάκος
1970  Γιακουμής, μια ρωμαίικη καρδιά
1970  Ένας χίπις με τσαρούχια .... Πελοπίδας
1970  Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά .... Μπάμπης Χάνος
1970  Ο απίθανος .... Θωμάς Καραλής
1971  Η ζαβολιάρα
1971  Καυτά ψυχρά και ανάποδα .... Κλεάνθης Τόμπογλου
1971  Ο επαναστάτης ποπολάρος .... κόντε Δημάρας
1971  Ένας ξένοιαστος παλαβιάρης .... Νικηφόρος
1971  Διακοπές στην Κύπρο μας .... Χατζηγιάννης
1972  Υπέροχες νύφες κορόιδα γαμπροί
1972  Πιο τρελοί και από τους τρελούς .... Πελοπίδας
1972  Ο Πατούχας .... Σαϊτονικολής
1972  Ο μοναχογιός μου ο αγαθιάρης .... Κλεάνθης
1972  Ο μάγκας με το τρίκυκλο
1972  Αν ήμουν πλούσιος .... Αριστείδης Τσιτσής
1972  Λυσιστράτη
1973  Ο τσαρλατάνος
1974  Λούνα-Παρκ
(Τηλεοπτική σειρά) .... κυρ-Γιώργης
1974  Ένας νομοταγής πολίτης .... Μανώλης
1977  Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται
1980  Καθένας με την τρέλα του .... Ιορδάνης
1981  Κορόιδο Ρωμιέ .... Φώτης Φιρίκης
1984  Ταξίδι στα Κύθηρα .... Αντώνης


Συμμετοχές στο θέατρο

χρονιά         τίτλος Συγγραφέας         είδος

1938  Βασιλιάς Ληρ        Ουίλιαμ Σαίξπηρ 
1940  Παπαφλέσσας       Σπύρος Μελάς     
1942  Η Χάνελε πάει στον παράδεισο Γκέρχαρτ Χάουπτμαν     ονειρόδραμα
1955-1956    Η πινακοθήκη των ηλιθίων      Νίκος Τσιφόρος    
1960  Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος     Νίκος Τσιφόρος
Πολύβιος Βασιλειάδης   
1963     Η γειτονιά των αγγέλων Ιάκωβος Καμπανέλλης   Λαϊκή όπερα
1963  Δεσποινίς διευθυντής       Νίκος Τσιφόρος    
1964       Ζήτω η ζωή          Γεράσιμος Σταύρου        
1972  Λυσιστράτη Αριστοφάνης         Αρχαία κωμωδία
1973  Το μεγάλο μας τσίρκο     Ιάκωβος Καμπανέλλης   Επιθεώρηση


   =============================================

ΠΗΓΕΣ

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος | λογομνήμων...



Διονύσης Παπαγιαννόπουλος - Βικιπαίδεια

  =================================================



ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ - ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

     ============================================


                   Διονύσης Παπαγιαννόπουλος - ΜΗΧΑΝΗ  ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Δημοσίευση σχολίου