Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Umberto Eco - Ουμπέρτο Έκο


                                                  







Ουμπέρτο Έκο: Ο αρχέγονος φασισμός των ανθρώπων Ένα σημαντικό κείμενο του Ιταλού φιλόσοφου για της απαρχές του πρωτοφασισμού που δημοσιεύθηκε στο New York Review of Books το 1995

20.2.2016




Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία.



Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.   

 1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.   Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.   Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

   Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.   

2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.   

3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.   

4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.   

5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.  

 6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.


Ο Έκο στο σπίτι του
Ο Έκο στο σπίτι του


7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.   

8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.    

9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.   

10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.   

11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.

12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.   

13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.   Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.   

14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.   Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.   Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.   Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.   Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:   «Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».   Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.

Τι έχει πει ο Ουμπέρτο Εκο για το ίντερνετ, τα social media και τον γραπτό τύπο


Τι έχει πει ο Ουμπέρτο Εκο για το ίντερνετ, τα social media και τον γραπτό τύπο [εικόνες]



Ήταν φιλόσοφος και στοχαστής και έγραψε πολλές φορές για τα ΜΜΕ αλλά και για τις τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής μας. Ήταν σκληρός με τις νέες τεχνολογίες, σε σημείο να κατηγορηθεί ότι μιλάει σαν ένας πικραμένος γέρος που δεν αντιλαμβάνεται τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο γαλλικό περιοδικό Nouvel Observateur το 1991 ομολόγησε ότι «ένοιωθε άβολα στην εποχή του».


«Προσπαθώντας να κατανοήσω τι συμβαίνει είναι ο μόνος τρόπος για να βγω από αυτή την άβολη κατάσταση», είχε δηλώσει.



Επίθεση ηλιθίων

Τα λόγια που έχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς για τις νέες τεχνολογίες είναι βιτριολικά. Το 2015 έκανε λόγο για «επίθεση ηλιθίων» αναφερόμενος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Έδωσαν δικαίωμα λόγο σε λόχους ηλιθίων οι οποίοι προηγουμένως δεν μιλούσαν παρά σε μπαρ, μετά από ένα ποτήρι κρασί. Τότε δεν έκαναν κακό στους υπόλοιπους. Εκεί κάποιος τους έκοβε την κουβέντα ενώ τώρα έχουν το ίδιο δικαίωμα να μιλούν όσο και ένα βραβείο Νόμπελ».
Δεν έκρυβε επίσης την αντιπάθειά του για τα κινητά τηλέφωνα και για την μαζική επίδειξη που επιτρέπει η χρήση τους. Στο βιβλίο του «Ανάποδα σαν τον κάβουρα», μια συλλογή κειμένων μεταξύ 2000 και 2005, μιλούσε ωμά και βίαια:
«Ο ηλίθιος, ο οποίος δίπλα μας ακριβώς μέσα στο τρένο κανονίζει τις οικονομικές του δοσοληψίες φωναχτά, στην πραγματικότητα επιδεικνύεται με ένα καπέλο από φτερά και ένα πολύχρωμο δαχτυλίδι στο πέος».
Ωστόσο, πίσω από αυτά τα έντονα κριτικά λόγια για τις νέες τάσεις, ο Ουμπέρτο Έκο έγραφε στην Liberation το 2009:«Δεν είμαι παρελθοντολόγος»


Τον Μάιο του 2015 το σάιτ Le Midi Libre τον ρωτάει αν το ίντερνετ «διαστρέφει τα πνεύματα» ο Εκο απαντά:
«Πρέπει να είσαι οπλισμένος για να το χρησιμοποιήσεις. Είναι σαν ένα πολύ γρήγορο αυτοκίνητο που πρέπει να ξέρεις να οδηγείς. Αλλιώς πας κατευθείαν στον τοίχο».
Ήταν όμως οξύς: «Υπάρχουν ηλίθιοι του ίντερνετ όπως υπάρχουν και ηλίθιοι του Walkman που τους βλέπουμε να χτυπιούνται και να ουρλιάζουν στις συναυλίες ροκ μουσικής», έλεγε το 1991 στο L’Obs.
Αλλά πρόσθετε: «Σε μια κοινωνία πολύχρωμη όπως είναι η δική μας υπάρχει ο ηλίθιος αλλά υπάρχει και ο προσαρμοστικός. Αυτός δηλαδή που μπορεί να ζήσει με ενδιαφέροντα τρόπο αυτή την ποικιλία των σύγχρονων γλωσσών. Δεν μπορώ να αποφανθώ γι’αυτό το θέμα, περιορίζομαι στο να παρατηρώ».


Ο Έκο για τον γραπτό τύπο

Διαβάζετε εφημερίδες;

Διαβάζω τουλάχιστον δύο εφημερίδες κάθε πρωί και ρίχνω μια ματιά σε πολλές άλλες καθημερινά. Δεν μπορώ να πιω τον καφέ μου και να ξεκινήσω την ημέρα μου αν δεν διαβάσω τον τύπο. Μένω πιστός στην ιδέα του Χέγκελ σύμφωνα με την οποία η ανάγνωση των εφημερίδων παραμένει «η καθημερινή προσευχή του σύγχρονου ανθρώπου». Είμαι αναγνώστης, αλλά και αρθρογράφος, γιατί γράφω σε μια καθημερινή και σε μια εβδομαδιαία εφημερίδα. Αλλά συχνά κοιτάζω μόνο τους τίτλους των άρθρων, γιατί ο γραπτός τύπος έχει την κακή συνήθεια να επαναλαμβάνει το πρωί τα νέα που αποκαλύφθηκαν χθες.

Τι απειλεί τον καθημερινό τύπο; Η επανάληψη της είδησης, χωρίς να δοθεί το βάθος της ανάλυσης;

Ο Τύπος επιμένει να επαναλαμβάνει ειδήσεις, χωρίς να προσθέτει κάποια επιπλέον αξία, οι οποίες αναλύθηκαν από την προηγούμενη ημέρα από όλα τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, σε συνεχή ροή. Είναι μια τεράστια κρίση, η οποία χρονολογείται από την ημέρα γέννησης της τηλεόρασης. Από εκείνη τη στιγμή, εξάλλου, οι εφημερίδες προσπάθησαν να γίνουν εβδομαδιαίες και αυτό έφερε κρίση στις καθημερινές.
Αλλά το ερώτημα δεν είναι απλό: πώς να γεμίσεις 40 ή 50 σελίδες όταν η ουσία της είδησης κυκλοφορεί από την προηγούμενη; Ήμουν σε ταξίδι στην Ωκεανία πριν από μερικά χρόνια και ανακάλυψα το Fidji Journal, μια ταπεινή έκδοση του νησιού η οποία αποτελούνταν από μια σελίδα με νέα από τον κόσμο και τα υπόλοιπα ήταν διαφημίσεις και τοπικά νέα.
Και είναι αλήθεια ότι οι βασικές ειδήσεις μπορούν να περιληφθούν μόνο σε μια στήλη εφημερίδας, όπως το κάνουν οι New York Times. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγάλες εφημερίδες πρέπει να εμβαθύνουν την επικαιρότητα και να δίνουν χώρο στις ιδέες.

Με ποιο τρόπο ο γραπτός τύπος μπορεί να ξανακερδίσει τους αναγνώστες;

Πρέπει να κάνει περισσότερες έρευνες. Για παράδειγμα να παρουσιάζει τις διαδηλώσεις του Μιλάνου για την παγκοσμιοποίηση και να συγκρίνει με τα αναρχικά κινήματα και την μεταμόρφωσή τους προς νέες μορφές ακτιβισμού. Να παρουσιάσει με καλύτερο τρόπο τις συνέπειες της καταστροφής της Παλμύρας. Αντίθετα, οι περισσότερες καθημερινές εφημερίδες ξανασερβίρουν την ίδια σούπα και μένουν με τη μύτη κολλημένη στο τώρα.

Πρέπει ο Τύπος να ζωντανέψει την λογοτεχνική κριτική;

Η λογοτεχνική κριτική είναι νεκρή στις εφημερίδες, οι οποίες κάνουν αγώνα αποκλειστικών ρεπορτάζ και δίνουν προτεραιότητα στις γρήγορες συνεντεύξεις, μετά από την κυκλοφορία ενός βιβλίου π.χ.

Ναι, αλλά πώς να κάνεις κριτική για έναν συγγραφέα ο οποίος στην συνέντευξή του μιλάει μόνο καλά για το βιβλίο του;

Πρέπει σε κάθε περίπτωση να ξαναζωντανέψουμε την δημοσιογραφική κριτική και να επεκτείνουμε τη δράση της, ειδικά στο ίντερνετ. Η εφημερίδα πρέπει να αφιερώνει δύο σελίδες στην κριτική των σάιτ, να αποκαλύπτει τα σωστά σάιτ και τα άχρηστα. Δεν πρέπει να αποφεύγουμε να χτίζουμε την κρίση του κοινού. Η εφημερίδα μπορεί να είναι ένα κριτικό και δημοκρατικό φίλτρο. Όταν ήμουν νέος, τα ποιήματα που έστελναν οι αναγνώστες, αξιολογούνταν από έναν μεγάλο κριτικό. Αυτό υπήρξε καθοριστικό στην λογοτεχνική μου συνέχεια.

Η συγκέντρωση των Μέσων στα χέρια των μεγάλων ομίλων μπορεί να αποτελεί κίνδυνο;

Αυτή η συγκέντρωση των ΜΜΕ είναι ένα πραγματικό πρόβλημα. Στην Ιταλία όλες οι εφημερίδες εξαρτώνται από βιομηχανίες και ισχυρές τράπεζες. Η Γαλλία βρίσκεται σε μια παρόμοια κατάσταση. Πρέπει κανείς να ορίσει ισχυρούς επικεφαλής στις εφημερίδες για να αντισταθεί στις πιέσεις.


Πρέπει να κρίνει κάποιος και τους αναγνώστες;

Είτε «χτίζετε» τον αναγνώστη είτε ακολουθείτε το υποτιθέμενο γούστο του. Ο Eugène Sue έδινε στους αναγνώστες αυτό που περίμεναν, ο Balzac διαμόρφωνε το γούστο τους, τους πρότεινε ιστορίες, καταστάσεις και ένα στιλ που δεν είχαν φανταστεί. Υπάρχουν βιβλία που λένε «είμαι σαν εσένα» και άλλα που λένε «είμαι ένας άλλος». Πρέπει να αποφεύγει κάποιος την ομοιομορφία του στιλ την οποία ζούμε και την οποία απαιτεί η νέα βιομηχανία των μίντια.

                =================================
 
2.5.2015 

 To Φύλλο Μηδέν του Ουμπέρτο Έκο 

Το νέο βιβλίο του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Είναι ένα εγχειρίδιο κακής δημοσιογραφίας. Δημοσιεύουμε ένα κεφάλαιο. 



 ΙΙ Δευτέρα, 6 Απριλίου 1992   

Ο Σιμέι είχε την όψη ενός άλλου. Θέλω να πω, δεν θυμάμαι ποτέ το όνομα κάποιου που λέγεται Ρόσι, Μπραμπίλα, Κολόμπο ή ακόμα Ματσίνι ή Μανζόνι, γιατί έχει το όνομα ενός άλλου, θυμάμαι μόνον ότι θα έπρεπε να έχει το όνομα ενός άλλου. Λοιπόν, δεν θυμόμουν το πρόσωπο του Σιμέι, γιατί έμοιαζε με το πρόσωπο κάποιου που δεν ήταν αυτός. Για να είμαστε ειλικρινείς, είχε το πρόσωπο ολoνών.

 «Ένα βιβλίο;» τον ρώτησα.

 «Ένα βιβλίο. Τις αναμνήσεις ενός δημοσιογράφου, την εξιστόρηση ενός χρόνου δουλειάς για την προετοιμασία μιας εφημερίδας που δεν θα βγει ποτέ. Εξάλλου, ο τίτλος της εφημερίδας πρέπει να είναι Αύριο, μοιάζει με σύνθημα των κυβερνήσεών μας, θα το ξανασκεφτούμε αύριο. Επομένως, το βιβλίο πρέπει να έχει τίτλο Αύριο: χτες. Ωραίος, ε;» 

«Και θέλετε να το γράψω εγώ; Γιατί δεν το γράφετε εσείς; Είστε δημοσιογράφος, σωστά; Εφόσον, μάλιστα, ετοιμάζεστε να διευθύνετε μια εφημερίδα...» 

«Το να είσαι διευθυντής δεν σημαίνει ότι ξέρεις να γράφεις. Το να είσαι υπουργός Άμυνας δεν σημαίνει ότι ξέρεις να ρίξεις μια χειροβομβίδα. Φυσικά, για όλο τον επόμενο χρόνο θα συζητάμε το βιβλίο μέρα τη μέρα, εσείς πρέπει να βάλετε το στυλ, το αλατοπίπερο, αλλά τις γενικές γραμμές θα τις ελέγχω εγώ»   

«Θέλετε να πείτε ότι το βιβλίο θα έχει και τις δύο υπογραφές ή θα είναι μια συνέντευξη του Σιμέι στον Κολόνα;» 

«Όχι, όχι, αγαπητέ Κολόνα, το βιβλίο θα βγει με τη δική μου υπογραφή, εσείς μόλις το γράψετε, πρέπει να εξαφανιστείτε. Εσείς θα είστε, αν μου επιτρέπετε, μαύρος. Μαύρους είχε κι ο Δουμάς, γιατί να μην έχω κι εγώ;» 

«Και γιατί διαλέξατε εμένα;» 

«Γιατί έχετε συγγραφικά χαρίσματα...» 

«Ευχαριστώ». 

«... αλλά κανείς δεν το έχει καταλάβει». 

«Και πάλι ευχαριστώ».

«Συγγνώμη, μέχρι τώρα συνεργαστήκατε μόνο με επαρχιακές εφημερίδες, κάνατε πολιτιστική φασίνα σε μερικούς εκδοτικούς οίκους, γράψατε ένα μυθιστόρημα για κάποιον άλλο (μη με ρωτήσετε τι και πώς, αλλά βρέθηκε στα χέρια μου και πιστεύω ότι πάει καλά, έχει ρυθμό) και στα πενήντα σας τρέχετε να με βρείτε, μόλις μαθαίνετε ότι ίσως έχω μια δουλειά να σας αναθέσω. Επομένως, ξέρετε να γράφετε και ξέρετε τι είναι ένα βιβλίο, αλλά δεν τα βγάζετε πέρα. Μην ντρέπεστε. Κι εγώ ετοιμάζομαι να διευθύνω μια εφημερίδα που δεν θα βγει ποτέ, επειδή ουδέποτε προτάθηκα για το Πούλιτζερ, απλώς διηύθυνα μια αθλητική εφημερίδα κι ένα περιοδικό μόνο για άντρες ή για άντρες μόνους, διαλέγετε και παίρνετε...» 

«Θα μπορούσα να δείξω αξιοπρέπεια και ν' αρνηθώ».

 «Δεν θα το κάνετε, γιατί για έναν χρόνο σάς προσφέρω έξι εκατομμύρια τον μήνα, μαύρα». 

«Είναι πολλά για έναν αποτυχημένο συγγραφέα. Και μετά;» 

«Και μετά, όταν μου παραδώσετε το βιβλίο, ας πούμε μέσα σε έξι μήνες από τη λήξη του πειράματος, άλλα δέκα εκατομμύρια μετρητά αμέσως. Και αυτά θα τα βάλω από την τσέπη μου». 

«Και μετά;» 

«Και μετά, είναι δική σας υπόθεση. Αν δεν τα έχετε φάει σε γυναίκες, άλογα και σαμπάνια, θα έχετε κερδίσει μέσα σε ενάμιση χρόνο πάνω από ογδόντα εκατομμύρια αφορολόγητα. Μπορείτε να αράξετε και να αποφασίσετε με την άνεσή σας». 

«Μια στιγμή, να καταλάβω. Αν δίνετε έξι εκατομμύρια σ' εμένα, ποιος ξέρει πόσα θα πάρετε εσείς, συγγνώμη, και μετά είναι και οι άλλοι συντάκτες και τα έξοδα παραγωγής και εκτύπωσης και διανομής και μου λέτε ότι κάποιος, ένας εκδότης υποθέτω, είναι διατεθειμένος να πληρώσει επί έναν χρόνο αυτό το πείραμα και μετά να μην κάνει τίποτα;» 

«Δεν είπα ότι δεν θα κάνει τίποτα. Θα έχει το όφελός του. Μα εγώ όχι, αν η εφημερίδα τελικά δεν βγει. Φυσικά, δεν μπορώ να αποκλείσω ότι στο τέλος ο εκδότης θ' αποφασίσει ότι η εφημερίδα πρέπει στ' αλήθεια να βγει, αλλά τότε πια η υπόθεση θα έχει γίνει πιο σοβαρή και πιθανόν να μη θέλει να ασχοληθώ άλλο εγώ. Επομένως, προετοιμάζομαι για το ενδεχόμενο, στο τέλος αυτού του χρόνου, ο εκδότης ν' αποφασίσει ότι το πείραμα έδωσε τους καρπούς που περίμενε και να κατεβάσει τα κεπέγκια. Έτσι, θέλω να είμαι έτοιμος: αν όλα πάνε κατά διαόλου, θα εκδώσω το βιβλίο. Θα είναι μια βόμβα που θα μου αποφέρει μια περιουσία σε συγγραφικά δικαιώματα. Ή, πάλι, αλλά είναι απλώς μια εικασία, κάποιος δεν θελήσει να το εκδώσω και μου δώσει ένα πακέτο. Αφορολόγητο».

 «Κατάλαβα. Αλλά ίσως, αν θέλετε να συνεργαστώ πιστά, πρέπει να μου πείτε ποιος πληρώνει, για ποιον λόγο υπάρχει το σχέδιο Αύριο, για ποιον λόγο μπορεί να αποτύχει και τι θα λέτε στο βιβλίο που, χωρίς να θέλω να το καυχηθώ, θα το έχω γράψει εγώ». 

«Λοιπόν, αυτός που πληρώνει είναι ο κομεντατόρε Βιμερκάτε. Θα τον έχετε, βέβαια, ακουστά...»

   Ναι, τον έχω ακουστά, κάθε τόσο εμφανίζεται στις εφημερίδες: ελέγχει καμιά δεκαριά ξενοδοχεία στην ακτή της Αδριατικής, πολλούς οίκους ευγηρίας για συνταξιούχους, έχει εμπορικά πάρε-δώσε για τα οποία ψιθυρίζονται πολλά, μερικά τοπικά κανάλια που αρχίζουν να εκπέμπουν στις έντεκα και μόνο δημοπρασίες, τηλεπωλήσεις και κάνα ξέκωλο σόου...» 

«Και καμιά εικοσαριά εκδόσεις». 

«Φυλλάδες, νομίζω, κουτσομπολιά για τους σταρ, σαν το Loro, το Peeping Tom και κάτι περιοδικά για αστυνομικές έρευνες, όπως το Εικονογραφημένο Έγκλημα, το Σκοτεινές υποθέσεις, σαβούρες, trash».

 «Όχι, υπάρχουν και εξειδικευμένα περιοδικά, κηπουρικής, ταξιδιωτικά, αυτοκίνητα, ιστιοπλοϊκά, Ο γιατρός στο σπίτι σας. Μία αυτοκρατορία. Ωραίο αυτό το γραφείο, ε; Έχει ακόμα κι έναν φίκο, όπως στα γραφεία των μεγάλων κεφαλιών της RAI. Και έχουμε στη διάθεσή μας ένα open space, όπως λένε στην Αμερική, για τους συντάκτες, ένα γραφειάκι για σας, μικρό μα αξιοπρεπές, και μια αίθουσα αρχείου. Όλα δωρεάν σ' αυτό το κτίριο που φιλοξενεί όλες τις εταιρείες του κομεντατόρε. Κατά τ' άλλα, η παραγωγή και η εκτύπωση των τευχών μηδέν θα γίνουν με τον εξοπλισμό των άλλων περιοδικών· επομένως, το κόστος του πειράματος θα κατέλθει στο πλαίσιο του αποδεκτού. Και ουσιαστικά βρισκόμαστε στο κέντρο, όχι όπως στις μεγάλες εφημερίδες που πρέπει να πάρεις δύο μετρό κι ένα λεωφορείο για να φτάσεις». 

«Μα, τι περιμένει ο κομεντατόρε απ' αυτό το πείραμα;» 

«Ο κομεντατόρε θέλει να μπει στους χρηματοοικονομικούς κύκλους, στους κύκλους των τραπεζών και των μεγάλων εφημερίδων. Το μέσον του είναι η επαγγελία μιας νέας εφημερίδας διατεθειμένης να λέει την αλήθεια για τα πάντα. Δώδεκα αντίτυπα μηδέν, ας πούμε 0/1, 0/2 και ούτω καθεξής, τυπωμένα σε ελάχιστα αντίτυπα, που θα αξιολογήσει ο κομεντατόρε κι ύστερα θα τα δείξει κι εγώ δεν ξέρω σε ποιον. 



Ουμπέρτο Έκο, Φύλλο μηδέν, Μτφρ.: Έφη Καλλιφατίδη, Εκδόσεις Ψυχογιός, Σελίδες: 248
         

Άπαξ και ο κομεντατόρε αποδείξει ότι μπορεί να στριμώξει αυτό που αποκαλείται ανώτεροι κύκλοι της οικονομίας και της πολιτικής, είναι πιθανόν αυτοί οι κύκλοι να τον παρακαλέσουν να εγκαταλείψει την ιδέα του, οπότε εκείνος σταματάει το Αύριο και αποκτάει πρόσβαση στους ανώτερους κύκλους. Αποκτά, ας πούμε, έστω και μόνο το 2% των μετοχών μιας μεγάλης εφημερίδας, μιας τράπεζας, μιας τηλεοπτικής αλυσίδας με απήχηση». Άφησα ένα σφύριγμα: «Δύο τοις εκατό είναι πάρα πολύ! Έχει τα χρήματα για ένα τέτοιο εγχείρημα;» 

«Μην παριστάνετε τον αφελή. Μιλάμε για χρηματοοικονομικά, όχι για εμπόριο. Πρώτα αγοράζεις και μετά ανακαλύπτεις ότι τα χρήματα για να ξεχρεώσεις σου έρχονται».

 «Κατάλαβα. Και επίσης καταλαβαίνω ότι το πείραμα θα λειτουργήσει μόνο αν ο κομεντατόρε δεν πει ότι τελικά η εφημερίδα δεν θα βγει. Όλοι θα πρέπει να νομίσουν ότι τα πιεστήριά του δουλεύουν στο φουλ...» 

«Φυσικά. Το γεγονός ότι η εφημερίδα δεν θα βγει, ο κομεντατόρε δεν το έχει πει ούτε σ' εμένα, αλλά εγώ το υποπτεύομαι ή μάλλον είμαι βέβαιος. Και δεν πρέπει να το μάθουν οι συνεργάτες μας, τους οποίους θα συναντήσουμε αύριο: αυτοί οφείλουν να δουλέψουν πιστεύοντας ότι χτίζουν το μέλλον τους. Ετούτη την ιστορία την ξέρουμε μόνο εγώ κι εσείς». «Και τι θα γίνει αν εσείς μετά γράψετε όλ' αυτά που κάνετε επί έναν χρόνο για να διευκολύνετε τον εκβιασμό του κομεντατόρε;» 

«Μη χρησιμοποιείτε τη λέξη εκβιασμός. Εμείς θα δημοσιεύουμε ειδήσεις, όπως λέει η New York Times, "all the news that's fit to print"...»

 «... και ίσως κάτι παραπάνω...» 

«Βλέπω ότι με καταλαβαίνετε. Αν μετά ο κομεντατόρε χρησιμοποιήσει τα τεύχη μηδέν μας για να τρομάξει κάποιους ή για να σκουπίσει τον πισινό του, αυτό είναι δική του δουλειά και όχι δική μας. Αλλά το θέμα είναι ότι το βιβλίο μου δεν πρέπει να εξιστορεί τι αποφασίσαμε στις συναντήσεις της σύνταξης, τότε δεν θα είχα τη δική σας ανάγκη, θα μου αρκούσε ένα κασετόφωνο. Το βιβλίο πρέπει να δίνει την ιδέα μιας διαφορετικής εφημερίδας, να δείχνει με ποιον τρόπο δούλεψα επί έναν χρόνο για να στήσω ένα πρότυπο δημοσιογραφίας, ανεξάρτητης από πιέσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η περιπέτεια είχε κακό τέλος, επειδή δεν μπόρεσε να σταθεί μια ελεύθερη φωνή. Γι' αυτό και πρέπει εσείς να επινοήσετε, να εξιδανικεύσετε, να γράψετε μια εποποιία, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε...» 

«Το βιβλίο θα λέει το αντίθετο απ' όσα συνέβησαν. Μάλιστα. Αλλά εσάς θα σας αφορίσουν». 

«Ποιος; Ο κομεντατόρε που τότε θα πρέπει να πει όχι, το όλο σχέδιο αποσκοπούσε μόνο σ' έναν εκβιασμό; Καλύτερα να αφήσει την εντύπωση ότι αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει επειδή κι ο ίδιος υπέστη πιέσεις και προτίμησε να σκοτώσει την εφημερίδα, αντί να την αφήσει να γίνει μια φωνή, ας πούμε, ετεροκατευθυνόμενη. Και λες να μας αφορίσουν οι συντάκτες μας που το βιβλίο θα τους παρουσιάζει σαν ακέραιους δημοσιογράφους; Θα γίνει ένα μπετσέλερ», το πρόφερε έτσι όπως όλοι, «στο οποίο κανείς δεν θα θέλει ή δεν θα μπορεί να φέρει αντίρρηση». 

«Εντάξει, μιας και είμαστε και οι δυο άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, συγχωρήστε μου τη λόγια αναφορά, δέχομαι τη συμφωνία». 

«Μ' αρέσει να έχω να κάνω με έντιμους ανθρώπους που λένε αυτό που έχουν στην καρδιά τους».

                            ==============================
 
Il nome della rosa

Το όνομα του Ρόδου

Πρωτότυπη έκδοση

Συγγραφέας
         
Ουμπέρτο Έκο

Είδος
         
ιστορικό μυθιστόρημαμυστηρίου

Εκδότης
         
Bompiani (1980), Harcourt (1983)

Γλώσσα
         
ιταλικά

Πρώτη έκδοση
         
1980

Προηγείται του
         
Το Εκκρεμές του Φουκώ

Ελληνική έκδοση

Μεταφραστής
         
Έφη Καλλιφατίδη

Εκδότης
         
Εκδόσεις Γνώση και «Ελληνικά Γράμματα» και «Ψυχογιός»


                                                   






























ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 

Xειρόγραφο, φυσικά

 ΠPOΛOΓOΣ

 ΠPΩTH HMEPA 

Ώρα Πρώτη. Όπου φτάνουν στους πρόποδες της μονής και ο Γουλιέλμος αποδεικνύει την ευστροφία του. 

Ώρα Tρίτη. Όπου ο Γουλιέλμος έχει μια διαφωτιστική συζήτηση με τον Hγούμενο. 

Ώρα Έκτη. Όπου ο Άντσο θαυμάζει το πρόθυρο της εκκλησίας και ο Γουλιέλμος ξαναβρίσκει τον Oυμπερτίνο της Kαζάλε. 

Περί την Eνάτην. Όπου ο Γουλιέλμος έχει μια λογιότατη συζήτηση με το βοτανολόγο Σεβερίνο. 

Mετά την Eνάτην. Όπου επισκέπτονται το συγγραφείο και γνωρίζουν πολλούς μελετητές, αντιγραφείς και ερυθρογράφους, καθώς και έναν τυφλό γέροντα που περιμένει τον Aντίχριστο. 

Eσπερινός. Όπου επισκέπτονται την υπόλοιπη μονή, ο Γουλιέλμος βγάζει μερικά συμπεράσματα για το θάνατο του Aντέλμου, μιλάει με τον αδελφό υαλουργό για τα γυαλιά του διαβάσματος και για τα φαντάσματα όποιου θέλει να διαβάζει υπερβολικά. 

Aπόδειπνο. Όπου ο Γουλιέλμος και ο Άντσο απολαμβάνουν την πρό- σχαρη φιλοξενία του Hγουμένου και την οργισμένη συνομιλία του Xόρχε. 

ΔEYTEPH HMEPA 

Aγρυπνία. Όπου οι λίγες ώρες μυστικιστικής ευτυχίας διακόπτονται από ένα αιματηρότατο γεγονός.

Ώρα Πρώτη.Όπου ο Bένσιος της Oυψάλας κάνει κάποιες εξομολο- γήσεις, ο Bερεγγάριος της Aρουντέλ κάποιες άλλες και ο Άντσο μαθαίνει το νόημα της αληθινής μετανοίας. 

Ώρα Tρίτη. Όπου παρευρίσκονται σε μια φιλονικία χυδαίων, ο Aϊ- μάρος της Aλεξάνδρειας κάνει κάποιους υπαινιγμούς και ο Άν- τσο συλλογίζεται την αγιότητα και την κόπρο του Δαίμονα. Έπει- τα ο Γουλιέλμος και ο Άντσο επιστρέφουν στο συγγραφείο, ο Γου- λιέλμος βλέπει κάτι ενδιαφέρον, κάνει μία τρίτη συζήτηση για το θεμιτό του γέλιου, αλλά τελικά δεν καταφέρνει να κοιτάξει εκεί που θέλει. 

Ώρα Έκτη. Όπου ο Bένσιος διηγείται μια παράξενη ιστορία, απ’ όπου μαθαίνουν πράγματα ελάχιστα εποικοδομητικά για τη ζωή της μο- νής. 

Ώρα Eνάτη. Όπου ο Hγούμενος δείχνει την υπερηφάνειά του για τα πλούτη της μονής του και το φόβο του για τους αιρετικούς, και ο Άντσο αναρωτιέται μήπως έκανε σφάλμα να περιπλανιέται στον κόσμο.

Mετά τον Eσπερινό. Όπου, αν και το κεφάλαιο είναι σύντομο, ο γέρο- ντας Aλινάρδος λέει αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα για το λαβύ- ρινθο και για το πώς θα μπουν μέσα. 

Aπόδειπνο. Όπου μπαίνουν στο Oικοδόμημα, ανακαλύπτουν έναν μυστηριώδη επισκέπτη, βρίσκουν ένα μυστικό μήνυμα με σύμβο- λα νεκρομαντείας, και χάνεται, όταν μόλις έχει βρεθεί, ένα βιβλίο που θα το αναζητούν για πολλά ακόμη κεφάλαια, ενώ η κλοπή των πολύτιμων φακών του Γουλιέλμου δεν είναι η τελευταία τους περιπέτεια. 

Nύχτα. Όπου εισέρχονται τελικά στο λαβύρινθο, έχουν παράξενα οράματα και, όπως συμβαίνει στους λαβυρίνθους, χάνονται. 

TPITH HMEPA 

Aπό τον Όρθρο έως την Πρώτη Ώρα. Όπου βρίσκεται ένα κομμάτι ύφασμα λεκιασμένο από αίμα στο κελί του χαμένου Bερεγγάριου, κι αυτό είναι όλο. 

Ώρα Tρίτη. Όπου ο Άντσο στο συγγραφείο αναλογίζεται την ιστορία του Tάγματός του και τη μοίρα των βιβλίων.


( Θες να κάνεις φιλοσοφία; Γράψε ένα μυθιστόρημα. Η προτροπή ανήκει στον Αλμπέρ Καμύ και φαίνεται ότι ακριβώς αυτήν αποφάσισε να ακολουθήσει ο Ουμπέρτο Έκο όταν, πριν από τριάντα χρόνια, ήδη καθιερωμένος ως ακαδημαϊκός, στοχαστής και δοκιμιογράφος, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της μυθοπλασίας με Το Όνομα του Ρόδου. Έργο συγκεντρωτικό και φυγόκεντρο, καμωμένο από μια ετερόκλητη πρώτη ύλη που η εύθυμη μαεστρία του Έκο καταφέρνει να συναρμόσει δημιουργικά, Το Όνομα του Ρόδου εξακολουθεί να μας σαγηνεύει ύστερα από τριάντα χρόνια, ακριβώς εξαιτίας αυτής της απροσδιόριστης μορφής που του επιτρέπει να διατελεί στα όρια ανάμεσα στο μυστηριώδες και το αυτονόητο, το αποκρυμμένο και το προφανές, το περιπετειώδες και το αφηρημένο ή το ιδεολογικό. Ελλειπτικό επειδή είναι σωρευτικό ιδιαίτερων ιστορικών –και όχι μόνο– γνώσεων και πληροφοριών, γκρίζο επειδή είναι πλήρες χρωμάτων και ενός απρόσμενου διακόσμου, ανεπίκαιρο και διαχρονικό επειδή εγκαθίσταται σε χρονικές τομές και εγγράφει την αστυνομική, καταιγιστική του πλοκή μέσα στην Ιστορία, το πρώτο μυθιστόρημα του Έκο λειτουργεί, πλέον, ως σημείο αναφοράς για την παγκόσμια λογοτεχνία. )


Το Όνομα του Ρόδου (ιταλ. Il nome della rosa) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο. Μετά από αρκετή επεξεργασία εκδόθηκε στην Ιταλία το 1980 (εκδόσεις Bompiani), η επιτυχία του δε ήταν τόση που το 1983 μεταφράστηκε στα Αγγλικά, ενώ το 1986 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Ζαν-Ζακ Ανό (Jean-Jacques Annaud). Το έργο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Τίτλος

Ο τίτλος του έργου έχει συγκεντρώσει αρκετές απορίες, καθώς δεν είναι σαφές σε τι αναφέρεται. Στην πραγματικότητα, ο Έκο έχει δηλώσει ότι πρόθεσή του ήταν να βρει έναν «τελείως ουδέτερο τίτλο». Ο Έκο έγραψε ότι του άρεσε ο συγκεκριμένος τίτλος «γιατί το ρόδο είναι ένα σύμβολο τόσο πλούσιο σε νοήματα, που είναι ζήτημα εάν έχει μείνει κάποιο νόημα που να μην του έχει αποδοθεί». Σύμφωνα με τα γραφόμενά του στο «Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου», ο τίτλος δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο του έργου, καθώς ο τίτλος πρέπει να συγχέει τα νοήματα (του βιβλίου) και όχι να τα συγκροτεί.

Περιεχόμενο

Το μυθιστόρημα μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα ιταλικό μοναστήρι των Βενεδικτίνων και, γύρω από την αναζήτηση ενός χειρογράφου του Αριστοτέλη, αναπτύσσεται η πλοκή του, με φόνους, άνομες σχέσεις μεταξύ μοναχών και το κυνήγι των αιρετικών εν έτει 1327. Το όλο έργο παρουσιάζεται ως καταγραφή των αναμνήσεων ενός γηραιού βενεδικτίνου μοναχού, του αδελφού Άντσο (Adso) της Μελκ, ο οποίος έζησε τα περιγραφόμενα γεγονότα ως νεαρός δόκιμος μοναχός. Κεντρικό πρόσωπο στο έργο είναι ο αδελφός Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο οποίος είναι φανταστικό πρόσωπο, υποκαθιστώντας, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον Γουλιέλμο Όκαμ. Στο έργο εμπλέκονται τόσο φανταστικά όσο και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο ιεροεξεταστής Μπερνάρντο Γκι και ο μοναχός Ουμπερτίνο της Καζάλε. Μέσα από αυτό το έργο ο Έκο βρίσκει την ευκαιρία να κάνει μια εκτενή παρουσίαση της Σχολαστικής Μεθόδου, η οποία κυριαρχούσε στη μεσαιωνική σκέψη. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι στο έργο αυτό του Έκο γίνεται εκτενής αναφορά σε πρόσωπα όπως ο Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Ρογήρος Βάκων (Roger Bacon) και ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης, άνθρωποι που υπήρξαν όλοι στο παρελθόν μελετητές και υποστηρικτές του Σχολαστικισμού. Ταυτόχρονα, όμως, αυτά τα πρόσωπα υπήρξαν και άτομα με τα οποία ο Έκο ασχολήθηκε και σε ακαδημαϊκό επίπεδο με τα έργα και τις ιδέες τους - ιδιαίτερα στην περίπτωση του Θωμά Ακινάτη - συνδυάζοντας έτσι με αριστουργηματικό τρόπο την επιστημονική με τη λογοτεχνική εργασία του.

Κινηματογραφική μεταφορά

Στην κινηματογραφική του μεταφορά του 1986, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Ζακ Αννώ (Jean-Jacques Annaud) το Όνομα του Ρόδου έχει πρωταγωνιστές τους Σον Κόνερι(Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ) και Κρίστιαν Σλέιτερ (Άντσο).










                                   ---------------------------------------------


Επηρεάστηκε από τον Τζόις και τον Μπόρχες αλλά και από τον σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ

Ο Ουμπέρτο Έκο, ο Μεσαίωνας και πως η φιλοσοφία γίνεται αστυνομικό μυθιστόρημα

Ο σημειολόγος ντετέκτιβ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  20/05/2007 


Ο Ουμπέρτο Εκο, ο Μεσαίωνας και πως η φιλοσοφία γίνεται αστυνομικό μυθιστόρημα
 Ο Σον Κόνερι στον ρόλο του Γουλιέλμου του Μπάσκερβιλ στην ταινία του Ζαν-Ζακ Ανό «Το όνομα του ρόδου»


Ο Θεός, ο Διάβολος και το παγκόσμιο μπεστ σέλερ «Το όνομα του ρόδου», μια γοτθική τοιχογραφία που σάρωσε σε πωλήσεις

Βρισκόμαστε στο 1327. Οι φραγκισκανοί μοναχοί ενός πλούσιου ιταλικού μοναστηριού θεωρούνται από το παπικό κατεστημένο της εποχής ύποπτοι για αίρεση. Τη σχετική έρευνα αναλαμβάνει ο αδελφός Γουλιέλμος του Μπάσκερβιλ που φτάνει στο μοναστήρι στα τέλη Νοεμβρίου συνοδευόμενος από τον νεαρό μαθητευόμενο Άντσο από τη Μελκ, ο οποίος αφηγείται χρόνια αργότερα - και σε βαθιά γεράματα - την ιστορία. Η έρευνα όμως παίρνει άλλους δρόμους, γιατί στο μοναστήρι διαπράττονται επτά ειδεχθή εγκλήματα. Ο αδελφός Γουλιέλμος μετατρέπεται σε ένα είδος ντεντέκτιβ και φτάνει στο τέλος να εξιχνιάσει τα εγκλήματα αυτά χρησιμοποιώντας την αριστοτελική λογική, τη θεολογική σκέψη του Θωμά του Ακινάτη και τον εμπειρισμό του Ρότζερ Μπέικον. Συλλέγει στοιχεία, αποκρυπτογραφεί παράξενες επιγραφές, εξερευνά τον λαβύρινθο του μοναστηριού με την περιέργεια, τη μεθοδικότητα, την ψυχραιμία και το χιούμορ ενός Σέρλοκ Χολμς του Μεσαίωνα. Αλλά στη διάρκεια των επτά ημερών που διαρκεί η έρευνα ο 14ος αιώνας αναδύεται σε όλες του τις πτυχές στο μυθιστόρημα του Έκο: με τις προκαταλήψεις του, τις δεισιδαιμονίες, τα αρώματα και τις σκοτεινές φαντασιώσεις της εποχής για τον Θεό και τον Διάβολο. Το Όνομα του ρόδου, ιδιοφυής συνδυασμός αστυνομικού και γοτθικού μυθιστορήματος, μελετημένο σε όλες του τις λεπτομέρειες, διαβάζεται απνευστί. Δεν είναι τυχαίο ότι έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Μόνο στις ΗΠΑ, λ.χ., ήταν στη λίστα ευπώλητων των «New York Times» πάνω από τρία χρόνια. Αλλά δεν πρόκειται απλώς για εξαίρετο αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι και ένα βαθύ κοίταγμα στην Ιστορία, στη μυθολογία, στην ιατρική και στη μαγεία, ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο του Μεσαίωνα που βαίνει προς το τέλος του, του τρόπου ζωής και των ηθών της εποχής, ταυτοχρόνως όμως και αλληγορία για τον σημερινό κόσμο και επιπλέον ένας ύμνος στο βιβλίο, στη γραφή, στη σκέψη και στην ελευθερία. 

                ----------------------------------------------------------------------


ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ, Βιβλία που έγιναν ταινίες.


«Το όνομα του ρόδου» είναι ένα μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο, που ύστερα από πολλή επεξεργασία εκδόθηκε στην Ιταλία το 1980. Είναι ένα από τα πρώτα του είδους του, καθώς εμπλέκει το αστυνομικό με την θρησκεία, δίνοντας μια χροιά φιλοσοφικής αναζήτησης. Επίσης, δυσκολεύεται κανείς να το εντάξει σ’ ένα συγκεκριμένο είδος, γοτθική νουβέλα ή μεσαιωνικό χρονικό, αστυνομικό μυθιστόρημα ή ιδεολογικό αφήγημα. Η ταινία γυρίστηκε το 1986 από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ζαν-Ζακ Ανό με πρωταγωνιστές τον Σον Κόνερι και τον πολλά υποσχόμενο τότε Κρίστιαν Σλέιτερ.

Την εποχή που βγήκε το βιβλίο και κατόπιν η ταινία, δημιουργήθηκε ιδιαίτερη αίσθηση ανά τον κόσμο, εφόσον δεν υπήρχε προηγούμενο. Ένας πρεσβύτερος μοναχός με το νεαρό εκπαιδευόμενό του φτάνουν σ’ ένα μοναστήρι, κατόπιν παράκλησης των ίδιων των μοναχών, για να διαλευκάνουν έναν φόνο. Κατά την παραμονή τους εκεί θα γίνουν και άλλοι φόνοι. Παράλληλα, χάνονται βιβλία αξεπέραστης ποιότητας και αξίας από την βιβλιοθήκη. Σταδιακά η αναζήτηση γίνεται πιο έντονη, η ατμόσφαιρα πιο μυστηριακή και οι ήρωες δοκιμάζονται διαρκώς, καθώς η ιδεολογική περιπέτεια, ο θρησκευτικός πόλεμος και η φιλοσοφική διείσδυση συνοδεύουν διακριτικά, αλλά ουσιαστικά τη ροή του κειμένου.

Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο με μεσαιωνική – μυστηριακή ατμόσφαιρα, στοιχειοθετημένο άριστα από τον συγγραφέα του (χαρακτηριστικό είναι δε πως υπάρχει και κάτοψη του μοναστηριού, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία), διεγείροντας την επιθυμία του κοινού να αναζητήσει την ταυτότητα των χαμένων - απαγορευμένων βιβλίων και του δολοφόνου.

Από την άλλη πλευρά η ταινία μεταφέρει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα του κειμένου, μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, που ενδεχομένως μόνο Ευρωπαίος σκηνοθέτης θα μπορούσε ν’ αποδώσει. Στηριζόμενος στο επίπεδο του Κόνερι ο σκηνοθέτης αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας γύρω απ’ αυτόν, πρώτα οι ήρωες, μετά η υπόθεση και ύστερα τα σκηνικά. Χωρίς να φοβηθεί ο Ανό την εμπορική απογείωση του βιβλίου, παρουσιάζει μια ταινία σαν να μην υπήρχε προηγούμενη εκδοτική επιτυχία, διατηρώντας στο σενάριο ολόκληρο σχεδόν το αφηγηματικό μέρος του κειμένου και σ’ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό τους διαλόγους. Ακόμα, γεγονός είναι πως οι δυνατές περιγραφές του βιβλίου, αποδίδονται με σκηνές έντονης πυγμής και ρεαλισμού. Τίποτα δεν ξεφεύγει τα όρια του απολύτως ανθρώπινου κι έτσι ο θεατής αφομοιώνεται πλήρως από την εξέλιξη της ιστορίας.

Η ταινία, όταν βγήκε στις αίθουσες δεν προκάλεσε τον πανικό, που ίσως θα δημιουργούνταν στη σημερινή εποχή. Κάποιος, αν την δει σήμερα με όλο το ιστορικό που υπάρχει στο συγκεκριμένο αντικείμενο, δεν θα εντυπωσιαστεί από την υπόθεση, ωστόσο αποτελεί ένα άρτιο από κάθε άποψη φιλμ, άξιο να βρίσκεται στην ταινιοθήκη του καθενός.

Το βιβλίο και η ταινία «Το όνομα του ρόδου» αποτελούν μια ευχάριστη σύγκριση, καθώς και τα δύο αγγίζουν την πληρότητα, χωρίς να διακρίνεται το ένα από τα δύο, παρά μόνο κατά ελάχιστα σημεία. Αδιαμφισβήτητο είναι δε πως και οι δύο εκδοχές θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ενταχθούν στη σύγχρονη καλλιτεχνική πραγματικότητα.

   Στέφανος Ξένος






The Name of the Rose Official Trailer  Movie (1986)

The Name of the Rose Trailer - Directed by Jean-Jacques Annaud and starring Sean Connery, Christian Slater, Helmut Qualtinger, Elya Baskin, Michael Lonsdale. A pure rational monk yet witty monk, William, and his young trainee, Adso, come to a Middle Age Roman monastery that's experiencing some unusual deaths. As more murders occur William follows the clues leading to the library where the books connected to the murderer have been hidden. Adso meanwhile is stuck between finding the knowledge of the forbidden books and pursuing a forbidden love.

            ------------------------------------------------------------------------------------------


Ουμπέρτο Έκο: Ο ακαδημαϊκός που ερωτεύτηκε τη γνώση και έκανε έρωτα με την pop κουλτούρα



Τι σχέση έχει ο Ουμπέρτο Έκο με το Νίκο Γκάλη και τον Λουτσιάνο Παβαρότι; Γιατί έβριζε την ταινία «Το όνομα του Ρόδου»; Πότε θα βγει το νέο του βιβλίο; Ένα κείμενο 101% για τον Ουμπέρτο Έκο, τον pop star της Σημειωτικής επιστήμης!
21.02.2016



Θοδωρής Χονδρόγιαννος


popaganda_chondrogiannos_eco


Ο Ουμπέρτο Έκο ήταν εραστής της γνώσης. Κάθε μέρα έκανε έρωτα με τις πιο ακατέργαστες πηγές της. Δεν την ήθελε εκλεπτυσμένη. Την ήθελε όπως ήταν, ατόφια, άμορφη. Ήταν εκείνος που θα την σχημάτιζε, θα της έδινε χρώματα και ζωή.


Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε μεγάλος διανοητής γιατί ήταν πολυμαθής. Πράγματι, διακρινόταν από οξύ πνεύμα, ήταν πανέξυπνος, μοναδικός γραφιάς. Όμως αυτά τα βρίσκεις σε αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους. Αυτό που τον έκανε μοναδικό ήταν η ευρυμάθειά του, το ότι δεν χόρταινε να μαθαίνει. Στον ελεύθερο χρόνο του έβαζε αναγεννησιακές άριες και διάβαζε «ωμά» εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. Τα τελευταία τον βοήθησαν αρκετά να μιλάει άπταιστα μία σειρά από ξένες γλώσσες.

Γιος της Τζοβάνα Μπίζιο και του Τζούλιο Έκο, ο Ουμπέρτο γεννιέται στις 5 Ιανουαρίου του 1932 στην Αλεσσάντρια, μία μικρή βιομηχανική πόλη της βορειοδυτικής περιφέρειαςΠεδιμόντιο της Ιταλίας. Ο πατέρας του προέρχεται από μία οικογένεια με 13 αδέρφια και εργάζεται ως λογιστής σε εταιρεία παραγωγής μετάλλων. Η μητέρα του εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου.
AdTech Ad
Από την παιδική του ηλικία, ο μικρός Ουμπέρτο περνάει ατελείωτες ώρες στο κελάρι του παππού του διαβάζοντας την πλούσια συλλογή του τελευταίου από εκλεκτά έργα των Ιούλιου Βερν, Μάρκο Πόλο και Κάρολου Δαρβίνου. Στα χρόνια της δικτατορίας του Μπενίτο Μουσολίνι, φοράει την καθιερωμένη φασιστική στολή. Διακρίνεται μάλιστα σε διαγωνισμό κειμένων Ιταλών μαθητών που όφειλαν μέσα από τα γραπτά τους να εξάρουν το καθεστώς. 

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Έκο εντάσσεται σε μία καθολική οργάνωση νεολαίας, όπου και αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα, με σκοπό να αναλάβει την ηγεσία της. Τελικά αποχωρεί το 1954 εκφράζοντας έτσι τη διαμαρτυρία του για τις συντηρητικές θέσεις του Πάπα Πίου ΙΒ’.

Την ίδια χρονιά αποφοιτά από το Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Ολοκληρώνοντας με επιτυχία τις σπουδές του στη μεσαιωνική φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, εκδίδει το 1956 το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η αισθητική του Θωμά Ακινάτη», το οποίο έγραψε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. 

Ο Ουμπέρτο Έκο αποτέλεσε έναν πραγματικά μεγάλο διανοούμενο, καθώς κατόρθωσε στην επιστήμη του αυτό που κατάφερε ο Λουτσάνο Παβαρότι στο bel canto και ο Νίκος Γκάλης στο ελληνικό μπάσκετ: την κατέβασε από τον ουρανό και την έκανε κτήμα των μαζών.

H πορεία του Έκο αλλάζει άρδην το 1980, όταν εκδίδεται «Το Όνομα του Ρόδου», μία πανέξυπνη επαναφορά του Κόναν Ντόιλ στη σύγχρονη λογοτεχνία, με έναν «νέο Σέρλοκ Χολμς» να «διακτινίζεται» στην μεσαιωνική Ιταλία του 14ου αιώνα. Η «εξάρτυση» του βιβλίου, εφοδιασμένη με μία πρωτόγνωρη «μυστικιστική λογιότητα», έμελλε να μιλήσει στο μέσο αναγνώστη, εκμαιεύοντας από αυτόν τα πιο «ευγενή λογοτεχνικά αντανακλαστικά» του.

Το βιβλίο μεταφράζεται σε 30 γλώσσες, φτάνοντας τις 30 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο επί μακρόν εκδότης του, Μάριο Αντρεόζεκαι η ιταλικη εφημερίδα Corriere della Sera. Σύντομα το έργο μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερι.

Ανάλογη επιτυχία στο χώρο του βιβλίου είχε να σημειωθεί από τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Πολλοί είναι οι Αμερικάνοι που αφήνουν για λίγο τα pop ακούσματά τους για να ακούσουν το audio book από το Όνομα του Ρόδου, την ώρα που κάνουν jogging στο Σέντραλ Παρκ.

Ο Ουμπέρτο Έκο με τον Τζόρτζιο Ναπολιτάνο. ιστορικό στέλεχος της κομμουνιστικής αριστεράς και μετέπειτα Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Ο Ουμπέρτο Έκο με τον Τζόρτζιο Ναπολιτάνο. ιστορικό στέλεχος της κομμουνιστικής αριστεράς και μετέπειτα Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας.


Η επιτυχία του βιβλίου θα πέσει βαριά στις πλάτες του Έκο. Όταν το Όνομα του Ρόδουγίνεται ταινία, σε σκηνοθεσία Ζαν-Ζακ Ανό, ο Έκο απορρίπτει συστηματικά να μιλήσει στα ΜΜΕ για το κινηματογραφικό εγχείρημα. Κάθε βράδυ που γυρίζει στο διαμέρισμά του στο Μιλάνο, ίσα που καταφέρνει να ανοίξει την πόρτα από τα εκατοντάδες αιτήματα για συνεντεύξεις. Στο στενό κύκλο φίλων του, ο Έκο χαρακτηρίζει την ταινία «παρωδία του μυθιστορήματός του», ενώ οι μοναχοί -με εξαίρεση τον Σον Κόνερι– του φαίνονται «ιδιαίτερα αποκρουστικοί».

Οι πνευματικοί συνοδοιπόροι του Έκο γίνονται εκείνη την περίοδο μάρτυρες της «αναστάτωσης» που του έχει επιφέρει η «ακαριαία» αναγνωρισιμότητα και επιτυχία. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας Ίαν Τόμσον (ο οποίος υπήρξε από τους σκληρούς επικριτές του Ιταλού διανοούμενου), ο Έκο εκμυστηρευόταν τότε πως ένιωθε «παγιδευμένος» από τη δημοφιλία. «Περιφερόμενος νωχελικά γύρω από το γραφείο του, κάποια στιγμή σηκώθηκε και άρχισε να πετάει κάτω βιβλία». 
Είναι η εποχή που το ιταλικό Vogue γράφει πως ο Έκο προετοιμάζει την έκδοση ενός βιβλίου βασισμένου στη ζωή του Μότσαρτ. «Δεν είναι αλήθεια. Νιώθω ότι εκβιάζομαι, από τις εφημερίδες, από εμένα τον ίδιο, από τον εκδότη μου. Δεν νιώθω πια ελεύθερος. Όταν έγραψα το Όνομα του Ρόδου, το έκανα για να διασκεδάσω – ήταν μία ελεύθερη πράξη. Πλέον αναρωτιέμαι: Τώρα γράφω ένα βιβλίο επειδή το θέλω ή επειδή το περιμένουν οι άλλοι;».

Ο Ουμπέρτο Έκο στη Διεθνή Έκθεση Αρχαίων Βιβλίων, στο Palazzo Mezzanotte του Μιλάνο.
Ο Ουμπέρτο Έκο στη Διεθνή Έκθεση Αρχαίων Βιβλίων, στο Palazzo Mezzanotte του Μιλάνο.



To δεύτερο μυθιστόρημα του Έκο έρχεται το 1988. Είναι «Το Εκκρεμές του Φουκώ», ένα λογοτεχνικό θρίλερ που εκτυλίσσεται μεταξύ παράνομων θρησκευτικών οργανώσεων και παρασυναγωγών. Ο Έκο διακρίνει σε αυτό «σύγχρονες πολιτικές παραλλήλους» με τέτοιου είδους σέχτες του παρελθόντος που εναντιώνονταν με μανία στο προοδευτικό αίτημα της επιστήμης. Για τον Ιταλό διανοούμενο, η ιταλική μασωνική αδελφότητα P2 (Propaganda Due) και η ακροαριστερή τρομοκρατική οργάνωση των Κόκκινων Ταξιαρχίων είναι πηγές ενός νέου είδους μυστηκισμού και φανατισμού ανάλογου με εκείνον που προκαλούσαν οι παρελθόντες θρησκευτικοί κύκλοι. Σε αυτό το βιβλίο, που δεν πλησιάζει καν τις θετικές κριτικές του Ονόματος του Ρόδου, ο Έκο δίνει χώρο στον ιταλικό όρο dietrologia, ο οποίος στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως «παρασκηνιολογία», υπονοώντας ότι μυστικές εταιρείες και κονσόρτσια συμφερόντων κινούν τα νήματα και βρίσκονται σήμερα πίσω από οποιοδήποτε πολιτικό σκάνδαλο. Ολόκληρο το έργο του Έκο, λογοτεχνικό και μη, διαπερνάται άλλωστε από το κλασικό ιταλικό πάθος για την συνωμοσιολογία και την υποκρυπτόμενη στο παρασκήνιο αντιπαράθεση συμφερόντων.

Με το πέρας των πανεπιστημιακών του σπουδών, ο Έκο εργάζεται ως δημοσιογράφος, μοντάροντας πολιτιστικές εκπομπές για την κρατική τηλεόραση της RAI. Το 1959 γίνεται υπεύθυνος για τις μη λογοτεχνικές εκδόσεις του εδραζόμενου στο Μιλάνο εκδοτικού οίκου Bompiani, θέση που θα διατηρήσει μέχρι το 1975.


Umberto Eco che percorre la sua casa-biblioteca.(dal documentario “Sulla memoria”, di Davide Ferrario. Clip via Stefano Crupi)
Δημοσιεύτηκε από La Repubblica XL στις Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016



Το σπίτι-βιβλιοθήκη του Ουμπέρτο Έκο

O Έκο αρχίζει να συγχρωτίζεται την εποχή με πρωτοποριακούς συγγραφείς, μουσικούς και ζωγράφους του Μιλάνο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα την εκτίμηση του για τον Τζέιμς Τζόις και τον γνωστό για τους ποιητικούς συμβολισμούς του Στεφάν Μαλαρμέ. Ιδιαίτερο θαυμασμό τρέφει  και για το ατονικό και επαναστατικό για την εποχή του έργο του συνθέτη Κάρλχαϊντς Στοκχάουζεν. Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας των παραπάνω καλλιτεχνών ωθεί τον Έκο να ιδρύσει με άλλους «πνευματικούς πειραματιστές» τηνΟμάδα 63, μία λέσχη πολιτισμού που απέρριπτε το «συντηρητισμό» στην τέχνη και αποσκοπούσε στην παραγωγή μοντέρνων λογοτεχνικών έργων και ποιημάτων. 


Παρά την έλλειψη «πνευματικού εκτοπίσματος» της ομάδας, αυτή είναι για τον Ουμπέρτο Έκο η εποχή της «μεγάλης συνειδητοποίησης». Κατανοεί ότι η ιστορία, το περιεχόμενο, αποτελεί για ένα λογοτεχνικό έργο μία εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση αποδοχής του από τον κόσμο, όσο επιμελώς καταστρωμένη και αν είναι η μορφή του. Αυτή η σύλληψη αποτέλεσε το πρώτο σημαντικό βήμα για την συγγραφική του καταξίωση.


O Ουμπέρτο Έκο έγραψε για τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, που του προσέδωσαν το παρατσούκλι tuttografo, δηλαδή «παντογράφος».
O Ουμπέρτο Έκο έγραψε για τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, που του προσέδωσαν το παρατσούκλι tuttografo, δηλαδή «παντογράφος».


To 1966 ο Έκο διορίζεται καθηγητής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνο. Οι μελέτες και τα γραπτά του αρχίζουν να δημοσιεύονται με αξιοσημείωτη περιοδικότητα, ενώ ευρέως γνωστή γίνεται η στήλη του στο εβδομαδιαίο περιοδικό L’Espresso. To 1971 γίνεται ο πρώτος καθηγητής Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, το αρχαιότερο της Ευρώπης.

Ο γαστρονομικός θησαυρός της πρωτεύουσας της περιφέρειας Εμίλια-Ρομάνια και ο μεσαιωνικός αέρας που αποπνέουν οι δρόμοι της πόλης -η Via Fregatette αποτέλεσε την αγαπημένη του- κάνουν τον Έκο να αναπτύξει με την πόλη μία σχέση οιονεί ερωτική. Παχουλός, με πυκνά μαύρα γένια και βραχνή φωνή -αποτέλεσμα των 60 τσιγάρων που κάπνιζε καθημερινά- o Ουμπέρτο Έκο ζει μεταξύ δύο παθών: της γνώσης και της γεύσης.

Οι πανεπιστημιακές παραδόσεις του ενέχουν ένα σχεδόν επαναστατικό στοιχείο. Την ώρα που κάποιοι τον κατηγορούν ότι «ευτελίζει μορφές τέχνης», ο ίδιος αγνοεί τις μομφές αναλύοντας δίπλα στον Δαυίδ του Ντονατέλο θέματα φαινομενικά άσχετα με την επιστήμη του, που κινούνται από τις ιστορίες του Τζέιμς Μποντ και τις φωτογραφίες της Μέριλιν Μονρόε έως τις φτηνές πλαστικές καρέκλες κήπου.


«Όταν ο κόσμος είναι ένας ιστός από σήματα, τα πάντα ουρλιάζουν για μία εξήγηση», είπε κάποτε ο Έκο. Κατά τον ίδιο, περιθωριακές πολιτισμικές εκφράσεις δεν θα πρέπει να υποτιμώνται: το 19ο αιώνα, ο σχεδόν άγνωστος πλέον στο ευρύ κοινό συνθέτης Τέλεμαν θεωρείτο μακράν καλύτερος του αξεπέραστου σήμερα Μπαχ. Με την ίδια λογική, ο Πάμπλο Πικάσο θα μπορεί να θεωρείται σε 200 χρόνια πολύ κατώτερος καλλιτεχνικά από τις εμπορικές διαφημίσεις της Coca Cola, σύμφωνα με τον Έκο.

Οι καθηγητές των ιταλικών πανεπιστημίων καλούνται να συμμετάσχουν στην δημόσια αντιπαράθεση και ο Ουμπέρτο Έκο δεν απογοητεύει τους συμπατριώτες του. «Η δημοσιογραφία», είπε κάποτε με την περίσσεια αυτοπεποίθηση που τον διέκρινε, «είναι το πολιτικό μου καθήκον». Επιπλέον: «Πιστεύω ότι η δουλειά μου ως πανεπιστημιακού και πολίτη είναι να δείξω στους ανθρώπους πώς κατακλυζόμαστε γύρω μας από μηνύματα». Σε αυτές τους τις παρατηρήσεις, ο Έκο δεν διέφερε από άλλους διάσημους αναλυτές των ΜΜΕ, όπως ηΣούζαν Σόνταγκ και ο Μάρσαλ Μακλούαν. Και όπως αυτοί, συχνά έδειχνε επιδεικτικός. Σχολιάζοντας το τζιν Levi’s που είχε αγοράσει, ανέφερε κάποτε: «Λοιπόν, με το νέο μου τζιν η ζωή μου έγινε εξαιρετικά εξωστρεφής… Έχω επιτέλους κατακτήσει μία επιδερμική αυτοπεποίθηση». 


Το τρίτο μυθιστόρημα του Έκο εκδίδεται το 1994 με τίτλο «Το Νησί της Προηγούμενης Ημέρας», το οποίο θεωρείται υποδειγματικό όχι τόσο για τη δύναμη των συναισθημάτων και της έκφρασης τους, όσο για τη σφριγηλότητα και την τάξη της γραφής. Το τέταρτο μυθιστόρημά του, το «Μπαουντολίνο», εκδίδεται τ0 2000 και τοποθετείται χρονικά στην Κωνσταντινούπολη του Βυζαντίου. Αν και το βιβλίο βρίθει παραδειγμάτων της κλασικής εφευρετικότητας εκκεντρικότητας του συγγραφέα, πολλοί υποστήριξαν ότι η επιτυχία του ήρθε περισσότερο χάρη στη δημοφιλία του Έκο και λιγότερο την αξία του βιβλίου. Η κριτική ωστόσο δεν λάμβανε υπόψη ότι το εν λόγω συγγραφικό πόνημα αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα έργου του στο οποίο, όπως αναφέρει στην ο Ματτέο Νούτσι, Ιταλός συγγραφέας και δημοσιογράφος του περιοδικού Venerdì di Repubblica, «φαίνεται η ικανότητα του να μιμείται, να διαμορφώνει μία ατμόσφαιρα και να πλάθει διαφορετικά στιλ γραφής και λόγου».

Ο Σον Κόνερι και ο Κρίστιαν Σλέιτερ στην ταινία «Το Όνομα του Ρόδου» (1986).
Ο Σον Κόνερι και ο Κρίστιαν Σλέιτερ στην ταινία «Το Όνομα του Ρόδου» (1986).


Το «Μπαουντολίνο» αναδεικνύεται έτσι στην κορυφή των βιβλίων με τις περισσότερες πωλήσεις. Αυτό είναι και ένα και από τα χαρακτηριστικά του Έκο που τον διακρίνουν τόσο από τη κλασική νόρμα των συγγραφέων, όσο και τη πλειονότητα των πανεπιστημιακών: είναι δύσκολο να βρεις κάποιον ακαδημαϊκό να γράφει «αυτό που τραβάει η ψυχή του» και να κατορθώνει με την εκλαϊκευση της επιστήμης του να ανταγωνίζεται σε πωλήσεις συγγραφείς με πολύ μεγαλύτερη διαφημιστική προβολή που γράφουν όχι σπάνια απλώς σκουπίδια.


Αν και είχε πει ότι «πέντε είναι αρκετά» μετά την έκδοση του πέμπτου μυθιστορήματός του, το 2004, με τίτλο «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα», ενέδωσε άλλες δύο φορές στον πειρασμό, συγγράφοντας «Το κοιμητήριο της Πράγας», το 2010, και το «Φύλλο Μηδέν», το 2015. Κάπου ενδιάμεσα, το 2008, αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, σε ηλικία 76 χρόνων.

«Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε ανεπανάληπτος στην ικανότητα να μιλάει απλά για πράγματα σύνθετα», Ματτέο Νούτσι, Ιταλός συγγραφέας και δημοσιογράφος

Ο Ουμπέρτο Έκο αποτέλεσε έναν πραγματικά μεγάλο διανοούμενο, καθώς κατόρθωσε στην επιστήμη του αυτό που κατάφερε ο Λουτσιάνο Παβαρότι στο bel canto και ο Νίκος Γκάλης στο ελληνικό μπάσκετ: κατέβασε την επιστήμη του από τον ουρανό και την έκανε κτήμα των μαζών. Και αυτό το πέτυχε με συγγραφικά πονήματα πλήρους και πρωτότυπου περιεχομένου. Κατόρθωσε παράλληλα να διαπεράσει το πολυποίκιλο ιστορικό του έργο με μία μοναδικά συνεπή συνεκτικότητα. Όπως αναφέρει και ο Ντέιβιντ Ρόμπεϊ, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και μελετητής του έργου του Ουμπέρτο Έκο, «οι θεωρίες του υποστηρίζουν όλο το επιστημονικό του έργο, από την πρακτική φιλοσοφία και την θεωρία της τένχης έως τη δημοσιογραφία και τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων. Όλες οι δραστηριότητες συνδέονται με ένα συνεπή σύνολο αρχών».
Τα 20 επιστημονικά βιβλία και τα 7 μυθιστορήματα του Ουμπέρτο Έκο πέτυχαν ουσιαστικά τον συγκερασμό δύο κόσμων που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ: το σύμπαν της Σημειωτικής και εκείνον της «κανονικής ζωής», έτσι όπως εκφράζεται πολιτιστικά μέσα από σημάδια και σύμβολα: από τις λέξεις και τις αγιογραφίες, έως τα banners και τα cartoons. Αναδείχθηκε έτσι σε έναν σταρ της pop κουλτούρας, όπως ήταν ο Παβαρότι που τραγουδούσε άριες όπερας μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες λαού, όπως ήταν και ο Γκάλης που έκανε τον κόσμο να γεμίζει το Αλεξάνδρειο και να είναι «Άρης στο μπάσκετ». Πώς τα κατάφερε να γίνει ένας pop ακαδημαϊκός; Κάποτε, ανέφερε σε μία του συνέντευξη: «Με βλέπω ως έναν σοβαρό καθηγητή πανεπιστημίου, που τα σαββατοκύριακα γράφω μυθιστορηματα».

Αυτό άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Ιταλοί βλέπουν τον καθηγητή του πανεπιστημίου.«Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε ανεπανάληπτος στην ικανότητα να μιλάει απλά για πράγματα σύνθετα, δίνοντας στην Ιταλία την ευκαιρία να καταλάβει ότι ένας πνευματικός άνθρωπος με ένα αχανές πεδίο γνώσεων μπορεί να δώσει σήμασία σε ζητήματα πιο ελαφρά, αστεία και διασκεδαστικά», αναφέρει ο κ. Νούτσι. «Στην Ιταλία η ιδέα που είχαμε για τον ακαδημαϊκό ήταν -και εν μέρει παραμένει- εκείνη ενός ανθρώπου βαρέος, σοβαρού, κουραστικού, μουντού. Ο Έκο έφερε μία επαναστατική αλλαγή σε αυτή την αντίληψη».

O Ουμπέρτο Έκο με τον Ιταλό συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο.
 O Ουμπέρτο Έκο με τον Ιταλό συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο.


Λίγο πριν το θάνατό του, ο Ουμπέρτο Έκο ολοκλήρωσε την επιμέλεια ενός νέου βιβλίου. Πρόκειται για τη συλλογή άρθρων και δοκιμίων των τελευταίων 15 ετών, που παίρνει τον τίτλο της από ένα στίχο της «Κόλασης» του Δάντη, Pape Satàn aleppe, το ακριβές νόημα της οποίας παραμένει μυστήριο και αντικείμενο πολλαπλών ερμηνειών μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τον εκδότη του Έκο, Μάριο Αντρεόζε, το νέο βιβλίο θα κυκλοφορήσει στην Ιταλία την ερχόμενη εβδομάδα.

Ένας συγγραφέας κρατάει σήμερα από τον Έκο «τη δουλειά, τη μελέτη, το γνωσιακό επίπεδο πριν αρχίσει να αποτυπώνει τις ιδέες του στο χαρτί», αναφέρει ο Ματτέο Νούτσι.«Αυτό, ωστόσο, ίσως τον απομακρύνει από την γραφή που είναι σάρκα από τη σάρκα του ασυνείδητού μας, δίνοντας βάρος σε αυτό που ξέρουμε μέσα από τη μελέτη. Όμως ο καθένας έχει το δικό του δρόμο και αυτός του Έκο δεν ήταν ο κλασικός που συνήθως ακολουθεί ένας συγγραφέας. Επέλεξε το δρόμο της απόλυτης γνώσης, εκείνου που, μάστορας στα ατελείωτα σκέρτσα, επιλέγει έναν τύπο παιχνιδιού, του οποίου ξέρει τέλεια τους κανόνες. Και στο οποίο, εν τέλει, θριαμβεύει πανηγυρικά».

Ο Ουμπέρτο Έκο παντρεύτηκε το 1962 την Ρενάτε Ράμτζε, η οποία παρέμεινε σύντροφός του μέχρι το θάνατό του. Απέκτησαν μαζί δύο παιδιά.

Η κηδεία του «παντογράφου» θα είναι πολιτική και θα γίνει στο Μιλάνο, την Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου.


                 ---------------------------------------------------------------------------



Ουμπέρτο Έκο: «Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων που άλλοτε δεν μίλαγαν παρά μόνο σε μπαρ»

Και άλλα διάσημα αποφθέγματα του Ιταλού συγγραφέα.



Umberto-Eco-009


Ο Ουμπέρτο Έκο γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1932. Το 1988 ίδρυσε το Τμήμα Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Από τις 12 Νοεμβρίου του 2010 ήταν μέλος της Accademia dei Lincei, για τις επιστήμες της ηθικής, της ιστορίας και της φιλοσοφίας. Κύκνειο άσμα της συγγραφικής του παραγωγής ήταν το βιβλίο Anno Zero, που εκδόθηκε το 2015, την ημέρα των γενεθλίων του, από τις εκδόσεις Bompiani.

Ο Ουμπέρτο Έκο ήταν πολυγραφότατος, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της συγγραφής. Από μυθιστορήματα μέχρι δοκίμια. Επίσης μπορούμε να τον αποκαλέσουμε και έναν μάστορα του γνωμικού ή αν θέλετε καλύτερα της ατάκας. Ορίστε μερικές από αυτές: 

Κάθε φορά που ένας ποιητής, ένας ιεροκήρυκας, ένας αρχηγός, ένας μάγος ξεστομίζει ασυναρτησίες, η ανθρωπότητα ξοδεύει αιώνες αποκρυπτογραφώντας το μήνυμα.

AdTech Ad
Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, από τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση.
Μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ξέρεις ήδη.

Τίποτε δεν δίνει σ’ έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από το φόβο ενός άλλου.

Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις.

Να φοβάσαι τους προφήτες κι αυτούς που είναι έτοιμοι να πεθάνουν για την αλήθεια, επειδή κατά κανόνα κάνουν και άλλους να πεθάνουν μαζί τους, μερικές φορές πριν από αυτούς και καμιά φορά αντί για αυτούς.

Ο πολιτισμός δεν ακυρώνει τη βαρβαρότητα, αλλά, πολλές φορές, την επικυρώνει. Όσο πιο πολιτισμένος είναι ένας λαός, τόσο πιο βάρβαρος και καταστροφικός μπορεί να γίνει.

Όταν οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πια τίποτα. Πιστεύουν στα πάντα.
Η μαζική κουλτούρα είναι αντι-κουλτούρα.

Οι κρίσεις πουλάνε καλά.

Κωμικό είναι η κατανόηση του αντιφατικού. Χιούμορ είναι η υποψία γι’ αυτό.

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις.
          

Η υπερβολική συσσώρευση στοιχείων κιτς αποτελεί μια αξιοσημείωτη υφολογική πρόταση.
Το ρόδο είναι τόσο πλούσιο σε νοήματα, που δεν του έχει μείνει πια σχεδόν κανένα νόημα.
Η μετάφραση είναι η τέχνη της αποτυχίας.

Έχω φτάσει να πιστεύω ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα αίνιγμα, ένα άκακο αίνιγμα που γίνεται τρομερό λόγω της δικής μας μανιώδους προσπάθειας να το ερμηνεύσουμε σαν να είχε δήθεν κάποια βαθύτερη αλήθεια.

Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων που άλλοτε δεν μίλαγαν παρά μόνο σε μπαρ, αφού είχαν πιει κανένα ποτήρι κρασί, χωρίς να βλάπτουν την κοινότητα. Τους αναγκάζαμε αμέσως να σωπάσουν, αλλά σήμερα έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με ένα βραβείο Νόμπελ. Είναι η εισβολή των ηλιθίων.

«Τι όμορφο που είναι ένα βιβλίο, που επινοήθηκε για να πιάνεται στο χέρι, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα σε μία βάρκα, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη κι αν έχει αποφορτιστεί κάθε μπαταρία και αντέχει τα σημάδια και τα τσαλακώματα, μπορεί να αφεθεί να πέσει καταγής ή να παρατηθεί ανοιγμένο στο στήθος ή στα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνει στην τσέπη, φθείρεται, καταγράφει την ένταση, την επιμονή ή τον ρυθμό των αναγνώσεών μας, μας υπενθυμίζει (αν φαίνεται πολύ καινούργιο ή άκοπο) ότι δεν το διαβάσαμε ακόμη…»


    -------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το ''Εκκρεμές του Φουκώ''

             


egsadha

Αγγέλα Γαβρίλη

Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο;

Είτε είστε βιβλιοφάγοι είτε απλά αγαπάτε τη συντροφιά ενός καλού βιβλίου είτε ακόμα αν διαβάζετε όλη τη ζωή σας λόγω σπουδών και δουλειάς, θα έχετε συναντήσει ένα τουλάχιστον κείμενο που υπήρξε καθοριστικό στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής σας προσωπικότητας. Εγώ έχω συναντήσει μέχρι τώρα τέσσερα, που τα θεωρώ χωρίς υπερβολή, τα προσωπικά μου ευαγγέλια στα οποία ανατρέχω συνεχώς, ξανά και ξανά. Το ''Εκκρεμές του Φουκώ'' είναι ένα από αυτά.

Η παραπάνω προσωπική εξομολόγηση έγινε για να εξηγήσω ότι δεν πρόκειται να διαβάσετε την κριτική ενός βιβλίου αλλά την προσπάθειά μου να μιλήσω για ένα βιβλίο που το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό και να εξηγήσω γιατί. Καταρχάς, οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-τόμο 900 και πλέον σελίδων (ήτοι για hardcore βιβλιοφάγους), μέσα στις οποίες σχεδόν όλη η παγκόσμια ιστορία, από την εποχή των σταυροφοριών στη Μέση Ανατολή μέχρι τη δεκαετία του '70 στην Ιταλία, χρησιμοποιείται ως υλικό της πλοκής ή πιο σωστά ως μια τράπουλα που ανακατεύοντας και ρίχνοντας τα χαρτιά της ο συγγραφέας δίνει μια ερμηνεία όχι του μέλλοντος αλλά του παρελθόντος. Ακούγεται περίπλοκο και ασαφές; Στην πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδο και λαβυρινθώδες αλλά με δομή στέρεα και αριστοτεχνική και κυρίως άκρως εντυπωσιακή, ακριβώς όπως οι τεράστιοι καθεδρικοί ναοί που χτίζονταν στην Ευρώπη τον Μεσαίωνα - ο Έκο είναι μεγάλος μάστορας και κατά την ταπεινή μου γνώμη αυτό είναι το αριστούργημά του.

Το να πούμε ''δύο λόγια για την υπόθεση'' δεν είναι εύκολο αλλά ας προσπαθήσουμε: βρισκόμαστε στο Μιλάνο της δεκαετίας του '70 μέσα στο κλίμα των πολιτικών συγκρούσεων εκείνης της εποχής - ''αν δεν ήταν επανάσταση, ήταν οπωσδήποτε η καλύτερη απομίμησή της'', λέει χαρακτηριστικά ο αφηγητής και βασικός ήρωας, ένας υποψήφιος διδάκτορας της Ιστορίας που μελετά τους Ναΐτες ιππότες. Συναντά τυχαία έναν επιμελητή εκδόσεων σε έναν ιδιόρρυθμο εκδοτικό οίκο που ασχολείται κυρίως με τον αποκρυφισμό, ο οποίος του προτείνει να συνεργαστούν σε μια καινούρια σειρά βιβλίων με ανάλογο θέμα. Εκείνος δέχεται και αρχίζουν να διαβάζουν εκατοντάδες χειρόγραφα: στην ομάδα προστίθεται και ένας ακόμα αναγνώστης-μελετητής της Καμπάλα και αργότερα ένας μυστηριώδης σύμβουλος, αριστοκρατικής καταγωγής και πάμπλουτος, ο οποίος αφήνει συνεχώς να εννοηθεί ότι είναι ο διαβόητος κόμης Σεν Ζερμαίν (θρυλική μορφή του αποκρυφισμού και υποτίθεται αθάνατος).

Προσπαθώντας να βάλουν τάξη στο χάος και να επιλέξουν τα πιο σοβαρά χειρόγραφα προς έκδοση, γνωρίζουν έναν συγγραφέα ο οποίος μοιάζει να κατέχει πράγματι ένα κομμάτι, τουλάχιστον, της αλήθειας για το τι απέγιναν οι Ναΐτες και ποιο ήταν το μυστικό που φύλαξαν με τις ζωές τους, οδηγούμενοι στα βασανιστήρια και την πυρά, από τον βασιλιά της Γαλλίας. Μαγεύονται και μπαίνουν στον χορό, δημιουργώντας τη δική τους εκδοχή για την ιστορία, το δικό τους Σχέδιο - αλλά αυτό που ξεκίνησε ως πνευματικό παιχνίδι διανοουμένων καταλήγει σε μια άκρως επικίνδυνη εμπλοκή με τους αποκρυφιστικούς κύκλους.

Ελπίζω ότι χωρίς να σας κουράσω (πολύ) ή να σας ''κάψω'', απέδωσα υπερσυμπυκνωμένα τα όσα διαδραματίζονται στις σελίδες του ''Εκκρεμούς''. Οπωσδήποτε δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο - αλλά τίποτα εύκολο δεν μπορεί να είναι τόσο γοητευτικό! Ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκει την καθημερινότητα και τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του με την Ιστορία και η καταβύθιση στα σκοτεινά υπόγεια της απόκρυφης ερμηνείας του κόσμου. Τα ταξίδια στον χρόνο και την υδρόγειο και ο εγκιβωτισμός των διαφορετικών επιπέδων της πλοκής το ένα μέσα στο άλλο. Οι εικόνες που σε κατακλύζουν και οι χαρακτήρες, ακόμα και οι τριτεύοντες ή όσοι έρχονται ως φαντάσματα από το παρελθόν, ολοζώντανοι και σαιξπηρικοί. Η ευφυής γλώσσα - ένα ταχύρυθμο μάθημα σημειολογίας, και οι διακειμενικές αναφορές που δεν κουράζουν, αντιθέτως εμπλουτίζουν γόνιμα το κείμενο και τη φαντασία του αναγνώστη. Το λεπτό χιούμορ και η ειρωνική ματιά - όχι καυστική αλλά με την τρυφερότητα ενός συντρόφου, στον τρόπο σκέψης των διανοουμένων. Και τέλος, η απίστευτη τέχνη με την οποία συνθέτει όλα τα παραπάνω σε ένα απόλυτα απολαυστικό ανάγνωσμα!

Τι άλλο να πω; Απλά υποκλίνομαι και προσθέτω τούτο το τελευταίο: τα βιβλία είναι πόρτες και το ''Εκκρεμές'' είναι μια βιβλιοθήκη μέσα σε ένα βιβλίο, με τόσες πολλές πόρτες ώστε κάθε φορά που το διαβάζω ανακαλύπτω καινούριες.

    ---------------------------------------------------------------------------------------


«Το Εκκρεμές του Φουκό» 

Τον Φεβρουάριο του 1851, ο Φουκό παρουσίασε στην Μεσημβρινή Αίθουσα του Αστεροσκοπείου του Παρισιού, το πείραμα που αποδείκνυε την κίνηση της Γης γύρω από τον άξονά της. Η κατασκευή ήταν απλή. Μία μεταλλική σφαίρα κρεμόταν από ένα σκοινί πολλών μέτρων. Σε αδρανή κατάσταση, η μεταλλική μπάλα κρεμόταν κατακόρυφα. Η μπάλα σε κίνηση, περιστρεφόταν γύρω από την θέση ηρεμίας της σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Εάν η Γη δεν περιστρεφόταν, η σφαίρα θα κινούταν στην πάντα στην ίδια θέση.



 foucault2





Με αυτό τον τρόπο ο Φουκό έδειξε και απτά πλέον ότι η Γη κινείται. Εξαιτίας της κίνησης της Γης, το εκκρεμές ταλαντώνεται συνέχεια σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Αν θέσουμε την θέση εκκίνησης του εκκρεμούς στον Βόρειο Πόλο, η σφαίρα θα επιστρέψει στην θέση της έπειτα από 12 ώρες.





Εκκρεμές του Φουκώ στο Μουσείο Τεχνών και Επιτηδευμάτων (Arts et Metiers) στο Παρίσι




Η κίνηση του εκκρεμούς του Φουκώ όπως φαίνεται από σταθερό σημείο έξω από τη Γη


 Το εκκρεμές του Φουκώ είναι εκκρεμές με δυνατότητα ελεύθερης εκτέλεσης ταλαντώσεων. Η ελεύθερη μεταβολή του επιπέδου κίνησης του εκκρεμούς αποδεικνύει την κίνηση της γης. Την ονομασία του την πήρε από τον Γάλλο φυσικό Ζαν Μπερνάρ Λεόν Φουκώ που το πρωτοπαρουσίασε στο Παρίσι. Στους περισσότερους έγινε γνωστό από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο.

Το πείραμα

Για την κατασκευή του εκκρεμούς του Φουκώ αρκεί ένα αρκετά μακρύ σχοινί, ώστε να ελαττώνεται το φαινόμενο της μείωσης των ταλαντώσεων, και ένα βάρος, τέτοιο, ώστε να κρατάει το σχοινί τεντωμένο. Θέτουμε το εκκρεμές σε ταλάντωση στο Βόρειο πόλο. Αν η γη δεν έκανε περιστροφή τότε το εκκρεμές θα ταλαντώνονταν ακριβώς στο ίδιο κάθετο επίπεδο. Επειδή η γη κινείται, το κάθετο επίπεδο του εκκρεμούς στρέφεται αντίθετα από τη φορά κίνησης της γης, λόγω των δυνάμεων Κοριόλις. Εμφανίζεται σαν η γη να γυρίζει κάτω από το εκκρεμές, πράγμα που ακριβώς συμβαίνει. Η στροφή αυτή του επιπέδου θα κάνει έναν πλήρη κύκλο σε διάστημα μιας ημέρας ή μισό (οπότε θα φαίνεται σαν να έχει επανέλθει στην αρχική του θέση) σε 12 ώρες.

Το πείραμα αυτό το παρουσίασε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 1851, στη Μεσημβρινή Αίθουσα του Αστεροσκοπείου του Παρισιού ο Φουκώ. Το πείραμα επαναλήφθηκε μετά από μερικές εβδομάδες στο Πάνθεον του Παρισιού. Το 1851 ήταν πλέον αρκετά γνωστό ότι η γη κινείται, όμως το εκκρεμές του Φουκώ ήταν η πρώτη δυναμική απόδειξη.

                ----------------------------------------------------------------------


Η ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΦΛΟΓΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΛΟΑΝΑ (ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ)


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥ



«Έτσι έγινε και είδα το Εκκρεμές. Η σφαίρα αιωρείτο στο άκρο επιμήκους νήματος στηριγμένου στον τρούλο του χοροστασίου και έγραφε τις πλατιές ταλαντώσεις της με ισόχρονη μεγαλοπρέπεια. Εγώ ήξερα -αλλά και ο καθένας θα μπορούσε να το αντιληφθεί μέσα στη μαγεία εκείνης της ήρεμης ανάσας- ότι η περίοδος ρυθμιζόταν από τη σχέση ανάμεσα στην τετραγωνική ρίζα του μήκους του νήματος και σ’ εκείνο τον αριθμό που, με τρόπο παράλογο για τις γήινες διάνοιες, συνδέει αναπότρεπτα χάρη στη θεία φρόνηση την περιφέρεια με τη διάμετρο όλων των δυνατών κύκλων - ώστε ο χρόνος του ταξιδιού από τον έναν πόλο στον άλλο να είναι αποτέλεσμα μυστηριώδους συνωμοσίας των πιο άχρονων  μέτρων της μοναδικότητας του σημείου εξάρτησης της δυαδικότητας μιας αφηρημένης διάστασης, της τριαδικής φύσης του αριθμού, του μυστικού τετραγώνου της ρίζας της τελειότητας του κύκλου».
Για πολλούς το αριστούργημα των 900 και πλέον σελίδων του Ουμπέρτο Έκο, «Το εκκρεμές του Φουκώ» έχει υπάρξει το προσωπικό τους ευαγγέλιο. Και μάλλον δικαίως αφού σχεδόν όλη η παγκόσμια ιστορία, από την εποχή των σταυροφοριών στη Μέση Ανατολή μέχρι τη δεκαετία του '70 στην Ιταλία, χρησιμοποιείται ως υλικό της πλοκής ή ορθότερα ως μια τράπουλα που τα χαρτιά της ανακατανέμει ο συγγραφέας, στην προσπάθειά του να δώσει μια ερμηνεία του μέλλοντος αλλά και του παρελθόντος
Το πολυεπίπεδο και λαβυρινθώδες, αλλά με δομή στέρεα, αριστοτεχνική και άκρως εντυπωσιακή, μυθιστόρημα ταξιδεύει τον αναγνώστη στο χρόνο αποκαλύπτοντας έναν ολόκληρο κόσμο από μυστικές αδερφότητες υπόγειες κοινωνίες, πλεκτάνες και συνωμοσίες μέσα από την χαρισματική γραφή του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα.

«Το Εκκρεμές μου έλεγε ότι μολονότι όλα κινούνται, η υδρόγειος σφαίρα, το ηλιακό σύστημα, τα νεφελώματα, οι μαύρες τρύπες και όλα τα τέκνα της κοσμικής εκπόρευσης, από τα πρώτα θεία όντα ως την πιο ιξώδη ύλη, ένα μοναδικό σημείο παρέμενε ιδεατός πίρος, σφήνα, γάντζος και άφηνε το σύμπαν να κινείται γύρω του. Και τώρα εγώ συμμετείχα σ’ αυτή την υπέρτατη εμπειρία, εγώ που επίσης κινιόμουν μέσα στα πάντα μαζί τους, μπορούσα να δω Εκείνο, το Ακίνητο, το Φρούριο, την Εγγύηση, την ολόφωτη αχλή που δεν είναι σώμα, δεν έχει σχήμα, μορφή, βάρος, ποσότητα ή ποιότητα και δεν βλέπει, δεν νιώθει, δεν υποκύπτει στο συναίσθημα, δεν βρίσκεται σε ένα τόπο ή σε χώρο και χρόνο, δεν είναι ψυχή, διάνοια, φαντασία, γνώση, αριθμός, τάξη, μέτρο, ουσία, αιωνιότητα, δεν είναι σκοπός, ούτε φως, δεν είναι λάθος και δεν είναι αλήθεια»…
Τρεις  επιμελητές εκδόσεων στο Μιλάνο της δεκαετίας του ’70 αρχίζουν να εντρυφούν στις απόκρυφες επιστήμες, τα εσωτερικά τάγματα και τις ποικίλες κοσμικές συνωμοσίες.
Στην ιταλική πόλη, μέσα στο κλίμα των πολιτικών συγκρούσεων εκείνης της εποχής – «αν δεν ήταν επανάσταση, ήταν οπωσδήποτε η καλύτερη απομίμησή της», αναφέρει χαρακτηριστικά ο αφηγητής και βασικός ήρωας - ένας υποψήφιος διδάκτορας της Ιστορίας που μελετά τους Ναΐτες ιππότες συναντά τυχαία έναν επιμελητή εκδόσεων. Ο επιμελητής που εργάζεται σε έναν  ιδιόρρυθμο εκδοτικό οίκο που ασχολείται κυρίως με τον αποκρυφισμό, του προτείνει να συνεργαστούν σε μια καινούρια σειρά βιβλίων με ανάλογο θέμα.

Οι δύο τους επιδίδονται στην ανάγνωση χιλιάδων χειρογράφων  μέχρι που στην ομάδα προστίθεται και ένας ακόμα μελετητής της Καμπάλα που μετατρέπεται σε έναν μυστηριώδη  σύμβουλο.
Στην προσπάθειά τους να βάλουν τάξη στο χάος επιλέγοντας τα πιο εμπεριστατωμένα χειρόγραφα, έρχονται σε επαφή με έναν συγγραφέα, ο οποίος μοιάζει να κατέχει πράγματι κάποιες γνώσεις γύρω από το τι έγιναν οι Ναΐτες καθώς και το ποιο ήταν το μυστικό που φύλαξαν με τις ζωές τους, οδηγούμενοι στα βασανιστήρια και την πυρά, από τον βασιλιά της Γαλλίας.
«Μετάνιωσα. Κατά βάθος ζούσα δύο χρόνια με τους Ναΐτες και τους αγαπούσα. Οι συνομιλητές μου, εκβιάζοντάς με το σνομπισμό τους με έκαναν να τους παρουσιάσω σαν ήρωες των κόμικς. Ίσως να έφταιγε ο Γουλιέλμος του Τύρου, ο δόλιος ιστοριογράφος. Δεν ήταν έτσι οι ιππότες του Ναού, ήταν γενειοφόροι και αστραφτεροί με ωραίους κόκκινους σταυρούς στους χιονόλευκους μανδύες τους, γύριζαν γύρω γύρω με τα άλογα στη σκιά του ασπρόμαυρου λαβάρου τους, του Μποσεάν, ταγμένοι – αξιοθαύμαστα 0 στη γιορτή του θανάτου και της τόλμης, και ο ιδρώτας που έλεγε ο άγιος Βερνάρδος ήταν ίσως ένα μπρούντζινο στίλβωμα που χάριζε σαρκαστική ευγένεια στο τρομερό τους χαμόγελο, καθώς σκόπευαν να γιορτάσουν τόσο σκληρά τον αποχαιρετισμό στη ζωή…»

Ώσπου, αποφασίζουν να επινοήσουν τη δική τους εκδοχή για την ιστορία, το δικό τους μυστικό Σχέδιο. Κάποιος, όμως, τους παίρνει στα σοβαρά με αποτέλεσμα αυτό που ξεκίνησε ως πνευματικό παιχνίδι διανοουμένων να καταλήξει σε μια άκρως επικίνδυνη εμπλοκή με τους αποκρυφιστικούς κύκλους.
Γνωστικοί, Καββαλιστές, Ναΐτες, Τέκτονες, Illuminati, Ροδόσταυροι και άλλοι συνόδευαν τη δράση και τις πρακτικές τους από παραδοξότητες, μυθεύματα, παρερμηνείες, νύξεις και προκαταλήψεις, μέχρι κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας, υπαινιγμούς και αινίγματα... Το κυνήγι της αλήθειας και της ανώτερης γνώσης, της απόκτησης δύναμης και της παρεπόμενης εξουσίας δεν έπαψε -στην πάροδο του χρόνου- να είναι η σταθερή επιδίωξη διαφόρων ομάδων, οι οποίες με τη μία ή την άλλη πρόφαση διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα της ισχύος.
Η μακρά φιλοσοφική παράδοση στην αναζήτηση της γνώσης και της αλήθεια είναι και ο χώρος στον οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα που αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βιβλία μυθοπλασίας που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα.

Ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας εμπλέκει την καθημερινότητα και τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του με την Ιστορία και η καταβύθιση στα σκοτεινά υπόγεια της απόκρυφης ερμηνείας του κόσμου, τα ταξίδια στον χρόνο και την υδρόγειο και ο εγκιβωτισμός των διαφορετικών επιπέδων της πλοκής η ευφυής γλώσσα, το λεπτό χιούμορ και η ειρωνική ματιά καθώς και  η απίστευτη τέχνη με την οποία συνθέτει όλα τα παραπάνω δημιουργούν ένα απόλυτα απολαυστικό ανάγνωσμα.
Το εκκρεμές του Φουκώ είναι ένα ευφυές, πολυσύνθετο έργο που αν και δημοσιεύτηκε το 1988, είναι πρωτοποριακό, περίτεχνο και απαιτητικό αφού συνδυάζει την εντυπωσιακή πλοκή μυστηρίου, με μία πλειάδα ιστορικών στοιχείων και υποσημειώσεων που μέσα από την ακρίβεια και την πιστότητα της καταγραφής τους, αναδεικνύουν μία σειρά από θέματα: τη σημασία της ερμηνείας, τη μανία της εξουσίας και το τίμημα της γνώσης.

Και όλα αυτά μέσα από μία συναρπαστική περιδιάβαση σε έναν αινιγματικό, μισοσκότεινο και παράξενα γοητευτικό κόσμο απόκρυφων μηνυμάτων, αναπόδραστων Σχεδίων και -πάνω απ’ όλα- θανάσιμα επικίνδυνων μυστικών...
Αν και παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με το «Όνομα του Ρόδου», που κυρίως σχετίζονται με την περίοδο που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, στην ουσία έχει τεράστιες διαφορές. Το Εκκρεμές  του Φουκώ που πρωτοκυκλοφόρησε στο εξωτερικό το 1988, ήταν από τα πρώτα βιβλία μιας μυθοπλαστικής τάσης που επικράτησε παγκοσμίως από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η ειδοποιός διαφορά του όμως έγκειται στο γεγονός πως  ο Ουμπέρτο Έκο μελετά πολύ σοβαρά όλα αυτά τα  καταφέρνοντας πέρα από τη μυθοπλασία να χαρίσει στο μυθιστόρημα  και την αξία ιστορικής μελέτης.

eco2


   -------------------------------------------------------------------------------------



Απόσπασμα από το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, "Το εκκρεμές του Φουκώ"


“…. Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί".
"Εξαιρείται κανείς;"
"Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Όλοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί.
Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος ειν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους".
"Idealtypen".
"Μπράβο. Ξέρετε και γερμανικά;"
"Κουτσά στραβά για τις βιβλιογραφίες".
"Στην εποχή μου, όποιος ήξερε γερμανικά δεν έπαιρνε πτυχίο. Περνούσε τη ζωή του ξέροντας γερμανικά. Νομίζω ότι σήμερα το ίδιο συμβαίνει με τα κινέζικα".
"Δεν τα ξέρω αρκετά καλά κι έτσι θα πάρω πτυχίο. Ας γυρίσουμε και πάλι όμως στην τυπολογία σας. Τι είναι η μεγαλοφυία, ο Αινστάιν, ας πούμε;".
"Μεγαλοφυής είναι αυτός που επιστρατεύει ένα απ’ αυτά τα συστατικά κατά ιλιγγιώδη τρόπο, τρέφοντας το με τα υπόλοιπα".
Ήπιε. Είπε: "Καλησπέρα κούκλα. Ακόμα δεν αποπειράθηκες ν αυτοκτονήσεις;".
"Όχι", απάντησε η κοπέλα που περνούσε, "τώρα ανήκω σε μια ομάδα".
"Μπράβο", της είπε ο Μπέλμπο. Στράφηκε προς το μέρος μου: "Μπορούν να γίνουν και ομαδικές αυτοκτονίες, δεν νομίζετε;".
"Οι τρελοί όμως;".
"Μη νομίσετε ότι η θεωρία μου είναι πανάκεια. Δεν πάω να τακτοποιήσω το σύμπαν. Λέω τι σημαίνει τρελός για έναν εκδοτικό οίκο. Η θεωρία μου είναι ad hoc, εντάξει;".
"Εντάξει. Σειρά μου να κεράσω".
"Σύμφωνοι. Πυλάδη, σας παρακαλώ, λιγότερο πάγο. Αλλιώς μπαίνει αμέσως στην κυκλοφορία. Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά".
"Πώς γίνεται;".
"Αυτός τα καταφέρνει. Γι αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι".
"Ας τον αφήσουμε".
"Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι".
"Τι εννοείτε;".
"Αυτό". Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. "Σκοπεύει να μιλήσει γι αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;".
"Καταλαβαίνω. Τους ξέρω".
"Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν, ή μάλλον μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;".
"Εγώ ναι".
"Ανόητος είναι ο Ιωακείμ Μουρά που επιθεωρεί τους αξιωματικούς του και ανάμεσα τους βλέπει έναν από τη Μαρτινίκα γεμάτο παράσημα. "Vous etes negre?", τον ρωτά. Κι εκείνος: "Oui, mon general". Κι ο Μουρά: "Bravo, bravo, continuez!" (-Είστε νέγρος; -Μάλιστα στρατηγέ μου –Μπράβο, μπράβο, συνεχίστε!) Και ούτω καθ' εξής. Με παρακολουθείτε; Συγγνώμη αλλ απόψε γιορτάζω μια ιστορική απόφαση της ζωής μου. Εκοψα το ποτό. Ένα ακόμη; Δεν απαντάτε, με κάνετε να νιώθω ένοχος. Πυλάδη!".
"Και ο βλάκας;".
"Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι".
"Πράγμα που ισχύει".
"Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους".
"Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί".
"Κατ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;".
" Όλοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι".
"Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ένας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν ασχολείται μαζί τους ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί ν αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;".
"Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα".
"Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου".
"Διαμάχη μεταξύ βλακών".
"Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου".
"Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες".

"Δεν υπάρχει διαφυγή. Όλοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας".
"Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ".
"Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!"
"Μα είναι η σειρά μου".
"Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια".
"Αυτό είναι βλακώδες".
"Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε κι αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης".
"Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;".
"Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ενας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ".
"Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές, όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;".
"Θεέ μου – είναι η ώρα να το πω… Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;"
"Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους".
"Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;".
"Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά".
"Ε, ναι, η βλακεία μας περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου".
"Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας".
"Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης".
"Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δεν φτάσαμε ακόμα στους τρελούς".
"Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναίτες".
"Πάντα;".
"Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναίτες αλλά οι τρελοί με τους Ναίτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Έγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναίτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;".
"Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί".
"Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη".
"Γιατί μ εμπιστεύεστε;".
"Ποιος είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια".


                       =====================================



Ουμπέρτο Έκο (Umberto Eco): "Μπαουντολίνο"

Ο Μπαουντολίνο του Ουμπέρτο Έκο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2001 και είναι ένα χειμαρρώδες μυθιστόρημα, για το οποίο δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς, γιατί δεν ξέρει για ποιο απ’ όλα τα θέματά του να μιλήσει, ποια στοιχεία του να αναφέρει και ποια να αφήσει απ’ έξω. Πράγματι, είναι πάρα πολλά τα θέματα που θίγονται, πολλοί οι χαρακτήρες, πολλά και τα γεγονότα που διαδραματίζονται. Επιπλέον, όλα μοιάζουν να λειτουργούν σε δύο επίπεδα σ’ αυτό το βιβλίο.

Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που περιγράφει τη ζωή του κεντρικού ήρωα Μπαουντολίνο, ενός μικρού κατεργάρη, που του αρέσει να λέει ψέματα για να εντυπωσιάσει τους άλλους και έχει επίσης ένα μεγάλο προτέρημα: καταφέρνει να μάθει να συνεννοείται σε μια ξένη γλώσσα μόνο και μόνο ακούγοντας δύο ομιλητές της γλώσσας αυτής να μιλάνε μεταξύ τους.

Ο Μπαουντολίνο γεννήθηκε το 1142 μΧ, στην Φρασκέτα της Ιταλίας, που αργότερα ονομάστηκε Αλεξάνδρεια. Ολόκληρο το μυθιστόρημα, όμως, ξεκινάει το 1204 στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Μπαουντολίνο, 62 ετών, σώζει τη ζωή ενός ιστορικού του Βυζαντίου, του Νικήτα Χωνιάτη και από αυτή τη στιγμή αρχίζει να του εξιστορεί τη ζωή του.

Έτσι, ο Έκο μας κάνει να παρακολουθούμε από κοντά δύο εποχές, το 1204 στην Κωνσταντινούπολη, όπου έχουμε την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους. Η άλλη εποχή είναι από το 1155 περίπου και μετά, όπου ο Μπαουντολίνο γοήτευσε τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο με κάποιο ψέμα του και υιοθετήθηκε απ’ αυτόν.

Η ζωή του Μπαουντολίνο είναι πολυτάραχη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Φυσικά, ο Μπαουντολίνο είναι ένα μυθοπλαστικό πρόσωπο, που όμως ο Έκο τον χρησιμοποιεί για να μας μιλήσει για υπαρκτά πρόσωπα και πραγματικά γεγονότα. Ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος, μεταξύ άλλων, ήταν πρόσωπο υπαρκτό.

Το βιβλίο το βρήκα λίγο κουραστικό στην αρχή και πολύ λεπτομερειακό. Και δεδομένου ότι είναι 600 σελίδες, σκεφτόμουν ότι αυτό θα είναι το μοναδικό μου ανάγνωσμα αυτό το καλοκαίρι. Όμως, τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου έτσι. Από τη μέση και μετά αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον και από μόνο του σε τραβάει να το διαβάσεις. Το τέλος του είναι εντελώς απροσδόκητο, όσο πονηρεμένος κι αν είναι κανείς, με πολλές ανατροπές και εκπλήξεις.

Ένα από τα κυρίαρχα θέματα του βιβλίου είναι τα ψέματα, και πώς αυτά, ειπωμένα στις κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να γράψουν ακόμα και ιστορία. Ένα εξίσου σημαντικό θέμα είναι η ύπαρξη στόχου στη ζωή του ανθρώπου. Και τέλος, ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στα έργα του Έκο εμφανίζεται και εδώ και αφορά τη δύναμη των ιστοριών, των αφηγημένων ιστοριών, είτε προφορικών, είτε γραπτών.

Η γενικότερη αίσθησή μου ήταν ότι διάβασα ένα πολύ ψαγμένο και καλοδουλεμένο μυθιστόρημα, πολύ καλύτερο από το Νησί της Προηγούμενης Μέρας που διάβασα πριν μερικά χρόνια.




   --------------------------------------------------------------------------------


Η άγνωστη σχέση του Ουμπέρτο Έκο με την Ελλάδα


Η άγνωστη σχέση του Ουμπέρτο Εκο με την Ελλάδα



 Ο Ουμπέρτο Εκο σε μία από τις πολλές επισκέψεις του στην Αθήνα, ατενίζει το Ηρώδειο...
 Ο Ουμπέρτο Εκο σε μία από τις πολλές επισκέψεις του στην Αθήνα, ατενίζει το Ηρώδειο...


Τα Αρχαία Ελληνικά, ο Αριστοτέλης και η Πάτμος

Μιλούσε Αρχαία Ελληνικά και κατ' επανάληψη έλεγε πως πάντοτε «ονειρεύεται να επιστρέφει στην Ελλάδα». Εξάλλου είχε έρθει πολλές φορές, για να επισκεφθεί την Αθήνα και την Ακρόπολη αλλά και για να γίνει επίτιμος διδάκτορας του ελληνικού Πανεπιστημίου.
Ο Σταυρός των Δωδεκανήσων, με τον οποίο τιμήθηκε στο σπήλαιο της Πάτμου, ήταν η συνεχής αναφορά του σε κάθε βράβευση και η σκιά του νησιού υπήρξε εμφανής στο έργο του. Όχι μονάχα στη δική του «Αποκάλυψη του Ιωάννη», αλλά και στα δύο από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματά του: Στο «Όνομα του Ρόδου» και στο «Κοιμητήριο της Πράγας».
Στα μυθιστορηματικά μοναστήρια του το μεγάλο μοναστήρι της Πάτμου περιέγραφε. Και την πλοκή του στο πρώτο τη στήριζε φιλοσοφικά στο «Περί Κωμωδίας» του Αριστοτέλη: «Το 1980 κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα μυθιστόρημα που θα γινόταν μέσα σε λίγα χρόνια μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες.
Τίτλος του «Το όνομα του ρόδου» και συγγραφέας του ο Ουμπέρτο Εκο», γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης σε άρθρο του που έχει για τίτλο «Πώς ο δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα, ο μεγάλος δάσκαλος της Ευρώπης»: «Ηταν ένα μυθιστόρημα ασυνήθιστο και η επιτυχία του, λένε, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σοφή αστυνομική πλοκή του, στο ότι οι χαρακτήρες του είναι τόσο φανταστικά όσο και πραγματικά πρόσωπα, δίνοντάς μας μια εντυπωσιακή εικόνα της μεσαιωνικής Ευρώπης μέσω της μυθοπλασίας.
Πέραν όμως αυτών, με το βιβλίο του ο ευφυέστατος Ιταλός είχε την ευκαιρία, διεισδύοντας στη μεσαιωνική σκέψη, να μας παρουσιάσει τη μέθοδο των σχολαστικών: του Φραγκίσκου της Ασίζης, του Θωμά Ακινάτη και άλλων, δηλαδή εκείνων που μελέτησαν και ερμήνευσαν το έργο του Αριστοτέλη.
Άλλωστε, η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στις αρχές του 14ου αιώνα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων, στο οποίο βρισκόταν το χαμένο χειρόγραφο του δεύτερου μέρους της ''Ποιητικής'' του Αριστοτέλη - ενώ το διασωζόμενο πρώτο αναφέρεται στην τραγωδία, το δεύτερο αφορά την κωμωδία [...].
Πέρα από αυτά τα συναρπαστικά, προκύπτει και ένα άλλο συμπέρασμα: ότι η Ευρώπη καθ' όλη τη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα υπήρξε αριστοτελική. Αλλά σε μεγάλο βαθμό και αργότερα, έως τα τέλη του 16ου αιώνα, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας, αν ανατρέξει στις σχετικές μελέτες».
Όμως ο Έκο, εκτός από την αρχαία ελληνική γραμματεία αναφερόταν συχνά στην αρχαία ελληνική μυθολογία και την αρχαία ελληνική τραγωδία, ιδιαιτέρως στη Μήδεια. Την οποία θεωρούσε σπουδή στη γυναικεία και την ανθρώπινη φύση, στον έρωτα, στην παραφορά και τη ζήλια.

       
Umberto Eco 04.jpg




Γέννηση
         
5 Ιανουαρίου 1932

Τόπος γέννησης
         
Αλεσσάντρια

Θάνατος
         
19 Φεβρουαρίου 2016

Τόπος θανάτου
         
Μιλάνο

Υπηκοότητα
         
Ιταλία

Σύζυγος
         
Ρενάτε Ράμγκε

Επάγγελμα/
ιδιότητες
         
φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος,δοκιμιογράφος, παιδαγωγός,σεναριογράφος, μεταφραστής,καθηγητής και σημειολόγος

Βραβεύσεις
         
Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, Ταξιάρχης των Τεχνών και των Γραμμάτων, Τάγμα της Αξίας για τις Τέχνες και Επιστήμες, Κρατικό Βραβείο της Αυστρίας για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με αστέρα, Βραβείο Πριγκίπισσα της Αστουρίας για την Επικοινωνία και την Ανθρωπιστική Δράση (2000), Pour le Mérite, Επίτιμο διδακτορικό (8 Μαΐου 1993), Επίτιμο διδακτορικό (23 Μαΐου 2002), Επίτιμο διδακτορικό (2009), Prix Médicis for foreign literature (1982) και Βραβείο Στρέγκα (1981)





















Από το 1975 κατείχε την έδρα του Καθηγητή Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, ενώ από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Ήταν συγγραφέας πολλών μελετών και δοκιμίων, που έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες ανά τον κόσμο. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1965, ενώ το 1980 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα (Το όνομα του Ρόδου), που τιμήθηκε με το βραβείο Strega (1981), και το Medicis Etranger (βραβείο που δίνεται στον καλύτερο ξένο λογοτέχνη στην Γαλλία) το 1982.
Λέγεται ότι το επώνυμο Έκο είναι το αρκτικόλεξο των λατινικών λέξεων Ex Coelis Oblatus, που σημαίνει «θεϊκό δώρο».

Ο Έκο γεννήθηκε στην Αλεσσάντρια του Πιεμόντε το 1932. Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Έκο και η μητέρα του μετακόμισαν σε ένα χωριό στα βουνά του ιταλικού βορρά. Εκεί ο μικρός Ουμπέρτο παρακολουθούσε τις μάχες ανάμεσα στους φασίστες και στους παρτιζάνους με ανάμεικτα συναισθήματα - συνεπαρμένος μεν από τη δράση, αλλά και εν μέρει ευγνώμων που ήταν τόσο πολύ μικρός για να αναμειχθεί. Ο ίδιος θυμάται εκείνη την εποχή «σαν ένα μικρό γουέστερν. Αυτοί οι λόφοι είναι στη μνήμη μου το θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στις οποίες ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, στην ηλικία των 12 ετών».

Μετά τις πιέσεις του πατέρα του, πήγε να σπουδάσει Νομική στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, αλλά εγκατέλειψε αυτόν τον τομέα και ακολούθησε σπουδές Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας. Έγινε διδάκτορας Φιλοσοφίας το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Αυτό το θέμα αποτέλεσε και το αντικείμενο του πρώτου του βιβλίου «Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη». Στη διάρκεια των σπουδών του ο Έκο έπαψε να πιστεύει στον Θεό και εγκατέλειψε την Καθολική εκκλησία.

Μετά τις σπουδές άρχισε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία και, παράλληλα, δέχθηκε την θέση του Διευθυντή Πολιτιστικού Προγράμματος στην Κρατική Ιταλική Τηλεόραση (RAI). Αυτή η θέση του έδωσε την ευκαιρία να δει την κοινωνία μέσα από τα μάτια των ΜΜΕ, που τότε μονοπωλούνταν και ελέγχονταν από την κυβέρνηση.

Το 1959 ο Έκο έχασε τη δουλειά του στη RAI, γεγονός που δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, γιατί έτσι βρήκε χρόνο για να ασχοληθεί περισσότερο με το γράψιμο και τις διαλέξεις. Με το δεύτερο βιβλίο του («Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα») απέδειξε στον πατέρα του ότι βρήκε τον δρόμο του στη ζωή (και τη δουλειά που του ταίριαζε) μέσα από τη λογοτεχνία.

Τον ίδιο χρόνο έγινε γενικός επιμελητής του μη λογοτεχνικού τομέα του εκδοτικού οίκου Bompiani στο Μιλάνο και άρχισε να γράφει τη στήλη «Diario Minimo» («ελάχιστο ημερολόγιο») στην εφημερίδα «Il Verri». Μέσα από τη στήλη αυτή οι απόψεις του για την γλωσσολογία και την κοινωνική πραγματικότητα μπήκαν στα σπίτια των Ιταλών. Μέσα από τη στήλη αυτή άρχισε να εστιάζει το ενδιαφέρον του και να εκλεπτύνει τις απόψεις του στη σημειολογία.

Με τα ακαδημαϊκά γραπτά του ο Έκο εστιάζει στη σημειολογία και στις επιπτώσεις της στην κοινωνία. Μελέτησε σε βάθος τις κοινωνίες από τον Μεσαίωνα ως σήμερα και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στις γλώσσες, στα σύμβολα και στην κοινωνική ανάπτυξη. Έγραψε δεκάδες δοκίμια («Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία», «Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας», «Κήνσορες και θεράποντες» (πρωτότυπος τίτλος στα ιταλικά «apocalittici e integrati»), «Ο υπεράνθρωπος των μαζών», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η Αποκάλυψη του Ιωάννη», «Πέντε ηθικά κείμενα», «Δεύτερο ελάχιστο ημερολόγιο», «Η ποιητική του Τζέιμς Τζόις», «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» κ.ά.), ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες. Ό,τι δεν είναι ατομικό και παίρνει πολιτικό χαρακτήρα (πολιτικό, με την έννοια της ενασχόλησης με τα κοινά, όχι κομματικό) ήταν αντικείμενο που τον ενδιέφερε και το μελετούσε. Τα αποτελέσματα των μελετών αυτών ήταν που δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά. Η ευρύτητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκε του χάρισαν το προσωνύμιο "tuttografo" (= παντογράφος).

Από το 1962 ως το τέλος του 1970 ο Έκο ανέπτυξε τη δική του θεωρία στη σημειολογία. Το 1965 εξελέγη καθηγητήςΟπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου και έγινε καθηγητής της Σημειολογίας στο εκεί πολυτεχνείο. Το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον άρχισε να στρέφεται στις πολιτιστικές μελέτες και άρχισε να ερευνά τον ρόλο της γλώσσας και της λογοτεχνίας στην κοινωνία, καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στη λογοτεχνία και τη γλώσσα. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του Τακτικού Καθηγητή της Σημειολογίας. Το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.
Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε η δεκαετία του 1970 στην ιταλική κοινωνία επηρέασαν και τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο. Άρχισε, λοιπόν, να γράφει μυθιστορήματα (Το όνομα του Ρόδου - 1980, Το Εκκρεμές του Φουκώ - 1988, Το νησί της προηγούμενης μέρας - 1994, Μπαουντολίνο - 2001, Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα - 2006, Το κοιμητήριο της Πράγας - 2010, Το φύλλο μηδέν- 2015). Όταν έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Το όνομα του Ρόδου», οι εκδότες του υπολόγιζαν τις πωλήσεις γύρω στα 30.000 αντίτυπα. Δεν φαντάζονταν ποτέ τις πωλήσεις 9.000.000 αντιτύπων που σημείωσε τελικά το βιβλίο παγκοσμίως, κάνοντας τον συγγραφέα γνωστό στον εξωακαδημαϊκό κόσμο.

Ο Έκο γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, τις οποίες χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του έως τον θάνατό του κέρδισε πολλές τιμητικές διακρίσεις και είχε δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Ζούσε με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους, άλλοτε στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα δαιδαλώδες διαμέρισμα με βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων ) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι (ένα τεράστιο κτήμα του 17ου αιώνα, στο οποίο παλιά στεγαζόταν ένα σχολείο Ιησουιτών).
Ο Έκο ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και αριστερός, με φανερή συμπάθεια στα αριστερά κόμματα. Παρόλα αυτά ποτέ δεν είχε ενταχτεί σε κανένα κόμμα, δείγμα της αδογμάτιστης και αδούλωτης προσωπικότητάς του.
Εργογραφία

Δοκίμια-Μελέτες

Opera aperta (Ανοιχτό έργο)
Apocalittici e integrati (Αποκαλυπτικά και ακέραια, στα ελληνικά με τίτλο "Κήνσορες και θεράποντες")
La poetiche di Joyce (Η ποιητική του Τζόις)
La struttura assente (Η απούσα δομή)
Il problema estetico in Tommaso d’ Aquino (Το αισθητικό πρόβλημα στον Θωμά Ακινάτη)
Le forme del contenuto (Οι μορφές του περιεχομένου)
Trattato di semiotica generale (Πραγματεία γενικής Σημειωτικής)
Come si fa una tesi di laurea (Πώς γίνεται μια διδακτορική διατριβή)
Il superuomo di massa (Ο υπεράνθρωπος της μάζας)
A passo di gambero (Με το βήμα του κάβουρα)
Le bustine di Minerva ― ελλην.μετάφρ.Θόδωρου Ιωαννίδη με τον τίτλο "Σημειώματα"(Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης)

Λογοτεχνικά έργα

Il nome della rosa (1980) (Το όνομα του Ρόδου). Συνοδεύτηκε από το "Επιμύθιο στο όνομα του Ρόδου".
Il pendolo di Foucault (1988) (To Εκκρεμές του Φουκώ)
L’ isola del giorno prima (1994) (Το νησί της προηγούμενης ημέρας)
Baudolino (2000) (Μπαουντολίνο)
La misteriosa fiamma della regina Loana (2004) (Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα)
Il Cimitero di Praga (2010) (Το κοιμητήριο της Πράγας)
Numero Zero (2015) (Φύλλο Μηδέν) Εκδόσεις Ψυχογιός
Σχεδόν όλα τα έργα του - λογοτεχνικά και μη - κυκλοφορούν μεταφρασμένα και στα ελληνικά, με κυριότερη μεταφράστρια την Έφη Καλλιφατίδη από τους εκδοτικούς οίκους "Γνώση", "Μαλλιάρη" "Ελληνικά Γράμματα" και "Ψυχογιό".


book


   ----------------------------------------------------------------------------------


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ουμπέρτο Εκο: «Μας τρέφουν οι θεωρίες συνωμοσίας»

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  03/04/2011 

ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ




Ουμπέρτο Εκο: «Μας τρέφουν οι θεωρίες συνωμοσίας»


Ο Ιταλός συγγραφέας μιλάει αποκλειστικά στο «Βήμα» για τον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό και την επίδραση των χαλκευμένων «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών» στην εποχή μας.

Τριάντα χρόνια μετά το «Όνομα του ρόδου» που υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες παγκοσμίως (και στη χώρα μας), και αφού μεσολάβησαν στο μεταξύ άλλα τέσσερα μυθιστορήματα, ο Ουμπέρτο Εκο εξέδωσε τον περασμένο Οκτώβριο το «Κοιμητήριο της Πράγας»που θα κυκλοφορήσει στις 8 Απριλίου και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Εφης Καλλιφατίδη. Ο Εκο μας μεταφέρει τώρα στον 19ο αιώνα των συνωμοσιών και των κατασκόπων δίνοντάς μας την εξαίρετη τοιχογραφία μιας άλλης Ευρώπης και του πώς ο αντισημιτισμός της εποχής κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της κουλτούρας της.

Πώς δημιουργήθηκαν τα πλαστά «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» από την Οχράνα, τη μυστική αστυνομία του τσάρου, και πώς σε τούτο το κλίμα κινήθηκαν κατάσκοποι, δολοφόνοι, ελευθεροτέκτονες, μέλη αποκρυφιστικών οργανώσεων αλλά και της Καθολικής Εκκλησίας. Στο Παρίσι, στην Ιταλία, στην Πράγα εκτυλίσσεται η υπόθεση αυτού του συναρπαστικού βιβλίου που διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά και σαν περιήγηση στη σκοτεινή πλευρά του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, ο οποίος στοίχειωσε και τον επόμενο. Επικοινωνήσαμε με τον συγγραφέα που με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά μάς παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί αποκλειστικά για «Το Βήμα».

- Στο τελευταίο σας μυθιστόρημα «Το Κοιμητήριο της Πράγας» αναφέρεστεανάμεσα στα άλλα στην πλαστογραφία,στους ελευθεροτέκτονες και στην ένωση της Ιταλίας.Το κέντρο του μυθιστορήματος όμως νομίζω ότι είναι ο αντισημιτισμός.Πώς επηρέασε ο αντισημιτισμός τη ζωή και την κουλτούρα της σύγχρονης Ευρώπης; 

«Ο αντισημιτισμός σήμερα μοιάζει να μην είναι όσο ισχυρός υπήρξε πριν από τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο (με εξαίρεση προφανώς τις αραβικές χώρες όπου παραμένει αξεδιάλυτα αναμεμειγμένος με τον αντισιωνισμό). Αυτό όμως φοβάμαι πως είναι μόνο μια ψευδαίσθηση. Για τούτο είναι σημαντικό να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε εναντίον του ρατσισμού». 
- Χαρακτηρίζετε τον Σιμόνε Σιμονίνι,τον κεντρικό- φανταστικό- χαρακτήρα του βιβλίου σας,«τον πιο μισητό άνθρωπο στον κόσμο».Πώς τον συνδέετε με τα άλλα,υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα του μυθιστορήματος; 

«Ο παππούς Σιμονίνι υπήρξε ιστορικός χαρακτήρας ή τουλάχιστον υπάρχει ένα ιστορικό ντοκουμέντο, μια επιστολή προς τον ηγούμενο Μπαρουέλ υπογεγραμμένη από τον κάπτεν Σιμονίνι, όπως λέω στο μυθιστόρημά μου. Ο εγγονός του Σιμονίνι είναι ο μόνος φανταστικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου, στον οποίο απέδωσα πράξεις που έγιναν όντως από ιστορικά πρόσωπα». 

- Η υποτιθέμενη συνάντηση των Σοφών της Σιών έλαβε χώρα στο εβραϊκόκοιμητήριο της Πράγας.Υπάρχει κάποιο υπόβαθρο γι΄ αυτό; 

«Η συνάντηση στο κοιμητήριο της Πράγας εφευρέθηκε από τον Γκέντσε (έναν πραγματικό γερμανό κατάσκοπο και πλαστογράφο) στο μυθιστόρημά του Βiarritz. Στο δικό μου μυθιστόρημα λέω, αντιθέτως, πως εφευρέθηκε από τον Σιμονίνι και στη συνέχεια αντιγράφηκε από τον Γκέντσε. Εκείνο που αληθεύει ιστορικά είναι πως η συνάντηση αυτή αναφέρθηκε ως πραγματική από πολλές πηγές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, σε όλες τις περιπτώσεις που περιλαμβάνω στο μυθιστόρημα. Επιπλέον, πολλές από τις προθέσεις που αποδίδονται στους Εβραίους στο κοιμητήριο κατά κάποιον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν στα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών». 

- Είναι αυτό μια μεταφορά για όσα συμβαίνουν σήμερα; 

«Νομίζω ότι κάθε μυθιστόρημα συνιστά μια μεταφορά για τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Συν τοις άλλοις όλες οι μηχανορραφίες που αποδίδω στους πλαστογράφους και στις μυστικές υπηρεσίες του 19ου αιώνα είναι ίδιες με αυτές των οποίων είμαστε μάρτυρες σήμερα (λ.χ. η περίπτωση με τα WikiLeaks)». 

- Έχετε γράψει παλαιότερα ένα συναρπαστικό δοκίμιο με τίτλο «Ψευδή Πρωτόκολλα».Αυτό ήταν ο πυρήνας του μυθιστορήματός σας; 

«Λίγο-πολύ, ναι». 
- Πιστεύετε ότι οι συνωμοσίες ορίζουν την Ιστορία; Κι αν αυτό ίσχυε τον 19ο αιώνα,τι ισχύει σήμερα; 

«Είμαι εναντίον της παράνοιας των συνωμοσιών (δείτε το Εκκρεμές του Φουκό ). Δεν λέω πως δεν υφίστανται συνωμοσίες αλλά πως όταν επιτυγχάνουν τότε δημοσιοποιούνται και το ίδιο συμβαίνει όταν αποτυγχάνουν. Η δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας, αυτό είναι βέβαιο, αλλά το σχέδιο αποκαλύφθηκε όταν δολοφονήθηκε ο Καίσαρας. Ο Κατιλίνας εξύφανε μια συνωμοσία, όμως αυτή αποκαλύφθηκε όταν την κατήγγειλε ο Κικέρων. Η συνωμοσιολογική παράνοια δεν συνίσταται στην πεποίθηση ότι υπήρξε μια και μόνη συνωμοσία αλλά ότι όλος ο ρους της Ιστορίας κυριαρχείται από μια μυστηριώδη και συνεχή παγκόσμια συνωμοσία. Γι΄ αυτό και είναι μια μορφή παράνοιας». 

- Στο «Κοιμητήριο της Πράγας» διαπλέκονται πλήθος ιστορικά γεγονότα όπως η Υπόθεση Ντρέιφους, η Παρισινή Κομμούνα (και πάνω από αυτά πόλεμοι, συνωμοσίες, ίντριγκες και δολοφονίες). Είχατε κάποιο ιστορικό πρόσωπο κατά νουν όταν δημιουργούσατε το πορτρέτο του κεντρικού σας χαρακτήρα Σιμόνε Σιμονίνι; 

«Είχα πολλά πρόσωπα κατά νουν. Ο κόσμος μας είναι γεμάτος από διάφορους Σιμονίνι». 
- Είστε ένας εξαιρετικά δημοφιλής συγγραφέας στην Ελλάδα και χιλιάδες αναγνώστες ανυπομονούν να διαβάσουν το νέο σας βιβλίο.Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να τους πείτε ποιο ήταν το κίνητρο να γράψετε το νέο σας μυθιστόρημα; 

«Από τη μια μεριά το κίνητρο ήταν ηθικό, ακριβώς γιατί πιστεύω πως ο ρατσισμός εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος. Από την άλλη ήταν η αγάπη μου για το μυθιστόρημα τύπου feuilleton (σε συνέχειες)». 

- Σχεδιάζετε μήπως να επισκεφθείτε σύντομα την Ελλάδα; 

«Πάντοτε ονειρεύομαι να επιστρέψω στην Ελλάδα αλλά προς το παρόν όλον μου τον χρόνο τον τρώνε οι συνεντεύξεις». 
«Για εβραϊκή καπιταλιστική συνωμοσία μίλησαν τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι»
Σε συνέντευξή του τον περασμένο Νοέμβριο ο Ουμπέρτο Έκο είχε πει ότι τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» διαμορφώθηκαν μέσω μιας συσσώρευσης αντισημιτικών στερεοτύπων. Ποιο από αυτά είναι πλέον επικίνδυνο σήμερα;

«Αυτό που σίγουρα επιβιώνει σήμερα είναι η παράνοια ενός παγκόσμιου σχεδίου,ακόμη κι αν δεν αποδίδεται στους Εβραίους αλλά σε άλλα μυστήρια κέντρα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας. Δείτε στο Διαδίκτυο ή επισκεφθείτε κάποιο βιβλιοπωλείο που εξειδικεύεται σε αποκρυφιστικά θέματα. Η παγκόσμια συνωμοσία είναι ένα φάντασμα που εξακολουθεί να στοιχειώνει πολλούς ανθρώπους. Ακόμη και ο αντισημιτισμός των ημερών μας παίρνει τη μορφή της αποκάλυψης μιας εβραϊκής-καπιταλιστικής συνωμοσίας- και για εβραϊκή καπιταλιστική συνωμοσία μίλησαν τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσολίνι». 

-Και στο «Εκκρεμές του Φουκό» αναφέρεστε στα Πρωτόκολλα. Αλλά δίνετε μεγαλύτερη έμφαση στο τελευταίο σας βιβλίο.Γιατί νομίζετε ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα Πρωτόκολλα δεν είναι πλαστογραφημένα αλλά αυθεντικά; 

«Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου όπως και η αναφορά του αρχηγού της Οχράνα (σ.σ. της μυστικής αστυνομίας που ίδρυσε ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄). Οι δικτάτορες πάντοτε χρειάζονται την εικόνα του Εχθρού για προσφέρουν το αίσθημα της ταυτότητας στους οπαδούς τους.Δείτε τον Καντάφι που ορίζει την εξέγερση των νεαρών Λίβυων ως επακόλουθο μιας συνωμοσίας της Αλ Κάιντα από την οποία έχουν παρασυρθεί οι επαναστατημένοι νέοι.Εν πάση περιπτώσει, στους ανθρώπους αρέσει να νιώθουν ισχυρότεροι μέσα στις προκαταλήψεις τους. Μια διάσημη αντισημίτρια συγγραφέας,η Νέστα Γουέμπστερ, έγραψε το 1924: “Ισως τα Πρωτόκολλα να είναι πλαστά, αλλά αφού λένε τι (εγώ, η Νέστα Γουέμπστερ νομίζω πως) είναι αληθινό, τότε θα πρέπει να θεωρούνται γνήσια” . Τέλειο...». 

«Εγώ τους Εβραίους τούς έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου για χρόνια»
Προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος (Από το Ημερολόγιο του Σιμόνε Σιμονίνι) 


ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ; 

24 Μαρτίου 1897 Νιώθω κάποια αμηχανία τώρα που κάθομαι να γράψω,λες και ξεγυμνώνω την ψυχή μου,κατόπιν της εντολήςόχι, για τον Θεό! ας πούμε της συμβουλής- ενός Γερμανού (ή Αυστριακού,αλλά είναι το ίδιο) Εβραίου.Ποιος είμαι; Ισως να ήταν πιο χρήσιμο να αναρωτηθώ για τα πάθη μου,παρά για τα γεγονότα της ζωής μου.Ποιον αγαπώ; Δεν μου έρχονται στο νου πολλοί αγαπημένοι...

Ποιον μισώ; Τους Εβραίους,νιώθω την παρόρμηση να πω,αλλά το γεγονός ότι υπέκυψα τόσο δουλικά στις παροτρύνσεις αυτού του Αυστριακού (ή Γερμανού) γιατρού δείχνει ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των καταραμένων των Εβραίων.

Για τους Εβραίους ξέρω μόνον όσα μου δίδαξε ο παππούς:«Είναι ο κατεξοχήν άθεος λαός», με δασκάλευε.«Ξεκινούν από την έννοια ότι το καλό πρέπει να πραγματοποιηθεί εδώ και όχι μετά θάνατον. Ετσι, δρουν αποκλειστικά για την κατάκτηση αυτού του κόσμου».

Τα παιδικά μου χρόνια τα βάραινε το φάντασμά τους. Ο παππούς μού περιέγραφε εκείνα τα μάτια που σε κατασκοπεύουν, τόσο ψεύτικα που σε κάνουν να πανιάζεις,εκείνα τα γλοιώδη χαμόγελα,εκείνα τα χείλη ύαινας που ανασηκώνονται πάνω από τα δόντια, εκείνα τα βαριά, διεφθαρμένα, άσκημα βλέμματα, εκείνες τις πάντα ανήσυχες ρυτίδες ανάμεσα στη μύτη και στα χείλη, που χαράχτηκαν από το μίσος, εκείνη τη μύτη τους, γαμψή σαν αρπακτικού πτηνού....Και το μάτι, αχ, το μάτι... Στριφογυρνάει πυρετωδώς, με κόρες στο χρώμα του φρυγανισμένου ψωμιού,αποκαλύπτοντας αρρώστιες του ήπατος, χαλασμένου από τις εκκρίσεις που προκάλεσε ένα μίσος δε καοκτώ αιώνων,και χάνεται μέσα σε χίλιες μικρές ρυτίδες που τονίζονται με την ηλικία- ήδη στα είκοσί μου,ο Ιουδαίος είναι σταφιδιασμένος σαν γέρος.... Και όταν ήμουν αρκετά μεγάλος για να καταλάβω, μου υπενθύμιζε ότι ο Εβραίος,πέρα από ματαιόδοξος σαν Ισπανός, αδαής σαν Κροάτης, ερωτύλος σαν Λεβαντίνος, αχάριστος σαν Μαλτέζος, θρασύς σαν τσιγγάνος, βρόμικος σαν Αγγλος, λιγδιάρης σαν Καλμούχος, αυταρχικός σαν Πρώσος και συκοφάντης σαν αυτούς που είναι από το Αστυ,είναι και μοιχός,εξαιτίας του ασυγκράτητου πόθου του- ο οποίος οφείλεται στην περιτομή που τους κάνει να έχουν πιο εύκολα στύσεις,με μια τερατώδη δυσαναλογία ανάμεσα στο νανισμό του σώματός τους και τη σπηλαιώδη χωρητικότητα εκείνης της μισοακρωτηριασμένης τους προεξοχής.

Εγώ τους Εβραίους τους έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου για χρόνια.

Ευτυχώς,δεν τους συνάντησα ποτέ, εκτός από την πουτανίτσα στο γκέτο του Τορίνο, τότε που ήμουν νεαρός (αλλά δεν αντάλλαξα πάνω από δυο λέξεις μαζί της)...

Τους Γερμανούς τους γνώρισα και δούλεψα και γι΄ αυτούς: το κατώτερο είδος ανθρώπων που μπορεί να διανοηθεί κανείς.Ο Γερμανός παράγει κατά μέσο όρο τον διπλάσιο όγκο περιττωμάτων από έναν Γάλλο.Υπερβολική δραστηριότητα των εντέρων και ελλιπής του εγκεφάλου,πράγμα που αποδεικνύει την κατωτερότητα της φυσιολογίας τους. Την εποχή των βαρβαρικών εισβολών, οι γερμανικές ορδές διάνθιζαν τη διαδρομή τους με παράλογες ποσότητες σωματικών εκκριμάτων.Εξάλλου,ακόμα και κατά τους προηγούμενους αιώνες,ο Γάλλος ταξιδιώτης καταλάβαινε αμέσως αν είχε διασχίσει τα
σύνορα της Αλσατίας,χάρη στο αφύσικο μέγεθος των περιττωμάτων που έβλεπε κατά μήκος των δρόμων...

Ο Γερμανός ζει σε μια κατάσταση διαρκούς εντερικής αμηχανίας,που οφείλεται στην υπερβολική μπίρα και στα χοιρινά λουκάνικα που καταβροχθίζει.Τους είδα ένα βράδυ,στη διάρκεια του μοναδικού ταξιδιού μου στο Μόναχο,σ΄ εκείνους τους ιερόσυλους ναούς τους,γεμάτους καπνούς, όπως τα εγγλέζικα λιμάνια,να ζέχνουν λίπος και λαρδί· κάθονταν ακόμα και δύο δύο,εκείνος κι εκείνη,με τα χέρια σφιγμένα γύρω από κάτι μπουκάλια μπίρας που θα ξεδιψούσαν ακόμα και μιαν αγέλη παχύδερμων,μύτη με μύτη,σ΄ έναν κτηνώδη ερωτικό διάλογο,σαν δύο σκυλιά που μυρίζονται,με τα θορυβώδη και άχαρα γέλια τους,την ασαφή λαρυγγική ευθυμία τους,γυαλίζοντας από το μόνιμο λίπος που καλύπτει τα πρόσωπα και τα σώματά τους, σαν το λάδι στην επιδερμίδα των αρχαίων αθλητών του ιπποδρόμου.

Γεμίζουν το στόμα με το Geist τους,που πάει να πει πνεύμα,αλλά είναι το πνεύμα του ζύθου τους· τους αποβλακώνει από νέους και εξηγεί γιατί πέρα απ΄ τον Ρήνο,δεν δημιουργήθηκε ποτέ κάτι ενδιαφέρον στην τέχνη,εκτός από ορισμένους πίνακες με αποτρόπαια μούτρα και από ποιήματα θανατηφόρας ανίας.Κι ας μη μιλήσουμε για τη μουσική τους: δεν λέω για εκείνον τον ατζαμή και πένθιμο Βάγκνερ που τώρα ξετρελαίνει ακόμα και τους Γάλλους,μα από το λίγο που έχω ακούσει,και οι συνθέσεις εκείνου του Μπαχ τους στερούνται εντελώς αρμονίας,είναι ψυχρές σαν μια χειμωνιάτικη νύχτα,ενώ οι συμφωνίες εκείνου του Μπετόβεν είναι ένα όργιο βαρβαρότητας. 

                            ========================================
                             
ΠΗΓΕΣ






















            ------------------------------------------------------------------------------------


Ανέβηκε στις 26 Φεβ 2010
Συνέντευξη του Ουμπέρτο Έκο στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου του Λονδίνου.







This conversation took place at Kensington Town Hall on 19th November 2011.

Speakers:

UMBERTO ECO: Italian semiotician, philosopher, literary critic and novelist

PAUL HOLDENGRÄBER: Director of LIVE from the New York Public Library where he has interviewed and hosted President Clinton, Norman Mailer, Spike Lee and Jay-Z

Event info:

CONSPIRACY, PARANOIA & THE NOVEL

A Conversation with Umberto Eco.

* Writing fiction about the real
* Exploring the persistence of conspiracies
* Adapting "The Name of the Rose" for the internet generation
* Grasping the infinity of lists
* Exploring the future of books
* Losing yourself in a 50,000-volume library

These are some of the topics Umberto Eco will be discussing with Paul Holdengräber, Director of LIVE at the New York Public Library.

Their wide-ranging conversation will in part focus on Eco's latest work of fiction, The Prague Cemetery. The book is an historical pseudo-reconstruction set in a 19th-century Europe teeming with secret service forgeries, Jesuit plots, murders and conspiracies, and covering everything from the unification of Italy, the Paris Commune, the Dreyfus Affair to The Protocols of the Elders of Zion. It has been criticised by both the Vatican-backed newspaper the Osservatore Romano and the Chief Rabbi of Rome.

Δημοσίευση σχολίου