Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

EMILY DICKINSON - ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

                                   

EMILY DICKINSON - ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ


Έμιλυ Ντίκινσον,

 "Η λαίδη στα Λευκά"

Μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 19ου αιώνα όπως και μία από τις πιο μυστηριώδεις φιγούρες της παγκόσμιας ποίησης. Ο θρύλος της απόσυρσής της από τα εγκόσμια συνδέθηκε με τον ποιητικό της αναχωρητισμό: δέκα μόνο ποιήματα δημοσίευσε όσο ζούσε, ενώ συνέθεσε περισσότερα από 1700 ποιήματα. Η ποίησή της εξυψώνει την καθημερινή εμπειρία της επαρχιακής ζωής σε υπερβατικό όραμα· το αίνιγμα της ύπαρξης το αγγίζει με στίχους λιτούς και παλλόμενους. Μεγαλειώδης και ταυτόχρονα φευγαλέα, η ποιητική συνεισφορά της Ντίκινσον δεν έχει μέχρι σήμερα μελετηθεί σε μεγάλο εύρος στην ελληνική γλώσσα. 

Ας γίνει η ποίηση της Ντίκινσον πηγή ανάτασης και για τον Έλληνα αναγνώστη.






             




15.5.2015

 Η τολμηρή ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον μιλούσε στους καλεσμένους της πίσω από κλειστές πόρτες

 Η γυναίκα που άλλαξε την αμερικανική ποίηση, πέθανε σαν σήμερα το 1886, έχοντας κρυμμένα στα συρτάρια της 1700 ποιήματα

Η Έμιλι Ντίκινσον πέθανε στις 15 Μαΐου 1886. Είχε ζητήσει, μετά το θάνατό της, από τη μικρότερη αδελφή της Λαβίνια, να καταστρέψει όλες τις επιστολές της

Η Έμιλι Ντίκινσον πέθανε στις 15 Μαΐου 1886. Είχε ζητήσει, μετά το θάνατό της, από τη μικρότερη αδελφή της Λαβίνια, να καταστρέψει όλες τις επιστολές της


Από την ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΚΟΛΟΒΟΥ


Η Έμιλι Ντίκινσον ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1830 και πέθανε σαν σήμερα το 1886. Αν και πολύ λίγα ποιήματά της δημοσιεύθηκαν πριν από το θάνατό της, το όνομά της συγκαταλέγεται στο πάνθεον των μεγάλων Αμερικανών ποιητών.    Το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής της γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, ωστόσο η ίδια θεωρείται πρόδρομος του Μοντερνισμού. Ο τρόπος γραφής της, για τον οποίο ο κριτικός Thomas Bailey Aldrich έγραψε, «... επηρεάστηκε βαθιά από τον μυστικισμό του William Blake, και πολύ έντονα από την πένα του Ralph Waldo Emerson», δεν είναι σύμφωνος με τους ποιητικούς ή γραμματικούς κανόνες της περιόδου. Με την έλευση της μοντερνιστικής ποίησης, η Έμιλι Ντίκινσον άλλαξε το ποιητικό σύμπαν, εξελίσσοντας ένα τολμηρό στιλ και χαράσσοντας τη δική της πορεία στην αμερικανική ποίηση.


Στα μέσα της δεκαετίας του 1860, πέρασε αρκετούς μήνες σε ένα νοσοκομείο στη Βοστόνη κάνοντας θεραπείες για το μάτι της. Όταν επέστρεψε κύλησε βαθύτερα στην απομόνωση του "Homestead" μιλώντας πλέον σπάνια με τους επισκέπτες της και μόνο πίσω από κλειστή πόρτα. 


Μεγαλώνοντας σε μια ακαδημαϊκή οικογένεια στη Μασαχουσέτη, η Ντίκινσον έλαβε πολύ καλή μόρφωση. Ωστόσο ο πατέρας της ήταν λίγο αυστηρός σχετικά με τα είδη της λογοτεχνίας που θα διάβαζε μέσα στο σπίτι. Ο Walt Whitman, για παράδειγμα, δεν επιτρεπόταν, θεωρήθηκε "ακατάλληλος" και απαγορεύτηκε κάθε ανάγνωσμά του.  Κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, ανακάλυψε την ποίηση μέσα από τα έργα του William Wordsworth και του Ralph Waldo Emerson. Ως νεαρή γυναίκα, η Έμιλι Ντίκινσον ήταν ζωντανή και γεμάτη όνειρα. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε, έπεφτε σε βαθιά μελαγχολία, προτιμώντας να παραμένει απομονωμένη μέσα στο σπίτι της οικογένειάς της στο Amherst. 

 Στην ηλικία των 20, η Έμιλι Ντίκινσον είχε ήδη ξεκινήσει την πορεία προς την απομόνωση που θα καθόριζε το υπόλοιπο της ζωής της. Οι θάνατοι αρκετών φίλων και μεντόρων της, επηρέασαν βαθύτατα την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης της. Ο θάνατος του Leonard Humphrey όμως, διευθυντή της Ακαδημίας του Amherst, ο οποίος ήταν τόσο φίλος όσο και δάσκαλός της, ήταν αυτός που την έσπρωξε στην κατάθλιψη. 


 Όταν η νύχτα φεύγει, κι είναι 
το χάραμα τόσο κοντά 
που τα κενά σχεδόν αγγίζεις-
 ώρα να στρώσεις τα μαλλιά,
 να ετοιμάσεις τα λακκάκια,
 και ν' απορήσεις τι να ήσαν
 τα γηραιά, ξεθωριασμένα
 μεσάνυχτα και σε φόβισαν.

  ( Από το βιβλίο «Το Μέγα Ύδωρ», μετάφραση-πρόλογος Διονύσης Καψάλης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004 )

Το 1855 έφερε αρκετές ανακατατάξεις στη ζωή της Ντίκινσον. Ταξίδεψε να επισκεφτεί τον πατέρα της, ο οποίος ήταν μέλος του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον και από εκεί πήγε στη Φιλαδέλφεια, για να μιλήσει με έναν Πάστορα σχετικά με τις σκέψεις της για τη ζωή και τη θρησκεία. Την ίδια χρονιά, ο πατέρας της μετακόμισε με την οικογένεια στο πατρικό του σπίτι, το «Homestead» όπου η Έμιλι θα ζούσε για το υπόλοιπο της ζωής της. Την επόμενη χρονιά, ο αδελφός της Ώστιν, παντρεύτηκε τη φίλη της Έμιλι, Σούζαν Χάντινγκτον, με την οποία η ποιήτρια είχε μια βαθιά και ειλικρινή σχέση. Καθώς η υγεία της μητέρας της, άρχισε να καταρρέει, η Έμιλι περνούσε όλο και περισσότερο χρόνο στο σπίτι της οικογένειας. Ο πατέρας της, γνωρίζοντας την αγάπη της για την κηπουρική, της έφτιαξε ένα θερμοκήπιο στο "The Homestead" και όταν η ίδια δεν ασχολούνταν με τα λουλούδια, έμενε στο δωμάτιό της όπου έγραφε ποίηση και γράμματα.   


 Σε αυτή την απομόνωση, το 1858, υπήρξε η πιο παραγωγική περίοδος της Έμιλι Ντίκινσον, ξαναγράφοντας (και βελτιώνοντας) ποιήματα που είχε ήδη γράψει, και ξεκινώντας πολλά νέα. Έως το 1865 έγραψε και έκρυψε στα συρτάρια της εκατοντάδες ποιήματα, περίοδος που συμπίπτει βέβαια με το σημαντικότερο γεγονός της αμερικανικής ιστορίας του 19ου αιώνα, τον εμφύλιο πόλεμο Βορρά και Νότου.

 Έως τα 35 της, είχε γράψει περισσότερα από 1.100 ποιήματα που εξερευνούσαν τη θλίψη, τη χαρά, τον έρωτα, τη φύση και την τέχνη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860, η Έμιλι Ντίκινσον πέρασε αρκετούς μήνες σε ένα νοσοκομείο στη Βοστόνη κάνοντας θεραπείες για το μάτι της. Μετά την επιστροφή της, μπήκε βαθύτερα στην απομόνωση του "The Homestead," μιλώντας πλέον σπάνια με τους επισκέπτες της και μόνο μέσω κλειστής πόρτας. Έγινε τότε γνωστή ως "λευκή γυναίκα," λόγω της τάσης που είχε να φορά μόνο λευκά στις σπάνιες περιπτώσεις που έβγαινε από το "Homestead." 

Παρά τη μοναχική φύση της, η Έμιλι Ντίκινσον είχε αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες συμπεριλαμβανομένου του Λόρδου Otis Phillips, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον πατέρα της και είχε χάσει τη σύζυγό του. Οι δυο τους μοιράστηκαν μια πληθωρική αλληλογραφία, και ορισμένοι μελετητές εικάζουν ότι η Έμιλι σχεδίαζε να τον παντρευτεί, αν και ποτέ τα σχέδια αυτά δεν καρποφόρησαν.

Προς το τέλος της ζωής της, η Ντίκινσον άρχισε να γράφει όλο και λιγότερη ποίηση. Επικεντρώθηκε στη φροντίδα της μητέρας της και του νοικοκυριού και παρά τις προσπάθειες επιφανών ανθρώπων να δημοσιεύσει το έργο της, αρνούνταν πεισματικά. Κάποια από τα ποιήματά της ωστόσο, δημοσιεύθηκαν ανώνυμα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της αμαυρώθηκαν από πολλούς θανάτους. Ο πατέρας της πέθανε ξαφνικά, σε ένα ταξίδι στη Βοστώνη το 1874. Αν και η κηδεία του έγινε στο "The Homestead," η Έμιλι δεν πήγε, επιλέγοντας να παραμείνει μέσα στο δωμάτιό της με την πόρτα μισάνοιχτη. Η μητέρα της υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το 1875, το οποίο την άφησε σχεδόν ακίνητη και με διαταραγμένη ψυχική κατάσταση. 

Ο αγαπημένος της πάστορας, Charles Wadsworth, πέθανε το 1882, μόλις πέντε μήνες πριν από τη μητέρα της. Ο Λόρδος Otis Taylor πέθανε το 1884 μετά από μια μακρόχρονη ασθένεια.   Ο μικρότερος γιος του αδελφού της Όστιν, αρρώστησε βαριά και πέθανε το 1883.

 Η υγεία της άρχισε να φθίνει μετά το θάνατο του ανιψιού της και δεν βελτιώθηκε ποτέ. Η Έμιλι Ντίκινσον πέθανε στις 15 Μαΐου 1886. Είχε ζητήσει, μετά το θάνατό της, από τη μικρότερη αδελφή της Λαβίνια, να καταστρέψει όλες τις επιστολές της. Με αυτό τον τρόπο, η Λαβίνια ανακάλυψε χίλια επτακόσια ποιήματα της Έμιλι, και τα δημοσίευσε με τη βοήθεια του παλιού φίλου της ποιήτριας, Thomas Wentworth Higginson. 




Το Νερό, μαθαίνεται απ' τη δίψα.
 Η Στεριά – απ' το αρμένισμα στα Πέλαγα.
 Η Έκσταση – απ' την οδύνη –
 Η Ειρήνη, απ' των πολέμων της το χρονικό –
 Η Αγάπη, απ' του τάφου το ανάγλυφο – 
Τα Πουλιά, απ' το χιόνι.


   Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό



Τo Homestead, το σπίτι όπου έζησε απομονωμένη η Έμιλι Ντίκινσον 



  -----------------------------------------------------------------------------------------------


Έμιλυ Ντίκινσον: Η στυλοβάτης της αμερικάνικης ποίησης

Αποσπάσματα από το έργο της μεγάλης ποιήτριας που γεννήθηκε πριν από 183 χρόνια (10/12/1830). 

Μετάφραση- Επιλογικό Σημείωμα: Ερρίκος Σοφράς

10.12.2013

Φωτογραφία: Νατάσα Πανταζοπούλου/ FOSPHOTOS


148

Θα ξημερώσει ένα «πρωί»;
Υπάρχει αυτό που λένε «Μέρα»;
Θα το ‘βλεπα απ’ τα βουνά
Αν ψήλωνα μες στον αιθέρα;

Να έχει του Νούφαρου τα πόδια;
Να έχει το φτέρωμα Πουλιού;
Είναι από μέρη ξακουσμένα
Που δεν τα έχω καν στο νου;

Ε συ Σοφέ! Κι εσύ Θαλασσινέ!
Πολύμαθε απ’ τους ουρανούς, εσύ!
Πείτε σ’ έναν Προσκυνητή μικρό
Πού πέφτει ο τόπος που τον λεν «πρωί»!

  261

Πήρα στα χέρια ένα Πετράδι —
Και σε ύπνο είχα κυλήσει —
Μέρα γλυκιά, στρωτός ο αέρας —
Είπα «Μα τούτο θα κρατήσει» —

Ξυπνώ — τ’ αθώα μου δάχτυλα μαλώνω,
Η Πέτρα έχει χαθεί —
Τώρα, μια θύμηση από Αμέθυστο
Ό,τι έχει πια σωθεί —

269

Άγριες νύχτες — Άγριες νύχτες!
Αν ήμασταν μαζί
Για μας οι άγριες νύχτες
Θα ‘ταν μόνο χλιδή!

Ανώφελος — ο αγέρας —
Σαν βρει η Καρδιά λιμάνι —
Πέταξε την Πυξίδα —
Πέταξε και το Χάρτη!

Λάμνοντας στην Εδέμ —
Α — η Θάλασσα!
Ας έδενα — τη νύχτα αυτή —
Σ’ εσένα!

983

Μέλισσα! Περιμένω να φανείς!
Έλεγα μόλις Χτες
Σε κάποιον γνώριμό σου
Πως ήτανε να ‘ρθεις —

Γυρίσανε οι Βάτραχοι —
Και πιάσανε δουλειά —
Πίσω τα πιο πολλά Πουλιά —
Και το Τριφύλλι είναι ζεστό —

Θα ‘χεις λάβει το Γράμμα
Ως τις Δεκαεφτά·
Απάντησε, ή μάλλον έλα δω —
Δική σου, Μύγα.


Πέρα μακριά, στην κατάφυτη κοιλάδα του Κοννέτικατ, ένα μαγιάτικο απομεσήμερο του 1886, σε λευκό φέρετρο, έβγαζαν από την πίσω πόρτα του σπιτιού, όπως η ίδια είχε θελήσει, την Έμιλυ Ντίκινσον. Λίγη ώρα πριν, στη μεγάλη σάλα του κάτω πατώματος, δύο φίλοι ιερείς διάβασαν αγαπημένα της εδάφια από τη Βίβλο, προσευχήθηκαν γι’ αυτήν, και κάποιος που της στάθηκε σε δύσκολη στιγμή απάγγειλε το «Δεν έχω εγώ δειλή ψυχή» της Εμ. Μπροντέ. Μέσ’ απ’ τα χτήματα της οικογένειας και τα όλο φτέρες μονοπάτια έξι Ιρλανδοί εργάτες του σπιτιού μετέφεραν το σώμα της· κι από κοντά, οι λίγοι εκείνοι που δέθηκαν μαζί της, με προορισμό το κοιμητήρι της μικρής πόλης.

Ανέλπιστα, μια εβδομάδα μετά, στο δωμάτιο της Ντίκινσον, η αδελφή της θα ανακαλύψει εκατοντάδες ποιήματά της, τα περισσότερα σ’ ένα κλειδωμένο έπιπλο από ξύλο κερασιάς, και άλλα στο συρτάρι του γραφείου της. Από τα ποιήματα που άφησε η Ντίκινσον, 1.100 περίπου τα είχε καθαρογράψει σε αυτοσχέδια τεύχη από διπλωμένα φύλλα χαρτιού αλληλογραφίας, ενώ άλλα 700 βρέθηκαν σε διάφορες φάσεις επεξεργασίας, πάνω σε φακέλους, στο πίσω μέρος λογαριασμών και προσκλήσεων (Johnson 1955a xxxiii-xxxviii· Franklin 1981 ix-xxii· 1998 7-43· 1999 1-3).

Η Λαβίνια ήξερε ότι η αδερφή της έγραφε, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί πως η παραγωγή της ήταν τόσο μεγάλη, αφού, όσο ζούσε, μονάχα δέκα ποιήματά της είχαν δημοσιευτεί (κυρίως σε εφημερίδες, με πρωτοβουλίες φίλων που τη θαύμαζαν και χωρίς ποτέ να το επιδιώξει η ίδια), ανυπόγραφα και αλλαγμένα από τους εκδότες, ώστε να συμμορφωθούν με τις συμβάσεις της εποχής. Η Λαβίνια ανέλαβε το χρέος να φροντίσει για την έκδοσή τους: ως το τέλος της ζωής της (1899), δημοσιεύτηκαν τρεις συλλογές και δύο τόμοι με γράμματα. Ωστόσο, έπρεπε να περάσουν εβδομήντα χρόνια από το θάνατο της Ντίκινσον, για να έχουμε, το 1955, από τον T. H. Johnson, την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση 1.775 ποιημάτων της (variorum edition), και μία έκδοση αναθεωρημένη, το 1998, από τον R. W. Franklin με 1.789 ποιήματα. Τα 1.046 γράμματά της τυπώθηκαν το 1958, με επιμέλεια του T. H. Johnson και της Theodora Ward. […]

Η Έμιλυ είδε το φως στις 10 Δεκεμβρίου 1830, στο Άμερστ της Μασσαχουσέττης, μια μικρή πόλη δύο χιλιάδων κατοίκων, πλάι σε δάση από έλατα και σημύδες. Κρύφτηκε από τον κόσμο και έγραψε, κλειδωμένη στην κάμαρά της, κατορθώνοντας «να επιδείξει την πιο πρωτότυπη διάνοια απ’ οποιονδήποτε άλλο ποιητή της Δύσης, αρχίζοντας από τον Δάντη, αν εξαιρέσουμε τον Σαίξπηρ» (Bloom 1994, 291). Εξουθενωμένη από αλλεπάλληλους νευρικούς κλονισμούς, με επίσημη αιτία θανάτου μια πάθηση των νεφρών, τη νόσο του Bright, πέθανε στα πενήντα έξι της στο σπίτι που γεννήθηκε, ζώντας αποτραβηγμένη εκεί τα είκοσι τελευταία χρόνια, φορώντας ρούχα λευκά, έχοντας ξεμακρύνει από τον τόπο της έξι μόνο φορές, για λόγους υγείας ή για ολιγοήμερα ταξίδια. […]
Παιδί χαρισματικό και ώριμο, η Ντίκινσον μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι που κυκλοφορούσαν βιβλία, σε προτεσταντικά σχολεία με εξαιρετικούς δασκάλους —«Είμαι πάντα ερωτευμένη μαζί τους» (Γ 15)—, στο Άμερστ με τη ζωηρή πνευματική κίνηση (Λέσχη Σαίξπηρ, διαλέξεις, ρεσιτάλ). Μα όσο κι αν έλεγε για το φύλακα άγγελό της, τη Λαβίνια, που κι αυτή έμεινε ανύπαντρη, «δεν έχει Πατέρα και Μάνα, αλλά μόνο εμένα, κι εγώ δεν έχω Γονείς παρά μόνη αυτή» (Γ 391), ο άνθρωπος που έγινε η πιστή σκιά της ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά, ο άτολμος Ώστιν, ο «αδερφός Πήγασος» (Γ 110), που υπήρξε για την Ντίκινσον μια σχέση έντονα συναισθηματική και πνευματική. «Νομίζω ότι, όσο μεγαλώνουμε, λείπουμε ο ένας στον άλλο πιο πολύ, γιατί δε μοιάζουμε σχεδόν με κανένα, και γι’ αυτό εξαρτιόμαστε περισσότερο ο ένας από τον άλλον, για να βρούμε χαρά» (Γ 114), του έγραφε. […]

Το πρώτο ποίημα που έφτασε ως εμάς το γράφει στα είκοσί της. Γράμματα όμως (το είδος του πεζού λόγου στο οποίο εκφράστηκε) έχει αρχίσει να γράφει από τα δώδεκα, και συνέχισε χωρίς διακοπή μέχρι τις τελευταίες της μέρες (σώθηκαν πάνω από χίλια, αν και πολλά χάθηκαν ή σκόπιμα καταστράφηκαν). Όσο κυλούν τα χρόνια, η αλληλογραφία γίνεται όλο και πιο πολύ κομμάτι της ζωής της, καθώς τα γράμματα «αποτελούν το μοναδικό μέσο διαφυγής από τον εκούσιο εγκλεισμό της»(Johnson & Ward 1958, xix) — «ένα Γράμμα είναι χαρά Γήινη — που οι θεοί τη στερούνται» (Γ 960). Η συνήθεια να ταχυδρομεί ποιήματα για γράμματα, να ενσωματώνει ποιήματά της μέσα σε γράμματα, η συχνή χρήση παύλας, οι έμμετρες προτάσεις και οι εσωτερικές τους ομοιοκαταληξίες, «όλα τείνουν προς την αμφισβήτηση μιας αυστηρής ειδολογικής διαφοράς ανάμεσα στην ποίηση και στον πεζό της λόγο» (Farr 1992, 16).

Πυκνά και αποσπασματικά, κατάμεστα από μεταφορές και μετωνυμίες, πολλά γράμματα είναι ισοδύναμα με τα ποιήματά της. Πώς αλλιώς, αφού με την αλληλογραφία της η Ντίκινσον θέλησε να επικοινωνήσει και να γοητεύσει, να ασκηθεί ποιητικά και να συστήσει τον εαυτό της, να συγκεντρώσει γύρω της ποιητικό ακροατήριο, καθώς οι σαράντα από τους ενενήντα εννιά αλληλογράφους μιας ολόκληρης ζωής ήταν και οι μοναδικοί παραλήπτες των ποιημάτων της· ορισμένων ποιημάτων της, μιας και ήταν ελάχιστοι εκείνοι που έλαβαν περισσότερα από ένα (Juhasz 1984, 170-192· Miller 1968, 29-39). «Ένα Γράμμα το νιώθω πάντα σαν αθανασία, γιατί είναι μόνο ο νους του φίλου χωρίς το σώμα του» (Γ 330).  […]

«Η Δημοσίευση είναι η Δημοπρασία του Ανθρώπινου Νου», «Ατίμωση της Τιμής» (Π 709), έγραφε η Ντίκινσον το 1863. Η άρνησή της να εκδώσει μένει ανεξήγητη. Η αποθάρρυνση από τον Χίγκινσον και οι επεμβάσεις στα δέκα ποιήματά της που είδε τυπωμένα· ο φόβος πως θα έχανε το προνόμιο της μόνωσης· η τακτική να επιστρέφει στα ποιήματα μετά από χρόνια· η πεποίθηση ότι οι αλληλογράφοι της ήταν το ιδανικό ακροατήριο — είναι κάποιες πιθανές απαντήσεις. […]

Από τους δύο στυλοβάτες της αμερικανικής ποίησης, ο Ουίτμαν επέβαλε άμεσα την κυριαρχία του στους μεταγενέστερους, ενώ η Ντίκινσον έδρασε με τρόπο αργό και υπόγειο. Μόλις το 1994 ο Harold Bloom, επικυρώνοντας καθυστερημένα την είσοδό της στο Δυτικό Κανόνα, τη θεωρεί ως τη «μεγαλύτερη ποιήτρια της Δύσης» (Bloom 1994, 295) και αναγνωρίζει ότι «δεν υπάρχει κανένας κριτικός που να στέκεται στο ύψος των διανοητικών της αξιώσεων και ούτε πρόκειται να υπάρξει» (Bloom 1994, 292). Αλλά και ο Alfred Kazin, στο μείζον έργο του An American Procession, σημειώνει ότι «ήταν η πρώτη νεωτερική συγγραφέας που έβγαλε η Νέα Αγγλία» (Kazin 1984, 164).

Η ποίησή της, δραματική, αμφίσημη και ειρωνική, αν και θα μπορούσε να ταιριάξει στο κλίμα που καλλιέργησε ο μοντερνισμός, παρασιωπήθηκε ωστόσο από τον Πάουντ και τον Έλιοτ, τους κορυφαίους αγγλόφωνους εκφραστές του. (Στο περιοδικό του Έλιοτ The Criterion δημοσιεύτηκαν, το 1925, σοβαρές επιφυλάξεις για το έργο της.) Νωρίτερα, η Amy Lowell (1874-1925) την είχε θεωρήσει πρόδρομο της νεώτερης ποίησης και υπόδειγμα για το κίνημα του εικονισμού. Ο Allen Tate (1899-1979), στο ιστορικό δοκίμιό του για την Ντίκινσον (1932), την προβάλλει ως βασικό πρότυπο για τις αρχές της Νέας Κριτικής. Ο Archibald MacvLeish (1892-1982) βρίσκει τη φωνή της άμεση και δραματική, «τυπικά νεωτερική».

Ποιητές που δέχτηκαν βαθύτερα την επίδρασή της ήταν ο Wallace Stevens (1897-1955) και ο Hart Crane (1899-1932), που της απευθύνεται στο ποιητικό του κατόρθωμα Η Γέφυρα (The Bridge, 1930). Ο Robert Frost (1874-1963) ήταν από τους πρώτους ένθερμους υποστηρικτές της («η σπουδαιότερη γυναίκα συγγραφέας»), ο William Carlos Williams (1883-1963), αν και μαθήτευσε στην ποίηση του Whitman, θαύμαζε την οικονομία και την ελλειπτικότητα των στίχων της, ονομάζοντάς την «προστάτισσα αγία» του, ενώ η Marianne Moore (1887-1972) επηρεάστηκε από τις λεκτικές της επιλογές και τις ανατροπές στη σύνταξη. Η πεζογράφος Gertrude Stein (1874-1946) ομολογούσε την πνευματική της συγγένεια.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η ποίηση μιλά για την ψυχική διάλυση και την πνευματική αγωνία, το έργο της Ντίκινσον θα έρθει στο προσκήνιο.


Τα αποσπάσματα από το επιλογικό σημείωμα του Ερρίκου Σοφρά με τίτλο «Η άβυσσος δεν έχει βιογράφο» (Γ 899) και τα τέσσερα ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον έρχονται από το βιβλίο Έμιλυ Ντίκινσον, 44 ποιήματα και 3 γράμματα, επιλογή-μετάφραση-σχολιασμός-επίμετρο Ερρίκος Σοφράς, Το Ροδακιό 2005.


POP_fos0900100



IMG_3377a




----------------------------------------------------------------------------------------------------


ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΦΡΕΓΑΤΑ ΣΑΝ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


 Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
 Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς 
Ούτε ένα άλογο κούρσας
 Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης.
 Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί 
μπορούν να κάνουν 
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν.
 Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
 που κατευθύνει μια ανθρώπινη ψυχή! 


There is no Frigate like a Book 

There is no Frigate like a Book 
To take us Lands away,
 Nor any Coursers like a Page Of prancing Poetry – 
This Traverse may the poorest take
 Without oppress of Toll – 
How frugal is the Chariot That bears a Human soul 

ΑΓΡΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ 

Άγριες νύχτες - Άγριες νύχτες!
 Αν ήμουν μαζί σου
 Οι Άγριες νύχτες θα ήταν 
Η απόλαυση μας
 Μάταιοι οι άνεμοι 
Για μια καρδιά σε λιμάνι 
Αρκετά με την Πυξίδα 
Αρκετά με τους Χάρτες
 Κωπηλατώντας στην Εδέμ
 Αχ! η Θάλασσα! Μονάχα να προσόρμιζα
 Απόψε Σ' εσένα! 

ΑΝ ΜΠΟΡΩ 

Αν μπορώ να σταματήσω
 μια καρδιά που πάει να σπάσει
 Δεν θα ζήσω μάταια.
 Αν μπόρω να απαλύνω 
μιας ζωής την Οδύνη
 Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο
 Ή να βοηθήσω
 ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη 
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του
 Δεν θα ζήσω μάταια.



ΕΛΠΙΔΑ

 Είναι η ελπίδα ένα πράγμα με φτερά
 που κουρνιάζει στην ψυχή μου
 και δίχως λέξεις τραγουδάει τον σκοπό
 χωρίς ποτέ να σταματάει.
 Και πιο γλυκά
 Ακούγεται στην θύελλα
 Επαίσχυντη πρέπει να είναι η καταιγίδα
 που μπορεί να ταράξει το μικρό πουλί,
 που κράτησε τόσους πολλούς ζεστούς.
 Το έχω ακούσει στην πιο παγωμένη γη,
 Και στην πιο παράξενη θάλασσα
 Ωστόσο ποτέ, ούτε στην έσχατη ανάγκη, 
δεν ζήτησε ούτε ψίχουλο, από μένα 


HOPE 

"Hope" is the thing with feathers—
 That perches in the soul—
 And sings the tune without the words— 
And never stops—at all— 
And sweetest—in the Gale—is heard— 
And sore must be the storm— 
That could abash the little Bird 
That kept so many warm—
 I've heard it in the chillest land—
 And on the strangest Sea—
 Yet, never, in Extremity, 
It asked a crumb—of Me.

 Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ

 Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
 Να `χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
 Σκληρή μου δόθηκε, πικρή και άδικη μοίρα.
 «Βασίλισσα του Γολγοθά» για τίτλο πήρα, 

κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
 κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
 που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
 όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.

 Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
 και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
 Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
 δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι. 

Τριπλή νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
 «Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
 μ` ένα σκοπό που κι η ψυχή τους τραγουδάει.
 Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; 
Ποιος μου απαντάει;


ΤΟΣΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ

 Τόσο ανεπαίσθητα σαν μια μικρούλα λύπη
 Το Καλοκαίρι έσβησε ως παρουσία 
Τόσο ανεπαίσθητα που από κοντά μας λείπει,
 Χωρίς να φαίνεται πως έχει κάνει προδοσία.

 Παντού σκορπίστηκε σιωπή, παντού γαλήνη,
 Σαν ξαφνικά το σούρουπο μεγάλο να’ χει αρχίσει
 Σαν να θέλει ασυντρόφευτη να μείνει 
Σε δείλι απόμακρο, μονάχη της η φύση.

 Νωρίς το σύθαμπο την θέση του έχει πάρει 
Το πρωινό θολές ανταύγειες ξετυλίγει 
Με ευγενική και όλο μελαγχολία χάρη,
 Σαν επισκέπτης που ετοιμάζεται να φύγει.

 Κι έτσι χωρίς φτερά, κουπιά, χωρίς τιμόνι
 Σ’ ονειρική, παραμυθένια τρυφεράδα
 Το Καλοκαίρι με αναμνήσεις μας φορτώνει
 Και φεύγει Θείο, στην στερνή του Ομορφιά.

 ΡΙΞΕ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΧΑΡΕ

 Ρίξε τα εμπόδια Χάρε, τα κοπάδια
 Να μπουν τα κουρασμένα, 
Που χει τελειώσει η περιπλάνησή τους 
Κι έχουνε πάψει να βελάζουν πια.

 Είναι δική σου η πιο γαλήνια νύχτα,
 Δικό σου είναι το πατρικό μαντρί,
 Πολύ σιμά είσαι, να σ’ αναζητούμε,
 Και για να σε καλούμε, πρόθυμος πολύ.

-----------------------------------------------------------

 Πέθανα για την ομορφιά
 και μπαίνοντας στο χώμα
 ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
 σε πλαϊνό μου χώρο.

 Ψιθύρισε «τι έφταιξε;» 
«η ομορφιά» του είπα
 «για την αλήθεια πέθανα»
 είπε «κι είμαστε αδέρφια».

 Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
 μιλήσαμε, ωσότου
 βρύα ήρθαν στα χείλη μας
 κι έκρυψαν τ` όνομά μας



--------------------------------------------------------------------------------------------



H ερημίτισσα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον


Η απομονωμένη ζωή της σημαντικότερης γυναικείας πένας του αμερικανικού 19ου αιώνα


Η Έμιλι Ντίκινσον πέρασε όλη της τη ζωή κλεισμένη στο πατρικό κτήμα, παρέα με οικείους και φίλους.
Είναι σαν να μη βγήκε ποτέ από την πολίχνη που μεγάλωσε και έζησε, ενώ αργότερα θα υιοθετήσει την πλήρη απομόνωση ως στάση ζωής.
Για τη ζωή της δεν είναι λοιπόν και πολλά γνωστά, όπως δεν θα ήταν και το έργο της, αν δεν έβρισκε η αδελφή της τα ανέκδοτα χειρόγραφα της Ντίκινσον μετά τον θάνατό της.
Γιατί η πλέον αναγνωρισμένη Αμερικανή ποιήτρια του 19ου αιώνα δεν δημοσίευσε ούτε στίχο όταν ζούσε, με μια χούφτα ποιήματά της που βρήκαν τον δρόμο της έκδοσης να μην έχουν καν την έγκρισή της.
Το μεγάλο μυστήριο των αμερικανικών γραμμάτων έγραψε μανιωδώς μια σειρά από ποιήματα σε μια σύντομη χρονική περίοδο και μετά σίγησε για πάντα, για να αφήσει λες τους στίχους της να ακουστούν δυνατότερα.

Πρώτα χρόνια





Η Έμιλι Ντίκινσον γεννιέται στις 10 Δεκεμβρίου 1830 στο οικογενειακό κτήμα στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης, με την οικογένεια να έχει δύο ακόμη παιδιά. Τα παιδικά χρόνια της Ντίκινσον αφιερώθηκαν στις σχολικές υποχρεώσεις, στις οικιακές ασχολίες αλλά και σε δραστηριότητες στο Κατηχητικό, σε ανάγνωση βιβλίων και σε μαθήματα τραγουδιού και πιάνο.

Μετά το πέρας της βασικής εκπαίδευσης, με τις επιδόσεις της να λογίζονται εξαιρετικές, η Ντίκινσον φοιτά στην ακαδημία Mount Holyoke College για έναν χρόνο, που είναι και το μεγαλύτερο διάστημα που έλειψε ποτέ από το σπίτι της.




Η νεαρή Έμιλι έδειχνε μια αξιοσημείωτη κοινωνικότητα -που θα αποσυρόταν βέβαια όσο ο καιρός περνούσε-, έχοντας πολλούς φίλους και φίλες στα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής της. Ταυτόχρονα, είχε τουλάχιστον μία πρόταση γάμου, με την ίδια ωστόσο να μην παντρεύεται ποτέ.

Όντας πλέον στις αρχές των 20 ετών της ζωής της, η συγγραφή αρχίζει να διαδραματίζει ολοένα και πιο σημαίνοντα ρόλο, βρίσκοντας στην ποίηση έναν νέο κόσμο ιδεών. Τα ποιήματα της εποχής είναι ρομαντικά και σε τελείως άλλο τόνο από τα ώριμα έργα της. Παρ' όλα αυτά, κάποια βρίσκουν τον δρόμο της έκδοσης, είτε στην επιθεώρηση του κολεγίου το 1850 είτε σε τοπική εφημερίδα το 1852.

Τα παραγωγικά χρόνια της συγγραφής






Παρά το γεγονός ότι η Ντίκινσον άρχισε να ασχολείται σοβαρά με την ποίηση ήδη από την εφηβεία της, θα ήταν σε μια σχετικά σύντομη περίοδο συγγραφικού πυρετού που θα άφηνε λογοτεχνικό έργο: από το 1858-1865 γράφει και αποθηκεύει στα συρτάρια της εκατοντάδες ποιήματα, περίοδος που συμπίπτει βέβαια με το σημαντικότερο γεγονός της αμερικανικής ιστορίας του 19ου αιώνα, τον εμφύλιο πόλεμο Βορρά και Νότου.

Είναι βέβαια και μια περίοδος ραγδαίων αλλαγών για την ίδια, με την οικογένεια να επιστρέφει στο πατρικό κτήμα, τον μεγαλύτερο αδελφό της να παντρεύεται την καλύτερή της φίλη και το ζευγάρι να μένει μέσα στο κτήμα. Η ίδια έχει υιοθετήσει ωστόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, απολαμβάνοντας την ησυχία της και περνώντας ώρες στο κτήμα και το θερμοκήπιο ασχολούμενη με τη μεγάλη της αγάπη, την κηπουρική, όταν δεν έγραφε βεβαίως.

Μέχρι να κλείσει το 35ο έτος της ηλικίας της, είχε ήδη συγγράψει περισσότερα από 1.100 ποιήματα που εξερευνούσαν με νηφαλιότητα και σύνεση τον πόνο, τη θλίψη, τη χαρά, τον έρωτα, τη φύση και την ίδια την τέχνη. Η ίδια καθαροέγραψε 800 περίπου από αυτά σε ξεχωριστά χειροποίητα βιβλιαράκια, τις προσωπικές της «εκδόσεις», που δεν άφηνε βέβαια να δει ανθρώπινο μάτι.




Παρά το γεγονός ότι μια χούφτα ποιημάτων της δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά, τυπώθηκαν ανώνυμα και τις περισσότερες φορές χωρίς τη συγκατάθεσή της, με ποιήματα που εμπιστεύτηκε σε επιστολές της σε φίλους, οικείους και συγγραφείς να βρίσκουν τελικά τον δρόμο της έμμεσης αυτής έκδοσης.

Για την παραγωγική αυτή εφταετία δεν είναι και πολλά γνωστά, με τους ιστορικούς να προσπαθούν πλέον να ανασυγκροτήσουν τα γεγονότα από τα γραπτά της. Φαίνεται λοιπόν να υπάρχει ισχυρό ρομαντικό δέσιμο με νεαρό που δεν κατονομάζεται ωστόσο, αλλά και τουλάχιστον ένα τραυματικό γεγονός στη ζωή της, που πάλι όμως περιβάλλεται από σκοτάδι. Η ίδια αναγνωρίζει σε επιστολή της το γεγονός πως θα χρειαζόταν έναν «οικοδιδάσκαλο» για να χαλιναγωγήσει τη δαιμονισμένη πένα της και να της δώσει συμβουλές για το πώς να εκδώσει το έργο της.

Οι μετακινήσεις που θα κάνει το 1864 και το 1865 στη Βοστόνη για θεραπεία στο μάτι θα είναι μάλιστα και οι τελευταίες φορές που θα έβγαινε έξω από το πατρικό κτήμα. Επιστρέφοντας το 1865 στην αγροικία έπειτα από 6μηνη παραμονή στην πόλη, σπάνια πια θα εγκατέλειπε το σπίτι...

Κατοπινά χρόνια



Η ποιήτρια είχε πια προσαρμοστεί στην απομόνωση που η ίδια επέβαλλε στη ζωή της, περνώντας τον χρόνο με τους γονείς και την αδελφή της. Συνεχίζει να γράφει ποιήματα, όχι όμως με την ίδια συχνότητα και επιμέλεια: δεν τα οργανώνει πλέον σε ποιητικές συλλογές, ενώ πολλά τα αφήνει ημιτελή. Τα χειρόγραφα της εποχής δείχνουν πιο προχειρογραμμένα από την περίοδο της εντατικής συγγραφής (1858-1865), με πολλά να είναι όντως γραμμένα πάνω σε οτιδήποτε.

Στην όψιμη αυτή περίοδό της, δείγμα του έργου της περιέρχεται στα χέρια συγγραφέων και εκδοτών, οι οποίοι έδειξαν ενδιαφέρον για μια ενδεχόμενη έκδοση. Ελάχιστα ποιήματά της βρίσκουν και πάλι τον δρόμο για τη δημοσιότητα, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις συνέβη και πάλι χωρίς την έγκριση της ποιήτριας.

Ο έρωτας θα κάνει και πάλι την εμφάνισή του στη ζωή της, αυτή τη φορά με τη μορφή ενός χήρου δικαστή, οικογενειακού φίλου, με τις επιστολές της Ντίκινσον να υποδεικνύουν ότι σκεφτόταν ακόμα και να τον παντρευτεί, αν και δεν το έκανε ποτέ.

 


Τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύονται από αρρώστια και θάνατο: ο πατέρας της πεθαίνει το 1874, η μητέρα της το 1875, ο ανιψιός της το 1883 (σε ηλικία 8 ετών), ο δεσμός της το 1884 και η καλύτερή της φίλη το 1885. Από το 1883 πέφτει και η ίδια άρρωστη, με τα τόσα χρόνια ασθενειών να έχουν επιβαρύνει την υγεία της.

Η Έμιλι Ντίκινσον παρέμεινε σε κακή κατάσταση μέχρι και τον θάνατό της στις 15 Μαΐου 1886, φτάνοντας σε ηλικία 55 ετών. Μετά την κηδεία της, η αδελφή της Λαβίνια θα έβρισκε στο δωμάτιό της εκατοντάδες ποιήματα, τα οποία εκδόθηκαν σε τμήματα και ενότητες από το 1890 και έκτοτε. Οι πρώτες ποιητικές συλλογές της σημείωσαν σημαντική εκδοτική επιτυχία.

Η πρώτη μάλιστα επίσημη και επιμελημένη έκδοση του έργου της, το τρίτομο «The Poems of Emily Dickinson» σε επιμέλεια Thomas H. Johnson, δεν θα εμφανιζόταν πριν από το 1955. Παρά ταύτα, τα περιεκτικά, βασανισμένα και συναισθηματικά φορτισμένα ποιήματά της θα επηρέαζαν δραστικά την αμερικανική ποίηση του 20ού αιώνα, κάνοντας την Ντίκινσον μια από τις σημαντικότερες πένες της Αμερικής του 19ου αιώνα.

----------------------------------------------------------------------------------------------




Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά

 Της Έμιλι Ντίκινσον

 


Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, ποίηση, Έμιλι Ντίκινσον, μτφρ. Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά, Εκδόσεις Gutenberg 2013

Πριν από μερικές μέρες έφτασε στα χέρια μας το βιβλίο Emily Dickinson: Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά Ποιήματα και Επιστολές από τις Eκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Λιάνας Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα και Φρόσως Μαντά. Θα μπορούσε, να αναρωτηθεί κανείς: Σε ένα τόπο, που έχει μάθει να ταξιδεύει με τον Ελύτη, να ξεσηκώνεται με τον Ρίτσο και να προβληματίζεται με τον Σεφέρη, τι θέση έχει η ποίηση της Emily Dickinson;

Έρχεται, λοιπόν, αυτό το μεγαλόπνοο έργο να μας δώσει την απάντηση, παρουσιάζοντάς μας, όχι μόνο μια από τις μεγαλύτερες Αμερικανίδες ποιήτριες, αλλά και μια πρόδρομο του μοντερνισμού, αφού αρκετά από τα ποιήματα της Emily Dickinson έχουν δύσκολα νοήματα και μορφολογικές ιδιορρυθμίες. Επίσης, η χρησιμοποίηση των σημείων στίξης και ιδιαίτερα της παύλας, καθώς και τα κεφαλαία αρχικά  μας παραπέμπουν σε ένα είδος σχηματικής ποίησης, όπου πειραματίζονται αρκετοί νεότεροι ποιητές, σήμερα.

Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη: 

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει μια εκτενή μελέτη για τη ζωή και το έργο της Dickinson από τη μεταφράστρια Λιάνα Σακελλίου. Χαρακτηριστική αρετή της συγκεκριμένης μελέτης είναι ότι αναφέρονται όλες οι εκδοχές, που έχουν κατά καιρούς υποστηριχτεί για τη ζωή της Dickinson, όπως γιατί καθιέρωσε να φοράει για χρόνια το ίδιο λευκό φόρεμα, το ερώτημα για την πνευματική της υγεία ή γιατί δεν βγήκε από το σπίτι της τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής της. Επίσης, η αναφορά στο έργο της Dickinson, μας δείχνει ότι η Λιάνα Σακελλίου δεν είναι μόνο μια καλή μεταφράστρια, αλλά και μια δεινή κριτικός λογοτεχνίας.


Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει μια δίγλωσση παράθεση 60 ποιημάτων της Emily Dickinson σε μετάφραση Λιάνας Σακελλίου και Άρτεμις Γρίβα. Εδώ, έχουμε να παρατηρήσουμε τη δυσκολία της μετάφρασης, καθώς πρόκειται για έμμετρη ποίηση, όπου πρέπει να τηρηθεί το μέτρο, η ομοιοκαταληξία και να αποδοθεί σωστά το νόημα του ποιήματος. Πόσο μάλλον, όταν έχουμε να κάνουμε με ποιήματα, που για να γίνουν κατανοητά, δεν τους φτάνει μια ανάγνωση, όπως αρκετές φορές συμβαίνει με τα ποιήματα της Emily Dickinson. Παρά τις όποιες δυσκολίες της μετάφρασης, παρατηρούμε ότι, το μέτρο τηρείται, η ομοιοκαταληξία επιτυγχάνεται έστω και μόνο στον τελευταίο φθόγγο και αν παραθέσουμε το αγγλικό πρωτότυπο δίπλα στη μετάφραση, το νόημα αποδίδεται σωστά. Άρα πρόκειται για ένα μεταφραστικό επίτευγμα και σαν τέτοιο το συνιστούμε στους αναγνώστες. Μια άλλη αρετή του συγκεκριμένου μέρους του βιβλίου, είναι ότι τα ποιήματα, που έχουν επιλεγεί περιλαμβάνουν όλες τις φάσεις της ζωής της Emily Dickinson και αυτό έχει τεράστια σημασία γιατί μας δείχνει την εξέλιξη του έργου της από όταν έγραφε τους πρώτους της στίχους μέχρι τα τελευταία της χρόνια. Για να κατανοήσουμε, όμως, καλύτερα τούτο το μεταφραστικό εγχείρημα, παραθέτουμε ένα ποίημα μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Άρτεμη Γρίβα:

 «Η Τρέλα η πολλή είναι εξαίσια Λογική - /
 στα Μάτια που γνωρίζουν να διακρίνουν - / 
Η Λογική η πολλή - η πιο ακραία Τρέλα - / 
Είναι σε τούτο η Πλειοψηφία, /
 Καθώς στο όλον που επικρατεί - / 
Συναίνεσε - και είσαι συνετός - / 
Εναντιώσου - παρευθύς κίνδυνος είσαι - / 
Και μ’ Αλυσίδες βρίσκεσαι δετός -».

Το τρίτο μέρος περιλαμβάνει 165 επιστολές της Emily Dickinson μεταφρασμένες από τη Φρόσω Μαντά. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, τι χρειάζεται η τόσο εκτενής δημοσίευση επιστολών. Εκτός του ότι είναι ντοκουμέντα άγνωστων πτυχών της ζωής της Dickinson, οι συγκεκριμένες επιστολές είναι λογοτεχνικά γραμμένες με ένα πρωτότυπο τρόπο, που μόνο η Emily Dickinson ήξερε να εκφράζεται. Σε ορισμένες από αυτές υπάρχουν ολοκληρωμένα ποιήματα και σε άλλες θραύσματα ποιημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης μέτρου, ομοιοκαταληξίας, αλλά ταυτόχρονα και παράδειγμα μεταφραστικής δεινότητας είναι το σημείο μιας επιστολής, όπου η Emily Dickinson αναφέρεται  στο σκύλο της και συνεχίζει:

 «Ο Σκύλος είναι η ευγενέστερη μορφή Τέχνης, κύριε. Μπορώ να πω με κάθε ασφάλεια η πιο ευγενής – τα δίκια της κυράς του διαφεντεύει – παρόλο που τη ζήση του ξοδεύει – παρόλο που στο θάνατον οδεύει!»

Συμπερασματικά, το καινούργιο πόνημα των Εκδόσεων Gutenberg αποτελεί την πληρέστερη και πιο εμπεριστατωμένη έκδοση του έργου της Emily Dickinson, που υπάρχει στα ελληνικά μέχρι σήμερα και σαν τέτοια την προτείνουμε.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

------------------------------------------------------------------------------------------------


Ποίηση και επιρροές

Τα αδέρφια της Έμιλι δεν ήταν μόνο η οικογένειά της, αλλά και οι σύντροφοι στις πνευματικές ενασχολήσεις της. Η ποίησή της αντανακλά τη μοναξιά που ένιωθε η ίδια, αλλά και στιγμές έμπνευσης που δίνουν ίσως μια αίσθηση ευτυχίας. Επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το θρησκευτικό συντηρητισμό της οικογένειάς της, αλλά και του αστικού πουριτανικού περιβάλλοντος της πόλης όπου ζούσε, ενώ φαίνεται να αντλεί επιρροές και από τους Μεταφυσικούς Άγγλους ποιητές του 17ου αιώνα. Θαύμαζε τον Τζον Κητς και τους Ρόμπερτ και Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ.


Ελληνικές μεταφράσεις

Επειδή Δεν Άντεχα να Ζήσω Φωναχτά, Ποιήματα και επιστολές, επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου, μετάφραση: Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά, Αθήνα, Gutenberg 2013

Φύση: Ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον, Άννα Δασκαλοπούλου, Αθήνα: Ειδική Εκδοτική 1995

Ποιήματα,, επιλογή - μετάφραση Ἀγγελική Σιδηρά, Ἀθήνα: Ἑρμείας 1996

Επι-γράμματα, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Κώστας Ιωάννου, Κορωπί: Κρωπία 2000
Emily Dickinson: Ἡ ποιήτρια τῶν ἑπομένων ἐποχῶν, ἐπιλογή καί μετάφραση ποιημάτων, πρόλογος καί σχόλια Κώστας Ἰωάννου, Κορωπί: Κρωπία 2000

Ζωή: Ποιήματα, μετάφραση Άννα Δασκαλοπούλου, Αθήνα: Ζαχαρόπουλος 2003

Το μέγα ύδωρ : Εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση - πρόλογος Διονύσης Καψάλης, Αθήνα: Άγρα 2004

44 ποιήματα και 3 γράμματα, επιλογή - μετάφραση - σχολιασμός - επίμετρο Ερρίκος Σοφράς, Αθήνα: Ροδακιό 2005

Μιά ὥρα εἶναι μιά θάλασσα: Τά ὀλιγόστιχα, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Κώστας Ἰωάννου, Κορωπί: Κρωπία 2005

Αγάπη : Ποιήματα, μετάφραση Άννα Δασκαλοπούλου; ζωγραφική Θανάσης Καραμήτας, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος 2005

Τό ἀνεξάντλητα Σημαῖνον: 91 ποιήματα, ἐπιλογή - μετάφραση - πρόλογος Ἕλλη Συναδινού, Ἀθήνα: Ἰδεόγραμμα 2006

---------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ










----------------------------------------------------------------------------------------


Ο Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος απαγγέλλει το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον «Είμαι ο Κανένας!..» από την ποιητική συλλογή Επειδή Δεν Άντεξα Να Ζήσω Φωναχτά, Εκδόσεις Gutenberg

Ο Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος απαγγέλλει το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον «Η ψυχή διαλέγει τους Ομοίους της..» από την ποιητική συλλογή «Επειδή Δεν Άντεξα Να Ζήσω Φωναχτά», Εκδόσεις Gutenberg

Ο Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος απαγγέλλει το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον «Η καρδιά αποζητά την Ηδονή..» από την ποιητική συλλογή «Επειδή Δεν Άντεξα Να Ζήσω Φωναχτά», Εκδόσεις Gutenberg

Ο Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος απαγγέλλει το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον «Η Τρέλλα η πολλή...» από την ποιητική συλλογή «Επειδή Δεν Άντεξα Να Ζήσω Φωναχτά», Εκδόσεις Gutenberg




Δημοσίευση σχολίου