Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΣΚΕΨΗ ( 1 ) : Μετά τον homo sapiens: Θνητότητα, τεχνητή νοημοσύνη και ευτυχία

                                           

Μετά τον homo sapiens: Θνητότητα, τεχνητή νοημοσύνη και ευτυχία


images (2)


του Θεοφάνη Τάση




    ============================================================

          ΦΑΡΜΑΚΟΝ - ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΣΕ ΜΙΚΡΕΣ ΔΟΣΕΙΣ-ΤΑΣΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ- ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

  ===============================================================

   ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

  ================================================================


   ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

 =================================================================

                    Ο ΝΕΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

  =================================================================

                     Τεχνητή Νοημοσύνη ( DVD ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   =================================================================

      ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ Η Ειρωνία -ΤΑΣΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ( ΒΙΒΛΙΟ ) - ΚΛΙΚ ΕΔΩ !

   ==================================================================

                                    
Όπως γνωρίζουμε από τη μυθολογία, ο Κρόνος καταβρόχθιζε τα παιδιά του για να μην αμφισβητήσουν την εξουσία του. Οι άνθρωποι, ως θνητοί, είναι παιδιά του χρόνου. Σπαράσσονται έως ότου κατασπαραχθούν απ’ αυτόν. Η θνητότητα είναι το αξεπέραστο όριο του ανθρώπινου είδους. Ή μήπως όχι; Άραγε, είναι όντως η εξουσία του χρόνου αδιαμφισβήτητη;

 Στην τρέχουσα δεκαετία εξελίσσονται ήδη προσπάθειες για την υπέρβαση της θνητότητας. Το ερευνητικό ίδρυμα SENS μελετά τις διαδικασίες γήρανσης και αναπτύσσει μεθόδους αναγεννητικής ιατρικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του γήρατος, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια δραματική επέκταση του προσδόκιμου ορίου ζωής. Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Dmitry Itskov χρηματοδοτεί το ερευνητικό πρόγραμμα Avatar με τελικό σκοπό τη μεταφόρτωση του περιεχομένου ενός εγκεφάλου σε ένα συνθετικό σώμα. Σύμφωνα με τον Ray Kurzweil, πλησιάζουμε πλέον τη μοναδικότητα, εκείνο το σημείο καμπής της ανθρώπινης ιστορίας όπου η τεχνοεπιστήμη αναπτύσσεται τόσο ραγδαία, ώστε ο homo sapiens θα υπερβεί τους βιολογικούς περιορισμούς του εγκαινιάζοντας ένα νέο ανθρώπινο είδος. 1

 Στην πορεία προς τη μοναδικότητα, βιολογία και τεχνική συγχωνεύονται, ενώ η διάκριση μεταξύ φυσικής και ψηφιακής πραγματικότητας καταργείται. Ο homo sapiens μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε έναν κυβερνοοργανισμό διασυνδεδεμένο με τα φυσικά αντικείμενα (έξυπνα αυτοκίνητα, σπίτια, είδη ένδυσης) όσο και με τους άλλους ως μέρος μιας συλλογικής συνείδησης. Αντιθέτως, ο Nick Bostrom υποστηρίζει ότι, ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή άφιξης της τεχνητής νοημοσύνης σε ανθρώπινο επίπεδο, θα επακολουθήσει άμεσα ένα υπερ-ευφυές σύστημα, που θα ξεπερνά κατά πολύ τις γνωσιακές δυνατότητες ακόμη και ενός νέου ανθρώπινου είδους. 2 Η άφιξη ενός υπερ- ευφυούς συστήματος με κύριο γνώρισμα τη δυνατότητα ανεξάρτητης αυτοαναπαραγωγής θα θέσει σε κίνδυνο την ανθρωπότητα λόγω της δυσκολίας ελέγχου του. Ακόμη και εάν η επιβίωση ή η ευημερία της περιληφθούν στον αρχικό προγραμματισμό της τεχνητής νοημοσύνης, η μετάφραση ανθρωπίνων αξιών, δηλαδή νοήματος, σε κώδικα μηχανής θα παραμείνει προβληματική οδηγώντας σε απρόβλεπτες συνέπειες στην καθημερινή εφαρμογή.

 Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τις συνέπειες από τη δραματική επέκταση του ορίου ζωής. Ωστόσο, η αντικατάσταση ή η εγκατάλειψη του σώματος παραγνωρίζει τη σημασία του και τη σημασία της θνητότητας για την ανθρώπινη εμπειρία. Αν επιτευχθεί, τότε τα μη βιολογικά ή ασώματα αυτά όντα θα υπερβαίνουν οτιδήποτε μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. Όμως, ακόμη και αν τότε επαναπροσδιοριστεί αναγκαία η έννοια της ανθρωπινότητας, το ζήτημα της νοηματοδότησης και της διαχείρισης του χρόνου και των σχέσεων θα εξακολουθεί να τίθεται, αν και με ριζικά διαφορετικό τρόπο. Αλλά το ζήτημα του νοήματος βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο της τεχνητής νοημοσύνης. Ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα για την κβαντική φύση της ανθρώπινης συνείδησης και τη συνεπαγόμενη αδυνατότητα δημιουργίας τεχνητής συνείδησης, 3 πώς μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι το οποίο υπερβαίνει το σύνολο των συστατικών, των υλικών κατασκευής και του λογισμικού της; Άραγε πώς να φανταστούμε μια τεχνητή νοημοσύνη ικανή να πάσχει από νευρώσεις ή να αναζητά νόημα; Τι θα σήμαινε «νόημα» για μια νοημοσύνη που δεν είναι θνητή και δεν γνωρίζει τη φθορά του χρόνου; Αν πάλι μια τεχνητή νοημοσύνη δεν διαθέτει συνείδηση, τότε θα υπολείπεται έναντι του ανθρώπου ως προς τη φαντασία και τα πάθη. Ωστόσο, μήπως η φαντασία και τα πάθη στην πραγματικότητα μας καθιστούν πιο δυστυχισμένους;

Στις προσεχείς δεκαετίες η «ευτυχία» ίσως γίνει μερικώς εφικτή για ένα μέρος της ανθρωπότητας με τη χρήση φαρμακευτικών ουσιών όπως π.χ. την σεροτονίνη ή την ντοπαμίνη.4 Γνωρίζουμε σήμερα ότι η ευτυχία καθορίζεται από βιοχημικές διεργασίες σε ένα πολύπλοκο δίκτυο νευρώνων και ότι το βιοχημικό σύστημα κάθε ανθρώπου είναι εκ γενετής διαφορετικό. Όμως, η βιοχημική προσέγγιση της ευτυχίας αφορά τη ζωή και όχι τον βίο. Αυτό σημαίνει ότι δεν λαμβάνει υπ’ όψιν πως στην εμπειρία της ευτυχίας συνεισφέρει το νόημα, δηλαδή, οι σχέσεις με τους άλλους, η οικογένεια, οι φίλοι και η ικανοποίηση από την εργασία ή από άλλες δραστηριότητες. Έτσι, ακόμη και αν ο άνθρωπος γεννιέται με έναν συγκεκριμένο βιοχημικό εξοπλισμό, το εύρος των «τιμών ευτυχίας» συγκαθορίζεται από τα παραπάνω.

 Επιπλέον, η ευτυχία περιγράφει πάντοτε τη σχέση μεταξύ των προσδοκιών και της κοινωνικής πραγματικότητας. Αν οι προσδοκίες είναι υψηλές ως προς τις πραγματικές συνθήκες του βίου, τότε το αποτέλεσμα είναι η εμπειρία της δυστυχίας. Όμως, η διαχείριση των προσδοκιών και η άσκηση για την καλλιέργεια συμπεριφορών δεν επιτυγχάνεται φαρμακευτικά.

 Τέλος, στη βιοχημική προσέγγιση η ευτυχία θεωρείται ως η διαφορά μεταξύ της ηδονής και της οδύνης, άρα όσο πιο θετική είναι η διαφορά σε έναν βίο τόσο πιο ευτυχισμένος μπορεί να θεωρηθεί. Ωστόσο, ένας εθελοντής σε στρατόπεδο προσφύγων στην Αφρική ή μια μητέρα που αναγκάζεται να κάνει τρεις δουλειές για να μεγαλώσει τα παιδιά της βιώνουν περισσότερες στιγμές οδύνης και λιγότερες στιγμές ηδονής, νιώθοντας όμως ευτυχισμένοι διότι η καθημερινότητά τους είναι μεστή νοήματος.

 Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να εικάσουμε ότι όποια και αν είναι η εξέλιξη του homo sapiens, δεν θα είναι κατ’ ανάγκην πιο ευτυχισμένος, ενώ θα εξακολουθεί ν’ αναζητά νόημα διερωτώμενος πώς να βιώσει τη ζωή του. Προς το παρόν η εξουσία του Κρόνου συνεχίζεται, ενώ ο Δίας παραμένει αγέννητος.

1 Βλ. Ray Kurzweil, The singularity is near: When humans transcend biology, Viking Penguin, 2005.

 2 Βλ. Nick Bostrom, Superintelligence: Paths, Dangers, Strategies, Oxford University Press, 2014.

 3 Βλ. Stuart Hameroff- Roger Penrose, “Consciousness in the universe: A review of the ‘Orch OR’ theory”. Physics of Life Reviews 11 (1), 2014, σ. 39–78. 4 Βλ. Ramez Naam, More Than Human: Embracing the Promise of Biological Enhancement, lulu.com, 2010.


*Ο Θεοφάνης Τάσης διδάσκει Σύγχρονη Φιλοσοφία στο Freie Universität του Βερολίνου. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ετήσια ελληνική έκδοση του The Economist.

               ======================================================




Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Ettore Scola - Έτορε Σκόλα


                        












Una Giornata Particolare.jpg

Εξώφυλλο DVD της ταινίας του 1977 Μια ξεχωριστή μέρα (Una giornata particolare)


Σκηνοθεσία
Έττορε Σκόλα

Παραγωγή
Κάρλο Πόντι

Σενάριο
Έττορε Σκόλα
Μαουρίτσιο Κοστάντσο
Ρουτζέρο Μάκκαρι

Πρωταγωνιστές
Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι
Σοφία Λόρεν
Τζον Βέρνον

Μουσική
Αρμάντο Τροβαϊόλι

Φωτογραφία
Πασκουαλίνο Ντε Σάντις

Πρώτη προβολή

 12/8/1977

Κυκλοφορία
1977

Διάρκεια

110 λεπτά


Μια ξεχωριστή μέρα'' (ιταλ. Una giornata particolare) είναι ο τίτλος ιταλικής δραματικής ταινίας παραγωγής 1977 σε σκηνοθεσία και σενάριο Έττορε Σκόλα. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι και η Σοφία Λόρεν. Πρόκειται για μια ιταλοκαναδική συμπαραγωγή που απέσπασε βραβεία όπως τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και το Βραβείο Σεζάρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, ενώ ήταν υποψήφια και για δυο βραβεία Όσκαρ.

Υπόθεση

Στις 6 Μαΐου του 1938, ο Χίτλερ επισκέφτεται την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Ρώμης ετοιμάζεται για να πάει στην εκδήλωση που έχει οργανωθεί προς τιμήν του. Η Αντονιέτα (Σοφία Λόρεν), μια όμορφη νοικοκυρά, σύζυγος του Εμανουέλε (Τζον Βέρνον) ενός άνδρα με φασιστικές πεποιθήσεις και μητέρα έξι κακομαθημένων παιδιών, ετοιμάζει σύζυγο και παιδιά για την παρέλαση και μένει στο σπίτι για να το τακτοποιήσει. Στην άδεια πλέον πολυκατοικία στην οποία μένει, βρίσκεται και άλλος ένας ένοικος, ο δημοσιογράφος Γκαμπριέλε (Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι), που είναι ομοφυλόφιλος μάχεται ενάντια στον φασισμό. Κάποια στιγμή ο παπαγάλος της Αντονιέτα το σκάει και πηγαίνει και κάθεται δίπλα από το πρεβάζι του παραθύρου του Γκαμπριέλε. Το περιστατικό αυτό αποτελεί την αιτία για την οποία ο Γκαμπριέλε και η Αντονιέτα γνωρίζονται και περνάνε ολόκληρη τη μέρα μαζί. Οι δυο αυτοί άγνωστοι μέχρι πρότινος άνθρωποι πρόκειται να ανοίξουν τις καρδιές τους ο ένας στον άλλον και να εξομολογηθούν πράγματα που δεν έχουν αποκαλύψει σε κανέναν. Όταν η μέρα τελειώσει όμως οι δυο θα πρέπει να αποχωριστούν, ο Γκαμπριέλε θα συλληφθεί για τη δράση του κατά του φασισμού κι η Αντονιέτα θα πρέπει να συνεχίσει να υπακούει τις διαταγές του συζύγου της.

Πληροφορίες παραγωγής

Η ταινία γυρίστηκε στο μεγαλύτερο της μέρος σε ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στις πολυκατοικίες "Φεντερίτσι", εργατικές κατοικίες που ανεγέρθηκαν κατά τη δεκαετία του '30 με πρωτοβουλία του Μουσολίνι. , ενώ τα εξωτερικά γυρίσματα αφορούν κυρίως το χώρο γύρω από τις πολυκατοικίες. Η παραγωγή έγινε από τον σύζυγο της Σοφία Λόρεν, Κάρλο Πόντι, ενώ το σενάριο γράφτηκε από τον σκηνοθέτη της ταινίας Έττορε Σκόλα, σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο Μαουρίτσιο Κοστάντσο και τον Ρουτζέρο Μάκκαρι. Στην ταινία έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο η ανιψιά της Σοφία Λόρεν και εγγονή του Μουσολίνι, Αλεσάντρα Μουσολίνι, νυν πολιτικός. Η Λόρεν έμφανίστηκε στην ταινία με μακιγιάζ που επιμελήθηκε ο Φραντσέσκο Φρέντα, προκειμένου να πείσει ότι μπορούσε να υποδυθεί τη νοικοκυρά.

Βραβεία

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)
Υποψηφιότητα:
Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας - Κάρλο Πόντι
Α' Ανδρικού Ρόλου - Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι
Χρυσή Σφαίρα
Βράβευση:
Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας
Βραβείο Σεζάρ
Βράβευση:
Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας

                     ------------------------------------------------------------



"ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΜΕΡΑ"


(UNA GIORNATA PARTICOLARE)

alt


Μια ταινία που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την θεωρώ από τις ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ του ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ καθώς διαπερνά τεράστια ζητήματα της ένταξης του ανθρώπου μέσα στο Κοινωνικό μοντέλο, στους ρόλους, στη σύγκρουση ανάμεσα στο ψεύτικο και στο αληθινό

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1977

ΣΕΝΑΡΙΟ:  MAURIZIO CONSTANZO, RUGGERO MACCARI, ETTORE SCOLA
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  ETTORE SCOLA
ΠΑΡΑΓΩΓΗ:  CARLO PONTI
ΜΟΥΣΙΚΗ:  ARMANDO TROVAJOLI
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΗ:  PASQUALINO DE SANTIS
FILM EDITING:  RAIMONDO CROCIANI
ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ:  ENRICO SABBATINI

DECORATION:  LUCIANO RICCERI



alt


ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

SOPHIA LOREN στο ρόλο της ANTONIETTA

MARCELLO MASTROIANNI στο ρόλο του GABRIELE


JOHN VERNON στο ρόλο του EMANUELE συζύγου της ANTONIETTA
FRACOISE BERD στο ρόλο της ΘΥΡΩΡΟΥ

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΤΙΒΟ της ΤΑΙΝΙΑΣ

ΙΤΑΛΙΑ 1938

Το Φασιστικό καθεστώς του ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ στο απόγειο της δύναμης και της τρομοκρατίας του.
Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ έχει απλώσει τον τρόμο του στην Ευρωπη. Ο ΧΙΤΛΕΡ επισκέπτεται τη ΡΩΜΗ σε μια ΜΕΓΑΛΕΙΔΩΔΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑ γεμάτη ΦΑΝΦΑΡΑ.

Η Ιταλική Κοινωνία είναι βουτηγμένη στον απόλυτο ΕΚΦΑΣΙΣΜΟ των πάντων. Κάθε ενάντια φωνή έχει εξανδραποδιστεί και κάθε αντιφασίστας θεωρείται εν δυνάμει εχθρός του έθνους.

Κάθε ιδιαίτερη και τρυφερή σκέψη ισοδυναμεί με αντίσταση κατά της αρχής και εξορίζεται πάραυτα στην ΣΑΡΔΗΝΙΑ.


alt

Μια ξεχωριστή μέρα λοιπόν...........

8 Μάη του 1938.......

Η Ρώμη έχει φορέσει τα "καλά" της για να υποδεχτεί τον ΑΔΟΛΦΟ ΧΙΤΛΕΡ και το επιτελείο του σε μια Φαραωνική τελετή στην οποία το κλασικό ΦΑΣΙΣΤΙΚΟ περίττωμα "απογειώνεται".
Όλα τα σπίτια είναι στολισμένα με Ιταλικές και Γερμανικές φασιστικές σημαίες, τα σχολεία, οι δημόσιες υπηρεσίες οδηγούνται εν στολή στην τελετή.

Μικροί, μεγάλοι με το χαμόγελο ζουν τη δική τους ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ ενός ανείπωτου Φανφαρονικού αλαζονικού φασισμού που διαπερνούσε κάθετα την Ιταλική Κοινωνία που κολυμπούσε στην αυταπάτη της αναβίωσης του ....μεγαλείου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας....

alt

Μια ξεχωριστή μέρα λοιπόν για τους Ενοίκους ενός πολύ μεγάλου Οικοδομικού μπλοκ συνοικίας της Ρώμης, βουτηγμένου στο γκρίζο και στο μουντό. Όλοι ετοιμάζονται για την ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ.
Τα ραδιόφωνα σε όλακερα τα οικοδομικά τετράγωνα μεταδίδουν φασιστικά εμβατήρια και φυσικά την όλη τελετή σε απ' ευθείας μετάδοση από τα μεγάφωνα.


Μια ξεχωριστή μέρα λοιπόν θα ξημερώσει και για μια Όμορφη Γυναίκα, την ANTONIETTA  (SOPHIA LOREN), που ετοιμάζει τον ΦΑΣΙΣΤΑ σύζυγό της EMANUELE καθώς και τα Έξι (!!!) της παιδιά, για να πάνε όλοι στη παρέλαση...


alt



alt


Μια ΓΥΝΑΙΚΑ, ΣΥΖΥΓΟ, που έχει αποδεχτεί ΠΛΗΡΩΣ το ρόλο που της δίνει το καθεστώς, που μισεί τους αντιφασίστες θεωρώντας τους κάτι σαν μιάσματα, και με την ίδια να έχει σιωπηρά αποδεχτεί το ρόλο του ΥΠΟΖΥΓΙΟΥ και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ του ΕΠΙΒΗΤΟΡΑ ΣΥΖΥΓΟΥ της όπως επιτάσσει ο ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

"Ο Άντρας πρέπει να τσακίζει τη μέση της Γυναίκας, όπως τη μέρα κάνει στη μέση του αλόγου του"

Έτσι η ANTONIETTA δέχεται ως "φυσιολογικό" να την χρησιμοποιεί σεξουαλικά ο ΕΠΙΒΗΤΟΡΑΣ άντρας της, όποτε θέλει, όπως θέλει, μονάχα ως Αντικείμενο γονιμοποίησης παιδιών. Έτσι εξηγείται η πολυτεκνία στο φασισμό εκείνης της εποχής.
Δέχεται ως "φυσιολογικό" ο άντρας της να "ξενοπηδάει",  να επιβεβαιώνεται στους Οίκους ανοχής.
Και θα φτάσει να ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙ αυτήν την "αλήθεια" πάρα πολύ αργότερα, εκείνη τη μοιραία Ξεχωριστή μέρα, όταν εξομολογηθεί ότι ο Άντρας-Επιβήτορας κάνει ερωμένη μια δασκάλα...
Εκεί θα την τσακίσει η απόρριψη......!
Όχι σαν Γυναίκα αλλά και σαν ΑΝΘΡΩΠΟ......!

("Είμαι αμόρφωτη.......εκείνη είναι δασκάλα.....εγώ ένα τίποτα.....")

alt

Για ΕΚΕΙΝΗ λοιπόν,  η Μέρα που ξημερώνει δεν δείχνει να έχει τίποτα μα τίποτα ξεχωριστό.
Θα σηκωθεί πρώτη από όλους, θα ετοιμάσει το πρωινό για το σύζυγο και τα ...έξι παιδιά τους.
Θα φτιάξει τα ρούχα τους, θα τα ετοιμάσει, θα τους σερβίρει..........θα βρεθεί μετά μονάχη στον συνεχή ήχο της ραδιοφωνικής μετάδοσης της φασιστικής παράτας....Ο Χίτλερ έρχεται....ω τι μεγαλείο.


Θα βρεθεί να μαζεύει πιάτα εκεί φυλακισμένη στο μικροαστικό διαμέρισμά τους, να στρώνει κρεβάτια, να απλώνει μπουγάδα......

alt

Τίποτα δεν προμηνύει κάτι από τη γεύση μιας ΞΕΧΩΡΙΣΤΗΣ  ΜΕΡΑΣ ώσπου.............

Ώσπου η μέρα γίνεται πράγματι ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ  όταν συναντιέται συγκυριακά με ΕΚΕΙΝΟΝ...!

Ο GARBIELE  (MARCELLO MASTROIANNI)

Εκφωνητής Δημόσιου ραδιοφωνικού σταθμού, χαρακτηρισμένος αντιφασίστας, υπό διωγμό από το καθεστώς λόγω του "ανοίκειου" χαμηλού προφίλ του και της καλυμμένης του ιδιαιτερότητας, την οποία ο φασισμός αποκαλεί "ΑΝΩΜΑΛΙΑ", κάτι που δεν συνάδει με το μοντέλο ΑΝΤΡΑ ΕΠΙΒΗΤΟΡΑ των φασιστών.
Τρυφερός, ρομαντικός, διαβασμένος, με την ανάγκη να χαμογελάσει, να εκφραστεί...

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ τους είναι ο ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ για να μετατρέψει αυτήν ακριβώς τη μέρα, σε ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΜΕΡΑ για την ίδια τη ζωή τους.

Μια ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ που θα βάλει φωτιά ανάμεσα στο αληθινό και στο ψεύτικο.
Μια συνάντηση που θα εκφράσει ΜΥΧΙΟΥΣ ΠΟΘΟΥΣ, που θα ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΙ ΟΡΜΕΣ αλλά συνάμα μέσα από μια ΜΕΤΩΠΙΚΗ ΡΗΞΗ ανάμεσα στο στημένο "ΕΙΝΑΙ" της ANTONIETTA και στην αλήθεια του GABRIELE.

Η Κορύφωση της σύγκρουσης έχει διακύβευμα τον ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΟΘΟ......
την ΕΝΤΑΣΗ της ΣΤΙΓΜΙΑΙΑΣ ΗΔΟΝΗΣ.....την ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

"Πεδίο" μάχης και ρήξης αυτής της συνύπαρξης ο χώρος της ΤΑΡΑΤΣΑΣ της πολυκατοικίας και τα απλωμένα ρούχα....

Εκεί θα έχουμε τις αποκαλύψεις, το ΣΟΚ, τις συναισθηματικές αντιδράσεις, τις ολοκληρωτικές ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ.

Οι σκηνές είναι εκπληκτικές, γεμάτες ανθρώπινα αισθήματα, πλημμυρισμένες από πάθη, απωθημένα, ορμές και μια τελική και σιωπηρή γαλήνη



ΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΦΟΝΤΟ και η ΝΟΡΜΑ του ETTORE SCOLA

Εξαρετικά ΔΥΣΚΟΛΗ και ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗ η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ του μεγάλου δάσκαλου

Xώρος σχεδόν ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ. Κλειστά διαμερίσματα μιας δαιδαλώδους Πολυκατοικίας, σκάλες, ύψη.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

Κάδρα απόλυτα με μαθηματική ακρίβεια τοποθετημένα το ένα μετά το άλλο δίνοντας τεράστια ένταση στο δράμα.
Αίσθηση ΚΛΕΙΣΤΟΥ ΧΩΡΟΥ με σαφή τα στοιχεία της ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ και του ΓΚΕΤΟ.

Σκηνοθεσία ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, γεγονός σπάνιο για Κινηματογραφική ταινία. Το έχει κάνει και ο ΧΙΤΣΚΟΚ σε μία και μοναδική του ταινία ("Ο ΒΡΟΧΟΣ").
Η Πλοκή  εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή αυτό που βλέπουμε γίνεται την ίδια συγκεκριμένη ώρα
Τα χρώματα φυσικά είναι σκούρα, μουντά, με έντονο το στοιχείο του στρατιωτικού χακί, κάτι φυσικά καθόλου τυχαίο.

Και προσέξτε το ΠΟΥ και ΠΩΣ εξελίσσετται το δράμα:

Το διαμέρισμά της: η πρώτη γνωριμία και δράση

Το διαμέρισμά του:  η αντίθετη δράση και εξέλιξη

Η Ταράτσα με τα ρούχα:  Η Σύγκρουση και η σύνθεση

ΘΕΣΗ-ΑΝΤΙΘΕΣΗ-ΣΥΝΘΕΣΗ

 Ο Ορισμός του Διαλεκτικού Υλισμού πάνω στη δομή των γεγονότων

Όταν η ANTONIETTA επιστρέψει στο διαμέρισμά της, τίποτα δεν είναι το ίδιο όπως πριν μέσα της.....
Η Επιστροφή των λοιπών μελών της Οικογένειας από την φασιστική παράτα την βρίσκουν ΑΛΛΟ ΑΝΘΡΩΠΟ με ΑΛΛΑ ΒΙΩΜΑΤΑ και ΣΚΕΨΕΙΣ.

Το ΦΙΝΑΛΕ της ταινίας δείχνει ΜΑΥΡΟ και ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ.....χωρίς ίσως το αναμενόμενο κλασικό Happy End...
Αλλά εδώ μιλάμε για Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο, δεν μιλάμε για Αμερικανιά.
Ναι.....! αυτή την εικόνα δείχνει και αυτή τη γεύση αφήνει με την εξέλιξή του...

Οι φασίστες καραδοκούν, ο GABRIELE μένει μετέωρος.......

Παρ' όλα αυτά, παρά το επικρεμάμενο μαύρο φινάλε, στις δεύτερες ματιές αναδεικνύονται οι νίκες και οι υπερβάσεις.......

Η Διεκδίκηση της ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ, οι ΣΤΙΓΜΕΣ ΗΔΟΝΙΚΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ, το ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ των ΑΥΤΑΠΑΤΩΝ, η ΥΠΕΡΒΑΣΗ θεωρούμενων ρόλων

Και το μέγιστο και διαχρονικό μήνυμα αυτό για τη σύγκρουση του ανθρώπου με την ΑΡΧΟΥΣΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ και δη αυτή του ΦΑΣΙΣΜΟΥ που κραδαίνει τον εφιάλτη της επίκαιρα και πάλι.

Η ΑΡΧΟΥΣΑ ΙΔΕΛΟΓΙΑ που έρχεται μέσα από τα εργαλεία της: Κράτος, παιδεία, οικογένεια, θρησκεία να αλλοτριώνει κάθε φυσική και ανθρώπινη άποψη .

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Το έργο του ETTORE SCOLA είναι ΑΠΟΛΥΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ και στημένο για ΔΥΟ ΡΟΛΟΥΣ.
Κάτι δηλαδή έντονα ΘΕΑΤΡΙΚΟ

Δύο ρόλους που ο Κινηματογράφος είχε την ευλογία να τους ερμηνεύουν δύο ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ

SOPHIA LOREN & MARCELLO MASTROIANNI

συγκροτούν ένα δίδυμο που συγκλονίζει.
Μέσα πλέον στο απόγειο της ωριμότητάς τους. Τι άλλοι να ζητήσει κανείς
Απλοί, καθημερινοί, σχεδόν "βουβοί" και πνιγμένοι στις συναισθηματικές τους εκρήξεις
Mια μεγάλη Βαμπ του παγκόσμιου Κινηματογράφου, διαπιστώνει κανείς ότι τα "τρόπαια" της ποιότητάς της δεν κρύβονται ή βασίζονται σε ...αλαβάστρινες και χολυγουντιανές υποδομές.
Και ένας μέγιστος ηθοποιός που το καθάριο Μεσογειακό του στυλ του δίνει μια μοναδική γλυκύτητα στην έκφραση.

ΟΙ ΒΡΑΒΕΥΣΕΙΣ

13 ΔΙΕΘΝΗ ΒΡΑΒΕΙΑ και 2 ακόμα ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ

κοσμούν τη μεγάλη τούτη ταινία........

2 Υποψηφιότητες για OSCAR (Καλύτερης ξένης ταινίας & Α' Αντρικού ρόλου)
ΧΡΥΣΗ ΣΦΑΙΡΑ ΗΠΑ για καλύτερη ταινία
2 Βραβεία DAVID DI DONATELLO (Σκηνοθεσίας και Α' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ)
3 ΧΡΥΣΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ ΙΤΑΛΙΑΣ (Καλύτερη ταινία, Αντρικός και Γυναικείος ρόλος)
3 Βραβεία ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
Χρυσός Φοίνικας ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΝΕΤΙΑΣ καλύτερης σκηνοθεσίας 2014 restored film


Μια ξεχωριστή λοιπόν μέρα..........
στη ζωή δύο ανθρώπων.......

Μια ταινία που πραγματικά συγκλονίζει με τα θέματα και τις σκηνοθετικές της φόρμες...


Μια ξεχωριστή Μέρα που καραδοκεί στις ζωές όλων.......σαν θρυαλλίδα που αλλάζει τα πάντα απρόσμενα, ανατρεπτικά, καταλυτικά....


alt




     Una giornata particolare (1977) Italian trailer designed by Iginio Lardani
                                      ===================================




                                                    Una giornata particolare – La rumba

          ------------------------------------------------------------------------------------------

Αποτέλεσμα εικόνας για ceravamo tanto amati poster


Αποτέλεσμα εικόνας για Brutti, sporchi e cattivi poster

Brutti, sporchi e cattivi

Σκηνοθεσία
Έττορε Σκόλα

Σενάριο
Ρουτζέρο Μάκαρι, Έττορε Σκόλα

Πρωταγωνιστές
Νίνο Μανφρέντι

Μουσική
Αρμάντο Τροβαϊόλι

Φωτογραφία
Ντάριο ντι Πάλμα

Κυκλοφορία
1976

Διάρκεια
115 λεπτά

Προέλευση

Ιταλία


Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί

Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί είναι μια ταινία του 1976 σε σκηνοθεσία του Έττορε Σκόλα, με πρωταγωνιστή τον Νίνο Μανφρέντι.

Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκονται τα προάστια της Ρώμης με τις παράγκες τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε μια αδυσώπητη περιγραφή όλης της αθλιότητάς τους, ηθικής και υλικής.
Η ταινία κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο 29ο Φεστιβάλ των Καννών. Σύσσωμη η κριτική αναγνώρισε τη σπουδαία ερμηνεία του Νίνο Μανφρέντι, ο οποίος κατάφερε να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα του Τζατσίντο «με εξαιρετικό μέτρο και λεπτότητα».

Υπόθεση

Προάστια της Ρώμης, αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα: η καθημερινή ζωή μιας οικογένειας (περίπου είκοσι πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων γονείς, παιδιά, σύζυγοι, εραστές, εγγόνια και μια γιαγιά) εκτυλίσσεται μέσα στη φτώχεια μιας παραγκούπολης. Αρχηγός όλων είναι ο γέρος Τζατσίντο Ματσατέλα: με καταγωγή από την Απουλία (της οποίας την προφορά διατηρεί ακόμα), μονόφθαλμος, δεσποτικός και αναξιόπιστος, συμπεριφέρεται σε συγγενείς και γείτονες σαν να ήταν ζώα.

Η ταινία ξεκινά με την μικρότερη της οικογένειας, η οποία κάθε μέρα, τα χαράματα, σηκώνεται και πάει να γεμίσει κουβάδες με νερό για την οικογένεια και ενώ περιμένει παίζει κουτσό.
Σιγά σιγά ξυπνάν και τα μέλη της υπόλοιπης οικογένειας για να πάνε, όπως κάθε μέρα, να βγάλουν δυο δεκάρες, αν και λίγοι από αυτούς το κάνουν με έντιμο τρόπο.

Μεγάλη γιορτή για όλη την οικογένεια είναι η μέρα της πληρωμής της σύνταξης της γιαγιάς. Σαν μια άγρια φυλή, όλοι μαζί πηγαίνουν να την εισπράξουν, βάζοντας τα μικρότερα παιδιά να σπρώχνουν το καροτσάκι της ηλικιωμένης γυναίκας. Από τη στιγμή όμως που το χρήμα είναι στα χέρια τους, γίνεται η μοιρασιά και ο καθένας παίρνει το δρόμο του, αφήνοντας την ηλικιωμένη (η οποία πλέον είναι άχρηστη μέχρι την επόμενη σύνταξη) μόνη της με τα παιδιά στα οποία έχει ανατεθεί να την επιστρέψουν στο σπίτι.

Ο Τζατσίντο, από την πλευρά του, έχει ένα εκατομμύριο λιρέτες από μια αποζημίωση που πήρε από την ασφάλεια, επειδή είχε χάσει ένα μάτι από εργατικό ατύχημα. Συντηρεί με πολύ ζήλο αυτά τα χρήματα και έχει εμμονή με την ιδέα ότι οι συγγενείς του μπορεί να του τα κλέψουν, γι’ αυτό τα κρύβει συνεχώς σε διαφορετικά μέρη. Μια νύχτα, βασανιζόμενος από έναν εφιάλτη, στον οποίο βλέπει τους συγγενείς του να ξοδεύουν τα λεφτά του, ξυπνάει αλαφιασμένος και πάει να ελέγξει αν είναι στην κρυψώνα, αλλά δεν τα βρίσκει. Εξαγριωμένος, ξυπνάει όλη την οικογένεια και αρχίζει να ψάχνει το εκατομμύριο κάτω από τα στρώματα και όταν δεν το βρίσκει αρπάζει το δίκανο που έχει συνέχεια γεμισμένο, και απειλεί να σκοτώσει όλους τους παρευρισκόμενους, αν δεν του επιστρέψουν αμέσως τα χρήματα. Ένας από τους γιους δεν δίνει σημασία στις απειλές του και κάνει να φύγει, αλλά ο γέρος Τζατσίντο χωρίς να διστάσει τον πυροβολεί, τραυματίζοντάς τον στην ωμοπλάτη. Στην αστυνομία, όπου τον έχουν πάει, θυμάται ξαφνικά ότι τα χρήματα δεν τα βρήκε γιατί βρίσκονταν σε μια άλλη μυστική κρυψώνα. Προσπαθεί να τα καλύψει όλα με ένα γέλιο και ο επιθεωρητής, κουρασμένος να βρίσκεται συνέχεια μπροστά του αυτός ή κάποιος από την οικογένειά του, τον διώχνει προτείνοντάς του να σκοτώσει όλους τους συγγενείς του και μετά να κλειστεί για πάντα στη φυλακή.

Ο Τζατσίντο επανέρχεται δριμύτερος και μια μέρα ερωτεύεται μια εύσωμη ναπολετάνα πόρνη, την Ίζιντε, με την οποία αρχίζει να κατασπαταλάει τα χρήματά του και την οποία κουβαλάει στο σπίτι, εξοργίζοντας έτσι τη γυναίκα του. Αυτή, για να ξεπλύνει την προσβολή, οργανώνει την δολοφονία του Τζατσίντο σε συνεργασία με όλους τους συγγενείς, της μητέρας του συμπεριλαμβανομένης (αρχικά η γυναίκα εκλιπαρεί να μην σκοτώσουν τον γιο της, αλλά όταν της εξηγούν ότι θα τον σκοτώσουν για να του πάρουν τα λεφτά, αμέσως συμφωνεί κι αυτή). Το σχέδιο είναι απλό· οργανώνουν το τραπέζι για την βάφτιση ενός από τα εγγόνια του, στο οποίο αυτός και η πόρνη είναι οι τιμώμενοι καλεσμένοι· στο πιάτο του όμως έχουν βάλει άφθονο ποντικοφάρμακο. Όταν αντιλαμβάνεται τι γίνεται, καταφέρνει να τη γλυτώσει· χάρις σε μια τρόμπα ποδηλάτου με την οποία καταπίνει θαλασσινό νερό, καταφέρνει να κάνει εμετό το υπόλοιπο της μακαρονάδας και να σωθεί.

Αφού έχει πλέον ξαναβρεί τη φόρμα του, προκειμένου να αποκτήσει ένα παλιό κάμπριο πουλάει (εν αγνοία όλων) την παράγκα σε έναν άλλον «κυνηγημένο», ο οποίος εμφανίζεται μαζί με την οικογένειά του (πιο πολυάριθμη ακόμη και από εκείνη του Τζατσίντο), για να καταλάβει νόμιμα την κατοικία. Εν μέσω μιας συμπλοκής μεταξύ των δύο οικογενειών, καταφθάνει ο Τζατσίντο με το αυτοκίνητο και καταστρέφει κατά λάθος –λόγω απειρίας στην οδήγηση– την παράγκα.

Στο τέλος βλέπουμε συγκεντρωμένες τις δύο οικογένειες στην παράγκα που έχει εν τω μεταξύ επιδιορθωθεί και τον Τζατσίντο να απειλεί να διώξει τους πάντες αφού έχει βρει τα χρήματα, τα οποία θα τα ασφαλίσει δια παντός κλείνοντάς τα με γύψο στο χέρι του.

Η ταινία τελειώνει με την ίδια σχεδόν σκηνή που βλέπουμε στην αρχή, με το κοριτσάκι που πάει να γεμίσει τους κουβάδες με το νερό. Καθώς όμως παίζει κουτσό, φαίνεται τώρα σε προφίλ η κοιλιά της που έχει μεγαλώσει. Κάποιος, είτε από την οικογένειά της είτε ένας από τους καινούριους ενοίκους του σπιτιού, την έχει αφήσει έγκυο.

Κριτική

Λίγο μετά την έξοδο της ταινίας στους κινηματογράφους έγραφε ο Αλμπέρτο Μοράβια: «...σε αυτήν την αξιόλογη ταινία, η επιμονή στις αισχρές και αποκρουστικές φυσικές λεπτομέρειες θα μπορούσε να μας κάνει να μιλήσουμε χωρίς δισταγμό για έναν νέο αισθητισμό, σύμφωνο με τη σύγχρονη εποχή, που έρχεται να προστεθεί στους τόσους που δεν υπάρχουν πια: τον αισθητισμό του «βίαιου», του «βρώμικου» και του «κακού». Και οπωσδήποτε είμαστε σε ένα περιβάλλον μάλλον απαθούς παρατήρησης, παρά δραματικής παρέμβασης».

Πού γυρίστηκε


Η ταινία είναι γυρισμένη σχεδόν αποκλειστικά στη Ρώμη, στην περιοχή του Μόντε Τσότσι, (από την ονομασία της εξοχικής κατοικίας της οικογένειας Τσότσι, ακριβώς μετά την Γεωπονική Σχολή της οδού Ντομίτσια Λουτσίλα)· έτσι εξηγείται και η θέα προς τον τρούλο του Αγίου Πέτρου και την οδό Ολύμπικα. Η περιοχή, μέχρι το 1977, ήταν στην κυριολεξία κατειλημένη από παράγκες γεμάτες από «ξεστρατισμένους» και εργάτες που εργάζονταν στα εργοτάξια των οδών Μπάλντο ντέλι Ουμπάλντι και Μποτσέα. Στη σκηνή κατά την οποία η γιαγιά πάει να πάρει την σύνταξή της, διακρίνεται καθαρά το γνωστό Μέγαρο του Ταχυδρομείου του Ανταλμπέρτο Λίμπερα στην οδό Μαρμοράτα, σκηνικό που δεν μπορεί να γίνει εύκολα πιστευτό μιας και πρόκειται για μια περιοχή της Ρώμης που απέχει πολύ από το Τριομφάλε.



                                                      Brutti, sporchi e cattivi - Trailer

            ==========================================


Έφυγε ο μεγάλος χιουμορίστας του ιταλικού κινηματογράφου, Έτορε Σκόλα


Wednesday, 20 January 2016

Αναρτήθηκε από  Νίνος Φένεκ Μικελίδης


Αγαπητός φίλος του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και τιμώμενο πρόσωπο στο 13ο Πανόραμα του 2000, ο διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης Έτορε Σκόλα πέθανε χθες Τρίτη σε ηλικία 84 ετών.

Νοσηλευόταν σε πολυκλινική της Ρώμης, όπου βρισκόταν σε κώμα από την περασμένη Κυριακή, έχοντας εισαχθεί για εγχείρηση καρδιάς.

Σκηνοθέτης σατιρικών κωμωδιών, στο στιλ αυτό που χαρακτηρίστηκε "κομέντια αλά ιταλιάνα", αλλά και ταινιών που αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της σύγχρονης ιταλικής κωμωδίας (γι' αυτό και τον αποκάλεσαν "στρατευμένο" σκηνοθέτη), ο Έτορε Σκόλα παραμένει από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του σύγχρονου ιταλικού κινηματογράφου των τελευταίων 40 χρόνων.

Γεννημένος στο Τρεβίκο της Ιταλίας στις 10 Μαϊου του 1931, ο Σκόλα μετακόμισε από μικρός μαζί με την οικογένειά του στη Ρώμη, όπου σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Ρώμης πριν αρχίσει την καριέρα του γράφοντας χιουμοριστικά κείμενα σε λαϊκής κατανάλωσης περιοδικά.

Το 1953 κάνει τελικά την είσοδό του στον κινηματογράφο ως σεναριογράφος, σε ταινίες του Ντίνο Ρίζι, ενός από τους εξέχοντες δημιουργούς της κομέντια αλά ιταλιάνα ("Ο φανφαρόνος", "Τα τέρατα"), του Αντόνιο Πιετράντζελι ("Ένας υπέροχος κερατάς", "Φαντάσματα στη Ρώμη") και άλλων.

Στη σκηνοθεσία θα στραφεί το 1964, για να γυρίσει, μέχρι το θάνατό του, συνολικά 41 ταινίες. Αρχικά κάνει στροφή στις κωμωδίες με σατιρικές πάντα αιχμές: "Μίστερ Σαμπατίνι: το μεγάλο σαφάρι" (1968), "Επιθεωρητής τμήματος ηθών" (1969), κ.ά.

«Πιστεύω ακράδαντα», θα πει ο ίδιος, «σ' ένα λαϊκό κινηματογράφο, λαϊκό με την έννοια ότι απευθύνεται άμεσα στο κοινό, που ερμηνεύει τις ιδέες του και που συνεχίζει το διάλογο και τις απόψεις στο εσωτερικό της αφήγησης. Δηλαδή αναζητώ με τις ταινίες μου να φτιάξω ένα θέαμα που να μπορεί ν' αγγίζει ένα όσο το δυνατό πιο μεγάλο κοινό. Αλλά έχω πειστεί ότι το χιούμορ είναι ένα από τα στοιχεία της βάσης του θεάματος. Το χιούμορ περιέχει ένα σίγουρο συστατικό, δηλαδή να μην είναι ποτέ αντιδραστικό. Το χιούμορ είναι πάντα εναντίον κάποιου πράγματος, δεν το αγαπά ποτέ η εξουσία, κανενός τύπου εξουσία. Δεν υπάρχει χιούμορ κυβερνητικό. Το χιούμορ έχει τη δύναμη της δικής του αμφισβήτησης. Με αυτή την έννοια είναι προοδευτικό».

Είναι από ταινίες, όπως το "Δράμα ζηλοτυπίας" (1970), που ο Σκόλα αρχίζει να αποκτά μια πιο συγκεκριμένη κοινωνική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να καταφέρει μέσα από ένα καθημερινό, εκχυδαϊσμένο, λαϊκό δράμα να συλλάβει, με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, την αυθεντικότητα των χαρακτήρων, αλλά και της συγκεκριμένης κοινωνικής τους τάξης. Το ίδιο και με τις επόμενες δ;yο ταινίες του: "Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί" (1976), σάτιρα της φτώχειας δοσμένο μ' έναn γκροτέσκο τρόπο, μέσα από την ιστορία ενός περιθωριακού και της οικογένειάς του, ταινία για την οποία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Κανών, και "Μια ξεχωριστή μέρα" (1977), πικρό, δηκτικό σχόλιο πάνω στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, μέσα από την αλληγορική συνάντηση της φτωχής γυναικούλας τής Σοφίας Λόρεν και του ομοφυλόφιλου δημοσιογράφου τού Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – η ταινία κέρδισε Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας και ήταν υποψήφια για το ξενόγλωσσο Οσκαρ.

Ακόμη και σε ιστορικά έπη, όπως "Η νύχτα της Βαρέν" (1982), ο Σκόλα προσπάθησε, μέσα από μια ιστορία με φόντο τη Γαλλική Επανάσταση, να δώσει μια εικόνα του αντίκτυπου και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η πολιτική στα διάφορα άτομα. Στην περίοδο αυτή, ο Σκόλα σκηνοθετεί όχι μόνο δύο από τις καλύτερες κωμωδίες του, αλλά και της περιόδου του ιταλικού κινηματογράφου, "Αγαπηθήκαμε τόσο" (1974) και "Η ταράτσα" (1980), ταινίες που έγραψε μαζί με δύο από τους καλύτερους σεναριογράφους της ιταλικής κωμωδίας: τους Ατζε και Σκαρπέλι.

Στο "Αγαπηθήκαμε τόσο" (1974), που δυστυχώς δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα γιατί ο διανομέας φοβήθηκε ότι το… μαυρόασπρο φιλμ δεν θα τραβούσε το κοινό (!), ο Σκόλα φτιάχνει ένα αφιέρωμα στο έργο του Βιτόριο Ντε Σίκα, διεισδύοντας ταυτόχρονα με ξεχωριστή οξυδέρκεια αλλά και ειρωνική ματιά στην τριαντάχρονη πολιτική ιστορία της Ιταλίας (1944-1974) μέσα από την ιστορία τριών φίλων (ενός αστού, ενός προλετάριου κι ενός διανοούμενου), βετεράνων της Αντίστασης, που θέλουν ν' αλλάξουν τον κόσμο, αλλά που τελικά ο κόσμος τους αλλάζει.

Με το ίδιο λεπτό χιούμορ αλλά και την οξυδερκή διεισδυτικότητα αντιμετώπισε ο Σκόλα την ταινία του "Η ταράτσα". Μια πικρή, ταυτόχρονα νοσταλγική, πάντα απολαυστική κωμωδία, γύρω από τις απογοητεύσεις μιας ομάδας ανθρώπων, βασικά διανοούμενων (πολιτικών, δημοσιογράφων, συγγραφέων και ανθρώπου του θεάματος) που έχουν φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή της ηλικίας τους. Μια διαυγής ματιά πάνω σε μια κοινωνία ανθρώπων που βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ματιά που συναντάμε σχεδόν σ' όλες τις ταινίες του δημιουργού αυτού.

«Ήταν ένας μάστορας της οθόνης, με μια ικανότητα τόσο απίθανη όσο και ευκρινή στον τρόπο με τον οποίο ερμήνευε την Ιταλία, την κοινωνία της και τις αλλαγές που πέρασε», ανάφερε ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, μόλις πληροφορήθηκε το θάνατό του σκηνοθέτη, για να προσθέσει στο twitter πως «ο θάνατός του άφησε ένα τεράστιο κενό στην ιταλική κουλτούρα».


         ==============================================




Οκτώβριος του 2015, μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του Σκόλα, στο 10ο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Ρώμης
Photo by Vittorio Zunino Celotto/Getty Images/Ideal Images


Ένας από τους τελευταίους… μεγάλους του ιταλικού σινεμά δεν βρίσκεται στη ζωή. Ποιος ήταν ο 84χρονος σκηνοθέτης και ποια η παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του.

PROTAGON TEAM

20 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016


Σχεδόν 40 ταινίες σε 40 χρόνια. Καθόλου άσχημα, έτσι; Ή, όπως θα έλεγαν και οι Ιταλοί, «non è affatto male».

Ο Έτορε Σκόλα δεν είναι πια στη ζωή. Ο Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος άφησε την τελευταία του πνοή στα 84 του χρόνια, αργά το βράδυ της Τρίτης.
Ο Σκόλα θεωρείτο ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του ιταλικού κινηματογράφου και ένας από τους τελευταίους εν ζωή εκφραστές της αίγλης του παρελθόντος για τις τέχνες, στη γειτονική μας χώρα.

Κι όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, το κερασάκι στην τούρτα της λαμπρής του καριέρας δεν ήταν άλλο από τις διακρίσεις. Για την ακρίβεια, πολλά κερασάκια, μιας κι αυτές δεν ήταν λίγες. Κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης ταινίας, το 1978, για την υπέροχη «Μια Ξεχωριστή Μέρα»και είχε άλλες πέντε υποψηφιότητες για τα Βραβεία Όσκαρ.

Γεννημένος το δέκατο πρωινό του Μαΐου, το 1931, στο Τρεβίκο της Καμπανίας, ο Σκόλα μπήκε στα 22 του στον χώρο του κινηματογράφου. Η αρχική του απασχόληση ήταν πάνω στη συγγραφή τμημάτων σεναρίων, ποτέ –όμως- δεν έγραψε ολόκληρο σενάριο, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα. Πρέπει να περάσουν 11 χρόνια για να σκηνοθετήσει την πρώτη του ταινία κι αυτό γίνεται το 1964 με το «Let’s Talk About Women».

Τα χρόνια περνούν κι ο Σκόλα κερδίζει σταδιακά έδαφος, έδαφος στο πεδίο της αναγνώρισης. Το 1974 κάνει την πρώτη του μεγάλη επιτυχία στο διεθνές στερέωμα, με το «We All Loved Each Other So Much», το οποίο μιλά για την μετά Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πολιτική σκηνή της Ιταλίας. Η ταινία αποσπά το Χρυσό Βραβείο στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας και αποτελεί την καλύτερη προπόνηση γι αυτό που θα ακολουθήσει. Δύο χρόνια μετά έρχεται διάκριση για την ταινία «Brutti, sporchi e cattivi», στο Φεστιβάλ Καννών και το 1978 το παγκόσμιο κοινό υποκλίνεται στον Σκόλα για το «Μια Ξεχωριστή Μέρα» («Una Giornata Particolare») το οποίο είχε κυκλοφορήσει έναν χρόνο νωρίτερα. Η Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας είναι δική του, όπως και η παντοτινή συμπάθεια της Σοφίας Λόρεν και του Μαρτσέλο Μαστροϊάνι, οι οποίοι πρωταγωνιστούν σε έναν έργο-ύμνο στη διαφορετικότητα και καταπέλτη κατά του φασισμού που κρύβουν οι κοινωνίες μέσα τους.

Όμως, η πορεία του Σκόλα δεν σταματά εκεί. Οι ταινίες του συνεχίζουν να γίνονται εμπορικές επιτυχίες και τα σχόλια στον Τύπο για τη δουλειά του είναι κολακευτικά. Ειδικά για τα «That Night in Varennes», «What Time Is It?» και «Captain Fracassa’s Journey».

Ήταν μια γεμάτη καριέρα, ήταν μια καριέρα γεμάτη σεμνότητα και πολιτιστικό πλούτο.
Ο Σκόλα άφησε την τελευταία του πνοή σε πολυκλινική της Ρώμης. Για τη μεγάλη αυτή απώλεια έγραψε στο twitter -μεταξύ άλλων- ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι, ο οποίος είπε ότι ο θάνατος του «μαέστρου» Σκόλα «αφήνει ένα τεράστιο κενό στον ιταλικό Πολιτισμό».


Από την πλευρά του ο Ντάριο Φραντσεσκίνι ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού της Ιταλίας, αποχαιρέτησε – επίσης μέσω twitter – «έναν σπουδαίο δάσκαλο, έναν εκπληκτικό άνθρωπο που έμεινε νέος μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του».


È morto Ettore Scola, addio al maestro del cinema italiano

È morto Ettore Scola, addio al maestro del cinema italiano ( la Republicca )

Lutto nel cinema: è morto Ettore Scola
Il regista aveva 84 anni. Tra i suoi film più noti C’eravamo tanti amati e La famiglia


( LA STAMPA )








                  =====================================


«Πόσο παράξενο να σε λένε Φεντερίκο». Ο Έτορε Σκόλα αποτίει φόρο τιμής στον Φελίνι

 26 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013  /  Γιώργος Κρασσακόπουλος


Πέρασαν είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Ιταλού δημιουργού και ο φίλος και συνάδελφός του, ετοιμάζει γι αυτόν μια ταινία απόλυτα προσωπική.




Πρόκειται για την πρώτη ταινία του Σκόλα εδώ και δέκα χρόνια και πρόκειται να ένα ιδιότυπο ντοκιμαντέρ, με αρχειακό υλικό από την ζωή και τη δουλειά του Φελίνι αλλά και με σκηνές που θα αναπαριστούν στιγμές από την ζωή του, όπως τις βίωσε και τις θυμάται ο Σκόλα.

«Δεν είμαι σίγουρος τι θα βγει από αυτό είμαι εξίσου περίεργος όσο κι εσείς να το ανακαλύψω. Οι προθέσεις μου και τα συναισθήματά μου είναι δεδομένα αλλά η ταινία δεν είναι έτοιμη ακόμη» λέει ο σκηνοθέτης για το «Che Strano Chiamarsi Federico!» που πρόκειται να βγει στις αίθουσες της Ιταλίας το φθινόπωρο, αφού όπως όλα δείχνουν περάσει πρώτα από το φεστιβάλ Βενετίας.


Ο Σκόλα κι ο Φελίνι συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1947 στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού Marc’ Aurelio με το οποίο συνεργάζονταν και οι δύο. Η ταινία του Σκόλα θα ακολουθήσει την ζωή του Φελίνι από εκείνη την περίοδο και μέχρι τον θάνατό του τον Οκτώβρη του 1993 και θα περιλαμβάνει σαν χαρακτήρες όλους τους ανθρώπους που είχαν έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

2

Η ταινία αναβιώνει επίσης τοποθεσίες οι οποίες σημάδεψαν την καθημερινότητα του σκηνοθέτη, όπως τα γραφεία του Marc’ Aurelio, ή το μπαρ Cinquecento Square στο οποίο ο Σκόλα κι ο Φελίνι περνούσαν ατελείωτες ώρες κουβεντιάζοντας και κρατά ένα «ρόλο» για την μαύρη Lincoln με την οποία γύριζαν στους δρόμους της Ρώμης τη νύχτα.


Το «Che Strano Chiamarsi Federico!» θα είναι και η πρώτη ταινία που γυρίζει ο Σκόλα από το 2011 όταν έκανε το «Gente di Roma» ένα ψευδοντοκιμαντέρ για την αιώνια πόλη την νύχτα. «Εδώ και δέκα χρόνια δεν ήθελα να κάνω σινεμά για μια σειρά από ψυχολογικούς λόγους» λέει. «Είχα χάσει την πίστη μου στις αρχές που με οδηγούσαν όλα αυτά τα χρόνια όπως και την επιθυμία μου να κάνω ταινίες. Αλλά αυτή η ταινία δεν μοιάζει με καμιά από τις προηγούμενες. Αποφάσισα να την κάνω γιατί δεν είναι ούτε μυθοπλασία, ούτε ντοκιμαντέρ».

2


«Οι στιγμές, τα μέρη, οι αναμνήσεις δεν θα ξετυλίγονται με χρονολογική σειρά, αλλά με τρόπο που να αναδίδουν τις αισθήσεις και τα συναισθήματα της πενηντάχρονης φιλίας μου με τον Φεντερίκο» λέει ο Σκόλα. «Δεν ήθελα να κάνω μια ανθολογία των έργων του, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του. Δεν ήθελα να τον θυμηθώ έτσι. Ήθελα ακόμη κι όσοι δεν έχουν δει ποτέ ούτε ένα καρέ από το έργο του, να μπορέσουν να μπουν στον κόσμο που δημιούργησε, να καταλάβουν τον τρόπο με τον οποίο έκανε τον κόσμο πιο ανεκτό, πιο όμορφο».

                ==============================================


Έτορε Σκόλα


Έτορε Σκόλα
1931 – 2016


Ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου με σημαντικό έργο τη δεκαετία του '70.

Ο Έτορε Σκόλα (Ettore Scola) γεννήθηκε στις 10 Μαίου 1931 στο Τρέβικο της Καμπανίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος. Συνέχισε ως σεναριογράφος κωμωδιών («Φαντάσματα στην Ρώμη», «Φανφαρόνος» κ.ά.) για να μεταπηδήσει στη σκηνοθεσία το 1964 με τη σπονδυλωτή κωμωδία «Se permette parliamo di donne» («Αν μας επιτρέπετε μιλάμε για γυναίκες»).

Γνωστός έγινε το 1970 με την κομεντί «Δράμα ζηλοτυπίας» («Dramma della gelosia») με τους Μαρτσέλο Μαστροϊιάνι, Μόνικα Βίτι και Τζιανκάρλο Τζιανίνι και καθιερώθηκε το 1974 με την κωμωδία «C’ eravamo tanto amati» («Είχαμε αγαπηθεί τόσο») με πρωταγωνιστές τη Στεφάνια Σαντρέλι, τον Νίνο Μανφρέντι και τον Βιτόριο Γκάσμαν. Ακολουθεί το δράμα «Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί» («Brutti, sporchi e cattivi»), με την οποία θα κερδίσει βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες το 1976. Η ταινία παρουσιάζει την ανθρώπινη και υλική μιζέρια σε μία παραγκούπολη της Ρώμης, στις αρχές της δεκαετίας του '70.

Tο 1977 γυρίζει το δράμα «Μια ξεχωριστή μέρα» («Una giornata particolare»), με τους Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Σοφία Λόρεν, που διακρίνεται για την εξαιρετική της λεπτότητα και κερδίζει «Χρυσή Σφαίρα» καλύτερης ξένης ταινίας και υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, μία από τις πέντε της καριέρας του.

Στη συνέχεια καταπιάνεται με διάφορα θέματα: την κοινωνική σάτιρα στην «Ταράτσα» (« La terrazza, 1979), το μελόδραμα στο «Passione d' amore» (Ερωτικό Πάθος, 1981)» και την ιστορική αλληγορία στη «Νύχτα της Βαρέν» (La nuit de Varennes, 1982). Tο 1983 γυρίζει το μιούζικαλ «Ο χορός» («Le bal»), το 1985 την κωμωδία «Μακαρόνι» («Maccheroni«) με τον Τζακ Λέμον και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και το 1987 το δράμα «Η οικογένεια» («La famiglia»), με πρωταγωνιστή τον Βιτόριο Γκάσμαν. Το 2013 γύρισε το ντοκιμαντέρ «Che strano chiamarsi Federico» («Τι παράξενο όνομα ήταν το Φεντερίκο»), αφιερωμένο στο φίλο του και μέγα σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελίνι.


Ο Έτορε Σκόλα δεν είχε κρύψει τις αριστερές του ιδέες και είχε συμμετάσχει στην «σκιώδη κυβέρνηση» του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 1989, με τομέα αρμοδιότητας την πολιτιστική κληρονομιά. Πέθανε σε νοσοκομείο της Ρώμης στις 19 Ιανουαρίου 2016, σε ηλικία 84 ετών. Από τον γάμο του με τη σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Τζιλιόλα Σκόλα είχε αποκτήσει δύο κόρες, τη σκηνοθέτιδα και συγγραφέα Πάολα Σκόλα και τη συγγραφέα Σίλβια Σκόλα.

         ==============================================


ΠΗΓΕΣ












          ========================================



C'ERAVAMO TANTO AMATI (We All Loved Each Other So Much)                                                            Trailer
                                                                

==============================================

Ettore Scola



Ettore Scola (Trevico, 10 maggio 1931 – Roma, 19 gennaio 2016) è stato un regista cinematografico e sceneggiatore italiano. Importante icona del cinema nazionale, è noto soprattutto per aver diretto film come C'eravamo tanto amati (1974), Brutti, sporchi e cattivi (1976), Una giornata particolare (1977), La terrazza (1980) e La famiglia (1987).


Biografia

Nato a Trevico (AV) il 10 maggio del 1931, poco dopo la nascita si trasferisce con la famiglia a Roma, nel rione Esquilino, dove cresce e frequenta il Liceo classico Pilo Albertelli. Appena quindicenne disegnava vignette che portava alle riviste umoristiche Marc'Aurelio e Il travaso delle idee. Mentre è ancora studente della facolta di Giurisprudenza presso l'Università di Roma fu giovane collaboratore dello stesso Marc'Aurelio. Dall'inizio degli anni cinquanta comincia a scrivere sceneggiature di commedie all'italiana, spesso in coppia con Ruggero Maccari. Dalla fine degli anni Quaranta collabora con i testi a diverse trasmissioni di varietà sia radiofonici che televisivi della RAI, tra l'altro è coautore dei testi delle scenette settimanali interpretate da Alberto Sordi tra cui il Conte Claro e Mario Pio.

Esordisce alla regia nel 1964, ma il suo primo grande successo lo conseguirà quattro anni dopo dirigendo Alberto Sordi, Nino Manfredi e Bernard Blier in Riusciranno i nostri eroi a ritrovare l'amico misteriosamente scomparso in Africa? (1968): con Sordi lavorerà solo altre tre volte, vale a dire in un paio di episodi del collettivo I nuovi mostri (1977) e nei film La più bella serata della mia vita (1972) e Romanzo di un giovane povero (1995). Il commissario Pepe (1969) e Dramma della gelosia - Tutti i particolari in cronaca (1970) traghettano Scola nel decennio più importante della sua carriera. Nel 1974 dirige infatti il suo capolavoro, C'eravamo tanto amati, che ripercorre un trentennio di storia italiana attraverso le vicende di tre amici: l'avvocato Gianni Perego (Vittorio Gassman), il portantino Antonio (Nino Manfredi) e l'intellettuale Nicola (Stefano Satta Flores), i primi due innamorati di Luciana (Stefania Sandrelli). Nel film, dedicato a Vittorio De Sica, compaiono anche Marcello Mastroianni, Federico Fellini e Mike Bongiorno nella parte di se stessi, oltre ad Aldo ed Elena Fabrizi e Giovanna Ralli.

 
Ettore Scola (1983)

Ormai Scola è un maestro del cinema italiano e un regista di fama internazionale che realizza film come Brutti, sporchi e cattivi (1976), grottesca commedia delle borgate romane con Nino Manfredi, e la storia semplice e poetica di Una giornata particolare (1977), con Marcello Mastroianni e Sophia Loren, invecchiata, per il ruolo, dal suo grande amico Francesco Freda. Nel 1980 il regista tira le somme della commedia all'italiana ne La terrazza, amaro bilancio di un gruppo di intellettuali di sinistra in crisi, con Ugo Tognazzi, Vittorio Gassman, Jean-Louis Trintignant e Marcello Mastroianni. Nel 1981, lontano dal cinema sociale, il regista confeziona una rigorosa versione cinematografica di un capolavoro della letteratura ottocentesca con Passione d'amore, tratto dal romanzo di Tarchetti Fosca, con una strepitosa Valeria D'Obici nella parte della protagonista. Nel 1982 affronta la Rivoluzione francese in Il mondo nuovo (1982), in cui Mastroianni impersona Giacomo Casanova.

 
Scola con Massimo Troisi e Marcello Mastroianni sul set del film Che ora è?

Scola riceve un'ottima accoglienza di critica e pubblico quando dirige La famiglia (1987), commedia che ripercorre 80 anni di storia (1906-1986) attraverso la saga di una famiglia con l'interpretazione di Vittorio Gassman, Stefania Sandrelli e Fanny Ardant. Altri due titoli di un certo rilievo sono Splendor (1988) e Che ora è? (1989), entrambi con Mastroianni e Massimo Troisi. Nel 1998 gira La cena, sempre con Gassman, la Ardant e la Sandrelli, nel 2001 Concorrenza sleale, con Diego Abatantuono, Sergio Castellitto e Gérard Depardieu, e nel 2003 il semidocumentaristico Gente di Roma. Dieci anni dopo torna inaspettatamente per l'ultima volta dietro la macchina da presa per dirigere il documentario Che strano chiamarsi Federico, dedicato a Federico Fellini nel ventennale della scomparsa, con il quale partecipa fuori concorso alla Mostra del Cinema di Venezia.

Dopo aver ricevuto nel 2009 il Premio Federico Fellini 8 1/2 per l'eccellenza artistica al Bif&st di Bari, ne è stato nominato presidente su proposta del Direttore artistico Felice Laudadio (Bari, 22-29 gennaio 2011); nel maggio dello stesso anno riceve il David di Donatello alla carriera in occasione dei suoi 80 anni. Ettore Scola è sposato con la sceneggiatrice e regista Gigliola Scola. Non ha mai nascosto le sue simpatie politiche orientate verso la sinistra e ha fatto parte del governo ombra del Partito Comunista Italiano nel 1989 con delega ai Beni Culturali.

Nel corso della sua carriera ha vinto sei David di Donatello e ha ricevuto quattro nomination al Premio Oscar per il miglior film straniero: nel 1977 per Una giornata particolare, nel 1978 per I nuovi mostri, nel 1983 per Ballando ballando e nel 1987 per La famiglia.

 
Il logo della mostra "Piacere, Ettore Scola" disegnato da Antonio Mele

Nel 2014 è stata realizzata la prima grande mostra monografica dal titolo Piacere, Ettore Scola a cura di Marco Dionisi e Nevio De Pascalis per Cultitaly. Dedicata a Bruna Bellonzi, giornalista moglie di Sandro Curzi, il progetto è stato presentato in anteprima nazionale in Irpinia, terra natale del regista, nella cornice dell'Abbazia del Goleto nel comune di Sant'Angelo dei Lombardi.

Ha fatto parte del comitato scientifico della Scuola d'arte cinematografica Gian Maria Volonté: una scuola pubblica e gratuita, istituita dalla Provincia di Roma nel 2011, che rappresenta oggi un polo formativo di riconosciuta eccellenza per le professioni del cinema .

Muore nella serata del 19 gennaio 2016 a Roma, nel reparto di cardiochirurgia del Policlinico, dove era ricoverato.

Al Marc'Aurelio

L'itinerario creativo di Ettore Scola ha inizio alla fine degli anni '40 con le prime collaborazioni al settimanale umoristico Marc'Aurelio; un'esperienza di grande importanza per l'acquisizione di specifiche capacità espressive, attraverso la vignetta e la caricatura e per l'affinamento di un metodo di scrittura basato sulla sintesi del bozzetto, sulla caratterizzazione "a tipage" dei personaggi.

Ettore Scola ha, fin dall'infanzia, una particolare predisposizione verso il disegno caricaturale e la vignetta. Abbozza caricature un po' dovunque, con l'unica finalità del divertimento e i suoi interessi verso la storia e/o gli autori della letteratura si traducono immancabilmente in immagini umoristiche, come testimoniano le tante figurine ritratte in atteggiamenti e tic fra i più disparati, schizzate nelle parti bianche dei superstiti libri di scuola.

Queste prime cellule grafiche contengono, in nuce, l'humour di Scola e caratterizzerà tanta parte della sua produzione.

Proprio nel suo ultimo film, Che strano chiamarsi Federico, Scola ricostruirà la redazione del Marc'Aurelio, mettendo in scena i suoi stessi ricordi, mostrando al lavoro assieme a lui personalità come Age & Scarpelli, Steno, Ruggero Maccari, Giovanni Mosca, Vittorio Metz, nonché Federico Fellini.

Riconoscimenti

Premi cinematografici

Festival di Cannes

1976: miglior regia - Brutti, sporchi e cattivi

David di Donatello

1978: miglior regia
1983: miglior sceneggiatura
1984: miglior film
1984: miglior regia
1987: miglior film
1987: miglior regia
1987: miglior sceneggiatura
2011: David alla carriera

Festival cinematografico internazionale di Mosca

1975: Gran Premio per C'eravamo tanto amati

Efebo d'oro Premio Internazionale Cinema-Narrativa

1981 per il film Passione d'amore tratto dal romanzo Fosca di Iginio Ugo Tarchetti
1991 per il film Il viaggio di Capitan Fracassa tratto dal romanzo di Théophile Gautier

Torino Film Festival

2012: Gran Premio Torino (restituisce il premio in segno di solidarietà verso i lavoratori precari operanti presso il Museo nazionale del Cinema)

Premio Oscar

1978: nomination Oscar al miglior film straniero per Una giornata particolare
1979: nomination Oscar al miglior film straniero per I nuovi mostri
1984: nomination Oscar al miglior film straniero per Ballando ballando (Algeria)
1988: nomination Oscar al miglior film straniero per La famiglia

Biennale di Venezia

2013: Premio Jaeger-leCoultre Glory to the Filmmaker per Che strano chiamarsi Federico

Onorificenze

File:ITA OMRI 2001 GC BAR.svg
Cavaliere di gran croce dell'Ordine al merito della Repubblica italiana 
«Di iniziativa del Presidente della Repubblica»
— Roma, 28 maggio 2003

File:Commendatore OMRI BAR.svg
Commendatore dell'Ordine al merito della Repubblica italiana 
— 2 giugno 1995

File:BenemeritiCultura1.png
Medaglia d'oro ai benemeriti della cultura e dell'arte - nastrino per uniforme ordinaria        

«Per la particolarità del suo cinema che è quella di lasciare degli spazi al pubblico, spazi di riflessione autonoma nei quali ognuno può trovare se stesso, i propri sogni, impulsi, desideri, delusioni. È considerato uno dei massimi registi italiani, per molti un maestro»
— Roma, 21 febbraio 2001

Cittadinanza Onoraria conferita dal Comune di Viareggio il 21/11/2013

Filmografia

Regista

Se permettete parliamo di donne (1964)
La congiuntura (1964)
Thrilling (1965) - episodio Il vittimista
L'arcidiavolo (1966)
Riusciranno i nostri eroi a ritrovare l'amico misteriosamente scomparso in Africa? (1968)
Il commissario Pepe (1969)
Dramma della gelosia - Tutti i particolari in cronaca (1970)
Permette? Rocco Papaleo (1971)
La più bella serata della mia vita (1972)
Festival dell'Unità 1972 (1972) - cortometraggio documentaristico
Trevico-Torino - Viaggio nel Fiat-Nam (1973)
Festival Unità (1973) - documentario
C'eravamo tanto amati (1974)
Carosello per la campagna referendaria sul divorzio (1975) - cortometraggio documentaristico
Brutti, sporchi e cattivi (1976)
Signore e signori, buonanotte (1976)
Una giornata particolare (1977)
I nuovi mostri (1977) - episodi L'uccellino della Val Padana, Il sospetto, Hostaria, Come una regina, Cittadino esemplare, Sequestro di persona cara ed Elogio funebre
La terrazza (1980)
Passione d'amore (1981)
Il mondo nuovo (La Nuit de Varennes) (1982)
Vorrei che volo (1982) - documentario
Ballando ballando (1983)
L'addio a Enrico Berlinguer (1984) - documentario collettivo
Maccheroni (1985)
La famiglia (1987)
Imago urbis (1987) - documentario collettivo
Splendor (1989)
Che ora è? (1989)
Il viaggio di Capitan Fracassa (1990)
Mario, Maria e Mario (1993)
Romanzo di un giovane povero (1995)
Roma 12 novembre 1994 (1995) - cortometraggio documentaristico a firma collettiva
I corti italiani (1997) - episodio 1943-1997
1943-1997 (1997) - cortometraggio
La cena (1998)
Concorrenza sleale (2001)
Un altro mondo è possibile (2001) - documentario collettivo
La primavera del 2002 - L'Italia protesta, l'Italia si ferma (2002) - video documentario collettivo
Lettere dalla Palestina (2003) - documentario collettivo
Gente di Roma (2003)
Che strano chiamarsi Federico (2013)
Sceneggiatore[modifica | modifica wikitesto]
Fermi tutti... arrivo io! (1953)
Canzoni, canzoni, canzoni (1953)
Due notti con Cleopatra (1954)
Amori di mezzo secolo (1954) - episodi Girandola 1910 e Dopoguerra 1920
Gran varietà (1954)
Canzoni di mezzo secolo (1954)
Accadde al commissariato (1954)
Una parigina a Roma (1954)
Un americano a Roma (1954)
Ridere! Ridere! Ridere! (1954)
Buonanotte... avvocato! (1955)
Accadde al penitenziario (1955)
I pappagalli (1955)
Lo scapolo (1955)
Rosso e nero (1955)
Guardia, guardia scelta, brigadiere e maresciallo (1956)
I giorni più belli (1956)
Mi permette, babbo! (1956)
Il conte Max (1957)
Non sono più guaglione (1958)
Nata di marzo (1958)
Il marito (1958)
Totò nella luna (1958)
Primo amore (1959)
Nel blu dipinto di blu (1959)
Il mattatore (1960)
Adua e le compagne (1960)
Le pillole di Ercole (1960)
Fantasmi a Roma (1961)
Il carabiniere a cavallo (1961)
Anni ruggenti (1962)
Il sorpasso (1962)
La marcia su Roma (1962)
L'amore difficile (1962) - episodio Le donne, L'avaro e L'avventura di un soldato
La parmigiana (1963)
Il successo (1963)
I mostri (1963)
Follie d'estate (1963)
I cuori infranti (1963) - episodio E vissero felici
La visita (1964)
Alta infedeltà (1964)
Se permettete parliamo di donne (1964)
Il gaucho (1964)
Il magnifico cornuto (1964)
La congiuntura (1964)
I complessi (1965) - episodio Una giornata decisiva
Thrilling (1965) - episodio Il vittimista
Io la conoscevo bene (1965)
Made in Italy (1965)
L'arcidiavolo (1966)
Le dolci signore (1968)
Il profeta (1968)
Riusciranno i nostri eroi a ritrovare l'amico misteriosamente scomparso in Africa? (1968)
Il commissario Pepe (1969)
Dramma della gelosia - Tutti i particolari in cronaca (1970)
Noi donne siamo fatte così (1971) - episodi Agata l'Angelo dei Cieli e Katherine, et Dominus Venit
Permette? Rocco Papaleo (1971)
La più bella serata della mia vita (1972)
Trevico-Torino - Viaggio nel Fiat-Nam (1973)
C'eravamo tanto amati (1974)
Il silenzio è complicità (1976) - documentario
Brutti sporchi e cattivi (1976)
Signore e signori, buonanotte (1976)
Una giornata particolare (1977)
La terrazza (1980)
Passione d'amore (1981)
Il mondo nuovo (La Nuit de Varennes) (1982)
Ballando ballando (1983)
Cuori nella tormenta (1984)
Maccheroni (1985)
La famiglia (1987)
Splendor (1989)
Che ora è? (1989)
Il viaggio di Capitan Fracassa (1990)
Mario, Maria e Mario (1993)
Romanzo di un giovane povero (1995)
Passion (1996) - film TV basato sul film Passione d'amore
I corti italiani (1997) - episodio 1943-1997
1943-1997 (1997) - cortometraggio
La cena (1998)
Concorrenza sleale (2001)
Gente di Roma (2003)
American Songbook - Passion, episodio della serie TV Live from Lincoln Center (2005) - soggetto del film Passione d'amore
Che strano chiamarsi Federico (2013)

Varietà televisivi

Poltronissima, Testi di Mario Baffico, Riccardo Morbelli, Ettore Scola, con Isa Barzizza e Enrico Viarisio, programma di 6 puntate dal 3 ottobre 1957 al 14 novembre 1957.
Le canzoni di tutti, Testi di Ruggero Maccari, Luciano Salce, Ettore Scola, con Bice Valori, Paolo Panelli, Alberto Bonucci, Elio Pandolfi, Silvio Spaccesi, Gabriella Andreini, Fausto Cigliano, Cosetta Greco, Anna Maria Ferrero, Paolo Ferrari, Nunzio Gallo, Nilla Pizzi, Enzo Garinei, Laura Betti, Dolores Palumbo, orchestrra di Franco Pisano, regia di Mario Landi, programma di 7 puntate, dal 15 gennaio 1958 al 26 febbraio 1958.

Varietà radiofonici

Vi parla Alberto Sordi (1949 - 1951), coautore testi
Sesta pagina, Divagazioni unoristiche di Scola, Grimaldi e Veo, compagnia del teatro comico della radio italiana, regia di Nino Meloni 1951.

====================================


Una giornata particolare 

Una giornata particolare (film).jpg


Titolo originale      Una giornata particolare

Paese di produzione         Italia, Canada

Anno 1977

Durata        110 min

Genere         drammatico

Regia Ettore Scola

Soggetto       Maurizio Costanzo, Ruggero Maccari, Ettore Scola

Sceneggiatura        Maurizio Costanzo, Ruggero Maccari, Ettore Scola

Produttore   Carlo Ponti

Casa di produzione Compagnia Cinematografica Champion

Distribuzione (Italia)      Gold Film

Fotografia   Pasqualino De Santis

Montaggio   Raimondo Crociani

Musiche       Armando Trovajoli

Scenografia  Luciano Ricceri

Costumi       Enrico Sabbatini

Trucco         Francesco Freda

Interpreti e personaggi

Sophia Loren: Antonietta

Marcello Mastroianni: Gabriele

John Vernon: Emanuele, marito di Antonietta

Françoise Berd: portiera

Patrizia Basso: Romana

Alessandra Mussolini: Maria Luisa

Vittorio Guerrieri: Umberto

Una giornata particolare è un film del 1977 diretto da Ettore Scola.

Presentata in concorso al 30º Festival di Cannes, la pellicola ha ottenuto vari riconoscimenti internazionali vincendo, tra gli altri, il Golden Globe quale miglior film straniero e ricevendo inoltre due candidature al Premio Oscar, per il miglior film straniero e per il miglior attore, a Marcello Mastroianni.

Trama

Antonietta e Gabriele

La vicenda riassume la vita di due persone: Antonietta, casalinga ingenua ed ignorante e madre di sei figli, è sposata con un impiegato statale, fervente fascista; Gabriele è un ex radiocronista dell'EIAR disoccupato.

I due si conoscono nella giornata del 6 maggio 1938, data della storica visita di Adolf Hitler a Roma. Antonietta è costretta a vegliare sul focolare, mentre quasi l'intero caseggiato affluisce alla parata in onore del Führer. Nella palazzina semideserta, si accorge della presenza di un suo dirimpettaio a cui chiede aiuto per la cattura dell'uccello domestico scappato dalla finestra. Gabriele, che fino ad un attimo prima stava meditando il suicidio corre in aiuto della donna ed improvvisamente sollevato inizia a scherzare, accenna passi di rumba con lei e le offre in dono un romanzo (I tre moschettieri).

 
Marcello Mastroianni in una scena del film

Nonostante la portiera del palazzo le sconsigli di frequentare il vicino, che lei definisce "un bisbetico, un cattivo soggetto", rimarcando il fatto che come se non bastasse l'uomo è sospettato di essere antifascista, Antonietta è rapita dal suo fascino discreto, lo invita a casa per offrirgli un caffè, gli mostra il proprio album dove conserva le fotografie del Duce e tenta di conquistarlo sul terrazzo, volendo cogliere un'occasione per fuggire dall'esistenza grama e succube, retaggio della cultura fascista che relegava le donne a un ruolo subalterno di casalinghe fedeli e prolifiche. Gabriele però le deve confessare la sua omosessualità, causa principale del suo licenziamento dalla radio di Stato.

 
Antonietta e Gabriele sul terrazzo del caseggiato.

Superato il momento di cocente delusione da parte di Antonietta, che dà anche uno schiaffo a Gabriele per poi rinfacciargli la tentata seduzione, le due infelicità si ritrovano, arrivando a consumare un rapporto d'amore, uniti dalla solitudine delle loro anime. Per Gabriele è anche il giorno in cui viene condotto al confino in Sardegna sempre per il suo orientamento sessuale.

Antonietta lo vede mentre viene condotto via da due guardie, poco prima che ella, dopo avere interrotto la lettura del libro regalatole da Gabriele, sia costretta a tornare alla sua ristretta realtà domestica e a raggiungere a letto il marito-padrone, intenzionato a generare il settimo figlio e magari dargli come nome Adolfo in onore dell'illustre alleato.

Produzione

Il film negli esterni e in parte degli interni è stato interamente girato a Roma in una delle case di Viale XXI Aprile, i cosiddetti palazzi Federici, il più grande edificio di case popolari costruito in Italia negli anni trenta. Nello stesso stabile è stato girato anche il film Romanzo di un giovane povero.

La produzione ha avuto luogo anche grazie al supporto economico della GOLD Film s.r.l. di Firenze (Via Fiume 14) distributrice unica del film nelle sale e per le prime vendite televisive. I due soci Giancarlo Lastrucci e Pier Franco Caramelli risposero con slancio alle proposte di Carlo Ponti (fatte su velina e accettate con una forte stretta di mano) su questo e su tutti gli altri suoi film e divennero suoi unici interlocutori per film di grande spessore come Cassandra Crossing e altri.

Nonostante l'interpretazione di Mastroianni sia ignorata dalle premiazioni italiane, l'attore ottiene la sua seconda candidatura all'Oscar come migliore attore protagonista.L'interpretazione della Loren invece verrà premiata con il David di Donatello, il Nastro d'argento e il Globo d'oro.

 
Antonietta legge I tre moschettieri, il libro regalatole da Gabriele, disubbedendo al marito che la chiama dalla camera da letto.

Riconoscimenti

Il film è stato poi selezionato tra i 100 film italiani da salvare.

1978 - Premio Oscar
Nomination Miglior attore protagonista a Marcello Mastroianni
Nomination Miglior film straniero (Italia)
1978 - Golden Globe
Miglior film straniero (Italia) a Ettore Scola
Nomination Miglior attore in un film drammatico a Marcello Mastroianni
1978 - David di Donatello
Migliore regia a Ettore Scola
Miglior attrice protagonista a Sophia Loren
1978 - Nastro d'argento
Miglior attrice protagonista a Sophia Loren
Migliore sceneggiatura a Maurizio Costanzo, Ruggero Maccari e Ettore Scola
Miglior colonna sonora a Armando Trovajoli
1978 - Globo d'oro
Miglior film
Miglior attore a Marcello Mastroianni
Miglior attrice a Sophia Loren
1978 - Grolla d'oro
Miglior attore a Marcello Mastroianni
1978 - Premio César
Miglior film straniero a Ettore Scola
1977 - Festival di Cannes
Nomination Palma d'Oro a Ettore Scola
2014 - Mostra internazionale d'arte cinematografica
Leone per il miglior classico restaurato

Critica

Il film fu accolto al Festival di Cannes in maniera entusiasta, pur senza premi.Giovanni Grazzini scrisse sul Corriere della Sera del 20 maggio 1977 che grazie a Una giornata particolare, Padre Padrone e Un borghese piccolo piccolo «il nostro paese riscuote a Cannes un successo senza precedenti, che ne risarcisce le vergogne».

Curiosità

Proprio all'inizio del film, nel momento di descrizione dell'edificio, Ettore Scola ha voluto un lunghissimo piano sequenza, tra i più complessi e lunghi della storia del cinema italiano.
Nella parte di una figlia emancipata della protagonista recita la futura donna politica Alessandra Mussolini, nella realtà nipote di Benito Mussolini (nonno) e di Sophia Loren (zia).
Prima e unica esperienza cinematografica per l'attore e doppiatore Vittorio Guerrieri, futura voce dell'attore Ben Stiller, che in un'intervista ha rivelato di non aver mai incontrato Marcello Mastroianni sul set, in quanto girò le sue scene per conto proprio.
Sophia Loren si mostra al suo pubblico non come una diva ma come una comune donna di famiglia. Il trucco dell'attrice è stato studiato e curato dal truccatore Francesco Freda.
Per quasi tutta la durata del film, dagli apparecchi radiofonici accesi nei vari appartamenti, a volume alto, si ascolta la voce del radiocronista, che commenta le varie fasi della visita di Hitler nella giornata del 6 maggio 1938. Dalla conversazione tra Antonietta e Gabriele viene fatto, da costui, il nome di Guido Notari come voce dell'EIAR, a commento degli avvenimenti che si svolgono in contemporanea nelle strade della capitale; in realtà Guido Notari svolgeva, presso Radio Roma, l'attività di Capo annunciatore e lettore, pertanto, non essendo giornalista, non poteva svolgere il lavoro di radiocronista, di conseguenza la voce che si ascolta appartiene a uno dei radiocronisti tra cui Fulvio Palmieri, Franco Cremascoli e Mario Ortensi, coordinati da Vittorio Veltroni, organizzatore della trasmissione. Il vero nome della voce, che si sente dalle radio, non è stato ancora individuato con certezza.

======================================

FONTI

Ettore Scola - Wikipedia

Una giornata particolare - Wikipedia



                                     Ettore Scola racconta il suo cinema

                         Ettore Scola: la commedia italiana per raccontare un paese

                                  Una giornata particolare – Sul terrazzo