Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι - Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский


                                         




Εσείς θα καταφέρετε; 

Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο τη ημέρα,
ρίχνοντας την μπογιά απ' τον κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.
Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς θα καταφέρετε
να παίξετε τη νυκτωδία, σε ένα φλάουτο
από σωλήνες της υδρορροής;


Αποτέλεσμα εικόνας για μαγιακοφσκι τα ευκολα και τα δυσκολα




Είναι ανάγκη να κατανοηθεί καλύτερα ότι αυτός ο ασυνήθιστος ποιητής κι άνθρωπος είναι όλος έντονες ακρότητες και αποτελεί μια ανεπανάληπτη δημιουργική σύνθεση, κάτι που σε μια στιγμή φτιάχτηκε και δεν ξαναϋπήρξε «...» Ένας δημιουργός φανατισμένος με το αύριο, με παράτολμα ανοίγματα σ' έναν καινούργιο αχρησιμοποίητο λόγο. 

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.


              ----------------------------------------------------------

Ο Μαγιακόφσι και η εποχή του αντικρίζονται σ'αυτό το βιβλίο του πεζογράφου,
δοκιμιογράφου και μεταφραστή Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, με τη στερνή γνώση και
χωρίς τις ύστερες προκαταλήψεις. Φωτίζονται ως δυο έκτακτα μεγέθη που έτυχε να
σμίξουν και η σύνθεση πήρε τον αυθεντικό χαρακτήρα μιας μεγάλης δυνατότητας. Ο
Μαγιακόφσκι, στα μέσα τις δεκαετίας του '30, και το πολυδιάστατο φαινόμενο ενός
ποιητή σαν αυτόν άρχισε να συρρικνώνεται στα ρηχά και στα "εύκολα" μέχρι που
αντίληψη για τον άνθρωπο και το έργο κοκάλωσε πάνω ακριβώς στις ευκολίες. Στη
σημερινή σιωπή γύρω από τον Μαγιακόφσκι διαβάζεται και η συνέχεια της παλιάς
παθιασμένης πολεμικής εναντίον του και οι συνέπειες της τύχης που είχε η ρωσική
επανάσταση, η υπόθεση του σοσιαλισμού στην πατρίδα του. Τον Μαγιακόφσκι αν
θέλει κανείς να τον εκτιμήση σε βάθος ένα τέτοιο φαινόμενο, πρέπει να τον δει
κατά πρώτο λόγο σαν ορκισμένο εχθρό των κάθε λογής ανθοκόμων και διαχειριστών
της ποίησης. Γι'αυτό και η κυρίαρχη σήμερα συνείδηση δυσκολεύεται να τον
αντέξει. Μέσα και έξω από την ποίηση Μαγιακόφσκι θα πει ανηλεής πόλεμος με το
καθιερωμένο. Είναι από τις πιο ακέραιες μορφές αυτών των αγώνων. Τα τέσσερα
σημεία του ορίζοντα του τα όρισε ο ίδιος πριν ακόμα από την επανάσταση: Κάτω η
αγάπη σας, κάτω η Τέχνη σας, κάτω το καθεστώς σας, κάτω η θρησκεία σας! Και
διευκρίνησε: Ζήτω η πολιτική ζωή της Ρωσίας και ζήτω η ελεύθερη πολιτική Τέχνη!



               ------------------------------------------------------------------------


ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ


Αφορμή γι' αυτό το αφιέρωμα στον Μαγιακόφσκι,το εμβληματικό «Σύννεφο με παντελόνια» που ανέβασε στη θεατρική σκηνή ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ ο Τζαμαργιάς με κείμενα ποιητών σε μια σύνθεση που ξέφευγε από το αναλόγιο και διακρίνεται για την έντονη δραματική της δομή. Παράσταση που πραγματικά απόλαυσα.

" Νομίζεις η μαλάρια με τρελαίνει;
Απλά συνέβη. Στην Οδησσό.
"Στις τέσσερις θα είμαι εκεί", υποσχέθηκε η Μαρία.
Μα οκτώ; Μα εννιά; Μα δέκα;
Κι ύστερα το δειλινό έστρεψε στα παράθυρα τα νώτα και βούτηξε
μες στην πηχτή δεκεμβριάτικη νύχτα.(...)
Πώς πια να με αναγνωρίσεις; Τι πια να επιθυμήσω;
Ο Εαυτός δεν νοιάζεται
αν είσαι φτιαγμένη από μπρούντζο
ή αν η καρδιά σου είναι φτιαγμένη από σίδερο.
το μόνο που επιθυμεί τη νύχτα
ο Εαυτός
είναι μες στη γυναίκα να βουλιάξει.
Κι έτσι κι εγώ
Τεράστιος
στεκόμουν στο παράθυρο κι η επιθυμία μου το ΄λιωνε
'Ο,τι κι αν γίνει
Έρωτας ή όχι-Έρωτας
Μεγάλος Έρωτας ή Της Στιγμής,
ό,τι και αν συμβεί
Πώς ένα σώμα σαν κι αυτό νάχει έναν Έρωτα Μεγάλο;
Θα πρέπει μάλλον νάναι εφηβικός ,
ο Έρωτας του τύπου Μ'αγαπά Δε μ΄Αγαπά!
(...)
Και πάλι και πάλι...
ζούπηξα στο παράθυρο τη μύτη κι έξω βρέχει
και περιμένω...
(...)
Μετά μεσάνυχτα, αμόκ μ΄ένα μαχαίρι και πιάστηκα.
Κόφτε τον! Κόφτε τον να πάει στα κομμάτια!
Κι έπεσε το χτύπημα στις Δώδεκα σαν κεφαλή αποκεφαλισμένη
(...)
Καταραμένη!
Δεν σου αρκεί;
Σε λίγο κομματιάζεται το στόμα μου
από το ουρλιαχτό!
(...)
Νεύρα
μεγάλα νεύρα
μικρά νεύρα και νευράκια
όλο νεύρα!(...)
Και χτύπησαν οι πόρτες σαν νά ΄κλεινε τα δόντια το ξενοδοχείο.
Και να που μπήκες χαλαρή
σαν νά ΄λεγες έτσι είναι κι άν σ' αρέσει!
και βγάζοντας τα σουεντ γάντια σου
"Παντρεύομαι",
μου είπες
"τα ΄μαθες;"

Πολύ καλά πολύ καλά λοιπόν
Παντρέψου!Και λοιπόν; θα τ' αντέξω!
Βλέπεις
διατηρώ την ηρεμία μου! Σαν το σφυγμό ενός νεκρού
Μήπως θυμάσαι πώς μιλούσες άλλοτε;
"Τζακ Λόντον, χρήμα, έρωτας και πάθος!"
Κι εγώ ένα μονάχα πράγμα έβλεπα: Εσένα, μια Τζιοκόντα, πού'πρεπε να κλαπείς!
Και να που σ΄έκλεψαν!
όμως
Θα ξαναπαίξω το παιχνίδι του έρωτα! Και τι έγινε; Αλήτες άστεγοι βρίσκουν συχνά σ' ένα καμμένο σπίτι καταφύγιο!
Τι;
Τώρα κοροϊδεύεις;
(...)
¨Ει! Αξιότιμοι εσείς Κύριοι!
Ερασιτέχνες ιερόσυλοι
εγκληματίες ερασιτέχνες
ερασιτέχνες αιμομείκτες
έχετε δει ποτέ σας
τον Ύστατο Τρόμο
Το Πρόσωπό Μου
όταν
είναι
απόλυτα
ήρεμο;
Νιώθω τότε
το "Εγώ" μου
πολύ μικρό να με χωρέσει
και το κορμί μου να κλωτσάει να βγω.
Εμπρός;
Ποιος μου μιλά;
Μαμά;
Μαμάα!
Μαμα ο γιος σου είναι ένας άρρωστος που λάμπει!
Μαμά η καρδιά του γιου σου φλέγεται
και πες στις αδελφές του
τη Γιούλια και την ¨Ολια
δεν ξέρει πες ο γιος μου πού να πάει να κρυφτεί.
Και κάθε λέξη
κάθε αστείο
πηδάει σαν ξετσίπωτη πουτάνα μέσα από το μπουρδέλο της που φλέγεται
Ρουφάνε οι άνθρωποι τη μυρωδιά της καμμένης σάρκας
(...)
Δεν μπορώ μαμά να τραγουδήσω
πήραν φωτιά
της χορωδίας τα στασίδια
μες στης καρδιάς μου τον Καθεδρικό!"

VLADIMIR MAJAKOVSKY

μεταφραστική απόπειρα από τα αγγλικά (Cloud with Trousers)
Νίκος Ξένιος


                         



«Γεννήθηκα στις 7 Ιουλίου του 1894 στο χωριό Μπαγκντάντα της Γεωργίας. Το πρώτο μου σπίτι το θυμάμαι πολύ καθαρά. Δύο όροφοι. Ο πάνω όροφος είναι ο δικός μας. Ο κάτω όροφος ανήκε σε κάποιον ιδιοκτήτη οινοποιείου. Μια φορά το χρόνο ήταν ο τρύγος. Πατητήρι. Εγώ έτρωγα σταφύλια. Εκείνοι έπιναν. Όλα αυτά μέσα σ' ένα παλιό γεωργιανό φρούριο κάτω από το χωριό Μπαγκντάντα. Το φρούριο είχε τέσσερις γωνιακούς πύργους. Στη γωνιά του κάθε πύργου είχε πολεμίστρες για τα πυροβόλα. Στους πύργους επάνω είχε στρατιώτες. Πίσω από τα τείχη ήταν η τάφρος. Πίσω από την τάφρο το δάσος και τα τσακάλια. Πάνω από τα δάση ήταν τα βουνά. Μεγάλωσα. Ανέβαινα στο πιο ψηλό. Τα βουνά χαμηλώνουν προς Βορρά. Στο Βορρά η ρήξη. Ονειρευόμουν ότι είναι η Ρωσία. Με τραβούσε από τότε απίστευτα.
Στο γυμνάσιο είμαι άριστος σε όλα. Διαβάζω Ιούλιο Βερν. Γενικά φανταστικά λογοτεχνία. Κάποιος γενειοφόρος άρχισε να βλέπει σε μένα τον καλλιτέχνη».

 Γνώρισε την επανάσταση όταν η αδελφή του τού έφερε από τη Μόσχα κάτι στίχους:

 «Αυτή ήταν η επανάσταση. Αυτό λεγόταν με στίχους. Οι στίχοι και η επανάσταση έγιναν, κατά κάποιον τρόπο, ένα μέσα στο κεφάλι μου».

 Όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1906, μετακόμισαν στη Μόσχα. Η πρώτη του επαφή με τη ζωγραφική ήταν... πάνω σε αυγά, για να βοηθήσει το οικογενειακό εισόδημα.

 «Η οικογένεια δεν είχε χρήματα. Υποχρεώθηκα να ζωγραφίζω. Ιδιαίτερα θυμάμαι τα πασχαλινά αυγά. Στρογγυλά, αιωρούνται και τρίζουν σαν πόρτες. Τα αυγά τα πούλησα σε ένα μαγαζί στην οδό Νεγκλίναγια. 10-15 καπίκια το κομμάτι. Μέχρι σήμερα μισώ το ρωσικό στυλ και τη χειροτεχνία.

Το 1908 έγινα μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων προπαγανδιστής. Πήγα στους φουρναραίους, μετά στους τσαγκάρηδες και, τέλος, στους τυπογράφους» και στις 29 Μαρτίου του 1908 συνελήφθη. Η επανάσταση και η τέχνη ήταν οι μόνιμες έγνοιες του. Στις αρχές του 1914 οι μάχες ήταν έντονες. 

«Η φρίκη του πολέμου σε όλο της το μεγαλείο. Ο πόλεμος είναι αποκρουστικός. Τα μετόπισθεν ακόμη πιο αποκρουστικά. Για να μιλήσεις για τον πόλεμο, πρέπει πρώτα να δεις. Πήγα να καταταχθώ εθελοντής. Δεν με δέχθηκαν. Δεν είχα τα υγιή κοινωνικά φρονήματα». Όλα είναι ανατροπή, κίνηση, δημιουργία. «Γράφω σενάρια για τον κινηματογράφο. Παίζω κι ο ίδιος. Ζωγραφίζω αφίσες για τον κινηματογράφο. (...) Η Σοβιετική Ρωσία δεν έχει μυαλό για την τέχνη. Εγώ όμως μόνο αυτή σκέφτομαι. Πήγα στην Προλεταριακή Κουλτούρα και είδα την Κσεσίνσκαγια. Γιατί δεν είσαι στο κόμμα; Οι κομμουνιστές δούλευαν στα μέτωπα. Στην τέχνη και στην παιδεία προς το παρόν δουλεύουν οι συμβιβασμένοι. Μ' έστειλαν να ψαρεύω στο Αστραχάν».


Στο γύρισμα του αιώνα, η ζωή και η τέχνη του Μαγιακόφσκι διατηρούν μια μοναδική επικαιρότητα, που ξεφεύγει από μια απλή φιλολογική επέτειο. Το έργο του έρχεται να συναντήσει τις σημερινές ανάγκες και να απαντήσει σε αυτές, για μια τέχνη που ενώ θα διατηρεί τον αρχέγονο λυτρωτικό και κοινωνικό της ρόλο, θα απευθύνεται συγχρόνως στο λαό και θα του δημιουργεί αισθητικά κριτήρια, τόσο απαραίτητα σαν γνώση, στο οπλοστάσιο του προλεταριάτου. H γέννησή του, τέλη Ιουνίου του 1893 (7 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο), δηλαδή πριν 107 χρόνια, στο χωριό Μπαγκντάντι, στο Κυβερνείο της Κουταΐδας, στη Γεωργία.Ο πατέρας του, Βλαντίμιρ Κονσταντίνοβιτς, που εργαζόταν σαν δασοφύλακας στο χωριό, πέθανε το 1906 και την ίδια χρονιά η οικογένεια μετακομίζει στη Μόσχα. Ο μικρός Βολόντια θα «κουβαλήσει» μαζί του τα «αποτυπώματα» της ζωής του πατρικού σπιτιού, που λειτουργούσε σαν φιλολογικό σαλόνι. Οι ονομαστικές γιορτές ήταν η αφορμή για να συρρέουν «πλήθη επισκεπτών», όπως αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής και ανάμεσά τους φοιτητές, ποιητές, ζωγράφοι. Οι γονείς του θα του διδάξουν τα πρώτα γράμματα, θα τον μάθουν στίχους και ο πατέρας του θα τον παίρνει μαζί του στις επιθεωρήσεις του στο δάσος. Αργότερα θα γράψει γι' αυτές τις περιπλανήσεις, με «φουτουριστική» διάθεση:

 «Στο άνοιγμα της καταχνιάς, κάτω από τα πόδια μου, φέγγει πιο πολύ κι απ' τον ουρανό. Είναι ο ηλεκτρισμός... Ύστερα από τον ηλεκτρισμό, έπαψα ολότελα να ενδιαφέρομαι για τη φύση. Δεν είναι τελειοποιημένο πράγμα».

Το δεύτερο βιβλίο που θα διαβάσει θα είναι ο «Δον Κιχώτης» που θα τον ενθουσιάσει. Το πρώτο ήταν «κάποια "Πτηνοτρόφος Αγκάφια".

 Αν μου τύχαιναν τότε κι άλλα τέτοια βιβλία, θα παρατούσα εντελώς το διάβασμα».

Το ιδεολογικό, αισθητικό «τρίγωνο» του θαυμασμού στις δυνάμεις του ανθρώπου (ηλεκτρισμός) και στην ανεπτυγμένη αίσθηση της ποιότητας («Δον Κιχώτης») θα κλείσει με την επανάσταση.

 «Ήρθε η αδερφή μου από τη Μόσχα. Ενθουσιασμένη. Μου έδωσε κρυφά κάτι μακρόστενα χαρτάκια. Μου άρεσε. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο. Τα θυμάμαι και τώρα. Το πρώτο: "Ξύπνα, λοιπόν, σύντροφε, αδερφέ/ πέτα το τουφέκι σου χάμου". Κι ένα άλλο που τελείωνε έτσι: "...αλλιώς υπάρχει κι άλλος δρόμος - τράβα/ στους Γερμανούς με τη μαμά σου, τη γυναίκα σου και το γιόκα σου!... " (για τον τσάρο). Ήταν η επανάσταση. Και ήταν σε στίχους. Στίχοι και επανάσταση ενώθηκαν, έτσι, μέσα στο μυαλό μου».

Και ενώθηκαν για πάντα. Στο γυμνάσιο της Μόσχας ο Μαγιακόφσκι θα γνωρίσει τους Μπολσεβίκους και το 1908 θα ενταχθεί στις γραμμές του ΣΔΕΡΚ(μπ). Το 1909 θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί για 11 μήνες. Στη φυλακή θα αρχίσει να γράφει ποίηση.

 «Γέμισα με τέτοια ένα ολόκληρο τετράδιο. Να ευχαριστώ το δεσμοφύλακα - όταν έβγαινα μου το πήραν» 

θα γράψει με αυτοσαρκαστική διάθεση. Γράφεται στη σχολή ζωγραφικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής της Μόσχας.

Το 1911 είναι η χρονιά που θα γνωριστεί με τον Νταβίντ Μπουρλιούκ

 «υπέροχος φίλος, ο πραγματικός μου δάσκαλος, ο Μπουρλιούκ με έκανε ποιητή».

 Η συνάντηση αυτή θα είναι και η «ληξιαρχική πράξη γέννησης» του ρώσικου φουτουρισμού. Αυτού του ξεχωριστού καλλιτεχνικού κινήματος, που από τον Ιταλό «συγγενή» του θα κρατήσει μόνο το όνομα και την αρχική, επαναστατική ορμή του, ξεπερνώντας τον στην πορεία και αφήνοντάς τον να παρακμάσει στις «αγκαλιές» του φασισμού.

Το 1912 ο Μαγιακόφσκι θα δημοσιεύσει το μανιφέστο των Ρώσων φουτουριστών με τίτλο «Μπάτσος για το δημόσιο γούστο».

 «Μόνο εμείς είμαστε το πρόσωπο του καιρού μας... Το παρελθόν είναι στενόχωρο. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν είναι πιο ακατανόητοι και από τα ιερογλυφικά. Να πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι και τους υπόλοιπους από το πλοίο του καιρού μας! Όποιος δεν ξεχάσει τον πρώτο του έρωτα, δε θα γνωρίσει τον τελευταίο». 

Οι αντιδράσεις αναμενόμενες.

 «Οι εφημερίδες άρχισαν να γεμίζουν φουτουρισμό. Ο τόνος δεν ήταν και τόσο ευγενικός. Έτσι, λόγου χάρη, εμένα με αποκαλούσαν απλώς "το βρομόσκυλο"».

Ωστόσο, ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν ένας δημιουργός που θα περιοριζόταν από ένα κίνημα. Το κατοπινό του έργο θα δείξει πως η αναζήτηση της φόρμας θα είναι γι' αυτόν ένα μέσο για την επίλυση του διαχρονικού προβλήματος για τη δημιουργία μιας νέας ποιητικής γλώσσας. Το 1913 ανεβαίνει η τραγωδία του «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι» και το 1915 γράφει το «Σύννεφο με παντελόνια», όπου ο φουτουρισμός του μετατρέπεται από αυτοσκοπό σε μέσο δημιουργίας ενός κατεξοχήν επαναστατικού ποιήματος - σταθμού της ρώσικης λογοτεχνίας. Σημαντική είναι και η συνεισφορά του στον κινηματογράφο, ιδίως σε φουτουριστικές απόπειρες σε συνεργασία με τον Μπουρλιούκ, που εντάσσονται πλέον στις πρώτες, σημαντικές απόπειρες της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας για χρησιμοποίηση του κινηματογράφου ως πεδίο έκφρασής της.

Το 1915 θα είναι και η χρονιά που θα γνωριστεί με το ζεύγος Μπρικ, τη Λίλη (αδελφή της Έλσας Τριολέ, κατοπινής συζύγου του Αραγκόν) και τον Οσιπ, κριτικό και θεωρητικό της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η Λίλη θα αποτελέσει το μεγάλο έρωτα της ζωής του ποιητή, ενώ με τον Όσιπ θα συνεργαστούν στενά στην ομάδα «κομμουνιστών - φουτουριστών» και στο ΛΕΦ που θα δημιουργηθούν μετά την επανάσταση.

Η συνέχεια θα είναι εκρηκτική. Ο ενθουσιασμός του για την επανάσταση του '17 θα εκφραστεί από την αρχή:

 «Αυτή είναι η δική μου επανάσταση. Πήγα στο Σμόλνι. Δούλεψα. Έκανα κάθε είδους δουλειά». 

Το 1919 δουλεύει στα Παράθυρα του Τηλεγραφικού Πρακτορείου Ρωσίας (ΡΟΣΤΑ) εκλαϊκεύοντας με καλλιτεχνικό τρόπο τους σκοπούς της επανάστασης. Βρίσκεται στην ακμή της δημιουργίας του. Η ποίηση («150.000.000», «Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν» κ.ά.), το θέατρο («Μυστήριο Μπουφ», «Ο κοριός» που ανεβάστηκε από τον Μέγερχολντ σε μουσική Σοστακόβιτς), η σάτιρά του αγγίζουν κατάβαθα τον επαναστατημένο λαό, που τοποθετεί το Μαγιακόφσκι στο υψηλότερο βάθρο της συνείδησής του, χωρίς ούτε την παραμικρή ποιοτική έκπτωση στο έργο του εκ μέρους του δημιουργού. Επίτευγμα χωρίς προηγούμενο και χωρίς συνέχεια μέχρι σήμερα. Ανάμεσα στα ποιήματα αυτής της περιόδου είναι τα «Ωδή στην Επανάσταση» και «Αριστερό Εμβατήριο».

Ο Μαγιακόφσκι θα γίνει η «ψυχή» της ιστορικής συνάντησης της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας των αρχών του αιώνα με την επανάσταση. Συνδημιουργός της ομάδας «κομμουνιστών - φουτουριστών» και του ΛΕΦ (Αριστερό Μέτωπο Τέχνης), το 1923, θα συσπειρώσει καλλιτέχνες με τις πιο διαφορετικές καλλιτεχνικές καταβολές, στην υπόθεση της επανάστασης. Συγχρόνως ταξιδεύει στο εξωτερικό, σαν ανταποκριτής της εφημερίδας «Ιζβέστια» και προπαγανδίζει τη νέα κοινωνία που χτίζεται στην πατρίδα του.Μετά το 1925 ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Κούβα, το Μεξικό, εκμεταλλευόμενος τις διασυνδέσεις της ερωμένης του στη διαβόητη μυστική υπηρεσία «Τσε-Κα». Τις εντυπώσεις από το ταξίδι του στο Νέο Κόσμο τις αποτύπωσε στο βιβλίο του «Πώς ανακάλυψα την Αμερική». Σε μια διάλεξή του στις ΗΠΑ γνωρίζεται με την Έλι Τζόουνς. Καρπός του κεραυνοβόλου και σύντομου έρωτά τους είναι μια κόρη, για την ύπαρξη της οποίας έμαθε το 1929, όταν συναντήθηκε κρυφά με την Τζόουνς στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή ο Μαγιακόφσκι ζούσε ένα παθιασμένο έρωτα με την Τατιάνα Γιακόβλεβα, μία συμπατριώτισσά του εμιγκρέ, που ζούσε στο Παρίσι. Επιθυμούσε να την παντρευτεί, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά.

Στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του εξέδωσε δύο θεατρικά έργα («Κοριός» και «Λουτρό»), με κριτική διάθεση απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία. Η αποτυχία της παράστασης του «Λουτρού» στο Λένινγκραντ το 1930, οι ερωτικές του απογοητεύσεις, οι διαδοχικές παρεξηγήσεις και συγκρούσεις με τον Ρωσικό Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, οδήγησαν τον Μαγιακόφσκι στην απελπισία. Απογοητευμένος και από τη σοβιετική πραγματικότητα, μετά την άρνηση των αρχών να του δώσουν άδεια να ταξιδέψει στο εξωτερικό, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 Απριλίου του 1930.

Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:

 «Σε όλους. Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά. Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με - αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με. Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ' ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν. Όπως λένε "Το επεισόδιο έληξε". Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών; Να 'στε ευτυχισμένοι.»


Μετά την αυτοκτονία του, ο σοβιετικός τύπος επιτέθηκε στο ποιητή, χαρακτηρίζοντάς τον «φορμαλιστή» και «συνοδοιπόρο» και όχι «Καλλιτέχνη του Λαού», όπως συνηθιζόταν για τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Η Λιλλή Μπρικ έγραψε, τότε, ένα γράμμα στο Στάλιν και του ζητούσε την αποκατάσταση του ονόματος του Μαγιακόφσκι. Ο Στάλιν ανταποκρίθηκε και τον χαρακτήρισε «Καλύτερο και πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής μας εποχής». Αυτός ήταν και ο «δεύτερος θάνατος του Μαγιακόφσκι», σύμφωνα με τον φίλο του συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο»), αφού μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) χαρακτηρίστηκε «ένας από τους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού», ενώ μια μερίδα της κριτικής θεωρεί σήμερα το έργο του ξεπερασμένο. Ο Μαγιακόφσκι, με τον λυρισμό και τις τεχνικές καινοτομίες, βρήκε αξιόλογους συνεχιστές στην πατρίδα του (Οστρόφσκι, Έρενμπουργκ, Γεφτουσένκο) και στο εξωτερικό (Ελιάρ, Αραγκόν, Νερούντα, Ρίτσος, Πατρίκιος).

Μετά το θάνατο του Στάλιν κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Μαγιακόφσκι δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε κατ' εντολή του. Τη δεκαετία του '90, όταν άνοιξαν τα αρχεία της KGB, δεν βρέθηκε κάτι σχετικό κι έτσι οι φήμες παρέμειναν αναπόδεικτες.



ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

1912: «Χαστούκι στο γούστο του κοινού» (θεωρητικό κείμενο, μανιφέστο του κυβοφουτουρισμού).
1913: «Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μια τραγωδία» (θεατρικό).
1915: «Ο αδέσποτος σκύλος», «Σύννεφο με παντελόνια» (ποιήματα).
1917 - 1918: «Μυστήριο Μπούφο» (θεατρικό στην τελική του μορφή, παίζεται το 1920, στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
1918: «Ωδή στην Επανάσταση» (ποίημα), «Σταρίσια λέξη» (συλλογή).
1919: «Αριστερό Εμβατήριο» (ποίημα).
1921: «150.000.000» (ποίημα, δημοσιεύτηκε ανώνυμα).
1922: «Παρασυνεδριαζόμενοι» (σατιρικό ποίημα).
1923: «Αγαπώ», «Γι' αυτό» (ποιήματα).
1924: «Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν (ποίημα).
1924 - 1925: ποιήματα και σκίτσα εμπνευσμένα από τις περιοδείες του στη Δυτική Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στο Μεξικό και την Κούβα.
1926: «Πώς γίνεται η ποίηση» (πεζογράφημα).
1927: «Καλά» (συνθετικό ποίημα). Σειρά σεναρίων για τον κινηματογράφο.
1928: «Ο κοριός» (θεατρικό).
1929: «Το χαμάμ» (θεατρικό).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«Μαγιακόφσκι: Τα εύκολα και τα δύσκολα» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα), ποιήματά του μεταφρασμένα εξαιρετικά από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.
Β.Ι. Λένιν (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)
Ερωτική Αλληλογραφία με τη Λίλι Μπρικ (εκδόσεις Άγκυρα)
Θεατρικά (εκδόσεις Γκοβόστης)
«Ποιήματα» σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου (εκδόσεις Κέδρος)
«Πώς ανακάλυψα την Αμερική» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή)
«Σύννεφο με παντελόνια» (εκδόσεις Τραμάκια)
«Φλέγομαι», μυθιστορηματική βιογραφία του Μαγιακόφσκι από τον Τούρμπγιερν Σέβε. (εκδόσεις Scripta)
«Σύννεφο με παντελόνια» (εκδόσεις Αρμός).


ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Θάνου Μικρούτσικου: «Καντάτα για τη Μακρόνησο/Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη» (Lyra, 1976), με ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη.
Σύννεφα με Παντελόνια: «Τίποτα δεν κρύβεται κάτω απ' τον ήλιο» (Minos-EMI, 2001).Οι στίχοι του Μάνου Ξυδού βασίζονται σε ποιήματα του Μαγιακόφσκι.


                    ---------------------------------------------------------------




«Δεν είμαι άντρας εγώ, / είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια»

 έγραψε ο αξέχαστος επαναστάτης ποιητής και πρωτεργάτης του ανατρεπτικού μετεπαναστατικού σοβιετικού θεάτρου, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκι. Τον Σοβιετικό- γεννημένο το 1893 στη Γεωργία Μαγιακόφσκι, που έζησε για τον έρωτα, την επανάσταση και την ποίηση και που συμπληρώνονται το 2010 ογδόντα χρόνια από την αυτοκτονία του, το 1930, στα τριάντα επτά του,ξαναθυμήθηκαν φέτος ο πολύ ικανός σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς και η ομάδα του «Δυτικά της Πόλης»: παρουσίασαν την παράσταση «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ», βασισμένη στο βαθιά ερωτικό αλλά και επαναστατικό εμβληματικό ποίημά του «Σύννεφο με παντελόνια», με τον καλό ηθοποιό Γεράσιμο Μιχελή στον επώνυμο ρόλο.

«Αφουγκραζόμενοι τις σημερινές ανησυχίες και τις ανάγκες του καιρού μας, κυρίως μετά την έκρηξη του περσινού Δεκέμβρη, έχουμε την πρόθεση να διερευνήσουμε τα όρια μιας σκηνικής υπόστασης στην ποιητική σύνθεση του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, “Σύννεφο με παντελόνια”», δήλωσε ο Τάκης Τζαμαργιάς. «Ένα ποίημα που ο δημιουργός του το αφιερώνει στο μέλλον που έρχεται και το εισπράττουμε σαν βάλσαμο στην κραυγή ανάγκης τού σήμερα. Ο ποιητής, σε μια εποχή πάθους και έντονων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων, χαράζει τον δικό του δρόμο, υπηρετεί την ποίηση και διεκδικεί μια σταθερή και διαρκή θέση στο κοινωνικό και ιστορικό προσκήνιο. Το “Σύννεφο με παντελόνια” είναι φωνή διαμαρτυρίας που γίνεται κραυγή: Κάτω η αγάπη σας, κάτω η τέχνη σας, κάτω η κοινωνία σας!

Ο ήρωάς του δεν είναι ο υπεράνθρωπος του μέλλοντος, αλλά ένας θεομάχος με καρδιά Χριστού, απελευθερωμένος από τη δουλεία.

Η παράσταση αντιμετώπισε το “Σύννεφο με παντελόνια” ως σενάριο για δημιουργία με αφορμή την επικαιρότητα, επιχειρώντας να αναδείξει μια σκληρή εποχή, αντίστοιχη με τη δική μας. Και επαληθεύει πόσο σαρκαστικά σύγχρονο είναι. Γι΄ αυτόν τον λόγο εμπλουτίθηκε με κείμενα της Αχμάτοβα, του Γιάννη Ρίτσου και της Κατερίνας Γώγου. Και όλα αυτά σε ένα βιομηχανικό ηχητικό σύμπαν με φουτουριστικές πινελιές».

Το «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι: Ιδού εγώ» ανέβηκε φέτος με διακειμενική σύνθεση και επεξεργασία Ιερώνυμου Πολλάτου, δραματουργική επεξεργασία του σκηνοθέτη, βίντεο περφόρμανς Com. odd.or, σκηνικά Γιάννη Θεοδωράκη, κοστούμια Εδουάρδου Γεωργίου, κίνηση Ζωής Χατζηαντωνίου και Κατερίνας Φωτιάδη, μουσική Πλάτωνα Ανδριτσάκη. Η μετάφραση στο «Σύννεφο με παντελόνια» είναι του Κωνσταντίνου Χ. Σκινιά. Πρωταγωνιστούν επίσης: Τζούλη Σούμα, Δημήτρης Καραμπέτσης, Αναστάσιος Σωτηράκης.

                ---------------------------------------------------------------------------


Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι: Σύννεφο με Παντελόνια





Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Ρώσους ποιητές και καλλιτέχνες του 20ού αιώνα αλλά και ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ρωσικού Φουτουρισμού.  Από τα 14 του ασπάστηκε το Σοσιαλισμό, συμμετέχοντας ενεργά σε αντιτσαρικές διαδηλώσεις. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, ο Βλαντιμίρ μαζί με τη μητέρα και τις δύο αδελφές του μετακόμισαν στη Μόσχα. Έφυγε από τη ζωή στις 14 Απριλίου του 1930.

Το 1908 ο Μαγιακόφσκι έγινε μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και φυλακίστηκε επανειλημμένα για τη δράση του. Στο κελί της απομόνωσης άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά την αποφυλάκισή του σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και προσχώρησε στο κίνημα των Ρώσων Φουτουριστών, όπου γρήγορα διακρίθηκε κι έγινε ο κύριος εκπρόσωπός τους.
Το 1912, ο κύκλος των Ρώσων Φουτουριστών εξέδωσε μανιφέστο με τίτλο «Χαστούκι στο γούστο του κοινού». Το κίνημα του Φουτουρισμού ανήγαγε σε φετίχ του το μέλλον και ύμνησε την τεχνολογική εξέλιξη. «Ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο αγώνων είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης» υποστήριζε ο Ιταλός Τ. Μαρινέτι, βασικός εκπρόσωπος του κινήματος.
Από την εποχή αυτή, η ποίηση του Μαγιακόφσκι άρχισε να γίνεται επιθετική και προκλητική, με έντονα τα στοιχεία της υπερβολής, της υπεροψίας και της αυτοαναφοράς. Το 1915 δημοσιεύει το πρώτο μεγάλο του ποίημα, το «Σύννεφο με Παντελόνια» ενώ το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου γνωρίζει και ερωτεύεται τη Λιλή Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του Όσιπ Μπρικ.
Με την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσκι υποστήριξε με πολλούς τρόπους το νέο καθεστώς: Έγραφε στρατευμένα ποιήματα -Ωδή στην Επανάσταση, Αριστερή Πορεία- άρθρα, βιβλία για παιδιά και ζωγράφιζε αφίσες και σκίτσα, τα οποία συνόδευε με στίχους και συνθήματα. Το 1924 έγραψε μία ελεγεία 3.000 στίχων για το θάνατο του Λένιν. 
Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε στις 14 Απριλίου του 1930, μετά από προσωπικά και επαγγελματικά προβλήματα αλλά και απογοητευμένος από την άρνηση των αρχών να του επιτρέψει να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Η σφαίρα τον βρήκε ξαπλωμένο στο γραφείο του, στο σπίτι της οδού Λιουμπιάνκα, που σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του εξέδωσε δύο θεατρικά έργα, τον Κοριό και το Λουτρό, ασκώντας κριτική στη σοβιετική γραφειοκρατία και τη νομενκλατούρα.

Σε όλους : Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης. Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με –αυτός δεν είναι τρόπος- (δεν τον συμβουλεύω σε άλλους) μα δεν έχω διέξοδο.Λίλια αγάπα με Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ. Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ. Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν. «Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν» καθώς λεν και εμείς ας πούμε τη βάρκα του έρωτα τη συνέτριψε η ζωή. Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή. Να ‘στε καλά. Βλαντιμίρ ΜαγιακόφσκιΥστερόγραφο 12.IV.30 Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο. Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Γειά σας. Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα, έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος. Β.Μ. Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία. Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις. Β.Μ.

Το κίνημα του Φουτουρισμού

Ο Φουτουρισμός ήταν ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα του 20ου αιώνα. Θεωρείται κυρίως ιταλική σχολή της λογοτεχνίας και της τέχνης που, όμως, υιοθετήθηκε και από καλλιτέχνες άλλων χωρών, ειδικότερα της Ρωσίας και χρονικά τοποθετείται την περίοδο μεταξύ 1909 και 1920. Βασική μορφή του φουτουριστικού κινήματος ήταν ο Ιταλός ποιητής Φ. Τ. Μαρινέτι, που είναι και ο δημιουργός του περίφημου Ιδρυτικού Μανιφέστου του Φουτουρισμού. Το Μανιφέστο αρχικά δημοσιεύτηκε στο Μιλάνο αλλά και στην γαλλική εφημερίδα Le Figaro, στις 20 Φεβρουαρίου 1909.
Οι Φουτουριστές εισήγαγαν κάθε νέο μέσο στην καλλιτεχνική έκφραση, αντιμετωπίζοντας τα νέα τεχνολογικά μέσα της εποχής ως ένα θρίαμβο του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Αντιτάχθηκαν στο Ρομαντισμό, τις παλιές τεχνοτροπίες, την παράδοση, την ηθική, την αρχαιολογία, τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες κλπ. και ύμνησαν την ταχύτητα και τις βιομηχανικές πόλεις. Πρότειναν, επίσης, τη χρήση ενός εναλλακτικού συντακτικού της γλώσσας στην τέχνη.

Όπως θα γράψει και ο ίδιος ο Μαρινέτι: «O Φουτουρισμός βασίζεται στην πλήρη ανανέωση της ανθρώπινης ευαισθησίας, που προκαλείται από τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις. Oι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τον τηλέγραφο, το τηλέφωνο, το φωνόγραφο, το ποδήλατο, τη μοτοσικλέτα, το αυτοκίνητο, το υπερωκεάνιο, το πηδαλιοχούμενο, το αεροπλάνο, τον κινηματογράφο, τη μεγάλη εφημερίδα δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη πως αυτά τα μέσα επικοινωνίας, μεταφοράς και πληροφόρησης ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ψυχή τους». Στα μελανά σημεία του Φουτουρισμού αναφέρεται, συχνά, η σύνδεσή του με τον Φασισμό, αφού οι ιδέες του αποτέλεσαν την καλύτερη προπαγάνδα του.

Ο Φουτουρισμός επηρέασε σημαντικά πολλά από τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα και ειδικότερα τον ρωσικό Κονστρουκτιβισμό, τον Ντανταϊσμό και τον Υπερρεαλισμό. Ως οργανωμένο κίνημα σταμάτησε να υφίσταται περίπου το 1920, γεγονός που συνδέεται και με τον χαμό πολλών εκφραστών του Φουτουρισμού στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, όταν μοναδικός υποστηρικτής του είχε μείνει τελικά ο Μαρινέτι.


             ------------------------------------------------------------------------------------


Κάτω ο έρωτάς σας.
 Κάτω η τέχνη σας.
 Κάτω το σύστημά σας.
Κάτω η θρησκεία σας...

Ο καλλιτεχνικός του κόσμος αποτελεί ένα σύνθετο δράμα, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα είδη δραματουργικής έκφρασης: τραγωδίες, μυστήρια, επικά και ηρωικά δράματα, κωμωδίες, κινηματογράφο, κ.λπ. «"Κάτω ο έρωτάς σας", "Κάτω η τέχνη σας", "Κάτω το σύστημά σας", "Κάτω η θρησκεία σας" - να οι τέσσερις κραυγές του Μαγιακόφσκι. Στον έρωτα, την τέχνη, τη θρησκεία και το κοινωνικό σύστημα του παλιού κόσμου αντιπαραθέτει τον δικό του έρωτα, τη δική του τέχνη, τη δική του αντίληψη για τον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης του μέλλοντος, τη δική του πίστη στο ιδανικό του νέου, όμορφου απ' όλες τις απόψεις, ανθρώπου». Πολύ γρήγορα το πάθος του αρχίζει και γίνεται ειρωνεία για όσα στρεβλά αναφύονται γύρω του. «Στο ποίημα "Καλώς!" και στα σατιρικά "Κοριός" και "Μπάνιο" ο Μαγιακόφσκι απεικονίζει πώς μέσα από την επαναστατική πάλη γεννιέται η Σοβιετική Ρωσία, δοξάζει "την πατρίδα" και προσεκτικά παρατηρεί τα βλαστάρια της νέας ζωής, θέλοντας ως ποιητής ρομαντικός και φουτουριστής συνάμα να βοηθήσει τη γρήγορη ανάπτυξή τους. Την ίδια στιγμή όμως εντοπίζει τα μοιραία μικρόβια της σοβιετικής κοινωνίας που την απειλούν με θανατηφόρες ασθένειες». Στο ποίημα «Είμαι όλος φωνή» αποκαλεί «πετρωμένα σκατά» το παρόν.

Σύννεφο με παντελόνια

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.
Εσείς οι αβροί!
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)





«ΛΕΦ» («ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ» ΤΕΧΝΩΝ)

Η τέχνη ως «εργαλείο» της Επανάστασης

Η γέννηση, η ακμή και οι αντιφάσεις ενός από τα χαρακτηριστικότερα καλλιτεχνικά κινήματα του Μεγάλου Οχτώβρη


Β. Μαγιακόφσκι
Β. Μαγιακόφσκι


«Ο Οχτώβρης μας δίδαξε με τη δουλειά. Εμείς ήδη από τις 25 Οχτώβρη αρχίσαμε να δουλεύουμε» («Γιατί παλεύει το ΛΕΦ», περιοδικό «ΛΕΦ», Νο 1, 1923)

Το βασικό χαρακτηριστικό της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ως της πρώτης επανάστασης στην Ιστορία κατά την οποία οι φορείς της εκμετάλλευσης δεν αντικαταστάθηκαν, αλλά καταργήθηκαν, δε θα μπορούσε παρά να αποτελέσει τον αντικειμενικό παράγοντα για την εκρηκτική απελευθέρωση δημιουργικών δυνάμεων, πρωτόγνωρων, μέχρι εκείνη τη στιγμή, για την ανθρωπότητα. Οι συνέπειες αυτής της απελευθέρωσης πήραν χαρακτήρα «σειριακών εκρήξεων» σε όλους τους τομείς δράσης της ανθρώπινης διάνοιας. Σε ό,τι αφορά στο εποικοδόμημα, οι λαμπερότερες των «εκρήξεων» αυτών έλαβαν χώρα στο πεδίο της κουλτούρας και της τέχνης (η εποποιία του αλφαβητισμού αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο), όπου, για πρώτη φορά, τα πλέον ριζοσπαστικά κινήματά της που «γεννήθηκαν» από τις στάχτες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, έβρισκαν στο κάλεσμα των μπολσεβίκων την πολιτική πραγμάτωση της κραυγής τους: «Στη Σοβιετική εργατοαγροτική Δημοκρατία όλη η τοποθέτηση του ζητήματος της διαφώτισης (...) και στον τομέα της τέχνης ειδικά, πρέπει να διαποτίζεται από το πνεύμα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου για την επιτυχή πραγματοποίηση των σκοπών της δικτατορίας του, δηλ. για την ανατροπή της αστικής τάξης, για την κατάργηση των τάξεων, για την εξάλειψη κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» (Β. Ι. Λένιν «Για τον προλεταριακό πολιτισμό», 1920).

Κινήματα όπως ο υπερρεαλισμός, το νταντά και η ρωσική εκδοχή του φουτουρισμού (απαλλαγμένη αρκετά νωρίς από το φασιστικό εκφυλισμό της ιταλικής ηγεσίας του υπό τον Μαρινέτι) κ.ά. στην ακμή τους, πρόσφεραν ακόμη και αίμα στην υπόθεση αυτή (π.χ. οι ντανταϊστές στη γερμανική επανάσταση το 1919) με τη Ρωσία να μετατρέπεται σε ένα επίσης πρωτόγνωρο «πειραματικό εργαστήρι» για τα «πώς» και τα «γιατί» του ζητήματος της ενεργητικής συμμετοχής της ριζοσπαστικής διανόησης στο χτίσιμο του νέου προλεταριακού κράτους.

Κολάζ του Ε. Περεμίσλιεφ βασισμένο στο πορτρέτο της Λίλι Μπρικ από τον Α Ροντσένκο (1924)

Κολάζ του Ε. Περεμίσλιεφ βασισμένο στο πορτρέτο της Λίλι Μπρικ από τον Α Ροντσένκο (1924)


Ήταν αντικειμενικό, αυτός ο διάλογος να παίρνει ενίοτε και τη μορφή διαπάλης, τόσο στο εσωτερικό της διανόησης, όσο και στη σχέση της με το προλεταριάτο και την οργανωμένη πολιτική του πρωτοπορία, το λενινιστικό Κόμμα νέου τύπου. Διότι, εκτός από το ότι δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, τα πρωτοπόρα τμήματα της διανόησης είχαν και έντονη πολιτική δράση, άρα επηρεάστηκαν και εξέφραζαν και στο πεδίο της κουλτούρας την ιδεολογική διαπάλη της εποχής.

Και τώρα ...δουλειά!

Το βέβαιο είναι ότι οι πιο φωτισμένοι εκπρόσωποι της επαναστατικής διανόησης ξεκαθάρισαν εξαρχής τα πράγματα εντός των κύκλων τους και τη σχέση τους με το προλεταριάτο: Δουλειά! Δουλειά με όρους «βιομηχανικής» παραγωγής. Όχι βέβαια όπως εννοείται σήμερα από τα μονοπώλια η «πολιτιστική βιομηχανία», αλλά όπως εννοούνταν στην επαναστατημένη Ρωσία οι ανάγκες των προλεταρίων και των φτωχών αγροτών για αλφαβητισμό, χειραφέτηση, ουσιαστική ψυχαγωγία, άρρηκτα δεμένα όλα αυτά με την εμψύχωση των επαναστατημένων μαζών σε μια χώρα ρημαγμένη από τον εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση που ακολούθησαν της Επανάστασης.
Οι μορφές που πήρε αυτή η πολιτιστική εποποιία μετά το '17 ήταν πολλές, απλώθηκαν σε όλους τους τομείς της τέχνης και εκφράστηκαν από ένα τεράστιο πλήθος φορέων και εντύπων με όρους κινήματος, «μοντέλο» που κυριαρχούσε άλλωστε στην Ευρώπη των πρώτων 10ετιών του 20ού αιώνα. Ανάμεσά τους ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε το «Αριστερό Μέτωπο» τεχνών, το γνωστό «ΛΕΦ», από τα ρωσικά αρχικά των δύο πρώτων λέξεων. Ο λόγος που ξεχωρίζει το «ΛΕΦ» από τα άλλα, επίσης σημαντικά, ρωσικά καλλιτεχνικά, επαναστατικά κινήματα της εποχής, είναι αφενός η συγκρότησή του από διανοούμενους και καλλιτέχνες που θα αποτελούσαν αργότερα σημαντικά κεφάλαια της σοβιετικής κουλτούρας και, αφετέρου, ότι σε αυτό αντανακλώνται περισσότερο ξεκάθαρα τα ιδεολογικά, πολιτικά, καλλιτεχνικά ζητήματα, οι αντιθέσεις και αντιφάσεις της διανόησης.


Το «ΛΕΦ» δεν ήταν η πρώτη έκφραση της επαναστατικής διανόησης. Μόλις μια βδομάδα πριν την Επανάσταση (19/10/1917), δημιουργείται η «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ» («Προλεταριακή Κουλτούρα») με στόχο τη «δημιουργία μιας νέας προλεταριακής κουλτούρας». Η «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ» αποτέλεσε την πλέον μαζική και περισσότερο προσηλωμένη στα επαναστατικά καθήκοντα οργάνωση της Σοβιετικής Ρωσίας, τουλάχιστον ταπρώτα χρόνια. Η αυτοδιάλυσή της και ο μετασχηματισμός της είναι ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον κεφάλαιο. Το Μάρτη του 1918 στην Πετρούπολη (Λένινγκραντ) δημιουργείται η «Ενωση Λογοτεχνών» (Γκόρκι, Μπλοκ, Τσουκόβσκι κ.ά.), η οποία αυτοδιαλύθηκε το Μάη του 1919 λόγω των αντιθέσεων και της διαπάλης στο εσωτερικό της. Επίσης, το 1918 δημιουργείται η «Πανρωσική Ενωση Ποιητών» (Μπλοκ, Μπριούσοφ, Τίχονοφ κ.ά.) και η «Πανρωσική Ενωση Συγγραφέων». Το 1919 εγκαινιάζεται στην Πετρούπολη το «Σπίτι των Τεχνών». Παρεμβάλλεται το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο Προλεταριακών Συγγραφέων (18-21/10/1920) και το 1921 δημιουργείται η «Πανρωσική Ενωση Αγροτών Συγγραφέων» και η«Πανρωσική Ενωση Προλεταριακών Συγγραφέων».

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, δημιουργείται στις 30/12/1922 το «ΛΕΦ», το οποίο αρχικά εμφανίζεται σαν ένα είδος της προλεταριακής μετεξέλιξης του ρωσικού Φουτουρισμού («νέο στάδιο στην ανάπτυξη του φουτουρισμού»κατά την άποψη των ιδρυτών του) και αποτέλεσε τον κυριότερο οργανωμένο εκφραστή της αντίληψης ότι τώρα η τέχνη έχει νόημα μόνο ως «κοινωνική παραγγελία». Αυτή η αντίληψη λειτούργησε ευεργετικά στις προπαγανδιστικές ανάγκες του νέου κράτους (με κορυφαίες καλλιτεχνικές - προπαγανδιστικές επιδόσεις μέσω των «Παραθύρων» του Ρωσικού Τηλεγραφικού Πρακτορείου), ενώ το ταλέντο και η διάνοια των συντελεστών του «ΛΕΦ» χάρισε στην παγκόσμια προοδευτική τέχνη μερικά από τα σημαντικότερα κεφάλαιά της. Αλλωστε, επικεφαλής του κινήματος και αρχισυντάκτης του ομότιτλου περιοδικού ήταν ο κατεξοχήν ποιητής της Επανάστασης, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.

Τέχνη «οικοδόμος της ζωής»

Αν τα «σπάργανα» του ΛΕΦ ήταν η Επανάσταση, οι ιδέες του έχουν σαν αφετηρία το «παρακλάδι» του ρωσικού φουτουρισμού που «σκάει» την ...επαναστατική του «μύτη» το 1912, οπότε ο Μαγιακόφσκι και άλλοι επαναστάτες και κομμουνιστές - φουτουριστές (αδελφοί Μπουρλιούκ κ.ά.) δημοσιεύουν το μανιφέστο τους υπό τον τίτλο «Μπάτσος για το δημόσιο γούστο». Αν και «απογαλακτισμένος» από τον ιταλικό φουτουρισμό, ο ρωσικός «ξάδερφος» σε αυτό το κείμενο διατηρεί τη ρητορική του («Το παρελθόν είναι στενάχωρο. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν πιο ακατανόητοι κι από ιερογλυφικά»). Αυτή η ρητορική απαντάται στο μανιφέστο του φουτουρισμού που δημοσιεύτηκε το 1909 στην εφημερίδα «Φιγκαρό» με υπογραφή του Ιταλού ποιητή Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι (1876 - 1944) («Ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο, που μοιάζει να τρέχει πάνω σ' ένα πολυβόλο, είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης...»). Σαν κίνημα, ο φουτουρισμός θαχειραγωγηθεί από τα ιδεολογικά αδιέξοδα του ιδρυτή του, ο εθνικισμός του οποίου γίνεται φανερός στο μανιφέστο, ενώ από την άλλη, λίγο πριν, το 1905, ύμνησε τον αναρχισμό, το 1911 οι Ιταλοί φουτουριστές χαιρέτισαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στη Λιβύη (όπως γράφει ο ντε Μικέλι, «σ' αυτό το σημείο οι φουτουριστές αποχαλινώθηκαν και η αντιαστική τους θέση ναυάγησε άθλια»), ενώ το 1918 θα ιδρυθεί το «Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα» με σαφή φασιστικά χαρακτηριστικά.

Στη Ρωσία το κίνημα είχε εντελώς διαφορετική πορεία, γι' αυτό και είναι διακριτό στην παγκόσμια βιβλιογραφία σαν Ρωσικός Φουτουρισμός. Ο Μαγιακόφσκι, ήδη προεπαναστατικό στέλεχος του Μπολσεβίκικου Κόμματος, με κομματική, παράνομη δουλιά, διώξεις και φυλακίσεις, αλλά και ήδη αναγνωρισμένος ποιητής, δημιούργησε μετεπαναστατικά την ομάδα των «κομμουνιστών - φουτουριστών» μαζί με τον Οσιπ Μπρικ, καταλήγοντας στο «ΛΕΦ», όπου θα συσπειρωθούν λογοτέχνες και θεωρητικοί όπως οιΑσέγιεφ, Τρετιακόφ, Κάμενσκι, Παστερνάκ, ζωγράφοι κονστρουκτιβιστές όπως οι Ροντσένκο, Στεπάνοφ, Λαβίνσκι, κινηματογραφιστές όπως οι Αϊζενστάιν, Βερτόφ κ.ά.

Μπορεί ο μηδενισμός της πολιτιστικής κληρονομιάς να ήταν το βασικό θεωρητικό σημείο που διατήρησε το «ΛΕΦ» από το «ακραιφνώς» φουτουριστικό του παρελθόν (σ.σ. αν και ίδιες αντιλήψεις είχε και η «Προλετούλτ», που δεν είχε σχέση με τον φουτουρισμό), αλλά ήταν και τοαφετηριακό σημείο από όπου χωρίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα οι δρόμοι των Ιταλών και των Ρώσων φουτουριστών, με την ηγεσία των πρώτων να υποκλίνεται στο φασισμό και με τους δεύτερους να θέλουν να αντικαταστήσουν την παλιά από τη νέα επαναστατική τέχνη. Η μπολσεβίκικη «μαγιά» του «ΛΕΦ» αποπειράθηκε να συνδέσει τον φουτουρισμό με τον μαρξισμό: «Ο φουτουρισμός (επαναστατική τέχνη) όπως και ο μαρξισμός (επαναστατική επιστήμη) προορίζεται από τη φύση του να θρέψει την επανάσταση», βεβαίωνε ο Ν. Γκόρλοφ, ένας από τους θεωρητικούς του κινήματος. Ετσι, από το αρχικό φουτουριστικό σύνθημα «να σταθούμε πάνω στον όγκο της λέξης "εμείς" μέσα σε θάλασσα σφυριγμάτων και αγανάκτησης», οι «ΛΕΦοι» ανακάτεψαν το δικό τους «μικρό "εμείς" στο τεράστιο "εμείς" του κομμουνισμού» και έθεσαν το κίνημα στις προσταγές της Επανάστασης: «Οργανώνουμε το ΛΕΦ. Το ΛΕΦ είναι η κάλυψη των μεγάλων κοινωνικών θεμάτων από όλα τα πυροβόλα του φουτουρισμού».

Θα ήταν λάθος (και θα αδικούσε όχι μόνο το εν λόγω κίνημα αλλά και την επαναστατική κουλτούρα που είχε αρχίσει να μορφοποιείται) να εκληφθεί το «ΛΕΦ» ως ένα είδος «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» των φουτουριστών μεταξύ τους. Η δημιουργία του «ΛΕΦ» (όσο κι αν το ίδιο θα απέρριπτε αυτή τη θέση) ήταν ένα από τα αποτελέσματα των διεργασιών και της εξέλιξης της ρωσικής τέχνης και λογοτεχνίας των τελευταίων δύο αιώνων πριν την Επανάσταση. Διεργασίες που σαφώς επηρεάστηκαν από (και εξέφρασαν) το επαναστατικό κίνημα στην τσαρική αυτοκρατορία. Προεπαναστατικά οι Ρώσοι φουτουριστές αντιμετώπιζαν την τέχνη ως «καταστροφή του καλουπιού» (σ.σ. εννοείται και το στερεότυπο). Το «ΛΕΦ» όμως ξεκαθάρισε πως το «καλούπι», το «στερεότυπο» και ο «βάλτος» αφορούσε στηνπροεπαναστατική πραγματικότητα, η οποία βέβαια έπρεπε «διά παντός» να «καταστραφεί». Μετά τον Οχτώβρη λοιπόν, η «πρακτική πραγματικότητα»εκλήφθηκε ως «αιώνια ρευστή, μεταβαλλόμενη». Με αυτόν τον τρόπο οι θεωρητικοί του «ΛΕΦ» πίστευαν ότι καταστρέφεται το «αιώνιο όριο» μεταξύ της τέχνης και της πραγματικότητας και ότι τώρα πια είναι δυνατή η ύπαρξη μιας νέας τέχνης, της «τέχνης - οικοδόμου της ζωής». «Η ίδια η πρακτική ζωή πρέπει να κοσμείται με την τέχνη», βεβαίωνε ο Σ. Τρετιακόφ, εκ των βασικών θεωρητικών του «ΛΕΦ». Ετσι, η ζωγραφική «δεν είναι ο πίνακας, αλλά το σύνολο του ζωγραφικού διάκοσμου του τρόπου ζωής», το θέατρο πρέπει να μετατραπεί σε «σκηνοθετούμενο τρόπο ζωής» (σ.σ. αρκετά ασαφής ο όρος ακόμη και στη ρωσική γλώσσα, γεγονός που αντανακλά ακόμη ένα φουτουριστικό «βαρίδι» του «ΛΕΦ») και λογοτεχνία να «γίνει»(σ.σ. θεωρηθεί, εκληφθεί) οποιοδήποτε έργο τέχνης που προβαίνει σε πράξη λόγου. Οπότε, «ανακατεμένη» με την «πρακτική ζωή», η τέχνη ακυρώνει το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δημιουργούς και καταναλωτές. «Η μάζα με χαρά και προθυμία κινείται στη διαδικασία της δημιουργίας», θριαμβολογούσε οΝ. Τσουζάκ.

Τα ...δύο «μηδέν»

Το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης την εποχή που εμφανίζεται το «ΛΕΦ» έχει και χαρακτηριστικά επιβίωσης, με την έννοια ότι το νέο κράτος του προλεταριάτου καλούνταν στην πράξη να ξεκινήσει από το «μηδέν», όχι μόνο λόγω της εντελώς διαφορετικής βάσης της κοινωνίας που δε στηριζόταν πια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά και των αντικειμενικών δυσκολιών (σ.σ. το μέγεθος των οποίων έκανε τους αστούς να πιστεύουν στη σύντομη ημερομηνία «λήξης» του «εγχειρήματος»), που προέκυψαν από τον πόλεμο, τον εμφύλιο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση. Αυτό απαιτούσε οργάνωση, σχέδιο, προγραμματισμό και, φυσικά, δουλιά. Στο πεδίο της κουλτούρας, το «ΛΕΦ» αποτέλεσε τη χαρακτηριστικότερη έκφραση αυτής της διαδικασίας. Για τους «ΛΕΦοι», η τέχνη δεν είναι αποτέλεσμα έμπνευσης αλλά «σχεδίου» και ορθολογισμού. Η ορολογία του «ΛΕΦ» είναι χαρακτηριστική: Δεν «δημιουργώ» αλλά «κάνω» (φτιάχνω) (σ.σ.«Πώς να κάνετε στίχους», είναι ο τίτλος του γνωστού άρθρου του Μαγιακόφσκι), δεν «συγκροτώ» αλλά «επεξεργάζομαι» λέξεις, δεν υπάρχει«έργο τέχνης» αλλά «επεξεργασμένο υλικό». «Ο άνθρωπος για μας κρίνεται όχι από αυτό που υποφέρει, αλλά από αυτό που κάνει» έγραφε ο Ο. Μπρικ.

Ο «προλεταριακός φουτουρισμός» του «ΛΕΦ» οδήγησε το κίνημα σε θεωρητικές «ακροβασίες», που τελικά το απέκοψαν από την ...«πρακτική πραγματικότητα» που το ίδιο με ειλικρινές πάθος υπηρετούσε στην πράξη. Πριν όμως γίνει αυτό, ακόμη και οι ιδεολογικές του αντιφάσεις πρόφτασαν να προσφέρουν ακόμη μία υπηρεσία στη Σοβιετική - και όχι μόνο - κουλτούρα, φέρνοντας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της διανόησης τέχνες όπως η φωτογραφία και ο κινηματογράφος που για την τσαρική και προεπαναστατική ρωσική αστική διανόηση δεν αποτελούσαν καν τέχνη. Ορμώμενο από την ολοκληρωτική απόρριψη του παρελθόντος, το «ΛΕΦ» έφτασε στο σημείο να απορρίψει ως «γερασμένα» τα λογοτεχνικά είδη (μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα) και ως εκ τούτου «ανίκανα» να υπηρετήσουν την οικοδόμηση της νέας σοσιαλιστικής κουλτούρας. Στη θέση τους το «ΛΕΦ» έβαλε το «γεγονός» με τη δημοσιογραφική έννοια. Η «αντικατάσταση» της λογοτεχνίας από το δημοσιογραφικό λόγο οδήγησε το «ΛΕΦ» στη «φετιχοποίηση» της φωτογραφίας. Και αν αυτές οι θεωρητικές επεξεργασίες το οδήγησαν σε ιδεολογικό αδιέξοδο, ωστόσο, έφεραν τη φωτογραφία στο προσκήνιο ως τέχνη.

Ποια ήταν, όμως, η πραγματικότητα, από την οποία αποκόπηκε το «ΛΕΦ»; Το «κλειδί» βρίσκεται στο τι πραγματικά εννοούσε η Επανάσταση με το «ξεκινάμε από το μηδέν» και στο πώς αυτό εκφράστηκε από το «ΛΕΦ». Η μηδενιστική απόρριψη της πολιτιστικής κληρονομιάς από τους «ΛΕΦοι» οδηγούσε ή θα μπορούσε να οδηγήσει αν κάποιος τραβούσε στα άκρα αυτή τη θέση - αν και τελικά δεν εκφράστηκε έτσι - και στη μηδενιστική απόρριψη κάθε επιστημονικοτεχνικού επιτεύγματος. Οδηγούσε, τελικά, σε μια αντιδιαλεκτική και αντι-υλιστική θεώρηση της Ιστορίας, σε έναν ...«φουτουριστικό μαρξισμό», που με τη σειρά του θα διολίσθαινε στον «κλασικό» ιδεαλισμό της «παρθενογένεσης». Ομως, «ο μαρξισμός (...) αποτελεί την ανώτατη ανάπτυξη όλης της ιστορικής και της οικονομικής και της φιλοσοφικής επιστήμης της Ευρώπης» (Β. Ι. Λένιν, «Αλλη μια εκμηδένιση του σοσιαλισμού»). «Θα κάνατε όμως τεράστιο λάθος αν δοκιμάζατε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι μπορεί να γίνει κανείς κομμουνιστής χωρίς να αφομοιώσει ό,τι έχει συσσωρεύσει η γνώση του ανθρώπου (...) Ο προλεταριακός πολιτισμός δεν είναι κάτι που ξεπήδησε άγνωστο από πού, δεν είναι επινόηση των ανθρώπων που ονομάζουν τον εαυτό τους ειδικούς στον προλεταριακό πολιτισμό. Ολα αυτά είναι καθαρή ανοησία. Ο προλεταριακός πολιτισμός πρέπει να είναι η νομοτελειακή ανάπτυξη του αποθέματος των γνώσεων που επεξεργάστηκε η ανθρωπότητα κάτω από το ζυγό της καπιταλιστικής κοινωνίας (...)» (Β. Ι. Λένιν «Τα καθήκοντα της νεολαίας»).

Επαναστατική παρακαταθήκη

Αν και εδώ ο Λένιν αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς στην «ΠΡΟΛΕΤΚΟΥΛΤ», ωστόσο η «μπάλα» παίρνει και το «ΛΕΦ». Στο εσωτερικό του οποίου η ιδεολογική αντιπαράθεση ήταν εξαρχής έντονη. Συσπειρωμένο γύρω από το ομώνυμο περιοδικό του, το κίνημα άρχισε να χαλαρώνει τους εσωτερικούς δεσμούς του. Σύμφωνα με τον Μαγιακόφσκι, στην πρώτη περίοδο του «ΛΕΦ» (1922 - 1925 οπότε κλείνει προσωρινά και το περιοδικό που άρχισε να εκδίδεται από το 1923) «στριμώχνονταν» πάνω από 12 διαφορετικές ομάδες (φουτουριστές, κονστρουκτιβιστές, φορμαλιστές, θεωρητικοί της τέχνης, «εφημεριδάδες» κ.ά.). Οι ιδεολογικές αντιθέσεις και αντιφάσεις του κινήματος το οδήγησαν πλέον σε «ασυμβατότητα» με την κοσμογονία που συντελούνταν στη χώρα των Σοβιέτ. Ωστόσο, δεν είχε σβήσει ακόμη.

Το 1927 εμφανίζεται το «Νέο ΛΕΦ» με αρχισυντάκτη και πάλι τον Μαγιακόφσκι και συντακτική ομάδα τους Αϊζενστάιν, Σκλόφσκι, Παστερνάκ, Ροντσένκο κ.ά. Η ύλη είναι σαφώς μικρότερη, όπως και ο αριθμός των μελών του. Διαφορετικές είναι και οι θέσεις του σε σχέση με το παρελθόν. Αυτή η διαφορετικότητα όμως δεν αποδείχτηκε αρκετή. Νιώθοντας ότι ο κύκλος της προσφοράς του «ΛΕΦ» στην Επανάσταση ολοκληρώθηκε, ο Μαγιακόφσκι το εγκαταλείπει οριστικά τον Αύγουστο του 1928, μαζί με τους Ασέγιεφ, Μπρικ κ.ά. Ο Τρετιακόφ θα συνεχίσει για μερικούς μήνες ακόμη, αλλά τελικά το περιοδικό θα κλείσει για πάντα. Αφήνοντας όμως μια σπουδαία παρακαταθήκη και δίνοντας ένα σημαντικό ιστορικό μάθημα για το χρέος της σημερινής προοδευτικής διανόησης, που δεν είναι άλλο, από το να συνταχτεί με την εργατική τάξη και την πολιτική της πρωτοπορία, να εκφράσει και να εμπνεύσει τους λαϊκούς αγώνες, αν πραγματικά εννοεί ότι ετεροκαθορίζεται από τη νομοτέλεια της τελικής απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τα δεσμά της ταξικής εκμετάλλευσης.


Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ

Κύριες πηγές:1) Β. Ι. Λένιν «Άπαντα» 2)Μάριο Ντε Μικέλι: «Οι πρωτοπορίες της τέχνης του 20ού αιώνα» («Οδυσσέας»)3) Β. Β. Μαγιακόφσκι, «Απαντα», (εκδοτικό «Πράβντα», Μόσχα 1987)4) «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια»5) «Ιστορία της δημιουργίας των καλλιτεχνικών ενώσεων» («Μοσχοβίτες συγγραφείς» )6) Λιουντμίλα Πολικόφσκαγια: «ΛΕΦ» (7) Β. Ι. Λένιν: «Για την πολιτιστική επανάσταση» («Σύγχρονη Εποχή» 1979)


                ----------------------------------------------------------------------


Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι: Ερωτικές επιστολές (επιμέλεια: Φρανσίν ντι Πλεσί Γκρέι, μετάφραση από τα αγγλικά: Σοφία Σκουλικάρη, θεώρηση – μετάφραση ποιημάτων από τα ρωσικά: Σταυρούλα Αργυροπούλου), εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2010





  
Όταν ο έρωτας γίνεται πράξη πολιτική

Η σχέση του Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι (1893-1930) και της Ρωσίδας εμιγκρέδας Τατιάνας Γιάκοβλεβα (1906-1991) άρχισε τον Οκτώβριο του 1928 στο Παρίσι ως καλοστημένο παιχνίδι τρίτων. Της Λίλιαν Μπρικ (του μεγαλύτερου, σύμφωνα πάντα με τις καταγραφές, έρωτα του Μαγιακόφσκι) και της αδερφής της Έλσας Τριολέ. Ο στόχος των ραδιούργων γυναικών να μη συνάψει ο Βλαντίμιρ ερωτική σχέση (τουλάχιστον όχι σοβαρή) ήταν αντίθετος από κείνο που τελικά συνέβη.

Τα γράμματα και τηλεγραφήματα που έστειλε ο Ρώσος ποιητής στην τελευταία του αγάπη, αλλά και τα γράμματα που έστειλε η Τατιάνα στη μητέρα της σχετικά με τον Μαγιακόφσκι δείχνουν έναν έρωτα βαθύ και καθοριστικό για τη ζωή του ποιητή. Έκανε πρόταση γάμου στην Τατιάνα μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο της γνωριμίας τους, όταν ένιωσε πως ο καιρός της μοναξιάς του είχε παρέλθει.

Τι έφερε τους δύο τόσο κοντά; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, η ποίηση. Ο Μαγιακόφσκι γοητευόταν από τις εξαιρετικές γνώσεις της Τατιάνας στη ρωσική ποίηση και η Τατιάνα γέμιζε ηδονή στην ιδέα ότι ήταν η αγαπημένη του διάσημου Ρώσου ποιητή, στίχους του οποίου είχε αποστηθίσει. Τα ποιήματα «Γράμμα στον σύντροφο Κοστρόφ από το Παρίσι για την ουσία του έρωτα» και «Γράμμα στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα» ήταν αφιερωμένα σ’ εκείνη. Τα ποιήματα αυτά, ειδικά στα μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, πρέπει να θεωρηθούν πολιτικά ασχέτως εάν αργά, μετά το 1991, αντικατέστησαν πατριωτικά ποιήματα του Μαγιακόφσκι στη σχολική ύλη. 

«Σ’ ανόητες κουβέντες / μη δίνεις βάση, / μη φοβάσαι / αυτόν τον κραδασμό· / εγώ δαμάζω, χαλιναγωγώ εγώ / τα αισθήματα / των βλαστών της αριστοκρατίας» (μτφρ. Στ. Αργυροπούλου).

Η Τατιάνα, ως γόνος διανοουμένων και αντικομμουνιστών, κάτοικος του Παρισιού και θαμώνας των λογοτεχνικών σαλονιών, έβλεπε τον Μαγιακόφσκι ως ήρωα, πατρίδα, Ρωσία. Η σεμνοτυφία που τη χαρακτήριζε όμως καθιστούσε δύσκολη την ένωσή της με τον ποιητή της Επανάστασης.
Οι επιστολές του Μαγιακόφσκι από τη Μόσχα αποτέλεσαν ερωτικές προτροπές για μια συνάντηση αιώνια κι απόλυτη, που ίσως και να τον έσωζε: 

«Όμως νιτσεβό (δε βαριέσαι)… τι σημασία έχουν τα μάτια μου, δεν θα τα χρειαστώ μέχρι να σε δω ξανά… γιατί εκτός από σένα δεν έχω άλλον να κοιτάξω», της έγραφε. Στο ίδιο γράμμα προσέθετε: «Δεν είσαι Παριζιάνα, είσαι προλετάρια […] Βαστάω το όνομά σου σαν σημαία στα κτίρια της πόλης μας».

Μετά τα δύο ταξίδια του Μαγιακόφσκι στο Παρίσι, επήλθε η απομόνωση από τη Δύση, οι απαγορεύσεις του Σταλινικού καθεστώτος. Δεν ξαναειδώθηκαν. Τα γράμματα όλο και αραίωναν.
Η Φρανσίν ντι Πλεσί Γκρέι, κόρη της Τατιάνας, που θεωρήθηκε λανθασμένα παιδί του Μαγιακόφσκι, καταθέτει με ανθρωπιά, σε μια ισορροπημένη, βασισμένη σε στοιχεία, αφήγηση, την περιπέτεια μιας μεγάλης και εντέλει ανολοκλήρωτης σχέσης. Το τέλος του ειδυλλίου, υποστηρίζει, το καθόρισε η εποχή. Πέρα από τον διχασμό ανάμεσα στις δύο Ρωσίες και την πιθανή λογοκρισία των μυστικών υπηρεσιών έπαιξαν ρόλο και οι παρεμβάσεις της Μπρικ. Υπέκλεπτε τις επιστολές της Τατιάνας, ώθησε τον Μαγιακόφσκι στην αγκαλιά της «ακίνδυνης» Νόρας, διέδωσε τον επικείμενο γάμο της Τατιάνας με τον Μπερτράν ντι Πλεσί και αντίστροφα γνωστοποίησε στην Τατιάνα τη σχέση του Μαγιακόφσκι με τη Νόρα.

Οι Ερωτικές επιστολές, σε φροντισμένη μετάφραση της Σοφίας Σκουλικάρη, αποκαλύπτουν αυτό το μπερδεμένο κουβάρι πολιτικών γεγονότων και προσωπικών προθέσεων που έπνιξε στον κλοιό του έναν ιδανικό έρωτα. Αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, που, μολονότι αποσπασματικό, γρονθοκοπεί φωνασκούσες βεβαιότητες. Οι επιστολές εγείρουν κι έναν γόνιμο προβληματισμό για τη φύση της τέχνης καθώς και για την επίδραση που πρέπει ή όχι να ασκεί στον κοινωνικοπολιτικό ιστό.
Επιστολές ερωτικές, μα και πολιτικές. Άραγε πόσο βάναυση είναι για την τέχνη η επιταγή οι ιδέες να προηγούνται των συναισθημάτων;

Η ποίηση του Μαγιακόφσκι χαρτογραφούσε μια ελεύθερη πατρίδα, αλλά τα σημάδια μιας ασφυκτικής αυτολογοκρισίας ήταν εμφανή. Στο τελευταίο του ποίημα, που έφερε τον τίτλο «Μ’ όλη μου τη φωνή», ο Ρώσος ποιητής το εξομολογείται: «Όμως εγώ δάμασα / τον ίδιο μου τον εαυτό / και πάνω στο λαιμό έχω πατήσει / των ίδιων μου / των τραγουδιών» (απόδ.: Γ. Ρίτσος). Αν τα στοιχήματα κρίνονται με βάση τη ζωή και τον θάνατο, ο Μαγιακόφσκι το έχασε.

Ο υπέρμαχος του φουτουρισμού, ο αρνητής της παράδοσης, ο πολεμιστής της ελευθερίας και «ο τυμπανιστής της Επανάστασης», μόνος πια και ματαιωμένος, βυθιζόταν στον «δημοσιοϋπαλληλικό» όπως τον ονόμαζε τρόπο ζωής. Μετά το 1929, τη Χρονιά της μεγάλης μεταστροφής, με την «Επανάσταση από τα πάνω» να στηρίζει την τέχνη της συντήρησης, προσχώρησε στη Ρώσικη Ένωση Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ), προσχώρησε στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Όλοι οι αγώνες του μέσω της ποίησης, οι περιοδείες του ανά τον κόσμο τη δεκαετία του 1920 για τα επιτεύγματα της χώρας θα του φαίνονταν πια ανώφελα. Αποκλεισμένος από τους φίλους του, και με το ναυάγιο του έρωτα κατά κάποιον τρόπο να τον εκδικείται, τίναξε τα μυαλά του στον αέρα τον Απρίλιο του 1930. Είχε προβλέψει το 1916-17 το θάνατό του:

 «κάτω από το τρίχωμα του γιλέκου μου / πάλλει / μια εξαίσια μικρή σφαίρα» («Η γέννηση του Μαγιακόβσκη», απόδ.: Γ. Ρίτσος). 

Ήταν η σφαίρα της αυτοχειρίας, και, φυσικά, της δημόσιας καταγγελίας. Τι τελικά είναι πράξη πολιτική;
Η αναβίωση της δημόσιας λατρείας του Μαγιακόφσκι επιτεύχθηκε μέσω της Λίλιαν Μπρικ το 1935.


           ---------------------------------------------------------------------------------


Mε σφυροδρέπανο στο πέτο
 Mε σφυροδρέπανο στο πέτο


Maiakovski

 Ωραίος απ’ τη θύελλα της βιομηχανίας
 αεροπόρος των ηλιόλουστων ημερών
 μεγάλο δάκρυ
 που κατεβαίνει ως τα χείλη
 για να καίει τις αθάνατες Μαρίες 
ο Vladimir. 
Ίσως έπρεπε πριν απ’ την ένδοξη ταφή 
να φωτίζεται με προβολείς ο νεκρός του. 
Ίσως αξίζει να τον βλέπουμε σαν καταρράκτη 
Ανάμεσα στην ορμή τ’ ουρανού και στα δάση.
 Ίσως έπρεπε να διευθύνει κοσμοδρόμια.
 Πάντως
 μ’ αρέσει που έπιασε την παλιά Ρωσία απ’ τα μαλλιά
 και την έστειλε στο διάβολο
 θρυμματίζοντας μια κιθάρα στο κεφάλι της.
 Μ’ αρέσει που δεν θα πεθάνει ποτέ 
γιατί δεν ξεχώρισε τη συμφορά και την ποίηση.
 Μ’ αρέσει που στάθηκε στο ύψος του 
ο Vladimir.
 Αυτός είναι που έδινε στον Κουτούζωφ
 τη μυστηριώδη δύναμη. Αυτός
 είναι που σκύλιαζε πραγματικά για το μέλλον. Αυτός έλαμπε στην κατάλευκη ορμή του Ουλιάνωφ.
 Απ’ την άγνωστη χαραυγή μας, απ’ τα σπήλαια,
 έτσι δείχνουν τα πράγματα.
 Η ζωή θα πρέπει να προχωρήσει μαζί του
 ολάκερη καθώς τη χάρισε στην καρδιά των δικαίων. 
Η ζωή θα χρειαστεί πάλι και πάλι τους χαρταετούς. 
Απ’ το βαρύ του φέρετρο πετάγονταν
 πυροτεχνήματα ψηλά στη νύχτα
 κι απ’ τη βαθειά ειρήνη της σιωπής του
 έβγαινε ο καπνός της μέσα μάχης. Ας είναι λοιπόν... 
Ας είναι κι ο Vladimir ένα σύμβολο
 ανοιχτό στην ευτυχία.
 Δεν ξέρω, βέβαια, τι είναι ευτυχία.
 Γνωρίζω όμως τον αγώνα για δαύτη.
 Δεν ξέρω τι κρύβει ο έρωτας.
 Γνωρίζω μονάχα 
Πως είναι οι εξήντα τέσσερις άνεμοι.
 Γνωρίζω πως είναι όλες οι ανατολές του ήλιου-
 τέτοια τύχη 
τέτοια τύχη! 
___


 Ένα μάλλον άγνωστο ποίημα του Καρούζου για τον Μαγιακόφσκι. Δημοσιεύθηκε
πρώτη φορά στην Επιθεώρηση Τέχνης τον Φεβρουάριο του 1967, μαζί με άλλα τρία ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο "Ο Τετραγωνισμός του προσώπου". Σε βιβλίο βγαίνει πρώτη φορά τώρα, στο "Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα (εκ. Ίκαρος). Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου είναι το εξής μονόστιχο: "Τσιτσάνη, πρέπει να πεθάνεις"


                 --------------------------------------------------------


«Είμαι ποιητής. Γι' αυτό και είμαι ενδιαφέρων. Γι' αυτό και γράφω ποίηση. Για όλα τα υπόλοιπα γράφω μόνο αν περισσέψουν λέξεις».

 Έτσι αυτοσυστήνεται ο εμβληματικός Ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόσφκι στην πρώτη φράση της αυτοβιογραφίας του, που έχει τίτλο «Εγώ, αυτοπροσώπως». Περιλαμβάνεται στην έκδοση «Σύννεφο με παντελόνια» (από το ομότιτλο ποίημα του Μαγιακόφσκι), μαζί με τη γνώμη που είχαν για τον Μαγιακόφσκι ο Μπορίς Παστερνάκ, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα και ο Ιγκορ Σεβεριάνιν - κείμενα που όλα κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά και είναι πολύτιμα για την κατανόηση δημιουργών και εποχών. Όψεις ζωής για έναν άνθρωπο κι έναν καλλιτέχνη που έζησε έντονα, σε έντονες και ιστορικές εποχές, παθιάστηκε, συμμετείχε, απογοητεύτηκε και τελικά αυτοκτόνησε. «Άνθρωπος γεμάτος πάθος, οργή, έρωτα και μίσος, έζησε τη σύντομη ζωή του στο μεταίχμιο, στη μεθόριο των εποχών της ιστορίας, προσπαθώντας πάντα να διηγείται την ιστορία του μέσα από την αδιαμεσολάβητη εμπειρία», σημειώνει στην εισαγωγή ο μεταφραστής της έκδοσης Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, σκιαγραφώντας τον Μαγιακόφσκι σε μια φράση: «Άριστος σε όλα»...


             ------------------------------------------------------------------------

Mayakovsky 1912.jpg

Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι (Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский, 19 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου, 1930) ήταν Ρώσος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του Ρωσικού Φουτουρισμού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Νεανικά χρόνια

Ήταν το τρίτο και τελευταίο παιδί της οικογένειάς του που γεννήθηκε στο Μπαγκντάτι, στη Γεωργία όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως δασοφύλακας. Ο πατέρας του είχε καταγωγή από Ουκρανούς Κοζάκους  ενώ η μητέρα του ήταν επίσης oυκρανικής καταγωγής. Αν και ο Μαγιακόφσκι μιλούσε Γεωργιανά στο σχολείο και με τους φίλους του, η οικογένειά του μιλούσε κυρίως Ρωσικά στο σπίτι. Σε ηλικία 14 ετών πήρε μέρος σε διαδηλώσεις με τους σοσιαλιστές στην πόλη Κουταΐσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο τοπικό γυμνάσιο. Μετά τον ξαφνικό και πρώιμο θάνατο του πατέρα του το 1906, η οικογένειά του — ο ίδιος, η μητέρα του, και οι δύο αδελφές του — μετακόμισε στη Μόσχα, όπου συνέχισε τις μαθητικές του σπουδές.

Στη Μόσχα ο Μαγιακόφσκι ανέπτυξε το πάθος του για τη μαρξιστική λογοτεχνία, πήρε μέρος σε σειρά δραστηριοτήτων στο Ρωσικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα των Εργαζομένων και αργότερα στρατολογήθηκε ως μέλος των Μπολσεβίκων. Το 1908 αποπέμφθηκε από το σχολείο επειδή η μητέρα του δεν μπορούσε πλέον να πληρώνει τα δίδακτρα. Εκείνη την εποχή, ο Μαγιακόφσκι φυλακίστηκε σε τρεις περιπτώσεις για ανατρεπτική πολιτική δράση αλλά, όντας ανήλικος, απέφυγε τη μεταγωγή του. Στη διάρκεια της περιόδου της απομόνωσης στα κρατητήρια της φυλακής της Μπουτίρκα (ρωσικά: Бутырский следственный изолятор ή Бутырская тюрьма) το 1909, άρχισε να γράφει ποίηση, αλλά τα ποιήματά του κατασχέθηκαν από τις αρχές. Με την αποφυλάκισή του, εξακολούθησε να εργάζεται για το σοσιαλιστικό κίνημα, και το 1911 μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας όπου γνωρίστηκε με μέλη του ρωσικού φουτουριστικού κινήματος. Έγινε ο κύριος εκπρόσωπος τύπου για την ομάδα Γκιλέας (ρωσικά:Гилея), και στενός φίλος του ζωγράφου Νταβίντ Μπουρλιούκ, τον οποίο έβλεπε ως μέντορά του.

Λογοτεχνική ζωή

Το 1912 η φουτουριστική έκδοση, Ένα χαστούκι στο πρόσωπο του δημοσίου γούστου] (Пощёчина общественному вкусу) περιελάμβανε τα πρώτα δημοσιευμένα ποιήματα του Μαγιακόφσκι: Νύχτα (Ночь), και Πρωί (Утро). Λόγω όμως των πολιτικών τους δραστηριοτήτων, ο Μπουρλιούκ και ο Μαγιακόφσκι αποβλήθηκαν από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας το 1914.

Η εργασία του συνεχίστηκε, υπό την μανιέρα του Φουτουρισμού, έως το 1914. Η καλλιτεχνική του ανάπτυξη τότε άλλαξε δραματικά προς την κατεύθυνση της αφήγησης και ήταν αυτή του η δουλειά, που δημοσιεύτηκε αμέσως την περίοδο που προηγήθηκε της Ρωσικής Επανάστασης, η οποία επρόκειτο να καθιερώσει τη φήμη του ως ποιητή στη Ρωσία και στο εξωτερικό.
To Σύννεφο με παντελόνια (1915), ρωσ. «Облако в штанах» ήταν το πρώτο μεγάλο ποίημα του Μαγιακόφσκι και περιέγραφε τα καυτά θέματα του έρωτα, της επανάστασης, της θρησκείας, και της τέχνης γραμμένο υπό το πρίσμα του πληγωμένου εραστή. Η γλώσσα του έργου ήταν η γλώσσα των δρόμων, και ο Μαγιακόφσκι κατέβαλλε σημαντικές προσπάθειες για να απομυθοποιήσει τις ιδεαλιστικές και ρομαντικές έννοιες της ποίησης και των ποιητών.

Το καλοκαίρι του 1915, ο Μαγιακόφσκι ερωτεύτηκε μια παντρεμένη γυναίκα, τη Λίλια Μπρικ, και είναι σε εκείνη που αφιέρωσε το ποίημα Το σπονδυλωτό φλάουτο (1916), ρωσ. «Флейта-позвоночник». Δυστυχώς για τον Μαγιακόφσκι, αυτή ήταν η γυναίκα του εκδότη του, Όσιπ Μπρικ. Η ερωτική σχέση, αλλά και οι εντυπώσεις του από τον πόλεμο και την επανάσταση, επηρέασαν καθοριστικά τα έργα του αυτών των χρόνων. Το ποίημα Ο πόλεμος και ο κόσμος (1916) αναφέρεται στη φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και Ο Άνθρωπος (1917) είναι ένα ποίημα που ασχολείται με τη δυστυχία του έρωτα.


Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και η Λίλια Μπρικ

Η επιθυμία του, στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, να καταταγεί ως εθελοντής απορρίφθηκε. Ανάμεσα στα έτη 1915-1917 εργάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, στη Στρατιωτική Σχολή Αυτοκινήτου, ως επίσημος γραφέας. Κατά το ξέσπασμα της Ρωσικής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσκι βρίσκονταν στο Σμόλνι, στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί έζησε την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ξεκίνησε να απαγγέλλει ποιήματα όπως το Αριστερό Εμβατήριο! Για τους Κόκκινους Ναυτικούς: 1918 (ρωσικά:Левый марш (Матросам), 1918) σε ναυτικά θέατρα, με ναύτες ως κοινό του.

Όταν ξαναγύρισε στη Μόσχα, ο Μαγιακόφσκι εργάστηκε στο Ρωσικό πρακτορείο τηλεγραφίας, ρωσ. Российское телеграфное агентство (αρχικά: РОСТА) δημιουργώντας —τόσο σε γραφικά όσο και σε κείμενο — σατυρικά πόστερ αγκιτπρόπ (συνδυασμός των λέξεων агитация και пропаганда). Το 1919 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Συλλογή Έργων 1909-1919 (ρωσικά: Все сочиненное Владимиром Маяковским). Στο πολιτιστικό κλίμα της πρώιμης Σοβιετικής Ένωσης, η δημοτικότητά του αυξήθηκε πολύ γρήγορα. Στη διάρκεια των χρόνων 1922-1928, ο Μαγιακόφσκι ήταν εξέχον μέλος του Αριστερού Μετώπου για την Τέχνη και συνέχισε να προσδιορίζει το έργο του ως κομμουνιστικό φουτουρισμό (ρωσικά: ком[мунистический] фут[уризм]). Εξέδιδε, μαζί με τον Σεργκέι Τρετιακόφ και τον Όσιπ Μπρικ, το περιοδικό «ΛΕΦ» (ρωσ. ЛЕФ, Левый Фронт, που σημαίνει αριστερό μέτωπο).
Ως ένας από τους ελάχιστους σοβιετικούς συγγραφείς που του επετράπη να ταξιδεύει ελεύθερα, τα ταξίδια του στην Λετονία, Βρετανία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Μεξικό και Κούβα επηρέασαν έργα του όπως Η δική μου ανακάλυψη της Αμερικής(ρωσικά: Мое открытие Америки, 1925). Ταξίδεψε επίσης, από τη μια έως την άλλη άκρη, σε όλη τη Σοβιετική Ένωση.

Αγκιτπρόπ πόστερ του Μαγιακόφσκι


Σε μια περιοδεία του για διαλέξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μαγιακόφσκι γνώρισε την Έλι Τζονς, η οποία γέννησε αργότερα την κόρη του, ένα γεγονός που ο ίδιος πληροφορήθηκε μόλις το 1929, όταν το ζευγάρι συναντήθηκε μυστικά στη νότιο Γαλλία, καθώς η σχέση τους είχε κρατηθεί κρυφή. Στα τέλη του 1920, ο Μαγιακόφσκι ερωτεύθηκε την Τατιάνα Γιάκοβλεβα και σε αυτήν αφιέρωσε το ποίημα Γράμμα στην Τατιάνα Γιάκοβλεβα (ρωσικά: Письмо Татьяне Яковлевой, 1928).

Η σημασία της επίδρασης του Μαγιακόφσκι δεν περιορίζεται στη σοβιετική ποίηση. Ενώ από χρόνια θεωρείται ο κορυφαίος Σοβιετικός ποιητής, έχει αλλάξει επίσης τις παραδοχές για την ποίηση στην ευρύτερη κουλτούρα του 20ου αιώνα. Ο πολιτικός του ακτιβισμός ως καθοδηγητή προπαγάνδας σπάνια κατανοήθηκε και συχνά επικρίθηκε από τους συγχρόνους του, ακόμα και από στενούς του φίλους όπως ο Μπορίς Παστερνάκ. Κοντά στα τέλη του 1920, ο Μαγιακόφσκι απομυθοποίησε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης υπό τον Ιωσήφ Στάλιν: τα σατιρικά του έργα Ο κοριός (ρωσικά: Клоп, 1929) και Το μπάνιο (ρωσικά: Баня, 1930), τα οποία πραγματεύονται τη σοβιετική απέχθεια για την τέχνη και τη γραφειοκρατία, αντανακλούν αυτή την εξέλιξη.

Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, 1930, ο Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε. Το ημιτελές κείμενο του ποιήματος της αυτοκτονίας του σημείωνε, μεταξύ άλλων:
Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών.
Ο Μαγιακόφσκι ετάφη στη Μόσχα, στο Κοιμητήριο Νοβοντέβιτσι.

Μετά τον θάνατό του

Το 1930, ο τόπος γέννησής του στη Γεωργία – το Μπαγκντάτι- μετονομάστηκε, προς τιμήν του, σε Μαγιακόφσκι. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, ανέκυψαν διαδόσεις ότι ο Μαγιακόφσκι δεν αυτοκτόνησε αλλά στην πραγματικότητα δολοφονήθηκε μετά από εντολή του πρώτου. Εντούτοις δεν υπάρχει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν ανοίχτηκαν τα απόρρητα αρχεία της Κα-Γκε-Μπε, υπήρχε ελπίδα ότι νέα στοιχεία θα έλθουν στο φως σχετικά με αυτό το θέμα, αλλά τίποτε τελικά δεν αποκαλύφθηκε και ο ισχυρισμός παραμένει αναπόδεικτος. Μετά θάνατον, ο Μαγιακόφσκι κατηγορήθηκε από τον σοβιετικό Τύπο ως φορμαλιστής και συνοδοιπόρος (ρωσικά: попутчик) (αντίθετα από τους επίσημα αναγνωρισμένους προλετάριους ποιητές", όπως ο Ντεμιάν Μπέντνι). Όταν το 1935, η Λίλια Μπρικ έγραψε στον Στάλιν σχετικά με αυτές τις επιθέσεις κατά του ποιητή, ο δεύτερος έγραψε το εξής σχόλιο στο γράμμα της Μπρικ:

"Σύντροφε Νικολάι Γιεζόφ, παρακαλώ να αναλάβεις να ενεργήσεις τα δέοντα σχετικά με την επιστολή της Μπρικ. Ο Μαγιακόφσκι παραμένει ο καλύτερος και ο πιο ταλαντούχος ποιητής της Σοβιετικής περιόδου. Η αδιαφορία για την καλλιτεχνική του κληρονομιά είναι έγκλημα. Τα παράπονα της Μπρικ είναι, κατά την γνώμη μου, δικαιολογημένα..."

Τα λόγια αυτά έγιναν στερεότυπο που επίσημα αποκατέστησε τον Μαγιακόφσκι αλλά, όπως σημείωσε και ο Μπορίς Παστερνάκ, από ορισμένους κύκλους ουσιαστικά εξελήφθησαν ως δεύτερη θανάτωση του ποιητή.

Ελληνικές μεταφράσεις

Τα θεατρικά έργα του Μαγιακόφσκι : Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι, Μυστήριο-μπούφφα, Ο κοριός, Το μπάνιο μεταφράστηκαν στα Ελληνικά από τον Άρη Αλεξάνδρου ( Εκδόσεις Γκοβόστης). Το τελευταίο, με τον τίτλο Χαμάμ, και από τον Αλέξη Πάρνη (Νέα Εστία 1975 Α΄). Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί από τον Πέτρο Ανταίο (Εκδόσεις Οδυσσέας, 1998).


             ---------------------------------------------------------------------------


Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός; 

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση, Γιάννης Ρίτσος)


Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός; Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«Θάρθω στις τέσσερις», είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα
Να και το βράδι
Έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.
Πίσω απ’ την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
………..
Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.
Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.
Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.
Έπεσε κ’ η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.
………..
Άξαφνα οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.
Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «πάρ’ το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ’ είπες:
«Ξέρετε —
παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε — τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

Απόσπασμα από το Σύγνεφο με παντελόνια(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση,Γιάννης Ρίτσος από το βιβλίο Μαγιακόβσκη, Ποιήματα, εκδόσεις Κέδρος)

                              ------------------------------------------------------


Ξελασπώνοντας το μέλλον

Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.

Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.

Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερνότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.


Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν’ αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.


μτφρ. Γιάννης Ρίτσος

κομσομόλος: μέλος της κομσομόλ, δηλαδή της κομμουνιστικής νεολαίας,
πιονέρος-ισσα: αυτός που ανοίγει νέους δρόμους, ο πρωτοπόρος,
κομμούνα: εδώ: η κομμουνιστική κοινότητα,
μπαλαλάικα: έγχορδο μουσικό όργανο των Ρώσων,
μεινεσμένος: αυτός που έχει μείνει πολύ καιρό αχρησιμοποίητος.


                       ----------------------------------------------------------------------------------


Ελευθερία έκφρασης


Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα


                ----------------------------------------------------------------------



Καλώ στην απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Για τι;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;

Θεός;

Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!


                ----------------------------------------------------------------------------------------



Επίκαιροι Αμίλητοι


Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,

ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,

οι ηγεμόνες δυναμώνουν,

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,

των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,

περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο

κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,

και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,

πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,

μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,

άλλο δε μας μένει 


              ---------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ














           ----------------------------------------------------------------------------------------





Σπουδή σε ποιήματα Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι (1976)
Σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσοςς
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη
Απαγγελία: Γιώργος Κιμούλης (στο "Ποίημα του Οχτώβρη)

Ακούγονται τα τραγούδια
1. Προανάκρουσμα
2. Το ποίημα του Οχτώβρη
3. Με όλη μου τη φωνή
4. Ξελασπώστε το μέλλον

Ο Βλ.Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε στις 14 Απριλίου του 1930.
Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:

"Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ' ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.
Όπως λένε "Το επεισόδιο έληξε".
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να 'στε ευτυχισμένοι"


         ------------------------------------------------------------------------------------------




On the November 4, Russia celebrates the Day of National Unity, the day which is supposed to heal the wounds caused by the great split of the country - the split caused by the 1917 Russian Revolution. As a result of this catastrophe many Russians found refuge abroad. Others devoted their talent to a new, Soviet Russia. One of them was the great Russian poet Vladimir Mayakovsky. Were talking today with his daughter, born in the U.S., Patricia Thompson.

Δημοσίευση σχολίου