Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

ANNE SEXTON - ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ


Αποτέλεσμα εικόνας για anne sexton photos



Αποτέλεσμα εικόνας για ann sexton



Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
Έχω υπάρξει ον του είδους της

 Το είδος της

 [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα)

Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες.


Η Ανν Σέξτον (1928-1974) ξεκίνησε να γράφει στα τριάντα της. Μέχρι τότε το μόνο που ήξερε ήταν να μαγειρεύει και ν’ αλλάζει πάνες στα μωρά της. Η επιφάνεια ράγισε στα 28 της: υπέστη νευρικό κλονισμό κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ένα βράδυ είδε στη βοστωνέζικη εκπαιδευτική τηλεόραση μια εκπομπή για τα σονέτα – θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ αυτό, σκέφτηκε. Ο γιατρός της τής είπε πως τα ποιήματά της μπορεί να σημαίνουν κάτι για κάποιον άλλο κάποια μέρα. Κι αυτό της έδωσε ένα μικρό σκοπό και μια αναβολή νέας αυτοκτονίας. Στην ψυχιατρική κλινική ανακάλυψε πως υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν εκείνη κι ένιωσε πιο αληθινή και «υγιής». Είπε μέσα της: αυτοί είναι οι άνθρωποί μου. Φράση που είπε για δεύτερη φορά όταν ανακάλυψε πως ανήκει, πλέον, στους ποιητές.




Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,
στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.
Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.
Όλη τη μέρα είναι στο πόδι
να καθαρίζει με προσήλωση.
Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά
η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.
Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.

Νοικοκυρά 

[Όλοι οι ακριβοί μου, 1962] (απόσπασμα)

Η Σέξτον άρχισε το βαθύ σκάψιμο στις επώδυνες εμπειρίες της (από τις σαδομαζοχιστικές παιδικές μνήμες και τον τρόμο των ενοχών τους μέχρι τον πανικό της μητρότητας). Συχνά κατανοούσε μέσα σ’ ένα ποίημα κάτι που δεν είχε αφομοιώσει στη ζωή της. Κάτι που μπορεί στην πραγματικότητα να το απέκρυπτε απ’ τον ίδιο της τον εαυτό αλλά ταυτόχρονα το αποκάλυπτε στους αναγνώστες. Με το ένα χέρι ανέσυρα σκατά και με το άλλο χέρι τα σκέπαζα με άμμο. Μερικές φορές ένιωθα σαν ρεπόρτερ που κάνει έρευνα για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν θάρρος, αλλά ως συγγραφέας πρέπει να παίρνεις το ρίσκο να γελοιοποιηθείς…


Οι δημόσιες αναγνώσεις της έμειναν αξέχαστες. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και ξεκινούσε, ενώ το κοινό μαγνητιζόταν από την εκθαμβωτική της εμφάνιση, την δραματική της ανάγνωση, τους επιδραστικούς της στίχους. Μεταμορφώνεσαι σε ερμηνευτή, οι αναγνώσεις σου παίρνουν πολλά, είναι μια αναβίωση των εμπειριών σου. Είμαι μια ηθοποιός στο δικό μου αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο. Κάποτε έγραψε στον Σολ Μπέλοου, συγκλονισμένη κάποτε από μια φράση του στον Χέντερσον του «Σάπιζα κι ήμουν ακόμα παιδί» κι εκείνος της απάντησε  με φράση από τον Χέρτσογκ του: «Μην κλαις, βλάκα, ζήσε η πέθανε, αλλά μη δηλητηριάζεις τα πάντα». Η φράση έγινε οδηγός της.

Στα έξι μου
ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,
αποφεύγοντας τον εαυτό μου,
το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο
στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]
Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,
για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-
όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος
που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα
απ’ το διαζύγιο. […]
Στεκόμουν εκεί ήσυχα,
κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.
Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.
Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου
όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,
με ξάπλωναν καθημερινά
για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.

Εκείνες τις εποχές…

 [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)



Δεν υπήρχαν ποτέ χαρούμενες μνήμες; Ναι, τότε που μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον (ποιητή και εραστή της) Τζορτζ Στάρμπακ παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Λόουελ (που της δίδαξε όχι πώς να γράφει αλλά τι να αφαιρεί) και μετά το μάθημα ανέβαιναν κι οι τρεις στο μπροστινό κάθισμα της παλιάς της Φορντ και πήγαιναν στο ξενοδοχείο Ritz, παρκάροντας παράνομα στην Ζώνη Φόρτωσης, λέγοντας, «κι εμείς να φορτώσουμε ήρθαμε». Με την Πλαθ μοιραζόταν πολλές κουβέντες περί θανάτου και αυτοκτονίας, το θέμα τις τραβούσε «σαν έντομα σε ηλεκτρικό γλόμπο». Εκείνη της διηγιόταν την ιστορία της πρώτης της απόπειρας «με γλυκές και τρυφερές λεπτομέρειες», που ταυτίζονταν με τις περιγραφές του Γυάλινου Κώδωνα. Λες και ο θάνατος μας καθιστούσε λίγο πιο υπαρκτούς εκείνη τη στιγμή. Όπως άλλωστε αναφέρει η Σέξτον, οι δυο ποιήτριες αλληλοεπηρεάστηκαν: η Πλαθ εν ζωή από εκείνη, εκείνη από την Πλαθ μετά την αυτοκτονία της και το Άριελ.








Το να μ’ αγαπάς όταν δε φορώ παπούτσια
σημαίνει ότι αγαπάς τα μακριά ηλιοκαμένα μου πόδια,
τα γλυκά μου, καλά και χρήσιμα σαν κουτάλια.
Και τις πατούσες μου, αυτά τα δυο παιδιά
που τ’ άφησαν να βγουν να παίξουνε γυμνά. […]
Τα κύματα είναι ναρκωτικό, φωνάζουν
υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω,
όλη τη νύχτα. Ξυπόλητη
παίζω ταμπούρλο πάνω κάτω στην πλάτη σου.
Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα
του ξυλόσπιτου παίζοντας κυνηγητό.
Τώρα με αρπάζεις από τους αστραγάλους.
Τώρα ανεβαίνεις προς τα πόδια
και έρχεσαι να με καρφώσεις στο σημείο της πείνας μου.

Ξυπόλητη

 [Ερωτικά ποιήματα, 1969] (απόσπασμα)




Ο τόμος περιλαμβάνει και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ποιήτρια (Paris Review, 1968), όπου συζητιούνται πολλά ειδικότερα θέματα της ποιητικής γραφής, τόσο από άποψη τεχνικής και μορφής, όσο και περιεχομένου, αλλά και γενικότερα όπως η έκφραση της θρησκευτικής εμπειρίας στα ποιήματά της (Μετά τον θάνατο προκύπτει ο Θεός. Δεν εννοώ τον τελετουργικό προτεσταντικό Θεό, ο οποίος είναι τόσο γλυκανάλατος, αλλά τους αγίους που μαρτύρησαν, τον σταυρωμένο άνθρωπο…) ή η μουσική. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε το Bachianas Brasileiras του Villa-Lobos για 3-4 χρόνια ως υπόκρουση γραφής αλλά είχε και το δικό της …συγκρότημα (Anne Sexton and) Her Kind, από το φερώνυμο ποίημά της – μια ομάδα φοιτητών, που αυτο-ορίζονταν ως chamber rock. H Σέξτον ήταν ενθουσιασμένη καθώς ένοιωθε τα ποιήματά της να διευρύνονται με νέο τρόπο και ήχο.

Είμαι στα δύο κομμένη
αλλά θα με νικήσω.
Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.
Θα πάρω το ψαλίδι
και θα κόψω τη ζητιάνα.
Θα πάρω το λοστό
και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα
κομμάτια του Θεού από μέσα μου.
Σαν ένα παζλ
θα τον συναρμολογήσω πάλι
με την υπομονή ενός σκακιστή.

Εμφύλιος πόλεμος

 [Η φριχτή κωπηλασία προς τον Θεό] (1975)




Η νεαρή νοικοκυρά, η προβληματική μητέρα με την υποτυπώδη μόρφωση ήταν πάντα διχασμένη σ’ έναν εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στους αντίθετους ρόλους του γονέα (που πάντα της προκαλούσε πανικό) και του παιδιού (που ήθελε να παραμείνει – ρόλο που ενίσχυε με τον άντρα της, ζητώντας του να της πει πριν κοιμηθεί πως ήταν «καλό κορίτσι»). Οριακά καθορισμένη από μια οικογένεια εχθρική (η μητέρα της, με αυτοκτονικές δοκιμές κι εκείνη, ήταν ιδιαίτερα επικριτική στα ποιήματά της – κάτι που σταμάτησε την πένα της μικρής Σέξτον για 15 χρόνια), μια δεύτερη συζυγική οικογένεια που επίσης δεν την αποδέχτηκε ποτέ, τον δεύτερο ψυχίατρό της (έναν ακόμα που «τίμησε» την ιδιότητά του συνάπτοντας σχέσεις μαζί της, εξωσυζυγικές φυσικά), κι έναν πανιδιαίτερο ψυχισμό – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην εκτενή εισαγωγή της η μεταφράστρια, η ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη έμοιαζε με χοάνη που δεν γέμιζε ποτέ.

Αλλά προφανώς υπήρχε κάτι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, που οδηγούσε σε τόσες αυτοκτονικές τάσεις και απόπειρες, στις δεκάδες ψυχιατρικές νοσηλείες, κρίσεις πανικού, τα βαρβιτουρικά και το ξυράφι που υπήρχαν μόνιμα στη τσάντα της. Αν οποιοδήποτε ποίημα είναι υπεράνω οποιασδήποτε ανάλυσης, παρουσίασης, υπερθεματισμού ή κριτικής (προσωπική άποψη, γι’ αυτό και σε τούτο το Πανδοχείο δεν σχολιάζουμε ποτέ Ποίηση), τα δικά της ποιήματα από τις 8 εν ζωή ποιητικές της συλλογές επαληθεύουν την αγαπημένη της καφκική φράση: 

Κάθε βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

 Στις 4-10-1974 μετά από μια επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση κι ένα πανεπιστημιακό μάθημα γύρισε σπίτι, έβαλε τα κοσμήματά της, πήρε ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε κανένα σημείωμα.

Όταν δουλεύω ένα ποίημα αναζητώ την αλήθεια. Μπορεί να είναι η ποιητική αλήθεια, που δεν είναι απαραίτητα αυτοβιογραφική ούτε αντικειμενική. 

// Ένα ποίημα πρέπει να κάνει τους ανθρώπους να δρουν.

Εκδ. Printa [Ποίηση για πάντα], 2010, εισαγ. – μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, 375 σελ., με 20σέλιδη εισαγωγή και 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας στα ποιήματα και τη συνομιλία, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία. Η μτφ. βασίστηκε στην έκδοση Anne Sexton, The Complete Poems (1999).



Τώρα, όλοι εμείς οι καταραμένοι που εκπέσαμε μετά
με τα διαβολικά μας στόματα και τα ανήσυχά μας μάτια
πρόωρα πεθαίνουμε
όμως δεν πάμε σε παράδεισο ή κόλαση
μα μας τοποθετούν στο «Άστρο του Αρουραίου» […]
Μας τοποθετούν εκεί πλάι στους τρεις ληστές
γιατί και οι ταπεινότεροι από εμάς
αξίζουμε να χαμογελάμε στην αιωνιότητα
σαν μια φέτα καρπούζι.

Οι αρουραίοι δε ζουν σε κάποιο αστέρι του κακού

 [Τα σημειωματάρια του θανάτου, 1974] (απόσπασμα)



             
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Το ποίημα της Κυριακής / Ανν Σέξτον

Μαθήματα στην πείνα 


«Σου αρέσω;»
 ρώτησα το μπλε σακάκι.
 Καμία απάντηση.
 Σιωπή αναπήδησε απ' τα βιβλία του.
 Σιωπή έσταξε απ' τη γλώσσα του
 και κάθισε ανάμεσά μας
 κι έφραξε το λαιμό μου.
 Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
 Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
 Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές 
και δεν έκλαψα,
 δεν ικέτεψα,
 μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
 και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
 ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
 έγινε φούρνος του γκαζιού. 
Σου αρέσω; 
Τι εξωφρενικό!
 Τι ερώτηση είναι αυτή;
 Τι σιωπή είναι αυτή; 
Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ
 διάτρητη απ' όσα είπε η σιωπή του;  

Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου, Εκδ. Printa, 2010

  -------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ : ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
                                                              
                                                          Η κόλαση είναι άδεια
                                                              Τζων Μπέρρυμαν

                                                    Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη
                                                         Σύλβια Πλαθ

                                              

                                                                                                                   

Μελετώντας τις εκρήξεις, τη φλόγα, τη βία, τον αισθησιασμό, τον σαρκασμό, την απελπισία στο έργο της Αν Σέξτον και γνωρίζοντας ότι συνήθιζε να γράφει «εν βρασμώ», δεν μπορώ να μην σκεφτώ τον τρόπο που ο Barthes έχει αντιληφθεί τη γραφή: σαν μια δύναμη μοιραία υποτελή στα πάθη• που τροφοδοτείται διαρκώς από τις αβύσσους της παθολογίας• εξαρτημένη από το σημαίνον αλλά και από τις ορμές• που εντούτοις δεν παύει να αποτελεί ένα πεδίο ελευθερίας. Για την Σέξτον η ενασχόληση με την ποίηση συγκροτεί τη μαγγανεία που την αποσπά από τον θάνατο• είναι ίλιγγος και μεγαλειώδης ερωτικός σπασμός• άμυνα και εξέγερση• τακτική ενάντια σε όλες τις ψυχικές οπισθοχωρήσεις• τόπος παραβιάσεων και αποκλίσεων• αφήγηση του αντισυμβατικού, του προκλητικού, του σκανδαλώδους, των θερμών επεισοδίων της λίμπιντο• εργαλείο για μια ειλικρινή προσέγγιση του εαυτού της.

Η εξομολογητική ποίηση (confessional poetry), σαν είδος που υποστηρίζει την ανάδειξη της προσωπικότητας, υπήρξε ο ιδιαίτερος δρόμος της Σέξτον, σε μια εποχή, όπου οι αναβράζουσες κοινωνικές ανακατατάξεις στην Αμερική πυροδοτούσαν νέες καλλιτεχνικές εκφράσεις. Πρώτος διδάξας αυτού του ρεύματος ο Ρόμπερτ Λόουελ (1917-1977) – από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Τα βήματά του ακολούθησαν δυο εξίσου σημαντικοί αμερικανοί, η Σύλβια Πλαθ και ο Άλεν Γκίνσμπεργ. Λίγο ενδιαφέρουν τα πραγματολογικά στοιχεία: Σ’ ένα από τα σεμινάρια του Λόουελ στη Βοστώνη, η Σέξτον έχει συμμαθητές τον Τζωρτζ Στάρμπακ και την Σύλβια Πλαθ. Κάνουν παρέα. Aνταλλάσσουν συγκινήσεις και ευαισθησίες. Δοκιμάζουν λέξεις (Είμαστε λέξεις, έχει ήδη γράψει ο Λόουελ). Η ποίηση μπαίνει οριστικά στη ζωή της Σέξτον για να τη σώσει από την τρέλα.

Το βιογραφικό της : Μανιοκατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας, ισάριθμοι εγκλεισμοί σε ψυχιατρικές κλινικές, αλκοολισμός, ταραγμένος ιδιωτικός βίος. Η Ανν Σέξτον (1928-1974) αποτελεί μια ακραία καλλιτεχνική περίπτωση, από εκείνες όπου η ιδιωτικότητα σχημάτισε μια απόλυτη ποιητική εκφορά, έναν κόσμο ολοκληρωτικά προσφερόμενο προς χάριν της τέχνης. Η ίδια υπήρξε μόνιμη επισκέπτης στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Η ψυχαναλυτική εμπειρία τη βοήθησε να αντέξει τα τραύματα και τις ελλείψεις της, κυρίως όμως την έφερε σε επαφή με ουσιαστικούς τρόπους εμβάθυνσης και κατανόησης της πραγματικότητας. Ήταν πολύ φυσικό όλη αυτή η διαδικασία να προεκταθεί και στο έργο της. Η ποίηση έγινε για κείνη μια παράλληλη γλώσσα διείσδυσης, όργανο αυτοπροσδιορισμού και σχεδιασμού της ψυχικής της ταυτότητας και της συνολικής της σχέσης με τον κόσμο. 




Ας δούμε:

 Πρώτο βήμα της Σέξτον:

 αυτογνωσία δια της γραφής (ποιητής δεν είναι ακόμη).

 Δεύτερο:

 διεκδίκηση μιας ισορροπίας μέσω των λέξεων (καταστολή του πόνου• ύφανση νέας ζωής – της ποίησης).

 Τρίτο:

 εκλογή μιας γλώσσας που δεν δειλιάζει και δεν ψευτίζει μπροστά στις συμβατικές πραγματικότητες (συγκρότηση και παραδοχή της ποιητικής υπόστασης). Τέταρτο: H αντικατάσταση του έρωτα για τον θάνατο με τον έρωτα της γλώσσας. (Τα βήματα αυτά θα γκρεμιστούν και θα ξανατεθούν πολλές φορές όσες και οι ψυχικές της καταρρεύσεις.)

Αποτέλεσμα: 

Μια ποίηση που πεινάει για ελευθερία• που ασθμαίνει βουτηγμένη σε σκοτεινά βιώματα και σωματικά υγρά• που περιφρονεί την υγεία των μικροαστών αλλά και κάθε κοινωνικό στερεότυπο. Η Σέξτον αφηγείται τα εσωτερικά της γεγονότα, βάζοντας τους αναγνώστες στη θέση του ψυχαναλυτή και αφήνοντας έκθετη προς χάριν τους την υποχθόνια ζωή της, την τραγικότητα, τη μοναξιά, την αδυναμία, τον θάνατο, την τρέλα. Όλα γυμνά. Χωρίς καμιά εξιδανίκευση.

Αναρχικός ατομικισμός.

 Είναι ένας όρος που νομίζω εξυπηρετεί πλήρως την περίπτωση της Σέξτον. Εν τούτοις, αυτή η αναρχία με τις υπερβολές και τις φαντασιοκοπίες της αλλά και με τον ζοφερό ρεαλισμό της, διόλου δεν στερείται ουσίας. Γιατί συντάσσει πίσω της μια ολόκληρη γενιά της Αμερικής και μια συγκεκριμένη κοινωνική μετάβαση, σ’ έναν χρόνο, όπου το φεμινιστικό κίνημα και τα αιτήματα της γυναικείας χειραφέτησης άλλαξαν το πρόσωπο της ιστορίας. Η Σέξτον ανέλαβε να ονομάσει τα αδιέξοδα, τις κραυγές και τους ψιθύρους όλων των έγκλειστων γυναικείων ψυχών στον μικρόκοσμο των ματαιώσεων και των ταπεινών δραμάτων της καθημερινότητας. Τραύματα, θανατερές δοσοληψίες, συντριβές, αλλά και έρωτας, πόθοι, σαρκικές απολαύσεις, η δύναμη και η πνοή του σώματος που συγκροτεί μια στέρεη υλικότητα. Μέσα σε αυτό το γυμνό σύμπαν προβάλλει το ίδιο το φύλο-γυναίκα, απαλλαγμένο από καθωσπρεπισμούς, συντετριμμένο και ευάλωτο, με όλη του την κρυφή ζωή στη φόρα, επιδεικνύοντας τους τρόμους, τις ψυχικές διαταραχές, τα αδιέξοδα της επαφής με τον άνδρα.

Το να είσαι γυναίκα, σημειώνει ο Κίργκεγκαρντ, είναι κάτι τόσο περίεργο, τόσο συγκεχυμένο, τόσο περίπλοκο, που κανένα σχήμα δεν μπορεί να το εκφράσει. Η γυναίκα ως «Άλλο», για την ανδρική σκέψη, συμπύκνωσε για αιώνες το «Κακό», μια επικίνδυνη ετερότητα που ισορροπούσε στη σκοτεινή πλευρά σαν μείξη αδρανούς ύλης και ανώριμης συνείδησης. Η Σέξτον, με τη φαλτσέτα της ποίησης, ξύνει τα περιττά φτιασίδια και τα διαχρονικά καλύμματα του γυναικείου προσώπου, ώστε το θηλυκό βίωμα να μην παραμείνει δυσανάγνωστο –ένας ανεξιχνίαστος όρος με υποθετικά συμφραζόμενα– αλλά να γίνει πλέον απτή ζωή με σπαραχτική γνησιότητα, η ακέραια υπαρκτική δυνατότητα ενός υποκειμένου. Ταυτοχρόνως σχεδιάζει τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων ανδρός γυναικός, θίγοντας ζητήματα όπως η συντροφικότητα, η επικοινωνία, η ισοτιμία, η μοιχεία, η αποξένωση, η εγκατάλειψη. Το έργο της –επιτομή ευστροφίας, ειλικρίνειας, πάθους, εναντίωσης και, εν τέλει, γενναιότητας– δεν υπονοεί απλώς τη φεμινιστική του καταβολή• είναι ένα ίχνος πνευματικό που συμπυκνώνει τον άνεμο της κοινωνικής αλλαγής στις ΗΠΑ, δίνοντας τον ρυθμό και τον τόνο για ευρύτερες μεταβολές στη συλλογική συνείδηση.

Έτσι αυτή η ποίηση άλλοτε μοιάζει φωτοβολίδα που σκάει υπονομεύοντας όλα τα μοντέλα συντήρησης, άλλοτε γίνεται μέσο απεγνωσμένης αυτοκριτικής κι άλλοτε εικόνα μιας μεγαλοπρεπούς συρρίκνωσης σε ένα θανατερό κέντρο. Επικρατούν πάντα οι βαθιές εσωτερικές περιοχές, σπανίως οι φωτεινές επιφάνειες και η διάσταση μιας ψυχαναγκαστικής σχεδόν έφεσης προς την ανακάλυψη αιτιών ζωής μέσω του έρωτα και της τραγικότητάς του – μέσω της κατεστραμμένης εξιδανίκευσης του έρωτα. Ο ερωτικός πυρετός, η απελπισμένη αναζήτηση του αρσενικού μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις και ο πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης αποτελούν εδώ σταθερά μοτίβα. Άραγε θα είχε γραφτεί μια τέτοια ποίηση αν η συγγραφέας της δεν ανήκε στη γενιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης που υπονόμευσε τον καθωσπρεπισμό στις ΗΠΑ; Το αίσθημα της Σέξτον, σημαδεμένο από την ίδια του την παθολογία, δεν είναι διόλου απειλητικό. Ο αισθησιασμός της μας συνεπαίρνει. Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή –ένα από τα πιο έξοχα ποιήματά της–, ξεσκεπάζει αυτήν ακριβώς την γυναικεία ζωή, που παρακάμπτοντας την συμβατική ηθική και την κοινωνική υποκρισία, υψώνεται ανενόχλητη στα ρείθρα της ελευθερίας της. (Μερικά ερωτικά της μου φέρνουν στο νου το πάθος και την σαρωτική γυναικεία θερμότητα της Τζόυς Μανσούρ.) Δεν λείπουν όμως και οι αναφορές σε κοινωνικά γεγονότα όπως η αμερικανική εμπλοκή στο Βιετνάμ, το ολοκαύτωμα, η δολοφονία του Κέννεντυ ή ακόμα και κάποια μυστικιστικά στοιχεία.

Εν τούτοις, αν και η Σέξτον βρίσκεται διαρκώς βυθισμένη στο χάος αναμασώντας προσωπικές μνήμες και οδυνηρά γυναικεία βιώματα, συναντά πάντα τα φαντάσματά της με τα μάτια ανοιχτά, χωρίς να προδίδει τον ρεαλισμό. Στο έργο της η διάθεση της απομυθοποίησης αποτελεί τη στέρεη βάση, όπου ακουμπούν οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και οι ακραίες φαντασιώσεις της, οι κοινωνικές και πολιτικές της ανησυχίες, οι καλλιτεχνικές ευαισθησίες και οι υπερρεαλιστικές της κλίσεις. Γιατί διακατέχεται από τον πόθο να ισοσκελίσει τον υπαρκτικό ίλιγγο με την αναζήτηση της αλήθειας (αληθινές λέξεις, αληθινή ζωή, αληθινά υπαρκτικά γεγονότα – μια ποίηση του αληθινού αισθήματος).

Τα ποιήματά της, όσο κι αν βαρύνονται από την ετικέτα της «γυναικείας» γραφής, αποτελούν μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ψυχική κατάθεση.     Τυπική Αμερικανίδα η ίδια, μεγαλωμένη με τις αξίες του μικροαστισμού, δεν δίστασε να δηλώσει: Yπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου […] το μόνο που ονειρευόμουν ήταν να ζήσω ένα κομμάτι ζωής, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά. (Παραδόξως ο ποιητής μπορεί να γεννηθεί και μέσα στην κοινοτοπία.) Στο γνωστό κείμενο του Joyce «To πορτρέτο του καλλιτέχνη ως νεαρού άνδρα», ο ήρωας, ποιητής Στήβεν Δαίδαλος, ορίζει τη γλώσσα, τη θρησκεία, την οικογένεια και το έθνος σαν τα δίχτυα που παραμονεύουν να καταστρέψουν την ψυχή του καλλιτέχνη. Η Ανν Σέξτον κινδύνεψε από αυτά, αλλά τελικά πέρασε πιο πάνω, βάζοντας το δικό της σκοτεινό όριο, εκεί όπου η γραφή έγινε η ευκαιρία και το μέσον για να υποτάξει όλες τις συμβάσεις που θέτουν οι κοινές νόρμες. 



Η αξία κάθε καλλιτεχνικού έργου έγκειται στην ένταση του, υποστηρίζει ο Κητς. Η Σέξτον γράφει με ολόκληρο ο νευρικό της σύστημα, η ένταση την διαπερνά και την αναταράσσει, την κάνει να τεντώνει τις λέξεις, να τις κουρδίζει σε όλο και ψηλότερες συχνότητες, σχεδόν οδηγώντας τες να σπάσουν. Συμπέρασμα: Έχουμε εδώ ένα έργο βαθιά απελπισμένο• άγριο και ζοφερό• κάποτε τρυφερό και θερμό• άλλοτε ψυχρό• που υμνεί την γυναικεία φύση και την αναζήτηση της ελευθερίας• που αυτοκαταστρέφεται και αιμάσσει• για να σταθεί εν τέλει στο πιο σκοτεινό σημείο της ύπαρξης: την καταγωγή του θανάτου. Η σκληρότητα (και κάποιες φορές ο κυνισμός), η βίαιη ρήξη με το υπάρχον, το πένθος και η σαρκαστική διάθεση, παραμένουν στην ποίηση αυτή ένα σταθερό στίγμα, φέρνοντας ως εμάς τους εφιάλτες ενός πλάσματος που η γυναικεία του μοίρα στο τέλος το συνέθλιψε.

Η ανθρωπότητα, σημειώνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αναδύεται από το χάος, την Άβυσσο, το Απύθμενο• αναδύεται ως ψυχή: ρήξη της ρυθμισμένης οργάνωσης του ζώντος […] που τείνει όλα να τα αναφέρει εις εαυτόν. Έτσι ακριβώς και η ατομική ψυχή ζει στην ηδονή «του όλα να τα φέρει στον εαυτό της», ενεργώντας – όσο κι αν αυτό μοιάζει παράδοξο – ανατρεπτικά προς την κατεστημένη τάξη του κόσμου. Μια τέτοια ατομικότητα στην αποθέωσή της συναντάμε στο έργο της Ανν Σέξτον, η οποία χτίζει ορόφους γλώσσας με σκοτεινή ύλη και αιχμηρά γυαλιά, εξομολογούμενη την προσωπική της ιστορία, μια ιστορία σαρκική και συγκεκριμένη, που εν τούτοις εκτείνεται και την ξεπερνά, για να γίνει πανανθρώπινη, περιγράφοντας το ίδιο το γυναικείο υπαρκτικό δράμα στις πολλαπλές του διαστάσεις.


Κλεοπάτρα Λυμπέρη


      ---------------------------------------------------------------------------------------------------------


Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του


Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.
Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.
Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.
Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.
Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.
Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.
Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -
για το φιτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -
για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -
το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.
Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.
Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.


    --------------------------------------------------------------------------------

Το φιλί


Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά
αργόσυρτες
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν
«κλαψιάρα,
κλαψιάρα, τι χαζή που είσαι!».
Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα
κόμπο τον κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά
ηλεκτρισμένα.
Σβιιινιν! Ανάσταση!
Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.
Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου
έργο είναι.
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.
Επιθυμώντας να πεθάνω
Εφόσον ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Μέσα στα ρούχα μου βαδίζω, δίχως σημάδια από εκείνο το ταξίδι.
Τότε η σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.
Ακόμα και τότε, δεν έχω τίποτα εναντίον της ζωής.
Ξέρω καλά εκείνο το παχύ γρασίδι που αναφέρεις,
τα έπιπλα που έβαλες κάτω από τον ήλιο.
Όμως οι απόπειρες έχουν μια γλώσσα ειδική.
Σαν μάστορες, θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ τους δε ρωτούν γιατί να χτίσω.
Δύο φορές διακήρυξα τόσο απλά τον εαυτό μου,
κυριαρχούσα στον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
και δέχτηκα την τέχνη, τη μαγεία του.
Μ' αυτό τον τρόπο, αναπαύτηκα,
βαριά και σκεπτική, θερμότερη από λάδι ή νερό,
με τα σάλια μου να τρέχουν απ' το στόμα.
Δεν σκέφτηκα το σώμα μου να το τρυπούν βελόνες.
Ακόμα και οι κερατοειδείς χαθήκαν και τα υπολείμματα
των ούρων.
Οι απόπειρες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.
Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
μα θαμπωμένες, να λησμονήσουν δεν μπορούν ένα
ναρκωτικό τόσο γλυκό
που ακόμα και παιδιά χαμογελώντας θα το θαύμαζαν.
Να χώνεις όλη τούτη τη ζωή κάτω από τη γλώσσα σου!
Αυτό γίνεται πάθος από μόνο του.
Ο θάνατος είναι ένα λυπημένο κοκκαλάκι. Μελανιασμένο
θα 'λεγες
κι όμως με περιμένει, χρόνο με το χρόνο,
για να γιατρέψει απαλά μία παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου από τη φυλακή της.
Σε ισορροπία εκεί, η απόπειρα συναντά καμιά φορά,
μαινόμενη ενάντια στους καρπούς, μία πρησμένη σελήνη
κι αφήνει το ψωμί που το μπερδέψαν με φιλί,
αφήνει τη σελίδα του βιβλίου απρόσεχτα ανοιχτή,
αφήνει κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο κατεβασμένο
και την αγάπη, ό,τι κι αν ήταν, ένα λοιμώδες νόσημα.


     ---------------------------------------------------------------------------------




Ανν Σέξτον – Ερωτικά ποιήματα


Κατηγορία: Παγκόσμια Ποιήση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
 Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Διορθώσεις: Δημήτρης Αθηνάκης, Αργύρης Παλούκας



Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.
Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.
Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

   --------------------------------------------------------------------------------------------------





Anne Sexton's reading of her poem "All my Pretty Ones" mixed with Peter Gabriel's "Mercy Street - For Anne Sexton" from the 1986 album "so". [images taken from the net]

Anne Sexton: "All My Pretty Ones" [text in brackets has been omitted]

Father, this year's jinx rides us apart
where you followed our mother to her cold slumber;
a second shock boiling its stone to your heart,
leaving me here to shuffle and disencumber
you from the residence you could not afford:
a gold key, your half of a woolen mill,
twenty suits from Dunne's, an English Ford,
the love and legal verbiage of another will,
boxes of pictures of people I do not know.
I touch their cardboard faces. They must go.

[But the eyes, as thick as wood in this album,
hold me. I stop here, where a small boy
waits in a ruffled dress for someone to come ...
for this soldier who holds his bugle like a toy
or for this velvet lady who cannot smile.
Is this your father's father, this commodore
in a mailman suit? My father, time meanwhile
has made it unimportant who you are looking for.
Ill never know what these faces are all about.
I lock them into their book and throw them out.]

       --------------------------------------------------------------------

Peter Gabriel: "Mercy Street - For Anne Sexton"

looking down on empty streets, all she can see
are the dreams all made solid
are the dreams all made real
all of the buildings, all of those cars
were once just a dream
in somebody's head
she pictures the broken glass, she pictures the steam
she pictures a soul
with no leak at the seam
lets take the boat out
wait until darkness
let's take the boat out
wait until darkness comes
nowhere in the corridors of pale green and grey
nowhere in the suburbs
in the cold light of day
there in the midst of it so alive and alone
words support like bone
dreaming of mercy st.
wear your inside out
dreaming of mercy
in your daddy's arms again
dreaming of mercy st.
'swear they moved that sign
dreaming of mercy
in your daddy's arms

This is the yellow scrapbook that you began
the year I was born; as crackling now and wrinkly
as tobacco leaves: clippings where Hoover outran
the Democrats, wiggling his dry finger at me
and Prohibition; news where the Hindenburg went
down and recent years where you went flush
on war. This year, solvent but sick, you meant
to marry that pretty widow in a one-month rush.
But before you had that second chance, I cried
on your fat shoulder. Three days later you died.

pulling out the papers from the drawers that slide smooth
tugging at the darkness, word upon word
confessing all the secret things in the warm velvet box
to the priest; he's the doctor
he can handle the shocks
dreaming of the tenderness, tremble in the hips
of kissing Mary's lips
dreaming of mercy st.
wear your insides out
dreaming of mercy
in your daddy's arms again
dreaming of mercy st.
'swear they moved that sign
looking for mercy
in your daddy's arms

These are the snapshots of marriage, stopped in places.
Side by side at the rail toward Nassau now;
here, with the winner's cup at the speedboat races,
[here, in tails at the Cotillion, you take a bow,]
here, by our kennel of dogs with their pink eyes,
running like show-bred pigs in their chain-link pen;
here, at the horseshow where my sister wins a prize;
and here, standing like a duke among groups of men.
Now I fold you down, my drunkard, my navigator,
my first lost keeper, to love or look at later.

I hold a five-year diary that my mother kept
for three years, telling all she does not say
of your alcoholic tendency. You overslept,
she writes. My God, father, each Christmas Day
with your blood, will I drink down your glass
of wine? The diary of your hurly-burly years
goes to my shelf to wait for my age to pass.
Only in this hoarded span will love persevere.
Whether you are pretty or not, I outlive you,
bend down my strange face to yours and forgive you.

Anne, with her father is out in the boat
riding the water
riding the waves on the sea.

   -----------------------------------------------------------------------------------------


Η Ανν Σέξτον (Ann Sexton, 9 Νοεμβρίου 1928-4 Οκτωβρίου 1974), γεννημένη ως Ανν Γκρέυ Χάρβεϊ (Anne Gray Harvey), ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας.

Η Σέξτον γεννήθηκε στο Νιούτον της Μασσαχουσέτης το 1928, και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της κοντά στη Βοστώνη. Το 1945, η Σέξτον ξεκίνησε να παρακολουθεί ένα οικοτροφείο, το Ρότζερς Χολλ, στο Λόουελλ της Μασσαχουσέτης. Το 1948 δραπέτευσε με τον Άλφρεντ Μούλλερ Σέξτον, γνωστό ως ‘Kayo’. Πριν πάρουν διαζύγιο στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είχαν αποκτήσει δύο παιδιά: τη Λίντα Γκρέυ Σέξτον, μετέπειτα συγγραφέα και απομνημονευματογράφο, και την Τζόις Σέξτον.

Δυστυχώς υπέφερε από κατάθλιψη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Στην πραγματικότητα η συγγραφή ποίησης της είχε προταθεί ως πιθανό φάρμακο που θα οδηγούσε στην θεραπεία της κατάστασής της. Η πρώτη κατάρρευση της Σέξτον έλαβε χώρα το 1954.

Μετά από μια δεύτερη κατάρρευση το 1955, η Ανν συνάντησε τον Δρ. Μάρτιν Όρνε στο Νοσοκομείο Γκλενσάιντ, ο οποίος την ενθάρρυνε να ξεκινήσει τη συγγραφή ποίησης και έτσι εγγράφηκε στο πρώτο της εργαστήρι ποίησης με δάσκαλο τον Τζον Χολμς.

Μετά το εργαστήρι η Σέξτον γνώρισε γρήγορη επιτυχία με την ποίησή της, και τα ποιήματά της έγιναν δεκτά από τα The NewYorker, Harper’s Magazine και Saturday Review.

Παρακολούθησε ένα ποιητικό εργαστήρι μαζί με τη Σύλβια Πλαθ, στο οποίο δίδασκε ο Ρόμπερτ Λόουελλ. Αργότερα, η ίδια η Σέξτον δίδασκε σε εργαστήρια στο Κολέγιο της Βοστώνης, στο Κολέγιο Ομπερλίν και στο Πανεπιστήμιο Κολγκέιτ. Η Ανν Σέξτον είναι το σύγχρονο μοντέλο του εξομολογητικού ποιητή. Υπό αυτή την έννοια, η Σέξτον άνοιξε την πόρτα όχι μόνο σε γυναίκες ποιήτριες, αλλά και σε γυναικεία θέματα. Η Σέξτον έγραψε για την εμμηνόρροια, την έκτρωση, τον αυνανισμό και τη μοιχεία την εποχή που τα ζητήματα αυτά δεν υπήρχαν καν ως θέματα απλών συζητήσεων, βοηθώντας στον επαναπροσδιορισμό των ορίων της ποίησης.

Η Ανν Σέξτον ήταν μια γυναίκα εκπληκτικής ομορφιάς και για σύντομο χρονικό διάστημα υπήρξε μοντέλο για το Πρακτορείο Χαρτ της Βοστώνης. Πράγματι, μαζί με τον Τζέιμς Ντίκεϋ, η Ανν Σέξτον ήταν μια από τις ποιητικές διασημότητες την περίοδο εκείνη, διάσημη σ’όλες τις ΗΠΑ.

Ο τίτλος για την όγδοη ποιητική της συλλογή, The Awful Rowing Toward God, προήλθε από τη συνάντησή της με έναν Ρωμαίο Καθολικό ιερέα, ο οποίος της είπε: ‘Ο Θεός είναι στην γραφομηχανή σου’, φράση που έδωσε στην ποιήτρια την επιθυμία και δύναμη θέλησης να συνεχίσει να ζει και να γράφει για λίγο περισσότερο καιρό.

Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Αυτοκτόνησε το 1974, αφού είχε κερδίσει τον θαυμασμό του Ρόμπερτ Λόουελλ, της στενής φίλης Μαξίν Κούμιν, του Τζέιμς Ντίκεϋ, της Τζόυς Κάρολ Όουτς και της Σύλβια Πλαθ μεταξύ άλλων. Είναι θαμμένη στο Νεκροταφείο και Κρεματόριο Φόρεστ Χιλλς στην Τζαμάικα Πλέιν στη Βοστώνη της Μασσαχουσέτης.

Το 1986 ο Βρετανός μουσικός Πίτερ Γκάμπριελ έγραψε ένα τραγούδι, το ‘Mercy Street’, αφιερωμένο στην Ανν Σέξτον.

Έργο

To Bedlam and Part Way Back (1960)

All My Pretty Ones (1962)

Live or Die (1966) - Κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ το 1967

Love Poems (1969)

Transformations (1971)

The Book of Folly (1972)

The Death Notebooks (1974)

The Awful Rowing Towards God (1975; μετά θάνατον)

45 Mercy Street (1976; μετά θάνατον)

Words for Dr. Y. (1978; μετά θάνατον)


 Ο τάφος της Ανν Σέξτον

(Grave of Anne Sexton, located at Forest Hills Cemetery in Jamaica Plain, Massachusetts.  )


  ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Ο θάνατος της Σίλβια

για την Σίλβια Πλαθ


Ω Σίλβια, Σίλβια,
μ’ ένα νεκρό κουτί γεμάτο πέτρες και κουτάλια,
με δυο παιδιά, δυο διάττοντες
που τριγυρνούν αδέσποτοι σ’ ένα μικρό δωμάτιο παιχνιδιών,
με το στόμα σου στο σεντόνι
στο δοκάρι της στέγης, στη βουβή προσευχή,
(Σίλβια, Σίλβια
πού πήγες
αφού μου έγραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια της πατάτας
και τη μελισσοκομία;)
σε τι παραστεκόσουν,
πώς πλάγιασες μέσα του έτσι απλά;
Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες μέσα του
πώς σύρθηκες μονάχη
μέσα στο θάνατο που επιζητούσα τόσο έντονα,
για τόσο καιρό
μέσα στο θάνατο που και οι δυο μας λέγαμε πως ξεπεράσαμε
αυτόν που φορούσαμε στα λιπόσαρκα στήθη μας
αυτόν για τον οποίο μιλούσαμε τόσο συχνά, κάθε φορά
που κατεβάζαμε τρία έξτρα ντράι μαρτίνι στη Βοστόνη
τον θάνατο που μίλαγε για αναλυτές και θεραπείες
τον θάνατο που μίλαγε σαν πολύφερνη νύφη
τον θάνατο που του κάναμε προπόσεις
- τα κίνητρα και μετά η αθόρυβη πράξη;
(Στη Βοστόνη
οι πεθαμένοι
μπαίνουν σε ταξί
ναι, ο θάνατος πάλι,
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Ω, Σίλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο τυμπανιστή
που κρατούσε τον ρυθμό στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία
πώς ήθελε να τον αφήσουμε σαν σαδιστής
να πλησιάσει ή σαν νεράιδα Νεοϋορκέζα
να κάνει την δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα παράθυρο στον τοίχο ή ένα λίκνο·
κι αυτό περίμενε από τότε
κάτω από την καρδιά μας, στο ντουλάπι μας,
και βλέπω τώρα ότι τον αποθησαυρίζουμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες
και δοκιμάζω με το νέο του θανάτου σου
μια γεύση του απαίσια, που μοιάζει με αλάτι.
(Κι εγώ,
κι εγώ επίσης.
Και τώρα, Σίλβια,
εσύ ξανά
με τον θάνατο ξανά
αυτή η επιστροφή στο σπίτι
με το το αγόρι μας).
Και λέω μόνο,
με τα μπράτσα απλωμένα σ’ αυτόν τον πέτρινο τόπο,
τι άλλο είναι ο θάνατός σου
από ένα παλιό προσωπικό αντικείμενο,
ένα σημάδι που έπεσε
από ένα σου ποίημα;
(Ω, φίλη μου,
όσο έχει κακό φεγγάρι
και ο βασιλιάς έχει εξαφανιστεί
και η βασίλισσα είναι σε πλήρες αδιέξοδο,
ο θαμώνας των μπαρ πρέπει να τραγουδά!)
Ω, μικροσκοπική μητέρα
κι εσύ επίσης!
Ω, αστεία δούκισσα!
Ω, ξανθό κορίτσι!



 


ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Στις αρχές του 1960, η Anne Sexton κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή και ταράζει τα νερά της κλασικής, μετρημένης και “αξιοπρεπούς' αμερικανικής ποίησης. Η θεματολογία της κινείται γύρω από ψυχιατρεία, θεραπείες και απόπειρες αυτοκτονίας, υλικό που μέχρι τότε δεν θεωρούνταν αξιόλογο ποιητικά, ειδικά από γυναίκες ποιήτριες. 

Ποιήματα όπως το “Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας' ή “Το κεφάλι που περιμένει' έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση σε κοινό και κριτικούς, αποτυπώνοντας τις συνέπειες του αστικού αμερικανικού ονείρου που εγκλώβιζε χιλιάδες δημιουργικές και ευαίσθητες γυναίκες αποκλειστικά στο ρόλο της συζύγου και της μητέρας.

“Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί και αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγός μου από εμένα [...] Η επιφάνεια ράγισε όταν ήμουν εικοσιοκτώ. Υπέστην ψυχωτική κατάρρευση και προσπάθησα να αυτοκτονήσω' 

θα πει η Σέξτον μερικά χρόνια αργότερα. Φυσικά, η Σέξτον ήταν ασθενής. Υπέφερε από κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό και ακολουθούσε θεραπείες σε όλη της τη ζωή.

 Η ποίηση ήταν για εκείνη ένας τρόπος να μιλήσει για όσα συνέβαιναν στη ζωή εντός του μυαλού της. Εξέδωσε συνολικά επτά ποιητικές συλλογές όσο ζούσε και με τα χρόνια καταπιάστηκε με θέματα όπως ο έρωτας, η λαγνεία, οι γονεϊκές σχέσεις και ο Θεός χωρίς ποτέ να απεμπολεί την έλξη της για τον θάνατο. 

Αυτοκτόνησε τελικά το 1974. Μετά τον θάνατό της, η κόρη της εξέδωσε άλλες τρεις ποιητικές συλλογές με ποιήματα της μητέρας της. Για την παρούσα ανθολογία σταχυολόγησα χαρακτηριστικά ποιήματα από όλο της το έργο έτσι ώστε η παρουσίασή της στο ελληνικό κοινό να είναι όσο το δυνατόν πιο σφαιρική.

 Η δημοφιλία και η αναγνώριση που είχε το έργο της κατά τη δεκαετία του 1960 μέχρι και τον θάνατό της, συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, κατατάσσοντας την Anne Sexton στις σημαντικότερες Αμερικανίδες ποιήτριες του 20ου αιώνα.


 Anne Sexton - Ποιήματα (μετάφραση-επίμετρο: Δήμητρα Σταυρίδου), εκδ. Printa

 ----------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ











--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------





Δημοσίευση σχολίου