Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

OTHELLO - ΟΘΕΛΛΟΣ

                                         



                          













----------------------------------------------------------------------------------


ΣΑΙΞΠΗΡ, ΟΘΕΛΛΟΣ



Υπόθεση του έργου

Ο Μαυριτανός στρατηγός της Βενετίας Οθέλλος έχει αδυναμία στη γυναίκα του Δυσδαιμόνα την οποία παντρεύεται κρυφά απ’ τον πατέρα της. Την αδυναμία του αυτή εκμεταλλεύεται ο σημαιοφόρος του Ιάγος που το όνειρό του είναι να πάρει τη θέση του Κάσσιου, υπασπιστή του Οθέλλου .Έτσι για να το καταφέρει βάζει ένα εκδικητικό σχέδιο σε εφαρμογή. Συκοφαντεί δηλαδή και διαβάλλει τη Δυσδαιμόνα για απιστία με τον Κάσσιο χρησιμοποιώντας τον Ροδρίγο Eνετό ευγενή ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα. Ο Οθέλλος στέλνεται στην Κύπρο να καταπολεμήσει τους Τούρκους. Μαζί του ταξιδεύουν και η Δυσδαιμόνα, καθώς και ο Κάσσιος με τον Ιάγο ο οποίος ακολουθείται από την γυναίκα του Αιμιλία. Εκεί ο Ιάγος βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του και το μαρτύριο της ζήλειας και του προδομένου έρωτα αρχίζει. Ο Οθέλλος γεμάτος καχυποψία κατηγορεί την γυναίκα του για συζυγική απάτη και προβαίνει στη δολοφονία της. Η σκευωρία του Ιάγου αποκαλύπτεται από τη σύζυγο του Αιμιλία η οποία δολοφονείται από τα χέρια του συζύγου της. Τέλος ο Οθέλλος γεμάτος τύψεις αυτοκτονεί και  ο Ιάγος τιμωρείται με αργό θάνατο.

Ήρωες

Οθέλλος: Μαυριτανός Άρχοντας.

Δυσδαιμόνα: Κόρη του Βραβάντιου και σύζυγος του Οθέλλου.

Βραβάντιος: Γερουσιαστής της Βενετίας και πατέρας της Δυσδαιμόνας. 

Κάσσιος: Υπασπιστής του Οθέλλου.

Ιάγος: Σημαιοφόρος του Οθέλλου.

Ροδρίγος: Ενετός ευγενής.

Αιμιλία: Σύζυγος του Ιάγου.

(Γερουσιαστές ,άρχοντες, αξιωματικοί, μουσικοί και ακόλουθοι)

Πράξεις-Σκηνές

Πρώτη Πράξη: Σκηνές 3
Σκηνή 1: Βενετία-Δρόμος.
Σκηνή 2: Άλλος δρόμος. Μπροστά στον “Tοξότη”.
Σκηνή 3: Αίθουσα Συμβουλίου.
Δεύτερη Πράξη: Σκηνές 3
Σκηνή 1: Λιμάνι στην Κύπρο. Πλάτωμα κοντά στην προκυμαία.
Σκηνή 2: Δρόμος.
Σκηνή 3: Αίθουσα στο κάστρο.
Τρίτη Πράξη: Σκηνές 4
Σκηνή 1: Μπροστά στο κάστρο.
Σκηνή 2: Δωμάτιο στο κάστρο.
Σκηνή 3: Μπροστά στο κάστρο.
Σκηνή 4: Μπροστά στο κάστρο.
Τέταρτη Πράξη: Σκηνές 3
Σκηνή 1: Μπροστά στο κάστρο.
Σκηνή 2: Δωμάτιο στο κάστρο.
Σκηνή 3: Άλλη αίθουσα στο κάστρο.
Πέμπτη Πράξη: Σκηνές 2
Σκηνή 1: Δρόμος στην Κύπρο.
Σκηνή 2: Κρεβατοκάμαρα στο κάστρο.


Κεντρική Ιδέα

Έρωτας, ζήλια, παράνοια, προδοσία, φόνος…τα εντονότερα συναισθήματα της ανθρώπινης φύσης  συντάσσουν μια τραγωδία, που με καταλύτη το διαφορετικό και τον οποιοδήποτε ρατσισμό που αυτό επιφέρει, μας οδηγεί στα σκοτεινότερα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής: υποκρισία , φαρισαϊσμός ,τυχοδιωκτισμός.

Κριτική του έργου

Ο χαρακτήρας του έργου είναι ενδιαφέρον. Εμβαθύνει σε θέματα ανθρώπινης συμπεριφοράς , τονίζοντας τον ανταγωνισμό, τη φιλοδοξία, τη ζήλια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την παράνοια του έρωτα. Περνάει βασικά μηνύματα και αξίες βρίσκοντας απήχηση στο κοινό.

Φράσεις γνωστές μέχρι σήμερα

Οι άνθρωποι έπρεπε να είναι αυτοί που φαίνονται ή ,τουλάχιστον, να μη φαίνονται αυτό που δεν είναι.
Όπου αγαπάει, παιδεύει.
Τη μοίρα του κανείς δεν την ελέγχει.

Εμβάθυνση θεατρικού χαρακτήρα

Μελετώντας το έργο του William Shakespeare  «Οθέλλος» εντυπωσιάστηκα από τον διπρόσωπο Ιάγο.
Είναι ένα πρόσωπο σκοτεινό όσο και η ψυχή του, που από φθόνο και μίσος στήνει την θανάσιμη παγίδα όπου τόσο ο Οθέλλος όσο και η Δυσδαιμόνα θα υπάρξουν θύματα της αχαριστίας αυτού του ποταπού προσώπου.
Αν  και ευνοημένος είναι ανίκανος να σταθεί απέναντι στην καλοσύνη και την ευγένεια των άλλων και έτσι μετατρέπει τα αισθήματα του σε μίσος και ευτέλεια που φτάνει στο ηθικό έγκλημα που είναι χειρότερο από την ίδια την πράξη του Οθέλλου
Στις μέρες μας όπως και στους σκοτεινούς εκείνους καιρούς όπως θα έλεγε και ο Σαίξπηρ , κυριαρχεί γύρω μας όλο και περισσότερο ο φθόνος, η ραδιουργία, και το μίσος .
Ο Ιάγος δεν πέθανε με αργό θάνατο τότε αλλά συνεχίζει να μολύνει στις μέρες μας τα αγνά αισθήματα του ανθρώπου μέσω της μικροψυχίας και της κακίας του κάθε στιγμή.
Όσο λιγότεροι ¨Οθέλλοι¨ υπάρχουν σήμερα , τόσο περισσότεροι ¨Ιάγοι¨ κυριαρχούν στις αγνές σκέψεις και τα αγνά συναισθήματα μας, τείνοντας να εξοβελίσουν το αγνό και αμόλυντο εαυτό  και χαρακτήρα μας από κάθε πτυχή των ανθρώπινων σχέσεων.


Χατζηανδρέου Ειρήνη  Α’4


   --------------------------------------------------------------------------------------------





Στον Οθέλλο υπάρχουν πολλά πράγματα που τα βρίσκουμε ανυπόφορα. Προπαντός, όλα εκείνα τα στοιχεία πού μέχρι τελευταία τα εκτιμούσαν περισσότερο.


(Γιαν Κοττ: Σαίξπηρ ο Σύγχρονός μας, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ «ΤΑ ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΟΘΕΛΛΟΥ)

Στις 28 Αυγούστου 1820, ο Κάρολ Σένκεβιτς σημείωσε στο Ημερολόγιο ενός Ταξιδιού στην Αγγλία:

Πήγα στο θέατρο, στον Οθέλλο. Είναι μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Σαίξπηρ, και ο Κην παίζει απαράμιλλα… Στην πέμπτη πράξη, μια τρομερή σκηνή. Η αυλαία σηκώνεται στη δεύτερη σκηνή: στο βάθος βλέπεις ένα κρεβάτι — και στο κρεβάτι κοιμάται η Δυσδαιμόνα κατά πως πρέπει: φοράει σκούφια της νύχτας και είναι κουκουλωμένη με πάπλωμα. Πάνω από το κρεβάτι έχει μια κουρτίνα και δίπλα ένα τραπεζάκι, ένα κομοδίνο· με βεβαίωσαν πως μπορούσες να δεις ακόμα και το ουροδοχείο. Μπαίνει ο Οθέλλος κρατώντας ένα κερί· το ακουμπάει στο κομοδίνο. Η Δυσδαιμόνα κοιμάται ακόμα. Ο Οθέλλος κρατάει κ’ ένα γυμνό στιλέτο. «Έρχεται για να σκοτώσει τή Δυσδαιμόνα, υστέρα από τα τρομερά μαρτύρια της ζήλειας πού πέρασε…

Αυτή η τραγωδία της ζήλειας ταίριαζε θαυμάσια στην παράδοση του εγγλέζικου οικογενειακού δράματος, όπως την κληροδότησε ο 18ος αιώνας, με μια Δυσδαιμόνα αστή που φοράει σκούφια της νύχτας· ταίριαζε όμως και με το ρομαντικό μελόδραμα, όπου ο ήρωας άλλοτε ήταν ένας πρωτόγονος και παθιασμένος Νέγρος, και άλλοτε ένας αρχοντικός και αξιοπρεπής απόγονος Αράβων βασιλιάδων. Έτσι ιδωμένος, ο Οθέλλος ήταν κιόλας μια «ανατολίτικη» όπερα, σχεδόν έτοιμη, που δεν περίμενε παρά το συνθέτη της. Αυτός ήταν ο Βέρντι, πού έγραψε τη μουσική στα 1887, και αναμφίβολα δεν είναι τυχαίο πως ο Οθέλλος του είναι ίσως ή μοναδική αυθεντική επιτυχία στα χρονικά των διασκευών του Σαίξπηρ για τη λυρική σκηνή.

Στο κάτω κάτω, εκείνη την εποχή δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια μελοδραματική και μια δραματική παράσταση του Οθέλλου. Στή δεύτερη πράξη ένα κόρο από Κύπριες τραγουδούσε προς τιμήν της Δυσδαιμόνας. Η τρίτη πράξη έκλεινε μ’ ένα φινάλε όπου όλος ο θίασος, μαζί και το μπαλέτο, εμφανιζόταν στη σκηνή. Απ όλα τα σαιξπηρικά έργα, ο Οθέλλος προσφερόταν περσότερο για ένα πλούσιο θέαμα: έτσι η όπερα ανακατωμένη με μπαλέτα για τον ζηλιάρη Ανατολίτη, μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σ’ ένα μεγαλειώδες ιστορικό θέαμα, όπου  η Βενετία παρουσιαζόταν «ολοζώντανη».

Οι τάσεις αυτές βρήκαν την πληρέστερη έκφραση τους στο ρωσικό θέατρο. Η τραγωδία της ζήλειας έγινε εκεί η τραγωδία της προδομένης εμπιστοσύνης· ο Οθέλλος δεν έπεφτε θύμα μόνο των ραδιουργιών του Ιάγου, αλλά και του φθόνου του Δόγη.

Ο Ιάγος ανέκαθεν προκάλεσε στους σχολιαστές τις μεγαλύτερες δυσκολίες απ’ όλα τα σαιξπηρικά πρόσωπα.  Ο  Ιάγος μισεί τον Οθέλλο, όπως μισεί όλο τον κόσμο. Οι σχολιαστές έχουν από καιρό παρατηρήσει ότι το μίσος του έχει μια ανιδιοτέλεια. Ο Ιάγος πρώτα μισεί, και ύστερα αρχίζει να ανακαλύπτει λόγους γι αυτό το μίσος. Ο ορισμός του Κόλριτζ φτάνει στην καρδιά του προβλήματος: «Η δίχως ελατήρια μοχθηρία κυνηγάει τα ελατήρια της». Αποτυχημένος φιλόδοξος, ζηλεύει τη γυναίκα του, ζηλεύει τη Δυσδαιμόνα, ζηλεύει όλες τις γυναίκες και όλους τούς άντρες — το μίσος αυτό γυρεύει συνεχώς καινούργια τροφή και μένει πάντα ακόρεστο. Αλλά αν το μίσος γυρεύει λόγους για να δικαιωθεί, ποιοι είναι οι λόγοι αυτού του μίσους;

Υπάρχουν δύο ακόμα θαυμάσιοι ορισμοί του Ιάγου. Ο Καρλάϋλ τόν χαρακτήρισε «άναρθρο ποιητή», ο Χάζλιτ, «ερασιτέχνη της τραγωδίας στην πραγματική ζωή». Ό Ιάγος δεν αρκείται να στήσει την τραγωδία· θέλει να την παίξει ως το τέλος, μοιράζει τούς ρόλους γύρω του, συμμετέχει και ο ίδιος.
Ο Ιάγος είναι ένας διαβολικός σκηνοθέτης, ή πιο σωστά ένας μακιαβελικός σκηνοθέτης. Τα ελατήρια πού τον κινούν είναι διφορούμενα και απόκρυφα, οι πνευματικοί του λόγοι σαφείς και ακριβείς. Τούς διατυπώνει από τις πρώτες σκηνές. Μονολογεί: «Το κορμί μας είναι ένα περιβόλι, και περιβολάρης του είναι ή θέληση μου»

Ο Ιάγος προφανώς είναι ένας μακιαβελικός, αλλά γι αυτόν ο μακιαβελισμός σημαίνει απλώς τη γενίκευση της προσωπικής του πείρας. Οι ηλίθιοι πιστεύουν στην τιμή και στον έρωτα. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μόνον ο εγωισμός και ο πόθος. Οι δυνατοί μπορούν να υποτάσσουν τα πάθη τους στη φιλοδοξία. Το σώμα σου μπορεί να είναι επίσης και ένα όργανο. Εξ ου και η περιφρόνηση του Ιάγου για ό,τι αφοπλίζει έναν άντρα, είτε ηθικές αρχές είναι αυτό, είτε έρωτας:

Δε βρήκα ούτε έναν άνθρωπο, να ξέρει πώς να αγαπάει τον εαυτό του. Εγώ, παρά να πω πώς θα ήθελα να πνιγώ για την αγάπη μιανής σουσουράδας, θα προτιμούσα να αλλάξω από άνθρωπος και να γίνω καλύτερα πίθηκος.

Ο Ιάγος πιστεύει στη δύναμη της θέλησης. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις τον εαυτό σου και τους άλλους. Και  οι άλλοι είναι απλώς όργανα. Μπορείς να τους πλάσεις σαν τον πηλό. Ο Ιάγος, όπως και ο Ριχάρδος Γ’, περσότερο περιφρονεί τούς ανθρώπους παρά πού τους μισεί.

Λέει ο Ιάγος:

 Ο κόσμος αποτελείται από αχρείους και από ηλίθιους· από κείνους πού καταβροχθίζουν και από κείνους που καταβροχθίζονται. Οι άνθρωποι είναι όπως τα ζώα· ζευγαρώνουν και αλληλοκαταβροχθίζονται. Οι αδύνατοι δεν αξίζουν να τους λυπάσαι, είναι το ίδιο απεχθείς όσο και οι δυνατοί, μόνο πιο ηλίθιοι. Ο κόσμος είναι απεχθής.

Λέει ο Οθέλλος:

 Ο κόσμος είναι ωραίος και οι άνθρωποι είναι ευγενικοί. Υπάρχει έρωτας και πίστη.

Αν ξύσουμε από τον Οθέλλο το ρομαντικό του βερνίκι, ό,τι είναι όπερα και μελόδραμα, η τραγωδία της ζήλειας και η τραγωδία της προδομένης εμπιστοσύνης μεταμορφώνεται σε μια διένεξη ανάμεσα στον Οθέλλο και τον Ιάγο πάνω στη φύση του κόσμου. Τι είναι ο κόσμος. Καλός ή κακός; Ποιά είναι τα όρια του πόνου; Ποιος είναι ο έσχατος σκοπός αυτών των μετρημένων σύντομων στιγμών πού χωρίζουν τη γέννηση από το θάνατο;

Ο Ιάγος βάζει σε κίνηση το μηχανισμό της προστυχιάς, της ζήλειας και της βλακείας. «Όπως ο Ριχάρδος Γ’. Και όπως εκείνος, συντρίβεται. Ο κόσμος, όπου ο Οθέλλος μπορεί να πιστέψει στην απιστία της Δυσδαιμόνας, όπου η προδοσία είναι δυνατή, όπου ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα, όπου δεν υπάρχει φιλία, πίστη ή τιμιότητα, όπου ο Όθέλλος — συμφωνώντας να δολοφονηθεί ό Κάσσιος — δέχεται τον προδοτικό φόνο, ένας τέτοιος κόσμος είναι κακός. Ο Ιάγος είναι στ’ αλήθεια τέλειος σκηνοθέτης. Ο Οθέλλος του φωνάζει:

Με έριξες σε φριχτό βασανιστήριο.

Ο Ιάγος απέδειξε πώς ο κόσμος αποτελείται από ηλίθιους και από αχρείους. Κατάστρεψε τους πάντες γύρω του, και τον εαυτό του. Θα τον ρίξουν στα βασανιστήρια σ’ αυτή την τραγωδία πού ο ίδιος έστησε. Απέδειξε πώς δεν αξίζουν κανένα οίκτο, ούτε ο κόσμος, ούτε ο ίδιος. Η καταστροφή του Ριχάρδου επιβεβαιώνει τη λειτουργία του Μεγάλου Μηχανισμού. Το ίδιο επιβεβαιώνει και η συντριβή του Ιάγου. Ό κόσμος είναι ποταπός. Είχε δίκιο. Και το γεγονός ακριβώς πώς είχε δίκιο τον κατέστρεψε. Αυτό είναι το πρώτο παράδοξο του Οθέλλου.

Στην τελευταία σκηνή ο Ιάγος σωπαίνει. Γιατί να μιλήσει; Τα πάντα αποσαφηνίστηκαν. Ο κόσμος γκρεμίστηκε. Αλλά μόνο για τον Οθέλλο, όχι γι αυτόν. Θα του τσακίσουν τα κόκαλα, αλλά αυτός μπορεί να θριαμβεύει. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος του Ιάγου δεν είναι πράξη δικαιοσύνης. Δεν εξυπηρετούν κατά βάθος τίποτα. Είναι έξω από την τραγωδία, ακόμα και κυριολεκτικά. Ωστόσο, ο Ιάγος δεν νικάει μόνο στο πνευματικό επίπεδο της τραγωδίας· θριαμβεύει και σ’ αυτή την ίδια την υφή της, στην ύλη της και στη γλώσσα της.

Στην τρίτη πράξη ο Οθέλλος σέρνεται στα πόδια του Ιάγου, βγάζοντας αφρούς από το στόμα του πάνω σ’ έναν παροξυσμό. Ο Σαίξπηρ δεν φοβάται ποτέ τη θηριωδία. Του Γκλόστερ του βγάζουνε τα μάτια, ο Ληρ τρελαίνεται. Ο μεγαλόπρεπος, ο περήφανος, ο ωραίος Οθέλλος πρέπει να εξευτελιστεί. Και μάλιστα σωματικά. Όλα εδώ θ’ αποσυντεθούν, λες και τα κατατρώει κάποιο οξύ. Ο κόσμος του Οθέλλου και ο ίδιος ο  Οθέλλος:

Όμως τώρα
πάει πια για πάντα της ψυχής μου ή ησυχία!
Πάει η χαρά μου! Πάνε κι οι στρατιώτες
με τα όμορφα λοφία τους,
και οι περήφανοι πόλεμοι που κάνουν
την αγάπη της δόξας αρετή!
Πάνε όλα! Πάνε τα ανυπόμονα άτια,
και η στριγγόφωνη σάλπιγγα, οι βροντόλαλοι
των τύμπανων αχοί, των αυλών τα σφυρίγματα,
κι η μεγαλόπρεπη σημαία, κι όλη ή λαμπρότητα
και η λάμψη του πολέμου. Και, ω εσείς
φονικές μηχανές,
πού τα άγρια στόματα σας αντιβουίζουν τις τρομερές βροντές του αιώνιου Δία, έχετε γεια!
Του Οθέλλου το έργο έχει τελειώσει πια !


Ο Σαίξπηρ έχει προικίσει τον Οθέλλο με όλα τα γνωρίσματα του φεουδαρχικού ηρωισμού που τα συναντάμε στα ιπποτικά μυθιστορήματα και την επική ποίηση. Υπάρχει εδώ μεθυστική ποίηση, αλλά κ’ ένα σύστημα αξιών σαφώς καθορισμένων. Και πρώτα πρώτα υπάρχει βασιλικό αίμα:

η ζωή μου
και το αίμα μου κρατούν
από ανθρώπους που κάθισαν σε θρόνο

Ύστερα, υπάρχουν τα ηρωικά στερεότυπα, κληρονομιά της λατινικής ρητορικής:

Ο τύραννος πού λέγεται συνήθεια, σεβαστή γερουσία,
έχει κάνει ώστε να είναι το πετρένιο
και ατσαλένιο κρεβάτι του πολέμου,
για μένα, τώρα πουπουλένιο στρώμα.

Και τέλος υπάρχουν τα στοιχεία του παραμυθιού, του ονείρου, του θρύλου. Ο Iάγος είναι πέρα ως πέρα πραγματικότητα, καθημερινή ζωή, ατόφια ύλη. O Oθέλλος ανήκει σε άλλο κόσμο, γεμάτο εξωτισμό, ένα κόσμο πού απλώνεται από τις περιπέτειες του Οδυσσέα ως τα ταξίδια των εξερευνητών της Αναγέννησης. Διηγείται στη Δυσδαιμόνα:

για τους κανίβαλους, που τρων ο ένας τον άλλον ιστορίες για ανθρωποφάγους, και για ανθρώπους πού έχουν τα κεφάλια τους κάτω από τούς ώμους…

Ο Οθέλλος γέμισε την άδεια ελισαβετιανή σκηνή με τις θαλασσογραφίες όλων των ωκεανών.

«Όπως του Πόντου η θάλασσα, που το κρύο, ανυπόταχτο της ρέμα σταμάτημα δεν έχει, παρά κυλάει κατά την Προποντίδα και τον Ελλήσποντο αδιάκοπα: το ίδιο κι εμένα οι ματωμένοι οι στοχασμοί μου, με ασυγκράτητο βήμα, δε θα στρέψουν ποτέ να ιδούνε πίσω, δε θα ξαναγυρίσουν πια ποτέ προς την ήμερη αγάπη, ως να τούς καταπιεί, βαθιά και απέραντη θάλασσα, η εκδίκηση μου.

Το σύστημα των αξιών του Οθέλλου παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την ποίηση του και τη γλώσσα του. Ωστόσο, στην τραγωδία αυτή υπάρχει και μια δεύτερη γλώσσα, μια άλλη ρητορική. Αυτή πού χρησιμοποιεί ο Ιάγος. Στη σημαντική του Ιάγου ξεχωρίζουν σαν συνθήματα, σαν λέξεις – κλειδιά, σαν επιφωνήματα, τα ονόματα πραγμάτων και ζώων πού προκαλούν απέχθεια, φόβο, αηδία. Ο Ιάγος μιλάει για κόλλες, δολώματα, δίχτυα, φαρμάκια, κλύσματα, πίσσα και θειάφι, πανούκλα και χολέρα.Και έτσι θα γίνει πίσσα η αρετή της, και η πολλή καλοσύνη της το δίχτυ όπου θα μπλέξουν όλοι.



Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η «ζωολογία» που επικαλείται ο Ιάγος. Αποτελείται από ανήμπορα και ανίσχυρα ζώα («Να πνιγείς; Το πνίξιμο είναι για τα γατάκια και τα τυφλά κουτάβια»,  από σύμβολα και αλληγορίες της βλακείας και της ασκήμιας (σουσουράδες, πιθήκους), ασέλγειας και ακολασίας («ορμητικοί σαν τα τραγιά, πυροί σάν τούς πιθήκους, μανιασμένοι σα λύκοι τον καιρό πού ζευγαρώνουν». Ο λόγος του Οθέλλου σιγά σιγά ξεπέφτει σ’ ένα ψέλλισμα. Το πάθος και η ηρωική ποίηση της φεουδαρχικής εποχής χάνουν τη γλώσσα τους και τις εικόνες τους. Αυτό το ‘χει κιόλας παρατηρήσει ο Νάιτ. Ο Οθέλλος δεν θα συρθεί μοναχά στα πόδια του Ιάγου- θα μιλήσει και τη γλώσσα του. 
Αυτές οι σπασμένες φράσεις είναι ταυτόχρονα ένας από τους πρώτους εσωτερικούς μονολόγους — με τη σύγχρονη σημασία του όρου — πού συναντάμε στο δράμα.

Μαζί της, απάνω της! Πάει να πει την έκανε δική του. Αυτό είναι απαίσιο! — Το μαντήλι! —να ομολογήσει —το μαντήλι! — Να ομολογήσει, και ύστερα στην κρεμάλα για τον κόπο του. — Πρώτα η κρεμάλα, και κατόπι η ομολογία. — Τρέμω μ΄ αυτή τη σκέψη. Η ψυχή μου δε θα ένιωθε ένα τέτοιο μαύρο βασανιστήριο, χωρίς να βλέπει πιο βαθιά. Δεν είναι από τα λόγια τούτη ή ταραχή μου. —Αηδία! Μύτες, αφτιά, στόματα! Δεν μπορώ να πιστέψω! — Wet ομολογήσει, —το μαντήλι! «Ω, Σατανά!

Ο Οθέλλος θα παραληρεί ασταμάτητα από δω και πέρα για την πορνεία και το ζευγάρωμα, για τη φωτιά και το θειάφι, για σκοινιά, μαχαίρια και φαρμάκια. Θα επικαλείται την ίδια ζωολογία. Ο Ιάγος μιλούσε για κάργιες που αναζητάνε τη λεία τους· τον Οθέλλο θα τόν βασανίζει τώρα η εικόνα του «κόρακα σε σπίτι μολεμένο». Θα πάρει από τον Ιάγο όλες τις έμμονες ιδέες του, λες και δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις εικόνες των πιθήκων και των τράγων, του βάτραχου ή της κρεατόμυγας που ζευγαρώνει. “Δεν αξίζω πιότερο από έναν τράγο”, λέει. Ακόμα και όταν υποδέχεται επίσημα τον Λουδοβίκο, δεν μπορεί να συγκρατηθεί: “Σου εύχομαι, καλώς όρισες στην Κύπρο – Τραγιά και Πίθηκοι”. 
Η νύχτα πέφτει πάνω στον Οθέλλο. Και όχι μόνο μια νύχτα χωρίς ήλιο και φεγγάρι. Όπως στον Βασιλιά Λήρ και στον Μάκβεθ, ο ουρανός είναι άδειος.

“Δεν έχει άλλα πελέκια ο ουρανός
παρά για να βροντάει μονάχα; “

Ο Οθέλλος, όπως ο Βασιλιάς Ληρ και ο Μάκβεθ, είναι η τραγωδία του ανθρώπου κάτω από τον άδειο ουρανό. Στο τέλος, ο Ιάγος ρίχνεται στα βασανιστήρια. Αλλά στην πραγματικότητα, από τη δεύτερη πράξη και πέρα, εκείνος που βασανίζεται είναι ο Οθέλλος. Βήμα βήμα ξεπέφτει, όπως ο Λήρ, όπως ο Μάκβεθ ή ο Γκλόστερ· και όπως εκείνοι φτάνει σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει διέξοδος. Αδειάζει ως τον πάτο μια ανθρώπινη εμπειρία. Όπως στόν Βασιλιά Ληρ και στον Μάκβεθ, έτσι και στον Οθέλλο το σκαντάγιο ρίχνεται στην άβυσσο, για να βυθομετρήσει το έρεβος. Τα θεμελιακά ερωτήματα για το νόημα ή τον παραλογισμό του κόσμου μόνο στο τέλος του ταξιδιού μπορούν να βρουν απάντηση. Μόνο στο βυθό της αβύσσου. Ο Ουίλσον Νάϊτ ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε τη μουσική του Οθέλλου. Του αρνήθηκε όμως την καθολικότητα. Συγκριτικά με τον Βασιλιά Ληρ και τον Μάκβεθ, ο Οθέλλος είναι γι αυτόν ένα έργο που δεν υψώνεται στις διαστάσεις συμβόλου και περιορίζεται στην κυριολεξία του. Για τον Νάιτ, ο Οθέλλος δέν είναι καθολική τραγωδία. Προτιμώ την άποψη του Βίκτορα Ουγκό, παρ’ όλη την αφόρητη ρομαντική ρητορεία του:

Λοιπόν, τί είναι ο Οθέλλος; Είναι η νύχτα. Πελώρια μοιραία μορφή. Η νύχτα είναι ερωτευμένη με τη μέρα. Το σκοτάδι αγαπάει την αυγή. Ο Αφρικανός λατρεύει τη λευκή. Η Δυσδαιμόνα είναι για τον Οθέλλο φως και φρενίτις. Κι έτσι πόσο εύκολη του είναι ή ζήλεια! Είναι μεγάλος, είναι σεβαστός, είναι μεγαλόπρεπος, στέκει πάνω απ όλα τα κεφάλια, ακόλουθοι του είναι η γενναιότητα, οι μάχες, τα σαλπίσματα, οι παντιέρες, η φήμη, η δόξα- έχει την ακτινοβολία από είκοσι νίκες, είναι γεμάτος αστέρια, αυτός ο Οθέλλος· αλλά είναι μαύρος. Κι έτσι πόσο γρήγορα, σαν ζηλεύει, ο ήρωας γίνεται τέρας! Ο μαύρος γίνεται Νέγρος. Πόσο γρήγορα η νύχτα έγνεψε στο θάνατο!*

 Δεν στερείται το παραπάνω απόσπασμα άπονα γνήσιο θεατρικό όραμα. Μοιάζει να ταιριάζει στην εντέλεια σχεδόν με την τελευταία δημιουργία του σερ Λώρενς Ολίβιε στο ρόλο του Οθέλλου.
Ο Ιάγος κοντά στον Οθέλλο είναι ο γκρεμός κοντά στη γλιστερή κατηφοριά. «Από δω!» λέει χαμηλόφωνα. Η παγίδα συμβουλεύει τη στραβωμάρα. Το έρεβος οδηγεί το μαύρο. Η απάτη αναλαμβάνει να δώσει το φως που χρειάζεται η νύχτα. Η τυφλή ζήλεια έχει το ψεύδος για σκύλο της. Ενάντια στη λευκότητα και την ειλικρίνεια, ο Οθέλλος ο Νέγρος, ο Ιάγος ο προδότης — τί το πιο τρομερό! Αυτές οι αγριάδες του σκότους συνεννοούνται. Αυτές οι δύο ενσαρκώσεις της έκλειψης συμπίπτουν, η μια με βρυχηθμούς, η άλλη με καγχασμούς, η τραγική ασφυξία του φωτός
Λογαριάστε αυτό το βαθύ πράγμα. Ο Οθέλλος είναι η νύχτα. Και όντας η νύχτα και επιθυμώντας να σκοτώσει, τί παίρνει για να σκοτώσει; Φαρμάκι; ρόπαλο; τσεκούρι; μαχαίρι; Όχι, μαξιλάρι. Το να σκοτώνει είναι να νανουρίζει. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ ίσως να μην το λογάριασε αυτό. Ο δημιουργός, καμιά φορά σχεδόν χωρίς να το ξέρει, συμμορφώνεται με τον τύπο του, όταν ο τύπος είναι μεγάλη δύναμη. Κι έτσι η Δυσδαιμόνα, η γυναίκα του ανθρώπου Νύχτα, πεθαίνει πνιγμένη από το μαξιλάρι, όπου δέχτηκε το πρώτο φιλί, και πού δέχεται τη στερνή ανάσα.
Ο Οθέλλος του Ολίβιε μπαίνει στη σκηνή με το βήμα χορευτή· κρατάει ένα τριαντάφυλλο στο στόμα. Ο Οθέλλος του Ολίβιε πνίγει τη Δυσδαιμόνα μέσα σε φιλιά.

Μιλάνε για κείνη προτού εμφανιστεί. Ξεφωνίζουν πως κλέφτηκε μ΄ ένα Νέγρο. Η εικόνα της εκτέθηκε κιόλας μέσα σ΄ ένα κλίμα κτηνώδους ερωτισμού:

«Ένα γέρικο μαύρο κριάρι βρίσκεται
με την άσπρη σου αρνάδα”

Ο πρόλογος του Οθέλλου είναι κτηνώδης. Ο Ιάγος και ο Ροδερίκος θέλουν να εξαγριώσουν τον Βραβάντιο. Τούτο όμως δεν εξηγεί ακόμα αυτή την επιμονή στη χρησιμοποίηση παρομοιώσεων με ζώα. Είναι ηθελημένες. Η  ένωση του Οθέλλου και της Δυσδαιμόνας, από την πρώτη σκηνή, παρουσιάζεται σαν  ζευγάρωμα ζώων

….και θες να  αφήσεις την κόρη σου να σμίξει με ένα άτι της  Αραπιάς; ν αποχτήσεις αγγόνια που θα σου χλιμιντρούν να έχεις άλογα για ξαδέλφους και φοράδες για ανιψιές;

Ο Οθέλλος είναι μαύρος, η Δυσδαιμόνα είναι λευκή. Ο Βίκτωρ Ουγκώ. στο απόσπασμα που προαναφέρθηκε, μίλησε για το συμβολισμό του μαύρου και του άσπρου, της μέρας και της νύχτας. «Αλλά ο Σαίξπηρ είναι πιο συγκεκριμένος από τους ρομαντικούς. Πιο υλικός και σαρκικός. Στον Οθέλλο τα σώματα δεν βασανίζονται μόνο, άλλα και έλκονται.

…η κόρη σου και ο Μαύρος παριστάνουν το ζώο με τις δύο πλάτες.

Η εικόνα του ζώου με τις δύο πλάτες, μια άσπρη, μια μαύρη* φαίνεται να είναι ένα από τα αρχέτυπα της γενετήσιας πράξης. Είναι από τις πιο κτηνώδεις και ταυτόχρονα, από τις πιο γοητευτικές απεικονίσεις της ερωτικής πράξης*.

* Παραθέτω από τον Αντουέν Αρτώ: «…κάθε αληθινή ελευθερία είναι μαύρη, και ασφαλώς ταυτίζεται με την γενετήσια ελευθερία που είναι επίσης μαύρη, αν και δεν ξέρουμε ακριβώς το γιατί… και γι αυτό όλοι οι μεγάλοι Μύθοι είναι μαύροι…» (Antonin Artaud. The Theatre and Its Double).

Υπάρχει όμως σ’ αυτή και το κλίμα του ερωτισμού της εποχής μας, με την επιδίωξη της αποκλειστικά σαρκικής σχέσης  το κυνήγι των αντιθέσεων, και την κατάρριψη του γενετήσιου ταμπού. Γι αυτό τον συναντάμε τόσο συχνά σε μαυρόασπρους συνδυασμούς. Ο Οθέλλος ξελογιάζεται με τη Δυσδαιμόνα, αλλά και η Δυσδαιμόνα ξελογιάζεται πολύ περσότερο με τον Οθέλλο.

Να πέσει σε έρωτα, αντίθετα στο φυσικό, στα χρόνια της στη χώρα όπου μεγάλωσε, αψηφώντας
τιμή κι όλα τα πάντα    –  με έναν άνθρωπο που την τρόμαζε και μόνο να τον βλέπει!
Η Δυσδαιμόνα τα εγκατέλειψε όλα. Βιάζεται. Δεν θέλει πια μήτε μια νύχτα να μείνει αζευγάρωτη. Θ’ ακολουθήσει τον Οθέλλο στήν Κύπρο.

Ότι αγάπησα τον Οθέλλο,
κι επιθυμώ να ζήσω στο πλευρό του,
είναι αρκετή τούτη η άξαφνη της μοίρας μου
και σκληρή τρικυμία να το σαλπίσει
σε όλον τον κόσμο.

Την εποχή του Κην  η Δυσδαιμόνα πλάγιαζε φορώντας μια σκούφια. Οι σημερινές Δυσδαιμόνες αρκετά συχνά φοράνε ακόμα αυτή τη Βικτωριανή σκούφια. Ο Χάινε δυσφορούσε με την ιδέα πώς ίσως η Δυσδαιμόνα είχε υγρά χέρια. Έγραψε πώς καμιά φορά τον έθλιβε η ιδέα πως ίσως ο Ιάγος είχε κάποιο δίκιο. Ο Χάινε ερμήνευσε τον Σαίξπηρ πολύ πιο πικρόχολα από τον Σλέγκελ, τον Τικ και όλους τούς συναισθηματικούς Γερμανούς. Σύγκρινε τον Οθέλλο  με τον Τίτο Ανδρόνικο. «Και στα δύο έργα παρουσιάζεται με ξεχωριστή απόλαυση το πάθος μιας ωραίας γυναίκας για έναν άσχημο νέγρο», έγραψε.

H Δυσδαιμόνa είναι δύο ή ίσως τέσσερα χρόνια πιο μεγάλη από την Ιουλιέτα θα μπορούσε να είναι συνομήλικη της Οφηλίας. Είναι όμως πολύ πιο γυναίκα και από τις δύο. Ο Χάινε είχε δίκιο. Η Δυσδαιμόνα είναι υπάκουη και ταυτόχρονα πεισματάρα. Είναι υπάκουη ως το κατώφλι απ΄ όπου αρχίζει το πάθος. Είναι η πιο αισθησιακή απ΄ όλες τις γυναίκες του Σαίξπηρ. Πιο σιωπηλή από την Ιουλιέτα και την Οφηλία, βυθισμένη ολότελα στον εαυτό της. Ξυπνάει μόνο τις νύχτες.

Η ψυχή μου δε θα ένιωθε ένα τέτοιο μαύρο βασανιστήριο, χωρίς να βλέπει πιο βαθιά.

Η Δυσδαιμόνα δεν υποψιάζεται τι αναστάτωση προκαλεί και μόνο η παρουσία της· πώς και μόνο η παρουσία της είναι μια υπόσχεση. Ο Οθέλλος θα το μάθει αυτό αργότερα, αλλά ο Ιάγος το ξέρει από την αρχή. Η Δυσδαιμόνα είναι πιστή, ωστόσο πρέπει να ‘χει εξάπαντος πάνω της κάτι το πορνικό. Όχι in actu αλλά in potentia. Χωρίς αυτό το δράμα δεν στέκεται, γιατί ο Οθέλλος θα ήτανε γελοίος. Η Δυσδαιμόνα έχει ξελογιαστεί με τον Οθέλλο, αλλά όλοι οι άντρες — ο Ιάγος, ο Κάσσιος, ο Ροδερίκος — έχουν ξελογιαστεί με τη Δυσδαιμόνα. Κινούνται στο ερωτικό της κλίμα.

Το κρασί που πίνει κι αυτή είναι καμωμένο από σταφύλια, και αν ήταν όπως λες αγγελική, δέ θάχε ερωτευτεί το Μαύρο. Αγγελική πουτίγκα, αλήθεια! Δέν τήν είδες πώς χτυπούσε χαϊδευτικά την απαλάμη του; . . . Είχαν φέρει τόσο κοντά ο ένας με τον άλλον τα χείλια τους, που έλεγες και φιλιόντουσαν με την ανάσα τους.



Στη στάση του Οθέλλου απέναντι στη Δυσδαιμόνα σημειώνεται τώρα μια απότομη αλλαγή· μία αλλαγή που οι ραδιουργίες του Ιάγου δεν την εξηγούν ολότελα. Θαρρείς και στα ξαφνικά ο Οθέλλος τρομάζει από τη Δυσδαιμόνα. Ο Robert Speaight, στους στοχασμούς του πάνω στον Οθέλλο, αναρωτιέται που ολοκληρώθηκε ο γάμος τους. Στη Βενετία ή στην Κύπρο, τη νύχτα που ο Ιάγος μεθάει τον Κάσσιο;* «Ένα τέτοιο ερώτημα ίσως φανεί παράλογο όταν πρόκειται για μια σαιξπηρική τραγωδία, όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε δύο διαφορετικούς χρόνους και όπου τα ελατήρια δίνονται συνοπτικά. Αλλά, ίσως — ακριβώς επειδή στον Σαίξπηρ υπάρχουν όλα τα ελατήρια — το ερώτημα αυτό έχει κάποιο νόημα- αγγίζει μια σκοτεινή πλευρά στις σχέσεις του Οθέλλου με τη Δυσδαιμόνα. Ό Οθέλλος φέρεται σαν να ανακάλυψε μια διαφορετική γυναίκα από κείνη που περίμενε. 

«Αυτή που, τόσο νέα, μπορούσε έτσι να κρύβεται…» . 

Σαν να τον έχει αφήσει εμβρόντητο και να τον έχει τρομάξει αυτό το ξέσπασμα του αισθησιασμού σε μια κοπελίτσα, πού ως πριν λίγο άκουγε τις διηγήσεις του με τα μάτια χαμηλωμένα.

Θα κάνω το κρεβάτι του σχολείο
γι αυτόν, και το τραπέζι του θα γίνει
το εξομολογητήρι του.



Από την πρώτη νύχτα η Δυσδαιμόνα ένιωσε σαν ερωμένη και σαν σύζυγος. Ο ερωτισμός είναι ο προορισμός της και η χαρά της· ο ερωτισμός και ο έρωτας, ο ερωτισμός και ο Οθέλλος είναι ένα και το αυτό. Ό Έρως της είναι από φώς· αλλά για τον Οθέλλο ο  Έρως είναι παγίδα. Θαρρείς και ύστερα από την πρώτη νύχτα, χάθηκε στο έρεβος, όπου ο έρωτας και η ζήλεια, ο πόθος και η αηδία δεν μπορούν να ξεχωρίσουν.

Όσο πιο φλογερή παραδίδεται στον έρωτα η Δυσδαιμόνα, τόσο πιο πόρνη φαίνεται στα μάτια του Οθέλλου- ήταν, είναι ή θα είναι πόρνη. «Όσο πιο πολύ τον ποθεί, όσο καλύτερα αγαπιέται, τόσο πιο εύκολα πιστεύει ο Οθέλλος ότι μπορεί να τον πρόδωσε η να τον προδώσει.
Ο Ιάγος βάζει σε κίνηση όλο το κακό του κόσμου και στο τέλος πέφτει και ο ίδιος θύμα του. Η Δυσδαιμόνα πέφτει θύμα του πάθους της. Ο έρωτας της είναι μάρτυρας κατηγορίας, όχι υπερασπίσεως. Ο έρωτας την οδηγεί στο χαμό.

Αυτό είναι το δεύτερο παράδοξο του Οθέλλου. Σε κανένα άλλο μεγάλο σαιξπηρικό δράμα, με μόνη εξαίρεση ίσως τον Βασιλιά Ληρ, δεν ακούγεται τόσο συχνά όσο στον Οθέλλο η λέξη «φύση».

Θα ήταν κακή και λαθεμένη ή κρίση πού θα παραδεχόταν
πώς ένα τέτοιο τέλειο πλάσμα θα μπορούσε
να πάει ποτέ έτσι αντίθετα στους νόμους
που κυβερνούν τη φύση…

Η ιδέα αυτή επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, σχεδόν με τα ίδια λόγια:

Όμως καμιά φορά η φύση αν πλανηθεί —

Τι είναι φύση; Τι είναι αντίθετο στη φύση; Η Δυσδαιμόνα εξαπάτησε τον πατέρα της. Στον Βασιλιά Ληρ βλέπουμε τις κόρες του βασιλιά με τα μάτια του εξόριστου γέρου. Ακούμε τις κατάρες του. Στον Οθέλλο  η προοπτική είναι διαφορετική. Στο προσκήνιο στέκονται ο Οθέλλος και η Δυσδαιμόνα. Ο Βραβάντιος δεν ξυπνάει τον οίκτο. Αλλά μόνο προς το παρόν τα λόγια του θα τα επαναλάβει αργότερα ο Οθέλλος.

Πρόσεξε την, Μαύρε,
αν τα μάτια σου τα έχεις για να βλέπεις.
Γέλασε τον πατέρα της:
μπορεί να κάνει το ίδιο και για σένα.

Ο σεβασμός για τον πατέρα και τον άντρα, για την οικογένεια, την τάξη και την κοινωνική θέση, είναι σύμφωνος με τη φύση. H κοινωνική τάξη είναι φυσική. Ό,τι την καταστρέφει είναι αντίθετο στη φύση. Και ο ερωτισμός είναι φύση. Αλλά η φύση μπορεί να είναι καλή ή κακή. Ο ερωτισμός είναι διεφθαρμένη φύση. Το θέμα του Οθέλλου, όπως και το θέμα του Μάκβεθ και του Βασιλιά Ληρ, είναι η Πτώση. Η αναγεννησιακή μυθιστορία για τον πανούργο αχρείο και τον ζηλιάρη σύζυγο μεταμορφώθηκε σε μεσαιωνικό θρησκευτικό δράμα:

ΟΘΕΛΟΣ Και ποια είσαι εσύ;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ή γυναίκα σου, κύριε μου, η υπάκουη και πιστή γυναίκα σου.

ΟΘΕΛΟΣ Έλα, ορκίσου αυτό που λες.

Καταδίκασε η ίδια τον εαυτό σου,
για να μη γελαστούνε, βλέποντας σου
την ουράνια μορφή, και οι ίδιοι οι διάβολοι
και φοβηθούν να σε πάρουν.
Γι αυτό, κριμάτισε άλλη μια φορά και ορκίσου πώς είσαι τίμια.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ    Ο ουρανός το ξέρει.

ΟΘΕΛΛΟΣ     Ναι, το ξέρει ο ουρανός πως είσαι επίβουλη
και Άπιστη σαν την κόλαση.

Ο άγγελος μεταμορφώνεται σε διάβολο. Μετά το συμβολισμό του ζωικού κόσμου όπου έχει συμπεριληφθεί ο ερωτισμός, αυτή είναι η δεύτερη σε συχνότητα σημαντική της τραγωδίας. Το τοπίο του Οθέλλου είναι μια γη δίχως σελήνη και αστέρια, ύστερα, ένας κόσμος ερπετών και εντόμων. Τώρα το σκηνικό, όπως στο μεσαιωνικό θέατρο, το αποτελούν δύο πύλες: του παράδεισου και της κόλασης. Ακόμα και ή Αιμιλία, η φρόνιμη και προσγειωμένη ακόλουθος, μεταμορφώνεται σε πυλωρό της κόλασης:

Ε, εσύ, κυρία, που το έργο σου είναι αντίθετο απ΄ το έργο του Άγιου Πέτρου
και είσαι για να φυλάς τις θύρες του Άδη!

Μπροστά σ’ αυτές τις δύο πύλες ο Οθέλλος κάνει τα τελευταία μεγάλα ερωτήματα του προτού σκοτωθεί:

Άμα ανταμώσουμε μπρος στου Θεού το θρόνο, αυτή η χλωμάδα σου θα σφεντονίσει κάτω την ψυχή μου από τον ουρανό και θα την αρπάξουν οι δαιμόνοι.

Αλλά, στην πραγματικότητα, ο Οθέλλος, δεν είναι περισσότερο θρησκευτικό δράμα ή μυστήριο απ όσο είναι όπερα ή μελόδραμα. Η φύση είναι διεφθαρμένη και δεν μπορείς να την εμπιστεύεσαι. Δεν είναι δυνατόν να προσφύγεις στη φύση ή στους νόμους της. Η φύση είναι κακή, και ο Οθέλλος δεν είναι ο μόνος πού το σκέφτεται. Και για τον Σαίξπηρ είναι κακή. Είναι εξ ίσου παράλογη και απάνθρωπη όσο και ή ιστορία. Η φύση είναι διεφθαρμένη, όπως στα μεσαιωνικά θρησκευτικά δράματα, αλλά εδώ δεν εξαγοράζεται. Εδώ δεν υπάρχει λύτρωση. Οι άγγελοι μεταμορφώνονται σε διαβόλους. Όλοι. Χωρίς εξαίρεση.

Ε, τότε άλλαξε χρώμα, ω υπομονή,
ξανθέ και ροδομάγουλε άγγελε, — και γίνε
σκοτεινή σαν την κόλαση!
Τη συζήτηση τη συνεχίζει ο τρελός Ληρ:
Κοίταξε εκείνη την κυρία με το νάζι
το πρόσωπο της προμηνάει χιονιά μες στις διχάλες της·
ψιλολογάει την αρετή και το κεφάλι της
τινάζεται τη λέξη ακούοντας: ηδονή
ε, ούτε ή γάτα, ούτε ή νταβραντισμένη αλόγα
δεν τρέχουνε σ’ αυτή με τόση αβάσταχτη λαχτάρα.
Είναι απ τη μέση και κάτω κένταυροι,
αγκαλά απάνω είναι γυναίκες
μόνο ως τη ζώνη τους ανήκουν στους θεούς,
τ άλλο από κάτω είναι του διαβόλου
εκεί ‘ναι κόλαση, εκεί σκότος, εκεί και τά τάρταρα, όπου βράζει η πίσσα και το θειάφι, φλόγα και χόχλος, βρώμα και σαπίλα.

Ο Οθέλλος και ο Ληρ βρίσκονται στον ίδιο χώρο της τρέλας. Η φύση δικάζεται. Γι άλλη μια φορά το μίσος του Σαίξπηρ για τη φύση προοιωνίζει τον Σουίφτ. Η φύση είναι διεφθαρμένη, προπαντός στην αναπαραγωγική της λειτουργία. Οι ερωτικές ιστορίες, ου ιστορίες των εραστών και των αντρογύνων, είναι τόσο αμείλικτες και άγριες όσο και οι ιστορίες των βασιλιάδων, των ηγεμόνων και των σφετεριστών. Και στις δύο περιπτώσεις απομακρύνονται από την άδεια σκηνή πτώματα.Όλο το τοπίο του Οθέλλου, όλες οι χειρονομίες του, η ρητορική του — και ο τρόπος πού σιγά σιγά αυτή η ρητορική καταστρέφεται — ανήκουν στην ποίηση του μπαρόκ. Φαντάζομαι τον Οθέλλο, τη Δυσδαιμόνα και τον Ιάγο ντυμένους στα μαύρα και στα χρυσαφιά, βυθισμένους στις σκιές του Ρέμπραντ, μόνο τα πρόσωπα τους είναι στό φώς. Ή πρώτη σκηνή μέ πλήθος όταν ό Βραβάντιος ξεκινάει μέ τούς υπηρέτες του γιά νά βρει τόν Όθέλλο, μου θυμίζει πάντα τη Νυκτερινή Περίπολο.

Βάλτε μέσα
τα λαμπερά σπαθιά σας,
μην τα σκουριάσει η υγρασία της νύχτας.

Ο Οθέλλος είναι μια τραγωδία χειρονομιών. Κι αυτό ανήκει επίσης στο μπαρόκ. Αλλά εδώ οι χειρονομίες ανακόπτονται, μένουν θαρρείς μετέωρες. Όλοι για μια στιγμή κοκαλώνουν. Θα ‘θελα κατά τον ίδιο τρόπο να μέναν μετέωρες και οι τελευταίες χειρονομίες του Οθέλλου. Ας πλησιάσει στο κρεβάτι της Δυσδαιμόνας. Και ας αποτραβηχτεί. Μήπως δεν ξέρει τώρα ότι ο Ιάγος τελικά είχε δίκιο; Ό κόσμος είναι αρκετά χυδαίος, αφού εκείνη μπόρεσε να τον προδώσει, αφού οι άλλοι πιστεύουν στην απιστία της, αφού και αυτός ο ίδιος μπόρεσε να το πιστέψει.

Μια και θα έρθει η υποψία, πρέπει με μια
να έρθει μαζί κι η απόφαση.

Ο  Οθέλλος δεν χρειάζεται να σκοτώσει τη Δυσδαιμόνα. Το έργο θα ‘τανε πιο άγριο, αν σ’ αυτή την τελευταία και αποφασιστική στιγμή, την παρατούσε.

Ο Οθέλλος σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα για να σώσει την ηθική τάξη. Για ν΄ αποκαταστήσει τον έρωτα και την πίστη. Σκοτώνει τη Δυσδαιμόνα για να μπορέσει να τη συγχωρέσει. Έτσι θα ταχτοποιηθούν οι λογαριασμοί και ο κόσμος να ξαναβρεί την ισορροπία του. Ο Οθέλλος δεν ψελλίζει πια. Θέλει απεγνωσμένα να σώσει το νόημα της ζωής, το νόημα της δικιάς του ζωής, και ίσως και το νόημα του κόσμου.

Κι ακόμα να τους πείτε πώς όταν μια φορά ένας κακός Τούρκος χτύπησε στο Χαλέπι έναν πολίτη της Βενετίας και πρόσβαλε το Κράτος, άρπαξα απ το λαιμό τον αβάφτιστο σκύλο, και τον έσφαξα — έτσι.
Ο θάνατος του Οθέλλου δεν μπορεί να σώσει τίποτα. Η
δαίμονα είναι νεκρή, και το ίδιο νεκρός είναι ο κόσμος της φεουδαρχικής πίστης. Οι κοντοτιέροι είναι ένας αναχρονισμός. Το ίδιο και ή μεθυστική ποίηση τους, η ρητορική τους, τα πάθη τους και οι μεγάλες χειρονομίες τους. Μιά τέτοια χειρονομία είναι και η αυτοκτονία του Οθέλλου.
Η Δυσδαιμόνα είναι νεκρή· νεκρός είναι και ό ηλίθιος Ρoδερίκος· και ή συνετή Αιμιλία. Σε μια στιγμή θά πεθάνει και ο Οθέλλος. Όλοι τους πεθαίνουν: τίμιοι και αχρείοι, λογικοί και τρελοί, έμπειριοκράτες και κυνηγοί του απόλυτου. Όλες οι εκλογές είναι κακές.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εσύ, ποτέ, θα ‘κάνες τέτοιο πράγμα
γιά όλον τον κόσμο;

 ΑΙΜΙΛΙΑ Τι, εσύ δε θα το ‘κανες;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ «Όχι, στο φως του ουρανού!

ΑΙΜΙΛΙΑ Μα ούτε εγώ δε θα μπορούσα στο φως του ουρανού.
Δε θα δυσκολευόμουν όμως αν γινότανε στα σκοτεινά.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ       Θά μπορούσες να κάνεις
τέτοιο πράγμα, ποτέ, για όλον τον κόσμο;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο κόσμος είναι ενα τεράστιο πράγμα
Θα ήτανε, λέω, μεγάλη η πληρωμή
για ένα ελάχιστο φταίξιμο.

Ο Ιάγος σωπαίνει. Ακόμα και στα βασανιστήρια ίσως δεν θα βγάλει άχνα. Είχε πέρα για πέρα δίκιο. Αλλά μόνο στο πνευματικό επίπεδο. Σε όλα τα μεγάλα σαιξπηρικά δράματα; από τον Άμλετ και από το Τρωίλος και Χρυσηίδα και πέρα, η ηρωική τάξη και η πνευματική τάξη αλληλοσυγκρούονται. Θα συνεχίσουν ν’ αλληλοσυγκρούονται ως το Χειμωνιάτικο Παραμύθι και την Τρικυμία. Ό κόσμος είναι όπως τον είδε ο Ιάγος. Αλλά ο Ιάγος είναι αχρείος. Ο σαιξπηρικός κόσμος δεν ξαναβρίσκει την ισορροπία του μετά το σεισμό. Όπως και ο δικός μας.; Παραμένει ασυνάρτητος. Όπως και ο δικός μας. Στον σαιξπηρικό Οθέλλο στο τέλος όλοι είναι χαμένοι.

          ------------------------------------------------------------------------------










 






    ------------------------------------------------------------------------------------


William Shakespeare: Οθέλος


Πώς να χαρακτηρίσει κανείς το έργο του Σαίξπηρ; Διαχρονικό; Ερωτικό; Φιλοσοφικό; Ανήσυχου πνεύματος; Με αλήθειες; Με αριστοτεχνικά πλεγμένη ίντριγκα; Σαφώς το παρόν κείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί επαγγελματική κριτική πάνω στον "Οθέλ(λ)ο", αλλά απλώς μία προσπάθεια μετάδοσης της μεγαλειώδους ικανότητάς του στο κοινό που δεν τον έχει ακόμη διαβάσει, ανάμεσα στους οποίους ήταν μέχρι πρότινος και ο γράφων.

      Λίγα λόγια για την πλοκή: Ο μαύρος Οθέλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττηΔυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλος εντελώς ανυποψίαστος πέφτει θύμα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, ένα νεαρό, βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.

      Ερμηνευτικά σημεία: Πρώτον, ο Οθέλος είναι μαύρος. Μεγάλο μειονέκτημα ακόμη και για εκείνη την εποχή. Ο ρατσισμός δεν γεννήθηκε στις μέρες μας και η επιλογή του Σαίξπηρ να βάλει ως ήρωα και σύντροφο της όμορφης και ευγενούς Δυσδαιμόνας ένα μαύρο, αλλά ακέραιο χαρακτήρα δεν είναι τυχαία σε καμία περίπτωση. Ο Οθέλος, αν και τίμιος άνθρωπος και γενναίος πατριώτης πολεμιστής, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία εχθρική και άδικη κοινωνία, η οποία δεν του επιτρέπει να ερωτευτεί και να κάνει δική του τη Δυσδαιμόνα. Εντούτοις, πηγαίνει κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις και την παντρεύεται ταξιδεύοντας για την Κύπρο, όπου και γίνεται διοικητής και τοποτηρητής. Στην περίπτωση του Οθέλου, ο έρωτας δεν είναι μόνο τυφλός αλλά και κουφός και αυτό διότι πλανάται από τις υποψίες του πανούργου σημαιοφόρου Ιάγου, χωρίς να έχει απτές αποδείξεις. Οι ενδείξεις που του πλασάρει ο Ιάγος ως σίγουρες και επιβεβαιωτικές της απιστίας της Δυσδαιμόνας με τον Κάσσιο, αλλοτριώνουν τον Οθέλο. Βγάζουν από μέσα του αυτό που ο καθένας μας έχει μπροστά στη ζήλια: μίσος και οργή. Η αρχή της αναλογίας βρίσκει την πλήρη εφαρμογή της στην περίπτωση του έρωτα, καθώς όσο πιο ερωτευμένος είναι κανείς, τόσο περισσότερο εξοργίζεται, όταν υποπτεύεται ότι ο/η σύντροφός του τον/την απατά.

     Η μεταβολή του χαρακτήρα του Οθέλου γίνεται σταδιακά και όχι αδικαιολόγητα. Παρ' όλα αυτά, ο Σαίξπηρ, δανειζόμενος το στοιχείο της ομηρικής τύφλωσης, θολώνει τη σκέψη του ήρωά του κάνοντάς τον να βλέπει μόνο το κακό και όχι το γεγονός ότι κάποια από τα στοιχεία κατηγορίας της Δυσδαιμόνας είναι εύκολα καταρρίψιμα. Η αγάπη του για αυτήν γίνεται παράλληλα και το "όπλο" που θα τη σκοτώσει, παίρνοντας τη μορφή της ζήλιας. Διά στόματος Ιάγου μαθαίνουμε για τη ζήλια:

 "Ω, φυλαχτείτε, άρχοντά μου από τη ζήλια! Αυτή τη λάμια με τα φαρμακερά μάτια που βασανίζει τη σάρκα που τη θρέφει. Ο απατημένος ζει μακάριος, άμα τη μοίρα του αποδέχεται και διόλου δεν αγαπάει εκείνη που τον ντροπιάζει. Όμως, τι κόλαση περνάει αυτός που λατρεύει ενώ αμφιβάλλει, υποψιάζεται, ενώ με πάθος αγαπάει"

 (Πράξη Ι, σκηνή ΙΙΙ, μετάφραση αποσπασμάτων: Ερρίκος Μπελιές).

    Στο τέλος η κάθαρση έρχεται με τραγικό τρόπο. Ο Οθέλος μαθαίνει την αλήθεια και μην μπορώντας να ξεσπάσει διαφορετικά, αποφασίζει να τιμωρήσει τον εαυτό του με τον πιο βαρύ τρόπο. Τον θάνατο. Και αυτοκτονεί, αφού προηγουμένως έχει σκοτώσει τη Δυσδαιμόνα. Αυτοκτονεί όμως από τύψεις κυρίως ή από ντροπή; Η Τιμή άλλωστε έρχεται πάνω από όλα. Παρ΄ όλα αυτά, φαίνεται να επικρατεί η πρώτη οπτική, καθώς ο έρωτάς του για τη σύζυγό του ήταν αδιαμφισβήτητος και σφοδρός.

     Έπειτα, ο Ιάγος. Ο πιστός ακόλουθος και άπιστος πανούργος. Με κίνητρα τον φθόνο και την κακία, δολοπλοκεί, συκοφαντεί και διαβάλλει όλους και όλες πίσω από την πλάτη τους με άκρως επιτυχημένο τρόπο στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Κινεί τα νήματα της δραματουργίας και μέσα από τους σύντομους μονολόγους του αποκαλύπτεται, φανερώνοντας στον αναγνώστη τον πραγματικό του εαυτό και τα φθονερά  του "θέλω". Απευθύνεται στη δίκαιη γυναίκα του Αιμιλία σαν να είναι πράγμα, χωρίς να σέβεται διόλου την προσωπικότητά της. Εμπαίζει το Ροδρίγο απορροφώντας του πολλά χρήματα, υποσχόμενος ότι θα κάνει τη Δυσδαιμόνα να αφήσει τον Οθέλο και να ερωτευτεί εκείνον. Υποκρίνεται τον έμπιστο φίλο μπροστά στον Κάσσιο, ενώ παράλληλα δηλώνει ταπεινός υπηρέτης του Οθέλου και της Δυσδαιμόνας. Θα μπορούσαμε να συνεχίζουμε να "στολίζουμε" τον Ιάγο με πολλά επίθετα, αλλά θα παραβλέπαμε την καταλυτική του συμβολή στην εξέλιξη του μύθου. Ο Ιάγος είναι ο κακός μας εαυτός. Κάποιοι τον τιθασεύουν, ενώ κάποιοι άλλοι τον καλλιεργούν. Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, που βασίζονται στην υπόληψή μας. Απευθυνόμενος ο Ιάγος προς τον Οθέλο λέει στην τρίτη πράξη και τρίτη σκηνή: "Η υπόληψη, άρχοντά μου, και στον άντρα και στη γυναίκα, είναι το πρώτο στολίδι της ψυχής. Αν κάποιος μου κλέψει το πουγκί, ένα σκουπίδι κλέβει, ένα τιποτένιο τίποτα, που ήτανε δικό μου, έγινε δικό του, αλλά υπήρξε δούλος χιλιάδων αλλωνών. Όμως, αν κάποιος μου αφαιρέσει την υπόληψή μου, μ΄ απογυμνώνει από κάτι που εκείνον δεν τον πλουτίζει, κι εμένανε μ΄αφήνει πάμπτωχο."



     Ο Κάσσιος, έντιμος στρατιώτης, κοντινός φίλος και πιστός ακόλουθος του Οθέλου, γίνεται το μεγάλο θύμα της σκευωρίας που έστησε ο Ιάγος. Αναζητά την ευμένεια του δεύτερου και από τη συμπεριφορά του φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν θα διεκδικούσε τη Δυσδαιμόνα ακόμη κι αν του άρεσε πολύ, σεβόμενος τον Οθέλο, που τόσο αγαπά και εκτιμά.

     Πριν προχωρήσω στη Δυσδαιμόνα, θα σταθώ σε ένα ρόλο κλειδί στην εξέλιξη του μύθου και δεν είναι άλλος από τη γυναίκα του Ιάγου, την Αιμιλία. Επιστήθια φίλη της Δυσδαιμόνας, δίκαιη μέχρι το κόκαλο, δε δέχεται μύγα στο σπαθί της. Ακόμα και όταν μαθαίνει ότι ο άντρας της είναι ο φταίχτης της όλης ιστορίας απαιτεί την παραδειγματική του τιμωρία φωνάζοντας, με δυστυχές όμως τέλος και για εκείνη. Παρ' όλα αυτά, ποτέ δεν αποδέχτηκε την απιστία της Δυσδαιμόνας, αρνούμενη να πειστεί ότι η φίλη και κυρία της (κοινωνικά ανώτερη) θα έκανε ένα τέτοιο ολίσθημα. Η Αιμιλία είναι εκείνη η οποία αποκαλύπτει την αλήθεια στον Οθέλο και όσο "μικρή" κι αν φαίνεται στα ματιά του Ιάγου, τόσο μεγάλο είναι το ηθικό της εκτόπισμα. Κατακεραυνώνει το σύζυγό της, θρηνεί για τη Δυσδαιμόνα και μάχεται για την αλήθεια.

     Τέλος, η Δυσδαιμόνα. Ακόμη ένας τραγικός χαρακτήρας του έργου. Παρακούει την πατρική απαγόρευση και παντρεύεται τον Οθέλο. Ύστερα, κοινοποιεί στον πατέρα της την αγάπη που θρέφει στο πρόσωπο του Οθέλου και ακολουθεί τον τελευταίο στην Κύπρο. Πέρα από την ευγενική της καταγωγή, είναι και ευγενής στην ψυχή. Αγαπά το σύζυγό της, τού είναι πιστή και αφοσιωμένη και υπομένει κάθε λεκτική του προσβολή. Ακόμη κι όταν τη χαστουκίζει, αντιδρά μεν, αλλά λόγω του μεγάλου της έρωτα και της μυθοποίησης/εξιδανίκευσής του από εκείνη, αρνείται να πιστέψει ότι ο άντρας της άλλαξε τόσο απότομα. Αποδίδει σε πολιτικούς λόγους την αμφιθυμία του αγαπημένου της συντρόφου. Αποτελεί θύμα του δολοπλόκου Ιάγου και κρυφό αντικείμενο πόθου του Ροδρίγου. Όταν ο Οθέλος τής ανακοινώνει ότι πρόκειται να την σκοτώσει, τον παρακαλά να αναβάλει το θάνατό της για την επόμενη μέρα. Αυτό οδηγεί στις εξής ερμηνευτικές εκδοχές: Πρώτον, πιστεύει ότι μέχρι τότε μπορεί ο θυμός του Οθέλου να έχει καταλαγιάσει. Δεύτερον, σκέφτεται να ξεφύγει και να αποδράσει ή ακόμη και να ζητήσει προστασία, λόγω της εξουσίας του Γερουσιαστή πατέρα της. Τρίτον, θέλει να ζήσει τις τελευταίες της στιγμές, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, κοντά στον Οθέλο ή έστω να προλάβει να προσευχηθεί για την ψυχή της. Εδώ, βλέπουμε την ανθρώπινη μάσκα της ευγενικής καταγωγής και της υπομονής να σπάει.  

Η Δυσδαιμόνα, όσο κι αν μιλούσε έντιμα και έλεγε την αλήθεια στον Οθέλο, εκείνος δεν την άκουγε. Έτσι, το μόνο που της έχει απομείνει είναι η ικεσία για λίγη ακόμη ζωή και έτσι η τρίτη εκδοχή έρχεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Παραδίδεται στη μοίρα της και ζητά μια παράταση ζωής, για να σώσει τη ψυχή της.

 (Δυσδαιμόνα: Σκότωσέ με αύριο, άσε με να ζήσω απόψε.

 Οθέλος: Όχι, κι αν τολμήσεις να φέρεις αντίσταση...

Δυσδαιμόνα: Μισή ώρα μόνο χάρισέ μου.

 Οθέλος: Τώρα πια δεν παίρνει ούτε λεπτό αναβολή. Δυσδαιμόνα: Μια προσευχή να πω. Οθέλος: Πολύ αργά! Πράξη V, σκηνή II).

     Θα κλείσουμε αυτή μας την ανάλυση του σαιξπηρικού έργου του με τα λόγια του Οθέλου προς τη Δυσδαιμόνα, όταν οι υποψίες για απιστία της δεύτερης αρχίζουν και κυριεύουν τη λογική του πρώτου. Εκείνη του λέει ότι το χέρι της τού έχει χαρίσει την καρδιά της κι εκείνος της απαντά:

 "Γενναιόδωρο χέρι. Παλιότερα, οι καρδιές δίναν τα χέρια, ενώ σήμερα έχουνε κάνει έμβλημά μας να δίνουμε τα χέρια μα όχι τις καρδιές". 



        -----------------------------------------------------------------------------







          ---------------------------------------------------------------------------------------


Shakespeare's Othello programme in hand.jpg


Ο Οθέλος, ο Μαύρος της Βενετίας είναι θεατρικό έργο, ένα από τα πολλά σπουδαία έργα του μέγαλου `Αγγλου συγγραφέα Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Γράφτηκε γύρω στο 1603. Μαζί με τα άλλα έργα του ίδιου της εποχής εκείνης, ταΆμλετΜάκβεθ και Βασιλιά Ληρ, έτσι και η τραγωδία του Οθέλου, του μαύρου της Βενετίας (The Tragœdie of Othello, the Moore of Venice) είναι ως έργο τραγωδία. Πρώτη φορά δημοσιεύθηκε το έτος 1622.

Η πρεμιέρα του Οθέλου έγινε στις 1 Νοεμβρίου 1604 στο Palace of Whitehall.


 
 Οθέλος και Δυσδαιμόνα του Alexandre-Marie Colin.


Το θεατρικό έργο


Πλοκή

Ο μαύρος Οθέλος είναι αξιωματικός του στρατού της Δημοκρατίας της Βενετίας. Κρυφά παντρεύτηκε την όμορφη νεαρή και εύγλωττη Δυσδαιμόνα χωρίς τη συναίνεση του πατέρα της, Βραβάντιου. Όταν ο Ιάγος, ένας κακόβουλος στρατιώτης που είχε όνειρα προαγωγής του, βλέπει ότι ο Οθέλος αντί αυτού προάγει τον άπειρο Κάσσιο, βάζει το εκδικητικό του σχέδιο σε εφαρμογή. Ο Οθέλος εντελώς ανυποψίαστος πέφτει θύμα. Ο Ιάγος χρησιμοποιεί τον Ροδρίγο, ένα νεαρό, βαθιά ερωτευμένο με τη Δυσδαιμόνα, η οποία όμως δεν του ανταποκρίνεται.

Ο Βραβάντιος μαθαίνει για τον κρυφό γάμο και τον Οθέλο και απευθύνεται στα δικαστήρια κατηγορώντας τον για μάγια, μια και ποτέ δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε η κόρη του εθελοντικά να αγαπήσει «αυτόν τον ασχημομούρη». Ο Οθέλος και η Δυσδαιμόνα εκλιπαρούν τον πατέρα της να τους δώσει την ευχή του, γιατί αγαπιούνται αληθινά. Ο Οθέλος στέλνεται στην Κύπρο να πολεμήσει τους Τούρκους. Μαζί του ταξιδεύουν και η Δυσδαιμόνα, καθώς και ο Κάσσιος μαζί με τον Ιάγο που ακολουθείται από τη γυναίκα του Αιμιλία.

Ο Ιάγος δηλητηριάζει τη σχέση του Οθέλου, λέγοντάς του ότι η γυναίκα του τον απατά με τον Κάσσιο δείχνοντάς του για αποδεικτικό στοιχείο ένα μαντηλάκι που είχε δήθεν βρει. Ο Οθέλος γεμάτος καχυποψία κατηγορεί τη γυναίκα του για συζυγική απάτη και ψεύδος. Η Αιμιλία όμως του εκμυστηρεύεται την αλήθεια πριν την δολοφονήσει ο Ιάγος. Ο Ιάγος τελικά θα συλληφθεί και το σχέδιό του θα αποκαλυφθεί, ο Οθέλος όμως αυτοκτονεί από τις τύψεις.

Ερμηνεία των χαρακτήρων

Ο πρωταγωνιστής Οθέλος είναι ευγενής, ακέραιος χαρακτήρας. Το μαύρο του δέρμα καθώς και το όνομά του (Moore σημαίνει «Άραβας της Μαυριτανίας», συνεπώς και Μουσουλμάνος) είναι εκείνα που του κάνουν τη ζωή του δύσκολη. Οι έτσι ονομαζόμενοι «μαύροι» είχαν κακό όνομα στη εποχή του Σαίξπηρ: θεωρούντο κακοποιά και βάρβαρα στοιχεία. Έτσι ο Οθέλος, αν και τίμιος άνθρωπος και γενναίος πατριώτης πολεμιστής, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εχθρική μισερή και άδικη κοινωνία, η οποία ακόμα και την αγάπη της Δεισδαιμόνας δεν του επιτρέπει.

Η ιστορία του έργου βασίζεται σε παλαιότερη Νουβέλα του 1565 παρμένη από τη συλλογή Εκατόμυθοι (Hecatommithi) του Ιταλού Τζιράλντο Σίνθιο. Ο Σαίξπηρ ή διάβασε κάποια μετάφραση που σήμερα αγνοείται, ή κάποιος τρίτος του διηγήθηκε την ιστορία. Οι φιγούρες της ιταλικής νουβέλας είναι η Δυσδαιμόνα καθώς και μερικά πρόσωπα δίχως όνομα, ο κακός στρατιώτης, ο καπετάνιος και ο Μαύρος. Το δίδαγμα της ιστορίας του Σίνθιου ήταν πάντως κάποιο άλλο: «Οι Ευρωπαίες γυναίκες να μην ξενοπαντρεύονται».

Ο κακός Ιάγος θυμίζει κάποιον θρυλικό Σαντιάγκο, το εξολοθρευτή των Μαυριτανών. Με κίνητρα την κακία, τον φθόνο και αυτόν τον ρατσισμό κάνει ό,τι κάνει εν γνώσει των πράξεων του.
Το έργο αυτό ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του συγγραφέα στην εποχή του 17ου και 18ου αιώνα. Το γαλλικό κοινό του 1800 όμως το απέρριψε, αν και ο μεταφραστής του το μετέτρεψε και άλλαξε το τέλος του σε πιο ευχάριστο. Την εποχή του ρομαντισμού όμως, το κοινό κατάλαβε το τραγικό περιεχόμενο και πολλοί καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από το έργο (π.χ. Ευγένιος Ντελακρουά, Alexandre-Marie Colin, Robert Alexander Hillingford).

Ο Οθέλος στην όπερα

Το έργο του Σαίξπηρ μεταφέρθηκε δυο φορές σε όπερα:

Στις 4 Δεκεμβρίου 1816 έγινε η πρεμιέρα του Οθέλου, ossia Il moro di Venezia του Ροσσίνι στο Teatro del Fondo, στη Νεάπολη της Ιταλίας,
Στις 5 Φεβρουαρίου 1887 έγινε η πρεμιέρα του Οθέλου του Βέρντι στη Σκάλα του Μιλάνου. Η όπερα του Βέρντι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία.










Κινηματογράφος

1908 ΗΠΑ
1922 Γερμανία (Emil Jannings)
1952 Othello με τον Όρσον Γουέλς σεναριογράφο και πρωταγωνιστή
1955 Othello του Σεργκέι Γιούτκεβιτς
1979 Othello με τον Μάικλ Γκρος
1981 Othello με τον Άντονι Χόπκινς
2006 Omkara σε Ινδική γλώσσα (Vishal Bharadwaj με τους Ajay Devgan και Saif Ali Khan)
επίσης 1961, Die Heisse Nacht με τον Ρίτσαρντ Ατένμπορο


              ---------------------------------------------------------------------






ΠΗΓΕΣ







        ------------------------------------------------------------------------------------------------











Δημοσίευση σχολίου