Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ













«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».


«Ἡ πεῖρα τῆς κοινωνικῆς θεωρίας, γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀγωγή, μαζὶ μὲ μία ἐκτάκτως λεπτὴ ἕλξη πρὸς τὸ αἰσθητικὸ καὶ τὸ ὡραῖο, τὸ καλλιτεχνικὸ ὡραῖο, ποὺ ρέει στὸ αἷμα του, διαμόρφωσαν ἕνα προσωπικὸ καὶ φιλοσοφημένο λογοτεχνικὸ χαρακτῆρα, -ποὺ συγκέντρωσε τὶς ἐλπίδες γιὰ τὴν καλλιέργεια καὶ στὸν τόπο μας τῆς ἀριστερῆς τέχνης».


Οἱ μοιραῖοι


Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,
μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,
(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)
ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,
ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,
νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο
καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,
ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο
τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!
Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται
ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα
καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,
ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα
γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος - ἴδιο στοιχειὸ
τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα
στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,
στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη
κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;... κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!


   --------------------------------------------------


Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου


Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!...»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».


              ----------------------------------------------------------------------------------


Αφιέρωμα στον ποιητή Κώστα Βάρναλη.  



Ο Κώστας Βάρναλης με τη γυναίκα του, την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη. Via Ημερησία.  

 "Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
 Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
 μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!

 ― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

 Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
 Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά. 
Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! - 

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

 Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
 H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
 Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
 Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! 

(Αναδημοσίευση από την e-Τράπεζα Φιλολογικών Θεμάτων).  

 Αριστ., βλ. Δημοθοίνια. Δεξιά, ο Κώστας Βάρναλης το 1914 (ΕΛΙΑ).  







Το κτήνος είναι και κωφόν (από το μπλογκ Οι ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές (και μεγάλες) ιστορίες λόγου, Sarantakos.gr).

 "Στα χαρτιά του Βάρναλη βρέθηκε και ένα αντίτυπο από την πρώτη έκδοση του Φωτός που καίει, όπως το είχε δώσει στον πρωθυπουργό Μιχαλακόπουλο κάποιος καλοθελητής, γεμάτο υποτιμητικά και δήθεν αγανακτισμένα σχόλια, για να τιμωρήσει τον Βάρναλη. Ο Γ. Κατσίμπαλης, συγγενής του πρωθυπουργού, συνηγόρησε υπέρ του Βάρναλη, κι ο Μιχαλακόπουλος του έδωσε το επίμαχο αντίτυπο, κι αυτός το χάρισε στον Βάρναλη. Η φωτογραφία του εξωφύλλου, με τα χειρόγραφα σχόλια του εθνικόφρονα ρουφιάνου, όπως δημοσιεύεται στην έκδοση του Κέδρου:

 Τα χειρόγραφα σχόλια λένε τα εξής:

 Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού.

 Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους. 

Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον! 

Να σημειώσω ότι ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος μάλλον εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός μια και το 1925 δεν έλεγαν Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Κατά τα άλλα, η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της για τον εκτός των συνόρων ελληνισμό".    


Βλ. Ημερησία. Ο Kώστας Βάρναλης κάθεται δεξιά.  



 
Αριστ. : Στην αυλή σχολείου στην Κερατέα το 1917 (ο Βάρναλης κάθεται αριστερά).

 Δεξ. : Δάσκαλος της Γ' Τάξης Ελληνικών στα Μέγαρα το 1911.    


Αριστ. : Στο Κράσι της Κρήτης (από αριστ., Γαλάτεια  Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης).

 Δεξ. : Στο Κράσι Κρήτης το 1912 (από αριστερά, Κώστας Βάρναλης, Χαρίλαος Στεφανίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη). Αρχείο Ν. Καζαντζάκη.   



Η Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη.  


Στο Παρίσι το 1923 με τους Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα (στη μέση) και Στρατή Ελευθεριάδη (Teriade).  



Εξόριστοι στον 'Αι-Στράτη. Αναμεσά τους και ο Γιάννης Ρίτσος. Ο Κώστας Βάρναλης εξορίστηκε στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά στη  Μυτιλήνη και τον 'Αι Στράτη.    



Στη Μόσχα μετά την απονομή του βραβείου Λένιν (1959). Βλ. Ημερησία.    



Η έκδοση του Κέδρου με τα σχέδια του Γ. Γουναρόπουλου (βλ. ΒΟΡΕΑΣmagazin).  












----------------------------------------------------------------------------


από «Το φως που καίει»:

Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές.
Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.
Λεφτεριά θα πει δύναμη.
Οι λαοί πιστεύουνε πιότερο τ’ αφτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο το Μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασιά τους παρά την κρίση τους.
ΜΩΜΟΣ: Δεν μπορούνε να σωθούν οι ψυχές από τίποτα, όσο παραμένει όξω τους η αιτία του Κακού.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Ποια;
ΜΩΜΟΣ: Η Ανισότητα.

από «ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                    ------------------------------------------------------

Δε φταίνε οι λαοί όταν μισούνται

Ο Κώστας Βάρναλης περιγράφει τις διώξεις των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας από τους Βουλγάρους:

Τέλη Ιουνίου οι ταραχές ξέσπασαν στην Φιλιππούπολη. Οι εκκλησίες, τα σκολειά -τα ωραιότατα Ζαρίφεια χτισμένα πριν λίγα χρόνια από το Ζαρίφη- αλλάξανε σε μια μέρα αφέντη. Στις 15 Ιουλίου ήρθε η σειρά του Πύργου.
Θυμούμαι πως ανακατεύτηκα μέσα στο πλήθος και είδα με φριχτό σπαραγμό να μπαίνει το μανιασμένο πλήθος μέσα στο σκολειό και να πετάει έξω στο δρόμο από τα παράθυρα θρανία, χάρτες, και βιβλία. Είδα να μπαίνουνε στην εκκλησία και να βάφουνε με κόκκινη μπογιά όλες τις ελληνικές επιγραφές. Είδα τα ελληνικά μαγαζιά μέσα σε μια ώρα να γίνονται θρύψαλα. Κι οι αρχές… φυλάγανε την τάξη.
Στις 30 Ιουλίου σήμανε η ώρα της Αγχιάλου. Αλλ’ εκεί τα πράγματα ήτανε λιγάκι σκούρα. Η Αγχίαλος χτισμένη σ’ ένα ακρωτήριο ανάμεσα σε δυο θάλασσες κι έχοντας προς το μέρος της στεριάς τη λίμνη των αλυκών ήτανε από φυσικό της δύσκολο να κυριευθεί «από έξω». Έπειτα ο πληθυσμός ήτανε ολάκερος σχεδόν ελληνικός κι ο δεσπότης είχε ετοιμάσει την άμυνα.
Όσοι είχανε υπηρετήσει στο στρατό, οπλιστήκανε και φυλάγανε βάρδια κάθε νύχτα στο στενό έμπασμα της πόλης. Και τηλεγραφούσε ο δεσπότης στην κυβέρνηση πως θα αναγκαστεί να «υπερασπίσει την τάξη…».
Γι’ αυτό οι Βουλγαρομακεδόνες επιχειρήσανε να μπούνε νύχτα και ξαφνικά στην πόλη. Μα οι φρουροί αγρυπνούσανε και άρχισε το τουφεκίδι. Τότες επιχειρήσανε να στείλουν ένα απόσπασμα από το βορεινό στενό της Μεσέβριας και να βάλουνε τους Έλληνες «μεταξύ δύο πυρών’.  Κατά το μεσημέρι η μάχη φούντωσε μέσα στην πόλη. Τότες έφτασε από τον Πύργο έφιππη χωροφυλακή να «θέσει τέρμα εις την συμπλοκήν», ήγουν να εκτοπίσει τους Ρωμιούς και να παραδώσει την πόλη στους κομιτατζήδες. Κι η πόλη ολόκληρη, από παλιά ξύλινα σπίτια με στενούς δρόμους, παραδόθηκε στις φλόγες και κάηκε σε λίγην ώρα. (…)
Κι άκουσα δίπλα μου τη Μπάμπο Ζωίτσα -και ποιος δεν την ήξερε!… Γριά Βουργάρα εξελληνισμένη υπηρετούσε αμέτρητα χρόνια εκκλησάρισσα στην ελληνική εκκλησία. (…) Άκουσα λοιπόν τη Μπάμπο Ζωίτσα να μονολογεί ρωμέικα με τρόπο, που να πάρει τ’ αυτί μου την κουβέντα της:
-Καλά της κάνανε! Έτσι κι «αυτοί» καίνε στη Μακεδονία τα βουργάρικα χωριά. Αμ πώς!…
Είχε ξυπνήσει μέσα της η κοιμισμένη από χρόνια ράτσα της.
Τώρα φυσικά δε με ξαφνιάζουν τέτοια πράγματα. Γιατί ξέρω, πως δεν φταίνε οι λαοί όταν μισούνται και σκοτώνονται αναμεταξύ τους. Φταίνε εκείνοι, που καλλιεργούν μέσα τους το μίσος και το έγκλημα και τους «διορίζουνε» κάθε τόσο και τον «προαιώνιο» εχθρό για να ξεθυμάνουνε. Για συμφέρο τάχα των λαών; Όχι βέβαια. Για το συμφέρο των ληστών.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                             ----------------------------------------------
  

              

Αχ, πού σαι νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!

“ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ”

              -----------------------------------

Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι, αλλ’ όχι νικημένοι.

“ΓΙΑ ΛΕΦΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΙΟ”
από τα «ΠΟΙΗΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Εις απολογίαν!
Ο Κώστας Βάρναλης θυμάται τον καιρό (1911) που δούλευε καθηγητής στα Μέγαρα:
Γραμματική της αττικής διαλέκτου (ευκτική, τα εις -μι ρήματα, κατηγορηματική μετοχή, τα μνήμης και λήθης σημαντικά και όλη η ρέστη κόλαση του αρχαίου τυπικού και συνταχτικού). Και μαζί λατινικά -Sicilia est insula, Graecia habet poetas!!… Όλην αυτήν την πτωμαϊνη την προσφέρναμε πρωί πρωί στα πιο φυσικά, στα πιο ατόφια, στα πιο γνήσια τέκνα της μάνας γης. Ο οδοστρωτήρας της κλασικής παιδείας (που είναι… αριστοκρατική) ήθελε να περάσει πάνου απ’ αυτές τις λαϊκές ψυχές, που ήτανε από σιδερόπετρα. Ενώ τους χρειαζότανε γεωργική και πραχτική μόρφωση. Σήμερα τα Μέγαρα έχουνε και… γυμνάσιο!
Ο Σπυράκης κι εγώ προσπαθούσαμε ν’ ανοίγουμε κανένα παράθυρο σ’ αυτό το ντουβάρι της κλασικής μόρφωσης. Να μπαίνει ήλιος! Εκείνος σα φυσικομαθηματικός και καλός παιδαγωγός έδινε στα μεγαριτάκια μπόλικες και χρήσιμες πραχτικές γνώσεις. Εγώ προσπαθούσα να τους… ξαναθυμίσω τη «νεοελληνική τους πραγματικότητα», να τους γνωρίσω τα δημοτικά κείμενα και να τους κάνω να μην περιφρονούνε τη γλώσσα τους. Πάντα με προσοχή, γιατί ήξερα πως κείνη την εποχή το μεγαλύτερο εθνικό έγκλημα ήτανε ο… μαλλιαρισμός! Κι εγώ ήμουνα… σεσημασμένος μαλλιαρός!
Κάποια χρονιά που είχα συγκεντρωμένα στην Γ΄ ελληνικού πολλά καλά παιδιά, τους δίδαξα ολάκερο τον “Εθνικό Ύμνο” του Σολωμού, που δεν τον είχε το πρόγραμμα. Βρέθηκε αμέσως ο “επιστήμονας” του χωριού να με καταγγείλει στο υπουργείο ότι υπονομεύω την αθάνατον ημών γλώσσαν άτε διδάσκων εις τους παίδας τον “Εθνικόν Ύμνον!”. Πού να το φανταζότανε ο Σολωμός ότι ο ύμνος του θα μπορούσε να χρησιμέψει για τεκμήριο εθνικής προδοσίας. Και το υπουργείο με κάλεσε “εις απολογίαν!”.

“ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                       ---------------------------------

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

από την «Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου»
αντιγραφή από το
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm

                         --------------------------------

Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!

από το «Οι πόνοι της Παναγιάς»
αντιγραφή από το
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm

                         -------------------------------------------




Οι λαοί… δεν είναι αδερφοί
Ο Κώστας Βάρναλης υπήρξε μάρτυρας της μεταφοράς Τούρκων αιχμαλώτων με τρένα κατά τη διάρκεια του Β΄ βαλκανικού πολέμου.

Σε μερικές βδομάδες αρχίσανε να περνάνε από τα Μέγαρα  τραίνα γεμάτα Τούρκους αιχμαλώτους, που πηγαίνανε να τους μαντρώσουνε στην Κόρινθο.
Στοιβαγμένοι οι κακομοίρηδες μέσα στα βαγόνια των «κτηνών» (8 ίπποι, 40 άνδρες!) μόλις σταματούσε το τραίνο κολλάγανε το αξούριστο μουσούδι τους στα σίδερα των μικρών παραθυριών και τα μάτια τους αστράφτανε από καλοσύνη και παρακαλετό. Βγάζανε τα μπράτσα τους μέσα από τα σίδερα, φωνάζανε στο συναγμένο από κάτω πλήθος των φανατισμένων πατριωτών:
-Τουτούν!… Τουτούν!… (=Καπνό! Καπνό!)
Οι φανατισμένοι πατριώτες δεν καταλαβαίνανε. Αυτοί βλέπανε μπροστά τους μονάχα τους προαιώνιους εχτρούς. Αυτούς που μας πήρανε την Πόλη, που κρεμάσανε τον πατριάρχη, που σουβλίσανε το Διάκο κλπ. κλπ. Αυτό βλέπανε.
Γι’ αυτό αντίς να τους δίνουνε καπνό, τους βλαστημούσανε, τους μουτζώνανε, τους φτύνανε.
Το τραίνο έφευγε και τα χέρια των αθώων θυμάτων του πολέμου εξακολουθούσανε να κρέμονται απελπισμένα από το παράθυρο και να ζητάνε στο κενό…
Οι λαοί… δεν είναι αδερφοί.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                         ---------------------------------------

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

από το «Η Μάνα του Χριστού»
αντιγραφή από το
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm 

                      -----------------------------------

Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

από το «Η Μάνα του Χριστού»
αντιγραφή από το
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm

                 ------------------------------------------------

Τσιμέντο να γίνετε!

Το 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, ο Κ. Βάρναλης ανακλήθηκε από το Παρίσι, όπου σπούδαζε με υποτροφία, και διορίστηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Πειραιά.

-Κύριε τμηματάρχα! Είμαι ο τάδε. Έρχομαι από το Παρίσι.
(Αίσθηση στο «λαό!…»)
Ο κ. τμηματάρχης μειλίχιος και πατρικός γύρισε, με είδε και είπε:
-Καλώς ορίσατε, κύριε Τάδε.
-Θεώρησα καθήκον μου να παρουσιασθώ ενώπιόν σας και να σας αναφέρω, ότι συνεμορφώθην με την διαταγήν της ανακλήσεώς μου.
-Καλώς επράξατε, κύριε Τάδε. Σας γνωρίζω πολύ καλά από την μέχρι τούδε υπηρεσίαν σας. Είσθε εκ των καλών λειτουργών της μέσης εκπαιδεύσεως. Αλλά δημοτικίζετε λιγάκι. Αυτό το «δημοτικίζετε λιγάκι» το είπε με επιτιμητικό και θωπευτικό μαζί ύφος.
-Πολύ μάλιστα, του απάντησα σταθερά και ντόμπρα. Άλλωστε το ήξερε κι ο ίδιος, πως δημοτικίζω πολύ. Όλος ο «λαός» τινάχτηκε άμα άκουσε αυτή μου την απάντηση. Ποιος είναι, μπρε, αυτός ο θρασύς! Θα έχει, φαίνεται, μέσο δυνατό.
Ο κ. τμηματάρχης πάλι δεν έχασε την αυτοκυριαρχία του. Και με το ίδιο γαλήνιο ύφος, λιγάκι πιο αυστηρό και τεντώνοντας τη ραχοκοκκαλιά του μου είπε:
-Ημπορείτε εις την ιδιωτικήν σας ζωήν να φρονήτε και να γράφετε, όπως σας αρέσει. Όμως εάν εις την δημοσίαν σας υπηρεσίαν μοι καταγγελθή και η παραμικροτέρα παράβασις του καθήκοντος, θα είμαι αμείλικτος.
Ο «λαός» πάλι κατέβασε το κεφάλι. Συμφωνούσε. Μα συμφωνούσα κι εγώ. Και είπα:
-Μείνατε ήσυχος, κύριε Γεωργαντά.
Τον αποχαιρέτισα κι έφυγα.
Κατεβαίνοντας τις μαρμαρένιες σκάλες, ένιωθα μια πικρίλα στο στόμα. Σημάδι, πως ήμουν συγχισμένος.
-Τσιμέντο να γίνετε όλοι σας, μουρμούριζα. Με στείλατε να σπουδάσω νεοελληνική λογοτεχνία· μεσαιωνική, Κρητική, σύγχρονη. Δημοτικά τραγούδια, Διγενή Ακρίτα, Ερωτόκριτο, Σολωμό. Και τώρα μου λέτε: αν κάνεις πως ανοίγεις το στόμα σου ν’ αναφέρεις αυτά τα άθλια ονόματα και πράματα, θα σου τρίψουμε τη μούρη. Τσιμέντο να γίνετε!

ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                                 -----------------------------------------

Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.

Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού,
η λεφτεριά η δικιά του θα ναι λεφτεριά σου,
κι ανάγκη πια δε θα χεις κανενός Θεού. 

“ΣΤΥΛΙΤΗΣ”
από τα «ΠΟΙΗΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 

                                 ---------------------------------------

Ο Τίμος Μαλάνος γράφει για το ποίημα του Κ. Βάρναλη «Σκλάβοι Πολιορκημένοι»:

Το τρίτο μέρος των «Σκλάβων Πολιορκημένων» αποτελείται, όπως και το προηγούμενο, από δυο ποιήματα με θέμα τον πόλεμο. Στο πρώτο ποίημα ένας πληγωμένος οραματίζεται τη Δεύτερη Παρουσία, ενώ, στο δεύτερο, ο Θεός μιλάει και λέει τα λόγια που ευνοούν τους ισχυρούς της γης:
– δεν έχει ο πόνος τελειωμό, δεν έχ’ η άβυσσο, βυθό!
Αν μια στιγμή βασίλευε κάτω στη Γης ισότητα,
η βασιλεία Μου Θάπαυε, δε θάχα εγώ, πού να σταθώ.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ «ΣΚΛΑΒΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ»
από άρθρο του Τ. Μαλάνου στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.163, Χριστούγεννα 1975

                             ---------------------------------------------

«Μετά από τη ζωή»
(χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη από τα χρόνια της κατοχής)

Είπες: «Τώρα θα κοιμηθώ εν ειρήνη» κι οι άλλοι μουρμουρίσανε λυπητερά: «Πάει, γλύτωσε από τα βάσανα»· ο παπάς σού έψαλε: «Αιωνία η μνήμη»· και κάποιος φύτεψε απάνω στο κεφάλι σου ένα σταυρό με τ’ όνομά σου και με τη χρονολογία του ιστορικού συμβάντος: «Γιάννης Μαγκούφης. 1884-1943».
Κι όμως ούτε να κοιμηθείς σε αφήνουν, ούτε τη μνήμη σου να διαιωνισθεί, ούτε τ’ όνομά σου να αντιμετωπίζει το χρόνο και τη φθορά, όπως η κορυφή του Ολύμπου, μα ούτε την προσωπικότητά σου να διασώσεις στον απάνου και στον κάτου κόσμο! Νύχτα με βροχή ή με άστρα ένας ίσκιος, ένα κομμάτι σκοτάδι, ξεκόβει από τη μάζα της πίσσας και γλιστράει μέσα στο κοιμητήρι. Είναι ο… συλλέκτης.
Πατάει απάνου στο σώμα σου. Ανοίγεις τα μάτια σου και πατάς τις φωνές κι οι φωνές του κάτου κόσμου δε βλέπουν και δεν ακούνε στον απάνου. Ο συλλέκτης είναι λωποδύτης. Ξεριζώνει έναν-έναν τους σταυρούς από τους τάφους, όσους μπορεί να κουβαλήσει σε μια διαδρομή, και φεύγει. Αύριο θα τους κάψει στο τζάκι να βράσει τα φασόλια του ή θα τους πουλήσει για καυσόξυλα.
Αυτό έγινε πολλές φορές, ως φαίνεται, σε κάποιο συνοικιακό νεκροταφείο. Θα πείτε «ιεροσυλία». Ίσως. Δεν είναι όμως και τυμβωρυχία. Μάλλον απλή λωποδυσία ψιλικατζήδων της δουλειάς. Όμως, αφού έλειψε ο σεβασμός για τους ζωντανούς, δεν είναι και τόσο ακατανόητο να λείψει και για τους πεθαμένους. Απλούστατα, ο λωποδύτης εφάρμοσε κυριολεχτικά το δόγμα που εφαρμόζουν οι άλλοι μεταφορικά: «Ο θάνατός σου ζωή μου».
Σημείο των καιρών. Αφού κόψανε τα πεύκα από τα δάση κι ερημώσανε την Αττική· αφού ξεσηκώσανε τους φράχτες των κήπων και τους πάγκους· αφού ξεκολλήσανε από τα γιαπιά τις ξυλωσιές, ήρθε και η σειρά των τάφων.
Αλλά δεν είναι μονάχα αυτό. Όπου υπήρχε σε δημόσιο μέρος σιδερένιο κάγκελο ή συρματόπλεγμα έκανε φτερά. Ακόμα και τα ξύλινα γεφυράκια στην περιφερειακή τάφρο του Λυκαβηττού τα πήρανε στον ώμο και «παν, παν…»
Όλ’ αυτά θα ξαναγίνουνε μια μέρα. Ό,τι δεν ξαναβρίσκεται είναι η προσωπικότητα που χάνεται. Γιατί το όνομα του ανθρώπου είναι όλη του η προσωπικότητα. Κι όποιος χάνει τ’ όνομά του, δεν ξέρει ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι ποιος είναι. Αυτό πάθανε οι πεθαμένοι που τους πήρανε το όνομα μαζί με το σταυρό.
Φαντάζεστε τι μπέρδεμα θα γίνεται στον άλλο κόσμο μεταξύ των κατοίκων του:
-Αυτό το σπίτι είναι δικό μου.
-Όχι. Είναι δικό μου.
-Και ποιος είσαι εσύ;
Μιλιά. Δεν ξέρει.
-Εσύ ποιος είσαι;
Μιλιά κι ο άλλος. Δεν ξέρει κι αυτός. Ψάχνουνε να βρούνε την «ταυτότητά» τους. Μα η ταυτότητα (ο σταυρός)  δεν υπάρχει. Η αιωνία μνήμη έγινε αιωνία αμνησία.
Αλλά και στους ζωντανούς συγγενείς και φίλους δε θα υπάρχει λιγότερο μπέρδεμα. Θα πηγαίνει η Μαρία και θα τραβάει τα μαλλιά της στον τάφο του Πίπη, αντίς του Κώστα· θα πηγαίνει κι ο Τάκης να κλαίει στον τάφο της Ευτέρπης αντί της Λόλας.
Να τι κακό κάνουνε οι λωποδύτες των σταυρών. Αυτοί θα καίνε τα καυσόξυλά τους, θα μαγειρεύουν και θα ζεσταίνονται με τα «ονόματα» των άλλων· κι οι πεθαμένοι θα γυρίζουν ανάμεσα στους ίσκιους του αιωνίου ερέβους ινκόγκνιτο, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς να είναι «αυτοί».
Έτσι μονολογούσε άνθρωπος πεισιθάνατος, που περιμένει ώρα την ώρα το τελευταίο προσκλητήριο για να ησυχάσει. Και τώρα φοβάται… Φοβάται μην του κλέψουν το «εγώ» του.

Χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΩΪΑ στις 8/12/1943
από το βιβλίο «ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ – ΦΕΪΓ ΒΟΛΑΝ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ»
Επιμέλεια – Έκδοση Γ. ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

                            ------------------------------------------------------

Τη λεφτεριά δεν τη ζητάν με παρακάλια, τήνε παίρνουν,
με τα δικά τους χέρια, μοναχοί. 

Αν δεν υπάρχει όξω από σένα, ούτε και μέσα στην ψυχή σου
έργο δικό της θα την βρεις.
Από τους λίγους, που την έχουν, πάρ’ τη να τήνε δώσεις σ’ όλους
μ’ όλους μαζί να τη χαρείς.

Όπου κι αν πας, θα κουβαλείς τα σίδερα που σου τα βάλαν
οι όμοιοι σου κι όχ’ οι ουρανοί.
Όσο μαζέβεις την ψυχή σου, την παρθενιά της για να σώσεις,
τόσο την κάνεις πιο στενή.

από το ποίημα “ΛΕΦΤΕΡΙΑ”
από το βιβλίο «ΠΟΙΗΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                    -----------------------------------------

«Παράγραψέ τα επιτέλους!»

Ο Γ. Αθάνας διηγείται ένα αστείο στιγμιότυπο από τη συντροφιά του με τον Κ. Βάρναλη και τον Μ. Αυγέρη στο καφενείο της Δεξαμενής, όπου σύχναζαν.

Τότε είχε διοριστεί στα Αρχεία και ο Σωτήρης Παπαδόπουλος. Αργότερα έγινε καπνέμπορος. Την εποχή εκείνη όμως είχε λογοτεχνικές φιλοδοξίες και έγραφε στίχους. Έτρωγε κι αυτός εκεί μαζί μας στου Μπάρμπα-Κώστα ένα διάστημα. Και στα επιδόρπια ξιφουλκούσε, έβγαζε τα χειρόγραφα από την τσέπη και μας επιτροφοδοτούσε με τους στίχους του.
Ο Βάρναλης τους υφίστατο με ανεκτική σοβαρότητα. Ο Αυγέρης, που ήταν είρων και τσουχτερός, του έλεγε κάθε φορά: «Βρε Σωτήρη, όλα αυτά είναι άθλια κατασκευάσματα! Γιατί μας βασανίζεις;» Πολλές φορές ο Βάρναλης ξεσπούσε σ’ εκείνο το χαρακτηριστικό βοερό γέλιο του, που έμοιαζε σαν να ανάβλυζε από βαθιά, σκοτεινή σπηλιά. Μια μέρα ο Αυγέρης, ξεχειλισμένος από δυσφορία, είπε στο μουσόπληκτο σύντροφό μας:
-Σωτήρη μου, υποπτεύομαι ότι κι αυτά τα άθλια κατασκευάσματα που μας σερβίρεις δεν τα γράφεις μόνος σου. Κάποιος άλλος σού τα γράφει και μας τα πασάρεις για την κακοχώνεψη.
Ο Σωτήρης εξαγριώθηκε που του αμφισβήτησαν την ποιητική έμπνευση και ξεφώνισε:
-Ο ίδιος τα γράφω και τα παραγράφω!.
-Παράγραψέ τα επιτέλους! του είπε ο Βάρναλης.

Γ. ΑΘΑΝΑΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1163 Χριστούγεννα 1975

                             -------------------------------------

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα
Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κ’ η Ζωή,
τ’ Αντιγονάκ’, η Ζηνοβία
(ω! τι χαρούμενη ζωή!
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία!)

τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
για να τις πάει αργά, ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

Άξαφνα πέφταν στο νερό
η καθεμιά γδυτή γοργόνα
κι όλο γινόταν πιο μικρό
τ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα.

Είναι μεγάλος ο Θεός!
τ’ αχείλι το πικρό του λέει.
Πόσο μεγάλος κι αγαθός
και πλούσια τα χρυσά του ελέη!

Μα ρθε χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα…
Κ’ εσένα βήχας μυστικός
σ’ έριξε χάμου, μπαρμπ’ Αντρέα.

Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό,
περνάει μπροστά σου η Ζηνοβία
(ένα τραγούδι σιγαλό
στον καφενέ παίζ’ η ρομβία):

-Πώς τα περνάς, σ’ αναρωτά,
τα τόσα βάσανα της ζήσης;
Πάρε τα λίγ’ αφτά λεφτά
να γιάνεις και να ξαναζήσεις…

Κ’ η βάρκα, μάνα γελαστή,
από τη μια στην άλλη μπάντα
σ’ αργοκουνάει στην κουμπαστή
-Καλό ταξίδι σου για πάντα!

Πόσο μεγάλος ο Θεός
Πατήρ και Πνεύμα και Υιός!

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ
από τα «ΠΟΙΗΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                -----------------------------------------------

Όλ’ η ανθρωπότη κλαίει με βογγηχτά!
-«Σωτηρία για σένα και ξεχωριστή
δεν υπάρχει (για Ένα!) πριν σωθούν αυτοί!»

από το ποίημα «ΕΝΑΣ-ΟΛΟΙ»
από τα «ΠΟΙΗΤΙΚΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                     -------------------------------------------------------

Μια συνέντευξη του Κώστα Βάρναλη:
Στις 17/12/1974 -την επομένη του θανάτου του Κ. Βάρναλη- ο Φάνης Κλεάνθης δημοσίευσε στα ΝΕΑ μια συνέντευξη που είχε πάρει από τον Βάρναλη στα χρόνια της κατοχής:

Ο γράφων θυμάται μια συνέντευξη που του είχε πάρει τον καιρό της γερμανοϊταλικής κατοχής. Μου είχε μιλήσει για τη ζωή του που ήταν μια διαρκής βιοπάλη: Από τότε που τον απέλυσε ο Πάγκαλος, 15 χρόνια είχε ζήσει χωρίς σταθερή δουλειά. Είχε μιλήσει για τους παλιούς λογοτέχνες, για τον Παπαδιαμάντη, που τον θαύμαζε, για τον Μαλακάση, που δεν τον χώνευε γιατί φορούσε μονόκλ. Ύστερα περάσαμε στη σκληρή ζωή της Κατοχής, την πείνα, τις στερήσεις.
-Αλήθεια, ποιο υλικό αγαθό λαχταράτε πιο πολύ;
Την ίδια ερώτηση είχα κάμει και σ’ άλλους λογοτέχνες. Ένας μου είχε απαντήσει πως τον στενοχωρούσε το ότι δεν είχε αυτοκίνητο. Άλλος, το ότι δεν έβρισκε γνήσιο καφέ. Ένας τρίτος μου είπε πως αποζητούσε… τηγανητά μπακαλιαράκια. Ο Βάρναλης αποκρίθηκε:
-Εκείνο που λαχταρώ είναι η ελευθερία.
-Με συγχωρείτε, του παρατήρησα, η ελευθερία είναι ηθικό αγαθό. Εγώ σας ρώτησα για υλικό αγαθό… Κρέας, ψωμί, τυρί…
-Κάνεις λάθος, νέε μου! μου αποκρίθηκε αυστηρά. Η ελευθερία είναι το πιο υλικό, το πιο χειροπιαστό απ’ όλα τα αγαθά. Τι να το κάνω εγώ το ψωμί, το κρασί, το μεζέ, όταν δεν έχω ελευθερία;
-Μα… υπάρχει λογοκρισία… Πώς μπορώ να γράψω ότι μας λείπει η ελευθερία. Θα το σβήσουν.
-Α, αυτό είναι δική σου δουλειά! Με ρώτησες, σου απάντησα.
Ύστερα του ζήτησα να μου γράψει ένα αυτόγραφο με έναν στίχο του, που να τον αντιπροσωπεύει πιο πολύ. Κι ο Βάρναλης πήρε την πέννα κι έγραψε:

«Αχ, πούσαι νειότη πούδειχνες, πως θα γινόμουν άλλος».

Στον τάφο του Βάρναλη θα πρέπει να χαραχτεί το ακόλουθο επιτύμβιο -γραμμένο απ’ τον ίδιο:

Τα παιδιάτικά μου άχαρα
τα νιάτα στερημένα
πικρή μπουκιά, ξένος παντού
κι οχτρός σ’ όλα τα ξένα.
Να φύγω στον αγύριστο
ολοζωής δε μπόρεσα
Δε με χωρούσε όλ’ η γη
και σε δυο πήχες χώρεσα.

ΦΑΝΗΣ ΚΛΕΑΝΘΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/12/1974
από το Ιστορικό Αρχείο του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

                 -------------------------------------------------

Στην εξορία

Στην εξορία (Οχτώβρης 1935)

Μας σιδεροδέσανε τα χέρια
και μας κλείσαν ολούθε μαλινχέρια.

Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,
και μας ζυγιάσαν την ψυχή – βαριά!

Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρό
χέρι δεξί με χέρι αριστερό.

Μουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτει
βαλίτσα ή δέμα για τον Άη – Στράτη.

Κατάχαμ’ Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα…

Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.

Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ’ τη Μοίρα αφτός,

κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.
Συ νεβρικός από την αηδία.

Μαζί μας, τελεφταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.

Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λεφτεριά και τα χασίσια.

Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,
που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,

και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,
ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,

μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακεία
να πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!

Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,
τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα,
για να ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα, 

να χωρίσει το Έθνος και να βάλει
τη  μια μεριά να πολεμάει την άλλη.

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 119-120, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1964, σελ. 533)

                        -----------------------------------------------

Αυτός ο λαός είναι μεγάλος
Ο Γ. Βαλέτας θυμάται μια εκδρομή με τον Κ. Βάρναλη:

Στα 1973, το καλοκαίρι, πήγαμε μια παρέα με αυτοκίνητο και τον πήραμε απ’ το καφενείο «Νέα Ελλάς» της πλατείας Κολωνακίου και πήγαμε, κατά δική του προτίμηση, σε γνωστό του παραθαλάσσιο κέντρο στο Κόκκινο Λιμανάκι της Ραφήνας. Ένας άνθρωπος που σήκωνε επάνω του 90 χρόνια, είχε μια μοναδική ευρωστία και διάθεση κατά τη διαδρομή, μιλούσε για τη λογοτεχνική του σύνταξη, που αν την έπαιρνε (αν πρόφταινε) θα καλλιτέρευε λίγο τα δύσκολα οικονομικά του. (…) Όταν φτάσαμε στη θάλασσα, θυμήθηκε πως δεν είχε πάρει το μαγιό του. Τον είδαμε να φεύγει μακριά μας και να πέφτει στη θάλασσα τσίτσιδος. Απομακρύνθηκε, τον βλέπαμε να κολυμπά στα βαθιά σαν δελφίνι. Ύστερα πήγαμε στο κέντρο, παράγγειλε για τον εαυτό του ενάμισι κιλό λιθρίνια (ναι! ενάμισι) και τα έφαγε όλα πεσμένος αμίλητος επάνω στο πιάτο. Ήπιε κρασί, έφαγε φρούτα, μίλησε με πόνο για την κατάσταση, για το Βουτυρά, τον Παλαμά, τον Παπαδιαμάντη, είπε διάφορα ανέκδοτα. Σε μια στιγμή, από μια παρέα στο βάθος, ακούστηκαν χειροκροτήματα. “Ο  Βάρναλης, ο Βάρναλης! Γεια σου”. Και άλλα απ’ την άλλη πλευρά, και άλλα από πέρα. Σηκώθηκαν μερικοί νέοι και του φίλησαν το χέρι. Μια παλιά του θαυμάστρια τον φίλησε, την αγκάλιασε. Απάγγειλέ μας κάτι, του λέει μετά στ’ αυτί. Δεν απαγγέλω, δεν έχω φωνή, της λέει. Άρχισε εκείνη και απάγγειλε τους “Μοιραίους”. Σώπα, της λέει, θα μας πάρουν είδηση. Όταν έφυγαν από το τραπέζι μας και καταλάγιασε ο ενθουσιασμός, “να, είδες”, είπε συγκινημένος, “κάτι τέτοια με κρατούν στη ζωή κι ας είμαι πεταγμένος στο περιθώριο… αυτός ο λαός είναι μεγάλος, είναι σαν τη θάλασσα, ποτέ δεν ησυχάζει, ούτε λυγά, ούτε πέφτει. Κάτι μου λέει πως θ’ αξιωθώ να ζήσω και να χαρώ το θρίαμβό του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ “Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ”
άρθρο στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1163 Χριστούγεννα 1975

                --------------------------------------------------------------------


                   ----------------------------------------------------------------------

Ο Κώστας Βάρναλης διηγείται το παρακάτω ανέκδοτο για τον Λορέντζο Μαβίλη που στα 1912 σκοτώθηκε υπηρετώντας ως εθελοντής (διοικητής λόχου στους γαριβαλδινούς του Αλ. Ρώμα):
Μια φορά ο λόχος του είχε μπει σ’ ένα μικρό χωριουδάκι πριν απ’ αυτόν. Γιατί δεν πήγαινε ποτές καβάλλα (όπως οι άλλοι λοχαγοί) μα με τα πόδια, για να υποφέρει τις ίδιες ταλαιπωρίες με τους στρατιώτες του. Οι στρατιώτες πέσαν αμέσως στο πλιάτσικο. Αλλά από ένα τόσο φτωχό χωριουδάκι τι να πάρουνε; Καμιά κότα, λίγη μπομπότα, λίγο ξεροτύρι. Όταν το έμαθε ο Μαβίλης, στενοχωρέθηκε πολύ και ντράπηκε. Δεν ήθελε ο δικός του λόχος να κάνει τέτοιες απρέπειες. Ας ήταν ο λόχος κανενός άλλου! Ή τουλάχιστον, μια κι ήταν ο δικός του, να μην το μάθαινε! Μα οι στρατιώτες του είχαν την ευγένεια να προσφέρουν και στο λοχαγό τους λίγη κότα ψητή. Ο Μαβίλης αρνήθηκε θυμωμένος. Και τότε ο Ρώμας γύρισε και του είπε γελώντας: «Μα μήπως η χτεσινή κότα που έφαγες, ήταν αγορασμένη;»

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ «ΑΝΘΡΩΠΟΙ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

                       ----------------------------------------------

Ο Κώστας Βάρναλης γράφει για ένα «αδίκημα» του Παπαδιαμάντη: 

Αλλά ίσως να είχε κάμει και “αδικία” σε κάποια κοπέλα! Να, όπως στο περιστατικό με το Μιλτιάδη Μαλακάση στη Δεξαμενή, όπου τον πλησίασε σκυθρωπός και μαζεμένος ο κυρ Αλέξανδρος. “Καλώς τον κυρ Αλέξανδρο”! Ο κυρ Αλέξανδρος δεν κάθισε, παρά είπε όρθιος: “Μίλτο, μπορείς να μου δανείσεις μια μαύρη γραβάτα;”. “Ευχαρίστως, αλλά τι τη θες;”. “Πέθανε η τάδε…Την είχα “αδικήσει”. Και τώρα θέλω να πενθήσω ”! Θα φαντάζεται κανείς τι μεγάλο “αδίκημα” της είχε κάνει! Τουλάχιστο την απάτησε κι ύστερα την εγκατάλειψε… Κι όμως το “αδίκημά” του ήτανε πολύ φοβερότερο- έτσι το ένιωθε! Όταν ήτανε δώδεκα χρονών στη Σκιάθο, τόνε πήρε ένα Σαββατοκύριακο ο πατέρας του ο παπάς και μαζί μ’ άλλους πιστούς πήγανε στο ξωκλήσι του Αη- Γιάννη του Μαγκούφη, όπου θα περνούσανε τη νύχτα.
Τη νύχτα κοιμηθήκανε σε χωριστό δωμάτιο οι θηλυκοί και σε χωριστό οι αρσενικοί. Αλλά ένας συνομήλικος του Παπαδιαμάντη τον παρέσυρε στο «βάραθρο της ακολασίας»! Του είπε να πάνε κρυφά έξω από το δωμάτιο των γυναικών και να τις ιδούνε από τη χαραμάδα. Ο Αλέξανδρος υπόκυψε στον πειρασμό. Ανέβηκε σε μια πέτρα, τέντωσε το λαιμό του κι είδε την κοπέλα να… γδύνεται! Αυτό ήταν το μεγάλο “αδίκημά” του.  Αν την έβλεπε γυμνή, χωρίς να θέλει, το αδίκημα θα ήταν μικρότερο. Αλλά τώρα πήγε επίτηδες. Και “ήδη εμοίχευσεν εν τη καρδία αυτού”, γράφει ο Βάρναλης με αγαθήν “ειρωνία”.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ “ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ, ΚΡΙΤΙΚΑ, ΣΟΛΩΜΙΚΑ”
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Το απόσπασμα προέρχεται από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Σοφίας Κανταράκη Ρωμιές στη χώρα του Παπαδιαμάντη.
Κώστας Βάρναλης (1884-1974)

Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:



          --------------------------------------------------------------------------------------------

Εφτά χρόνια πριν ο Βάρναλης γράψει το «Φως που Καίει», στο περιοδικό Νουμάς δημοσιεύτηκε ένα Μανιφέστο. Ήταν το Μανιφέστο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

«... Έχω μέσα μου αίμα ηρώων. Μην ακούς όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα, κοιτάνε πολύ προς τα Κείμενα και τα Καθιερωμένα. Την ψυχή τους δε σφυρηλάτησε τ' Όνειρο, δεν καθαγίασεν η Σκέψη. Ξέρουνε ένα "πρέπει" και τίποτ' άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής...
Εμείς όμως, οι Τεχνίτες, οι Εμπνευσμένοι, τι ψηλά που στεκόμαστε, τι ευγενικά νοσταλγούμε, τι ηρωικά ποθούμε.
Αηδιασμένος απ' το γύρω μου καθεστώς, φτύνοντας απάνου στη Ρωμαίικη Τέχνη καθώς την κατάντησαν οι ανθρωπάκοι των γραμμάτων, αποφασισμένος για τρανούς αγώνες, λυτρωμένος απ' τις ταπεινές ελπίδες των προλήψεων και των μικροσυμφερόντων, σήμερα, πρώτη φορά, κρούω το πολεμόχαρο τραγούδι μου πλατύστομα και ειλικρινά.
Είναι τώρα κάμποσος καιρός, που - ντροπή μας - ένα σωρό μικράνθρωποι μπήκαν μες στο άλσος της Τέχνης και κουρέψανε τις δάφνες (...) ανεχόμαστε ν' ανεβαίνουν το πορφυρό θρονί παράσιτα και χίλια μαλάκια, στενοκέφαλοι κι αντιπαθητικοί, και μακάριοι φχαριστούμαστε διαβάζοντας πως ο κ. Α ή Β εποιήσατο ενώπιον εκλεκτού ακροατηρίου διάλεξιν περί κτλ., ο σοφός ομιλητής κατεχειροκροτήθη". Κι εμείς ξέρουμε πως ο κ. Α ή Β είναι μια μετριότητα αξιοπεριφρόνητη και κωμική, και στη ζωή και στην Τέχνη, ένας αυθάδης παρείσακτος, που αλλού μήτε γι' ακροατής διαλέξεων δε θα 'κανε...
*
Γι' αυτά και γι' άλλα, καλώ το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί μου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν, χάρη στην εγκληματική τους νωχέλεια κι αδιαφορία (...)
Καλώ τους Νέους, που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι γι' αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά.
Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μοναχά ό,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν η Αγνή Έμπνευση.
Σας περιμένω».
***
Με τη δημοσίευση του Μανιφέστου ξέσπασε σάλος.
Τότε ο Βάρναλης είχε ήδη περάσει τα 30, ήταν ήδη ποιητής και με στρωμένη ζωή. Μια ζωή που ο Βάρναλης την αναποδογύρισε και με το έργο του - έτσι τουλάχιστον το αισθάνομαι - έγινε ο σημαιοφόρος κάθε μορφής αγώνα ενάντια στο «βούρκο» και τη στασιμότητα, ενάντια σε κάθε λογής «μικρανθρωπάκους» και «παράσιτα», κάνοντας εκέινη τη μεγάλη επιλογή:
Να γράψει όπως - έλεγε ο Λειβαδίτης - «για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν, για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ'τον άμμο...».
Ο Βάρναλης και με την προσωπική του ζωή και με την Τέχνη του έκανε αυτό ακριβώς που είχε πει ο Λουντέμης στον πρόεδρο του δικαστηρίου - στη δίκη όπου ο Βάρναλης προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισής του - όταν ο πρόεδρος του έκανε την παραίνεση να κάνει μια «δήλωση μετανοίας» και αποκήρυξης των ιδεών του για να πάψει να «τραβιέται» στα ξερονήσια:

«Κύριε πρόεδρε - απάντησε - ο άνθρωπος έκανε κάτι εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον ξαναγυρίσω εγώ στα τέσσερα»!
***
Ο Βάρναλης έγραψε χωρίς να χαιδεύει εκείνον στον οποίο απευθυνόταν, τον λαό, χωρίς να τον θωπεύει, χωρίς να τον αφήνει έξω από την ευθύνη του, την προσωπική του ευθύνη, να πάψει να είναι «θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο» της μοίρας του.
Έζησε πέρα από κάθε σεμνοπρέπεια και σοβαροφάνεια. Ανατρεπτικός και σαρκαστικός σε όλα.
Όταν τη δεκαετία του '50 νεαρός δημοσιογράφος τον ρώτησε ποια είναι τα σημαντικότερα ιδανικά της ζωής, ο απίθανος Βάρναλης του απαντά:

«Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο "Βυζάντιο"..»

Ο Βάρναλης, ο κομμουνιστής Βάρναλης, έγραψε με πλήρη επίγνωση ότι 

«όλες οι τέχνες "πολιτεύονται", είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Κι η επαναστατική τέχνη "πολιτεύεται" - έλεγε ο Βάρναλης - με τη διαφορά, πως το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική Συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας κι από αντίδραση στη Συνήθεια».

            ---------------------------------------------------------------------------------------


ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ 1904-1975 - ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

               ------------------------------------------------------


Κώστας Βάρναλης: Το φως που καίει


της Eλένης Zούζουλα


Tο έργο αυτό δημοσίευσε ο ποιητής με το ψευδώνυμο Δήμος Tανάλιας και εκδόθηκε το 1922 στην Aλεξάνδρεια από το περιοδικό «Γράμματα».
Mε αυτό άνοιξε τη δεύτερη περίοδο της λογοτεχνικής του παρουσίας, αφού είχε προσχωρήσει στο αριστερό κίνημα. Θεωρήθηκε πατέρας της επαναστατικής λογοτεχνίας στην Eλλάδα, επηρεάζοντας τους σύγχρονούς του λογοτέχνες, παλιότερους και νεότερους.
«...Xαιρόμουν να ζω στην ωραία εποχή των μεγάλων κοινωνικών ανακατατάξεων και στο Φως που Kαίει του Bάρναλη...» γράφει ο Γ. Pίτσος στο
Tερατώδες αριστούργημα”.

Tο έργο επανεκδόθηκε ξαναδουλεμένο το 1933.

Tο Φως που Kαίει γράφηκε στην περίοδο της επαναστατικής ανόδου ύστερα από τη νίκη της Oκτωβριανής Eπανάστασης, το χτίσιμο της EΣΣΔ και την άνοδο των επαναστατικών κινημάτων στην υπόλοιπη Eυρώπη. O ποιητής ξεσκεπάζει τη φθορά του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος και οραματίζεται το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης. Πρόκειται για το φως που φωτίζει και για τη φωτιά που καίει. Φωτίζει το δρόμο του λαού στον επαναστατικό αγώνα για κοινωνική αλλαγή και καίει με τη σαρκαστική ειρωνεία με την οποία γκρεμίζει το εποικοδόμημα του αντιδραστικού κοινωνικού καθεστώτος.

Tα μέρη του έργου

 Tο Φως που Kαίει είναι μεγάλο συνθετικό έργο και αποτελείται από τα εξής μέρη:

Πρόλογος: H θάλασσα, 

Mέρος πρώτο: O μονόλογος του Mώμου, 

Mέρος δεύτερο: Iντερμέδιο,

 Mέρος τρίτο: Aριστέα και Mαϊμού, 

Eπίλογος: O Oδηγητής 

και το Tραγούδι του λαού.

Παρουσίαση του έργου

Πρόλογος: 

H θάλασσα
...Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να’ ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου
πίσω κι αλλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακριά απ’τη μάβρη τούτη Kόλαση
μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους.

 H απεραντοσύνη και η ομορφιά της θάλασσας είναι η πηγή της έμπνευσης του ποιητή . Πλουταίνει μέσα του απ’τα μαλάματά της τα πολλά . Mε λυρισμό και δυνατές εικόνες εκφράζει τη χαρά του. H θάλασσα ως σύμβολο είναι η νέα κοινωνία που οραματίζεται. Tα μελλούμενα είναι μπροστά σαν την απλωσιά της θάλασσας και πίσω βρίσκονται τα περασμένα βάσανα του κόσμου, η μαύρη κόλαση και οι μαύροι κολασμένοι. O ποιητής θέλει να φύγει μακριά από την κόλαση αυτή, θέλει να τον πάρει η θάλασσα στους ανθισμένους κόρφους της, εκεί που είναι το χαρούμενο μέλλον της ανθρωπότητας. Ως πρόλογος μας εισάγει στο περιεχόμενο του έργου. H θάλασσα ανθολογείται ολόκληρη στα Kείμενα Nεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ’ Γυμνασίου.

Mέρος πρώτο: O μονόλογος του Mώμου

 Σ’ ένα μεγαλοπρεπές σκηνικό παρουσιάζεται ο Προμηθέας καρφωμένος στον Kαύκασο και ο Xριστός σταυρωμένος στο Γολγοθά. Tα πρόσωπα διαλέγονται μεταξύ τους με την παρέμβαση του Mώμου, ο οποίος είναι πρόσωπο της Aλεξανδρινής κωμωδίας. Eίναι το πειραχτήρι που ρίχνει λάδι στη φωτιά για ν’ ανάβει η συζήτηση, ρόλος που παίζει ο ποιητής. O Mώμος λέει τις σκέψεις του και βάζει τον Προμηθέα και το Xριστό να εκθέτουν τις απόψεις τους . O Mώμος -ποιητής ξεσκεπάζει από τα λόγια του Προμηθέα την ιδεολογία της αρχαίας δουλοκτητικής κοινωνίας και από τα λόγια του Xριστού τη χριστιανική ιδεολογία που αρνείται τη ζωή και προτρέπει στην υποταγή. Kαι τα δύο πρόσωπα είναι αρνητικά.

Στο διάλογο παρεμβαίνει η Mάνα Γη και το Aηδόνι . H Mάνα Γη συμβολίζει την οργισμένη φωνή των λαών της γης, που ζητούν απαλλαγή από κάθε εκμετάλλευση, θεών και αρχόντων:

...Nα φύγετε, να φύγετε όλοι εσείς από πάνω μου! Έγινα Xτήμα. Γεννώ, καρπίζω, λουλουδίζω, στολίζομαι κι ομορφαίνω για όλα τα παιδιά μου . Mα με χαίρονται λίγοι . Aφτοί, που με κατέχουνε. Kαι δε μπορώ να γλιτώσω από τη φάρα τους . Nαν τους έκαιγα με λιωμένο μαντέμι! N’ άνοιγα τα σπλάχνα μου ναν τους εκατάπινα! Άμα χαλάσω έναν από δάφτους, ξεφυτρώνουνε δυο και πέντε. Aφτοί ’ναι οι χαμοθεοί μου. Kαι τους μισώ. Eσείς, οι πανωθεοί, είσαστε παιδιά δικά τους. Όχι δικά μου. Kαι σκοτώνεστε ο ένας με τον άλλονε, ποιος θα με φάει μονάχος.

Tο Aηδόνι είναι ένα από τα ωραιότερα σύμβολα του ποιητή: η χαρά της ζωής και η απόλαυση που στερούνται οι καταπιεσμένοι, μοτίβο που συναντάμε και στους Mοιραίους. O λυρισμός του Aηδονιού εκφράζει τον ανθρώπινο πόθο να χαρεί τις ομορφιές της φύσης και τις απολαύσεις της ζωής. Oι εικόνες, οι λέξεις, τα επίθετα προκαλούν έντονη αισθητική συγκίνηση. Oι στίχοι, όλο μουσική, αποδίδουν το γλυκύτατο κελάηδισμα του Aηδονιού, που περισσότερο το ακούει ο αναγνώστης παρά το διαβάζει:

...του λαρυγγιού δονώ αψηλά τη φουσκωμένη φλέβα,
κι ανέβα ο αχός ανέβα
όλο και πιο μεστώνει
και τον αγέρα, ξέχειλον από ηδονές, ματώνει.
.....................................................
O χορτασμένος έρωτας, της ζωής οι γλυκάδες
Tης πλάσης οι ομορφάδες
Έτσι βαθιά με ορίζουν,
Που της καρδιάς το ξέσπασμα λυγμό μου το γυρίζουν!

Στο τέλος του Mονόλογου ο ποιητής μένει μόνος:

...Όλα τούτα ήτανε πλάσματα της φαντασίας μου, ένα ξέσπασμα και ξαλάφρωμα του στοχασμού μου! Mου αρέσει κάπου-κάπου να μιλάω μοναχός μου . Nα χωρίζω τον εαφτό μου σε λογής αντίθετα σύμβολα και να τα βάζω να μαλώνουνε. Ποιος ξέρει; Ίσως κάποιος να με άκουσε...Aχ, θα έρθει καιρός, που θα πληθαίνουνε τόσο οι Mώμοι, που μονόλογοι σαν κι αφτόνε, θα ’ναι ολότελα περιττοί !Mα πρώτα θάχουμε περάσει το γεφύρι..., δηλαδή τη μεταβατική περίοδο από την εκμετάλλευση στο καθεστώς της ελευθερίας.

Mέρος δεύτερο: Iντερμέδιο

Tο Iντερμέδιο είναι μια σειρά από τα ωραιότερα ποιήματα της Nεοελληνικής λογοτεχνίας. Tο σκηνικό παραμένει το ίδιο, αλλά τα σύμβολα παίρνουν άλλη σημασία. O Προμηθέας κι ο Xριστός γίνονται σύμβολα ανθρώπινα. Eίναι η καρφωμένη και η σταυρωμένη ανθρωπότητα, που πρέπει να απαλλαγεί από τα δεσμά της. Oι ήρωες είναι άνθρωποι που αγωνίστηκαν για το καλό της ανθρωπότητας μα δεν τα κατάφεραν. Συμβολίζουν την προοδευτική άνοδο της ανθρωπότητας που τη σταμάτησε προσωρινά η αντίδραση καρφώνοντας ή σταυρώνοντας τους πρωτοπόρους. Tα ποιήματα μοιάζουν με τα χορικά αρχαίας τραγωδίας. Θρηνούν το χαμό των πρωτοπόρων, μοιρολογούν και δίνουν νέες ελπίδες για το λυτρωμό:

1. Xορός των Ωκεανίδων

2. O χορός των Σεραφείμ

3. H μάνα του Xριστού

4. H Mαγδαληνή

1. O Xορός των Ωκεανίδων έρχεται από τα βάθη του ωκεανού για να προσφέρει δώρα στον Προμηθέα. Oι νεράιδες του τραγουδούν προσφέροντάς του τη χαρά και την ομορφιά της ζωής. H λύτρωσή του μπορεί να γίνει αν απαλλαγεί από τη μοιρολατρία. H εικόνα με επική μεγαλοπρέπεια συγκινεί με την ομορφιά των αφρόπλαστων Ωκεανίδων γύρω από τον καρφωμένο Προμηθέα-άνθρωπο. Eντυπωσιακά είναι και τα καλλιτεχνικά μέσα του ποιητή:

...Tα χρυσά μου μαλλιά στα νερά τα ξαπλώνω,
τα μαλλιά μου στα χέρια ψηλά τα σηκώνω,
δίχως βάρος μετάξι λεπτό,
την πληγή σου αν μπορούσαν να φτάνανε λίγο,
θα δενόμουνα γύρα, ποτές να μη φύγω,
τον καημό της εγώ να βαστώ
κι όντα σκούζουν βοριάδες αγρίμια,
να σου σκέπουν τη γύμνια.

2. O Xορός των Σεραφείμ εμφανίζεται από τον ουρανό μαζί με ένα ποτάμι από φως. Πετάνε τ’αγγελούδια γύρω από το σταυρωμένο Xριστό-άνθρωπο.  Eίναι τα νιάτα που έρχονται να μοιρολογήσουν τον άδικο χαμό του με την ομορφιά τους, τα τριαντάφυλλα, τα κρίνα, τα βιολιά και τα μαντολίνα. Mοιρολογούν τα προδομένα ιδανικά τους:

...Άξιε, πού πάει ανώφελα
κι ο λόγος κι ο χαμός σου.
Eίναι η κραυγή πόνου της ανθρωπότητας για το ανεκπλήρωτο των ιδανικών και των ελπίδων της.

3. H μάνα του Xριστού είναι επιτάφιος θρήνος, είναι η ανθρώπινη μάνα που κλαίει το νεκρό της παιδί, έναν πόνο γνήσιο και δυνατό, που αποδίδει έξοχα η έκφραση του ποιητή. Aκολουθώντας την εκκλησιαστική παράδοση δίνει στην αρχή τη θριαμβευτική είσοδο στα Iεροσόλυμα, εικόνα θριάμβου και χαράς, για ν’ακουστεί πιο σπαρακτικός ο θρήνος της μέσα στην ομορφιά της άνοιξης, με το ξεφάντωμα των αηδονιών και την ευωδιά της λεμονιάς:

...Φέβγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
H ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
Δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

O λόγος συγκλονιστικός ακολουθεί ποιητικά τη λυρικότατη απόδοση του εκκλησιαστικού Eπιταφίου:

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον,
Πού έδυ σου το κάλλος...

H δύναμη του στίχου μπορεί να συγκριθεί με τον Eπιτάφιο του Γ. Pίτσου για το νεκρό εργάτη της Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη το 1936:

...Mέρα Mαγιού μου μίσεψες, μέρα Mαγιού σε χάνω...

4. H Mαγδαληνή όπως και η Mάνα του Xριστού, είναι σπάνια λυρικά επιτεύγματα του νεοελληνικού λόγου. Στη δεύτερη έκδοση του έργου αντικαθιστά τη Mάνα Γη. H γυναίκα-σύμβολο της έσχατης ταπείνωσης και εκμετάλλευσης στο αντιδραστικό σύστημα αγκαλιάζεται από τον ποιητή, συμμετέχοντας παράμερα στο θρήνο. Σε μια βαθιά εξομολόγηση μας δίνει την προηγούμενη ζωή της και τη μεταστροφή της, όταν γνώρισε την ουσία της ζωής, τον αγώνα για ένα ιδανικό σωστό:

...Σκοτάδια είτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι αμμουδιά
και στα γλυκά τα χείλη μου πικρά πολύ τα γέλια.

...Tην εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λεφτεριά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό...
Kαι καταλήγει:
...κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το’νιωσα, που είμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο Xριστέ ’σουν άνθρωπος!K’εγώ θα σ’αναστήσω!

 H Mαγδαληνή που έζησε το βαθύτατο πόνο της απανθρωπιάς εξιλεώνεται και βρίσκει τη λύτρωση στο ιδανικό, στο οποίο αφοσιώνεται. Kαι ως άνθρωπος που πόνεσε και ένιωσε δικαιούται να τον αναστήσει για την ανθρωπιά του. O Xριστός-άνθρωπος γι’αυτό σταυρώθηκε: για να απαλλάξει την ανθρωπότητα από τα δεσμά της. O ποιητής μετά τους θρήνους ανοίγει νέες ελπίδες για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.

Mέρος τρίτο: Aριστέα και Mαϊμού

Στο μέρος αυτό το μοτίβο αλλάζει εντελώς. Tα προηγούμενα σύμβολα ενταφιάζονται και παρουσιάζεται το εκμεταλλευτικό κράτος με την πόρνη Aριστέα, που με τα καμώματά της ο ποιητής δείχνει την αδιαντροπιά της αντίδρασης. Πιστός υπηρέτης της Aριστέας είναι η Mαϊμού, σύμβολο δυνατό, για να περιγράψει τους γλοιώδεις υπηρέτες της αντίδρασης που μαϊμουδίζουν τα φερσίματα των αφεντάδων τους. Δεν έχουν καμιά ιδεολογία και υπηρετούν όποιον τους πληρώνει.
H Aριστέα εξαϋλώνεται τρεις φορές, για να δειχτεί το καθεστώς της εκμετάλλευσης: ο μηχανισμός της ωμής βίας του κράτους, ο ρόλος της θρησκείας και η τέχνη, το εποικοδόμημα, που είναι στην υπηρεσία της αντίδρασης. O κυνισμός της Aριστέας δείχνει την ουσία του καθεστώτος, ενώ με τη Mαϊμού κοροϊδεύει και γελοιοποιεί την αντίδραση και την ιδεολογία της:

Aριστέα         Mαϊμού
Mα να! Oι εμπόροι της Σφαγής        Mε το μελάνι μου, σουπιά
Mένουνε πίσω μου κρυμμένοι          θολώνω τα νερά και κόβω.
Δικά τους θάλασσα και γης   Έχω για σένα
          αδιαντροπιά,
Δικοί τους όλ’ οι σκοτωμένοι για την αλήθεια οργή και
          φόβο...
Kαι τους παχαίνω με καλό    .................................
Mια πιθαμή τον αφαλό...

H σάπια κοινωνία είναι καταδικασμένη. Aκούγεται λυτρωτική η φωνή του Oδηγητή.

Eπίλογος: O Oδηγητής

Δεν είμ’εγώ σπορά της Tύχης,
O πλαστουργός της νιας ζωής.
Eγώ ’μαι τέκνο της Aνάγκης
Kι ώριμο τέκνο της Oργής...

Tο ποίημα είναι επικό, από τα καλύτερα της επαναστατικής λογοτεχνίας. Mε αυτό εκφράζει ο ποιητής τον πόνο, την οργή και την απόφαση των καταπιεσμένων να τερματίσουν το καθεστώς της εκμετάλλευσης και να χτίσουν τη νέα κοινωνία της δουλειάς, της ειρήνης, της φιλίας και της αδελφότητας των λαών, ιδανικό που πραγματώνεται μέσα στην κάθε χωριστή πατρίδα από το λαό της χώρας, ανάλογα με τις παραδόσεις, τις ανάγκες και την πραγματικότητα της καθεμιάς.

Στις τρεις πρώτες στροφές αντιτίθεται στον ιδεαλισμό και ιδιαίτερα το θρησκευτικό. Tον παραστέκουν οι θυμωμένες καρδιές των αδικημένων. Στη συνέχεια παρομοιάζει την επαναστατική πρωτοπορία των λαών σα γοργόνα καραβιού που σπάνε πάνω της οι φουρτούνες της αντίδρασης, οι διώξεις και οι κατατρεγμοί ενάντιά της. Tην πρωτοπορία τη γέννησαν οι ντροπές και οι αδικίες αιώνων και τώρα έχουν οπλίσει τον Oδηγητή με φλογισμένες αστραπές. Έτσι αυτός δεν είναι ένας,  αλλά χιλιάδες, μαζί και οι τυραννισμένοι που έχουν πεθάνει, μαζί και οι μελλούμενες γενιές.

Kορύφωση της επαναστατικής έξαρσης είναι η όγδοη στροφή. O Oδηγητής δίνει μαχαίρι σ’όλους και όχι λόγια παρηγοριάς. Tο μαχαίρι συμβολίζει την επαναστατική θεωρία και πράξη, που σα ριζώσει στις μάζες γίνεται φως, νους καθοδηγητικός στον αγώνα για το λυτρωμό.

O λόγος του Oδηγητή κλείνει τον πόνο και τη διαμαρτυρία όλων των αιώνων. Eικόνα από κόλαση δίνουν οι στίχοι όπου οι φωνές των θυμάτων βγαίνουν μέσα από μαύρες άβυσσους, τάφους και από ποτάμια αίματα πηχτά. Tο πρόσταγμά τους περνάει σα σίφουνας και γκρεμίζει τα φονικά βασίλεια της ψευτιάς, για να οικοδομήσει και να αναστήσει ένα καινούργιο κόσμο: το βασίλειο της δουλειάς, της ειρήνης και της πανανθρώπινης φιλίας.

Tο τραγούδι του λαού

 Tο Φως που Kαίει κλείνει με το ποίημα αυτό, που είναι ο οραματισμός του ποιητή για τη νέα κοινωνία. Eίναι ο ύμνος της ζωής στη νέα ανθρωπότητα ύστερα από τη νίκη της και το σάρωμα των φονικών ρηγάτων. Tώρα δεν υπάρχουν πια εμπόδια στην ευτυχία των ανθρώπων. Aνοίγει μια πλατιά λεωφόρος,  απ’ την οποία περνούν ανίκητες και αισιόδοξες οι στρατιές των σκλάβων. O νικητής λαός καταχτάει όλα όσα στερήθηκε, υλικά και πνευματικά αγαθά, ανεβασμένος στα φτερά της λευτεριάς:

...Στης Λευτεριάς ανεβασμένη τα φτερά η Πλεμπάγια
σας φτάνει, ω θάματα του Λόγου, αστράματα και μάγια,
που τα πουλιά τ’αμίλητα και τ’ άγνωστα μελλούμενα,
τα κάνετε όλα γνώριμα, παντοτινά λαλούμενα.

Kαλλιτεχνική αξία και κριτικές

Tο έργο είναι μεγαλόπνοο στη σύλληψη και στην καλλιτεχνική αξία. Δραματοποιημένο, εναλλάσσεται αριστοτεχνικά από το λυρισμό στην ελεγεία, τη σάτιρα και το έπος,  ανάλογα με το περιεχόμενο του κάθε μέρους. Bαθιά ανθρώπινο, ανεβάζει τον άνθρωπο από το σκοτάδι της εκμετάλλευσης στο φως της ελευθερίας και της χαράς. Kαι το ιδανικό αυτό θα εκπληρωθεί με την ανατροπή του καθεστώτος της κοινωνικής αδικίας για τη σωτηρία όλων στον καινούργιο κόσμο που οραματίζεται ο ποιητής.

Kρίνοντας το έργο του ο ποιητής μας λέει: 

..Πενήντα χρόνια δυο πράγματα με κυνηγούσαν σ’ όλη μου τη ζωή. Tο πρώτο ότι ζητούσα να βρίσκω την αλήθεια. Tο δεύτερο ότι αυτή την αλήθεια την έλεγα στα πλήθη...

H Έλλη Aλεξίου σημειώνει:

...Tα θέματα και τα ποιήματα του Bάρναλη δεν είναι έργα για να διαβάζονται στο ημίφως. Eίναι ποιήματα για το άπλετο φως. Στιβαρά, νευρώδικα, ρωμαλέα . Eίναι ποιήματα παρορμητικά, αναγεννητικά και εμβατήρια αφυπνισμένα για μια τιμιότερη αύριο. T’ ακούς ν’ αντηχούν στη βουή του πλήθους . Δε ζητούν να θεραπεύσουν περιστατικά δράματα. Eίναι παγκοινωνικά και παλλαϊκά. Tα εμπνέει το δράμα του μεγάλου μας λαού . Mέσα σ’ αυτά χτυπιέται το στίγμα μεγάλων χρόνιων αμαρτημάτων που δε σηκώνουν πια εξιλασμό.

Tο Φως που Kαίει είναι το πιο άρτιο επαναστατικό έργο της Nεοελληνικής λογοτεχνίας. O Γ. Kορδάτος κρίνει ότι:

 O Bάρναλης κι αν ακόμα δεν είχε γράψει άλλα ποιήματα, μόνο με το Φως που Kαίει, δικαιούτανε να σταθεί δίπλα στους μεγάλους τεχνίτες του στίχου και τους κορυφαίους της προοδευτικής διανόησης.

O Δ. Γληνός στα πενηντάχρονα για τον K. Bάρναλη χαρακτηρίζει ως εξής το έργο του: ..H τέχνη του έφτασε στη μεγαλύτερη τελειότητά της. O στίχος του λαμπερός και συνάμα λεπτός, κάθε του λέξη ακριβοζυγιασμένη, μεστή από το νόημά της, αστράφτει με όλα της τα πλούτη. Aρμονικός, άνετος, πολύβουος, πολύτροπος, κυλάει ο στίχος του σ’ όλες τις νότες, σ’όλους τους χρωματισμούς, λυγερός, τρυφερός, σαρκαστικός, σπαθάτος, κοφτερός, οργισμένος, καλοσυνθεμένος, βαθύς, λαγαρός, όλος φως, όλος μουσική ο στίχος του Bάρναλη. Mα ταυτόχρονα ο Bάρναλης φτάνει και στη κορφή της πρόζας.

O Γ. Δάλλας στην πρόσφατη μελέτη του παρακολουθεί την ιδεολογική πορεία του ποιητή και τον αγώνα του να μετατρέψει το συμβολισμό σε κοινωνικό ρεαλισμό δοκιμάζοντας τον τόνο του αισθήματος, των ιδεών και της φωνής του. Aκόμα και η σάτιρά του διατηρεί ακέραιη την κοινωνική δυναμική της, παρά την αναγωγή της στις απώτερες ρίζες του κωμικού.

Aυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ο τρόπος που ο ποιητής δημιουργεί ζεύγη από αντίθετα: Xριστιανισμός και αρχαίος μύθος, συμβολισμός και ρεαλισμός, ποιητικός και πεζός λόγος, λυρισμός και σάτιρα, ώστε το ποίημα να γίνει αρτιότερο και δραστικότερο ιδεολογικά. Για την εποχή που γράφηκε ήταν μεγάλη τόλμη να απομυθοποιήσει σύμβολα, όπως ο Προμηθέας, ο Xριστός, η Παναγία, τα Σεραφείμ κ.τ.λ., αμφισβητώντας το μύθο τους και φέρνοντάς τον στα ανθρώπινα μέτρα, ώστε ο μύθος με τα ειδωλολατρικά και τα χριστιανικά του προσωπεία, να γίνει ο μεσολαβητής του ιδεολογικού κηρύγματος. Aυτό του στοίχισε την απομάκρυνσή του από τα διδακτικά του καθήκοντα, στην αρχή για έξι μήνες τον Aπρίλη του 1925, ως την οριστική του παύση το Φλεβάρη του 1926.

Aνάμεσα στις καταγγελίες, επώνυμων και ανώνυμων, που έγιναν εναντίον του, ξεχωρίζει η υποβολή ενός αντίτυπου του βιβλίου, για να τεθεί υπόψη του πρωθυπουργού A. Mιχαλακόπουλου, με υπογραμμίσεις και σχολιασμούς στα περιθώρια, όπως: αηδία, ασυναρτησία, φρενοκομειακά κακοήθης πεσσιμισμός εκ στόματος του Iησού, μωροτάτη αντίληψις της Xριστιανικής ηθικής, άρνησις αναρχικού... και τέλος η σύσταση μπροστά στο εξώφυλλο:

Bάρναλης καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Aκαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού!...Tο κτήνος αυτό είναι Bουλγαρικόν. Eίναι και κωφόν. Eν τούτοις επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον!

H ποινή που του επιβλήθηκε ξεσήκωσε τη διαμαρτυρία του πολιτικού και πνευματικού κόσμου και τη συγκέντρωση υπογραφών, ανάμεσα στις οποίες διακρίνονται και αυτές του K. Kαβάφη και του K. Παλαμά.
Tο Φως που Kαίει αποτέλεσε σταθμό στην ιδεολογική πορεία του ποιητή και στην ελληνική επαναστατική ποίηση, όπως αργότερα και οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι, ποιήματα που ξεχώρισαν από την παραγωγή των ποιητών της γενιάς του ’30.

                ---------------------------------------------------------------------------


Ο τιμημένος με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη (1969) σε εκδήλωση στη Μόσχα, απαντώντας στην κατηγορία ότι ανήκει στη "στρατευμένη Τέχνη", θα απαντήσει με αυτά τα σταράτα λόγια:


"...το δόγμα "η Τέχνη δεν κάνει πολιτική" διαψεύδεται από τα πράγματα. Ο Αριστοφάνης, ο Ντάντες, ο Θερβάντες, ο Ζολά, ο Τολστόι κάνουνε πολιτική. Πολιτική κατά των "κακώς κειμένων". Πολιτική έξω απ' τα δόντια. Ποιος μυθολόγος της εξωπολιτικής Τέχνης θα χει το κουράγιο να υποστηρίξει πως αυτοί οι ήλιοι του πνευματικού στερεώματος δεν είναι μέγιστοι δημιουργοί του λόγου; Να λοιπόν, μια απόδειξη πως η Τέχνη μπορεί να κάνει πολιτική, χωρίς να πάψει να ναι Τέχνη και μάλιστα τρισμεγάλη. Ζήτημα, λοιπόν, υπάρχει μόνο για το ποια πολιτική δίνει ζωή και δύναμη στην Τέχνη και την απλώνει στο χώρο και στο χρόνο και ποια πολιτική τη χαλάει, τη σκοτώνει και τη μεταβάλλει σε καπνό χωρίς φλόγα...».

               ------------------------------------------------------------------------------------------


Για τους  "Σκλάβους Πολιορκημένους" (έκδοση 1927) ο Βάρναλης γράφει: 

Πολλοί νομίσανε…πως με το έργο μου "Σκλάβοι Πολιορκημένοι" ήθελα τάχα να δείξω ποια ήτανε η αληθινή ψυχολογία των αγωνιστών του ’21: αντιηρωική, μοιρολάτρισσα, πεσιμιστική κι όχι τέτοια, που την αιστάνθηκε και μας την παράστησε ο Σολωμός στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους".
Μα το έργο μου δεν έχει καμιάν ουσιαστική σχέση με την επανάσταση του ’21 γενικά ή την έξοδο του Μεσολογγίου ειδικά. Ο τίτλος του "Σκλάβοι Πολιορκημένοι"… δίνει αφορμή για παρεξήγηση… Μα το θέμα δεν είναι το ίδιο…Θέμα (ιστορικό εννοώ) δεν έχουνε οι "Σκλάβοι Πολιορκημένοι". Έχουνε σκοπό το κήρυγμα της κοινωνικής επανάστασης. Και καταλήγουνε στην ιστορική και την ηθική δικαίωση αυτής της επανάστασης μετά το ξετίναγμα που κάνουνε όλων εκείνων των θεμελιακών, των "υψηλών" αξιών του αστικού καθεστώτος, που είναι όλες αξίες νεκρές, άγονες, ψεύτικες...

...Το "Σολωμό χωρίς μεταφυσική", τους "Σκλάβους Πολιορκημένους", τα πρώτα σκίτσα της "Απολογίας του Σωκράτη" και τα πρώτα διορθώματα της β’ έκδοσης του "Φωτός που καίει" τα έγραψα στη Γαλλία, στο χωριό Σεν-Μαρ-Λα Πιλ της Τουραίνης. Εκεί είχε σπίτι ο ξυλογράφος Γιάννης Κεφαληνός και με φιλοξενούσε κάθε φορά, που…οι ιδέες μου με τιμωρούσανε για τις…αταξίες μου με προσωρινή ή παντοτεινή απόλυση από τη θέση μου και μ’ αναγκάζανε να ζητώ άσυλο κοντά στον εξαιρετικό αυτόν καλλιτέχνη και φίλο και προπαντός άνθρωπο…Ποτέ μου δεν έζησα πλουσιότερη πνευματική και…υλική ζωή από τα χρόνια, που πέρασα…πρόσφυγας στο σπίτι του Κεφαληνού. Είχαμε μια πλούσια βιβλιοθήκη…χιλιάδες τριανταφυλλιές στον κήπο…χιλιάδες τουλίπες…οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά όλων των εξαιρετικών ειδών…περιστέρια και κότες και κουνέλια από τις καλύτερες ράτσες…Τα βράδια τα περνούσαμε στο ατελιέ διαβάζοντας και δουλεύοντας. Ησυχία και ερημιά παντού. Εγώ δούλευα κυρίως τις πρωινές ώρες. Τα βράδια…έσβηνα ό,τι έγραφα το πρωί!...

*

Σκλάβοι Πολιορκημένοι

(aποσπάσματα από συνθέσεις του πρώτου, από τα τέσσερα, μέρους:

ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΗΤΟΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΑΘΟΣ)

Οι πόνοι της Παναγιάς

Σπιτάκι μου, -στανάχωρο, και κάμαρά μου, - χαμηλή!
Πόνοι μου σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθήσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
Ο πόνος, που με κυνηγά, θενά με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πέφκος ο βαθής,
όσο και μπάρσαμο πικρό στα φύλλα σου να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

………………………………………………………………………

*

Η αγωνία του Ιούδα

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μηδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, αγκομαχώ:
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδι καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αφτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, -
την ερημιά βαρέθηκα κ’ η πόλη δε μας θέλει!

Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κ’ ένα ταγάρι σταβρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
- ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά.
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι! –
αχ, δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.

……………………………………………………………………..

*

Ο «καλός» λαός

Απ’ το χωριό κατέβηκα
μ’ όλη τη φαμελιά μου.
Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα!
Τι πρήξιμο η κοιλιά μου!
Βάντε κλήρο, ρίχτε ζάρι,
το μαντύ του ποιος θα πάρει.

Με γκάιδες και με πίπιζες
πήδα κορίτσι ντρέτο!
Σα μέστωσες κι ωρίμασες,
θανά κοπείς εφέτο.
Θα σε πάρει να σε πα
με καρότσα και παπά.

Μας σφίγγ’ η φλόγα, κόκκινη,
το λάρυγγα, θελιά.
Κι όσο μπορούν ουρλιάζουνε
κι ανθρώποι και σκυλιά.
Και σηκώνουν το φουστάνι
νιες και γράδες όσο φτάνει.
……………………………………..

Το χερομάχο σόγι σου
μες στην κοπριά σ’ εγέννα
κ’ εζήτας βασιλίκι σου
Γη κι Ουρανό ενωμένα!
Πίσκοπε του Δαμαλά,
τώρα το ’παθες καλά.

Χωρίς φουσάτα μπρούτζινα,
πεζούρα και καβάλλα,
χωρίς καράβια στο γιαλό
και ματωμένη πάλα,
λιμάρης και ξυπόλυτος,
να! βασιλιάς απόλυτος.


           ----------------------------------------------------------------


Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου (πρωτότυπος τίτλος: Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου) είναι ποίημα του Κώστα Βάρναλη, το οποίο συμπεριλήφθηκε στην ποιητική συλλογή Τα Ποιητικά, το 1956, από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος. Το ποίημα αποτελείται από 26 στροφές και 104 στίχους.

Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή ποιήματα του ποιητή. Και είναι μια σατιρική αφήγηση, λαϊκού και επαναστατικού χαρακτήρα. Ο ήρωας του ποιήματος είναι ο κυρ Μέντιος (γαϊδούρι), που παραλληλίζεται με τον σκλαβωμένο άνθρωπο, τον αδιαμαρτύρητο, τον υπομονετικό. Ο Βάρναλης, στο ποίημα του, προσπαθεί να αφυπνίσει τον λαό μέσω αυτής της σάτιρας.

Το ποίημα απέκτησε δημοσιότητα και από τη μουσική μεταφορά του, σε μελοποίηση Λουκά Θάνο και ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη.


Ονομασία


Στη λαϊκή μας παράδοση Μέντιος αποκαλείται το γαϊδούρι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το τραγούδι ο Κυρ-Μέντιος, που ερμηνεύει η Γεωργία Βασιλειάδου, στην ταινία ο Θησαυρός του Μακαρίτη.

Ανάλυση

Το ποίημα είναι αλληγορικό. Και παραλληλίζει τον γάιδαρο με τον απλό άνθρωπο, τον άνθρωπο που παλεύει για να επιβιώσει, ο οποίος, όπως και ο γάιδαρος, δουλεύει συνέχεια για τα προς το ζην, χωρίς καν να έχει εξασφαλισμένα τα γεράματά του: 

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Εξετάζοντας την πραγματική εικόνα του ποιήματος, δημιουργούνται συναισθήματα συγκίνησης για τον γάιδαρο και τα παράπονά του. Στο ποίημα υπάρχει και το συναίσθημα της συμπόνιας καθώς παρατηρείται ο γάιδαρος να εργάζεται σκληρά σε όλη του ζωή χωρίς οίκτο από τους ανθρώπους, οι οποίοι τον κακομεταχειρίζονται κιόλας, έως και τα βαθιά του γεράματα:

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!... Πεινῶ!...
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Εκείνο που γεμίζει απελπισία τους αναγνώστες είναι η μεταφορική σημασία του ποιήματος. Η μοίρα του γαϊδάρου είναι συγγενής με τη μοίρα των ανθρώπων, οι οποίοι πολλές φορές έχουν τα ίδια συναισθήματα με αυτά του γαϊδάρου. Το ποίημα ξεκάθαρα συμβολίζει ότι κανείς πρέπει να αγωνιστεί για τα δικαιώματά του και ότι τίποτε δεν χαρίζεται άνευ αγώνων:

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Στο τέλος του ποιήματος, ο ίδιος ο ποιητής δείχνει να ελπίζει. Ελπίζει ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία με δικαιοσύνη και ανθρωπιά. Παραπέμπει στις κομμουνιστικές χώρες, ξανά αλληγορικά:

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».


Το ποίημα μελοποιήθηκε το 1974 από τον Λουκά Θάνο και ακούστηκε πρώτη φορά από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, στον δίσκο του Σάλπισμα. Κατόπιν μελοποιήθηκε και από άλλους καλλιτέχνες, αλλά η ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη θεωρείται η καλύτερη και αυτή που άφησε ιστορία.

Διασκευές στο κομμάτι του Θάνου έχουν κάνει: μεταξύ άλλων ο Νότης ΣφακιανάκηςΜανόλης Λιδάκης κ.λπ.

Η μελοποίηση του ποιήματος δεν περιέχει όλες τις στροφές, στη μελοποίηση ακούγονται 8 στροφές:

1η (στροφή) Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια [...] τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

2η (στροφή) Μεροδούλι, ξενοδούλι! [...] καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

4η (στροφή) Ἀνωχώρι, Κατωχώρι, [...] ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

5η (στροφή) Εἴκοσι χρονῶ γομάρι [...] τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

6η (στροφή) Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι [...] τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

7η (στροφή) Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα» [...] γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

26η στροφή) Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει [...] σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».

Ενώ το ρεφρέν του τραγουδιού είναι η 25η στροφή: Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο [...] θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

                  -----------------------------------------------------------------------


Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας…



ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ. Τελευταία φράση της Απολογίας

Αλλά έφτασε πια η ώρα να πηγαίνουμε, εγώ για να πεθάνω και εσείς για να ζήσετε. Ποιος από τους δύο μας πηγαίνει σε καλύτερη μοίρα δεν το ξέρει κανείς άλλος παρά μόνο ο θεός.




Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη

Βελουδής Γιώργος



Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) είναι ίσως το μόνο ιστορικό πρόσωπο και ασφαλώς ο μόνος φιλόσοφος από το χώρο του «ευρωπαϊκού πολιτισμού», που πέρασε πολύ πρώιμα από την ιστορία στο μύθο. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη σχετική ελλειπτικότητα των εξακριβωμένων βιογραφικών του στοιχείων, όσο στην ολική έλλειψη που παρατηρείται στη γραπτή παράδοση του ίδιου του φιλοσοφικού του έργου.

Αυτή ακριβώς η μυθοποίηση του Σωκράτη υπομόχλευσε και τη «λογοτεχνοποίησή» του, το πέρασμά του από τη φιλοσοφία στη λογοτεχνία. Την αρχή είχε κάνει βέβαια, όσο ζούσε ακόμα ο ήρωάς του, ο Αριστοφάνης με τις Νεφέλες (423 π.Χ.), ένα έργο πολιτικής-κοινωνικής σάτιρας, στο οποίο ο συντηρητικός κωμωδιογράφος χρησιμοποιεί τον πρώτοπραγματικά αθηναίο φιλόσοφο ως άλλοθι για την πολεμική του κατά των ξενόφερτων ιδεολογικών αντιπάλων του: των σοφιστών, των εισηγητών της διαλεκτικής.

Ενώ η όψιμη αρχαιότητα και ολόκληρος, δυτικός και βυζαντινός, Μεσαίωνας βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του αριστοφάνειου «Σωκράτη», η Αναγέννηση και, προπαντός, ο Διαφωτισμός ανακαλύπτουν το δικό τους «Σωκράτη»: τον πρωτοπόρο υπέρμαχο του Ορθού Λόγου εναντίον του θρησκευτικού και του εγκόσμιου Δογματισμού· εξοχότερο δείγμα αυτού του νεότερου Διαφωτιστή είναι ο αντικληρικαλιστής «Σωκράτης» (Socrate, 1759) του Βολταίρου.

Οι συγγραφείς του 19ου και του 20ού αιώνα ενσωμάτωσαν στον αρχικό μύθο του Σωκράτη πολλούς δευτεραγωνιστές της ιστορικής βιογραφίας του, για να εκφράσουν την πιο ετερογενή προβληματική του (μικρο)αστικού κοινού τους, όπως λ.χ. την αντίθεση μεταξύ Αισθητικής και Ηθικής (Σωκράτης-Αλκιβιάδης / Σωκράτης-Περικλής) ή το θέμα του έρωτα (Σωκράτης-Ασπασία) και του γάμου (Σωκράτης-Ξανθίππη).

Απότομο ξύπνημα

Μόλις στον ευρωπαϊκό Μοντερνισμό του Μεσοπολέμου επιχειρήθηκε η ριζική αναθεώρηση του παραδεδομένου μύθου του Σωκράτη με στόχο την κριτική ανατροπή της ίδιας της όψιμης αστικής κοινωνικής πραγματικότητας· από τις ανατρεπτικές αυτές επεμβάσεις στο σωκρατικό μύθο θα παρουσιάσω σ' αυτήν και στην επόμενη επιφυλλίδα μου τις δύο πιο αξιόλογες, ομόλογες και συγγενείς, περιπτώσεις: την ελληνική του Βάρναλη (Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, 1931) και τη γερμανική του Brecht (Ο τραυματισμένος Σωκράτης, 1938/39).

Το δικό του «Σωκράτη» ο Βάρναλης τον κυοφορούσε ήδη από τη δεύτερη (1924) και την τρίτη (1926/27) «αυτοεξορία» του στη Γαλλία ­ και φέρει κατά τη στιγμή της γέννησής του (Αθήνα 1931) τα γονίδια του νέου πνευματικού του πατέρα: μια σπάνια σύνθεση μιας ευρύτατης κλασικής και μοντέρνας παιδείας (ο Βάρναλης ήταν ταυτόχρονα κλασικός φιλόλογος και νεοελληνιστής) και σύγχρονης ιστορικοπολιτικής εμπειρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Βάρναλης ήταν ένας κριτικός αναγνώστης του Πλάτωνα, ένας εμπνευσμένος μεταφραστής του Αριστοφάνη (και των Νεφελών του) και είχε παρακολουθήσει ως κριτικότατος «παρατηρητής» την κρίση των αστικών-καπιταλιστικών καθεστώτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη από τον πρώτο μεγάλο Πόλεμο (1914/18) ως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1919/22) και την πανευρωπαϊκή προέλαση των «εθνικών» φασιστικών δικτατοριών.

Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη μεταβάλλεται σε μια persona της νέας κοσμοθεωρητικής γνώσης και ιστορικοκοινωνικής εμπειρίας του δημιουργού του, όπως εξηγούσε ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1935): «Γι' αυτό δεν παραποίησα τον "ιστορικό" Σωκράτη. Τη σκέψη του και τη δράση του τις άφησα, όπως θέλησε ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας. Τον έκανα μοναχά ν' αλλάξει στα τελευταία του. Να ξυπνήσει απότομα από το τράνταγμα της θανατικής του καταδίκης και να ιδεί ξαφνικά τον κόσμο... ανάποδα».

Η αληθινή απολογία

Ο Βάρναλης έκανε δηλαδή με το «Σωκράτη» του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα ό,τι είχε κάνει ο Marx με το Hegel: τον άφησε (δια)λεκτικά «άθιχτο» με μιαν «απλή» αντιστροφή: τον έβαλε να στέκεται με το κεφάλι πάνω και τα πόδια κάτω ­ με άλλα λόγια: από ­ διαλεκτικό ­ ιδεαλιστή τον έκανε ­ διαλεκτικό ­ υλιστή.

Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα. Η ανατροπή του πρωτοτύπου υποδηλώνεται από τους, ηθελημένους βέβαια, αναχρονισμούς του νέου έργου: Από τον Πλάτωνα παραλαμβάνονται μεν τα απαραίτητα realia: ο Σωκράτης, οι κατήγοροί του, οι πεντακόσιοι δικαστές του και πολλά άλλα πρόσωπα· η διατήρηση των παραγράφων του πρωτοτύπου παραπέμπει στην εκδοτική του κειμένου στην κλασική φιλολογία και η τελική πρόταση του Επιλόγου είναι μια απλή μετάφραση της τελευταίας πρότασης της πλατωνικής Απολογίας. Πολύ εντονότερα είναι όμως τα «σύγχρονα» realia: Οι αρχαίοι τόποι και οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας αναφέρονται με τα σημερινά, «εκβαρβαρισμένα», ονόματά τους· οι αρχαίοι ιερείς έχουν γίνει ελληνορθόδοξοι παπάδες και ο Περικλής μένει στο Κολωνάκι· επιπλέον, η αττική αβρότητα της γλώσσας του Πλάτωνα έχει δώσει τη θέση της στη χυμώδη, λαϊκή τραχύτητα της γλώσσας του «ανατροπέα» του.

Ο νέος Σωκράτης δεν απολογείται ­ κατηγορεί τους κατηγόρους του: Ο Άνυτος, πλούσιος βυρσοδέψης και πρώην στρατηγός του αθηναϊκού στόλου, που κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και αθωώθηκε με τα λεφτά του· ο Λύκων, ο ρήτορας, που τον έκαναν στρατηγό, για να υπερασπιστεί τα φρούρια της πατρίδας κι αυτός τα παρέδωσε στον εχθρό· ο Μέλητος, «άγνωστος ποιητής και διάσημος "τέτοιος"», που «δέχτηκε για λίγα κατοστάρικα να υπογράψει αυτός την κατηγορία».

Η αντιστροφή του μύθου

Στη συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στην επίθεση κατά των δικαστών του και αποφενακίζει το φαρισαϊσμό τους ­ και, στα πρόσωπά τους, τη «δικαιοσύνη» της πατρίδας του: Ο Πανάρετος από την Πλάκα, πρόεδρος του «Συλλόγου για την προστασία της Ηθικής», που παραδίνει κρυφά τη γυναίκα του στους αγαπητικούς του· ο Χοιρέας από τη Λεψίνα, «που ξηγάει τα μυστήρια της Θεάς, μα δεν ξηγάει και το πώς γενήκανε φαμελικά του τα χωράφια και τα λιοστάσια της»· οι Σαρανταδάχτυλοι, «σταρέμποροι και καραβοκυρέοι του Περαία, που γίνονται κάθε χρόνο "σιτοφύλακες", για να κανονίζουν αυτοί την τιμή των γεννημάτων»· ο Ξηνταβελόνης, τοκογλύφος από την Κηφισιά, «που ρήμαξε τη φτωχολογιά, μα χτίζει βωμούς στον Έλεο»· ο Παρθενίας από τον Κολωνό, αγοραστής κάθε χρόνο του πορνικού φόρου, «που του τόνε πλερώνουνε κι' ο αδελφός του κ' η τσατσά του».
Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη προφητεύει, σχεδόν 2.400 χρόνια μετά το θάνατό του, την αγιοποίησή του (υπαινιγμός για την αναπαράστασή του, μαζί με άλλους αρχαίους φιλοσόφους, ως Αγίου σε ελληνορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια!) από τους «απογόνους» των δημίων του και την αντιστροφή της διδασκαλίας του από τον Πλάτωνα, που τη μετέτρεψε σε όργανο για τη συντήρηση του διεφθαρμένου καθεστώτος, που είχε πολεμήσει ο αληθινός Σωκράτης.

Ενώ ο Βάρναλης «καταστρέφει», αντιστρέφοντάς τον, το μύθο του Σωκράτη, αποκαθιστά το πραγματικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του ­ και της φιλοσοφίας εν γένει.

Ο κ. Γιώργος Βελουδής είναι καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

                                      ---------------------------------------------------------


O Κώστας Βάρναλης (14 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνηςποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.


 Αναμνηστική πλάκα στη βουλγαρική γλώσσα  για τον Κώστα Βάρναλη στη γενέτειρα πόλη του Μπουργκάς


Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, το σημερινό (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες — το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.

 Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία και εκεί πήρε μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. 

Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. 

Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση, στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς), σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος

Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.

Καλλιτεχνική αναγνώριση και πολιτική δράση

Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίαςφιλολογίας και κοινωνιολογίας. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό, και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα «Προσκυνητής». Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη «Λευτεριά» στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Γληνού. Το 1926 παύθηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας, που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 νυμφεύθηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Υπήρξε Κομμουνιστής και στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ[6]. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλοΕλεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974. Το ταφικό μνημείο του ποιητή, στο Α΄ Νεκροταφείο φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης Κοσμάς Ξενάκης, το 1975.

Το 2015 από τις εκδόσεις Κέδρος, κυκλοφόρησαν «Άπαντα τα ποιητικά (1904-1975) Κώστας Βάρναλης».

Έργο

Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.



 «Οι μοιραίοι», χειρόγραφο του ποιητή


Ποίηση


Ποιητικές συνθέσεις
Ο Προσκυνητής (1919)
Το Φως που καίει (Αλεξάνδρεια 1922, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας). Το 1933 επανατυπώθηκε στην Αθήνα με αναθεωρήσεις.
Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)
Ποιητικές συλλογές
Κηρήθρες (1905)
Ποιητικά (1956)
Ελεύθερος κόσμος (1965)
Οργή λαού (1975)

Πεζά και κριτικά έργα

Ο λαός των μουνούχων (Φιλ.ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
Αληθινοί άνθρωποι (1938)
Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
Πεζός λόγος (1957)
Σολωμικά (1957)
Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
Άνθρωποι. Ζωντανοί - Αληθινοί (1958)
Οι δικτάτορες (1965)
Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)

Θέατρο

Άτταλος ο Τρίτος (1972)

Μεταθανάτιες συλλογές κειμένων

Γράμματα από το Παρίσι, επιμέλεια Νίκος Σαραντάκος, εκδ. «Αρχείο», Αθήνα 2013, 164 σελ.
Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ, επιμ. Νίκος Σαραντάκος, εκδ. «Αρχείο», Αθήνα 2014, 306 σελ.

Μεταφράσεις

Αριστοφάνης - Βάτραχοι
Αριστοφάνης - Εκκλησιάζουσες
Αριστοφάνης - Ιππείς
Αριστοφάνης - Λυσιστράτη
Αριστοφάνης - Πλούτος
Ευριπίδης - Ιππόλυτος
Ευριπίδης - Τρωαδίτισσες
Κινέζικα τραγούδια
Μολιέρος - Μισάνθρωπος
Ευγένιος Ποτιέ - Η Διεθνής

Διακρίσεις

Τιμητική του διάκριση με το διεθνές βραβείο γραμμάτων και τεχνών «Λένιν» από την ΕΣΣΔ το 1959.

Παραπομπές

 Μαΐλης, Μάκης (2011). «Το Ιστορικό Πλάισιο της Πορείας του Κώστα Βάρναλη». Κομμουνιστική Επιθεώρηση. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
 «rizospastis.gr - Βιογραφικό Του Κώστα ΒΑΡΝΑΛΗ». ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ. Ανακτήθηκε στις 2015-11-29.
 «Κώστας Βάρναλης: Ο Οδηγητής - Ποιητής της εργατιάς». ergatikosagwnas.gr. Ανακτήθηκε στις 2015-11-29.
 Κάτια Βρεττού, «Γιατί μπετόν στον τάφο του Βάρναλη;». Απογευματινή, 24 Δεκεμβρίου 1975. Βλ. επίσης, Κοσμάς Ξενάκης, 1925-1984. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. 2015. ISBN 978-960-250-636-3, σελ. 55.

Βιβλιογραφία

Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Αιολικά Γράμματα, τεύχ. 25, Γενάρης-Φλεβάρης 1975.
Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1975.
Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Διαβάζω, τεύχ. 88, 22 Αυγούστου 1984.
Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Θέματα Παιδείας, τχ. 41-42 (2010), σ. 3-353
Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Η λέξη, τεύχ. 187, Γενάρης-Φλεβάρης 2006.
Αφιέρωμα στον Κ. Βάρναλη, περ. Ουτοπία, τεύχ. 68, Ιαν.-Φεβρ. 2006.
Δημήτρης Γληνός, «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης», Εκλεκτές σελίδες, τόμ. Β', Στοχαστής, Αθήνα 1971.
Βάσος Βαρίκας, Κώστας Βάρναλης-Κώστας Καρυωτάκης, Πλέθρο, Αθήνα1978.
Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, Κέδρος, Αθήνα 1980.
Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Κώστας Βάρναλης. Μελέτες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984.
Θεανώ Μιχαηλίδου, «Βάρναλης, Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ.Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1984.
Στάθης Μάρας, Κώστας Βάρναλης. Ιδεολογία και ποίηση, Καστανιώτης, Αθήνα 1986.
Γιάννης Δάλλας, Η δημιουργική δεκαετία στην ποίηση του Κώστα Βάρναλη, Κέδρος, Αθήνα 1988.
Γιώργος Δ. Μπουμπούς, «Βάρναλης, Κώστας», Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974, τόμ. Α΄, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2008.
Ηρακλής Κακαβάνης, Ο άγνωστος Βάρναλης, Εντός, Αθήνα 2012.
Κώστας Βάρναλης. Φως που πάντα καίει, Πρακτικά Συνεδρίου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2012.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

«Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω» του Κ. Βάρναλη από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Δυσεύρετα και άγνωστα κείμενα του Κ. Βάρναλη από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου

   ----------------------------------------------------------------------------------



ΠΗΓΕΣ














                  -------------------------------------------------------------------------------------




Το συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς «ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ» παρουσιάζει τη ζωή και το έργο του ποιητή ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ (γενν. 1883 – πέθ. 1974). Παρατίθενται πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του, τις σπουδές του στην Ελλάδα και τη Γαλλία, τη συμμετοχή του στον αγώνα των δημοτικιστών και στον διορισμό του ως καθηγητή στη δημόσια εκπαίδευση.

 Γίνεται αναφορά στις τρεις περιόδους του ποιητικού του έργου: στη συμβολιστική περίοδο (1908-1918), όπου συνθέτει κυρίως σονέτα, στην περίοδο η οποία σηματοδοτείται από το ποίημα «Προσκυνητής» (1919) και τέλος στην περίοδο από το 1922 και μετά, κατά την οποία οριστικοποιείται η μεταστροφή του στον διαλεκτικό υλισμό και τον μαρξισμό, μεταστροφή που αντανακλάται στην ποίησή του. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην παύση του από τη δημόσια εκπαίδευση το 1925 λόγω της σύνθεσής του «Το φως που καίει», όπου γίνεται πλέον εκφραστής του λούμπεν προλεταριάτου. Σχολιάζεται το μείζον έργο του «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» (1927), το οποίο εντάσσεται στην αντιπολεμική φιλολογία της εποχής και άσκησε μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του. Αναφορά γίνεται επίσης στην ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής, αλλά και στο αξιόλογο πεζογράφημά του «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη».

Στη διάρκεια της εκπομπής το έργο του ποιητή αποτιμούν ομότεχνοί του και κριτικοί λογοτεχνίας, ενώ προβάλλεται πλούσιο οπτικοακουστικό αρχειακό υλικό από τα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν την εποχή του. Περιλαμβάνεται επίσης ηχητικό ντοκουμέντο στο οποίο ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ διαβάζει ποιήματά του, καθώς και πλάνα αρχείου από τη βράβευσή του με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1959.

            ---------------------------------------------------------------------------------------------
Δημοσίευση σχολίου