Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


                   





                                     Μουσική:Ελένη Καραΐνδρου,"Νοσταλγικό σε 5/8"(ΤΟ ΔΕΚΑ)
                     Ποίηση:Μενέλαος Λουντέμης,"Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα"(απόσπασμα)



                         ==========================================

Ἐρωτικὸ κάλεσμα


Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.


Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.
Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.


Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.




Ὁ σταχτὺς θάνατος


Θαρροῦσα ὡς τώρα -φίλοι μου καλοί-
θαρροῦσα ὡς τώρα...
πῶς ὅλα τὰ πράματα
βαδίζουν στὴ γῆ
μὲ τὸ ἀληθινό τους χρῶμα.
Ἡ Χαρὰ ἄσπρη.
Ἡ Θλίψη χλωμή.
Ὁ Ἔρωτας ρόδινος
Ο Θάνατος μαῦρος.
Ἔτσι θαρροῦσα...


Καὶ περνοῦσα τὶς μέρες μου,
μὲ τὰ χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα ὄνειρά μου συγυρισμένα.
Μὲ τὰ ποιήματά μου καθαρογραμμένα...
Γιατὶ ἔτσι τά ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα.


Μὰ μιὰ μέρα...


Μιὰ μέρα -φίλοι μου καλοί-
ἕνα σταχτὺ σύννεφο ἄφησε τὸν οὐρανό του
κι ἔπεσε στὴ κάμαρά μου.
Καὶ τότε... ὅλα... ἔχασαν τὸ χρῶμα τους.
Η Θλίψη ἔγινε σταχτιά.
Σταχτιὰ κι η χαρά.
Σταχτὺς κι Ἔρωτας.
Καὶ σταχτύς -ἀλίμονο- κι ο Θάνατος.


Ὦ Σειρῆνα, ἐσύ...
Ἐσὺ ποὺ τά ῾βαψες ὅλα.
Ποὺ τ᾿ ἄλλαξες ὅλα,
γιατί δὲν ἄφηνες τὸ Θάνατο
-τουλάχιστον αὐτόν-
νὰ μὲ πάρει μὲ τ᾿ ἀληθινό του χρῶμα;


     =========================================


Το σπίτι του Μενέλαου Λουντέμη δεν υπάρχει πια 

Το σπίτι του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα στον Εξαπλάτανο Αλμωπίας κατεδαφίστηκε 

13.6.2015 


Το σπίτι του Μενέλαου Λουντέμη δεν υπάρχει πια



Με έναν άσχημο επίλογο φάνηκε να κλείνει σήμερα το θέμα της αποκατάστασης της οικίας του σπουδαίου λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη καθώς το συγκεκριμένο σπίτι στον Εξαπλάτανο Αλμωπίας κατεδαφίστηκε. Σχετική ανακοίνωση εξέδωσε ο δήμος Αλμωπίας επισημαίνοντας ότι ενημερώθηκε από τον Τύπο πως το σπίτι κατεδαφίστηκε με πρωτοβουλία των κληρονόμων.   

Ωστόσο, αναμένεται να υπάρχουν εξελίξεις στο μέλλον καθώς όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο  Πρόεδρος του Μορφωτικού Συλλόγου Εξαπλάτανου “Μενέλαος Λουντέμης”, Φώτης Αραμπατζής, αφού κατεδαφιστεί το οίκημα θα πρέπει μέσα σε τρία χρόνια να οικοδομηθεί και πάλι από τους κληρονόμους με την ίδια εξωτερική όψη. Επί του θέματος αυτού, ο δήμαρχος Δημήτρης Μπίνος, διευκρινίζει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι αν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπάρξει σχετική πρωτοβουλία από την πλευρά των κληρονόμων, ο δήμος θα πρέπει να οικοδομήσει το κτίριο με την ίδια εξωτερική αρχιτεκτονική χρεώνοντας το κόστος σε αυτούς.  

 Σημειώνεται ότι το θέμα ξεκίνησε το 1985 οπότε εκδόθηκε Προεδρικό Διάταγμα που χαρακτήριζε το σπίτι ως διατηρητέο. Αρχικά φάνηκε να υπάρχει κινητικότητα για τη διάσωση του κτίσματος στο οποίο γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια ο μεγάλος λογοτέχνης. Στη συνέχεια οι διαδικασίες “χάθηκαν” ανάμεσα στη μεταφορά αρμοδιοτήτων από δήμους σε νομαρχίες και περιφέρειες και ξανά στους δήμους που προέκυψαν από τις συνενώσεις του “Καλλικράτη”. 

  Πριν από τρία χρόνια προέκυψε το ζήτημα της παραχώρησης του ακινήτου από τους κληρονόμους στο δήμο. Ο δήμος υποστήριζε ότι θα μπορούσε να αποδεχτεί τη δωρεά ωστόσο μία μερίδα των κληρονόμων ζητούσε ως αντάλλαγμα κάποιο άλλο οικόπεδο και μία άλλη διαβεβαίωνε ότι προτίθεται να δωρήσει το ακίνητο χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα το σπίτι υφίστατο τη φθορά του χρόνου ενώ σύμφωνα με κατοίκους και επισκέπτες της περιοχής “φιλοξενούσε” ακόμη και τοξικομανείς.  


Σε ανακοίνωσή του με αφορμή την κατεδάφιση, ο κ. Μπίνος επισημαίνει: “Δυστυχώς ως πολιτεία δεν καταφέραμε όλα τα προηγούμενα χρόνια να διαφυλάξουμε αυτό το σύγχρονο μνημείο πολιτισμού. Με την συγκατάθεση των κληρονόμων του μεγάλου λογοτέχνη, αφήσαμε ως κοινωνία τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα λυπηρό γεγονός και δεν πρέπει να νιώθουμε καθόλου περήφανοι γι’ αυτό, αντίθετα θα πρέπει να μας προβληματίσει. Εμείς ως Δημοτική Αρχή από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε καθήκοντα, διαβουλευτήκαμε με τους εμπλεκόμενους, ωστόσο ήταν ήδη πολύ αργά. Οι υπηρεσίες του Δήμου μας θα εξετάσουν όλες τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν από εδώ και πέρα”. 

  Τη λύπη του για το γεγονός εξέφρασε και ο κ. Αραμπατζής επισημαίνοντας ότι το κτίριο έφτασε πλέον σε σημείο που δεν ήταν επισκευάσιμο ενώ κρίθηκε κατεδαφιστέο πριν από δύο μήνες. “Οι τεχνικές υπηρεσίες που ήταν αρμόδιες για το κτίριο έκριναν ακατάλληλο το σπίτι και ενημέρωσαν τους κληρονόμους ότι πρέπει να κατεδαφιστεί. Οι ευθύνες πιστεύω ότι ανήκουν σε όλους μας. Από το 1985 που κρίθηκε διατηρητέο μέχρι σήμερα η μία υπηρεσία έριχνε το βάρος στην άλλη. Ξεκινούσε να γίνει κάτι αλλά πάντα κολλούσε κάπου και σταματούσε” αναφέρει.  

 Τη θλίψη της για την κατεδάφιση του σπιτιού εκφράζει μέσω του ΑΠΕ – ΜΠΕ και η δισεγγονή του Μενέλαου Λουντέμη, δικηγόρος και εκπρόσωπος των κληρονόμων Μαρία Σταυρίδου που είχε δηλώσει προ ετών ότι οι συγγενείς της από την πλευρά της προγιαγιάς της, Ζαφειρώς, δεν επιθυμούσαν κανένα αντάλλαγμα σε περίπτωση δωρεάς του ακινήτου στο δήμο.  

  “Θλίβομαι διότι μπήκαμε σε μια διαδικασία κατεδάφισης και ανακατασκευής του διατηρητέου. Είχα μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον για να μην προχωρήσει η κατεδάφιση. Είχα ξεκινήσει προσωπικά τη διαδικασία της δωρεάς για το μερίδιο μίας πλευράς των κληρονόμων. Ήρθα επανειλημμένα σε επαφή και με δημάρχους και με τον πρώην νομάρχη και πρόσφατα με το υπουργείο πολιτισμού με προσωπικό κόστος. Δυστυχώς η πολιτεία δεν έδειξε το αναμενόμενο ενδιαφέρον” αναφέρει χαρακτηριστικά και τονίζει ότι η αποκατάσταση της οικίας θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ανάδειξη της περιοχής σε τουριστικό προορισμό, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά για τον τόπο. 

  Π. Γιούλτση για ΑΠΕ

     ======================================================


Συννεφιάζει

Μενέλαου Λουντέμη

Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ Αθήνα 1996, έκδοση 22η 1η έκδοση: 1946



Μυθιστόρημα αφιερωμένο στη Μυρτώ, το αγαπημένο κοριτσάκι του συγγραφέα. Είναι βασισμένο σε προσωπικά του βιώματα.

 Είναι το πρώτο μυθιστόρημα από μια σειρά τεσσάρων βιβλίων με ήρωα τον Μέλιο Καδρά.

 Τα άλλα τρία είναι τα εξής:

 Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

 Αγέλαστη άνοιξη

 Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας


Βασικά στοιχεία της υπόθεσης


Η υπόθεση εξελίσσεται μέσα στην μακεδονική φύση όπου ο συγγραφέας διηγείται με παραστατικό τρόπο τις δυσκολίες της ζωής και το μόχθο των ανθρώπων.

Κύρια πρόσωπα

Ο αφηγητής 

 Ο Σουκρής (το Τουρκάκι) 

 Ο Κρίστας, ο φίλος του 

 Ο Πέτρε, το αφεντικό τους

Ο συγγραφέας αφήνεται στους συνειρμούς των σκέψεων του και καταπιάνεται με μικρές λεπτομέρειες για να δώσει ζωή στην αφήγησή του. Με εντυπωσιάζει ο σχολιασμός που κάνει για το καθετί με τόσο παραστατικό τρόπο. Τον απασχολεί η μοίρα της ψυχής του καθενός. Δείχνει τη φτώχεια που επικρατεί και τη δυσκολία του να είσαι μόνος και αβοήθητος. Την ψυχρή αντιμετώπιση των αδύνατων από τους άλλους, αλλά και την αξία της φιλίας. Αποτυπώνει τη μικρότητα των χαρακτήρων μέσα από την κουλτούρα τους και τα λόγια τους. Δίχνει μεγάλο σεβασμό στο Θεό αλλά συνάμα τον νιώθει και απόμακρο. Οι προκαταλήψεις είναι ένας από τους λόγους που υπάρχει αυτή η αντιπάθεια μεταξύ των ανθρώπων π.χ. πίστευαν ότι θα κολλήσουν μαυρίλα από το Τουρκάκι.

   




ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ - Επίκαιρο όσο ποτέ το «Συννεφιάζει»




Ξένιος Δίας», στρατόπεδα συγκέντρωσης, νομοσχέδιο για την ιθαγένεια, Μανωλάδες, Χρυσή Αυγή, διαστρέβλωση της Ιστορίας. Αξιοποιώντας την καπιταλιστική κρίση και τη μετανάστευση οι αστοί ταΐζουν και ανδρώνουν και πάλι το ρατσιστικό, φασιστικό φίδι, που βγαίνει από τη μήτρα του εκμεταλλευτικού τους συστήματος.

Η έκκληση ενός παιδιού μεταναστών μας θύμισε την εξαιρετική επικαιρότητα του μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη «Συννεφιάζει». Και την ανάγκη τέτοια κείμενα να υπάρχουν στα σχολικά βιβλία, στη βιβλιοθήκη του κάθε λαϊκού σπιτιού.

«Είμαι 17 χρονών. Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Μιλώ μόνο ελληνικά. Παρακαλώ μη με απελάσετε σε ξένη χώρα». Ήταν η λεζάντα που συνόδευε στο διαδίκτυο και ρεπορτάζ του Τύπου τη φωτογραφία ενός μαύρου εφήβου. Δεν έλεγε το όνομά του. Ας τον ονομάσουμε Χριστόφορο. Προφανώς, παιδί μεταναστών ο Χριστόφορος δεν μπορεί να πάρει την ελληνική ιθαγένεια. Όπως και ο Σοφοκλής, ο Μανόλης, ο Χασάν, ο Αχμέτ κλπ. Όλα, όταν δε διαβάζουν, παίζουν στην πλατεία και όταν κουράζονται ξαποσταίνουν στα παγκάκια της πλατείας.

Δεν είναι λίγα. Οι γονείς τους δεν ήρθαν στην Ελλάδα για τουρισμό. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι τους ξερίζωσαν. Μετανάστευση και προσφυγιά, ήταν, είναι και θα είναι συνυφασμένα με τον πόλεμο και τη φτώχεια.

Κι όμως, είναι τυχερά παιδιά. Κάποια άλλα ήταν απλά παράπλευρες απώλειες, σφαγμένα ως μια τραγική επιβεβαίωση της απαξίας της ανθρώπινης ζωής σε έναν κόσμο εκμετάλλευσης, που γεννά πολέμους. Αυτός ο κόσμος ο καπιταλιστικός δολοφονεί και στον πόλεμο και στην ...ειρήνη. Αμέτρητα τα παιδιά θυσία στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους. Ετσι χτίζεται το κεφάλαιο. Αυτά συμβαίνουν σήμερα στη Συρία, στο Μπαγκλαντές... Χτες στη Σερβία... Προχτές στην Αφρική... «Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,/ φτηνά το κρέας πουλιέται τ' ανθρωπίσιο».

Ο Σουκρής του «Συννεφιάζει»


Ο Μ. Λουντέμης με τη γυναίκα του και την κόρη του


Σε μια ξένη χώρα; Γιατί; Αυτό είναι το ερώτημα του Χριστόφορου. Το ίδιο ένιωσε και το δεκάχρονο τουρκόπουλο ο Σουκρής, όταν έμαθε ότι πρέπει να φύγει από τον τόπο που γεννήθηκε. «Τ' ακούει κι ο Σουκρής κι ένα τινγκ! Κάνει μες στα μικρά του τούρκικα σωθικά, σαν κόρδα που σπάει. Γιατί; Ναι, γιατί;». Σε μια ξένη χώρα κι αυτός. «Πού; Σ' έναν τόπο που ούτε ξέρεις αν έχει τέτοιο χώμα (κόκκινο) ή τίποτα αλατίσιο. Αν τα νερά είναι άσπρα... αν οι πεταλούδες είναι χρωματιστές... Αν ο αέρας δεν είναι βαρύς σα σίδερο -καθώς έχουνε να λένε- που δίνει μια στα παιδιά και πάρτ' κάτου! Ποιος σε βεβαιώνει πως έχει καλιακούδες εκεί... πως τ' απίδια δεν είναι άνοστα σαν τις άβραστες πατάτες της Κατερινιώς... και πως τ' άλογα -σώνει και καλά- δεν έχουνε κέρατα που ξεκοιλιάζουν τα παιδιά; Ας έρτει ένας να μας τα πει και να του πούμε και μπράβο! Μα τώρα ποιος λογάριαζε τα φίδια που ζώσανε τα μικρά σπλάχνα του Σουκρή...».

Ο Σουκρής είναι φίλος του Μέλιου Κάδρα, «που μια φορά του 'δωσα δυο ψίχουλα και κείνος μου 'δωσε ολάκερη ψυχή». Ο Μέλιος είναι ένα ορφανό προσφυγάκι από την Κωνσταντινούπολη, που καταφθάνει μονάχο στην Κεντρική Μακεδονία με το κύμα της προσφυγιάς, μικρός, φτωχός κι έρημος, προσπαθεί να επιβιώσει και να βρει το δρόμο του, που τελικά αποδεικνύεται μακρύς, τραχύς και μοναχικός. Ανακατεμένος στο πλήθος της προσφυγιάς κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όπου Τούρκοι κι Ελληνες αφήνουν τα σπίτια τους, εδώ κι εκεί, για να πάνε όπου ορίζουν οι συμφωνίες των κρατών, και ο φίλος του, ο Σουκρής, ο Τούρκος, που αναγκάζεται να φύγει από τον τόπο που γεννήθηκε... Ένας μεγάλος ξεριζωμός λαών και στη μέση μια παιδική φιλία που δε γνωρίζει από σύνορα, πόλεμο, πολιτική...

Σουκρής και Μέλιος είναι οι ήρωες του Μ. Λουντέμη στο «Συννεφιάζει», τοποθετημένο στην εποχή της ανταλλαγής των πληθυσμών, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενα μυθιστόρημα που θέτει πάνω από όλα το ζήτημα του σεβασμού στον «άλλον», προβάλλει την παιδική αθωότητα, υμνεί την ανθρωπιά, την αγάπη, την ευαισθησία και τη φιλία, πέρα από οποιεσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες. Όλα αυτά που περιγράφουν την ενότητα του ανθρώπινου γένους, πέρα και έξω από πολιτισμικές, θρησκευτικές και εθνικές διαφορές.

Ο Λουντέμης με τη βιωματική, συγκινητική γραφή, γράφει από καρδιάς, χωρίς μελοδραματισμούς και φλυαρίες. Παρατηρεί και συλλαμβάνει την πραγματικότητα με τρόπο μοναδικό και γι' αυτό γλαφυρό στην περιγραφή. Δίνει με δεξιοτεχνία και εκφραστική πλαστικότητα τη φιλία των δύο παιδιών, το τέλος του Σουκρή.

«Θα με θυμάσαι;», ρωτά ο Μέλιος το Σουκρή. «Βάιιι... μα τον Αλάχ, δεν είναι για να σε ξεχάσω». Ομως το τρένο που θα έπαιρνε το Σουκρή και τους δικούς του για μια άλλη πατρίδα συνθλίβει στις ράγες του το μικρό μουσουλμάνο.
«Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την αρμαθιά τ' αδερφάκια του. Μα ο "χαμάλης" είναι τόσο άπονος... "Πουφ!... πουφ!" κείνος, τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει σπαραχτικά.
-- Ανάαα... ντουρ! Ανατζίιικ... ντουρ... ντουρ! (Μάναα... Μανούλα... Σταμάτα!).
Άρχισε το κυνηγητό.
-- Α! Σουκρή! φώναζαν απ' όλα τα βαγόνια... όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αέρας.
-- Α, γιαβρούμ... Α, τζερίμ!... (Α, λατρεία μου... Α, σπλάχνο μου!).
Ολοι χτυπούσανε τα κάγκελα.
-Χ-α!... Χ-α!...
-Α, Σουκρή! Α! καπλάν!... Χ-α!

Γέροι και νιοι απλώνανε τα χέρια, απλώνανε ζουνάρια. Η βάβω του, τραβούσε τους χαλκάδες του τρένου, για να το σταματήσει και το περικαλούσε και το μάλωνε:
-Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε! Στάσου!).

Σπαραγμός...
Μα ήθελε δεν ήθελε ο "χαμάλης" έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του όχι από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια, χρειάζεται προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Απλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γαντζώσει. Μα δεν τ' αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με μιας. Κι ένα στρίγκλισμα φοβερό, φοβερό... από χίλιες φωνές μαζί.
-Αααααα!!!

... Ο "χαμάλης" έφυγε μακριά. Κι ένα άλλο τρένο έμπαινε στο σταθμό, με ματωμένες ρόδες... ματωμένες απ' τα κρεατάκια ενός παιδιού, ενός δεκάχρονου τουρκόπουλου, που δεν ήταν πια τουρκόπουλο, δεν ήταν πια παιδί... παρά λίγο αίμα στις ρόδες ενός περαστικού τρένου».
Και απομένει ο μικρός χριστιανός, κρεμασμένος στα κάγκελα του σταθμού, γεμάτος πίκρα και οδύνη να προσεύχεται για το φίλο του.

«Κι εγώ ( αχ...) εγώ που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ' αδύναμα αλαφρά όνειρά μου μ' ένα τουρκάκι της Καράτζοβας, κάθομαι, ώρες τώρα -κρεμασμένο κουρελάκι- πάνω στα κάγκελα του σταθμού και δε βλέπω τίποτα μπροστά μου, τίποτα, γιατί όλα είναι κλάμα...

Λένε πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε στον ουρανό γίνονται άγγελοι. Μα ο θεός τους ο Τούρκος, τώρα έφυγε και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει και τη γλώσσα;

Σε περικαλώ, παππού Θεέ..., αν δεις να τριγυρνάει όξω απ' το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Πάρ' το μέσα. Σε περικαλώ και να το συγχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίσεις γι' αυτό. Σε περικαλάει ένας φτωχός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει, θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ' ευχαριστώ...».

Κι όμως το κείμενο αυτό δεν υπάρχει στα σχολικά βιβλία. Υπήρχε στο βιβλίο λογοτεχνίας της Α' Γυμνασίου. Η διδακτική πράξη έδειχνε ότι άρεσε στα παιδιά και οι καθηγητές το επέλεγαν. Δεν αναπληρώνεται η οπτική και η αισθητική του κειμένου που αφαιρέθηκε.

Έργο βιωματικό

Με την ιστορία του Σουκρή ξεκινά το μυθιστόρημα. Η ζωή στο τουβλάδικο είναι το θέμα του. Εργο βιωματικό, που φιλοτεχνεί μια μικρή αλλά πυκνή τοιχογραφία του κόσμου των χειρωνακτών. Με γλαφυρότητα περιγράφει την Εδεσσα, τους κατοίκους της και καταθέτει τις αναμνήσεις του από τα χρόνια που έζησε εκεί.

Το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε στα 1947 και επανεκδόθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οπότε γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Σχετική είναι μια στιχομυθία του Λουντέμη με τον ηθοποιό Τζαβαλά Καρούσο, που διασώζει ο συνεξόριστός τους Γιώργος Φαρσακίδης. Ένα σχόλιο του Καρούσου που εύστοχα χαρακτηρίζει τη γραφή του Λουντέμη.

Στο καφενείο του Αϊ - Στράτη ο Καρούσος και ο Λουντέμης πίνουν καφέ. Ο Καρούζος απολαμβάνει τη χαρά από το πετυχημένο ανέβασμα της παράστασης «Οι Πέρσες» του Αισχύλου. Ανάμεσα τους όμως υπάρχει ένας φιλικός «ανταγωνισμός», ένα συνεχές πείραγμα. Έρχεται το πλοίο και φέρνει το νέο της μεγάλης επιτυχίας που έχει η επανέκδοση του μυθιστορήματος του Λουντέμη «Συννεφιάζει». Λέει ο Λουντέμης: «Καρούσο, το ανέβασμα μιας παράστασης είναι σαν πυροτέχνημα που φωτίζει τον ουρανό και καθώς πέφτει σιγά σιγά σβήνει. Ενώ το βιβλίο μένει για πάντα». Και του απαντά ο Καρούζος: «Γράφε, γράφε Λουντέμη με την καρδιά σου, για να εντυπωσιάζεις τους αναγνώστες σου. Αλίμονό τους, όμως, αν χρησιμοποιήσεις και το μυαλό σου».


Ηρακλής ΚΑΚΑΒΑΝΗΣ
Ριζοσπάστης


   ==================================================


Μενέλαος Λουντέμης : Η τετραλογία τού Μέλιου

Τα συγκεκριμένα τέσσερα βιβλία, που παρουσιάζω εδώ, αποτελούν μια τετραλογία με κανονικότατη συνοχή και μου κάνει εντύπωση που δεν έχουν ακόμα ονομαστεί Η Τετραλογία τού Μέλιου.

Ήρωας στα τέσσερα βιβλία, λοιπόν, είναι ο Μέλιος Καδράς, ένα ορφανό προσφυγάκι από την Κωνσταντινούπολη, που καταφθάνει μονάχο στην Κεντρική Μακεδονία με το κύμα τής προσφυγιάς κι εδώ, μικρός, φτωχός κι έρημος, προσπαθεί να επιβιώσει και να βρει τον δρόμο του που τελικά αποδεικνύεται μακρύς, τραχύς και μοναχικός.

Ο Μέλιος έχει έναν πεισματάρικο και περήφανο χαρακτήρα που τον φέρνει συχνά αντιμέτωπο με ισχυρούς εχθρούς μα και που του εξασφαλίζει ακριβές φιλίες. Είναι ένας πραγματικός ήρωας καθώς δρα με γνώμονα το σωστό και συχνά χτυπιέται γροθιά πάνω στο μαχαίρι. Παρότι υπάρχουν και πολλές κακουχίες κι αδικίες στο διάβα του, ο Μέλιος έχει και πολλές νίκες που δίνουν ικανοποίηση στον αναγνώστη.

Έχει, επίσης, μια μεγάλη αγάπη για τα βιβλία και το διάβασμα, που βοηθάει τουλάχιστον εμάς, τους βιβλιόφιλους, να ταυτιστούμε μαζί του. Μονάχα που ο δικός του δρόμος στα γράμματα είναι πολύ πιο ακριβός από τον δικό μας καθώς τα μαζεύει από δεξιά κι αριστερά, με πολύν κόπο και ιδρώτα, και προχωρά παρέα μ’ αυτά, κάθε φορά κι ένα δύσκολο βήμα παραπέρα.


Τίτλος: Συννεφιάζει
Συγγραφέας: Μενέλαος Λουντέμης
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 208
ISBN:978-960-469-697-0

Στο "Συννεφιάζει" τον βλέπουμε ανακατεμένο στο πλήθος τής προσφυγιάς κατά την ανταλλαγή πληθυσμού όπου Τούρκοι κι Έλληνες αφήνουν τα σπίτια τους εδώ κι εκεί για να πάνε εκεί που ορίζουν οι συμφωνίες των κρατών, ένας μεγάλος ξεριζωμός λαών για χάρη των εθνικών κρατών και των εκβάσεων των πολέμων. Δεν προλαβαίνει ν’ αρχίσει το βιβλίο κι ο αναγνώστης παίρνει γρήγορα ένα σοκ, αυτό τής ιστορίας τού μικρού Σουκρή, που ίσως την θυμάται κανείς από κάποιο σχολικό βιβλίο που την είχε μέσα. Έτσι γρήγορα σ’ αρπάζει το βιβλίο και σε κρατάει γερά καθώς προχωρά η ιστορία.


Τίτλος: Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα
Συγγραφέας: Μενέλαος Λουντέμης
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 445
ISBN:978-960-469-699-4


Στο "Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα", ο Μέλιος έχει μεγαλώσει και με μεγάλες δυσκολίες καταφέρνει να ξεκινήσει το Γυμνάσιο. Βρίσκει ανθρώπους που τον δέχονται και τον αγαπούν κι άλλους που τον μισούν και του στέκονται εμπόδια. Και μέσα σ’ όλες τής δυσκολίες χτυπάει κι ο έρωτας, πλατωνικός και πολύς. Ένα πολύ ευαίσθητο βιβλίο που το έχω διαβάσει τρεις φορές μέχρι τώρα, μια έφηβος, μια φοιτητής, και μια τώρα, ακόμα μεγαλύτερος, και που καί τις τρεις φορές με συγκίνησε πολύ.

Τίτλος: Αγέλαστη Άνοιξη
Συγγραφέας: Μενέλαος Λουντέμης
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 496
ISBN:978-960-469-702-1


Στην "Αγέλαστη Άνοιξη", ο Μέλιος φεύγει από την Έδεσσα όπου βρισκόταν στο προηγούμενο βιβλίο και βρίσκεται κάπου στην περιοχή τής Παιονίας (αν το υπολογίζω σωστά) όπου εκεί γίνεται δάσκαλος σε ένα χωριό μιας ιδιότροπης ράτσας (μάλλον Σαρακατσάνων), κάνοντας νέες φιλίες και νέες έχθρες.

Τίτλος: Κάτω απ’ τα Κάστρα της Ελπίδας
Συγγραφέας: Μενέλαος Λουντέμης
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα
Έτος έκδοσης: 2010
Αριθμός σελίδων: 496
ISBN:978-960-469-746-5


Στο "Κάτω απ’ τα Κάστρα τής Ελπίδας" ο Μέλιος φτάνει στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη με τους δικούς της κανόνες, τους δικούς της κινδύνους και με πολλή φτώχια. Ευτυχώς κι εδώ δεν θα λείψουν οι καλοί άνθρωποι και μήτε η δουλειά καθώς ο Μέλιος θα βρεθεί υπάλληλος μιας ιδιωτικής δανειστικής βιβλιοθήκης. Στο βιβλίο αυτό, κατά την γνώμη μου, ο Μέλιος παρουσιάζεται κάπως διαφορετικός απ’ ό,τι τον είχαμε συνηθίσει και, προσωπικά, κάποιες στιγμές μού φάνηκε σχεδόν εξυπνάκιας. Όμως, για όποιον δεν χόρτασε με τα προηγούμενα βιβλία, εδώ έχει την ευκαιρία να δει την ιστορία τού Μέλιου να πηγαίνει παραπέρα. Το βιβλίο έχει μια τραγική κατάληξη που θυμίζει και κάποιο γνωστό ποίημα (που όμως ας μην το ονομάσουμε για να μην προδώσουμε την απρόσμενη κατάληξη).

Για όποιον έχει διαβάσει μονάχα το "Ένα Παιδί..." να πω πως διάφοροι από τους εκεί ήρωες ξαναεμφανίζονται στα δύο επόμενα βιβλία, έστω και για λίγο, λύνοντας την απορία για το τί απέγιναν.

Η γλώσσα τού Λουντέμη σε όλα έργα είναι απλή, άμεση κι όμορφη, και συχνά μέσα από τον μονόλογο τής αφήγησης προκύπτουν ενδιαφέρουσες αποφθεγματικές εκφράσεις. Βάζει τους ήρωες να μιλάνε ο καθένας την γλώσσα του, το δικό του ιδίωμα και την δική του ιδιόλεκτο, πράγμα που συντελεί στην μεγάλη αληθοφάνεια που έχουν αυτοί μέσ’ στο βιβλίο. Και πράγματι, οι ήρωες τού Λουντέμη είναι όλοι πολύ καλοδουλεμένοι και ακόμα κι όταν πρεσβεύουν την ίδια δύναμη, είναι καθαρά διακριτοί μεταξύ τους.

Η ιστορία μάλλον έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Λουντέμης, για παράδειγμα ήρθε κι αυτός κατά τον μεγάλο ξεριζωμό στην Ελλάδα αν και αυτός δεν ήταν ορφανός όπως ο Μέλιος. Αποβλήθηκε από τα Γυμνάσια όλης της χώρας, όπως ο Μέλιος, έζησε στα ίδια μέρη και υπήρξε και βιβλιοθηκάριος, όπως ο Μέλιος. Ακόμα και το όνομα Μέλιος παραπέμπει στο Μενέλαος.

Πολύ καλή λογοτεχνία από τον Λουντέμη κι αξίζει να αρχίσει κανείς με το Συννεφιάζει και αν δει πως του πάει το βιβλίο να συνεχίσει παρέα με τον Μέλιο. Πρόκειται για μία ενιαία ιστορία με πλήρη συνοχή.

   ========================================================


από το “Συννεφιάζει”: 

Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου. 
Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. 
Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές. 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ “ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

               =============================================

Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. 

Το 1956 κι αφού ήδη έχει περάσει 8 χρόνια στην εξορία, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί -με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας- για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό».

Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: «Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

Στη συνέχεια καταθέτουν μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Ανάμεσά τους ο Κώστας Βάρναλης την κατάθεση του οποίου αξίζει να διαβάσει κανείς (στο βιβλίο «Η δίκη του Μενέλαου Λουντέμη», εκδόσεις ΟΛΥΜΠΙΑ – Στρουμπούκης που φοβάμαι όμως ότι είναι εξαντλημένο).
Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».

Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!» 


          ===============================================

από τα “Θυμωμένα στάχυα”: 

Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα ήρθαν τα γηρατειά… 
Αν δε βρεθεί να πεθάνει κανείς για τη λευτεριά τότε θα πεθάνει η ίδια η λευτεριά. 
Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν. 
Χρειάζεται πολύς καιρός για να μάθεις αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή κακός. 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ “ΘΥΜΩΜΕΝΑ ΣΤΑΧΥΑ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

                  ==========================================

Σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά… 
Ο Δήμος Ρεντής (συγγραφέας αναγνωρισμένος, που μεγάλωσε κι αναδείχτηκε στο Βουκουρέστι, πολιτικός πρόσφυγας), βρίσκεται με το ζεύγος Ρίτας και Νίκου Παπά στο Βουκουρέστι, καλοκαίρι του 1965, και μέσα στο αυτοκίνητο του Λουντέμη, που το οδηγεί με περισσή δεξιοτεχνία. “Καθώς καταλαβαίνω, λέει σε μια στιγμή ο Ρεντής στο Λουντέμη, είσαι αξιολογότερος σωφέρ από συγγραφέας…”. “Το παραδέχομαι, απαντάει ο Λουντέμης. Σαν οδηγός δεν έχω σκοτώσει κανέναν ως την ώρα, μα σαν συγγραφέας έχω σκοτώσει καμιά τριανταριά…”.¹ 

από αφήγηση Νίκου Παπά
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ “ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΝ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 
¹ Κατά τραγική ειρωνεία, ο Λουντέμης έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε την ώρα που οδηγούσε. 

                     =======================================

Ελεύθερος να γυρίση ο Λουντέμης 

Ελεύθερος να γυρίση στην Ελλάδα, αφού εφωδιασθή με το τυπικό ταξιδιωτικό έγγραφο από την ελληνική πρεσβεία και χωρίς άλλη διαδικασία, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης.
Η πληροφορία δημοσιεύεται σε πρωινή εφημερίδα. Σύμφωνα μ’ αυτή αρμόδιος παράγοντας του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δήλωσε, ότι πρόσφατη αίτηση του κ. Λουντέμη για τον επαναπατρισμό του, δεν υπάρχει. Εάν είχε υποβληθή θα επιτρεπόταν ο επαναπατρισμός του, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία.
Και κατέληξε, ότι εντός της ημέρας θα σταλή “σήμα” από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως στην ελληνική πρεσβεία του Βουκουρεστίου. 

εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 30/11/1974 
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ 

               ===============================================

Αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα! 

Ακούω μηνύματα. Φωνές απ’ την Ελλάδα. Ελληνικά καλέσματα. “Έλα! Ο επαναπατρισμός σου είναι ελεύθερος”. Μα εγώ ρωτώ: Ο επαναπατρισμός μου ναι είναι ελεύθερος. Εγώ όμως θα είμαι ελεύθερος μετά τον επαναπατρισμό μου; Ένας αγαπητός μου φίλος μου τηλεφώνησε. “Έχεις το κλειδί της πατρίδας στο χέρι σου! Άνοιξε και μπες”. Μα εγώ θέλω ν’ ανοίξω την πόρτα της πατρίδας μου μ’ ελληνικό χέρι, ενώ η επίσημη δήλωση είναι κάπως θολή.  Τέλος πάντων, τι μου προσφέρουν, ιθαγένεια ή επαναπατρισμό; “Επαναπατρισμόν” μου απαντούν “χωρίς Ιθαγένεια”. Και τότε αποφασίζω να πεθάνω στα ξένα!

Γιατί νάρθω στην Ελλάδα. Για ν’ ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες των υπηρεσιών ζητιανεύοντας πατρίδα. Η πικρή μου εμπειρία με προφύλαξε από τέτοιες ταπεινώσεις. Είμαι πολύ άρρωστος, πολύ κουρασμένος και προ πάντων πάρα πολύ κακοπαθημένος για να παίξω εθελοντικά την κωμωδία του Δημοσίου κινδύνου. Προτιμώ να ζήσω εκπατρισμένος και ελεύθερος παρά επαναπατρισμένος και επιτηρούμενος.

Είμαι πικραμένος αφάνταστα για τη μεταχείριση των αρχών απέναντί μου. Μα είναι απελπιστικό. Η Ελλάδα που γεννήθηκε για να προσφέρει την ελευθερία στους άλλους ν’ αρνείται να την προσφέρει στα παιδιά της.

Η πατρίδα μας από φριχτά ολισθήματα, λάθη και προδοσίες άλλων, μπήκε στον κυκλώνα μιας αληθινής τραγωδίας. Και να γιατί σαστίζω. Πώς σε μια τόσο μεγάλη Ελλάδα δεν μπορούν να χωρέσουν στον κόρφο της μερικές χιλιάδες ορφανεμένα της παιδιά.

Δεν ξέρω τι με περιμένει στο μέλλον. Αύριο ξαναμπαίνω στο Νοσηλευτήριο, πολύ μακριά από το Βουκουρέστι και δε θα μπορώ να λέω πια τα παράπονά μου στον αγαπημένο μου Ελληνικό Τύπο. Έτσι λυπούμαι που δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω ούτε ένα από τα χρέη μου. Περιορίζομαι μόνο ν’ απευθύνω τις ολόθερμες ευχαριστίες μου που με τόση γενναιοφροσύνη και ανθρωπιά μου συμπαραστάθηκαν στον ανέλπιδο αγώνα μου.

Σφίγγω με αγάπη στο στήθος μου την παλλόμενη ελληνική καρδιά του Κέβιν Άντριους.
Χαιρετώ όλους όσοι με σκέπτονται και με καρτερούν. 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11/4/1975 
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ 

                    ====================================

από το “Καληνύχτα ζωή”: 

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά. 
Θηρίο τον λένε τον άνθρωπο. Κολοκύθια. Ποιο θηρίο, μωρέ; Έχει το θεριό μαχαίρια; Φκιάνει  σκοτώστρες και τουφεκάει; Θηρίο… Βρισιά για τα θεριά! 
Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες; 
Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή. 
“Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους -λένε- λιγοστεύει”. Μπορεί. Ίσως. Μα την πείνα σου μ’ όσους και να την μοιραστείς δε θα χορτάσεις. 
Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να ’χει και να του τα ματώνουν. 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ “ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

                             =========================================

Δεν θα δεχθώμεν την διατύπωσιν όρων 

ΑΘΗΝΑΙ, 12: Ο υπουργός δημοσίας τάξεως, κ. Σόλων Γκίκας, ερωτηθείς σχετικώς με την επιστολήν του λογοτέχνου Μ. Λουντέμη, εις την οποίαν ούτος αναφέρει ότι δεν δέχεται τον επαναπατρισμόν του, εάν δεν του αποδοθή προηγουμένως η ελληνική ιθαγένεια, εδήλωσε τα εξής:
-Από μακρού έχω υπογράψη απόφασιν διά τον επαναπατρισμόν του Μ. Λουντέμη. Ούτος δύναται να επανέλθη, όταν το επιθυμή. Η απόφασις ισχύει. Ως προς την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας του, η αρμοδιότης επί του αντικειμένου τούτου ανήκει εις το υπουργείον εσωτερικών.
Ο υπουργός εσωτερικών, κ. Κ. Στεφανάκης, εις σχετικήν ερώτησιν εδήλωσεν ότι η εφαρμογή των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας εις ό,τι αφορά την απόκτησιν την ελληνικής ιθαγενείας από επαναπατριζομένους πολιτικούς πρόσφυγας αφορά και την περίπτωσιν του Μ. Λουντέμη, διαμένοντος εις Βουκουρέστι.
-Έναντι του νόμου, προσέθεσεν ο κ. υπουργός, όλοι είναι ίσοι. Δεν θα δεχθώμεν, επομένως, την διατύπωσιν όρων παρ’ ουδενός.
Ως διευκρινίσθη αρμοδίως ο νόμος προβλέπει πρώτον τον επαναπατρισμόν και δεύτερον την απόδοσιν της ελληνικής ιθαγενείας διά τακτικής διαδικασίας. 

εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
13-4-1975

                    ============================================

15 χρόνια παλεύω να γίνω… Έλληνας  

Ο Μενέλαος Λουντέμης μας έστειλε από το Βουκουρέστι προς δημοσίευση την ακόλουθη ανοιχτή επιστολή: 
Προς τον ποιητήν Κέβιν Άντριους
Αγαπητέ μου συνάδελφε, (τι κρίμα να μην μπορώ να σας πω “συμπατριώτη”) η συγκίνησίς σας με συνετάραξε. Είσθε λοιπόν Έλληνας; Ώστε στην Ελλάδα αν το λαχταρά μπορεί να γίνει Έλληνας και ένας ξένος φτάνει να την αγαπά; Πέστε μου, καλέ μου συνάδελφε, επειδή κι εγώ πολύ την αγαπώ, πέστε μου ποιες διαδικασίες ακολουθήσατε και πόσο κράτησαν αυτές; Γιατί εγώ 15 χρόνια παλεύω κι ακόμα δεν τα κατάφερα. Σας παρακαλώ… εσείς που έχετε τον ενθουσιασμό του νέου Έλληνα βοηθήστε ένα γεννημένο στην Ελλάδα, βασανισμένο στην Ελλάδα, να γίνει κι αυτός Έλληνας. Δεν μιλώ σαρκαστικά. Σας μιλώ τραγικά. Βοηθήστε με τουλάχιστον εσείς αφού κανείς από τους συμπατριώτες μου δεν με βοηθά.

Με τιμή
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ 
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 24/3/1975 
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ 

               =======================================

από το “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”: 

Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! 
Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα! 
Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. 
Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς. 
Ζωντανός θα πει περήφανος! 
Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες. 
Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; 
Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση. 
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ “ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

                  =====================================

ΕΓΚΡΙΘΗΚΕ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ 
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΗΣ ΕΚ-ΝΔ 

ΑΘΗΝΑΙ, 23: Όπως εγνώσθη το συμβούλιο ιθαγενείας του υπουργείου εσωτερικών ενέκρινε την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας στον λογοτέχνη Μενέλαο Λουντέμη. Η απόφαση ελήφθη μετά από επιστολή – αίτηση του αρχηγού της “Ενώσεως Κέντρου – Νέων Δυνάμεων” κ. Γ. Μαύρου. 

εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
24-12-1975

                       ===========================================


Μενέλαος Λουντέμης- Έκσταση

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη «Έκσταση».

Την προσωπική σου ευτυχία δε θα βρεις υλικά να την φτιάξεις.
Θα την ανακαλύψεις μόνος σου μέσα στην ξένη χαρά, στο ξένο τραγούδι. Πρέπει να συνηθίσεις να αγαπάς εκείνο που σου λείπει. Να συνηθίσεις να αντέχεις εκείνο που έχεις.
Αλλά τότε. Αν είναι έτσι όπως το λες, πως μπόρεσες, εσύ, χωρίς ευτυχία, να σύρεις ως εδώ την ύπαρξη σου;
Σήμερα τελειώνει ένας αιώνας.
Μήπως ανακάλυψες μέσα απ΄τα ρούμανια της ζωής, κανένα μονοπάτι που να μπορείς να το περάσεις χωρίς να ξεσκιστείς;
Όχι.
Ανακάλυψες, όμως κάτι άλλο: τη μέθοδο να δίνεις λίγη ευτυχία στους άλλους.
Τα λεξικά δεν τη γράφουν έτσι.
Τη λένε μαρτύριο, αλλά ποιος ξέρει;
-μπορεί αυτή να είναι η πραγματική- και η μόνη – Ευτυχία.

              ---------------------------------------------------------------------




Η ζωή και το έργο του συγγραφέα ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ (κατά κόσμον ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΑΛΑΣΙΑΔΗ) και κυρίως η δράση του κατά τη διάρκεια του εμφυλίου είναι το θέμα αυτού του επεισοδίου της εκπομπής «ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ». 

Σκιαγραφείται το πορτρέτο του μοναχικού συγγραφέα και ιδεαλιστή ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ με αναφορές στο ξεκίνημα της συγγραφικής του δραστηριότητας και στην οικονομική του ανέχεια όταν σε νεανική ηλικία χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά. Η εκπομπή κάνει αναδρομή στις πολιτικές περιπέτειες του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ, τις διώξεις του και τις συλλήψεις του κατά τον εμφύλιο για τα αριστερά του φρονήματα και την εξορία του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Μακρονήσου και του Αη Στράτη, τον εκπατρισμό του στη Ρουμανία και την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από το καθεστώς της Δικτατορίας του 1967. 

Στο επεισόδιο μιλά η τραγουδίστρια ΔΑΝΑΗ, η οποία αναφέρεται στα γεγονότα του 1947 όταν τον προστάτεψε από τη σύλληψη, στην αχώριστη φιλία τους, στην προτροπή της να εκδώσει τα έργα του.

 Ο ηθοποιός ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΖΑΚΟΣ αναφέρεται στη συνάντησή του με τον λογοτέχνη στο Βουκουρέστι, το 1974, και φωτίζει στοιχεία της προσωπικότητάς του

. Ο συγγραφέας ΖΑΚΙΝΟΣ ΦΙΛΟΣΩΦ μιλάει για την περίοδο του αντάρτικου και τη συνάντησή του, όντας ο ίδιος διοικητής στρατοπέδου εξορίστων γυναικών στο Τρίκερι, με την τρίχρονη κόρη του λογοτέχνη ΜΥΡΤΩ, ενώ στο έργο του ΛΟΥΝΤΕΜΗ αναφέρεται και ο εκδότης του ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΛΑΔΟΣ. 

Οι ηθοποιοί ΜΕΛΙΝΑ ΜΠΟΤΕΛΗ, ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΕΣΚΕΝΑΖΥ, ΟΛΓΑ ΠΟΛΙΤΟΥ, ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ και ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ διαβάζουν αποσπάσματα από κείμενα του. Προβάλλεται ρεπορτάζ με δηλώσεις του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ μετά την επιστροφή του στην πατρίδα το 1976, και περιέχονται πλάνα από το σπίτι του στη Βάρη όπου έζησε μέχρι το θάνατό του και από την κηδεία του.

 Επίσης, πλούσιο φωτογραφικό υλικό με το συγγραφέα και εκδόσεις των έργων του. Ακούγεται τέλος, ηχητικό απόσπασμα με τη φωνή του του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ. Στο επεισόδιο τραγουδά ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ.

         ===================================================


Του Δημήτρη Δαμασκηνού
εκπαιδευτικός Δ.Ε.

Από τη Γιάλοβα στη Γαύδο!

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του πολυγραφότατου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, πολιτικού πρόσφυγα και προοδευτικού λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη (1912 – 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριου (Τάκη) Βαλασιάδη, που σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, ´θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Ελληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη´ (1). Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα ´Συννεφιάζει´, ´Οι κερασιές θ? ανθίσουν και φέτος´ και το μπεστ-σέλερ ´Ενα παιδί μετράει τ΄ άστρα´ (2) διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70. 

Παρόλα αυτά, κανένα αφιέρωμα ή επετειακή εκδήλωση δεν έχει μέχρι σήμερα προγραμματιστεί ενώ η μάλλον εμπαθής αποκαθήλωση του συγγραφέα από τον λογοτεχνικό Παρνασσό ως… ´ξεπερασμένου´ αποτυπώνεται και από το γεγονός πως στα σχολικά βιβλία των τάξεων Γυμνασίου – Λυκείου δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα από το πολυσχιδές έργο του, το οποίο καλύπτει τις κατηγορίες της πεζογραφίας (μυθιστόρημα και διήγημα), της ποίησης, του θεάτρου – σεναρίου, του δοκιμίου, της σάτιρας, της ταξιδιωτικής και παιδικής λογοτεχνίας, τέλος του ντοκουμέντου. 

Βέβαια δεν επιφύλαξαν οι κύκλοι του ´Υπουργείου της Δια Βίου Αμάθειας´ μόνο στον Μενέλαο Λουντέμη αυτή την ´τύχη´ αλλά και σε όλη την έξοχη γενιά των πνευματικών δημιουργών της αντίστασης, ώστε να ταφεί η πραγματική ιστορία της κι όπου δεν είναι αυτό μπορετό, να αλλοιωθεί, να απονευρωθεί, αν είναι δυνατό να ξαναγραφεί στα μέτρα των κυριάρχων. Η μνήμη ´κατασκευάζεται´ κι αυτό γίνεται εύκολο, όταν η πραγματική ιστορία δεν περνάει μέσα από τα σχολικά βιβλία (3) .

Για τον Μενέλαο Λουντέμη απουσιάζει, επίσης, οποιαδήποτε αναφορά σε αρκετές ´δημοφιλείς´ γραμματολογίες της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο λογοτέχνης ή σαν να μην αξίζει η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα ούτε τη δημόσια απόρριψη ή αποκήρυξη.
Τιμητική εξαίρεση στη γενική απαξία συνιστά για το 2011 η θεατρική διασκευή από τον Λάκη Λαζόπουλο του τρυφερού, ουμανιστικού μυθιστορήματος ´Ενα παιδί μετράει τ? άστρα´ για το ΚΘΒΕ (4)

Πέραν ωστόσο των ´επωνύμων´, το έργο του Μ. Λουντέμη είναι ιδιαίτερα αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό, στους φίλους των γραμμάτων, στους αγωνιστές της δημοκρατίας και τους προοδευτικούς ανθρώπους στον τόπο μας, αν κρίνει κανείς τουλάχιστον και από τις συνεχείς επανεκδόσεις των σημαντικότερων κειμένων του.

Είναι από αυτήν την άποψη χαρακτηριστικό πως στη Γ Πανελλήνια Έρευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς και Πολιτιστικών Πρακτικών που παρήγγειλε το ΕΚΕΒΙ και διενήργησε για λογαριασμό του η Metron Analysis από τον Νοέμβριο ως τον Δεκέμβριο του 2010 και στην ερώτηση ´θα μπορούσατε να μου αναφέρετε δύο ονόματα συγγραφέων των οποίων τα βιβλία σας επηρέασαν καθοριστικά ή άλλαξαν τη ζωή σας´, οι συμμετέχοντες στην έρευνα απάντησαν με την εξής σειρά: Νίκος Καζαντζάκης (6%), Πάολο Κοέλιο (3%), Μενέλαος Λουντέμης (3%), Αλ. Παπαδιαμάντης (2%), Λένα Μαντά (2%), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (2%) (5)

Ποιος ήταν, όμως, ο Μενέλαος Λουντέμης, ποια η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα και η λογοτεχνική αξία του έργου του σήμερα, θα προσπαθήσουμε με κριτικό πνεύμα να ιχνηλατήσουμε στο αφιέρωμα που ακολουθεί δίνοντας έμφαση στις πηγές και τα κείμενα.

Ο Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το 1912 (6). Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία (Ludias) της μετέπειτα πατρίδας του (7) .

Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. 

Πρόσφυγας από την Γιάλοβα μετά την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία και τον βίαιο εκπατρισμό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα (8) και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 όταν έφυγε για την Κοζάνη. 

Η οικογένεια του ήταν εύπορη αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του, πρώτα σε εργοστάσιο τούβλων, έπειτα ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού.

Στη Δ τάξη του -εξατάξιου τότε- Γυμνασίου ´απεσύρθη´ για πολιτικούς λόγους όπως σημειώνεται στο Γενικό Έλεγχο του σχολείου και απεβλήθη απ΄ όλα τα Γυμνάσια της χώρας. 

Οι πολιτικοί λόγοι ήταν η στράτευσή του με την αριστερά και τη δράση του μέσα από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε.. Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου που η αστική τάξη, θωράκιζε την εξουσία της αφενός θεσμοθετώντας το ´ιδιώνυμο´ (9)  και προβαίνοντας σε απηνή διωγμό της αριστεράς και των αγωνιστών της και αφετέρου κάνοντας μια αγωνιώδη απόπειρα πνευματικής και ιδεολογικής ανασύνταξης, προσπαθώντας δηλαδή να κλείσει το ρήγμα του κατεστραμμένου εθνισμού μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τη συνακόλουθη κατάρρευση της ´Μεγάλης Ιδέας´.

Γι΄ αυτό, στο μήνυμα της κοινωνικής αλλαγής θα αντιπαραθέσει το εξής δογματικό τρίπτυχο: ´αντικομμουνισμός – εθνικισμός – ελληνοκεντρισμός´ (10).

Θύμα αυτής της πολιτικής ήταν -ανάμεσα σε πολλούς βέβαια αγωνιστές- και ο νεαρός Μενέλαος Λουντέμης που είδε τη φτώχεια, την ταλαιπωρία, τις φυλακές και τις εξορίες να τον συντροφεύουν από τα πρώτα του βήματα. 

Στα 1933 ο Μενέλαος Λουντέμης εξορίζεται για τη δράση του στη Γαύδο. Εκείνη την εποχή η Γαύδος, όπου ´σπανίζουν οι άνθρωποι και τα ζα και τα δέντρα´ (11) , ´αυτό το ξερονήσι που παράγει μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, που πέθαναν αρκετοί κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες και δίκαια ονομάστηκε νησί του θανάτου´(12) , ήταν ένας από τους κυριότερους και χειρότερους τόπους εξορίας τη δεκαετία του 30.

Το 1931-32, άλλωστε, ήταν εκεί ο Θαν. Κλάρας (Αρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) και το 34-35 πολλοί επιφανείς αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, όπως οι Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτ. Πορφυρογένης, Β. Μπαρτζιώτας.  

Μάλιστα υπάρχει μαρτυρία του Τάκη Φίτσου πως συνάντησε συνεξόριστό του στη Γαύδο το 1933 τον νεαρό τότε Μενέλαο Λουντέμη: ´Πάμε στη Γαύδο! Στο Λιβυκό πέλαγος´. Ό,τι ήταν αργότερα η Γιούρα (τηρουμένων των αποστάσεων και αναλογιών). Τι τραβούσαν εκεί οι εξόριστοι, πού να το συλλάβει ο νους μας! Δεν ´τραβούσαν´ απλώς, πέθαιναν. Ήτανε κόλαση!.. Πριν φτάσουν εκεί, έπρεπε να περάσουν από το Καθαρτήριο στα Σφακιά. Να ζήσουν δυο – τρεις μέρες (ευτυχείς αν ήταν μόνον ώρες) στην Αστυνομία στ΄ Ασκύφου. Να ταφούν ζωντανοί εφτά οργιές κάτω από τη γη. Μέχρι να τους ανεβάσουν στον Απάνω κόσμο. Για να τους πάρει το πλεούμενο και να τους ´ξεβράσει´ στο ερημονήσι. Από τους πρώτους στη Γαύδο ο Φίτσος, όπως και ο Κλάρας και πολλά άλλα στελέχη επώνυμα(…) υπάρχει ένα σπουδαίο ιστορικό ντοκουμέντο, ένα συγκλονιστικό γραπτό κείμενο, ένα βιβλίο 25 σελίδων, το ρεπορτάζ του Τάκη Φίτσου με τίτλο ´ΣΤΗ ΓΑΥΔΟ – ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ´. Τέτοιο κείμενο είναι σπάνιο είδος(…) 

Ο Φίτσος ήταν ο πρώτος. Ύστερα θα ρθουν ο Θέμος Κορνάρος, ο Μενέλαος Λουντέμης κ.ά.. Το ρεπορτάζ φέρει ημερομηνία 15 Μάη 1933 και καταλήγει με έκκληση για Αμνηστία (13)

Πολύτιμη πηγή για τη ζωή των εξορίστων στη Γαύδο είναι, επίσης, το εξαιρετικό -ως μαρτυρία και ως λογοτέχνημα- αφήγημα του Μπερτ Μπερτλς ´Εξόριστοι στο Αιγαίο´. Ο Αυστραλός δημοσιογράφος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1935-36 και επισκέφθηκε την Ανάφη και τη Γαύδο.
Στο ´νησί του θανάτου´ βρίσκει δεκατρείς εξόριστους (επί Κονδύλη είχαν αυξηθεί σε 60). 

Κατοικούσαν σε ένα κτίσμα που είχαν κτίσει οι ίδιοι το 32 – 34, το επονομαζόμενο από τους λιγοστούς κατοίκους και ´παλάτι´… Στην Ανάφη, όπου φτάνει έπειτα από ταξίδι που διήρκεσε 3 μέρες και 4 νύχτες, συναντά τους 35 εξόριστους -ανάμεσά τους και δυο γυναίκες- και, όπως και στη Γαύδο, ζει μαζί τους, μοιράζεται το φαγητό, το δάγκωμα των κοριών και των ψύλλων, τις συζητήσεις και την αγωνία τους, περιγράφει και καταγράφει περιστατικά, ονόματα και προσωπικές ιστορίες (14) .

O Μενέλαος Λουντέμης, ωστόσο, δεν κάμπτεται από τα εμπόδια. Παρά το γεγονός ότι ήταν αδύναμος και ελαφρά κουτσός (μια πληγή δεμένη σε γύψο που άργησε να βγει, άφησε ατροφικό το ένα του πόδι), είχε ωραίο πρόσωπο και μια προμηθεϊκή σπίθα στην ψυχή του, που τη φλόγιζε απύθμενη φιλοδοξία. Έλεγε και ξανάλεγε στους δικούς του: ´Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα δοξαστώ στην Ελλάδα!´. Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και μεγάλη ακαταμάχητη θέληση κατόρθωσε όσο κανείς άλλος να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάρηστης ζωής του. Δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, χωρίς να καμφθεί (15).
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).

2.  Στα «βήματα» του Μέλιου… Βασισμένη στο σπουδαίο, αυτοβιογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ? άστρα», ήταν η ομότιτλη μουσική παράσταση που παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση (20, 21/11/2009, 8.30μμ), στην αίθουσα «Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε μουσική Γιώργου Βούκανου, κείμενα – σκηνοθεσία Γιάννη Βόγλη και στίχους Μαίρης Βούκανου. Το «Νεανικό Πλάνο», επίσης, σχεδίαζε το 2008 να περάσει στην κινηματογραφική παραγωγή με αρχή το «Ένα παιδί μετράει τ? άστρα», από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, με σενάριο – σκηνοθεσία Δ. Σπύρου, σε διεθνή συμπαραγωγή (Ελλάδα-Καναδάς-Βουλγαρία). 

3. Και βέβαια δεν είναι μόνο η παραγνώριση του έργου του Μενέλαου Λουντέμη. Μακριά η Ρόζα Ιμβριώτη, η Ρίτα Μπούμη – Παπά, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη και τόσες άλλες. Ίδια αντιμετώπιση έχει και ο Θέμος Κορνάρος, ο Νίκος Καρβούνης, ο Φώτης Αγγουλές, ο Γεράσιμος Σταύρου, ο Ζήσης Σκάρος, ο Θράσος Καστανάκης και βέβαια ο Βασίλης Ρώτας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Χάρης Σακελλαρίου και μια πλειάδα άλλων νεότερων που πλούτισαν τη λογοτεχνία της Αντίστασης.

4.  Βλ. Έφη Μαρίνου, «Όσα φέρνει ο χρόνος», από την έντυπη έκδοση Επτά, (24 Ιουλίου 2011), εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 24 Ιαν 2012. Τη θεατρική διασκευή σκηνοθετεί ο Γιάννης Ρήγας στις παραστάσεις που δίνονται στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη. Μια τρίλεπτη παρουσίαση στο YouTube: http://youtu.be/1CHVzsusk5o. 

5. Ολγα Σέλλα, Όσα μας ενδιαφέρει για να διαβάσουμε, Γ? Πανελλήνια Ερευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς από το ΕΚΕΒΙ, εφημ. Καθημερινή, 05-04-2011. 

6.  Σύμφωνα με το Δήμο Εξαπλατάνου, φέρεται γεννημένος το 1911. Άλλες πηγές τον εμφανίζουν γεννημένο το 1906 ή το 1907.  

7. Από την ιστοσελίδα του Δήμου Εξαπλατάνου.

8. Το Κρατικό Οικοτροφείο Εδέσσης τον περιέθαλψε σε ηλικία έντεκα χρονών. 

9. Το πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου που κατατέθηκε από την κυβέρνηση το 1928 είχε τίτλο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Προέβλεπε ποινή φυλάκισης εναντίον οποιουδήποτε οργάνωνε ή κατεύθυνε κομμουνιστική ή παρόμοια κίνηση, που απέβλεπε στην ανατροπή με βίαια μέσα του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή στην επικράτηση, με τη βία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το δεύτερο άρθρο, τιμωρούσε οποιονδήποτε δημόσια υποστήριζε τον κομμουνισμό ή έκανε σχετικό προσηλυτισμό. Το τέταρτο και πέμπτο άρθρο απαγόρευαν όλες τις κομμουνιστικές συγκεντρώσεις, χαρακτηρίζοντας τες, εκ προοιμίου, ως «επικίνδυνες» για τη δημόσια ασφάλεια, καθώς και κάθε ένωση φυσικών προσώπων που διακήρυσσαν κομμουνιστική ή παρόμοια ιδεολογία. Είναι ο νόμος που έμεινε γνωστός ως «ΙΔΙΩΝΥΜΟ», και θα τεθεί σε ισχύ το 1929. Εφαρμόζεται με αυστηρότητα μέχρι το 1936, που θα αντικατασταθεί από έναν ακόμη πιο σκληρό νόμο της δικτατορίας Μεταξά.

10. Ο Άγγελος Ελεφάντης αναφέρει πως «οι επίσημοι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία ακολουθούν απαρέγκλιτα την ακόλουθη γραμμή πλεύσης: αντικομμουνισμός, εθνικισμός, ελληνοκεντρισμός, γλωσσικός συντηρητισμός, εκπαιδευτικός σκοταδισμός. Είναι το νέο τρίπτυχο δίπλα στο πάντα χρήσιμο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια». Τα μεγάλα ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να γιατρέψουν την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους» (Βλ. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, 3η εκδ., Αθήνα: Θεμέλιο, 1999, σελ. 380). 

11. Κώστας Γκριτζώνας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σ.

12.  Κώστας Γκριτζώνας, ο.π. σ. 34-35.

13.  Την έκκληση υπογράφουν οι εξόριστοι: Τ. Φίτσος, Θ. Κλάρας, Καραμπέτσος, Σκράπας, Μάζαρης, Ι. Μολάς, Θ. Ριγανάς, Κ. Σανιδάς, Ι. Τσέκος, Ανδρεαδέλης, Δελόλμας, Τσουμάκος, Πετρίδης, Δράμιτσας, Καπόλας, Μωραΐτης, Ασ. Γκιουβέκας, Ταμπαζόπουλος, Παπαζήσης, Μ. Λίτσκας, Λ. Τζήμας, Μαντζαρίδης, Σαραντάκης, Σ. Μαρμαράς, Π. Καλαναρχόπουλος, Δ. Αλεξόπουλος, Κ. Μελίκογλου, Μίγκος («Ρίζος» 30/5/1933). 

14. Όπως εκείνη ενός νεαρού δασκάλου από την Πελοπόννησο, του Θόδωρου Γκοβάτσου, που εκτοπίσθηκε γιατί ο παπάς του χωριού του τον κατηγόρησε ότι δεν δίδασκε στους μαθητές του τα της δημιουργίας του κόσμου βάσει της Αγίας Γραφής, αλλά της επιστήμης  Ο δάσκαλος δεν ήταν κομμουνιστής. Έγινε μετά την εξορία, όπως πολλοί άλλοι. (Βλ. Μπερτ Μπερτλς, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σελ. 171-172). 

15.  «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).

       =======================================

«Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι».

 Το συγκλονιστικό έργο του Μ. Λουντέμη για τα βασανιστήρια στην εξορία της Μακρονήσου... 



Η ανατριχιαστική φράση προέρχεται από το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο» (1962). Τη χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια. Ο Λουντέμης δεν το έζησε στην πατρίδα γιατί είχε καταφύγει στη Ρουμανία από το 1958 για να αποφύγει τα χειρότερα, καθώς είχε παραπεμφθεί σε δίκη  με βαριές κατηγορίες ότι δήθεν θίγει την έννοια του κράτους και κλονίζει την εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι στη δικαιοσύνη. Τα γραφόμενά του σύμφωνα με τους κατηγόρους στοιχειοθετούσαν «προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας»…...

Ο Μενέλαος Λουντέμης σε μεγάλη ηλικία.
Ο Μενέλαος Λουντέμης σε μεγάλη ηλικία


Στην αίθουσα του Στρατοδικείου, ο Γιώργης, κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη «Οδός Αβύσσου, Αριθμός 0», βασανισμένος τόσο άγρια στο Μακρονήσι που για να ξαναδεθούν οι σκόρπιες ίνες του μυαλού του έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νευρολογική κλινική, σηκώνεται όρθιος και με σταθερή φωνή «απολογείται» καταγγέλλοντας μπροστά στους δικαστές του τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις κι αυτήν ακόμα την παρωδία δίκης με το προαποφασισμένο αποτέλεσμα της θανατικής του καταδίκης. Όσα καταγγέλλει προκαλούν –όπως είναι φυσικό- εκνευρισμό στην έδρα.

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Σιωπή! Χρησιμοποιείς την ιεράν ταύτην αίθουσαν δια την βρομεράν σου προπαγάνδα; Αρκεί!

 ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Αφήστε τον, κ. Πρόεδρε… πολύ γρήγορα –μόλις ο θάνατός του γίνει βεβαιότης-, θα σκύψει τον αυχένα.

 ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Κάνετε λάθος. Θα πάω όρθιος παντού. Όρθιος όπως περπάτησα ως τώρα, ακόμα κι όταν τα πόδια μου έσταζαν αίματα. Πρέπει, για την Ιστορία, να σας πω ότι χτες βράδυ, μετά το τέλος της δίκης, τρεις άνθρωποι μπήκαν στο κελί μου κι όλη τη νύχτα πάλεψαν να σπιλώσουν την τελευταία μέρα της ζωής μου, αποσπώντας μου την ταπεινωτική «μετάνοια». Θα μπορούσα να σας δείξω τις πληγές και τα εγκαύματα που έκαναν σ’ ολόκληρο το κορμί μου. Δεν το κάνω όμως για να μη νομισθεί ότι εκλιπαρώ την επιείκεια ή τον οίκτο σας. Δεν με πιστεύετε;

 ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Εγώ το πιστεύω. Όχι, κ. Πρόεδρε. Εγώ το πιστεύω. Γι’ αυτό, κατηγορούμενε, σε συμβουλεύω εγώ, πατρικώς –όχι με βασανισμούς και απειλάς- σε προτρέπω πατρικώς να εγκαταλείψεις, επιτέλους, αυτό το στείρον ανώφελον πείσμα –χάριν μιας αβεβαίας υστεροφημίας- και να επανέλθεις εις τους κόλπους της Πατρίδος, ήτις θα σε δεχθεί και θα περιθάλψει τας πληγάς σου.

 ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ: Παιδιά που τα δέρνουν στο σπίτι με το ξύλο φεύγουν μακρύτερα. Όχι, κ. Στρατοδίκα, δεν θα επιστρέψω στο ετοιμόρροπο σπίτι σας που τόσο άσκημα κάνετε αν το λέτε ‘Πατρίδα’. Δεν θα επιστρέψω ούτε με το γλυκό σας ύφος, που τόσο αδέξια ηχεί στα χείλη σας. Δεν θα επιστρέψω σ’ ένα σπίτι που τας θεμέλια και το κατώι του πλημμύρισαν από αίματα. Πατρίδα είναι εκείνο που για χάρη του θυσιάζονται οι άνθρωποι και όχι εκείνο που για χάρη του σκοτώνουν. 

Ο ΙΔΙΟΣ ΣΤΡΑΤΟΔΙΚΗΣ: Ε, τότε πήγαινε στο διάολο! Πήγαινε στον θάνατο που σου αξίζει!»

 Πηγή : Μενέλαος Λουντέμης, «Οδός Αβύσσου αριθμός Ο», μυθιστόρημα, Το Βήμα βιβλιοθήκη, πιστή αναπαραγωγή της έκδοσης Ελλ. Γράμματα (5η έκδοση), Αθήνα 2000, σελ. 341-343 ... 



https://cdn.ianos.gr/media/catalog/product/cache/1/image/650x650/17f82f742ffe127f42dca9de82fb58b1/9/e/9e78d4f1-e43b-418b-8f62-1f554ec933a3_2.jpg


"...Μυκήνες! Ξένε, κλάψε... Αν θέλεις να προσευχηθείς, δεν υπάρχει βωμός. Όλα είναι θρύψαλα, λιωμένα κάτω απ' το ασήκωτο πέλμα του καιρού. Κι όμως... τον παλιό κείνο καιρό όλα ήταν ολόρθα.
Οι σπασμένες υδρίες ήταν κάποτε ξεχειλισμένες από μελίκρατο και νέκταρ. Τούτες οι κολόνες κρατούσαν στα κεφάλια τους τον ουρανό της σοφίας! Ύστερα οι Έλληνες μπούχτισαν, μέθυσαν απ' τη γνώση και τη λάμψη και τα 'σπασαν όλα, τα 'καναν συντρίμματα! Απ' την πολλή λάμψη τυφλώθηκαν.
Αν θέλεις να δεις Μυκήνες, φλογερέ προσκυνητή, σκύψε. Η πόλη είναι βουλιαγμένη. Η Μυκήνα είναι υπογειούπολη. Ευλογία στα χώματα που τη φύλαξαν απ' τους ανθρώπους της κι απ' τη μανία της καταστροφής τους".
Καθώς οι εβένινες νύχτες εναλλάσσονται με τις φεγγαρόλουστες, το λυρικό αυτό μυθιστόρημα μας ωθεί να ακολουθήσουμε τον συγγραφέα στις αναζητήσεις του στους μυχούς της αισθηματικής ζωής. Όμως η λύτρωση θα έρθει πολύ αργότερα, στον επίλογό του, όταν ο ίδιος θα καταλήξει πως η ευτυχία η δική σου δεν είναι ίσως παρά ο τρόπος για να δώσεις λίγη ευτυχία στους άλλους. Αυτό το συναρπαστικό έργο, που ο ίδιος το χαρακτηρίζει μυθοφαντασία, είναι το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου για τον Λουντέμη, ο οποίος εισέρχεται ύστερα στη δεύτερη και μακρύτερη περίοδό του, σημαδεμένη από την Αντίσταση και τα κατοπινά του μαρτύρια.

      ==============================================



Λίγα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ένα αεροπλάνο απογειώνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες με προορισμό την Ευρώπη. Καθένας εκεί μέσα κουβαλά μαζί του την ιστορία του, συνυφασμένη –χωρίς να το ξέρει– με αυτήν του διπλανού του. Πέντε ζωές ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας όπως το νήμα απ’ το κουβάρι: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Εβραίων που κυνηγήθηκαν και έχασαν τα παιδιά τους στα γερμανικά στρατόπεδα· ένας Γερμανός ναζιστής που σκόρπισε χωρίς τύψεις τον θάνατο και τον τρόμο· μια όμορφη Ιταλίδα που ερωτεύτηκε, αλλά τελικά βίωσε τη ματαίωση· ένας Αμερικανός στρατιώτης που γυρνώντας από τον Πόλεμο της Κορέας έχασε τη μνήμη του, αλλά και την ψυχή του· κι ένας νεαρός Έλληνας λοστρόμος που πολέμησε με γενναιότητα. Όλοι αυτοί –και άλλοι, θύματα και θύτες– θα βρεθούν να πετούν πάνω απ’ τη θάλασσα, μέσα σ' ένα αεροπλάνο που από στιγμή σε στιγμή θα πέσει...
Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα… Οι ήρωες του βιβλίου, τύποι καθημερινοί, με αγνά ιδανικά, οι οποίοι ξεχειλίζουν από ανθρωπιά κι αγάπη, γνωρίζουν από πρώτο χέρι τη βία, το μίσος και το έγκλημα. Η πορεία τους μοιάζει με μια αέναη θυσία στον βωμό της ελευθερίας των λαών και της αγάπης.

              ========================================




«Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάµα. Από κει και πέρα οι άνθρωποι ή παραµένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε».
Δύο στενοί φίλοι, ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, µοιράζονται τη φτώχεια και την απελπισία και φουντώνουν από αγανάκτηση για την αδικία που κυβερνάει αυτό τον κόσµο, προσπαθώντας να την εξηγήσουν ο καθένας απ’ τη µεριά του. Κάποτε θα συναντήσουν τυχαία –ή µήπως όχι;– τον γερο-Ραµατά. Αυτός, στον παλιό καφενέ του, θα γίνει ο πατέρας τους, συντροφεύοντάς τους καθώς θα έρχονται αντιµέτωποι µε τις επιλογές τους. Ώσπου µια µέρα θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας, Για λίγο ουρανό, που χωρίς να το περιµένουν θ’ αλλάξει τελικά τη ζωή τους.
Πρόσωπα που θα τα φέρει κοντά η τύχη, ίσως και το πεπρωµένο, τα οποία ανακαλύπτουν πως τελικά «οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»...

«Νύσταξα να σε καρτερώ, έρωτα, και να λειώνω
µπρος στο βιβλίο της ζωής σκυµµένος µια ζωή!
Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί,
χίλια θε να ’δινα πρωινά να ζούσα εκείνο µόνο!»

         ===============================================



Καλά κουµάσια και του λόγου τους – τα σύννεφα θέλω να πω. Σου κάνουνε τ’ ανήξερα περιστεράκια (σου παρασταίνουνε το πούπουλο) και µέσα τους έχουνε κρυµµένο το πικρό κεντρί. Αµ αυτά ήτανε –ποια άλλα;–, αυτά ήτανε που φέρανε όλο το κακό. Πηγαίνανε πάν’ απ’ το βάλτο σαν τα φουσκωµένα βουβάλια, ξερνοβολούσαν, και κατόπιν γυρνούσανε ξεθυµασµένα και λέγανε κατά τον αέρα: «Έλα, τώρα έχεις το ελεύτερο να µας πάρεις».
Το 1923, µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ένα ορφανό αγόρι θα βρεθεί προσφυγόπουλο στο Βερτεκόπι, στη σηµερινή Σκύδρα. Εκεί θα γίνει στενός φίλος µ’ ένα τουρκάκι, τον µικρό Σουκρή, που θα πρέπει να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία – αν και η µοίρα του θα είναι ακόµα πιο σκληρή. Η περιπλάνηση του µικρού ήρωα σε πόλεις και χωριά της Μακεδονίας, όπου πασχίζει να επιβιώσει δουλεύοντας πότε ως πλανόδιος πωλητής και πότε ως λασπάς, θα δοκιµάσει τις αντοχές του και θα του µάθει τη σκληρότητα της ζωής από πρώτο χέρι. Αλλά η αγνή του ψυχή και η ευαισθησία του δε θα πάψουν να αναζητούν εκείνο τον τόπο όπου τα παιδιά δε δουλεύουν και είναι πάντα ευτυχισµένα.
«... Ο Λουντέµης έγραφε όπως ανάσαινε, δεν σταµατούσε ποτέ... Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και µια µαρτυρία από τη µακρόχρονη οδύσσειά του στους χώρους της εξορίας – µέσα κι έξω από την Ελλάδα». Στρατής Τσίρκας
«Ο Μενέλαος Λουντέµης ήταν ένας από τους ωραίους της γενιάς των Ρωµιών λογοτεχνών που κλείσανε στο έργο τους τη δίψα και τους αγώνες του λαού µας για ελευθερία, δηµοκρατία, ανθρωπισµό...» Διδώ Σωτηρίου
«Μια συµβολική φυσιογνωµία αγωνιστή για τη ζωή, ενάντια στην αδικία, που τη βίωσε µε τον πιο σκληρό τρόπο και την πάλεψε µε παιδικό πείσµα µέχρι τέλους. Το µήνυµά του “να παλεύεις γι’ αυτό που λέει η καρδιά σου” και “να µην το βάζεις κάτω” είναι το πιο επίκαιρο µήνυµα στις µέρες µας. Ένα µήνυµα τόσο για τους µεγάλους (γονείς – δασκάλους), αλλά κυ­ρίως για τα παιδιά. Που καλούνται να ξαναχτίσουν τον πολύχρωµο κόσµο τους, µέσα από τα συντρίµµια που τους αφήνουµε κυρίως εξαιτίας της ανοχής µας στο πιο διεφθαρµένο σύστηµα εδώ και πολλές δεκαετίες».

 Περιοδικό Εκ-Παιδεύω, τεύχ. 27, Σεπτέµβριος-Οκτώβριος 2012


         ===============================================




Πήχτωνε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ’ τα κυπαρίσσια. Ανάψανε οι λαµπάδες τ’ ουρανού. Όλα ήταν γάλα... γάλα... λουλάκι... και σπίθες. Το ποτάµι µουρµούριζε µες στον ύπνο του κρυφά παραµιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιµήθηκε... ολόκληρο το βράδυ. Έγραψε το πιο πικρό, το πιο µεγάλο του παραµύθι...
Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν... παρηγορηµένο. Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να µετρήσει τ’ άστρα... Να τα µετρήσει όλα... σιγά σιγά... ένα ένα... Όλα... Και τα βρήκε σωστά.

                ==================================================


ΘΥΜΩΜΕΝΑ ΣΤΑΧΥΑ


Από τις ωραιότερες αντιπολεμικές σελίδες που γράφτηκαν ποτέ είναι τα <<Θυμωμένα Στάχυα>> του Μενέλαου Λουντέμη. Γραφή ζωντανή, μεστή, εικόνες που μαρτυρούν όλη την αγωνία των παιδιών που ζήσανε τη φρίκη του πολέμου, χωρίς ποτέ να μπορέσουν να δώσουν απάντηση στο <<γιατί>>. Σελίδες γεμάτες τρυφερότητα και ανθρωπιά για τις μάνες, τα παιδιά, τους παππούδες που μείναμε πίσω απ΄τις γραμμές του πολέμου, περιμένοντας το γυρισμό των αγωνιστών.


  ===============================================================


Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ' αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν' αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ' τις φωνές... Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ' τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ' τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου. [...]

          =============================================


Ένα παιδί μετράει τ' άστρα (μυθιστόρημα)

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. Παρουσιάζει ανάγλυφα τον πόθο του φτωχού παιδιού να μάθει γράμματα, καθώς και την προσπάθεια να επιτύχει το στόχο του παρά τις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες.

Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατά σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι*, δεν είχε χαρτοπουλειά*. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια* και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρ' το μου. Ε; Πολύ θα σεπερικαλέσω*, όμως...».

Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. «Πάρ' τα», του λέει. «Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια... μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;...». Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... «Άιντε, άιντε... Σύχασε*...», είπε. «Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;».

Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού», λέει στο παιδί. «Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρ' το εσύ, μην 'πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε».

Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι, «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξώφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε.

Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία.


2014-04-06 02.12.52.jpg



Το Ένα παιδί μετρά τ' άστρα είναι μυθιστόρημα, του Έλληνα συγγραφέα Μενέλαου Λουντέμη. Εκδόθηκε το 1956, από τον εκδοτικό οίκο "Δίφρος". Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά έργα του συγγραφέα.

Το βιβλίο περιγράφει τους αγώνες και τους κόπους που καταβάλει ένα παιδί, ο Μέλιος, για να μορφωθεί, να πάει στο σχολείο και, τελικά, να επιβιώσει.

Περίληψη

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τη χαρακτηριστική φράση:

«Ο αέρας φύσαγε σα γύφτος.»

Το βιβλίο εξιστορεί την περιπέτεια του Μέλιου Καδρά - ενός φτωχού και ορφανού αγοριού: Στο χωριό του Μέλιου, το αφεντικό του, δεν τον αφήνει να μορφωθεί, διότι υποστηρίζει, πως θα του αποσπά την προσοχή από τη δουλειά. Ένας καλός δάσκαλος του χωριού, θα καταλάβει τη δίψα του παιδιού για μάθηση, και θα του δώσει, αρχικά, κάποια βιβλία. Ο Μέλιος, μοιάζει να συγκλονίζεται από τα βιβλία, όσες φορές κι αν τα διαβάσει. Η όρεξή του για μάθηση, τελικά, θα τον προδώσει στο αφεντικό, που μόλις μαθαίνει ότι ο Μέλιος ασχολείται με τα βιβλία θυμώνει πολύ. Και του απαγόρευσε να ξανασυναντήσει τον δάσκαλο. Ωστόσο, οι δρόμοι του παιδιού και του δάσκαλου χωρίζουν, ο Μέλιος πήγε στην πόλη, ολομόναχος ώστε να πάει σε σχολείο. Εκεί, θα ζήσει την αδικία και το δίκιο, την αγάπη και το μίσος, την καλοσύνη και την κακία, τη φιλία και την έχθρα, αλλά ο μόνιμος συνοδοιπόρος του, σε αυτό το κακοτράχαλο ταξίδι, θα είναι πάντα το βιβλίο και η δίψα του, η αστείρευτη, για μάθηση.

Βασικοί Χαρακτήρες

Μέλιος Καδράς:

 Ο Μέλιος είναι ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος. Το κύριο μέλημα του είναι η μάθηση και η επιβίωση. Και τα καταφέρνει με μεγάλη δυσκολία. Όπου συναντά το άδικο φωνάζει. Είναι, με λίγα λόγια, ένας αγωνιστής της ζωής.

Μπαρμπα-Ανέστης:

Ο μπαρμπα-Ανέστης είναι ένας γέρος, που συγκινείται από την προσπάθεια του Μέλιου και τον περιθάλπει από την πρώτη στιγμή που θα ιδωθούν. Είναι φιλότιμος και εργατικός, και τον Μέλιο τον έχει σαν παιδί του, μιας και δεν έκανε ποτέ δικά του.

Μπίθρος:

Ο Μπίθρος είναι ένας γύφτος, που στηρίζει τον Μέλιο σε δύσκολες στιγμές του. Ο Μπίθρος μιλά άτσαλα και περίεργα, αλλά η αγάπη του και η καλοσύνη του είναι ασύγκριτες.

Μπαρμπα-Θόδος:

 Ο μπαρμπα-Θόδος είναι ο επιστάτης του σχολείου. Είναι μια πολύ ευχάριστη λογοτεχνική φιγούρα. Είναι δίκαιος και καλός, αλλά προσπαθεί να φαίνεται αυστηρός, ώστε να μην τον κάνουν ο,τι θέλουν τα παιδιά. Συνηθίζει, να λέει, τα παιδιά: «Εωσφοράκια».

Σωτήριος Σκαμβούρας:

Ο Σκαβμούρας είναι ένας καθηγητής του σχολείου που πηγαίνει ο Μέλιος. Έχει έλλειψη θάρρους, αλλά στις δύσκολες στιγμές, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, υψώνει, αυτό το λιγοστό, ανάστημά του.

Βελίκω Πρινολά:

 Η Βελίκω είναι μια συμμαθήτρια του Μέλιου, η οποία έχει ερωτευθεί παράφορα, τον Σκαμβούρα, κι είναι έτοιμη να κάνει μεγάλες θυσίες για εκείνον. Αυτός, όμως, καθώς είναι ήσυχος και εσωστρεφής, την απομακρύνει συνεχώς.

Παπάς:

Ο Παπάς είναι ένας αυστηρός καθηγητής που κάνει θρησκευτικά στο σχολείο. Συνεχώς υποδεικνύει στους άλλους τι να κάνουν. Και μιλά πάντα στην καθαρεύουσα.

Ομάδα Περσών:

 Η ομάδα Περσών, είναι μια ομάδα της τάξης, με αρχηγό τον Δακρυτζίκο, που κάνουν όλο φασαρίες και αταξίες.

(κ.ο.κ.)

Πληροφορίες

Τεχνική

Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ως αυτοβιογραφικό. Διακρίνεται από λυρισμό και από ζωντανούς χαρακτήρες που έχουν βάθος.

Αναγνωρισιμότητα

Το βιβλίο ήταν πιο διαδεδομένο τις δεκαετίες 60,70,80, κυρίως από τη νεολαία. Επίσης, είναι και μπεστ σέλερ.

Για την τέχνη

Το βιβλίο έχει μεταφερθεί και στο θέατρο, δυο πρόσφατες παραστάσεις είναι αυτές του: Γιάννη Ρήγα, με τον τίτλο "Ένα παιδί μετράει τα άστρα", η οποία ανέβηκε στη Νεανική Σκηνή Θεάτρου, 1 Νοεμβρίου 2011 και η άλλη παράσταση είναι της Bαρβάρας Δούκα, με ίδιο τίτλο, σε μουσική εκδοχή του βιβλίου. Η παράσταση αυτή έκανε καλοκαιρινές περιοδείες το 2013, και πρωταγωνιστούσαν στο ρόλο του Μέλιου ο Θανάσης Τσαλταμπάσης και στο ρόλο του μπαρμπα-Ανέστη ο Κώστας Βουτσάς.

         =========================================


Ο Μενέλαος Λουντέμης (1912  - 22 Ιανουαρίου 1977), ήταν Έλληνας λογοτέχνης που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία της μετέπειτα πατρίδας του.

Βιογραφικό

Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας του 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο <<Μενέλαου Λουντέμη>> που το καθιέρωσε πρός τιμήν του ή Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών καί απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.Προς τιμήν του, στο Βουκουρέστι δόθηκε το όνομα του σε δημόσιο κτίριο (Λουντέμειο Μέγαρο). Σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, «θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη».

Πρόσφυγας από την Γιάλοβα στον Μεγάλο Ξεριζωμό, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανοςτης Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ' όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ' όλα τα γυμνάσια της χώρας.)

Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο«μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά. Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Eταιρίας Eλλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Kαζαντζάκη.

Κατοχή και Εμφύλιος

Στην κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση στο πλευρό του ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιοσυλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο - ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ' αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άι Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο. Το 1958 δικάζεται εκ νέου για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και απαγορεύεται η κυκλοφορία των βιβλίων του. Μετά τη δίκη εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και το 1967 χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Το 1956 εξελέγη μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου της Ειρήνης.Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, ως και λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Την περίοδο της αυτοεξορίας ο Λουντέμης πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια, φτάνοντας μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ. Το οδοιπορικό του αυτό το αποτύπωσε το 1966 στο βιβλίο του «Μπατ-Τάι». Το 1976 επανακτά την ελληνική του ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα, το 1977, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και η σορός του εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα.

Μεταφράσεις και μελοποιήσεις των έργων του

Βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κυρίως στις ανατολικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.ά. Επίσης κάποια απ' αυτά μεταφράστηκαν στα κινεζικά και στα βιετναμέζικα. Στην Ευρώπη δημοσιεύθηκαν αρκετά αποσπάσματα από το έργο του, κυρίως σε καλλιτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Tο μυθιστόρημα του «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά. Κάποια ποιήματα του μελοποιήθηκαν, με γνωστότερα το «Ερωτικό κάλεσμα» από τους αδερφούς Κατσιμίχα και το «Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος» που ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης σε μουσική του Σπύρου Σαμοΐλη.

Πνευματική κληρονομιά

Ο Μενέλαος Λουντέμης άφησε πίσω του πνευματική κληρονομιά περίπου σαράντα πέντε βιβλίων, που τον καθιστούν έναν από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς και μια κόρη, τη Μυρτώ. Ο Λουντέμης ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το έργο του καθίσταται ιδιότυπο λόγω του "ερασιτεχνικού" τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Αντίθετα, σκοπός του είναι η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Μαξίμ Γκόρκι, Κνουτ Χάμσουν). Χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε και το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία. Ο Λουντέμης έχει την τάση να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο - αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και μας δίνει την προσωπική οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου.

Εργογραφία

«Τα πλοία δεν άραξαν», Αθήνα, εκδ. Γκοβόστης, διηγήματα (1938) ISBN 960-344-915-6

«Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», Αθήνα, διηγήματα (1940)

«Γλυκοχάραμα», Αθήνα, διηγήματα (1944)

«Το τραγούδι των διψασμένων», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, διηγήματα (1966)

«Βουρκωμένες μέρες», Αθήνα, διηγήματα (1953) ISBN 960-344-914-8

«Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», Αθήνα, διηγήματα (1946) ISBN 960-393-140-3

«Έκσταση», Αθήνα, εκδ. Αετός, μυθιστόρημα (1943) ISBN 960-393-139-X

«Καληνύχτα ζωή», Αθήνα, μυθιστόρημα (1946) ISBN 960-393-138-1

«Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-393-978-4

«Συννεφιάζει», Αθήνα, μυθιστόρημα (1946) ISBN 960-344-837-0

«Ένα παιδί μετράει τ' άστρα», Αθήνα, εκδ. Δίφρος, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-344-768-4

«Η φυλακή του Kάτω Kόσμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1964) ISBN 960-393-312-0

«Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα», Αθήνα, εκδ. Κέδρος, μυθιστόρημα (1963) [8] ISBN 960-344-888-5

«Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους», Αθήνα, εκδ. Δίφρος, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-393-137-3

«Λύσσα», μυθιστόρημα

«Τρόπαια Α΄», (Η οπτασία του Μαραθώνα), μυθιστόρημα

«Τρόπαια Β΄», (Σαλαμίνα), μυθιστόρημα

«Κάτω απ' τα κάστρα της ελπίδας», μυθιστόρημα ISBN 960-393-183-7

«Το κρασί των δειλών», (Σαρκοφάγοι Ι), Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, μυθιστόρημα (1965) [9] ISBN 960-393-023-7

«Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα», (Σαρκοφάγοι ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1974)

«Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά», (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1974)

«Οδός Αβύσσου αριθμός 0», Αθήνα, εκδ. Βιβλιοεκδοτική, μυθιστόρημα (1962) ISBN 960-344-820-6

«Θυμωμένα στάχυα», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1965) ISBN 960-344-993-8

«Αγέλαστη Άνοιξη», μυθιστόρημα ISBN 960-393-024-5

«Της γης οι αντρειωμένοι...», Αθήνα, βιογραφίες (1976)

«Οι αρχιτέκτονες του τρόμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, σατυρικό (1966)

«Οι κεραυνοί ξεσπούν», Αθήνα, εκδ. Κάδμος, θεατρικό (1958)

«Θα κλάψω αύριο», (σκηνικό ρομάντσο), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)

«Ανθισμένο όνειρο», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)

«Ταξίδια του χαμού», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)

«Πικρή θάλασσα», (ελληνική θαλασσογραφία), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1976)

«Μπατ-Τάι», (Οδοιπορικό στο Βιετνάμ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ταξιδιωτικό (1966)

«Ταξίδι στην απεραντοσύνη», (Οδοιπορικό), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, πολ. δοκίμιο (1976)

«Οι Δήμιοι με τ’ άσπρα γάντια», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό δράμα (1978)

«Δαίδαλος», σε εικονογράφηση Γ.Πανετέα, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, παιδικά διηγήματα ISBN 960-393-136-5

«Ίκαρος», παιδικά διηγήματα ISBN 960-344-835-4

«Ηρακλής», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, παιδικά διηγήματα (1976) ISBN 960-393-135-7

«Θησέας», παιδικά διηγήματα ISBN 960-344-771-4

«Ο μεγάλος Δεκέμβρης», Αθήνα, εκδ. Μαρής-Κοροντζής, παιδικά διηγήματα (1945)

«Κραυγή στα πέρατα», Αθήνα, εκδ. Παλμός, ποιητική συλλογή (1954)

«Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)

«Το σπαθί και το φιλί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1967)

«Κοντσέρτο για δύο μυδράλια και ένα αηδόνι», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1973)

«Πυρπολημένη μνήμη», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)

«Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)

«Τραγουδώ για την Κύπρο», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, ποιήμα (1956)

«Ο λυράρης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)

«Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)

«Ο εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποίηση (1976)

«Καραγκιόζης ο Έλληνας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός

«Ο γολγοθάς μιας ελπίδας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός

«Μενέλαος Λουντέμης Απανθίσματα», Αθήνα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2004) του Δαυίδ Ναχμία

«Μια Νύχτα με πολλά φώτα,κάτω από μια πόλη με πολλά Αστέρια», εκδ. Ελληνικά Γράμματα (1934) του Δαυίδ Ναχμία

Μεταφράσεις

«Το σπίτι της ομίχλης», Θεόδωρου Κωνσταντίν, μυθιστόρημα

«Μορομέτε», Μαρίν Πρέντα, μυθιστόρημα

«Και τους καταδικάσα όλους σε θάνατο», Τίτους Πόποβιτς, μυθιστόρημα

«Πέρα απ' τς αμμόλοφους», Φάνους Νεάγκου, μυθιστόρημα

«Πύρινα άλογα», Ίον Μπραντ, ποίηση

«Το λουλούδι της στάχτης», Εουτζέν Ζεμπελεάνου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποίηση (1974)

«Οι φρουροί των ανέμων», Βίρτζιλ Θεοδορέσκου, ποίηση

«Ο ιππότης της μοναξιάς», Ζέο Ντιμιτρέσκου, ποίηση

«Σαρκασμοί και εφιάλτες», Μαρίν Σορέσκου, ποίηση

«Ένας άνθρωπος Οστην αγορά», Ντομίτρου Ποπέσκου, ποίηση

«Άσπιλοι κι αμόλυντοι», Χόρια Λοβινέσκου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό-σατυρικό (1975)


  ==============================================


Τ παραμύθι νς ραγισμένου ρωτα


Μι φορ κι να καιρό,
ταν να γραμμόφωνο.
να λομόναχο γραμμόφωνο.
Μ μπορε κα ν μν τανε γραμμόφωνο
κα νά ταν μόνο να τραγούδι,
πο ζητοσε να γραμμόφωνο,
γι ν πε τ καημό του.

Μι φορ κι να καιρό,
ταν νας Ερωτας.
νας λομόναχος ρωτας
πο γύριζε μ μία πλάκα στ μασχάλη,
γι ν βρε να γραμμόφωνο
γι ν πει τ καημό του.

«ρωτα μ σ πλάνεψαν
λλων ματιν μεθύσια
κα μέσ᾿ τ κυπαρίσια
περνς μ μι᾿ λλη νιά;
ρωτ᾿ δικοθάνατε,
ρωτα χρυσομάλλη,
ν σ᾿ εδαν μ μιν λλη,
ταν Λησμονιά».

Μι φορ κι να καιρό,
δν ταν νας ρωτας,
δν ταν νας πόνος.
ταν μισς ρωτας -μισς πόνος-
κα μι μισ πλάκα,
πού λεγε τ μισό της σκοπό:
«ρωτα μ σ... ρωτα μ σ...
ρωτα μισέ... ρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μ δ βρίσκεται να χέρι!
να πονετικ χέρι,
γι ν᾿ νασηκώσει τ βελόνα
κα ν᾿ κουστε ξανά,
λόκληρος ρωτας,
λόκληρο τ τραγούδι:

«ρωτα μ σ σκότωσαν
τ μαγεμένα βέλη;
ρωτα Μακιαβέλλι.
Τ μάτια πο σ λάβωσαν,
μ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ταν πυρωμένα
κα μπήχτηκαν βαθιά».

=================================

Ποιός μου χτυπ τ τζάμι;
Μ μο χτυπτε.
Δν εμαι δ.
δ κατοικε Μοναξι
μ μόνιμη νοικάρισα τ Πλήξη.

Μ μο χτυπτε λοιπν τ τζάμι.
Μάταια χτυπτε.
γ δ μπορ ν᾿ νοίξω.
Δ μπορ ν συρτ
οτ᾿ ς τ πόρτα το σπιτιο μου,
οτ᾿ ς τ πόρτα το λλου κόσμου.

Μ μο χτυπτε λοιπν τ τζάμι.
Δν εμαι δ.
δ εν᾿ να ξερ ντομο
σ᾿ να κόσμο, -φέρετρο-
που παγορεύεται -μ κίνδυνο νάστασης-
κόμη κι θάνατός σου!

Μ μο χτυπτε λοιπν τ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στ σπίτι.
Λάθος στ πόρτα.
Λάθος στν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ ατ πάψτε.
Πάψτε -γι τ Θεό- ν μο χτυπτε!
Σς τ ξαναλέω- μή!
δ δ κατοικ γώ.
δ κατοικε μία αμοβόρα
κι κροβάτισα ράχνη,
πο πρν λίγο φαγε μία πεταλούδα.
Μι χρυσή, λεπτ πεταλούδα,
πο -λίμονο- εχε τ᾿ νομά μου!

ρα δν εχα γαπηθε, ατ ταν λο
σως νόητα ποδύθηκα τ ρόλο
Γελωτοποιο πολ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σ μιν χρηστη ποθήκη
λίθιος κοκλος μ σπασμένη μύτη


(Τέσσερα Ποιήματα π τν συλλογή:
«Κάτω π Τ Κάστρα Τς λπίδας»)

=========================================

Ο κερασις θ᾿ νθίσουνε κα φέτος στν αλ
κα θ γεμίσουν μ᾿ νθια τ παρτέρι.
Πικρ πο εν᾿ νοιξη σν εσαι δίχως ταίρι!
Πικρ πού ν᾿ ζωή!

νοιξε τ παράθυρο στ πρωϊν γιορτή,
γι νά μπουν ο μοσχοβολις π τ περιβόλι.
χ κάθε του τριαντάφυλλο κα μία πλήγη π βόλι,
εναι γι σ ποιητή!

Κουράστηκα ν σ καρτερ, ρωτα κα ν λιώνω,
π στ βιβλίο τς ζως σκυμμένος, μι ζωή.
Μ᾿ ν τανε ν ρχόσουνα γι να στω πρωΐ,
χίλια θ νά δινα πρωϊνά, ν ζήσω κενο μόνο.

======================================

Θρόμβοι αματένιοι στο κλαβιέ, κυλσαν τ καδένα.
Κόκκινη γύρη, πο τ δρόμο πρε τς νοτις.
Ψυχή, πο θάλασσα γινες, -μι θάλασσα φωτις-...
Μπαλάντα το Σοπν Νούμερο να.

ντίο Γαλήνη τώρα πιά. ντίο σεμν συχία
κι ντίο σ στοχαστικέ μου Ρεμβασμέ,
Χαρ πο στ᾿ ποδείπνι σου δ βρκα οτε ψιχία
κα καλς ρθες βιαστικ κα βίαιε Χαλασμέ!

Στάχτη γάπη. λπίδα βέβαιη καταχνιά.
Καπνίλα, αμόφυρτα φτερά, συντρίμμια, πόνοι...
Μς στς ρωγμς Θάνατος, σ κρύος βοριάς, τρυπώνει
κι ο νθρωποι -σφάγια- τόνε προσμένουν στ παχνιά!

ρθ Φοβέρα μοναχ κα μοναχ ργή,
-κλψτε μικροί, πο γι μεγάλοι χατε φτάσει-
Δόξα φτερούγισε, λίγο ν ξαποστάσει,
πάνω στ κεφάλια σας κα μίσεψε γοργή!

Μικρ αυτέ, πο γι ητς νέβαινες κι π ψηλά,
τν λιο βάλθηκες, σ σύννεφο ν σκιώσεις.
Γραμμένο σου τανε σ σύννεφο ν λιώσεις
κα σ βροχ ν πέσεις χαμηλά.

Κα τώρα π τ χμα ατό, πο ποτισμένο τό χω γώ
μ τν ματιν μου τ βροχ κα μ τν αυτό μου,
ζητ φωτιά, π᾿ τ στοργ το τελευταίου ντόμου,
ν᾿ νάψω, ν πυρποληθ κα ν φλεγ!

Τος πράους δ κατάφερα ν τος λατρέψω κα ν τος
παρηγορήσω πού κλαιαν, πάνω στος δειους μώλους.
Εν᾿ καρδι μ᾿ λόκλειστη γι τος οράνιους, δυνατούς.
Κα γι τος γήϊνους... κα γι λους... κα γι λους...

Στιγμ δ τ ξεδίψασα τν γρια παντοχή μου,
θλιμμένος κι ντας κλαιγα κα πο τραγούδαγ᾿ ντας...
Κα τ κοράκι, πο π᾿ τ λύσια μ᾿ φερε πετώντας,
γι πληρωμή, μο πρε τ ψυχή μου!

=======================================

Καλή μου τέλειωσε Σοπέν; πόσο πέροχη σουν!
Κι γ δ μπόρεσα πλόν, οτ᾿ ναν παινο ν βρ.
Μ πς ν σ παινέψουνε, πς ν χειροκροτήσουν,
τ χέρια τοτα πο τριάντα χρόνια, κάμαν στ σταυρό;


(Δύο ποιήματα π τν Συλλογή
«Ο κερασις θ᾿ νθίσουν κα φέτος»)


        ==================================================


ΠΗΓΕΣ














Ένα παιδί μετράει τ' άστρα (μυθιστόρημα) – Βικιπαίδεια

Μενέλαος Λουντέμης - Βικιπαίδεια


            ============================================





Δημοσίευση σχολίου