Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Φιλοκαλούμεν

                                             TRIVAGO - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                                           ------------------------------------

                                            AIR TICKETS - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

     ----------------------------------------------------------------------------------------------------------






Ο επιτάφιος του Περικλή. Πίνακας του Φίλιπ φον Φολτζ

                        ---------------------------------------------------------------------

              ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ( ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΚΡΙΔΗ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

                         ---------------------------------------------------------------------

             ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ( ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !    

                               --------------------------------------------------------------------  

           ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ( ΕΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !      

                                 -------------------------------------------------------------    

         ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ( ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !   

                                 --------------------------------------------------------------  


       ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ( ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   ------------------------------------------------------------------------------------------




Εξώφυλλο
Εικόνα εξωφύλλου: Επιτύμβια στήλη Ευφήρου





                           
Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος
(Θουκυδίδου, Ἱστοριῶν Β´, § 35-46)


[34]  ᾿Εν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι ᾿Αθηναῖοι τῷ πατρίῳ νόμῳ χρώμενοι δημοσίᾳ ταφὰς ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε. τὰ μὲν ὀστᾶ προτίθενται τῶν ἀπογενομένων πρότριτα σκηνὴν ποιήσαντες, καὶ ἐπιφέρει τῷ αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς. μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, οἳ ἂν μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν. ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον σῆμα, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ καλλίστου προαστείου τῆς πόλεως, καὶ αἰεὶ ἐν αὐτῷ θάπτουσι τοὺς ἐκ τῶν πολέμων, πλήν γε τοὺς ἐν Μαραθῶνι· ἐκείνων δὲ διαπρεπῆ τὴν ἀρετὴν κρίναντες αὐτοῦ καὶ τὸν τάφον ἐποίησαν. ἐπειδὰν δὲ κρύψωσι γῇ, ἀνὴρ ᾑρημένος ὑπὸ τῆς πόλεως, ὃς ἂν γνώμῃ τε δοκῇ μὴ ἀξύνετος εἶναι καὶ ἀξιώσει προήκῃ, λέγει ἐπ' αὐτοῖς ἔπαινον τὸν πρέποντα· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπέρχονται. ὧδε μὲν θάπτουσιν· καὶ διὰ παντὸς τοῦ πολέμου, ὁπότε ξυμβαίη αὐτοῖς, ἐχρῶντο τῷ νόμῳ. ἐπὶ δ' οὖν τοῖς πρώτοις τοῖσδε Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. καὶ ἐπειδὴ καιρὸς ἐλάμβανε, προελθὼν ἀπὸ τοῦ σήματος ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε.

Τὸν ἴδιο χειμώνα οἱ Ἀθηναίοι οργάνωσαν, κατὰ τὴν ἀρχαία συνήθεια, τὴν τελετὴ τῆς δημόσιας ταφῆς τῶν πρώτων νεκρῶν τοῦ πολέμου. Ἡ ἑτοιμασία γίνεται μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο. Τρεῖς μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν τελετὴ κατασκευάζουν μιὰν ἐξέδρα καὶ ἀποθέτουν ἐκεῖ τὰ ὀστὰ τῶν νεκρῶν. Ὁ καθένας, ἄν θέλη, μπορεῖ νὰ φέρη ἕνα ἀφιέρωμα στὸν δικό του. Ὅταν ἔρθη ἡ στιγμὴ τῆς ἐκφορᾶς, τοποθετοῦν φέρετρα κυπαρισσένια ἐπάνω σὲ ἁμάξια. Ἕνα φέρετρο γιὰ κάθε φυλή. Τὰ ὀστὰ τοῦ κάθε νεκροῦ εἶναι στὸ φέρετρο τῆς φυλῆς του. Ἕνα ὅμως φέρετρο τό μεταφέρουν κενό. Εἶναι τῶν ἀφανῶν, ἐκείνων ποὺ τὰ σώματα δὲν βρέθηκαν. Στὴν τελετὴ πηγαίνει ὅποιος θέλει, εἴτε πολίτης εἴτε ξένος. Πηγαίνουν καὶ οἱ γυναῖκες, συγγενεῖς, ποὺ στέκονται μπροστά στὸν τάφο καὶ μοιρολογοῦν. Ἀποθέτουν τοὺς νεκροὺς στὸ δημόσιο νεκροταφεῖο ποὺ βρίσκεται στὸ ωραιότερο προάστιο τῆς πόλης. Ἐκεῖ θάβουν πάντα τοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου. Μόνη ἐξαίρεση ἔκαναν γιὰ ὅσους ἔπεσαν στὸν Μαραθῶνα. Αὐτούς, γιὰ τὴν ἒξαιρετική τους ἀνδρεία, ἔκριναν πὼς ἔπρεπε νὰ τοὺς θάψουν στὸν τόπο τῆς μάχης. Ὅταν τοὺς σκεπάση ἡ γῆ, ἕνας πολίτης, ξεχωριστὸς γιὰ τὴν ἀξια του καὶ τὰ χαρίσματά του, ὁρισμένος ἀπὸ τὴν Πολιτεία, κάνει τὸν ἔπαινο τῶν νεκρῶν. Ἔπειτα ὁ κόσμος φεύγει. Ἔτσι γίνεται ἡ ταφή. Ὅσο βαστοῦσε ὁ πόλεμος, κρατοῦσαν τὴν συνήθεια αὐτὴ κάθε φορὰ πού ἔπρεπε. Γιὰ τοὺς πρώτους νεκροὺς τοῦ πολέμου ὅρισαν νὰ μιλήση ὁ Περικλῆς τοῦ Ξανθίππου. Ὅταν ἦρθε ἡ στιγμή προχώρησε ἀπὸ τὸ μνημεῖο, ἀνέβηκε σ' ἕνα ψηλὸ βῆμα γιὰ νὰ τὸν ἀκούη τὸ συγκεντρωμένο πλῆθος καὶ εἶπε:

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ᾿ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους ἔχουν μιλήσει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ἐπαινοῦν τὸν νομοθέτη ποὺ πρόσθεσε στὰ ἄλλα μέρη τῆς τελετῆς τὴν ἐκφώνηση λόγου, γιατὶ θεωροΰν πὼς εἶναι ὡραίο νὰ γίνεται ὁ ἔπαινος τῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου στὴν
ταφή τους. Ἐγὼ τολμῶ νὰ πιστεύω πὼς ἄνδρες ποὺ δοξάστηκαν μὲ τὰ ἔργα τους, μὲ ἔργα μόνο θά ταίριαζε νὰ τιμηθοῦν, ἔργα ὅπως ἡ δημόσια αὐτὴ ἑτοιμασία ποὺ βλέπετε ἐδῶ, γύρω ἀπὸ τὸν τάφο τους, καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μὴν κινδυνεύη ἡ δόξα πολλῶν ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση ἑνός μόνο ἀνθρώπου, ποὺ ἴσως ὑστερήση, ἴσως ὑπερβάλη. Δύσκολο εἶναι νὰ μιλήση κανεὶς ὅπως ταιριάζει σὲ θέμα ὅπου χρειάζεται κόπος γιὰ νὰ γίνη πιστευτὴ καὶ ἡ ἁπλή ἀλήθεια. Γιατὶ ὁ εὐνοϊκὸς ἀκροατής, ποὺ ξέρει τὰ πράγματα, θά θεωρήση τὰ ὅσα ἀκούει κατώτερα ἀπὸ ὅσα θέλει καὶ περιμένει ν' ἀκούση, ἐνῶ ὁ ἀκροατὴς ποὺ δὲν τὰ ξέρει, θά νομίση, ἀπὸ φθόνο, πὼς λέγονται ὑπερβολές ἄν τύχη κι ἀκούση κάτι ποὺ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του. Τὸν ἔπαινο γιὰ τοὺς ἄλλους τὸν ἀνεχόμαστε τόσο μόνο ὅσο πιστεύομε πὼς κ' ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θά μπορούσαμε νὰ τὸν ἀξίζωμε. Καθετὶ ποὺ εἶναι ἀνώτερό μας, ὰπὸ φθόνο, δὲν τὸ πιστεύομε. Ἀφοῦ ὅμως οἱ παλιοί ἐθεώρησαν πὼς ἡ συνήθεια εἶναι σωστή, πρέπει κ' ἐγὼ νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὸν νόμο καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω, ὅσο μπορῶ, τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσδοκία τοῦ καθενός σας.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )




[36] Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾿ ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ᾿ αὐτὰ καὶ μεθ᾿ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.

Θ' ἀρχίσω ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Δίκαιο καὶ σωστὸ σὲ τέτοια ὥρα νὰ τοὺς κάνωμε τὴν τιμὴ τῆς μνήμης. Γιατὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ἴδιοι πάντα ἔζησαν σ' αὐτὴ τὴ γῆ καί χάρη στὴν ἀνδρεία τους μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Ἔπαινος ταιριάζει στοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ ἀκόμα μεγαλύτερος στοὺς πατέρες μας. Ἐμόχθησαν γιὰ νὰ προσθέσουν σ' ἐκεῖνα ποὺ κληρονόμησαν τὴν ὅση ἐξουσία καὶ δύναμη μᾶς ἀφῆκαν. Ἀλλὰ κ' ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅσοι εἴμαστε σὲ ὥριμη ἡλικία, αὐξήσαμε τὴν δύναμη τῆς πολιτείας καὶ τῆς δώσαμε ἀπόλυτη αὐτάρκεια καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης καὶ σὲ πόλεμο. Δὲν θά μακρυγορήσω γιὰ τὰ πολεμικὰ κατορθώματα ποὺ μᾶς ἔδωσαν τὴν σημερινὴ μας κυριαρχία οὔτε γιὰ τὶς ἐπιδρομές, βαρβαρικὲς ἤ ἑλληνικές, ποὺ ἀποκρούσαμε ἐμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας. Αὐτὰ σᾶς εἶναι γνωστὰ καὶ θὰ τὰ παραλείψω. Ἀλλὰ πρὶν ἔρθω στὸν ἔπαινο τῶν ἀνδρείων αὐτῶν, θέλω πρῶτα νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὶς ἀρχὲς ποὺ ἔχομε ἐφαρμόσει γιὰ νὰ προσδώσωμε στὴν πολιτεία τὸ σημερινό της μεγαλεῖο, γιατὶ νομίζω πὼς σὲ τέτοια στιγμὴ ταιριάζει νὰ εἰπωθοῦν αὐτὰ καὶ εἶναι ὠφέλιμο νὰ τ' ἀκούσουν ὅσοι πολίτες ἤ ξένοι εἶναι συγκεντρωμένοι ἐδῶ.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )




[37] Ξρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ᾿ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ᾿ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ᾿ αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾿ ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ᾿ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ᾿ ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.

Το πολίτευμα που έχουμε δεν γυρεύει να πάρει τους νόμους του από τους ξένους. Πιο πολύ είμαστε εμείς το παράδειγμα σε μερικούς παρά που ξεσηκώνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι. Το όνομά του, επειδή δεν ζούμε στηριγμένοι πάνω στους λίγους παρά στους περισσότερους, είναι κυριαρχία του δήμου, δημοκρατία. Ωστόσο οι νόμοι, όταν είναι για τις ιδιωτικές τους διαφορές, δίνουν σε όλους τα ίδια δικαιώματα. Όσο πάλι για την προσωπική επιβολή, κατά που βλέπουν τον καθένα να προκόβει σε κάτι, όχι από τη σειρά, όσο γιατί είναι ικανός, γι’ αυτό τον προτιμούν να πάρει μέρος στα δημόσια πράγματα. Ούτε πάλι κανένας από φτώχια, κι’ όταν ακόμα έχει να κάνει κάτι καλό στην πόλη μας, βρίσκεται εμποδισμένος, επειδή του λείπει η κοινωνική επιβολή. Και δεν είναι μόνο στη δημόσια ζωή μας που ζούμε λεύτερα. Είναι που δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές. Δέ θυμώνουμε με το γείτονά μας, αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του, κι’ ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δεν βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλο. Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή περνούμε απείραχτα μεταξύ μας, σαν πολίτες είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους, και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους, και σε όσους, και άγραφοι που είναι, όμως φέρνουν ντροπή ομολογημένη.

 ( Μετάφραση Ιωάννης Θ. Κακριδής )



Τὸ πολίτευμα ποὺ ἔχομε σὲ τίποτε δὲν ἀντιγράφει τὰ ξένα πολιτεύματα. Ἀντίθετα, εἴμαστε πολὺ περισσότερο ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ μιμητὲς τους. Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι' αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη. Στὴ δημόσια ζωὴ μας εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ καὶ στὶς καθημερινὲς μας σχέσεις δὲν ὑποβλέπομε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, δὲν θυμώνομε μὲ τὸν γείτονά μας ἄν διασκεδάζη καὶ δὲν τοῦ δείχνομε ὄψη πειραγμένου πού, ἄν ἴσως δὲν τὸν βλάφτη, ὅμως τὸν στενοχωρεί. Ἄν, ὡστόσο, ἡ αυστηρότητα λείπη ἀπὸ τὴν καθημερινή μας ζωή, στὰ δημόσια πράγματα, ἀπὸ ἐσωτερικὸ σεβασμό, δὲν παρανομοῦμε. Σεβόμαστε τοὺς ἄρχοντες, πειθαρχοῦμε στοὺς νόμους, καί, μάλιστα, σὲ ὅσους ἔχουν γίνει γιὰ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀδυνάτους καὶ ὅσους πού, ἄν καὶ ἄγραφοι, εἶναι ντροπὴ να τους παραβαίνει κανείς.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[38] Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ᾿ ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Ωστόσο και από τους κόπους φροντίσαμε να βρούμε όσο γίνεται πιο πολλές ξεκούρασες στο πνεύμα, με το να κρατούμε συνήθεια να κάνουμε αγώνες και θυσίες όλο το χρόνο μια πάνω στην άλλη, έπειτα και περιποιημένα σπιτικά για τον εαυτό του (έχει) ο καθένας. Η ευχαρίστηση που μας δίνουν αυτά κάθε μέρα διώχνει μακριά τη στενοχώρια. Κι ακόμα μας έρχονται, έτσι μεγάλη που είναι η πόλη μας, από την πάσα γή τα πάντα, και φτάνουμε τα αγαθά που γίνονται εδώ να μην τα χαιρόμαστε καθόλου σαν πιό δικά μας απ’ ό,τι και των άλλων ανθρώπων.

 ( Μετάφραση Ιωάννης Θ. Κακριδής )



Μὲ συχνὲς θυσίες καὶ ἀγῶνες φροντίσαμε νὰ μετριάζωμε τοὺς κόπους τῆς ἐργασίας καὶ νὰ ξεκουράζωμε τὸ πνεῦμα μας. Ἔχομε εὐχάριστη ἰδιωτικὴ ὁ καθένας μας ζωὴ κ' ἡ ἀπόλαυσή της ἀποδιώχνει τὴν στενοχώρια. Ἡ ἔκταση τῆς κυριαρχίας μας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε μποροῦμε καὶ φέρνομε ἀπὸ τὴν πᾶσα γῆ τὰ πάντα κ' ἔτσι χαιρόμαστε τὰ ξένα ἀγαθὰ ὅσο καὶ τὰ δικά μας.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[39] Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ᾿ ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ᾿ ἑαυτούς, μεθ᾿ ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ᾿ ἁπάντων ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.

Και στη μελέτη των πολεμικών ξεχωρίζουμε από τους αντιπάλους μας σ’ αυτά τα σημεία: Πρώτα πρώτα που την πόλη μας την κρατούμε ανοιχτή σε όλους και δε διώχνουμε ποτέ ξένο κανένα, για να τον εμποδίσουμε να μάθει ή να ιδεί κάτι, που άν δέν το κρύβαμε και το έβλεπε κάποιος από τους εχτρούς μας θα μπορούσε τάχα να ωφεληθεί. Γιατί εμείς την πίστη μας τη στηρίζουμε όχι στις ετοιμασίες τόσο και στα ξεγελάσματα, όσο στην ψυχική από μας τους ίδιους δύναμη, όταν είναι να ενεργήσουμε. Ύστερα στην ανατροφή εκείνοι από παιδιά ακόμα με άσκηση σκληρή κυνηγούν να φανούν άντρες. Εμείς περνούμε τη ζωή μας ανέγνοιαστα, κι όμως τραβούμε σε ίδια μεγάλους κιντύνους χωρίς καθόλου πιο μικρή ορμή. Απόδειξη: οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν στη χώρα μας με όλους μαζί τους συμμάχους των, ποτέ μοναχοί. Αντίθετα εμείς μπαίνουμε και πολεμούμε στων άλλων μόνοι και τις πιο πολλές φορές νικούμε χωρίς δυσκολία στην ξένη χώρα αυτούς που υπερασπίζονται τα ίδια τους τα σπίτια. Και ούτε κανείς εχτρός ποτέ ως τώρα αντίκρισε τη δύναμή μας συγκεντρωμένη, αφού εμείς την ίδια ώρα και για το ναυτικό φροντίζουμε και στη στεριά στέλνουμε σε πολλές μεριές στρατό από μας τους ίδιους. Όταν τώρα χτυπηθούν κάπου μ’ ένα μέρος από μας, αν νικήσουν μερικούς, καμαρώνουν και λένε ότι μας έδιωξαν όλους. Άν νικηθούν, πως βρέθηκαν από εμάς όλους νικημένοι. Μια φορά, αν εμείς θέλουμε να παίρνουμε πάνω μας τον κίνδυνο ζώντας οκνά πιό πολύ παρά σε μελέτη επίπονη, με μιαν αντρεία, που δεν μας την επιβάλλουν τόσο οι νόμοι, όσο μας τη δίνουν οι τρόποι που ζούμε, τότε έχουμε κέρδος παραπάνω εμείς: και που δεν κουραζόμαστε από πριν για τις άσκημες ώρες που είναι να έρθουν, και που δεν δειχνόμαστε, όταν βρεθούμε μέσα σ’ αυτές, λιγότερο τολμηροί από εκείνους που βασανίζονται αδιάκοπα- και αξίζει κανείς την πόλη μας να τη θαυμάζει και γι’ αυτά και γι’ άλλα ακόμα.

( Μετάφραση Ιωάννης Θ. Κακριδής )


 Καὶ στὰ πολεμικὰ πράγματα διαφέρομε ἀπό τοὺς ἐχθρούς μας. Ἡ πόλη μας εἶναι φιλόξενη γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν ὑπάρχει σέ μᾶς νόμος ξενηλασίας ποὺ νὰ έμποδίζη τὸν ξένο νὰ μάθη ἤ νὰ δῆ κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε, ἄν δὲν ἦταν κρυφό, νὰ ὠφελήση τὸν ἐχθρό μας ποὺ θὰ τὸ ἔβλεπε. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ πιστεύομε περισσότερο στὴν ἀξία μας παρὰ σὲ μυστικὲς ἐτοιμασίες καὶ στρατηγήματα. Καὶ στὴν ἀνατροφή, ἐνῶ οἱ ἐχθροί μας ἀπ' τά μικρά τους χρόνια ὑποβάλλονται στὴν πιὸ σκληρὴ ἐκγύμναση, ἐμεῖς ἔχομε εὐχάριστη ζωή, χωρὶς γι' αυτὸ νὰ ὑστεροῦμε στὸ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς ἴδιους κινδύνους. Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη. Ποτὲ οἱ Λακεδαιμόνιοι δὲν κάνουν, μόνοι τους, ἐπιδρομὲς ἐδῶ, στὴ γῆ μας. Ἔρχονται πάντα μὲ τοὺς συμμάχους τους. Ἐνῶ ἐμεῖς, μόνοι εἰσβάλλομε σὲ ἐχθρικὲς χῶρες καὶ τίς περισσότερες φορὲς νικοῦμε εὔκολα, σὲ ξένη γῆ, ἐκείνους ποὺ ὑπερασπίζονται τὰ ἴδια τους τὰ σπίτια. Ἐχθρός μας κανεὶς δὲν ἔχει, ὥς τώρα, ἀντικρύσει, συγκεντρωμένη, ὁλόκληρη τὴ δύναμή μας, ἀφοῦ ἐμεῖς καὶ ναυτικὸ πρέπει νὰ ἐπανδρώνωμε καὶ στρατὸ νὰ στέλνωμε σὲ πολλὰ μέρη. Ἄν ὁ ἐχθρὸς συνάντηση κάπου ἕνα μικρὸ μέρος τῆς δύναμής μας, καυχιέται, ἄν νικήση, πὼς κατατρόπωσε ὁλόκληρο τὸν στρατό μας. Ἄν νικηθῆ, διαδίδει πὼς βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μας. Ἀντικρύζομε τοὺς κινδύνους πρόθυμα κι ὄχι μὲ βαριὰ καρδιά. Τοὺς ἀντικρύζομε ὰπὸ ἀνδρεία περισσότερο παρὰ ὰπὸ ὑπακοὴ σὲ κάποιο νόμο καὶ τοῦτο εἶναι γιὰ μᾶς κέρδος μεγάλο, γιατὶ δέν θλιβόμαστε ὰπὸ πρὶν γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ ἴσως ἔρθουν, κι ὅμως, ὅταν ἔρθουν, δὲν εἴμαστε λιγότερο γενναῖοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παιδεύονται ἀδιάκοπα.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )




[40] Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ᾿ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾿ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ᾿ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.


Αγαπούμε το ωραίο και μένουμε απλοί. Αγαπούμε τη θεωρία και δεν καταντούμε νωθροί. Ο πλούτος στέκει για μας πιό πολύ αφορμή για κάποιο έργο παρά για παινεψιές και λόγια. Και τη φτώχια του να την παραδεχτεί κανείς δέν είναι ντροπή, πιό ντροπή είναι να μην κοιτάξει δουλεύοντας να την ξεφύγει. Και είμαστε οι ίδιοι που φροντίζουμε και για τα δικά μας και για τα πολιτικά μαζί πράγματα, κι ενώ καθένας μας κοιτάζει τη δουλειά του, άλλος άλλη, δεν κατέχουμε γι’ αυτό λιγότερο τα πολιτικά. Γιατί είμαστε οι μόνοι, που όποιον δεν παίρνει καθόλου μέρος σ’ αυτά, τον θαρρούμε έναν άνθρωπο όχι ήσυχο μόνο άχρηστο, κι ακόμα που ή παίρνουμε οι ίδιοι την απόφαση που ταιριάζει ή τουλάχιστο φτάσαμε σε μιά σωστή κρίση για τα πράγματα. Γιατί δεν πιστεύουμε πως τα λόγια φέρνουν βλάβη στα έργα. Να μή διδαχτούμε πρώτα με το λόγο, πριν φτάσουμε να ενεργήσουμε όσα πρέπει, αυτό είναι που θαρρούμε πιο βλαβερό. Γιατί κι αυτό το ξεχωριστό έχουμε αλήθεια, ώστε οι ίδιοι εμείς και τόλμη πολλή να έχουμε και μαζί να συλλογιόμαστε καλά καλά ό,τι είναι να πάρουμε πάνω μας. Στους άλλους η άγνοια φέρνει την αποκοτιά, η συλλογή το δισταγμό. Ωστόσο θα ήταν δικιο την πιό μεγάλη δύναμη στην ψυχή να κριθούν πως την έχουν αυτοί που ξέρουν ολοκάθαρα και ποιά πράγματα είναι φοβερά και ποιά ευχάριστα, και όμως δεν ζητούν γι’ αυτό ν’ αποτραβηχτούν από τους κιντύνους. Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο. Τους φίλους μας ζητάμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό, όχι οι άλλοι σε μάς. Κι είναι πιό σίγουρος εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κοιτάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ’ αυτόν που τον ωφέλησε. Αντίθετα εκείνος που χρωστάει κάτι πίσω δεν είναι τόσο πρόθυμος, γιατί ξέρει πως είναι να δείξει καλοσύνη όχι για μια χάρη που θέλει να κάνει, παρά σαν ένα χρέος που ξοφλάει. Και μόνο εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλον, πιό πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι λεύτεροι παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρο μας.

 ( Μετάφραση Ιωάννης Θ. Κακριδής )


 Ἀγαποῦμε τὸ ὡραῖο, ἀλλά μένομε ἁπλοὶ καὶ φιλοσοφοῦμε χωρὶς νὰ εἴμαστε νωθροί. Τὸν πλοῦτο μας τὸν ἔχομε γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε σὲ ἔργα καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν καυχιόμαστε. Δὲν θεωροῦμε ντροπὴ τὴ φτώχεια. Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν τὴν ὰποφεύγη κανεὶς δουλεύοντας. Οἵ ἴδιοι, ἐμεῖς, φροντίζομε καὶ τὶς ἰδιωτικὲς μας ὑποθέσεις καὶ τὰ δημόσια πράγματα κ' ὲνῶ ὁ καθένας μας φροντίζει τὶς δουλειές του, τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κατέχωμε καὶ τὰ πολιτικά. Μόνο ἐμεῖς θεωροῦμε πὼς εἶναι ὄχι μόνον ἀδιάφορος, ἀλλὰ καὶ ἄχρηστος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται στὰ πολιτικά. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κρίνομε κι ἀποφασίζομε γιὰ τὰ ζητήματά μας καὶ θεωροῦμε πὼς ὁ λόγος δὲν βλάφτει τὸ ἔργο. Ἀντίθετα, πιστεύομε πὼς βλαβερὸ εἶναι τὸ νὰ ἀποφασίζη κανεὶς χωρὶς νὰ ἔχει φωτιστῆ. Διαφέρομε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σὲ τοῦτο. Εἴμαστε τολμηροί, κι ὅμως ζυγίζομε καλὰ τὴν κάθε ἐπιχείρησή μας, ἐνῶ τοὺς ἄλλους ἡ ἄγνοια τοὺς κάνει θρασεῖς κ' ἡ γνῶση ἀναποφάσιστους. Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ κρίνωνται γενναιότεροι, ὅσοι ξέρουν καλὰ ποιὸ εἶναι τὸ εὐχάριστο καὶ ποιὸ τὸ φοβερὸ κι ὅμως δὲν προσπαθοῦν ν' ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο. Καὶ στὴν διάθεση μας ἀπέναντι στοὺς ξένους διαφέρομε ἀπ' τοὺς πολλούς, γιατὶ ἀποκτοῦμε φίλους εὐεργετώντας τους καὶ ὄχι περιμένοντας ἀπ' αὐτοὺς κάποιο καλό. Ἡ φιλία τοῦ εύεργέτη εἶναι πιὸ σταθερή, γιατὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρήση τὸν δεσμό του μὲ τὰν ἄλλο, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ χρωστάει χάρη εἶναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας τὴν εὐγνωμοσύνη του σὰν χρέος κι ὄχι σάν αἴσθημα. Μόνοι ἐμεῖς σκορποῦμε ἁπλόχερα τὶς εὐεργεσίες μας, ὄχι ὰπὸ συμφεροντολογικούς ὑπολογισμούς, ἀλλὰ ἀπὸ φιλελεύθερη γενναιοδωρία.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )



[41] Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ᾿ ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ᾿ ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ᾿ ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτων μάλιστ᾿ ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ᾿ οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ᾿ ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ᾿ ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.

Με δυο λόγια: λέω πως η πόλη μας στο σύνολό της πρώτα είναι το σχολείο της Ελλάδας. Έπειτα ο κάθε άντρας από μάς θα μπορούσε, μου φαίνεται, ο ίδιος σ’ ένα πλήθος φανερώματα της ζωής και με την πιο μεγάλη ευστροφία μαζί και χάρη να παρουσιάσει τον εαυτό του αύταρκο. Ότι αυτά δεν είναι παινεψιές και λόγια της στιγμής παρά αλήθεια πραγματική, το φανερώνει της πόλης μας η ίδια η δύναμη, που την αποχτήσαμε από τέτοιους τρόπους ζωής. Γιατί είναι η μόνη από τις τωρινές, που στην ώρα της δοκιμασίας δείχνεται ανώτερη από τη φήμη της. Η μόνη, που ούτε στον εχτρό, που ήρθε να τη χτυπήσει, δίνει να θυμώσει, από τί ανθρώπους κακοπαθεί, ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι. Έτσι που παρουσιάσαμε τη δύναμή μας με μεγάλες φανερές απόδειξες κι αλήθεια όχι δίχως μάρτυρες, και οι τωρινοί και οι κατοπινοί άνθρωποι θα μας αντικρίσουν με θαυμασμό. Δεν έχουμε καθόλου ανάγκη ούτε από έναν Όμηρο για να μας παινέσει, ούτε από κανέναν άλλο, που θα μας δώσει μιάς στιγμής χαρά με τα ωραία του λόγια, όμως τη γνώμη που θα γεννηθεί για τα έργα μας θα έρθει ύστερα να τη ζημιώσει η αλήθεια. Εμείς την κάθε θάλασσα και στεριά την αναγκάσαμε ν’ ανοίξει δρόμο στην τόλμη μας και σε κάθε τόπο στήσαμε μαζί μνημεία αθάνατα και για τα κακά και για τα καλά που μας έτυχαν. (…)

  ( Μετάφραση Ιωάννης Θ. Κακριδής )


Μὲ μιὰ λέξη, τολμῶ νὰ τὸ πῶ, ἡ Ἀθήνα εἶναι ὁ δάσκαλος τῶν Ἑλλήνων καὶ νομίζω πὼς ὁ κάθε μας πολίτης θὰ μποροῦσε, μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐκολὶα καὶ χάρη, πολλὰ καὶ ἄξια ἔργα νὰ κάνη σὲ πολλὲς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. Ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶναι ρητορικὸς κομπασμός, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια ἡ πραγματική, τὸ δείχνει ἡ δύναμη τῆς πολιτείας πού, μόνη ἀπ' ὅλες τὶς ἄλλες πόλεις, εἶναι ἀνώτερη ὰπὸ τὴν φήμη της στὴν ὥρα τῆς δοκιμασίας, ἡ μόνη ποὺ oἱ ἐχθροὶ της, ὅταν τοὺς νικήσωμε δὲν ἀγανακτοῦν ἐπειδὴ κατατροπώθηκαν ἀπό ἀναξίους, ἡ μόνη ποὺ οἱ σύμμαχοί της δὲν μποροῦν νὰ ποῦν ὅτι ἔχουν ἀνάξιο ἀρχηγό. Τὴν δύναμή μας δὲν τὴν ἀποκτήσαμε μὲ ἄσημες, ἀλλὰ μὲ λαμπρὲς πράξεις καὶ γι' αὐτὸ μᾶς θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς θαυμάζουν πάντα, χωρὶς νὰ ἔχωμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν Ὅμηρο γιὰ νὰ τραγουδήση τὶς πράξεις μας οὔτε ἀπὸ κανέναν ἄλλο ποιητὴ ποὺ θὰ μάγευε προσωρινὰ μὲ τὰ ὡραῖα του λόγια, ἀλλὰ θἀρχόταν ἀργότερα ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας νὰ μᾶς ζημιώση. Ἡ τόλμη μας ἀνάγκασε τὴν πᾶσα γῆ καὶ θάλασσα νά μᾶς ἀνοίξουνε τὸ διάβα καὶ παντοῦ ἐστήσαμε μνημεῖα ἀθάνατα γιὰ τὰ καλὰ ἤ τὰ κακὰ ποὺ μᾶς ἔτυχαν. Γιὰ μιὰ τέτοια πατρίδα καὶ γιὰ νὰ μὴν τοὺς τὴν στερήσουν, οἱ γενναῖοι αὐτοὶ σκοτώθηκαν στὴ μάχη, καὶ, ὅσοι ζοῦμε, φυσικὸ εἶναι νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑποστοῦμε ὁ,τιδήποτε γιὰ χάρη της.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[42] Δι᾿ ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ᾿ οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃ γὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ᾿ αὐτοῦ τοὺς μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ᾿ ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι᾿ ἐλαχίστου καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.


Μίλησα πολὺ γιὰ τὴν πολιτεία μας, γιατὶ θέλησα ν' ἀποδείξω πὼς ὁ δικός μας ἀγῶνας δὲν εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν ὰγῶνα τῶν ἐχθρῶν μας ποὺ δὲν ἔχουν τίποτε τὸ παρόμοιο μὲ αὐτὰ ποὺ ἀνάφερα, γιατὶ θέλησα νὰ στηρίξω σὲ φανερὲς μαρτυρίες τὸν ἔπαινο τῶν γενναίων αὐτῶν. Καὶ εἶπα τὰ περισσότερα ποὺ εἴχα νὰ πῶ, γιατὶ αὐτῶν ποὺ κείτονται ὲδῶ καὶ τῶν ὁμοίων τους ἡ ἀνδρεία ἐστόλισε τὴν πολιτεία μὲ ὅσα ἐγώ, ὑμνώντας την, εἶπα πὼς ἔχει. Λίγοι εἶναι οἱ Ἕλληνες ποὺ δὲν εἶναι, σὰν καὶ τοὺς γενναίους αὐτούς, κατώτεροι ἀπὸ τὸν ἔπαινο ποὺ τοὺς γίνεται. Νομίζω πὼς ὁ θάνατός τους καὶ φανέρωσε καὶ ἀπαθανάτισε τὴν ἀνδρεία τους. Ἄν σέ ἄλλα φανερωθῆ κανεὶς κάπως κατώτερος, ὅμως πεθαίνοντας γιὰ τὴν πατρίδα ἀποκτᾶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνεται μόνο γιὰ τὴν παλληκαριά του. Ὅλοι μαζί, στὴν κοινή τους προσπάθεια, ὠφέλησαν περισσότερο άπ' ὅ,τι ἴσως ἔβλαψε ὁ καθένας χωριστὰ στὴν ὰτομική του ζωή. Ἀπὸ τοὺς γενναίους αὐτοὺς κανείς, ἄν ἦταν πλούσιος, δὲν ἐδείλιασε γιὰ νὰ σωθῆ καὶ νὰ ἐξακολουθήση νὰ χαίρεται τὸν πλοῦτο του, κανείς, ἄν ἦταν φτωχός, δὲν προσπάθησε ν' ἀποφύγη τὴν συμφορὰ γιὰ νὰ ἔχη τὴν ἐλπίδα μιᾶς καλύτερης ζωῆς. Λογαριάζοντας πὼς ἀνώτερο ἀπ' ὅλα εἶναι νὰ τιμωρήσουν τὸν ἐχθρὸ καὶ πὼς ἀπ' ὅλους τοὺς κινδύνους αὐτός τὸν ὁποῖο ἀντίκρυζαν ἦταν ὁ ἐνδοξότερος, τὸν ἀντιμετώπισαν γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς πολεμίους. Μὴ ξέροντας ἄν θά ἐπιτύχουν, βασίστηκαν στὴν ἐλπίδα, στὴν μάχη, ὅμως, ἀπάνω δεν στηρίχθηκαν παρὰ στον ἐαυτό τους γιὰ νὰ πολεμήσουν. Προτίμησαν ν' ἀντισταθοῦν καὶ νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ δειλιάσουν καὶ νὰ ζήσουν κι ἀπόφυγαν ἔτσι τὴν ντροπὴ τῆς καταλαλιάς, θυσιάζοντας τὴν ζωή τους γιὰ τὸ ἔργο ποὺ εἴχαν ἀναλάβει. Ἡ στιγμὴ ποὺ τοὺς βρῆκε τὸ χτύπημα τῆς μοίρας δὲν ἦταν γι' αὐτοὺς στιγμὴ φόβου, ἀλλὰ δόξας.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[43] Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ᾿ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ᾿ ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ᾿ ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ᾿ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ᾿ οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος.


Στάθηκαν ἀντάξιοι τῆς πολιτείας ποὺ τοὺς ἀνάθρεψε. Ὅσοι ζοῦμε, πρέπει νὰ εὐχόμαστε νὰ ἔχωμε καλύτερη μοίρα, χωρίς ὅμως νὰ ἔχωμε γι' αὐτὸ φρόνημα λιγότερο τολμηρό, ὅταν ἀντιμετωπίζωμε τὸν ἐχθρό. Δὲν πρέπει νὰ περιοριζόμαστε σὲ λόγια μόνο, γιὰ τὴν κοινὴ ὠφέλεια, γιὰ τὴν ὁποία, χωρὶς νὰ σᾶς πῆ κανεὶς τίποτε ποὺ δὲν τὸ ξέρετε, θὰ μποροῦσε νὰ μιλήση πολύ, ἐξαίροντας πόσο μεγάλο εἶναι τὸ ν' ἀντιστέκεσαι στὸν ὲχθρό. Πρέπει νὰ βλέπετε τὸ μεγαλεῖο τῆς πολιτείας στὶς καθημερινὲς της ἐκδηλώσεις καὶ να συλλογίζεστε πὼς τῆς τὸ ἔδωσαν ἄνδρες γενναῖοι ποὺ εἶχαν τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος καὶ μεγάλη φιλοτιμία σὲ κάθε ἔργο ποὺ ἀναλάμβαναν. Ἄν, καμιά φορά, ἀτυχοῦσαν σὲ κάποιο ἐγχείρημα, δὲν στεροῦσαν ὅμως τὴν πατρίδα ἀπ' τὴν ἀνδρεία τους, γιατὶ θεωροῦσαν πὼς ἡ ὡραιότερη κοινὴ προσφορὰ ἦταν νὰ θυσιαστοῦν γι' αὐτήν. Ὅλοι μαζὶ τῆς πρόσφεραν τὴ ζωή τους κι ὁ καθένας τους λάμβανε ἀθάνατο ἔπαινο καὶ δοξασμένο τάφο, ὄχι τόσο αὐτὸν ὅπου κείτονται, ὅσο τὴν μνήμη ἐκείνων ποὺ θὰ θέλουν νὰ τοὺς δοξάσουν, γιατὶ τάφος τῶν μεγάλων εἶναι ἡ πᾶσα γῆ καὶ δὲν φανερώνεται ἀπὸ τὴν ὲπιγραφὴ μιὰς στήλης στὴν πατρική τους χώρα. Καὶ στὰ πιὸ μακρινὰ μέρη, ἡ μνήμη τους, ἄγραφη, μένει ζωηρότερη μέσα στὶς ψυχές, περισσότερο γιὰ τὴν ἀνδρεία τους παρὰ γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἔκαναν. Ἔχοντας αὐτοὺς γιὰ παράδειγμα καὶ ξέροντας πὼς εὐτυχία θὰ πῆ ἐλευθερία καὶ ὲλευθερία σημαίνει ἀνδρεία, δὲν πρέπει νὰ δειλιάζετε μπροστὰ στοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅσοι δυστυχοῦν καὶ δὲν ἔχουν ἐλπίδα μιᾶς καλύτερης μοίρας θυσιάζουν πιὸ εὔκολα τὴ ζωὴ τους. Τὴν θυσιάζουν ἐκεῖνοι πού, ἄν θελήσουν νὰ τὴν σώσουν ἀποφεύγοντας τό μοιραῖο, κινδυνεύουν νὰ πάθουν τὸν μεγαλύτερο ἐξευτελισμό ἄν νικηθούν. Γιὰ τοὺς ἀνδρείους ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς δειλίας εἶναι χειρότερος ἀπ' τὸν γενναῖο κι ἀναπάντεχο θάνατο.

Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[44] Δι᾿ ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ παραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ᾿ εὐτυχές, ὃ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ᾿ οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ὃ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ᾿ αὖ παρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι.


Γι' αὐτὸ καὶ τοὺς γονεῖς ποὺ ἦρθαν στὴν τελετὴ δὲν τοὺς κλαίω τόσο ὅσο θέλω νὰ τοὺς παρηγορήσω. Ξέρουν πώς ἀνδρώθηκαν γιά ν' ἀντικρύσουν τὶς πολλὲς τροπὲς τῆς ζωῆς. Ἀλλά εἶναι τύχη τὸ νὰ βρῆ κανεὶς ἕνα δοξασμένο τέλος. Εἶναι δύσκολο, τό ξέρω, νὰ σᾶς κάνω νὰ τὸ πιστέψετε, ἐσᾶς ποὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἄλλων θὰ σᾶς θυμίζη τὴν δική σας πίκρα. Μεγαλύτερη λύπη νοιώθει κανεὶς γιὰ ὅ,τι εἶχε κ' ἔχασε, παρὰ γιὰ ὅ,τι δὲν εἶχε ποτέ. Σὲ ὅσους τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἡλικία, ἄς τοὺς παρηγορῆ ἡ σκέψη πώς θ' ἀποκτήσουν ἄλλα παιδιά ποὺ θὰ τοὺς κάνουν νὰ ξεχάσουν ἐκεῖνα ποὺ ἔχασαν. Τοῦτο θὰ ὠφελήση καὶ τὴν πολιτεία, ποὺ θὰ πλουτίζη μὲ νέα βλαστάρια. Ὅσοι ἀπὸ σᾶς εἴστε μεγάλης ἡλικίας, ἄς θεωρῆτε κέρδος τὴν ὥς τώρα εὐτυχισμένη σας ζωή καὶ ἄς εὔχεστε πὼς λίγα εἶναι τὰ χρόνια ποὺ σᾶς μένουν ἀκόμα νὰ ζήσετε μὲ παρηγοριὰ τὴ δόξα τῶν παιδιῶν σας. Μόνο ἡ ἀγάπη γιὰ τὶς τιμὲς δὲν φθείρεται. Στὸ γήρας, ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία δὲν εἶναι, ὅπως λένε, τὰ χρήματα, ἀλλὰ οἱ τιμές.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[45] παισὶ δ᾿ αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ᾿ ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ᾿ ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ᾿ ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.


Παιδιὰ καί άδελφοὶ τῶν νεκρῶν, ὅσοι βρίσκεστε ἐδῶ, βλέπω γιά σᾶς δύσκολο τὸν ἀγῶνα, γιατί ὅσους δὲν ὑπάρχουν πιὰ εἶναι πρόθυμος ὁ καθείς νὰ τοὺς ἐπαινέση. Ἄν δείξετε ξεχωριστή ἀνδρεία, ἴσως κριθῆτε, ὄχι ἐντελῶς, ἀλλὰ σχεδὸν ὅμοιοί τους. Ὅσοι ζοῦν, βλέπουν μὲ φθόνο τοὺς συναγωνιστές τους, ὲνῶ εἶναι πρόθυμοι νὰ τιμήσουν ὅσους δὲν ὑπάρχουν πιά. Ἄν πρέπει νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ τῶν γυναικῶν ποὺ χήρεψαν, μὲ λίγα λόγια προτροπῆς θὰ πῶ ὅ,τι χρειάζεται. Μὴ φανῆτε κατώτερες ἀπὸ τὴν γυναικεῖα φύση σας. Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγάλη σας δόξα καθὼς καὶ τὸ νὰ μὴν ἀκούγεται τὸ ὄνομά σας μεταξύ τῶν ἀνδρῶν, εἴτε γιὰ καλὸ εἴτε γιὰ κακό.

 ( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[46] Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε.

Εἶπα κ' ἐγώ, κατὰ τὸν νόμο, τὰ ὅσα ἔκρινα σωστὰ γιὰ τὴν περίσταση. Οἱ νεκροὶ τιμήθηκαν μὲ τὴν ταφὴ καὶ τὰ παιδιά τους, ἀπὸ σήμερα, θά τ' ἀναλάβη ἡ πολιτεία ὥσπου νὰ μεγαλώσουν καὶ τοῦτο εἶναι στέφανος καὶ βραβεῖο ὠφέλιμο καὶ γιὰ τοὺς νεκροὺς καὶ γιὰ ὅσους εἶναι στὴ ζωή. Ἐκεὶ ὅπου ὁρίζονται σπουδαῖα ἔπαθλα γιὰ τὴν ἀνδρεία, ἐκεῖ καὶ ὑπάρχουν οἱ ἄριστοι πολίτες. Τώρα, ἀφού ὁ καθένας κλάψη τὸν δικό του, ἄς πηγαίνετε.

( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


[47] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷχειμῶνι τούτῳ·

 Ἔτσι ἔγινε ἡ ταφὴ ἐκεῖνο τὸν χειμώνα.

 ( Μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος )


    -------------------------------------------------------------------------------------------



ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ


1. Ενώ αξιόπιστοι μάρτυρες μας μιλούν για τη συναρπαστική δύναμη του λόγου του Περικλή, στον Επιτάφιο μιλεί αυτός με προσεχτικά ζυγισμένες και κρύες λέξεις, αναπτύσσει δύσκολοερμήνευτους στοχασμούς πάνω σε τόσο γενικές αρχές, ώστε οι πολίτες, οι ξένοι, οι γυναίκες, στους οποίους απευθύνεται ο λόγος, δε θα ήταν ικανοί να καταλάβουν πολλά πράγματ' απ' αυτόν. Δεν είναι δηλαδή ο λόγος που ακούστηκε τη χειμωνιάτικη εκείνη μέρα του 430 στο «ωραιότερο προάστιο της Αθήνας», είν' ένας ύμνος της «δημοκρατίας» του Περικλή, το εγκώμιο της εποχής του Περικλή αμέσως πριν από το γεγονός που καμιά πολιτική ξυπνάδα δεν μπορούσε να προβλέψει και που σήμαινε την αρχή του τέλους, την εισβολή δηλαδή του λοιμού. Στις ακρότητες του σπαρτιατικού, καταπιεστικού της ατομικότητας πολιτεύματος αντιπαραθέτεται εδώ το αττικό, και ακριβώς η αληθινή αττική φύση, όπως έλαμπε στα διδάγματα του Σόλωνα και του Αισχύλου, βρίσκει τώρα την ωραιότερή της αποθέωση, το περίφημο «μέτρο», τη σωτήρια συνένωση των αντιθέσεων, που οδηγεί στην ανώτατη επίτευξη. Αυτό εκδηλώνεται εδώ παντού, ποικιλόμορφα. Σαν το χαραχτηριστικό της τότε Αθήνας κρίνεται το να κρατιέται το σωστό μέτρο ανάμεσα στην ελευθερία του τρόπου της ζωής και την υπακοή στους άρχοντες και στους νόμους, τόσο τους γραφτούς, όσο και τους άγραφους. Πόσο ιδιόρρυθμη εντύπωση προξενεί το παίνεμα των αττικών εορτών και θαυμάσιων οικοδομημάτων με την προσθήκη: «που η καθημερινή απ' αυτά ευχαρίστηση διώχνει τη λύπη»! Πόσο σοφά μπαίνει το σωστό σύνορο στου Αθηναίου τη λατρεία προς την τέχνη και τη μάθηση: «Αγαπούμε το ωραίο, αλλά με λιτότητα, και αγαπούμε τη σοφία, αλλά χωρίς να εκθηλυνόμαστε»! Η συμμετοχή του ατόμου στη δημόσια ζωή, ενώ δεν επιβάλλεται από το νόμο, λογαριάζεται ως αυτονόητο καθήκον, και το ότι η ορμή του Αθηναίου για δράση δε χαλαρώνεται από την ελεύθερη συζήτηση των πολιτικών προβλημάτων είναι δόξα του ξεχωριστή. Το εγκώμιο της δικής τους γενιάς ως της γενιάς που ανέβασε την Αθήνα στο ύψος της δύναμής της κλείνει μέσα του και το βαρυσήμαντο λόγο: «Όλες τις θάλασσες και τις στεριές τις αναγκάσαμε ν' ανοίξουν μπρος στην τόλμη μας, ιδρύσαμε παντού αιώνια μνημεία που θυμίζουν και τις επιτυχίες μας και τις συμφορές μας.» Και η σκέψη που ο ίδιος ο ρήτορας την ονομάζει συγκεφαλαίωση (4 1.1), ενώνει άλλη μια φορά τις φαινομενικά φυσικές αντιθέσεις πολιτείας και ατόμου, όταν λέει πως η πόλη ως σύνολο αποτελεί πραγματικά μια δύναμη που είναι «της Ελλάδος παίδευσις», και ο κάθε πολίτης της ξεχωριστά φτάνει ωστόσο στην πλουσιότερη ανάπτυξη των ατομικών του ικανοτήτων. Μόνο το δεύτερο μέρος του λόγου καταπιάνεται με το καθαυτό θέμα της ημέρας, το θάνατο των σκοτωμένων για την πατρίδα και την παρηγοριά των συγγενών τους, αλλά κι αυτό είναι διανθισμένο με πλατιούς γενικούς στοχασμούς. Κανένα όνομα δε μνημονεύεται, ούτε από τα περασμένα ούτε από τα τωρινά· κι εδώ εκείνο που δεσπόζει πάνω απ' όλα είναι η πόλη. Διαβάζουμε ακόμα πως όσοι έμειναν στη ζωή οφείλουν σαν τους νεκρούς να το δείξουν πως είναι θερμοί εραστές της πόλης τους. Έτσι ήταν τα πράγματα στην Αθήνα του Περικλή. Όταν όμως ο Θουκυδίδης κατάστρωσε γραπτά το λόγο, η δύναμη της πατρίδας του είχε σπάσει.
Ιστορία των κρατών γράφει, και το κράτος γι' αυτόν είναι πρώτα πρώτα δύναμη, όχι όμως δύναμη καθαρά υλικού είδους παρά μαζί και πνευματική οντότητα. Ιστορία γι' αυτόν είναι η σύγκρουση ιδεών γεμάτων εξουσία. Οι άνθρωποι τις υπηρετούν με τη δύναμη της θέλησης και του νου τους, με το πολιτικό τους πάθος, αλλά και με τη δοξομανία τους. [...] Αληθινά όμως, υπάρχει κι εδώ μεγαλείο, και, όπως όλα τα μεγάλα, έτσι και αυτό το έργο πήγασε από την αγάπη. Ο Θουκυδίδης είν' ένας τέτοιος θερμός «εραστής», όπως τους θέλει ο Περικλής. Αφιέρωσε τη ζωή του στην Αθήνα του Περικλή, που παράστησε το μεγαλείο της και το πρόσκαιρο γκρέμισμά της. Με αυτό τον τρόπο βοήθησε κι αυτός στην αθανασία της.

Βάλτερ Κραντς
(Μετάφραση θρ. Σταύρου)
 


2. Όλοι οι πολιτικοί θεωρητικοί στην Ελλάδα, μ' εξαίρεση τον Πλάτωνα, μιλούν για το κράτος με την ιδέα ότι υπάρχει για το άτομο. Ένας από αυτούς, φίλος και θαυμαστής του Περικλή, που εγνώρισε από κοντά τα πολιτικά πράγματα, για τα οποία έγραψε, μας άφησε στο έργο του το ιδεώδες της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Σώζεται αγέραστο σα Χάρτης της Δημοκρατίας, σαν Καινή Διαθήκη του Φιλελευθερισμού.
Στον Επιτάφιο Λόγο που τον βάζει στα χείλη του Περικλή, ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον Περικλή να διακηρύσσει την αντίληψή του για το τι είναι η Αθήνα και τι κάθε κράτος όφειλε να είναι. Μας κάνει αμέσως εντύπωση, όταν διαβάζομε το λόγο, η ολοκληρωμένη ελευθερία του Αθηναίου πολίτη, η απουσία κάθε προσπάθειας να τον κάμουν καλό με νόμους, η απουσία κάθε προστασίας εναντίον στην έλλειψη πατριωτισμού, και, αλήθεια, η απουσία κάθε φόβου γι' αυτό. Βρισκόμαστε μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Δε γίνεται λόγος για ταξικό μίσος και για ταξικό εγωισμό, που πρέπει να ικανοποιηθούν με ορισμένο σύστημα από επιταγές και ισοζύγια και αντισταθμίσεις, ούτε για υποχρεωτική στρατιωτική θητεία αναγκαία για να εγχαράξει τον πατριωτισμό, να βάλει σε πειθαρχία και να κατευθύνει τις ανώμαλες ενεργητικότητες του όχλου, ούτε για συντάξεις, βγαλμένες από κρατήσεις επιθυμητές για να γεννήσουν την ιδέα για αποταμίευση, ούτε για νόμο προορισμένο να προστατέψει τους πολίτες από τη μέθη, για εκκλησιαστικά σχολεία και για θρησκευτική εκπαίδευση, που χωρίς αυτήν ο άνθρωπος πίσω πάλι θα πέσει στο βόρβορο απ' όπου βγήκε. Ο Περικλής ζει μέσα σε έναν ιδανικόν, ίσως πολύ ιδανικόν, κόσμο. Δεν του έτυχε να φοβηθεί μήπως η τέρψη θα περισπάσει τον Αθηναίο από το καθήκον του, κάθε υποψία για τις τέρψεις απουσιάζει τελείως από το λόγο του. Τέτοια πράγματα τα θεωρεί ουσιαστικό στοιχείο της εθνικής ζωής. «Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες...» Ούτε φοβάται μήπως η ψυχική καλλιέργεια και η παιδεία υποσκάψουν τις ρίζες του χαρακτήρα, εκθηλύνοντας τους άντρες, κάνοντάς τους καλύτερους να σκέπτονται παρά να αποφασίζουν. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας».
Υπήρχε στην Ελλάδα ένα κράτος όπου τέτοια πράγματα τα θεωρούσαν επικίνδυνα. Η Σπάρτη ήταν οργανωμένη με αρχές περισσότερο από Ρωμαϊκές, και οι πολίτες της ανατρέφονταν με μια σειρά γυμνάσια, με συσσίτια και λεπτομερειακούς κανονισμούς για να γίνουν αφοσιωμένοι υπηρέτες του κράτους... (Αντίθετα), αφήστε το άτομο στον εαυτό του και μπορείτε να έχετε εμπιστοσύνη ότι θα κάμει το καθήκον του, αυτή είναι η ιδέα του Περικλή. Καταπίεση, περιορισμός, απαγόρευση, είναι λέξεις που δεν τις βρίσκουμε στην πολιτική θεωρία του.

Ρ. Λίβινξτον
(Μετάφραση Β. Τατάκη)

3. Ότι ο Θουκυδίδης έγραψε πρώτος μιαν αντικειμενικά πιστωμένη έκθεση ενός πολέμου, ότι είναι ο πρώτος που μας έδωσε την αυστηρή ιστορική μέθοδο, είναι βέβαια κάτι πολύ μεγάλο. Κι' όμως υπάρχει μια δεύτερη νίκη του Θουκυδίδη, σαν ανθρώπου τώρα, κι' αυτή μάς γεννάει το θαυμασμό ακόμα πιο βαθύ: ύστερα από τόσα που είδε και έζησε, ότι εξακολουθεί ως το τέλος της ζωής του να πιστεύει στην Αθήνα και στον Αθηναίο με τόση δύναμη, ότι η ψυχή του κρύβει και στα εξήντα του χρόνια τόσο μύθο, είναι κι' αυτό μια χάρη δοσμένη μονάχα στους ξεχωριστούς. Ο ιστορικός που παλεύει να δώσει ό,τι ακριβώς έγινε, που βλέπει και περιγράφει τη ζωή όπως είναι, μικρή και ταπεινή, που δίνει την παθολογία του πολέμου σε όλη της την ωμότητα (3,82-84), που δε δειλιάζει να αναγνωρίσει στον ανθρώπινο αγώνα συχνά τα πιο ταπεινά ελατήρια, ο ψυχρός αυτός πραγματιστής κρατάει ακόμα στην ψυχή του θέση, για ν' ανθίσει εκεί ένας τέτοιος μύθος ανθρώπου, μια τέτοια μυθική πολιτεία. Και η πιο πικρή και πολύχρονη πείρα δεν έχει τη δύναμη να μαράνει τη μυθική λαχτάρα της ψυχής αυτής· μέσα της ζει πάντα φωτεινή κι' αγέραστη η εικόνα ενός ανθρώπου τέλειου και μιας πολιτείας τέλειας. Να έχεις ένα τόσο καθαρό μάτι για να βλέπεις τους ανθρώπους ως τα μύχια της ψυχής τους και την ίδια στιγμή να κλείνεις τόσην αγνότητα ψυχής, ώστε να μπορείς να ξεπερνάς τους ανθρώπους για να φτάσεις ως τον άνθρωπο, στην πείρα και στη γνώση να είσαι τόσο γέρος, στην πίστη και στην αγάπη τόσο νέος, είναι κι' αυτό μια αντινομική σύνθεση, που μόνο ένας μεγάλος μπορεί να τη ζήσει σε τόσην ένταση. Πόσο δυνατά πρέπει να χτυπούσε η καρδιά αυτή για να βαστάξει τόσον πόνο! Στ' ατέλειωτα χρόνια της εξορίας να κρατήσει το μύθο της αθηναϊκής πολιτείας, όχι αυτής που ήταν πραγματικά, αλλά αυτής που είχε ο δικός της πόθος αναστήσει, και ύστερα το όραμα αυτό να το υψώσει μπροστά στους Αθηναίους του 400, που η συφορά τους είχε καταντήσει δειλούς και άπιστους -να το κρατήσει υψωμένο μπροστά στις ατέλειωτες γενιές των ανθρώπων πάνω στη γη, ακόμα κι' όταν η ίδια από αιώνες πολλούς θα είχε πάψει να χτυπάει!

Ι.θ. Κακριδής
 
                                                        
4. (Ο Επιτάφιος του Περικλή) είναι κυρίως μια ανάλυση της δημοκρατίας ως μορφής διακυβερνήσεως. Αυτή η ανάλυση είναι τόσο διερευνητική, διότι ο Περικλής στέκεται σύντομα μόνο στα ιστορικά επιτεύγματα των Αθηνών ή ακόμη στους πραγματικούς δημοκρατικούς θεσμούς - τον κανόνα της πλειοψηφίας, την ελευθερία του λόγου, τις ίσες ευκαιρίες, την ισότητα όλων απέναντι στους νόμους, για να περάσει σχεδόν αμέσως στο αποτέλεσμα που εξασκούν οι θεσμοί αυτοί στο δημόσιο πνεύμα. Έτσι στηρίζει τις αναζητήσεις του σ' ό,τι έχει αναγνωριστεί ως πρωταρχικό κύρος της δημοκρατίας, δηλαδή περισσότερο τη μορφωτική της αξία πάνω στο ανθρώπινο πνεύμα, παρά την επάρκειά της ως μορφής διακυβερνήσεως. Ή με άλλα λόγια παρουσιάζει τη δημοκρατία σαν μια δύναμη που θέτει σε κίνηση μια πληθώρα μικροτέρων δυνάμεων, δηλαδή τις ατομικές ζωές των πολιτών, και δείχνει πως αυτές εμπλουτίζουν τη δημοκρατική πολιτεία με αποθέματα αυτοκατευθυνόμενης ενέργειας, άγνωστης σ' άλλα πολιτεύματα.
H δημοκρατική ελευθερία στη δημοκρατία του 5ου αιώνα ελέγχεται από ένα θεληματικό σεβασμό για το νόμο και κυρίως για τους άγραφους νόμους· γι' αυτό κι οι οπαδοί της δημοκρατίας παραδέχονται πως, με το ν' απαλλάσσει το πολίτευμα τούτο τους ανθρώπους από μικρούς και ασήμαντους ελέγχους, τους καθιστά περισσότερο υπεύθυνους απέναντι στους μεγάλους ηθικούς θεσμούς.
Ο Περικλής αποδείχνει στο λόγο του πως η δημοκρατία, απελευθερώνοντας την ενεργητικότητα και τη δημιουργική φαντασία του πολίτη ανθρώπου, έγινε αιτία της λαμπρής ανόδου των Αθηνών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στον Επιτάφιο έχουμε μια ιδανική εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας και ότι μερικά από τα προνόμια που ο Περικλής αναφέρει (πλούτος αγαθών, ευεργεσίες στους άλλους κλπ.) προέρχονται σε κάποιο βαθμό από την αθηναϊκή ηγεμονία και το εμπόριο μιας εκτεταμένης επικράτειας· δεν πρέπει δηλαδή να υποτιμούμε τον οικονομικό παράγοντα και τον πρωταρχικό του ρόλο. Παρόλα αυτά όμως παραμένει γεγονός ότι ήταν η δημοκρατία που πλούτισε την Αθήνα με τόσο πολλούς πρόθυμους και ικανούς πολίτες να αναλάβουν με αυτοπεποίθηση καινούριες δραστηριότητες που καμιά άλλη ελληνική πολιτεία δε διέθετε. Εδώ βρίσκεται η ύψιστη αιτία της οικονομικής ανόδου -ιδιαίτερα το τονίζει ο Θουκυδίδης- και του αισιόδοξου πνεύματος της προόδου, που και ο ίδιος ένιωσε τον καιρό της νιότης του. Μ' αυτό το πολύ μεγάλο πλεονέκτημα απεικονίζει την Αθήνα καθώς μπαίνει στον πόλεμο (431 π.Χ.). H δημοκρατία, όπως τη γνώρισε, ήταν η δυναμική ορμή που είχε φέρει την Αθήνα σ' ένα επίπεδο πολιτισμού, άγνωστο στα προηγούμενα χρόνια.

M.I. Finley


     ----------------------------------------------------------------------------------------------------
     

Ποιο είναι το ιστορικό έργο του Θουκυδίδη και ποια τα χαρακτηριστικά του (περιεχόμενο, σκοπός, αρετές); 

Ο Θουκυδίδης επέλεξε να γράψει μια ιστορική μονογραφία: τον πόλεμο μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.), διαφοροποιούμενος από τον Ηρόδοτο, ο οποίος αφηγήθηκε μεν την ιστορία των Περσικών πολέμων, στα πλαίσια όμως μιας ευρύτερης περιγραφής θαυμαστών πράξεων και κατορθωμάτων Ελλήνων και βαρβάρων. Προηγείται, βέβαια, μια ιστορική αναδρομή, η περίφημη Αρχαιολογία, η οποία δίνει με συνοπτικό τρόπο τα γεγονότα της πεντηκονταετίας μεταξύ των Περσικών και του Πελοποννησιακού πολέμου και αποκαλύπτει τα αίτια που οδήγησαν Αθήνα και Σπάρτη στη σύγκρουση. Με τον τρόπο αυτό ο Θουκυδίδης αρχίζει ουσιαστικά την ιστορική του αφήγηση από το σημείο που την άφησε ο Ηρόδοτος. Σκοπός του Θουκυδίδη δεν ήταν μόνο η αντικειμενική και ολοκληρωμένη αφήγηση των γεγονότων, αλλά και η δημιουργία ενός έργου που θα έμενε παντοτινό κτήμα, ἐς ἀεί, της ανθρωπότητας. Πίστευε δηλαδή ότι η ανθρώπινη φύση ουσιαστικά δε μεταβάλλεται και ότι ο άνθρωπος κάτω από παρόμοιες καταστάσεις αντιδρά με τον ίδιο λίγο πολύ τρόπο. Παρουσιάζοντας λοιπόν αυτές τις πλευρές της ανθρώπινης φύσης στη διάρκεια τόσο του πολέμου όσο και των εμφύλιων συγκρούσεων, πίστευε πως θα βοηθούσε τους αναγνώστες του να αντιμετωπίσουν παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Ο στόχος αυτός υπηρετήθηκε από την επιστημονική μεθοδολογία που πρώτος εφάρμοσε στη συγγραφή της ιστορίας, την αμεροληψία, την αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών που οδηγούν στη σύγκρουση (ἀληθεστάτη πρόφασις), όπως επίσης και από το ύφος με το οποίο έγραψε το έργο του.


Τι ακριβώς είναι ο Επιτάφιος του Περικλή;

Δεν πρόκειται για κάποιο ξεχωριστό έργο του Θουκυδίδη, αλλά για μία από τις σαράντα δημηγορίες που υπάρχουν στο έργο του. Πρόκειται για έναν επιτάφιο (επικήδειο) λόγο που εκφώνησε ο Περικλής προς τιμή των νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου. Η παιδευτική και λογοτεχνική αξία του συγκεκριμένου λόγου δικαιολογούν το θαυμασμό που έχει προκαλέσει από την αρχαιότητα ως σήμερα.


Τι είναι οι δημηγορίες και ποιος είναι ο ρόλος τους στο έργο του Θουκυδίδη;


Οι δημηγορίες είναι ομιλίες βασιλιάδων, πολιτικών ηγετών, στρατηγών πριν από σημαντικά γεγονότα στα οποία αυτοί διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι δημηγορίες κατέχουν σημαντικό ρόλο στο έργο του Θουκυδίδη, γιατί πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό φωτίζονται καλύτερα οι αιτίες των πολιτικών γεγονότων και οι συνέπειες των πολεμικών επιχειρήσεων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο Θουκυδίδης με την ιστορία του θέλησε να γράψει ένα μεταμφιεσμένο εγχειρίδιο πολιτικής θεωρίας και όχι να καταγράψει απλώς τα γεγονότα ή να τέρψει τους αναγνώστες του. Για να γίνει αυτό έπρεπε να αναδειχθεί η εσωτερική σύνδεση των γεγονότων, τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν σε μια συγκεκριμένη πολιτική. Πίστεψε ότι το καλύτερο μέσο για να το πετύχει αυτό ήταν οι δημηγορίες. Μέσα σ΄ αυτές θα βρει κανείς τα σπουδαιότερα κίνητρα, επιχειρήματα που δικαιολογούν την απόφαση που κάθε φορά πάρθηκε.


Ποια είναι η μέθοδος που ακολούθησε ο Θουκυδίδης στη σύνθεση των δημηγοριών;



Επειδή ζούσε σε μια εποχή στην οποία θα ήταν δύσκολο να έχει αυτούσιους τους λόγους που εκφώνησαν τα διάφορα πρόσωπα (έστω κι αν κάποιους τους άκουσε και ο ίδιος) θεωρείται βέβαιο ότι τη μορφή των λόγων την έδωσε ο ίδιος ο Θουκυδίδης (Θουκ. 1.22.1). Επεξεργαζόταν τις ομιλίες των αγορητών του αφαιρώντας ό, τι μερικό και περιστασιακό υπήρχε και τονίζοντας ό,τι γενικότερο και μονιμότερο, ενισχύοντάς το με επιχειρήματα που διασαφηνίζουν τις απόψεις του ομιλητή. Επηρεασμένος από τους «δισσούς λόγους» των σοφιστών και για να βοηθήσει τους αναγνώστες του να σχηματίσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, παρέθετε και την αντίθετη θέση, τον αντίλογο στα όσα υποστήριζε ο ομιλητής παρουσιάζοντας έτσι έναν «αγώνα λόγων». Οι δημηγορίες του Θουκυδίδη είναι φανερό ότι δεν απευθύνονται σε ακροατές αλλά στους αναγνώστες του έργου του Θουκυδίδη.

Ποιες διαφορές παρουσιάζει ο Επιτάφιος από τις υπόλοιπες δημηγορίες;


Αν και ο Επιτάφιος είναι μία από τις σαράντα δημηγορίες που υπάρχουν στο έργο του Θουκυδίδη παρουσιάζει δύο βασικές διαφορές με τις υπόλοιπες: • οι υπόλοιπες δημηγορίες ανήκουν στους συμβουλευτικούς ρητορικούς λόγους, ενώ ο Επιτάφιος στους επιδεικτικούς. • οι υπόλοιπες δημηγορίες έχουν στενή σχέση με τα γεγονότα που προηγούνται και ακολουθούν, ενώ ο Επιτάφιος τόση λίγη σχέση έχει με τα ιστορούμενα, ώστε διαβάζοντάς τον να ξεχνάμε σχεδόν τον πόλεμο.

Τι ήταν οι Επιτάφιοι λόγοι και ποια ήταν η τυπική τους μορφή;


Οι Επιτάφιοι λόγοι στην Αθήνα ήταν το αποτέλεσμα μιας μακρότατης παράδοσης να τιμώνται οι νεκροί των πολέμων όχι μόνο με επίσημο τάφο, κτερίσματα (ἔργῳ), αλλά και λόγῳ (εγκώμια που σταδιακά απέκτησαν λογοτεχνική μορφή). Η θεσμοθέτηση στην Αθήνα (πιθανόν από το Σόλωνα) της γιορτής των Επιταφίων είχε σαν αποτέλεσμα το είδος αυτό του λόγου να καλλιεργηθεί από ικανούς ρήτορες και να αποκτήσει μια σταθερή δομή, η οποία περιλάμβανε:

 1. Προοίμιο 

2. Καταγωγή και πρόγονοι: α/ εγκώμιο της αττικής γης και της αυτοχθονίας των Αθηναίων, β/ ανατροφή και αγωγή του αθηναϊκού λαού, γ/ η φιλοπατρία, όπως εκδηλώθηκε στα πολεμικά κατορθώματα (ιστορικά και μυθικά) του αθηναϊκού παρελθόντος. 

3. Οι προκείμενοι νεκροί, οι αρετές και οι πολεμικοί άθλοι τους. 

4. Προτροπές για μίμηση στους νεότερους και παραμυθία στους γονείς, τις χήρες και τα ορφανά των νεκρών. 

5. Επίλογος.


Ποια ήταν το σημαντικότερο μέρος ενός επιτάφιου λόγου και γιατί;


Το δεύτερο μέρος και ιδιαίτερα το εγκώμιο των κατορθωμάτων των προγόνων στο οποίο αφιερωνόταν μεγάλη έκταση του λόγου. Αυτό γινόταν: 

1. από θαυμασμό των προγόνων τους οποίους θεωρούσαν αξεπέραστα πρότυπα αρετής. 

2. το έργο των παρόντων νεκρών έπαιρνε αξία από τη στιγμή που συσχετιζόταν με το έργο των προγόνων και εμφανιζόταν ως μια η συνέχειά τους. Έτσι η θυσία τους συνδεόταν με το παρελθόν, ενσωματωνόταν στην εθνική ιστορία και οι ίδιοι περνούσαν στη σφαίρα της αιωνιότητας.


Ποια είναι η δομή του Επιταφίου του Περικλή;



1. Προοίμιο (κεφ. 35) 

2. Πρώτο μέρος (κεφ. 36-41): έπαινος των προγόνων (36.1-2), της σύγχρονης γενιάς (36.3), του αθηναϊκού πολιτεύματος και των τρόπων ζωής του Αθηναίου (37-41). 

3. Δεύτερο μέρος (κεφ. 42-43): έπαινος των νεκρών, προτροπές προς τους επιζώντες. 

4. Τρίτο μέρος (κεφ. 44-45): παραμυθία στους γονείς, στα παιδιά, στους αδερφούς και τις συζύγους των νεκρών.

 5. Επίλογος (κεφ. 46)


Ποιες είναι οι διαφοροποιήσεις του Επιταφίου του Περικλή από την παράδοση των επιτάφιων λόγων και πώς εξηγούνται;


Προσπερνά πολύ σύντομα τον έπαινο του αθηναϊκού παρελθόντος και τον έπαινο των κατορθωμάτων των προγόνων και αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του στο αθηναϊκό πολίτευμα και στους λόγους που οδήγησαν την Αθήνα στο μεγαλείο. Κεντρική του ιδέα είναι το «ἀπὸ δὲ οἵας ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ’ αὐτὰ καὶ μεθ’ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο» (ποιες αρχές συμπεριφοράς μας οδήγησαν σ’ αυτά το πολεμικά κατορθώματα, με ποιο πολίτευμα και χάρη σε ποια στοιχεία του χαρακτήρα έγιναν αυτά τόσο μεγάλα). Το μεγαλύτερο μέρος του λόγου είναι ένας ύμνος στα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, στρατιωτικά και πολιτιστικά επιτεύγματα της Αθήνας του Περικλή. Παρουσιάζεται η εικόνα της Αθήνας στα χρόνια του μεγάλου Αθηναίου πολιτικού. Οπωσδήποτε, σε κάποια σημεία υπάρχει μια τάση εξιδανίκευσης που οφείλεται και στο ότι ο Περικλής παρουσιάζει το αθηναϊκό πολίτευμα έτσι όπως ήθελε να το διαμορφώσει, πιο πολύ σαν ιδανικό παρά σαν πραγματικότητα (αν και η Αθήνα δεν απείχε πολύ από την εικόνα που παρουσιάζει ο Περικλής). Μας δίνεται έτσι από το Θουκυδίδη ο ορισμός του βαθύτερου πνεύματος της αθηναϊκής δημοκρατίας, η εικόνα μιας πόλης γεμάτη από μετρημένη ελευθερία και εσωτερική αξιοπρέπεια, ουσιαστικά το τι κάθε κράτος κάθε εποχής οφείλει να είναι. Η Αθήνα και ο Αθηναίος πολίτης αναδεικνύονται, μέσα από τη σύγκρισή τους με τη Σπάρτη (και από ένα σημείο χωρίς σύγκριση) ως το πρότυπο της πολιτείας και του ανθρώπου-πολίτη. Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο Θουκυδίδης γράφει τον Επιτάφιο γνωρίζοντας την ήττα της Αθήνας στον πόλεμο, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Επιτάφιος είναι ένας επιτάφιος της ίδιας της Αθήνας των χρόνων του Περικλή.


Πώς δικαιολογείται η θέση του Επιταφίου μέσα στο έργο του Θουκυδίδη;


Αν και ο αριθμός των νεκρών του πρώτου έτους του πολέμου ήταν ασήμαντος σε σχέση με τα χρόνια που ακολούθησαν και αν και εκφωνήθηκαν και άλλοι επιτάφιοι λόγοι στη διάρκεια του πολέμου, ο Θουκυδίδης επιλέγει να μας παρουσιάσει τον Επιτάφιο του Περικλή, γιατί: ƒ

 ο Θουκυδίδης θαύμαζε το μεγάλο Αθηναίο πολιτικό, την προσωπικότητά του και την πολιτική του. Μέσα από το πρώτο και δεύτερο βιβλίο της ιστορίας του προσπάθησε να μας δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα του Περικλή, κυρίως μέσα από τις δημηγορίες του. Ο Επιτάφιος είναι η δεύτερη από τις τρεις δημηγορίες του Περικλή: η πρώτη εκφωνήθηκε λίγο πριν την έναρξη του πολέμου και η τρίτη, το «κύκνειο άσμα» του Περικλή, η οποία εκφωνήθηκε στη διάρκεια του λοιμού στην Αθήνα και με την οποία προσπάθησε να ανυψώσει το ηθικό των συμπολιτών του από τις δοκιμασίες του πολέμου. Το τμήμα που αφιερώνεται στον Περικλή κλείνει με τον περίφημο χαρακτηρισμό του (2.65). ƒ 

Ο Θουκυδίδης υπήρξε εραστής του μεγαλείου και της πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της Αθήνας. Θέλησε λοιπόν να μας παρουσιάσει το τι υπήρξε η Αθήνα στην εποχή του και μάλιστα πριν την αμαυρώσουν οι συνέπειες του Πελοποννησιακού πολέμου. Πίστεψε ότι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να παρουσιάσει το αθηναϊκό μεγαλείο δε θα μπορούσε να ήταν άλλος από το δημιουργό της, τον Περικλή. Έτσι, ενώ ο λόγος εξωτερικά είναι ο επιτάφιος των νεκρών του 431 π.Χ., στην πραγματικότητα είναι ο επιτάφιος μιας μεγάλης πολιτείας στην πιο κλασική της μορφή.


Ποιο ήταν το έργο του Περικλή;


α/ Εδραίωσε την Αθηναϊκή Συμμαχία και επεξέτεινε την επιρροή της Αθήνας. 

β/ Με τις μεταρρυθμίσεις του έδωσε δημοκρατικότερο χαρακτήρα στο αθηναϊκό πολίτευμα. 

γ/ Αξιοποιώντας την οικονομική δύναμη της Αθήνας στόλισε την πόλη με περίλαμπρα οικοδομήματα.

 δ/ Έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην πνευματική άνθηση της πόλης. 

ε/ Προώθησε την πανελλήνια ιδέα μέσα από πρωτοβουλίες, όπως την ίδρυση των Θουρίων, της πρώτης πανελλήνιας αποικίας. Δικαιολογημένα, λοιπόν, η εποχή της αθηναϊκής ακμής έχει μείνει γνωστή και ως «αιώνας του Περικλή».


Ο Θουκυδίδης υπήρξε ο στενογράφος μιας πραγματικής δημηγορίας του Περικλή ή η δημηγορία αποτελεί δημιούργημα του Θουκυδίδη, για να εκφράσει δικές του απόψεις χρησιμοποιώντας το όνομα του Περικλή;


Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα. Είναι γνωστός (όπως είδαμε πιο πάνω) ο τρόπος με τον οποίο ο Θουκυδίδης επεξεργαζόταν τις δημηγορίες. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ήταν δυνατόν ο Περικλής να εκφωνήσει έναν επιτάφιο λόγο παρόμοιο με αυτό που έγραψε ο Θουκυδίδης και ότι και ο Θουκυδίδης, αν η πόλη του είχε αναθέσει να γράψει έναν επιτάφιο λόγο, θα μπορούσε να είχε πλάσει έναν παρόμοιο λόγο χωρίς να έχει ακούσει το λόγο του Περικλή. Είναι σημαντικό ότι ο λόγος συμβάλλει στη θετική αποτίμηση τόσο του ιστορικού όσο και του πολιτικού και είναι αντάξιος της πνευματικής προσωπικότητας και των δύο. Γιατί στην περίπτωση του Επιταφίου έχουμε τη σπάνια σύμπτωση δύο προσωπικοτήτων που μπορούν να εισχωρούν στη βαθύτερη ουσία των θεσμών, των καταστάσεων και των ανθρώπων και που η ψυχή και των δύο θερμαίνεται από την αγάπη για το μεγαλείο στο οποίο έφτασε η δημοκρατική Αθήνα.


   -------------------------------------------------------------------------------------


“Η ελληνική ιδιαιτερότητα”

 Κορνήλιος Kαστοριάδης

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης επιχειρεί μια πρωτότυπη ανάλυση του Επιταφίου, που αποδίδεται από τον αρχαίο ιστορικό στον Περικλή, για να δείξει σε ποιο βαθμό η μεγάλη αθηναϊκή δημιουργία του 5ου αιώνα είχε συνείδηση του εαυτού της.
Ο τρίτος τόμος της Ελληνικής ιδιαιτερότητας αφιερώνεται στο έργο του Θουκυδίδη. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης επιχειρεί μια πρωτότυπη ανάλυση του Επιταφίου, που αποδίδεται από τον αρχαίο ιστορικό στον Περικλή, για να δείξει σε ποιο βαθμό η μεγάλη αθηναϊκή δημιουργία του 5ου αιώνα είχε συνείδηση του εαυτού της.

Χωρίς να επιδίδεται στους αναχρονισμούς και τις προβολές που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες ερμηνείες, ο φιλόσοφος ανακαλύπτει στον Θουκυδίδη έναν κόσμο που μοιάζει εκπληκτικά με τον δικό μας, στον οποίο κάποια αγαθά θεωρούνται πολύτιμα, ενώ δεν έχουν καμία αξία έξω από το πλαίσιό του, εκεί όπου επικρατεί η ισχύς και μόνο· έναν κόσμο στον οποίο η αντιπαλότητα ανάμεσα σε κέντρα ισχύος καταλήγει σε ανοιχτή διαμάχη, με τον ορθολογισμό να συνυφαίνεται αξεδιάλυτα με τα πάθη.
Στο βιβλίο συγκεντρώνονται οι παραδόσεις του Κορνήλιου Καστοριάδη στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984-1985.

Στις εκδόσεις Κριτική κυκλοφορούν ο Α’ και Β’ τόμος της Ελληνικής ιδιαιτερότητας – Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο και Η Πόλις και οι νόμοι, αντίστοιχα, που έχουν κερδίσει κριτικούς και αναγνώστες.

Απόσπασμα από το βιβλίο

XII. Σεμινάριο της 13ης Φεβρουαρίου 1985

Σήμερα, θα σας μιλήσω για τον Επιτάφιο. Δύο λόγια πρώτα, για να οριοθετήσουμε το ζήτημα. Ο Θουκυδίδης αποτελεί προφανέστατα τεράστιο θέμαβ, όχι μόνο λόγω των γεγονότων τα οποία περιγράφει, αλλά ασφαλώς και λόγω των δημηγοριών τις οποίες παραθέτει. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε τη σπουδαιότητα αυτών των δημηγοριών για όποιον, πέρα από τα ίδια τα γεγονότα, ενδιαφέρεται και για το πώς τα αντιλαμβάνονται οι συμμετέχοντες σε αυτά, καθώς και για τη φιλοσοφία του Θουκυδίδη και τις απόψεις του εν γένει. Δεν πρόκειται να εγκύψουμε πραγματικά στο έργο του – κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πολλά χρόνια. Θα προσπαθήσουμε απλώς να αναδείξουμε μερικά σημεία που αφορούν καίρια το θέμα μας, δηλαδή τη δημιουργία της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας – στην προκειμένη περίπτωση δε, ιδίως τη δημιουργία της δημοκρατίας. Επιμένω λοιπόν ιδιαίτερα στο γεγονός ότι αυτό το οποίο θα μας απασχολήσει, κυρίως στις δημηγορίες, ενίοτε και στις αφηγήσεις, είναι η απάντηση στην ερώτηση: σε ποιο βαθμό η θέσμιση της δημοκρατίας, με την ιστορική ρήξη και τη θεμελιακή ανανέωση τις οποίες συνεπαγόταν, ήταν συνειδητή δημιουργία; Σε ποιο βαθμό υπήρχε στους Αθηναίους, για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο, ο αναστοχασμός, δηλαδή η σκέψη πάνω στον ίδιο τον εαυτό τους, που έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο ότι δημιουργούν –όλοι οι λαοί δημιουργούν τους θεσμούς τους–, αλλά ότι έχουν επίσης, μέχρις ενός βαθμού, συνείδηση αυτού που πράττουν; Και πάλι, η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν πρέπει επ’ ουδενί να αναζητηθεί στους μεγάλους φιλοσόφους, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όπως έκαναν, δυστυχώς, οι νεότεροι λόγιοι εδώ και 
δύο αιώνες. Ο πρώτος, όπως σας έχω πει, είναι αδυσώπητος εχθρός της δημοκρατίας, σε βαθμό να παραχαράσσει τα γεγονότα και να επιδεικνύει απίστευτη έλλειψη αυτεπίγνωσης όσον αφορά τις συνθήκες της ίδιας του της ύπαρξης. Δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω: ο Πλάτων, ο οποίος εγκωμιάζει διαρκώς τη Σπάρτη και κατηγορεί την Αθήνα, δεν διερωτάται ποτέ αν ο ίδιος θα μπορούσε να έχει γεννηθεί και μορφωθεί στη Σπάρτη και αν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει εκεί μια σχολή, όπου θα κατήγγειλε δημόσια το σπαρτιατικό καθεστώς. Όσο για τον Αριστοτέλη, με έχετε ακούσει συχνά να λέω ότι, αν και υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα και πέθανε το 323/322, είναι από πολλές απόψεις φιλόσοφος του 5ου και όχι του 4ου αιώνα. Συμβαίνει να βρίσκεται απείρως κοντύτερα στην αθηναϊκή δημοκρατία –κι εδώ ακόμη οι ερμηνείες έχουν διαστρεβλωθεί από τις προκαταλήψεις των νεότερων λογίων– , κατά κάποιο τρόπο όμως μιλάει γι’ αυτήν εκ των έξω. Δεν είναι, επομένως, δυνατό να καταλάβουμε τι υπήρξε η αθηναϊκή δημοκρατία μέσα από το έργο τους, παρά μόνο πολύ έμμεσα κατά μια έννοια, μέσω της κριτικής όσων λένε. Ευτυχώς όμως διαθέτουμε ένα κείμενο, όπου η αθηναϊκή δημοκρατία μιλάει στην πραγματικότητα για τον εαυτό της. Πρόκειται, βεβαίως, για τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε ο Περικλής.
Θα συζητήσουμε, λοιπόν, τη θέσμιση των Αθηναίων αρχίζοντας από αυτή την κορυφαία στιγμή (βιβλίο Β΄, κεφάλαια 34-46). Η ιδιαιτερότητά της όμως προκύπτει με εξίσου εντυπωσιακό τρόπο από το λόγο των Κορινθίων (Α΄, 68-71) και από την απάντηση των Αθηναίων (Α΄, 73-78) ενώπιον της συνέλευσης των συμμάχων στη Σπάρτη, κατά την οποία πρόκειται να ληφθεί η απόφαση για τον πόλεμο. Είναι αλήθεια ότι σε αυτούς τους δύο λόγους υπεισέρχονται επίσης και άλλες θεωρήσεις –γι’ αυτό ακριβώς θα αρχίσουμε από τον Επιτάφιο– για τη θεωρία του πολέμου, η οποία θα αποτελέσει το δεύτερο θέμα μας. Επ’ αυτού θα βρείτε στοιχεία τόσο στον πρώτο (Α΄, 140-144) όσο και τον τρίτο και τελευταίο λόγο του Περικλή (Β΄, 60-64), ή στην κρίση του Θουκυδίδη (Β΄, 65-67) για τον Περικλή, την Αθήνα και τον πόλεμο.

Στο λόγο των Αθηναίων του πρώτου βιβλίου δεν γίνεται μόνο αναφορά στην Αθήνα, αλλά επίσης στο ζήτημα του δικαίου και της ισχύος, και θα δούμε εδώ, για ακόμη μια φορά, πόσο παράλογες είναι οι απόψεις που οι νεότεροι, και μάλιστα οι πολυμαθέστεροι εξ αυτών, μπορούν να αποδώσουν στους αρχαίους. Όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, θα πρέπει βεβαίως να επανεξετάσουμε όλο το διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, ο οποίος προηγείται του φρικτού σφαγιασμού των δεύτερων από τους πρώτους στο βιβλίο Ε΄ (84-96), τη δημηγορία του Ερμοκράτη προς τους Σικελούς (Δ΄, 59-65), και τις δημηγορίες του Κλέωνα και του Διόδοτου (Γ΄, 37-50) στην Αθήνα για τη μοίρα των εξεγερμένων Μυτιληνιών. Σε αυτές τις δημηγορίες –καθώς, φυσικά, και σε άλλα αποσπάσματα τα οποία θα αναφέρω–, θα βρούμε ταυτοχρόνως την αντίληψη του Θουκυδίδη περί πολέμου, την αρχαία αντίληψη περί δικαίου και ισχύος, καθώς και τη γενική θεώρηση της Ιστορίας, για την οποία σας είπα δύο λόγια την τελευταία φορά. Βρίσκουμε επίσης μια θεωρία για τα αποτελέσματα του πολέμου στη συναρπαστική περιγραφή των συνεπειών του εμφύλιου πολέμου στην Κέρκυρα, του βιβλίου Γ΄ (69-85), όπου γίνεται λόγος για την κατάσταση στο νησί, κυρίως όμως για τον πόλεμο εν γένει• δηλαδή, όχι μόνο για τις ανθρώπινες και τις υλικές απώλειες, αλλά γι’ αυτό που πρέπει σαφώς να αποκαλέσουμε καταστροφή όλων των αξιών, μέχρι και της ίδιας της γλώσσας – οι λέξεις, όπως στον κόσμο του 1984, κατέληξαν να χρησιμοποιούνται για να πουν το αντίθετο από αυτό που σημαίνουν συνήθως.
Ας έρθουμε τώρα στον Επιτάφιο. Δεν είναι ίσως άσκοπο να αρχίσω δείχνοντάς σας αυτό το ντοκουμέντο. Θα αναγνωρίσετε αμέσως τον αετό και το ναζιστικό έμβλημα. Πρόκειται για το Der Schulunsgbrief. Das zentrale Monatsblatt der NSDAP, ένα μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο του γερμανικού εθνικο-σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος. Πρόκειται για το τρίτο τεύχος του 1939. Εδώ, λοιπόν, θα βρείτε το Rede des Perikles, το λόγο του Περικλή για τους Αθηναίους νεκρούς το πρώτο έτος του πολέμου, ο οποίος προτείνεται στα μέλη του κόμματος σαν ένα unvergänglich Dokument, ένα αθάνατο ντοκουμέντο του nördlicher Staatsgesinnung, του –πώς να τον πούμε;– πολιτικού προσανατολισμού του βόρειου πνεύματος. Σαν να λέμε, ένας Περικλής ο οποίος γεννήθηκε στο Σπίτσμπεργκ και πέθανε στο Τρόντχαϊμ. Τέλος πάντων. Πρόκειται, βεβαίως, για τεράστια απάτη. Θυμόσαστε όμως τι σας έχω πει για τα μυστήρια της γλώσσας, για τις λέξεις και την αμφισημία τους. Αν διαβάσετε το λόγο, θα δείτε ότι πράγματι η απάτη εξαρτάται από ελάχιστα πράγματα. Πού στηρίζεται αυτή η επιχείρηση εξαπάτησης;γ Κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι ενώ ο Περικλής μιλάει για τη «ζωή στην πόλιν», η γερμανική μετάφραση λέει –και κατά μια έννοια δεν μπορεί παρά να πει– im staatlichen Leben, στη «ζωή του κράτους». Και εκεί όπου γίνεται λόγος για δημοκρατία, ο Γερμανός, μεταφράζοντας εντελώς κατά γράμμα και απολύτως σωστά, θα πει: Volksherrschaft. Volk σημαίνει «λαός», μια πολύ ωραία λέξη – ποιος μπορεί να έχει αντίρρηση; Έλα όμως που οι ναζί την είχαν αναγάγει σε ένα από τα κεντρικά τους σημαίνοντα, οπότε, αν βρίσκεστε στη Γερμανία του 1939, Volksherrschaft σημαίνει απλώς: Heil Hitler! Εξυπακούεται ότι στη θεωρία του Hitler, την οποία συμμερίζεται επίσης ο Lenin, ο Volk, και μόνο επειδή υπάρχουν εβδομήντα εκατομμύρια Γερμανοί, δεν μπορεί να κυβερνά ο ίδιος, και χρειάζεται επομένως ένα κόμμα το οποίο θα εκφράζει τη θέληση του λαού. Μέσα σε αυτό το κόμμα υπάρχουν μικροί και μεσαίοι Führers σε διαφορετικά επίπεδα, και πάνω απ’ όλους Ο Führer κλπ. Δεν θα επαναλάβω εδώ τη ναζιστική μεταφυσική-πολιτική, αλλά αυτήν ακριβώς βρίσκουμε πίσω από την «κατά λέξη» μετάφραση του όρου δημοκρατία με το Volksherrschaft, ή στο γεγονός ότι το σημείο όπου ο Περικλής λέει: υπακούμε στους άρχοντες, θα μεταφραστεί, πράγμα που επίσης δεν είναι «λάθος»: υπακούμε στην Obrigkeit, στην εξουσία. Ιδού λοιπόν τι μπορεί να κάνει κάποιος σε ένα ιστορικό κείμενο. Είναι αλήθεια ότι το Κράτος και Επανάσταση του Lenin, παραδείγματος χάριν, εξακολουθεί, υποθέτω, να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση στη Ρωσία. Ο Lenin είναι Lenin, όποια άποψη κι αν έχει κανείς γι’ αυτόν – κι εσείς γνωρίζετε τη δική μου. Έλα όμως που στο Κράτος και Επανάσταση είναι γραμμένο ολοκάθαρα ότι η επανάσταση είναι ασύμβατη με το κράτος και ότι το κράτος αρχίζει να φθίνει από την πρώτη κιόλας μέρα της επανάστασης. Ωστόσο, πάνε τώρα περίπου εβδομήντα χρόνια που το ρωσικό κράτος ενισχύεται μέρα με τη μέρα. Μη με ρωτήσετε πώς το ξεπερνούν αυτό οι καθηγητές.
Νομίζω ότι το ξεπερνούν διότι οι μαθητές γνωρίζουν ότι είναι εντελώς ανόητο να κάνουν πολύ ενοχλητικές ερωτήσεις. Το μάθημα δεν μένει μόνο μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.

Και τώρα ο Επιτάφιος. Παρατηρήθηκε πριν από καιρό (και η Jacqueline de Romilly επανέρχεται σε αυτό το σημείο, παρουσιάζοντας τον τόμο των εκδόσεων «Budé», όπου βρίσκουμε το λόγο), ότι «μοιάζει –παραθέτω το κείμενό της– ξένος σε σχέση με την σφιχτοδεμένη υφή της αφήγησης». Στον Θουκυδίδη υπάρχει αφήγηση και ανάλυση των γεγονότων – όπως υπάρχουν και λόγοι. Έχω ήδη πει την περασμένη χρονιά τι σκέφτομαι για την πιστότητα αυτών των λόγων, ή μάλλον για την αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που μεταφέρεται και σε αυτό που ελέχθη – τεράστιο ζήτημα.δ Στον Θουκυδίδη όμως, αυτές οι δημηγορίες, εκτός, φαινομενικά, του λόγου του Περικλή, έχουν πάντα μια λειτουργία μέσα στην αφήγηση. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να πραγματευτούμε τώρα αυτή την πλευρά, όπως αρμόζει, διότι δεν ασχολούμαστε εδώ με την αρχαία φιλολογία, πρόκειται όμως για ακόμη ένα σημείο εξαιρετικής προσέγγισης της δομής του έργου του Θουκυδίδη με τη δομή μιας τραγωδίας• μιας τραγωδίας που εκείνος δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει αν και γνώριζε, ασφαλώς, το τέλος της. Ήρωας της τραγωδίας, που έχει παρασυρθεί από την ύβριν του, είναι προφανώς ο αθηναϊκός λαός. Ο Περικλής είναι ο χορός που υμνεί την δόξα του, αλλά και απευθύνει, ανώφελα όπως σε κάθε καλή τραγωδία, προειδοποιήσεις στον ήρωα, οι οποίες του υποδεικνύουν τα όρια που δεν πρέπει να υπερβεί. Επ’ αυτού όμως θα επανέλθω. Ο ρόλος των λόγων σε μια τέτοια δομή τραγωδίας, όπως εξάλλου και σε κάθε καλοστημένη τραγωδία, δεν είναι να εκθέσουν τις ιδέες του συγγραφέα. Ή μάλλον, ακόμη κι αν αυτές οι ιδέες ανήκουν στο συγγραφέα, πρέπει να υποστηρίζονται από τη δράση. Στον Θουκυδίδη, οι δημηγορίες και τα επιχειρήματά τους –για τον πόλεμο, την πολιτική φιλοσοφία κλπ.– βασίζονται πάντα στην δράση και παρεμβάλλονται σε πολύ ιδιαίτερες στιγμές. Οι Σπαρτιάτες, οι Κερκυραίοι, οι Αθηναίοι ή οι Συρακούσιοι συσκέπτονται. Μια φωνή παρουσιάζει τα επιχειρήματα υπέρ της μιας άποψης, μια άλλη παρουσιάζει την αντίθετη επιλογή – τελικά θα επιλεγεί μια από τις δύο. Οι λόγοι φωτίζουν επίσης εξαιρετικά ένα στοιχείο το οποίο δεν αποτελεί μέρος μόνο του πολέμου, αλλά της συνολικής θέσμισης των πόλεων στην αρχαία Ελλάδα, ρίχνοντας άπλετο φως στη διαδικασία διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων στην πόλη. Οι δημηγορίες εκτυλίσσονται με τη μορφή διαλόγου και αντιπαράθεσης. Εκτός, ακριβώς, από τον Επιτάφιο.
Ας προσθέσουμε, παρά ταύτα, λίγα λόγια για την αληθοφάνεια αυτών των δημηγοριών. Ορισμένες ενστάσεις ισοδυναμούν περίπου με το να λέγαμε ότι ο Θουκυδίδης δεν διέθετε μαγνητόφωνο. Πιθανότατα όμως είχε ακούσει κάποιους λόγους. Αυτό είναι σίγουρο στην περίπτωση του λόγου του Περικλή, καθώς βρισκόταν τότε στην Αθήνα,ε και μπορούμε να υποθέσουμε ότι κράτησε μάλιστα και σημειώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξάλλου, ότι η μνήμη στην αρχαιότητα δεν ήταν ό,τι ακριβώς εννοούμε σήμερα με αυτή τη λέξη. Στον Πλάτωνα, κάποιο πρόσωπο φαίνεται να έχει συγκρατήσει απέξω ένα διάλογο που διαρκεί τρεις ώρες και περιέχει πληθώρα διαλεκτικών επιχειρημάτων, κι αυτό, προφανώς, θεωρείται αυτονόητο για τον αναγνώστη εκείνης της εποχής. Εννοείται ότι δεν πρέπει κανείς να τα πάρει όλα αυτά κατά γράμμα, διότι εμπεριέχουν αναμφιβόλως ένα βαθμό συμβατικότητας, ας πούμε όμως ότι υπάρχουν βαθμοί αναληθοφάνειας – δεν είναι σαν να ισχυρίζεται ο Πλάτων ότι είδε ανθρώπους να περπατάνε στη Σελήνη. Εξάλλου, στο διάλογο, ο αφηγητής διευκρινίζει μερικές φορές: συμβαίνει να έχω κρατήσει σημειώσεις ή έχω απομνημονεύσει όλα αυτά ή έχω αντιπαραβάλλει μαρτυρίες, και ιδού γιατί μπορώ να σας διηγηθώ ό,τι ελέχθη εκείνη τη μέρα. Ο Θουκυδίδης λοιπόν έχει ακούσει ασφαλώς αυτό το λόγο. Όσο για την πλειονότητα των άλλων, του μεταφέρθηκαν και προσπάθησε να τους ανασυνθέσει, ενώ, όπως λέει σαφώς ο ίδιος, δεν επιδίωξε να τους αποδώσει κατά γράμμα. Εξάλλου, είναι προφανές ότι όσο κι αν δεν έχουν όλοι το ίδιο ύφος, υπάρχει το ύφος του Θουκυδίδη που προβάλλει ξεκάθαρα και στους πλέον διαφορετικούς λόγους.

Ωστόσο, όταν διαβάζει κανείς τους τρεις λόγους του Περικλή, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι το «ύψος», όπως θα έλεγαν οι θεωρητικοί της αρχαίας ρητορικής, δεν είναι το ίδιο. Ακόμη μια φορά όμως, ο Επιτάφιος διακρίνεται από τους άλλους λόγους από την άποψη ότι δεν παίζει κανένα ρόλο στη διαβούλευση και τη δράση, παρά μόνο κατά μια εντελώς δευτερεύουσα έννοια. Παίζει σίγουρα ένα ρόλο, στο βαθμό που ο Περικλής λέει επίσης: ιδού γιατί πέθαναν αυτοί οι άντρες, και ιδού γιατί καθένας από εμάς θα ήταν έτοιμος να πεθάνει για μια τέτοια πόλη. Το ουσιώδες όμως δεν βρίσκεται εδώ. Επιτάφιοι λόγοι εκφωνούνταν στην Αθήνα κάθε χρόνο και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο, ο Θουκυδίδης παραθέτει αυτό τον συγκεκριμένο και όχι κάποιον άλλο. Μήπως το κάνει για να προσδώσει, όπως υποστηρίζει η κα de Romilly, περισσότερη αίγλη στο πρόσωπο του Περικλή και σε κάποιες απόψεις τις οποίες απέδιδε σε αυτόν; Εάν επρόκειτο περί αυτού, ο λόγος θα αναφέρονταν στο παρόν και στην πρόσφατη ιστορία των Αθηνών με διαφορετικό τρόπο, προβάλλοντας στα μάτια μας ένα σύνολο ενεργειών που έγιναν υπό την καθοδήγηση του Περικλή. Θα μπορούσε να υπάρχει ένας επιτάφιος λόγος προς δόξαν των Αθηνών –θα επανέλθουμε, εξάλλου, επ’ αυτού, διότι ο λόγος αναφέρεται και σε τούτο το ζήτημα–, όπου θα μνημονευόταν μόνο η σπουδαιότητα αυτής της πόλης, η οποία κατόρθωσε το ένα ή το άλλο, κατέλαβε την Εύβοια, νίκησε τους Σάμιους κλπ. Και αυτό θα ήταν πράγματι προς δόξαν του Περικλή επίσης, δεδομένου ότι, όπως το υπενθυμίζει ο Θουκυδίδης, αυτός είχε εκλεγεί συχνότερα στρατηγός την εποχή εκείνη. Ωστόσο, ο έπαινος που εκφωνεί όντως ο Περικλής μάς μιλάει ακριβώς για πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στον ίδιο. Μιλάει για τη θέσμιση της αθηναϊκής κοινωνίας, όχι κατά τα τυπικά χαρακτηριστικά της, όπως φερ’ ειπείν οι νόμοι της, κάποιοι από τους οποίους εισήχθησαν πράγματι κατά τα χρόνια που προηγούνται αυτής της ιστορίας και όπου ο Περικλής έπαιξε έναν πολιτικό ρόλο, αλλά για τα πιο βαθιά χαρακτηριστικά της – τις ανθρωπολογικές στάσεις που επιτρέπουν την ύπαρξη της δημοκρατίας και οι οποίες, με τη σειρά τους, καθορίζονται από αυτή. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να το επικαλεσθεί κανείς «προς δόξαν του Περικλή». Θυμηθείτε τον Rousseau: αν θέλετε να αναμιχθείτε με την παροχή νόμων σε ένα λαό, πρέπει πρώτα να αλλάξετε τα ήθη του, τα οποία είναι απείρως πιο σημαντικά από τους νόμους. Και ακριβώς στον Επιτάφιο γίνεται λόγος κυρίως για τα ήθη, ενώ δεν υπάρχει άτομο το οποίο θα μπορούσε να τα αλλάξει σε βάθος• το περισσότερο που θα μπορούσε να κάνει, θα ήταν να τα μεταβάλλει ελαφρώς και να συμβάλλει στον εκφυλισμό τους.

Ο λόγος λοιπόν δεν βρίσκεται εδώ για να προσδώσει μεγαλύτερη αίγλη στο πρόσωπο του Περικλή. Ο ρόλος του είναι να δείξει τι είναι η Αθήνα. Και δεν μπορούμε παρά να μείνουμε έκθαμβοι από το μεγαλείο και την καλλιτεχνική τελειότητα του Θουκυδίδη, που ανταποκρίνεται στα ίδια τα γεγονότα, μια και πρέπει σαφώς να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι οποίες, ακόμη κι αν είναι τραγικές, παραμένουν ωραιότερες ή τουλάχιστον πιο εντυπωσιακές από άλλες. Για το τι είναι η Αθήνα είχε ήδη μιλήσει, με τον τρόπο της, η δημηγορία των Κορινθίων στο βιβλίο Α΄, όπου έγινε η σύγκριση Αθηναίων και Σπαρτιατών –θα επανέλθω επ’ αυτού–, ενώ γνωρίζουμε ότι εκφωνήθηκε στη συνέλευση των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους. Παραδόξως όμως, ενώ πρόκειται για κατηγορητήριο εναντίον των Αθηνών –οι Αθηναίοι διέπραξαν αδικίες, παραβίασαν συνθήκες κλπ. (πράγμα που είναι λάθος, αλλά δεν έχει σημασία), και οι Κορίνθιοι υποστηρίζουν τη θέση τους και τους επιτίθενται με κάθε τρόπο–, αυτή η δημηγορία αποτελεί εξαίσιο ύμνο της αθηναϊκής δημιουργίας, σε αντίθεση με την σπαρτιάτικη αποτελμάτωση, ύμνο της εφευρετικότητας και του στοιχείου που πρέπει να ονομάσουμε, ακόμη κι αν η λέξη έχει σήμερα φθαρεί, νεοτερικότητα των Αθηναίων, καθώς και μια περιγραφή της διαφορετικής ιστορικής χρονικότητας που δημιούργησαν. Εδώ επίσης, και παρόλο που οι Κορίνθιοι δεν τονίζουν αυτή την πλευρά, μπορούμε να διακρίνουμε το θέμα μιας διαφορετικής στάσης των ατόμων, των πολιτών απέναντι στο κοινό κτήμα. Έχουμε εδώ ένα είδος μουσικού πρελούδιου που προαναγγέλλει τον Επιτάφιο, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην περιγραφή της θέσμισης των Αθηναίων, καθώς και στην κατάδειξη του πώς και του γιατί η Αθήνα απέκτησε τη δύναμη που τη χαρακτηρίζει. Η μεγάλη εξωτερική διάρθρωση αυτού του λόγου είναι πολύ απλή, η εσωτερική δομή του όμως είναι, αντιθέτως, τρομερά πολύπλοκη.ζ Ας δούμε πρώτα την προφανή δομή: ένα προοίμιο ή πρόλογος (κεφάλαιο 35)• περιγραφή της πόλης των Αθηναίων και της θέσμισής της (36-41.4)• έπαινος των νεκρών και λόγια παρηγοριάς για τους συγγενείς (41.5-45)• τέλος, ένας επίλογος στο κεφάλαιο 46. Δύο είναι λοιπόν τα μεγάλα τμήματα, αν δεν λάβουμε υπόψη τον πρόλογο και τον σύντομο επίλογο.


                              -------------------------------------------------------------------------



ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ- ΚΕΦ. 40

 ΘΕΜΑ: Ο Αθηναϊκός χαρακτήρας Φιλοκαλοῦμέν τε μετ’ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας Ποια γνωρίσματα της ψυχικής ιδιοσυστασίας και των πνευματικών αναζητήσεων του Αθηναίου πολίτη ενυπάρχουν στο πιο πάνω απόσπασμα;



Ο Αθηναίος πολίτης αγαπά το ωραίο (φιλοκαλῶ), χωρίς όμως να ξεφεύγει από την απλότητα (μετ’ εὐτελείας) και χωρίς να οδηγείται στη σπάταλη πολυτέλεια. Από την άλλη αγαπά τη σοφία, τη γνώση και την πνευματική καλλιέργεια, την ενασχόληση με τα έργα του πνεύματος (φιλοσοφῶ), χωρίς όμως να περιορίζεται η διάθεσή του για δράση και έργο, χωρίς να περιορίζεται η γενναιότητά του, χωρίς δηλαδή να γίνεται μαλθακός (ἄνευ μαλακίας). Η ημιπερίοδος αυτή κλείνει μέσα της τα πιο αντιθετικά στοιχεία. Πέρα από τις προφανείς αντιθέσεις ανάμεσα στο φιλοκαλοῦμεν μετ’ εὐτελείας και στο καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας, αντίθεση υπάρχει και ανάμεσα στο φιλοκαλοῦμεν και στο φιλοσοφοῦμεν. Στα δύο ρήματα υποκρύπτεται η έριδα τέχνης και επιστήμης σχετικά με το ποια μπορεί να μορφώσει σωστά τον άνθρωπο . Τυπική αντίθεση προτερήματος-ελαττώματος (θετικής και αρνητικής έννοιας) συνιστούν και τα μετ’ εὐτελείας και ἄνευ μαλακίας. Οι αντιθέσεις μέσα στην ημιπερίοδο (οι φυγόκεντρες δυνάμεις κατά τον Ι. Θ. Κακριδή) είναι τέτοιες που τείνουν να διασπάσουν την ενότητα της φράσης. Κι όμως, όσες είναι οι φυγόκεντρες δυνάμεις, άλλες τόσες είναι και οι κεντρομόλες δυνάμεις, τα συνθετικά εκείνα στοιχεία που δένουν τα αντίμαχα μέλη σε μιαν ακατάλυτη ενότητα: η ισοσυλλαβία και το ομοιοτέλευτο (φιλοκαλοῦμεν, φιλοσοφοῦμεν –μετ’ εὐτελείας, ἄνευ μαλακίας), η συνήχηση, η χρήση συμπλεκτικών συνδέσμων (τέ-καί). Αυτή η διαφορά ανάμεσα στην εσωτερική αντίθεση των εννοιών και στην εξωτερική ομοιότητα που παρουσιάζουν τα ομόρρυθμα, ομόηχα και ισοσύλλαβα μέλη, αυτή η ένταση ανάμεσα σε φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις που κυβερνάν τη φράση, δίνει στο λόγο τον τόσο σύντομο τη δυνατότητα να εκφράσει με τρόπο θαυμαστό τη μοναδική σύνθεση, που κατορθώνει πάλι ο Αθηναίος από τόσο αντίθετες ιδιότητες ( Ι.Θ. Κακριδής).

Ποια άλλα αντινομικά στοιχεία συνδυάζει ο Αθηναίος πολίτης σύμφωνα με το κεφ. 40 ;

• πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμενοι: ο πλούτος που υπάρχει στην Αθήνα δε χρησιμοποιείται για καύχηση. Αντιθέτως, αποτελεί ευκαιρία για έργο, για δράση. Η αντίθεση λόγου-έργου προβάλλει και πάλι, μόνο που την αντίθεση αυτή κατορθώνει να πραγματώσει ο Αθηναίος πολίτης.

 • ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις ἕτερα πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι: Ο Αθηναίος ασχολείται με τις ιδιωτικές υποθέσεις του, αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να έχει επαρκή γνώση των πολιτικών ζητημάτων. Θυμηθείτε και τον ορισμό της πολιτικής αρετής από τον Πρωταγόρα (Πρωταγόρας, κεφ. Θ΄): «η σωφροσύνη για τα δικά του (εὐβουλία περὶ τῶν οἰκείων…περὶ τῶν τῆς πόλεως…), πώς θα κυβερνά άριστα το σπίτι του και για τις υποθέσεις της πόλεως, πώς θα γίνει ικανότατος να τις κατευθύνει και με τις πράξεις και με τους λόγους του». Επιπλέον, οι Αθηναίοι θεωρούν τον πολίτη που δε συμμετέχει στα κοινά όχι ἀπράγμονα, αλλά ἀχρεῖον (θυμηθείτε και πάλι το κεφ. ΙΒ΄ του Πρωταγόρα και το νόμο του Δία «κτείνειν τὸν μὴ δυνάμενον μετέχειν αἰδοῦς καὶ δίκης ὡς νόσον πόλεως»). Παράλληλα, ο Περικλής βρίσκει την ευκαιρία να απαντήσει σε αυτούς που κατηγορούσαν (όπως οι Κορίνθιοι) τους Αθηναίους ότι ήταν πολυπράγμονες: ελάττωμα δεν είναι η πολυπραγμοσύνη, αλλά η απραγμοσύνη, η μη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.


οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν: η αντίθεση έργου και λόγου εμφανίζεται και πάλι, μόνο που για τον Αθηναίο πολίτη οι δύο έννοιες δε γίνονται αντιληπτές ως αντίθετες αλλά ως συμπληρωματικές. Ο λόγος δεν προκαλεί βλάβη, αλλά βοηθά στη σωστή επιτέλεση του έργου. Απαντά έτσι με έμμεσο τρόπο και στην κατηγορία που διατυπωνόταν εναντίον των Αθηναίων ότι έλεγαν πολλά. 

• ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι. ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει: οι Αθηναίοι συνδυάζουν τη σκέψη, το συλλογισμό με την τόλμη και τη δράση. Προσέξτε τη διαφοροποίηση του ἐκλογίζεσθαι σε ἀμαθία και του τολμᾶν σε θράσος. Η γνώση συνδυάζεται με τη δράση. Μόνο η δράση μετά από έλλογη αξιολόγηση (η συνειδητή επιλογή) καταξιώνεται. Χωρίς την προηγούμενη γνώση καταντά απλό θράσος. Γι’ αυτό κράτιστοι δ’ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν όσοι γνωρίζουν πλήρως και τα ἡδέα (τις απολαύσεις της ειρήνης) και τους κινδύνους του πολέμου. 

• οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων: οι Αθηναίοι συνδυάζουν τη γνώση των κινδύνων και των απολαύσεων με την ανάληψη των κινδύνων. • καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν: οι Αθηναίοι παρουσιάζονται ως οι μόνοι που συνδυάζουν τα φιλικά αισθήματα με το φιλελεύθερο φρόνημα, όντας απαλλαγμένοι από κάθε είδους καιροσκοπικό υπολογισμό.


κράτιστοι δ’ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων: Πιο είναι το περιεχόμενο της πάνω φράσης ;


Παρουσιάζεται η στάση των Αθηναίων απέναντι στους κινδύνους. Οι Αθηναίοι, αν και έχουν σαφή επίγνωση των κινδύνων που πρόκειται να αντιμετωπίσουν, δεν κάνουν πίσω και βαδίζουν προς τον κίνδυνο, ακόμα κι αν προβλέπουν το θάνατο. Εδώ βρίσκεται και η καταξίωση του αγώνα και ο ηρωισμός: στην επίγνωση της θυσίας των αγαθών που θα στερηθεί κάποιος και των δεινών που τον περιμένουν. Η διαφορά τους από τους υπόλοιπους έγκειται στο ότι, παρόλο που μελετούν τις ενέργειές τους και γνωρίζουν πιθανές δυσκολίες, δε νιώθουν φόβο ή δειλία, αλλά η γνώση αυτή καλλιεργεί την τόλμη και την ανδρεία τους. Δίνεται όλο το περιεχόμενο της πραγματικής ανδρείας των Αθηναίων, η οποία αποτελεί μια από τις βασικότερες αρετές για τους αρχαίους Έλληνες. Οι Αθηναίοι αναδεικνύονται γενναίοι και είναι εκείνοι που ενσαρκώνουν το ιδανικό της αληθινής ανδρείας, τη μεσότητα της αρετής. Το ξεχωριστό αυτό χαρακτηριστικό του Αθηναίου πηγάζει από τους ‘τρόπους’ ζωής που του προσφέρει η πόλη του. Έμμεσα επισημαίνεται ο παιδαγωγικός ρόλος του δημοκρατικού πολιτεύματος και τονίζεται η ενσυνείδητη συμπεριφορά των πολιτών στον πόλεμο και στην ειρήνη. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Περικλής δεν αρνείται ούτε αμφισβητεί τη γενναιότητα των Σπαρτιατών. Δε τη θεωρεί όμως ισάξια αυτής των Αθηναίων: όπως είδαμε και στο κεφ. 39, αυτή βασίζεται σε εξωτερικά στοιχεία (ξενηλασίες, απάτες) και όχι σε εσωτερικά στοιχεία (ευψυχία) . επιπλέον, η γενναιότητα του Σπαρτιάτη δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη από τη στιγμή που δεν έχει σαφή γνώση τόσο των κινδύνων του πολέμου (απουσιάζει η ενημέρωση, η συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων), αλλά και των ιδεών της ειρήνης. Ο Σπαρτιάτης ζει μια μονότονη, μονοδιάστατη ζωή που δεν του επιτρέπει να απολαύσει τις χαρές της ειρηνικής ζωής. ο Αθηναίος γεύεται και γνωρίζει τις χαρές της ζωής, δε διστάζει όμως να τις απαρνηθεί προκειμένου να υπερασπιστεί την πόλη που του τις προσφέρει. Η γνώση και η ενσυνείδητη θυσία είναι που τοποθετεί τη γενναιότητα του Αθηναίου σε ανώτερο, αξιολογικά, επίπεδο.


καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τα πράγματα…ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ: 

Ποιες μορφές της έννοιας «λόγος» προβάλλει ο Περικλής;


Για τον αρχαίο Έλληνα η έννοια λόγος γίνεται αντιληπτή σε διττή μορφή: υπάρχει ο ενδιάθετος λόγος (λογισμός, σκέψη) και ο προφορικός λόγος (προδιδαχθῆναι). Ο Περικλής τονίζει τη στενή σχέση και των δύο μορφών λόγου και προβάλλει την αξία του προφορικού λόγου και του διαλόγου (ο οποίος προϋποθέτει ελευθερία έκφρασης, άρα δημοκρατικό πολίτευμα) για τη λήψη της σωστής απόφασης (κρίνομεν ἢ ἐνθυμούμεθα).


καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς :  

Ποιες μορφές της έννοιας ἀρετή διακρίνουμε στο κεφ. 40 ;
ο Περικλής;


πολιτική: μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ’ ἀχρεῖον νομίζομεν. Στις φράσεις αυτές φαίνεται καθαρά η συμμετοχή των Αθηναίων στα δημόσια πράγματα.

κοινωνική: καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς · οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ , ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. Στις φράσεις αυτές φαίνεται καθαρά η φιλάνθρωπη δράση τους.

πολεμική: .....τολμᾶν,...... μὴ ἀποτρεπόμενοι τῶν κινδύνων..... Στις φράσεις αυτές φαίνεται καθαρά η ανδρεία τους την ώρα του πολέμου.
α δημόσια πράγματα.


Στοιχεία εξιδανίκευσης που υπάρχουν στο κείμενο:

Ο πλούτος στην Αθήνα δε χρησιμοποιείται μόνο ως αφορμή για έργο. Γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης (ανιψιός του Περικλή) έκανε επίδειξη του ιδιωτικού του πλούτου, ενώ και η ίδια η πόλη της Αθήνας, κατά την αναχώρηση του αθηναϊκού στόλου για τη Σικελία, έκανε επίδειξη δύναμης. 

• Η συμμετοχή των Αθηναίων πολιτών στα κοινά δεν ήταν πάντα στη μορφή που την παρουσιάζει ο Περικλής. Στους λόγους του Λυσία (που γράφονται κατά τον 4ο αιώνα) βρίσκουμε πολλές αναφορές για την αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά. 

• Ο συνδυασμός των φιλικών σχέσεων προς τις άλλες πόλεις με το φιλελεύθερο φρόνημα φαντάζει υπερβολικός, αν μάλιστα σκεφτούμε πώς αντέδρασαν οι Αθηναίοι στις περιπτώσεις που συμμαχικές πόλεις (Θάσος, Λέσβος, Σάμος) προσπάθησαν να αποχωρήσουν από την αθηναϊκή συμμαχία.



Ποιες αντιθέσεις με τη Σπάρτη υποδηλώνονται στο κεφ. 40;


Η φιλοκαλία των Αθηναίων πολιτών και η πνευματική καλλιέργεια, που αποκαλύπτεται από τα αρχιτεκτονικά ευρήματα στην πόλη της Αθήνας αλλά και από τα πνευματικά δημιουργήματα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παρουσιαστεί στην πόλη της Σπάρτης και στο μονομερή τρόπο ζωής των Σπαρτιατών. 

• Η ενασχόληση των Αθηναίων με την ιδιωτική και δημόσια ζωή αντιπαραβάλλεται με την ενασχόληση των Σπαρτιατών με τα στρατιωτικά και την απουσία ιδιωτικής ζωής στη Σπάρτη. Η συμμετοχή των Αθηναίων πολιτών στη δημόσια ζωή ενθαρρύνεται από το πολίτευμά τους (δημοκρατία), ενώ αυτό της Σπάρτης (ολιγαρχία) αποθαρρύνει.

 • Η ενημέρωση των Αθηναίων πολιτών, η συμμετοχή τους στη λήψη των αποφάσεων, ο διάλογος έρχονται σε έντονη αντίθεση με τη Σπάρτη, όπου, κατά κανόνα, οι αποφάσεις λαμβάνονταν «διὰ βοῆς».

 • Ελέγχεται η γενναιότητα των Σπαρτιατών ως θράσος που προέρχεται από την ελλιπή ενημέρωση κα τη μη γνώση των «ἡδέων» της ειρήνης και «τῶν κινδύνων» του πολέμου. 

• Γενικότερα προβάλλεται η πολυμέρεια και η πληρότητα του Αθηναίου σε αντίθεση με το μονομερή και μονοδιάστατο τρόπο ζωής των Σπαρτιατών.


καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ…: Είναι ενδιαφέρον ότι από την ουδέτερη ή την έμμεση σύγκριση των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες (κεφ. 36, 37, 38) οδηγούμαστε στην ξεκάθαρη σύγκριση του κεφ. 39. Από τη σύγκριση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη, προχωρούμε στη σύγκριση της Αθήνας με τους άλλους, για να οδηγηθούμε σταδιακά στην υπερθετική κατηγόρηση («μόνοι»). Από ένα σημείο και μετά η σύγκριση σταματά. Η Αθήνα παρουσίασε δραστηριότητα σε τομείς που η Σπάρτη και οι άλλες ελληνικές πόλεις ούτε τους υποψιάζονταν . Είναι ενδιαφέρον ότι οι εσωτερικές αντιθέσεις (π.χ. λόγος-έργο, φιλοσοφία-φιλοκαλία, ισονομία-αξιοκρατία) χρησιμοποιούνται μόνο για την Αθήνα και τον Αθηναίο πολίτη. Στόχος τους είναι να αναδείξουν την ακεραίωση του Αθηναίου, το ότι είναι ο μόνος που συναιρεί, συνθέτει τα πιο αντιθετικά στοιχεία.

         ----------------------------------------------------------------------------------------



Περικλέους Επιτάφιος

Ο Περικλέους Επιτάφιος ή Επιτάφιος του Περικλή είναι το απόσπασμα από το έργο του αρχαίου Αθηναίου ιστορικού Θουκυδίδη στο οποίο παρατίθεται ο λόγος που ο Περικλής εκφώνησε το 430 π.Χ. για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου.
Ο λόγος βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο του έργου (2.35 έως 2.44) και περιλαμβάνει ένα φλογερό ύμνο στην Αθηναϊκή δημοκρατία και στην αγάπη του Αθηναίου προς την ελευθερία. Το παρακάτω απόσπασμα αναφέρεται συχνά σε πολεμικούς επικήδειους, καθώς είναι εξαιρετικό παράδειγμα απόδοσης τιμών στους νεκρούς:

Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκεία σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ’ ἑκάστω τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. (2. 43)
(Διότι τάφος των επιφανών ανδρών είναι κάθε τόπος, και δε σώζεται το όνομά τους μόνο σε επιγραφές στην πατρίδα τους, αλλά διατηρείται η ανάμνησή τους και στις ξένες χώρες, πιο πολύ στη μνήμη και στις καρδιές των ανθρώπων παρά στα γραπτά μνημεία και στους τάφους.) (ελεύθερη απόδοση)

Το ιστορικό πλαίσιο

Μετά το πρώτο έτος του πολέμου, ενός πολέμου του οποίου τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη διάρκειά του αλλά ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει, έθιμο ήταν να γίνεται στις αρχές του χειμώνα η κηδεία των πεσόντων με εκφώνηση επιταφίου από έναν διακεκριμένο άνδρα. Συγκεκριμένα οι νεκροί καίγονταν πλέον συνήθως επί τόπου (στα πεδία των μαχών) και στην Αθήνα μεταφέρονταν τα οστά για ταφή. Αυτό είχε αφορμή τον «πάτριο νόμο» που ίσχυε ειδικά στην Αθήνα για λόγους καθαρά πρακτικούς, αλλά και πολιτικούς Σύμφωνα με το έθιμο τα οστά μεταφέρονταν σε λάρνακα από κυπαρίσσι σε μία άμαξα για κάθε φυλή των Αθηναίων και στο τέλος τιμητικά μια λάρνακα μεταφερόταν με τα χέρια και σκεπασμένη με σεντόνι, για όσους τα σώματα δεν μπόρεσαν να περισυλλεγούν και να ταφούν («τῶν ἀφανῶν» όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, για αυτή την τόσο ευαίσθητη ή πολιτικά ευφυή μεταχείριση που προσέφερε παρηγοριά στους συγγενείς και κουράγιο στους στρατιώτες, ότι ακόμα κι αν δεν βρεθεί το νεκρό σώμα τους αν σκοτωθούν σε μάχη ή ναυμαχία, δεν θα μείνουν ακήδευτοι). Στον χώρο του Κεραμεικού βρίσκονταν γυναίκες που θρηνούσαν όπως ήταν τα έθιμο. Σύμφωνα με τα ισχύοντα, ένας εκλεγμένος πολίτης που η γνώμη του ήταν συνετή και άξια, έλεγε τον έπαινο τον πρέποντα και η τελετή έληγε. Στην περίπτωση αυτή «ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου, που ανέβηκε στο βήμα ώστε η φωνή του να φτάνει στα αυτιά όσο το δυνατόν περισσότερων. Μίλησε  περίπου ως εξής:»

Προοίμιο

Ο Περικλής λέει ότι έχει επιφυλάξεις για την εκφώνηση επαίνων για τους νεκρούς επειδή «σε άνδρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, πρέπει με έργα να τους αποδίδονται τιμές». (Ουσιαστικά εισηγείται στους παρόντες να τιμήσουν έμπρακτα τους νεκρούς και όπως διαφαίνεται από τη δομή του υπόλοιπου λόγου, το έμμεσο προσκλητήριο αφορά την έμπρακτη υπεράσπιση των λόγων για τους οποίους θυσιάστηκαν οι ήδη πεσότες, δηλαδή την προάσπιση της δημοκρατίας και της ηγετικής θέσης του αθηναϊκού πολιτισμού, σε περίπτωση που θα χρειαστούν και άλλες θυσίες για την πατρίδα) . Όμως καταλήγει ότι θα αγορεύσει από σεβασμό για το νόμο, όσο κι αν θεωρεί τα λόγια ακατάλληλα , καθώς άλλοι θα τα βρουν κατώτερα των περιστάσεων καθώς ξέρουν τι έγινε ενώ άλλοι, που δεν ξέρουν, θα τα βρουν ίσως υπερβολικά. Αναφέρεται και στο φθόνο, μια που η φύση του ανθρώπου τέτοια είναι, να αντέχει να ακούει καλά λόγια για τα έργα των άλλων, όσο θεωρεί ότι αυτά τα έργα θα μπορούσε να τα είχε κάνει κι αυτός και ζηλεύει τον έπαινο για κάτι που ξεπερνά τις δικές του δυνάμεις.

Πρώτο μέρος

Στο πρώτο μέρος το έθιμο ήταν να γίνεται μακρά αναφορά στα κατορθώματα των ηρώων, στην Τροία και σε πολλά άλλα. Έτσι συνδέονταν τα ανδραγαθήματα της τωρινής γενιάς με τους αυτόχθονες της Αττικής. Όμως ο Περικλής που θέλει να επιμείνει στη σημερινή πραγματικότητα και σε όσα πρέπει να γίνουν μελλοντικά, αντιπαρέρχεται το μακρινό παρελθόν με σεβασμό αλλά πάντως εν τάχει λέγοντας απλά ότι θα αρχίσει από τους μακρινούς προγόνους των Αθηναίων αναφέροντας ότι τους αξίζει η τιμή, αφού με την αρετή τους "την χώραν ἐλευθέραν παρέδοσαν σε εμάς" και πάει κατ’ ευθείαν στη γενιά των πατεράδων της γενιάς του (ίσως επειδή πολέμησαν στους Περσικούς Πολέμους αλλά ίσως κυρίως για τους κοινωνικούς αγώνες τους) «που αξίζουν τις ίδιες αν όχι και μεγαλύτερες τιμές, αφού αυτά που πήραν με πολύ μόχθο τα κληροδότησαν σε εμάς προσθέτοντας και τα δικά τους επιτεύγματα». Ύστερα περνάει αμέσως στην τωρινή γενιά για να πει ότι ακόμα περισσότερα πέτυχαν με τους αγώνες τους οι σημερινοί Έλληνες γιατί «ἐπηυξήσαμεν τήν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνη αὐταρκεστάτην» (ώστε να είναι αυτοδύναμη και αυτάρκης και σε καιρό πολέμου και στην ειρήνη). Εξηγεί ότι τα πολεμικά κατορθώματα του παρελθόντος δεν θα τον απασχολήσουν στο λόγο του επειδή δεν θέλει να μακρηγορεί σε ακροατήριο που αυτά τα ξέρει από πρώτο χέρι, αλλά θα επιμείνει «στο πώς φτάσαμε στο σημερινό μεγαλείο, στις αρχές που έχουν εμφορήσει αυτούς τους αγώνες, στο πολίτευμα και στον τρόπο ζωής με τον οποίο επιτεύχθηκαν αυτά». "Μετά" –λέει- "θα αναφερθώ στον έπαινο των νεκρών –γιατί δεν είναι καθόλου άπρεπο να αναφερθούν όλα αυτά και είναι προς το συμφέρον μας να ακουστούν από ντόπιους κι από ξένους". Με αυτό τον τρόπο αιτιολογεί την μη καθιερωμένη, τη μη συμβατική δομή του Επιταφίου που απαιτουσε μακροσκελή μνεία σε μυθικά ανδραγαθήματα. Σε όσα αναφέρεται στη συνέχεια συχνά υπάρχουν έμμεσοι υπαινιγμοί για τις ουσιαστικές διαφορές που χωρίζουν βαθύτατα τους Αθηναίους από τους Σπαρτιάτες.

Μιλά για το κράτος δικαίου της πόλης, για το σύστημα διακυβέρνησης, το πολίτευμα, το οποίο δημιούργησε νόμους, τους οποίους όχι μόνον δεν αντέγραψε από άλλους, αλλά που απεναντίας τους μιμούνται οι άλλοι πρόθυμα (εννοεί ίσως τις ιωνικές πόλεις, το Άργος, η Κυρήνη κ.α.) :
  «καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλ᾽ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται»
Επειδή όπως συνεχίζει, δεν στηρίζεται στους λίγους (εννοεί όπως της Σπάρτης) αλλά στους πολλούς και απέναντι στο νόμο όλοι είναι ίσοι:
  «κατά τους νόμους μέτεστι πᾶσι τό ἴσον»

Και για την αξιοκρατία, ότι δηλαδή είναι μεν όλοι ίσοι απέναντι στο δίκαιο και το νόμο, αλλά στα αξιώματα ανέρχεται με την ικανότητα, την προκοπή του, και όχι επειδή έτυχε να γεννηθεί σε μια ορισμένη κοινωνική τάξη (για να τονίσει και πάλι τις διαφορές με τους ολιγαρχικούς Σπαρτιάτες).

Τονιζει επίσης ότι απολαμβάνουν όλοι ελευθερία τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική τους ζωή (στηλιτεύοντας έτσι έμμεσα και πάλι την ανελευθερία της Σπάρτης αλλά και την καχυποψία που κυριαρχούσε στην κοινωνική της ζωή ) χωρίς να έχουν σαν στόχο το κακό του συνανθρώπου τους. «Σεβόμαστε –λέει- ο ένας τον άλλο νόμο για τους άγραφους νόμους της ζωής και για να αποφύγουμε την αισχύνη κι όχι από φόβο» (υπαινιγμός ότι οι Σπαρτιάτες τηρούν το νόμο επειδή τρέμουν τη νομοθεσία τους).

Μετά θυμίζει στους Αθηναίους όλα τα καλά που απολαμβάνουν (και αυτά σε αντιδιαστολή προς τη λιτή ζωή των Σπαρτιατών) , τα όμορφα σπίτια τους, τις συνεχείς εορταστικές εκδηλώσεις της πόλης, το γεγονός ότι βρίσκουν στο εμπόριο όλα τα καλά του κόσμου που έρχονται από τα πέρατα της οικουμένης ακόμα και σε καιρό πολέμου. Σε αυτό το σημείο κάποιοι βλέπουν να λείπει η αναφορά στα μεγαλοπρεπή κτίσματα της Αθήνας και εικάζουν ότι «τα έκοψε» ο Θουκυδίδης, αλλά η λογική υπαγορεύει ότι ο Περικλής δεν ήθελε να αναφερθεί σε μέρα κηδείας σε εκείνο ακριβώς που έδωσε μια σημαντική αφορμή για τον πόλεμο, δηλαδή το ξόδεμα χρημάτων από το συμμαχικό ταμείο για έργα στολισμού της Αθήνας, συν το γεγονός ότι και ο ίδιος αντιμετώπιζε κατηγορίες για σπατάλες (δικές του ή φίλων του) που τις χρέωναν στα έργα καλλωπισμού της πόλης.

Στη συνέχεια αφήνει τα υπονοούμενα και επιτίθεται ευθέως στον τρόπο ζωής των Σπαρτιατών, μιλά για την ξενηλασία (έμμεσα και για την κρυπτεία και τα κλέμματα), λέγοντας ότι οι Αθηναίοι έχουν απεναντίας τις πόρτες τους ανοιχτές σε όλους, στηλιτεύει τον σκληρό τρόπο εκπαίδευσης των στρατιωτών στη Σπάρτη , και λέει ότι «εμείς έχουμε θαυμάσιο στρατό χωρίς να χρειάζεται να ακολουθούμε τέτοια εκπαίδευση» και συμπληρώνει ότι παρόλη την εκπαίδευσή τους οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν πάντα με συμμάχους ενώ «εμείς εύκολα νικάμε και μόνοι μας» και ότι «αν τύχει να νικήσουν ένα δικό μας μικρό τμήμα στρατού καυχιούνται ότι μας νίκησαν όλους, κι αν τύχει να νικηθούν από αυτό το μικρό τμήμα στρατού το δικό μας, λένε ότι νικήθηκαν από ολόκληρο το στράτευμά μας». Εμείς –λέει- έχουμε την ανδρεία από την ανατροφή μας και όχι επειδή μας την επιβάλλει ο νόμος και κάνουμε οικονομία δυνάμεων για σκληρές συνθήκες όταν πράγματι πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε και όχι εκ των προτέρων απλά για γυμναστική του στρατιώτη.

Στη συνέχεια μιλά και για άλλα χαρακτηριστικά του Αθηναίου πολίτη, ότι δηλαδή απολαμβάνει το όμορφο και με λιτό τρόπο, δίχως πολλά χρήματα και πολυτέλειας, και παράλληλα φιλοσοφεί χωρίς να γίνεται μαλθακός:
   «φιλοκαλοῦμέν τε γάρ μετ ᾽  εὐτελείας και φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας».

Μετά μιλά για το πόσο σημαντική είναι στην Αθήνα η συμμετοχή στα κοινά, ώστε κάποιος και να εργάζεται και να ασχολείται με την πολιτική, κι αυτό οφείλεται στο ότι «μόνον εμείς οι Αθηναίοι θεωρούμε ότι όποιος μένει αμέτοχος στα κοινά δεν είναι φιλήσυχος αλλά άχρηστος»:
  «μόνοι γάρ τον τε μηδέν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα,  ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν»

Μετά μιλά για την αίσθηση του κινδύνου, την περίσκεψη και την τόλμη και λέει ότι οι Αθηναίοι και σε αυτό ξεχωρίζουν, καθώς είναι πάντα ενήμεροι και ως εκ τούτου η τόλμη τους δεν οφείλεται στην άγνοια του κινδύνου. «Και όσο κι αν αγαπάμε τα καλά της ειρήνης, δεν κοιτάμε να αποφύγουμε τον πόλεμο»

Θίγει μετά το θέμα της οφειλής και της ευγνωμοσύνης, και αναφέρει ότι αυτός που ευεργετεί κάποιον είναι καλύτερος φίλος από εκείνον που ευεργετήθηκε και γι’ αυτό οι Αθηναίοι προσπαθούν να βοηθούν παρά να βοηθιώνται:
   « βεβαιότερος δε ὁ δράσας την χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾽ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν:
    ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ’ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων»

Στη συνέχεια, προτού μπει στο επόμενο μέρος του Επιταφίου για τον έπαινο των νεκρών, ανακεφαλαιώνει όσα είπε με τη φράση:
    ξυνελών τε λέγω την τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι»  (: με δυο λόγια, η Αθήνα είναι σχολείο
    -το πνευματικό κέντρο όλης της Ελλάδας).

Αναφέρει τις ατομικές ικανότητες του κάθε πολίτη χωριστά και της πόλης εν γένει και τονίζει ότι αυτό δεν αποτελεί κομπασμό, γιατί το αποδεικνύει η πραγματικότητα, η δύναμη της πόλης, όλα όσα πέτυχαν οι Αθηναίοι με τη νοοτροπία που έχουν (εννοεί τα προαναφερθέντα περί ελευθερίας, φιλοσοφίας, εκπαίδευσης), που «έχουμε την μόνη πολιτεία η οποία όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη από τη φήμη της:
 «μόνη γάρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται».

Τη μόνη πολιτεία –συνεχίζει- που δεν δίνει λαβή παραπόνων ούτε στον εχθρό από την κακή της στάση αλλά ούτε και στον υπήκοό της (ότι βρίσκονται στην ηγεσία ανάξιοι) και η οποία θα είναι θαυμαστή και στα κατοπινά χρόνια, δίχως να έχει την ανάγκη να την υμνήσει κάποιος Όμηρος, που με τα λόγια του μπορει να υπερβάλει της πραγματικότητας. "Η δική μας πολιτεία είναι θαυμαστή γιατί κάναμε όλα τα λιμάνια και όλες τις στεριές προσιτές στην τόλμη μας και παντού ιδρύσαμε αθάνατα μνημεία τόσο των επιτυχιών όσο και των ατυχιών μας. Υπέρ μιας τέτοιας πολιτείας λοιπόν και αυτοί που κείνται μπροστά μας (εννοεί τους νεκρούς) πολέμησαν γενναία και φονεύθηκαν, γιατί αναγνώρισαν το καθήκον τους να μην την στερηθούν, και πρέπει όσοι επιζήσαμε να κάνουμε πρόθυμα θυσίες για χάρη της».

Δεύτερο μέρος

Ο έπαινος στους νεκρούς και συμβουλές προς τους ζωντανούς

Τρίτο μέρος

Παρηγοριά στους συγγενείς των νεκρών

Επίλογος

Ο συγγραφέας


Η πατρότητα του Επιταφίου αμφισβητείται, καθώς μέρος της ιστορικής κοινότητας θεωρεί ότι είναι δημιούργημα του Θουκυδίδη και όχι του Περικλή. Ο Επιτάφιος που έφτασε σε εμάς, καταγράφεται από τον Θουκυδίδη αλλά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι πρόκειται για λέξη προς λέξη μεταφορά όσων πράγματι εκφωνήθηκαν εκείνη τη φορτισμένη μέρα, με την Αθήνα να θρηνεί τους νεκρούς της και με το μέλλον της να διαφαίνεται ζοφερό. Εξάλλου ο ίδιος ο Θουκυδίδης αναφέρει προηγουμένως (στο 1.22) ότι γενικά οι ομιλίες που παραθέτει στο έργο του "δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν λέξη προς λέξη". Επίσης ο Περικλής δέκα χρόνια πρωτύτερα είχε εκφωνήσει άλλον έναν επικήδειο για τους νεκρούς στο Σαμιακό Πόλεμο και ίσως στοιχεία του ενός έχουν περιληφθεί στον άλλον. Αν βέβαια ευσταθεί η άποψη ότι ο Επιτάφιος για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου γράφτηκε από τον ίδιο τον Θουκυδίδη, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο είναι αρκετά πιστό (εκτός και αν ο Περικλής έκανε αλλαγές στο κείμενο καθώς μιλούσε και ο Θουκυδίδης στο βιβλίο του περιέλαβε την εκδοχή με την οποία συμφωνούσε περισσότερο). Για την πατρότητα του Επιταφίου έχουν εκφραστεί πολλές απόψεις με δύο βασικές: τη μία να θεωρεί συγγραφέα τον Περικλή και την άλλη, τον Θουκυδίδη, δίχως κανένα μέλος της ελληνικής και διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας να μπορέσει να αποδείξει ικανοποιητικά είτε τη μία είτε την άλλη, αφού και οι δύο άνδρες είχαν την παιδεία, την ευαισθησία και το πολιτικό κριτήριο να συντάξουν παρόμοια κείμενα. Παρότι αναπόδεικτες και οι δύο θεωρίες, για πολλά χρόνια κυριάρχησε η άποψη ότι συγγραφέας ήταν ο ιστορικός, ίσως επειδή αυτή την γνώμη είχε εκφράσει αρχικά ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς και αρκετοί ακαδημαϊκοί. Στο βιβλίο που διδάσκεται σήμερα στα ελληνικά σχολεία αναφέρεται ότι στη διαμάχη αυτή δόθηκε χρόνος και χώρος που δεν της άξιζε και στην περίπτωση του Επιταφίου έχουμε μία σπάνια αλλά ιδιαίτερα ευτυχή σύμπτωση, δηλαδή να συμπίπτουν δύο μεγάλες προσωπικότητες -προσωπικότητες που εισχωρούν στη βαθύτερη ουσία των θεσμών και των γεγονότων και που «η ψυχή και των δύο φωτίζεται από τη λάμψη του ίδιου ανώτερου ιδανικού, θερμαίνεται από την ίδια αγάπη για το μεγαλείο στο οποίο έφτασε η δημοκρατική Αθήνα». Επίσης: «το κείμενο που έχουμε μπροστά μας είναι αντάξιο της πνευματικής προσωπικότητας τόσο του Θουκυδίδη όσο και του Περικλή. Συμβάλλει στη θετική αποτίμηση και των δύο, χωρίς, αντίθετα να δίνει αφορμή να υποτιμηθεί με όποιο τρόπο είτε ο ιστορικός είτε ο πολιτικός».

    ---------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ









Δημοσίευση σχολίου