Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ








diandopoylos1


Βασίλης Διαμαντόπουλος: Μάθε παιδί μου, να αγωνίζεσαι…

Επιμέλεια: Οικοδόμος //

Συμπληρώθηκαν δεκαέξι χρόνια από τη μέρα (5 Μάη του 1999) που έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος ηθοποιός και δάσκαλος του θεάτρου Βασίλης Διαμαντόπουλος.
Γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά και σπούδασε νομικά πριν γίνει ηθοποιός. Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση έγινε στο Θέατρο Τέχνης το 1942, παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του Κάρολο Κουν στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν. Συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης μέχρι το 1949 και στη συνέχεια με το Εθνικό Θέατρο όπου έπαιξε σε παραστάσεις με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν. Το 1958 ίδρυσε το δικό του «Νέο Θέατρο» που λειτούργησε ως και το 1966.

Ο Β. Διαμαντόπουλος έλεγε πως ενώ σα νεαρός έβλεπε με απαξίωση το επάγγελμα του «θεατρίνου», έγινε ηθοποιός εξαιτίας του Κάρολου Κουν. Αναπόφευκτα λοιπόν δίπλα στον κορυφαίο δάσκαλο του ελληνικού θεάτρου, δεν θα μπορούσε παρά να επιλέξει τον δύσκολο δρόμο, αφιερώνοντας τη ζωή του στην τέχνη. Μορφωμένος, καλλιεργημένος, σοβαρός και αυστηρός κριτής, πρώτα του εαυτού του, ξεχώρισε ανάμεσα στους ηθοποιούς της γενιάς του.

diamandopoylos2



«Μπροστά ή πίσω από τα φώτα, στο ημίφως ή στο άπλετο φως και με την πιο εξελιγμένη τεχνολογία ή μ’ έναν απλό προβολέα, ο ηθοποιός είναι ―πρέπει να είναι― ο ίδιος το αυτόφωτο σώμα… αλλιώς είναι απλά διάσημος, αλλά όχι ηθοποιός…»

Βασίλης Διαμαντόπουλος


Με την επιβολή της Χούντας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα έφυγε στο Παρίσι. Όταν επέστρεψε συνεργάστηκε με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και αργότερα με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο στο «Θέατρο Σάτιρα». Εκείνη την εποχή Διαμαντόπουλος και Μιχαλακόπουλος πρωταγωνιστούν με μεγάλη επιτυχία στη θρυλική τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι Εκείνος», σε κείμενα του Κώστα Μουρσελά. Ο Λουκάς (Βασίλης Διαμαντόπουλος) και ο Σόλων (Γιώργος Μιχαλακόπουλος), γίνονται γνωστοί στο πανελλήνιο περνώντας στην μικρή οθόνη αλληγορικά αντιχουντικά μηνύματα και αγκαλιάζονται από το κοινό.


Για τον Βασίλη Διαμαντόπουλο καλλιτέχνης σήμαινε συμμετοχή στα κοινά και ξεκάθαρη τοποθέτηση μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

 «Ήμουν, είμαι και θα είμαι κομμουνιστής. Κολακεύομαι να πιστεύω ότι το αξίζω να είμαι κομμουνιστής και γι’ αυτό θα αγωνιστώ, όσο μου το επιτρέπουν τα μέσα μου και οι ικανότητές μου, για την ουσιαστική αλλαγή και την ανατροπή του καπιταλισμού», έλεγε.

Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει στο παρελθόν στον «Ριζοσπάστη», τα χρόνια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης ήταν που «έβαλαν τα θεμέλια της σταθερότητάς μου στο ΚΚΕ. Κι επιπλέον πιστεύω ότι ο κομμουνισμός είναι στέρεος. Κυκλοφορεί μέσα στο ανθρώπινο αίμα. Ο Μαρξ δεν εφηύρε έτσι μια φιλοσοφία, αλλά την άντλησε από την ανθρώπινη πραγματικότητα. Είναι όνειρο ανθρώπινο, όνειρο δικό μας, το να υπάρξει μια κοινωνία ελεύθερη και οι άνθρωποι να ζουν με ισότητα και δικαιοσύνη».

 «Μάθε παιδί μου γράμματα»


―Τι είναι αυτά που λες γιε μου;

―Δυστυχώς, από κει ξεκινάει το κακό πατέρα!

―Μα… αυτά τα λένε οι κομμουνισταί…

―Όλος ο κόσμος τα λέει.






Ο σπουδαίος ηθοποιός έπαιξε τους μεγάλους ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου, συμμετείχε σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, και μέχρι το τέλος ζούσε με τη λαχτάρα για το επόμενο δημιουργικό του βήμα. «Ακόμα και τώρα πιστεύω ότι είμαι λειψός, δηλαδή «χωράει κι άλλο»…, δε νομίζω ότι υπάρχει κανένα τέλος σ’ αυτό το «χωράει»… Αυτό που με κρατάει ζωντανό είναι ότι μου λείπουν πράγματα… δεν ξέρω πολλά πράγματα, δεν έχω γευτεί πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λέω να ζήσω κι άλλο για να μπορέσω να τα γευτώ», έλεγε σε τηλεοπτική συνέντευξή του όντας σε προχωρημένη ηλικία. Ζωή και τέχνη, τέχνη και ζωή, ήταν για τον Β. Διαμαντόπουλο ένας διαρκής αγώνας για το καλύτερο, για την πρόοδο.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος διοχέτευσε την αγάπη του για την υποκριτική τέχνη αλλά και για τη νέα γενιά διδάσκοντας στις σχολές του Εθνικού Θεάτρου και Κάρολου Κουν. Το 1989 ίδρυσε το «Θεατρικό Εργαστήρι» του και αργότερα την Ανωτέρα Δραματική Σχολή «Ίασμος».

Η σεμνότητά του, το πάθος και η αγάπη του για το θέατρο και τους νέους θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη όσων είχαν την τύχη να γίνουν κοινωνοί της τέχνης του πάνω στο σανίδι ή από την πολυθρόνα του θεατή και στους μαθητές του που τον αγάπησαν και τον πίστεψαν.

«Ναι, είναι ελπίδα να βλέπει κανείς αυτά τα παιδιά που το μάτι τους δεν έχει παγώσει ακόμη και αυτό είναι κάτι που μου δίνει κουράγιο»…

  ------------------------------------------------------------------------------------------


ΣΤΙΓΜΕΣ της ΤΑΙΝΙΑΣ

ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΜΑΛΗ

"ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ"



Υπαστυνόμος Χαρίδημος ( Βασίλης Διαμαντόπουλος ):  σε λίγο θα δεις ότι είμαστε ένα πράμα εμείς οι δυο. Σαν ένας άνθρωπος που βλέπει το είδωλό του στο καθρέφτη. Όλοι μας έχουμε ένα είδωλο. Μόνο που δεν ξέρουμε αν το αγαπάμε ή το μισούμε. Γεννήθηκε χωρίς μορφή, διάσταση και σχήμα και απλώθηκε στο άπειρο. Ζούσε στο φόβο γιατί σκεφτότανε με τη σκέψη του μεγάλου σαν μικρός. Βίαζε γιατί ζήλευε την αγνότητα. Έκλεβε γιατί δεν σεβότανε αυτό που είχε. Και σκότωνε γιατί μισούσε την ύπαρξή του. Χιλιάδες γίνηκε κομμάτια και σκορπίστηκε κι έτσι κομματιασμένο συνεχίζει ναι συνεχίζει αν και το ξέρει πως μια μέρα θα πεθάνει. Όταν οι έννοιες των αντιθέτων θα χαθούν στη συμφωνία των ανθρώπων. Αυτό είναι το τέρας του εγκλήματος γιατρέ.....! 

-Γιατρός ( Πέτρος Φυσσούν )Θα σου φανεί παράξενο αλλά παρ' όλα αυτά χάρηκα που σε γνώρισα.

-Υπαστυνόμος ( Βασίλης Διαμαντόπουλος ):  Και βέβαια χάρηκες....! γιατί γνώρισες τη σκιά σου....ω ναι.....είναι παράξενο πράγμα η σκιά γιατρέ.....! μοιάζει με την ένοχη σκέψη, για αυτό είναι πάντα μαύρη.....! κοίτα.....! κοίτα.....! όταν πηγαίνεις προς το φως και θέλεις να την αποφύγεις, αυτή τρέχει από πίσω σου σαν πειρασμός....! αν θες να την πιάσεις, αυτή σε τραβάει βαθιά στα σκοτάδια......! μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να απαλλαγείς από τη σκιά σου. Να σταθείς κάτω απ το φως.....! τότε έχει χαθεί.....! είναι κάτω απ τα πόδια σου. Την πατάς.....!

-Γιατρός ( Πέτρος Φυσσούν )κάτω απ το φως....... ή να σβήσεις το φως.....




   ----------------------------------------------------------------------------------------------------




Μια θερμή συνηγορία στην έκρηξη της νεολαίας από το 1995

Η κραυγή του Βασίλη Διαμαντόπουλου
 
Την καλύτερη απάντηση σε όσα συνεχίζουν να ακούγονται από πολιτικούς αναλυτές για τους «γνωστούς αγνώστους», τη «βία της νεολαίας» και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είχε δώσει, και μάλιστα από την τηλεόραση, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το Νοέμβριο του 1995. Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το θάνατό του ξεχωριστού ηθοποιού. Αξίζει τον κόπο να ξανακούσει κανείς όσα επιχειρούσε από τότε να πει ο Διαμαντόπουλος.

Μόνος του αποφάσισε να βγει τότε στην τηλεόραση. Πήρε τηλέφωνο τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο και του ζήτησε να παρέμβει στην εκπομπή του, στον ΣΚΑΙ, στις 19 Νοεμβρίου 1995. Ηταν δυο μέρες μετά την έγκριση της πρυτανείας του ΕΜΠ να καταλυθεί το άσυλο και να εισβάλλουν τα ΜΑΤ. Συνέβη τότε το πρωτοφανές, να συλληφθούν όλοι όσοι βρίσκονταν μέσα στο Πολυτεχνείο (πάνω από 500), να καταγραφούν και να παραπεμφθούν σε μαζικές δίκες. Θεωρήθηκε τότε ότι συνελήφθησαν και επομένως εξουδετερώθηκαν μια για πάντα οι «γνωστοί άγνωστοι». Προηγήθηκε μια βραδιά με εκτεταμένα επεισόδια και ασφυκτική πολιορκία του Πολυτεχνείου. Τα κανάλια ανέδειξαν δυο ξεχωριστές στιγμές: το συμβολικό κάψιμο μιας σημαίας και τον άγριο ξυλοδαρμό ενός νεαρού μετά τη σύλληψή του από άνδρες των ΜΑΤ. Φυσικά στο φόντο των περιγραφών υπήρχαν καταστροφές στο χώρο του ιδρύματος.

Ο Διαμαντόπουλος φιλοξενήθηκε τελικά στην εκπομπή Κίτρινος Τύπος, μαζί με τον καθηγητή του Παντείου Γιώργο Ρούση (τον μόνο με τον οποίο μπόρεσε να συνεννοηθεί στην πορεία της συζήτησης), τον τότε πρύτανη του ΕΜΠ Νίκο Μαρκάτο, δυο γονείς νέων που είχαν συλληφθεί και δύο «αγανακτισμένους» πολίτες.

Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι ο Διαμαντόπουλος ένιωθε ένα βαρύ φορτίο. Ήθελε να πει κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτά που λέγονταν εκείνες τις μέρες κατά κόρον για τους «γνωστούς αγνώστους», για τα «παραστρατημένα παιδιά», για τη «βία της νεολαίας». Από όσα είπε, εκείνο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη συζήτηση, πραγματικό σκάνδαλο, ήταν ότι δικαιολόγησε το κάψιμο της σημαίας. Αλλά μόνο αν δει κανείς όλο τον ειρμό της σκέψης του μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς έλεγε ο Διαμαντόπουλος. Συνοψίζουμε τα βασικότερα σημεία των παρεμβάσεών του:


- Γιατί βγήκε στην τηλεόραση:

«Αισθάνθηκα μια ενοχή, αν δεν μιλήσω μπροστά σ’ αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα που για μένα αποτελούν ιστορική στιγμή. Ένα κανάλι έδειξε παρόμοια σκηνή με το ξυλοκόπημα ενός φοιτητή επί χούντας. Αυτό το γεγονός είναι πράγματι συγκλονιστικό».

- Οι γνωστοί άγνωστοι:

«Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας –και σ’ αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω- περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα, βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Όσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι –που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι’ αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πετάγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Έτσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρέστε με». 

- Η σημασία του ασύλου:

«Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα ‘θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το Πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο». 

- Για τα όργανα του ΕΜΠ που έσπασαν:

«Το όργανο αυτό για ένα παιδί, ανήλικο ή ενήλικο, αποτελεί εκείνη την ώρα ένα φραγμό στη δικιά του την ελευθερία. Κι όταν το σπάει αυτό το όργανο είναι η έκφραση μιας κραυγής. Δεν το σπάει για να καταστρέψει». 

- Για την ανθρώπινη ζωή:

«Αυτό που λέει ο κ. Μαρκάτος για το σεβασμό και την έγνοια μας για την ανθρώπινη ζωή είναι μια κουβέντα. Ποια ζωή; Ποια ζωή πάμε να κληροδοτήσουμε σ’ αυτά τα παιδιά; Ποια ζωή θα τους μεταφέρουμε; Είμαστε περήφανοι γι’ αυτή τη ζωή; Βεβαίως κάθε ζωή είναι σεβαστή. Τρέμουμε όλοι μη πάθει τίποτα το παιδί μας, μη πάθει τίποτα ο αδελφός μας. Αλλά ποια ζωή; Το πρόβλημα είναι πριν».

- Για την αστυνόμευση: 

«Κάποτε με κάλεσαν σε ένα δικαστήριο για μια θεατρική παράσταση, η οποία ήταν πράγματι φοβερή, φρικτή. Αισχρολογούσαν. Ήταν φοβερά τολμηρή και σε σοκάριζε. Το ζήτημα στο δικαστήριο ήταν αν έπρεπε να επέμβει ο εισαγγελέας για να σταματήσει η παράσταση. Ήμουν τελείως αντίθετος, διότι επρόκειτο περί λογοκρισίας. Η λογοκρισία είναι ταυτόσημη μ’ αυτό που ονομάζουμε επέμβαση των ΜΑΤ. Θα ‘θελα να αυτοκτονήσω αν μπορούσα να δεχτώ ποτέ, να ευλογήσω την επέμβαση των ΜΑΤ. Σε καμία περίπτωση! Ακόμα και στην περίπτωση που θα έπεφταν νεκροί. Θα προτιμούσα αυτό, παρά μία επέμβαση. Δηλαδή πιστεύω ότι σήμερα το καθεστώς είναι μία χούντα με άλλοθι τη δημοκρατία».

- Για το ρόλο των νέων:

«Ήμουνα κάποτε σε μία σύναξη στο Λονδίνο, που ήμαστε όλοι οι αντιχουντικοί μαζεμένοι. Δεν θέλω να πω ονόματα τώρα. Πολύ γνωστά ονόματα. Λέει ένας σε κάποιον πολύ μικρότερο, μη μιλάς εσύ, είσαι μικρός, δεν ξέρεις. Κι εκείνος απαντά, Εγώ δεν ξέρω, αλλά δεν έχω σαπίσει σαν κι εσένα».

- Για τη δικαιοσύνη:

«Είδαμε όλοι, και το είδε όλη η Ελλάδα και η αστυνομία βέβαια, πώς ξυλοκοπήθηκε αυτό το παιδάκι που του αλλάξανε τα φώτα. Έχουμε δει αυτεπάγγελτες κατηγορίες εισαγγελέων για ένα εκατομμύριο πράγματα. Εδώ τι έκανε η δικαιοσύνη; Τι έχει κάνει μέχρι στιγμής η δικαιοσύνη; Τίποτα. Εκώφευσε».

- Για το κάψιμο της σημαίας:

«(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το ‘ράψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».

- Η διαφορά από τη χούντα:

«Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι’ αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα –επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ’ το άλλοθι της δημοκρατίας. Οταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι’ αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα –το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».
(Ελευθεροτυπία, 18/4/2009)




   -----------------------------------------------------------------------------------------------

Εκείνος κι Εκείνος


Σαν σήμερα πρωτοεμφανίστηκε... «Εκείνος κι Εκείνος»


Στις 19 Ιουνίου 1972 προβλήθηκε το πρώτο επεισόδιο της θρυλικής σειράς της Ελληνικής τηλεόρασης,«Εκείνος κι Εκείνος» από το ΕΙΡΤ. Η σατυρική σειρά προβλήθηκε τα τελευταία χρόνια της Χούντας στην Ελλάδα (1972-1974) και με αλληγορικά στοιχεία περνούσε έμμεσα αντικαθεστωτικά μηνύματα στο κοινό. Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, δύο απροσάρμοστοι, ρακένδυτοι τύποι εισβάλλουν στη ζωή μας. Η σειρά ολοκληρώθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1974.

Ο λόγος που η σειρά δεν λογοκρίθηκε από τους δικτάτορες ήταν διότι δυσκολεύονταν. Όλα στην ασπρόμαυρη σειρά ήταν αντικείμενα υπαινιγμών και τίποτα δεν λεγόταν ευθέως. Το δικτατορικό καθεστώς αδυνατούσε να συλλάβει τα μηνύματα, αν και πολλοί στρατιωτικοί έβλεπαν πως υπάρχουν συμβολισμοί στη σειρά, όμως οι λογοκριτές δεν μπορούσαν και να αποδείξουν ότι η σειρά στοχεύει στον «αποπροσανατολισμό» του σιδεροδέσμιου λαού, και έτσι μια χαραμάδα φωτός προστέθηκε στη σκοτεινή τηλεοπτική πραγματικότητα της χούντας.

Ο Σόλων και ο Λουκάς, δύο αιώνιοι απροσάρμοστοι της ζωής, τα κουρέλια των οποίων είναι η ηθική ένδεια του πολιτισμού μας. Παραμένουν μονίμως εκτός των τειχών, εκτός των αγαθών που προσφέρει η καταναλωτική κοινωνία, ο ένας από θέση (Σόλων) κι ο άλλος από ένστικτο (Λουκάς), για να διατηρήσουν την απόλυτη προσωπική τους ελευθερία. Μια πρωτότυπη σειρά θεατρικών μονόπρακτων σε τηλεοπτική διασκευή με διάχυτο το κωμικό στοιχείο, που ενώ διατηρούν αυτονομία μεταξύ τους αποτελούν μία ενότητα, καθώς παρακολουθούν την πορεία των δύο βασικών ηρώων τους.

Ο Σόλων και ο Λουκάς διασχίζουν την πόλη και σατιρίζουν, ψυχογραφούν, σαρκάζουν και αυτοσαρκάζονται. Με το σχολιασμό, την ανταλλαγή απόψεων, τις ασταμάτητες φιλοσοφικές συζητήσεις για τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, προσπαθούν να κατανοήσουν, χωρίς να τους πνίγει το άγχος των ανθρώπων που κατοικούν στις μεγάλες πόλεις, τα μυστήρια και τον παραλογισμό της κοινωνίας και παρότι έλκουν τη καταγωγή τους από το θέατρο του παραλόγου και τους ήρωες του Μπέκετ, παραμένουν πάνω απ΄ όλα δυο γνήσιοι και προβληματισμένοι Ρωμιοί.

Ζητιάνοι; Ρέμπελοι; Αποτυχημένοι της ζωής; Φιλόσοφοι; Πολίτες και μόνο; Οι ήρωες του Κώστα Μουρσελά μοιάζουν να ήταν πάντα εδώ. Απόγονοι διακεκριμένων ηρώων του θεάτρου, αντιπροσωπεύουν βαθύτερες σκέψεις μας, προσδοκίες αλλά και όνειρα.



diamandopoylos3

Συντελεστές

Ηθοποιοί: Βασίλης Διαμαντόπουλος (Λουκάς), Γιώργος Μιχαλακόπουλος (Σόλων), Νίκος Κούρος, Ελπίδα Μαζαράκη, Βάντα Καρακατσάνη, Στέλιος Λιονάκης, Δημήτρης Μπικηρόπουλος, Βασίλης Τσιβιλίκας, Άννα Κυριακού, Τζούλια Αργυροπούλου
Σενάριο: Κώστας Μουρσελάς
Σκηνοθεσία: Κωστής Ζώης (15 επεισόδια), Βασίλης Διαμαντόπουλος (43 επεισόδια), Φώτης Λαζαρίδης (45 επεισόδια)
Τηλεσκηνοθεσία: Βασίλης Βλαχοδημητρόπουλος (52 επεισόδια), Μιχάλης Παπανικολάου (51 επεισόδια)
Παραγωγός: Νίκος Νικολαρέας
Εταιρεία παραγωγής: Τομή (78 επεισόδια), T.V.-R.C. (25 επεισόδια)
Μουσική: Κωστής Ζώης
Σκηνικά: Μανώλης Μαριδάκις
Φωτογραφία: Γιώργος Μακρινός
Μουσική τίτλων: "Baba O' Riley" του ροκ συγκροτήματος "The Who" του 1971.

Ριμέικ

Η σειρά "Εκείνος και εκείνος" ξαναγυρίστηκε το 1989, με σκηνοθέτη τον Κώστα Κουτσομύτη, διότι η αρχική σειρά, δεν είχε διασωθεί, παρά μόνο ένα απόσπασμα από το επεισόδιο "Το αυγό". Δεκατρία σενάρια του Κώστα Μουρσελά ξαναμεταφέρθηκαν από την ΕΤ2, στην τηλεόραση με το αρχικό δίδυμο (Βασίλης Διαμαντόπουλος και Γιώργος Μιχαλακόπουλος), αλλά με άλλους συμπρωταγωνιστές (Μαρί Κωνσταντάτου, Τάσος Κωστής, Σταμάτης Τζελέπης, Τίμος Περλέγκας, Δημήτρης Κατσιμάνης, Χρήστος Κόκκινος και Τσιμάρας Τζανάτος) και σκηνογράφο (Μικές Καραπιπέρης). Το πρώτο επεισόδιο προβλήθηκε στις 9 Μαρτίου 1989 με ημέρα προβολής Πέμπτη. Η σειρά ολοκληρώθηκε σε 13 ημίωρα επεισόδια. Το ριμέικ ήταν αξιόλογο, αλλά όχι τόσο επίκαιρο, όσο το άλλο. Το ριμέικ επαναλήφθηκε από την ΕΤ2 το 1990, το 1991, το 1992 και το 1999. Επίσης, το ριμέικ είναι το μόνο που διασώζεται.

Λίστα επεισοδίων ριμέικ

1. Στάση λεωφορείου|
2. Το αυγό|
3-4. Ταυτότητα|
5. Ο τροχός|
6. Μια δουλειά αλλιώτικη από τις άλλες|
7. Η σφραγίδα|
8. Τα δόντια|
9. Ελένη|
10-11. Ο θαυμαστός κύριος Κλήμης|
12-13. Συζήτηση περί παραλόγου





«Δεν ήξερα
σε τι περιπέτεια μπαίνω
όταν ξεκίνησα να γίνω ηθοποιός»
(Βασίλης Διαμαντόπουλος)

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά και σπούδασε στις δραματικές σχολές του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης.

Στο Θέατρο Τέχνης έκανε και την πρώτη του εμφάνιση το 1942 παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του, Κάρολο Κουν, στην ιστορική «Αγριόπαπια» του Ιψεν, με την οποία το «Θέατρο Τέχνης» έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο «Αλίκης» (νυν «Μουσούρη»).

Ήδη από την πρώτη του εκείνη εμφάνιση κοντά στον Κουν μέχρι και το ’49, που παρέμεινε στο Θέατρο Τέχνης, ερμήνευσε περισσότερους από 30 ρόλους που τον καθιέρωσαν ως πρωταγωνιστή του ελληνικού θεάτρου. Ανάμεσα στα έργα που ερμήνευσε εκείνη την εποχή και τα «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλο, «Ρόσμερσχολμ» και «Βρικόλακες» του Ιψεν, «Για ένα κομμάτι γης» του Κόλντγουελ, «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, «Εμείς και ο χρόνος» και «Ο ανακριτής έρχεται» του Πρίσλεϊ, «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» και «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, «Ματωμένος γάμος» του Λόρκα, «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο’ Νιλ, «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Λεωφορείο ο πόθος» του Ουίλιαμς, «Άννα Λουκάστα» του Τζόρνταν και άλλα.
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον θίασο της Κατερίνας στη «Νίνα» του Ρουσέν και το 1950 προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο. Εκεί έπαιξε σε παραστάσεις σταθμούς: «Ερρίκος Δ΄» του Πιραντέλο, «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ, «Τρεις αδελφές» και «Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ, «Αγία Ιωάννα» του Μπέρναρντ Σο, τα περισσότερα σε σκηνοθεσία Κουν.

Το 1953-1954 συγκροτεί προσωπικό θίασο και ανεβάζει το «Εκατομμυριούχοι της Νάπολης» του Ντε Φιλίπο πάλι με σκηνοθέτη τον Κουν και το «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» του Πιραντέλο.
Το καλοκαίρι του ’54 συνεργάζεται με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου και είναι ο πάτερ Λαυρέντιος στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», που ανεβαίνει στο θέατρο «Εθνικού Κήπου». Το ’54-’55 κάνει μια έκτακτη εμφάνιση στο νέο «Θέατρο Τέχνης», που έχει ξεκινήσει την πορεία του στο υπόγειο του «Ορφέα», με τα μονόπρακτα του Τσέχωφ «Αρκούδα», «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού» και του Πιραντέλο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα».

Επανέρχεται στο Εθνικό Θέατρο: «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ, «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, «Η ηδονή της τιμιότητας» του Πιραντέλο, «Η άμαξα» του Μεριμέ, «Βασιλιάς Ληρ» του Σαίξπηρ, Ιάγος στον «Οθέλο» του Σαίξπηρ.

Το 1958 μια σημαντική στιγμή στην καριέρα του: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ιδρύει το «Νέο Θέατρο», που εγκαινιάζει το σημερινό θέατρο «Αλάμπρα» και λειτουργεί έως το 1966 με πρωταγωνίστρια την τότε σύντροφό του Μαρία Αλκαίου. Ανεβάζει: «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Καμπανέλλη, «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια» του Κασόνα ­ μια παράσταση που αφήνει εποχή και γίνεται θρύλος ­ «Το φιόρο του Λεβάντε» του Ξενόπουλου, «Γαλιλαίος» του Μπρεχτ, «Σαββάτο, Κυριακή, Δευτέρα» του Ντε Φιλίπο, «Πέντε στρέμματα παράδεισος» των Σταύρου - Φραγκιά, «Το νησί της Αφροδίτης» του Πάρνη, «Αθάνατη πολυαγαπημένη» του Ρούσσου (όπου ερμήνευσε τον Μπετόβεν, άλλον ένα ρόλο του που πολυσυζητήθηκε), «Η τύχη της Μαρούλας» του Κορομηλά και άλλα. Για την προσφορά του τότε είχε τιμηθεί από την πολιτεία με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α΄.
Η δικτατορία του ’67 ανακόπτει τη θεατρική του πορεία. Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος αυτοεξορίζεται στο Παρίσι.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνεργάστηκε κατ’ αρχήν με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και αργότερα με το «Θέατρο Σάτιρα» του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, θέατρο στην ίδρυση του οποίου συμμετείχε και ο ίδιος. Οι δυο τους το 1972 γράφουν ιστορία με το τηλεοπτικό τους δίδυμο. Λουκάς ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και Σόλων ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, στην εκπληκτική τηλεοπτική σειρά «Εκείνος κι Εκείνος» με τα γεμάτα αντικαθεστωτικούς υπαινιγμούς κείμενα του Κώστα Μουρσελά.

Ένα χρόνο αργότερα οι δύο ηθοποιοί θα κάνουν μία ακόμα επιτυχία περιοδεύοντας στην Ελλάδα με την πολιτική επιθεώρηση «Ω, τι κόσμος, μπαμπά» του Κώστα Μουρσελά, σε μουσική του Βασίλη Δημητρίου, αλλά και το «Ας παίξουμε τους δολοφόνους» του Φάιφερ, τον «Συνεργό» του Ντίρενματ.
Τα επόμενα χρόνια εμπλουτίζει το προσωπικό «δραματολόγιο» με πρωταγωνιστικές εμφανίσεις σε μερικά ακόμα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου: «Ασήμαντος πόνος» του Πίντερ, «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου, «Σφήκες» του Αριστοφάνη, «Παραθεριστές» του Γκόρκυ, «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με σκηνοθέτες τον Μίνωα Βολανάκη, τον Ντίνο Γιαννόπουλο, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Λεωνίδα Τριβιζά και άλλους. Θα παίξει τον Καρένιν στην «Άννα Καρένινα» που ανεβάζει η Κάτια Δανδουλάκη, θα ανεβάσει ο ίδιος στη Νίκαια το «Μίστερο μπούφο» του Ντάριο Φο, θα παίξει με την Κατερίνα Βασιλάκου «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ, με τον Ανδρέα Μπάρκουλη στο «Σλουθ» του Άντονι Σάφερ και θα είναι ο Αζντάκ στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ και ο Βολπόνε στην ομώνυμη κωμωδία του Μπεν Τζόνσον, που ανεβάζει ο Μίνως Βολανάκης.
Το 1993 ιδρύει το «Σύγχρονο Θέατρο» και ανεβάζει την «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις. Εκεί έπαιξε και τον τελευταίο του ρόλο στο θέατρο. Είχε γράψει, επίσης, το θεατρικό «Οι καλικαντζαραίοι», που παρουσίασε το 1979 στον Λυκαβηττό.

Διδασκαλία

Δίδαξε υποκριτική από νέος στις δραματικές σχολές του «Θεάτρου Τέχνης» και του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ίδρυσε και δική του δραματική σχολή, που λειτούργησε παράλληλα με το «Νέο Θέατρο». Το 1989 δημιούργησε το «Θεατρικό Εργαστήρι» και πιο πρόσφατα, τη δραματική σχολή «Ίασμος».

Άλλα στοιχεία

Υπήρξε ενεργό μέλος του ΣΕΗ και είχε αναπτύξει συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα στον χώρο του ΚΚΕ.
Πρώτη σύζυγός του ήταν η ηθοποιός και, κατόπιν, παραγωγός στο ραδιόφωνο Τώνια Καράλη, με την οποία είχε αποκτήσει μία κόρη και δεύτερη η ηθοποιός Μαρίνα Γεωργίου, με την οποία απόκτησε έναν γιο.

 Απεβίωσε στην Αθήνα το 1999 σε ηλικία 79 ετών από καρδιοαναπνευστική ανακοπή στη Γενική Κλινική Αθηνών, λόγω υποκεφαλικού κατάγματος του αριστερού μηριαίου που υπέστη από πτώση. Η κηδεία του έγινε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος για τον ηθοποιό...

«Το όνειρο ενός ηθοποιού, σημαντικού ή ασήμαντου, δεν σταματά ποτέ. Αν ο ηθοποιός θέλει να ’ναι πραγματικά ηθοποιός αλλά και άνθρωπος, τα όνειρά του δεν πρέπει να σταματούν ποτέ. Ευτυχώς η ζωή, η φύση είναι απέραντες, δεν έχουν όρια. Διαφορετικά θα ’μασταν παγωμένοι, νεκροί. Αυτό μας γεμίζει ηδονές, εκπλήξεις. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ανακαλύπτουμε διαρκώς. Στόχος του ηθοποιού δεν πρέπει να είναι η διάκριση. Πρέπει να γίνει καλύτερος από τον εαυτό του. Είμαι εναντίον της σύγκρισης. Να διακριθώ σημαίνει να ξεχωρίσω από τους άλλους. Εάν αυτό γίνει αυτοσκοπός είναι λάθος. Δεν πρέπει να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος από τους άλλους. Θα πρέπει να γίνεις καλύτερος από τον εαυτό σου».



Φιλμογραφία

The overcoat (1997)
Μπίζνες στα Βαλκάνια (1996) ..............γέρος πελάτης μπαρ
Ισημέρια (1991) .... δάσκαλος
Χωρίς Μάρτυρες (1983)..................Αστυνομικός
Οι απόμαχοι (1983)
Το κόκκινο τρένο (1982) ......συνταγματάρχης, αντιστασιακός
Μάθε παιδί μου γράμματα (1981)........Περικλής Παπαχριστόφορος
Ο γυρολόγος (1980)
Ελευθέριος Βενιζέλος 1910-1927 (1980)........Απόστολος
Το χαμόγελος της πυθίας (1979)
Ο τοίχος (1977)
Η ομολογία (1970)
Αφοσίωση (1963) .... ο πετέρας της έλλης
Νόμος 4000 (1962)........Ανδρέας Οικονόμου, καθηγητής γυμνασίου
Το ταξίδι (1962).............τρελο-Μανώλης
Ψηλά τα χέρια Χίτλερ (1962).........Ανέστης
Ο θάνατος θα ξανάρθει (1961) ...αστυνομικός επιθεωρητής
Ερωτικές ιστορίες (1959) ... Βασίλης
Να πεθερός, να μάλαμα! (1959).......Ανδρέας Ντελής
Της νύχτας τα καμώματα (1957).......Στέλιος
Μαρίνος Κοντάρας (1948) .... Γρηγόρης Φουσέκης
Νυχτερινή Περιπέτεια (1954) .... Διαμαντής Νικολάου


Τηλεόραση

Η αγαπη αργησε μια μερα (1998) Το γελοίον του πράγματος (1994, Ant1)
Εκμέκ παγωτό (1991, Mega)
Χατζημανουήλ (1984, ΕΡΤ)
Χαίρε Τάσο Καρατάσο (1985, ΕΡΤ)
Ο συμβολαιογράφος (1979, ΕΡΤ)
Εκείνος κι εκείνος (1972-74 (ΕΙΡΤ) & 1989 (ET2)
Άγνωστος Πόλεμος (1971-74, ΥΕΝΕΔ)


  ------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ












Δημοσίευση σχολίου