Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

OSCAR WILDE - ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ

                                          


Είμαστε όλοι στο βούρκο όμως μερικοί κοιτάζουμε τ' άστρα

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ



Oscar Wilde portrait.jpg


 







Ο Όσκαρ Ουάιλντ επισκέπτεται την Ελλάδα το 1877.   Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα του και συνοδεύεται από τον φιλέλληνα και ελληνολάτρη Τζων Πέντλαντ Μάχαφυ, σημαίνοντα ιστορικό και φιλόλογο, και υπεύθυνο καθηγητή του στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου.
Πρόθεση του καθηγητή, που είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα δυο χρόνια πριν, είναι να αποτρέψει τον προσηλυτισμό του Ουάιλντ από την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και προσπαθεί να τον μεταπείσει να μην ακολουθήσει την επιθυμία του για ένα, ακόμα, ταξίδι στη Ρώμη, σαν αυτό που είχαν κάνει μαζί το καλοκαίρι του 1875.   Χριστιανός προτεστάντης στο θρήσκευμα ο Μάχαφυ, πιστεύει ότι η θέα της Ακρόπολης, η επαφή του με τον ιερό χώρο της Ολυμπίας και η επίσκεψη στις Μυκήνες - όπου θα έχουν, μάλιστα, την ευκαιρία να δουν τα πρόσφατα ευρήματα του Σλήμαν -, θα συμβάλλουν ώστε να διαμορφώσει ο εικοσιτριάχρονος, τότε, Όσκαρ, παγανιστικές απόψεις, και ότι αυτό θα τον "γλιτώσει" από τον Ρωμαιοκαθολικισμό.

Το ταξίδι αυτό δεν είναι αυτή η πρώτη γνωριμία του Όσκαρ Φίνγκαλ Ο' Φλάερτυ Ουίλλς Ουάιλντ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, με τον ελληνικό πολιτισμό. Η μητέρα του, Τζέην Φρανσέσκα Ουάιλντ, είχε μελετήσει τα ελληνικά από πολύ νεαρή ηλικία, πράγμα ασυνήθιστο για τα κορίτσια της εποχής της.   Ένας βιογράφος της γράφει πως μετά τον θάνατο του συζύγου της συνήθιζε να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού της πλατείας Μέριον, και να διαβάζει στα ελληνικά, με δυνατή φωνή, τον Προμηθέα Αισχύλο, αδιαφορώντας αν την άκουγαν.



Ο Όσκαρ, τρία χρόνια πριν το ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε διακριθεί με ένα βραβείο στα αρχαία ελληνικά κατά την αποφοίτησή του από το Τρίνιτυ Κόλλετζ.

«Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες' ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ' ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα... Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν... Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα. »
Μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, δημοσιεύεται το πρώτο του κείμενο, που αφορά στα εγκαίνια της πινακοθήκης Γκρόβενορ και τον επόμενο χρόνο (1878) κερδίζει το ποιητικό βραβείο Νewdigate και τελειώνει με άριστα τις σπουδές του στην Ελληνική και Λατινική Φιλολογία. Το 1880 τυπώνεται το πρώτο θεατρικό του έργο και αυτό είναι το επίσημο ξεκίνημα της λογοτεχνικής του καριέρας μιας και τα βραβευμένα ποιήματά του εκδίδονται για πρώτη φορά το 1881.


Πηγή: www.lifo.gr

  --------------------------------------------------------------------------------------------



Ο ακαταμάχητος δανδής Όσκαρ Ουάιλντ

Η μορφή του Οσκαρ Ουάιλντ ανταγωνίζεται το έργο του, η αντισυμβατική συμπεριφορά του και οι ατάκες του ανταγωνίζονται τη μοναδική ποιότητα της γραφής του και τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Είναι ο τέλειος, ο άφθαστος δανδής. Η ζωή του ήταν έργο τέχνης, μοναδικό και ανεπανάληπτο, πολυκύμαντο, τραγικό· φως και σκοτάδι, αποθέωση και πτώση. Ο χαϊδεμένος των σαλονιών που σάρκαζε τον κοινό νου και το μέσο γούστο, κατασπαράχθηκε από την τάξη που ειρωνεύτηκε, φυλακίστηκε, αρρώστησε, εξορίστηκε· ο αισθητής έφτασε να γράφει συγκλονιστικά κείμενα μέσα από τη φυλακή, κείμενα για τον σοσιαλισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο Ρίτσαρντ Έλμαν, ένας από τους σημαντικότερους βιογράφους της εποχής μας (βιογράφος του Τζέιμς Τζόις, μεταξύ άλλων), βρήκε έναν ακαταμάχητο πρωταγωνιστή στο πρόσωπο του Όσκαρ Ουάιλντ. Ο Έλμαν αφιέρωσε σχεδόν είκοσι χρόνια δουλειάς στον «Όσκαρ Ουάιλντ» (σύντομα στα ελληνικά, από τις εκδ. Πατάκη), βιβλίο που αποτελεί την οριστική βιογραφία του Ουάιλντ. Η συναισθηματική αντήχηση του βιβλίου, ο πλούτος της ατμόσφαιρας και των διαλόγων του, και οι λεπτές αποχρώσεις των κριτικών αποσαφηνίσεων ζωντανεύουν μ' εντυπωσιακό τρόπο το πορτρέτο αυτού του πολύπλοκου ανθρώπου, του γητευτή, του σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα, του τολμηρού υπέρμαχου της πρωτοκαθεδρίας της τέχνης. Έχουμε διαρκώς την αίσθηση ότι τον καταδίκασε η ίδια η φύση της μεγάλης του ευφυΐας, καθώς και η παιγνιώδης διάθεσή του που εύκολα γινόταν περιπαικτική, να εξωθήσει τις δυνάμεις των συμβάσεων σε μια ολέθρια επίθεση εναντίον του, την ίδια τη στιγμή που είχε κατορθώσει να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της τέχνης του και -μετά τον θρίαμβο της «Σημασίας του να είναι κανείς σοβαρός»- να επιβληθεί στο κοινό του.

Δουβλίνο - Οξφόρδη

Αρχίζοντας από την παιδική του ηλικία στο Δουβλίνο και φτάνοντας ως την Οξφόρδη του Ράσκιν και του Πέιτερ, όπου δημιούργησε τον εαυτό του τόσο ως καλλιτέχνη όσο και ως υπνωτιστικό θέαμα που έμελλε να θεοποιηθεί, να σατιριστεί και τελικά να οδηγηθεί στην καταστροφή, παρουσιάζεται με υπέροχο τρόπο η εντυπωσιακή αλλά εφήμερη σταδιοδρομία του: ο κόσμος του, τα έργα του, οι φίλοι του, οι εχθροί του και οι εραστές του. Τον βλέπουμε, όσο ακόμα διανύει τη δεκαετία των 20, να συγκεντρώνει πάνω του με θαυμαστό τρόπο όλα τα γνωρίσματα των αισθητιστών στο Λονδίνο των Προραφαηλιτών, του Ουίστλερ (τον σκληρό αντίπαλό του στη συνεχή μονομαχία ετοιμότητας πνεύματος), του διδύμου Γκίλμπερτ και Σάλιβαν (οι οποίοι τον χρησιμοποίησαν στον ήρωα Μπάνθορν)… αλλά και να περιοδεύει στην Αμερική που λατρεύει τις διαλέξεις, να μαγεύει την υψηλή κοινωνία της Νέας Υόρκης, να πίνει μαζί με τους έκπληκτους εργάτες του ορυχείου στο Λίντβιλ, να γοητεύει τον Ουόλτ Ουίτμαν και να προσβάλλει άθελά του τον Χένρι Τζέιμς. Κατακτά το Παρίσι του Γκονκούρ και του Μαλαρμέ, τον υποδέχεται η Σάρα Μπερνάρ, προκαλεί αμηχανία στον Προυστ (και στους γονείς του) και παίζει τον ρόλο του Μεφιστοφελή πλάι στο νεαρό Φάουστ που υποδύεται ο Αντρέ Ζιντ.




Καταστροφικό πάθος

Τον βλέπουμε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον έρωτα για τις γυναίκες και στον έρωτα για τους άντρες - σε ηλικία μόλις 32 ετών, τρία χρόνια μετά τον γάμο του με την Κόνστανς Λόιντ που τον υπεραγαπά, αντιλήφθηκε πλήρως για πρώτη φορά ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Εψαχνε ένα κυρίαρχο πάθος -το οποίο και βρήκε στο πρόσωπο του όμορφου, κακομαθημένου και άστατου Λόρδου Αλφρεντ Ντάγκλας- και το πάθος αυτό θα τον οδηγούσε τελικά στην ίδια του την καταστροφή. Η δραματική χροιά της τρομερής τους σχέσης αποκαλύπτεται με υπέροχο και εντυπωσιακό τρόπο - όπως και η κορύφωσή της, έπειτα από δύο δίκες που προκάλεσαν αίσθηση, με την διαπόμπευση του Ουάιλντ, οι κτηνώδεις συνθήκες της φυλάκισής του, και ο τραγικός θάνατός του στην εξορία, σε ηλικία 46 ετών.

Νέες πτυχές

Ο Ουάιλντ κυκλοφορούσε ανάμεσα στους σπουδαίους και τους περιβόητους της εποχής του, οι φωνές των οποίων αντηχούν στο βιβλίο μαζί με τη δική του φωνή - φωνές που ακούμε να κάνουν σπινθηροβόλους διαλόγους, να εκφράζουν το πάθος τους, να συγκρούονται και να διαξιφίζονται με πνευματώδη τρόπο. Ο Ελμαν αξιοποιεί πλήθος τεκμηρίων, πολλά εκ των οποίων έρχονται για πρώτη φορά στο φως, και ανακαλύπτει στη «Σαλώμη», στο «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», στη «Σημασία του να είναι κανείς σοβαρός», καθώς και σε άλλα έργα, νέες πτυχές του συγγραφέα τους, αποκαλύπτοντας έτσι έναν Ουάιλντ που είναι πιο σπουδαίος και πιο συγκινητικός απ' όσο ο μύθος του αφήνει να φανεί, έναν Ουάιλντ που δεν είναι μόνο η προσωποποίηση της δεκαετίας του 1880 και της δεκαετίας του 1890 αλλά μπορεί ακόμα και σήμερα να θέτει υπό αμφισβήτηση τις παραδοχές μας με την προκλητική του ευφυΐα. «Το πνεύμα του», γράφει ο Έλμαν, «είναι παράγοντας ανανέωσης, ταιριαστό τόσο με την εποχή μας όσο και με εκατό χρόνια πριν. Είναι ένας από μας».
Από αυτή την περίφημη βιογραφία, προδημοσιεύουμε το τμήμα που αφορά το πέρασμα του Ουάιλντ από την Ελλάδα.

Ταξίδι στην Ελλάδα

«Για να είναι κανείς αρχαίος Έλληνας θα πρέπει να μην έχει ρούχα· για να είναι κανείς μεσαιωνικός θα πρέπει να μην έχει σώμα· για να είναι κανείς σύγχρονος θα πρέπει να μην έχει ψυχή.
Το μόνο πνεύμα που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από μας είναι το μεσαιωνικό· το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι κατ' ουσίαν σύγχρονο». 


Την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου, πήγαν στο Μπρίντεζι και το ίδιο βράδυ πήραν το πλοίο για την Ελλάδα. Ξύπνησαν το χάραμα και είδαν μπροστά τους την Κέρκυρα. Στις 3 Απριλίου πήγαν στη Ζάκυνθο, όπου ο Ουάιλντ συνάντησε ξαφνικά ένα νεαρό βοσκό μ' ένα μικρό αρνί κρεμασμένο γύρω απ' το λαιμό του, όπως σ' έναν πίνακα του Καλού Ποιμένα. Στο Κατάκολο, στην επόμενη στάση τους, τους συνάντησε ο δρ Γκούσταβ Χίρσφιλντ, διευθυντής των γερμανικών ανασκαφών στην Ολυμπία, ο οποίος την επομένη τούς οδήγησε έφιππος στον αρχαιολογικό χώρο. Στην κατοπινή ζωή του ο Ουάιλντ θα έλεγε στον Τσαρλς Ρίκετς: «Ναι, ήμουν παρών κατά τη διάρκεια της ανασκαφής όπου σήκωσαν το μέγα Απόλλωνα απ' το φουσκωμένο ποταμό. Είδα το λευκό τεντωμένο χέρι του να εμφανίζεται πάνω απ' το νερό. Το πνεύμα του θεού εξακολουθούσε να ζει μέσα στο μάρμαρο». Στην πραγματικότητα, δεν είχε βρεθεί το χέρι του Απόλλωνα, αλλά το κεφάλι του, συγκεκριμένα στην ξηρά, και μάλιστα μερικές μέρες προτού πάει εκεί ο Ουάιλντ. Ούτε ο ΜακΜίλαν ούτε ο Μάχαφι αναφέρουν, όπως το δίχως άλλο θα είχαν κάνει αν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αυτή τη διάσωση του πνιγμένου θεού. Ο Ρόμπερτ Ρος, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Ουάιλντ, αφηγείται μια άλλη παραλλαγή που θα πρέπει ν' άκουσε απ' τον Ουάιλντ, δηλαδή ότι όσο ήταν παρών ανακαλύφθηκε ο Ερμής του Πραξιτέλη, αυτό όμως συνέβη μετά την αναχώρηση του Ουάιλντ. Όπως θα έλεγε ο Ουάιλντ στο «Ο κριτικός ως καλλιτέχνης»: «Το να περιγράφει κανείς με απόλυτη ακρίβεια αυτό που δεν συνέβη ποτέ δεν είναι απλώς η καθαυτό ενασχόληση του ιστορικού, αλλά το αναφαίρετο προνόμιο κάθε ανθρώπου των Γραμμάτων και των Τεχνών».

Την επομένη, στις 7 Απριλίου, πήγαν έφιπποι στην Ανδρίτσαινα προχωρώντας κάτω από τις ανθισμένες αχλαδιές, κι από εκεί συνέχισαν στο Ναό των Βασσών. Είχαν αρκετά τουριστική διάθεση ώστε να φωτογραφηθούν με την τοπική ενδυμασία· η εμφάνισή τους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Δύο περιστατικά έδωσαν ζωντάνια στο ταξίδι. Ο οδηγός τους, στον οποίο ανήκαν τα άλογα, είχε αντιρρήσεις για τον γρήγορο ρυθμό τους. Όταν δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία, ο οδηγός πλησίασε ένα μέλος της παρέας και άρχισε τις απειλές. Δεν ξέρουμε ποιο μέλος της παρέας ήταν αυτό -δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι ήταν ο Ουάιλντ-, αλλά κάποιοι από την παρέα θυμούνται ότι είχε μαζί του περίστροφο, το οποίο τράβηξε και έστρεψε εναντίον του οδηγού. Ο οδηγός κατάπιε τη γλώσσα του. Το άλλο περιστατικό, καθώς πήγαιναν προς την Τριπολιτσά στις 9 Απριλίου, ήταν η εξαφάνιση του «Στρατηγού», του καθηγητή Μάχαφι. Υπήρχε φόβος ότι είχε πέσει στα χέρια ληστών. Οι υπόλοιποι τον έψαχναν επί ώρες και μετά προσέφυγαν στην αστυνομία. Ο Μάχαφι τελικά βρέθηκε. Έψαχνε το πανωφόρι του, το οποίο είχε πέσει απ' το γυλιό του καθώς προσπαθούσε να κόψει δρόμο.

Μετά την επίσκεψή τους στο Αργος και στο Ναύπλιο, πήραν το καράβι για την Αίγινα και την Αθήνα. Το θέαμα της Αθήνας στις 13 Απριλίου τούς έκανε μεγάλη εντύπωση και το περιέγραψαν σε κείμενά τους τόσο ο Μάχαφι όσο κι ο ΜακΜίλαν. Ο Ουάιλντ, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ένα μυθιστόρημα στο οποίο κάνει την εμφάνισή του, είπε ότι ήταν «η πόλη των πρώτων πρωινών ωρών - η οποία αναδύεται στο ψυχρό, αχνό, σταθερό φως της αυγής, μια νέα Αφροδίτη που βγαίνει μέσα από τον παφλασμό των κυμάτων». Για εκείνον, ο Παρθενώνας ήταν «ο μόνος από τους ναούς που ήταν τόσο πλήρης, τόσο προσωπικός, τόσο σαν άγαλμα». Ο Ουάιλντ, ωστόσο, δεν είδε τα ελγίνεια μάρμαρα και μερικά χρόνια αργότερα, σε μια διάλεξη που θα έδινε σε φοιτητές καλών τεχνών, θα αποκαλούσε το λόρδο Ελγιν κλέφτη. Εκτός από την απουσία των μαρμάρων, η Ελλάδα ήταν όλα όσα έλπιζε ότι θα ήταν και η Ρώμη αποδείχθηκε μια απογοητευτική μετάπτωση.




Ο Ουάιλντ έκανε μια τελευταία εκδρομή με τους φίλους του στις Μυκήνες, όπου το όνομα του Μάχαφι τους εξασφάλισε την πρόσβαση στους πρόσφατα ανακαλυφθέντες θησαυρούς του Σλίμαν. Τώρα ήταν 21 Απριλίου και ο Ουάιλντ είχε ήδη καθυστερήσει δεκαεπτά μέρες για τα μαθήματα. Σάλπαρε για τη Νάπολη και στο ταξίδι του αντιμετώπισε μια τρομακτική τρικυμία.
Δύο δεκαετίες έρευνας και συγγραφής
Ο Ρίτσαρντ Έλμαν, κατά τη διάρκεια της μακράς και λαμπρής σταδιοδρομίας του, κατέκτησε τη διεθνή αναγνώριση ως μελετητής, καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας, κριτικός και βιογράφος. Η μεγαλόπνοη βιογραφία του για τον Τζέιμς Τζόις θεωρείται η σπουδαιότερη λογοτεχνική βιογραφία του 20ού αιώνα.

«Πρόκειται για ένα έργο της βιογραφικής τέχνης», μ' αυτά τα λόγια υποδέχθηκε ο Αμερικανός κριτικός Leon Edel τη βιογραφία του Οσκαρ Ουάιλντ -το τελευταίο βιβλίο του Ελμαν, το οποίο αποτελεί επιστέγασμα της καριέρας του- και συνέχισε για να δηλώσει ότι «αυτό το πορτρέτο της πλέον τραγικής μορφής της βικτωριανής εποχής υποσκελίζει ακόμα και την περίφημη βιογραφία του για τον Τζόις». Στην Αγγλία, ο Anthony Burgess έγραψε ότι είναι «ένα σπουδαίο βιβλίο, το δεύτερο αριστούργημά του, προϊόν της μακροχρόνιας και σχολαστικής εργασίας του, η οποία αποτελεί επίσης έκφραση της ανεπτυγμένης κριτικής αίσθησης του Ελμαν, της τεράστιας πολυμάθειάς του, και της μεγάλης ανθρωπιάς του».

Ο Έλμαν γεννήθηκε το 1918 στο Χάιλαντ Παρκ του Μίσιγκαν. Σπούδασε στο Γέιλ και στο Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου. Δίδαξε στο Χάρβαρντ, στο Γέιλ, στο Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν, στο Πανεπιστήμιο Εμορι, στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, στο Πανεπιστήμιο της Ινδιάνα και στην Οξφόρδη, όπου διετέλεσε καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στην έδρα Goldsmith και εταίρος του Νιου Κόλετζ.

Του «James Joyce» (National Book Award, 1959) προηγήθηκε το «Yeats: The Man and the Masks και The Identity of Yeats», και ακολούθησαν -μεταξύ άλλων βιβλίων που επαινέθηκαν από τους κριτικούς- δύο τόμοι με τα γράμματα του Τζόις, το «Eminent Domain και το Four Dubliners».

Ο Έλμαν πέθανε τον Μάιο του 1987, στην Οξφόρδη, λίγο μετά την ολοκλήρωση του «Οσκαρ Ουάιλντ», βιβλίου στο οποίο είχε αφιερώσει σχεδόν δύο δεκαετίες μελέτης, έρευνας και συγγραφής.


   --------------------------------------------------------------------------------------------------



Lippincott doriangray.jpg


The Picture of Dorian Gray

Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ

Το εξώφυλλο του περιοδικού Λίπινκοτ'ς (Lippincott's) του Ιουλίου 1890, στο οποίο δημοσιεύτηκε η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος

Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ είναι το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ, το οποίο κυκλοφόρησε στο μηνιαίο περιοδικό Lippincott's Monthly Magazine στις 20 Ιουνίου 1890, για το τεύχος Ιουλίου του ίδιου έτους. Οι εκδότες του περιοδικού, φοβούμενοι την ανηθικότητα του μυθιστορήματος, λογόκριναν το έργο και αφαίρεσαν περί τις 500 λέξεις πριν την δημοσίευση, χωρίς να ενημερώσουν τον Ουάιλντ. Ακόμα κι έτσι όμως, το έργο κατάφερε να εξοργίσει το βρετανικό κοινό, οδηγώντας μέχρι και σε κραυγές για δίωξη του συγγραφέα για προσβολή της Βικτωριανής ηθικής. Η άμεση απάντηση του Ουάιλντ σε αυτό ήταν μια σειρά από επιθετικές επιστολές-απαντήσεις στον Τύπο της εποχής. Εν συνεχεία ο Ουάιλντ αναθεώρησε την ιστορία για να την εκδώσει σε βιβλίο, προχωρώντας σε σημαντικές αλλαγές, διαγράφοντας αμφιλεγόμενα αποσπάσματα και προσθέτοντας καινούργια κεφάλαια καθώς και μια εισαγωγή ποτισμένη με αφορισμούς και σαρκασμό, η οποία έχει γίνει έκτοτε διάσημη ως αυτόνομο κείμενο. Η τροποποιημένη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ward Lock & Co τον Απρίλιο του 1891. Μερικοί μελετητές όμως θεωρούν ανώτερο το αρχικό μυθιστόρημα που είχε δημοσιευτεί στο Lippincott's.



Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ντόριαν Γκρέυ (Dorian Gray), ένας νεαρός του οποίου το πορτραίτο ζωγραφίζει ο Μπάζιλ Χόλγουορντ (Basil Hallward). Ο Μπάζιλ γοητεύεται από την ομορφιά του νέου και σύντομα ξελογιάζεται μαζί του, θεωρώντας τον Ντόριαν υπεύθυνο για μια νέα κατεύθυνση στην τέχνη του. Τότε όμως, ο Ντόριαν συναντά τον Λόρδο Χένρυ Γουότον (Lord Henry Wotton), φίλο του ζωγράφου, και σαγηνεύεται από την φανταχτερή προσωπικότητά του και την κοσμοθεωρία του. Πιστός στις ιδέες του περί νέου ηδονισμού, ο Λόρδος Χένρυ θεωρεί ότι το μόνο πράγμα στην ζωή άξιο αναζήτησης είναι η Ομορφιά και η ολοκλήρωση των αισθήσεων. Συνειδητοποιώντας ότι μια μέρα η ομορφιά του θα χαθεί, ο Ντόριαν εκφράζει, περιπαικτικά, την επιθυμία του να πουλήσει την ψυχή του με αντάλλαγμα το πορτραίτο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει αντί εκείνου. Η ευχή του Ντόριαν εκπληρώνεται, και καθώς ο νεαρός βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτραίτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης.

Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ θεωρείται ότι ανήκει στην κλασσική Γοτθική λογοτεχνία με έντονο Φαουστικό θέμα.



Πλοκή

Η ιστορία ξεκινάει μια υπέροχη καλοκαιρινή μέρα με τον Λόρδο Χένρυ Γουότον, έναν πολύ ισχυρογνώμονα άνδρα, να παρατηρεί τον ευαίσθητο καλλιτέχνη Μπάζιλ Χόλγουορντ καθώς ζωγραφίζει το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, ενός πολύ όμορφου νεαρού και μούσας του καλλιτέχνη. Ακούγοντας την κοσμοθεωρία του Λόρδου Χένρυ, ο Ντόριαν αρχίζει να θεωρεί ότι η Ομορφιά είναι η μόνη αξιόλογη πλευρά της ζωής. Εύχεται το έργο που φιλοτέχνησε ο Μπάζιλ να γεράσει κι αυτός να μείνει για πάντα νέος. Υπό την καθοδήγηση και επίβλεψη του Λόρδου Χένρυ, ο οποίος απολαμβάνει τον ηδονιστικό τρόπο ζωής και είναι φανατικός υπέρμαχός του, ο Ντόριαν ξεκινά να αναζητά τις αισθήσεις του. Ανακαλύπτει την εκπληκτική ηθοποιό Σίβυλλα Βέιν (Sibyl Vane), η οποία συμμετέχει σε έργα του Σαίξπηρ σε ένα βρομερό υπόγειο θέατρο. Ο Ντόριαν την πλησιάζει και σύντομα την ζητάει σε γάμο. Η Σίβυλλα, η οποία τον αποκαλεί χαϊδευτικά «Μαγεμένο Βασιλόπουλο», πλέει σε πελάγη ευτυχίας· ο υπερ-προστατευτικός αδελφός της Τζέημς Βέιν (James Vane) όμως, την προσγειώνει απότομα: αν την πειράξει το «Μαγεμένο Βασιλόπουλό» της, δηλώνει χωρίς περιστροφές, θα τον σκοτώσει.

Ο Ντόριαν προσκαλεί τους δύο φίλους του στο θέατρο για να παρακολουθήσουν την Σίβυλλα στον ρόλο της Ιουλιέτας, στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ (William Shakespeare, 1564 - 1616). Η Σίβυλλα, της οποίας η μόνη γνώση για τον έρωτα ήταν ο ψεύτικος έρωτας του θεάτρου, παραμερίζει την υποκριτική της καριέρα για να ζήσει την αληθινή αγάπη που βρήκε στο πρόσωπο του Ντόριαν. Αηδιασμένος, ο Ντόριαν την εγκαταλείπει, λέγοντάς της ότι η γοητεία της βρισκόταν στο παίξιμό της, και ότι πλέον δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Μόλις επιστρέφει σπίτι, βλέπει ότι ο πίνακας έχει αλλάξει. Ο Ντόριαν συνειδητοποιεί ότι η ευχή του πραγματοποιήθηκε - το πορτραίτο πλέον κάνει έναν διακριτικό περιφρονητικό μορφασμό και θα γερνάει με κάθε αμαρτία που διαπράττει ο Ντόριαν, ενώ η δική του εμφάνιση θα παραμένει απαράλλακτη.

Όταν αποφασίζει να επιστρέψει στην Σίβυλλα, ο Λόρδος Χένρυ τον ενημερώνει ότι είναι πλέον αργά· η Σίβυλλα έχει αυτοκτονήσει πίνοντας υδροκυάνιο. Αυτό κάνει τον Ντόριαν να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος σκοπός στην ζωή του, και συνάμα η μοναδική του κατεύθυνση, είναι η ικανοποίηση των σαρκικών επιθυμιών του και η ανακάλυψη των αισθήσεων. Τα επόμενα 18 χρόνια θα γευτεί κάθε απαγορευμένο καρπό και θα πειραματιστεί με κάθε διαστροφή, κυρίως υπό την επίδραση ενός γαλλικού «δηλητηριώδους» decadent βιβλίου, δώρο του Λόρδου Χένρυ. Στο μυθιστόρημα δεν αποκαλύπτεται ποτέ ο τίτλος του βιβλίου, στις δίκες του Ουάιλντ όμως ο συγγραφέας παραδέχεται πως όταν το έγραφε είχε στο μυαλό του το περιβόητο À rebours (Ενάντια στην φύση, 1884) του Γάλλου συγγραφέα Ζορίς-Καρλ Υσμάν(Joris-Karl Huysmans, 1848 - 1907).


Το βράδυ πριν αναχωρήσει για το Παρίσι, ο Μπάζιλ φτάνει στο σπίτι του Ντόριαν για να τον ρωτήσει για τις φήμες σχετικά με την πολυτελή ζωή του. Ο Ντόριαν δεν αρνείται τις κατηγορίες για τον έκλυτο βίο του. Πηγαίνει τον Μπάζιλ να δει το πορτραίτο, το οποίο είναι τόσο απαίσιες όσο και οι αμαρτίες που κουβαλά. Εν βρασμό ψυχής, ο Ντόριαν κατηγορεί τον Μπάζιλ για την μοίρα του και τον μαχαιρώνει θανάσιμα. Στην συνέχεια, εκβιάζει έναν παλιό του φίλο, τον Άλαν Κάμπελ (Alan Campbell), χημικό, να εξαφανίσει το πτώμα. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τις Ερινύες, ο Ντόριαν καταφεύγει σε ένα οπιοποτείο. Ο Τζέημς Βέιν βρίσκεται εκεί, ακούει να αποκαλούν τον Ντόριαν «Μαγεμένο Βασιλόπουλο» και καταλαβαίνει ότι αυτός ο άνδρας είναι υπαίτιος για τον θάνατο της αδελφής του. Ο Ντόριαν όμως, κι ενώ ο Τζέημς τον κρατάει υπό την απειλή όπλου, τον ξεγελάει λέγοντάς του ότι είναι πολύ μικρός για να έχει εμπλακεί με την αδελφή του, 18 χρόνια πριν. Σαστισμένος και σχεδόν φοβισμένος για αυτό που θα έκανε, ο Τζέημς τον αφήνει να φύγει· αμέσως τον πλησιάζει μία γυναίκα από το οπιοποτείο, η οποία του αποκαλύπτει ότι ο Ντόριαν δεν έχει γεράσει ούτε μία μέρα τα τελευταία 18 χρόνια. Ο Τζέημς τον κυνηγάει, αλλά ο τελευταίος έχει ήδη εξαφανιστεί στην πυκνή ομίχλη.

Μήνες αργότερα, στην διάρκεια ενός δείπνου στο εξοχικό του στο Σέλμπυ Ρόγιαλ, ο Ντόριαν βλέπει τον Τζέημς να τον παρακολουθεί έξω από το παράθυρο και, φοβούμενος για την ζωή του, κρύβεται στο δωμάτιό του. Ύστερα από μερικές ημέρες, και ενώ οι καλεσμένοι διασκεδάζουν σε ένα φιλικό παιχνίδι κυνηγιού, ένας από τους κυνηγούς πυροβολεί και σκοτώνει κατά λάθος τον Τζέημς. Μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο, ο Ντόριαν εκμυστηρεύεται στον Λόρδο Χένρυ την πρόθεσή του να είναι καλός στο εξής, και η πρώτη του ενέργεια είναι να μην ραγίσει την καρδιά της τελευταίας αθώας κατάκτησής του, της Χέτυ Μέρτον (Hetty Merton). Στην απορία του αν το πορτραίτο έχει αρχίσει να επιστρέφει στην αρχική του κατάσταση τώρα που εγκατέλειψε την ανήθικη ζωή του, η απάντηση είναι αποκαλυπτική: ο πίνακας έχει χειροτερέψει. Μόνο τότε ο Ντόριαν αντιλαμβάνεται ότι η νεόκοπη αυτή ιδεολογία του κρύβει σκοτεινά κίνητρα πίσω της· η «θυσία» του δεν είναι τίποτα άλλο παρά συγκαλυμμένη ματαιοδοξία, περιέργεια και αναζήτηση νέων συναισθηματικών εμπειριών.

Πεπεισμένος ότι μόνο η αληθινή μετάνοια θα τον λυτρώσει, αποφασίζει να καταστρέψει και το τελευταίο ίχνος της συνείδησής του. Εν βρασμώ ψυχής, μπήγει το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει τον Μπάζιλ Χόλγουορντ στον πίνακα. Οι υπηρέτες του Ντόριαν ξυπνούν από μία κραυγή από το κλειδωμένο δωμάτιο, και οι περαστικοί ειδοποιούν την αστυνομία. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, βρίσκουν το πτώμα του Ντόριαν μαχαιρωμένο στην καρδιά, γερασμένο, μαραζωμένο και άθλιο. Μόνο χάρις στα δαχτυλίδια που φοράει καταφέρνουν να ανακαλύψουν την ταυτότητά του. Μπροστά στο ρυτιδιασμένο σώμα του νεκρού, η φιγούρα στο πορτραίτο στέκει νεαρή και υπέροχη, όπως την είχε φιλοτεχνήσει ο ζωγράφος.

Χαρακτήρες

Σε ένα γράμμα του, ο Ουάιλντ παραδέχτηκε ότι οι πρωταγωνιστές είναι εκδοχές του εαυτού του: «ο Μπάζιλ Χόλγουορντ είναι το τι νομίζω πως είμαι· ο Λόρδος Χένρυ αυτό που νομίζει ο κόσμος για μένα· ο Ντόριαν αυτό που θα ήθελα να ήμουν - κάποτε, ίσως».


Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου είναι οι εξής:

Ντόριαν Γκρέυ 

— ένας όμορφος και ναρκισσιστής νεαρός, ο οποίος γοητεύεται από την ιδέα του Λόρδου Χένρυ σχετικά με τον νέο ηδονισμό. Σταδιακά ενδίδει όλο και περισσότερο σε κάθε είδος ευχαρίστησης, ηθικής και ανήθικης, μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή του.

Μπάζιλ Χόλγουορντ

 — ένας καλλιτέχνης ο οποίος ξελογιάζεται με τον Ντόριαν. Το πορτραίτο που φιλοτεχνεί για τον νέο είναι το απαύγασμα της τέχνης του, αντιπροσωπευτικό των καλλιτεχνικών δυνατοτήτων του. Ένας βαθιά ηθικός άνδρας, πέφτει θύμα της γοητείας του Ντόριαν.

Λόρδος Χένρυ «Χάρυ» Γουότον 

— ένας υπερόπτης και decadent δανδής, φίλος του Μπάζιλ. Μόλις συναντά τον Ντόριαν δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την ομορφιά και το πνεύμα του νέου. Εξαιρετικά πνευματώδης, παρουσιάζεται σαν το κριτικό πνεύμα της κουλτούρας της Βικτωριανής εποχής στα τέλη του 19ου αιώνα, εισάγοντας μία πιο επιεική αντιμετώπιση στο κίνημα του ηδονισμού. Μεταλαμπαδεύει στον Ντόριαν τις ιδέες του, και ο νεαρός, στην προσπάθειά του να τον μιμηθεί, διαφθείρεται από τις απολαύσεις αν και, όπως παρατηρεί ο Μπάζιλ: «Δε λες ποτέ σου μια ηθική κουβέντα και ποτέ δεν κάνεις κάτι που να μην είναι σωστό».



Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες περιλαμβάνουν τους:

Σίβυλλα Βέην

 — μία όμορφη και ταλαντούχα, αλλά φτωχή, ηθοποιός και τραγουδίστρια, την οποία ερωτεύεται παράφορα ο Ντόριαν. Η αγάπη της για τον νέο την καθιστά ανίκανη να παίξει, καθώς πλέον δεν βρίσκει ευχαρίστηση στον ψεύτικο έρωτα του θεάτρου. Αυτοκτονεί όταν ο Ντόριαν της λέει ότι δεν την αγαπάει πλέον. Ο Λόρδος Χένρυ την παρομοιάζει με την Οφηλία από τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Τζέημς Βέην

 — ο αδελφός της Σίβυλλας, ένας ναυτικός που μπαρκάρει για την Αυστραλία. Έχει αναλάβει τον ρόλο του προστάτη για την αδελφή του, ιδίως από την στιγμή που η μητέρα τους ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα του Ντόριαν. Διστάζει να αφήσει την Σίβυλλα μόνη της, γιατί πιστεύει ότι ο Ντόριαν θα την πληγώσει, και ορκίζεται να εκδικηθεί αν της συμβεί κάτι. Μετά τον θάνατο της αδελφής του, στοχοποιεί τον Ντόριαν και αρχίζει να τον καταδιώκει. Σκοτώνεται σε κυνηγετικό δυστύχημα. Η εμμονή του να εκδικηθεί τον Ντόριαν Γκρέυ τον παραλληλίζει με τον Λαέρτη, τον αδελφό της Οφηλίας από τον Άμλετ.

Άλαν Κάμπελ

 — χημικός και παλιός φίλος του Ντόριαν· λήγει την φιλία τους όταν αρχίζει να αμφισβητείται η υπόληψη του Γκρέυ. Ο Ντόριαν τον εκβιάζει για να εξαφανίσει το πτώμα του Μπάζιλ· αργότερα αυτοκτονεί.

Λόρδος Φέρμορ

 — θείος του Λόρδου Χένρυ, ο οποίος ενημερώνει τον Χάρυ σχετικά με την καταγωγή του Ντόριαν.

Λαίδη Βικτώρια Γουότον

 — η σύζυγος του Λόρδου Χένρυ, εμφανίζεται μόλις μία φορά στο έργο. Ο Λόρδος της φέρεται με απαξίωση· ο γάμος τους καταλήγει σε διαζύγιο.

Θεματολογία

Αισθητισμός και δολιότητα

Ο Αισθητισμός αποτελεί ισχυρό μοτίβο του βιβλίου και είναι στενά συνδεδεμένος με την έννοια του alter ego. Μία θεμελιώδης αρχή που διέπει το έργο είναι η αντίληψη ότι ο αισθητισμός δεν είναι παρά μία παράλογη γενίκευση η οποία εξυπηρετεί περισσότερο στην αποκαθήλωση της Ομορφιάς παρά στην εξιδανίκευσή της. Παρόλο που ο Ντόριαν δήλωνε ηδονιστής, όταν ο Μπάζιλ τον κατηγόρησε ότι έχει επιτρέψει να γίνει το όνομα της αδελφής του Λόρδου Χένρυ «σκουπίδι», ο νεαρός του απάντησε κοφτά: «Πρόσεξε, Μπάζιλ. Το παρατραβάς το σκοινί», υπονοώντας ότι ενδιαφερόταν ακόμα για την εικόνα και την θέση του στην Βικτωριανήκοινωνία. 

Ο Ουάιλντ υπογραμμίζει την ικανοποίηση που νιώθει ο Ντόριαν ζώντας διπλή ζωή - ο πρωταγωνιστής «ένιωσε έντονα την τρομερή απόλαυση της διπλής ζωής», διασκεδάζοντας σε ένα πάρτι με την αφρόκρεμα της εποχής, μόλις είκοσι τέσσερις ώρες αφότου είχε διαπράξει φόνο.
Αυτή η διπροσωπία και η ικανοποίηση που νιώθει ο Ντόριαν είναι περισσότερο έκδηλη στις επισκέψεις του νεαρού στα οπιοποτεία του Λονδίνου. Ο Ουάιλντ φέρνει κοντά τις δύο τάξεις (τους σνομπ αριστοκράτες και τους απόκληρους παρίες) βάζοντας τον αναθρεμμένο στα καλύτερα σαλόνια Ντόριαν να επισκέπτεται τα βρωμερά καταγώγια στις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές του Λονδίνου. Η άποψη του Λόρδου Χένρυ, ότι «Το έγκλημα ανήκει αποκλειστικά στις κατώτερες τάξεις. .... Θα 'λεγα μάλιστα πως το έγκλημα είναι για αυτούς ό,τι είναι για μας η τέχνη - απλώς και μόνο μία μέθοδος που προκαλει έντονες συγκινήσεις.», υποδηλώνει ότι ο Ντόριαν συμπυκνώνει τόσο τον εγκληματία όσο και τον αισθητιστή σε ένα πρόσωπο. Αυτή η ιδέα ίσως και να προέκυψε από το μυθιστόρημα Δόκτωρ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ(The Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde, 1886) του Σκωτσέζου Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον (Robert Louis Stevenson, 1850-1894), το οποίο θαύμαζε ο Ουάιλντ. Το δίπολο αυτό που παρατηρείται σε ακραία μορφή στο Δρ. Τζέκηλ και κ. Χάιντ, είναι παρόν και στον Ντόριαν Γκρέυ, καθώς ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συγκρατήσει τις δύο παρεκκλίνουσες πλευρές της προσωπικότητάς του. Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα σε πολλά γοτθικά έργα.

Αναφορές σε άλλα έργα


Ο Γλαύκων και ο Αδείμαντος παρουσιάζουν τον μύθο του δαχτυλιδιού του Γύγη, χάρις στο οποίο όποιος το φορούσε (στον συγκεκριμένο μύθο ο ταπεινός βοσκός Γύγης) γινόταν αόρατος. Ζητούν από τον Σωκράτη να τους εξηγήσει για ποιο λόγο αυτός που το φοράει να μην αδικήσει. Ο Σωκράτης αποκρίνεται ότι ακόμα κι αν κάποιος δεν είναι ορατός, το κακό που διαπράττει μολύνει την ψυχή του και την παραμορφώνει. Αυτή η παραμορφωμένη (το αντίθετο της όμορφης) και διεφθαρμένη ψυχή βρίσκεται σε ανισορροπία και αταξία, και ασχέτως όλων των υπολοίπων πλεονεκτημάτων που έχει αποκομίσει εξαιτίας της αδικίας που διέπραξε, αισθάνεται απέχθεια για την κατάντια της. Το πορτραίτο του Ντόριαν είναι το μέσο μέσω του οποίου μπορούν και οι υπόλοιποι, όπως ο Μπάζιλ, να δουν την παραμορφωμένη ψυχή του.


Σε κάποιο σημείο του έργου ο Ντόριαν παρακολουθεί μία παράσταση της όπερας Τανχόυζερ (Tannhäuser) του Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813 - 1883) και δηλώνει απερίφραστα ότι ταυτίζεται προσωπικά με το έργο. Η όπερα φέρει ορισμένες καταπληκτικές ομοιότητες με το μυθιστόρημα: εξιστορεί την μυθοπλασία του υπαρκτού μεσαιωνικού ποιητή και τροβαδούρου Τανχόυζερ, η Τέχνη του οποίου είναι τόσο όμορφη ώστε αναγκάζει την Αφροδίτη, την θεά του έρωτα και της ομορφιάς, να τον ερωτευτεί και να του προσφέρει την αιωνιότητα δίπλα της, στο Venusberg (Όρος της Αφροδίτης). Η ζωή του όμως εκεί σύντομα τον δυσαρεστεί και ο Τανχόυζερ επιλέγει να επιστρέψει στην σκληρή πραγματικότητα, όπου ύστερα από την συμμετοχή του σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού δέχεται αυστηρή λογοκρισία εξαιτίας της αισθαντικότητας των στίχων του. Καταλήγει να περιφέρεται αναζητώντας την μεταμέλεια και την αγάπη «μιας καλής γυναίκας».

Φάουστ

Ο Ουάιλντ φημολογείται ότι είχε δηλώσει πως «σε κάθε πρωτόλειο ο πρωταγωνιστής είναι ο συγγραφέας ως ο Χριστός ή ο Φάουστ». Ακριβώς όπως και στον μύθο του Φάουστ, ο Ντόριαν βρίσκεται ενώπιον του πειρασμού: του προσφέρεται η προοπτική της άχρονης ομορφιάς, στην οποία ενδίδει. Και στις δυο ιστορίες ο πρωταγωνιστής γοητεύει μια όμορφη γυναίκα, η οποία τον ερωτεύεται και της οποίας καταστρέφει την ζωή. Ο Ουάιλντ ισχυριζόταν ότι το θέμα του Πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέυ είναι «όσο παλιά είναι και η λογοτεχνία», και ότι του έδωσε «μία νέα μορφή».

Σε αντίθεση με τον Φάουστ, ο Ντόριαν δεν φαίνεται πουθενά να κάνει συμφωνία με τον διάβολο. Παρ' όλα αυτά, το κυνικό βλέμμα του Λόρδου Χένρυ στην ζωή, και η φύση του ηδονισμού, αναλαμβάνουν να παίξουν τον ρόλο του διαβόλου, αυτού που προσφέρει τον πειρασμό, που προσπαθεί να διαφθείρει την Αρετή και την αθωότητα, στοιχεία που αντιπροσωπεύει ο Ντόριαν στην αρχή του βιβλίου. Αν και ο Λόρδος Χένρυ δείχνει αληθινό ενδιαφέρον για τον Ντόριαν, δεν παρουσιάζεται σαν να έχει επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του. Η συμβουλή του Χάρυ προς τον Ντόριαν, ότι «ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Κάνε ότι αντιστέκεσαι, και η ψυχή σου θα αρρωστήσει από την λαχτάρα» υποδηλώνει ότι ο Λόρδος Χένρυ μπορεί να αντιπροσωπεύει τον διάβολο «ωθώντας τον Ντόριαν να κάνει μία ανίερη συμφωνία, εξαπατώντας την αθωότητα και την ανασφάλειά του».


Στον πρόλογο του έργου, ο Ουάιλντ αναφέρεται στον Κάλιμπαν, έναν χαρακτήρα από την Τρικυμία (The tempest) του Σαίξπηρ. Όταν ο Ντόριαν διηγείται στον Λόρδο Χένρυ την συνάντησή του με την Σίβυλλα, τα έργα του Σαίξπηρ και ειδικά οι γυναικείοι χαρακτήρες που υποδυόταν η ηθοποιός έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στον θαυμασμό του νεαρού. Αργότερα στο βιβλίο, ο Ντόριαν, συνοψίζοντας την ζωή του, παραθέτει τα λόγια του Άμλετ, ο οποίος κι αυτός οδήγησε την κοπέλα του στην αυτοκτονία και τον αδελφό της σε μία ατελέσφορη εκδικητική εμμονή.


Το «δηλητηριώδες γαλλικό βιβλίο» του Ντόριαν που τον οδηγεί στην πτώση εικάζεται πως είναι το À rebours. Ο βιογράφος του Ουάιλντ, Ρίτσαρντ Έλμαν (Richard Ellmann) γράφει:
Ο Ουάιλντ δεν κατονομάζει το βιβλίο όμως στην δίκη του φανέρωσε, σχεδόν, ότι ήταν το À rebours του Υσμάν [...] σε μία αλληλογραφία του είχε γράψει ότι είχε σκεφτεί μια «εκπληκτική παραλλαγή» του έργου και κάποια μέρα έπρεπε να την γράψει. Οι αναφορές στον Ντόριαν Γκέυ σε συγκεκριμένα κεφάλαια είναι εσκεμμένως ανακριβείς.

Λογοτεχνική σημασία


 Οι πρώτες σελίδες του Ντόριαν Γκρέυ της έκδοσης του 1931 από τον οίκο Three Sirens Press



 Εκδόσεις


Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ αρχικά δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό Lippincott's Monthly Magazine. Το 1889, ο Τζέι Εμ Στόνταρτ (J. M. Stoddart), ένας από τους συντάκτες, βρισκόταν στο Λονδίνο αναζητώντας νουβέλες για τα επόμενα τεύχη του περιοδικού. Στις 30 Αυγούστου 1889, ο Στόνταρτ δείπνησε με τον Ουάιλντ και τον Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ (Sir Arthur Conan Doyle, 1859 - 1930) στο ξενοδοχείο Langham, αναθέτοντάς τους από μία νουβέλα για το περιοδικό του.

 Ο Ντόυλ υπέβαλε άμεσα την ιστορία του, την δεύτερη νουβέλα του Σέρλοκ Χολμς με τίτλο Το σήμα των τεσσάρων (The sign of four, 1890), ο Ουάιλντ όμως δεν βιαζόταν να ολοκληρώσει το έργο του. Η νουβέλα του Κόναν Ντόυλ εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1890, και μέχρι εκείνο το σημείο ο Στόνταρτ ακόμη δεν είχε λάβει το χειρόγραφο του Πορτραίτου· αυτό θα γινόταν στις 7 Απριλίου 1890, εννέα μήνες ύστερα από την συνάντηση του συντάκτη με τον Ουάιλντ στο Λονδίνο.

Ο Στόνταρτ εντυπωσιάστηκε από την καλλιτεχνική αξία του Πορτραίτου, αλλά η επαγγελματική του άποψη ως συντάκτης του περιοδικού - την οποία μοιράστηκε και με τον εκδότη Τζορτζ Λίπινκοτ (George Lippincott) - ήταν ότι «στην τωρινή του μορφή υπάρχουν διάφορα σημεία με τα οποία θα εναντιωνόταν μια καθώς πρέπει κυρία της καλής κοινωνίας...». Σε σχέση με το πρωτότυπο χειρόγραφο, από την έκδοση που κυκλοφόρησε στο περιοδικό απουσιάζουν, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής: (i) αποσπάσματα τα οποία αναφέρονταν σε ή υπονοούσαν την ομοφυλοφιλική επιθυμία των πρωταγωνιστών· (ii) κάθε αναφορά στο φανταστικό βιβλίο με τίτλο Le Secret de Raoul καθώς και στον συγγραφέα του, Catulle Sarrazin· και, τέλος, (iii) όλες οι αναφορές στις σχέσεις του Ντόριαν (Σίβυλλα Βέην και Χέτυ Μέρτον) με τον μειωτικό για την εποχή όρο «ερωμένες».

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ δημοσιεύτηκε στις 20 Ιουνίου 1890, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού Lippincott's Monthly Magazine. Το έργο καταδικάστηκε για την ανηθικότητά του από τους Βρετανούς κριτικούς, και ήταν μάλιστα τόσο σφοδρή η αντίδραση ώστε ο εκδοτικός οίκος W H Smith αναγκάστηκε να αποσύρει κάθε αντίτυπο του περιοδικού από τα ράφια των σημείων πώλησής του. Απόρροια της κριτικής ήταν να απαλειφθούν όλες οι ομοερωτικές αναφορές, στην προσπάθεια του Ουάιλντ να κάνει πιο αποδεκτό το ηθικό μήνυμα του έργου.

 Στην έκδοση του περιοδικού (1890), ο Μπάζιλ αναφέρει στον Λόρδο Χένρυ ότι «λατρεύει» τον Ντόριαν, και τον παρακαλεί να μην του πάρει «τον μοναδικό άνθρωπο που κάνει την ζωή μου αληθινά υπέροχη». Σε αυτή την εκδοχή, ο Μπάζιλ επικεντρώνεται στον έρωτά του για τον νεαρό, σε αντίθεση με την αναθεωρημένη έκδοση σε βιβλίο έναν χρόνο αργότερα (1891), όπου ο ζωγράφος φαίνεται να λαμβάνει περισσότερο υπόψη του την επίδραση του Ντόριαν στην τέχνη του, λέγοντας στον Λόρδο Χένρυ «Μην μου πάρεις τον μόνο άνθρωπο που δίνει στην τέχνη μου εκείνη τη λίγη γοητεία που έχει. Η ζωή μου σαν καλλιτέχνη εξαρτάται απ' αυτόν». Οι προσθήκες του Ουάιλντ είχαν σκοπό να «αναπτύξουν τον χαρακτήρα του Ντόριαν» και να διανθίσουν την ιστορία με λεπτομέρειες σχετικά με την καταγωγή του, οι οποίες «παρέτειναν την ψυχολογική του κατάρρευση και την έκαναν πιο πειστική».

Η εισαγωγή του χαρακτήρα του Τζέημς Βέην προσφέρει στο έργο μια καλύτερη οπτική του κοινωνικό-οικονομικού υποβάθρου της Σίβυλλας, ενώ επιπλέον υπογραμμίζει τον εγωκεντρικό και ανήθικο χαρακτήρα του Ντόριαν. Επιπροσθέτως, ο Τζέημς πρώτος αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει τις επαίσχυντες προθέσεις του Ντόριαν για την αδελφή του. Η πλοκή που αφορά την αντιπάθεια που γεννά ο Ντόριαν στον Τζέημς δίνει στο έργο μια ελαφριά ένδειξη της ταξικής πάλης που άρχιζε να γίνεται εμφανής στα τέλη της βικτωριανής εποχής στην βρετανική πρωτεύουσα. Όλες αυτές οι αλλαγές στο περιεχόμενο και στην θεματολογία του Πορτραίτου αποσκοπούσαν στην εξάλειψη των δημοσίων αντιπαραθέσεων σχετικά με την ανηθικότητα του έργου και του δημιουργού του.

Χειρόγραφο του Όσκαρ Ουαϊλντ από τον Ντόριαν Γκρέυ


Πρόλογος

Ως απάντηση στην δριμεία κριτική που ασκήθηκε στην πρώτη έκδοση της νουβέλας, οι αναθεωρήσεις του Ουάιλντ περιλάμβαναν εκτός των αλλαγών στο κείμενο και έναν πρόλογο, ο οποίος απευθυνόταν στους κριτικούς του Πορτραίτου και σκοπό είχε να αποκαταστήσει την καλλιτεχνική αξία του έργου.

 Θέλοντας να εξηγήσει πώς πρέπει να διαβαστεί το Πορτραίτο, ο Ουάιλντ αναλύει στον Πρόλογο τον ρόλο του καλλιτέχνη στην κοινωνία, τον σκοπό της τέχνης και την αξία της ομορφιάς. Σε αυτόν ανιχνεύονται δείγματα της επιρροής του Ταοϊσμού και της φιλοσοφίας του Τσουάνγκ Τσου (Zhuang Zhou, 369 π.Χ. - 286 π.Χ.) στην γραφή του Ιρλανδού φιλόσοφου. Ο Ουάιλντ ήρθε σε επαφή με την φιλοσοφία του Τσουάνγκ Τσου μέσω των μεταφράσεων του Χέρμπερτ Γκιλς (Herbert Giles, 1845 - 1935), για τις οποίες μάλιστα είχε γράψει κριτικές μελέτες. Ο Πρόλογος κυκλοφόρησε πρώτη φορά μαζί με την έκδοση σε βιβλίο του 1891· παρ' όλα αυτά, λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1891, ο Ουάιλντ θα υπερασπιζόταν το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ απέναντι σε κατηγορίες ότι ήταν κακό βιβλίο.

Κριτική

Η υποδοχή που επιφύλαξαν οι κριτικοί του 19ου αιώνα στο βιβλίο ήταν κακή. Οι υπερβολικές και επικριτικές κριτικές είχαν ως αποτέλεσμα το βιβλίο γρήγορα να αποκτήσει φήμη «σαχλού, εμετικού, βρώμικου, θηλυπρεπούς και μολυσμένου δημιουργήματος». Η αιτία του ηθικού σκανδάλου ήταν οι ομοερωτικές αναφορές που διατρέχουν την νουβέλα, οι οποίες πρόσβαλαν τις αρχές (κοινωνικές, λογοτεχνικές και αισθητικές) των βικτωριανών κριτικών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής ήταν προσωπική, με αποδέκτη τον Ουάιλντ, ο οποίος θεωρούνταν ηδονιστής με διαστρεβλωμένη άποψη για την συντηρητική ηθική της εποχής. Ο κριτικός λογοτεχνίας της Daily Chronicle, στις 30 Ιουνίου 1890, έγραψε ότι η νουβέλα του Ουάιλντ «περιέχει ένα στοιχείο.. το οποίο θα μολύνει κάθε νεαρό πνεύμα με το οποίο θα έρθει σε επαφή». Στις 5 Ιουλίου 1890, ο κριτικός του Scots observer αναρωτιόταν «Γιατί πρέπει ο Όσκαρ Ουάιλντ να κυλιέται σε αυτή την βρωμερή λάσπη;». Ήταν αυτή η κριτική η οποία οδήγησε στην εξάλειψη όλων των ομοερωτικών αναφορών στο βιβλίο, καθώς και στην ανάπτυξη του υπόβαθρου των χαρακτήρων.

Κειμενικές αναθεωρήσεις

Μετά την πρώτη έκδοση του 1890 στο περιοδικό, ο Ουάιλντ, εκτός της αλλαγής στο ύφος του κειμένου, άλλαξε και τον αριθμό των κεφαλαίων, με την έκδοση του βιβλίου να έχει 20 κεφάλαια, 7 περισσότερα από την αντίστοιχη του περιοδικού. Πιο συγκεκριμένα, τα κεφάλαια 3, 5 και 15 μέχρι και 18 είναι νέα, ενώ το τελευταίο κεφάλαιο της παλαιάς έκδοσης διαιρέθηκε στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, το 19 και το 20. Το 1895, κατά της διάρκεια των δικαστικών του μαχών, ο Ουάιλντ παραδέχτηκε ότι προχώρησε στην αναθεώρηση της νουβέλας ύστερα από γράμματα που έλαβε από τον δάσκαλό του στο κολέγιο Ουόλτερ Πέιτερ (Walter Pater, 1839 - 1894).

Αποσπάσματα που παραλείφθηκαν για το βιβλίο

(ο Μπάζιλ για τον Ντόριαν) 

«Πόζαρε σαν τον Πάρι σε ντελικάτη πανοπλία, και σαν τον Άδωνι ντυμένος με κάπα κυνηγού και κρατώντας δόρυ. Στεφανωμένος με άνθη νούφαρων, έχει σταθεί στην πλώρη του πλοίου του Αδριανού, ατενίζοντας τον θολό, σμαραγδένιο Νείλο. Έγειρε πάνω από την κουπαστή, φτιαγμένη από κάποιο εκλεκτό ελληνικό ξύλο, και είδε στην βουβή αντανάκλαση του νερού το θαύμα της ομορφιάς του.»

(ο Λόρδος Χένρυ μιλώντας για την πίστη) 

«Δεν έχει τίποτα να κάνει με την θέλησή μας. Είναι είτε ένα δυσάρεστο ατύχημα, είτε το ατυχές αποτέλεσμα του ταπεραμέντου μας.»

«Δεν εννοείς ότι ο Μπάζιλ έχει καθόλου πάθος ή ρομαντισμό μέσα του;» / «Δεν ξέρω αν έχει καθόλου πάθος, άλλα σίγουρα έχει αρκετό ρομαντισμό», είπε ο Λόρδος Χένρυ, με ένα χαρούμενο βλέμμα στα μάτια του. «Δεν σε άφησε πότε να το καταλάβεις;» / «Ποτέ. Πρέπει οπωσδήποτε να τον ρωτήσω γι' αυτό. Ξαφνιάζομαι που το ακούω.»

(ο Μπάζιλ περιγράφει τον Ντόριαν)

 «Όσο σκληρός και ευθύς κι αν ήταν, υπήρχε μια τρυφερότητα στο φέρσιμό του που ήταν εντελώς γυναικεία.»

(ο Μπάζιλ στον Ντόριαν)

 «Είναι αλήθεια ότι σε λάτρεψα με μεγαλύτερο ρομαντισμό από όσο προσφέρει συνήθως ένας άντρας σε φίλο του. Με κάποιον τρόπο, ποτέ δεν αγάπησα καμία γυναίκα. Υποθέτω ότι δεν είχα ποτέ χρόνο. Ίσως, όπως λέει κι ο Χάρυ, ένα αληθινά grande passion είναι προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν να κάνουν τίποτα. Αυτή είναι η μόνη χρησιμότητα των αργόσχολων τάξεων μιας χώρας.»

(ο Μπάζιλ αντιπαρατίθεται με τον Ντόριαν)

 «Ντόριαν, Ντόριαν, η φήμη σου είναι διαβόητη. Ξέρω πως εσύ κι ο Χάρυ είσαστε αχώριστοι. Νομίζω πως και μόνον αυτός ο λόγος αρκούσε να σε κάνει να μην επιτρέψεις να γίνει σκουπίδι τ' όνομα της αδερφής του.»

Αποσπάσματα που προστέθηκαν στο βιβλίο

«Όλοι θα κάναν κύρηγμα τονίζοντας πόσο σημαντικές είναι κείνες ακριβώς οι αρετές, που η άσκησή τους δεν ήταν καθόλου απαραίτητη για τη δική τους ζωή. Ο πλούσιος θα μιλόυσε για την αξία της οικονομίας και ο τεμπέλης θα υποστήριζε με πολύ ευγλωτία την αξιοπρέπεια της εργασίας.»
«Ένα grande passion είναι προνόμιο των ανθρώπων που δεν έχουν να κάνουν τίποτα. Αυτή είναι η μόνη χρησιμότητα των αργόσχολων τάξεων μιας χώρας. Μη φοβάσαι.»
«Πίστη! Θα πρέπει να την αναλύσω κάποια μέρα. Το πάθος της ιδιοκτησίας φωλιάζει μέσα της. Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα πετάγαμε στα σκουπίδια αν δε φοβάμαστε πως θα βρεθούν άλλοι που θα τα μαζέψουν.»

Μεταφράσεις στα Ελληνικά

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϊ

εκδόσεις Γκοβόστη, 1990, μτφ. Άρη Αλεξάνδρου

εκδόσεις Εκάτη, 2013, μτφ. Δώρας Στυλιανίδου

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ

εκδόσεις Ζαχαρόπουλος Σ.Ι., 1999, μτφ. Λουκά Θεοδωρακόπουλου

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίυ

εκδόσεις Σμίλη, 2000, μτφ. Δημήτρη Κίκιζα

Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέϊ

εκδόσεις Αναστασιάδη, 2000, μτφ. Πόλυ Μοσχοπούλου

εκδόσεις DeAgostini Hellas, 2000, μτφ. Πολίνα Παναρέτου

εκδόσεις Μεταίχμιο, 2006, μτφ. Γωγώ Αρβανίτη

εκδόσεις Μίνωας, 2014, μτφ. Βασιλικής Κοκκίνου

Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ

εκδόσεις Πατάκης, 2008, μτφ. Κώστα Καρθαίου














----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η σημασία να είσαι σοβαρός



Ο Όσκαρ Ουάιλντ ( 1854-1900) θεωρείται η "καταραμένη ιδιοφυΐα" της βικτοριανής εποχής.

Έργο της ώριμης περιόδου του συγγραφέα, το "Η σημασία να είσαι σοβαρός" θαμπώνει το κοινό με το επιγραμματικό του χιούμορ και τον άκρατο κυνισμό του.

Με αφορμή τους έρωτες δύο νέων με δύο κοπέλες, ο Ουάιλντ κάνει βιτριολική κριτική στο στρουθοκαμηλισμό της ανώτερης τάξης της Αγγλίας του δέκατου ένατου αιώνα. Τα συχνά παραδοξολογήματα που αφειδώς λένε οι ήρωες του έργου αποτελούν παγκόσμιο πρότυπο οξυδερκούς θεατρικού λόγου.




  -------------------------------------------------------------------------------------------------


Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ουάιλντ υπήρξε ένας από τους πιο φημισμένους συγγραφείς του βρετανικού θεάτρου. Η δίκη και η καταδίκη του σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα εξαιτίας της σχέσης του με τον γιο ενός αριστοκράτη τον μετέτρεψαν σε σύμβολο των διωγμών σε βάρος των ομοφυλόφιλων στη βικτωριανή Αγγλία.

-Οι πραγματικοί φίλοι σε μαχαιρώνουν κατάστηθα.

-Κράτα την αγάπη στην καρδιά σου. Μια ζωή χωρίς αγάπη μοιάζει με ανήλιαγο κήπο όπου τα λουλούδια έχουν μαραθεί.

-Ορισμένοι γεννάνε την ευτυχία όπου κι αν εμφανιστούν. Κάποιοι άλλοι γεννάνε την ευτυχία όποτε εμφανιστούν.

-Ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει τον δρόμο του μόνο στο φως του φεγγαριού. Τιμωρία του είναι ότι βλέπει το ξημέρωμα πριν τον υπόλοιπο κόσμο.

-Η μοναδική διαφορά ανάμεσα σε έναν αμαρτωλό και έναν άγιο, είναι ότι ο άγιος έχει παρελθόν και ο αμαρτωλός έχει μέλλον.

-Φρόντισε να είσαι ο εαυτός σου. Όλοι οι άλλοι είναι πιασμένοι.

-Τα παιδιά ξεκινάνε αγαπώντας τους γονείς τους · μετά από κάποιον καιρό τους κρίνουν · σπάνια, αν όχι ποτέ, τους συγχωρούν.

-Να συγχωρείς πάντα τους εχθρούς σου· τίποτα δεν μπορεί να τους εκνευρίσει περισσότερο.

-Δεν μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Μπορεί να υπάρξει πάθος, εχθρότητα, αγάπη, λατρεία αλλά όχι φιλία.

-Είμαστε όλοι βουτηγμένοι στον βούρκο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάνε τα άστρα.

-Μπορώ να αντισταθώ στα πάντα εκτός από τον πειρασμό.

-Η εκπαίδευση είναι κάτι το αξιοθαύμαστο, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε πότε-πότε ότι τίποτα που αξίζει να το γνωρίζεις δεν διδάσκεται.

-Δύο τραγωδίες υπάρχουν στη ζωή: η μία είναι να μην αποκτάς αυτό που θέλεις και η άλλη είναι να το αποκτάς.

-Καλό είναι να είναι κανείς πάντα ερωτευμένος. Γι'αυτό δεν πρέπει ποτέ να παντρεύεται.

-Μόνο ένα πράγμα στη ζωή είναι χειρότερο από το να σε συζητάνε και αυτό είναι το να μη σε συζητάνε καθόλου.

-Εγωισμός δεν είναι να ζεις όπως θες. Εγωισμός είναι να αναγκάζεις τους άλλους να ζήσουν όπως θες.

-Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν βλέπει τα πράγματα όπως είναι. Αν το έκανε δεν θα ήταν μεγάλος καλλιτέχνης.

-Το να αγαπάει κανείς τον εαυτό του είναι η αρχή μιας σχέσης που μπορεί να κρατήσει μια ζωή.

-Δεν θέλω να πάω στον παράδεισο. Κανείς απ'τους φίλους μου δεν είναι εκεί.

-Είναι παραλογισμός να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Οι άνθρωποι είναι είτε γοητευτικοί, είτε ανιαροί.

-Η εμπειρία είναι το μοναδικό πράγμα που δεν αποκτιέται δωρεάν.

-Η Αμερική είναι η μοναδική χώρα που πέρασε από τη φάση της βαρβαρότητας στη φάση της παρακμής χωρίς να περάσει από το ενδιάμεσο στάδιο του πολιτισμού.

-Πολλοί είχαν ανακαλύψει την Αμερική πριν τον Κολόμβο αλλά όλοι φρόντιζαν να το αποσιωπήσουν.

-Το πρόσωπο ενός άντρα είναι η αυτοβιογραφία του. Το πρόσωπο μιας γυναίκας είναι η μυθοπλασία της.

-Η μόδα είναι μια μορφή ασχήμιας τόσο απαράδεκτη, που είμαστε αναγκασμένοι να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες.

-Αν δεν βρίσκεις απόλαυση στο να διαβάσεις ένα βιβλίο ξανά και ξανά, δεν υπήρχε λόγος να το διαβάσεις καν.

-Ένας άνθρωπος που δεν σκέφτεται με τον δικό του τρόπο, είναι σαν να μην σκέφτεται καθόλου.

-Ποιος μπορεί να πει ότι είναι φτωχός όταν τον αγαπούν;

-Μια μικρή δόση ειλικρίνειας είναι επικίνδυνη. Σε μεγάλες δόσεις γίνεται θανατηφόρα.

-Διγαμία σημαίνει να έχεις παντρευτεί υπερβολικά μεγάλο αριθμό γυναικών. Το ίδιο και μονογαμία.

-Η τέχνη είναι επιφάνεια και συμβολισμός. Όσοι θέλουν να ψάξουν κάτω από την επιφάνεια το κάνουν με δική τους ευθύνη.

-Μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη δεν αξίζει καν να λέγεται ιδέα.

-Πάντα δίνω καλές συμβουλές. Είναι το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω μ'αυτές. Ποτέ δεν είναι χρήσιμες για μένα τον ίδιο.

-Δεν είμαι αρκετά νέος για να γνωρίζω τα πάντα.

-Πρέπει πάντα να παίζεις δίκαια όταν κρατάς όλους τους άσους στα χέρια σου.

-Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι δημιουργώντας τον άνθρωπο, ο Θεός υπερεκτίμησε τις δυνατότητές του.

-Το μόνο άτομο που χρειάζεσαι στη ζωή σου είναι αυτό που σε χρειάζεται στη δική του.

-Στις μέρες μας οι άνθρωποι γνωρίζουν την τιμή του κάθε πράγματος και την αξία κανενός.

-Δεν υπάρχει καμία αμαρτία εκτός από την ηλιθιότητα.

-Όσο ταυτίζουμε τον πόλεμο με το απόλυτο κακό, θα διατηρεί τη γοητεία του. Όταν αρχίσουμε να τον αντιμετωπίζουμε ως κακόγουστο και χυδαίο, θα πάψει να είναι δημοφιλής.

-Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή αλλά η διανομή των ρόλων είναι άθλια.

-Είμαι το μοναδικό άτομο στον κόσμο που θα ήθελα να γνωρίσω σε βάθος.

-Κάθε πορτρέτο που έχει φιλοτεχνηθεί με συναίσθημα είναι πορτρέτο του καλλιτέχνη, όχι του μοντέλου.

-Πάντοτε θα με βρίσκετε γοητευτικό. Γιατί αντιπροσωπεύω όλες τις αμαρτίες που δεν είχατε το κουράγιο να διαπράξετε.

-Τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την ψυχή εκτός από τις αισθήσεις και τίποτα δεν θεραπεύει τις αισθήσεις εκτός από την ψυχή.

-Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα, είναι αυτά που δείχνουν στον κόσμο τις ντροπές του.


-Το να ζει κανείς είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο. Οι περισσότεροι απλώς υπάρχουν.

-Είναι πολύ θλιβερό ότι στις μέρες μας υπάρχουν τόσο λίγες άχρηστες πληροφορίες.

-Η ψευδαίσθηση είναι η πρώτη από τις απολαύσεις.

-Όταν οι καλοί αμερικάνοι πεθαίνουν, πηγαίνουν στο Παρίσι.

-Η κοινή γνώμη είναι εκπληκτικά ανεκτική. Συγχωρεί τα πάντα εκτός από τη μεγαλοφυΐα.

-Οι ερωτήσεις δεν είναι ποτέ αδιάκριτες. Οι απαντήσεις κάποιες φορές είναι.

-Ποτέ κανείς δεν είναι λιγότερο ειλικρινής παρά όταν μιλάει για τον εαυτό του. Φόρεσέ του μια μάσκα και θα σου πει όλη την αλήθεια.

-Μόνο κάτι πραγματικά μοντέρνο μπορεί να γίνει παλιομοδίτικο.

-Η επιχειρηματολογία πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία. Είναι πάντοτε χυδαία και συχνά γίνεται πειστική.

-Ο κόσμος χωρίζεται σε δύο τάξεις: αυτούς που πιστεύουν το απίστευτο και αυτούς που κατορθώνουν το ακατόρθωτο.

-Αν έτσι συμπεριφέρεται η βασίλισσα Βικτώρια στους κρατουμένους της, δεν της αξίζει να έχει κρατούμενους.



    ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Πες μου ένα παραμύθι …..«O Eγωιστής Γίγαντας» του Όσκαρ Ουάιλντ




Τα παραμύθια του Oscar Wilde είναι για πολλούς τα πιο πετυχημένα δείγματα της πρόζας* του τα οποία ο ίδιος με  περηφάνεια αποκαλούσε «μικροσκοπικά έργα τέχνης». Έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχουν γίνει θεατρικά έργα, ταινίες για το σινεμά και την τηλεόραση, έχουν προσαρμοστεί για το ραδιόφωνο, έχουν γίνει καρτούν, μπαλέτο, παιδική όπερα.

* πρόζα ,  πεζογράφημα , σε αντιδιαστολή με τον ποιητικό λόγο, την ποίηση

«O Eγωιστής Γίγαντας»

Κάθε απόγευμα, φεύγοντας απ’ το σχολείο, τα παιδιά το ‘χαν συνήθεια να  παίζουν στον κήπο του γίγαντα.
Ήταν ένας πελώριος, μαγευτικός κήπος, μ’ απαλή πράσινη χλόη και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ’ αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί, δώδεκα ροδακινιές φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ’ της άνοιξης τ’ άγγιγμα, που το φθινόπωρο βάραιναν απ’ τα πολύχυμα φρούτα.
Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και κελαηδούσαν τόσο γλυκά, που τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι για να τ’ ακούσουν. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε εδώ!» έλεγαν αναμεταξύ τους.

the-giant-returns-home


Κάποια μέρα ο γίγαντας γύρισε. Εφτά ολάκερα χρόνια ήταν σ’ επίσκεψη, στο φίλο του το δράκο της Κόρνις, κι όταν τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είχε τελειώσει ό,τι είχε να πει -αφού δεν είχε και πολλά να συζητήσει- αποφάσισε το γυρισμό στο κάστρο.
Την ώρα που ‘φτασε, αντίκρισε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.
«Τι δουλειά έχετε εδώ;» φώναξε μ’ οργή, και τα παιδιά το ‘βαλαν στα πόδια τρομαγμένα.
«0 κήπος είναι μοναχά δικός μου», είπε ο γίγαντας. «Όλοι μπορούν να το καταλάβουν, και δεν θα επιτρέψω σε κανένα να παίζει εδώ, έξω από μένα».
Κι έτσι, έχτισε έναν πελώριο τοίχο ολόγυρα στον κήπο, κι ύστερα, κάρφωσε μια πινακίδα που ‘λεγε:
“Οι παραβάτες τιμωρούνται”
Ήταν, αλήθεια, ένας πολύ σκληρόκαρδος γίγαντας.

giant2


Τα δύστυχα τα παιδιά τώρα δεν είχαν μέρος να παίξουν. Δοκίμασαν να παίξουν στο δρόμο, όμως ήταν γεμάτος σκόνη και στουρναρόπετρες και δεν τους άρεσε.
Βάλθηκαν τότε να περιπλανιούνται γύρω απ’ τους ψηλούς τοίχους, όταν τέλειωναν τα μαθήματά τους, νοσταλγώντας τον όμορφο κήπο.
«Πόσο ευτυχισμένα ήμασταν εκεί», έλεγαν αναμετάξυ τους.
Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη.
Η εξοχή γιόμισε από μικρά μπουμπούκια και πουλάκια. Μονάχα στον κήπο του Σκληρόκαρδου Γίγαντα ήταν ακόμα χειμώνας.
Τα πουλιά ούτε που νοιάστηκαν να τραγουδήσουν για ‘κείνον, αφού δεν υπήρχαν παιδιά εκεί, και τα δέντρα λησμόνησαν ν’ ανθίσουν.
Αν καμιά φορά κανένα όμορφο λουλουδάκι έβγαζε το κεφαλάκι του απ’ το γρασίδι, μόλις αντίκριζε την πινακίδα ένιωθε τέτοια λύπη για τα παιδιά, που λούφαζε ξανά στο χώμα, συνεχίζοντας τον ύπνο του.
Οι μόνοι που ‘ταν ευχαριστημένοι απ’ αυτή την κατάσταση ήταν το χιόνι και η παγωνιά.
«Η άνοιξη λησμόνησε αυτό τον κήπο», έλεγαν, «κι έτσι εμείς θα μείνουμε εδώ όλο το χρόνο».
Το χιόνι τύλιξε το γρασίδι με τον ολόλευκο μανδύα του κι η παγωνιά μπογιάτισε όλα τα δέντρα ασημένια.
‘Υστερα προσκάλεσαν και το Βόρειο Άνεμο να ‘ρθει να μείνει μαζί τους κι εκείνος ήρθε τυλιγμένος με βαριά γουναρικά. Ολημερίς ούρλιαζε πάνω απ’ τον κήπο και φύσαγε μες στις καμινάδες.
«Μα τούτο είναι ένα θαυμάσιο μέρος», έλεγε• «πρέπει να καλέσουμε και το χαλάζι».
Κι έτσι, το χαλάζι, ντυμένο στα γκρίζα και μ’ ανάσα όμοια με πάγο, ήρθε.
Κάθε μέρα, για τρεις ώρες, χοροπηδούσε πάνω στη στέγη του κάστρου, μέχρι που τα περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ύστερα, γυρνοβόλαγε στον κήπο, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η άνοιξη άργησε να ‘ρθει», συλλογιζόταν ο Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθώς γερμένος στο παράθυρο, κοιτούσε τον παγωμένο, ολόλευκο κήπο.
«Ελπίζω να φτιάξει ο καιρός»…
Όμως η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, μήτε το καλοκαίρι.
Κι έτσι ήταν πάντα χειμώνας εκεί κι ο Βόρειος Άνεμος και το χαλάζι και το χιόνι κι η παγωνιά ασταμάτητα χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.
Κάποιο πρωινό, ο Γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μ’ ανοιχτά μάτια, όταν άκουσε μια θεσπέσια μουσική.
Ηχούσε τόσο γλυκά στ’ αυτιά του που πίστεψε πως μάλλον θα ‘ταν οι μουσικοί του βασιλιά που πέρναγαν κι όμως, ήταν μονάχα ένας μικρούλης σπίνος που τραγουδούσε έξω απ’ το παραθύρι του.
Μα είχε κυλήσει τόσο πολύς καιρός από τότε που το στερνό τιτίβισμα είχε ακουστεί στον κήπο του, που θάρρεψε πως ήταν η ομορφότερη μουσική στον κόσμο.
Κι άξαφνα, το χαλάζι σταμάτησε το χορό του πάνω απ’ το κεφάλι του γίγαντα, ο Βόρειος Άνεμος έπαψε να βρυχάται, και μια μεθυστική ευωδιά τον τύλιξε, περνώντας απ’ τ’ ανοιχτό παραθυρόφυλλo.
«Θαρρώ πως η άνοιξη επιτέλους έφτασε», είπε ο Γίγαντας και πηδώντας από το κρεβάτι κοίταξε έξω.
Μα τι ήταν αυτό που ‘πνιξε τη ματιά του;

Selfish-Giant-1


Ήταν η πιο μαγευτική εικόνα. Από ένα άνοιγμα στον τοίχο, τα παιδιά σύρθηκαν μέσα και σκαρφάλωσαν στα μπράτσα των δέντρων .Σε κάθε δέντρο που αγκάλιαζε το μάτι του αντίκριζε κι ένα παιδάκι. Και τα δέντρα πετάριζαν από χαρά για τα παιδιά που γύρισαν, κι έτσι ντύθηκαν με λουλούδια και λύγιζαν τα μπράτσα τους απαλά, πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια.
Τα πουλιά φτερούγιζαν ολόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικά και τα λουλούδια κρυφοκοίταζαν μέσ’ από την πράσινη χλόη και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Ήταν μια όμoρφη εικόνα, μα όμως στην άκρη της κρατούσε ακόμα ο χειμώνας. Ήταν που στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου, στέκονταν ένα μικρό αγόρι. Κι ήταν τόσο μικρό που μήτε τα κλαδιά του δέντρου δεν μπορούσε να φτάσει, έτσι που απελπισμένο βάλθηκε να κόβει βόλτες γύρω του κλαίγοντας γοερά.
Το καημένο το δεντράκι ήταν ακόμα σκεπασμένο από πάγο και χιόνι ο Βόρειος Άνεμος φυσούσε και μούγκριζε από πάνω του.
«Σκαρφάλωσε, μικρό μου αγοράκι», έλεγε το δέντρο, και λύγιζε τα κλαδιά του όσο μπορούσε, αλλά το αγόρι ήταν μικρό, τόσο μικρό.

dynami agapis


Η καρδιά του Γίγαντα έλιωσε καθώς το έβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ήμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί η άνοιξη δεν θα ‘ρχονταν ποτέ εδώ. Να, τώρα θ’ ανεβάσω αυτό το αγοράκι στην κoρφή του δέντρου κι έπειτα θα γκρεμίσω τον τοίχο, έτσι που ο κήπος μου θα ‘ναι μόνο για
τα παιχνίδια των παιδιών».
Κι αλήθεια, μετάνιωσε πολύ για ό,τι είχε κάνει.
Έτσι, περπάτησε στις μύτες των ποδιών του, κι ανοίγοντας την εξώπορτα πολύ σιγά, βγήκε στον κήπο.
Όμως, να, μόλις τα παιδιά τον είδαν σκιάχτηκαν τόσο πολύ, που όλα μαζί το ‘βαλαν στα πόδια κι ο χειμώνας ήρθε ξανά στον κήπο. Μόνο το μικρό αγόρι δεν έφυγε, γιατί τα ματάκια του που ‘ταν γεμάτα δάκρυα δεν είδαν το Γίγαντα που ερχόταν .
Κι ο Γίγαντας ήρθε κλεφτά πίσω του, το πήρε απαλά στο χέρι του και το ανέβασε στο δέντρο. Και το δέντρο άνθισε. Τα πουλιά ήρθαν και τραγούδησαν πάνω του και τ’ αγοράκι τύλιξε τα χεράκια του γύρω στο λαιμό του Γίγαντα και τον φίλησε.
Και τ’ άλλα παιδιά, σαν είδαν πως ο Γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας και μαζί τους ήρθε η άνοιξη.
«Τώρα είναι ο κήπος σας αυτός, μικρά μου παιδάκια», είπε ο Γίγαντας, και παίρνοντας ένα μεγάλο τσεκούρι γκρέμισε τον τοίχο. Κι όταν οι άνθρωποι περνούσαν για την αγορά στις δώδεκα η ώρα βρήκαν τον Γίγαντα να παίζει στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ.
Ολημερίς έπαιζαν και το βράδυ πήγαν στο Γίγαντα να τον αποχαιρετίσουν.
«Όμως, πού είναι ο μικρός σας σύντροφος;» είπε. «Το αγόρι που ανέβασα στο δέντρο». Βλέπετε ο Γίγαντας το αγαπούσε απ’ τ’ άλλα περισσότερο, γιατί τον είχε φιλήσει.
«Δεν ξέρουμε», αποκρίθηκαν τα παιδιά. «έφυγε».
«Πρέπει να του πείτε να ‘ρθει οπωσδήποτε αύριο», είπε ο Γίγαντας.
Αλλά τα παιδιά είπαν πως δεν ήξεραν πού έμενε και πως δεν το είχαν δει ποτέ πριν. Κι ο Γίγαντας ήταν πολύ λυπημένος. Κάθε απόγευμα, όταν το σχολείο τέλειωνε, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το Γίγαντα, μα το μικρό αγόρι, που ο Γίγαντας αγαπούσε, ποτέ δε φάνηκε. Εκείνος φέρνονταν καλά σ’ όλα τα παιδιά κι όμως του έλειπε ο πρώτος μικρός του φίλος και συχνά μιλούσε γι ‘ αυτόν θλιμμένα. «πόσο θα ‘θελα να τον έβλεπα!» έλεγε κάθε τόσο.
Τα χρόνια κύλησαν. Κι ο Γίγαντας γέρασε κι αδυνάτισε. Δεν μπορούσε να παίξει πια κι έτσι κάθονταν σε μια πελώρια πολυθρόνα και παρακολουθούσε τα παιχνίδια των παιδιών και θαύμαζε τον κήπο. «Έχω πολλά όμορφα λουλούδια», έλεγε. «μα τα παιδιά είναι τα ωραιότερα απ’ όλα».
‘Ενα χειμωνιάτικο πρωινό κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, καθώς ντυνόταν. Δεν μισούσε τώρα το χειμώνα, γιατί ήξερε πως η άνοιξη κοιμόταν μόνο και τα λουλούδια ξεκουράζονταν .
Ξάφνου έτριψε τα μάτια του από απορία και κοίταζε… και κοίταζε… Ήταν βέβαια κάτι το θαυμάσιο…
Στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου ένα δέντρο ήταν σκεπασμένο μ , ολόλευκα λουλούδια. Τα κλαδιά του ήταν χρυσαφένια κι ασημένια φρούτα κρέμονταν, ενώ πλάι του στεκόταν το μικρό αγόρι που ‘χε τόσο αγαπήσει.
Όρμησε τρέχοντας στις σκάλες ο Γίγαντας, γιομάτος χαρά, και τρέχοντας βγήκε στον κήπο. Έτρεξε πάνω στο γρασίδι κι ήρθε κοντά στο παιδί. Κι όταν το έφτασε, το πρόσωπό του κοκκίνισε απ’ την οργή κι είπε: «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;». Γιατί στις παλάμες του αγοριού και στα μικρά του πόδια διακρίνονταν οι πληγές από καρφιά.

 SelfishGiant_Death


«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο Γίγαντας. πες μου κι εγώ θα πάρω το μεγάλο μου σπαθί να τόνε κάνω κομμάτια!».
«Κανένας!» αποκρίθηκε το παιδί. «όμως αυτές είναι οι πληγές της αγάπης!».
«Ποιος είσαι;» είπε ο Γίγαντας, κι ένας παράξενος φόβος τον κυρίεψε και γονάτισε μπρος στο παιδί.
Και το παιδί του χαμογέλασε και του είπε: «Μ’ άφησες κάποτε να παίξω στον κήπο σου, απόψε εσύ θα ‘ρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, τον Παράδεισο».
Κι όταν τα παιδιά ήρθαν τρέχοντας το απόγεμα, βρήκαν το Γίγαντα νεκρό κάτω απ’ το δέντρο, σκεπασμένο ολάκερο με κάτασπρα λουλούδια.

Όσκαρ Ουάιλντ , 1888


  -------------------------------------------------------------------------------------------------------


Η επιρροή του έργου του στη μουσική

Το έργο του έχει γίνει η αφορμή για να γραφτούν όπερες, συμφωνικά ποιήματα, ορχηστρικές σουίτες, μπαλάντες, μιούζικαλ αλλά και ροκ τραγούδια.




Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι Motley Crue αναφέρουν το όνομα Dorian Gray στο τραγούδι τους New Tattoo που υπάρχει στο ομώνυμο άλμπουμ, το ίδιο κάνουν και οι Libertines στο τραγούδι Narcissist. Ο James Blunt στο Tears and Rain και οι Styx στο τραγούδι του 1980 Sing For The Day. Οι U2 στο The Ocean τραγουδούν: Α Picture In Grey Dorian Gray/Just me By the Sea. Το συγκρότημα Television Personalities περιλαμβάνει το Α Picture Of Dorian Gray στο πρώτο τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1980.

Στο χώρο της κλασικής μουσικής, ο Boris Arapov έγραψε το 1971 το μπαλέτο The Picture Of Dorian Gray. Τον ίδιο τίτλο έχουν και οι όπερες που έγραψαν ο Aμερικανός Lowell Liebermann το 1997, ο Αυστραλός W. Arundel Orchard το 1919 και ο Γερμανός Hans Schaeuble.

Από τα θεατρικά του έργα, το Importance Of Being Earnest είναι αυτό που έχει διασκευαστεί τις περισσότερες φορές σαν μιούζικαλ. Η Σαλώμη, θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1896, έγινε μονόπρακτη όπερα από τον γερμανό συνθέτη Richard Strauss.

Το De Profundis έχει γίνει ορατόριο από τον Frederic Rzewski το 1991 και ο Larry Sitsky το διασκεύασε σε μονόδραμα. Η «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ» έγινε τραγούδι με τον τίτλο Each Man Kills The Things He Loves από τον Gavin Friday.

  ---------------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Όσκαρ Ουάιλντ (πλήρες όνομα Όσκαρ Φίνγκαλ Ο'Φλάχερτι Ουίλς Ουάιλντ, αγγλ. Oscar Fingal O'Flahertie Wills Wilde, 16 Οκτωβρίου 1854 – Παρίσι30 Νοεμβρίου 1900
ήταν Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός και κριτικός. Έχοντας περάσει από διάφορα είδη γραπτού λόγου καθ' όλη την δεκαετία του 1880, γεύτηκε την δόξα σαν θεατρικός συγγραφέας στο Λονδίνο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Στις μέρες μας έχει γίνει γνωστός για τα ευφυολογήματά του, το μοναδικό του μυθιστόρημα (Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ), τα θεατρικά έργα του, τις συνθήκες φυλάκισής του καθώς και τον πρόωρο θάνατό του.

Οι γονείς του ήταν επιφανείς Δουβλινέζοι διανοούμενοι, με Αγγλικές ρίζες. Ο Όσκαρ από μικρός έμαθε άπταιστα Γαλλικά και Γερμανικά. Στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τις κλασικές σπουδές, επιδεικνύοντας από μικρή ηλικία κλίση προς τον Kλασικισμό, τόσο στο Δουβλίνο όσο και αργότερα στην Οξφόρδη. Έγινε γνωστός για την ενασχόλησή του με το νεόκοπο αλλά ανερχόμενο ρεύμα του Αισθητισμού, το οποίο ίδρυσαν δυο από τους καθηγητές του, οι Ουόλτερ Πέιτερ (Walter Pater, 1839 - 1894) και Τζον Ράσκιν (John Ruskin, 1819 - 1900). Μετά το πανεπιστήμιο, ο Ουάιλντ μετακόμισε στο Λονδίνο όπου εντάχθηκε στους ανώτερους πνευματικούς και κοινωνικούς κύκλους.

 Ως εκπρόσωπος του κινήματος του Αισθητισμού ασχολήθηκε με όλες τις μορφές διανόησης: εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, έδωσε ομιλίες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά σχετικά με τον «Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη» και έπειτα επέστρεψε στο Λονδίνο όπου έγραψε μεγάλο αριθμό άρθρων ως δημοσιογράφος. Γνωστός για το οξυδερκές πνεύμα, τις εξεζητημένες εμφανίσεις και τους πνευματώδεις διαλόγους του, ο Ουάιλντ έγινε μια από τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τελειοποίησε τις ιδέες του σχετικά με την ανωτερότητα της τέχνης σε μια σειρά από διαλόγους και δοκίμια, ενώ ενσωμάτωσε σκέψεις του για την παρακμή, την δολιότητα και την ομορφιά στο μοναδικό του μυθιστόρημα, Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ (The picture of Dorian Grey, 1890). Η δυνατότητα που του παρείχε, να αναλύσει σε βάθος λεπτομέρειες του Αισθητισμού καθώς και να καταπιαστεί με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, έστρεψε τον Ουάιλντ στο θέατρο. Έγραψε το θεατρικό Σαλώμη (Salome, 1891) στο Παρίσι, στα γαλλικά, έργο που δεν ανέβηκε στην Αγγλία παρά μόνο χρόνια αργότερα, εξαιτίας της απαγόρευσης έργων με Βιβλικό περιεχόμενο στο αγγλικό σανίδι. Ανεπηρέαστος από τις αντιδράσεις, ο Ουάιλντ έγραψε τέσσερις ακόμα κοινωνικές σάτιρες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας, οι οποίες τον έκαναν έναν από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς του ύστερου Βικτωριανού Λονδίνου.



Στο απόγειο της φήμης του, και ενόσω το αριστούργημά του, Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός (The importance of being Earnest, 1895) παιζόταν στο Λονδίνο, ο Ουάιλντ μήνυσε τον Μαρκήσιο του Κουίνσμπερι, Τζον Ντάγκλας (John Douglas, 9th Marquess of Queensberry, 1844 - 1900) για συκοφαντία. Ο Μαρκήσιος ήταν ο πατέρας του εραστή του Ουάιλντ, του Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας (Lord Alfred Douglas, 1870 - 1945). Οι κατηγορίες μπορούσαν να επιφέρουν κάθειρξη έως και δύο ετών. Στην διάρκεια της δίκης παρουσιάστηκαν αποδείξεις οι οποίες ανάγκασαν τον Ουάιλντ να αποσύρει τις κατηγορίες και οδήγησαν στην σύλληψή του με την κατηγορία του σοδομισμού (η ομοφυλοφιλία ήταν τότε ποινικό αδίκημα στην Αγγλία). Ύστερα από δύο ακόμα δίκες, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα.

 Το 1897, στην φυλακή, έγραψε το Εκ Βαθέων (De Profundis), μία επιστολή 80 περίπου πυκνογραμμένων σελίδων που εκδόθηκε το 1905, όπου αναλύει την ψυχοσύνθεσή του στις δίκες, δημιουργώντας ένα σκοτεινό «αντίβαρο» στην πρότερη φιλοσοφία της απόλαυσης. Μετά την αποφυλάκισή του έφυγε κατευθείαν για την Γαλλία, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εκεί έγραψε και το τελευταίο του έργο, Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ (The Ballad of Reading Gaol, 1898), ένα μακροσκελές ποίημα όπου παρουσιάζει τις κακουχίες της ζωής στην φυλακή. Πέθανε άπορος στο Παρίσι , τον Νοέμβριο του 1900, σε ηλικία 46 ετών.



Άγαλμα του Όσκαρ Ουάιλντ στην πλατεία Merrion Square στο Δουβλίνο


Ο Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο, το δεύτερο από τα τρία παιδιά της Τζέην Φρανσέσκα Έλτζι (Jane Francesca Elgee, 1821 - 1896) και του Σερ Ουίλλιαμ Ουάιλντ (Sir William Wilde, 1815 - 1876). Η μητέρα του, υπέρμαχη της επανένωσης της Ιρλανδίας, έγραφε ποίηση για το επαναστατικό κίνημα των Young Irelanders, με το ψευδώνυμο Speranza (ελπίδα στα ιταλικά). Διάβαζε στα δύο αδέλφια (τον Όσκαρ και τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερό του Ουίλλυ(Willie Wilde, 1852 - 1899)) από μικρή ηλικία ποιήματα του κινήματος, μεταλαμπαδεύοντάς τους την αγάπη της για αυτά. Ο Σερ Ουίλλιαμ Ουάιλντ ήταν επιτυχημένος χειρούργος ωτορινολαρυγγολόγος και χρίστηκε ιππότης το 1864 για τις ιατρικές υπηρεσίες του στην χώρα. Επίσης, έγραψε βιβλία για την Ιρλανδική αρχαιολογία και λαογραφία και υπήρξε επιφανής φιλάνθρωπος. Η κλινική του, όπου προσέφερε φροντίδα στους άπορους πίσω από το Trinity College, υπήρξε ο πρόδρομος της Ωτορινολαρυγγικής κλινικής του Δουβλίνου. Ο Ουάιλντ βαφτίστηκε στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Μάρκου στο Δουβλίνο.

Εκτός των τριών παιδιών του με την Τζέην, ο Ουίλλιαμ Ουάιλντ είχε αποκτήσει τρία ακόμη παιδιά εκτός γάμου, πριν παντρευτεί την σύζυγό του: Τον Χένρι Ουίλσον (Henry Wilson) (1838), και τις Έμιλυ (Emily Wilde) (1847) και Μαίρυ Ουάιλντ (Mary Wilde) (1849). Ο Σερ Ουίλλιαμ αναγνώρισε την πατρότητα των νόθων παιδιών του, τους παρείχε όλα τα απαραίτητα για την μόρφωσή τους, όμως πάντοτε υστερούσαν σε σχέση με τα «νόμιμα» παιδιά του.

Το 1855 η οικογένεια Ουάιλντ μετακόμισε σε νέο, μεγαλύτερο σπίτι, όπου γεννήθηκε η μικρή Άισολα (Isola Wilde, 1857 - 1867) δύο χρόνια αργότερα. Σύντομα, το σπίτι των Ουάιλντ μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής της πόλης, συγκεντρώνοντας σε πολυάριθμα σουαρέ προσωπικότητες των τεχνών και της επιστήμης, όπως τους Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu, 1814 - 1873), Τζόρτζ Πετρί (George Petrie, 1790 - 1866), Σάμουελ Φέργκιουσον (Samuel Ferguson, 1810 - 1886) και Ουίλλιαμ Χάμιλτον (William Hamilton, 1805 - 1865).
Μέχρι την ηλικία των εννέα ετών λάμβανε μαθήματα κατ' οίκον, ενώ στην συνέχεια φοίτησε στο Portora Royal School, 160 χιλιόμετρα έξω από την πόλη του Δουβλίνου. Μέχρι τα είκοσί του χρόνια ο Ουάιλντ παραθέριζε στην εξοχική κατοικία του πατέρα του, στο παραθαλάσσιο χωριό Κονγκ (Cong), στην επαρχία του Μάγιο (Mayo) στην Δυτική Ιρλανδία. Εκεί, ο Όσκαρ με τον Ουίλλυ περνούσαν τον χρόνο τους με τον μετέπειτα συγγραφέα Τζορτζ Μούρ (George Moore, 1852 - 1933).

Η Άισολα απεβίωσε σε ηλικία εννέα ετών από μηνιγγίτιδα. Το ποίημα του Ουάιλντ Requiescat είναι αφιερωμένο στην μνήμη της:

 "Πάτα ελαφρά, είναι κοντά,
Κάτω απʼ το χιόνι
Τʼ άνθος ακούει, μίλα σιγά,
Που μεγαλώνει."


Ακαδημαϊκή εκπαίδευση: 1870

Κολέγιο Trinity, Δουβλίνο

Ο Ουάιλντ κέρδισε υποτροφία για να σπουδάσει Κλασική Φιλολογία από το 1871 έως το 1874 στο Trinity College στο Δουβλίνο όπου συγκατοίκησε με τον αδελφό του Ουίλλυ. Το Trinity, ένα από τα κορυφαία σχολεία στο είδος του, του παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα για να αναπτύξει το ταλέντο του και η συναναστροφή του με τον Τζων Μάχαφυ (J.P. Mahaffy, 1839 - 1919) του ενέπνευσε την αγάπη για την Αρχαία Ελληνική γραμματεία. Όσο σπούδαζε στο κολλέγιο, συνεργάστηκαν στην συγγραφή του βιβλίου του Μάχαφυ Η κοινωνική ζωή στην Ελλάδα από τον Όμηρο μέχρι τον Μένανδρο (Social life in Greece from Homer to Menander, 1874). Ο Ουάιλντ, παρά τις μεταγενέστερες επιφυλάξεις του, χαρακτήριζε τον Μάχαφυ «ο πρώτος και καλύτερος δάσκαλός μου» και «ο λόγιος που μου έμαθε να αγαπάω κάθε τι ελληνικό». Από την πλευρά του, ο Μάχαφυ υπερηφανευόταν ότι εκείνος δημιούργησε τον Ουάιλντ· αργότερα όμως θα τον αποκαλούσε «το μόνο μελανό σημείο της διδασκαλίας μου».

Στο κολέγιο δραστηριοποιείτο η «Φιλοσοφική Κοινωνία» του Πανεπιστημίου, μια ομάδα όπου φοιτητές μαζεύονταν και συζητούσαν ζητήματα τέχνης και φιλοσοφίας, η οποία ιδρύθηκε το 1683 από τον Ιρλανδό φιλόσοφο Ουίλλιαμ Μολυνό (William Molyneux, 1656 - 1698), γεγονός που την έκανε την παλαιότερη αντίστοιχη φοιτητική οργάνωση. Ο Ουάιλντ σύντομα καθιερώθηκε ως μέλος, και οι εβδομαδιαίες συζητήσεις της ομάδας για τους Άλτζερνον Τσαρλς Σουΐνμπορν (Algernon Charles Swinburne, 1837 - 1909) και Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι (Dante Gabriel Rossetti, 1828 - 1882), ανάμεσα σε άλλους, βοήθησαν σημαντικά στην ανάπτυξη του πνεύματός του. Εκεί παρουσίασε και ένα δοκίμιό του, με τίτλο Αισθητική Ηθική (Aesthetic Morality). Στο Trinity ο Ουάιλντ διέπρεψε ως μαθητής: στο πρώτο έτος ήταν πρώτος στην τάξη του, στο δεύτερο κέρδισε υποτροφία ύστερα από εξετάσεις ενώ στο τελευταίο έτος βραβεύτηκε με το «Χρυσό μετάλλιο του Μπέρκλεϋ», το υψηλότερο ακαδημαϊκό επίτευγμα στις ελληνικές σπουδές. Έδωσε εξετάσεις για υποτροφία στο Κολέγιο Magdalen του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τις οποίες και πέρασε με άνεση.


Κολέγιο Magdalen, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης




Ο 'Οσκαρ Ουάιλντ στην Οξφόρδη, σε ηλικία 22 ετών

Στο Magdalen συνέχισε τις σπουδές του στην Κλασική Φιλολογία, μέχρι και το 1878. Στην διάρκεια της φοίτησής του προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να ενταχθεί στην ρητορική ομάδα του Πανεπιστημίου, την περίφημη «Oxford Union».
Γοητευμένος τόσο από την αμφίεση όσο και από την μυστικότητα και τις τελετουργίες της Μασονικής Στοάς Apollo, υπέβαλε αίτηση, έγινε δεκτός, και σύντομα ανελίχθη μέχρι τον βαθμό του «Ανώτερου Διδασκάλου». Ύστερα από την αναθέρμανση του ενδιαφέροντός του για την Μασονία, στο τρίτο έτος, δήλωσε: «Θα ήταν πολύ θλιβερό να την άφηνα, αν ποτέ εγκατέλειπα την αίρεση του Προτεσταντισμού». Σκεφτόταν σοβαρά να ασπαστεί τον Καθολικισμό, μάλιστα είχε συζητήσει ενδελεχώς το θέμα με μέλη του κλήρου. Το 1877, ύστερα από μία ακρόαση από τον Πάπα Πίο Θ', μαγεύτηκε από το χάρισμα του θρησκευτικού ηγέτη. Διάβασε με ενθουσιασμό τα βιβλία του Καρδιναλίου Τζον Νιούμαν (Cardinal John Henry Newman, 1801 - 1890), ενώ με την συνάντησή του με τον Αιδεσιμότατο Σεμπάστιαν Μπόουντεν (Sebastian Bowden) το 1878, απέδειξε ότι έπαιρνε σοβαρά το θέμα της μεταστροφής του προς τον Καθολικισμό, καθώς ο Άγγλος κληρικός είχε χειριστεί στο παρελθόν αντίστοιχες υποθέσεις επιφανών προσωπικοτήτων. Ούτε ο πατέρας του (ο οποίος απείλησε να του κόψει την χρηματοδότηση) ούτε ο Μάχαφυ είδαν με καλό μάτι το σχέδιό του· κυρίως όμως ο ίδιος ο Ουάιλντ, ο ιδανικός ατομικιστής, εναντιώθηκε την ύστατη στιγμή στην ένταξή του σε ένα τόσο τυπικό σύστημα αξιών όπως ο Καθολικισμός. Την ημέρα της βάπτισής του, αντί για τον Ουάιλντ εμφανίστηκε στην εκκλησία ένα μπουκέτο λευκοί κρίνοι. Παρ' όλα αυτά, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του, παρέμεινε αμείωτο το ενδιαφέρον του, τόσο για την κοσμοθεωρία όσο και για τα μυστήρια της Καθολικής Εκκλησίας.





 Οδός Τάιτ 1 (πλέον 44), ΤσέλσιΛονδίνο

Μαθητεία ενός αισθητιστή: 1880

Ντεμπούτο στην κοινωνία


Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο Ουάιλντ επέστρεψε στο Δουβλίνο, όπου ξανασυνάντησε την Φλόρενς Μπαλκόμπ (Florence Balcombe, 1858 - 1937), παιδικό του έρωτα. Εκείνη όμως, αρραβωνιάστηκε τον Μπραμ Στόκερ (Bram Stoker, 1847 - 1912), τον οποίο και παντρεύτηκε το 1878. Αυτή της η απόφαση απογοήτευσε τον Ουάιλντ, αλλά παρέμεινε στωικός· της έγραψε, λέγοντάς της: «Θυμάμαι τα δύο χρόνια - τα πιο γλύκα χρόνια όλης μου της εφηβείας» που είχαν περάσει μαζί. Επίσης ανέφερε την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Αγγλία, «αυτή την φορά για τα καλά», επιθυμία που έκανε εν τέλει πραγματικότητα το ίδιο έτος, επιστρέφοντας στην γενέτειρά του μόλις άλλες δύο φορές.


Αβέβαιος για το επόμενο βήμα του, επικοινώνησε με αρκετούς γνωστούς του ψάχνοντας για θέσεις Κλασικών σπουδών στην Οξφόρδη και στο Κέιμπριτζ. Ακριβώς όπως το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έδινε το βραβείο Newdigate για ποίηση, έτσι και το αντίστοιχο του Κέιμπριτζ έδινε το βραβείο Chancellor για πρόζα. Ο Ουάιλντ, αν και δεν ήταν φοιτητής του Πανεπιστημίου, συμμετείχε κανονικά το 1879 με το δοκίμιό του Η άνοδος της ιστορικής κριτικής(The rise of historical criticism). Το θέμα του, «Η ιστορική κριτική στους Αρχαίους», έμοιαζε ιδανικό για τον Ουάιλντ, ο οποίος όμως, παρά την ικανότητά του στον γραπτό λόγο και την βαθιά γνώση του για τον Αρχαίο κόσμο, δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στην μακρόσυρτη, επίπεδη ακαδημαϊκή γλώσσα. Παραδόξως, δεν δόθηκε βραβείο εκείνη την χρονιά. Με όσα χρήματα του περίσσεψαν από την πώληση των σπιτιών που κληρονόμησε από τον πατέρα του, ο Ουάιλντ μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου έμεινε με τον Άγγλο ζωγράφο Φρανκ Μάιλς (Frank Miles, 1852 - 1891) στον αριθμό 1 της οδού Τάιτ, στο Τσέλσι. Τα επόμενα έξι χρόνια ο Ουάιλντ θα τα περνούσε ανάμεσα στο Λονδίνο, το Παρίσι και τις Η.Π.Α., όπου ταξίδευε δίνοντας διαλέξεις.

Από τα χρόνια στο Trinity δημοσίευε στίχους και ποιήματα σε περιοδικά, κυρίως στο Cottabos, το οποίο εξέδιδε το Κολλέγιο, και στο Dublin University Magazine, ένα ανεξάρτητο μηνιαίο περιοδικό με λογοτεχνική θεματολογία. Στα μέσα του 1881, στα 27 του χρόνια, εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα (Poems). Το βιβλίο έγινε δεκτό με αρκετά θετικά σχόλια, πούλησε και τα 750 αντίτυπά του, και επανεκδόθηκε το επόμενο έτος. Ήταν δεμένο με μία πανέμορφη, εμαγιέ περγαμηνή με ανάγλυφα άνθη και ήταν τυπωμένο σε χειροποίητο Ολλανδικό χαρτί. Ο Ουάιλντ χάρισε πολλά αντίτυπα του βιβλίου σε επιφανείς προσωπικότητες και λογοτέχνες που τον επισκέφτηκαν τα επόμενα χρόνια. Η «Oxford Union» του ζήτησε να της αποστείλει ένα αντίτυπο για την βιβλιοθήκη της, αλλά κατά την παρουσίασή του, το έργο καταδικάστηκε ως προϊόν λογοκλοπής ύστερα από οριακή ψηφοφορία. Το αντίτυπο, προς μεγάλη στεναχώρια της Ένωσης, επιστράφηκε στον Ουάιλντ. Ο βιογράφος Ρίτσαρντ Έλμαν (Richard Ellmann, 1918 - 1987) υποστήριζε πως το ποίημά του Hélas(αλίμονο στα Γαλλικά) αποτελεί μια ειλικρινή, αν και κάπως εξεζητημένη προσπάθειά να εξηγήσει τις αντιθέσεις που έβλεπε στον εαυτό του:

"Να καταπιαστώ με κάθε πάθος ιερό
μέχρι η ψυχή μου να γένει
λάουτο έγχορδο, παλιό
οι ανέμοι όλοι να παίζουνε μ' αυτό"

Το εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Punch δεν συμμεριζόταν τον ίδιο ενθουσιασμό· «ο ποιητής είν' Ουάιλντ, μα η ποίησή του ήμερη», κατέληγε, παίζοντας με την ομοηχία του επιθέτου του ποιητή με το επίθετο «άγριος» (Wilde - wild).

Αμερική: 1882

Ο Αισθητισμός εκείνα τα χρόνια ήταν αρκετά της μόδας και μεταφέρθηκε σε οπερέτα από το δίδυμο Γκίλμπερτ-Σάλιβαν (Gilbert and Sullivan) στην Υπομονή(Patience, 1881). Ο Ρίτσαρντ Ντ' Όυλυ Κάρτ (Richard D'Oyly Carte, 1844 - 1901), ξακουστός Άγγλος ιμπρεσάριος, στα πλαίσια προώθησης του έργου στις Η.Π.Α. κάλεσε στην αμερικάνικη ήπειρο για μια σειρά από διαλέξεις τον πλέον θελκτικό όλων των αισθητιστών, τον Όσκαρ Ουάιλντ. Έφτασε στην Νέα Υόρκη στις 2 Ιανουαρίου 1882, με το Α/Π Αριζόνα (SS Arizona), μετά από ταξίδι 9 ημερών. Αν και αρχικά ήταν σχεδιασμένη να διαρκέσει τέσσερεις μήνες, η περιοδεία συνεχίστηκε για πάνω από ένα έτος, εξαιτίας της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας της. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να μεταφέρει την ομορφιά που έβλεπε στην τέχνη, στην καθημερινότητα. Αυτό ήταν ένα πρακτικό όσο και φιλοσοφικό ζήτημα: στην Οξφόρδη είχε διακοσμήσει το δωμάτιό του με κρίνους και γαλάζιες πορσελάνες, ενώ στην Αμερική μία από τις διαλέξεις του είχε σαν θέμα την εσωτερική διακόσμηση. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την φήμη ότι κάποτε είχε παρελαύνει στην οδό Πικαντίλι (Piccadilly Str.) στο Λονδίνο, με τα μακριά μαλλιά του να ανεμίζουν, κρατώντας ένα κρίνο, απάντησε: «Σημασία δεν έχει αν το έκανα ή όχι, αλλά αν ο κόσμος πιστεύει ότι το έκανα». Ο Ουάιλντ θεωρούσε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να δημηγορεί για τα υψηλότερα ιδεώδη, και ότι η ηδονή και η ομορφιά θα αντικαταστήσουν τηνωφελιμιστική ηθική.

Ο Τύπος ασκούσε ανηλεή κριτική τόσο στον Ουάιλντ όσο και στον Αισθητισμό: παραδείγματος χάριν, η εφημερίδα Springfield Republican, με αφορμή την επίσκεψη του Ουάιλντ στην Βοστώνη για μία διάλεξη, θεώρησε ότι η συμπεριφορά του Άγγλου αισθητιστή αντικατόπτριζε περισσότερο άνθρωπο κακόφημο, παρά διανοητή αφιερωμένο στην Ομορφιά και στην Ηδονή. Ο Τόμας Χίγγινσον (Thomas Wentworth Higginson, 1823 - 1911), Αμερικανός κληρικός και υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, έγραψε στο άρθρο του με τίτλο Unmanly Manhood τους προβληματισμούς του για το ότι ο Ουάιλντ, του οποίου «η μόνη διάκριση είναι ένα μικρό βιβλίο με πολύ μέτρια ποίηση», θα επηρέαζε αρνητικά την συμπεριφορά ανδρών και γυναικών. Παρόλο που ο Τύπος ήταν εχθρικός απέναντί του, ο Ουάιλντ έχαιρε θερμής υποδοχής στα πιο ετερόκλιτα περιβάλλοντα στις Η.Π.Α.· την μία ημέρα έπινε ουίσκι με μεταλλωρύχους (δηλώνοντας μάλιστα: «οι μόνοι καλοντυμένοι άνθρωποι που έχω δει στις Η.Π.Α. είναι οι μεταλλωρύχοι των Βραχωδών Ορέων») και την επόμενη τον υποδέχονταν με τιμές στα πιο μοντέρνα σαλόνια κάθε πόλης που επισκεπτόταν.



Η ζωή στο Λονδίνο και ο έγγαμος βίος

Τα έσοδά του, σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες εισπράξεις από το θεατρικό του, την Δούκισσα της Πάδουας (The Duchess of Padua, 1883), του επέτρεψαν να μετακομίσει στο Παρίσι από τον Φεβρουάριο μέχρι τα μέσα Μαΐου του 1883. Εκεί γνώρισε τον Ρόμπερτ Σέραρντ (Robert Sherard, 1861 - 1943), Άγγλο συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον οποίο φιλοξενούσε σε τακτική βάση. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους επέστρεψε για λίγο στην Νέα Υόρκη για να ανεβάσει το πρώτο θεατρικό έργο που είχε γράψει, την Vera, το οποίο είχε απορριφθεί στο Λονδίνο. Φημολογείται ότι κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ψυχαγωγούσε τους συνταξιδιώτες του απαγγέλοντας στίχους από το ποίημά του

 Ave Imperatix!, A Poem on England

 (Χαίρε, Αυτοκράτειρα!, 

Ένα ποίημα για την Αγγλία), 

σχετικά με την άνοδο και την πτώση των αυτοκρατοριών. Ο Έντμουντ Κλάρενς Στίντμαν (E.C. Stedman, 1833 - 1908), Αμερικανός ποιητής και κριτικός, έγραψε στο έργο του Victorian Poets για τον «αντρίκειο στίχο του - μία ποιητική και εύγλωττη επίκληση». Η παρουσία του Ουάιλντ στην αμερικανική μεγαλούπολη για ακόμη μία φορά δεν πέρασε απαρατήρητη. Το έργο αρχικά έτυχε καλής υποδοχής από το κοινό, όμως ύστερα από τις χλιαρές αντιδράσεις των κριτικών η προσέλευση έπεσε κατακόρυφα με αποτέλεσμα η παράσταση να ακυρωθεί μόλις μία εβδομάδα μετά την πρεμιέρα.


Το μόνο που έμενε στον Ουάιλντ ήταν να επιστρέψει στο Λονδίνο και να συνεχίσει τις διαλέξεις: 

Εντυπώσεις από την Αμερική, Η αξία της Τέχνης στην σύγχρονη ζωή και Ενδυματολογία ήταν μερικά από τα θέματά του.

Το 1881 ο Ουάιλντ είχε γνωρίσει την Κόνστανς Λόυντ (Constance Lloyd, 1859 - 1898), κόρη του Οράσιο Λόυντ (Horace Lloyd), ενός πλουσίου συμβούλου της Βασίλισσας. Το 1884, η Κόνστανς έτυχε να επισκεφτεί το Δουβλίνο, όπου ο Ουάιλντ έδινε διαλέξεις στο θέατρο Gaiety. Εκείνος την ζήτησε σε γάμο, και παντρεύτηκαν στις 29 Μαΐου 1884 στην Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο Πάντινγκτον (Paddington) του Λονδίνου. Το ετήσιο εισόδημα της Κόνστανς ανερχόταν σε 250 λίρες, ποσό αξιοπρεπέστατο για γυναίκα εκείνης της εποχής (αντιστοιχεί σε 22.100£ με σημερινή αξία), όμως τα ιδιαιτέρως ακριβά γούστα του Ουάιλντ, καθώς και το ότι το ζευγάρι κήρυσσε συνεχώς την αξία της διακόσμησης, έκαναν το κοινό να θεωρεί ότι το σπίτι τους θα έπρεπε να γίνει ο «ναός» του Αισθητισμού. Ως εκ τούτου, το σπίτι τους στον αριθμό 16 της οδού Τάιτ ανακαινίστηκε πλήρως, με αρκετά υψηλό κόστος. Απέκτησαν δύο γιους, τον Κύριλλο (Cyril Wilde, 1885 - 1915) και τον Βίβιαν (Vyvyan Holland, 1886 - 1967).



Μια ζωή επιστολές

Ενδεικτικό της πολιτικής ευαισθητοποίησής του είναι ότι υπήρξε ο μόνος λογοτέχνης που υπέγραψε την αίτηση του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω (George Bernard Shaw, 1856 - 1950) για να δοθεί χάρη στους αναρχικούς που είχαν συλληφθεί (και εν τέλει εκτελέστηκαν) ως υπεύθυνοι του μακελειού στην πλατεία Χέιμαρκετ (Haymarket square) στο Σικάγο, στις 4 Μαΐου 1886.

Ο Ρόμπερτ Ρος (Robert Ross, 1869 - 1918), 17 χρονών τότε, είχε διαβάσει τα ποιήματα του Ουάιλντ πριν συναντηθούν και εναντιωνόταν στην Βικτωριανή απαγόρευση της ομοφυλοφιλίας σε τέτοιο βαθμό ώστε είχε αποξενωθεί από την οικογένεια του. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Έλμαν, βιογράφου του Ουάιλντ, ο Ρος ήταν «...τόσο νέος και τόσο γνώστης, αποφασισμένος να γοητεύσει τον Ουάιλντ». Ο Ντάνιελ Μέντελσον (Daniel Mendelsohn, γεν. 1960), Αμερικανός συγγραφέας και κριτικός, θεωρεί ότι ο Ουάιλντ, ο οποίος έκανε συχνά αναφορές στον «Ελληνικό έρωτα» (κατ' ευφημισμό η ομοφυλοφιλία), μυήθηκε στον ομοφυλοφιλικό έρωτα από τον Ρος, σε μια εποχή που «ο γάμος του είχε αρχίσει να περνάει κρίση μετά την δεύτερη εγκυμοσύνη της συζύγου του, η οποία πλέον τον απωθούσε ερωτικά».

Πρόζα: 1886-91

Δημοσιογραφία και επιμέλεια: 1886-89


Ο Όσκαρ Ουάιλντ ξαπλωμένος, με τα Ποιήματά του στην Νέα Υόρκη, το 1882. Αν συχνά ήθελε να φαίνεται οκνηρός, στην πραγματικότητα εργαζόταν σκληρά· μέχρι τα τέλη της δεκαετίας 1880 ήταν ήδη πατέρας, συγγραφέας και συντάκτης. 


Ένα επικριτικό άρθρο για ζητήματα τέχνης στο Pall Mall Gazette προκάλεσε την άμεση απάντηση του Ουάιλντ με μία επιστολή υπερασπιστική των ιδεών του, και σύντομα αυτό οδήγησε στην συνεργασία του με αυτήν και άλλες εφημερίδες από το 1886 μέχρι το 1887. Απολάμβανε να κάνει κριτικές και να γράφει άρθρα· αυτό το είδος ταίριαζε στην γραφή του. Του επέτρεπε να οργανώνει και να μοιράζεται τις σκέψεις του για την τέχνη, την λογοτεχνία και την ζωή με έναν τρόπο λιγότερο μονότονο και προκαθορισμένο από ότι οι διαλέξεις. Ενθαρρυμένος από την θερμή υποδοχή, σταδιακά μετέτρεψε τις κριτικές του σε φλύαρα καλοπροαίρετα μανιφέστα. Όπως και οι γονείς του, έτσι και ο Ουάιλντ ήταν υπέρμαχος της επανένωσης της Ιρλανδίας. Μάλιστα, όταν ο Τσαρλς Στιούαρτ Πάρνελ (Charles Stewart Parnell, 1846 - 1891), Ιρλανδός πολιτικός, ηγέτης του «Αυτονομιστικού Ιρλανδικού Κινήματος», κατηγορήθηκε εσφαλμένα για συμμετοχή στην δολοφονία δύο μελών της Βρετανικής κυβέρνησης της Ιρλανδίας στο Δουβλίνο το 1887, ο Ουάιλντ έγραψε σωρεία υπερασπιστικών άρθρων στην Daily Chronicle.

Το χάρισμά του, το οποίο μέχρι πριν το χρησιμοποιούσε μόνο για την κοινωνικοποίησή του, ταίριαζε με την δημοσιογραφία και δεν πέρασε απαρατήρητο. Έχοντας περάσει τα τριάντα, και με μία οικογένεια να συντηρήσει πλέον, ανέλαβε στα μέσα του 1887 την επιμέλεια του μηνιαίου περιοδικού Ο Κόσμος της Κυρίας (The Lady's World), με το όνομά του μάλιστα να εμφανίζεται στο εξώφυλλο. Άμεσα το μετονόμασε σε The Woman's World, προσέθεσε άρθρα σοβαρότερης θεματολογίας, για την ανατροφή των παιδιών, την πολιτική και τον πολιτισμό, ενώ διατήρησε και διάνθισε με την πένα του στήλες για τις τέχνες και την μόδα. Συνήθως το περιοδικό περιλάμβανε δύο μυθιστορήματα, ένα παιδικό και ένα για τις κυρίες. Ο Ουάιλντ εκμεταλλευόταν τις καλλιτεχνικές διασυνδέσεις του και εξασφάλιζε ποιοτικές συνεργασίες για το περιοδικό του, όπως της μητέρας του, Τζέην Ουάιλντ, ή της συζύγου του Κόνστανς, ενώ η στήλη του «Λογοτεχνία και σημειώσεις» ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Η διοίκηση του περιοδικού, η απόσταση που έπρεπε να διανύει καθημερινά από και προς την δουλειά καθώς και το εργασιακό περιβάλλον έκαναν την ζωή του Ουάιλντ ανιαρή, εξασθενώντας το ενδιαφέρον του και την ενέργεια που είχε φέρει αρχικά στην δουλειά του. Εκτός αυτού, οι εκδότες άρχισαν να δείχνουν ξανά ενδιαφέρον για το τιράζ: οι πωλήσεις, στην σχετικά υψηλή τιμή του ενός σελινιού, παρέμεναν σε χαμηλά επίπεδα. Έστελνε όλο και συχνότερα τις οδηγίες του στο περιοδικό με γράμματα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην συγγραφή, με αποτέλεσμα και η δική του στήλη να εμφανίζεται σπανιότερα. Τον Οκτώβρη του 1889 ο Ουάιλντ είχε πλέον δοθεί ολοκληρωτικά στην συγγραφή, και, με το κλείσιμο του δεύτερου έτους του περιοδικού, αποχώρησε. Το περιοδικό έβγαλε μόλις ένα τεύχος ακόμα.

Παρόλο που τα χρόνια που πέρασε ο Ουάιλντ σαν εκδότης δεν χαρακτηρίζονται ως επιτυχημένα από οργανωτικής απόψεως, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του ως συγγραφέα και διευκόλυναν την αύξηση της φήμης του. Ενώ ως δημοσιογράφος ο Ουάιλντ παρέδιδε άρθρα υπό την επίβλεψη των εκδοτών του, η ιδιότητά του ως εκδότης του επέβαλε να μάθει τους όρους της λογοτεχνικής αγοράς και να τους κατευθύνει προς όφελός του.



Το σπίτι με τις ροδιές, πρώτη έκδοση.




Το 1888 εκδόθηκε Ο ευτυχισμένος πρίγκηπας κι άλλα παραμύθια (The happy prince and other tales), μια συλλογή από παραμύθια, είδος με το οποίο ο συγγραφέας είχε καταπιαστεί στο παρελθόν, δημοσιεύοντας ιστορίες του στα έντυπα μέσα της εποχής. Το 1891 εκδόθηκαν δύο ακόμα συλλογές, Το έγκλημα του Λόρδου Άρθουρ Σάβιλ και άλλες ιστορίες (Lord Arthur Savile's crime and other stories) και Το σπίτι με τις ροδιές (House of pomegranates), το οποίο μάλιστα αφιέρωσε στην Λαίδη Κόνστανς Μαίρυ Ουάιλντ, την σύζυγό του. Το πορτραίτο του κυρίου Ου. Χ. (The portrait of Mr. W.H.) το οποίο είχε ξεκινήσει να γράφει το 1887, δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Blackwood's Edinburgh Magazine τον Ιούλιο του 1889· αναφέρεται στον Ουίλλυ Χιούζ (Willie Hughes), τον άνθρωπο στον οποίο φημολογείται ότι αφιέρωσε ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (William Shakespeare, 1564 - 1616) τα περισσότερα από τα σονέτα του.

 Στο διήγημα, το οποίο είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου, ο Ουάιλντ φλερτάρει με την ιδέα ότι τα σονέτα γράφτηκαν για να εξυμνήσουν τον έρωτα του ποιητή για τον νεαρό ηθοποιό, αν και, όπως παραδέχεται ο ίδιος, οι μόνες αποδείξεις που υπάρχουν επ' αυτού είναι δύο υποτιθέμενα λογοπαίγνια σε ένα σονέτο. Ο αφηγητής είναι αρχικά σκεπτικός, στην συνέχεια πείθεται και εν τέλει καταλήγει, με παιχνιδιάρικη διάθεση, στο ότι «υπάρχουν πολλά να ειπωθούν για τις φήμες του Ουίλλυ Χιούζ και των σονέτων του Σαίξπηρ. Πλέον ο μύθος και η πραγματικότητα έχουν ενωθεί σε ένα σώμα». Ο Αρθούρος Ράνσομ (Arthur Ransome, 1884 - 1967), Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας, έγραψε ότι ο Ουάιλντ «είδε ένα μέρος του εαυτού του στα σονέτα του Σαίξπηρ», και ενθουσιάστηκε με την θεωρία του Ουίλλυ Χιούζ, παρά την έλλειψη έγκυρων αποδείξεων ακόμη και για την ύπαρξη του τελευταίου. Έτσι, αντί να γράψει μια σοβαρή δοκιμιακή μελέτη πάνω στο θέμα, ο Ουάιλντ επέλεξε να μετατρέψει την θεωρία αυτή στο όχημα πάνω στο οποίο θα ξετυλιγόταν η πλοκή του έργου του, δίνοντας στους τρεις χαρακτήρες του την ευκαιρία να πειραματιστούν μαζί της, μπλέκοντας εντέχνως τις εικασίες με την πραγματικότητα και τις προσωπικές του επιθυμίες.

 Το πορτραίτο του κυρίου Ου. Χ.είναι ένα από τα πρώτα αριστουργήματα του Ουάιλντ, συνδυάζοντας τον διάλογο, την αφήγηση καθώς και την θεωρία του ότι για να αποδεχθεί κάποιος μια ιδέα πρέπει πρώτα να πείσει κάποιον άλλον για την αλήθεια της, θέματα αγαπημένα του ποιητή. Ο Ράνσομ συμπεραίνει ότι η επιτυχία του Ουάιλντ οφείλεται στο γεγονός ότι και η λογοτεχνική κριτική, αντικείμενο με το οποίο είχε καταπιαστεί για χρόνια ο ποιητής, απαιτεί την ίδια επιδεξιότητα με την δημιουργία έργων τέχνης. Παρόλο που το έργο δεν ήταν παρά μία «ζωηρή εικασία» του ποιητή, καταλήγει ο Ράνσομ, και η θεωρία για τον Ουίλλυ Χιούζ διάτρητη, «μας μαγεύει ακόμα η εκπληκτική αφήγηση του Ουάιλντ». «Πρέπει να πιστεύεις στον Ουίλλυ Χιούζ», είπε κάποτε ο Ουάιλντ σε έναν γνωστό του. «Σχεδόν πιστεύω κι εγώ».

Δοκίμια και διάλογοι

Ο Ουάιλντ, κουρασμένος από την δημοσιογραφία, είχε αφοσιωθεί πλήρως στην ανάπτυξη και προώθηση των αρχών του Αισθητισμού μέσω των έργων του, τα οποία δημοσιεύονταν στα σημαντικότερα πολιτιστικά και λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Τον Ιανουάριο του 1889 δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό The Nineteenth Century το δοκίμιό του Η παρακμή του ψεύδους (The decay of lying), ενώ, τον ίδιο χρόνο, ο Ιρλανδός εκδότης και φίλος του Ουάιλντ, Φρανκ Χάρις (Frank Harris, 1856 - 1931), δημοσίευσε στην επιθεώρησή του The Fortnightly Review την σατιρική βιογραφία του πρώτου για τον Τόμας Γκρίφιθς Γουέινραϊτ (Thomas Griffiths Wainerwright, 1794 - 1847) - Άγγλο κατά συρροή δολοφόνο του 19ου αιώνα - με τίτλο Πένα, πινέλο και δηλητήριο (Pen, pencil and poison). Δύο από τα τέσσερα έργα του σχετικά με τον Αισθητισμό είναι διάλογοι· αν και ο Ουάιλντ είχε εξελιχθεί επαγγελματικά από λέκτορας σε συγγραφέας, διατήρησε την συνήθεια του προφορικού λόγου. Πνευματώδης και ικανότατος αφηγητής, συνήθιζε να μετατρέπει τα τσιτάτα, τα ευφυολογήματα και τις παραδοξολογίες του σε μεγαλύτερα, ενιαία έργα.

Ο Ουάιλντ προβληματιζόταν ιδιαίτερα για την επίδραση που είχε στην τέχνη όποια προσπάθεια ηθικοποίησής της, ενώ πίστευε στον θεραπευτικό, κατευναστικό χαρακτήρα της: «Η Τέχνη είναι Ατομικισμός και ο Ατομικισμός είναι μια φοβερά ενοχλητική και αποδιοργανωτική δύναμη. Κι αυτή ακριβώς είναι η ανυπολόγιστη αξία του. Γιατί αυτό που επιδιώκει να ανατρέψει είναι η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα, η τυραννία της συνήθειας και ο υποβιβασμός του ανθρώπου στο επίπεδο της μηχανής.»Στο μοναδικό πολιτικό κείμενό του, Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό (The soul of man under Socialism, 1891) υποστήριξε ότι οι έχοντες εξουσία πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή την αρχή, ενώ κατέληξε στο ότι το πιο ευνοϊκό πολίτευμα για τους καλλιτέχνες είναι ο Αναρχισμός

Ο Ουάιλντ οραματίζεται μία κοινωνία στην οποία η εκμηχάνιση θα απελευθέρωνε την ανθρωπότητα από το βάρος της αναγκαιότητας, και η περισσευούμενη ενέργεια θα διοχετευόταν στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Τζώρτζ Όργουελ (George Orwell, 1903 - 1950) συνόψισε: «Στην ουσία, ο κόσμος θα κατοικείται από καλλιτέχνες, που ο καθένας θα μοχθεί για την τελειότητα όπως ο ίδιος την αναζητά».



Αυτές του οι απόψεις τον απομάκρυναν από τους Φαβιανούς, συντηρητικούς σοσιαλιστές του 19ου αιώνα με στόχο την ήπια εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού (πήραν το όνομά τους από τον Ρωμαίο στρατηγό Φάβιο Μάξιμο (Fabius Maximus, 280 π.Χ. - 203 π.Χ.), ο οποίος προτιμούσε την τακτική της φθοράς του αντιπάλου από την κατά μέτωπο επίθεση), ενώ δεν ήταν πλέον αρεστός ούτε στις ανώτερες τάξεις με τις οποίες μέχρι τότε συναναστρεφόταν και διασκέδαζε. Ο Χέσκεθ Πήρσον (Hesketh Pearson, 1887 - 1964) παρουσιάζοντας μια συλλογή από δοκίμια του Ουάιλντ το 1950, παρατήρησε ότι Η ψυχή του ανθρώπου στον σοσιαλισμό πιθανότατα αποτέλεσε έμπνευση για την Οκτωβριανή επανάσταση κατά του Τσάρου, όμως τον θλίβει το γεγονός ότι η Σταλινική περίοδος καθιστά «ιδιαίτερα αμφίβολο το να έχουν απομείνει σκοτεινά σημεία, στα οποία ενδεχομένως θα βρίσκονταν αποδείξεις».

Ο Ουάιλντ σκεφτόταν να εντάξει την Ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό καθώς και Το πορτραίτο του κυρίου Ου. Χ., σε μία νέα ανθολογία το 1891, αλλά τελικά επέλεξε να την περιορίσει σε αμιγώς αισθητικά θέματα. Ονομάστηκε Προθέσεις (Intentions), και περιλάμβανε τέσσερα έργα: την Παρακμή του ψεύδους, το Πένα, πινέλο και δηλητήριο, την Αλήθεια των προσωπείων (Truth of masks, 1885) και το Ο Κριτικός ως δημιουργός (The critic as artist) σε δύο μέρη. Για τον βιογράφο Πήρσον, τα δοκίμια και οι διάλογοι παρουσιάζουν κάθε πλευρά της ευφυίας και του χαρακτήρα του Ουάιλντ: πνευματώδης, ρομαντικός, καθηγητής, ουμανιστής και λόγιος, καταλήγει δε ότι «κανένα άλλο από τα έργα του δεν είχε τέτοιο εύρος». Το 1891 αποδείχθηκε annus mirabilis για τον Ουάιλντ, καθώς εκτός των τριών συλλογών του εξέδωσε και το μοναδικό του μυθιστόρημα.


Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ


ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΥ ( ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΛΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ )


( Σε μια έξαρση αλαζονείας και ναρκισσισμού, ο νεαρός αριστοκράτης Ντόριαν Γκρέι εύχεται να μη γεράσει ποτέ, να μη χάσει ποτέ την εξαίσια ομορφιά του και το βάρος του χρόνου να το σηκώσει το πορτρέτο του, ζωγραφισμένο από ένα φίλο. Και να που η ευχή του εισακούεται. Τα χρόνια περνούν και ο Ντόριαν Γκρέι δε γερνά. Το πορτραίτο του όμως αλλοιώνεται, αποκτά ρυτίδες και παραμορφώνεται από το διεστραμμένο χαρακτήρα του και την έκλυτη ζωή του. Ο Ντόριαν Γκρέι διατηρεί όλο το σφρίγος και τα νιάτα του. Ώσπου να φτάσουν στην κορύφωση η αλαζονεία και ο ηδονισμός του. Γιατί τότε θα φανούν οι συνέπειες της αλόγιστης ευχής και της ολικής ανυπαρξίας συνείδησης σ' έναν άνθρωπο που ξεπούλησε την ψυχή του, όπως ο Φάουστ, για την καλλονή και την απόλαυση. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ) )




Η πρώτη έκδοση της ιστορίας δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό Lippincott's Monthly Magazine τον Ιούλιο του 1890, ως κύριο θέμα, μαζί με άλλες πέντε ιστορίες. Το έργο ξεκινά με έναν ζωγράφο να κάνει το πορτραίτο του Γκρέυ. Όταν αυτός, ο οποίος έχει «πρόσωπο σαν από ελεφαντόδοντο και ροδοπέταλα», αντικρύζει το ολοκληρωμένο έργο, καταρρέει. Αλλόφρων επειδή η ομορφιά του θα χαθεί ενώ του πορτραίτου θα διατηρηθεί ανέπαφη, κάνει άθελά του μία συμφωνία με τον Διάβολο, σαν άλλος Φάουστ, σύμφωνα με την οποία ο πίνακας θα φέρει τα σημάδια του χρόνου, της φθοράς και του έκλυτου βίου του, ενώ αυτός θα παραμένει πάντοτε νέος και όμορφος. Για τον Ουάιλντ, ο σκοπός της τέχνης δεν είναι άλλος από το να καθοδηγεί την ζωή σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο πέραν αυτής. Με το πορτραίτο που επέτρεψε στον Γκρέυ να αποφύγει τις σαρκικές φθορές του ηδονισμού του, ο Ουάιλντ επιχείρησε να αντιπαραθέσει την ομορφιά που έβλεπε στην τέχνη με την καθημερινότητα.

Το βιβλίο δέχτηκε άμεσα δριμείες κριτικές εξαιτίας των παρακμιακών και ομοφυλοφιλικών αναφορών του. Η Daily Chronicleπαραδείγματος χάριν, το χαρακτήρισε «βρομερό», «δηλητηριώδες» και ανέφερε ότι «αναδύει όλες εκείνες τις σιχαμερές οσμές της ηθικής και πνευματικής σήψης». Ο Ουάιλντ υπεραμύνθηκε του βιβλίου του με σθένος· έστειλε επιστολή στο περιοδικό Scots Observer, στην οποία ξεκαθαρίζει την θέση του για την ηθική και τον αισθητισμό στην τέχνη: «Αν ένα έργο τέχνης είναι πλούσιο, και ζωντανό, και ολοκληρωμένο, όσοι έχουν καλλιτεχνικό πνεύμα θα δουν την Ομορφιά, κι όσοι έχουν έφεση προς τους ηθικούς κανόνες, θα δουν το ηθικό του δίδαγμα». Παρ' όλα αυτά, η έκδοση σε βιβλίο, του 1891, είχε υποστεί εκτεταμένη αναθεώρηση: προστέθηκαν έξι νέα κεφάλαια, απαλείφθηκαν κάποια προκλητικά για την εποχή κομμάτια που αναφέρονταν στην Παρακμή και τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, ενώ συμπεριλήφθηκε και ένας πρόλογος, αποτελούμενος από εικοσιδύο αποφθέγματα, επιτομή της φιλοσοφίας του συγγραφέα, ανάμεσα στα οποία και το ότι «Τα βιβλία είναι είτε καλογραμμένα είτε κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο». Κριτικοί λογοτεχνίας της εποχής του καθώς και σύγχρονοι έχουν διατυπώσει δεκάδες πιθανές εκδοχές για την προέλευση της ιστορίας, μία αναζήτηση η οποία σύμφωνα με την ακαδημαϊκό Τζέρσουα ΜακΚόρμακ (Jershua McCormack) είναι μάταιη μιας και ο Ουάιλντ «χτύπησε μία φλέβα της Δυτικής παράδοσης τόσο παλιά και πανταχού παρούσα που η ιστορία ξεφεύγει από τα όρια της προέλευσής της και επιστρέφει στην προφορική παράδοση». Ο Ουάιλντ ισχυρίστηκε ότι «η πλοκή ήταν όσο παλιά είναι και η λογοτεχνία, αλλά της έδωσα μία νέα μορφή». Ο Ρόμπιν ΜακΚί (Robin McKie), συντάκτης της Guardian, θεωρεί ότι τεχνικά το βιβλίο είναι μέτριο, καθώς, παρόλο που η κεντρική ιδέα του εξασφάλισε την επιτυχία, αισθάνεται ότι ο Ουάιλντ δεν κατάφερε να την εξαντλήσει.


Ο προφήτης Γιοχανάν και η Σαλώμη. Εικονογράφηση του Aubrey Beardsley για την έκδοση της Σαλώμης του 1893.


Σαλώμη



Η απογραφή του 1891 στην Βρετανία έδειξε ότι οι Ουάιλντ κατοικούσαν στον αριθμό 16 της οδού Τάιτ. Ο Ουάιλντ όμως, δυσαρεστημένος από την ζωή στο Λονδίνο, παρόλο που η φήμη του ήταν στο απόγειό της, επέστρεψε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1891, αυτή την φορά ως καταξιωμένος συγγραφέας. Έγινε δεκτός στα παριζιάνικα salons littéraires, ανάμεσα στα οποία και του διάσημου Γάλλου συμβολιστή ποιητή Στεφάν Μαλαρμέ (Stéphane Mallarmé, 1842 - 1898). Τα δύο θεατρικά του Ουάιλντ της δεκαετίας του 1880, η Βέρα η μηδενίστρια (Vera; or, the Nihilists, 1880) και η Δούκισσα της Πάδουας, δεν σημείωσαν ιδιαίτερη επιτυχία. Το ενδιαφέρον του για το θέατρο παρέμενε αμείωτο, και, έχοντας πλέον γευτεί την επιτυχία στον πεζό λόγο, επέστρεψε στην δραματουργία για να μεταφέρει στο σανίδι την ιστορίας της Σαλώμης

Ο αστικός μύθος αναφέρει ότι ένα βράδυ, έχοντας αναλύσει με φίλους τις καλλιτεχνικές απεικονίσεις της Σαλώμης μέσα στην ιστορία, γύρισε στο ξενοδοχείο του και βλέποντας ένα λευκό τετράδιο στο γραφείο του, αποφάσισε να μεταφέρει τις σκέψεις του στο θέατρο. Έτσι γεννήθηκε η Σαλώμη, γραμμένη εξ' ολοκλήρου στα Γαλλικά.

Το έργο, τραγωδία, αφηγείται την ιστορία της βιβλικής Σαλώμης, η οποία, κατόπιν προτροπής της μητέρας της χόρεψε τον «χορό των 7 πέπλων», ζητώντας σε αντάλλαγμα από τον πατριό της, Ηρώδη Αντύπα, το κεφάλι του Γιοχανάν (Ιωάννης ο Βαπτιστής) ἐπί πίνακι. Όταν ο Ουάιλντ επέστρεψε στο Λονδίνο λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, η παριζιάνικη εφημερίδα Paris Echo αναφέρθηκε σε αυτόν ως το γεγονός της χρονιάς. Είχαν ξεκινήσει οι πρόβες για την παράσταση, με πρωταγωνίστρια την Σάρα Μπερνάρ (Sarah Bernhardt, 1844 - 1923), αλλά το έργο δεν πήρε άδεια από τον αυλάρχη, εξαιτίας της αναφοράς του σε βιβλικούς χαρακτήρες. Το θεατρικό εκδόθηκε και κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε Λονδίνο και Παρίσι το 1893, αλλά ανέβηκε πρώτη φορά το 1896 στο Παρίσι, ενόσω ο Ουάιλντ βρισκόταν στην φυλακή.

Κοινωνικές σάτιρες

Ο Ουάιλντ, ο οποίος ξεκίνησε ενοχλώντας την Βικτωριανή κοινωνία με το ντύσιμο και τις συζητήσεις του και συνέχισε εξοργίζοντάς την με τον Ντόριαν Γκρέυ, την νουβέλα του για την φαυλότητα που κρύβεται πίσω από την τέχνη, βρήκε στο θέατρο το μέσο που έψαχνε για να κριτικάρει και να χλευάσει την ηθική των συμπατριωτών του.

Η βεντάλια της λαίδης Γουΐντερμιρ (Lady Windermere's Fan) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 20 Φεβρουαρίου 1892 στο St. James's Theatre, ενώπιον όλης της αφρόκρεμας του Λονδίνου. Φαινομενικά, ήταν μια ευφυής κωμωδία, στην οποία υπόβοσκε όμως μια διακριτική ανατροπή: «καταλήγει σε μία συνωμοτική συγκάλυψη αντί μίας δημόσιας αποκάλυψης», γράφει ο Έλμαν. Το κοινό, όπως και η Λάιδη Γουΐντερμιρ, αναγκάζεται να χαλαρώσει τους κοινωνικούς κώδικες της εποχής προς τέρψιν μίας συμβιβαστικής λύσης. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία και οι παραστάσεις σε όλη την χώρα γίνονταν ανάρπαστες, παρά την ανηλεή κριτική που δεχόταν από συντηρητικούς κύκλους.

Ακολούθησε το Μια γυναίκα χωρίς σημασία (A woman of no importance) το 1893, άλλη μια Βικτωριανή κωμωδία, που είχε ως βασικούς άξονες τις νόθες γεννήσεις, τις μπερδεμένες ταυτότητες και τις καθυστερημένες αποκαλύψεις. Του είχαν αναθέσει να γράψει δύο ακόμα θεατρικά, κι έτσι το 1895 ακολούθησε το Ένας ιδανικός σύζυγος (An ideal husband).

Ο συγγραφέας και βιογράφος Πήτερ Ράμπυ (Peter Raby) χαρακτήρισε αυτά τα «αμιγώς Αγγλικά» έργα στοχευμένα, με την έννοια ότι «ο Ουάιλντ ισορροπούσε ανάμεσα στην διεισδυτική ματιά του Ίψεν και την εμπορική επιτυχία στο Ουέστ Εντ του Λονδίνου, στοχεύοντας το κοινό του με απόκοσμη ακρίβεια».




Ο Ουάιλντ και ο Λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας το 1893.


Οικογένεια Κουίνσμπερι


Στα μέσα του 1891, ο ποιητής και φίλος του Ουάιλντ Λάιονελ Τζόνσον (Lionel Johnson, 1867 - 1902) του σύστησε τον ξάδελφό τουΆλφρεντ Ντάγκλας, φοιτητή στην Οξφόρδη (μάλιστα ο Τζόνσον έγραψε αργότερα ένα σονέτο αφιερωμένο στον Ουάιλντ με τίτλο The destroyer of a soul (1892), αναφερόμενος στην επίδραση που είχε στον ξάδελφό του αυτή η γνωριμία). Γνωστός με το ψευδώνυμο «Μπόζι», ο εικοσιδυάχρονος νεαρός ήταν ένας όμορφος και κακομαθημένος αριστοκράτης. Μία στενή φιλία ξεκίνησε τότε ανάμεσα στους δύο άντρες, με τον Ουάιλντ μέχρι το 1893 να έχει ξελογιαστεί από τον νεαρό Λόρδο και την σχέση τους να ακολουθεί θυελλώδη πορεία. Αν ο Ουάιλντ θεωρούνταν αδιάκριτος, μέχρι και επιδεικτικός στον τρόπο που φερόταν, ο Ντάγκλας ήταν εντελώς απερίσκεπτος στις δημόσιες εμφανίσεις του. Ο εβδομαδιαίος μισθός του Ουάιλντ έφτανε μέχρι και τις 100£, κυρίως από τα θεατρικά του και το περιοδικό στο οποίο εργαζόταν ως εκδότης, έτσι ο συγγραφέας μπορούσε να ικανοποιεί κάθε καπρίτσιο του νεαρού προστατευόμενού του, υλικό, καλλιτεχνικό, ίσως και ερωτικό.

Ο Ντάγκλας σύντομα μύησε τον Ουάιλντ στον υπόγειο κόσμο της ανδρικής πορνείας, όπου με την αρωγή του Άλφρεντ Τέιλορ (Alfred Taylor) γνώρισε δεκάδες νεαρούς - συνήθως από τις εργατικές τάξεις - από το 1892 κι έπειτα. Αυτά τα συχνά ραντεβού είχαν συνήθως ίδια χαρακτηριστικά: αρχικά ο Ουάιλντ συναντούσε το αγόρι, του έδινε δώρα, δειπνούσε μαζί του και στην συνέχεια κατέληγαν μαζί σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου. Σε αντίθεση με τις ωραιοποιημένες σχέσεις «δασκάλου - προστατευόμενου» που διατηρούσε με τον Ρος, τον Τζόν Γκρέυ (John Gray) ή τον Ντάγκλας, οι οποίοι αποτελούσαν μέρος του αισθητικού κύκλου του, οι νεαροί που συναντούσε τις νύχτες ήταν συνήθως αμόρφωτοι και τις περισσότερες φορές δεν γνώριζαν ούτε αυτόν ούτε το έργο του. Σύντομα ο Ουάιλντ ζούσε δύο παράλληλες ζωές, διακριτά αποκομμένες η μία από την άλλη· στο Εκ βαθέων έγραφε στον Ντάγκλας ότι «Ήταν σαν να γλεντούσα με πάνθηρες. Η μισή συγκίνηση προερχόταν από τον κίνδυνο... Δεν ήξερα πως όταν θα με δάγκωναν, αυτό θα γινόταν με τους ήχους της φλογέρας ενός άλλου, κι άλλος θα πλήρωνε γι' αυτό».

Ο Ντάγκλας και κάποιοι φίλοι από την Οξφόρδη ανακάλυψαν ένα περιοδικό, το The Chameleon στο οποίο ο Ουάιλντ είχε στείλει μία σελίδα από παραδοξολογήματα, γραμμένη αρχικά για το Saturday review. Αυτή η συλλογή, που την ονόμασε Ρητά και σοφίες προς χρήση των νέων (Phrases and Philosophies for the Use of the Young, 1894), θα δεχόταν λυσσαλέα επίθεση έξι μήνες αργότερα, στην διάρκεια της δίκης του Ουάιλντ, και ο συγγραφέας θα αναγκαζόταν να υπερασπιστεί το έντυπο το οποίο δημοσίευσε το κείμενό του. Όπως και να έχει, το The Chameleon υπήρξε μοναδικό: δεν δημοσίευσε άλλο τεύχος.

Ο πατέρας του Λόρδου Άλφρεντ, ο Μαρκήσιος του Κουίνσμπερι, ήταν δηλωμένος άθεος, είχε βάρβαρους τρόπους και ήταν ο δημιουργός των σύγχρονων κανόνων του μποξ. Ο Μαρκήσιος, ο οποίος είχε συνεχείς αντιμαχίες με τον γιό του, είχε απαιτήσει πολλές φορές να μάθει την φύση της σχέσης του Ντάγκλας με τον Ουάιλντ, αλλά κάθε φορά ο ποιητής κατάφερνε να τον κατευνάζει. Τον Ιούνιο του 1894, ο Μαρκήσιος επισκέφτηκε τον Ουάιλντ στο σπίτι του, στην οδό Τάιτ, και ξεκαθάρισε την στάση του: «Όχι μόνο το δείχνεις μα το φωνάζεις κιόλας, και τα δύο είναι εξίσου άθλια», και ορκίστηκε πως θα τον «έλιωνε» αν τον έβρισκε ξανά με τον Μπόζι σε κάποιο εστιατόριο. Η περίφημη απάντηση του Ουάιλντ σε αυτή την απειλή ήταν:

 «Δεν ξέρω τους κανόνες Κουίνσμπερι αλλά ο κανόνας του Όσκαρ Ουάιλντ είναι να χτυπά επί τη εμφανίσει».

 Η περιγραφή του περιστατικού από τον Ουάιλντ στο Εκ Βαθέων ήταν λιγότερο θριαμβευτική: «Αυτό έγινε όταν, στην βιβλιοθήκη μου στην οδό Τάιτ, είχε έρθει ο πατέρας σου και κουνώντας τα μικρά του χέρια στον αέρα με μανία επιληπτικού...προφέροντας κάθε αισχρή λέξη που μπορούσε να σκεφτεί το αισχρό του μυαλό, ουρλιάζοντας τις σιχαμερές απειλές, που πραγματοποίησε αργότερα με τόσην επιδεξιότητα». Ο Μαρκήσιος αναφέρθηκε στην συνάντηση μόλις μία φορά, χαρακτηρίζοντας την συμπεριφορά του συγγραφέα δειλή. Αν και επιθυμούσε να αποστασιοποιηθεί από την διαμάχη, σύντομα ο Ουάιλντ αντιλήφθηκε ότι είχε εγκλωβιστεί σε μια βίαιη οικογενειακή αψιμαχία. Δεν ήθελε να υπομένει τις συνεχείς προσβολές του Μαρκήσιου, γνώριζε όμως καλά ότι το να τον αντιμετωπίσει ανοικτά μπορούσε να αποβεί καταστροφικό για τον ίδιο, σε περίπτωση που μαθεύονταν οι προσωπικές σχέσεις του.

Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός

Το τελευταίο θεατρικό του Ουάιλντ επανέρχεται σε γνώριμα για τον συγγραφέα μονοπάτια, καθώς πραγματεύεται ξανά το ζήτημα των διπλών προσωπικοτήτων: οι δύο πρωταγωνιστές του έργου διατηρούν διαφορετικές περσόνες για τις εξορμήσεις τους στην επαρχία και την πόλη, πράγμα που τους επιτρέπει να ξεγλιστρούν από τα αυστηρά Βικτωριανά ήθη. Αυτή η κωμωδία θεωρείται ακόμη πιο ανάλαφρη από τις προηγούμενες. Αν και ενίοτε οι χαρακτήρες, σε στιγμές κρίσης, εντρυφούν σε σοβαρότερα θέματα, το έργο στερείται των «κλασικών» ουαϊλντικών χαρακτήρων: δεν υπάρχει η γυναίκα με παρελθόν, οι πρωταγωνιστές δεν είναι ούτε μοχθηροί ούτε πανούργοι, απλά καλλιεργημένοι χασομέρηδες, ενώ και οι ιδεαλίστριες νεαρές δεν είναι τόσο αθώες. Παρόλο που διαδραματίζεται κυρίως σε πνιγηρά δωμάτια και δεν έχει δράση ή βία, Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός δεν προσεγγίζει την συνεσταλμένη παρακμή του Ντόριαν Γκρέυ ή της Σαλώμης.
Το έργο, το οποίο πλέον θεωρείται το αριστούργημα του Ουάιλντ, γράφτηκε πυρετωδώς στο απόγειο της καλλιτεχνικής ωριμότητας του ποιητή στα τέλη του 1894. Έκανε πρεμιέρα στο St. James's Theatre του Λονδίνου, στις 14 Φεβρουαρίου 1895, και σηματοδότησε την δεύτερη συνεργασία του ποιητή με τον Τζορτζ Αλεξάντερ (George Alexander, 1858 - 1918), διάσημο ηθοποιό και παραγωγό - είχε προηγηθεί η συνεργασία τους στην Βεντάλια της λαίδης Γουΐντερμιρ. Οι δύο άνδρες πέρασαν τους μήνες που προηγήθηκαν της πρεμιέρας διορθώνοντας, μελετώντας και αναθεωρώντας κάθε γραμμή, σκηνή και σκηνικό, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν ένα πιστό αντίγραφο της Βικτωριανής εποχής, χλευάζοντάς την ταυτόχρονα. 

Στην διάρκεια των προβών ο Αλεξάντερ ζήτησε από τον Ουάιλντ να μειώσει τις πράξεις από τέσσερις σε τρεις, κάτι που ο συγγραφέας έκανε. Οι πρεμιέρες στο St. James's πάντα έμοιαζαν με «υπέροχα πάρτι», και το Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Ο ηθοποιός Άλαν Άϊνεσγουορθ (Allan Aynesworth, 1864 - 1959), ο οποίος είχε τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους, περιέγραψε την βραδιά στον βιογράφο του Ουάιλντ Χέσκεθ Πήρσον: «Στα πενήντα τρία μου χρόνια ως ηθοποιός, δεν θυμάμαι άλλη πιο θριαμβευτική βραδιά από εκείνη την πρεμιέρα». Η άμεση αναγνώριση του Earnest ως το καλύτερο του έργο μέχρι τότε, επιτέλους αποκρυστάλλωσε την διασημότητα του Ουάιλντ σε στέρεη καλλιτεχνική υπόσταση. Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός παραμένει μέχρι και σήμερα το πιο διάσημο θεατρικό του.

Η επαγγελματική επιτυχία του Ουάιλντ συνέπεσε με την κλιμάκωση της βεντέτας του με τον Μαρκήσιο. Ο τελευταίος είχε σχεδιάσει να γελοιοποιήσει δημοσίως τον συγγραφέα πετώντας μία ανθοδέσμη με σάπια λαχανικά στην σκηνή· ο Ουάιλντ όμως έχοντας ενημερωθεί για τις προθέσεις του Μαρκήσιου, φρόντισε να του απαγορευτεί η είσοδος στο θέατρο. Δεκαπέντε εβδομάδες αργότερα ο Ουάιλντ θα βρισκόταν στη φυλακή.

Οι δίκες

Η κάρτα του Μαρκήσιου του Κουίνσμπερι με το χειρόγραφο προσβλητικό μήνυμα «Προς τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον σομδομίτη (sic)». Η κάρτα χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο Α στην αγωγή του Ουάιλντ για δυσφήμιση.


Ουάιλντ εναντίον Κουίνσμπερι

Στις 18 Φεβρουαρίου 1895, ο Μαρκήσιος επισκέφτηκε την ιδιωτική λέσχη Albermarle, στην οποία ο Ουάιλντ ήταν μέλος, απαιτώντας να τον δει. Όταν του απαγορεύτηκε η είσοδος, άφησε την προσωπική του κάρτα, με την επιγραφή: «Προς τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον σομδομίτη (sic)». Ο Ουάιλντ, επηρεασμένος από τον Ντάγκλας, και ενάντια στις συμβουλές των φίλων του, κινήθηκε νομικά εναντίον του Μαρκήσιου, καταθέτοντας αγωγή για συκοφαντία. Το σημείωμα στην κάρτα ισοδυναμούσε με δημόσια κατηγορία για σοδομισμό, ποινικό αδίκημα εκείνα τα χρόνια.
Ο Κουίνσμπερι συνελήφθη με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμισης, η οποία μπορούσε να επιφέρει ποινή κάθειρξης έως και δύο έτη. Σύμφωνα με νόμο του 1843, ο Κουίνσμπερι μπορούσε να αποφύγει την καταδίκη αν αποδείκνυε ότι η κατηγορία του είχε πραγματική βάση, και, επιπλέον, υπήρχε «κοινωνικό όφελος» από την δημοσιοποίησή της. Ως εκ τούτου, οι δικηγόροι του Κουίνσμπερι προσέλαβαν ιδιωτικούς ντετέκτιβ για να βρουν αποδείξεις της ομοφυλοφιλίας του συγγραφέα και να αποδείξουν ότι οι κατηγορίες ευσταθούσαν. Αποφάσισαν να παρουσιάσουν τον Ουάιλντ ως έναν έκφυλο μεσήλικα ο οποίος δελέαζε τακτικά αφελείς νεαρούς και τους μυούσε σε μία ζωή ανήθικης ομοφυλοφιλίας, για να αποδείξουν ότι η δημοσιοποίηση της κατηγορίας ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, ενημερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους νέους για τους κινδύνους που ελλόχευαν πίσω από τους επιτηδευμένους λόγους του συγγραφέα.

Οι φίλοι του Ουάιλντ είχαν προσπαθήσει να τον αποτρέψουν από την αγωγή σε μία συνάντηση στο καφέ Royal· ο Φρανκ Χάρις τον προειδοποίησε ότι «θα αποδείξουν ότι οι κατηγορίες του σοδομισμού έχουν βάση». Ο συγγραφέας με τον Ντάγκλας όρμησαν έξω από το μαγαζί, φανερά κακόκεφοι, με τον Ουάιλντ να λέει «είναι στιγμές σαν κι αυτές που κανείς μαθαίνει ποιοι είναι οι πραγματικοί του φίλοι». Την σκηνή παρακολουθούσε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, ο οποίος την περιέγραψε στον Αρθούρο Ράνσομ, λίγες μόλις μέρες πριν την δίκη του τελευταίου μετά από αγωγή για συκοφαντία που κατέθεσε ο Ντάγκλας το 1913. Αυτή η μαρτυρία επιβεβαίωσε ό,τι είχε γράψει ο Ράνσομ στο βιβλίο του με τίτλο Oscar Wilde, το 1912· πως η αντιπαλότητα του Ντάγκλας με τον Ρόμπερτ Ρος, καθώς και η κόντρα του με τον πατέρα του οδήγησαν στον δημόσιο εξευτελισμό του Ουάιλντ, ακριβώς όπως είχε γράψει κι ο Ιρλανδός συγγραφέας στο Εκ Βαθέων. Ο Ντάγκλας έχασε την υπόθεση. Ο Σω συμπεριέλαβε μια αναφορά της φιλονικίας των Ουάιλντ, Χάρις και Ντάγκλας στον πρόλογο του έργου του Η μελαχρινή κυρία των σονέτων(The dark lady of the sonnets, 1910).
Σύντομα η δίκη έγινε αντικείμενο λαϊκής συζήτησης, καθώς γαργαλιστικές λεπτομέρειες των ιδιωτικών στιγμών του Ουάιλντ με τον Τέιλορ και τον Ντάγκλας έβγαιναν στην δημοσιότητα. Η ομάδα των ιδιωτικών ντετέκτιβ που είχαν προσλάβει, οδήγησε τους δικηγόρους του Κουίνσμπερι, με επικεφαλής τον επιφανή Ιρλανδό πολιτικό και δικηγόρο Έντουαρτ Κάρσον (Edward Carson, 1854 - 1935), στον υπόκοσμο της ανδρικής πορνείας του Βικτωριανού Λονδίνου, τον οποίο τόσο καλά γνώριζε ο Ουάιλντ. Η σχέση του με εκβιαστές, πόρνους, cross-dressers (αναφέρεται σε όσους φορούν ρούχα και αξεσουάρ του αντίθετου φύλου) και ομοφυλοφιλικά πορνεία καταγράφηκε επίσημα, ενώ πολλοί από τους εμπλεκόμενους υποχρεώθηκαν να συνεργαστούν με την υπεράσπιση και να παραστούν ως μάρτυρες, αποφεύγοντας έτσι να καταδικαστούν και οι ίδιοι.

Η δίκη ξεκίνησε στις 3 Απριλίου 1895, εν μέσω γενικευμένης υστερίας, τόσο από τον Τύπο όσο και από το κοινό. Το πλήθος των αποδείξεων που είχαν μαζευτεί κατά του Ουάιλντ ήταν τέτοιο, που ο συγγραφέας υποχρεώθηκε να υπενθυμίσει σε όλους, μειλίχια, πως «εγώ είμαι ο ενάγων σε αυτή την δίκη». Ο δικηγόρος του Ουάιλντ, ο Σερ Έντουαρντ Τζορτζ Κλαρκ (Sir Edward George Clark, 1841 - 1931), ξεκίνησε την διαδικασία ρωτώντας τον Ουάιλντ για δύο προκλητικά γράμματα του ποιητή προς τον Ντάγκλας, τα οποία είχε στην κατοχή της η υπεράσπιση. Ο Ουάιλντ χαρακτήρισε το πρώτο ως «πεζό σονέτο» και παραδέχτηκε ότι η «ποιητική του γλώσσα» μπορεί να ξενίσει αρκετούς στο ακροατήριο, αλλά ισχυρίστηκε ότι ο σκοπός του ήταν αθώος. Επιπλέον, ο ποιητής ισχυρίστηκε ότι τα γράμματα κατέληξαν στην κατοχή της υπεράσπισης μέσω κλεπταποδόχων, οι οποίοι προσπάθησαν να τον εκβιάσουν για χρήματα, τα οποία ποτέ δεν τους έδωσε· αντιθέτως, τους προσέφερε 60 λίρες (περίπου 5.900 σε σημερινή ισοτιμία), ποσό το οποίο ήταν «ασυνήθιστο για ένα πεζογράφημα αυτού του μήκους». Δήλωσε ότι θεωρεί τα συγκεκριμένα γράμματα έργα τέχνης και όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται.



Οι ερωτήσεις του Κάρσον στον Ουάιλντ επικεντρώθηκαν κυρίως στο πώς ο τελευταίος αντιλαμβάνεται το ηθικό υπόβαθρο των έργων του. Η απάντηση του Ουάιλντ, ποτισμένη με το χαρακτηριστικό του πνεύμα μα και με επιπολαιότητα, ήταν ότι τα έργα τέχνης δεν είναι ούτε ηθικά ούτε ανήθικα, παρά μόνο καλά ή κακά φτιαγμένα, και συμπλήρωσε ότι μόνο «βάρβαροι και αμόρφωτοι» των οποίων οι απόψεις για την τέχνη είναι «ανυπέρβλητα ηλίθιες», θα μπορούσαν να διατυπώσουν τέτοιες κρίσεις για έργα τέχνης. Ο Κάρσον, εξέχων νομικός, παρέκκλινε από την συνήθη τακτική των ερωτήσεων κλειστού τύπου, και στρίμωχνε τον Ουάιλντ σε κάθε θέμα, από κάθε διαφορετική οπτική γωνία, με στόχο να απομονώσει λεπτές αποχρώσεις προκλητικής παρακμής στις απαντήσεις του, να ξεγυμνώσει τον Αισθητισμό του και να τον κάνει να μοιάζει decadant. Αν και ο Ουάιλντ προκάλεσε ουκ ολίγες φορές γέλιο στο ακροατήριο, ο Κάρσον πέτυχε τον σκοπό του. Στην προσπάθειά του να υποσκάψει την αξιοπιστία του Ουάιλντ, και να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό του Κουίνσμπερι ότι «φέρεται σαν σοδομίτης», ο Κάρσον συμπέρανε από το γεγονός ότι ο συγγραφέας είπε ψέματα για την ηλικία του στον όρκο του, ότι έχει μία θεατρινίστικη τάση στο φέρεσθαι. Πολλές φορές στην διάρκεια της αντεξέτασης ο Κάρσον επέστρεφε σε αυτό το μοτίβο.

Στην συνέχεια ο Κάρσον προχώρησε στην εξέταση των πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων και ανέκρινε τον Ουάιλντ σχετικά με τις συναντήσεις του με νεότερους άνδρες χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Ο συγγραφέας παραδέχθηκε ότι τους γνώριζε και ενίοτε τους προσέφερε δώρα, αλλά επέμεινε ότι δεν συνέβαινε τίποτα περισσότερο μεταξύ τους και ότι ήταν απλώς καλοί φίλοι του. Ο Κάρσον επανειλημμένα επισήμανε την αφύσικη σχέση μεταξύ του Ουάιλντ και των νεαρών, και υπαινίχθηκε ότι αυτοί ήταν, στην πραγματικότητα, ιερόδουλοι. Σε αυτό ο Ουάιλντ απάντησε ότι δεν πίστευε στον διαχωρισμό των τάξεων, και ότι απλά απολάμβανε την συντροφιά νεότερων ανδρών. Έπειτα ο Κάρσον τον ρώτησε ευθέως αν είχε φιλήσει ποτέ ένα συγκεκριμένο αγόρι υπηρέτη, για να πάρει την απάντηση από τον Ουάιλντ: «Ω, όχι! Ήταν ιδιαίτερα απλοϊκό αγόρι - δυστυχώς άσχημο - και τον λυπόμουν για αυτό». Ο Κάρσον βρήκε την αφορμή που έψαχνε, επέμεινε στην απάντηση του Ουάιλντ και πίεζε να μάθει γιατί η ασχήμια του αγοριού ήταν σχετική με την ερώτησή του. Ο Ουάιλντ δίστασε, και, για πρώτη φορά, φάνηκε να σαστίζει: «Μου επιτίθεστε και με προσβάλετε και προσπαθείτε να με πανικοβάλετε· σε τέτοιες στιγμές ένας άνθρωπος μπορεί να πει πράγματα επιπόλαια, ενώ θα όφειλε να μιλήσει προσεκτικά».

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια


Κατά την αγόρευση της υπεράσπισης, ο Κάρσον δήλωσε ότι είχε εντοπίσει αρκετούς άνδρες ιερόδουλους οι οποίοι ήταν διατεθειμένοι να καταθέσουν ότι είχαν κάνει σεξ με τον Ουάιλντ. Κατόπιν υποδείξεως των δικηγόρων του, ο Ουάιλντ απέσυρε την μήνυση εις βάρος του Κουίνσμπερι. Ο Μαρκήσιος κρίθηκε αθώος, αφού αποδείχθηκε ότι η κατηγορία του για τον Ουάιλντ ήταν δικαιολογημένη, «υπαρκτή τόσο στην ουσία της όσο και ως γεγονός». Μάλιστα, ο ίδιος νόμος του 1843, που καθιστούσε τον Ουάιλντ υπόχρεο στην κάλυψη των - ιδιαιτέρως διογκωμένων - νομικών εξόδων του Κουίνσμπερι, οδήγησε τον συγγραφέα στην πτώχευση.

Δεύτερη δίκη

Με το πέρας της δίκης, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του Ουάιλντ με τις κατηγορίες του σοδομισμού και της προσβολής των χρηστών ηθών. Ο Ρόμπερτ Ρος, μαζί με τον Ρέτζιναλντ Τέρνερ (Reginald Turner, 1869 - 1938), Βρετανό συγγραφέα, αισθητιστή και καλό φίλο του ποιητή, συναντήθηκαν με τον Ουάιλντ στο ξενοδοχείο όπου είχε καταφύγει ο τελευταίος, στο Knightsbridge στο δυτικό Λονδίνο. Και οι δύο συμβούλεψαν τον ποιητή να πάει μεμιάς στο Ντόβερ (Dover) και να πάρει ένα πλοίο με προορισμό την Γαλλία· η μητέρα του όμως, τον συμβούλεψε να μείνει και να πολεμήσει σαν άνδρας. Ο Ουάιλντ, βυθισμένος στην αδράνεια, το μόνο που ψέλλισε ήταν: «Το τρένο έχει φύγει. Είναι πολύ αργά». Ο Ουάιλντ συνελήφθη στις 6 Απριλίου 1895, στο δωμάτιο 118 του ξενοδοχείου Cadogan, για απρεπή συμπεριφορά μεταξύ ανδρών (κατ' ευφημισμό ο ομοφυλοφιλικός έρωτας), σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα του 1885. Κατόπιν εντολής του, ο Ρος και ο υπηρέτης του Ουάιλντ, μάζεψαν προσωπικά αντικείμενα, έγγραφα και γράμματα από το διαμέρισμα του στην οδό Τάιτ 16. Ο Ουάιλντ στην συνέχεια κρίθηκε προφυλακιστέος και μεταφέρθηκε στην γυναικεία φυλακή Χόλογουεϊ (HM Prison Holloway) στο βόρειο Λονδίνο, όπου ο Ντάγκλας τον επισκεπτόταν καθημερινά.


 

Η δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ, όπως την παρουσίασε το περιοδικό The Illustrated Police News, 4 Μαΐου 1895


Οι διαδικασίες κινήθηκαν πολύ γρήγορα και στις 26 Απριλίου 1895 ξεκινούσε η δίκη με κατηγορούμενο τον Ουάιλντ, ο οποίος δήλωσε «αθώος». Είχε παρακαλέσει τον Ντάγκλας να εγκαταλείψει το Λονδίνο για το Παρίσι, αλλά ο νεαρός αρνιόταν πεισματικά· ήθελε μάλιστα να καταθέσει υπέρ του Ουάιλντ στην δίκη. Ύστερα από πολλές πιέσεις κατέφυγε στο ξενοδοχείο Hotel du monde στην γαλλική πρωτεύουσα. Φοβούμενοι πιθανή δίωξη, ο Ρος κι άλλοι στενοί φίλοι του ποιητή εγκατέλειψαν την Μεγάλη Βρετανία εκείνη την εποχή. Κατά την ανάκρισή του στο δικαστήριο, ο Ουάιλντ ήταν αρχικά διστακτικός, έπειτα όμως μίλησε με την γνωστή του άνεση:

Τσαρλς Γκιλ (Charles Gill) (κατήγορος): 

Τι είναι η αγάπη που δεν τολμάει να πει το όνομά της;

Ουάιλντ:

 Η αγάπη που δεν τολμάει να πει το όνομά της στον αιώνα μας είναι αυτή η τρυφερότητα που αισθάνεται ένας μεγαλύτερος για έναν νεότερο άνδρα, όπως ένιωθε ο Δαβίδ για τον Ιωνάθαν, εκείνη που ο Πλάτωνας έκανε βάση της φιλοσοφίας του κι ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Σαίξπηρ εξύμνησαν στα σονέτα τους. Είναι ένας πνευματικός δεσμός τόσο αγνός και τόσο τέλειος. Υπαγορεύει και ορίζει τα μεγάλα έργα τέχνης, όπως αυτά του Μιχαήλ Αγγέλου και του Σαίξπηρ, αλλά και τα δύο γράμματά μου, κάνοντας τα αυτό που είναι. Στον αιώνα μας είναι τόσο παρεξηγημένος, που καλείται η αγάπη που δεν τολμάει να πει το όνομά της, και εξαιτίας αυτής της στενομυαλιάς βρίσκομαι εδώ. Είναι όμορφη, είναι καθάρια, είναι η τελειότερη μορφή τρυφερότητας. Δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο πάνω της. Είναι πνευματική, και δημιουργείται μεταξύ ενός ώριμου κι ενός νεότερου άνδρα, όταν ο μεγαλύτερος διαθέτει το πνεύμα, και ο νεαρός όλη την χαρά, την αισιοδοξία και την γοητεία της ζωής μπροστά του. Το ότι θα έπρεπε να είναι έτσι, ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει· το περιφρονεί, το κατηγορεί, και καμία φορά στέλνει κάποιον στον κύφωνα.


Αυτή η απάντηση ήταν αντιπαραγωγική από νομικής άποψης, καθώς ενίσχυε τις κατηγορίες για ομοφυλοφιλική συμπεριφορά. Η δίκη ολοκληρώθηκε με τους ενόρκους να μην μπορούν να καταλήξουν σε ετυμηγορία. Ο συνήγορος του Ουάιλντ, ο Σερ Έντουαρντ Κλαρκ, κατάφερε να πείσει έναν ειρηνοδίκη να επιτρέψει στον Ουάιλντ να αφεθεί με εγγύηση. Ο κληρικός Στιούαρτ Χέντλαμ (Stewart Headlam, 1847 - 1924) κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος από τις 5.000 λίρες που είχαν οριστεί ως εγγύηση, όντας αντίθετος με την αντιμετώπιση του Ουάιλντ από τον Τύπο και τους δικαστές. Έτσι, μετά την αποφυλάκισή του από το Χόλογουεΐ, κατέφυγε, με άκρα μυστικότητα, στο σπίτι των πολύ καλών του φίλων Έρνεστ και Άντα Λέβερσον (Ernest & Ada Leverson, 1862 - 1933). Την τελευταία μάλιστα ο ποιητής συνήθιζε να την αποκαλεί χαϊδευτικά Σφίγγα. Τότε ήταν που ο Κάρσον, ο κατήγορος του Ουάιλντ, προσέγγισε τον Νομικό Σύμβουλο της Βασίλισσας (Solicitor General) και τον ρώτησε: «Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε στην ησυχία του τώρα;», για να πάρει την απάντηση ότι, παρόλο που και ο Σύμβουλος επιθυμούσε το ίδιο, η υπόθεση είχε πάρει μεγάλη δημοσιότητα και δεν γινόταν να κλείσει έτσι.

Η ετυμηγορία στην τελευταία δίκη, υπό την προεδρία του Δικαστή Ουίλς (Alfred Wills, 1828 - 1912), στις 25 Μαΐου 1895, ήταν καταδικαστική για τον Ουάιλντ και τον Τέιλορ - κρίθηκαν ένοχοι για προσβολή των χρηστών ηθών και καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ο Δικαστής έκρινε την ποινή, την μέγιστη δυνατή από τον νόμο, ως «εντελώς ανεπαρκή για μία υπόθεση σαν κι αυτή» και την χαρακτήρισε μάλιστα «την χειρότερη υπόθεση που έχω χειριστεί». Η απάντηση του Ουάιλντ «Κι εγώ; Να μην πω τίποτα, άρχοντά μου;» πνίγηκε μέσα στις οργισμένες ιαχές «Ντροπή» από το ακροατήριο.

Φυλάκιση



Όταν πρωτομπήκα στη φυλακή, μερικοί με συμβούλεψαν να προσπαθήσω να ξεχάσω ποιος ήμουν. Ήταν μια ολέθρια συμβουλή. Μόνο συνειδητοποιώντας το τι είμαι βρήκα κάποια παρηγοριά. Τώρα βρίσκονται μερικοί άλλοι που με συμβουλεύουν να ξεχάσω, όταν θ’ απολυθώ, ό,τι έκανα κάποτε στη φυλακή. Το ξέρω πως κι αυτό θα ‘ταν ολέθριο. Θα σήμαινε πως θα με κατάτρεχε για πάντα η ίδια ανυπόφορη αίσθηση της ατίμωσης. Επιπλέον όλα τα πράγματα που ΄χουν για μένα το ίδιο μεγάλη σημασία όσο και για τον καθένα – η ομορφιά του ήλιου και της σελήνης, το φαντασμαγορικό θέαμα των εποχών, η μουσική της χαραυγής και η σιωπή των μεγάλων νυχτών, η βροχή που πέφτει ανάμεσα στα φύλλα και η δρόσος που σέρνεται πάνω στην χλόη κάνοντάς την ασημένια – όλ’ αυτά θ’ αμαυρώνονταν για μένα, θα χάνανε την θεραπευτική τους δύναμη και τη δύναμή τους να δίνουν χαρά. Το να μετανιώνει κανείς για τις εμπειρίες του είναι ταυτόσημο με το να σταματάει την εξέλιξή του. Το να αρνείται κανείς την εμπειρία του είναι σαν να βάζει ένα ψέμα στα χείλη της ίδιας του της ζωής. Είναι ταυτόσημο με το ν’ απαρνιέσαι την ψυχή σου.

Εκ Βαθέων )


Αρχικά κρατήθηκε στις φυλακές Πέντονβιλ (HM Prison Pentonville) και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στο Ουάντσγουορθ (HM Prison Wandsworth)· αμφότερες στα περίχωρα του Λονδίνου. Οι τρόφιμοι ακολουθούσαν πρόγραμμα «σκληρής δουλειάς, κακής σίτισης και κακού ύπνου», το οποίο έφθειρε πολύ έντονα τον Ουάιλντ, καθώς ήταν συνηθισμένος σε όλες τις υλικές ανέσεις. Η υγεία του επιδεινώθηκε απότομα και, τον Νοέμβριο του 1895, κατά την διάρκεια του εκκλησιασμού, κατέρρευσε από την αδυναμία και την ασιτία. Από την πτώση αποκόμισε ρήξη τυμπάνου του δεξιού αυτιού, η οποία αργότερα θα αποδεικνυόταν μοιραία. Τους επόμενους δύο μήνες τους πέρασε στο αναρρωτήριο.




Ο περίφημος Άγγλος ρεφορμιστής, μέλος του Φιλελεύθερου κόμματος και μετέπειτα Υπουργός Πολέμου της Βρετανίας για επτά χρόνια (1905 - 1912), Ρίτσαρντ Χάλντεϊν (Richard Haldane, 1856 - 1928), επισκέφτηκε τον Ουάιλντ στην φυλακή και κατάφερε να πετύχει την μεταφορά του στην φυλακή Ρήντινγκ (HM Prison Reading), 50 χλμ. δυτικά του Λονδίνου. Κατά την μεταφορά του, στην αποβάθρα του τρένου, πλήθος κόσμου τον χλεύαζε και τον έφτυνε. Γνωστός πλέον ως κρατούμενος C.3.3, στην αρχή δεν είχε ούτε χαρτί ή μολύβι· μόνο μετά από παρέμβαση του Χάλντεϊν απέκτησε πρόσβαση στην βιβλιοθήκη και την γραφική ύλη της φυλακής. Ο Ουάιλντ ζήτησε, μεταξύ άλλων: την Βίβλο στα γαλλικά, ιταλικές και γερμανικές γραμματικές, κάποια κείμενα Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, την Θεία Κωμωδία του Δάντη, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Ζορίς-Καρλ Υσμάν (Joris-Karl Huysmans, 1848 - 1907) με τίτλο En route, καθώς και δοκίμια του Αυγουστίνου Ιππώνος, του Καρδιναλίου Τζον Νιούμαν και του Ουόλτερ Πέιτερ.

Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1897 ο Ουάιλντ έγραψε μια επιστολή 50.000 λέξεων στον Ντάγκλας, την οποία δεν μπόρεσε να στείλει, αλλά πήρε μαζί του κατά την αποφυλάκισή του. Με στοχαστική διάθεση, ο Ουάιλντ εξετάζει ψύχραιμα την μέχρι τότε καριέρα του, το ότι υπήρξε ένας γραφικός προβοκατόρικος παράγοντας στο Βικτωριανό Λονδίνο, την τέχνη του στην οποία - όπως και στα ευφυολογήματά του - αναζητούσε ταυτόχρονα την ανατροπή και την αποθέωση. «Έχω πει για τον εαυτό μου πως ήμουν κάποιος που βρισκόταν σε συμβολικές σχέσεις με την τέχνη και την πνευματική καλλιέργεια της εποχής του», έγραφε στο γράμμα. Εκεί βρισκόταν όταν ξεκίνησε η ζωή του με τον Ντάγκλας, περίοδο την οποία εξετάζει πολύ προσεκτικά ο Ουάιλντ· καταλήγει μάλιστα να τον απαρνηθεί για αυτό που μόλις τώρα αντιλαμβάνεται ως αλαζονεία και ματαιοδοξία: ο συγγραφέας δεν είχε ξεχάσει το σχόλιο του Μπόζι, όταν ήταν άρρωστος, «όταν δε βρίσκεσαι πάνω στο βάθρο σου, χάνεις κάθε ενδιαφέρον». Κατηγορούσε τον εαυτό του ωστόσο για την ηθική κατάπτωση που επέτρεψε στον Ντάγκλας να προκαλέσει στον εαυτό του, και ανέλαβε την ευθύνη για την δική του πτώση, γράφοντας

 «Είμαι εδώ γιατί προσπάθησα να ρίξω τον πατέρα σου στην φυλακή».

 Το πρώτο μέρος της επιστολής καταλήγει με τον Ουάιλντ να συγχωρεί τον Ντάγκλας, για το καλό και των δύο. Το δεύτερο μέρος ακολουθεί το πνευματικό ταξίδι του συγγραφέα στην εξιλέωση και την ολοκλήρωση μέσω της μελέτης του στην φυλακή. Συνειδητοποίησε ότι ο Γολγοθάς του τού προσέφερε τον καρπό της εμπειρίας, όσο πικρή γεύση κι αν είχε εκείνη την στιγμή.

...ήθελα να δοκιμάσω όλα τα φρούτα απ' όλα τα δέντρα του κήπου του κόσμου... Και πραγματικά έτσι βγήκα κι έτσι έζησα. Το μόνο μου λάθος ήταν ότι περιορίστηκα τόσο αποκλειστικά στα δέντρα εκείνα που μου φαίνονταν να 'ναι η ηλιοφώτιστη πλευρά του κήπου και απέφευγα την άλλη, επειδή ήταν γεμάτη σκιές και σκοτάδι.

Με την αποφυλάκισή του ο Ουάιλντ έδωσε το χειρόγραφο στον Ρος, με την οδηγία να το στείλει στον Ντάγκλας (ο Μπόζι αργότερα αρνήθηκε ότι το είχε λάβει ποτέ). Το Εκ Βαθέων δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1905, με αρκετές ελλείψεις. Το βιβλίο εκδόθηκε τελικά στην πλήρη μορφή του το 1962, στην συλλογή Μια ζωή επιστολές(The letters of Oscar Wilde).

Παρακμή: 1897-1900

Εξορία



Η κάρτα του Όσκαρ Ουάιλντ ύστερα από την αποφυλάκισή του.



Ο Ουάιλντ αποφυλακίστηκε στις 19 Μαΐου 1897, δύο χρόνια μετά την καταδίκη του, και παρόλο που η υγεία του είχε κλονιστεί σημαντικά, είχε μια αίσθηση πνευματικής ανανέωσης. Έγραψε άμεσα στην Εταιρία του Ιησού, την γνωστή αδελφότητα των Ιησουιτών, ζητώντας καταφύγιο για έξι μήνες· όταν του το αρνήθηκαν, το πήρε βαρέως. «Ευελπιστώ να ασπαστώ τον Καθολικισμό σύντομα», ήταν η απάντησή του σε ερώτηση δημοσιογράφου για τις θρησκευτικές προθέσεις του. Έφυγε την επόμενη κιόλας για την Ευρώπη, περνώντας τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του σε μια εξαθλιωμένη εξορία.

 Άλλαξε το όνομά του σε Σεβαστιανός Μέλμοθ (Sebastian Melmoth), εμπνευσμένος από τον Άγιο Σεβαστιανό, καθώς και τον ομώνυμο πρωταγωνιστή της γοτθικής νουβέλας Μέλμοθ ο περιπλανώμενος (Melmoth the wanderer, 1820), του μακρινού θείου εξ' αγχιστείας του Ουάιλντ, Τσάρλς Ματούριν (Charles Maturin, 1782 - 1824). Έγραψε δύο μακροσκελείς επιστολές στον συντάκτη της εφημερίδας Daily Chronicle, περιγράφοντας τις απάνθρωπες συνθήκες στις Αγγλικές φυλακές, προτείνοντας ολική αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος. Η αναφορά του μάλιστα στην απόλυση του φύλακα Μάρτιν επειδή έδωσε ένα μπισκότο σε έναν αναιμικό ανήλικο τρόφιμο, επανάφερε στο προσκήνιο τα θέματα της διαφθοράς και του εκφυλισμού του σωφρονισμού, που είχε υπογραμμίσει πριν από μερικά χρόνια και στο έργο του Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό.

Πέρασε την υπόλοιπη χρονιά με τον Ρόμπερτ Ρος στο Μπερνεβάλ-λε-Γκραν, στις νορμανδικές ακτές, όπου έγραψε την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ. Το ποίημα αναφέρεται την εκτέλεση του Τσαρλς Τόμας Γούλντριτζ (Charles Thomas Wooldridge, 1866 - 1896), ο οποίος δολοφόνησε την γυναίκα του υποπτευόμενος ότι τον απατούσε· η αφήγηση σταδιακά μετατοπίζεται από την αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων σε μία συμβολική ταύτιση με όλους τους κρατούμενους. Ο ποιητής δεν ενδιαφέρεται να αναλύσει την ορθότητα των νόμων που τους καταδίκασαν, αντ' αυτού επιλέγει να εμβαθύνει στην κτηνωδία της τιμωρίας, που βιώνουν όλοι οι κρατούμενοι - και με μία πιο ευρεία έννοια, οι αμαρτωλοί. Ο Ουάιλντ στέκεται πλάι στον καταδικασμένο άνδρα, συγκρίνεται μαζί του με τον στίχο «Καθένας μας σκοτώνει την αγάπη του» (Yet each man kills the thing he loves), και καταλήγει ότι «Μα δεν τονε σκοτώνουνε γι' αυτό» (Yet each man does not die). Και ο ίδιος ο ποιητής είχε βιώσει την απώλεια: είχε χωριστεί από την σύζυγο και τα παιδιά του, τα οποία δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ. Υιοθέτησε την μπαλάντα, πιο λαϊκή από τα πρότερα έργα του, και αντί για το όνομά του, στο εξώφυλλο φιγούραρε το «C.3.3» - ο αριθμός του κελιού του. Προτίμησε να δημοσιευτεί στο περιοδικό Reynold's Magazine, επειδή «είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις κατώτερες τάξεις, των εγκληματιών - εκεί όπου πλέον ανήκω. Για πρώτη φορά θα με διαβάσουν οι όμοιοί μου - πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα». Σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, φτάνοντας τις επτά εκδόσεις σε λιγότερο από δύο έτη - τότε μόνο εμφανίστηκε το όνομα του ποιητή στο εξώφυλλο, αν και μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων της εποχής ήταν κοινό μυστικό ότι το έργο ήταν του Ουάιλντ. Δεν του απέφερε πολλά έσοδα.

Αν και ο Ντάγκλας υπήρξε η αιτία των δεινών του, ξανασμίξανε με τον Ουάιλντ τον Αύγουστο του 1897 στη Ρουέν. Οι συγγενείς και οι φίλοι και των δύο ανδρών εξέφρασαν την δυσαρέσκειά τους για αυτή την επανένωση. Η σύζυγός του είχε αρνηθεί να συναντηθεί με τον Ουάιλντ ή να του επιτρέψει να δει τα παιδιά του, αλλά του παρείχε τα απαραίτητα για να τα βγάζει πέρα. Το δεύτερο μισό του 1897, ο Ουάιλντ κι ο Ντάγκλας πέρασαν μερικούς ξένοιαστους μήνες μαζί κοντά στη Νάπολη, μέχρι που οι οικογένειές τους τούς χώρισαν υπό την απειλή της διακοπής χρηματοδότησης.

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ο Ουάιλντ τους πέρασε στο Παρίσι, στο φτηνιάρικο ξενοδοχείο Hôtel d'Alsace - γνωστό πλέον ως το πολυτελές L'Hôtel. «Αυτή η πενία αλήθεια σου ραγίζει την καρδιά· είναι τόσο ελεεινή, τόσο τρομακτικά θλιβερή, τόσο απελπιστική. Σε εκλιπαρώ να κάνεις ό,τι μπορείς», έγραφε στον εκδότη του εκείνες τις ημέρες. Επεξεργαζόταν και επανέκδοσε τον Ιδανικό σύζυγο και την Σημασία του να είναι κανείς σοβαρός, σημάδια τα οποία σύμφωνα με τον Έλμαν δείχνουν άνθρωπο που έχει «τον έλεγχο του εαυτού του και του έργου του» - αρνήθηκε όμως να γράψει, καθώς έλεγε ότι «μπορώ να γράψω, αλλά έχω χάσει την χαρά της γραφής». Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας περιπλανώμενος μονάχος στους παριζιάνικους δρόμους, και ό,τι λίγα λεφτά είχε τα ξόδευε στο ποτό. Μια σειρά από ντροπιαστικές συναντήσεις με Βρετανούς επισκέπτες, ή Γάλλους που γνώριζε από τις μέρες της δόξας του, καταρράκωσαν κι άλλο το ηθικό του. Σταδιακά ο Ουάιλντ περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του, και, σε μια από τις ελάχιστες εξόδους του, φημολογείται ότι δήλωσε, με το χαρακτηριστικό του φλέγμα, «Η ταπετσαρία μου και εγώ παλεύουμε μέχρι θανάτου. Ένας από τους δύο πρέπει να φύγει».

 Στις 12 Οκτωβρίου 1900 έστειλε τηλεγράφημα στο Ρος: «Τρομερά αδύναμος. Παρακαλώ έλα.» Η διάθεσή του είχε τρομερές διακυμάνσεις· ο Ρέτζιναλντ Τέρνερ, από τους ελάχιστους φίλους που στάθηκαν στο πλευρό του συγγραφέα μέχρι και το τέλος, περιέγραφε πως τον βρήκε βυθισμένο στην κατάθλιψη έπειτα από έναν εφιάλτη που είδε: «Ονειρεύτηκα ότι πέθανα, και βρισκόμουν σε δείπνο με τους νεκρούς!». «Είμαι σίγουρος», αποκρίθηκε ο Τέρνερ, «ότι θα ήσασταν η ψυχή του πάρτι». Ο Τέρνερ μάλιστα ήταν στο προσκέφαλό του τις τελευταίες στιγμές του Ουάιλντ.



Θάνατος

Μέχρι τις 25 Νοεμβρίου ο Ουάιλντ είχε ήδη αναπτύξει μηνιγγίτιδα. Ο Ρόμπερτ Ρος έφτασε στις 29 Νοεμβρίου κι αμέσως έστειλε να φωνάξουν έναν ιερέα, κι έτσι ο συγγραφέας βαπτίστηκε Ρωμαιοκαθολικός, από τον Ιρλανδό αιδεσιμότατο Κούθμπερτ Νταν (Cuthbert Dunne), μέλος του Τάγματος των Πασιονιστών. Ο Αιδεσιμότατος Νταν θυμάται:
Καθώς η άμαξα διέσχιζε τους σκοτεινούς παριζιάνικους δρόμους εκείνη την κρύα νύχτα του χειμώνα, η θλιβερή ιστορία του Όσκαρ Ουάιλντ μου φανερώθηκε ξανά εν μέρει... Ο Ρόμπερτ Ρος στεκόταν γονατιστός δίπλα στο κρεβάτι, βοηθώντας με όσο καλύτερα μπορούσε, καθώς εγώ τελούσα την βάπτιση, και εν συνεχεία απαγγέλοντας την δοξολογία του μυστηρίου όσο ο Ουάιλντ, ξαπλωμένος μπρούμυτα, λάμβανε το Χρίσμα των αρρώστων (Anointing of the Sick) και εγώ του έψελνα την επιθανάτια δέηση. Καθώς ο άνθρωπος ήταν σε ημί-κωματώδη κατάσταση, δεν επιχείρησα να του προσφέρω την Θεία Ευχαριστία· εδώ πρέπει να επισημάνω ξανά ότι μπορούσε να συνέλθει από αυτή την κατάσταση και συνήλθε κατά την παρουσία μου. Όταν ήταν ξύπνιος, έδειχνε σημάδια ενδόμυχης συνείδησης... Είμαι πλήρως πεπεισμένος ότι με κατάλαβε όταν του είπα ότι θα γινόταν δεκτός στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και του διάβασα το έσχατο μυστήριο επί επιθανάτιας κλίνης... Κι όταν έγειρα στο αυτί του και ψιθύρισα τα Άγια Ονόματα, την Μετάνοια, την Ελπίδα και την Ελεημοσύνη, προσπάθησε να ψελλίσει τα λόγια μετά από μένα, δείχνοντας ταπεινά υποταγμένος στο Θέλημα του Θεού.

Ο Ουάιλντ απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1900, υποκύπτοντας στην μηνιγγίτιδα. Δίνονται διαφορετικές ερμηνείες σχετικά με τα αίτια της μηνιγγίτιδας: ο βιογράφος Ρίτσαρντ Έλμαν ισχυριζόταν ότι οφειλόταν σε σύφιλη· ο εγγονός του Ουάιλντ, Μέρλιν Χόλαντ (Merlin Holland, γεν. 1945), πίστευε πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί παρανόηση, αφού, σημείωνε, η μηνιγγίτιδα του Ουάιλντ εμφανίστηκε ύστερα από μια χειρουργική επέμβαση, πιθανώς μαστοειδεκτομή· σύμφωνα με τις αναφορές των θεραπόντων ιατρών του Ουάιλντ η κατάστασή του προερχόταν από μια παλαιά μόλυνση στο δεξί αυτί (une ancienne suppuration de l'oreille droite d'ailleurs en traitement depuis plusieurs années) και δεν σχετιζόταν με πιθανή σύφιλη.



Λεπτομέρεια από τον τάφο του Όσκαρ Ουάιλντ στο κοιμητήριο Περ Λασαίζ. Τα σημάδια είναι από φιλιά θαυμαστών - δείγμα της αγάπης τους για τον πρώτο Αισθητιστή.



Ταφή


Ο Ουάιλντ αρχικά κηδεύτηκε στο κοιμητήριο Bagneux, έξω από το Παρίσι· μεταφέρθηκε στο Περ Λασαίζ εννέα χρόνια αργότερα, το 1909. Το μνήμα του σχεδιάστηκε από τον Αμερικανό με βρετανικές ρίζες γλύπτη Τζέικομπ Έπσταϊν (Jacob Epstein, 1880 - 1959), κατόπιν ανάθεσης από τον Ρόμπερτ Ρος, ο οποίος ζήτησε να δημιουργηθεί στο μνήμα ένας χώρος για να τοποθετηθούν οι στάχτες του μετά τον θάνατό του, όπως κι έγινε, το 1950. Ο μοντερνιστικός άγγελος που υψώνεται πάνω από τον τάφο, έχει επιρροές από την αιγυπτιακή και την ινδική τέχνη, και είχε σκανδαλίσει τα παριζιάνικα ήθη εξαιτίας της γύμνιας του, με αποτέλεσμα να έχει πέσει θύμα βανδαλισμού - μέχρι και σήμερα, τα γεννητικά όργανα του αγγέλου που είχαν αφαιρεθεί, δεν έχουν εντοπιστεί.

Το επίγραμμα στο τάφο του είναι ένα τετράστιχο από την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ :

Του ελέους το λαγήνι θα γεμίσουνε
Ξένοι με το δάκρυ το αλμυρό.
Οι απόκληροι γι' αυτόνε θα θρηνήσουνε
Αυτοί που 'χουν το θρήνο αδελφό.

Βιογραφίες


 Συνομιλία με τον Όσκαρ Ουάιλντ - ένα μνημείο αφιερωμένο στον ποιητή από τον γλύπτη Maggi Hambling (γεν. 1945), κοντά στην πλατεία Τραφάλγκαρ, στο Λονδίνο.


Η ζωή του Ουάιλντ συνεχίζει να συναρπάζει κι έχει υπάρξει αντικείμενο δεκάδων βιογραφιών. Οι παλαιότερες είναι αναμνήσεις όσων τον γνώριζαν προσωπικά: συνήθως είναι προσωπικές και ιμπρεσιονιστικές καταγραφές, που αποτελούν αξιόλογες σκιαγραφήσεις του χαρακτήρα του, όμως δεν είναι αξιόπιστες. Ο Φρανκ Χάρις, φίλος και εκδότης του συγγραφέα, έγραψε το 1916 το Oscar Wilde: His Life and Confessions· αν και επιρρεπές στην υπερβολή και μερικές φορές ιστορικά ανακριβές, αποδίδει ένα αρκετά καλό λογοτεχνικό πορτραίτο του Ουάιλντ. Ο Λόρδος Άλφρεντ Ντάγκλας έγραψε δύο βιβλία για την σχέση του με τον Ουάιλντ: το πρώτο, το Oscar Wilde and Myself του 1914, γράφτηκε κατά μεγάλο βαθμό από τον T.W.H. Crosland (1865 - 1924) και σηματοδοτεί την προσπάθεια του Μπόζι να αποστασιοποιηθεί από την σκανδαλώδη φήμη που συνόδευε τον ποιητή. Και οι δύο αργότερα μετάνιωσαν για αυτό το πόνημα.

 Εν συνεχεία, στο Oscar Wilde: A Summing Up (1939) καθώς και στην αυτοβιογραφία του ήταν πιο σπλαχνικός προς τον αλλοτινό εραστή του. Από τους υπόλοιπους κοντινούς φίλους του Ουάιλντ, τόσο ο Ρόμπερτ Σέραρντ, όσο και ο Τσαρλς Ρίκετς (Charles Ricketts, 1866 - 1931) αλλά και ο Ρόμπερτ Ρος (εκτελεστής της διαθήκης του Ουάιλντ σε λογοτεχνικά ζητήματα) εξέδωσαν κάποια στιγμή βιογραφίες, απομνημονεύματα και αλληλογραφία. Η πρώτη κατά γενική ομολογία αντικειμενική βιογραφία του ποιητή ήρθε από τον Χέσκεθ Πήρσον το 1946 με τον τίτλο Oscar Wilde: His Life and Wit.

 Το 1954 ο γιος του Ουάιλντ, Βίβιαν Χόλαντ, εξέδωσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο Son of Oscar Wilde, όπου εξιστορεί τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν η σύζυγος και τα παιδιά του Ουάιλντ μετά την φυλάκισή του. Επανεκδόθηκε και ανανεώθηκε από τον γιο του - εγγονό του Ουάιλντ - Μέρλιν Χόλαντ, το 1989.



Το βιβλίο του Αρθούρου Ράνσομ, Oscar Wilde, a critical study, εκδόθηκε το 1912. Αν και το έργο δεν αναφέρει παρά ελάχιστες λεπτομέρειες από την ζωή του ποιητή, ο Λόρδος Ντάγκλας κατέθεσε αγωγή για συκοφαντία κατά του Ράνσομ και του εκδοτικού του οίκου, The Times Book Club. Η δίκη που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1913 έμοιαζε με «επανέκδοση» των δικών του Ουάιλντ. Η αντιδικία ήταν απόρροια της ζήλιας μεταξύ Ντάγκλας και Ρος για τον Ουάιλντ. Ο Ντάγκλας έχασε· καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε το Εκ βαθέων, αποσπάσματα του οποίου διαβάστηκαν κατά την διάρκεια της δίκης και κατέρριψαν τους ισχυρισμούς του Μπόζι (ο Ράνσομ είχε συμβουλευτεί το Εκ βαθέων πριν την συγγραφή του έργου του).

Η ζωή του Ουάιλντ ακόμα ανέμενε μία ανεξάρτητη, αληθινή, ακαδημαϊκή έρευνα όταν ο Ρίτσαρντ Έλμαν ξεκίνησε την αναζήτησή του για το μνημειώδες έργο τουOscar Wilde (1987), για το οποίο κέρδισε μετά θάνατον τόσο το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο (National (USA) Book Critics Circle Award) το 1988 όσο και το Βραβείο Πούλιτζερ, έναν χρόνο αργότερα. Το βιβλίο μάλιστα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τίτλο Wilde από τον Μπράιαν Γκίλμπερτ (Brian Gilbert, γεν. 1960) το 1997, με πρωταγωνιστή τον Στίβεν Φράι (Stephen Fry, γεν. 1957) στον ομώνυμο ρόλο.
Η βιογραφία του Νηλ ΜακΚίνα (Neil McKenna) The Secret Life of Oscar Wilde (2003), προσφέρει μια εξερεύνηση της σεξουαλικότητας του ποιητή. Καταφεύγει συχνά σε εικασίες και έχει κατηγορηθεί ευρέως για την αμιγώς υποθετική φύση της και την έλλειψη ακαδημαϊκού κύρους. Το Oscar's Books (2008) του Τόμας Ράιτ (Thomas Wright) ακολουθεί την ζωή του Ουάιλντ από τα παιδικά του χρόνια στο Δουβλίνο μέχρι τον θάνατό του στο Παρίσι, μέσω των βιβλίων που διάβαζε ο ποιητής. Έχοντας καταφέρει να εντοπίσει τα περισσότερα από τα βιβλία που κάποτε αποτελούσαν την βιβλιοθήκη του συγγραφέα στο σπίτι του στην οδό Τάιτ (τα οποία διασκορπίστηκαν την εποχή των δικαστικών διενέξεων του Ουάιλντ), ο Ράιτ ήταν ο πρώτος που ανέλυσε τις σημειώσεις που κράταγε ο ποιητής στα περιθώρια των βιβλίων του.


Με τον καιρό πιστεύω όλοι θα αναγνωρίσουν τα επιτεύγματά του· τα έργα του και τα δοκίμιά του θα αντέξουν. Φυσικά μπορεί και να συμφωνείτε όπως και άλλοι ότι η προσωπικότητά του και οι συζητήσεις του ήταν πιο υπέροχες από ό,τι έγραψε, κι ως εκ τούτου τα γραπτά του αποδίδουν μονάχα μια θαμπή αντανάκλαση της δύναμής του. Ίσως είναι έτσι, και φυσικά είναι αδύνατο να αναπαράγουμε κάτι που έχει χαθεί για πάντα.


Ρόμπερτ Ρος, 23 Δεκεμβρίου 1900


Εργογραφία

Δοκίμια

The decay of lying (1889), επανεκδόθηκε στην συλλογή Intentions (1891).
Pen, pencil and poison (1889), επανεκδόθηκε στην συλλογή Intentions (1891).
The soul of man under Socialism (1891).
Intentions (1891), μία συλλογή με αμιγώς αισθητική θεματολογία, στην οποία εμπεριέχονται τα:
The critic as artist
The decay of lying
Pen, pencil and poison
The truth of masks
Phrases and philosophies for the use of the young (1894).
A few maxims for the use of the over-educated (1894).

Πεζά

The happy prince and other tales (1888), μία συλλογή παραμυθιών στην οποία περιλαμβάνονται τα:
The happy prince
The nightingale and the rose
The selfish giant
The devoted friend
The remarkable rocket
The portrait of Mr. W.H. (1889)
The picture of Dorian Grey (1890). Αρχικά εκδόθηκε στο περιοδικό Lippincott's Monthly Magazine μαζί με άλλα πέντε μυθιστορήματα. Στην συνέχεια ο Ουάιλντ προχώρησε σε εκτεταμένη αναθεώρηση του έργου, προσθέτοντας έξι νέα κεφάλαια για την έκδοσή του σε βιβλίο την επόμενη χρονιά.
A house of pomegranates (1891)
Lord Arthur Savile's crime and other stories (1891). Η έκδοση περιλαμβάνει και την ιστορία The Canterville ghost, η οποία εκδόθηκε πρώτη φορά στον Τύπο το 1887.
De profundis (1905), μετά θάνατον έκδοση.

Ποίηση

Ravenna (1878)
Poems (1881)
The sphinx (1894)
Poems in prose (1894)
The ballad of Reading gaol (1898)
Θεατρικά έργα
Vera; or, the nihilists (1880)
The Duchess of Padua (1883)
Lady Windermere's fan (1892)
A woman of no importance (1893)
Salomé (γαλλική έκδοση του 1893, παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1896)
An ideal husband (1895) 
The importance of being Earnest (1895) 
La Sainte Courtisane και A Florentine tragedy, δημοσιεύτηκαν αποσπασματικά το 1908 στον συλλεκτικό τόμο Collected works του εκδοτικού οίκου Meuthuen.
(Οι ημερομηνίες αναφέρονται στην πρώτη εκτέλεση των έργων.)

Επιλεγμένες ελληνικές μεταφράσεις

Στοχασμοί, εκδόσεις Γκοβόστη, 2003, μτφ. Γιάννη Κωνσταντίνου. Σε αυτό το έργο περιλαμβάνονται τα:
Η άνοδος της ιστορικής κριτικής
Η αλήθεια των προσωπείων
Η παρακμή του ψεύδους
Πένα, πινέλο και δηλητήριο
Το πορτρέτο του κυρίου W.H.
Η ψυχή του ανθρώπου κάτω από τον Σοσιαλισμό
Ο κριτικός ως καλλιτέχνης
Η περίπτωση του δεσμοφύλακα Μάρτιν: κάποιες βαρβαρότητες απ' τη ζωή στις φυλακές
Για την αναμόρφωση των φυλακών
Εννέα μαγικά παραμύθια, εκδόσεις Γράμματα, 1990, μτφ. Ρένα Χατχούτ. Περιλαμβάνει τα εξής:
Ο νεαρός βασιλιάς
Τα γενέθλια της ινφάντας
Ο ψαράς και η ψυχή του
Το Αστροπαίδι
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας
Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο
Ο εγωιστής γίγαντας
Ο πιστός φίλος
Η αριστοκρατική ρουκέτα
Το σπίτι με τις ροδιές, εκδόσεις Εκάτη, 2005, μτφ. Δώρα Στυλιανίδου
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϊ, εκδόσεις Γκοβόστη, 1990, μτφ. Άρη Αλεξάνδρου
De profundis, εκδόσεις Κάκτος, 2006, μτφ. Ανδρέα Ρικάκη
Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ, εκδόσεις Εκάτη, 1999, μτφ. Νίκου Χειλαδάκη
Η βεντάλια της λαίδης Γουΐντερμιρ, εκδόσεις Κέδρος, 2005, μτφ. Πανεπιστημίου Αθηνών, ΠΜΣ «Μετάφραση-Μεταφρασεολογία»
Μία γυναίκα χωρίς σημασία, εκδόσεις Ύψιλον, 2004, μτφ. Ερρίκου Μπελιέ
Ένας ιδανικός σύζυγος, εκδόσεις Ηριδανός, 2006, μτφ. Ερρίκου Μπελιέ
Η σημασία να είσαι σοβαρός, εκδόσεις Ηριδανός, 2006, μτφ. Ερρίκου Μπελιέ

Βιβλιογραφία

Όσκαρ Ουάιλντ: Η ζωή και το έργο του, Μέρλιν Χόλαντ, εκδόσεις Ψυχογιός, 2000, μτφ. Νίκου Δαβανέλλου
Όσκαρ Ουάιλντ, Richard Ellman, εκδόσεις Πατάκης, 2009, μτφ. Ελεάνα Παναγού
Ο Όσκαρ Ουάιλντ και εγώ, Αντρέ Ζιντ, εκδόσεις Στοχαστής, 1997, μτφ. Ναπολέων Λαπαθιώτη
Ο αμαρτωλός Άγιος, Μιχ. Κ. Μακράκη, εκδόσεις Αρμός, 2000

    ------------------------------------------------------------------------------------------------------


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2015)
(2015)
(2015)
(2015)
(2015)
(2015)
(2015)
(2014)
(2014)
(2014)
Ο εγωιστής γίγαντας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2014)
(2014)
Σαλώμη, Δωδώνη
(2014)
(2013)
(2012)
De profundis, Σμίλη
(2012)
(2012)
(2012)
Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2011)
(2011)
(2011)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Τερζόπουλος Βιβλία
(2011)
(2011)
(2011)
(2010)
(2010)
Ανθολόγιο, Ηριδανός
(2010)
(2010)
(2010)
(2010)
(2010)
(2010)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Εκδόσεις Πατάκη
(2010)
(2008)
De profundis, Κοροντζής
(2008)
(2008)
Ο εγωιστής γίγαντας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2008)
(2008)
Ο ψαράς και η ψυχή του, Εκδόσεις Πατάκη
(2008)
Το αστερόπαιδο, Μεταίχμιο
(2008)
(2008)
(2007)
Canterville Ghost, Express Publishing
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
(2007)
Σαλώμη, Ηριδανός
(2007)
Στοχασμοί, Στιγμή
(2007)
Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, Εφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος"
(2006)
De profundis, Κάκτος
(2006)
(2006)
(2006)
(2006)
(2006)
(2006)
(2006)
(2005)
(2005)
(2005)
Ιστορίες από τον Όσκαρ Ουάιλντ, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(2005)
(2005)
(2005)
(2005)
(2004)
De profundis, DeAgostini Hellas
(2004)
The Happy Prince and Other Stories, Multipedia Εκδοτική
(2004)
(2004)
(2004)
(2004)
(2004)
(2004)
(2003)
(2003)
(2003)
(2003)
Σαλώμη, Δωδώνη
(2003)
Στοχασμοί, Εκδόσεις Γκοβόστη
(2002)
The Nightingale and the Rose, Express Publishing
(2002)
The Nightingale and the Rose, Express Publishing
(2002)
(2002)
(2002)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Νίκας / Ελληνική Παιδεία Α.Ε.
(2002)
(2001)
The Happy Prince, New Editions
(2001)
The Happy Prince, MM Publications
(2001)
The Happy Prince, MM Publications
(2001)
The Happy Prince, MM Publications
(2001)
(2000)
De profundis, DeAgostini Hellas
(2000)
The Happy Prince, New Editions
(2000)
The Portrait of Dorian Gray, Express Publishing
(2000)
The Portrait of Dorian Gray, Express Publishing
(2000)
(2000)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(2000)
(2000)
(2000)
(2000)
(1999)
(1999)
(1999)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Εκδόσεις Πατάκη
(1999)
(1999)
Τα γενέθλια της Ινφάντα, Εκδόσεις Πατάκη
(1999)
(1998)
The Canterville Ghost, MM Publications
(1998)
The Canterville Ghost, MM Publications
(1998)
The Canterville Ghost, MM Publications
(1998)
Ο εγωιστής γίγαντας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998)
Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998)
(1997)
The Fisherman and his Soul. The Star-Child, Εκδόσεις Παπαζήση
(1997)
The Happy Prince and Other Tales, Εκδόσεις Παπαζήση
(1997)
Γυναίκες - άντρες, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1997)
Εικόνες από τον Όσκαρ Ουάιλντ, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(1997)
Ιστορίες για παιδιά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος
(1997)
(1997)
Το πορτρέτο του Ου. Χ., Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996)
(1996)
Ο ψαράς και η ψυχή του, Εκδόσεις Πατάκη
(1995)
(1993)
(1993)
(1993)
(1992)
(1992)
Σαλώμη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1991)
(1991)
Το φάντασμα του Κάντερβιλ, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1990)
(1990)
(1990)
(1990)
(1989)
De profundis=Εκ βαθέων, Ζαχαρόπουλος Σ. Ι.
(1989)
Μια γυναίκα χωρίς σημασία, Εκδόσεις Γκοβόστη
(1989)
(1989)
(1988)
(1987)
(1984)
(1984)
(1983)
(1982)
(1982)
(1981)

9 διαλεχτά παραμύθια, Ζουμπουλάκης Θεόδωρος

De profundis, Εκδόσεις Γκοβόστη

Ένας ιδανικός σύζυγος, Εκδόσεις Γκοβόστη


Η δούκισσα της Πάδουας, Εκδόσεις Γκοβόστη



Παραμύθια, Ζουμπουλάκης Θεόδωρος

Σαλώμη, Αγία εταίρα, Εκδόσεις Γκοβόστη

Στοχασμοί, Εκδόσεις Γκοβόστη



Το φάντασμα του Κάντερβιλ, Εκδόσεις Καστανιώτη

Φλωρεντινή τραγωδία, Εκδόσεις Γκοβόστη


    --------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ






  -------------------------------------------------------------------------------------------------







Δημοσίευση σχολίου