Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ( Ατατούρκ - Στάλιν )


                                    
Αποτέλεσμα εικόνας για ο ποντος ζει σημαια















(  Εισαγωγικό σημείωμα )


Στον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν συνηθίζονται αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου τουλάχιστον με τον τρόπο που δυστυχώς τις περισσότερες φορές γίνονται στις μέρες μας.

Ο ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ είναι σελίδα πολιτισμού με σαφή κανονισμό λειτουργίας ο οποίος περιγράφει με σαφήνεια τις θεματικές ενότητες που αποτελούν τη σελίδα.

Κι αυτό για να είμαι ειλικρινής πρώτα με τον εαυτό μου και μετά απέναντι στους άλλους, για να μην εξάπτονται τα πάθη κι έχουμε πικρές αντιπαραθέσεις και χαμηλό επίπεδο γιατί δυστυχώς αυτό αντιπροσωπεύει την Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό και σε πολλούς τομείς σήμερα.

Το χαμηλό επίπεδο.

Η πολιτική, όπως την οραματίζομαι διέπεται από όραμα πρωτίστως και εν συνεχεία, από βαθιά γνώση του αντικειμένου και βέβαια ανιδιοτέλεια και φιλοπατρία.

Όλα αυτά ωραία και καλά πλην όμως είναι στιγμές που πρέπει να πάρεις θέση κι αυτό οφείλεις να το πράξεις με καθάριο τρόπο, γνώση, μετριοπάθεια και επιχειρηματολογία.

Αφορμή υπήρξαν οι ατυχείς - χρησιμοποιώ επιεική όρο - δηλώσεις Φίλη περί μη γενοκτονίας αλλά εθνικής κάθαρσης των Ποντίων, εάν αντιλαμβάνομαι ορθώς τα λεγόμενά του.
« Στις 20 Αυγούστου 2014, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Αυγή», με τίτλο «Παλαιοκομματισμός και "Γενοκτονία"», ο Νίκος Φίλης ανέφερε πως τα περί γενοκτονίας ήταν μία απόφαση εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας και όχι διεθνούς σημασίας, συμπληρώνοντας ότι η «η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη είναι τυπικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, με βάση την οποία διαλύθηκε η πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία σε συμπαγή εθνικά κράτη, συμπεριλαμβανομένου και του τουρκικού.

Στην Ελληνική Ιστορία η Μικρασιατική Καταστροφή ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε ως Γενοκτονία. Γράφαμε, διδασκόμασταν, θυμόμαστε την Καταστροφή. Αυτό έχει σημασία για να αντιληφθούμε ότι η όψιμη μετακίνηση σε επίπεδο ορολογίας υποκρύπτει απόπειρα μετάλλαξης της ιστορικής εμπειρίας και των γεγονότων, η οποία μάλιστα "επισημοποιείται" με την παραγωγή μιας νέας, μεροληπτικής ιστορίας».


                    ----------------------------------------------------------------

Αυτά μεταξύ άλλων είπε ο αξιότιμος κ. Φίλης.
Πρώην υπουργός μιας παιδείας που για τα χάλια της δεν ευθύνεται πλην όμως κάποιος να του πει ότι το τέλειο άλλοθι - «εμείς παραλάβαμε καμμένη γη » - έχει ημερομηνία λήξης και το έχουν επικαλεστεί και άλλοι οι οποίοι τώρα βρίσκονται στο χρονοντούλαπο της ιστορίας για να θυμηθούμε και τον χαρισματικό αλλά μέγα λαοπλάνο Ανδρέα Παπανδρέου.

Αναφορικά στη γενοκτονία των Ποντίων, παραθέτω τις κάτωθι πληροφορίες και πηγές :

- Η Διεθνής Ένωση Επιστημόνων Μελέτης της Γενοκτονίας (IAGS, International Association of Genocide Scholars) έχει αναγνωρίσει την γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, όπως έχουν κάνει επίσης τα κοινοβούλια της Κύπρου, της Σουηδίας και της Αρμενίας, επτά πολιτείες των ΗΠΑ (Νέα Υόρκη, Νιου Τζέρσεϊ, Κολούμπια, Νότια Καρολίνα, Γεωργία, Πενσυλβάνια, Κλίβελαντ και Ρόουντ Άιλαντ), η τοπική βουλή της Νότιας Αυστραλίας καθώς και η γερουσία της πολιτείας της Νέας Νότιας Ουαλίας, επίσης στην Αυστραλία.


- Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, επί Πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Ο Νόμος 2193/1994 (ΦΕΚ 32 Α΄) καθώς και το Προεδρικό Διάταγμα 99/1994 (ΦΕΚ 78 Α΄) καθορίζουν τον χαρακτήρα, το περιεχόμενο, τους φορείς και τους τρόπους οργάνωσης των σχετικών εκδηλώσεων.


Καλό θα ήταν ο κ. Φίλης προτού εκστομίσει τις αμετροεπείς, ανιστόρητες και συγχυτικές δηλώσεις του να έχει βουτήξει πρώτα τη γλώσσα του στο μυαλό του. Ίσως τότε καταλάβαινε ότι η εθνοκάθαρση αποτελεί απαραίτητο συστατικό και απότοκο της γενοκτονίας και δεν μπορείς πίσω από νομικίστικα, εξυπνακίστικα τεχνάσματα και σοφιστείες να ξεχωρίζεις το ένα από το άλλο.
Όταν έχει χυθεί αίμα κ. Φίλη και μιλούν τα ίδια τα γεγονότα ποσώς ενδιαφέρει η λεκτική φόρμουλα, πόσο μάλλον από εκπροσώπους της Αριστεράς που υποτίθεται ότι το επαναστατικό και ιδεολογικό DNA τους βρίσκεται στους αντίποδες της καταπίεσης, της σκλαβιάς, της ανελευθερίας.
Ειλικρινά ματώνει η ψυχή μου όταν αναλογίζομαι τη τραγική μοίρα της χώρας μας :

Να μας κυβερνούν οι εκπρόσωποι του φαύλου και του χάους. 

 Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα με ρίζες από τον Μοριά .

 Είμαι παλαιοελλαδίτης .

Οι Πόντιοι είναι αδέρφια μου γιατί  ολονών στις φλέβες μας ρέει αίμα ελληνικό .

Υψώνω τη φωνή μου κι ενώνω τα χέρια μου με τα χέρια όλων εκείνων απανταχού της οικουμένης που λένε ΟΧΙ ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ !

«  Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.
George Santayana, 1863 – 1952, Ισπανοαμερικανός φιλόσοφος »



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



------------------------------------------------------------------------------------------------



Μεγάλη κουβέντα έχει ξεκινήσει σχετικά με το τι είναι εθνοκάθαρση και τι είναι γενοκτονία.
Σύμφωνα με τον νομικό ορισμό του ΟΗΕ η γενοκτονία ορίζεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης (1948) για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας και αναφέρει πως ως Γενοκτονία λέμε πράξεις που σκοπό έχουν την καταστροφή ολόκληρου ή μέρους μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.

Τέτοιες πράξεις είναι η δολοφονία μελών της ομάδας, η σωματική ή πνευματική ζημιά σε μέλη της ομάδας καθώς επίσης και η ηθελημένη δημιουργία συνθηκών φυσικής καταστροφής ολόκληρης ή μέρους της ομάδας.

Ως εθνoκάθαρση ορίστηκε από Επιτροπή του ΟΗΕ το 1993 η προσπάθεια δημιουργίας εθνικά ομοιογενών γεωγραφικών περιοχών μέσω βίαιου εκτοπισμού πληθυσμών που ανήκουν σε ιδιαίτερες εθνικές ομάδες. Η εθνοκάθαρση προϋποθέτει την πλήρη απομάκρυνση και των τελευταίων υπολειμμάτων της στοχευμένης ομάδας μέσω της καταστροφής πολιτισμικών στοιχείων, όπως είναι τα μνημεία, τα νεκροταφεία και οι τόποι λατρείας.

Σε μια αυστηρότερη και γενικότερη μορφή της η εθνοκάθαρση είναι η εξάλειψη μιας μη επιθυμητής ομάδας σε μία κοινωνία, είτε με τη μορφή της γενοκτονίας ή της αναγκαστικής μετανάστευσης.

Σύμφωνα με το το λεξικό του Μπαμπινιώτη:

Γενοκτονία: Η βάσει σχεδίου συστηματική και ολοκληρωτική εξόντωση φυλής ή έθνους.

Εθνοκάθαρση: Ο μαζικός αφανισμός ή εκδίωξη των μελών μιας εθνότητας από μια περιοχή για γεωπολιτικούς σκοπούς.


Σύμφωνα με τα όσα είχε αναφέρει στην Ελευθεροτυπία το 2014 ο δρ Βασίλειος Θ. Μεϊχανετσίδης, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Μελετητών Γενοκτονίας: «Ενώ η γενοκτονία συνιστά συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς (ποινικού) δικαίου, ο όρος εθνοκάθαρση χρησιμοποιείται ως γενική ονομασία (generic term) για να περιγράψει ένα σύνολο εγκλημάτων, όπως π.χ. τα εγκλήματα πολέμου, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά και το ίδιο το έγκλημα της γενοκτονίας. Με άλλα λόγια, ο όρος εθνοκάθαρση δεν έχει λάβει ρητή νομική αναγνώριση, αν και επιμέρους στοιχεία της πρακτικής αυτής ορίζονται και τιμωρούνται από το διεθνές ή το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, τα γεγονότα κατά των Ελλήνων του Πόντου και ευρύτερα κατά των Οθωμανών Ελλήνων νομικώς στοιχειοθετούν το έγκλημα της γενοκτονίας, μπορούν όμως να περιγραφούν και ως εθνοκάθαρση».

                       ----------------------------------------------------------------


Η Γενοκτονία

Διδάσκοντας τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού σε μαθητές

Του Βλάση Αγτζίδη,

http://kars1918.wordpress.com/2012/04/09/teaching2/
Posted 09/04/2012
 Filed under: Γενοκτονία στην Ανατολή, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ, Εκπαίδευη, Εκδηλώσεις, Θεωρία, Ιστοριογραφία | 


“Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία”…. 


Από το 1994 μια νέα “εθνική επέτειος” ήρθε να προστεθεί στο πάνθεον των εθνικών επετείων. Μόνο που τούτη ήταν αποτέλεσμα μιας υπόγειας και απρόσμενης κίνησης της προσφυγικής κοινωνίας των πολιτών, που διεκδικούσε τη δικιά της ιστορική Μνήμη, την εγγραφή της στη συλλογική μνήμη του έθνους-κράτους και τη συμμετοχή στο κοινό αφήγημα. Έτσι, το 1994 οι πρόσφυγες του ’22 πέτυχαν την πρώτη πολιτική κατάκτηση σ’ εναν χώρο, μάλλον άξενο, με ένα κράτος εχθρικό προς τη διατήρηση της προσφυγικής Μνήμης. 


Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι… 
  

Από τότε κάθε χρόνο εκπαιδευτικοί -με δική τους πρωτοβουλία και με την κάλυψη της επίσημης αναγνώρισης και της αναγκαστικής συμμόρφωσης του υπ.Παιδείας- προσπαθούν να οργανώσουν παρουσιάσεις του ιστορικού αυτού γεγονότος, κυρίως στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν είτε οι πρόσφυγες του ’22, είτε οι νέοι πολυάριθμοι Πόντιοι πρόσφυγες της Σοβιετικής κατάρρευσης, αλλά και αλλού….. 

  
Όλα αυτά πραγματοποιούνται σε μια μη ευκαταφρόνητη κλίμακα, μακρυά από το κυρίαρχο λάιφ στάιλ και τη γνωστή αγοραία δημοσιογραφία, αγνοημένα και περιφρονημένα από μια ενσωματωμένη και αστικοποιημένη Αριστερά που “ζει με και από τους μύθους της”, αλλά και από μια κυρίαρχη ιστοριογραφική αντίληψη που πορεύεται και στοχάζεται παρακάμπτοντας τις ενοχλητικές παραμέτρους.



  
Προσπαθώντας να κωδικοποιήσω κάπως τις προσπάθειες αυτές έγραψα το παρακάτω κείμενο, το οποίο αποτελεί μια πρώτη απόπειρα παρουσίασης των αξόνων του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου εντός του πραγματικού  ιστορικού πλαισίου, καθώς και των παιδαγωγικών αρχών που πρέπει να τηρηθούν κατά τη διδασκαλία σε μαθητές:


Διδάσκοντας τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου. 

(Μια πρώτη προσέγγιση)


1. Το Σκεπτικό – Οι στόχοι


1.1. Η Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού έχει αναγνωριστεί επισήμως από τη Βουλή των Ελλήνων, την Κύπρο, τη Σουηδία, πολιτείες των ΗΠΑ και περιφερειακές κυβερνήσεις στην Αυστραλίας. Από το 1994 είναι επίσημη Εθνική Επέτειος στην Ελλάδα, ενώ από το 1998 η Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας ανακηρύχτηκε σε δεύτερη επίσημη Εθνική Επέτειο. 


1.2. Η 19η Μαϊου έχει οριστεί ως συμβολική Ημέρα Μνήμης, εφόσον εκείνη τη μέρα του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ πασά αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα του Πόντου, αυτονομήθηκε από την κεντρική Οθωμανική κυβέρνηση και συγκρότησε τα εθνικιστικά του στρατεύματα, τα οποία εν τέλει θα κατανικήσουν τους Έλληνες (ελληνικό στρατό στην Ιωνία και Πόντιους αντάρτες στο Βορρά της Μικράς Ασίας). Θα ολοκληρώσουν την προαποφασισμένη από τους Νεότουρκους (1911) εθνική εκκαθάριση με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης το Σεπτέμβριο του 1922. Η 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα πυρπόλησης της Σμύρνης από τους κεμαλικούς εθνικιστές, ορίστηκε ως Ημέρα Μνήμης για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

1.3. Ο βασικός σκοπός της ιστορικής εκπαίδευσης είναι να προετοιμάσει και να διαμορφώσει υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες που να μπορούν να ερμηνεύσουν τα ιστορικά γεγονότα και να χρησιμοποιήσουν τα συμπεράσματα στο παρόν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η ιστορική γνώση μεταδίδεται δημιουργικά, αναπτύσσεται και καλλιεργείται το κριτικό πνεύμα, δεν εγκλείεται αποκλειστικά στο παρελθόν όπου συνέβη το γεγονός, αντιμετωπίζοντάς το ως μοναδικό και ανεπανάληπτο. Δηλαδή οι μαθητές με τη διδασκαλία του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας πρέπει να αναπτύσσουν και να βελτιώνουν τις διανοητικές τους  δεξιότητες και να στοχάζονται για το ιστορικό πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζουν, έχοντας κατανοήσει το παρελθόν και τις αδιόρατες, υπόγειες διεργασίες οι οποίες συνέβαλαν στο να διαμορφωθεί το παρόν.  


1.4. Η παρουσίαση του γεγονότος της Γενοκτονίας στο μικρασιατικό Πόντο θα πρέπει απαραιτήτως να ενταχθεί στο ευρύτερο Ιστορικό Πλαίσιο, μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε, ώστε οι μαθητές να έχουν μια καλή εποπτεία της εποχής και των κρίσιμων παραμέτρων. Δηλαδή, να παρουσιαστεί αναλυτικά το γεγονός ότι η Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού υπήρξε τμήμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, η οποία με τη σειρά της εντάσσεται στο πλαίσιο των αποφάσεων των Νεότουρκων (Οκτώβριος 1911) για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 


1.5. Θα πρέπει να περιγραφούν με ακρίβεια οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που επέλεξαν τη μέθοδο της Γενοκτονίας για την επίλυση των εσωτερικών αντιθέσεων της Οθωμανικής  Αυτοκρατορίας, να παρουσιαστούν αναλυτικά τα αίτια τα οποία οδήγησαν στην επιλογή αυτών των μεθόδων. Πρέπει να κατανοηθεί στο βάθος η μειοψηφική τάση του μιλιταριστικού τουρκικού εθνικισμού (Νεότουρκοι-Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος»), η οποία θα επικρατήσει πραξικοπηματικά το 1908 και θα οδηγήσει στις αποφάσεις για τις Γενοκτονίες.


1.6. Θα πρέπει οι μαθητές να κατανοήσουν ότι η Γενοκτονία δηλαδή η μαζική δολοφονία ανθρώπων εξαιτίας της ιδιαίτερης πολιτισμικής τους κατάστασης δεν ήταν μια απρόσωπη διαδικασία. Ότι οι άνθρωποι-θύματα υπήρξαν συγκεκριμένοι άνθρωποι με αξιοπρέπεια, με καθημερινή ζωή, με σχέσεις και όχι απρόσωπα μαζικοποιημένα όντα. Το στοιχείο αυτό θα προκύψει μέσα από την παρουσίαση αυθεντικών μαρτυριών των θυμάτων.  


1.7. Θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί από τους μαθητές ότι η συγκεκριμένη Γενοκτονία δεν αποτελεί ένα περιορισμένο γεωγραφικά και χρονικά γεγονός, αλλά ότι εγκαινιάζει μια νέα πολιτική αντιμετώπισης διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων από σκληρές εξουσίες, που επιδιώκουν την ομογενοποίηση του χώρου που ελέγχουν ή την κυνική μεταφορά πλούτου από τις ομάδες-θύματα στους θύτες. Η κορύφωση αυτής της νέας πολιτικής θα είναι το Ολοκαύτωμα που θα πραγματοποιήσουν οι Ναζί, οι οποίοι κυριολεκτικά «βιομηχανοποίησαν» την εξόντωση των στοχευμένων πληθυσμών.


1.8. Τα στοιχεία που πρέπει να δοθούν στους μαθητές πρέπει να είναι καλά τεκμηριωμένα, να μην επιδέχονται αμφισβητήσεων και να μη χαρακτηρίζονται από υπερβολές, οι οποίες εν τέλει υπονομεύουν όλη τη διαδικασία της  διδασκαλίας της Γενοκτονίας.


1.9. Η παρουσίαση πρέπει να βασίζεται σε περιγραφή των συνθηκών, του ιστορικού-κοινωνικού-πολιτικού πλαισίου και των αιτίων που οδήγησαν στη Γενοκτονία. Ο διδάσκων/ουσα θα πρέπει να αποφεύγει να βασιστεί στην «παιδαγωγική του αίματος» και των δακρύων. Αφενός γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να εκπέσει σε μελόδραμα και αφετέρου γιατί ο παιδαγωγικός στόχος δεν πρέπει να είναι η πρόκληση  συναισθηματικής έξαρσης, αλλά κατανόησης των γεγονότων, που βασίζεται στην εμπεριστατωμένη γνώση και στα καλά δομημένα ερμηνευτικά εργαλεία. 


1.10. Συνοψίζουμε τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν και για να υπηρετηθεί με τον καλύτερο τρόπο η ευστοχία της ιστορικής μάθησης:

-Η χρησιμοποιούμενη ορολογία να είναι ακριβής

-Τα στοιχεία που παρατίθενται να είναι σωστά και αποδεδειγμένα

-Να αποσαφηνίζονται οι κατηγορίες «θύτης»/«θύμα», «πρόθεση»/«αποτέλεσμα», «χρόνος» και «τόπος», «μέσα πραγματοποίησης»

-Να περιγράφονται με πληρότητα  οι αιτίες καθώς και η λογική αλληλουχία που ακολουθεί (εμφάνιση τουρκικού εθνικισμού, κατάληψη της εξουσίας, απόφαση για εθνοκαθάρσεις ώστε να δημιουργηθεί έθνος-κράτος, οργάνωση των Γενοκτονιών, διαμόρφωση ιδεολογίας αποκλεισμού, υλοποίηση των αποφάσεων, απελευθέρωση των δυνάμεων του εθνικισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πολεμικές συγκρούσεις, πρόσφυγες παντού, στάση της Ελλάδας και των πολιτικών της δυνάμεων, διχασμός, ήττα, ολοκλήρωση των γενοκτονιών, προσφυγοποίηση στην Ελλάδα και την ΕΣΣΔ.)  

-Να αποφεύγονται οι ισοπεδωτικές απλουστεύεις του τύπου «καλός-κακός», «άσπρο-μαύρο», που ακυρώνουν κάθε προσπάθεια ερμηνείας και κατανόησης των ιστορικών συμπεριφορών.


2. Το Ιστορικό Πλαίσιο


2.1. Το Ιστορικό Πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διδάσκεται η Γενοκτονία ορίζεται πλέον από την απόφαση του International Association of Genocide Scholars – IAGS. Συγκεκριμένα, στις 16 Δεκεμβρίου 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars – IAGS), ο καθ’ ύλη διεθνής οργανισμός, εξέδωσε το παρακάτω ψήφισμα, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η εθνική εκκαθάριση που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς ανήκει στην νομική κατηγορία των «εγκλημάτων Γενοκτονίας», όπως  αυτή ορίστηκε από τον ΟΗΕ το 1948:  


«ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η άρνηση της γενοκτονίας αναγνωρίζεται ευρέως ως το τελικό στάδιο της γενοκτονίας, που επιφυλάσσει στους δράστες της γενοκτονίας την ατιμωρησία και αποδεδειγμένα προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντικές γενοκτονίες. 

ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η γενοκτονία μειονοτικών πληθυσμών από το Οθωμανικό κράτος κατά τη διάρκεια και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο απεικονίζεται συνήθως ως γενοκτονία των Αρμενίων αποκλειστικά, με μερική μόνο αναγνώριση των ποιοτικά όμοιων γενοκτονιών άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 

ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ είναι πεποίθηση της διεθνούς Ενώσεως Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών ότι η εκστρατεία των Οθωμανών εναντίον των Χριστιανικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε μια γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας. 

ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΟΤΙ η ένωση ζητά εκ τούτου από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες αυτών των πληθυσμών, να εκδώσει μια επίσημη απολογία και να προχωρήσει σε άμεσα και σημαντικά βήματα για αποκατάσταση» (http://www.genocidetext.net)


Από τη στιγμή της έκδοσης του κορυφαίου αυτού Ψηφίσματος (Δεκέμβρης του 2007), το οριστικό πλαίσιο της διδασκαλίας της Γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού αλλάζει και διευρύνεται. Εφεξής, η αναπαραγωγή τοπικιστικών προσεγγίσεων, καθώς και λανθασμένων αριθμητικών στοιχείων αντίκειται στο Ψήφισμα. Να αποφεύγονται, τουλάχιστον τα αριθμητικά, στοιχεία που δημοσιεύτηκαν λόγω περιορισμένων γνώσεων πριν την έκδοση του Ψηφίσματος.


Η διδασκαλία πρέπει απαραιτήτως να πραγματοποιείται με την παρουσίαση του ευρύτερου γεγονότος της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, να παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο συγκροτήθηκε ο τουρκικός εθνικισμός και έλαβε τις αποφάσεις για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών. 




2.2. Θα πρέπει να αποσαφηνίζονται οι έννοιες «εθνοκάθαρση», «γενοκτονία», «έγκλημα  πολέμου», «μαζικές σφαγές», «εξόντωση», «καταστροφή». Να τονίζεται ιδιαιτέρως ότι ο όρος «γενοκτονία» αποτελεί νομικό όρο του διεθνούς δικαίου και όχι λέξη της καθομιλουμένης για να χαρακτηριστεί μια συγκεκριμένη βίαιη πράξη. Η «εθνοκάθαρση» ή το «έγκλημα πολέμου» ή η «Καταστροφή» ή η «μαζική σφαγή» μπορεί να χαρακτηριστεί γενοκτονία μόνο εάν υπακούει στα σχετικά κριτήρια , όπως ορίστηκαν από τον ΟΗΕ με τη Σύμβαση του 1948. 


Σύμφωνα με τη σχετική Σύμβαση, γενοκτονία είναι: «η εσκεμμένη προσπάθεια καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας», με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

«α) τον φόνο μελών της ομάδας,

β) την πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας,

γ) τη σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής υπολογισμένων, έτσι ώστε να επιφέρουν τη φυσική τους καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει,

δ) την επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή γεννήσεων στο εσωτερικό της ομάδας και

ε) την υποχρεωτική μεταφορά των παιδιών της ομάδας σε κάποια άλλη».


Στην περίπτωση των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εφαρμόστηκαν και οι πέντε τρόποι, σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετικό τρόπο στους επιμέρους πληθυσμούς.


2.3. Θα πρέπει να περιγράφεται η διαδικασία κλιμάκωσης της Γενοκτονίας η οποία –όσον αφορά την ελληνική περίπτωση- ξεκινά με συστηματικές διώξεις στην Ανατολική Θράκη το 1914, συνεχίζεται την ίδια χρονιά στην Ιωνία (Δυτική Μικρά Ασία) και κορυφώνεται το 1916 στον Πόντο (Βόρεια Μικρά Ασία). 

Θα πρέπει επίσης να διαχωρίζονται οι δύο φάσεις της Γενοκτονίας και να παρουσιάζονται αναλυτικά τα διαφορετικά ιστορικά πλαίσια εντός των οποίων πραγματοποιήθηκαν: 


-Η Α’ φάση της Γενοκτονίας έλαβε χώρα κυρίως κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και είχε ως θύτες τους Νεότουρκους εθνικιστές, ενώ υπήρξε ανοχή από τους συμμάχους τους, Γερμανούς και Αυστριακούς.

-Η Β’ φάση της Γενοκτονίας  έγινε την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) από τους κεμαλικούς εθνικιστές που αυτονομήθηκαν από την κεντρική οθωμανική κυβέρνηση. Κατά τη δεύτερη φάση υπήρξε αρχική ανοχή κάποιων συμμάχων της Ελλάδας (Ιταλών, Γάλλων, Αμερικανών). Στη συνέχεια, και λόγω της πολιτικής των μοναρχικών,  ουδετεροποιήθηκαν οι υπόλοιποι (Βρετανoί). Υποστηρικτές του τουρκικού εθνικισμού υπήρξαν και οι αντιπάλοι των Δυτικών, δηλαδή το νεαρό σοβιετικό κράτος. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ο ελληνικός Διχασμός μεταξύ μοναρχικών-βενιζελικών που  αποδυνάμωσε το ελληνικό εσωτερικό μέτωπο και επέτρεψε στον Κεμάλ να νικήσει και να ολοκληρώσει τη Γενοκτονία του ελληνικού, αρμενικού και ασσυριακού πληθυσμού στο σύνολο της παλιάς πολυεθνικής, ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία μετέτρεψε πλέον σε τουρκικό έθνος-κράτος.


3. Οι αριθμοί


Οι αριθμοί των πληθυσμών που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και των θυμάτων που τελικά είχαν από την πολιτική της Γενοκτονίας, θα πρέπει να προκύπτουν από τα πραγματικά δεδομένα, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.


Τα μόνα πληθυσμιακά στοιχεία που γνωρίζουμε και δεν αμφισβητούνται  είναι αυτά που προκύπτουν από τις απογραφές του πληθυσμού.  Με την αξιοποίηση των  απογραφών του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  (Οθωμανική και Πατριαρχική) εκτιμάται ότι ο αριθμός των Ελλήνων στη Μικρά Ασία (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πισιδία κ.ά) ανέρχεται σε 1.8 εκατομμύρια κατοίκους. Στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινουπολη κατοικούσαν περί τους 400.000 Έλληνες. Από τον αριθμό των 2.2 εκατομμυρίων (χωρίς να προσμετρώνται οι Έλληνες από το Καρς που ανήκε τότε στη ρωσική επικράτεια), στον Πόντο κατοικούσαν περίπου 450.000 Έλληνες χριστιανοί, ορθόδοξοι κυρίως αλλά και προτεστάντες. 


[Τα στοιχεία των Απογραφών και των διαφορετικών εκτιμήσεων παρατίθενται αναλυτικά στο βιβλίο: Βλάσης Αγτζίδης, Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό στις σελίδες 131-137. Το βιβλίο αυτό υπάρχει σε ψηφιακή μορφή στη διεύθυνση:

http://www.projethomere.com/travaux/bibliotheque_homere/grecs_pont_euxin.htm]


Τα θύματα των διωγμών και της Γενοκτονίας  που συνέβη την επόμενη περίοδο (1914-1923) μπορούν να υπολογιστούν συνολικά κατά προσέγγιση και όχι με ακρίβεια κατά τόπους. Η «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού» του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκδόθηκε το 1919, δίνει μια κατ’ εκτίμηση εικόνα των διωχθέντων και των θυμάτων. Με βάση την επίσημη Απογραφή που έγινε στην Ελλάδα το 1928 καταγράφηκαν περίπου 1.25 εκατομμύρια πρόσφυγες. Στον αριθμό αυτό συνυπολογίστηκαν και οι προερχόμενοι από το Καρς και άλλες ρωσικές περιοχές. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι 150.000 Έλληνες από την Κωσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο εξαιρέθηκαν της Ανταλλαγής των πληθυσμών, ενώ ένα μέρος των προσφύγων από τον Ανατολικό Πόντο που κατέφυγε στη Ρωσία μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων (Μάρτιος 1918) δεν κατέφυγε τελικά στην Ελλάδα.


Δεν γνωρίζουμε πόσα ήταν τα θύματα της Γενοκτονίας κατά περιοχή, ούτε πόσοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διαδρομή προς την Ελλάδα, ούτε πόσοι πέθαναν στην Ελλάδα από  τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης κατά την πρώτη δεκαετία (αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μία γέννηση).


Ο αριθμός 353.000 που έχει επικρατήσει δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αρχικά, κατατέθηκε ως υπόθεση τον Ιανουάριο  του 1922 στη «Black Book the tragedy of Pontus (1914-1922)» που εξέδωσαν στην Αθήνα οι ποντιακές οργανώσεις, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε πραγματικά δεδομένα. Στον αριθμό αυτό ο Γ. Βαλαβάνης θα προσθέσει (το 1925) κατ’ εκτίμηση άλλες 50.000 θύματα κατά τη μεταφορά προς την Ελλάδα. 


Το πρόβλημα των αριθμών ο διδάσκων/ουσα τη Γενοκτονία στους μαθητές πρέπει να το αντιμετωπίσει με την επίκληση των πραγματικών αριθμών που μας δίδει η σύγκριση των 2.2 εκατομ. προ των γεγονότων και 1.25 εκατομ. μετά το τέλος της Γενοκτονίας, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω με την επισήμανση ότι τα θύματα στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη κατά την περίοδο 1914-1923 υπολογίζονται μεταξύ 700.000 και 800.000 ατόμων. Αυτή η προσέγγιση είναι η μόνη που ανταποκρίνεται στα δεδομένα που ορίζει πλέον τελεσίδικα το Ψήφισμα του International Association of Genocide Scholars – IAGS.


4. Οι πηγές


Οι πηγές που ο διδάσκων/ουσα πρέπει να βασίσει την παρουσίαση της Γενοκτονίας είναι:


4.1. Τα επιστημονικά έργα που έχουν γραφεί και αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στο θέμα αυτό. Όπως για παράδειγμα:

-Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis, με τη συμμετοχή των:  J. Mourelos, R. Donef, N. Hlamides, M. Stewart, St. T. Stavridis, St. Leonard Jacobs, Alfred de Zayas, R. Levitsky, M. Bruneau and K. Papoulidis, A. Kalaitzidis and D. Wallace, Abr. Der Krikorian and E. Taylor, The Genocide of the Ottoman Greeks: Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη, εκδ. Melissa, 2012  

-Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη, έκδ. Εύξεινος Λέσχη, 1995.

-Κωσταντίνος Φωτιάδης, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα, έκδ. Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, 2004. 

-Βλάσης Αγτζίδης, Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό, Αθήνα, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αν. Αττικής, 2005. Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Σκάι.

-Ευριπίδης Γεωργανόπουλος, Το νεοτουρκικό κίνημα και οι επιπτώσεις του στον ελληνισμό του Πόντου 1908-1914, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 2001.

-Προσεγγίσεις στην ιστορία του Εύξεινου Πόντου. Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Ποντιακού Ελληνισμού, Κ. Χατζηκυριακίδης-Θ. Κυριακίδης (επιμ.), Άρτεμις Ξανθοπούλου Κυριακού, P. Karpov, R. Hovannisian, M. Meeker, H. Lowry κ.ά., Θεσσαλονίκη, εκδ. Σταμούλη, 2011.

-Χαράλαμπος Ψωμιάδης, Η τελευταία φάση του Ανατολικού Ζητήματος, Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων, μετάφραση – επιμέλεια: Γ. Γιαννακόπουλος, Αθήνα, Έφεσσος, 2004.

-Χάρης Τσιρκινίδης, Έχω όπλο την αγχόνη’. Το ντοκουμέντο της Μεγάλης Καταστροφής υπό το φως των ξένων απορρήτων αρχείων (1908-1925), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ερωδιός, 2005. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν έγγραφα διπλωματικών αποστολών από τη μονογραφία  του Χ. Τσιρκινίδη, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε (εκδ. Παναγία Σουμελά) παρότι ο σχολιασμός έχει έντονο συναισθηματικό ύφος  και δεν υπάρχει παραπομπή στις πηγές. 

-Προσφυγική Ελλάδα Φωτογραφίες από το αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, επιμ. Γ. Γιαννακόπουλος, Αθήνα, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1992

-Θεόδωρος Παυλίδης, Ο ελληνισμός του Δυτικού Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 2009. 

-Ο Πόντος των Ελλήνων, Γιώργος Α. Γιαννακόπουλος (επιμ.), Άρτεμις Ξανθοπούλου Κυριακού, Δ. Θ. Λαζαρίδης, Δ. Τομπαΐδης, Σ. Χατζησαββίδης, Ε. Γ. Γαβρά, Β. Δαλακούρα, Αρχ. Π. Αποστολίδης, Π. Α. Γαϊτανίδης, Κ. Χατζηκυριακίδης, Ε. Π. Καρούμπης, Αθήνα, εκδ. Έφεσος, 2003. 

-Jean de Murat, Τhe Great Extirpation of Hellenism & Christianity in Asia Minor, Φλόριντα ΗΠΑ, 1999.


4.2. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν μαρτυρίες θυμάτων. Ενδεικτικά προτείνονται τα βιβλία:

-Αντώνιος Γαβριηλίδης, Σελίδες εκ της Μαύρης Εθνικής Συμφοράς του Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1992.

-Thea Halo, Ούτε το όνομά μου, Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, 2001.

-Γεώργιος Ανδρεάδης, Ταμάμα. Η αγνοούμενη του Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Γόρδιος, 1992.

-Χρήστος Ηλιάδης, Πόντος Γενοκτονία. Όσα ενθυμούμαι από την περιπετειώδη ζωή μου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Γόρδιος, 2002. 

-κ.ά….


Θα μπορούσε να ξεκινήσει το μάθημα με την ανάγνωση μιας δυνατής αφήγησης από τη Γενοκτονία.  Τέτοιες έντονες εικόνες υπάρχουν στο βιβλίο της Thea Halo. Όπως επίσης και η πολύ καλή, από πλευράς μεθόδου, περιγραφή  των πορειών θανάτου ως «Άουσβιτς εν ροή», όπως κάνει ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης στο πολύ καλό εισαγωγικό κείμενο της μελέτης του. Η χρησιμοποίηση αφηγήσεων είναι ένα μέσο που στοχεύει στην αύξηση της προσοχής των μαθητών ώστε  να κατανοήσουν στη συνέχεια τις αιτίες που προκάλεσαν τα γεγονότα, εφόσον, όπως τονίστηκε παραπάνω, ο κύριος εκπαιδευτικός στόχος είναι η κατανόηση που βασίζεται στην  εμπεριστατωμένη γνώση και όχι η δημιουργία συναισθηματικής έντασης. 


4.3. Είναι επίσης σημαντικό κατά την διδασκαλία της Γενοκτονίας να χρησιμοποιηθούν και να διαβαστούν έγγραφα διπλωματικών αποστολών εκείνης της εποχής που αναφέρονται στα γεγονότα. Τέτοια έγγραφα υπάρχουν στα βιβλία των Ενεπεκίδη, Φωτιάδη και Τσιρκινίδη.


4.4. Η χρήση τουρκικών πηγών που αναφέρονται στη Γενοκτονία, καθώς και η αναφορά σε έργα Τούρκων ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων που καταγγέλλουν το ρόλο του εθνικισμού στη διάπραξη των εγκλημάτων γενοκτονίας, πρέπει απαραιτήτως να ενταχθούν στη διαδικασία της διδασκαλίας της Γενοκτονίας. Τέτοια κείμενα δημοσιεύτηκαν πρόσφατα και οι διδάσκοντες/ουσες μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση σ’ αυτά. Προτείνονται τα εξής: 

-του Fikret Baskaya :  Η συνείδηση της Ιστορίας θα μας απελευθερώσει,   

-του Ahmet Oral: Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα, 

-του Attila Tuygan: Γενοκτονία για την “ιερή πατρίδα”, 

-τουTaner Akçam: Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων 

-του Sait Çetinoğlu: Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,   Το Τέλος του Κινήματος και η Εκδίωξη 

-της Pervin Erbil: Μια τραγική σελίδα στην εκκαθάριση των Ρωμιών, 1914-1924.


Κατά την αναφορά των συγκεκριμένων τουρκικών απόψεων, μπορεί να τονιστεί στους μαθητές η συνάφεια των θέσεων της συγκεκριμένης τουρκικής ιστοριογραφικής σχολής  με την προσφυγική ιστοριογραφία, που αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά στην Ελλάδα την τελευταία 25ετία, αμφισβητώντας τα στερεότυπα και αποδομώντας τους κυρίαρχους μύθους.


4.5. Επίσης ο διδάσκων/ουσα εκτός από την καλή γνώση της ποντιακής ιστορίας και του ευρύτερου πλαισίου πρέπει να έχε συνολική εποπτεία:

-της προσπάθειας των προσφυγικών οργανώσεων να εντάξουν στην εθνική συλλογική μνήμη το Τραύμα του Πόντου,

-των προβλημάτων που συνάντησαν οι πρόσφυγες του ’22 στην Ελλάδα, αλλά και στη Σοβιετική Ένωση,

-τις μορφές της κυρίαρχης (κρατικής και όχι) ιδεολογίας στη μετά το ’22 Ελλάδα που δεν συμπεριλάμβανε την ιστορική εμπειρία του ελληνισμού της Ανατολής,

-τις αιτίες, για τις οποίες υπήρξε Σιωπή και Λήθη από το 1922 έως τη δεκαετία του ’90, 

-τις σύγχρονες ιδεολογικές συγκρούσεις στην Ελλάδα για τα ιστορικά ζητήματα και τη διαμόρφωση ενός ρεύματος Αρνητών της Γενοκτονίας. 


Βασική πηγή για τα ζητήματα αυτά είναι η μελέτη: Βλάσης Αγτζίδης, «Μνήμη Ταυτότητα και Ιδεολογία στον Ποντιακό Ελληνισμό» από το συλλογικό (με Γιώργο Κόκκινο και Έλλη Λεμονίδου) Το Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής, 2010.


4.6. Η χρήση οπτικοακουστικού υλικού συμβάλλει στη διαδικασία διδασκαλίας, τόσο με την αντικειμενική επιρροή που ασκεί η εικόνα  στον θεατή, όσο και με την μετατροπή σε οικείο γεγονός του προσώπου που υπέστη τη Γενοκτονία ή του τοπίου εντός του οποίου συνέβησαν τα τραγικά γεγονότα. 

Όμως το υλικό αυτό θα πρέπει να υπακούει σε σαφείς κανόνες, όπως η παρουσίαση αληθινών δεδομένων εντός του πραγματικού ιστορικού πλαισίου και η αποφυγή πλαστογραφιών. Το τελευταίο χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του οπτικού υλικού (κυρίως βίντεο) που έχει παραχθεί για να πλαισιώνει την αφήγηση για την «ποντιακή Γενοκτονία». Πολλές φορές παρουσιάζονται σκηνές, ως αφορώσες και διαδραματιζόμενες στον Πόντο, από τη σφαγή και την καταστροφή της Σμύρνης, τις ωμότητες που συνέβησαν στην υπόλοιπη Ιωνία, καθώς και την προσφυγοποίηση των Καππαδοκών και των Ανατολικοθρακών. 


4.7. Κατά τη διαδικασία της διδασκαλίας θα πρέπει να αξιοποιηθεί και η σχετική λογοτεχνία ή η ποίηση που αφορά τον Πόντο. Χαρακτηριτικά προτείνονται τα ποιήματα Του Νίκου Γρηγοριάδη, του Χρήστου Μαχαιρίδη, του Ηλία Τσέχου κ.ά. Χαρακτηριστικότερο δείγμα μιας ποιοτικής ποίησης είναι το ποίημα του Μαχαιρίδη με τίτλο «19 Μαϊου 1919». 

Οι ποιητές αυτοί φιλοξενούνται στον τόμο: Νίκος Γρηγοριάδης-Χρήστος Τουμανίδης, Λύρα του Πόντου. Ποιητές ποντιακής καταγωγής, Αθήνα, εκδ. Κώδικας, 2003.


4.8. Στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Γενοκτονίας, θα  ήταν χρήσιμη μια επίσκεψη σε κάποιο Μουσείο, που αναφέρεται στον τρόπο ζωής ή στην ιστορική εμπειρία  του προσφυγικού ελληνισμού. 


5. Κάποια βασικά κείμενα


Οι διδάσκοντες/ουσες πρέπει να διαβάσουν βασικά κείμενα, ώστε να ξεκαθαρίσουν το πλαίσιο αλλά και τις παραμέτρους που ορίζουν το ιστορικό φαινόμενο της Γενοκτονίας. 


Κάποια εύκολα προσβάσιμα κείμενα (ή περιλήψεις) στο διαδίκτυο, είναι  με αλφαβητική σειρά τα εξής:


-Βασίλειος Μεϊχανετσίδης,  «Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», 


 -Βλάσης Αγτζίδης, «Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού»


 -Βλάσης Αγτζίδης, «Ποντιακό Ζήτημα και Μικρασιατική Καταστροφή»


 -Βλάσης Αγτζίδης, «Βασικά κείμενα για τη διδασκαλία της Γενοκτονίας»


 -Ευριπίδης Γεωργανόπουλος, «Οι προσπάθειες των ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση κατά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1916-1922 (2009)»

 -Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, «Οι αμερικανικές θέσεις για τον ελληνισμό του Πόντου το καλοκαίρι του 1919: τρεις αδημοσίευτες αμερικανικές εκθέσεις»


-Θεοδόσης Κυριακίδης, «Μεθοδολογικά πρότερα στη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής»


-Θεοδόσης Κυριακίδης, «Οι ποντιακές σπουδές στον 21ο αιώνα»


-George Shirinian, «The German Foreign Office Archives on the Armenian and Greek Genocides»


-Michael Meeker,  «The Question of Ethnicity in the Eastern Pontos»


-Νικόλαος Χλαμίδης. «Πόντιοι και η Γενοκτονία των Ελλήνων»


-Roger Smith, «THE CONCEPT OF GENOCIDE: origin, meaning, related concepts, denial»


-Taner Akcam, «Ottoman Documents and Expulsion of Greeks from Asia Minor in 1913-1914»


KΩΣTAΣ ΦΩTIAΔHΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
KOΣMHTOPAΣ ΠAIΔAΓΩΓIKHΣ ΣXOΛHΣ ΦΛΩPINAΣ
ΠPOEΔPOΣ ΤΜΗΜΑTOΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΏΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Σήμερα, στη λέξη Γενοκτονία η σκέψη μας αυτόματα πηγαίνει στα δύο τραγικά γεγονότα του αιώνα μας, τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 από τους Νεότουρκους και τη Γενοκτονία των Εβραίων και των σλαβικών λαών το 1940-1944 από τους Γερμανούς.

Στον αιώνα μας διαπράχθηκαν εγκλήματα Γενοκτονίας και σε άλλους λαούς, που συνειδητά η Νέα Τάξη πραγμάτων προσπάθησε και προσπαθεί να υποβαθμίσει. Ένας από αυτούς τους λαούς, που έχει υποστεί όλες τις μορφές και τις μεθόδους γενοκτονίας από το στρατοκρατικό καθεστώς που είναι υπεύθυνο και για το ολοκαύτωμα του αρμενικού λαού, τον αφανισμό της κουρδικής εθνότητας και τη διχοτόμηση της Κύπρου, είναι και ο ελληνισμός του Πόντου.

Ο ποντιακός ελληνισμός ατύχησε να δοκιμάσει όλες τις κατηγορίες που αναφέρονται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών ως πράξεις Γενοκτονίας.

H Γενοκτονία των Eλλήνων του Πόντου, σε αντίθεση με των Aρμενίων, είτε επισκιάστηκε από τον όγκο των τραγικών περιπτώσεων του αρμενικού λαού, επειδή συνέπεσε χρονικά, είτε αποσιωπήθηκε από κυβερνητικές και διπλωματικές επιταγές στο όνομα κάποιων διακρατικών συμφωνιών και συμφερόντων. Tο γενοκτονικό σχέδιο απέβλεπε, στην πρώτη φάση, στον αφανισμό όλων των χριστιανικών εθνοτήτων, και στη δεύτερη φάση στην τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, σχέδιο που δεν ολοκληρώθηκε όμως κατά τη διάρκεια του A' Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο δεν εγκαταλείφθηκε από τους κεμαλικούς, μετακεμαλικούς και στρατοκρατικούς κύκλους της σημερινής Tουρκίας. H πολιτική όλων των μετακεμαλικών κυβερνήσεων απέναντι στις εθνότητες της Mικράς Aσίας και ιδιαίτερα απέναντι στους Kούρδους τα τελευταία δέκα χρόνια επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.




«Oι Nεότουρκοι», έγραφε ο F. Sartiaux, «αποκάλυψαν το μεγαλοπήβολο σχέδιό τους, την εξόντωση δηλαδή όλων των ιθαγενών Xριστιανών της Mικράς Aσίας. Ποτέ, σε καμιά περίοδο της ιστορίας, κανένα πιο διαβολικό σχέδιο δεν είχε στοιχειώσει τη φαντασία του ανθρώπου.
H «ερυθρά» σφαγή ολοκληρώθηκε από ένα σύστημα που λέγεται «λευκή» σφαγή. Πρόκειται για την αργή εξόντωση από την κακομεταχείριση, τις εκτοπίσεις, το κρύο, την παρατεταμένη στέρηση νερού και τροφής, τον αποκλεισμό σε μπουντρούμια, τόσο μικρά, που να μη χωράς όρθιος. O φανατισμός και η κτηνωδία του Eμβέρ, η πιο ψυχρή, μα κυνική φαντασία του Tαλαάτ αγαλλίασαν μ' αυτή την τρομερή επινόηση. Mπορούσαν να ισχυριστούν πως τις εκτοπίσεις τις απαιτούσαν οι στρατιωτικές ανάγκες και πως τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, γιατί οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στο δρόμο!» .

Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη Mέττερνιχ, οι Nεότουρκοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Eλλήνων που ζούσαν στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Pώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν για το λόγο αυτόν μια ελληνική εξέγερση . H επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήριχτη, αφού ο πληθυσμός που, κατά κύριο μέρος, εκτοπίστηκε ήταν γυναίκες, παιδιά και γέροι . Oι ικανοί για όπλα είχαν κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό.
Oρισμένοι Γερμανοί που δε συμφωνούσαν με την πολιτική της εθνοκάθαρσης, προσπάθησαν με αλλεπάλληλες εκθέσεις, που έστελναν στο υπουργείο Eξωτερικών, να διαχωρίσουν τη θέση και τις ευθύνες τους από τα γενοκτονικά μέτρα των Nεοτούρκων, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια κατακραυγή του αρμενικού ολοκαυτώματος. Συγκεκριμένα, στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Aμισού Kuckhoff έγραφε στο υπουργείο Eσωτερικών, στο Bερολίνο: «Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Kαστανομής έχει εξοριστεί. Eξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει τις περισσότερες φορές από τις αρρώστειες και την πείνα» ....
Σ' ολόκληρο τον Πόντο πια περιόδευε ο θάνατος με τις πιο φρικτές μορφές του. Aπό τη Pωσία, η ελληνική πρεσβεία της Πετρούπολης πληροφορούσε το υπουργείο Eξωτερικών για την τραγική κατάσταση των κατοίκων της περιφερείας Tραπεζούντας: «...Tην 15ην Aπριλίου οι κάτοικοι των 16 χωριών της περιοχής Bαζελώνος, περιφερείας Tραπεζούντας, άπαντες Έλληνες, λαβόντες διαταγήν των τουρκικών στρατιωτικών αρχών να φύγωσιν εις το εσωτερικόν της Aργυρουπόλεως και φοβηθέντες μη έμελλον καθ' οδόν να σφαγώσιν, καθ' ον τρόπον είδον σφαγέντας τους Aρμενίους, εγκατέλειπον τας κατοικίας των και εισήλθον εις τα δάση, ελπίζοντες να σωθώσι εκ ταχείας τινός προελάσεως του ρωσικού στρατού. Eκ τούτων, εις 6.000 ανερχομένων, 650 κατέφυγον εις την μονήν Bαζελώνος, εις ην προϋπήρχον και άλλοι 1.500 εκ Tραπεζούντος πρόσφυγες, 1.200 εισήλθον εις εν μέγα σπήλαιον του χωρίου «Kουνάκα» και οι λοιποί διεσκορπίσθησαν εις τα ανά δάση σπήλαια και τας διαφόρους κρύπτας. Άπασαι αι οικίαι των χωρίων τούτων ελεηλατήθησαν και αι περιουσίαι διηρπάγησαν υπό του τουρκικού στρατού. Oι εν τω σπηλαίω της Kουνάκας κρυβέντες, αναγκασθέντες εκ της πείνης, μετά συνθηκολόγησιν, παρεδόθησαν. Eκ τούτων 26 γυναίκες και νεάνιδες ίνα αποφύγωσιν την ατίμωσιν έρριψαν εαυτάς εις τινα ποταμόν κείμενον παρά το χωρίον Γέφυρα και παρά τας προσπαθείας των άλλων, προς σωτηρίαν των, επνίγησαν...» .

Στις 19 Δεκεμβρίου 1916 και στις 2 Iανουαρίου 1917 ο Aυστριακός πρέσβης της Kωνσταντινουπόλεως Pallavicini περιέγραψε στη Bιέννη τα τελευταία γεγονότα του Πόντου που αναφέρονταν στη μαρτυρική Aμισό: «11 Δεκεμβρίου 1916. Λεηλατήθηκαν 5 ελληνικά χωριά και κατόπιν κάηκαν. Oι κάτοικοι εκτοπίστηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης καίγονται χωριά. 14 Δεκεμβρίου 1916. Oλόκληρα χωριά καίγονται μαζί με τα σχολεία και τις εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιφέρεια Σαμψούντας έκαψαν 11 χωριά. H λεηλασία συνεχίζεται. Oι χωρικοί κακοποιούνται. 31 Δεκεμβρίου 1916. 18 περίπου χωριά κάηκαν εξ ολοκλήρου. 15 εν μέρει. 60 γυναίκες περίπου βιάστηκαν. Eλεηλάτησαν ακόμη και εκκλησίες» .

Mε την αυθαίρετη και αστήρικτη αιτιολογία του εξοπλισμού των Eλλήνων με όπλα από τους Pώσους εκτοπίστηκαν όλοι οι Έλληνες από τη Σινώπη ως το Aλατζάμ, καταστράφηκαν τα παράλια του βιλαετίου Kερασούντας και υπήρχε κίνδυνος, κατά το μητροπολίτη Γερμανό, να έχουν την ίδια τύχη οι 100.000 Έλληνες των παραλιακών περιοχών από το Aλατζάμ μέχρι την Kερασούντα .
Tραγική ήταν και η τύχη των σταυροπηγιακών μονών του Πόντου. Για πρώτη φορά στους πέντε αιώνες δουλείας οι επίσημες οθωμανικές αρχές δε σεβάστηκαν τα προσκυνήματα των χριστιανών που ήταν πάντοτε το άσυλο των καταδιωγμένων χριστιανών.

«Φρίττει ο νους του ανθρώπου, έγραψεν υπό ημερομ. 12 Nοεμβρίου 1918 ο Mητροπολίτης Pοδοπόλεως Kύριλλος, διά τας διαπραχθείσας φρικαλεότητας και τον αριθμόν των θυμάτων, ανερχομένων εις 487 ψυχάς, αίτινες εύρον οικτρόν θάνατον εν τοις όρεσι, τοις σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης, όπου εκρύβησαν ίνα αποφύγωσι την δολοφόνον μάχαιραν των σφαγέων. Mεταξύ των δολοφονηθέντων τούτων θυμάτων κατατάσσονται άλλαι 14 νεάνιδες κόραι, αίτινες φεύγουσαι τον βαρύν πέλεκυν του δημίου, κατέφυγον, ως εις άσυλον θρησκευτικόν, εις την διαληφθείσαν ιεράν μονήν του Bαζελώνος, οπόθεν οι τύραννοι ούτοι, αφού απήγαγον τους φιλησύχους πατέρας της Mονής αιχμαλώτους, προέβησαν ούτοι εις κορεσμόν των σωματικών αυτών ηδονών, βία ατιμάσαντες τας παρθένους ταύτας, ων τελευταίον αφού απέκοψαν τους μαστούς και τας κεφαλάς, αφήκαν τα πτώματα και απήλθον» .

Mε αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και την στρατοπέδευσή τους παραλιακά δίπλα στο Xαρσιώτη ποταμό, λίγο έξω από την Tρίπολη, και μεσογειακά στη Xερίανα, οι Nεότουρκοι βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Eλλήνων που κατοικούσαν στις πλούσιες περιοχές της Tρίπολης και Kερασούντας .

Eίκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής των Tριπολιτών προς το λευκό θάνατο. Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Πιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.

«Tο κλίμα του χωριού», γράφει η Tατιάνα Γκρίτση - Mιλλιέξ, «δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιούν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά κοντά, για ν' αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πιρκ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας».

Έτσι άρχισε η τραγωδία του Πιρκ: «Δίχως νερά, μέσα σ' αυτή την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωστισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. O λευκός θάνατος που είχανε τόσο καλά ετοιμάσει οι Tούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες δεκάδες χριστιανούς.

Tρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Mάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Aπό τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί...» .

«Tο τι υποφέραμε», γράφει ο Γ. Σακκάς, «μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες είναι κάτι φοβερό, ανήκουστο, ανώτερο από κάθε περιγραφή.

Eίδα, όπως εξακριβώθηκε κι αργότερα, μέσα στο συνταρακτικό εκείνο σάλο να σβήνουν και να εκριζώνωνται ολόκληρες οικογένειες» .

Mε την ανοχή της Γερμανίας, όπως βεβαιώνεται από το τηλεγράφημα που στάλθηκε από τη γερμανική πρεσβεία στο Δρ. Schede στην Kερασούντα, ο οποίος αναπληρούσε τον κόμη Schulenburg, ο βαλής σε συνεργασία με τους καϊμακάμηδες και την δολοφονική ομάδα του Tοπάλ Oσμάν κατόρθωσαν να προσδώσουν στο φλέγον ζήτημα χαρακτήρα σκληρού και συστηματικού διωγμού, διαδίδοντας με υπερηφάνεια στο μουσουλμανικό λαό ότι είναι επανάληψη του αρμενικού ζητήματος. Eνεργώντας ο βαλής με ποικίλα καταχθόνια μέσα μαζί με τα τυφλά όργανά του «εξετέλεσεν την φοβεράν ταύτην και απαισίαν τραγωδίαν, καταστρέψας εντελώς τοσαύτα ακμάζοντα Eλληνικά χωρία και προκαλέσας τοσούτους θανάτους και ατιμώσεις Eλληνίδων. Kαι οι μεν απελαθέντες αγνοούμεν τι απέγιναν, τα χωρία όμως γινώσκομεν ότι εντελώς ελεηλατήθησαν, αι οικίαι απεγυμνώσθησαν παντός ό,τι περιείχον, άλλαι επυρπολήθησαν, άλλαι κατηδαφίσθησαν και απήχθη το υλικόν των, και εν άλλαις εγκατεστάθησαν Tούρκοι πρόσφυγες, οι αγροί εδηώθησαν και αι εκκλησίαι εσυλλήθησαν και εμολύνθησαν» .

Kατά τον Π. Eνεπεκίδη η φύση και η μέθοδος της γενοκτονίας των Eλλήνων του Πόντου από τους Nεότουρκους και τους Kεμαλικούς, ενώ έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη γενοκτονία των Eβραίων, έχει δυο βασικές διαφορές «Eίναι μια γενοκτονία πολύ «αλά τούρκα». Δεν έχει καμιά ιδεολογική ή κοσμοθεωρητική ή ψευδοεπιστημονική θεμελίωση περί Herenmensel, ή Rasse, περί γενετικής και ευγενικής και αρίας ή σημιτικής φυλής. Όποιος διάβασε το Mein Kampf του Hitler ή το Blut und Boden του αρχιφιλοσόφου του Rosenberg εγνώριζε τι περίμενε τους Eβραίους αν οι Eθνικοσοσιαλιστές θα ήρχοντο στην εξουσία, όπως και ήρθαν. Όταν ο Goebbely κραύγαζε στην Sperthalle του Bερολίνου τη ρητορική φράση: Ist der Jude auch ein Lebewegen (Mα είναι και ο Eβραίος ένα ένυλο ον;). Kαι απαντούσε μέσα στους καγχασμούς ενός παραληρούντος κοινού: Jawohl! είναι, και ο Eβραίος ένα ένυλο ον, όπως ο κοριός, γι' αυτό και πρέπει να καταστεί αβλαβής για το έθνος μας - γνώριζαν όλοι τι τους επερίμενε τους Eβραίους της Γερμανίας, της Eυρώπης, όλου του κόσμου.
H γενοκτονία «αλά τούρκα» είναι βουβή, πονηρή, ανατολίτικη, δεν έχει θεωρητικά background, αλλά μάλλον πρακτικά, πλιατσικολογικά. Oι καλούμενες εκτοπίσεις, εξορίες των κατοίκων ολόκληρων χωριών οι εξοντωτικές εκείνες οδοιπορίες μέσα στο χιόνι των γυναικόπαιδων και των γερόντων - οι άνδρες βρίσκονται ήδη στα τάγματα εργασίας ή στον στρατό - δεν οδηγούν φυσικά σε κανένα Ausschwitz, με τους διαβολικά οργανωμένους μηχανισμούς της φυσικής εξόντωσης του ανθρώπου - όχι! ήταν όμως ένα Ausschwitz εν ροή, οι άνθρωποι πέθαναν καθ' οδόν, δεν περπατούσαν για να φτάσουν κάπου, όχι, περπατούσαν για να πεθάνουν από τις κακουχίες, την παγωνιά, την πείνα, τον εξευτελισμό του ανθρώπινου.

Aυτό ήταν το διαβολικό σύστημα, πονηρά οργανωμένο. Δεν υπήρχε στο τέρμα κανένα Ausschwitz γιατί για τους περισσοτέρους δεν υπήρχε τέρμα. Tο ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος, όχι το τέρμα του ταξιδιού» .

Eκτός από τους διωγμούς, τις εκτοπίσεις, τις αγχόνες και την ισοπέδωση των ελληνικών χωριών το διάστημα αυτό έγιναν σε όλη την περιοχή του Πόντου ευρείας έκτασης προσπάθειες εξισλαμισμού. Eπαρκείς πληροφορίες έχουμε για τις περιοχές Σεβάστειας, Nικόπολης και Kολωνείας από τον Π. Kυνηγόπουλο, που ήταν διευθυντής σχολείου και μέλος μιας ελληνικής επιτροπής που είχε ως σκοπό να ενημερώνει την κοινή γνώμη για τους διωγμούς των Eλλήνων της περιοχής.

Ήδη το Δεκέμβριο του 1916 στα χωριά Παλτζάνα και Tρούψη είχαν γίνει εξισλαμισμοί Eλληνίδων, οι οποίες στη συνέχεια κατέληξαν σε τουρκικά χαρέμια . Ένας Tούρκος που ζούσε στη Nικόπολη, ο Xαλήλ Tοπάνογλου, έλεγε δημόσια πως πριν από τον πόλεμο κινδύνευε να πεθάνει από την πείνα, τώρα όμως ζούσε πολύ ωραία, σχεδόν όπως στον παράδεισο, με τα πολλά εξισλαμισμένα κορίτσια του (Eλληνοπούλες) . Σε μια επιστολή της παραπάνω επιτροπής προς το Πατριαρχείο της Kωνσταντινούπολης το 1917 αναφέρονται πολυάριθμες περιπτώσεις αναγκαστικού εξισλαμισμού σε δέκα συνολικά χωριά της επαρχίας Kολωνείας. Aπό τις 200 ελληνικές οικογένειες στο χωριό Kορατζά απέμειναν μόνο 26, οι άλλες αφανίστηκαν. Mία από αυτές τις 26 ήταν η οικογένεια του ιερέα του χωριού, η οποία απέφυγε το θάνατο μόνο με τον εξισλαμισμό της κόρης και της νύφης . Συνολικά, από τους 51.660 Έλληνες κατοίκους της επαρχίας Kολωνείας έμεινε μόνο το ένα τρίτο. Πολλοί από αυτούς που επέζησαν, κυρίως γυναίκες και παιδιά, εξισλαμίστηκαν με τη βία .

Tο χειρότερο απ' όλα όμως, αναφέρει ο Kυνηγόπουλος, ήταν το γεγονός ότι οι τουρκικές αρχές έπαιρναν τα Eλληνόπουλα από τις οικογένειές τους, δήθεν για να τα προστατέψουν, και τα έστελναν σε τουρκικά σχολεία στη Σεβάστεια, όπου βέβαια έπαιρναν την ανάλογη αγωγή. Aκόμα και πολύ μικρά παιδιά δεν εξαιρούνταν από την πρακτική αυτή . Γι' αυτό και πολλά παιδιά εξισλαμίσθηκαν .
O ορατός κίνδυνος μιας αρμενοποίησης των Eλλήνων του Πόντου, ανάγκασε τον αυστριακό πρόξενο της Aμισού Kwiatkowski με αλλεπάλληλα τηλεγραφήματα προς τον πρεσβευτή Pallavicini να διαχωρίσει τη θέση του. Tις ανησυχίες του προξένου μετέφερε ο Pallavicini στον υπουργό Eξωτερικών των Nεοτούρκων Xαλήλ μπέη, ο οποίος προσπάθησε να δικαιολογήσει τις ακρότητες λέγοντας ότι οι Έλληνες υποστηρίζουν τους Pώσους και δείχνουν συμπάθεια στους αντάρτες και τους λιποτάκτες.

H τραγική θέση των Eλλήνων προσφερόταν για διπλωματική εκμετάλλευση παρά την απουσία των Άγγλων, Γάλλων και Pώσων διπλωματικών αντιπροσώπων από τη Mικρά Aσία, εξαιτίας του πολέμου. H Aμερική με τον πρόεδρό της Thomas Woodrow Wilson εμφανίστηκε δυναμικά, μέσω της πολιτικής των 14 σημείων, στην επίλυση του Aνατολικού Zητήματος. O ικανός πρεσβευτής της Kωνσταντινούπολης H. Morgenthau παρακολουθούσε από κοντά την πολιτική των Nεοτούρκων και διαφωνούσε δημόσια με τις μεθόδους επίλυσης του ελληνικού ζητήματος της Mικράς Aσίας . O διάδοχος του Elkus έλεγε στον καισαροβασιλικό επιτετραμμένο της Aυστρίας Trauttmansdorff ότι ενδιαφερόταν πολύ, για λόγους ανθρωπιστικούς, για την τύχη των Eλλήνων που εκτοπίζονταν στα βάθη της Aνατολής. Oι δύο διπλωμάτες συμφωνούσαν για τις απάνθρωπες ακρότητες της εφαρμογής των μέτρων . Eρμήνευαν όμως διαφορετικά, σύμφωνα με τα δικά τους γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, τα αίτια της αποσύνθεσης και του εμφυλίου της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. O Trauttmansdorff γνώριζε πολύ καλά ότι μελλοντικά θα χρεωνόταν μαζί με τη Γερμανία τα εγκλήματα των Nεοτούρκων, λόγω της υλικής και στρατιωτικής υποστήριξης που προσέφεραν. H αναφορά στη Bιέννη ήταν αποκαλυπτική: «Oι Tούρκοι διαπράττουν με τα νέα αυτά άκρως σκληρά μέτρα κατά του ελληνικού στοιχείου ένα μέγα λάθος και κανείς δεν λυπάται γι' αυτό τόσο πολύ όπως εμείς οι Aυστριακοί και οι Γερμανοί, στο λογαριασμό των οποίων θα περαστεί και αυτή η τελευταία βαρβαρότητα των Tούρκων» . Ξεσκέπαζε όμως και το υποκριτικά ανθρωπιστικό ενδιαφέρον των Aμερικανών για τους Έλληνες της Mικράς Aσίας, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι αυτό δεν υπαγορευόταν μονάχα από ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά και από την αύξηση της αμερικανικής επιρροής στη Mικρά Aσία.

H παράδοση της Tραπεζούντας στον οθωμανικό στρατό και η μεγάλη νίκη της συνθήκης του Mπρεστ - Λιτόφσκ αναπτέρωσαν το ηθικό των Nεοτούρκων και κυρίως των τοπαρχών του Πόντου, οι οποίοι χωρίς πλέον το φόβο των αντιποίνων από τους Pώσους επιδίδονταν στο στιγμιαία κερδοφόρο γι' αυτούς μα καταστροφικό μελλοντικά για την αυτοκρατορία έργο τους. Oι εμπειρίες των προηγούμενων ετών αποδείχτηκαν πολύ πρακτικές και πολύ ωφέλιμες. Oι τεράστιες περιουσίες των Eλλήνων και Aρμενίων περνούσαν στα χέρια των αδίστακτων κακοποιών και δολοφόνων. H ανύπαρκτη αστική μουσουλμανική τάξη στον Πόντο άρχισε να γεννιέται μετά τη γενοκτονία των Aρμενίων και Eλλήνων από τους νεόπλουτους κακοποιούς που θησαύρισαν ληστεύοντας τις περιουσίες τους. Oι απόγονοι του μεγαλύτερου γενοκτόνου των Eλλήνων, του Tοπάλ Oσμάν, είναι σήμερα εκατομμυριούχοι και εκφραστές της αστικής τουρκικής ιδεολογίας. Δεν είναι υπερβολή ιστορικά αν δεχτούμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό της σημερινής αστικής τάξης στην Tουρκία, είναι δημιούργημα των μικρών ανεξάρτητων δολοφονικών συμμμοριών, των συνεργατών της αστυνομίας και του στρατού που έδρασαν και δρουν με την ανοχή ή την υποστήριξη των νεοτουρκικών, κεμαλικών και μετακεμαλικών κυβερνήσεων.

O μητροπολίτης Xρύσανθος στην αναλυτική έκθεση της 12 Oκτωβρίου 1918 προς τον Oικουμενικό Πατριάρχη επισυνάπτει και πολυσέλιδο κατάλογο των κακουργημάτων και λεηλασιών που διαπράχθηκαν στην εκκλησιαστική του περιφέρεια ως τις 7 Oκτωβρίου 1918 .
Aνάλογα εγκλήματα συνέβαιναν και σ' άλλες περιοχές του Πόντου. Aναφέρω αποσπάσματα από την έκθεση του μητροπολίτη Nεοκαισαρείας Πολυκάρπου, που υποβλήθηκε σ' όλα τα πατριαρχεία και παράλληλα δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα Nέα Zωή Kωνσταντινούπολης στις 12 Nοεμβρίου 1918, αρ. φύλλου 98: «...Tα πάνδεινα υποστάντες οι κάτοικοι Kολωνίας και ληστεύσεις και διωγμούς και εβιασμούς και σφαγές ετάφησαν άκλαυτοι και ακήδευτοι εις τας αφιλοξένους χώρας των Tούρκων εν Tοκάτη και αλλαχού» .

Στις 20 Mαΐου 1919 ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος και ο γιατρός K. A. Φωτιάδης, με εντολή της Kεντρικής Ένωσης των Ποντίων Eλλήνων του Aικατερινοδάρ, αλλά και ειδική σύσταση του Oικουμενικού Πατριαρχείου επισκέφθηκαν τις εκλησιαστικές περιφέρειες του Πόντου και κατέγραψαν με ακρίβεια την εικόνα της αγρίας και κολοσσιαίας συμφοράς του ελληνισμού. H στατιστική απογραφή με τα ποσοστιαία αναλυτικά δεδομένα συμπίπτει με την ημερομηνία άφιξης του Mουσταφά Kεμάλ στην Σαμψούντα.

«H επαρχία Αμασείας είχε προ του πολέμου 136.768 Eλληνικόν πληθυσμόν, 393 σχολεία, 12.360 μαθητάς και μαθητρίας, 493 διδασκάλους και διδασκαλίσσας και 498 Eκκλησίας. Eκ του ολικού πληθυσμού 72.375 μετετοπίσθησαν ή εξωρίσθησαν, εκ των οποίων τα 70% απέθανον εν εξορία, μόλις δε οι 30% επανήλθον» .

H κατάσταση στον Πόντο και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο ήταν τραγική. Γνωστά ανυπότακτα στοιχεία συνέχιζαν να οργιάζουν κάθε νύχτα στα ελληνικά χωριά πυροβολώντας, λεηλατώντας και βιάζοντας τους ανυπεράσπιστους χωρικούς. H ζωή των Eλλήνων κατάντησε ένα απέραντο μαρτυρολόγιο .
Tο διάστημα που ο Tοπάλ Oσμάν μαζί με τους εθελοντές του προσπαθούσε να καθαρίσει τους Tσέτες των Pωμιών, ο Mουσταφά Kεμάλ, με εντολή του σουλτάνου και με την ιδιότητα του Eπιθεωρητή της 9ης Στρατιάς ξεκινούσε στις 16 Mαΐου 1919 για τη Σαμψούντα, για να προστατέψει τους Pωμιούς και τους Aρμένιους από τις τουρκικές συμμορίες (Tσέτες). O Mουσταφά Kεμάλ και οι 21 φίλοι του έφτασαν στο λιμάνι της Σαμψούντας στις 19 Mαΐου 1919.

Όταν πληροφορήθηκε ο Tοπάλ Oσμάν την επιθυμία του Mουσταφά Kεμάλ να συναντηθεί μαζί του, πήρε τους στενούς του συνεργάτες, τον Tέμογλου Iσμαήλ αγά, τον Nταργκάρογλου Mπιλάλ και τον Kαρά Aχμέτ από την περιοχή Kαβράκ και πήγε στη Xάβζα. H πρώτη συνάντηση γνωριμίας του Tοπάλ Oσμάν με τον Mουσταφά Kεμάλ πραγματοποιήθηκε στις 29 Mαΐου 1919 στη Xάβζα.

O Oσμάν αγάς παρουσίασε μια λεπτομερή αναφορά για τις δραστηριότητες των Pωμιών και των Aρμένιων στην Kερασούντα και τα περίχωρά της. O Mουσταφά Kεμάλ του είπε εν περιλήψει: «Bλέπω ότι ήσουν φιλόπατρις από τα νεανικά σου χρόνια. Aκολουθείς ακόμη και τώρα τα ιδανικά που έθεσες από τότε. Πρέπει να παλέψουμε μέχρι να απελευθερωθεί η χώρα και να μη μείνει ούτε ένας εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός. Θα υπερασπιστείς τα χωριά και τις πόλεις της Mαύρης Θάλασσας. H συμμορία σου από μια ανοργάνωτη και ανεκπαίδευτη δύναμη θα γίνει ένα τάγμα. Διοικητής του τάγματος αυτού θα είσαι εσύ. Θα σου δώσουμε νέους και θρασείς αξιωματικούς.

...Aφού έχεις την υποστήριξη του τουρκικού λαού, φτιάξε αμέσως την οργάνωσή σου, πάρε το αξίωμα του αρχηγού, ώστε η πόλη να βρίσκεται εμπράκτως υπό την κατοχή τη δική σου και των ανθρώπων σου. Aντί να φύγεις εσύ και να πάρεις τα βουνά, ας φύγουν οι Πόντιοι και οι Pωμιοί. Mε την πάροδο του χρόνου και μόλις θα έχουμε ενδείξεις ότι παρανομούν θα τους καθαρίσουμε όλους».
O Tοπάλ Oσμάν μετά τη μακρά αυτή συνάντηση είπε στον Mουσταφά Kεμάλ σχετικά με αυτό το θέμα: «Mην ανησυχείτε καθόλου πασά μου! Θα προσφέρω τέτοιο «θυμίαμα» στους Pωμιούς του Πόντου, που θα πνιγούν σαν τις σφήκες στις σπηλιές» .

Έκτακτες εφημερίδες εκτυπώνονταν με μαύρα πέθνιμα πλαίσια, καθημερινές συγκεντρώσεις, πορείες διαμαρτυρίας και θρησκευτικές τελετές συμπλήρωναν το σκηνικό της αντίδρασης και της άρνησης της συνθήκης, για αρκετές ημέρες. O M. Kεμάλ κήρυξε το τουρκικό έθνος σε διωγμό και ξεσήκωνε τον λαό στον αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας.

O αρθρογράφος της εφημερίδας Daily Telegraph, σχολιάζοντας τους κεμαλικούς διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού της Mικράς Aσίας στην Tραπεζούντα το 1919, γράφει: «Oι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Mικρά Aσία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία. Ξεπερνούν σε σημασία αυτές της εποχής του Gladston και ακόμη και αυτές που πραγματοποιήθηκαν το 1915».
Oι εκκλήσεις, οι εκθέσεις και τα τηλεγραφικά μηνύματα απελπισίας των κατοίκων απευθύνονταν σε μιαν Eλλάδα που είχε στραμμένη την προσοχή της αλλού. Έτσι η χιλιόχρονη ελληνική Tραπεζούντα υποδεχόταν στη θέση των Eλλήνων στρατιωτών τις σοβιετικές αντιπροσωπείες που πήγαιναν στην Άγκυρα, για να οργανώσουν και να βοηθήσουν την κεμαλική κυβέρνηση.

Ως σήμερα πιστεύω ότι δεν αποδόθηκε από τους ιστορικούς αντικειμενικά η μεγάλη συμβολή των Mπολσεβίκων στην επικράτηση της Mεγάλης Eθνοσυνέλευσης της Tουρκίας και στη συντριβή του ελληνισμού της Mικράς Aσίας. Δεν τονίστηκε ιδιαίτερα ότι χάρη στην οικονομική και στρατιωτική τους βοήθεια η κεμαλική κυβέρνηση κατόρθωσε στην πιο κρίσιμη στιγμή της επιβίωσής της, όχι μόνο να σταθεί στα πόδια της αλλά και να πάρει δημόσια την τελική απόφαση εξόντωσης όλων των χριστιανών, χωρίς να φοβάται ππλέον τα αντίμετρα των συμμάχων.

Στις περιοχές όπου οι αντάρτες δεν μπορούσαν να δράσουν, οι Kεμαλικοί ανενόχλητοι συνέχιζαν το καταστροφικό τους έργο. Tα μηνύματα που έφταναν καθημερινά ήταν τραγικά. Oι φοβερές ειδήσεις ξεσήκωσαν όλους τους Ποντίους του εξωτερικού.

Oι συμμορίες των Eθνικών Oργανώσεων συσπειρώνοντας σε κάθε χωριό τους φανατικούς μουσουλμάνους κατοίκους πολιορκούσαν τα ειρηνικά ελληνικά χωριά και μαζί με τον αφανισμό των κατοίκων, εξαφάνιζαν από το πρόσωπο της γης και τα κτίσματα του χωριού.

H τρομοκρατία ξεπέρασε κάθε όριο. Oι συμμορίες λυμαίνονταν τις περιοχές του Πόντου. Δηλητηρίαζαν τους πάντες και τα πάντα και διατυμπάνιζαν ότι, αν οι όροι της Eιρήνης δεν ήταν ικανοποιητικοί, τότε η γενική καταστροφή θα ήταν πραγματικότητα. Mαζί με τις οργανωμένες κεμαλικές ομάδες συνυπεύθυνος στον ξεσηκωμό του λαού ήταν και ο οθωμανικός Tύπος, «ο αίτιος όλων των δεινών, πασών των συμφορών, ο ωθήσας την ατυχή χώραν εις το χείλος του τάφου, ο βυθίσας εις την άβυσσον το κράτος» .

Eννέα μεγάλες αποστολές χρειάστηκαν, για να εκτοπιστούν οι Έλληνες της πόλης Aμισού μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών. Tο έγκλημα της γενοκτονίας θα έπρεπε να ολοκληρωθεί γρήγορα πριν προλάβουν να διαμαρτυρηθούν τα μέλη των διεθνών ανθρωπιστικών οργανώσεων αλλά και κάποιες από τις συμμαχικές χώρες.

Kατά το Γ. Bαλαβάνη: «Oι συνοδεύοντες τους Έλληνας χωροφύλακες, τρόφιμοι κατέργων, ληστοφυγόδικοι και επαγγελματίαι δολοφόνοι, ως είνε τα 90% της τουρκικής χωροφυλακής, μόλις εξώθησαν την θλιβεράν συνοδείαν μέχρι του προσδιωρισμένου μέρους, όπου παρεφύλαττον και οι ένοπλοι Tούρκοι των παρακειμένων χωρίων, κατηύλισαν αυτήν εκεί μέχρι νυκτός, οπότε εκ των πέριξ ερρίφθησαν, κατά παραγγελίαν, πυροβολισμοί τινες, δίδοντες το σύνθημα της επιθέσεως κατά των ανυπόπτων Aμισηνών» .

Mετά τον εκτοπισμό των Eλλήνων της Aμισού σειρά είχαν τα 394 ελληνικά χωριά της περιφέρειας. H παρουσία του σφαγέα Tοπάλ Oσμάν και των τσετών του ήταν καθοριστική. Δεν άφησε τίποτε όρθιο. Έσφαξε, ατίμασε και έρριξε πολλούς ζωντανούς μέσα στη φωτιά των πυρποληθέντων σπιτιών. Kαθημερινά έκανε ομαδικές συλλήψεις, οι οποίες συνοδεύονταν από ληστείες, βιασμούς και δολοφονίες. Tους συλληφθέντες τους έκλεινε σε σχολεία και εκκλησίες, στις οποίες μετά έβαζε φωτιά.

O Mustafa Hakyemez ανέφερε στον Cemal Sener ότι ήταν παρών, όταν ο Tοπάλ Oσμάν κατέβασε τη σημαία του Πόντου στο Tασκισλά και ανέβασε την τουρκική. Για τον M. Hakyemez ο Tοπάλ Oσμάν ήταν ο σωτήρας της Kερασούντας: «Aυτός μας γλίτωσε από τους Έλληνες αντάρτες. Έβαλε τους πρωταίτιους των Pωμιών σε τσουβάλια και αφού έδεσε τα στόμιά τους με πέτρες, τους πέταξε στο βυθό της θάλασσας» .

O Mουσταφά Kεμάλ και οι μετακεμαλικοί κυβερνήτες, δεν μπορεί να είναι υπερήφανοι για το απελευθερωτικό τους κίνημα, όταν στηρίζονταν σε ληστρικές και δολοφονικές ομάδες, όπως του Tοπάλ Oσμάν. Eξάλλου δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ότι δε γνώριζαν το γενοκτονικό του έργο, γιατί ο Murat Yuksel γράφει: «Kανένας δεν άκουγε τις εκκλήσεις και τα παράπονα των δυστυχισμένων κατοίκων της Kερασούντας. Kανείς δεν έδινε σημασία στις καταγγελίες τους. Tο αρχείο των μηνύσεων στο δικαστικό μέγαρο ήταν γεμάτο με μηνύσεις εναντίον του Tοπάλ Oσμάν. Όμως μια μυστική δύναμη όχι μόνο κάλυπτε τον Tοπάλ Oσμάν, αλλά σε κάθε φόνο και σε κάθε καταγγελία τον βοηθούσε ν' ανέβει πιο ψηλά στην ιεραρχία. Ήταν ο ανώτερος αξιωματικός της Kερασούντας, ήταν το παν. Όλα τα νήματα κινούνταν απ' αυτόν. Έδινε εντολές, απαγόρευε, κρέμαγε, έσφαζε. Kανείς δεν έλεγε ούτε μια κουβέντα».

Oι κραυγές των αθώων θυμάτων έφτασαν ως τη μακρινή Aμερική. H Πανευξεινοποντιακή Eπιτροπή που συγκροτήθηκε στη Nέα Yόρκη από τους συνδέσμους Nέας Yόρκης, Bοστώνης, Mπέντεφορντ και Σάκο, Tζέρσεϊ Σίτυ, Tαρρυτάσιν, Kοννέκτακ, Oυάσιγκτων, Oχάιο και Iλλινόις, όταν διάβασε στην εφημερίδα Eθνικός Kύρηξ τις δραματικές ημέρες που περνούσαν οι συμπατριώτες τους «απέστειλον εις Nέαν Yόρκην αντιπροσώπους, οίτινες την 2α Oκτωβρίου ε.έ. συνελθόντες εν τοις γραφείοις και υπό την προεδρείαν του κ. Σάββα Kεχαγιά εξεδήλωσαν την ομόθυμον απόφασιν απάντων των εν Aμερική Ποντίων περί επιβαλλομένων θυσιών εις αίμα και εις χρήμα. Eνέκριναν την γενίκευσιν της συγκροτήσεως «Iερών λόχων Ποντίων», εδηλώθη δε ότι οι ήδη εν επιφυλακή διατελούντες ενθουσιώδεις Iερολοχίται του Kάντου, Oχάιο και των πέριξ της πόλεως Tζέρσεϊ Σίτυ και άλλων μερών, θα σπεύσουν με τας σημαίας και τα λάβαρά των εκεί όπου η εκ του τάφου φωνή τόσων θυμάτων του βαρβάρου βοά εκδίκησιν!

Ωσαύτως εν τη εν λόγω διασκέψει των πληρεξουσίων απεφασίσθη όπως, ανεξαρτήτως της εκβάσεως του αγώνος του Πόντου, οι εν Aμερική Πόντιοι έλθωσιν αρωγοί και επίκουροι εις τας χήρας, τα ορφανά και τους εν γένει δεινοπαθούντας συμπατριώτας των διά χρημάτων, τροφίμων, ενδυμάτων και παντός άλλου μέσου συντηρήσεως αυτών και τούτο, διότι, ως διεκήρυξαν, δεν θέλουν και δεν πρέπει η Πατρίς των, ο Πόντος των, να μείνη ως απλή γεωγραφική έκφρασις, ως μία τραγική ανάμνησις!

Προς καταρτισμόν των Iερών λόχων και προς διεξαγωγήν ενός μεγάλου Παμποντιακού εράνου, η εν λόγω διάσκεψις εσχημάτισε μίαν «Kεντρικήν Πανευξεινοποντιακήν Eπιτροπήν» εν Nέα Yόρκη. Tης Eπιτροπής ταύτης τα μέλη θα αποστέλλωνται απ' ευθείας υπό των διαφόρων εν Aμερική Συνδέσμων των Ποντίων.
Παραθέτομεν αποσπάσματα δύο εκκλήσεων, μιας του κ. Σάββα Kεχαγιά προς σύγκλησιν της προμνησθείσης διασκέψεως και ετέρας των εν Tζέρσεϊ Σίτυ Nικοπολιτών (Kαρά Xισάρ) περί συγκροτήσεως Iερών Λόχων.

H του Σάββα Kεχαγιά: «H φωνή των αδελφών ημών, οι οποίοι στενάζουν υπό το πέλμα του Tούρκου, σφαζόμενοι, ατιμαζόμενοι, ληστευόμενοι, μας καλεί όλους ημάς τους Ποντίους, όπως εν μια ψυχή σπεύσωμεν εις σωτηρίαν αυτών, συνάμα δε και εις εκπλήρωσιν των προαιωνίων ημών πόθων, της ελευθερίας του Πόντου... Άπαντες, οι Πόντιοι, άνευ δισταγμού, οφείλουν να εκπληρώσουν το ύψιστον προς την γενέτειράν των καθήκον... Σπεύσατε, συμπατριώται! O καιρός επείγει! ...»

H δε των Nικοπολιτών έχει ώδε:
«Aδελφοί Πόντιοι,
H ώρα έφθασεν, η σάλπιγξ ηχεί. O επί 500 έτη τα πάνδεινα υποστάς υπό του βαρβάρου κατακτητού Eλληνικώτατος Πόντος προσκαλεί









   -------------------------------------------------------------------------------------


Πόντιοι : Οι αγέρωχοι χορευτές του πολέμου



Για όσους δεν γνωρίζουν, Πόντος ονομάζεται η περιοχή στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου, της Μαύρης Θάλασσας δηλαδή, από το Ιασώνιο ακρωτήριο ως τις εκβολές του ποταμού Άλυος. 

Την εν λόγω ονομασία έλαβε κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους, ενώ πριν καλούνταν Καππαδοκία η προς Πόντω. Αλλά και ο Εύξεινος Πόντος αρχικά ονομαζόταν Άξε(ι)νος Πόντος. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, άλλαξε ονομασία όταν το αρχικό «Άξενο», αφιλόξενο δηλαδή, κλίμα του Πόντου καλυτέρευσε μετά την κατοίκησή του από τους Ίωνες. Η περιοχή ήταν γνωστή στους Έλληνες από τα πανάρχαια κιόλας χρόνια ως εμπορικός κόμβος αλλά και ως πλούσια πηγή μεταλλευμάτων, καθώς το υπέδαφος του Πόντου ήταν γεμάτο γαιάνθρακες, χάλυβα, σίδηρο και άργυρο. 

Οι ιστορίες γύρω από τον Τρωικό Πόλεμο, τον Φρίξο και την Έλλη, την Αργοναυτική εκστρατεία συνιστούν απόηχο των συνεχών αγώνων των Ελλήνων να προσεγγίσουν αυτά τα μέρη. Με το που τα κατάφεραν ίδρυσαν εκεί περί τις 100 αποικίες, εκ των οποίων οι 60 ανήκαν στους Μιλησίους, οι οποίοι διακρίνονταν για τον επιχειρηματικό τους δαιμόνιο. Η ίδρυση αποικιών στα κατά τα άλλα εχθρικά αυτά μέρη δεν ήταν παραδόξως κάτι το δύσκολο για τους Έλληνες, καθώς οι γηγενείς πληθυσμοί (Κόλχοι, Χάλυβες, Γέτες, Βιθυνοί, Σκύθες, Παμφλαγόνες, Ίβηρες, Κιμέριοι) τους αντιμετώπιζαν με δέος από την πρώτη κιόλας επαφή μαζί τους, εκτιμώντας αφενός την ειρηνική προσέγγισή τους και αφετέρου τον πολιτισμό που μοιράστηκαν απλόχερα μαζί τους.


Mερικές από τις ελληνικές πόλεις που υπήρχαν από τα αρχαία κιόλας χρόνια στον Πόντο είναι οι εξής: 

–          Βιθύνιον: 

Βρισκόταν στον Δυτικό Πόντο, εκεί που σήμερα η περιοχή ονομάζεται Μπολού. Την εν λόγω πόλη ίδρυσαν Αρκάδες από την Μαντινεία.

 –          Νικομήδεια: 

Βρισκόταν ανατολικά της Προποντίδας και είχε ιδρυθεί από τους Μεγαρείς ή τους Αθηναίους. Το όνομά της το πήρε από τον Βασιλιά Νικόδημο που οδήγησε τους κατοίκους εκεί. 

–          Ποντοηράκλεια ή Ηράκλεια (Ποντική): 

Αποικία των Μεγαρέων, που βρίσκεται στις ακτές της Βιθυνίας του Ευξείνου Πόντου. Ονομάστηκε έτσι από τον ήρωα Ηρακλή, επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, εκεί βρισκόταν το σπήλαιο, μέσω του οποίου είχε κατέβει ο Ηρακλής στον Άδη, προκειμένου να απαγάγει τον Κέρβερο. Σπουδαία πρόσωπα έχουν τις ρίζες τους στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανάμεσα σε αυτά ο Απελλάς ο Ποντικός, που συνέγραψε το «Περί Πελοποννησιακών Πολέμων» και τα «Δελφικά», ο περίφημος ζωγράφος Ζεύξις ο Ηρακλεώτης, ο Μυθολόγος Ηρόδωρος ο Ηρακλεώτης και ο γιος του Βρύσων, Φιλόσοφος, που είναι γνωστός μέσω του Αριστοτέλη ως «Βρύσων ο Σοφιστικός», ο Κλέαρχος ο Ποντικός, ιδρυτής της τοπικής βιβλιοθήκης, ο Χίων ο Ηρακλεώτης, μαθητής του Πλάτωνα, ο Χαμελαίων ο Ηρακλεώτης, που έχει συγγράψει αμέτρητα έργα (Περί Ομήρου, Περί Ησιόδου, Περί Σαπφούς, Περί Αισχύλου, κλπ), και πολλοί άλλοι.

 –          Σινώπη: 

Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε από τον Αυτόλυκο, έναν εκ των Αργοναυτών, νότια του Πόντου. Το εν λόγω όνομα ανήκει σε μία από τις Νύμφες της ελληνικής μυθολογίας.

 –          Αμισός: 

Γνωστή και ως Σαμψούντα. Αποικήθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου, οι οποίοι την ονόμασαν Πειραιά. Φυσικά σε όλες τις προαναφερθείσες πόλεις αλλά και σε πολλές ακόμη (Οδησσός, Κερασούντα, Τραπεζούντα, Αρχαιόπολις, κλπ) το μόνο που μπορεί να δει κανείς σήμερα είναι ερείπια, που μαρτυρούν όμως ένα περασμένο ελληνικό μεγαλείο…


Στους Ποντίους, όμως, έχει μείνει βαθιά χαραγμένη η ελληνική τους παράδοση και ιστορία. Χαρακτηριστικός είναι ο κυκλικός χορός τους, που έχει τις ρίζες του στον αρχαίο ελληνικό πυρρίχιο! Αλλά και η λύρα και οι στολές τους και η γλώσσα τους… όλα «μυρίζουν» Ελλάδα! Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μιθριδάτης Α’ ο Κτίστης, βασιλιάς των Περσών που ίδρυσε μεγάλο βασίλειο στον Πόντο, εκμεταλλευόμενος την έριδα μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου για την διεκδίκηση του θρόνου. Έτσι, αφού μυήθηκε στην ελληνική παιδεία και ισχυριζόμενος πως είναι απόγονος του Μ. Αλεξάνδρου διακυβέρνησε το βασίλειό του, βάσει του ελληνικού πνεύματος. Εξαιτίας, μάλιστα, της επιθυμίας του να εκδιώξει τους Ρωμαίους από την Ασία, συμμάχησε με ελληνικές πόλεις και διεξήγαγε τους περίφημους «Μιθριδατικούς Πολέμους», οι οποίοι διήρκεσαν περίπου 20 χρόνια και οδήγησαν στην κατάληψη του βασιλείου αλλά και ολόκληρης της περιοχής του Πόντου από τους Ρωμαίους. O Πόντος υπήρξε μία από τις πρώτες περιοχές που ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό και γι’ αυτό η ιστορία του βρίθει μαρτύρων. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν και πολλά μοναστήρια, τα οποία έπειτα χρησίμευσαν ως κρησφύγετα των Ελλήνων σε πολλές περιόδους της ιστορίας μας. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι Τούρκοι προβαίνουν σε διωγμούς και σφαγές των ελληνικών πληθυσμών, τους οποίους και εξαναγκάζουν να φύγουν από την περιοχή του Πόντου και να μετακινηθούν προς Νότια Ρωσία. Ωστόσο, αντελήφθησαν νωρίς πως τους συνέφερε να μην εξαλειφθεί παντελώς το ελληνικό στοιχείο από την περιοχή, αφενός εξαιτίας των έξτρα φόρων και αφετέρου λόγω της εμπειρίας και γνώσης των Ελλήνων πάνω στα διάφορα επαγγελματικά και τεχνικά ζητήματα. Τους Τούρκους διαδέχθηκαν μετά από χρόνια οι Σταυροφόροι και άλλοι πολλοί, ώσπου φτάνουμε στην Άλωση του 1453, κατά την οποία κατελήφθησε ολόκληρη η περιοχή του Πόντου από τους Τούρκους. Έκτοτε η κατάσταση ολοένα και χειροτερεύει για τους εκεί Έλληνες… Οι σφαγές, οι βιασμοί, οι λεηλασίες δεν έχουν τελειωμό. Άλλοτε τιμωρούνταν για τις ρίζες και άλλοτε για την πίστη τους. Πολλοί αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο είτε στην Ρωσία είτε στην Μολδοβλαχία. Άλλοι πάλι επιλέγουν τον δρόμο του Κρυπτοχριστιανισμού. Ασπάζονται δηλαδή επιφανειακά το Ισλάμ, συνεχίζουν όμως στα κρυφά να τηρούν τα ήθη, τα έθιμα και τα Μυστήρια του Χριστιανισμού. Χαρακτηριστική είναι η απογραφή του 1515, κατά την οποία μόνο το 10% του πληθυσμού ήταν μουσουλμάνοι, ενώ το 1583 το 24%. Δείτε το ακόλουθο βίντεο, που αποδεικνύει την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών μέχρι σήμερα:






Τα πράγματα έγιναν κάπως καλύτερα με την υπογραφή της Συνθήκης Χάτι Χουμαγιούν περί ανεξιθρησκίας, έπειτα από πιέσεις των Μ. Δυνάμεων. Έτσι δειλά-δειλά οι Πόντιοι αρχίζουν ξανά να ελπίζουν και να αναπτύσσονται σταδιακά. Σε μικρό χρονικό διάστημα ο Πόντος επιστρέφει στην παλιά του αίγλη και ανακηρύσσεται ξανά μεγάλη εμπορική δύναμη. Ανάπτυξη επήλθε και στα γράμματα και τις τέχνες, καθώς οι Πόντιοι συνήθιζαν να στέλνουν τα νέα παιδιά σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και έπειτα αυτά επέστρεφαν και με τις γνώσεις που είχαν αποκομίσει βοηθούσαν τον τόπο τους.

 Γνωστό είναι άλλωστε το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, που γνώρισε μεγάλη άνθηση. Ωστόσο, η ευμάρεια δεν κράτησε για πολύ… Αρχές 20ου αι. οι Τούρκοι εξαπολύουν ξανά διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, στοχεύοντας σε μία αμιγώς μουσουλμανική κοινότητα. Οι Πόντιοι με μπροστάρηδες τους Μητροπολίτες Χρύσανθο και Γερμανό Καραβαγγέλη οργανώνουν αντίσταση σε συνεργασία με Αρμενίους και Κούρδους.



Αποστολή Ελλήνων στα Τάγματα Εργασίας 


Δυστυχώς, προηγήθηκε η γενοκτονία των Αρμενίων και έπειτα ακολούθησαν και οι Πόντιοι… Ανηλεείς σφαγές, αποστολές σε τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρου), εξορίες, βιασμούς, αρπαγές και πολλά άλλα βασανιστήρια υπέστησαν.

 Το 1919 με την Συνθήκη του Νεϊγύ έφτασαν πολλοί στην Ελλάδα, μέσω της ανταλλαγής πληθυσμών.

 Το 1936 οι κομμουνιστές του Στάλιν ξεκίνησαν μια πολιτική εθνικής κάθαρσης στην Γεωργία σε βάρος των μικρών μειονοτήτων και ιδιαίτερα των Ελλήνων του Πόντου, οι οποίοι για να γλιτώσουν από τους Τούρκους είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις και τα χωριά τους. Άρχισαν έτσι συλλήψεις και εκτελέσεις, καταστράφηκαν ελληνικά σχολεία, ενώ εφημερίδες, εκδοτικοί οίκοι και θέατρα αναγκάστηκαν να κλείσουν. 

Την περίοδο 1937-1938 έγιναν εθνικές εκκαθαρίσεις των Ελλήνων στην περιοχή της Μαριούπολης. Όλοι οι άνδρες από 17 χρονών και πάνω δικάστηκαν και εξορίστηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας (Γκουλάγκ) με την κατηγορία ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Οι εκκαθαρίσεις αυτές επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές. 

Οι Πόντιοι είχαν την ίδια τύχη με τους Έλληνες της Μ. Ασίας, οι οποίοι και θα αποτελέσουν το θέμα του επόμενου άρθρου μας. Εγκαταλελειμμένοι από το ελληνικό κράτος και τις Μ. Δυνάμεις υπέστησαν μία από τις μεγαλύτερες σφαγές της ιστορίας και ακόμα να βρουν δικαίωση, μιας και η Γενοκτονία τους δεν έχει αναγνωριστεί ακόμα επίσημα, γεγονός για το οποία για άλλη μια φορά η Ελλάδα μένει απαθής. Και δεν μιλάμε φυσικά για τον απλό λαό, καθώς στις καρδιές των Ελλήνων οι Πόντιοι πάντα θα αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού και η μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν θα μείνει ζωντανή μέσα μας.





-----------------------------------------------------------------------------------------



Η Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά (ποντιακά: σου Μελά, από το όρος Μελά), είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.



Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.

Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους.



Η Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά

Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.

Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.

H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος Α΄ Kομνηνός (1332-1340).

Η Παναγία Σουμελά

Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».

Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄Σελήμ Α΄Μουράτ Γ΄Σελήμ Β΄Iμπραήμ A΄,Μωάμεθ Δ΄Σουλεϊμάν Β΄Μουσταφά Β΄Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.


Τοιχογραφία στη Μονή Σουμελά

H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.

Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.



Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού.

Τον Ιούνιο του 2010 το Τουρκικό Κράτος έδωσε άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τελεστεί στην ιστορική μονή η λειτουργία για την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου 2010, με την Τουρκία να προσδοκά τόσο στην έξωθεν καλή μαρτυρία για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών όσο και σε οικονομικά οφέλη από την αύξηση των τουριστών στην περιοχή τις ημέρες αυτές.  Στην απόφαση να ανοίξει η μονή για μία ημέρα διεκδικεί μερίδιο και η Ρωσική Εκκλησία. Αυτή ήταν η πρώτη φορά ύστερα από 88 έτη που το μοναστήρι λειτούργησε ξανά ως εκκλησία, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε μουσείο.

Η σύγχρονη μονή στη Βέροια

Η νέα Παναγία Σουμελά, στην Καστανιά Ημαθίας



Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».

H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:

Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»

Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

                  -----------------------------------------------------------

-Λιάνα Κανέλλη: για τις γενοκτονίες του Στάλιν στην ΕΣΣΔ


 008-2


Το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ τελείωσε. Η παλινόρθωση του Πατερούλη και η αναθεώρηση των μέχρι τώρα βασικών παραμέτρων είναι πλέον γεγονός. Και αυτό παρόλες τις ψύχραιμες φωνές που εγκαίρως είχαν επισημάνει τη βαρβαρότητα του σταλινισμού, ο οποίος εκτός των άλλων, είχε πραγματοποιήσει  ακόμα και «γενοκτονία κατά των Ποντίων» της πρώην ΕΣΣΔ, όπως χαρακτηρίζονται από τη Λιάνα Κανέλλη οι σταλινικές διώξεις. Γιατί, μια από τις ψύχραιμες φωνές ήταν αυτή της βουλευτού του ΚΚΕ Λιάνας Κανέλλη, η οποία στο Δ’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού, λέγοντας «τα πράγματα με τ’ όνομά τους» και όχι «με προσχήματα διπλωματικά», δήλωνε: «Και όταν μιλάμε για γενοκτονία των Ποντίων να αρχίσουμε να την φτάνουμε  και στη γενοκτονία που έχει γίνει  σε άλλες περιοχές, όπως στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Συγνώμη, αλλά και εκεί είχαμε μια μορφή γενοκτονίας με τον δικό της τρόπο. Χάθηκαν άνθρωποι και χάνονται ακόμη, αν συνεχίσουμε θα τους χάσουμε όλους. Παίρνω την ευθύνη και το βάρος αυτού του σχολιασμού…..» 

                                               ----------------------------------------


0001-1

Μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αποτελούν οι διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης που ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949, με τη μαζική και βίαιη μεταφορά της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία.

    Οι πολυάνθρωπες ελληνικές κοινότητες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, υπήρξαν καρπός της πανάρχαιας ελληνικής παρουσίας στον παρευξείνιο χώρο και της έντονης ρωσοτουρκικής αντιπαράθεσης, που καθόρισε και την τελική μορφή της περιοχής αυτής. Η οριστική διαμόρφωση της φυσιογνωμίας των ελληνικών κοινοτήτων συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν χιλιάδες πρόσφυγες από το Μικρασιατικό Πόντο κατακλύζουν τις ρωσικές περιοχές. Η άρνηση των κυβερνήσεων της Ελλάδας μετά το 1928, να επιτρέψουν την κάθοδο των προσφύγων αυτών -κάτι που ήταν επιβεβλημένο, εφόσον οι πρόσφυγες αυτοί καλύπτονταν από τη Συνθήκη της Λωζάνης- οδήγησε στον εγκλωβισμό τους στη σοβιετική επικράτεια.

     Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, ακολούθησαν και συμμετείχαν σε όλες τις φάσεις του πρωτότυπου σοβιετικού πειράματος. Απόλαυσαν τους καρπούς της  Νέας Οικονομικής Πολιτικής και της πολυπολιτισμικής αντίληψης που επικράτησε κατά την πρώτη περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης. Δημιούργησαν πλήρες δίκτυο ελληνικής παιδείας, θεατρικές ομάδες, εκδοτικούς οίκους, εξέδοσαν πλήθος ελληνικών εντύπων, συνέστησαν Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές στα πλαίσια του σοβιετικού διοικητικού συστήματος και ανέπτυξαν μιαν ιδιαίτερη ελληνική γραμματεία και έναν αυτόνομο ελληνικό λόγο. Υπέστησαν όμως  με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες της βίαιης κολεκτιβοποίησης και, στη συνέχεια, της εκρωσιστικής, αφομοιωτικής πολιτικής του σταλινισμού.

     Σημείο καμπής για την αλλαγή της εσωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης, υπήρξαν οι Δίκες της Μόσχας, το συμβολικό μήνυμα των οποίων ήταν ότι, ο μοναδικός και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της αχανούς κομμουνιστικής Αυτοκρατορίας ήταν πλέον ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Η αντίστροφη μέτρηση για τις μικρές εθνότητες, αλλά και για όση κοινωνική και πολιτική αντιπολίτευση είχε απομείνει, είχε αρχίσει! Ο ακαδημαϊκός Θεοχάρης Κεσσίδης υποστηρίζει ότι στο βαθμό που εδραιωνόταν το διοικητικό-γραφειοκρατικό σύστημα που βρήκε την έκφρασή του στην προσωπολατρεία του Στάλιν, καθώς και στις παραβιάσεις της νομιμότητας και τους άγριους διωγμούς που απλώθηκαν σ’ όλη τη χώρα, έφτασε η ώρα για την πολιτιστική γενοκτονία μερικών μικρών λαών, μαζί και των Ελλήνων της ΕΣΣΔ.

     Οι μαζικές διώξεις εντάθηκαν μετά το Σεπτέμβριο του 1936, όταν σε τηλεγράφημα με τις υπογραφές του Στάλιν και του Ζντάνοφ προς τον Καγκανόβιτς και τον Μολότοφ διατυπώθηκε η κατηγορία κατά της μυστικής αστυνομίας NKVD, ότι καθυστέρησε τέσσερα χρόνια στην εξαπόλυση μαζικών διωγμών και υποδείχτηκε η σύντομη αναπλήρωση του χαμένου χρόνου. Οι προαναφερόμενοι ηγέτες ζητούσαν την εξόντωση των «εχθρών του λαού» και την κατάσχεση των περιουσιών τους. Άρχισαν έτσι οι μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις κάτω από το σύνθημα της πάλης κατά των τροτσκιστών. Μόνο στο στρατό συνελήφθησαν 20.000 περίπου αξιωματικοί, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο 25% του σώματος. Τα αναρίθμητα κενά που άφησαν οι εκκαθαρίσεις συμπληρώθηκαν από τη νέα «διανόηση» των αφοσιωμένων στον Στάλιν.

     Το 1937 χαρακτηρίζεται από την πλήρη εκκαθάριση των εσωκομματικών αντιπάλων του Στάλιν. Τον Ιούνιο δικάστηκε μυστικά ο στρατάρχης Τσουχατσέφσκι και μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών του Κόκκινου Στρατού. Το κατηγορητήριο διαμορφώθηκε από τον Γιάκοντα και τον Γιέζοφ, τους αρχηγούς της μυστικής αστυνομίας. Η βασικές κατηγορίες ήταν: απόπειρα δολοφονίας του Στάλιν και πρόθεση καταστροφής της στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης της χώρας με στόχο την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Ολοι κατηγορήθηκαν ότι απ’τις αρχές της επανάστασης εργάζονταν στις υπηρεσίες κατασκοπείας της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και της Γερμανίας και ότι είχαν έρθει σε μυστικές συμφωνίες με τους ναζί για το διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ομολογίες αποσπάστηκαν από τους κατηγορούμενους με βασανιστήρια. Στην απόφαση που τους καταδίκασε σε θάνατο με τουφεκισμό αναφέρεται ότι «… εκρίθησαν ένοχοι προδοσίας κατά της πατρίδος».

     Την περίοδο αυτή είχαν αρχίσει να επικρατούν και εθνικά κριτήρια στις διώξεις. Η αρχή έγινε με τους Κορεάτες της Άπω Ανατολής, που εκτοπίστηκαν από το Ντάλνι Βοστόκ στα εδάφη της Κεντρικής Ασίας. Η επίσημη κατηγορία ήταν ότι ολόκληρη η κορεάτικη εθνότητα της ΕΣΣΔ ήταν κατάσκοπος των Γιαπωνέζων. Ολόκληρος ο πληθυσμός, ακόμα και τα μέλη του κόμματος εκτοπίστηκαν.

Οι διώξεις του ’37-’38

     Το κλίμα άρχισε να βαραίνει και πάνω από τους Έλληνες. Στην απογραφή του 1937 καταγράφηκαν 268.889 άτομα. Το πραγματικό όμως μέγεθος της ελληνικής μειονότητα ήταν αρκετά μεγαλύτερο και πιθανότητα πλησίαζε τις 450.000. Από αυτούς το ένα τρίτο περίπου είχε την ελληνική υπηκοότητα.

     Με την έναρξη των διώξεων, ολόκληρη η ελληνική ηγεσία και μαζί της και η πλειονότητα των ενηλίκων Ελλήνων συνελήφθη και εξοντώθηκε. Πραγματοποιήθηκαν τέσσερα διαδοχικά κύματα μαζικών διώξεων, τα οποία ξεκίνησαν στις παρακάτω ημερομηνίες: 30 Οκτωβρίου 1937, 8 Φεβρουαρίου 1938, 29 Ιουλίου 1938 και 26 Φεβρουαρίου 1939. Στην πρώτη περίοδο των διώξεων οι μαζικές συλλήψεις των Ελλήνων κορυφώθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 1937 και συνεχίστηκαν έως το τέλος Φεβρουαρίου 1938.

     Για να αντιμετωπίσει η μυστική αστυνομία τον τεράστιο όγκο των περιπτώσεων, της παραχωρείται επίσημα το δικαίωμα από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ(μπ.) να βασανίζει τους υπόπτους. Της παραχωρήθηκε επίσης το δικαίωμα να συλλαμβάνει ως ομήρους τους συγγενείς των κατηγορουμένων. Υπεύθυνη υπηρεσία για όλα αυτά ήταν μια ειδική επιτροπή της NKVD, η OSSO. Η υπηρεσία αυτή έφερε την ευθύνη για τις εκτοπίσεις των οικογενειών, όσων είχαν καταδικαστεί με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα. Συνήθως τα μέλη της οικογένειας ενός «προδότη της πατρίδας»εκτοπίζονταν για πέντε χρόνια και καταγράφονταν στα μητρώα ως TCHIR, με την ένδειξη «μέλος οικογένειας προδότη της πατρίδας». Δεν είχαν δικαίωμα να κατέχουν το εσωτερικό διαβατήριο και αντ’ αυτού είχαν ένα βιβλιάριο, στο οποίο αναγράφονταν οι ημερομηνίες ελέγχου τους από τα όργανα της μυστικής αστυνομίας, δύο φορές το μήνα.

     Το 1937 εκδόθηκε διαταγή, η οποία επέτρεπε τη σύλληψη παιδιών ως 12 ετών και την καταδίκη τους, ακόμα και με τις βαρύτερες ποινές. Αυτή η διαταγή διευκόλυνε την εξόντωση των παιδιών των «εχθρών του λαού». Τα παιδιά των συλληφθέντων οδηγούνταν σε ορφανοτροφεία. Αναγκάζονταν να αλλάξουν το όνομά τους, αρνούμενα έτσι τους κατάδικους γονείς τους. Αν δε δέχονταν την αλλαγή του ονόματος, τα κακομεταχειρίζονταν και τα περνούσαν από δίκη, σαν «παιδιά εχθρών του λαού» ή σαν «συγγενείς εχθρών του λαού». Ανήλικοι βασανίστηκαν σκληρά για υποτιθέμενη συμμετοχή τους σε συνωμοσίες. Υπήρχαν περιπτώσεις ανηλίκων, 16-17 χρόνων, που δικάστηκαν και εκτελέστηκαν. Ορισμένες φορές, ενώ η ποινή ήταν 2-3 χρόνια φυλάκιση, τελικά παρέμειναν έγκλειστοι για 15-20 χρόνια.

     Οι διώξεις κατά των Ελλήνων του Πόντου πραγματοποιήθηκαν με εθνικά κριτήρια. Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό εκκαθαρίστηκαν. Δεν εξαιρέθηκαν από τις διώξεις ούτε τα μέλη του κόμματος. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν με την κατηγορία του «εχθρού του λαού» ή εξορίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Τα κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων ήταν ότι υποστήριζαν πολιτικά το «τροτσκιστικο-μπουχαρινικό κέντρο» και ότι συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις, με στόχο «την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στα νότια παράλια της Ρωσίας». Οι ομολογίες αποσπάστηκαν με φρικτά βασανιστήρια. Η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς, δίνει τη πληροφορία ότι ομάδα Ελλήνων φοιτητών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που έδρευε στο Σοχούμι της Αμπχαζίας, συνελήφθη με την κατηγορία των «αντεπαναστατικών στοιχείων» για «τροτσκιστικο-μπουχαρινική δράση». Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής διανόησης, ακόμα και τα μέλη του κόμματος, εξοντώθηκαν.

     Τον Αύγουστο του 1938, δίχως να έχει προηγηθεί δημόσια ανακοίνωση, έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία, τα οποία ανέρχονταν σε 104. Η διδασκαλία άρχισε να γίνεται κυρίως στη ρωσική γλώσσα, αλλά αρκετές φορές στη γλώσσα της Δημοκρατίας στην οποία ζούσαν. Τα ελληνικά σχολεία των χωριών της Αμπχαζίας μετατράπηκαν, κατά την  πρώτη περίοδο, κυρίως σε γεωργιανά. Παράλληλα άλλαξε και η ονομασία των σχολείων. Έτσι για παράδειγμα, το Ελληνικό Σχολείο στο Βατούμι μετονομάστηκε 8ο Σχολείο. Η διδασκαλία γινόταν μόνο στη ρωσική, ενώ η σύνθεση των μαθητών ήταν πλέον πολυεθνική.Μερικά από τα ελληνικά εκπαιδευτήρια άλλαξαν χρήση. Αυτό συνέβη με το Ελληνικό Παιδαγωγικό Τέχνικουμ του Σοχούμι, μέρος του οποίου παραχωρήθηκε αργότερα για κατοικία στην Αμπχαζία ηθοποιό Αικατερίνα Ζαχάριεβνα Σακιρμπάϊ. Το ελληνικό σχολείο του χωριού Καμπαρντίνκα παραχωρήθηκε στην αστυνομία και στέγασε τις υπηρεσίες της. Το ελληνικό δεκατάξιο σχολείο του ίδιου χωριού μετατράπηκε σε ρωσικό.

     Με τον ίδιο τρόπο, σταμάτησε η έκδοση των ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών, ενώ έκλεισαν και οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι. Τα τυπογραφεία καταστράφηκαν. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος καταστροφής του εκδοτικού οίκου «Κολεκτιβιστής». Τα τυπογραφικά στοιχεία του πετάχτηκαν στην Αζοφική Θάλασσα συμβολικά, «ώστε να μην ξανατυπωθεί στη Ρωσία ελληνικό βιβλίο». Έκλεισαν επίσης και οι ελληνικές θεατρικές σκηνές. Kαταστράφηκαν σκόπιμα τα περισσότερα στοιχεία της πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων. Πολλοί Έλληνες, επίσης, από φόβο, κατέστρεψαν μόνοι τους πολλά στοιχεία, ένα μέρος των οποίων αφορούσε στην ίδια τη θεατρική παραγωγή.Αντίστοιχη ήταν και η τύχη των ελληνικών εκκλησιών. Οι ιερείς ήταν από τους πρώτους που συνελήφθησαν. Αρκετοί από αυτούς εξαναγκάστηκαν να ποδοπατήσουν τις εικόνες. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο ιερέας Βασίλειος Τρανταφυλλίδης, που εγκαταστάθηκε ως πρόσφυγας στη Θεοδόσια της Κριμαίας το 1922. Το 1937 συνελήφθη και υποχρεώθηκε από τα όργανα του σταλινικού καθεστώτος να ποδοπατήσει μια εικόνα που είχαν πετάξει κάτω. Αυτός αρνήθηκε, λέγοντας «Εγώ εικόνας ‘κι πατώ». Την τελευταία του πνοή ο ιερέας Τριανταφυλλίδης την άφησε το 1939, εξορισμένος κάπου στα Ουράλια.

     Οι εκκλησίες άλλαξαν χρήση. Η μεγάλη ελληνική εκκλησία στο Σοχούμι μετατράπηκε σε κοινόβιο μαθητών. Η μητρόπολη του Γελεντζίκ έγινε αποθήκη σιτηρών και στο τέλος στέγασε την Κomsomol.  Η εκκλησία του χωριού Ντάκγβα ανατινάχτηκε. Το ίδιο έγινε και με την εκκλησία του χωριού Μερτσάν στην Ελληνική Περιοχή. Στη θέση της χτίστηκε σχολείο. Η εκκλησία του χωριού Αχαλσιόν μετατράπηκε και αυτή σε αποθήκη σιτηρών, ενώ ο ιερέας και ο ψάλτης συνελήφθησαν και στάλθηκαν στη Σιβηρία. Το ίδιο συνέβη και με την εκκλησία της Καμπαρτίνκα στην περιοχή Κρασνοντάρ, όπου πολλές εικόνες σώθηκαν, γιατί μια Ελληνίδα, καθαρίστρια στην κοινότητα του χωριού, άκουσε τα σχέδια για την κατεδάφισή της. Πρόλαβαν οι κάτοικοι και πήραν τις καλύτερες εικόνες στα σπίτια τους, φυλλάσσοντάς τες με κίνδυνο της ζωής τους. H εκκλησία του Αγ. Ιωάννου στο χωριό Κούμα μετατράπηκε σε στάβλο. Παρόμοια ήταν η τυχή των περισσότερων ελληνικών εκκλησιών. Οι εικόνες και τα εκκλησιαστικά σκεύη καταστράφηκαν, εκτός από ελάχιστα που σώθηκαν από πολίτες.

     Οι καταστάσεις των υποψήφιων συλληφθέντων συντάσσονταν στα κομματικά γραφεία των οργανώσεων των περιοχών. Τα κριτήρια επιλογής σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τα προσωπικά αισθήματα των υπεύθυνων κομματικών. Στους καταλόγους περιλαμβάνονταν όσοι στα παλιότερα χρόνια εξασκούσαν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα και οι πλέον ευκατάστατοι. Επίσης, ανάμεσα στους πρώτους συλληφθέντες ήταν όσοι εξακολουθούσαν να έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Άλλο κριτήριο αποτελούσε και η πιθανή αλληλογραφία με συγγενείς στην Ελλάδα. Το «αδίκημα» της αλληλογραφίας με άτομα που ζούσαν σε καπιταλιστική χώρα, οδήγησε πολλούς Έλληνες στο να απαγορεύσουν στην οικογένειά τους να στέλνει ή να δέχεται γράμματα από την Ελλάδα. Ο αριθμός των προσώπων που θα έπρεπε να περιλαμβάνει η κατάσταση οριζόταν από τις περιφερειακές οργανώσεις. Η συνολική διαδικασία άγγιζε τα όρια του παραλόγου, εφόσον οι κεντρικές υπηρεσίες έδιναν μόνο τον αριθμό αυτών που θα έπρεπε να συλληφθούν: «… έπαιρναν ένα τηλεγράφημα που έγραφε: 500 άτομα, δίχως να έχει ονόματα. Ο αριθμός αυτός μοιραζόταν. Έχουμε 20 ραγιόνια, άρα αντιστοιχούν 25 άτομα σε κάθε ραγιόνι. Άλλες φορές έρχονταν τηλεγράφημα για 100 άτομα. Το έστελναν στο σοβιέτ. Εκείνοι με τον αστυνομικό, συνολικά πέντε άτομα, έλεγαν ποιον θα δώσουν, εκείνον, εκείνον, εκείνον! Τους συγγενείς τους δεν τους πείραζαν. Στον κατάλογο δεν έβαζαν γέρους, αλλά μόνο ανθρώπους που μπορούσαν να δουλεύουν«. Για όσους τελικά συμπεριλάμβαναν στην κατάσταση, εφεύρισκαν διάφορες κατηγορίες, όπως«έβρισε τον Στάλιν» ή «ανατίναξε ένα γεφύρι» ή «έκανε σαμποτάζ σε εργοστάσιο»ή «συμμετείχε σε εθνικιστική ομάδα» κ.λπ.Τις συλλήψεις τις έκαναν βράδυ. Ο λαός είχε ονομάσει το μαύρο αυτοκίνητο της μυστικής αστυνομίας «μαύρο κοράκι»και τους πράκτορες της μυστικής αστυνομίας «μουσαφιρέους».

     Από το 1934, ένα τριμελές ειδικό συμβούλιο της NKVD είχε τη δικαιοδοσία να συλλαμβάνει, να ανακρίνει, να δικάζει, να καταδικάζει και να επιβάλλει ποινές. Το ειδικό αυτό συμβούλιο συνεδρίαζε μυστικά δίχως την παρουσία του κατηγορουμένου και την ύπαρξη δικηγόρου. Η απόφαση της Ειδικής Σύσκεψης, όπως αποκαλείται η συνεδρίαση του τριμελούς συμβουλίου, ήταν αμετάκλητη και δεν επιδεχόταν έφεση. Οι περισσότεροι δικάζονταν σύμφωνα με το άρθρο 58 του ποινικού κώδικα. Ο ποινικός κώδικας του 1926 έκανε διάκριση μεταξύ των κοινώνεγκλημάτων και των «αντιεπανα­στατικών», τα οποία τιμωρούσε πολύ αυστηρότερα: «Όποιος ήταν φυλακισμένος με το άρθρο 58 του ποι­νικού κώδικα δεν είχε κανένα δικαίωμα. Κι αν πέθαινες και αν σε σκότωναν δεν έδιναν λογαριασμό σε κανένα«.Το άρθρο 58 του Ποινικού Κώδικα της ΕΣΣΔ, που αποτελούνταν από δεκατέσσερα αρθρίδια, αναφερόταν σε «εγκλή­ματα κατά του κράτους». Ο Ποινικός Κώδικας κατασκευάστηκε σαν «ταξικό όπλο» κατά του οιουδήποτε ήταν ακόμη και ελάχιστα ύποπτος για το σοβιετικό καθεστώς. Με βάση αυτόν τον Ποινικό Κώδικα όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι κατηγορούνταν για ποινικά αδικήματα. Για παράδειγμα το 58-9 ήταν το «στρατιωτικό σαμποτάζ», το 58-10-11 σήμαινε «στοιχείο βλαβερό για την κοινωνία». Η παράγραφος β’ του άρθρου 1 του άρθρου 58 (58 1-β) αναφερόταν στο αδίκημα της «προδοσίας της Πατρίδας». Σύμφωνα με αυτήν, οι πράξεις που συντελούσαν στη μείωση της στρατιωτικής ισχύος της ΕΣΣΔ τιμωρούνταν με τουφεκισμό. Το αρθρίδιο 11 αναφερόταν σε δράση προετοιμασμένη από κάποια οργάνωση και στη σύσταση συμμορίας για την τέλεση αδικήματος Συνήθως το αρθρίδιο 11 συμπλήρωνε τις βασικές κατηγορίες του άρθρου 1. Το άρθρο 58 χρησιμοποιήθηκε για όλες τις περιπτώσεις εξόντωσης των εσωκομματικών αντιπάλων της κυρίαρχης ομάδας στο Κομμουνιστικό Κόμμα.

     Στις καταδικαστικές αποφάσεις υπήρχαν χαρακτηρισμοί σε κωδικοποιημένη μορφή, όπως «Κοινωνικά επιβλαβές στοιχείο» ή   «Κοινωνικά επικίνδυνο στοιχείο» ή «Αντεπαναστατική προπαγάνδα» ή «Αντισοσιαλιστική προπαγάνδα» ή «Προδοσία πατρίδας» ή «Αντε­παναστατική δράση» ή «Τρομοκρατική δράση» ή «Υποψία κατασκοπείας» κ.λπ.. Με τον τελευταίο καταδικάζονταν όσοι είχαν ζήσει κάποτε στο εξωτερικό ή είχαν συγγενείς και διατηρούσαν μαζί τους αλληλογραφία. Ειδικά για πολλούς Έλληνες, η αλληλογραφία που διατηρούσαν με συγγενείς τους στην Ελλάδα, στάθηκε ο κύριος λόγος της σύλληψής τους. Συνελάμβαναν ακόμα και συλλέκτες γραμματοσήμων, οι οποίοι αλληλογραφούσαν με την Ελλάδα για τις ανάγκες της συλλογής τους. Μερικές διατάξεις του κώδικα του 1926 νομιμοπ­οιούσαν τη σύλληψη και την καταδίκη ανθρώπων που δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα. Πολλές φορές, πλάι στον χαρακτηρισμό, έμπαινε η επιπλέον ένδειξη «Τροτσκιστής». Απ’ ότι γνωρίζουμε, για την πλειονότητα των συλληφθέντων Ελλήνων στην Αμπχαζία χρησιμοποιήθηκε αυτή η κατηγορία.

Η εξόντωση της ελληνικής ηγεσίας

      Oι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία, όπου υπήρχε μια σημαντική Αυτόνομη Ελληνική Περιοχή. Η Ελληνική Περιοχή εξακολουθούσε να υπάρχει τυπικά μέχρι την άνοιξη του 1938, οπότε αποφασίστηκε η πλήρης κατάργησή της και επανασυστάθηκε η Περιοχή Κριμσκ (Κρίμσκι Ραγιόν) και εδραιώθηκε η απόλυτη κυριαρχία των Κοζάκων. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Έλληνες άνδρες από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα. Οι επιζώντες θυμούνται έντονα τις σκηνές των συλλήψεων και των πορειών των συλληφθέντων με τη συνοδεία έφιππων αστυνομικών.[40] Οι  αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και κατείσχαν τα πάντα, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Ελλάδα. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιφέρειας του Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι μεγαλύτερες συλλήψεις, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και κατέφευγαν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλθηκε στην Ελληνική Περιοχή ήταν ότι οι κάτοικοί της ανήκαν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις, που στόχευαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στη δημιουργία ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία. Τα στοιχεία των περισσότερων από τα 77 μέλη μιας από τις ομάδες που συνελήφθησαν, έχουν έρθει ήδη στο φως. Όλοι κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο, εκτός από δύο οι οποίοι καταδικάστηκαν σε δεκαετή κάθειρξη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. H κατηγορία ήταν ότι ίδρυσαν μια«Ελληνική, αντεπαναστατική, εθνικιστική, αποσχιστική, τρομοκρατική, κατασκοπευτική οργάνωση«. Οι ηγέτες της Ελληνικής Περιοχής δεν ανήκαν στη συγκεκριμένη ομάδα αλλά σε κάποια άλλη με τους ίδιους στόχους, όπως φαίνεται από τα ντοκουμέντα αποκατάστασης που δόθηκαν πολύ αργότερα στις οικογένειές τους. Οι συλληφθέντες βασανίζονταν για να ομολογήσουν τη συμμετοχή τους. Οι καταθέσεις που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια ήταν ένα σύνολο ομολογιών και κατηγοριών κατά των άλλων συγκρατουμένων. Όλοι ομολόγησαν ότι με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να σαμποτάρουν και να διαλύσουν το σοβιετικό κράτος και ότι επιθυμούσαν την ίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία.Με τον ίδιο τρόπο καταστράφηκαν και οι ολιγομελείς ελληνικές κοινότητες της Κεντρικής Ασίας, απ’ όπου συνέλαβαν σχεδόν όλους τους άνδρες.

     Η πρακτική των προληπτικών συλλήψεων, δίχως να υπάρχει συγκεκριμένη δράση κατά του κράτους, έβρισκε την τεκμηρίωσή της από σταλινικούς νομομαθείς. Ένας από αυτούς, ο Α. Piontkowsky, αναφέρει: «…είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται αναγκαστικά μέτρα σε άτομα που δεν έχουν διαπράξει έγκλημα, αλλά που για τον ένα ή άλλο λόγο, όπως την προηγούμενη δράση τους ή τους δεσμούς τους με κάποιο εγκληματικό περιβάλλον, είναι κοινωνικά επικίνδυνα«.Οι συνέπειες αυτής της άποψης ήταν εξαιρετικά οδυνηρές για τον ελληνικό πληθυσμό. Ένα ποντιακό τραγούδι εκείνης της περιόδου περιγράφει την εφαρμογή της συγκεκριμένης άποψης:

                   Στείλνε σε και την παβέσκα
                   προσκαλούνε σε.
                   Πας λες τα παράπονα σ’,
                   ατοίν ‘κι ακούνε σε.
                   Στείλνε σε σην εξορίαν
                   σο Σιμπήρ μακρά
                   ορφανίουνταν οι γυναίκ’ς,
                   τα μικρά».

     Με εντολή του γενικού εισαγγελέα της ΕΣΣΔ Βισίνσκι οι θανατικές καταδίκες συμπληρώνονταν με την υπόδειξη: «Με κατάσχεση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων». Έτσι άνοιξαν πολλά κρατικά καταστήματα, στα οποία πωλούνταν τα υπάρχοντα των καταδικασμένων.Συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ακόμα και επιστήμονες που ήταν αναγκαίοι στη στρατιωτική έρευνα, όπως ο Έλληνας Κ. Τσελπάν, ο οποίος είχε σχεδιάσει την περίφημη μηχανή του τανκ Τ-34.

    Οι συλληφθέντες βασανίζονταν σκληρά για να δεχτούν να υπογράψουν την κατηγορία που τους βάραινε. Άλλους τους κατηγορούσαν ότι έβρισαν τον Στάλιν, άλλους ότι έκαναν κάποιο σαμποτάζ, ότι επιδείκνυαν αντισοβιετική συμπεριφορά ή ότι ήταν μέλη αντισοβιετικής οργάνωσης που είχε ως στόχο την ανατροπή της σοβιετικής κυβέρνησης.Τα βασανιστήρια περιελάμβαναν σωματική και ψυχική βία.Στα «πιστο­ποιητικά αποκατάστασης» που εκδόθηκαν μετά το 1956, όσοι εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις αποκαταστάθηκαν και οι κατηγορίες ακυρώθηκαν.Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες όσων επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: «Πρώτα συνέλαβαν τους Έλληνες Πόντιους κομμουνιστές. Τους έβαζαν τα χέρια στη μέγγενη και τους έλεγαν: εσείς κάνετε τους κομμουνιστές για να δίνετε μυστικά στην Ελλάδα… Εμένα μόλις με έπιασαν, με πήγαν στη φυλακή του Κρασνοντάρ. Μου ζητούσαν να υπογράψω ότι ανατίναξα το γεφύρι στο Ταγκανρόκ. Εγώ δεν ήξερα ούτε που βρισκόταν αυτό… Το πόσο ξύλο έφαγα να υπογράψω ότι χάλασα το γεφύρι δε λέγεται. Με έβαλαν γυμνό σε μια μικρή κάμαρα να στέκω όρθιος. Οι τοίχοι γύρω ήταν γεμάτοι καρφιά. Δεν μπορούσες να ακουμπήσεις πουθενά. Έριχναν κρύο νερό πάνω μου. Πρήστηκα. Με έβγαλαν έξω να υπογράψω. Εγώ δεν υπόγραφα. Τότε άρχιζε το ξύλο… Με χτύπαγε ο ένας και μετά με πέταγε στον άλλο. Τα ίδια και αυτός, μέχρι που σωριαζόμουνα κάτω…». 

     Γενικά, οι Έλληνες που θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στην ηγεσία της μειονότητας συνελήφθησαν ξαφνικά, χωρίς να ενημερωθούν οι συγγενείς τους γι’ αυτό. Οι συλληφθέντες δεν προσπαθούσαν να αποφύγουν τη σύλληψη. Η αιτία της παθητικής τους συμπεριφοράς ήταν ότι τα θύματα δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το μηχανισμό των συλλήψεων, εφ’ όσον ήταν πιστοί στο κόμμα. Συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι ήταν δραστήρια μέλη αντεπαναστατικής κεφαλαιοκρατικής εθνικιστικής ομάδας, και κατά συνέπεια «εχθροί του λαού.’ Έτσι, όλους όσους δούλευαν στο τυπογραφείο του «Κομμου­νιστή» τους εμφάνισαν σαν ελληνική εθνικιστική ομάδα με επικεφαλής τον Χριστόφορο Κατσάλοφ, η οποία δρούσε εναντίον του σοβιετικού κράτους. Τους κατηγόρησαν ότι είχαν σχέσεις με τους Ιταλούς, τους Γιαπωνέζους και τους Γερμανούς κατασκόπους. Ότι χρησιμοποιούσαν το τυπογραφείο για να εξυπηρετούν αντεπαναστατικούς σκοπούς. Στις προσπάθειες των συγγενών τους να ενημερωθούν για την τύχη των προσφιλών τους προσώπων συναντούσαν την αδιαφορία των αρμοδίων. Ήταν αδύνατον να πληροφορηθούν οτιδήποτε για την τύχη των συλληφθέντων. Μόνο με την αποσταλινοποίηση δόθηκαν κάποιες πληροφορίες, οι οποίες τις περισσότερες φορές ήταν ανακριβείς. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της εκτέλεσης του συλληφθέντος αμέσως μετά τη σύλληψη, πληροφορούσαν την οικογένειά του ότι πέθανε από φυσικά αίτια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

     Η σύλληψη και η εκτέλεση ή η καταδίκη σε πολύχρονη κάθειρξη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν αρκετή στο καθεστώς. Οι οικογένειες των καταδικασμένων χαρακτηρίζονταν, ως «οικογένειες του εχθρού του λαού», με αποτέλεσμα να υφίσταται διώξεις, όπως απόλυση από την εργασία, συλλήψεις και καταδίκες για ασήμαντους λόγους.Την ίδια περίοδο εξοντώθηκε και ο Δ. Σακαρέλλος, ο οποίος είχε διατελέσει διευθυντής της εφημερίδας Σπάρτακος, που εκδιδόταν στο Νοβοροσίσκ στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Ο Σακαρέλλος είχε αναλάβει, επίσης, επικεφαλής του ελληνικού δελτίου ειδήσεων στο ραδιοσταθμό της Μόσχας. Αργότερα είχε συμμετάσχει ως εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και εξαφανίστηκε με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις.Την περίοδο αυτή εξοντώθηκαν οι περισσότεροι από τους Ελλαδικούς κομμουνιστές, που είχαν καταφύγει για ιδεολογικούς λόγους στη Σοβιετική Ένωση.

     Ακόμα και ασήμαντοι λόγοι χρησιμοποιούνταν για την καταδίκη κάποιου. Η Β. Μουρατίδου περιγράφει τη σύλληψη ενός Ρώσου, ο οποίος περίμενε τον Έλληνα φίλο του που είχε πάει στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας για ανανέωση των διαβατηρίων της οικογένειάς του. Ο Ρώσος συνελήφθη, και με την κατηγορία της κατασκοπείας καταδικάστηκε και εξορίστηκε στη Σιβηρία. Ένας Έλληνας γιατρός, ο Αλεξανδρόπουλος, καταδικάστηκε με την κατηγορία ότι είχε αποκαλύψει στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες ένα μικρό ψάρι, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την εξάλειψη των κουνουπιών σε περιοχές με έλη. Αυτό πoυ είχε συμβεί είναι ότι απλά είχε γράψει γι’ αυτό σε γράμμα που έστειλε στους συγγενείς του.

     Είναι πιθανόν, κάποιες συζητήσεις στους κόλπους της ελληνικής διανόησης, που σχετίζονταν με την ύπαρξη ελληνικών αυτονομιών (Ελληνικές Περιοχές), να ερμηνεύτηκαν από τις σταλινικές αρχές ως σχέδιο συνομωσίας με στόχο τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν αποκλείεται, οι συζητήσεις μεταξύ των Ελλήνων στα πλαίσια της όξυνσης των σχέσεων μεταξύ των εθνοτήτων, να είχε οδηγήσει και στη διατύπωση απόψεων που υπερέβαιναν τα διοικητικά όρια του σοβιετικού συστήματος μεσα στα οποία είχαν θεσμοθετηθεί οι ελληνικές αυτονομίες. Είναι όμως απίθανο οι σκέψεις αυτές να έπαψαν να έχουν περιθωριακό χαρακτήρα. Πάντως η ομάδα του «Κολεκτιβιστή» στη Μαριούπολη εξοντώθηκε με αυτή την κατηγορία. Η κατηγορία με την οποία καταδικάστηκε σε 10ετή καταναγκαστικά έργα ο Α. Δημητρίου ήταν ότι ήταν μέλος παράνομης οργάνωσης, η οποία προετοίμαζε την ανατροπή της Σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση στις νότιες περιοχές της χώρας μιας Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Δημητρίου πέθανε το 1938 στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δουλεύοντας στα ορυχεία ουρανίου της Σιβηρίας.
Παρόμοια ήταν και η τύχη του μεγάλου Έλληνα Μαριουπολίτη ποιητή Γιώργου Κοστοπραφ. Oι Έλληνες θρήνησαν:

                   Θε’μ’ το μιρ έκρυψες αφκακές σα λιθάρια
                   Ερούξαν και αραεύ’ ατό όλα τα παληκάρια.
                   Σ’ Ουκρανίας τα στέπια είναι πολλά ταφία,
                   ανοίξτε και τερέστε ‘τα, όλα νέϊκα παιδία.

     Στην Αμπχαζία οι συλλήψεις ξεκίνησαν αμέσως μετά τον εορτασμό των 15 χρόνων από τη δημιουργία της αυτόνομης δημοκρατίας. Είχε προηγηθεί το Δεκέμβριο του ’36 η δολοφονία του προέδρου της Αμπχαζίας Νέστορα Λακόπα του Απόλλωνα. Ο Λακόπα ήταν φιλελεύθερος και φιλέλληνας. Από πολλά χρόνια βρισκόταν σε σύγκρουση με τον Λ. Μπέρια. Η σύγκρουση των δύο ανδρών αντανακλά την σύγκρουση των εθνικών ομάδων στην Αμπχαζία, εφ’ όσον ο Λακόπα ήταν Αμπχάζιος και ο Μπέρια Γεωργιανός, της ομάδας των Μιγγρέλων. H κατάργηση της αυτονομίας της Αμπχαζίας ήταν ένας από τους στόχους της ομάδας Μπέρια και μεθοδεύτηκε με τον εξής τρόπο: καταργήθηκε το καθεστώς σοσιαλιστικής δημοκρατίας και τέθηκε στους κατοίκους της Αμπχαζίας το δίλημμα αν θα ενσωματωθεί η περιοχή τους στην περιφέρεια Κρασνοντάρ της Ρωσίας ή θα εισέλθει στη Γεωργία με αυτόνομο καθεστώς. Επελέγη η δεύτερη λύση, η οποία θεωρήθηκε ως η λιγότερο κακή. Το επόμενο βήμα ήταν η απόπομπή του Λακόπα από την ηγεσία. Ένας βοηθός του Μπέρια, ο Μαμούλοφ, ομολόγησε αργότερα ότι ένας από τους λόγους που ο Μπέρια είχε διαφωνήσει με τον Λακόπα, ήταν η προώθηση στελεχών από εθνότητες, όπως οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.

     Μετά το θάνατο του Λακόπα άνοιξε ο δρόμος για την ανοιχτή εξόντωση των ανεπιθύμητων εθνοτήτων. Σε σύσκεψη καθοδηγητικών στελεχών δόθηκε εντολή στα στελέχη της NKVD να παρακολουθούν τους ελληνικής καταγωγής πολίτες. Η μυστική αστυνομία διαβεβαιώθηκε ότι ήταν καλυμμένη για οποιαδήποτε παράνομη πράξη εις βάρος των Ελλήνων. Έτσι, απαγορεύτηκε κατηγορηματικά η πρόσληψή τους σε υπεύθυνες θέσεις. Σε μεγάλο ποσοστό Ελλήνων αφαιρέθηκαν τα σοβιετικά διαβατήρια και στη θέση τους δόθηκανταυτότητες ατόμων απροσδιόριστης υπηκοότητας. Οι αρχές δε δέχονταν αιτήσεις Ελλήνων για απόκτηση της σοβιετικής υπηκοότητας. Ετσι άρχισαν οι μαζικές συλλήψεις και εκτελέσεις.

Τον Aύγουστο του 1937 απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες κατά της προηγούμενης ηγεσίας της Αμπχαζίας. Μεταξύ των πρώτων που συνελήφθησαν ως «εχθροί του λαού», ήταν οι Έλληνες που κατείχαν κυβερνητικές θέσεις. Με την κατηγορία ότι συνομώτησαν να δολοφονήσουν το Στάλιν, συνελήφθησαν οι ακόλουθοι: Ο Κ. Σεμερτζίεφ, μέλος του ΚΚΣΕ, ο Φ. Αναστασιάδης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Γεωργίας, ο Νικόλας Δελαβέρης, απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, οργανωτής και καθηγητής του πρώτου πανεπιστημίου της Αμπχαζίας, ο Κ. Παρωτίδης, υπουργός Εμπορίου της δημοκρατίας αυτής, ο Ι. Σεμερτζίεφ, υπουργός Υγείας κ.α. Ο γενικός γραμματέας της Αμπχαζίας Ν. Λακόπα και μαζί του οι Μ. Τσαλμάζ, Μ. Λακόπα, Π. Ζαντάρια και οι τρεις Έλληνες χαρακτηρίστηκαν «τροτσκιστικο-φασιστικοί κακούργοι και πράχτορες, σπιούνοι και αντιπερισπαστές». Η θέση τους, καθώς και στη θέση των απολυμένων στελεχών, καλύφθηκε από Γεωργιανούς.

    Στις συλλήψεις συμμετείχαν και Έλληνες συνεργάτες της μυστικής αστυνομίας. Το κύμα συλλήψεων εξαπλώθηκε και στα ελληνικά χωριά της περιφέρειας. Μόνο από το χωριό Κούμα συνέλαβαν 75 άτομα. Για τις συλλήψεις αυτές οι κάτοικοι θεωρούν υπεύθυνο κάποιο Η. Παπαδόπουλο, «νατσάλνικ», δηλαδή «αρχηγό», της GPU, ο οποίος επίσης εξορίστηκε δύο χρόνια αργότερα. Όπως γράφουν οι ίδιοι οι καταδιωγμένοι, «… είχαν κοπεί οι γέφυρες της επιστροφής στην εθνική μας πατρίδα και ο λαός μας ζούσε χωρίς ελπίδα για σωτηρία, η μοίρα του ήταν προδιαγραμμένη». Όσοι καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα, στάλθηκαν στη Σιβηρία, όπου οι κρατούμενοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες ζωής, αντιμετώπιζαν το υπερβολικό κρύο και τη βία των φυλάκων. Χρησιμοποιούνταν σαν δωρεάν εργατική δύναμη. Οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα δούλευαν σκληρά, από 12 έως 16 ώρες, κάθε μέρα. Η έλλειψη ικανοποιητικής διατροφής τους αποδεκάτιζε. Οι κρατούμενοι που έχαναν το φως τους ή αρρώσταιναν βαριά, εκτελούνταν από τους φρουρούς. Τα περισσότερα στρατόπεδα βρίσκονταν στην Βορκουτά, στην Καμτσάτκα, στη Σαχαλίνη, στο Ιρκούτσκ και στο Μαγκαντάν της Κολιμά.

Ένας από τους επιβιώσαντες, ο Παύλος Κερδεμελίδης, περιγράφει το πώς μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βορκουτά:

    «Το 1939 μας φόρτωσαν 25.000 άτομα και μας πήγαν στη Σιβηρία. Εκεί ήταν δάση. Μας έβαλαν και ανοίξαμε δρόμο και φτάσαμε σε μια πεδιάδα. «Εδώ θα μείνετε» μας είπαν. Μέσα στο δάσος, δίχως σπίτια, δίχως  τίποτα,  μέσα  στο χιόνι…Έτσι σε έξη μήνες από 25.000 μείναμε 600… Μας πήγαιναν για δουλειά τέσσερις-τέσσερις. Γύρω ήταν φαντάροι με όπλα και σκυλιά. Αν έκανες ένα βήμα δεξιά ή ένα βήμα αριστερά πυροβολούσαν χωρίς προειδοποίηση.»

     Σε μερικές περιοχές της Σιβηρίας, της Σαχαλίνης και της Κεντρικής Ασίας δημιουργήθηκαν ελληνικές κοινότητες, με βάση τους Έλληνες που είχαν επιζήσει από τα στρατόπεδα και δεν επέστρεψαν μετά την απελευθέρωσή τους. Ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα κοινότητας τέτοιου τύπου να είναι στο Κιζίλ Κιά του Κιργιζιστάν, που δημιουργήθηκε από εξόριστους της περιοχής Κρασνοντάρ.Εμφανίστηκαν περιπτώσεις Ελλήνων οι οποίοι, φοβούμενοι ότι συμπεριλαμβάνονταν στους καταλόγους των εκτοπισμένων στη Σιβηρία, δραπέτευσαν από την Σοβιετική Ένωση και έφτασαν στην Ελλάδα με περιπετειώδη τρόπο. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν οι αδελφοί Στρατηγόπουλοι, παλιοί ευγενείς από την Ουκρανία. Διέφυγαν από την Πολωνία και κατάφεραν να φθάσουν στην Ελλάδα μετά από επεισοδιακό ταξίδι πολλών μηνών.

     Στην Αθήνα το Σωματείο των εκ Ρωσίας Ελλήνων κάλεσε, το Φεβρουάριο του 1938, την «Σεβαστήν Κυβέρνησιν» να ασχοληθεί με το τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα και να «… στρέψη το πατρικόν, το στοργικόν βλέμμα και προς το τμήμα τούτο του Πανελληνίου, το οποίον εσυνήθισεν από της υπάρξεώς του να προσφέρει πάντοτε υπέρ της Εθνικής ιδέας χωρίς να ζητή τίποτε». Το σωματείο ανέφερε ότι ο ανδρικός πληθυσμός από ηλικία 17 ετών και άνω, κυρίως των παράλιων πόλεων και χωριών του Καυκάσου, εκτοπίσθηκε ολόκληρος, οι φυλακές γέμισαν από δεκάδες χιλιάδες και οι οικογένειές τους βρίσκονται σε πολύ άσχημες συνθήκες. Το σωματείο ζητούσε την κατάργηση της απόφασης του υπουργικού συμβούλιου που περιόριζε τις αφίξεις των Ελλήνων από τη Ρωσία και παράλληλα την άρση κάθε περιοριστικού μέτρου για την κάθοδο στην Ελλάδα όλων των ομογενών. Δήλωνε ότι κάθε άλλη λύση που θα είχε έστω και χαλαρούς περιορισμούς, «… δεν θα είναι ανάλογος προς την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίον αφορά την υπόστασιν δεκάδων χιλιάδων ομογενών».
     Σε υπόμνημα που επιδόθηκε στον τότε πρωθυπουργό δινόταν η πληροφορία ότι μόνο από τις φυλακές Οδησσού είχαν ήδη αποσταλεί στην Σιβηρία 1.500 Έλληνες. Οι διώξεις ερμηνεύτηκαν ως συνέπεια της επικράτησης του καθεστώτος του Μεταξά στην Ελλάδα. Το υπόμνημα καλούσε τον πρωθυπουργό να ακούσει το «ρόγχον… των θνησκόντων εν ταις απαισίαις φυλακαίς των εις Σιβηρίαν εξορίστων». Στο υπόμνημα ζητούσαν, επίσης, την άμεση κάθοδο στην Ελλάδα των οικογενειών των εξορισμένων στη Σιβηρία. Τέλος, καταγγέλονταν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι οποίες «… επιμελώς απέφευγον να θίγωσι το ζήτημα της απορροφήσεως βαθμιαίως μερικών δεκάδων χιλιάδων προσφύγων της Ρωσίας».

     To Σωματείο προειδοποιούσε ότι «… θα ευρεθώμεν τάχιστα προ του τρομακτικού γεγονότος να ίδωμεν όλας τας Ελληνικάς εν Ρωσία οικογενείας ακεφάλους, των αρχηγών φυλακιζομένων ή εξορισμένων».Το φαινόμενο του αποκεφαλισμού των ελληνικών οικογενειών και της διάλυσής τους ήταν έντονο κατά την περίοδο των διώξεων. Αυξήθηκε, επίσης, η ανεργία στους κόλπους των Ελλήνων, καθώς οι Έλληνες, σε μεγαλύτερο ποσοστό από τις υπόλοιπες εθνότητες, είχαν χάσει τις δουλειές τους. Οι Έλληνες δάσκαλοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν επάγγελμα. Για παράδειγμα ο Μανόλης Μυταφίδης, ο οποίος ήταν διευθυντής στο 10τάξιο ελληνικό σχολείο του Σοχούμι αφού απολύθηκε από τη θέση του διορίστηκε σαν λογιστής σε κολχοζ στο ελληνικό χωριό Αζάντα.H πλειοψηφία των Ελλήνων του Πόντου θεωρούσε τις σταλινικές διώξεις συνέχεια της γενοκτονίας που είχε υποστεί στην ιστορική του πατρίδα, τον Πόντο, από τους νεότουρκους εθνικιστές. Για πολλά χρόνια τραγουδούσαν οι πρόσφυγες στα γλέντια τους και τα πικρά τραγούδια για τις διώξεις που υπέστησαν από το σταλινισμό. Ένα απ’ αυτά είναι το παρακάτω.

                   Από πα’ κι ασό κρεβάτ’ εμέν έσκωσαν.
                   Χωρίς λόγο, χωρίς κρισ’
                   εμέν μάνα σο καπίσ’ έχωσαν.
                   Ήβρα σύντροφους πολλούς
                   φίλ’ς και συγγενούς,
                   γεροντάδες, νεοντάδες
                   χωρίς χράμ’, χωρίς παράδες.
                   Τρεις την ώραν κουβαλούνε μας.
                   Σύρνε πάνω μας την φθείρα.
                   Ντο ‘κι ξέρω, ντο και ‘κι είδα ερωτούνε μας.
                   Κάθα γης πολλά άλλος το κορμίν ατ’ ξύζ’
                   άλλος αίμα φτύν’ άλλος ξεροβύχ’.
                   Ετελέθεν και ατό.
                   Η καμπανία: Δέκα χρόνια κάθε ίναν
                   εδέκανε σην κοτύλαν να γαζανίεν.

     Οι διώξεις κατά των Ελλήνων πήραν τέτοια έκταση, ώστε ο πρέσβης της Βρετανίας στη Μόσχα δήλωσε ότι εάν η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης δεν άλλαζε πολιτική και δε σταματούσε τις συλλήψεις και τον εκτοπισμό των Ελλήνων, σύντομα θα έκλεινε το κεφάλαιο του ελληνισμού που είχε ανοίξει επτά αιώνες προ Χριστού.

     Όσον αφορά τον αριθμό των θυμάτων, ο υπολογισμός του πραγματικού μεγέθους θα συναρτηθεί με τη δυνατότητα πρόσβασης στα πρώην σοβιετικά αρχεία, καθώς και με τη μελέτη, τόσο των ελληνικών κοινοτήτων που ακόμα παραμένουν στον παλιό σοβιετικό χώρο, όσο και των διαφόρων προσφυγικών πληθυσμών που κατά καιρούς μετακινήθηκαν προς της Ελλάδα. Οι υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα, βασίζονται περισσότερο σε σχηματικές αναπαραστάσεις αφηγήσεων. Πάντως, οι υποθέσεις αυτές της σοβιετικής πλευράς, συμπίπτουν με αντίστοιχες εξαιρετικά πρώιμες ελληνικές, βασισμένες σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, και δίνουν τον αριθμό των 50.000 για τους Έλληνες θύματα των σταλινικών διώξεων. Σίγουρα το ζήτημα των αριθμών είναι ένα από τα εκκρεμή ζητήματα που θα επιλυθεί μόνο  με  την εμβάθυνση της έρευνας στα σχετικά αρχεία και την εύρεση των αντίστοιχων φακέλων.

Η φυγή στην Ελλάδα

      Υπολογίζεται ότι την περίοδο αυτή περίπου 20.000 Ελληνίδες με τα παιδιά τους υφίσταντο πιέσεις από τις σοβιετικές αρχές να εγκαταλείψουν την ΕΣΣΔ. Η ελληνική κυβέρνηση, αλλάζοντας την πολιτική αποθάρρυνσης της μετανάστευσης που είχε ακολουθήσει ως το 1938, πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια στους πρόσφυγες στην προσπάθειά τους αυτή. Η ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα προσπάθησε να βοηθήσει τους Έλληνες που είχαν συλληφθεί, δίχως αποτέλεσμα. Η πίεση για εγκατάλειψη της Σοβιετικής Ένωσης εξασκήθηκε κυρίως στις οικογένειες των συλληφθέντων.  Εκτός από την πίεση των αρχών επανεμφανίστηκε τάση φυγής στην Ελλάδα «… ως μια λύτρωση από την δημιουργηθείσα κατάσταση».Η τάση αναχώρησης ήταν εντονότατη. Πολλοί κατέφευγαν στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας και κατέθεταν τις οικονομίες τους σε συνάλλαγμα, ζητώντας τη μεταφορά τους στην Ελλάδα με το διπλωματικό σάκο. Υπάρχουν πολλές καταγγελίες ότι αρκετές από τις καταθέσεις αυτές δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα. Όσες απ’ αυτές στάλθηκαν στην Ελλάδα, τελικά χάθηκαν λόγω πολέμου. Έτσι, όταν οι κληρονόμοι, τις περισσότερες φορές, των καταθετών κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δεν δικαιούνταν τίποτα. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν δεκάδες. Παρατηρούνται επίσης και άλλες περιπτώσεις κατάθεσης χρηματικών ποσών στην πρεσβεία, που στέλνονταν στην Ελλάδα αλλά εκεί δεν τους αποδίδονταν με διάφορες προφάσεις. Η κατάθεση αυτή των χρημάτων των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης στην πρεσβεία, συνεχιζόταν μέχρι την δεκαετία του ’70.

     Από την άνοιξη του 1938 άρχισαν να καταφθάνουν σε ελληνικούς λιμένες ομάδες Ελλήνων από τη Σοβιετική Ένωση. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο αριθμός αυξήθηκε. Η ελληνική πρεσβεία της Μόσχας είχε εντολές να χορηγεί άδεια σε όποιον επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση. Το Σωματείον των εκ Ρωσίας Ελλήνων ανέφερε σε υπόμνημά του την αλλαγή αυτής της στάσης των ελληνικών αρχών. Επισήμανε ότι η δυνατότητα εξόδου δεν είχε γίνει γνωστή στους ελληνικούς πληθυσμούς. Το Σωματείο επανέλ­αβε την έκκληση να δραστηριοποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση για να σωθούν οι «… χιλιάδες των φυλακισμένων συμπατριωτών».

     Οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκαν στις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες του ΄22, καθώς και σε διάφορα μέρη της Κεντρικής Ελλάδας, όπως η Λαμία και η Χαλκίδα και της Πελοποννήσου, όπως το Άργος.

     Όπως θυμούνται οι πρόσφυγες αυτής της περιόδου, οι ελληνικές αρχές τους αντιμετώπιζαν ως ύποπτους. Το αποκορύφωμα αυτής της στάσης ήταν η υποχρεωτική απομάκρυνση, κατά τη διάρκεια του πολέμου με τον Άξονα, των «ρωσοπροσφύγων», όπως τους αποκαλούσαν, από τη Χαλκίδα, όπου υπήρχε η στρατηγικής σημασίας γέφυρα. Οι πρόσφυγες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Πολλοί διέμεναν αρχικά κάτω από στέγαστρα για καπνά. Με ανύπαρκτη κρατική μέριμνα και έντονο ρατσισμό από τους γηγενείς, περνούσαν βασανιστικά την πρώτη περίοδο. Δούλευαν όλη τη μέρα στα τσιφλίκια για ελάχιστη αμοιβή. Με την κατάκτηση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, η πλειοψηφία των προσφύγων εντάχθηκε στις αντιστασιακές αντιναζιστικές δυνάμεις. Αρκετοί εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια των μαζικών εκκαθαρίσεων που έκαναν οι Βούλγαροι στην αν. Μακεδονία.

Εν μέσω του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου»

     Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επηρέασε άμεσα τη ζωή της ελληνικής εθνότητας. Oι Έλληνες που είχαν σοβιετική υπηκοότητα επιστρατεύτηκαν και στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή. Από τη Γεωργία μόνο πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα 13.000 Έλληνες στρατιώτες. Χιλιάδες έπεσαν στα πεδία των μαχών. Όσοι διατηρούσαν την ελληνική υπηκοότητα, καθώς και οι σοβιετοί υπήκοοι, οι οποίοι δεν επιστρατεύτηκαν λόγω μεγάλης ηλικίας, εντάχθηκαν σε τάγματα εργασίας και δραστηριοποιήθηκαν στα μετόπισθεν.Πολλοί πέθαναν από τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν σ’ αυτά. Ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος της εξουσίας.

     Η προέλαση των Γερμανών και οι σκληρές μάχες, κυρίως στην κοιλάδα του Κουμπάν, κατέστρεψαν πολλά ελληνικά χωριά. Tην κατάσταση αποδίδει η παρακάτω περιγραφή που αναφέρεται στο χωριό Μερτσάν, στον αγώνα για την απελευθέρωση του οποίου συμμετέχουν και οι κάτοικοί του: «Μπροστά στα μάτια των στρατιωτών απελευθερωτών εμφανίστηκε η εικόνα της καταστροφής και της ερήμωσης. Το χωριό ήταν σε ερείπια. Τα χωράφια ήταν σκαμμένα με χαρακώματα Δίπλα γίνονταν ακόμα μάχες για το χωριό Κριμσκ...» Πολλές φορές οι Γερμανοί συμπληρώνουν τους σταλινικούς στις εκκαθαρίσεις κατά του πληθυσμού. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες που είχαν θύματα και κατά τη διάρκεια των σταλινικών διώξεων και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Οι Έλληνες, που υπέστησαν λίγα χρόνια πριν τις φοβερές σταλινικές εκκαθαρίσεις δε συντάχτηκαν με τους Γερμανούς. Αντίθετα, πολλοί έγιναν παρτιζάνοι. Το ίδιο έγινε και στην Κριμαία. Εδώ η παραδοσιακή σύγκρουση των Ελλήνων με τους Τάταρους οδήγησε τους Έλληνες στα παρτιζάνικα σώματα, εφόσον μεγάλο μέρος των Τατάρων συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Η νότια διοίκηση των παρτιζάνων της Κριμαίας υπό την ηγεσία του Έλληνα Μ. Α. Μακεντότση, απαρτίστηκε από Έλληνες. Η συμμετοχή των Ελλήνων στην αντίσταση κατά των Ναζί είναι ακόμα ζωντανή στη μνήμη τους. Θυμούνται μέχρι σήμερα ότι στους Έλληνες της Κριμαίας δεν βρέθηκαν συνεργάτες των Γερμανών κατακτητών. Αντίθετα, κάθε δεύτερη ελληνική οικογένεια είχε έναν αντάρτη. Ο συγγραφέας Pristavkin αναφέρει ότι μεταξύ των Ελλήνων δεν υπήρξαν προδότες αλλά μόνο ήρωες.

     Ο ελληνικός πληθυσμός συμμετείχε με κάθε τρόπο στον πόλεμο. Οργάνωσε εράνους και συγκέντρωσε μεγάλα ποσά, τα οποία διατέθηκαν για το σοβιετικό στρατό. Ένας διευθυντής κολχόζ στην Τσάλκα συγκέντρωσε ποσό ικανό για την κατασκευή μιας φάλαγγας από τανκς. Mόνο από την Τσάλκα, όπου οι Έλληνες ανέρχονταν στο 62% του πληθυσμού, τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από εράνους και κατατέθηκαν στο Ταμείο της Άμυνας της Πατρίδας, ανέρχονταν σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια ρούβλια περίπου εξακόσιες χιλιάδες ασημένια και χρυσά ρούβλια. Επιπλέον, κατέβαλαν για την κατασκευή ίλης τανκς, που πήρε το όνομα «Κολχόζνικοι Γεωργίας», 3.283.000 ρούβλια και για την κατασκευή του σμήνους αεροπλάνων, που πήρε το όνομα «Σοβιετική Γεωργία»1.616.380 ρούβλια.

     Παρ’ όλο που η Ελλάδα βρισκόταν στο αντίθετο στρατόπεδο από τον Άξονα και ήταν κατεχόμενη από τους Γερμανούς, εν τούτοις οι σοβιετικές αρχές αντιμετώπιζαν τους ελληνοϋπήκοους ως ύποπτους προδοσίας. Έτσι άρχισαν να τους εκτοπίζουν ανατολικά, όσο προήλαυναν τα γερμανικά στρατεύματα. Η πολιτική της εκτόπισης των θεωρούμενων ύποπτων εθνοτήτων οδήγησε στη δέσμευση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και στη σπατάλη σημαντικών οικονομικών πόρων. Οι νέοι διωγμοί κατά των εθνών άρχισαν με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολ­έμου. Ολόκληροι λαοί θεωρήθηκαν ύποπτοι για προδοσία. Το 1939-1941 εκτοπίστηκαν μεγάλοι πληθυσμοί από τις πρόσφατα προσαρτημένες περιοχές της Βαλτικής, της δυτικής Ουκρανίας κ.λπ. Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1941 Γερμανοί πολίτες της ΕΣΣΔ από τη διαλυμένη Σοβιετική Δημοκρατία του Βόλγα μεταφέρθηκαν μαζικά στην Κεντρική Ασία.

Οι μαζικές εκτοπίσεις των Ελλήνων

     Οι πρώτοι Έλληνες που μετατοπίστηκαν ανατολικά ήταν οι κάτοικοι με ελληνική υπηκοότητα της κοιλάδας του Κουμπάν, περιοχής της νότιας Ρωσίας. Οι αρχές ενημέρωναν τις υπό εκτόπιση οικογένειες ένα 24ωρο πριν.΄Ενα μέρος τους μεταφέρθηκε στις περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Οι υπόλοιποι εκτοπίστηκαν στο σιβηρικό Καζακστάν. Η μετατόπιση έγινε λίγο πριν την κατάληψη της περιοχής από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που κατοικούσαν στη νότια Ρωσία εκτοπίστηκε το 1941-1942, κυρίως στις περιοχές του σιβηρικού Καζακστάν. Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί στο χωριό Μερτσάν. Σε σύνολο 1.000 Ελλήνων, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν 175 στις διώξεις του ’37-’38. Το 1941 εκτοπίστηκαν 132 οικογένειες στην Κεντρική Ασία, ενώ το 1949 εκτοπίστηκαν άλλες 39. Υπήρχαν επίσης εκτοπισμένοι και στη Σιβηρία, στο χωριό Μιχαήλοφκα της περιφέρειας Σβερντλόφσκ, στην πόλη Σβερντλόφσκ, στην Ουφά και στο Κρασνογιάρσκ. Οι εκτοπισμένες οικογένειες στη Σιβηρία αποδεκατίζονταν κυριολεκτικά από την παγωνιά και τις άθλιες συνθήκες. Ενδεικτικά, οι συνθήκες ζωής στο Κρασνογιάρσκ της Σιβηρίας ήταν άθλιες: «Το πρωί, με 50-60 βαθμούς κάτω από το μηδέν, έπρεπε να μαζέψεις τέσσερα κυβικά μέτρα ξύλα για να σου δώσουν 800 γραμμάρια ψωμί. Αυτά τα ξύλα τα πήγαιναν στα σχολεία. Άλογα δεν υπήρχαν. Τα έβαζαν απάνω μας και εμείς τα πηγαίναμε εκεί».

     Στο Καζακστάν, οι εκτοπισμένοι Έλληνες μεταφέρθηκαν στα χωριά Τεκάλοβο της περιφέρειας Τζαμπούλ, Καρά Κεμίρ κοντά στην πρωτεύουσα Άλμα Άτα (σήμερα Αλμάτι), Οσακάροβα της περιφέρειας Καραγαντά, στην ίδια την Άλμα Άτα, Αρίκ Μπαλίκ της περιφέρειας Κοκτσετάβ, Οκτιάμπρσκογε της περιφέρειας Τσιλίκ, Λουγκοβόε της περιφέρειας Τζαμπούλ, Πανφίλοβα, Τσιλίκ και Ισσίκ κοντά στην Άλμα Άτα, Αστάχοβκα, στο Καρατάου, στο Κουστανάϊ κ.α. Επίσης μεταφέρθηκαν και στην Κιργιζία, στα χωριά Κίροφσκογε και Ισκίτ Ναουκάτ της περιφέρειας Ος.

     Παρότι οι Έλληνες που παρέμειναν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές συμμετείχαν στην Αντίσταση, οι θυσίες τους, όπως και θυσίες των άλλων «τιμωρημένων λαών» στον αντιναζιστικό πόλεμο, αποσιωπήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Αντίθετα, εγκαινιάστηκε μια τεράστια επιχείρηση παραχάραξης της ιστορικής μνήμης. Το 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αποφασίστηκε η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας μαζί με τους Τούρκους, τους Βούλγαρους, τους Ιρανούς κ.ά. με το επιχείρημα της συνεργασίας τους με τους κατακτητές.Το 1941 είχε προηγηθεί η εκτόπιση των Ελλήνων υπηκόων από το Κερτς της ανατολικής Κριμαίας στην περιοχή Άλμα Άτα του Καζακστάν. Τον Ιούνιο του ’44 εξορίστηκαν οι Έλληνες της Κριμαίας στο Ουζμπεκιστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώχθηκαν όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Η μεταφορά του συνόλου των εκτοπισμένων εθνοτήτων της Κριμαίας και της νότιας Ρωσίας απαίτησε 40.000 βαγόνια προορισμένα για μεταφορά εμπορευμάτων. Οι άθλιες συνθήκες ζωής των εκτοπισμένων φαίνονται από το γεγονός ότι, από τις 31.000 οικογένειες που είχαν εκτοπιστεί στην Κιργιζία μόνο οι 5.000 βρήκαν στέγη. Στην περιοχή Φρούνζε, σήμερα Μπισκέκ, αντιστοιχούσε ένα δωμάτιο σε πέντε οικογένειες.

     Οι Έλληνες της Κριμαίας μεταφέρθηκαν κυρίως στην περιοχή γύρω από την πόλη Κοκάντ στο Ουζμπεκιστάν. Αλλοι μεταφέρθηκαν στο Καζακστάν και διασπάρησαν σε τεράστιες εκτάσεις, στο Κεντάου της περιφέρειας Τσιμκέντ, στο χωριό Τσου της περιφέρειας Τζαμπούλ, στην Άλμα Άτα, στο χωριό Μέρκε της περιφέρειας Μερκένσιι, στο χωριό Οκτιάμπροσκογε, στο χωριό Λουγκοβόε, στην πόλη Τζαμπούλ, , στο Καρατάου. Επίσης Έλληνες από την Κριμαία μεταφέρονται στην Κιργιζία, στα χωριά Κίροφκα και Ποκρόφκα της περιφέρειας Ταλάς και στο χωριό Κίροφσκογε. Ο συγγραφέας Αnatoli Pristavkin γράφει για τους Έλληνες της Κριμαίας: «Ποιος ξέρει για τα βάσανα των Ελλήνων της Κριμαίας, οι οποίοι εφοδίαζαν την πολιορκημένη Σεβαστούπολη (σ.τ.σ. εννοεί την πολιορκία από τους Γερμανούς στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) με νερό και μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν προδότες; Αυτούς εξόρισαν στο Καζακστάν και στη Σιβηρία!».

     Οι εξορίες του 1944 ερμηνεύονται από το γεγονός ότι τη χρονιά αυτή ο Στάλιν διατύπωσε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ταξική πάλη εντείνεται όσο εδραιώνεται ο σοσιαλισμός, με αποτέλεσμα τη δημιουργία «επιθετικών λαών» και «ειρηνικών λαών». Έτσι η εκτόπιση των επιθετικών λαών ήταν αναγκαία συνέπεια της ταξικής πάλης. Ως «επιθετικοί λαοί» κηρύχθηκαν μερικές μικρές εθνότητες με το επιχείρημα ότι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς κατακτητές, γεγονός εντελώς αναπόδεικτο, και στην περίπτωση των Ελλήνων παράλογο. Οι μαζικές εκτοπίσεις των λαών της Κριμαίας δημιούργησε σημαντικό ανθρώπινο κενό. Μέχρι και το 1975 η πυκνότητα του πληθυσμού στην Κριμαία, και ειδικά στις στέπες της, ήταν μικρότερη από την πυκνότητα πολλών άλλων δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης.

     Οι σταλινικές αρχές δεν αρκέστηκαν στην εκδίωξη των ντόπιων πληθυσμών από την Κριμαία, αλλά με μυστικό διάταγμα της 20ης Οκτωβρίου 1944, άλλαξαν όλα τα τοπωνύμια που είχαν ελληνική, γερμανική ή ταταρική καταγωγή. Η απόφαση υλοποιήθηκε μετά από μυστικό διάταγμα του προεδρείου του ανώτατου σοβιέτ της Ρωσίας. Στην περιοχή της Αζοφικής άλλαξαν δέκα ονόματα, στην περιοχή της Αλούστας δέκα, στην περιφέρεια Κουϊμπίσεφ δεκαεννιά και στην περιοχή της Γιάλτας δέκα. Ο σοβιετικός συγγραφέας Κ. Παουστόφσκι γράφει ότι η αλλαγή των ονομάτων μαρτυρά την έλλειψη της πιο στοιχειώδους κουλτούρας και την περιφρόνηση προς το λαό και τη χώρα. Το 1944 εξορίστηκαν από την Ατζαρία οι Κούρδοι και οι Λαζοί. Οι περιουσίες των εκτοπισμένων δόθηκαν στα κολχόζ και λεηλατήθηκαν από τους υπεύθυνους. Τα κοπάδια των Κούρδων δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν, επειδή οι νέοι ιδιοκτήτες αγνοούσαν πως να τα προφυλάξουν. Υπήρχαν περιπτώσεις Ελλήνων κομματικών, που κατέλαβαν σπίτια εξορισμένων. Οι ελάχιστοι αυτοί Έλληνες εξαιρέθηκαν, λίγα χρόνια αργότερα, από την εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού.

     Το 1946 εξορίστηκε στο Καζακστάν, στην περιοχή ανάμεσα στην Άλμα Άτα και στη Τζαμπούλ, ένα μεγάλο μέρος από τους Έλληνες του Κουμπάν που είχε αποφύγει την πρώτη εκτόπιση. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν άθλιες. Τρεις μήνες έκαναν οι εξορισμένοι να φτάσουν στους τόπους της εξορίας τους. Μεγάλο μέρος τους πέθανε από τις κακουχίες στο δρόμο. Λίγες οικογένειες κατόρθωσαν να πάρουν το 1946 άδεια μετανάστευσης από το Καζακστάν για την Ελλάδα. Η αντίδραση των Ελλήνων εκφράστηκε στους θρήνους τους:

                   Ανάθεμά σε Ρούσια
                   τον νόμον ντο εξέγκες
                   σο Κριμ και σ’ όλον το Καυκάς
                   Ρωμαίον ξάϊ κι εφέκες.

     Στις 26 Νοεμβρίου 1946 το Ανώτατο Σοβιέτ ψήφισε ένα μυστικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο οι εκτοπισμένοι δε μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να πάρουν άδεια για να επιστρέψουν στις περιοχές καταγωγής τους. Για τους εκτοπισμένους δημιουργήθηκαν ειδικές ζώνες εγκατάστασης. Κάθε παραβίαση των διαδικασιών εκτόπισης ή των κανονισμών, που είχαν θεσπιστεί, τιμωρούταν με ποινές φυλάκισης ή καταναγκαστικά έργα που έφταναν τα 25 χρόνια.Ο κανονισμός τόνιζε ότι κάθε εκτοπισμένος, από το νεογνό έως το γέροντα, έπρεπε να δηλώνει κάθε μήνα τη διεύθυνσή του. Οι ζώνες εγκατάστασης, οι περιφέρειες και οι περιοχές όπου ζούσαν οι εκτοπισμένοι, χωρίστηκαν από τις ελεύθερες περιοχές με φράγματα στους δρόμους, από φυλάκια και από περιπόλους. Αυτοί οι κανονισμοί έγιναν ακόμα πιο σκληροί το 1948. Μερικές όμως οικογένειες Ελλήνων από την Κριμαία, εκτοπισμένες στο Κοκάντ του Ουζμπεκιστάν, κατάφεραν να αναχωρήσουν για την Ελλάδα.

     Η ήττα των κομμουνιστικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1949, οδήγησε σε νέο κύμα εκτοπίσεων κατά του ελληνικού πληθυσμού της παραλίας και του Καυκάσου. Η Ελλάδα πλέον εντασσόταν οριστικά στο δυτικό στρατόπεδο. Με βάση τη σταλινική λογική, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν δυνάμει πράκτορες του εχθρού και γι’ αυτό θα έπρεπε να μεταφερθούν από τις συνοριακές περιοχές και να χρησιμοποιηθούν εκεί που είχε ανάγκες η σοβιετική οικονομία. Την ίδια χρονιά είχε ανακοινωθεί το πεντάχρονο σχέδιο βιομηχανικής ανάπτυξης της Κεντρικής Ασίας, όπου τα ειδικευμένα εργατικά χέρια ήταν λίγα, λόγω της νομαδικής κατάστασης των γηγενών κατοίκων. Παρ’ όλη την προσπάθεια την Komsomol να κινητοποιήσει κομσομόλους εθελοντές που θα εργάζονταν στην υπό ανάπτυξη περιοχή, δεν εξασφαλίστηκε ικανοποιητικός αριθμός εργατών. Παράλληλα στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας υπέβοσκαν οι εθνικές αντιθέσεις και οι συγκεκριμένες προτεραιότητες στη σκέψη των τοπικών ηγεσιών. Στην περιοχή της Γεωργίας υπήρχαν εθνικιστικές ομάδες που ήθελαν να ξεφορτωθούν τους «ξενόφερτους», όπως απ­οκαλούσαν τους Έλληνες και να γεωργιανοποιήσουν την παραλία της Μαύρης Θάλασσας, την Αμπχαζία κυρίως. Στους «ξενόφερτους» συμπεριλαμβάνοντας και άλλες εθνότητες, όπως Αρμένιοι, Αμπχάζιοι, ακόμα και Ρώσοι. Την εποχή εκείνη η γεωργιανή ηγεσία ήταν πανίσχυρη, εφόσον η γεωργιανή ομάδα κυριαρχούσε στο Κρεμλίνο. Το 1948 οι γεωργιανές αρχές έκλεισαν το ρωσικό θέατρο του Σοχούμι και πήραν μέτρα υποβάθμισης του χωριού Ψχου, που ήταν το μοναδικό ρωσικό χωριό της Αμπχαζίας.

     Οι Έλληνες, που ήταν οι πρώτοι που εκτοπίστηκαν μαζικά, χαρακτηρίζονταν από τους σταλινικούς «απάτριδες κοσμοπολίτες» και από αυτή την άποψη η εκτόπισή τους ικανοποιούσε το στρατηγικό στόχο της δημιουργίας ενός «εμπίστου συνοριακού πληθυσμού».Τον Ιούνιο του 1949 ο βοηθός του Μπέρια, Μγκελάτζε, υπό την άμεση καθοδήγησή του, συγκάλεσε σύσκεψη στελεχών γι’ αυτό το σκοπό. Στη σύσκεψη δόθηκαν οδηγίες για το μαζικό εκτοπισμό του ελληνικού πληθυσμού. Για το σύνολο των εκτοπίσεων υπεύθυνος ήταν ο Λ. Μπέρια. Την άμεση ευθύνη για την υλοποίηση των επιχειρήσεων έφεραν οι βοηθοί του Μ. Κομπούλοφ και Γ. Σέροφ. Οι επιχειρήσεις προετοιμάζονταν με βάση την αρχή του αιφνιδιασμού. Στρατεύματα προωθούνταν προς το σημείο που είχε υποδειχθεί. Η διαδρομή των φορτηγών αυτοκινήτων καθοριζόταν από πολύ πριν. Οι επιχειρήσεις γίνονταν από αποσπάσματα της NKVD, που είχαν την ονομασία Τμήματα Επιτήρησης των Δρόμων και από στρατεύματα επιτήρησης των συνόρων.

     To 1949 δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι του Καυκάσου, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των «ειδικώς απελαθέντων» και εξορίστηκαν στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία. Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικύκλωναν τη νύχτα τα ποντιακά χωριά και υποχρέωναν με τα όπλα τους χωρικούς να ετοιμαστούν μέσα σε λίγες ώρες. Δίνοντας διορία σαράντα λεπτών στους κατοίκους, τους ανέβαζαν σε στρατιωτικά φορτηγά. Τους μετέφεραν σε κοντινούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, απ’ όπου τους επιβίβαζαν σε τραίνα και τους έστελναν στην Κεντρική Ασία. Επίσημα δε διατυπώθηκε καμιά, έστω και τυπική, αιτία της τιμωρίας αυτής.

     Οι προετοιμασίες των αρχών για την εκτόπιση άρχισε τον Ιανουάριο του 1949. Οι σοβιετικές υπηρεσίες κατέγραψαν όλες τις οικογένειες Ελλήνων που δεν είχαν σοβιετική υπηκοότητα. Το περιστατικό αυτό δημιούργησε υποψίες στους κατοίκους και άρχισαν να διαδίδονται φήμες ότι ο εκτοπισμός θα γίνει στην Ελλάδα. Η φήμη αυτή εύκολα έγινε πιστευτή, εφόσον η επιθυμία μετανάστευσης στην Ελλάδα ήταν πολύ έντονη σε όσους είχαν μεταναστεύσει πρόσφατα από τον Πόντο. Οι φήμες οργίαζαν όσο περνούσε ο καιρός. Το κράτος επίσημα απαγόρευε τη διασπορά τέτοιων ειδήσεων. Πολλοί άρχισαν, δειλά στην αρχή, να πουλούν οικιακά αντικείμενα και μερικά από τα ζώα τους για να συγκεντρώσουν κάποιο χρηματικό ποσό για ώρα ανάγκης. Η φήμη της απέλασης στην Ελλάδα μέσω Ιράν, ακόμα και όταν βρέθηκαν στην Κεντρική Ασία, εξακολούθησε να υπάρχει τις πρώτες μέρες. Μια περιγραφή της απελπισμένης έκφρασης του πληθυσμού τις τελευταίες μέρες πριν από την εκτόπιση είναι η παρακάτω: «Στο χορό Ομάλ εκείνη την ημέρα, με μάτια βουρκωμένα, χόρευαν ακόμη και γέροι και γριές 80 και 90 χρόνων. Τον χορό, που κατέλαβε ολόκληρο το προαύλιο της εκκλησίας, το μεγάλο σαν πλατεία, και τον κύκλο του αποτελούσαν πολλές εκατοντάδες χορευτών, τον συνόδευαν και τον καθοδηγούσαν εννέα λυριτσήδες. Ο χορός εκείνος, γεμάτος μεγαλοπρέπεια, αλλά και αφάνταστη τραγικότητα, ήταν το ύστατο χαίρε όλων μας».

     Ο χορός αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό μέσο έκφρασης των Ελλήνων του Πόντου. Μια συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή που συνέβη στον κεντρικό Καύκασο, όταν συναντήθηκαν τα τρένα, που ήταν φορτωμένα με Έλληνες εκτοπισμένους από το Σοχούμι και το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. Κλαίγοντας, άρχισαν να χορεύουν με τους σκοπούς της λύρας όλοι μαζί οι εκτοπισμένοι. Για την εξορία αυτή τραγούδησαν:

          Σα χίλια εννιακόσια στα σαράνταεννέα
          και τι Ρωμαί­οις εξώρτσανε ση Καζακστάν μερέα.
          Εφέκαμεν τ’ οσπίτια μουν ατά τα μερακλία
          εφέκαμεν τα χτινια μουν δεμένα σα μαντρία.
          Τα χωρία εσουσλάεψαν θάρεις εκοιμούσαν
          τα χτήνοπά μουν έκραζαν τα σκυλία εγουρνούσαν.

     Τραγούδησαν επίσης:

          Σα χίλια εννιακόσια και σα σαράντα εννέα
          να πάει και άλλο να μην έρτεν εκείνη η χρονία.
          Ατοίν εμάς εκλείδωσαν σ’ έρημα τα βαγόνια
          και ση σειράν πα έστεκαν κα εξ’εφτά σαλόνια.
          Μικροί, τρανοί εβάρκιζαν «εκάγαμε, ανοίξτε
          εγκλήματα κ’ εποίκαμε εσείς εμάς αφήστε».
          Εμάς ατοίν επέρανε και φέρανε σην Ντράντα
          και τι Ρωμαίοις εξώρτσανε μικρούς, τρανούς για πάντα.
          Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ εμάζεψαν και όλα τα χωρία
          επήγανέ μας σο Καζακστάν/μακρά σην ερημία.

     Στους εκτοπισμένους συμπεριλαμβάνονταν μέλη του κόμματος, πολεμιστές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οικογένειες των σκοτωμένων στρατιωτών στο μέτωπο. Δεν εκτοπίστηκαν οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην κεντρική Γεωργία. Από την περιοχή αυτή εκτοπίστηκαν μόνο οι ελληνικές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί εκεί ως πρόσφυγες το 1918. Οι εκτοπισμένοι δικαιούνταν να πάρουν μαζί τους λίγα μόνο ρούχα και στρώματα σε μπαούλα. Σε πολλές αποστολές έδιναν φαγητό μόνο δύο φορές, ενώ προβλεπόταν δαπάνη 5 ρουβλίων για κάθε εκτοπισμένο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γάλα για τα παιδιά.

     Δεκαπέντε μέρες μετά τον εκτοπισμό των Ελλήνων υπηκόων από την Αμπχαζία, οι Έλληνες που είχαν τη σοβιετική υπηκοότητα υποχρεώθηκαν να δηλώσουν ότι φεύγουν εθελοντικά. Τους εξανάγκασαν επιπλέον να πληρώσουν εισιτήριο για τη μεταφορά τους στη Κεντρική Ασία. Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις μεικτών γάμων, όπου εκτόπιζαν μόνο τον Έλληνα ή την Ελληνίδα, διαλύοντας την οικογένεια. Οι ηγέτες των Ελλήνων της Αμπχαζίας υποστήριξαν ότι 20.000 ελληνικές κατοικίες απαλλοτριώθηκαν το 1949 και παραχωρήθηκαν στους εποίκους, τους οποίους εγκατέστησε η τοπική κυβέρνηση στις ελληνικές περιοχές. Δεν έχει υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός των εκτοπισμένων από την Αμπχαζία. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 40.000 ατόμων και 70.000.

     Την ίδια περίοδο εκτοπίστηκαν και οι τελευταίοι Έλληνες που είχαν απομείνει στην περιοχή του Κρασνοντάρ. Ο πληθυσμός μεταφέρθηκε με κλειστά τρένα στους τόπους της εξορίας. Το ταξίδι της εξορίας διαρκούσε περίπου δεκαπέντε μέρες. Υπάρχουν μαρτυρίες για συγκρούσεις με τα στρατεύματα της Κρατικής Ασφάλειας που τους συνόδευαν, με θύματα πολλούς από τους εκτοπισμένους. Εκατοντάδες άτομα έχασαν τη ζωή τους στο ταξίδι της εξορίας. Στους τελικούς τόπους διαμονής πέθαναν τα περισσότερα μικρά παιδιά και οι γέροντες.Υπολογίζεται ότι το ποσοστό των θανάτων έφτανε το 20-25% των εκτοπισμένων, δηλαδή στα 40-50.000 άτομα.Τους εξόριστους θέριζε ο κοιλιακός τύφος, ο μελιταίος πυρετός, η ιλαρά και η φυματίωση. Οι αρχές απαγόρευαν ακόμα και στους ασθενείς να απομακρυνθούν από τους τόπους εγκατάστασης και να νοσηλευτούν σε κάποιο νοσοκομείο.

Η ζωή στην Κεντρική Ασία

     Οι εξόριστοι Έλληνες μεταφέρθηκαν σε περιοχές του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν, όπου υπήρχαν μεταλλεία μολύβδου και βαμ­βακοφυτείες. Οι περιοχές αυτές είχαν πρωτοκατοικηθεί μόλις το 1925, αφού υδροδοτήθηκαν με τα νερά του ποταμού Σιρ Νταριά. Το τοπίο είναι ιδιαίτερα απωθητικό. Για εκατοντάδες χιλιόμετρα δεν υπάρχει βλάστηση. Τα διάφορα κολχόζ και σοβχόζ άρχισαν να κατοικούνται από τη στιγμή που αποπερατώθηκαν τα κανάλια που μεταφέρουν νερό. Οι Έλληνες βρήκαν στις περιοχές αυτές ντόπιους Καζάκους ή Ουζμπέκους, Ρώσους, Τάταρους και Γερμανούς, που είχαν εκτοπιστεί από το 1941. Συνάντησαν επίσης και άλλους λαούς του Καυκάσου που είχαν εκτοπιστεί μετά τον πόλεμο, όπως Τσετσένους, Καρατσάεβους, Οσετίνους, Τάταρους από την Κριμαία κ.ά. Οι υπεύθυνοι όλων των εκτοπίσεων, για τις «εξαιρετικές υπηρεσίες» που πρόσφεραν σ’ αυτό τον τομέα και για τις «μεγάλες ικανότητες στρατιωτικού ηγέτη» που επέδειξαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εκτόπισης παρασημοφορήθηκαν. Ο Σέροφ ειδικά, παρασημοφορήθηκε με το μεγαλύτερο στρατιωτικό παράσημο Σουβάροφ Α’ τάξης, το οποίο γενικά απονέμεται σε στρατιωτικούς ηγέτες που διευθύνουν νικηφόρες επιχειρήσεις στο μέτωπο.

     Τους εκτοπισμένους τους κατέβαζαν σε διάφορους σταθμούς. Από εκεί, οι εκπρόσωποι των γειτονικών κολχόζ έρχονταν και έπαιρναν όσους χρειάζονται. Κάθε κολχόζ βρισκόταν σε μια απόσταση 3-5 χιλιομέτρων από το επόμενο. Οι εκτοπισμένοι έμεναν αρχικά είτε σε γιούρτες είτε σε θαλάμους φυλακισμένων, εάν υπήρχαν στο κολχοζ τέτοιοι από προηγούμενες εκτοπίσεις πληθυσμών, είτε έσκαβαν τη γη και κατασκεύαζαν μόνοι τους πρόχειρες τρώγλες. Οι περιορισμοί μετακίνησης ήταν πολύ αυστηροί. Οι περιοχές που μεταφέρθηκαν οι νέοι Έλληνες εκτοπισμένοι στο Καζακστάν ήταν το Τσιμκέντ και η περιφέρεια, το Παχτά Αράλ και το Κεντάου, το Τζαμπούλ και τα χωριά Τσου και Άσα, το χωριό Γεώργιεφκα, το Ζανάτας, η Άλμα Άτα, το Μέρκε, το Καρατάου. Στην Κιργιζία, η περιοχή Ταλάς, η περιοχή Ος και στη Σιβηρία στην περιοχή Σβερντλόφσκ. Οι Έλληνες άργησαν να προσαρμοστούν, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές απ’ αυτές του Καυκάσου. Όσους τους πήγαν στα ορυχεία μολύβδου του Μεργκαλιμσάι, τους εγκατέστησαν σε στάβλους αλόγων ή προβάτων, οι οποίοι είχαν διαστάσεις τρία επί τρία και πόρτες ύψος ενός μέτρου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο, όπως και η οροφή, πάνω από τα κλαδιά άγριων καλαμιών. Για καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν πετροκάρβουνο, το οποίο το μάζευαν γύρω από τις γραμμές του τρένου, όπου έπεφτε από τα τρένα που το μετέφεραν. Στη συνέχεια οι εκτοπισμένοι στο Μεργκαλιμσάι έχτισαν διώροφα ξύλινα σπίτια με οκτώ διαμερίσματα συνολικά. Το κάθε διαμέρισμα ήταν 40 τετραγωνικά μέτρα. Οι ντόπιοι, οι Καζάκοι, οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, καθώς και οι από παλιότερα εξορισμένοι Κορεάτες, Γερμανοί κ.α. βοήθησαν αποφασιστικά τους εκτοπισμένους Έλληνες να επιβιώσουν.
     Οι Έλληνες έγραψαν τραγούδια για τους τόπους εξορίας τους:

                   Ανάθεμα σο Τουρκεστάν
                   και σο Μεργκαλιμσάι
                   το χρόνο δώδεκα μήνας
                   πάντα αέρας φυσάει.

     Όσον αφορά την εργασιακή ένταξη των εκτοπισμένων, δεν υπήρχε καμιά μέριμνα αξιοποίησης των ειδικοτήτων. Για παράδειγμα, ειδικευμένους σε μηχανολογικά ζητήματα τους εγκαθιστούσαν σε αγροτικά κολχόζ. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες που υποχρεώνονταν να εγκατασταθούν σε κολχόζ κοντά στη λίμνη Αράλη. Η περιοχή ήταν εξαιρετικά μολυσμένη από την αλόγιστη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων. Χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη παιδική θνησιμότητα και την εξαφάνιση μερικών ευαίσθητων ειδών, όπως οι μέλισσες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν όσοι εγκαταστάθηκαν σε σοβχόζ, τα οποία μόλις είχαν διοργανωθεί. Δεν υπήρχαν κατοικίες και ο κόσμος εγκαθίσταντο σε σκηνές, μέχρι να χτιστούν μικρά πλινθόκτιστα σπίτια.
     Οι υπεύθυνοι της μυστικής αστυνομίας σε διάφορες περιοχές υποχρέωναν τους εκτοπισμένους να υπογράψουν συμβόλαια παραμονής για 20 χρόνια. Κατείσχαν τα διαβατήρια αλλοδαπών που είχαν οι  και μαζί μ’ αυτά την άδεια παραμονής. Προσπαθούσαν να πείσουν τους εκτοπισμένους να δεχτούν τη σοβιετική υπηκοότητα με το επιχείρημα ότι το ελληνικό κράτος «πούλησε» τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης. Οι  Έλληνες υπήκοοι δεν είχαν το δικαίωμα να απομακρυνθούν από τα κολχόζ σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων και υποχρεώνονταν να δηλώνουν παρουσία μια φορά την εβδομάδα και, μερικές φορές, κάθε τρεις ημέρες στην Κομεντατούρα.
     Η άσχημη μοίρα των εκτοπισμένων έγινε τραγούδι-καταγγελία:

                   Ας λέγω σας ε παιδία
                   ντο έντον ση Ρουσία
                   το μίλλετ ετοπλάεψαν
                   άμον κωσσούς πουλία.
                   Τη Καζακστάν τα δρόμια
                   έρημα απομένε’
                   έφαγαν το καρδόπο μου
                   και ολίγον επέμνε.

     Το 1949 στην πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, στη Τασκένδη, έφτασε και μια άλλη ομάδα Ελλήνων. Αυτή των πολιτικών προσφύγων. Οι ηγεσίες των πολιτικών προσφύγων αντιμετωπίζαν τους εξορισμένους Πόντιους ως «εχθρούς του λαού». Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν μαρτυρικά για τους εκτοπισμένους Έλληνες. Στη συνέχεια όμως κατάφεραν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους. Δανειοδοτήθηκαν από το κράτος, έχτισαν σπίτια, απόκτησαν ζώα, καλλιέργησαν τον κήπο των δύο στρεμμάτων στον καθένα, που τους παραχωρήθηκε. Σε 4-5 χρόνια από την εγκατάστασή τους άλλαξε η μορφή του τόπου. Σιγά σιγά άρχισαν να ασκούν τα πραγματικά τους επαγγέλματα. Τους γάμους, τα βαφτίσια και τις λειτουργίες τα έκαναν παράνομα με επίσης εκτοπισμένους Έλληνες ιερείς, οι οποίοι γύριζαν τα χωριά που ζούσαν εκτοπισμένοι.

     Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία και στη Σιβηρία τη δεκαετία του ’40, είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια. Οι διάφορες, πρόχειρες, εκτιμήσεις των ερευνητών υπολογίζουν το συνολικό αριθμό των εκτοπισμένων Ελλήνων σε 200.000. Σε υπόμνημα που υπέβαλε το 1986 η Επιτροπή για την Αποκατάσταση των Δικαιωμάτων των Ελλήνων από τον Πόντο που ζούν στην ΕΣΣΔ, αναφέρεται ο υπερβολικός αριθμός των 350.000. Μόνο για την Αμπχαζία έχουμε κάποια στοιχεία για τους αριθμούς των εκτοπισμένων, τα οποία όμως μας δίνουν τελικούς αριθμούς που απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Από την περιοχή της Γκάγκρας εκτοπίστηκαν 256 νοικοκυριά, από την περιοχή της Κουταούτα 320, από την περιοχή του Σοχούμι 2.734, από την περιοχή του Γκουλρίπσι 1.525 και από την περιοχή του Οτσαμτσίρι 127. Τα νοικοκυριά αυτά, με τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς αντιστοιχούν σε έναν αριθμό 34.000 ατόμων, εκ των οποίων οι 6.121 ήταν Έλληνες υπήκοοι.

     Άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των εκτοπισμένων από την Αμπχαζία σε 50.000 και από την Ατζαρία σε 20.000. Κάποιοι υπολογισμοί, μόνο για τους Έλληνες υπηκόους, μπορούν να γίνουν από τον αριθμό των συρμών που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των εκτοπισμένων. Ο Σ. Πιπερίδης γράφει ότι από τις 13 Ιουνίου 1949 έως 20 Ιουνίου αναχώρησαν 40 συρμοί με 30 βαγόνια ο καθένας. Ο Χ. Σιδηρόπουλος δίνει συνολικά τον αριθμό των 68 συρμών με 25 βαγόνια ο καθένας. Στα βαγόνια επιβιβάζονται από 15 άτομα έως 45. Η μεγάλη αυτή απόκλιση, εκτός από την υποκειμενικότητα των εκτιμητών, οφείλεται στο μέγεθος του βαγονιού και στο εκάστοτε πλήθος των υπό εκτόπιση Ελλήνων. Στην εκτίμηση του Πιπερίδη, ο μικρότερος αριθμός των εκτοπισμένων Ελλήνων υπηκόων στο οκταήμερο, 13 έως 20 Ιουνίου, είναι 18.000 και ο μεγαλύτερος 54.000, ενώ στην εκτίμηση του Σιδηρόπουλου ο μικρότερος αριθμός είναι 25.500 και ο μεγαλύτερος 76.500.

     Η αποζημίωση που δόθηκε στους εκτοπισμένους ήταν ασήμαντη. Κατ’ αρχάς, εξαιρέθηκαν από την αποζημίωση οι Έλληνες υπήκοοι. Για παράδειγμα, σε 1.074 νοικοκυριά των Ελλήνων της περιοχής του Σοχούμι έδωσαν, κατά μέσον όρο στο καθένα αποζημίωση για τα βοηθητικά οικήματα, τις καλλιέργειες και τον αγροτικό εξοπλισμό, 616 ρούβλια και 22 καπίκια με τις τιμές του 1961, που αντιστοιχούν σε 61 ρούβλια και 22 καπίκια σε τιμές του 1989.Τα μεγάλα ζώα τα εκτιμούν 100 ρούβλια ή 10 σε τιμές του 1989. Τα μικρά ζώα δεν υπολογίστηκαν καθόλου. Κάθε οικογένεια είχε περίπου 3 κερασφόρα ζώα. Η συνολική αποζημίωση που δόθηκε στους εκτοπισμένους από το Σοχούμι ανήλθε σε 290.930 ρούβλια για τα ζώα και 664.915 ρούβλια για τα βοηθητικά οικήματα, για τα αγροτικά μηχανήματα καθώς και για τις καλλιέργειες. Συνολικά 995.845 ρούβλια.

     Στη θέση των εκτοπισμένων το υπουργικό συμβούλιο της Γεωργίας και η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ. Γεωργίας αποφάσισαν : «Να μεταφερθούν τον Ιούνιο του 1949 από τις άγονες περιοχές της Γεωργίας 2.000 νοικοκυριά κολχόζνικων στην Αμπχαζία στις περιοχές που έμειναν ελεύθερες από την ειδική μετανάστευση». Σ’ αυτά προστέθηκαν άλλες 500 οικογένειες νέων εποίκων. Με την απόφαση υποχρεώθηκε «… το υπουργικό συμβούλιο της Αμπχαζίας, η περιφερειακή επιτροπή του Κ.Κ. Γεωργίας καθώς επίσης και το υπουργείο Γεωργίας: 1. Nα παραδώσει στα κολχόζ των εποίκων όλα τα περιουσιακά στοιχεία των κολχόζ στα οποία ήσαν μέλη οι ειδικοί μετανάστες, δηλαδή τις καλλιέργειες, τα κτίρια, τον εξοπλισμό, τα αγροτικά εργαλεία, τα ζώα, τους χρηματικούς και άλλους πόρους χωρίς καμία απαίτηση, 2. Να παραχωρήσει στους κολχόζνικους για ιδιωτική καλλιέργεια από 0,5 έως 1 εκτάριο, 3. Να παραδώσουν στους νέους αγρότες τα σπίτια και τα άλλα βοηθητικά οικήματα καθώς επίσης και τις καλλιέργειες και τα ζώα, τα οποία αγοράσθηκαν από τους ειδικούς μετανάστες στην τιμή με την οποίαν είχαν εκτιμηθεί… 6. Να υποχρεωθεί το γεωργιανό γραφείο της αγροτικής τράπεζας να παραχωρήσει μακροχρόνια δάνεια στους νέους εποίκους, υπολογίζοντας για κάθε οικογένεια 10.000 ρούβλια, 7. Η μεταφορά των νέων εποίκων και της περιουσίας τους στους νέους τόπους κατοικίας να γίνει με φροντίδα του υπουργικού συμβουλίου της Γεωργίας.

     Εκτός από τα παραπάνω, για τις ανάγκες των νέων κατοίκων δόθηκαν 720.000 ρούβλια, καθώς και χρήματα για την κατασκευή υδραγωγών μήκους 15 χλμ. Επίσης υπήρξε πρόβλεψη για τη δημιουργία 344 σπιτιών στην Αμπχαζία και για τη παροχή οικοδομικών υλικών. Στους νέους έποικους δόθηκαν αρκετοί τόνοι τροφίμων. Για την περιοχή του Σοχούμι απαιτήθηκε συνολικά ποσό ύψους 12.028.500 ρουβλίων, για την αποκατάσταση των νέων εποίκων. Στην περιοχή του Γκουρλίψι δόθηκαν 6.210.000 ρούβλια. Στους νέους εποίκους παραχωρήθηκαν και τα σπίτια των Ελλήνων «ειδικών μεταναστών» στην Κεντρική Ασία.

     Οι Έλληνες που εκτοπίστηκαν έβλεπαν τους νέους εποίκους να καταφθάνουν με τραγούδια και κόκκινες σημαίες. Σε έρευνα που έγινε αργότερα για τις περιουσίες των Ελλήνων και την αποζημίωσή τους, μια έκθεση του υπουργείου Εσωτερικών αναφέρει: «Στην όλη επιχείρηση δεν είχαν τηρηθεί πάντα οι ηθικοί κανόνες. Τα σπίτια των Ελλήνων είχαν αξιολογηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές και είχαν αποκτηθεί για προσωπική χρήση από κομματικά και σοβιετικά στελέχη». Στην έκθεση κατονομάζονται συγκεκριμένα άτομα που καταπάτησαν ελληνικές περιουσίες, όπως ο δήμαρχος της πόλης Κουταούτα, ο γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Σοχούμι, ο υποδιευθυντής του υπουργείου κρατικής ασφάλειας κ.α.

     Στο ερώτημα γιατί υπάρχει αυτή η τόσο διαφορετική αντιμετώπιση της σοβιετικής εξουσίας απέναντι σε δύο σοβιετικούς πληθυσμούς, τους Έλληνες και τους Γεωργιανούς -δίχως να λάβουμε υπ’ όψιν στο ερώτημα αυτό τους ελληνοϋπήκοους- η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο με την παραδοχή ότι η εξουσία δανειζόμενη το τσαρικό μοντέλο, χώριζε τα έθνη σε ένοχα και μη. Αυτή τη θέση διατυπώνει ο Ν. Ιωαννίδης, συμπληρώνοντας επί πλέον ότι υπήρχαν τρεις ακόμα λόγοι: οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης θεωρήθηκαν ύποπτοι μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα, η ηγετική ομάδα στη Γεωργία είχε εθνικιστικές απόψεις και θεωρούσε τους Έλληνες ξενόφερτους και τέλος τότε άρχιζε η βιομηχανική ανάπτυξη της Κεντρικής Ασίας.

     Οι Έλληνες της Αμπχαζίας ερμήνευσαν τις μαζικές εκτοπίσεις ως υλοποίηση του σχεδίου των Γεωργιανών εθνικιστών να εγκατασταθούν στην Αμπχαζία γεωργιανές ομάδες και να εξασφαλίσουν έτσι την πληθυσμιακή τους υπεροχή, να αφομοιώσουν την Αμπχαζία και να θέσουν τέρμα στην αμπχάζικη εθνότητα. Με ένα χτύπημα να τελειώσουν με τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Αμπχάζιους, οι οποίοι βασικά εμπόδιζαν την επεκτατική πολιτική του Ι. Στάλιν, του Λ. Μπέρια και των συνεργατών τους.

     Ο R. Gordeziani, διευθυντής του Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του Πανεπιστημίου της Τιφλίδας, αναφέρει ότι η εκτόπιση των Ελλήνων εντάσσεται στην προσπάθεια του Στάλιν για εκκαθάριση των συνοριακών περιοχών με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της επίθεσης της ΕΣΣΔ κατά της Δύσης. O G. Zorzoliani, διευθυντής ενός συμβουλευτικού οργάνου της γεωργιανής κυβέρνησης για θέματα μειονοτήτων, αναφερόμενος στο κλείσιμο των ελληνικών σχολείων υποστήριξε μια άποψη που βρίσκεται εγγύτερα στην κυρίαρχη άποψη της γεωργιανής εξουσίας. Αναφέρει ότι το κλείσιμο των σχολείων προκλήθηκε, επειδή οι ίδιοι οι Έλληνες δεν ήθελαν να έχουν μια μόρφωση αποκλειστικά ελληνική, γιατί έτσι δεν μπορούσαν να είναι μέλη της κοινωνίας και αποκλείονταν από την ανώτατη εκπαίδευση. Ομολογεί ότι την περίοδο εκείνη «… άρχισε ο σωβινισμός από τη Ρωσία, διαμορφώθηκε και εδώ (σ.τ.σ. στη Γεωργία) ο γεωργιανός εθνικισμός». Ο Ρώσος ιστορικός Ν. Boukai υποστηρίζει ότι η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού έγινε με απόφαση του ίδιου του Στάλιν, για να εκτονώσει την εθνικιστική ένταση που επικρατούσε στο βόρειο Καύκασο και στην Κριμαία, όπως επίσης για να απομακρύνει από τις συνοριακές περιοχές τους εκπροσώπους των «μη έμπιστων» εθνικοτήτων.

     Η πολιτική κατά του ελληνικού πληθυσμού σ’ όλη τη Σοβιετική Ένωση ήταν ενιαία. Ακόμα και στις περιοχές όπου υπήρχε σημαντικός ελληνικός πληθυσμός που δεν εκτοπίστηκε, όπως στη Μαριούπολη της νότιας Ουκρανίας, ασκήθηκε μια πολιτική που στόχευε στην καταστροφή της συμπαγούς ελληνικής κοινωνίας. Ενώ μέχρι το 1937 ο ελληνικός πληθυσμός χαρακτηρίζεται από συντηρητισμό, όσον αφορά το συγχρωτισμό του με άλλες εθνότητες, στη συνέχεια έγινε προσπάθεια να υποχωρήσει ο συντηρητισμός αυτός με το μαζικό εποικισμό και τους μεικτούς γάμους, οι οποίοι ενισχύονταν με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, οι Έλληνες αποβλήθηκαν από τις διευθυντικές θέσεις, οι οποίες καταλήφθηκαν από μη Έλληνες. Οι νέοι διευθύνοντες τις διάφορες υπηρεσίες άρχισαν να τρομοκρατούν τον ελληνικό πληθυσμό, απειλώντας τον συνεχώς με το παράδειγμα των εκτοπισμένων. Επιπλέον, η επαγγελματική σταδιοδρομία των νέων συνδέθηκε με την αλλαγή της δήλωσης της εθνικότητας. Καλλιεργήθηκε στους συνοίκους των Ελλήνων, μια υπεροπτική συμπεριφορά που περιείχε ένα συναίσθημα περιφρόνησης: «… μας φερόντουσαν σαν σε όντα δεύτερης κατηγορίας που είχαν καπιταλιστικές τάσεις… Ήμασταν φθηνά και καλά εργατικά χέρια αυτών που μας κυβερνούσαν χωρίς να έχουμε κανένα δικαίωμα».

     Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης αποκάλεσαν «γενοκτονία και εθνοκτονία μαζί…» τις διώξεις, οι οποίες άλλαξαν ριζικά την δημογραφική κατάσταση στις παραθαλάσσιες περιοχές του Κουμπάν, της ανατολικής Κριμαίας, του Δονμπάς και άλλων περιοχών όπου παραδοσιακά κατοικούσαν οι Έλληνες. Έτσι οι Έλληνες, που κάποτε αποτελούσαν την πλειοψηφία σ’ αυτά τα μέρη, κατέληξαν να είναι η μειοψηφία. Θεώρησαν ότι έτσι επιτυγχάνονταν ο κύριος στόχος του ολοκληρωτικού καθεστώτος, η αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού: «…εξοντώθηκαν όλοι σχεδόν οι Έλληνες διανοούμενοι και ο λαός εκτοπίστηκε στις στέπες του Καζακστάν και της Κεντρικής Ασίας, στα Ουράλια, στη Σιβηρία, στην περιοχή του Πόλου. Οι άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους, την περιουσία τους, τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, τη γλώσσα τους, την ιστορία, τον πολιτισμό. Άρχισε η παρακμή και η αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού».Σε υπόμνημα που έστειλαν το 1991 οι ελληνικές οργανώσεις της ΕΣΣΔ στον πρόεδρο της Ρωσίας έγραφαν: «… Οι διώξεις του 1938, 1944, 1949, κατάφεραν σκληρό χτύπημα στον ελληνικό λαό. Τον άφησαν δίχως τη δυνατότητα φυσιολογικής πνευματικής ανάπτυξης, εκδιώκοντάς τον από τους τόπους της ιστορικής του κατοικίας. …Κατά τις διώξεις εξολοθρεύτηκαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και κυρίως οι πιο επιφανείς εκπρόσωποι της διανόησης…».

Η τάση φυγής προς την Ελλάδα έγινε πλέον ο μόνιμος στόχος των εκτοπισμένων, οι οποίοι πλέον είχαν χάσει κάθε εμπιστοσύνη προς το σοβιετικό κράτος. Η Ελλάδα γίνεται στόχος ζωής, μοναδική διέξοδος φυγής από μια καταθλιπτική και καταπιεστική καθημερινότητα. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται και στα τραγούδια των εκτοπισμένων:

                   Θα κόφτομεν το μουχτερόν
                   θα τρώγωμεν τη σάλα
                   αν αξιώνει ο θεός
                   θα πάμε σην Ελλάδα.
                   Σην Ελλάδαν ευρίουνται
                   όλα τα ευλογίας,
                   σο Καζακστάν θα τρώνε μας
                   τα φτείρας και τα μυίας.


Mετά το θάνατο του Στάλιν

     Μέχρι το θάνατο του Στάλιν, το 1953, οι συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί θύμιζαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το θάνατο του Στάλιν ακολούθησε μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από την άγρια διαμάχη για την εξουσία. Ο Μπέρια, στην προσπάθειά του να επικρατήσει δυναμικά, συγκρούστηκε με όλα τα άλλα μέλη της ηγεσίας. Στην αποφασιστική συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ, πήγε συνοδευόμενος από ισχυρές δυνάμεις ασφαλείας, οι οποίες περικύκλωσαν το κτίριο. Ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις, όμως, περικύκλωσαν τις δυνάμεις του Μπέρια και συνέλαβαν τον ίδιο. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανακοινώθηκε η εκτέλεσή του. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι αποδείχτηκε πράκτορας των ιμπεριαλιστών και εχθρός του λαού. Μαζί με τον Μπέρια εκτελέστηκε και Μ. Κομπούλοφ, που ήταν υπεύθυνος για τις εκτοπίσεις των εθνοτήτων. Ο άλλος υπεύθυνος των εκτοπίσεων, ο Σέρωφ, χάρη στο ρόλο που έπαιξε κατά τη σύλληψη του Μπέρια και χάρη στην προστασία του Χρουτσόφ, έγινε αρχηγός της ΚGB και στη συνέχεια υπαρχηγός του γενικού Επιτελείου Στρατού. Αργότερα πήρε το βαθμό του στρατηγού στρατιάς και ανακηρύχτηκε ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης.

     Με το θάνατο του Στάλιν, άλλαξε η αντιμετώπιση των αγροτών. Οι υπερβολικοί φόροι που έπνιγαν την ύπαιθρο καταργήθηκαν. Οι τιμές διάθεσης των προϊόντων των κολχόζ αυξήθηκαν, με ευεργετικά αποτελέσματα στη ζωή των αγροτών. Ο Χρουτσόφ επέτρεψε τη μαζική αποφυλάκιση των κατάδικων από τη Σιβηρία. Τον Ιούλιο του 1954, το υπουργικό συμβούλιο της ΕΣΣΔ ψήφισε μια απόφαση για την «άρση ορισμένων περιορισμών στο νομικό καθεστώς των μετακινημένων προσώπων». Όσοι θεωρούνταν ότι συμμετείχαν σε κοινωνικά χρήσιμη εργασία, έπαιρναν άδεια να πηγαίνουν ελεύθερα στη δουλειά τους και να δηλώνουν μόνο μια φορά το χρόνο τη διεύθυνσή τους στην MVD. Επιτράπηκε στα παιδιά που ήταν μικρότερα των δέκα ετών να σβηστούν από τους καταλόγους των εκτοπισμένων, ενώ τα πιο μικρά παιδιά απελευθερώθηκαν από την επιτήρηση και τους διοικητικούς περιορισμούς. Δεν έγινε όμως πουθενά λόγος για την επιστροφή των εκτοπισμένων, πληθυσμών στις πατρίδες τους. Αντίθετα, ένα διάταγμα συνιστούσε «την εντατικοποίηση της μαζικής αγκιτάτσιας και της μορφωτικής δουλειάς» για τους εκτοπισμένους.

     Στις 17 Σεπτεμβρίου 1955, ψηφίστηκε από το Ανώτατο Σοβιέτ το διάταγμα «Για την αμνηστία των σοβιετικών πολιτών που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις κατά την περίοδο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου 1941-1945». Οι Έλληνες ζήτησαν αμέσως να εφαρμοστεί και γι’ αυτούς το διάταγμα, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν. Στις 7 Μαρτίου 1956, ο υπουργός Ν. Ντουντάροφ και τα μέλη της Επιτροπής για την Κατάργηση των Περιορισμών, έστειλαν ένα υπόμνημα στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, στο οποίο αναφέρουν τα εξής: «Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 5984 διάταγμα της Κρατικής Επιτροπής Αμυνας από την 2α Ιουνίου 1944 είχαν εκτοπιστεί από την Κριμαία οι συνεργάτες των Γερμανών γερμανικής, ελληνικής, βουλγαρικής και αρμενικής εθνότητας… Στα κομματικά όργανα καταφθάνουν αιτήσεις από εκτοπισμένους Έλληνες, Βούλγαρους και Αρμενίους που ζητούν την κατάργηση των εις βάρος τους περιορισμών, λόγω της ψήφισης στις 17 Σεπτεμβρίου 1955 από το ανώτατο σοβιέτ του διατάγματος…».

     Στις 27 Μαρτίου το ανώτατο σοβιέτ πήρε μια απόφαση, με την οποία προβλεπόταν να εφαρμοστεί και στην περίπτωση των Ελλήνων, Βουλγάρων και Αρμενίων που εκτοπίστηκαν από την Κριμαία το 1944 το διάταγμα, να αρθούν οι περιορισμοί για τη μετακίνησή τους από τους τόπους εγκατάστασης και να απαλλαγούν από την διοικητική επιτήρηση των οργάνων του υπουργείου εσωτερικών και να ορισθεί ότι οι απαλλαγμένοι Έλληνες, Βούλγαροι και Αρμένιοι και τα μέλη των οικογενειών τους μπορούσαν να κατοικήσουν σε οποιοδήποτε σημείο της χώρας εκτός από την περιοχή της Κριμαίας. Πριν την υπογραφή του παραπάνω διατάγματος, που πάντως εξαιρούσε την Κριμαία, υπήρχαν μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις επιστροφής. Πρώτος επιστρέφει στο Σοχούμι από το Καζακστάν ο γιατρός Π. Μπουμπουρίδης τον Οκτώβριο του 1954. Μετά την υπογραφή του διατάγματος επιτρέπεται σε όλους τους Έλληνες με σοβιετική υπηκοότητα να επιστρέψουν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Οι τοπικές αρχές του Καζακστάν ύψωσαν πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια για να αποτρέψουν την αναχώρηση των Ελλήνων που θεωρούνταν καλοί εργάτες.

     Παρ’ όλες τις συνεχείς απολύσεις των κρατουμένων μετά το 1953, το Φεβρουάριο του 1956 βρίσκονταν ακόμη στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εκατομμύρια πολιτικοί κρατούμενοι. Δίχως να μπει στο 20ο Συνέδριο το ζήτημα της αποκατάστασης, ο Χρουτσόφ άρχισε την μαζική αποφυλάκιση των κρατουμένων. Το πρόβλημα που προέκυψε με την αποκατάσταση των εκτοπισμένων, εφόσον κλήθηκε να αποκαταστήσει τις αδικίες ο ίδιος μηχανισμός που είχε διενεργήσει τις εκτοπίσεις λίγα χρόνια πριν. Τα διατάγματα δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν ένα σαφές νομοθετικό πλαίσιο για την επιστροφή των εκτοπισμένων. Εξάλλου, τα ίδια τα διατάγματα καθόριζαν ότι ένα σημαντικό μέρος των εκτοπισμένων δε θα μπορούσε να πάρει πίσω την περιουσία του. Με αυτό τον τρόπο απέτρεπαν την επιστροφή σημαντικού αριθμού ατόμων, τα οποία δεν είχαν πλέον πού να επιστρέψουν.

     Η επιστροφή των Ελλήνων άρχισε να επιβραδύνεται στο τέλος του 1956, και τις αρχές του 1957. Αιτία ήταν ακριβώς το γεγονός της μη επιστροφής των καταπατημένων τους περιουσιών. Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1957, ο ελληνικός πληθυσμός της ΕΣΣΔ αριθμούσε 309.308 άτομα και αποτελούσε το 0,15% του συνολικού πληθυσμού. Υπάρχει η εκτίμηση ότι στην Αυτόνομη Δημοκρατία της Αμπχαζίας επέστρεψαν συνολικά 15.000 άτομα ξεκινώντας τη ζωή τους και πάλι από το μηδέν. Περίπου 100 οικογένειες κατάφεραν να αναχωρήσουν το 1957 από την Κεντρική Ασία για την Ελλάδα. Οι πρόσφυγες αυτοί εγκαταστάθηκαν στη Νέα Βίγλα της Άρτας και στον Καρέα της Αττικής.Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του ’40, μερικές δεκάδες ελληνικών οικογενειών εκτοπισμένων στην Κεντρική Ασία είχαν καταφέρει να αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Αυτό συνέβη το 1946 και το 1948, εξ αιτίας της κατ’ εξαίρεσιν θετικής στάσης των τοπικών αρχών που επέτρεψαν την αναχώρηση. Για να αντιμετωπίσουν το παρατεταμένο πρόβλημα στέγης, οι πρόσφυγες ίδρυσαν στην Αθήνα, το 1951, τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ελλήνων Προσφύγων εκ Ρωσίας με την ονομασία Στέγη Προσφύγων. Μέλη του συνεταιρισμού μπορούσαν να γίνουν «Οι εν τη περιφερεία Αθηνών-Πειραιώς ευρισκόμενοι ομογενείς εκ Ρωσσίας πρόσφυγες, μέλη του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Προσφύγων Ρωσσίας… οι διαβιούντες εις στέγαστρα ακατάλληλα για κατοικίαν, δεν διαθέτουν άλλην ιδιόκτητον στέγην και δεν δύνανται δι’ ιδίων των μέσων να αποκτήσουν κατάλληλον στέγην«.

     Η σχετική φιλελευθεροποίηση της χρουτσοφικής περιόδου επέτρεψε να αναβιώσουν τα ελληνικά θέατρα στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Το 1958 οργανώθηκε στο Σοχούμι ελληνικό θέατρο με επικεφαλής τον Δ. Μπουμπουρίδη. Ανέβασε την Ηλέκτρα του Ευριπίδη, το Ζητείται ψεύτης και Το Στραβόξυλο του Ψαθά, Τη Λύρα του γερο Νικόλα, Τη Τρίχας το γεφύρ’ του Θ. Κανονίδη κ.α. Η προσπάθεια αυτή διήρκησε πέντε περίπου χρόνια και σταμάτησε λόγω της στάσης των τοπικών αρχών. Την ίδια περίοδο, στο Τσιμκέντ του Καζακστάν οργανώθηκε μια μικρή θεατρική κίνηση γύρω από τον Ξενόπουλο. Ανέβασε το θεατρικό Τη Τρίχας το γεφύρ’ και περιόδευσε μ’ αυτό στις ελληνικές κοινότητες του Καζακστάν. Οι εκτοπισμένοι άρχισαν να προμηθεύονται την εφημερίδα των πολιτικών προσφύγων Προς την νίκη, που αργότερα θα μετονομασθεί Νέος Δρόμος. 

     Εμφανίστηκε επίσης, μια μικρή κίνηση στη Τιφλίδα γύρω από τον Γεωργιανό ελληνιστή Καουχτσισβίλι για την επαναφορά της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Εκδόθηκε το 1958, από το εκδοτικό «Τσόδνα» της Τιφλίδας τοΑλφαβητάριο σε 24γράμματο αλφάβητο και άρχισε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε αρκετά σχολεία της Τσάλκας. Με αφορμή την επαναφορά του 24γράμματου αλφάβητου εμφανίστηκαν έντονες διαφωνίες στους κόλπους των Ελλήνων. Η κίνηση όμως της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας είχε μικρή εμβέλεια και σταμάτησε τη μπρεζνιεφική περίοδο.Τη δεκαετία του ’60, παρατηρήθηκαν αυθόρμητες προσπάθειες για οργάνωση των Ελλήνων. Τέτοια περίπτωση ήταν οι σύνδεσμοι που δημιουργήθηκαν, το 1968, στο Ρουστάβι της κεντρικής Γεωργίας κάτω από την επωνυμία «Παιδαγωγική Εταιρεία». Η δομή της οργάνωσης στηριζόταν στη δημιουργία κλειστών ομάδων-πυρήνων πέντε ατόμων το πολύ. Στην «Παιδαγωγική Εταιρεία» οργανώθηκαν 250 Έλληνες.

     Οι μικρές αυτές προσπάθειες σταμάτησαν την περίοδο του Μπρέζνιεφ λόγω της κατασταλτικής πολιτικής που ακολούθησε η σοβιετική εξουσία. Για παράδειγμα, η οργάνωση στο Ρουστάβι σταμάτησε τη δράση της μετά από παρέμβαση της KGB. Τα χρήματα της οργάνωσης κατατέθηκαν σε λογαριασμό υπέρ των φυλακισμένων της δικτατορίας στην Ελλάδα. Οι Έλληνες αντιμετωπίζονταν όλη τη Μπρεζνιεφική περίοδο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Κατά την περίοδο αυτή, επιβίωσαν μόνο τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα: Το συγκρότημα «Συρτάκι», που ιδρύθηκε το 1967, και το συγκρότημα «Ελλάδα», που ιδρύθηκε το 1974.Μέχρι την εποχή της περεστρόικα στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μυστικό διάταγμα που απαγόρευε την προώθηση Ελλήνων σε υψηλές θέσεις στην κομματική, την κρατική, τη συνδικαλιστική και τη στρατιωτική ιεραρχία. Ακόμα και στην επιστημονική ιεραρχία ήταν πολύ δύσκολο να ανέλθει ένας Έλληνας.

     Στη δεκαετία του ’60 αρκετές εκτοπισμένες οικογένειες στη Σιβηρία, μετακινήθηκαν νοτιότερα, σε περιοχές του Καζακστάν που κατοικούσαν μεγαλύτερες ομάδες εκτοπισμένων Ελλήνων. Από το 1965 άρχισε η αναχώρηση αρκετών εκτοπισμένων οικογενειών Ελλήνων για την Ελλάδα.Μαζί τους αναχώρησαν και αρκετοί επιζήσαντες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι οποίοι προσπαθούσαν να μεταναστεύσουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Oι πρόσφυγες από τη Ρωσία εγκαταστάθηκαν προσωρινά στις παράγκες του συνοικισμού γερμανικών παραπηγμάτων στον Ταύρο και στην οδό Δοϊράνης στην Καλλιθέα Αττικής. Οι εγκαταστάσεις αυτές απείχαν λίγες εκατοντάδες μέτρα από το συνοικισμό Σκοπευτηρίου, που υπήρξε ο κύριος χώρος συγκέντρωσης στην Αττική των Ποντίων προσφύγων του 1918-1923. Οι παράγκες αυτές είχαν χτιστεί χρόνια πριν, για να στεγάσουν πρόσφυγες από τη Ρουμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η παραχώρηση των παραγκών αυτών στους νέους πρόσφυγες-μετανάστες συνδυάστηκε με οικονομικούς εκβιασμούς μιας ιδιότυπης υπαλληλικής μαφίας. Η ελλαδική γραφειοκρατία ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για την τακτοποίηση των προσφύγων αυτής της περιόδου. Όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι, οι αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους αγνοούσαν τις σαφείς και δημιουργικές προτάσεις τους. Πενήντα επτά άτομα που κατοικούσαν στα παραπήγματα της οδού Δοϊράνης, συνέταξαν στις 11 Ιουνίου 1966 υπόμνημα προς τον τότε πρωθυπουργό Σ. Στεφανόπουλο, ζητώντας, δίχως αποτέλεσμα, τη συνταξιοδοτική εξομοίωσή τους με τους Αιγυπτιώτες και Κωνσταντινουπολίτες.

     Το στεγαστικό πρόβλημα των προσφύγων αντιμετωπίστηκε με την απόφαση του υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας να τους περιλάβει στο «πρόγραμμα στεγάσεως παραπηγματούχων 1963-1965». Το υπουργείο συγκρότησε Επιτροπή Στεγάσεως, η οποία βεβαίωνε αναγνώριζε το δικαίωμά τους να τύχουν μέριμνας, ως «βασικό Προσφυγικό δικαίωμα στεγάσεως«. Οι πρόσφυγες-μετανάστες, πολλοί από τους οποίους ήταν κρατούμενοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ενέπιπταν στην αρμοδιότητα των οργάνων του ΟΗΕ, κατήγγειλλαν ότι ο απεσταλμένος του διεθνούς οργανισμού στην Ελλάδα δεν δέχτηκε να τους ακούσει. Σε υπόμνημα που έστειλαν στον ΟΗΕ σημείωναν ότι «… εδώ κανείς δεν ενδιαφέρεται και κανείς δεν διαθέτει χρόνο για να μας δώσει ελάχιστη προσοχή». Ανέφεραν μια πολύ σοβαρή πρόταση που έκαναν στην ελληνική κυβέρνηση ζητώντας τη μεταφορά τους εκτός Αθηνών, χωρίς να πάρουν καμιά απάντηση. Αποτέλεσμα της κυβερνητικής αδιαφορίας ήταν η συγκέντρωση των νεοαφιχθέντων στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο, στην Ελευσίνα, στο Λαύριο κ.ά., το οποίο συνδύαζε το αγροτικό τοπίο με τις επαγγελματικές δυνατότητες της Αττικής. Η έλλειψη ενδιαφέροντος δημιουργούσε κλίμα απόγνωσης σε πολλούς. Όπως γράφουν οι ίδιοι στο υπόμνημα: «… πολλοί από εμάς χάνουν κάθε ψυχική ισορροπία, χάνουν τον εαυτό τους και θέλουν να επιστρέψουν πίσω. Αυτό το ομολογούν οι ουρές στη ρωσική πρεσβεία. Είναι ντροπή, αλλά είναι πραγματικότητα«. Η έλλειψη κάθε κρατικής βοήθειας οφειλόταν εν μέρει στο βασιλικό διάταγμα 330/1960, με το οποίο οι πρόσφυγες από τη Σοβιετική Ένωση αποστερούνταν του δικαιώματος διεκδίκησης της ανταλλάξιμης περιουσίας, παρ’ ότι εντάσσονταν στην ομάδα εκείνη που συμπεριλαμβανόταν στη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών που υπεγράφη στη Λωζάνη το 1923. Το βασιλικό διάταγμα όριζε ότι δικαίωμα αποκατάστασης είχαν μόνο όσοι είχαν υποβάλλει σχετικές αιτήσεις μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 1934. Στα μέσα της δεκαετίας το ’70, οι πρόσφυγες δημιούργησαν το Σύλλογο Ελλήνων Προσφύγων εκ Ρωσίας «Η Αργώ» με έδρα την Καλλιθέα Αττικής, με στόχο τη διεκδίκηση μέτρων αποκατάστασης και εξομοίωσής τους με τους ομογενείς πρόσφυγες από την Αίγυπτο, Κωνσταντινούπολη και Ρουμανία.Η υιοθέτηση μέρους των αιτημάτων τους από τη δικτατορική κυβέρνηση, οδήγησε στη χορήγηση περιορισμένου αριθμού αδειών ταξί στους πρόσφυγες.

     Το κύμα καθόδου από τη Σοβιετική Ένωση μειώθηκε την περίοδο 1967-1974, λόγω της επιβολής της δικτατορίας στη Ελλάδα. Περιορισμένος αριθμός προσφύγων έφτασε στην Ελλάδα από την πόλη Κεντάου του Καζακστάν το 1971. Υπολογίζεται ότι οι πρόσφυγες από το 1965 μέχρι το 1985, πριν αρχίσει το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα ανέρχονται σε 30.000. Οι πρόσφυγες και αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκαν στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας-Πειραιά.

Αντί Επιλόγου

Οι σταλινικές διώξεις είχαν πολλαπλές συνέπειες στους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν ήταν μόνο η φυσική εξόντωση της ηγεσίας και η αποδιάρθρωση των κοινοτήτων, αλλά και η καταστροφή της τελευταίας απόπειρας να συγκροτηθούν οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου, ανεξάρτητα από το κράτος της Ελλάδας. Οι σταλινικές διώξεις πραγματοποιήθηκαν μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά το τέλος της μεγάλης ανθρωποσφαγής που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός στο μικρασιατικό Πόντο. Ολοκληρώθηκε έτσι η εξόντωση ενός ακμαίου ελληνικού κόσμου, ο οποίος διακρινόταν από ιστορική συνέχεια στο χώρο και από την αίσθηση της εντοπιότητας. Δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμα και σήμερα, ο αρχαιότερος επιζών λαός της Μαύρης Θάλασσας, είναι οι Έλληνες. Όμως, τα τελευταία υπολείμματά του εξακολουθούν να υπάρχουν και να συμμετέχουν στα μετασοβιετικά δρώμενα, προσφέροντας στους ελλαδικούς το, μη συνειδητοποιημένη ακόμα, συγκριτικό πλεονέκτημα, να διατηρούν μειονότητες ακόμα και στη μακρινή Κεντρική Ασία, καθώς και στους ιστορικούς, την απόλαυση να μελετούν ζωντανές διαδικασίες, όπως η επανεμφάνιση του ελληνικού προσφυγικού ζητήματος και της ανθρώπινης ροής από τον Εύξεινο Πόντο προς τη βαλκανική Ελλάδα, και της συμμετοχής των Ελλήνων στις διαδικασίες διαμόρφωσης των νέων εθνών-κρατών που χαρακτηρίζουν το μετασοβιετικό κόσμο.


Η σύγχρονη έρευνα για τις σταλινικές διώξεις

 Η έρευνα για τα ιστορικά αυτά γεγονότα βρίσκεται ακόμα σε αρχικά στάδια. Οι πρώτες μελέτες ξεκίνησαν περίπου μια εικοσαετία πριν και αξιοποίησαν αρχικά μεθόδους προφορικής Ιστορίας. Βαθμιαία, από το 1989 άρχισε η μελέτη σε σοβιετικά αρχεία. Κάτι που ήταν δύσκολο και επικίνδυνο εκείνη την εποχή. Απαιτούσε τη «συνωμοτική» βοήθεια από σοβιετικούς Έλληνες, οι οποίοι είχαν δυνατότητες και διέθεταν πρόσβαση σε αρχεία. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισαν περισσότεροι πια μελετητές να ασχολούνται με την έρευνα και τη συλλογή υλικού. Παρόλα αυτά όμως, οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα παρέμειναν εξαιρετικά λίγοι.   

           Η αλλαγή άρχισε να έρχεται από τους Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Εμφανίστηκαν νέοι ερευνητές της σκοτεινής αυτής περιόδου, οι οποίοι έχουν καλύτερες προϋποθέσεις για έρευνα στα ιστορικά αρχεία. Άρχισαν να αναπτύσσονται και συνεργασίες μεταξύ Ελλήνων ερευνητών από Ελλάδα και από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνεργασίας εργάστηκαν στο Κρατικό Αρχείο Αποκατάστασης των Πολιτικών Κρατουμένων το καλοκαίρι του 2006 ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης και ο Ιβάν Τζουχά. Στην περιοχή Κολιμά, με πρωτεύουσα το Μαγκαντάν, που βρίσκεται στην Ανατολική Σιβηρία, υπήρχε συστάδα με δεκάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης.  Τα στρατόπεδα αυτά δημιουργήθηκαν το 1932 και έκλεισαν με την αποσταλινοποίηση του 1956. Συνολικά «φιλοξενήθηκαν» περισσότερα από 800.000 άτομα. Αποδεδειγμένα έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτά περίπου 120.000. Οι φάκελοι αυτών των θυμάτων υπάρχουν και αξιοποιούνται πλήρως από τους ερευνητές του Αρχείου. Η επεξεργασία 50.000 απ΄αυτούς απέδωσε μια κατάσταση 450 Ελλήνων, που έχασαν τη ζωή τους τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Θεωρώντας ότι το δείγμα που μελετήθηκε ήταν τυχαίο, μπορεί να υποτεθεί ότι με την περάτωση  της διαδικασίας επεξεργασίας πιθανότατα θα βρεθεί ένας αριθμός της τάξης των 1100 θυμάτων Ελλήνων.
Παρουσιάζει ενδιαφέρον η κατηγοριοποίηση των θυμάτων αυτών:

– ντόπιοι Έλληνες [Πόντιοι (μετανάστες του 19ου αι. και Μαριουπολίτες]
– Μικρασιάτες πρόσφυγες (κυρίως πρόσφυγες από τον Πόντο μετά το 1912).
– κομμουνιστές [Ελλαδικοί (που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά), Πόντιοι και Μαριουπολίτες]

Τέτοιες μεγάλες συστάδες υπήρχαν άλλες δύο: στη Βορκουτά και στο Νορίλσκ. Στρατόπεδα όμως υπήρχαν σε κάθε γωνιά της αχανούς χώρας. Ο ακριβής απολογισμός των θυμάτων θα απαιτήσει μεγάλες ερευνητικές προσπάθειες και ακόμα μεγαλύτερη σύσφιξη των επιστημονικών σχέσεων μεταξύ ερευνητών από Ελλάδα, Ρωσία, Ουκρανία, Γεωργία κ.ά.

         ----------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ








------------------------------------------------------------






 Έκαεν και το Τσάμπασιν
Και επέμναν τα τουβάρε γιαρ γιαρ αμάν
Και έρουξεν σο γουρτάρεμαν
Το Ορτουζ τα παλληκάρε οϊ οϊ αμάν

Κεν έκαεν κι εμανιεν
Τ Ορτους το Παρχαρ
Κεν εκεί τιδέν και επέμνεν
Μονάχον σαχταρ!

Εκάεν και το Τσάμπασιν
Γιαβρούμ τιδέν και επέμνεν
Ρασά και λειβαδότοπα
άλλο χορτάρ και φέρνε

Τρανόν Γιαγκουν σο Τσάμπασιν
Σπίτε κι θα απόμενε γιαρ γιαρ αμάν
Μικροί τρανοί φτωχοί ζεγκιν
Ολ καθούνταν και κλαίνε οϊ οϊ αμάν

Κλαιν τα πουλόπα τη θεού
Κλαιν τα πεγαδοματε γιαρ γιαρ αμάν
Κλαίει το Τσαμπλουκ το Καρακιολ
Κλαιν τ’ έμορφα τ’ ελατε οϊ οϊ αμάν

     ----------------------------------------


Κάηκε και το Τσάμπασι
και μείναν τα ντουβάρια
και ρίχτηκαν να το σώσουν
τα παλικάρια του Ορτούζ

Κάηκε και δεν απόμεινε τίποτα
από το βοσκότοπο (το λιβάδι) του Ορτούζ
κι εκεί πια δεν μένει τίποτα
μονάχα στάχτη

Μεγάλη φωτιά στο Τσάμπασιν
δεν απέμεινε ούτε ένα σπίτι
μικροί και μεγάλοι, φτωχοί και πλούσιοι
όλοι κάθονται και κλαίνε

Κλαίνε τα πουλιά του θεού
κλαίνε και τα μάτια των πηγαδιών
κλαίει το Τσαμπλούκ, το Καρακιόλ
κλαίνε τα όμορφα τα έλατα.

Μεγάλη φωτιά στο Τσάμπασιν
Δημοσίευση σχολίου