Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Orhan Pamuk - Ορχάν Παμούκ




Εκνευρίζοντας τον Παμούκ

Ο Ορχάν Παμούκ είναι ναρκισσιστής και δεν το θεωρεί κακό πράγμα. Ο τούρκος νομπελίστας μιλάει για τους κινδύνους της πολιτικής, για τις εμμονές του έρωτα και για τον φόβο του τέλους
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  27/04/2012 00:07

Τριβόλη Δέσποινα



Εκνευρίζοντας τον Παμούκ


Ο Ορχάν Παμούκ εκνευρίζεται εύκολα. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας βρόντηξε δυνατά το φλιτζάνι του τσαγιού του στο τραπέζι και έφυγε από το δωμάτιο φωνάζοντας: «Η ζωή μου είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτό». Γύρισε δύο λεπτά μετά ήρεμος – υποκρίθηκε ότι είχε πάει απλώς στην κουζίνα για να γεμίσει την κούπα του με τσάι. Δεν θέλει να μιλήσει για πράγματα που τον ενοχλούν, είναι φανερό. Θέλει να μιλήσει κυρίως για αυτά για τα οποία έχουμε συνεννοηθεί: Το πρώτο βιβλίο του «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του» κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα πριν από λίγους μήνες, ενώ το πολυαναμενόμενο Μουσείο της Αθωότητας (εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του) θα ανοίξει τις πόρτες του στις 27 Απριλίου. 

Το διαμέρισμά του έχει εκπληκτική θέα στον Βόσπορο – μπροστά δεσπόζουν οι μιναρέδες του Τζαμιού του Τζιχάνγκιρ –, ενώ η βιβλιοθήκη του πιάνει όλους τους τοίχους του δωματίου από το ταβάνι ως το πάτωμα. Τα βιβλία του είναι κλεισμένα πίσω από τζάμια σαν εκθέματα σε μουσείο.
Γιατί εκνευρίστηκε; Γιατί απλώς είναι ο Παμούκ. Εχει πουλήσει εκατομμύρια βιβλία, έχει κερδίσει το Βραβείο Νομπέλ, έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς πολιτικής διαμάχης, έχει δεχθεί απειλές, έχει δικαστεί, έχει γίνει ένα κανονικό δημόσιο πρόσωπο. Είναι λογικό να προσέχει και την παραμικρή κουβέντα του. Αλλά πριν από το σκάνδαλο, έχουν σημασία κάποιες λεπτομέρειες από τη ζωή του.

Τολστόι και Γούντι Άλεν

Ο Παμούκ γεννήθηκε το 1952 στο μεγαλοαστικό Νισάντασι, όπου και μεγάλωσε, εκεί δηλαδή που εκτυλίσσεται το βιβλίο «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του». Προοριζόταν για μηχανικός. «Ο παππούς μου, ο πατέρας μου και οι θείοι μου ήταν μηχανικοί και όλοι πήγαν στο ίδιο πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο της Κωνσταντινούπολης. Αυτή ήταν η οικογενειακή παράδοση. Επειδή ήμουν καλλιτεχνική φύση, είπαν: “Ας τον αφήσουμε να γίνει αρχιτέκτονας” και έτσι γράφτηκα στη Σχολή Αρχιτεκτονικής. Το πνεύμα των μηχανικών, οι αξίες τους, όλα αυτά είναι πολύ συνηθισμένα στον Τρίτο Κόσμο» εξηγεί.

Δεν άντεξε πολύ. Σύντομα παράτησε τις σπουδές του και στα 22 του ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του βιβλίο, μια επική σάγκα με πολλά στοιχεία αυτοβιογραφίας – ο χαρακτήρας του Τζεβντέτ Μπέη είναι βασισμένος στον παππού του – που καταγράφει έναν ολόκληρο αιώνα τουρκικής ιστορίας. Θυμάται ακόμη πώς έγραψε το βιβλίο: «Έμαθα ότι το να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να συλλέγεις τα απομνημονεύματά σου και να τα ανασυνθέτεις με μια βαθύτερη οπτική. Το βιβλίο «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του» φτάνει τις 800 σελίδες. «Διάβασα ξανά το βιβλίο μου έπειτα από 34 χρόνια – τελείωσα τη συγγραφή του το 1978. Μου αρέσει το πόσο φιλόδοξος ήμουν» λέει ο Παμούκ γελώντας. Εκνευρίζεται όταν του λέω ότι ένας από τους ήρωές του μοιάζει να έχει τη ραθυμία όλων των πλουσίων. «Ναι, αυτός ο ήρωας είναι πλούσιος, αλλά είναι πλούσιος με τρόπο σχεδόν τολστοϊκό – δεν του αρέσουν τα πλούτη του. Δεν ζει σε ένα αστείο του Γούντι Αλεν. Δεν ρωτάει διαρκώς: “από πού ερχόμαστε; πού πάμε; θα πάμε για ποτό απόψε;”. Ξέρει ότι τα πράγματα είναι πιο βαθιά στην πραγματικότητα».

«Δεν είμαι εξτρεμιστής»

Η πολιτική έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή του Παμούκ. Παιδί της δεκαετίας του ’70 έζησε σε μια περίοδο έντονα ταραγμένη για την τουρκική σύγχρονη ιστορία. «Δεν ήμουν όπως οι περισσότεροι ριζοσπαστικοί αριστεροί μαρξιστές φίλοι μου που διάβαζαν βιβλία που άλλαξαν τη ζωή τους και μέσα σε δύο χρόνια κατέληξαν στη φυλακή όπου τους βασάνισαν. Εγώ ήμουν πιο προσεκτικός. Οι φίλοι μου μου έλεγαν: “Α, είσαι προσεκτικός, κάθεσαι σπίτι σου και διαβάζεις βιβλία”. Ήμουν ένας προσεκτικός αστός. Ήμουν πάντα φιλελεύθερος, όχι εξτρεμιστής».

Το διεθνές σκάνδαλο

Ο Παμούκ ήταν ήδη ο διασημότερος Τούρκος συγγραφέας διεθνώς – χάρη σε βιβλία όπως «Με λένε Κόκκινο» και «Χιόνι» –
και με πάμπολλα βραβεία στο ενεργητικό του, όταν το 2005 ξέσπασε ένα σκάνδαλο γιγαντιαίων πολιτικών διαστάσεων με διεθνές αντίκτυπο για τον ίδιο, αλλά και τη χώρα του. Hδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε μιλήσει υπέρ της ελευθερίας του λόγου και είχε θίξει το θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων των Κούρδων, το απόλυτο θέμα-ταμπού στην Τουρκία ακόμη και σήμερα. Το 2005, όμως, μια συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα «Das Magazin» άλλαξε τη ζωή του με τρόπο που δεν φανταζόταν. Στη συνέντευξη αυτή φερόταν να δηλώνει: «Τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έχουν σκοτωθεί. Και κανείς δεν τολμάει να το αναφέρει, οπότε θα το κάνω εγώ». Η δήλωση αυτή, μια δήλωση που ο Παμούκ υποστηρίζει πως είχε άμεση σχέση πολύ περισσότερο με την ελευθερία του λόγου παρά με την ίδια την πολιτική, προκάλεσε μεγάλες πολιτικές αντιδράσεις. Σε προσωπικό επίπεδο ο Παμούκ βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου πάνω από μία φορά για τις απόψεις του, ενώ δεν μπορούσε πλέον να κυκλοφορεί χωρίς σωματοφύλακα. Την ίδια ώρα οι εξτρεμιστές απειλούσαν πως θα κάψουν τα βιβλία του – το 2008 μάλιστα μαθεύτηκε ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας του. Εξαιτίας της δήλωσής του άλλαξε η τουρκική νομοθεσία – έγινε πια παράνομο «να προσβάλλει κανείς την Τουρκική Δημοκρατία». Η υπόθεση προκάλεσε τη διεθνή κατακραυγή: μερικοί από τους διασημότερους συγγραφείς του κόσμου έσπευσαν στο πλευρό του – από τον Τζον Απνταϊκ ως τον Γκύντερ Γκρας και από τον Ουμπέρτο Έκο ως τον Κάρλος Φουέντες –, ενώ το ζήτημα επηρέασε έντονα και τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η έκρηξη του Παμούκ

Ο ίδιος τα θυμάται όλα αυτά. «Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος, ζούσα με σωματοφύλακες και πίστευα ότι θα με εξόριζαν για πάντα. Είχα διάφορες δίκες όλα αυτά τα χρόνια» μου λέει κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Αρνείται πλέον να μιλήσει για την πολιτική, εξοργίζεται όταν τον ρωτάω αν περίμενε ότι μια συνέντευξη θα του άλλαζε τόσο πολύ τη ζωή. «Α, θέλετε να πάτε την κουβέντα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν θέλω να εξηγήσω το τι συνέβη πέντε χρόνια πριν. Όλοι με ρωτάνε αν το περίμενα. Όχι, δεν το περίμενα! Θα απαντούσα σε αυτή την ερώτηση πέντε χρόνια πριν, αλλά σήμερα η ζωή μου είναι πιο ενδιαφέρουσα από αυτό». Φωνάζει δυνατά την ώρα που μου τα λέει αυτά, σηκώνεται όρθιος απότομα και εξαφανίζεται προς την κουζίνα. Αμηχανία. Χαίρομαι που είμαστε σπίτι του και δεν μπορεί να κοπανήσει την πόρτα και να φύγει. Όταν επιστρέφει, μου λέει ότι εκνευρίζεται γιατί κάθε φορά που μιλάει για την πολιτική δεν βλέπει τίποτα τυπωμένο για τα βιβλία του. Ότι τον κουράζει να τον βλέπουν ως πρεσβευτή της Τουρκίας («με ενοχλεί, με κάνει να χάνω τον αυθορμητισμό μου και την ειλικρίνειά μου, σκέφτομαι “τώρα αντιπροσωπεύω κάτι”»). Και στο τέλος επιμένει ότι δεν τον απασχολεί και τόσο η πολιτική. «Η πολιτική απασχολεί λιγότερο από το 2% της ζωής μου. Επειδή είχα πολιτικά προβλήματα, γιατί η κυβέρνηση ή ο οποιοσδήποτε μου επιτέθηκε, όλοι πιστεύουν ότι είμαι ένα πολύ πολιτικό άτομο, αλλά δεν είμαι». Και αυτό το λέει αποφασιστικά.

Έλληνες και Οθωμανοί

Η πολιτική όμως είναι με διάφορους τρόπους παρούσα στα βιβλία του. Το πρώτο του βιβλίο μπορεί να κάνει μεγάλη εντύπωση στους έλληνες αναγνώστες του γιατί δεν έχει καμία σχέση με τα μεταμοντέρνα, πολύπλοκα βιβλία για τα οποία έγινε διάσημος αργότερα. Το βιβλίο ξεκινάει με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τελειώνει στα μέσα της δεκαετίας του ’70 – αν και το μεγαλύτερο κομμάτι του μυθιστορήματος μιλάει για τη δεκαετία του ’30, μία από τις σημαντικότερες εποχές της τουρκικής ιστορίας: είναι η εποχή που ο Κεμάλ Ατατούρκ ιδρύει τη νέα Τουρκική Δημοκρατία. «Ο Τζεβντέτ Μπέη θέλει να είναι κάτι αντικρουόμενο για την εποχή: και μουσουλμάνος και αστός» εξηγεί ο Παμούκ. «Ένας βασικός παράγοντας για την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ότι η αστική τάξη δεν ήταν μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι ή άλλες μη μουσουλμανικές εθνικότητες. Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός κόστισε στην Τουρκία την απώλεια της αστικής τάξης της. Το βιβλίο μου καταγράφει την εφεύρεση μιας μουσουλμανικής αστικής τάξης και την εξάρτηση από τον στρατό, έναν στρατό που με έναν τρόπο εφυήρε το έθνος. Ογδόντα χρόνια μετά, όλο αυτό είναι πια σε παρακμή. Εκείνη την εποχή ήμουν ντροπαλός και ανώριμος, αλλά έγραφα για τα πολιτικά προβλήματα: ακόμη μιλάμε για στρατιωτικά πραξικοπήματα, τον ρόλο του στρατού στην Τουρκία, τις κουρδικές εξεγέρσεις».

«Συστήνω σε όλους να κερδίσουν το Νομπέλ»

Η προσοχή που έπεσε πάνω στον Παμούκ όμως μετά την πολιτική διαμάχη του δεν του έκανε μόνο κακό. Το 2006 κέρδισε το βραβείο Νομπέλ, κάτι που πολλοί ισχυρίστηκαν ότι έγινε με πολιτικά κίνητρα. Μετά τα συμβάντα της προηγούμενης χρονιάς η πίεση που του ασκήθηκε ήταν ανελέητη. «Όλοι ασχολούνται μαζί σου, αποκτάς σωματοφύλακα, όλοι σε κοιτάνε υπερβολικά, πρέπει το σακάκι σου να είναι σιδερωμένο. Aλλά φυσικά η θετική πλευρά είναι πολύ πιο δυνατή από αυτή την επιπόλαιη αρνητική πλευρά. Δεν μπορώ να γκρινιάζω επειδή κέρδισα το Νομπέλ. Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους» μου λέει και γελάει δυνατά και λίγο αμήχανα.

Όσα κάνεις για έναν έρωτα

Το 1998 ο Παμούκ είχε μια ιδέα που ξεπερνούσε τα στενά όρια της λογοτεχνίας. «Η ιδέα μου ήταν να τοποθετήσω μια φανταστική ιστορία σε ένα πραγματικό σπίτι και να κάνω το σπίτι μουσείο. Το σπίτι το αγόρασα το 1998 στο Τσουκούρτζουμα, μια γειτονιά που τότε ήταν πολύ φθηνή και σκέφτηκα ότι εδώ θα εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου μου και ότι θα αρχίσω να μαζεύω αντικείμενα της ιστορίας: φλιτζάνια του τσαγιού, ρούχα, τοπία, φωτογραφίες, τραπέζια, οτιδήποτε αντιπροσωπεύει μια κουλτούρα, ένα περιβάλλον, μια χρονική περίοδο. Αν αποφάσιζα ότι ο χαρακτήρας μου, ο Κεμάλ, θα αγόραζε ένα δώρο για την αγαπημένη του, τη Φισούν, πρώτα θα αγόραζα αυτό το αντικείμενο και μετά θα έγραφα για αυτό». Το «Μουσείο της Αθωότητας» – ένα από τα μεγαλύτερα μπεστ σέλερ του και ένα από τα ωραιότερα βιβλία του – κυκλοφόρησε το 2007. Το πραγματικό Μουσείο της Αθωότητας ανοίγει τη προσεχή Παρασκευή. Το βιβλίο καταγράφει την αγάπη του πλούσιου Κεμάλ για την κοινωνικά κατώτερή του Φισούν. Επειδή ο Κεμάλ δεν μπορεί να αποκτήσει τη γυναίκα των ονείρων του, αρχίζει να μαζεύει αντικείμενα που ορίζουν τη σχέση τους με φετιχιστικό ζήλο: τα σκουλαρίκια της, τα εισιτήριά της, η αλατιέρα και τα μπιμπελό του σπιτιού της καταλήγουν σε ένα ιδιόρρυθμο μαυσωλείο αντικειμένων. «Η ιδέα του Μουσείου της Αθωότητας ήταν να μιλήσω για μια κουλτούρα μέσα από τα αντικείμενά της» εξηγεί.

4.213 γόπες με κραγιόν

Μία από τις απαιτήσεις του Παμούκ πριν από τη συνέντευξη ήταν να πάω να δω το Μουσείο της Αθωότητας. Τα διεθνή μέσα περιμένουν χρόνια τώρα τα εγκαίνια του μουσείου. Το κτίριο είναι βαμμένο μπορντό και κρυμμένο σε μια γειτονιά που έχει αλλάξει ριζικά από τότε που αγόρασε ο Παμούκ το σπίτι – όπως έχει εξάλλου αλλάξει κι όλη η Κωνσταντινούπολη, που ζει ένα πρωτόγνωρο οικονομικό θαύμα. Το περίγραμμα της Πόλης έχει γεμίσει ουρανοξύστες, ενώ η φωτογραφία του Κεμάλ, που δέκα χρόνια πριν βρισκόταν σχεδόν παντού, έχει αρχίσει να εκλείπει. Η πρώην φτωχική γειτονιά του Τσουκούρτζουμα, που παραδοσιακά ήταν γεμάτη αντίκες και εργαστήρια επίπλων, έχει γεμίσει με στούντιο καλλιτεχνών, hipsters, δυτικά καφέ και μικρές μπουτίκ με vintage ρούχα. Ο Παμούκ έχει επιμεληθεί το μουσείο και τα αντικείμενά του με σχεδόν ανατριχιαστική προσοχή στη λεπτομέρεια. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου αντιστοιχεί και σε μια ξύλινη αριθμημένη προθήκη γεμάτη αντικείμενα. Η πιο εντυπωσιακή από όλες αντιστοιχεί στο Κεφάλαιο 68: είναι μια προθήκη με 4.213 γόπες τσιγάρων, όσα έχει καπνίσει η ηρωίδα του βιβλίου. Πολλές από τις γόπες έχουν αποτυπώματα από κόκκινο κραγιόν. Κάτω από κάθε γόπα ο Παμούκ έχει σημειώσει με μια αξιοθαύμαστη εμμονή πού ακριβώς είχε καπνίσει η ηρωίδα το συγκεκριμένο τσιγάρο. Ο Παμούκ μού δείχνει όλο περηφάνια τον κατάλογο του μουσείου που θα λέγεται «Η αθωότητα των αντικειμένων». Στην Αμερική θα δημοσιευθεί από τον εκδοτικό οίκο Abrams, έναν από τους μεγαλύτερους στην κατηγορία της τέχνης.

Ο Χίτσκοκ και η ματαιοδοξία του συγγραφέα

Στο βιβλίο «Το Μουσείο της Αθωότητας», όπως και στο «Χιόνι», ο Παμούκ είναι ένας από τους ήρωες του βιβλίου. Εμφανίζεται στην αρχή και μετά διηγείται το τέλος της ιστορίας. «Είναι μια χιτσκοκική κίνηση, μου αρέσει, αλλά δεν το θεωρώ ιδιαίτερα σπουδαίο» διευκρινίζει. Τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι ματαιόδοξο σε όλο αυτό. «Πιθανόν, αλλά το να γράφεις ένα βιβλίο 600 σελίδων περιέχει επίσης αρκετή ματαιοδοξία, οπότε...». Ο Παμούκ δεν αρνείται ότι υπάρχει κάτι ναρκισιστικό στην τέχνη της συγγραφής. «Προφανώς, για να γίνεις συγγραφέας, πρέπει να πιστεύεις στη σοβαρότητά σου. Ισως και στην τέχνη της αυτοβιογραφίας να υπάρχει ναρκισσισμός. Αλλά και πάλι εγώ έκανα την αυτοβιογραφία μου (σ.σ.: το βιβλίο «Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις») πορτρέτο μιας πόλης αντί να γράψω μόνο για μένα. Νομίζω ότι το να είσαι ναρκισσιστής δεν είναι και τόσο κακό. Εξάλλου ως συγγραφέας πρέπει να επιβάλεις τη δική σου άποψη και ματιά για τον κόσμο και να τη συνδυάζεις με την πραγματικότητα» λέει. Το μόνο άγχος του Παμούκ για το μέλλον είναι ότι δεν θα προλάβει να γράψει όλα τα βιβλία που έχει σχεδιάσει. Ο κατάλογος του Μουσείου της Αθωότητας ήταν το 15ο βιβλίο του. «Έχω έτοιμες πλοκές για οκτώ ακόμη βιβλία. Έτσι λειτουργώ. Πρώτα σκέφτομαι και μετά γράφω όλο και περισσότερες σημειώσεις. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».

«Όταν έπαιζα μικρός με τα παιχνίδια μου»

Στα 60 του χρόνια ο Παμούκ έχει την αίσθηση ότι του τελειώνει ο χρόνος. «Όλα αυτά τα βιβλία που ετοιμάζω για όλα τα υπόλοιπα χρόνια θέλω να τα γράψω. Ο χρόνος είναι όλο και πιο πολύτιμος. Να απολαύσω τη ζωή μου κοιτώντας έξω από αυτό το παράθυρο, να πάω στην παραλία ή να δουλεύω συνέχεια; Ειλικρινά με βασανίζει αυτό το ερώτημα κάθε στιγμή. Μονίμως ρωτάω τον εαυτό μου γιατί δουλεύω τόσο σκληρά. Προφανώς επειδή μου αρέσει! Ακόμη δεν έχω χάσει τη χαρά τού να γράφω ένα μυθιστόρημα – είναι η ίδια αίσθηση που είχα όταν έπαιζα μικρός με τα παιχνίδια μου. Είναι η ζωή για την ευτυχία; Την απόλαυση της στιγμής; Το να παρηγορείς τον εαυτό σου ότι κάνεις κάτι με νόημα; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που ρωτάω ξανά και ξανά. Πάντα με απασχολούν οι ερωτήσεις – Πώς να χρησιμοποιήσεις τον χρόνο σου; Πώς φθάσαμε εδώ; Πού πάμε; Και φυσικά πού θα πάμε απόψε;». Γελάει δυνατά.

   ------------------------------------------------------------------------------------------------


Ορχάν Παμούκ: «Ολος ο κόσμος στην Τουρκία φοβάται, δεν είναι φυσιολογικό»


Δημοσίευση: 07 Δεκ. 2014

Ορχάν Παμούκ:«Δεν έχω δει τίποτα παρόμοιο πουθενά

 «Όλος ο κόσμος στην Τουρκία φοβάται, δεν είναι φυσιολογικό»


Ο τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2006, κατήγγειλε την ατμόσφαιρα «φόβου» που επικρατεί στη χώρα του και τις πιέσεις που ασκεί η ισλαμοσυντηρητική κυβέρνηση στην ελευθερία του Τύπου, σε μια σπάνια συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε την Κυριακή σε τουρκική εφημερίδα.

«Το χειρότερο είναι ότι υπάρχει φόβος. Παρατηρώ ότι όλος ο κόσμος φοβάται, δεν είναι φυσιολογικό (…) Η ελευθερία της έκφρασης έχει πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο», δήλωσε ο Παμούκ στη συνέντευξή του στην εφημερίδα Hurriyet με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του νέου του βιβλίου, που ακόμη δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, «Το μουσείο της αθωότητας».

Ο συγγραφέας κατήγγειλε τις πιέσεις που ασκεί στα μέσα ενημέρωσης της Τουρκίας η κυβέρνηση και κυρίως τις ενέργειες της δικαιοσύνης και τις απολύσεις δημοσιογράφων που πρόσκεινται στην αντιπολίτευση.

«Πολλοί φίλοι μου λένε ότι αυτός ή εκείνος ο δημοσιογράφος έχασε τη δουλειά του. Πλέον ακόμη και οι δημοσιογράφοι που πρόσκεινται στην εξουσία διώκονται. Δεν έχω δει τίποτα παρόμοιο πουθενά», τόνισε ο 62χρονος Παμούκ.

Ο συγγραφέας σχολίασε επίσης τις πρόσφατες δηλώσεις του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είπε ότι οι άνδρες και οι γυναίκες δεν είναι ίσοι «διότι αυτό είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση», προκαλώντας αντιδράσεις διεθνώς.

«Το τελευταίο μου (βιβλίο) αναφέρεται στην καταπίεση των γυναικών στην Τουρκία (…) Αν πρέπει να επικρίνουμε την Τουρκία κοιτώντας την με μια ματιά από το εξωτερικό, θα ήταν για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία. Οι πολιτικοί μας κάνουν απερίσκεπτες δηλώσεις για το θέμα, σαν να θέλουν να προκαλέσουν αντιδράσεις», είπε ο Παμούκ αναφερόμενος στα σχόλια του Ερντογάν.


   --------------------------------------------------------------------------------------------------




Ιστανμπούλ


Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ

Γράφει ο Λουκάς Θεοχαρόπουλος

 Ο γνωστός μας Τούρκος συγγραφέας, Ορχάν Παμούκ τιμημένος με Νόμπελ λογοτεχνίας (2006), αναγνωρίζεται σήμερα ως μια κορυφαία μορφή των Τουρκικών γραμμάτων. Τα μυθιστορήματά του έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.

Στην Ελλάδα αρκετά χρόνια πριν την βράβευσή του από τις εκδόσεις «ΠΑΤΑΚΗ», κυκλοφόρησε το (1990) η πρώτη μετάφραση του βιβλίου του το «Λευκό Κάστρο» για να ακολουθήσουν έως σήμερα από την ΩΚΕΑΝΙΔΑ οι μεταφράσεις 7 έργων του βραβευμένου συγγραφέα.
Η  μεταφράστρια Στέλλα Βρεττού είναι άριστη γνώστης της Τουρκικής γλώσσας, της ιστορίας και της σημερινής πραγματικότητας της γειτονικής χώρας, σαν ομογενής από την Κωνσταντινούπολη. Οι μεταφράσεις της στην ελληνική κατέστησαν το έργο του συγγραφέα πολύ προσιτό στο αναγνωστικό κοινό. Οι θέσεις του Παμούκ μέσω των έργων του όπως το «χιόνι» για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων στην Τουρκία, ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυρίας σε καθεστωτικούς κύκλους και σε ευρύτερα στρώματα της συντηρητικής κοινωνίας. 

 Η «Ιστανμπούλ – Πόλη και αναμνήσεις», αυτοβιογραφικό περισσότερο από τα άλλα βιβλία του Παμούκ, αποτελείται από 27 κεφάλαια, όπως και ένα τελευταίο με σημειώσεις για τις φωτογραφίες του βιβλίου. 

 Η αφήγηση είναι πάντα σε πρώτο πρόσωπο, έχει στόχο να εξηγήσει και να ακτινογραφήσει ένα τόπο την Ιστανμπούλ, την Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα δυο αυτοκρατοριών της Βυζαντινής και της Οθωμανικής. Κοσμοπολίτικη παλαιότερα, μια εκτουρκισμένη τερατούπολη σήμερα, άναρχα απλωμένη πέραν από τις δυο ακτές του Βοσπόρου. Την πόλη της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του και το Φανταστικό Μουσείο του συγγραφέα, στο οποίο ένας πραγματικός χώρος έχει μετατραπεί σε μουσείο από τον ίδιο τον Παμούκ. Ο Παμούκ ξεναγείται στην γενέθλια πόλη, σαν ένας ταπεινός επισκέπτης στο δικό του προσωπικό Φανταστικό Μουσείο. Η πόλη του Παμούκ δεν διακρίνεται από το σπίτι του, μιλώντας για την Ιστανμπούλ, θυμάται την Κωνσταντινούπολη της ιστορίας, όπου γεννήθηκε, σε μια γαλλοθρεμένη μεγαλοαστική οικογένεια, με δυτικούς τρόπους. Φορέα των κοσμικών ιδεών που κυοφορούνται στο σώμα της παλαιάς αυτοκρατορικής πρωτεύουσας των δυο πολιτισμών. Στην Ιστανμπούλ του Παμούκ, χωρούν ο Βόσπορος με τα βαπόρια, ξένοι περιηγητές, ζωγράφοι, αρχιτέκτονες, συγγραφείς του περασμένου αιώνα που επισκέφθηκαν, περιέγραψαν και ζωγράφισαν την πόλη. Η μνήμη μας επανέρχεται στους Κορμτινζ, Μελίν, Γκοτιέ, Ράσκιν, Αγκάθα Κρίστι. Τα ονομαστά καταστήματα των Ελλήνων και Αρμενίων της Πόλης, η μελαγχολία των χαλασμάτων, των μισοερειπωμένων συνοικιών, οι πυρκαγιές στα ξύλινα οθωμανικά κονάκια της δεκαετίας του ’60, θυσία στο βωμό της ανοικοδόμησης πολυκατοικιών. 

 Η μελαγχολία των χαλασμάτων των απόμερων γειτονιών περιγράφεται και στα έργα ονομαστών Τούρκων συγγραφέων του μεσοπολέμου, όπως του Τανπινάρ και Γιαχγια Κεμάλ που μεγάλωσαν στην εποχή των εθνοτήτων, τέλη του 19ου αιώνα μια μεταβατική περίοδο για την οθωμανική αυτοκρατορία. Η Αγία Σοφία, κατά τον Παμούκ, που υπερέχει στην γραμμή του ορίζοντα της πόλης, δίνει μια κοσμοπολίτικη ομορφιά. 

 Η σχέση του Παμούκ με την πόλη του, ξεκινά από την νηπιακή του ηλικία, όταν γνώριζε την πόλη από την αγκαλιά της μητέρας του, συνεχίζοντας ως μαθητής στο σχολείο και στα αριστοκρατικά γυμνάσια της πόλης, όπου γνωρίζει νέους και νέες από τις διάφορες συνοικίες της. Ένα άλλο στοιχείο που αναγνωρίζει ο Παμούκ στη πόλη του είναι η έντονη βαθιά και αναπόδραστη συλλογική μνήμη, το ιστορικό βάρος της Κωνσταντινούπολης. Τα παλάτια των σουλτάνων και των πασάδων που έγιναν μουσεία ή σχολεία, οι βυζαντινές εκκλησίες με τα μάρμαρα και τις κεραμοσκεπές, τα αγέρωχα βυζαντινά τείχη ανάμεσα στις συνοικίες της πόλης, τα πέτρινα ρωμαϊκά υδραγωγεία, μνημεία μάρτυρες ενός πολιτισμού, που δείχνουν την σταθερότητα της πέτρας και του μαρμάρου, έναντι του ξύλου της πλίνθου ή του τσιμέντου με τα οποία είναι χτισμένα τα αρχοντικά και οι πολυκατοικίες αλλά τα δημόσια κτίρια των τελευταίων αιώνων. 

 Οι πολύβοες και πολύχρωμες λαϊκές συνοικίες της Πόλης, Νισάντας, Μπεσικτάς, Μπέγιογλου, δημιουργήματα της μεταπολεμικής αστυφιλίας, η μεγάλη πλατεία Ταξίμ σύμβολο της κεμαλικής δημοκρατίας με τους εφημεριδοπώλες και τους άλλους πλανόδιους πωλητές. Το πολυτεχνείο, τα διάφορα κολέγια και πανεπιστήμια, το μουσείο ζωγραφικής και γλυπτικής, τα τραμ και το μετρό της πόλης, εικόνες φαινομενικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους. Στο βιβλίο του Παμούκ γίνονται σκηνές που συνδέονται σπονδυλωτά, γιατί απορρέουν και στηρίζονται στο μεγάλο σύνολο που λέγεται Κωνσταντινούπολη / Ιστανμπούλ. Η αρχιτεκτονική του κειμένου, μοιάζει με την αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης. Η συνεχής ροή εικόνων, ιστορικών στοιχείων μας θυμίζει την πυκνότητα και την ποικιλομορφία του αστικού ιστού της Πόλης.

Ορχάν Παμούκ 

ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ

O Ορχάν Παμούκ περπατάει στη συνοικία Μπαλάτ της Κωνσταντινούπολης, κοντά στον Κεράτιο Κόλπο.
O Ορχάν Παμούκ περπατάει στη συνοικία Μπαλάτ της Κωνσταντινούπολης, κοντά στον Κεράτιο Κόλπο.

03.04.2014

Ο Ορχάν Παμούκ μιλάει για την Πόλη του

JOSHUA HAMMER / NEW YORK TIMES NEWS SERVICE / ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΕΛΑΝΑ ΒΡΟΝΤΗ


Ένα απόγευμα με δυνατό αέρα, ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ στεκόταν σε μια πλατεία γεμάτη πεσμένα φύλλα, κοντά στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, απορροφημένος από τις αναμνήσεις του. Προσπέρασε σταθμευμένες μοτοσικλέτες, γερές βελανιδιές και ένα πέτρινο σιντριβάνι, χαζεύοντας μεταχειρισμένα βιβλία σε παραφορτωμένους πάγκους βιβλιοπωλείων, που βρίσκονταν στο ισόγειο μιας σειράς από κτίρια στο χρώμα της ώχρας. To Σαχαφλάρ Τσαρσίσι, το παζάρι μεταχειρισμένων βιβλίων της Κωνσταντινούπολης, ελκύει λογοτεχνικούς τύπους σαν τον Ορχάν Παμούκ, από την περίοδο του Βυζαντίου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Παμούκ, φοιτητής αρχιτεκτονικής τότε και επίδοξος ζωγράφος με αγάπη για τη δυτική λογοτεχνία, έφευγε νωρίς από το σπίτι με το αυτοκίνητό του και, διασχίζοντας τον Κεράτιο Κόλπο, έφτανε στο παζάρι, με σκοπό να βρει τουρκικές μεταφράσεις των έργων των Τόμας Μαν, Αντρέ Ζιντ και άλλων Ευρωπαίων συγγραφέων. «Ο πατέρας μου ήταν καλός και μου έδινε χρήματα. Ερχόμουν εδώ τα πρωινά του Σαββάτου και γέμιζα το πορτ-μπαγκάζ με βιβλία», θυμάται ο νομπελίστας, που στέκεται δίπλα στην προτομή του Ιμπραήμ Μουτεφερίκα, του ανθρώπου που τύπωσε ένα από τα πρώτα βιβλία της Τουρκίας -ένα αραβοτουρκικό λεξικό- το 1732.

«Κανείς άλλος δεν ήταν εδώ τα Σάββατα. Παζάρευα, μιλούσα, συζητούσα. Ηξερα κάθε υπάλληλο. Τα πάντα όμως έχουν αλλάξει σήμερα», είπε υπαινισσόμενος την τουριστική ατμόσφαιρα και την εξαφάνιση των ιδιόρρυθμων τύπων που έτυχε να γνωρίσει ο ίδιος, όπως έναν πωλητή χειρογράφων, ο οποίος ταυτόχρονα κήρυττε τη διδασκαλία του σουφισμού. Τώρα πια, όπως είπε, «έρχομαι μία φορά το χρόνο».

Μια μαγική και μελαγχολική πόλη

Ο Παμούκ γεννήθηκε το 1952, τριάμισι χιλιόμετρα μακριά από την αγορά, στην ακριβή περιοχή του Νισάντασι. Γιος επιχειρηματία που σκόρπισε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του σε λάθος επενδύσεις, μεγάλωσε περιστοιχισμένος από συγγενείς και υπηρέτες. Ομως οι καβγάδες των γονιών του και το μόνιμο αίσθημα μιας οικογένειας υπό διάλυση βύθισαν τα νιάτα του σε ανασφάλεια και, κατά περιόδους, μελαγχολία.

Ο συγγραφέας έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, τόσο στο Νισάντασι όσο και στο κοντινό Τζιχανγκίρ, πλάι στον Βόσπορο. Η λογοτεχνία του είναι βαθιά ριζωμένη στην πόλη του, όπως είναι του Ντίκενς στο Λονδίνο και του Ναγκίμπ Μαχφούζ στο Κάιρο. Στα μυθιστορήματά του, το «Μουσείο της αθωότητας», «Το μαύρο βιβλίο» καθώς και το αυτοβιογραφικό «Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις», προβάλλεται μια μαγική και συνάμα μελαγχολική πόλη, τα απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας, διχασμένης από τη σύγκρουση ανάμεσα στους κεμαλικούς και τους ισλαμιστές και αποπλανημένης από τη Δύση. Οι περισσότεροι ήρωες του Παμούκ ανήκουν στην κοσμική ελίτ και οι ερωτικές τους σχέσεις, οι έχθρες και τα πάθη διαδραματίζονται σε καφέ και σε υπνοδωμάτια λίγων γειτονιών.

«Έκανα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό το 1959, όταν πήγα στη Γενεύη με τον πατέρα μου για το καλοκαίρι και δεν ξαναέφυγα από την Ιστανμπούλ μέχρι το 1982», μου είπε ο Παμούκ. «Ανήκω σε αυτή την πόλη».

Το Μουσείο της Αθωότητας στο Τζιχανγκίρ

Το περασμένο φθινόπωρο έστειλα ένα μέιλ στον Ορχάν Παμούκ, ζητώντας του να με ξεναγήσει στις γειτονιές που διαμόρφωσαν τη ζωή και το έργο του. Υστερα από τόσες επισκέψεις στην Κωνσταντινούπολη, ήθελα να δω κάτι πέρα από τα αξιοθέατα, να παρατηρήσω την πόλη με τα δικά του μάτια - ένα μέρος επικής ιστορίας και βαθιών προσωπικών συνειρμών. Ο Παμούκ αμέσως συμφώνησε και δύο μήνες αργότερα τον συνάντησα στο σπίτι του, στην εύπορη συνοικία Τζιχανγκίρ. Το διαμέρισμά του βλέπει στο Τζαμί του Τζιχανγκίρ -ένα μονόλιθο κτίριο του 16ου αιώνα, πλαισιωμένο από μιναρέδες- και στον Βόσπορο, το στενό που σχηματίζει το σύνορο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Συναντηθήκαμε την περίοδο που ολοκλήρωνε το νέο του μυθιστόρημα «A Strangeness in My Mind» (πρόκειται να εκδοθεί στα Αγγλικά το 2015), ένα βιβλίο που καταγράφει τη ζωή ενός μικροπωλητή από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα. Αυτό το συννεφιασμένο απόγευμα, λοιπόν, περπατήσαμε κάνοντας ζιγκ ζαγκ, σχεδόν παράλληλα με τον Βόσπορο, μέχρι την καρδιά του Τζιχανγκίρ, μιας περιοχής που κάποτε κατοικούνταν κυρίως από Ελληνες. Το Τζιχανγκίρ είναι τώρα μια τρέντι γειτονιά γεμάτη με καλλιτέχνες και συγγραφείς, κομψά καφέ, αντικερί και διαμερίσματα με πανάκριβο ενοίκιο.

Στην αναβάθμιση της περιοχής έπαιξε ρόλο ένα δημιούργημα του Ορχάν Παμούκ: το Μουσείο της Αθωότητας, το οποίο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό το 2012. Το μουσείο είναι ένα μνημείο νοσταλγίας για τη ζωή στην Πόλη τη δεκαετία του ’70 και αποτίνει φόρο τιμής στη δύναμη του παθιασμένου έρωτα. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του συγγραφέα, περιγράφει την ιστορία του πλούσιου μεγαλοαστού Κεμάλ, που ερωτεύτηκε τη φτωχή πωλήτρια Φισούν και, τυφλός από έρωτα, μάζευε χρόνια ολόκληρα οτιδήποτε είχαν αγγίξει τα χεράκια της.

Ο Παμούκ βρήκε ο ίδιος το κτίριο όπου θα στεγαζόταν το μουσείο και συγκέντρωσε τα αντικείμενα της έκθεσης από υπαίθριες αγορές και από τα οικογενειακά του κειμήλια. Τα εκθέματα είναι τακτοποιημένα σε προθήκες, που ακολουθούν τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου, εις ένδειξιν της αγάπης άνευ όρων που αισθάνθηκε ο ήρωάς του: κρυστάλλινα μπουκάλια αρωμάτων, πορσελάνινα σκυλάκια, καρτ ποστάλ από την Κωνσταντινούπολη και 4.213 αποτσίγαρα που υποτίθεται ότι έχει καπνίσει η Φισούν, καθένα στη μικροσκοπική του βιτρίνα. «Δεν εξέδωσα βιβλίο για χρόνια, αλλά δικαιολογούμαι», μου είπε ο Παμούκ. «Εφτιαξα ένα μουσείο στο ενδιάμεσο».

  Τα ποδηλατάδικα στο Καράκιοϊ και το Τούνελ πιο κάτω στην πλαγιά είναι η πλατεία Καράκιοϊ. Πρόκειται για έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο μπροστά στην προκυμαία, όπου καταλήγουν λεωφόροι με μοντέρνα αρχιτεκτονήματα και κτίρια της οθωμανικής περιόδου, μπαζάρ φαγητού και καταστήματα με ηλεκτρικές συσκευές. Πλανόδιοι πωλούν χυμό από ρόδι και σιμίτ, το γνωστό τουρκικό κουλούρι. Χωμένο πίσω από μια λεωφόρο βρίσκεται ένα στενάκι με οίκους ανοχής που έχουν τη συγκατάθεση του κράτους και φρουρούνται από την αστυνομία. Η περιοχή του Καράκιοϊ ξυπνά στον Ορχάν Παμούκ έντονες μνήμες από την παιδική του ηλικία. Μου έδειξε ένα μέρος με ποδηλατάδικα, όπου ο πατέρας του του είχε αγοράσει το πρώτο του ποδήλατο. Πιο κάτω είναι το πέρασμα που οδηγεί στο Τούνελ, ένα από τα παλιότερα υπόγεια μέσα μαζικής μεταφοράς στον κόσμο.

Διασχίζουμε τη Γέφυρα του Γαλατά, της καρδιάς της παλιάς πόλης, απολαμβάνοντας στα μισά της διαδρομής τη θέα: τουριστικά φέρι και ιδιωτικά σκάφη πλέουν προς τον Κεράτιο Κόλπο και από τη μία πλευρά βλέπουν τα τζαμιά του σουλτάνου Αχμέτ και από την άλλη τα απότομα βουνά του Τζιχανγκίρ. «Παλιά, αυτή ήταν μια ξύλινη γέφυρα και, όταν ήμουν μικρός, έπρεπε να πληρώσεις για να την περπατήσεις», είπε, «αλλά μπορούσες επίσης να νοικιάσεις βάρκες. Θυμάμαι που η μητέρα μου με είχε περάσει απέναντι με μια βάρκα τη δεκαετία του ’50».

Πριν από έναν αιώνα, «όλα τα πλοία που έρχονταν από τη θάλασσα του Μαρμαρά, από τη Μεσόγειο, κατέληγαν εδώ», μου είπε ο συγγραφέας.

Στο βιβλίο του «Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις», ο Παμούκ συλλαμβάνει τη μελαγχολία που πότιζε τη μητρόπολη κατά την παιδική του ηλικία, όταν ακόμα υπέφερε από μια παρατεταμένη παρακμή, μετά την πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Περιγράφει «τα παλιά φεριμπότ του Βοσπόρου που αγκυροβόλησαν σε έρημες ναυτικές βάσεις στη μέση του χειμώνα, τους παλιούς βιβλιοπώληδες που κλυδωνίζονταν από τη μια οικονομική κρίση μετά την άλλη και περίμεναν τρέμοντας όλη μέρα για έναν πελάτη να επιστρέψει».

Η αυτοβιογραφία του, που κυκλοφόρησε το 2001, περιγράφει τη ζωή του έως το σημείο που αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, το 1973, παρουσιάζοντας μια διαφορετική πτυχή της ιστορίας της Πόλης. «Η Πόλη ήταν φτωχή, δεν ήταν Ευρώπη, και ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αναρωτιόμουν: “Μπορώ ζώντας εδώ να είμαι χαρούμενος και να ικανοποιήσω τη φιλοδοξία μου;”. Αυτά ήταν τα διλήμματα που αντιμετώπιζα», μου είπε. «Όταν εκδόθηκε το βιβλίο, η νεότερη γενιά μού είπε: “Η δική μας Ιστανμπούλ δεν είναι μαύρη ή άσπρη, είμαστε ευτυχισμένοι εδώ”. Δεν ήθελαν να ακούσουν για τη μελαγχολία, τη δική μου βρώμικη εκδοχή της ιστορίας της πόλης». Ο ήλιος άρχισε να δύει. Περπατούσαμε επί σχεδόν τέσσερις ώρες σε έξι συνοικίες, «ξύνοντας» το τουριστικό προσωπείο της πόλης και αναδεικνύοντας την πιο σύνθετη πλευρά της. «Αυτή είναι η ομορφιά τού να ζει κανείς εδώ», μου είπε ο Παμούκ. Τότε πήραμε το δρόμο της επιστροφής, κατηφορίζοντας τα λιθόστρωτα σοκάκια προς τη γέφυρα του Ατατούρκ.


   -----------------------------------------------------------------------------------------------


ορχάν παμούκ


12 Οκτωβρίου 2015


Ορχάν Παμούκ: "Κύριε Ερντογάν, ο λαός θέλει ειρήνη"


«Η είδηση της επίθεσης μου ράγισε την καρδιά. Αντέδρασα λέγοντας ότι όλοι οι Τούρκοι, οι φιλελεύθεροι, οι δημοκράτες, οι υποστηρικτές του κοσμικού χαρακτήρα της χώρας είναι μαζί με τους Κούρδους και τους συμπαθούν, γιατί ο λαός αυτός θέλει την ειρήνη» σχολιάζει ο νομπελίστας συγγραφέας Ορχάν Παμούκ σε παρέμβασή του μέσω της La Reppublica, στην οποία επικρίνει αυστηρά τον Ταγίπ Ερντογάν. 

«H εκλογική ήττα εξόργισε τον Ερντογάν (...)», οι Κούρδοι «δεν τον εμπιστεύτηκαν με την ψήφο τους για το σχέδιό του της προεδρικής Δημοκρατίας», εκτιμά ο Παμούκ που βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, απαντώντας σε ερώτηση της εφημερίδας.

«Κυβέρνηση και στρατός αποφάσισαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο κατά του κουρδικού κινήματος», δήλωσε ο Τούρκος συγγραφέας προσθέτοντας «ολόκληρη η χώρα καταλαβαίνει σήμερα το σχέδιο του Ερντογάν. Αρχικά δεν θέλησε να μετάσχει στο διεθνή συνασπισμό που πολεμά το ισλαμικό χαλιφάτο. Μετά δέχτηκε να κάνει αυτό που του ζητούσαν οι Αμερικανοί. Ωστόσο ταυτόχρονα με το χαλιφάτο άρχισε να βομβαρδίζει τους Κούρδους».

«Η είδηση της επίθεσης (στην Άγκυρα) μου ράγισε την καρδιά. Αντέδρασα λέγοντας ότι όλοι οι Τούρκοι, οι φιλελεύθεροι, οι δημοκράτες, οι υποστηρικτές του κοσμικού χαρακτήρα της χώρας είναι μαζί με τους Κούρδους και τους συμπαθούν, γιατί ο λαός αυτός θέλει την ειρήνη», δήλωσε ο Παμούκ.

«Μια χώρα σε ειρήνη βρέθηκε ξαφνικά σε πόλεμο, ταυτόχρονα κατά του ισλαμικού χαλιφάτου και κατά του ΡΚΚ», των Κούρδων ανταρτών της Τουρκίας, εκτιμά.

Πηγή: efsyn.gr

   ----------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του

– Της Λαμπρινής Κουζέλη, Το Βήμα, 12/2/12


Η πορεία μιας οικογένειας και ενός έθνους είναι το θέμα του πρώτου μυθιστορήματος που ολοκληρώνει ο Ορχάν Παμούκ το 1978, σε ηλικία 26 ετών, έπειτα από μία τετραετία συγγραφικού μόχθου. Το υποβάλλει το 1979 σε διαγωνισμό και κερδίζει ένα συμβόλαιο για την έκδοσή του. Μεσολαβεί όμως το πραξικόπημα του 1980 και το βιβλίο κυκλοφορεί τελικά το 1982.
Εχοντας πρότυπο την οικογενειακή σάγκα των Μπούντενμπροκ του Τόμας Μαν, το μυθιστόρημα Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του αφηγείται την ιστορία της Τουρκίας από το 1905 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρακολουθώντας τη ζωή τριών γενεών. Ο Τσεβτνέτ μπέη, ένας δραστήριος μουσουλμάνος έμπορος στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καταφέρνει να επιβιώσει του ιδεολόγου νεότουρκου αδελφού του, να πλουτίσει και να ενταχθεί στην αστική μη μουσουλμανική ελίτ. Στους γιους του, που μεγαλώνουν στην εποχή της Τουρκικής Δημοκρατίας, δίνει ευρωπαϊκή ανατροφή. Ο πρώτος ασπάζεται βολικά τις αρχές της αστικής τάξης, ο δεύτερος αναζητεί ένα όνειρο που δεν μπορεί να κατονομάσει.

«Δεν πενθώ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χαίρομαι που έγινε η διαδικασία του εκδυτικισμού. Απλώς σχολιάζω τον περιορισμένο τρόπο με τον οποίο η τάξη της κυρίαρχης ελίτ – εννοώ τους γραφειοκράτες και τους νεόπλουτους – έχει αντιληφθεί τον εκδυτικισμό. Δεν προσπάθησαν να δημιουργήσουν έναν ουσιαστικό συνδυασμό Ανατολής – Δύσης∙ απλώς έβαλαν μαζί ανατολικά και δυτικά στοιχεία» τονίζει ο Παμούκ στο αυτοβιογραφικό – Άλλα χρώματα - (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2010).

Τις εντάσεις και τις παλινδρομήσεις που προκύπτουν από αυτή την άναρχη συνύπαρξη αποτυπώνει, στο ξεκίνημά τους, σε αυτό το μυθιστόρημα, στο οποίο διακρίνουμε τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του: τη γλαφυρή αφήγηση, τις πλούσιες εικόνες από το αριστοκρατικό Νισάντασι, την αγορά στο Μπέιογλου και τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, τη λεπτομερή αναπαράσταση της ιδιωτικής ζωής στη σύγχρονη Τουρκία.

Αξιοσημείωτη είναι η πορεία του βιβλίου στη διεθνή αγορά. Στα αγγλικά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί. Στα ελληνικά μόλις κυκλοφόρησε, ακολουθώντας το πολύ μεταγενέστερο – Μουσείο της αθωότητας - (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2009). Οφείλεται η καθυστερημένη εμφάνισή του στο είδος της γραφής, στο ότι είναι «ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα», όπως λέει ο Παμούκ στα Άλλα χρώματα; Αν ισχύει αυτό, τότε πιθανόν το πρωτόλειό του, ο μεγάλος ερμηνευτικός καμβάς των μεταγενέστερων έργων του, ευνοείται εκδοτικά, 30 χρόνια από την πρώτη έκδοσή του, από την πρόσφατη αναβίωση της επικής παραδοσιακής αφήγησης.

   -----------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Τούρκος συγγραφέας μπροστά σε τζαμί στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 2006, λίγες ημέρες προτού ανακοινωθεί η βράβευσή του με το Νομπέλ Λογοτεχνίας

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Παμούκ διά χειρός Παμούκ

Κουζέλη Λαμπρινή





Μικρός ονειρευόταν να ζωγραφίζει. Μεγαλώνοντας ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας.
Τελικά τον κέρδισε η λογοτεχνία. Και σήμερα ο νομπελίστας τούρκος λογοτέχνης, ο παραμυθάς με τις πολιτικές ανησυχίες, αυτοβιογραφείται στον τόμο «Άλλα χρώματα»

Μια φορά κι έναν καιρό ένας τούρκος πατέρας είπε στον γιο του: «Μια μέρα θα γίνεις πασάς!» . Έτσι κι έγινε. Μεταφορικά βέβαια. Περίπου με αυτά τα λόγια περιέγραψε στην ομιλία του κατά την τελετή απονομής των βραβείων Νομπέλ το 2006 ο βραβευθείς Ορχάν Παμούκ την εμπιστοσύνη του υπερήφανου πατέρα του στο ταλέντο του και την πεποίθησή του ότι κάποτε θα κατάφερνε να λάβει το υπέρτατο λογοτεχνικό βραβείο.«Χαρτί,μολύβι και αισιοδοξία,σαν του παιδιού που βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά»χρειάζεται για να γράψεις ένα μυθιστόρημα, συνέχιζε ο Τούρκος συγγραφέας. Και απαραιτήτως μια καθημερινή δόση λογοτεχνίας, ανάγνωση ή γράψιμο, σαν φάρμακο.

Το άνετο αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε του παρείχε τη δυνατότητα για πυκνές συναντήσεις με τη Δύση. Η βιβλιοθήκη του πατέρα του ήταν εφοδιασμένη με την καλύτερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τα ταξίδια στον δυτικό κόσμο ήταν συχνά. Εζησε αρκετά χρόνια στην Αμερική, όπου πηγαινοέρχεται διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και δίνοντας διαλέξεις. Τις σκέψεις, τις εντυπώσεις και τις αναμνήσεις του από την επαφή με τη Δύση τις συγκεντρώνει στις ενότητες «Πολιτική, Ευρώπη και άλλα προβλήματα αυτοπροσδιορισμού» και «Άλλες πόλεις, άλλοι πολιτισμοί». Μεγαλώνοντας στις παρυφές της Ευρώπης είχε, λέει, την εντύπωση ότι η Δύση ήταν το αληθινό «κέντρο του κόσμου», όπου η ζωή ήταν πιο πλούσια και πιο συναρπαστική. Ξέρει τώρα ότι έθνη και λαοί που προσέφεραν στον κόσμο την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα έχουν υποκύψει κατά καιρούς σε ανόητη αυταρέσκεια και επιστρέφει κάθε φορά στην πατρίδα του, ως περιηγητής από τη Δύση, κοιτώντας την με ανανεωμένο ενδιαφέρον.

Είναι ένας παραμυθάς που σέβεται την παράδοση αλλά εκφράζει με τόλμη τις απόψεις του για τα εθνικά εγκλήματα του παρελθόντος. Το 2005 αναφέρθηκε δημόσια στη γενοκτονία των Αρμενίων και στις χιλιάδες των Κούρδων που σκοτώθηκαν στην Τουρκία. Δεν είναι το πρότυπο του συγγραφέα-ακτιβιστή, εκφέρει όμως λόγο πολιτικό με τα βιβλία του ή όταν οι περιστάσεις τού δίνουν την ευκαιρία. Η ομιλία του στη Φραγκφούρτη, όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Ειρήνης της Ένωσης Γερμανών Βιβλιοπωλών το 2005, με τίτλο «Στο Καρς και στη Φραγκφούρτη», είναι ένα συναρπαστικό κείμενο όπου ζυμώνει ανεξάντλητες αναφορές από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία με την τουρκική εμπειρία και αφηγείται πώς συναντάται η Ανατολή με τη Δύση στην Ιστορία και η Τουρκία με την Ευρώπη εν μέσω σκληρών διαπραγματεύσεων, τι σημαίνει ταυτότητα και διαφορετικότητα, παράδοση και εκσυγχρονισμός.

Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής 


Δοκίμια, συλλογή στοχασμών, μεταμοντέρνα αυτοβιογραφία, σκίτσα με λέξεις; Παλαιότερα θα χαρακτηρίζαμε τα Αλλα χρώματατόμο «σύμμεικτο», όπου κείμενα ανόμοια συστεγάζονται σε έναν τόμο- μερικές φορές βίαια- για να μη μείνουν ξεχασμένα στο συρτάρι του συγγραφέα. «Αποτελείται από ιδέες, εικόνες καικομμάτια ζωής που δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση τους σε κάποιο από τα μυθιστορήματά μου» αποφαίνεται ο ίδιος για το βιβλίο, το οποίο συνθέτουν εβδομήντα τρία κείμενα, εκτενή τεκμηριωμένα άρθρα που δημοσίευσε σε περιοδικά και εφημερίδες, «στιγμές ύπαρξης» οι οποίες καταγράφηκαν στο χαρτί, σύντομα δοκίμια που έγραφε και εικονογραφούσε ο ίδιος σε μια καθισιά για το πολιτικόσατιρικό περιοδικό «Οκιούζ», ομιλίες, συνεντεύξεις, σχόλια, αποσπάσματα ημερολογίου και μία ιστορία.

Το τουρκικό χειρόγραφο από το οποίο έγιναν η ελληνική αλλά και η αγγλική μετάφραση οργανώθηκε πάνω στον σκελετό μιας συλλογής πεζών κειμένων που κυκλοφόρησε με τον τίτλο Οteki Renkler στην Τουρκία το 1999. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο έργα είναι μεγάλες. Εγιναν προσθαφαιρέσεις υλικού. Υπάρχουν αλλαγές στο ύφος. Η Στέλλα Βρετού, η μεταφράστρια του Παμούκ, το πιστοποιεί. Το διευκρινίζει όμως κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογό του. Η έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα«ολότελα καινούργιο βιβλίο», μια «σειρά από αυτοβιογραφικά κομμάτια», που τα«οργάνωνε» σε ένα βιβλίο με «αυτοβιογραφικό πυρήνα».

Ο Παμούκ που αναδύεται από τα Αλλα χρώματα είναι ο δημοφιλής, αναγνωρισμένος και πολυβραβευμένος συγγραφέας. Εκείνος που εκφωνεί ομιλίες σε τελετές βράβευσης και σε διεθνή συνέδρια, εκείνος ο οποίος παραχωρώντας συνέντευξη για τη θρυλική σειρά συνεντεύξεων του περιοδικού «Ρaris Review» κατοχυρώνει τη θέση του στο πάνθεον των πανθομολογουμένως μεγάλων συγγραφέων.

Οι ομιλίες και η συνέντευξη περιχαρακώνουν τα όρια μέσα στα οποία επιλέγει ο συγγραφέας να τοποθετήσει τον εαυτό του. Παρομοίως και τα δοκίμια λογοτεχνικής κριτικής που έχει διαλέξει για την ενότητα «Βιβλία και ανάγνωση», τα οποία δηλώνουν τις μεγάλες πνευματικές του συγγένειες: Λόρενς Στερν, Ουγκό, Ντοστογέφσκι, Ναμπόκοφ, Καμί, Τόμας Μπέρνχαρτ... Μαζί ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και ο Σαλμάν Ρούσντι από τους νεότερους και βεβαίως οι «Χίλιες και μία νύχτες».

Ο ίδιος υποδεικνύει έμμεσα και το πλαίσιο εντός του οποίου θα γίνει η πρόσληψη των έργων του στην ενότητα «Τα βιβλία μου είναι η ζωή μου». Επιμελείται την επιλογή από συνεντεύξεις για την Καινούργια ζωή και το Με λένε Κόκκινο, διαλέγει αποσπάσματα σημειώσεων από τα τετράδια ημερολογίου για το Χιόνι, κάνει απολογισμό για το Μαύρο βιβλίο και γράφει τον επίλογο για το Λευκό κάστρο.

Η πρόθεση δεν κρύβεται, ο Ορχάν Παμούκ επιχειρεί να κατασκευάσει το πλαίσιο της πρόσληψής του. Το αν τα καταφέρνει μένει στους αναγνώστες να το αποφασίσουμε.

«Γράφω γιατί φοβάμαι μη με ξεχάσουν»
«Δεν γράφω για να πω μια ιστορία αλλά για να τη συνθέσω» λέει ο Ορχάν Παμούκ.Κάθε αυτοβιογραφία είναι μια κατασκευή του παρελθόντος μέσα από την οπτική του παρόντος.Ο Παμούκ των Αλλων χρωμάτων είναι ο φιλοδυτικός τούρκος διανοούμενος.Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς «συνέθετε» τον εαυτό του στα κείμενα της τουρκικής έκδοσης του 1999, πριν από το Χιόνι,το Μουσείο της αθωότητας και κυρίως την επίσης αυτοβιογραφική Ιστανμπούλ, πριν από τη δημοσιότητα της δίκης του,πριν από τις μεγάλες πωλήσεις, τις πολλές μεταφράσεις,την παγκόσμια φήμη,το Νομπέλ. Τα κείμενα στην παρούσα έκδοση δεν αναφέρουν πηγές και ημερομηνίες πρώτης δημοσίευσης.Είναι δύσκολο να ξύσουμε το παλίμψηστο και να εντοπίσουμε το αρχικό κείμενο.Ο Παμούκ κατασκευάζει τον εαυτό του όπως επιθυμεί να τον θυμόμαστε.Και εξομολογείται με τη γνωστή του αμεσότητα: «Γράφω γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία.Γράφω γιατί φοβάμαι μη με ξεχάσουν.Γράφω γιατί μου αρέσει η δόξα,το ενδιαφέρον που προκύπτει για μένα από το γράψιμο.Γράφω γιατί μου αρέσει να με διαβάζουν.Γράφω γιατί πιστεύω ότι τα βιβλία μου έτσι όπως είναι στημένα στα ράφια είναι αθάνατα».

Αβάσιμες ανησυχίες.Με ένα Νομπέλ στην κατοχή του αναμφίβολα περνά στους αθανάτους της ιστορίας της λογοτεχνίας.Με την ικανότητά του να διηγείται τις ιστορίες του σαν να είναι ιστορίες των άλλων και να διηγείται τις ιστορίες των άλλων σαν να είναι δικές του,οπωσδήποτε οι αναγνώστες δεν θα τον ξεχάσουν.

Ο τόμος Άλλα χρώματα είναι η αυτοπροσωπογραφία του Παμούκ... δια χειρός Παμούκ. Μικρός ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος. Μεγαλώνοντας σκόπευε να γίνει αρχιτέκτονας. Τελικά τον κέρδισε η λογοτεχνία. «Τρόπος ζωής και ανησυχίες» και «Εικόνες και κείμενα» τιτλοφορεί τις δύο ενότητες ετούτης της αφαιρετικής αυτοβιογραφίας που αφορούν τα καθημερινά και τα μικρά, της ψυχής και της οικογένειας. Εδώ διηγείται τις αγωνίες του για τη γραφή τριάντα χρόνια τώρα, την οδυνηρή ενηλικίωση μετά τον θάνατο του πατέρα του, τις βόλτες με την κόρη του, τη Ρουγιά, τη μάχη του να κόψει το κάπνισμα, τον διαρκή φόβο των κατοίκων της Ιστανμπούλ για τον σεισμό. 

      -------------------------------------------------------------------------------------------





Με λένε Κόκκινο

Περιγραφή:

1590. Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλτάνος αναθέτει κρυφά στους μικρογράφους του να του κατασκευάσουν ένα πολύ σημαντικό βιβλίο -δοξαστικό της αυτοκρατορίας και της ζωής του. Όμως αυτό το βιβλίο θα είναι διαφορετικό από τ άλλα, επειδή οι μικρογράφοι θα προσπαθήσουν να υιοθετήσουν μεθόδους και τεχνοτροπίες φράγκικες, εγχείρημα πολύ επικίνδυνο εκείνη την εποχή του άκρατου φονταμενταλισμού.

Όταν ένας από τους μικρογράφους δολοφονείται, ο Αρχιμικρογράφος και δάσκαλός του αναγκάζεται ν αποκαλύψει τον δολοφόνο. Άραγε ο δολοφονημένος μικρογράφος ήταν θύμα επαγγελματικού ανταγωνισμού, ερωτικής αντιζηλίας ή θρησκευτικού φανατισμού; Ίσως η αλήθεια κρύβεται σε κάποια από τις μισοτελειωμένες ζωγραφιές...

ΚΡΙΤΙΚΗ

Κάθε φορά που ο Ορχάν Παμούκ (γενν. Κωνσταντινούπολη, 1952) γράφει ένα βιβλίο οι απανταχού αναγνώστες του έχουν σίγουρη την απόλαυση που αυτό τους προσφέρει. Συμπληρώθηκαν ήδη είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του και κάτι λιγότερο από δέκα από τότε που οι «New York Times» έγραφαν γι αυτόν «Ένα αστέρι γεννιέται στην Ανατολή». Το αστέρι -κυριολεκτικά- έχει μέχρι σήμερα γράψει και δημοσιεύσει έξι μυθιστορήματα τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στη χώρα μας γνωρίσαμε τον εξαιρετικό αυτόν Τούρκο συγγραφέα τη δεκαετία του 1990, όταν κυκλοφόρησαν τέσσερα μυθιστορήματά του. Το «Με λένε Κόκκινο» είναι το πέμπτο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Στέλλας Βρεττού, βασικής μεταφράστριας του δύσκολου παμουκικού κόσμου. Ίσως ηχεί κάπως αδόκιμα ο όρος, αλλά πιστεύω πως είναι ακριβής, διότι ο Ορχάν Παμούκ με το μέχρι σήμερα έργο του έχει δημιουργήσει έναν προσωπικό, πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο κόσμο μέσα στον οποίο διασταυρώνονται η παλιά και η σύγχρονη Τουρκία. Μπορεί να πει κανείς πως ο Ορχάν Παμούκ είναι ο συγγραφέας του τουρκικού μεταίχμιου, ιστορικού, πολιτισμικού και κοινωνικού, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, των δύο όψεων του τουρκικού προσώπου, του δυτικού και του ανατολικού, και της, από αιώνων, σύγκρουσής τους καθώς και της προσπάθειας για την ανασύνθεσή του σ ένα ενιαίο πρόσωπο, η οποία ξεκινά μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της εγκαθίδρυσης του κεμαλικού κράτους, το 1924.

Και στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Παμούκ παραμένει σταθερός στην ιδεολογική του οπτική, την αντίθεση δηλαδή ανατολικού και δυτικού κόσμου. Μόνον που αυτή τη φορά γίνεται τολμηρότερος, εισχωρώντας στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ανατολικού κόσμου. Εκείνης του Ισλάμ. Για να το πράξει, χωρίς να διαταράξει επικίνδυνες ισορροπίες ο Παμούκ, υιοθετεί την ασφαλέστερη μέθοδο της επιστροφής στο παρελθόν. Ο,τι συμβαίνει, τοποθετείται στην Κωνσταντινούπολη, Ιστανμπούλ πλέον, το 1590, επί βασιλείας του Οθωμανού Σουλτάνου Μουράτ Γ!. Όμως προσοχή! Σε καμία περίπτωση ο Παμούκ δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα. Κάθε άλλο παρά τον ενδιαφέρει η Ιστορία, έτσι ώστε να τη μεταχειριστεί μεταφορικά αντιπαραβάλλοντάς τη με σύγχρονες συμπεριφορές. Για να αναδείξει το ζήτημα που πάγια τον απασχολεί, καταφεύγει στο μεγάλο κεφάλαιο της τέχνης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και μέσα από αυτό αναδύεται η αντίθεση των δύο κόσμων. Η ιδεολογική πλατφόρμα είναι το θεμελιώδες ερώτημα, πώς αντιμετωπίζουν την τέχνη, τη δημιουργία, το Ιερό Κοράνι από τη μια, οι δυτικοί από την άλλη.

Η «βλασφημία» της προσωπικής δημιουργίας
Το παραπάνω ερώτημα αναδεικνύεται, μ έναν έξοχο τρόπο, τόσο από την πλοκή του μυθιστορήματος όσο και από την ίδια του τη φόρμα. Το εύρημα του Τούρκου συγγραφέα και αυτή τη φορά είναι το βιβλίο, αλλά όχι ένα οποιοδήποτε βιβλίο ούτε κι ένα βιβλίο που προκαλεί θεμελιώδεις ανατροπές στους μυθιστορηματικούς ήρωες, όπως σε προηγούμενα μυθιστορήματά του. Εδώ πρόκειται για το βιβλίο που συνδυάζει δύο τέχνες μαζί, την ποίηση και τη ζωγραφική και κυρίως τη δεύτερη, δηλαδή την τέχνη της μικρογραφίας, της μινιατούρας. Η τέχνη της μικρογραφίας, της εικονογράφησης δηλαδή των χειρόγραφων βιβλίων, ξεκινά από την Περσία του 10ου αιώνα, όταν ο περίφημος Πέρσης ποιητής Φιρντουσί συνέθεσε το πρώτο Βιβλίο των Βασιλέων, που αποτελούνταν από πενήντα χιλιάδες στίχους, εικονογραφήθηκε από διάφορους μικρογράφους στους αιώνες που ακολούθησαν και σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της περσικής πολιτιστικής παράδοσης. Οι Πέρσες όμως είχαν, από πολύ παλαιότερα, ίσως και από τον 4ο αιώνα, τη συνήθεια να διακοσμούν τους τοίχους των παλατιών τους με ιστορικές και άλλες αναπαραστάσεις. Και αργότερα ένας ποιητής έγραφε κείμενα γι αυτές , κάτι σαν τις σημερινές λεζάντες. Ο Φιρντουσί ή Φιρντεφσί καθώς και ο Νιζαμί ήταν σπουδαίοι ποιητές. Η ποίηση, η λογοτεχνία και η μικρογραφία θα γνωρίσουν μεγάλη άνθηση στην Περσία κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των Σελτζούκων σουλτάνων, το 12ο αιώνα, θα επηρεάσουν τους Μογγόλους κατακτητές, οι οποίοι θα εισαγάγουν από τους Κινέζους το κόκκινο χρώμα και θα φτάσουν στο απόγειό τους την εποχή της δυναστείας των Τουριδών, που ιδρύει ο Ταμερλάνος το 1370. Από κει και πέρα τα εικονογραφημένα βιβλία και μάλιστα αυτά που οι Σουλτάνοι αναθέτουν στους μικρογράφους, οι οποίοι αποτελούν μια ιδιαίτερη κάστα, συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της περσοϊσλαμικής παράδοσης με κατάληξη στο μεγάλο οθωμανικό κράτος που δημιουργείται από το 1453 και μετά. Δύο είναι οι πιο ονομαστές σχολές της τέχνης της μικρογραφίας, του Σιράζ, που ακολουθεί την παλαιοπερσική παράδοση, και της Χεράτ, που είναι πιο αυστηρή όσον αφορά τις επιταγές του Ισλάμ. Στα τέλη όμως του 16ου αιώνα, οι Ανατολίτες μικρογράφοι, οι πιστοί του Ισλάμ, αρχίζουν να έρχονται σε επαφή με τη δυτική ζωγραφική και μάλιστα την αναγεννησιακή των Βενετσιάνων ζωγράφων. Και τότε; Τότε αρχίζει το μυθιστόρημα του Ορχάν Παμούκ. Στην Πόλη, το 1590, ο Σουλτάνος Μουράτ Γ! αναθέτει την αντιγραφή, την εικονογράφηση και τη διακόσμηση ενός «μυστικού» βιβλίου, όχι στο θεματοφύλακα της παραδοσιακής ζωγραφικής αρχιμικρογράφο Οσμάν, αλλά σ έναν λόγιο, πρώην πρέσβη της Αυτοκρατορίας στη Βενετία και επηρεασμένο από τη φράγκικη ζωγραφική.

Ενόσω το βιβλίο προχωρεί και η ομάδα των πιο εκλεκτών εικονογράφων, υπό την καθοδήγηση του επονομαζόμενου «θείου», εργάζεται με πάθος, οι φήμες από φανατικούς μουσουλμανικούς κύκλους, ότι καταπατούν τους ιερούς κανόνες του Κορανίου, υιοθετώντας φράγκικους τρόπους εικονογράφησης, τονίζοντας δηλαδή το πρόσωπο, την προοπτική και τη σκιά, θέλοντας, μ άλλα λόγια, και οι ίδιοι να ξεχωρίσουν ως δημιουργοί, ενώ δημιουργός είναι μόνον ο Αλλάχ, προκαλούν φόβο και ενοχές στους μικρογράφους. Ωσπου αυτός που νιώθει τις περισσότερες ενοχές και είναι σχεδόν έτοιμος να αποκαλύψει τι ακριβώς είναι το βιβλίο που ζωγραφίζουν, βρίσκεται δολοφονημένος. Ποιος από τους υπόλοιπους τον δολοφόνησε; Η δολοφονία αυτή είναι το μυθιστορηματικό πρόσχημα για να μπορέσει ο  ο Παμούκ να στήσει το μυθιστόρημά του, το οποίο, όπως συνηθίζει, δεν βασίζεται στην κλασική μυθιστορηματική πλοκή, ούτε στο πλάσιμο ρεαλιστικών ηρώων με αληθοφανή δράση. Μπροστά στον αναγνώστη περνούν οι αφηγηματικές φωνές των μικρογράφων, του θείου, της θυγατέρας του Σεκιουρέ, του Μαύρου που είναι ερωτευμένος μαζί της, και ακούει τις δικές τους εκδοχές. Ο Παμούκ επίσης προσωποποιεί το θάνατο, το κόκκινο χρώμα, βασικό στη μικρογραφία, εξού και ο τίτλος, καθώς και το χρήμα, τον παρά, τα οποία αποκτούν τη δική τους φωνή μέσα στο μυθιστόρημα.

Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες αυτές αφηγηματικές φωνές δεν πληροφορούμεθα απλώς την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά, το κυριότερο, πώς αυτά τα γεγονότα στέκονται αφορμή για να αναδειχθεί η αντίθεση του ισλαμικού και δυτικού τρόπου αντιμετώπισης της ζωγραφικής, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του δημιουργού γενικότερα. Υιοθετώντας λογοτεχνικούς τρόπους που παραπέμπουν σε παλιές ανατολίτικες ιστορίες, γραπτές ή προφορικές, τοποθετώντας τη μια ιστορία μέσα στην άλλη, μπερδεύοντας τις ιστορίες των εικονογραφημένων βιβλίων της περσοϊσλαμικής παράδοσης μ αυτές του βιβλίου που διαβάζουμε, χρησιμοποιώντας παραβολές και μύθους, μέσα από έναν εκρηκτικό λεκτικό πλούτο, και μια έξοχη πλαστική ικανότητα, ο Παμούκ μας εισάγει στο μαγικό κόσμο μιας μοναδικής καλλιτεχνικής και πνευματικής παράδοσης, στην ποίηση, στην καλλιγραφία και τη μικρογραφία, αλλά και στις αντιφάσεις της, που όσο περνούν οι αιώνες μεγαλώνουν, ώσπου κάποια στιγμή, όπως προφητεύει ο πεφωτισμένος θείος, παύει να υπάρχει.

Οι αντιφάσεις αυτές βασίζονται στο ίδιο το Ιερό Κοράνι και την εκάστοτε ερμηνεία του από ανοιχτόμυαλους ή στενόμυαλους πιστούς. Στην προκειμένη περίπτωση ο θείος ανήκει στους ανοιχτόμυαλους και η κατάληξή του είναι να δολοφονηθεί αυτή τη φορά από έναν στενόμυαλο, αντίθετα δηλαδή με το μικρογράφο στην αρχή του μυθιστορήματος. Διότι και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση κανείς δεν παίρνει υπόψη του τη ρήση του ίδιου του Κορανίου, ότι: « Κι Ανατολή και Δύση του Θεού είναι» ή, όπως λέει ο θείος: «Ο Θεός να μας φυλάει από τις επιθυμίες του αγνού και του αμόλυντου». Στο τέλος η Σεκιουρέ θα αφηγηθεί την ιστορία στο γιο της Ορχάν, ο οποίος δεν θα την εικονογραφήσει, αλλά θα τη γράψει για να τη διαβάσουμε εμείς! Η μετάφραση της Στέλλας Βρεττού αξίζει ανεπιφύλακτα έναν έπαινο.




ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ


  ------------------------------------------------------------------------------------------







Το μουσείο της αθωότητας του Ορχάν Παμούκ

Γράφει η Ελεάννα Βλαστού

Το παραδέχομαι, είναι το πρώτο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ που διαβάζω μέχρι τέλους και το απόλαυσα. Δεν προσπαθώ να σας πείσω για τίποτα, άλλωστε οι 800 σελίδες έχουν τη δυνατότητα, εκ των προτέρων, να αποθαρρύνουν οποιονδήποτε αναγνώστη. Ένα πράγμα μπορώ να πω με σιγουριά, ότι το Μουσείο της Αθωότητας είναι μια παγίδα και γι’ αυτό ευθύνεται η πρώτη φράση «Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου, δεν το’ ξερα».

Είναι επίσης από τα λίγα βιβλία όπου η πλοκή είναι όντως αυτή που αναγράφεται στο οπισθόφυλλο και έχει ως εξής: γόνος πλούσιας οικογένειας, ο  Κεμάλ, αρραβωνιασμένος με την καλλιεργημένη και όμορφη Σιμπέλ, ερωτεύεται τη μακρινή φτωχή ξαδέλφη του Φισούν.   Στο  φόντο η συντηρητική  Κωνσταντινούπολη, του ‘70 και του ‘80, με μια πλούσια αστική τάξη να έρχεται κοντά στη Δύση επιδεικνύοντας πλούτη και καλοτυχία μέσω των τελευταίων ηλεκτρικών συσκευών, των δεξιώσεις στο ξενοδοχείο Χίλτον, των κηδειών που θυμίζουν χαρούμενες δεξιώσεις, σε μια πόλη όπου εξακολουθεί να είναι Ανατολή, εκεί όπου είναι απαγορευτικό το σεξ πριν το γάμο, λογοκρίνονται οι ταινίες στον κινηματογράφο, το αλκοόλ είναι λαθραίο και η διασκέδαση περιορίζεται στη κρατική μαυρόσπρη τηλεόραση.

Ο  εμμονικός, απελπισμένος έρωτας για τη Φισούν περνάει από δυο διαδρομές. Η μία είναι μια διαδρομή τοπογραφική με στάσεις,  στη Κωνσταντινούπολη και την ιστορία της. Πραξικοπήματα μαζί με εικόνες του Βοσπόρου, μυρωδιές από τη θάλασσα και τα πεύκα, χαλβαδόπιτες και κουλούρια από τους πλανόδιους πωλητές ρακί, υπαίθρια σινεμά με γκαζόζα Μελτέμ. Από την περιγραφή της πόλης περνούμε σε μια εσωτερική περιπλάνηση. Ο Ορχάν Παμούκ (1952, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006) μετατρέπει το απλοϊκό της ιστορίας σ’ ένα αργόσυρτο βύθισμα στον γεμάτο διακυμάνσεις κόσμο του ήρωά του.

Τα βασικά θέματα του βιβλίου αφορούν την ευτυχία και το σωστό της χρόνο, τον χρόνο που επουλώνει και σημαδεύει, την απώλεια και τον πόνο της, το μοναχικό δρόμο της αφοσίωσης. Με αφηγητή ένα προνομιούχο ήρωα όπου θεωρεί την ευτυχία κληρονομικό αγαθό, ο Παμούκ γίνεται ανελέητος μαζί του. Ο Κεμάλ διεκδικεί τη Φισούν (και μαζί την ευτυχία που εκείνη θα του φέρει) και συλλέγει όλα τα αντικείμενα που την αφορούν, η εμμονή του συρρικνώνεται σε αντικείμενα που εκείνη έχει ακουμπήσει (σκουλαρίκια, γόπες, ζωγραφιές, αλατιέρες, κοκαλάκια) και αυτά αποκτούν  μια παρηγορητική δύναμη.

Τα αντικείμενα αναδεικνύονται ως πρωταρχικής σημασίας. Αυτά είναι που συγκεντρώνουν και αναδεικνύουν τη μνήμη. «Τα πράγματα που έχουν μείνει πίσω από τις ευτυχισμένες στιγμές, κρύβουν, με επιμονή μεγαλύτερη από των ανθρώπων που μας τις πρόσφεραν, αναμνήσεις, χρώματα, απτικές και οπτικές ηδονές από εκείνες  τις στιγμές».

Ο Κεμάλ φτιάχνει ένα Μουσείο Αναμνήσεων, όπως θα έκανε ένας ανθρωπολόγος, πιστεύοντας ότι αν εκθέσει τα αντικείμενα που έχει συλλέξει, θα δώσει νόημα στα χρόνια που έζησε. Στην πραγματικότητα, είναι μια συλλογή που συνθέτει την ιστορία ενός έρωτα, αν και -κατά τη γνώμη μου- έστω και αν κανείς δεν ξέρει ότι ζει την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του, όταν τη ζει, ο καλύτερος τρόπος να κρατήσει κάποιος την ευτυχία είναι να συνειδητοποιεί ότι είναι ευτυχισμένος.

Ορχάν Παμούκ
Το Μουσείο της Αθωότητας
Μετάφραση: Στέλλα Βρετού
Εκδόσεις Ωκεανίδα


   ----------------------------------------------------------------------------------------





Το «Χιόνι» με δυσκόλεψε πολύ. Δεν κρύβω πως είναι η τρίτη φορά που το πιάνω, τις άλλες φορές το είχα αφήσει πριν τη σελίδα 100 και πως για να τελειώσω τις κοντά 700 σελίδες του χρειάστηκε ενδιάμεσα να διαβάσω και δυο άλλα βιβλία, πράγμα που δεν μου συμβαίνει συχνά. Τις τελευταίες όμως 200 σελίδες τις διάβασα σε ένα βράδυ, σχεδόν απνευστί. Άντε τώρα να καταλάβεις, αν μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Ε, λοιπόν μου άρεσε.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί το ταξίδι τριών ημερών του, ήσσονος φήμης,  Τούρκου ποιητή Κα, πολιτικού εξόριστου στη Γερμανία, στην απομακρυσμένη πόλη Καρς, κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Ο ευαίσθητος αυτό άνθρωπος βρίσκεται εκεί για να ερωτευτεί την πανέμορφη Ιπέκ, που όμως όπως όλοι οι συμπολίτες της είναι βαθιά χωμένη στο πολιτικό παιχνίδι που παίζεται στην Τουρκία. Ο άθεος Κα, μπερδεύεται από σεΐχηδες και ιμάμηδες για το αν πιστεύει ή όχι, μπλέκεται με τους Ισλαμιστές, με ένα γελοίο «θεατρικό», τοπικό πραξικόπημα των Κεμαλιστών, με τα κορίτσια με και χωρίς μαντίλα, με τα κορίτσια της μαντίλας που αυτοκτονούν για να μην την βγάλουν κι όμως έτσι θεωρούνται άθεα και πάνε στην κόλαση. Γίνεται χωρίς να το θέλει πιόνι όλων αυτών, βλέπει δεκάδες ανθρώπους να πεθαίνουν στο διάβα του, ερωτεύεται, ονειρεύεται την ευτυχία μακριά από την Τουρκία και γράφει ποίηση σα δαιμονισμένος, ενώ είχε χρόνια να το κάνει.

Το βιβλίο έχει γραμμική δομή και αφήγηση, αν εξαιρέσει κανείς πως ο αφηγητής μας συστήνεται και είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που είναι φίλος αδελφικός του Κα, και στην αρχή δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ όχι με τον ήρωα που είναι εξαιρετικά καλά δουλεμένος, αλλά με την κατάσταση. Η τούρκικη ψυχοσύνθεση, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά μας, οι λεπτές πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, φυλετικές ισορροπίες με κούρασαν. Και το χιόνι, πανταχού παρόν, πανέμορφο, εξοργιστικά καταθλιπτικό. Αυτό και το ερώτημα της μοίρας, της ευθύνης για τον τόπο που γεννήθηκες, για το πόσο αυτό σε καθορίζει πέρα και εκτός χαρακτήρα, ο παραλογισμός της πολιτικής και της θρησκείας. Τα τελευταία, βέβαια είναι ταυτόχρονα αυτά που κάνουν το βιβλίο αξιοδιάβαστο και με αντάμειψαν για την επιμονή μου.  

  -----------------------------------------------------------------------------------------


Ελευθεροτυπία, Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Ο Ορχάν Παμούκ μιλάει για την οικογένειά του

Ένας «ηλίθιος» που κέρδισε το Νόμπελ

Δημιούργησε μόνος του τη μοίρα του, αντιδρώντας στις επιταγές μιας πατριαρχικής οικογένειας, ο Ορχάν Παμούκ. Ο Τούρκος νομπελίστας, στη συνέντευξη στην ιταλική «Ρεπούμπλικα» και στο... μαθηματικό Πιερτζόρτζιο Οντιφρέντι, με χιούμορ παίρνει κατευθείαν την μπάλα από τον «αντίπαλό» του και μιλά για τα παιδικά του χρόνια.

Έτσι, όταν ο μαθηματικός επιχειρεί να αρθρώσει την πρώτη του ερώτηση, ο Παμούκ τον διακόπτει για να πει:

 «Πριν αρχίσουμε, επιτρέψτε μου να σας πω κάτι. Προέρχομαι από οικογένεια πολιτικών μηχανικών. Ο πατέρας και ο θείος μου διασκέδαζαν προκαλώντας με να λύνω ασκήσεις μαθηματικών. Κι εγώ είχα πάντα το άγχος ότι μου έστηναν παγίδες και ότι δεν θα μπορούσα να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Στο σχολείο δεν τα πήγαινα κι άσχημα με τους αριθμούς. Όμως οι καθηγητές με έκαναν να νιώθω άβολα, συγχωρέστε με, αλλά αυτό νιώθω και τώρα».

«Σας ορκίζομαι», του απαντά ο Οντιφρέντι, «ότι δεν υπάρχουν παγίδες στις ερωτήσεις μου και, μια και αναφέρατε τον πατέρα σας, ας αρχίσουμε από αυτό που διάβασα στην "Ιστανμπούλ", πως στο Παρίσι συναντιόταν με τον Σαρτρ».

«Απλώς τον έβλεπε στο δρόμο. Ο πατέρας μου είχε ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση, που είχε ξεκινήσει ο παππούς του και συνέχισε ο δικός του πατέρας. Πήγαν όλοι στο Πολυτεχνείο και σπούδασαν πολιτικοί μηχανικοί. Ο παππούς μου είχε εργαστεί πολύ σκληρά στους σιδηροδρόμους και είχε κερδίσει πολλά χρήματα. Το ίδιο σκληρά εργάστηκαν ο πατέρας και ο θείος μου για να τα ξοδέψουν. Έτσι, εγώ κι ο αδελφός μου έπρεπε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή».

Η σχέση με τον αδελφό του

Στην παρατήρηση του δημοσιογράφου-μαθηματικού πως ούτε και ο αδελφός του Παμούκ έγινε πολιτικός μηχανικός, ο συγγραφέας θα απαντήσει:

 «Και οι δυο μας μεγαλώσαμε με τον τυπικό τριτοκοσμικό τρόπο: ο ένας υποτίθεται πως θα σπούδαζε μηχανικός για να κάνει κάτι χρήσιμο για τη χώρα μας. Κι έτσι ο αδελφός μου άρχισε τις σπουδές του στο Γέιλ, αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε το Πολυτεχνείο και πέρασε στα οικονομικά. Προς το παρόν εργάζεται στο London School of Economics, αλλά όπου να 'ναι θα πάρει σύνταξη και θα επιστρέψει στην Τουρκία».

Αίφνης ο Οντιφρέντι αποφασίζει ένα λογοπαίγνιο. Χρησιμοποιεί τον τίτλο ενός βιβλίου του Σαρτρ, «Ο ηλίθιος της οικογένειας», για να ρωτήσει τον Παμούκ αν αισθανόταν έτσι σε σχέση με τον αδελφό του.
Κι αυτός του απαντά:

 «Μα βέβαια. Κι ακόμα περισσότερο. Είμαι το τυπικό παράδειγμα του δευτερότοκου, με την έννοια πως η πατριαρχικού τύπου τουρκική οικογένεια επικεντρώνεται στη μόρφωση του πρωτότοκου. Σ' αυτόν φορτώνουν όλες τις ευθύνες σχετικά με το πώς πρέπει να πράττει, να ομιλεί ή να μεταχειρίζεται τα νεότερα αδέλφια του. Τυπικό παράδειγμα για το τι συνέβαινε είναι ότι αν πηγαίναμε κάπου αυτός έπρεπε να ψάχνει δρόμους και διευθύνσεις, ενώ εγώ μπορούσα να ονειρεύομαι ή να χαζεύω τις βιτρίνες. Υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα στο να είσαι ο δευτερότοκος: κατά βάση, αργείς να ωριμάσεις».

- Γίνεσαι ένα είδος Πίτερ Παν;

«Οι φίλοι μου λένε πως ακόμα και τώρα διατηρώ την παιδικότητά μου. Που μπορεί μεν να βοηθά τη φαντασία, αλλά από την άλλη δεν βοηθά στο να είσαι κοινωνικός ή στο να μπορείς να τα βγάζεις εύκολα πέρα με την καθημερινή ζωή. Κάποια πράγματα τα μαθαίνεις ή όχι στα έξι σου χρόνια, και τώρα που έφτασα στα εξήντα πρέπει να αποδεχτώ πλήρως πως δεν θ' αλλάξω. Ο αδελφός μου είναι κοινωνικό άτομο, ενώ εγώ παραμένω ακοινώνητος και χωρίς ιδιαίτερο αυτοέλεγχο».

- Ένας καλλιτέχνης εν ολίγοις.

«Ναι, αλλά αυτό μπορεί να λειτουργήσει και ως δικαιολογία. Είμαι έτσι γιατί είμαι καλλιτέχνης ή είμαι καλλιτέχνης γι' αυτό είμαι έτσι; Πιστεύω περισσότερο στη δεύτερη εκδοχή: δέχτηκα να είμαι μοναχικός και ονειροπόλος, κάτι που έπρεπε να γίνει αποδεκτό από την οικογένειά μου. Γι' αυτό και μου επιφύλαξαν διαφορετική μοίρα. Από το να γίνω πολιτικός μηχανικός, τους αρκούσε να σπουδάσω αρχιτεκτονική. Το πάλεψα τρία χρόνια κι ύστερα τα παράτησα κι άρχισα να γράφω».

- Έχω την αίσθηση πως για σας η αυτοκριτική και η αυτοανάλυση έχουν γίνει μονόδρομος.

«Υπάρχει μια σύμβαση που σε κάνει συγγραφέα. Από τη μια χρειάζεται το αναλυτικό μυαλό, που αγωνίζεται για να ακολουθήσει την πορεία της σκέψης προκειμένου να φτάσει στο στόχο, ακόμα πιο πέρα, για να μπορέσει να χτίσει ένα στόχο. Ο νεκρός και θαμμένος αρχιτέκτονας μέσα μου με κατευθύνει προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχει όμως και ο ευαίσθητος ποιητικός νους, που σπάει τη λογική για να συγχρονιστεί με την εσωτερική μουσική ή για να εκμεταλλευτεί μια άξαφνη και απρόσμενη στιγμή έμπνευσης. Αν θέλεις να είσαι συγγραφέας, πρέπει να ξέρεις να παντρεύεις το αναλυτικό πνεύμα με την ποιητική ευαισθησία, σ' ένα συνεχή και ισορροπημένο συμβιβασμό ανάμεσα στη λογική σχεδίαση και τον παράλογο υπερρεαλισμό. Γι' αυτό και μ' αρέσει να γράφω μυθιστορήματα».

Χρ. Σ.

 ---------------------------------------------------------------------------------------------


Παμούκ: Το 1ο Νόμπελ Λογοτεχνίας για την Τουρκία

Με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2006 βραβεύθηκε ο Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ, ο οποίος, σύμφωνα με τη Σουηδική Ακαδημία, ”αναζητώντας τη μελαγχολική ψυχή της γενέτειρας πόλης του, ανακάλυψε καινούργια σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύφανση των πολιτισμών”.


Παμούκ: Το 1ο Νόμπελ Λογοτεχνίας για την Τουρκία


Δημοσίευση | 12 Οκτωβρίου 2006


Το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας για το 2006 απονεμήθηκε στον Τούρκο συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, που, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, ”αναζητώντας τη μελαγχολική ψυχή της γενέτειρας πόλης του, ανακάλυψε καινούργια σύμβολα για τη σύγκρουση και τη συνύφανση των πολιτισμών”.

Ο Ορχάν Παμούκ γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη το 1952. Tελείωσε το λύκειο στη Pοβέρτιο σχολή, σπούδασε τρία χρόνια αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο και το 1976 αποφοίτησε από το Iνστιτούτο Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Kωνσταντινούπολης. Έζησε τρία χρόνια στις HΠA, όπου εργάστηκε σαν ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Aϊόβα και στο Kολούμπια της Nέας Yόρκης. Άρχισε να γράφει το 1974.

To πρώτο του μυθιστόρημα, Tζεβντέτ μπέης και υιοί, βραβεύτηκε το 1979 στο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Mιλλιέτ. Tο βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1982 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο μυθιστορήματος Oρχάν Kεμάλ.
Tο δεύτερο βιβλίο του, Το σπίτι της σιωπής (1982), μεταφράστηκε στα γαλλικά και το 1991 τιμήθηκε με το βραβείο Prix de la découverte Européenne. Το ιστορικό του μυθιστόρημα Το λευκό κάστρο (1985 – ”Ωκεανίδα” 2005) μεγάλωσε τη φήμη του μέσα κι έξω από την Τουρκία.

Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Το μαύρο βιβλίο (1990 – ”Ωκεανίδα” 1997), ένα από τα πιο συζητημένα και πολυδιαβασμένα έργα της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας, και Η καινούργια ζωή (1994 – ”Ωκεανίδα” 1999) και Με λένε Κόκκινο (1998 – ”Ωκεανίδα” 2002).

Το 2005 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις. ”Η μοίρα της Ιστανμπούλ είναι και δική μου μοίρα, είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σε αυτήν οφείλω αυτό που είμαι”, εξομολογείται ο Ορχάν Παμούκ σ’ αυτό το γοητευτικό βιβλίο που διαβάζεται σαν δοκίμιο, προσωπικό ημερολόγιο, ιστορία, οδηγός πόλης και μυθιστόρημα μαζί. Τα βιβλία του Ορχάν Παμούκ έχουν μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες.

Το πολυαναμενόμενο τελευταίο του, πολιτικό μυθιστόρημα, Χιόνι, που τιμήθηκε με το ”βραβείο Μεντισίς”, ενώ οι ”New York Times” το κατέταξαν στη λίστα με τα ”10 καλύτερα βιβλία του 2004”, θα κυκλοφορήσει το 2007 από τις εκδόσεις ”Ωκεανίδα”.

   -----------------------------------------------------------------------------------------------


Αποσπάσματα από το ιδιαίτερα κατατοπιστικό άρθρο του Ηλία Μαγκλίνη :

«Στο έργο του Παμούκ αποθεώνεται το ιδανικό της συνύφανσης διαφορετικών πολιτισμών, θέμα ταμπού από την εποχή της ανόδου του κεμαλισμού που ήθελε, και θέλει, την Tουρκία αποκλειστικά έθνος-κράτος. Aλλά αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους τον ψήφισαν τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας. Kι είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Παμούκ έχει κερδίσει αναγνώστες και κριτική, κυρίως στην Eυρώπη.

Στον λαβύρινθο της Ιστορίας

Aκριβώς αυτό το πολυπολιτισμικό στοιχείο που κυριαρχούσε στα τμήματα της λεγόμενης «ευρωπαϊκής Τουρκίας» κυρίως, αυτό το αμάλγαμα διαφορετικών φυλών, εθνοτήτων, θρησκειών και εν γένει πολιτισμών που έχει αφήσει τη σφραγίδα του στην Kωνσταντινούπολη, κυριαρχεί στην πεζογραφία του Ορχάν Παμούκ. Στο έργο του παρουσιάζει συχνά τους ήρωές του να χάνονται μέσα στα λαβυρινθώδη στενά της Kωνσταντινούπολης, να καταδύονται στην ιστορία και τη μυθολογία του τόπου, να ερωτεύονται αναζητώντας ένα σκοτεινό αντικείμενο όχι μόνο πόθου αλλά και λατρείας, το άλλο τους μισό, απαραίτητο για την ολοκλήρωση της ταυτότητάς τους.

Eμμέσως, ο Παμούκ μάς μιλάει για τον μετεωρισμό του Tούρκου ανάμεσα στον δυτικό τρόπο θέασης των πραγμάτων και στην ανατολίτικη παράδοσή του, ανάμεσα στη Δύση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού και στην Ανατολή του παραμυθιού, αλλά και του σκοταδισμού των μουλάδων.
Προσοχή όμως: η Τουρκία δεν είναι Iράν. Οπως ο Παμούκ ήταν ο πρώτος συγγραφέας από τον ισλαμικό κόσμο που στήριξε τον Σαλμάν Ράσντι όταν ο Χομεϊνί τον επικήρυξε, έτσι και ο Ράσντι έσπευσε να υπερασπιστεί τον Παμούκ μόλις έγινε γνωστό ότι κινδύνευε να φυλακιστεί για τις απόψεις του. Να τον υπερασπιστεί από ποιον όμως; Δεν είναι οι μουλάδες που εκδίωξαν τον Παμούκ αλλά ο πανίσχυρος μηχανισμός του στρατοκρατικού κεμαλικού κράτους, που κατά τα άλλα στοχεύει διακαώς στην ένταξη της Tουρκίας στην Eυρωπαϊκή Ένωση.

Στη σχιζοφρενική αυτή Tουρκία ακούστηκε ότι ο Παμούκ δεν θα είχε βραβευθεί αν δεν είχε κάνει τις επίμαχες δηλώσεις υπέρ των Aρμενίων και των Kούρδων. Iσως ο Tούρκος αναγνώστης που σε επιστολή του σε εφημερίδα έγραψε «Mακάρι το Nομπέλ να το είχε πάρει ένας Tούρκος», να είχε δίκιο: το Nομπέλ δεν το πήρε τόσο ένας Tούρκος όσο ένας γνήσιος πολίτης της Iστανμπούλ, ένας βέρος Kωνσταντινουπολίτης. Kαι μπορεί το «Xιόνι» να διαδραματίζεται μακριά από την Πόλη, κάπου στα αρμενικά σύνορα, αλλά για τους Tούρκους εθνικιστές και θρησκόληπτους, ο Παμούκ θα είναι πάντα ένας ύποπτος, ένας ξένος.

Tο χρονικό μιας δίωξης

Tον Φεβρουάριο του 2005 ο Oρχάν Παμούκ έδωσε μια συνέντευξη στο ελβετικό ένθετο Das Magazine, στο οποίο δήλωσε, μεταξύ των άλλων, ότι: «Tριάντα χιλιάδες Kούρδοι και ένα εκατομμύριο Aρμένιοι δολοφονήθηκαν σε αυτά τα χώματα και κανένας δεν τολμά να μιλήσει γι’ αυτό». Λίγο αργότερα, τον Iούνιο του 2005, η Tουρκία εισήγαγε ένα νέο ποινικό κώδικα, ο οποίος περιλαμβάνει το άρθρο 301, σύμφωνα με το οποίο: «Oποιος Tούρκος προσβάλλει την Tουρκική Δημοκρατία ή την Tουρκική Eθνοσυνέλευση, θα του επιβάλλεται ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως τρία χρόνια». Aυτό το άρθρο χρησιμοποίησαν εθνικιστές δικηγόροι προκειμένου να κάνουν μήνυση στον Παμούκ επειδή «εξευτέλισε δημοσίως κάθε έννοια τουρκισμού». Kαθώς όμως η δίωξη του Παμούκ κινήθηκε πάνω σε ένα παράπτωμα που προηγήθηκε της εισαγωγής του σχετικού νόμου, για να προχωρήσει η διαδικασία χρειαζόταν η έγκριση του υπουργείου Δικαιοσύνης. H δίκη ξεκίνησε στις 16 Δεκεμβρίου αλλά το δικαστήριο, ελλείψει της σχετικής έγκρισης, ανέβαλε τη διαδικασία. Έξω από το δικαστήριο είχε συγκεντρωθεί ένας μαινόμενος όχλος που πέταξε αυγά στο αυτοκίνητο που μετέφερε τον Παμούκ, επίσης σε άλλα μέρη της Tουρκίας έκαψαν βιβλία του και φωτογραφίες του, ενώ υπήρξαν και απειλές κατά της ζωής του. Tελικώς, οι κατηγορίες αποσύρθηκαν στις 22 Iανουαρίου του 2006, μία μόλις εβδομάδα πριν από την επιθεώρηση του τουρκικού συστήματος δικαιοσύνης από την Eυρωπαϊκή Eνωση. Πενήντα ακόμα συγγραφείς, δημοσιογράφοι και εκδότες αντιμετωπίζουν παρόμοιες κατηγορίες στην Tουρκία.

«Eίμαι Tούρκος συγγραφέας, ζω μέσα στη γλώσσα μου»

Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό The New Yorker (19.12.2005), και ενώ εκκρεμούσε ακόμα η υπόθεσή του στα τουρκικά δικαστήρια, ο Oρχάν Παμούκ αναφέρθηκε στον χαρακτηρισμό που του απηύθυναν στενοί του φίλοι μετά τη δίωξή του: «Eπιτέλους έγινες Tούρκος συγγραφέας!», δεδομένου ότι η Tουρκία έχει μακρά παράδοση δίωξης των συγγραφέων της.

Kι όντως: είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Kωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε στις 7 Iουνίου του 1952 από οικογένεια εύπορων Tούρκων. Φοίτησε στο φημισμένο αμερικανικό Kολέγιο Pόμπερτ και στη συνέχεια ξεκίνησε σπουδές αρχιτεκτονικής στο Tεχνικό Πανεπιστήμιο της Πόλης αλλά τις εγκατέλειψε για να σπουδάσει το 1976 δημοσιογραφία στο Iνστιτούτο Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Kωνσταντινούπολης. Aφησε για τρία χρόνια τον γενέθλιο τόπο όταν από το 1985 έως το 1988 ήταν επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Kολούμπια και Aϊόβα των ΗΠΑ. Tο 1982 παντρεύτηκε την Aϊλίν Tουρεγκέν, με την οποία το 1991 απέκτησε μία κόρη. Tο 2001 το ζευγάρι χώρισε.

O Παμούκ άρχισε να γράφει στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Tο πρώτο του βιβλίο, «Σκοτάδι και φως», απέσπασε το Bραβείο Mυθιστορήματος Milliyet το 1979 και όταν επανακυκλοφόρησε αναθεωρημένο το 1982 με τον τίτλο «O Tσεβντέτ Mπέης και οι γιοι του» τιμήθηκε με το Bραβείο Mυθιστορήματος Oρχάν Kεμάλ. Tο 2003 τιμήθηκε με το σημαντικό Bραβείο IMPAC στο Δουβλίνο για το μυθιστόρημα «Mε λένε Kόκκινο» και το 2005 απέσπασε το σημαντικότερο λογοτεχνικό γερμανικό βραβείο, το Eυρωπαϊκό Bραβείο Eιρήνης στην έκθεση της Φρανκφούρτης. Tο μυθιστόρημα «Xιόνι» θεωρήθηκε από τους New York Times ένα από τα δέκα κορυφαία βιβλία του 2004. Tα βιβλία του κυκλοφορούν σε περισσότερες από 40 γλώσσες.

Στα ελληνικά, εκτός από το «Σπίτι της σιωπής» (μτφ. Π. Aμπαζής), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, τα βιβλία του Παμούκ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ωκεανίδα: «Tο λευκό κάστρο», «Tο μαύρο βιβλίο», «H καινούργια ζωή», «Mε λένε κόκκινο», «Iστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις». Tου χρόνου θα κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα «Xιόνι». Tις μεταφράσεις υπογράφει η Στέλλα Bρεττού.

Χουάν Γκοϊτισόλο: Έπιασε το νήμα της παράδοσης

Ο Χουάν Γκοϊτισόλο γνώρισε τον Ορχάν Παμούκ στην Κωσταντινούπολη, το 1990. Αφορμή της συνάντησής τους, ένα δοκίμιο που είχε γράψει ο Καταλανός συγγραφέας για την Κωνσταντινούπολη, με τίτλο «Η πόλη παλίμψηστο», το οποίο είχε πρόσφατα μεταφραστεί στα τουρκικά. Οταν αργότερα κυκλοφόρησε το «Μαύρο βιβλίο», ο Παμούκ του έστειλε ένα αντίτυπο της γαλλικής έκδοσης. «Το μυθιστόρημα με ενθουσίασε», γράφει ο Γκοϊτισόλο στην εφημερίδα «Ελ Παΐς», σε σημείωμά του μετά την ανακοίνωση της βράβευσης με νομπέλ του Ορχάν Παμούκ. «Του είπα ότι αν ήμουν Τούρκος συγγραφέας θα ζήλευα λίγο, γιατί ήταν το βιβλίο που θα ήθελα να έχω γράψει». Και συνεχίζει:
«Το «Μαύρο βιβλίο» είναι μια στρωματογραφία της Ιστανμπούλ, του υβριδικού παρόντος και του θαμμένου παρελθόντος της, ανίχνευση του ενός στρώματος μετά το άλλο, κάτω από την άσφαλτο της πόλης. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ έβαλε τέλος στην οθωμανική παράδοση. Η τουρκική λογοτεχνία του 20ού αιώνα μιμήθηκε τη λογοτεχνία της Δύσης. Οι Τούρκοι ποιητές έγραφαν όπως ο Αραγκόν ή ο Νερούδα και οι μυθιστοριογράφοι έγραφαν κοινωνικό μυθιστόρημα στο στυλ του Ζολά ή του Μαξίμ Γκόρκι. Ο Παμούκ ήταν ο πρώτος που αποφάσισε να ξαναπιάσει το νήμα της καταργημένης παράδοσης. Διαισθάνθηκε ότι για να δημιουργήσει ένα στέρεο σύμπαν χρειαζόταν να ανακτήσει το παρελθόν, ότι μόνο αν στηριζόταν σε αυτό θα μπορούσε να κάνει προβολή στο μέλλον, γιατί άλλο πράγμα είναι η επικαιρότητα και άλλο η άχρονη νεωτερικότητα που κυκλοφορεί διαμέσου των αιώνων.

Τα τελευταία χρόνια ο Παμούκ δημοσίευσε μια σειρά σημαντικών έργων, ανάμεσά τους τα «Με λένε Κόκκινο», «Το σπίτι της σιωπής», «Χιόνι». Για το τελευταίο αυτό, που η πλοκή του εκτυλίσσεται στο Καρς, μια πόλη στα ανατολικά της Τουρκίας την οποία γνωρίζω πολύ καλά, μιλήσαμε σε μια δημόσια συζήτηση στη Βαρκελώνη που διοργανώθηκε από τον Κύκλο Αναγνωστών πριν από δέκα μήνες. Ο Ορχάν Παμούκ είναι ένας από τους μεγάλους ζώντες συγγραφείς και η επιτροπή των Βραβείων Νομπέλ αξίζει συγχαρητήρια για την επιλογή της».

Μορίν Φρίλι: Πηγή έμπνευσης είναι η διπλή του ταυτότητα

Η Mayreen Freely, δημοσιογράφος και συγγραφέας η οποία έχει μεταφράσει έργα του Ορχάν Παμούκ στα αγγλικά, θυμήθηκε με την ευκαιρία της βράβευσής του μια προσωπική επίθεση που υπέστη από τον τουρκικό Τύπο. Γράφει στον «Γκάρντιαν»:

«Την περασμένη χρονιά, και ενώ είχε περάσει λίγος καιρός από τότε που δικάστηκε ο Ορχάν Παμούκ επειδή «πρόσβαλε τον τουρκισμό», μια εφημερίδα της Ιστανμπούλ δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο: «Ποια είναι η Μορίν Φρίλι;». Η απάντησή τους ήταν πως ήμουν κάτι παραπάνω από φίλη και μεταφράστρια του Ορχάν· ήμουν μια σκοτεινή πράκτορας που μόνο στόχο της ζωής μου είχα να κερδίσει ο αφέντης μου το Νομπέλ.

Αυτό αποτελούσε μέρος μιας πολύ ευρύτερης εκστρατείας μίσους στον Τύπο της δεξιάς, ένα ψέμα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα. Η εκστρατεία αυτή ήταν τόσο βάναυση που ήμουν σίγουρη ότι -ακόμα κι αν ήθελε να τιμήσει τον καλύτερο συγγραφέα της Τουρκίας- η σουηδική Ακαδημία η οποία συνήθως αποφεύγει την πολεμική και δεν θέλει να παίρνει οδηγίες από σκοτεινούς πράκτορες, θα ένιπτε τας χείρας της επί του θέματος. Ετσι, αν και συχνά έχω χρησιμοποιήσει τη λέξη «νομπέλ» γράφοντας για το έργο του Παμούκ, ήμουν ίσως ο άνθρωπος που εξεπλάγην περισσότερο στις 12 Οκτωβρίου. Και, καθώς χρειάστηκε να μιλήσω σε διάφορες ραδιοφωνικές εκπομπές, με προβλημάτισε το γεγονός ότι όλες οι συνεντεύξεις ξεκινούσαν με το ίδιο ερώτημα: Πιστεύω ότι είναι πολιτικό αυτό το νομπέλ;
Οχι, δεν το πιστεύω. Ο Ορχάν Παμούκ βρίσκεται στο προσκήνιο εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Είναι ένας εξαιρετικά καινοτόμος λογοτέχνης που τα βιβλία του οφείλουν εξίσου πολλά στους μεγάλους συγγραφείς του 19ου αιώνα όσο και στις νεωτερικές παραδόσεις στις οποίες και ο ίδιος ανήκει. Το θέμα του είναι η σύγκρουση των πολιτισμών, ή μάλλον οι παράξενες και λεπτές συνυφάνσεις αντιθέτων πολιτιστικών παραδόσεων στην Τουρκία του χτες και του σήμερα. Στα ιστορικά μυθιστορήματά του -»Το λευκό κάστρο» και «Τ’ όνομά μου είναι Κόκκινος»- οι σκοτεινές μεταφορές του φωτίζουν τις αντιθέσεις της σύγχρονης ζωής. Στα σύγχρονα έργα του διαπερνά τις σιωπές που επιβάλλονται από την κρατική ιδεολογία για να εκθέσει την αλήθεια γύρω από την εξουσία και τους κατόχους της. Όπως όλοι οι σημαντικοί συγγραφείς στην Τουρκία, έχει συχνά ερωτηθεί και έχει νιώσει υποχρεωμένος να μιλήσει για ζητήματα πολιτικής αρχής. Και έχει μιλήσει με συνέπεια και ευγλωττία για την ελευθερία της έκφρασης.

Οι υπερεθνικόφρονες δικηγόροι που έκαναν αγωγή στον Παμούκ επειδή μίλησε για τη σφαγή των Αρμενίων ελπίζουν να δυναμιτίσουν τον δημοκρατικό διάλογο. Δεν το έχουν (ακόμα) καταφέρει. Οι διανοούμενοι της χώρας έδωσαν μια καλή μάχη, η οποία όμως είχε κόστος, ιδίως για εκείνους που είναι γνωστοί στη Δύση και κυρίως για τον Ορχάν.

Ελπίζω ότι αυτό θα αλλάξει τώρα. Το νομπέλ απονεμήθηκε όχι στον άνθρωπο και τις πολιτικές απόψεις του, αλλά στις λέξεις, στους χαρακτήρες και στις ιδέες του. Γεννημένος στους κόλπους μιας κουλτούρας που έκοψε (πρόσφατα) τις ανατολίτικες ρίζες της, και που παλεύει για να προσδιοριστεί ως δυτική, ο Παμούκ βρέθηκε (όπως όλοι όσοι μεγαλώσαμε στην Ιστανμπούλ) δεσμευμένος με διπλή ταυτότητα όλη του τη ζωή. Αυτό που θα φαινόταν σαν κατάρα για έναν νέο άνθρωπο, υπήρξε η πηγή απ’ όπου τράφηκε η φαντασία του. Πήρε και τις δύο πλευρές της συγκρουόμενης κληρονομιάς του και τις έκανε ενιαίο σύνολο. Παρ’ όλο που συχνά επαίνεσε τη Δύση γιατί έκανε την Τουρκία «ορατή», το μεγαλύτερο επίτευγμά του είναι πως έκανε τη Δύση να δει πώς φαίνεται από τα έξω. Γι’ αυτό έχει τόσους αφοσιωμένους αναγνώστες και στις δύο όχθες του ποταμού».

           -----------------------------------------------------------------------------------------




Orhan pamuk u01 72.jpg



Ο Ορχάν Παμούκ (Orhan Pamuk, Κωνσταντινούπολη 7 Ιουνίου 1952) 
είναι Τούρκος επιφανής νομπελίστας μυθιστοριογράφος της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής στη χώρα του, αλλά έχει επίσης κερδίσει και ένα αυξανόμενο αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως. Ως ένας από τους πλέον διακεκριμένους Ευρωπαίους μυθιστοριογράφους, το έργο του έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Έχει επίσης δεχτεί μείζονα εγχώρια και διεθνή λογοτεχνικά βραβεία. Στις 12 Οκτωβρίου 2006 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τα βιβλία του έχουν εκδοθεί σε πάνω από 11 εκατομμύρια αντίτυπα.

Βιογραφικά στοιχεία

Πρώτα χρόνια και ακαδημαϊκή καριέρα

Ο Παμούκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη σε μία ευκατάστατη οικογένεια με πατέρα μηχανικό. Μαθήτευσε στην Ροβέρτειο Σχολή της Πόλης. Έπειτα παρακολούθησε ένα αρχιτεκτονικό πρόγραμμα στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης,( σπούδασε τρια χρόνια αρχιτεκτονική) γιατί προοριζόταν για μηχανικός ή αρχιτέκτονας. Μετά από τρία χρόνια όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του και έγινε συγγραφέας. Αποφοίτησε από το Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης το 1977. Μετά από τρία χρόνια στις ΗΠΑ από το 1985 ως το 1988 όπου έδωσε διαλέξεις και στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, όπου και εργάστηκε σαν ερευνητής πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.

Συγγραφικό έργο

Άρχισε το μεθοδικό γράψιμο ήδη από το 1974. Το πρώτο του γραπτό μυθιστόρημα, το Karanlık ve Işık (Σκοτάδι και Φως) βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Μυθιστορήματος της Milliyet Press του 1979, το οποίο μοιράστηκε με τον Mehmet Eroğlu. Το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο Cevdet Bey ve Oğulları (Τσεβντέτ μπέης και υιοί) το 1982. Το 1983 κέρδισε επίσης το Βραβείο Μυθιστορήματος Ορχάν Κεμάλ. Το μυθιστόρημα είναι η ιστορία τριών γενιών μιας πλούσιας οικογένειας της Κωνσταντινούπολης που ζει στο Nisantasi, την μητρική περιφέρεια του Παμούκ. Το 1984 ο Παμούκ κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος Μανταραλί για το δεύτερο μυθιστόρημά του Sessiz Ev (Το Σιωπηλό Σπίτι) που εκδόθηκε το 1983. Με τη γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος αυτού κέρδισε το 1991 το Prix de la Découverte Européenne. Το ιστορικό μυθιστόρημα του Παμούκ Beyaz Kale (Το Λευκό Κάστρο) που εκδόθηκε το 1985, κέρδισε το 1990 το Independent Award for Foreign Fiction και επέκτεινε την φήμη του στο εξωτερικό.

Το 1990, το μυθιστόρημα - ορόσημό του Kara Kitap (Το Μαύρο Βιβλίο) έγινε ένα από τα πλέον δημοφιλή και συζητημένα αναγνώσματα στην Τουρκική λογοτεχνία, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του και του πλούτου του. Το 1992 συνέγραψε το σενάριο της ταινίας Gizli Yüz (Μυστικό Πρόσωπο) που σκηνοθετήθηκε από τον διακεκριμένο Τούρκο σκηνοθέτη Ömer Kavur. Το 1995, το μυθιστόρημά του Yeni Hayat (Νέα Ζωή), έγινε μπεστ-σέλερ στην Τουρκία. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στη χώρα του, αφού έγινε το βιβλίο με τις γρηγορότερες πωλήσεις στην Τουρκική ιστορία. Το 1999 ο Παμούκ εξέδωσε το ιστορικό του βιβλίο Öteki Renkler (Τα Άλλα Χρώματα). Το 2003 κέρδισε το πιο προσοδοφόρο βραβείο της διεθνούς λογοτεχνίας, το IMPAC Dublin Award, για το μυθιστόρημά του Benim Adım Kırmızı (Το Όνομά μου Είναι Κόκκινος) το οποίο εκδόθηκε το 2000. Μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες. Τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματά του είναι τα Kar (Χιόνι) το 2002 και İstanbul-Hatıralar ve Şehir (Κωνσταντινούπολη) το 2003. Οι Νιού Γιόρκ Τάιμς κατέταξαν το Χιόνι στη λίστα τους των "10 Καλύτερων Βιβλίων του 2004" ως ένα από τα έξι μυθοπλαστικά βιβλία που δεν γράφτηκαν στην Αγγλική γλώσσα.

Η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως και έπρεπε να βασιστεί στην οικονομική υποστήριξη του πατέρα του. Τα πρώιμα νατουραλιστικά μυθιστορήματα έδωσαν τη θέση τους σε πιο μεταμοντέρνα έργα. Η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1994 όταν το τέταρτο μυθιστόρημά του, Η Νέα Ζωή, έγινε μπεστ-σέλερ. Άτομο υψηλού κύρους στη χώρα του, ο Παμούκ έχει κατηγορηθεί για την υποστήριξή του για τα πολιτικά δικαιώματα των Κούρδων. Το 1995 ο Παμούκ ήταν ανάμεσα σε μια ομάδα συγγραφέων που δικάστηκαν για την κριτική τους εναντίον του τρόπου που η Τουρκία μεταχειρίζεται τους Κούρδους σε ένα βιβλίο δοκιμίων ασκώντας την ελευθερία λόγου.

Τα βιβλία του χαρακτηρίζονται από μια σύγχυση ή απώλεια της ταυτότητας προκληθείσα εν μέρει από τη σύγκρουση μεταξύ Ευρωπαϊκών και Ισλαμικών αξιών. Προκαλούν συχνά ενοχλήσεις ή ανησυχίες, αλλά περιλαμβάνουν σύνθετες, ενδιαφέρουσες πλοκές και χαρακτήρες μεγάλου βάθους. Τα έργα του διαπνέονται επίσης από συζητήσεις και θαυμασμό για τις δημιουργικές τέχνες, όπως η λογοτεχνία και η ζωγραφική.

Ζει με την σύζυγό του και την κόρη τους στην Κωνσταντινούπολη.

Σε μια υπόθεση ελευθερίας της έκφρασης που παρακολουθήθηκε από όλο τον κόσμο, ο Παμούκ κατηγορήθηκε στην Τουρκία ως αποτέλεσμα δηλώσεών του που αφορούσαν στην Αρμενική Γενοκτονία και την κουρδική μαχητικότητα. Συγκεκριμένα, ο Παμούκ κατηγορήθηκε για την δήλωσή του: "τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν σ' αυτή τη γη και κανείς εκτός από μένα δεν τολμά να μιλήσει γι' αυτό." Οι κατηγορίες εναντίον του Παμούκ έχουν επίσης δημιουργήσει προβλήματα στην Τουρκία στις προσπάθειές της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Οκτώβριο του 2012, τιμήθηκε από την Υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας Ολφί Φιλιπετί με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

   --------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ






















  ---------------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσίευση σχολίου