Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

DIE NIBELUNGEN - ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΩΝ ΝΙΜΠΕΛΟΥΝΓΚΕΝ





                                                                                                                                                                                                                                                                      
Το έπος των Νιμπελούγκεν

Υπόθεση: Ο Ζίγκφριντ, φτάνει στη Βορμς, για να κατακτήσει την Κρίμχιλντ, της οποίας έχει ακούσει να υμνούν την ανυπέρβλητη ομορφιά. Ο πρίγκιπας έχει προηγουμένως αρπάξει τον καταραμένο θησαυρό των Νιμπελούνγκεν και έχει γίνει άτρωτος μετά το λουτρό στο αίμα του δράκοντα που σκότωσε. Άτρωτος παντού, εκτός από ένα σημείο...

To Nibelungenlied, το Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν, των παιδιών της ομίχλης δηλαδή (η λέξη Nebel στα γερμανικά έχει την ίδια ρίζα με την ελληνική λέξη νεφέλη), είναι, ίσως, το ωραιότερο μεσαιωνικό έπος, η αντίστοιχη Ιλιάδα της γερμανικής φιλολογίας. Ένα επικό ποίημα, αγνώστου συγγραφέως, γραμμένο περί τα 1.200 μ.Χ., που συμπαρασύρει τον αναγνώστη στον ξέφρενο καλπασμό των δραματικών του διαλόγων. Βασισμένο σε ένα σύμφυρμα ψηγμάτων της ιστορίας, στοιχείων της γερμανικής παγανιστικής μυθολογίας, θρύλων των σκανδιναβικών χωρών, ακόμη και στις λαϊκές δοξασίες σλαβικών παραμυθιών, αναβιώνει με θαυμαστή λιτότητα τους θρύλους και την εποποιία της ευρωπαϊκής ιπποσύνης, αλλά και την σκοτεινή ανθρώπινη φύση, όπως αυτή παρουσιάζεται στις αρχαίες τραγωδίες.
Ένας αμύθητος θησαυρός, ένας μεγαλόπνοος έρωτας, μια αντιζηλία, ένας στυγερός φόνος, ένας αιματηρός πόλεμος, μια γυναίκα που διψά για εκδίκηση και φτάνει να σκοτώσει ακόμη και το ίδιο της το παιδί, αλλά και νεράιδες, ρωμαλέοι ιππότες, αχρεία, ποταπά ανθρωπάκια, ο προαναγγελθείς όλεθρος... Ο έρωτας και η εκδίκηση, η δόξα και η φιλαργυρία είναι οι προφάσεις που χρησιμοποιεί η ανελέητη μοίρα για να οδηγήσει τους ήρωες στο αμετάκλητο πεπρωμένο, στο φοβερό τέρμα μιας διαδρομής, όπου τους περιμένει ο θάνατος μέσα σ' ένα πρωτοφανές λουτρό αίματος.

Αυτό είναι το μυθολογικό σύμπαν του σκοτεινού και βλοσυρού αυτού ποιήματος, που ενέπνευσε τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν στην συγγραφή της διάσημης τριλογίας του Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών, τον Ριχάρδο Βάγκνερ, στην σύνθεση της θαυμαστής τετραλογίας του Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, αλλά και τον Φριτς Λανγκ που το μετέφερε υποδειγματικά στην μεγάλη οθόνη.

              -----------------------------------------------------------------------------------


Τραγούδια και θρύλοι


Από τον Μάκη Πανώριο

Το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν
(Das Nibelungenlid, 1200 μ.Χ.), μετάφραση,σχόλια, εισαγωγή: Δημήτρης Γ. Πεταλάς
εκδόσεις Στοχαστής, σ. 440, ευρώ 24,11

Τα μεγάλα έπη των λαών, η καταγωγή των οποίων πρέπει να αναζητηθεί στην αυγή του κόσμου, όταν ο homo sapiens άρχισε, έστω και υποτυπωδώς, να συνειδητοποιεί τον εαυτό του και το περιβάλλον του, δεν παραπέμπουν μόνο στη χαμένη μνήμη της ανθρωπότητας, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα, αλλά μέσω της «εξωλογικής» ομορφιάς τους και της ανάλογης «παραμυθένιας» μυθολογίας τους ρίχνουν ένα αποκαλυπτικό βλέμμα στο μυστηριώδες, αινιγματικό ανθρώπινο τοπίο. Υπό αυτή την έννοια, ως «μυθολογικά» αρχέτυπα, υπερβαίνουν το εξωτερικό, «μαγικό» τους ένδυμα και λειτουργούν ως κάτοπτρα, εντός των οποίων ο άνθρωπος αντικρίζει τον υπαρξιακό, αυθεντικό (;) εαυτό του.
Το διαπιστώνει κανείς στο θαυμαστό «Τραγούδι των Νιμπελούγκεν», που είναι, τηρουμένων των αναλογιών, η αντίστοιχη Ιλιάδα και Οδύσσεια της γερμανικής φιλολογίας. Γράφτηκε περί το 1200 μ.Χ. από άγνωστο ποιητή - τροβαδούρο, κατά πάσα πιθανότητα, ο οποίος γνώριζε τη σημασία της αφήγησης· πώς δηλαδή να γοητεύει και να συναρπάζει το κοινό του. Στο σώμα τού έν λόγω έπους συνυπάρχουν, αρμονικά συνδεδεμένα μεταξύ τους, στοιχεία Ιστορίας και μυθολογίας γερμανικής καταγωγής, θρύλοι σκανδιναβικών χωρών, μνήμες σλαβικών μύθων και ρωσικών παραμυθιών. Ο ποιητής αφηγείται τα γεγονότα που το συνθέτουν, χρησιμοποιώντας τον προφορικό λόγο, γεγονός που εξασφαλίζει την αμεσότητα του ακροατή του. Η ευρωπαϊκή ιπποσύνη, η πορεία της Κεντρικής Ευρώπης προς το ιστορικό της γίγνεσθαι, αλλά και αυτή καθεαυτήν η υπαρξιακή περιπέτεια του ανθρώπινου όντος, καθώς αυτό μετεξελίσσεται και μεταβαίνει από τη σκοτεινή ενστικτώδη εφηβεία του προς τη συνειδητότητα της επώδυνης ωριμότητας, είναι τα ουσιώδη στοιχεία που ανιχνεύονται στα θεμέλια του έπους.
Στο προσκήνιό του αβυσσαλέα πάθη, έρωτες, μίση, δολοπλοκίες, ραδιουργίες, δολοφονίες, εγκλήματα, φόνοι, συγκρούσεις, πόλεμοι συνυπογράφουν, με την πρωτόγονη ωμότητά τους, αν όχι και κτηνωδία, το ύφος βάρβαρων εποχών, στις οποίες κυριαρχεί το ένστικτο. Ο άνθρωπος, υπόδουλος του ζωώδους εαυτού του, ανεξαρτήτως φύλου και θέσεώς του στον περίκλειστο χώρο που κατοικεί, προσπαθεί να υπερβεί τον πρωτόγονο εαυτό του, να εξανθρωπιστεί και να διαχωριστεί από το άλογο κτήνος που εμφωλεύει στο σκοτεινό του άδυτο. Πλην επί ματαίω. Υποκύπτει πάντα στο ανεξήγητο ορμέμφυτο που λειτουργεί ερήμην της νόησής του. Ετσι, όλα τα πρόσωπα κατέρχονται στην αρένα του δράματος, με τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους, απογυμνωμένα εντελώς από τα εξωτερικά ψιμύθια και τα υποκριτικά προσωπεία που θα τους προσφέρει πολύ αργότερα ένας κατ' επίφασιν «πολιτισμός», επιβεβαιώνοντας το μυστηριώδες φαινόμενο της ανθρώπινης οντότητας. Φαινόμενο συγκλονιστικό, που αναιρεί το μέχρι πρότινος ανεδαφικό ιδεολόγημα ότι οι καταστάσεις δημιουργούν τον άνθρωπο. Μέγα λάθος. Ο άνθρωπος δημιουργεί ενσυνειδήτως τις καταστάσεις και τα γεγονότα που «σχηματίζουν» -και οικοδομούν- την κοινωνικοπολιτική - θρησκευτική Ιστορία του, η οποία και αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του, τον μόνο υπεύθυνο για τις πράξεις του. Σύμφωνα με αυτές, ως απόδειξη του προαναφερθέντος χαρακτήρα του, «η μεγάλη κινητήρια δύναμη της μοίρας είναι (μόνον) η εκδίκηση» - αυτή καθορίζει τον υπαρξιακό του βηματισμό. Ενα άγριο σκοτεινό συναίσθημα που στρέφεται εναντίον της Φύσης και του Θεού, δυνάμεων υπεύθυνων για τον θάνατό του, δηλαδή την πλήρη εκμηδένισή του. Και είναι αυτό ακριβώς εντέλει το σκοτεινό συναίσθημα που γεννά τα πλέον βίαια πάθη, ουσιώδες συστατικό οικοδόμησης του φοβερού Τραγουδιού των Νιμπελούγκεν, μια προβολή κατά βάθος της παγκόσμιας ανθρώπινης κοινότητας. Γεγονός που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τις προαναφερθείσες κεντροευρωπαϊκές πηγές του, αλλά και ποικίλες άλλες. Καθόλου τυχαίο ότι κοινά σημεία στα πρόσωπα, στις καταστάσεις και στα γεγονότα του άσματος ανιχνεύονται στο παγκόσμιο μυθολογικό πάνθεον. Ο Ζίγκφριντ, κεντρικό πρόσωπο του Τραγουδιού των Νιμπελούγκεν, που λογίζεται και ως αρχετυπικός ήρωας - ημίθεος, ανήκει στην οικογένεια των δρακοντοκτόνων ηρώων, όπως ο Ηρακλής, ο Ινδός Ιντρα, ο Ιρανός Φεριντούν, αλλά και ο Γκιλγκαμές, ο Αχιλλέας, ο Αρθούρος. Εχοντας αρπάξει τον καταραμένο θησαυρό των Νιμπελούγκεν, των Υιών της Ομίχλης, και λουστεί στο αίμα του δράκοντα, χθόνιο τέρας που συμβολίζει τις δυνάμεις του Χάους και του Σκότους, εμβάπτισμα που τον καθιστά αθάνατο, εκτός από ένα σημείο του σώματός του, έρχεται στην πόλη Βορμς προκειμένου να κατακτήσει την παρθένα Κρίμχιλντ. Παράλληλα βοηθά τον φίλο του Γκούντερ να κερδίσει και αυτός, αλλά με απάτη, την ωραία Μπρίχιλντ. Αυτή, με τη βοήθεια του πιστού της Χάγκεν, από τα πλέον εμβληματικά πρόσωπα του έργου, θα οργανώσει την εκδίκηση της εξαπάτησής της. Ο Ζίγκφριντ θα δολοφονηθεί από τον Χάγκεν. Η Κρίμχιλντ θα απαιτήσει τη δοκιμασία του αίματος, τελετουργία που θα αποκαλύψει τον φονιά Χάγκεν. Από το σημείο αυτό και μετά οι τρομακτικές ανθρωποκτονίες διαδέχονται η μία την άλλη, με το χυμένο αίμα να διαποτίζει ολόκληρο το έπος μέχρι το εφιαλτικό τέλος του. Ο ποιητής το «κλείνει» με τη μελαγχολική επωδό: «Ετσι τελειώνει το μακρύ μαρτύριο, η συμφορά των Νιμπελούγκεν ...όπως κάθε χαρά είναι μοιραίο να καταλήξει στη θλίψη».
Κανείς δεν είναι άμεμπτος, αθώος, τίμιος, ευγενής, υψηλόφρων στο εν λόγω έπος. Από τον ήρωα μέχρι τον υπηρέτη, δούλο, στρατιώτη, άρχοντα ή πληβείο, πλούσιο ή φτωχό, όλοι έχουν τις σκοτεινές πλευρές τους. Κι αυτή είναι τελικά η βαθιά ομορφιά του δράματος· η εμφάνιση του ανθρώπου ως δημιουργού της ιστορίας του, όπως ακριβώς είναι, απεκδυμένο από μεταφυσικές μυθολογίες. Μικρό και ταυτόχρονα μεγάλο. Ωραίο και άσχημο. Δαίμονας και άγγελος. Ενα περίπλοκο αινιγματικό ον που συνεχίζει τις προσπάθειες απεγκλωβισμού του από το σκοτάδι προς το φως· μπορεί, λοιπόν, να σκεφτεί κανείς ότι ο Ποιητής χρησιμοποίησε το Τραγούδι του ως πρόσχημα, θέλοντας να παρουσιάσει αυτό το πλάσμα στις σωστές (;) διαστάσεις του. Ετσι, το έπος του μεταμορφώνεται σε ένα υπαρξιακό κάτοπτρο εντός του οποίου ο άνθρωπος αντικρίζει περίτρομος το είδωλό του χωρίς προσωπείο. Από αυτή την άποψη, στο Τραγούδι των Νιμπελούγκεν η αρχαία ελληνική τραγωδία συναντά το μεσαιωνικό μυστήριο, που αργότερα θα παραδώσει τη σκυτάλη στο Δράμα του Σαίξπηρ και του Γκαίτε, για να καταλήξει, στη σύγχρονη εποχή, στους εφιάλτες του Κάφκα και του Μπέκετ. Να ειπωθεί, τέλος, ότι ο Ρίχαρντ Βάγκνερ συνέθεσε τη μνημειώδη του όπερα, Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν, βασισμένη στο εν λόγω έπος, και ότι ο σπουδαίος σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ το μετέγραψε κινηματογραφικά το 1924, σε ένα από τα ωραιότερα φιλμ του βωβού σινεμά.
Η γοητευτική, με θαυμάσια ελληνικά μετάφραση, καθώς επίσης και η εμπεριστατωμένη εισαγωγή και τα κατατοπιστικά σχόλια, που υπογράφονται από τον διδάκτορα Συγκριτικής Μεσαιωνικής Φιλολογίας Δημήτρη Γ. Πεταλά, δεν εξασφαλίζουν απλώς και μόνο την απόλαυση της ανάγνωσης, αλλά καθιστούν την επιστημονική εργασία του πραγματικό απόκτημα.


Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν:
Ο θρύλος του Ζίγκουρντ και της Γκούντρουν
(The Legend of Sigurd and Gudrun), επιμέλεια: Κρίστοφερ Τόλκιν, μτφρ.: Θωμάς Μαστακούρης, εκδόσεις Αίολος, Αθήνα, 2009, σ. 461 ευρώ 24,88

Ο Θρύλος του Ζίγκουρντ και της Γκούντρουν, όπου Ζίγκουρντ ίσον Ζίγκφριντ και Γκούντρουν ίσον Κρίμχιλντ, ποίημα που έγραψε ο Τόλκιν τις πρώτες δεκαετίες του 1930, κατά πάσα πιθανότητα, αποτελείται από δύο πολύστιχες συνθέσεις, Το νέο άσμα των Βόλσουνγκ και Το νέο άσμα της Γκούντρουν. Είναι βασικά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του υιού Τόλκιν, Κρίστοφερ, που επιμελήθηκε, επεξεργάστηκε και παρουσίασε το έργο, η προσπάθεια του πατρός του, δημιουργού τού Αρχοντα των δαχτυλιδιών, που οφείλει τα μέγιστα στο γερμανικό έπος, «να μεταφέρει την αίσθηση μιας χαμένης ηρωικής ποίησης της αρχαίας Αγγλίας». Το υλικό του προέρχεται από ημιτελή σπαράγματα πανάρχαιων μύθων και θρύλων, χαμένων στο σκοτάδι του παρελθόντος, από το νορβηγικό ποίημα του 13ου αιώνα Thidrekssaga, και, βεβαίως, από το Τραγούδι των Νιμπελούγκεν, κυρίως, βασική πηγή έμπνευσης του δικού του ποιήματος. Στο οποίο και μεταφέρει σχεδόν ατόφια συμβάντα από το πρωτότυπο, όπως, επί παραδείγματι, την περίπτωση των παγιδευμένων πολεμιστών που πίνουν ανθρώπινο αίμα για να ξεδιψάσουν. (Μια πρώτη ενδεχομένως νύξη για το βαμπίρ, σύμβολο που θα κυριαρχήσει αργότερα στα παραμύθια τρόμου της Κεντρικής Ευρώπης). Το εξαντλητικό πραγματολογικό υλικό που συνοδεύει τα ποιήματα του Τόλκιν είναι, ίσως, το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της εργασίας του· μιας ποίησης που μεταφέρει εις τα καθ' ημάς το κλίμα, την ατμόσφαιρα και το πνεύμα μιας χαμένης πλέον εποχής στα σκοτάδια του παρελθόντος. Ενδιαφέρουσα η έμμετρη μεταφραστική εργασία του Θωμά Μαστακούρη.

   -----------------------------------------------------------------------------------------------







   --------------------------------------------------------------------------------------------------------



RichardWagner.jpg
Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ - Wilhelm Richard Wagner



Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ - Wilhelm Richard Wagner



Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν



Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν ή ορθότερα Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ ( Der Ring des Nibelungen) είναι ο τίτλος μίας επικής τετραλογίας έργων όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το σύνολο των έργων θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες στην ιστορία της μουσικής. Εκτός από τις μουσικές καινοτομίες που εισήγαγε στο είδος της όπερας, το έργο διαθέτει μία πλούσια πλοκή, βασισμένη σε μύθους και παραδοσιακές εξιστορήσεις. Η παρουσίαση ολόκληρης της τετραλογίας πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων, καταλαμβάνοντας συνολικά διάστημα περίπου 15 ωρών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες που απαιτεί, καθιστά τον πλήρη κύκλο ως ένα από τα πλέον απαιτητικά αλλά και ενδιαφέροντα έργα του είδους. Το πρώτο μέρος είναι χρονικά το συντομότερο, με διάρκεια συνήθως μεταξύ δύο ή τριών ωρών, ενώ η τελευταία κατά σειρά όπερα, Το Λυκόφως των Θεών, διαρκεί μέχρι και πέντε ώρες.
Αποτελείται από τις επιμέρους τέσσερις όπερες:

- Ο Χρυσός του Ρήνου 
     
- Βαλκυρία

- Ζίγκφριντ

- Το Λυκόφως των Θεών

                          --------------------------------------------------

Ιστορία

Σύνθεση

Το καλοκαίρι του 1848, ο Βάγκνερ ολοκλήρωσε ένα αρχικό προσχέδιο σχετικά με το μύθο των Νιμπελούνγκεν, συνδυάζοντας διαφορετικές πηγές σε μία απλή αφήγηση, ανάλογης πλοκής με αυτή του τελικού Δαχτυλιδιού αλλά και με σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τον επόμενο χρόνο, ξεκίνησε τη συγγραφή ενός λιμπρέτου με τον τίτλο Ο θάνατος του Ζίγκφριντ (Siegfrieds Tod). Θεωρείται πιθανό πως αφορμή αποτέλεσαν μία σειρά από δημοσιεύματα στην έκδοση Neue Zeitschrift für Musik, μέσα από τα οποία, μουσικοί συνθέτες της εποχής καλούνταν να συμμετάσχουν στην σύνθεση μιας "εθνικής όπερας", βασισμένη στο έπος των Νιμπελούνγκεν του 12 αιώνα που περιλαμβάνει ως κεντρικό χαρακτήρα, τον ήρωα Ζίγκφριντ. Μέχρι το 1850, ο Βάγκνερ είχε ολοκληρώσει το έργο του και αμέσως στράφηκε στη συγγραφή ενός νέου λιμπρέτου, το οποίο θα περιέγραφε τα νεανικά χρόνια του ήρωα, παρέχοντας παράλληλα στοιχεία που θα εξηγούσαν τα δρώμενα στο Θάνατο του Ζίγκφριντ. Το νέο αυτό έργο, με τον τίτλο Ο νεαρός Ζίγκφριντ (Der junge Siegfried), ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1851 ενώ το επόμενο διάστημα, ο Βάγκνερ φαίνεται πως έλαβε οριστικά την απόφαση να περιλάβει τις ιδέες του σε έναν κύκλο συνολικά τεσσάρων έργων, τα οποία θα παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια τεσσάρων διαδοχικών παραστάσεων. Ο πρωταρχικός κύκλος του Δαχτυλιδιού περιλάμβανε τις όπερες: Ο Χρυσός του Ρήνου, Βαλκυρία, Ο νεαρός Ζίγκφριντ και Ο θάνατος του Ζίγκφριντ.
Το κείμενο που περιέγραφε το σύνολο των τεσσάρων έργων ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 1852 και τυπώθηκε ιδιωτικά το 1853. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Βάγκνερ ξεκίνησε τη συγγραφή του Χρυσού του Ρήνου. Η σύνθεση της τετραλογίας συνεχίστηκε μέχρι το 1857, περίοδο κατά την οποία ο Βάγκνερ εγκατέλειψε για ένα μεγάλο διάστημα το έργο, περίπου δώδεκα ετών, και παράλληλα ασχολήθηκε με άλλα έργα μεταξύ των οποίων και η όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη. Το 1869, επέστρεψε στον κύκλο του Δαχτυλιδιού τον οποίο και ολοκλήρωσε, μετονομάζοντας συγχρόνως τα δύο τελευταία μέρη.

Πρώτες παραγωγές

Κατά την περίοδο του βασιλιά Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας, παρά τις αντιρρήσεις του ίδιου του Βάγκνερ, πραγματοποιήθηκαν ειδικές πρώιμες παραγωγές για τονΧρυσό του Ρήνου και τη Βαλκυρία. Η πρεμιέρα του πρώτου μέρους του κύκλου έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1869, ενώ το δεύτερο μέρος στις 26 Ιουνίου του 1870. Ο Βάγκνερ επιθυμούσε την κατασκευή ενός ειδικά διαμορφωμένου θεάτρου, σχεδιασμένο από τον ίδιο, προκειμένου να παρουσιάσει πλήρως την τετραλογία και σύμφωνα με τα πρότυπα του. Για το σκοπό αυτό, το 1872 μεταφέρθηκε στο Μπαϊρόιτ, όπου είχε αποφασιστεί η ανέγερση του, και προσπάθησε να συγκεντρώσει τα κεφάλαια για την κατασκευή. Το σχέδιο του Βάγκνερ διασώθηκε χάρη στην οικονομική συνδρομή του βασιλιά Λουδοβίκου και ολοκληρώθηκε τελικά το 1876, χρονιά κατά την οποία λειτούργησε για πρώτη φορά η όπερα (Bayreuth Festspielhaus). Η πρώτη παρουσίαση του πλήρους κύκλου των έργων του Βάγκνερ έγινε στο διάστημα 13-17 Αυγούστου του 1876.
Μουσική
Ο Βάγκνερ δεν ήταν ικανοποιημένος από την παραδοσιακή δομή της όπερας ως μία σειρά διακριτών μουσικών τμημάτων. Στη σύνθεση του Δαχτυλιδιού αποφάσισε να υιοθετήσει ένα νέο ύφος, όπου κάθε πράξη μιας όπερας θα ήταν ένα πλήρες μουσικό κομμάτι χωρίς παύσεις. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε αυτό που αποκαλούσε ο ίδιος Grundthemen, δηλαδή βασικά θέματα, γνωστά περισσότερο με τον όρο Leitmotifs. Πρόκειται ουσιαστικά για καθοδηγητικά μουσικά όργανα που επαναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του έργου και ταυτίζονται με την παρουσία ενός χαρακτήρα ενώ άλλες φορές βοηθούν στην κατανόηση των δρώμενων ή της συναισθηματικής κατάστασης ενός ήρωα. Για παράδειγμα, όταν ένας χαρακτήρας εμφανίζεται μεταμφιεσμένος στη σκηνή, το άκουσμα του μουσικού θέματος που σχετίζεται με το συγκεκριμένο χαρακτήρα επιτρέπει στον θεατή να αντιληφθεί ποιος είναι στην πραγματικότητα. Αν και άλλοι συνθέτες έκαναν χρήση των Leitmotif, πριν τον Βάγκνερ, στο Δαχτυλίδι θεωρείται πως βρήκαν την πλέον άρτια εφαρμογή τους ενώ επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν σε πολύ μεγάλη έκταση και με πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς και συσχετίσεις. Ορισμένα από τα μοτίβα λειτουργούν ως σχολιασμός μιας σκηνικής δράσης ή μιας αναφοράς των διαλόγων. Παράλληλα μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους υπονοώντας ταυτόχρονα και σύνδεση μεταξύ των θεμάτων που αντιπροσωπεύουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθόδου αποτελεί η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη σκηνή στο Χρυσό του Ρήνου, όταν το μουσικό θέμα του δαχτυλιδιού δίνει τη θέση του στο μουσικό θέμα της Βαλχάλλα, του ανακτόρου του Βόταν από το οποίο μπορεί να επιβάλει την εξουσία του. Με αυτό τον τρόπο, ένα μουσικό θέμα στην όπερα του Βάγκνερ, αποκτά πολλαπλά επίπεδα συμβολισμού, χωρίς να περιορίζεται στην απλή αναγνώριση ενός χαρακτήρα.
Ένα ακόμα βασικό μουσικό χαρακτηριστικό της όπερας του αποτελεί η χρήση της ορχήστρας. Ο Βάγκνερ χρησιμοποίησε πολλά όργανα, μεταξύ αυτών και την τούμπα Βάγκνερ (όργανο που εφηύρε ο ίδιος) και συνολικά 17 διαφορετικές οικογένειες οργάνων προκειμένου να διαθέτει πολλές δυνατότητες συνδυασμών με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια πολλών διαφορετικών συναισθημάτων κατά τη διάρκεια των σκηνικών δρώμενων. Για τον ίδιο λόγο αποδυνάμωσε την παραδοσιακή έννοια της τονικότητας, υπό την έννοια πως το μεγαλύτερο μέρος του Δαχτυλιδιού και ειδικά μετά την τρίτη πράξη της όπερας Ζίγκφριντ, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως βρίσκεται σε κάποια μουσικά κλειδιά όπως παραδοσιακά καθορίζεται, αλλά μάλλον σε περιοχές κλειδιών, κάθε μια από τις οποίες μετακυλά ομαλά στην επόμενη.





Εικονογράφηση για την Βαλκυρία ( Πράξη Β΄ )


Πλοκή και μύθος

Ο μύθος πάνω στον οποίο βασίζεται η πλοκή της τετραλογίας αναφέρεται σε ένα μαγικό δαχτυλίδι, το οποίο δίνει απόλυτη εξουσία στον κάτοχό του. Για την απόκτησή του συγκρούονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες του έργου, μεταξύ των οποίων ο θεόςΒόταν, η Βαλκυρία Μπρύνχιλντ και ο θνητός ήρωας Ζίγκφριντ. Για τη συγγραφή του λιμπρέτου, ο Βάγκνερ στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη Δυτική Γερμανική παράδοση καθώς και στη Σκανδιναβική μυθολογία, πηγές από τις οποίες δανείστηκε θέματα και χαρακτήρες. Τα κείμενα της Ποιητικής Έντα, πρόσφεραν τη βάση για το μυθολογικό υπόβαθρο του Χρυσού του Ρήνου ενώ η Βαλκυρία βασίστηκε στον κύκλο Βόλσουνγκ. Η όπερα Ζίγκφριντ περιέχει στοιχεία και από τις δύο αυτές πηγές, ενώ το τελευταίο μέρος της τετραλογίας προέρχεται θεματολογικά από το Έπος των Νιμπελούνγκεν (Nibelungenlied), που αποτέλεσε και την πρωταρχική πηγή έμπνευσης του Βάγκνερ για το Δαχτυλίδι. Ο Βάγκνερ συνδύασε αρκετές διαφορετικές εξιστορήσεις και επιμέρους μύθους για την δημιουργία της ενιαίας πλοκής που διέπει τις τέσσερις όπερες, ενώ παράλληλα ενσωμάτωσε και σύγχρονα θέματα.

Το περιεχόμενο του Δαχτυλιδιού έχει γίνει αντικείμενο αρκετών διαφορετικών ερμηνειών. Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω υποστήριξε πως αποτελεί μία κριτική πάνω στην βιομηχανική επανάσταση, ενώ ο Ρόμπερτ Ντόνιγκτον το ερμήνευσε στα πλαίσια τηςψυχολογίας και ειδικότερα των θεωριών του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ .




Διάγραμμα των χαρακτήρων του έργου και των σχέσεών τους.


Χαρακτήρες



Βόταν - Ο ανώτερος όλων των θεών (μπάσος βαρύτονος)
Φρίκα - Σύζυγος του Βόταν (mezzo-soprano)
Φράϊα - Αδελφή της Φρίκα, θεά του έρωτα, της νεότητας και της ομορφιάς (σοπράνο)
Ντόνερ - Αδελφός της Φρέγια, θεός του κεραυνού (βαρύτονος)
Φρο - Αδελφός της Φρέγια, θεός του φωτός (τενόρος)
Λόγκε - Ημίθεος (τενόρος)
Νορν - (κοντράλτο, mezzo-soprano, σοπράνο)
Έρντα - Θεά της Γης (κοντράλτο)
Ουρντ - (κοντράλτο)
Θερντάντι - (mezzo-soprano)
Σκουλντ - (σοπράνο)
Φάφνερ (βαθύφωνος) - Γίγαντας
Φάζολτ (μπάσος βαρύτονος) - Γίγαντας
Νίμπελουνγκεν
Άλμπεριχ - Νάνος Νίμπελούνγκεν (βαρύτονος)
Μίμε - Αδελφός του Άλμπεριχ (τενόρος)


Μπρούνχίλντε - Βαλκυρία, κόρη του Βόταν και της Έρντα (σοπράνο)
Βάλτράουτε - Βαλκυρία (mezzo-soprano)
Χέλμβίγκε - (σοπράνο)
Γκερχίλντε - (σοπράνο)
Ζίγκρούνε - (mezzo-soprano)
Σβέρτλάϊτε - (mezzo-soprano)
Όρτλίντε - (σοπράνο)
Γκρίμγκέρντε - (mezzo-soprano)
Ρόσβάϊσε - (mezzo-soprano)
Βέλζουνγκ (πληθ. Βέλζουνγκεν)
Ζίγκμουντ - Γιος του Βόταν (τενόρος)
Ζιγκλίντε - Κόρη του Βόταν και αδερφή του Ζίγκμουντ (σοπράνο)
Ζίγκφριντ - Γιος του Ζίγκμουντ και της Ζιγκλίντε (τενόρος)
Θνητοί
Γκούντερ - Βασιλιάς των Γκιμπιχούνγκεν (βαρύτονος)
Γκούτρούνε - Αδελφή του Γκούντερ (σοπράνο)
Χούντινγκ - Σύζυγος Ζιγκλίντε κατόπιν απαγωγής της (βαθύφωνος)
Χάγκεν - Γιος του Άλμπεριχ και αδερφός του Γκούντερ (βαθύφωνος)
Κόρες του Ρήνου
Βόγκλίντε - Κόρη του Ρήνου (σοπράνο)
Βέλγκούντε - Κόρη του Ρήνου (mezzo-soprano)
Φλόσχίλντε - Κόρη του Ρήνου (mezzo-soprano)

              ----------------------------------------------------------------------------




Ο Χρυσός του Ρήνου, σκηνή 2η, πίνακας του Ferdinand Leeke.


Ο Χρυσός του Ρήνου



Ο χρυσός του Ρήνου (γερμ. Das Rheingold) είναι το πρώτο μέρος της ρομαντικής επικής τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (Der Ring des Nibelungen). Αναφέρεται στον κατάλογο ευρετήριο των έργων του Βάγκνερ με τον αριθμό καταχώρησης 86 Α (WWV Wagner-Werke-Verzeichnis 86 Α). Αρχικά γράφτηκε ως εισαγωγή της τριλογίας τουΔαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν, αλλά πλέον θεωρείται ότι ο κύκλος αποτελείται από τέσσερις επιμέρους όπερες.
Ο Βάγκνερ, ξεκίνησε τη συγγραφή του λιμπρέτου της όπερας περίπου το 1851 και ολοκληρώθηκε το 1853 οπότε ακολούθησε και η σύνθεση της μουσικής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 28 Μαΐου του 1854. Η όπερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο του Μονάχου στις 22 Σεπτεμβρίου του 1869. Ο Βάγκνερ επιθυμούσε η όπερα να κάνει πρεμιέρα ως μέρος ολόκληρου του κύκλου, αλλά αναγκάστηκε να επιτρέψει την παρουσία της μετά την επιμονή του προστάτη του, βασιλιά Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας. Η όπερα έκανε πρεμιέρα ως μέρος του πλήρου κύκλου στις 13 Αυγούστου του 1876 στην Όπερα του Μπαϊρόιτ.



 Η πρώτη παρουσίαση στο Μπαϊρόιτ, το 1876


Η ιστορία της σύνθεσης


Αν και ο Χρυσός του Ρήνου είναι η πρώτη στη σειρά παρουσίασης από τις όπερες που συνθέτουν το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, ήταν η τελευταία που ολοκληρώθηκε. Τα σχέδια του Βάγκνερ για τον κύκλο επεκτείνονταν προς τα πίσω ξεκινώντας από την ιστορία του θανάτου του ήρωα Ζίγκφριντ, για να συμπεριλάβει τα νεανικά του χρόνια και στη συνέχεια την ιστορία των γεγονότων γύρω από τη σύλληψή του και για το πως η Βαλκυρία Βρουνχίλδη τιμωρήθηκε για την προσπάθειά της να σώσει τους γονείς της ενάντια στις οδηγίες του Βόταν. Έτσι, τον Αύγουστο του 1851, ο Βάγκνερ έγραψε στο "Eine Mittheilung an meine Freunde" (Μία Ανακοίνωση στους Φίλους μου) "Προτείνω να αναπτύξω τον μύθο μου σε τρία πλήρη δράματα...". Ωστόσο, τον Οκτώβριο, αποφάσισε ότι αυτή η τριλογία απαιτούσε ένα προοίμιο και το κείμενο του "Eine Mittheilung" τροποποιήθηκε ώστε να αντικατοπτρίζει αυτή την αλλαγή. Στην πρόταση, λοιπόν, που αναφέρθηκε παραπάνω πρόσθεσε τη φράση "από τα οποία θα πρέπει να προηγηθεί ένα σπουδαίο πρελούδιο".
Ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στο πρελούδιο παράγοντας τρεις παραγράφους πρόζας εκείνο το μήνα, αν και παρέμενε αβέβαιος σε ό,τι αφορά τον τίτλο του έργου. Μία επιστολή που έγραψε ο Βάγκνερ επιβεβαιώνει ότι εκείνη την εποχή η όπερα επρόκειτο να έχει τρεις πράξεις. Ο Βάγκνερ συνέχισε να αναπτύσσει το κείμενο και την ιστορία του πρελούδιου παράλληλα με εκείνα της "Βαλκυρίας". Το σχέδιο της πρόζας του "Χρυσού του Ρήνου" ολοκληρώθηκε μεταξύ 21 και 23 Μαρτίου του 1852 και το σχέδιο των στίχων μεταξύ 15 Σεπτεμβρίου και 3 Νοεμβρίου. Ένα ικανοποιητικό αντίγραφο του κειμένου ολοκληρώθηκε στις 15 Δεκεμβρίου.
Κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1850, ο Βάγκνερ έγραψε μερικά μουσικά νούμερα για μέρη του "Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν" και σημείωσε διάφορα μοτίβα που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν στο έργο. Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο "Η Ζωή μου" (Mein Leben), ο Βάγκνερ ισχυρίζεται ότι στις 5 Σεπτεμβρίου του1853 τού ήρθε η μουσική ιδέα ενώ ο ίδιος ήταν μισοκοιμισμένος σ' ένα ξενοδοχείο στη Λα Σπέτσα της Ιταλίας, αλλά αυτό αμφισβητείται από διάφορους μουσικολόγους.
Υπάρχουν επίσης τρεις σειρές μεμονωμένων μουσικών νούμερων για τον "Χρυσό του Ρήνου", που γράφτηκαν μεταξύ της 15ης Σεπτεμβρίου του 1852 και του Νοεμβρίου του 1853. Η πρώτη από αυτές εντάχθηκε στο σχέδιο των στίχων, η δεύτερη σ' ένα αντίγραφο εκτύπωσης του κειμένου του 1853 και η τρίτη γράφτηκε σ' ένα αχρονολόγητο πεντάγραμμο. Και οι τρεις σειρές χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια από τον Βάγκνερ.
Η σωστή διαδοχική ανάπτυξη της μουσικής άρχισε την 1η Νοεμβρίου του 1853. Στις 14 Ιανουαρίου, ο Βάγκνερ είχε ολοκληρώσει το πρώτο σχέδιο της όπερας. Το επόμενο στάδιο αφορούσε την ανάπτυξη ενός πιο λεπτομερούς σχεδίου που περιελάμβανε τις περισσότερες από τις φωνητικές και οργανικές λεπτομέρειες. Αυτό ολοκληρώθηκε στις 28 Μαΐου. Παράλληλα με αυτό, ο Βάγκνερ άρχισε να δουλεύει πάνω στη μουσική στις 15 Φεβρουαρίου, ένα στόχο που ολοκλήρωσε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1854, οπότε άρχισε επίσης να δουλεύει πάνω στα νούμερα της "Βαλκυρίας".

Η πρεμιέρα

Ο "Χρυσός του Ρήνου" παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μόναχο στις 22 Σεπτεμβρίου του 1869. Η πρώτη φορά που παρουσιάστηκε ως μέρος του πλήρους κύκλου του "Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν" ήταν στις 13 Αυγούστου του 1876 στο Μπαϊρόιτ. Το έργο συνεχίζει να παρουσιάζεται σε τακτική βάση τόσο στο Μπαϊρόιτ όσο και αλλού είτε χωριστά είτε ως μέρος του πλήρους κύκλου.

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα μέρη της τετραλογίας, ο Χρυσός του Ρήνου δεν περιέχει κανένα ανθρώπινο χαρακτήρα.


Σύνοψη


Ο "Χρυσός του Ρήνου" είναι σημαντικά μικρότερος σε διάρκεια από τις τρεις συνέχειες του. Αποτελείται από τέσσερις σκηνές οι οποίες εκτελούνται χωρίς διακοπή.

Σκηνή 1η

«So verfluche ich die Liebe!» Ο Άλμπεριχ αφορίζει τον έρωτα.

Η πρώτη σκηνή αποτελεί μουσικά το πρελούδιο του έργου ενώ η πλοκή εκτυλίσσεται στον ποταμό του Ρήνου. Στους μυθικούς χρόνους, όταν οι θεοί κατοικούσαν στη Βαλχάλλα και στην κοίτη του Ρήνου κολυμπούσαν οι νεράιδες, ζούσε ένας νάνος που λεγόταν Άλμπεριχ κι είχε έρθει από τα υπόγεια σπήλαια του Νίμπελχαϊμ. Στο βάθος του Ρήνου, οι κόρες του ποταμού (Βογκλίντε, Βελγκούντε και Φλοσχίλντε) είναι επιφορτισμένες με την φύλαξη του θησαυρού του ποταμού. Την εμφάνισή του κάνει ο χαρακτήρας του απλοϊκού μα και απωθητικού νάνου Άλμπεριχ, ο οποίος προσπαθεί να σαγηνεύσει τις κόρες. Εκείνες τον περιφρονούν περιγελώντας τόσο αυτόν όσο και τις ερωτικές του ορμές. Στο μεταξύ μια λάμψη εμφανίζεται από το βάθος του ποταμού. Μέσα στην αφέλειά τους οι κόρες τού εξηγούν για τον χρυσό του Ρήνου και πως μόνο κάποιος που έχει αποκηρύξει τον έρωτα θα μπορέσει να κλέψει τον θησαυρό αυτό. Απ' το χρυσάφι αυτό, θα έφτιαχνε ένα δαχτυλίδι που θα του άνοιγε την πόρτα της δύναμης και του πλούτου και θα γινόταν κυρίαρχος του κόσμου. Ο Άλμπεριχ έμαθε ακόμα ότι οι κόρες του Ρήνου φύλαγαν το χρυσάφι, αλλά ήταν βέβαιες ότι κανείς δεν θα απαρνιόταν τον έρωτα. Έτσι δεν δίνουν καμία προσοχή στις ερωτήσεις του Άλμπεριχ. Ο τελευταίος όμως, οργισμένος από την ερωτική του αποτυχία, αποκηρύσσει τον έρωτα και την αγάπη, κλέβει τον χρυσό και φεύγει.

Σκηνή 2η


Η Αρπαγή της Φράια.

Ο χαρακτήρας του θεού Βόταν και η συμβία του η Φρίκα κάνουν την ειδυλλιακή εμφάνισή τους στη σκηνή, ενώ με το χάραμα κάπου σε μακρινή απόσταση φαίνεται στον ορίζοντα το επιβλητικό κάστρο των θεών, η Βαλχάλλα, χτισμένο στην κορυφή ενός βουνού. Ο Βόταν, ο οποίος είχε αναθέσει στους γίγαντες Φάφνερ και Φάζολτ να του χτίσουν αυτό το κάστρο, είναι κατενθουσιασμένος βλέποντας την αποπεράτωσή του. Οι γίγαντες παρουσιάζονται στην σκηνή και ζητούν για πληρωμή, τη θεά του έρωτα, Φράια, η οποία μάταια προσπαθεί να ξεφύγει από τους γίγαντες. Ο Βόταν, εν γνώσει του ότι αδυνατεί να τους πληρώσει για την κατασκευή του κάστρου, είχε δελεαστεί υπό την επιρροή του Λόγκε και είχε υποσχεθεί ως αμοιβή στους γίγαντες την Φράια. Αυτό το έκανε επειδή οι γίγαντες ήταν οι μόνοι που θα μπορούσανε να του χτίσουν το κάστρο. Εκτός αυτού, οι δύο γίγαντες ήτανε εργένηδες, τελευταίοι εκπρόσωποι της τερατόμορφης φυλής τους, και αναζητώντας την συντροφιά μίας γυναικείας ύπαρξης, η ανταμοιβή αυτή θα ήταν η μόνη που θα τους δελέαζε. Ο Βόταν ήλπιζε δε, ότι το εφευρετικό μυαλό του Λόγκε κάποια στιγμή θα σκαρφιζότανε μία λύση για να τους αλλάξει τη γνώμη.
Ο Βόταν αρνείται να παραχωρήσει την θεά Φράια γιατί η Φράια κρατά τα χρυσά μήλα που δίνουν στους θεούς τη δύναμη να διατηρούν τη νεότητά τους. Χωρίς αυτήν, οι θεοί θα γερνούσαν και θα πέθαιναν. Η μη παραχώρηση της Φράια γίνεται αφορμή να ξεσπάσει μία λογομαχία μεταξύ των θεών και των γιγάντων. Ο Βόταν έχει στείλει τον Λόγκε να βρει μία γυναίκα να τη δώσουν αντί για τη Φράια. Ο Λόγκε επιστρέφει άπρακτος. Η θεά του έρωτα παρακαλεί τον Βόταν να την προστατέψει από τους γίγαντες. Προς βοήθεια σπεύδουν οι αδελφοί της Φράιας, Ντόναρ και Φρο, θεοί του κεραυνού και του φωτός αντίστοιχα. Ο Βόταν όμως τους σταματάει, αφού το αίτημα των γιγάντων ήταν δικαιολογημένο και βασισμένο σε συμφωνία. Εκτός αυτού, ο Βόταν όντας θεός προστάτης του νομικού δικαίου, ήταν αδύνατον να μην τηρούσε τη συμφωνία.
Τότε, ξαφνικά, ο Λόγκε, στον οποίο ο Βόταν έχει εναποθέσει τις ελπίδες του σε ότι αφορά την εύρεση λύσης, εμφανίζεται και με επινοητικότητα αναφέρει όσα συνέβησαν στα νερά του Ρήνου λέγοντας ότι οι κόρες του Ρήνου ζητούν την μεσολάβηση του Βόταν, ο οποίος θα πρέπει να τις βοηθήσει να επαναποκτήσουν τον χαμένο θησαυρό. Με δελεαστικές αφηγήσεις αποκαλύπτει τις μαγικές ιδιότητες του μετάλλου, το οποίο ο Άλμπεριχ έχει ήδη μετατρέψει σε ένα δαχτυλίδι που θα του δώσει απόλυτη εξουσία επί της υφηλίου. Με το κόλπο αυτό, οι γίγαντες Φάζολτ και Φάφνερ δελεάζονται και ζητούν το θησαυρό του Άλμπεριχ ως αντάλλαγμα για τη Φράια, την οποία κρατούν ως όμηρο μέχρι να τους δοθεί ο θησαυρός. Εν τω μεταξύ, χωρίς τη Φράια, οι θεοί γερνούν. Τότε ο Βόταν και ο Λόγκε κατεβαίνουν στα σπλάχνα της γης, στο Νίμπελχαϊμ, και αναζητούν το θησαυρό του Άλμπεριχ.

Σκηνή 3η


Ο Άλμπεριχ και οι υπόδουλοι νάνοι

Στο Νίμπελχαϊμ (γερμανικά: Nibelheim, Nibel = Νέφος, ομίχλη, σκότος, heim = βασίλειο), όπου διαδραματίζεται η τρίτη σκηνή του έργου, ο Άλμπεριχ χάρη στη δύναμη του δαχτυλιδιού έχει καταφέρει να σκλαβώσει τους υπόλοιπους νάνους του Νιμπελούγκεν και τους εξαναγκάζει να συγκεντρώνουν για λογαριασμό του άπειρα πλούτη. Επιπλέον έχει εξαναγκάσει τον αδελφό του Μίμε να κατασκευάσει ένα χρυσό μαγικό κράνος (Tarnhelm) με το οποίο ο Άλμπεριχ μπορεί να πάρει οποιαδήποτε μορφή ή να μετατραπεί σε αόρατο. Ο Βόταν και ο Λόγκε εμφανίζονται και κολακεύοντας τον Άλμπεριχ τον βάζουν να τους περιγράψει τα σχέδιά του να γίνει κυρίαρχος του κόσμου. Ο Λόγκε παραπλανάει τον Άλμπεριχ ζητώντας του να τους επιδείξει τις μαγικές δυνατότητες του κράνους. Αρχικά ο Άλμπεριχ μεταμορφώνεται σε δράκο και στη συνέχεια σε βάτραχο, γεγονός που εκμεταλλεύονται οι δύο θεοί προκειμένου να τον αιχμαλωτίσουν. Ο Βόταν πιάνει τον Άλμπεριχ, τον δένει και τον φέρνει στη Βαλχάλλα.

Σκηνή 4η


Οι κόρες του Ρήνου θρηνούν τον χαμό του χρυσού ενώ οι θεοί εισέρχονται μέσω του ουράνιου τόξου στην Βαλχάλλα.

Το δαχτυλίδι και όλοι οι θησαυροί του Άλμπεριχ, μαζί κι ένα φυλαχτό που δίνει στον κάτοχό του τη δύναμη ν' αλλάζει τη μορφή των άλλων, πρέπει να δοθούν στους θεούς. Ο Βόταν θέλει για τον εαυτό του το δαχτυλίδι και το φυλαχτό. Μαζί με τον Λόγκε υποχρεώνει τον Άλμπεριχ να ανταλλάξει το θησαυρό του, με την ελευθερία του. Ο Βόταν του αποσπά το δαχτυλίδι, το οποίο τοποθετεί στο δάχτυλό του. Μέσα στην απόγνωσή του ο Άλμπεριχ καταριέται όποιον κατέχει το δαχτυλίδι: "Είθε το δαχτυλίδι μου να φέρει την καταστροφή και το θάνατο στον κάτοχό του". Εν τω μεταξύ η Φρίκα, ο Ντόνερ και ο Φρο εμφανίζονται και υποδέχονται τον Βόταν και τον Λόγκε, οι οποίοι τους επιδεικνύουν το θησαυρό με τον οποίο θα καταφέρουν να απελευθερώσουν την Φράια. Οι γίγαντες Φάζολτ και Φάφνερ επιστρέφουν φέρνοντας πίσω τη Φράια. Ο όρος της παράδοσής της είναι να τους δοθούν τόσοι θησαυροί ώστε να καλύψουν το σώμα της θεάς ώσπου να μην φαίνεται καθόλου. Ο χρυσός συσσωρεύεται αλλά δεν αρκεί. Ο Βόταν υποχρεώνεται να παραδώσει και το μαγικό κράνος προκειμένου το μέγεθος του θησαυρού συνολικά να καλύπτει την Φράια. Ο Φάζολτ μέσα στην πλεονεξία του νομίζει ότι αντιλαμβάνεται μια ρωγμή στο σωρό από χρυσό και ζητά επιπλέον το δαχτυλίδι. Ο Βόταν αρνείται και οι γίγαντες προετοιμάζονται να απαγάγουν την Φράια. Τότε ξάφνου ανοίγει η γη και παρουσιάζεται η θεά Έρντα προειδοποιώντας τον Βόταν να παραδώσει αμέσως το δαχτυλίδι γιατί αλλιώς τον περιμένουν μεγάλες καταστροφές. Ο Βόταν τότε παραχωρεί το δαχτυλίδι στους γίγαντες και ελευθερώνει την Φράια. Ενώ οι γίγαντες μοιράζονται τον θησαυρό τους, διαφωνούν για το δαχτυλίδι και ο Φάφνερ σκοτώνει τον Φάζολτ, γεγονός που αποδεικνύει στον Βόταν την ισχύ της κατάρας του Άλμπεριχ.
Στην τελική σκηνή του έργου, ο ήλιος δύει και οι τελευταίες αχτίδες του πέφτουν πάνω στο κάστρο της Βαλχάλλα. Ένα ουράνιο τόξο σχηματίζεται πάνω απ' την κοιλάδα και μία πελώρια γέφυρα οδηγεί στο κάστρο των θεών. Οι θεοί, έχοντας μαζί τους τη Φράια, ξαναποκτούν τη νεότητα και τη δύναμή τους. Οι κόρες του Ρήνου θρηνούν για το χαμένο χρυσό τους. Ο Λόγκε, κατά διαταγή του Βόταν, τους λέει να μην ενοχλούν τους θεούς. Οι κόρες απαντούν με κατάρες και βρισιές.

Μυθολογικό υπόβαθρο

Ο Βάγκνερ, για τη συγγραφή του λιμπρέτου της όπερας, όπως και για το σύνολο του Δαχτυλιδιού, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη Σκανδιναβική μυθολογία και ειδικότερα στις πηγές των Έντα και τον κύκλο Βέλσουνγκ καθώς επίσης και στο έπος των Νίμπελούνγκεν της Δυτικής Γερμανικής παράδοσης. Επιπλέον προσπάθησε να ακολουθήσει το λογοτεχνικό ύφος της ποιητικής Έντα. Για τον χρυσό του Ρήνου υπάρχουνε πολλές κατά καιρούς ερμηνείες. Είτε το ότι στην προϊστορική εποχή ο Ρήνος έφερε ψήγματα χρυσού, είτε ο μύθος των χαμένων λάφυρων παλαιών πολεμιστών. Οι νύμφες του ποταμού που προστατεύουν το χρυσό καθώς και η ιδέα περί αποκήρυξης του έρωτα προκειμένου να κατέχει κανείς το θησαυρό, αποτελούν μάλλον δημιούργημα του ίδιου του Βάγκνερ καθώς δεν υπάρχει κάποιος ανάλογος μύθος.

                                     -------------------------------------------------------------


Βαλκυρία

Βαλκυρία, πράξη 1η, πίνακας του Ferdinand Leeke.



  
Η όπερα Βαλκυρία ( Die Walküre) αποτελεί το δεύτερο μέρος της ρομαντικής επικής τετραλογίας του Ρίχαρντ ΒάγκνερΤο Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν (Der Ring des Nibelungen). Αναφέρεται στον κατάλογο ευρετήριο των έργων του Βάγκνερ με τον αριθμό καταχώρησης 86 Β (WWV Wagner-Werke-Verzeichnis 86 Β). Το πιο γνωστό απόσπασμα του έργου είναι το "The Ride of the Valkyries" (Η Επέλαση των Βαλκυριών).
Ο Βάγκνερ εμπνεύστηκε την ιστορία του από τη Σκανδιναβική μυθολογία και την Ποιητική Έντα.
Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου, στις 26 Ιουνίου του 1870, μετά από επιμονή του βασιλιάΛουδοβίκου Β' της Βαυαρίας. Στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, ως μέρος του πλήρους κύκλου, στις 14 Αυγούστου του 1876. Στις Η.Π.Α., η όπερα έκανε πρεμιέρα στην Ακαδημία Μουσικής στη Νέα Υόρκη στις 2 Απριλίου του 1877.

Σύνθεση


Αν και η Βαλκυρία είναι η δεύτερη από τις όπερες της τετραλογίας Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, στην πραγματικότητα ήταν η τρίτη κατά σειρά σύνθεσης. Ο Βάγκνερ σχεδιάζοντας μία όπερα για το θάνατο του Ζίγκφριντ δούλεψε ανάποδα, καθότι αποφάσισε ότι χρειαζόταν άλλη μία όπερα για να εξιστορήσει τα νεανικά χρόνια του Ζίγκφριντ και μετά σκέφτηκε ότι χρειαζόταν να πει και την ιστορία της σύλληψης του Ζίγκφριντ και τις προσπάθειες της Βρουνχίλδης να σώσει τους γονείς του Ζίγκφριντ. Στο τέλος ο Βάγκνερ αποφάσισε ότι χρειαζόταν επίσης ένα πρελούδιο για την κλοπή του χρυσού του Ρήνου και τη δημιουργία του δαχτυλιδιού.
Ο Βάγκνερ σκέφτηκε να συνδυάσει τις δύο τελευταίες όπερες, δηλαδή τη Βαλκυρία, η οποία αρχικά είχε τον τίτλο Ζίγκμουντ και Ζιγκλίντε: η Τιμωρία της Βαλκυρίας (Siegmund und Sieglinde: der Walküre Bestrafung), και τον Χρυσό του Ρήνου. Τον Αύγουστο του 1851, ο Βάγκνερ έγραψε πρώτη φορά για την πρόθεσή του να δημιουργήσει μία τριλογία από όπερες, αλλά δεν έκανε κανένα σχέδιο της πλοκής μέχρι το Νοέμβριο. Το καλοκαίρι, ο Βάγκνερ και η σύζυγός του νοίκιασαν ένα σπίτι στη Ζυρίχη. Εκεί, μεταξύ της 17ης και της 26ης Μαΐου του 1852, έκανε ένα σχέδιο πρόζας της Βαλκυρίας, δηλαδή μία εκτεταμένη περιγραφή της ιστορίας συμπεριλαμβανομένων και διαλόγων, και τον Ιούνιο έκανε ένα σχέδιο των στίχων. Μεταξύ αυτών των δύο σχεδίων, ο Βάγκνερ πήρε την απόφαση να μην εμφανίσει τον Βόταν στην 1η Πράξη, αλλά αντ' αυτού να παρουσιάσει το σπαθί του πριν ξεκινήσει η δράση.
Πριν ακόμα ολοκληρωθεί το κείμενο του Δαχτυλιδιού των Νιμπελούνγκεν, ο Βάγκνερ είχε αρχίσει να γράφει τη μουσική. Στις 23 Ιουλίου του 1851 έγραψε σ' ένα φύλλο χαρτί αυτό που έγινε το πιο γνωστό καθοδηγητικό μοτίβο ολόκληρου του κύκλου: το θέμα από το "Ride of the Valkyries" (Η Επέλαση των Βαλκυριών, γερμανικός τίτλος: Walkürenritt). Άλλα πρώιμα μουσικά μέρη για τη Βαλκυρία γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1852. Αλλά δεν ήταν παρά στις 28 Ιουνίου του 1854 που ο Βάγκνερ άρχισε να τα μετατρέπει σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και των τριών πράξεων της όπερας. Αυτό το προσχέδιο (Gesamtentwurf) ολοκληρώθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 1854. Μεγάλο μέρος της εργασίας σ' αυτό το στάδιο ανάπτυξης της όπερας επικαλύφθηκε με την εργασία στην τελική ορχηστρική εκδοχή του Χρυσού του Ρήνου.
Καθώς ο Βάγκνερ συμπεριέλαβε στο σχέδιο κάποιες ενδείξεις για την ενορχήστρωση, αποφάσισε να προχωρήσει απευθείας στην ορχηστρική ολοκλήρωση του έργου τον Ιανουάριο του 1855, χωρίς να έχει κάνει προηγουμένως ένα ενδιάμεσο σχέδιο ενορχήστρωσης όπως είχε κάνει για το Χρυσό του Ρήνου. Αυτή ήταν μία απόφαση για την οποία σύντομα θα μετάνιωνε καθώς οι πολλές διακοπές, συμπεριλαμβανομένης και μίας τετράμηνης επίσκεψης στο Λονδίνο, έκαναν το εγχείρημα πιο δύσκολο απ' ό,τι περίμενε. Έχοντας μεσολαβήσει πάρα πολύς χρόνος μεταξύ του αρχικού σχεδίου και της τελικής επεξεργασίας, ο Βάγκνερ ανακάλυψε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς σκόπευε να ενορχηστρώσει το σχέδιο. Κατά συνέπεια, ορισμένα μέρη έπρεπε να τα συνθέσει από την αρχή. Ωστόσο ο Βάγκνερ επέμενε στο στόχο του και το τελικό αποτέλεσμα ολοκληρώθηκε στις 20 Μαρτίου του 1856.


Η Βρουνχίλδη στο βράχο (εξώφυλλο του 1899)


Πλοκή

Πράξη Α΄

Σκηνή 1η


 
Η Ζιγκλίντε (Therese Vogl) προσφέρει στον Ζίγκμουντ (Heinrich Vogl) ένα κέρατο με υδρόμελι (Πράξη 1η, από την πρεμιέρα του 1870)

Κατά τη διάρκεια μιας δυνατής νυκτερινής καταιγίδας, ένας φυγάς ξένος, κουρασμένος, πληγωμένος και άοπλος σέρνει τα βήματά του και αναζητά καταφύγιο σε μία απομονωμένη καλύβα στο δάσος. Μπαίνοντας, και μη βλέποντας κανένα εκεί, καταρρέει από την κόπωση δίπλα στο τζάκι. Τότε μπαίνει μία νέα γυναίκα, η Ζιγκλίντε, η οποία τον περιθάλπει και τον αναζωογονεί. Απαντώντας την ερώτησή του («που είμαι;») τον πληροφορεί πως το σπίτι και αυτή η ίδια είναι περιουσία του συζύγου της, που λέγεται Χούντινγκ. Η Ζιγκλίντε προτείνει στον ξένο να κάτσει μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της. Ο ξένος, αφού ήπιε υδρόμελι, πάει να φύγει φοβούμενος μήπως ο άντρας της του κάνει κακό καθώς είναι ελαφρά τραυματισμένος και έχασε τα όπλα του μετά από συμπλοκή με εχθρούς του, από τους οποίους προσωρινά κατάφερε να ξεφύγει. Όταν η Ζιγκλίντε τον καθησυχάζει, αυτός επιμένει λέγοντας πως είναι προτιμότερο να αποχωρήσει προκειμένου να μην φέρει κακοτυχία στο σπίτι, μιας και η μαύρη μοίρα του τον κυνηγάει παντού και όπου πάει. Η Ζιγκλίντε ωστόσο τον πείθει να μείνει, λέγοντάς του ότι και αυτή είναι δυστυχισμένη και δεινοπαθεί στο σπίτι που ζει. Ο ξένος δέχεται να παραμείνει και αποκαλύπτει πως το όνομά του είναι Βέβαλτ (γερμ. Wehwalt, «αξιολύπητος»).

Σκηνή 2η


Ο Χούντινγκ (γερμ. Hunding, ο «σκυλιάς») επιστρέφει στο σπίτι του και βρίσκει την γυναίκα του να κάθεται με τον ξένο. Η γυναίκα του τον πληροφορεί για τον ξένο, στον οποίο απλώς προσφέρει φιλοξενία. Ο Χούντινγκ αναγκαστικά δείχνει συγκατάβαση, επειδή όμως ο ξένος πάει να υπερασπισθεί την Ζιγκλίντε, δεν του έχει εμπιστοσύνη. Τον προσκαλεί σε δείπνο και του ζητά να του διηγηθεί τη ζωή του. Ο Βέβαλτ διστάζει, γι' αυτό ο Χούντιγκ βάζει την γυναίκα του, η οποία όλο και περισσότερο γοητευμένη από τον επισκέπτη τον παροτρύνει να πει την ιστορία του. Έτσι ο ξένος αρχίζει να διηγείται τη δραματική του ιστορία. Είναι ο Βέβαλτ (Αξιολύπητος) ο «Λυκόπουλος», γιος του λύκου Βόλφε (γερμ. Wolf, λύκος) και περιγράφει πως σε νεαρή ηλικία επιστρέφοντας με τον πατέρα του από το κυνήγι, βρήκαν το σπίτι τους στάχτη, τη μητέρα του δολοφονημένη από άγνωστους ενώ η δίδυμη αδελφή του απήχθη. Από τότε, αυτός και ο πατέρας του ζούσαν στα δάση, όμως οι άνθρωποι τους κυνηγούσαν. Κατά τη διάρκεια μίας καταδίωξης έχασε τα ίχνη του πατέρα του και επειδή βρήκε στο ξέφωτο μόνο ένα άδειο κουφάρι πιστεύει ότι ο λύκος πατέρας του είναι πια νεκρός. Από τότε και μετά δεν βρήκε στον ήλιο μοίρα. Μία μέρα βρήκε μία κοπέλα που παντρευόταν χωρίς τη συγκατάθεσή της και προσπαθώντας να τη σώσει μπλέχτηκε σε μάχη με τους συγγενείς της. Όμως η νύφη σκοτώθηκε και καθώς τα όπλα του καταστράφηκαν στη συμπλοκή, αναγκάστηκε να διαφύγει. Κι επειδή τώρα τον καταζητούν παντού, βρήκε τυχαία καταφύγιο στο σπίτι αυτό. Ο Χούντινγκ ακούγοντάς τον με μεγάλη δυσφορία και αγανάκτηση τού αποκαλύπτει πως εκείνοι με τους οποίους πολέμησε ο ξένος ήταν συγγενείς του και ότι μόλις επέστρεψε από τον τόπο του εγκλήματος, στον οποίο δυστυχώς είχε φτάσει πολύ αργά και δεν πρόλαβε να τους υπερασπισθεί. Επειδή όμως είναι νύχτα και ο νόμος της φιλοξενίας έτσι το επιβάλλει, αποφασίζει να του παραχωρήσει προσωρινά την καθιερωμένη φιλοξενία αλλά και να αναμετρηθούν μέχρι θανάτου το επόμενο πρωί. Στέλνει την γυναίκα του στον κοιτώνα και αποχωρεί και αυτός για ύπνο αφήνοντας τον ξένο μόνο του.

Σκηνή 3η



Το τέλος της 1ης Πράξης στην παράσταση του 1876
Ο Βέβαλτ βρίσκεται σε κατάσταση απελπισίας. Μόνος και άοπλος στο σπίτι του εχθρού του, περιμένει τα χαράματα και την άνιση μονομαχία. Μην μπορώντας να κλείσει μάτι όλη νύχτα και καθώς συλλογιζόταν τι να κάνει, μία λάμψη απ' τη φωτιά φωτίζει τον κορμό ενός δένδρου. Βλέπει τη γυαλιστερή λαβή ενός σπαθιού και θυμάται μία παλιά υπόσχεση του πατέρα του πως όταν θα βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ανάγκης, αυτός θα του είχε κρατημένο ένα σωτήριο σπαθί. Εκείνη την στιγμή, εμφανίζεται η Ζιγκλίντε μέσα από το πηχτό σκοτάδι ενώ έχει ναρκώσει τον Χούντινγκ σε βαθύ ύπνο. Αποκαλύπτει στον ξένο πως και η ίδια απήχθη και παντρεύτηκε με τη βία και ότι την ημέρα του γάμου της εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος άνδρας, ο οποίος σφήνωσε ένα σπαθί στον κορμό του δέντρου που είναι στο κέντρο του δωματίου. Όλοι προσπάθησαν να το αποσπάσουν αλλά ούτε ο Χούντινγκ ούτε κανείς άλλος από τους συντρόφους του μπόρεσε να βγάλει το σπαθί από το δέντρο. Ο μυστηριώδης γέρος έφυγε γελώντας τρανταχτά. Έκτοτε, όποιος και αν το προσπάθησε, κανείς δεν μπόρεσε να κάνει το σπαθί δικό του. Γι' αυτό και έμεινε μέχρι τώρα βαθιά χωμένο στον κορμό του δέντρου. Λέγοντας αυτά, η Ζιγκλίντε εκφράζει την επιθυμία της να είναι ο Βέβαλτ αυτός που θα μπορέσει να τραβήξει το σπαθί και να τη σώσει. Ο Βέβαλτ εκφράζει την αγάπη του γι' αυτήν, εκείνη ανταποδίδει, και της υπόσχεται πως αφού αφαιρέσει το σπαθί θα την παντρευτεί και θα τη σώσει από τον βάναυσο άντρα της. Η Ζιγκλίντε εκείνη την στιγμή συνειδητοποιεί ότι οι δυο τους μοιάζουν πολύ και τότε αποκαλεί τον Βέβαλτ με το πραγματικό του όνομα: Ζίγκμουντ (γερμ. Siegmund, «νικητήριος»). Ο Ζίγκμουντ τραβάει εύκολα το σπαθί και η Ζιγκλίντε του λέει ότι είναι η δίδυμη αδελφή του, παιδιά του κοινού πατέρα τους, του λύκου Βέλζε (γερμ. Wälse). Ο Ζίγκμουντ βαφτίζει το σπαθί «Νότουνγκ» (γερμ. Nothung, «χρήσιμο», καθώς είναι το όπλο που χρειάζεται για την επικείμενη μάχη του με τον Χούντινγκ) και αρπάζει με πάθος την αδελφή του και εγκαταλείπουν και οι δυο το σπίτι του Χούντινγκ ενώ ξημερώνει η επόμενη μέρα.

Πράξη Β΄

Σκηνή 1η

Ο θεός Βόταν στέκεται σε μία βουνοπλαγιά μαζί με την Βρουνχίλδη, την βαλκυρία κόρη του, την οποία καθοδηγεί και διατάζει να προστατέψει τον Ζίγκμουντ στην επερχόμενη αναμέτρησή του με τον Χούντινγκ και μετά τη μάχη να οδηγήσει τον νεκρό Χούντινγκ στην Βαλχάλλα, την πολεμική αίθουσα των νεκρών ηρώων. Η Βρουνχίλδη αφελής μα και υπάκουη πάει για να προετοιμαστεί, παρατηρεί όμως φεύγοντας ότι η Φρίκα, η σύζυγος του Βόταν, καταφθάνει έξαλλη επάνω στο άρμα της. Η Φρίκα, ως θεά του γάμου και της εστίας, απαιτεί την τιμωρία του Ζίγκμουντ και της Ζιγκλίντε, οι οποίοι έχουν διαπράξει μοιχεία και αιμομιξία. Επίσης ξέρει ότι ο Βόταν, ως μεταμφιεσμένος θνητός ονόματι Βέλζε, είναι ο πατέρας του ζεύγους. Ο Βόταν αρχικώς αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημα της Φρίκα και παρουσιάζει τον Ζίγκμουντ ως τον ελεύθερο ήρωα που χρειάζεται ώστε να πραγματοποιηθούν τα σχέδιά του να ανακτήσει το δαχτυλίδι. Η Φρίκα αντιτάσσει ότι ο Ζίγκμουντ δεν είναι ελεύθερος ήρωας αλλά ανυποψίαστο πιόνι και δημιουργία του Βόταν. Καθώς η Φρίκα δεν αφήνει καθόλου περιθώρια στον Βόταν, εκθέτοντάς τον φανερά για όλες τις απάτες που έχει κάνει μέχρι τώρα, ο Βόταν υποκύπτει και δίνει τον λόγο του ότι ο Ζίγκμουντ θα πεθάνει.

Σκηνή 2η

Η Βρουνχίλδη ξαναέρχεται έτοιμη για να ξεκινήσει. Βρίσκει τον απελπισμένο Βόταν και λαμβάνει τις νέες εντολές. Δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτή η ξαφνική αλλαγή και γιατί δεν πρέπει να προστατέψει τον Ζίγκμουντ. Έτσι σε ένα μακρύ μονόλογο ο Βόταν εξηγεί τα προβλήματά του: προβληματισμένος από την προειδοποίηση τηςΈρντα (στο τέλος του Χρυσού του Ρήνου), παρέσυσε τη θεά τη Γης για να μάθει περισσότερα για τη μοίρα του. Από την ένωσή του μαζί της γεννήθηκε η Βρουνχίλδη. Ο Βόταν μεγάλωσε τη Βρουνχίλδη και άλλες οκτώ κόρες ως Βαλκυρίες, δηλαδή ως γυναίκες πολεμιστές που συγκεντρώνουν τις ψυχές των νεκρών ηρώων για να σχηματίσουν ένα στρατό ενάντια στον Άλμπεριχ. Ο στρατός θα αποτύχει αν ο Άλμπεριχ αποκτήσει ποτέ το δαχτυλίδι, το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του Φάφνερ. Ο Βόταν δεν μπορεί να πάρει το δαχτυλίδι από τον Φάφνερ γιατί έχει κάνει συμφωνία μαζί του. Γι' αυτό και χρειάζεται έναν ελεύθερο ήρωα ώστε να νικήσει τον Φάφνερ αντ' αυτού. Όμως, κατόπιν της στάσης της Φρίκα, ο Βόταν απαγορεύει στη Βρουνχίλδη να προστατέσει τον Ζίγκμουντ. Η βαλκυρία υπακούει, παίρνει το δόρυ του Βόταν και ξεκινάει.

Σκηνή 3η

Στο βάθος, ο Χούντινγκ σκοτώνει τον Ζίγκμουντ. Μπροστά, η Ζιγκλίντε βλέπει το θάνατο του Ζίγκμουντ.

Έχοντας αφήσει το σπίτι του Χούντινγκ, ο Ζίγκμουντ και η Ζιγκλίντε μπαίνουν στο ορεινό πέρασμα. Από μακριά ακούγεται να καταφθάνει ο Χούντινγκ ενώ η Ζιγκλίντε παραληρώντας από τον φόβο και τις τύψεις βλέπει μέσα σε παραίσθηση πως τα σκυλιά του Χούντινγκ κατασπαράσσουν τον Ζίγκμουντ του οποίου το σπαθί έχει σπάσει προηγουμένως στη διάρκεια της μάχης. Ο Ζίγκμουντ μάταια προσπαθεί να την καθησυχάσει. Η Ζιγκλίντε ψυχικά εξουθενωμένη από την περιπλάνησή τους λιποθυμά στα χέρια του Ζίγκμουντ. Ο Ζίγκμουντ μένει μόνος να φρουρεί την αδερφή του ενώ αυτή κοιμάται.

Σκηνή 4η

Η Βρουνχίλδη, ηρωική και πένθιμη εμφανίζεται μπροστά στο Ζίγκμουντ και του αναφέρει πως πρέπει να την ακολουθήσει στη Βαλχάλλα διαφορετικά ο Χούντινγκ θα τον σκοτώσει. Ο Ζίγκμουντ αρνείται να ακολουθήσει τη Βρουνχίλδη στη Βαλχάλλα όταν εκείνη του λέει ότι δεν μπορεί η Ζιγκλίντε να έρθει μαζί τους. Αρνούμενος να εγκαταλείψει την αγαπημένη του, ο Ζίγκμουντ απαρνείται τις θεϊκές τιμές και μέσα στην απόγνωσή του τραβά το ξίφος του και απειλεί να σκοτώσει τη Ζιγκλίντε και ο ίδιος να αυτοκτονήσει. Εντυπωσιασμένη από το πάθος του, η Βρουνχίλδη αποφασίζει να παρακούσει τον Βόταν και λέει στον Ζίγκμουντ ότι θα τον βοηθήσει να νικήσει τον Χούντινγκ.

Σκηνή 5η

Ο Ζίγκμουντ αποχωρίζεται τη Ζιγκλίντε και αναχωρεί για να αντιμετωπίσει τον Χούντινγκ. Η Ζιγκλίντε ξαναβρίσκει τις αισθήσεις της, έχει χάσει όμως τα λογικά της και νομίζει ότι παρακολουθεί τη μάχη σαν μέσα από εφιάλτη όπως τότε που την είχανε απαγάγει από το πατρικό της σπίτι. Η σύγκρουση ξεκινάει και κατά τη διάρκεια της μάχης η Βρουνχίλδη παροτρύνει τον Ζίγκμουντ να επιτεθεί δίνοντάς του δύναμη από το δόρυ του Βόταν που έχει κοντά της. Αλλά τη στιγμή που ο Ζίγκμουντ είναι έτοιμος να σκοτώσει τον αντίπαλό του, εμφανίζεται ξαφνικά ο οργισμένος Βόταν, αποσπά το δόρυ του από τα χέρια της Βρουνχίλδης και το βάζει μπροστά στον Χούντινγκ, ώστε το σπαθί του Ζίγκμουντ χτυπά πάνω στο δόρυ και σπάει. Έτσι ο Βόταν εκπληρώνει την υπόσχεση που είχε δώσει προηγουμένως στην Φρίκα σπάζοντας το σπαθί του Ζίγκμουντ. Η Βρουνχίλδη, τρομοκρατημένη από το θυμό του πατέρα της, ρίχνει την ασπίδα και έτσι ο Χούντινγκ με το δόρυ του τρυπά τον ανυπεράσπιστο πλέον Ζίγκμουντ σκοτώνοντάς τον. Η βαλκυρία μαζεύει τα θραύσματα του σπαθιού και απομακρύνεται μαζί με την Ζιγκλίντε για να σωθούν και οι δυο. Ο Βόταν εκδικείται τον χαμό του αγαπημένου του γιου σκοτώνοντας τον Χούντινγκ ενώ παράλληλα υπόσχεται να τιμωρήσει σκληρά τη Βρουνχίλδη για την ανυπακοή της.

Πράξη Γ΄

Σκηνή 1η


Η άφιξη του οργισμένου Βόταν. Ετοιμάζεται να τιμωρήσει σκληρά τη Βρουνχίλδη για την ανυπακοή της.

Οι υπόλοιπες Βαλκυρίες συγκεντρώνονται στην κορυφή ενός βουνού, έχοντας η καθεμία ένα νεκρό ήρωα στο δισάκι της, και μένουν έκπληκτες όταν φτάνει η Βρουνχίλδη με μία ζωντανή γυναίκα, τη Ζιγκλίντε. Η Βρουνχίλδη τις ικετεύει να τη βοηθήσουν αλλά αυτές αρνούνται υπό το φόβο της οργής του Βόταν. Η Ζιγκλίντε ζητά να τη σκοτώσουν καθώς δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Ζίγκμουντ. Όταν η Βρουνχίλδη αποκαλύπτει ότι η Ζιγκλίντε είναι έγκυος με το παιδί του Ζίγκμουντ, οι βαλκυρίες προτείνουν να μεταφερθεί σε ένα παρακείμενο δάσος το οποίο δεν επισκέπτεται ποτέ ο Βόταν. Εκεί βρίσκεται ο γίγανταςΦάφνερ μεταμορφωμένος σε δράκο. Πριν αναχωρήσει η Ζιγκλίντε, η Βρουνχίλδη τής προμαντεύει πως ο γιος της θα αποτελέσει τον μεγαλύτερο ήρωα, με το όνομα Ζίγκφριντ.

Σκηνή 2η

Ο Βόταν εμφανίζεται οργισμένος και αναγγέλλει στην Βρουνχίλδη πως την καθαιρεί από τη θέση της Βαλκυρίας και πως γίνεται θνητή γυναίκα που θα είναι βυθισμένη σε μαγικό ύπνο στο βουνό, λεία σε κάθε άνθρωπο που θα περνάει από εκεί. Αυτός που θα την ξυπνήσει από τον βαθύ ύπνο, θα την κάνει γυναίκα του. Έντρομες οι υπόλοιπες Βαλκυρίες φεύγουν από το μέρος.

Σκηνή 3η

Η Βρουνχίλδη μένει μόνη με τον Βόταν και τον εκλιπαρεί να δείξει έλεος, καθώς είναι η αγαπημένη του κόρη. Επίσης εξιστορεί το θάρρος του Ζίγκμουντ και την απόφασή της να τον προστατεύσει, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η αληθινή επιθυμία του Βόταν. Με τη φράση "Der diese Liebe mir ins Herz gehaucht" (Αυτός που εμφύσησε την αγάπη του μέσα μου), προσδιορίζει τις πράξεις της ως τη πραγματική βούληση του Βόταν. Ο Βόταν εμμένει στη σκληρή τιμωρία του αλλά δέχεται το τελευταίο αίτημά της: να περικυκλώσει την κορυφή του βουνού με μαγική φωτιά έτσι ώστε να αποτρέψει όλους να την πλησιάσουν, εκτός από τον πιο γενναίο από τους ήρωες (ο οποίος, όπως φαίνεται από το καθοδηγητικό μοτίβο, ξέρουν και οι δύο ότι θα είναι ο αγέννητος ακόμα Ζίγκφριντ. Ο Βόταν ξαπλώνει τη Βρουνχίλδη πάνω στο βράχο και με μία μακρά αγκαλιά τη φιλάει και τη βυθίζει σ' έναν μαγεμένο ύπνο. Κατόπιν καλεί τον Λόγκε (Νορβηγό ημίθεο της φωτιάς) να ανάψει τον κύκλο της φωτιάς και στη συνέχεια φεύγει πικραμένος φωνάζοντας: «Όποιος τρέμει το δόρυ μου να μην τολμήσει να διαβεί το πυρ!». Η αυλαία πέφτει.

Μυθολογικό υπόβαθρο


 
Η Επέλαση των Βαλκυριών, εικονογράφηση του Άρθουρ Ράκχαμ

Το λιμπρέτο του Βάγκνερ για τη Βαλκυρία έχει πολλές πηγές. Βασίζεται στην Σκανδιναβική μυθολογία και ειδικότερα στα κείμενα του κύκλου Βόλσουνγκ (Βέλζε, Βέλζουνγκ, Βέλζουνγκεν) και της Ποιητικής Έντα. Η εκδοχή των μύθων όπως προβάλλονται στο έργο του Βάγκνερ διαφοροποιούνται σε κάποια σημεία από τα παραδοσιακά κείμενα. Ο χαρακτήρας του Ζίγκμουντ βασίζεται στον ομώνυμο χαρακτήρα του κύκλου Βόλσουνγκ, με τη διαφορά ότι στην όπερα του Βάγκνερ εμφανίζεται ως γιος του Βόταν και όχι δισέγγονός του. Ο χαρακτήρας της Ζιγκλίντε βασίζεται επίσης στους χαρακτήρες των Signy και Hjordis (μητέρα του πολεμιστή Ζίγκφριντ) του κύκλου Βόλσουνγκ, αν και διαφοροποιείται καθώς η Signy αποπλανά τον αδελφό της Ζίγκμουντ. Στις Σκανδιναβικές πηγές, οι Βαλκυρίες αποτελούν ελάσσονες θηλυκές θεότητες που υπηρετούν τον Βόταν, ενώ στην εκδοχή του Βάγκνερ είναι κόρες του. Επίσης έχει φανερές ελληνιστικές επιρροές, πράγμα πολύ διαδεδομένο για την εποχή εκείνη. Όλα αυτά τα στοιχεία ο Βάγκνερ τα συνέδεσε και τους έδωσε μια καινούργια έννοια μέσα από τις συνταραγμένες συνθήκες του δέκατου ένατου αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Βάγκνερ είχε προσωπικά ιδιαίτερη σχέση με το γυναικείο φύλο. Η μητέρα του πέθανε το 1848. Εκείνη την εποχή συνέλαβε και τη κύρια ιδέα για την τετραλογία, όταν ο Βάγκνερ ήτανε ένας από τους πιο ένθερμους δράστες της γερμανικής επανάστασης με πρότυπο την γαλλική επανάσταση. Ανάμεσα στους πιο στενούς του φίλους ήτανε ο Μιχαήλ Μπακούνιν, αναρχικός. Καθώς το 1849 τον καταζητούσε η αστυνομία κατέφυγε εξόριστος στην Σαξονία, την Βιέννη και το Παρίσι. Το θέμα της ερωτικής αγάπης είναι ακραία εξιδανίκευση των δικών του συναισθημάτων, ιδίως για την κυρία Βέζεντονγκ, θέμα που το αξιοποίησε με θαυμαστικό και όλο και πιο έντονο τρόπο και εδώ και στο Ζίγκφριντ αλλά και στο Τριστάνος και Ιζόλδη. Ο ρόλος της Βαλκυρίας είναι εμπνευσμένος από την μορφή της ελευθερίας της γαλλικής επαναστάσεως. Το ίδιο το κυρίαρχο μοτίβο της μορφής αυτής καθώς και πολλά μουσικά αποσπάσματα από τον Ρόλο της θυμίζουν τον ύμνο της γαλλικής επανάστασης. Ο Ζίγκμουντ και αργότερα ο Ζίγκφριντ είναι προσωποποιήσεις του υπερανθρώπου του Φρίντριχ Νίτσε. «Διότι από μόνος του πρέπει ο ελεύθερος άνθρωπος να δημιουργήσει τον εαυτό του.» Ο Βόταν εκπροσωπεί το φθαρμένο κατεστημένο, το οποίο είναι καταδικασμένο από τις ίδιες του τις πράξεις να αυτοκαταστραφεί. Ο Χούντιγκ είναι επίσης εκπρόσωπος του κατεστημένου. Το σπαθί συνηθίζεται στους μύθους της δυτικής Ευρώπης, έτσι ώστε να εμφανίζεται άλλοτε ως Εξκάλιμπουρ, Γκράμ, Μπάλμουνγκ ή Νότουνγκ όπως εδώ. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η εμπλοκή και ο ρόλος του Λόγκε. Ενώ στην μυθολογία των Βίκινγκ ήταν αντίμαχος του Βόταν και κάτοχος στρατιάς, εδώ ο Βάγκνερ τον κάνει υπηρέτη σύμβουλο και ακόλουθό το, ακόμα και απλό στοιχείο της φύσης (φωτιά) εντυπωσιάζοντας με την εικόνα της πύρινης «φρουράς» της αιώνια κοιμωμένης Βρουνχίλδης.

                          -------------------------------------------------------------------


Ζίγκφριντ


Ο ήρωας Ζίγκφριντ όπως απεικονίζεται σε πίνακα του Ferdinand Leeke.



Η όπερα Ζίγκφριντ (γερμ. Siegfried) είναι το τρίτο μέρος της τετραλογίας του Ρίχαρντ ΒάγκνερΤο Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 16 Αυγούστου του 1876, στην όπερα του Μπαϊρόιτ.

Πλοκή

Πράξη Α΄


 
Ο Heinrich Gudehus (1845-1909) ως Ζίγκφριντ, κατασκευάζοντας το σπαθί του.



Ο Ζίγκφριντ στην σπηλιά του Μίμε σμιλεύει το σπαθί του.

Στη σπηλιά ενός δάσους, ο νάνος Μίμε, μεγαλώνει τον Ζίγκφριντ, τον οποίο έχει αναθρέψει προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει στα μυστικά του σχέδιά να αποκτήσει το Δαχτυλίδι. Ο Ζίγκφριντ μην ξέροντας για όλα αυτά είναι πολύ δυσαρεστημένος από την συνεχώς άκαρδη συμπεριφορά του πατριού του και δεν τον σέβεται ούτε και του έχει καθόλου εμπιστοσύνη. Μια μέρα, όταν ο Ζίγκφριντ επιστρέφει στο σπίτι, βρίσκει τον νάνο να εργάζεται για την κατασκευή ενός σπαθιού, το οποίο όμως δεν είναι καθόλου γερό. Εξοργισμένος, και μόνο με τα χέρια κάνει το σπαθάκι κομμάτια. Λόγο με το λόγο εμπλέκει τον Μίμε σε μία λογομαχία ζητώντας του επίμονα πληροφορίες για την καταγωγή του καθώς δεν πιστεύει πως αποτελεί δικό του γόνο. Ο Μίμε αρχικά προσποιείται όπως πάντα ότι είναι ο πατέρας του και τον αγαπάει πολύ, υποκύπτει όμως στην πίεση και άθελά του ομολογεί την αλήθεια, πως αποτελεί γιο της Ζιγκλίντε. Καθώς ο Ζίγκφριντ του ζητάει αποδείξεις, ο Μίμε του επιδεικνύει τα θραύσματα του σπαθιού («Νότουνγκ») του Ζίγκμουντ, τα οποία ο Ζίγκφριντ απαιτεί να συναρμολογήσει για την αποκατάσταση του σπαθιού. Ο Ζίγκφριντ αναχωρεί.
Ο Μίμε βρίσκεται σε απόγνωση καθώς του είναι αδύνατο να συνθέσει ξανά το σπαθί. Ένας ηλικιωμένος άνδρας, που είναι στην πραγματικότητα ο Βόταν μεταμφιεσμένος, εμφανίζεται ξαφνικά στη σπηλιά του. Μαζί θέτουν ένα στοίχημα, στα πλαίσια του οποίου θα πρέπει ο καθένας να απαντήσει σε τρεις ερωτήσεις του άλλου και με τον νικητή να κερδίζει τελικά το κεφάλι του χαμένου. Ο Μίμε ρωτά τον επισκέπτη του να ονοματίσει τις φυλές που κατοικούν κάτω από τη γη, στην επιφάνεια της και στους ουρανούς, για να λάβει τις ορθές απαντήσεις από τον Βόταν, οι Νιμπελούνγκεν, οι Γίγαντες και οι Θεοί αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά του Βόταν, στην ερώτησή του ποιος μπορεί να αποκαταστήσει το σπαθί «Νότουνγκ», ο Μίμε αποτυγχάνει να απαντήσει. Ο Βόταν του αποκαλύπτει πως η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι «αυτός που δεν γνωρίζει φόβο», στον οποίο ο Βόταν παραχωρεί το τρόπαιό του, δηλαδή το κεφάλι του Μίμε. Ο Βόταν αναχωρεί. Η απόγνωση του Μίμε έχει φτάσει στο αποκορύφωμα.
Ο Ζίγκφριντ επιστρέφει στην σπηλιά και ο Μίμε αντιλαμβάνεται πως δεν του έχει διδάξει μέχρι εκείνη τη στιγμή τον φόβο και αποφασίζει να τον οδηγήσει στον Φάφνερ, που είναι μεταμορφωμένος σε δράκο και προστατεύει το Δαχτυλίδι. Ο Ζίγκφριντ δέχεται, αλλά πρώτα φροντίζει να κατασκευάσει ο ίδιος το σπαθί «Nothung» αφου έλιωσε το μέταλλο όλο και το σφυρηλάτησε από την αρχή. Ο Μίμε βρίσκεται σε δίλημμα καθώς ο Ζίγκφριντ πρέπει να διαθέτει το σπαθί ώστε να εξουδετερώσει τον Φάφνερ, ωστόσο εφόσον είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να το κατασκευάσει, τότε σύμφωνα με τον Βόταν, θα είναι και εκείνος που θα τον σκοτώσει. Αποφασίζει λοιπόν να δηλητηριάσει τον Ζίγκφριντ μετά την αναμέτρησή του με τον γίγαντα Φάφνερ. Την ώρα λοιπόν που ο Ζίγκφριντ έφτιαχνε το σπαθί, ο Μίμε έφτιαχνε το δηλητήριο.

Πράξη Β΄

Στην είσοδο της σπηλιάς του δράκου Φάφνερ, βρίσκεται ο Άλμπεριχ, περιμένοντας να εξουδετερωθεί ώστε να διεκδικήσει το Δαχτυλίδι και το μαγικό κράνος (Tarnhelm). Εμφανίζεται επίσης ο Βόταν, με την μορφή ηλικιωμένου άνδρα, τον οποίο όμως αναγνωρίζει ο Άλμπεριχ, στον οποίο αποκαλύπτει τα σχέδια του Μίμε. Ο Άλμπεριχ ειδοποιεί τον Φάφνερ πως ο ήρωας Ζίγκφριντ σκοπεύει να τον σκοτώσει, προτείνοντας του να του παραδώσει τους θησαυρούς του, ωστόσο εκείνος αρνείται και ο Άλμπεριχ αναχωρεί υποσχόμενος εκδίκηση για την αλαζονεία των θεών.
Στη σπηλιά καταφθάνουν ο Ζίγκφριντ και ο Μίμε. Καθώς αναμένουν την εμφάνιση του Φάφνερ, ο Ζίγκφριντ ενθουσιάζεται από τον ήχο ενός πουλιού του δάσους, τον οποίο προσπαθεί και να μιμηθεί, χωρίς επιτυχία. Στην αναμέτρησή του με τον Φάφνερ, ο Ζίγκφριντ αναδεικνύεται νικητής και σκοτώνει τον Φάφνερ, ενώ τα χέρια του γεμίζουν με το αίμα του γίγαντα, το οποίο και γεύεται. Τότε με μαγικό τρόπο αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη γλώσσα του πουλιού του δάσους που είχε νωρίτερα παρατηρήσει και ακολουθώντας τις οδηγίες του παίρνει στα χέρια του το Δαχτυλίδι και το μαγικό κράνος. Ο Μίμε επανεμφανίζεται και προσφέρει στον Ζίγκφριντ το δηλητήριο, ωστόσο υπό την μαγική επήρεια του αίματος του Φάφνερ, ο Ζίγκφριντ αντιλαμβάνεται τα σχέδια του Μίμε και τον σκοτώνει. Το πουλί του δάσους τραγουδά για μία γυναίκα (Μπρύνχιλντε) που είναι αποκλεισμένη από μία μαγική φωτιά, την οποία ο Ζίγκφριντ ξεκινά να επισκεφτεί.

Πράξη Γ΄

Ο Βόταν εμφανίζεται κοντά στο σημείο που βρίσκεται η Μπρουχίλντα και ζητά τη συμβουλή της Έρντα, η οποία όμως αδυνατεί να τον βοηθήσει. Ο Βόταν την πληροφορεί πως δεν φοβάται πλέον το τέλος των θεών αντίθετα το επιθυμεί. Ο Ζίγκφριντ καταφθάνει στο ίδιο σημείο και δέχεται μία προειδοποίηση από τον Βόταν, σχετικά με το εγχείρημά του να απελευθερώσει τη Μπρύνχιλντρ, στην οποία αποκρίνεται με αλαζονεία. Ο Βόταν τον εμποδίζει να συνεχίσει την πορεία του με μία λόγχη, την οποία όμως σπάει ο Ζίγκφριντ με το σπαθί του.
Ο Ζίγκφριντ φθάνει στο σημείο που βρίσκεται η Μπρουχίλντα, στο μέσο ενός πύρινου κλοιού. Αρχικά σχηματίζει την εντύπωση πως πρόκειται για άνδρα πολεμιστή, ωστόσο σύντομα αντιλαμβάνεται πως είναι μία γυναίκα. Κάτω από το βάρος ενός πρωτόγνωρου φόβου, ο Ζίγκφριντ δεν γνωρίζει πως να αφυπνίσει τη Μπρουχίλντα και τελικά τη φιλά. Εκείνη ξυπνά και αν και είναι διστακτική στην αρχή, τελικά ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ζίγκφριντ και αποκηρύσσει τον κόσμο των θεών.

Μυθολογικό υπόβαθρο

Το λιμπρέτο του Βάγκνερ για την όπερα του Ζίγκγριντ βασίζεται με μικρές αποκλίσεις στην Σκανδιναβική μυθολογία και ειδικότερα στα κείμενα του κύκλου Βόλσουνγκ και των Έντα. Ο κεντρικός χαρακτήρας του ήρωα Ζίγκφριντ εμφανίζεται σε αυτά με το όνομα Ζίγκουρντ (Sigurd). Το όνομα Ζίγκφριντ προέρχεται από το γερμανικό έπος των Νιμπελούνγκεν όπου ο ομώνυμος ήρωας είναι γιος του Ζίγκμουντ και της Ζιγκλίντε.

                  -------------------------------------------------------------------------


Το Λυκόφως των Θεών


Το Λυκόφως των Θεών, πράξη 3η, πίνακας του Ferdinand Leeke.


Το Λυκόφως των Θεών (γερμανικά: Götterdämmerung) είναι το τελευταίο μέρος, μουσικό δράμα, της τετραλογίας έργωνόπερας του Ρίχαρντ ΒάγκνερΤο Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 17 Αυγούστου του 1876στο Μπαϊρόιτ, στα πλαίσια της πρώτης παρουσίασης ολόκληρης της τετραλογίας του Βάγκνερ. Ο τίτλος του έργου αποτελεί μετάφραση του όρου Ράγκναροκ στα γερμανικά. Στη Σκανδιναβική μυθολογία, το Ράγκναροκ συμβολίζει την μάχη του τέλους του κόσμου.
Το τελευταίο μέρος αυτό αρχίζει με την ικανοποίηση του αμοιβαίου έρωτα των δύο υπάρξεων της βαλκυρίας Μπρυνχίλτης, κόρης του υπάτου των θεών Βόταν, και του ήρωα Ζίγκφριντ, ο οποίος χάρις στη τόλμη του κατόρθωσε να φθάσει μέχρι αυτής μέσα από φλόγες που προστάτευαν τον ύπνο της. Κάτω όμως από την γοητεία της "εν ευτυχία" ανθρώπινης φύσης τους, λησμονούν το υψηλότερο σκοπό τους, να παρεμποδίσουν τη δύση της κυριαρχίας των θεών. Έτσι υφίστανται όλες τις δοκιμασίες και τις απαγοητεύσεις που κατά κανόνα επιφυλάσσονται στην ευτυχία μέχρι τον θάνατο του Ζίγκφριντ και της αυτοθυσίας της Μπρυχίλντης που βλέποντας την Βαλχάλλα ή Βελχούντε να γίνεται παρανάλωμα του πυρός, πηδά μέσα στις φλόγες έφιππη προσφέροντας τον εαυτό της ολοκαύτωμα.
Τότε και το "δακτυλίδι των Νιμπελούγκεν" επανέρχεται στη θέση του που απ΄ την αρχή ήταν στον Ρήνο όπου και αναλαμβάνουν πλέον τη φύλαξή του οι κόρες του ποταμού.

Πλοκή

Πρόλογος

Οι τρεις Νορν, κόρες της Έρντα, υφαίνουν το κέντημα της Μοίρας και τραγουδούν για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όταν και θα επέλθει το τέλος των Θεών. Ξαφνικά οι κλωστές τους κόβονται και θρηνώντας για την απώλεια της ικανότητάς τους να ελέγχουν τη Μοίρα, εγκαταλείπουν τη σκηνή. O Ζίγκφριντ παραδίδει το δαχτυλίδι στη Μπρυνχίλντε ενώ ο ίδιος παίρνει την ασπίδα και το άλογό της.

Πράξη Α΄


Ο Ζίγκφριντ ανυποψίαστος πίνει το νοθευμένο κέρασμα στην υγειά της συζύγου του, αφού έχει ανταλλάξει όρκους αδερφικής φιλίας με τον Γκούντερ.

Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται στο παλάτι των Γκίμπιχουνγκεν (Gibichungen, απόγονοι του βασιλιά Gibich). Ο βασιλιάς τους, Γκούντερ, δέχεται την προτροπή του αδελφού του Χάγκεν προς εύρεση μίας συζύγου για τον ίδιο και ενός συζύγου για την αδελφή τους Γκουτρούνε, προτείνοντας την Μπρυνχίλντε και το Ζίγκφριντ αντίστοιχα. Παράλληλα, ο Χάγκεν εφοδιάζει την Γκουτρούνε με ένα μαγικό φίλτρο με τη βοήθεια του οποίου, ο Ζίγκφριντ θα την ερωτευτεί. Ο Ζίγκφριντ εμφανίζεται στο παλάτι, αναζητώντας να συναντήσει τον Γκούντερ, ο οποίος του προσφέρει φιλοξενία, ενώ η αδελφή του προσφέρει στον επισκέπτη ένα ποτό, στο οποίο έχει προσθέσει το μαγικό φίλτρο. Υπό την επήρεια του, ο Ζίγκφριντ χάνει κάθε ανάμνηση της Μπρυνχίλντε και ερωτεύεται την Γκουτρούνε. Στη συνέχεια, ο Γκούντερ του μιλά για την Μπρυνχίλντε και τη φωτιά που την περιβάλλει ως τιμωρία και ο ίδιος ο Ζίγκφριντ προσφέρεται να την σώσει, προκειμένου να γίνει μετέπειτα σύζυγος του Γκούντερ.
Την ίδια στιγμή, η Μπρυνχίλντε δέχεται την επίσκεψη της βαλκυρίας Βαλτράουτε, η οποία την ενημερώνει πως οΒόταν έχει προειδοποιήσει τους θεούς για το τέλος τους, το οποίο είναι αναπόφευκτο εκτός εάν εκείνη επιστρέψει το δαχτυλίδι. Η Μπρυνχίλντε αρνείται να το παραδώσει και η Βαλτράουτε την εγκαταλείπει. Ο Ζίγκφριντ, μεταμφιεσμένος ως Γκούντερ, εμφανίζεται μπροστά στη Μπρυνχίλντε την οποία απελευθερώνει και της αποσπά το δαχτυλίδι.

Πράξη Β΄


Ο Άλμπεριχ νουθετεί τον Χάγκεν, την ώρα που αυτός φυλάει σκοπιά.


Ο Χάγκεν, που φυλάει νυχτερινή σκοπιά στην όχθη του Ρήνου, δέχεται στον ύπνο του την επίσκεψη του πατέρα του, Άλμπεριχ, μετά από την προτροπή του οποίου ορκίζεται να αποκτήσει το δαχτυλίδι. Ο Ζίγκφριντ εμφανίζεται με την πραγματική του μορφή ενώ ο Γκούντερ με την Μπρυνχίλντε ακολουθούν, μέσα σε μία βάρκα. Ο Χάγκεν προαναγγέλλει το γάμο του βασιλικού ζεύγους στο πλήθος. Όταν η Μπρυνχίλντε αντικρύζει τον Ζίγκφριντ, παρατηρεί πως φορά το δαχτυλίδι, αν και ήταν ο Γκούντερ αυτός που το διεκδίκησε. Από το θυμό της για την προδοσία του, ζητά εκδίκηση, ενώ ο Ζίγκφριντ, που ακόμα δεν έχει ανακτήσει τη μνήμη του, δηλώνει πως υπήρξε συνεπής στη συμφωνία του με τον Γκούντερ και πως η Μπρυνχίλντε ψεύδεται. Το πλήθος αποχωρεί και μένουν μόνοι ο Χάγκεν, η Μπρυνχίλντε και ο Γκούντερ. Ο Χάγκεν προτείνει το θάνατο του Ζίγκφριντ και για να πείσει τον Γκούντερ, του επισημαίνει τη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει μέσα από το δαχτυλίδι. Σχεδιάζουν να σκοτώσουν το Ζίγκφριντ με τρόπο ώστε να φαίνεται ως ατύχημα.

Πράξη Γ΄

Κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού με τον Χάγκεν και τον Γκούντερ, ο Ζίγκφριντ χάνεται και συναντά τυχαία τις Κόρες του Ρήνου, οι οποίες ζητούν ως αντάλλαγμα το δαχτυλίδι προκειμένου να τον καθοδηγήσουν. Τον προειδοποιούν για τις ολέθριες συνέπειες που θα αντιμετωπίσει διατηρώντας το δαχτυλίδι, εκείνος όμως αρνείται να το παραδώσει. Ο Ζίγκφριντ κατορθώνει να βρει και πάλι τους συντρόφους του. Καθώς ξεκουράζονται, ο Χάγκεν του προσφέρει ένα ποτό στο οποίο έχει προσθέσει ένα μαγικό φίλτρο, με τη βοήθεια του οποίου αποκαθίσταται η μνήμη του. Τους μιλά για την Μπρυνχίλντε και καθώς η προσοχή του στιγμιαία αποσπάται, ο Χάγκεν τον σκοτώνει με το δόρυ του, δήθεν για να εκδικηθεί την προδοσία που έκανε. Ο Ζίγκφριντ ξεψυχάει με το όνομα της Μπρυνχίλντε, της μόνης και αληθινής αγάπης του στα χείλη του. Το πτώμα του οδηγείται με πένθιμο εμβατήριο στο παλάτι.
Στην αίθουσα των Γκιμπιχούνγκεν, η Γκουτρούνε αναμένει την επιστροφή του Ζίγκφριντ αλλά ο Χάγκεν της ανακοινώνει πως ο ήρωας πέθανε κατά τη διάρκεια του κυνηγιού. Η Γκουτρούνε δεν πιστεύει αυτή την είδηση και κατηγορεί τον Γκούντερ, ο οποίος με τη σειρά του κατηγορεί τον Χάγκεν. Ο τελευταίος, ομολογεί το έγκλημα και διεκδικεί το δαχτυλίδι μαζί με τον Γκούντερ. Οι δύο άνδρες μονομαχούν και τελικά ο Χάγκεν σκοτώνει τον Γκούντερ. Καθώς ετοιμάζεται να αποσπάσει το δαχτυλίδι, έκπληκτος παρατηρεί πως το χέρι του νεκρού Ζίγκφριντ υψώνεται στον αέρα και οπισθοχωρεί.
Η Μπρυνχίλντε εμφανίζεται και διατάζει να φτιαχτεί μία σχεδία για να τοποθετηθεί το νεκρό σώμα του Ζίγκφριντ. Αντιλαμβάνεται πως ο Ζίγκφριντ δεν την πρόδωσε καθώς ο ίδιος είχε παραπλανηθεί. Παίρνει το δαχτυλίδι και αναγγέλει πως οι Κόρες του Ρήνου μπορούν να το επαναποκτήσουν μέσα από τις στάχτες της, μετά την μεγάλη φωτιά που θα βοηθήσει να αρθεί η κατάρα του. Στη συνέχεια βάζει φωτιά στην σχεδία του Ζίγκφριντ, η οποία γρήγορα εξαπλώνεται και η ίδια εισέρχεται σε αυτή με το άλογο της. Ο Ρήνος υπερχειλίζει και οι Κόρες ανακτούν το δαχτυλίδι. Ο Χάγκεν το διεκδικεί αλλά πνίγεται την ίδια στιγμή που καίγεται ο πύργος της Βαλχάλλα.

Μυθολογικό υπόβαθρο και πηγές

Το λιμπρέτο του Βάγκνερ για τo Λυκόφως των Θεών βασίζεται στην Σκανδιναβική μυθολογία και ειδικότερα στα κείμενα της Ποιητικής Έντα και της σάγκα των Βόλσουνγκ, καθώς και στο γερμανικό έπος των Νιμπελούνγκεν (Nibelungenlied). Ο Βάγκνερ χρησιμοποιεί συχνά αυτούσιες ιστορίες από αυτές τις πηγές ενώ άλλοτε τις συνδυάζει. Στο έπος των Νιμπελούνγκεν, ο Χάγκεν είναι θείος του Γκούντερ ενώ στην όπερα εμφανίζεται ως απόγονος του νάνου Άλμπεριχ.

Αξιοσημείωτα μουσικά μέρη

Εκτός των περισσοτέρων θεμάτων της όλης τετραλογίας που επαναλαμβάνονται στο "Λυκόφως των θεών" ξεχωρίζει η υπέροχη μουσική υπόκρουση της αγανάκτησης της Μπρυνχίλντης, επίσης της αποτέφρωσης της Βαλχάλλας ή Βελχούντε, όπως και η περίφημη της νεκρικής πομπής με τον νεκρό του ήρωα, περισσότερο γνωστή ως "πένθιμο εμβατήριο" που έχει καθιερωθεί ν΄ αποδίδεται από μπάντες σε λιτανείες, περιφορά του επιταφίου, και σε νεκρώσιμες πομπές ηγεμόνων και αρχηγών χωρών.

                      ----------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ





                      ---------------------------------------------------------------------    


                                        Die Nibelungen Siegfried (1924) Fritz Lang




Wagner - Der Ring Des Nibelungen: Das Rheingold [Boulez] - English Subs

Stage director: Patrice Chéreau

Conductor: Pierre Boulez

Wotan: Donald McIntyre
Donner: Martin Egel
Froh: Siegfried Jerusalem
Loge: Heinz Zednik
Alberich: Hermann Becht
Mime: Helmut Pampuch
Fasolt: Matti Salminen
Fafner: Fritz Hübner
Fricka: Hanna Schwarz
Freia: Carmen Reppel
Erda: Ortrun Wenkel
Woglinde: Norma Sharp
Wellgunde: Ilse Gramatzki
Flosshilde: Marga Schiml

Der Ring des Nibelungen: Vorabend
Festspielhaus Bayreuth
Filmed in 1980
Chor und Orchester der Bayreuther Festspiele


Richard Wagner - Der Ring des Nibelungen


Der Ring des Nibelungen (The Ring of the Nibelung) is a cycle of four epic operas by the German composer Richard Wagner. Wagner wrote the libretto and music over the course of about twenty-six years, from 1848 to 1874. The four operas that constitute the Ring cycle are, in the order of the imagined events they portray:

Das Rheingold (The Rhine Gold)

0:00 Vorspiel
5:24 Zweite Szene
7:48 Dritte Szene
10:04 Heda! Heda hedo!

Die Walküre (The Valkyrie)

11:57 Akt 1
14:53 Akt 1, Final
15:35 Akt 2, Prelude
18:06 Akt 3, The Ride of the Valkyries
21:21 Akt 3, Wotan's Farewell
26:37 Akt 3, Magic Fire Music

Siegfried

28:00 Akt 1, Siegfried forges his sword
28:45 Akt 1, Final
29:02 Akt 2, Forest murmurs
31:06 Akt 2, Siegfried kills Fafner
32:24 Akt 2, Fafner's lament

Götterdämmerung (Twilight of the Gods)

34:18 Siegfried's and Brunnhilde's passion
40:10 Siedfried's Rhine journey
45:16 Hagen's call to his clan
47:00 Siegfried and the Rhinemaidens
49:50 Siegfried's Death and Funeral Music
1:00:33 Immolation Scene


Δημοσίευση σχολίου