Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ



ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ


Η Διδώ Σωτηρίου αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της Ηλέκτρας…



imagemagic



Διδώ Σωτηρίου – Ηλέκτρα

Εκδόσεις Κέδρος


Εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό του 1942 οι κρατούμενοι στο Τμήμα Μεταγωγών σταμάτησαν το σουλάτσο κι έβαλαν αυτί. Άκουγαν καλά; Ή μήπως έπαθαν παράκρουση από την πείνα; Ένα χαρούμενο παιδικό γέλιο βγαίνει από το σκοτεινό κελί των κρατουμένων γυναικών. Παιδικό γέλιο σ” έναν τάφο;

21--6-thumb-large


Έτσι ξεκινά να αφηγείται τη συγκινητική ιστορία της φίλης της, Ηλέκτρας, η Διδώ Σωτηρίου. Η Ηλέκτρα Αποστόλου συμμετείχε στο Αντιπολεμικό και Αντιφασιστικό Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι το 1935, ανέλαβε αντιφασιστική δράση, κρατήθηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, βασανίστηκε και πέθανε αγωνιζόμενη.
Το πρωί της 26ης Ιουλίου 1944 το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας, μεταφέρεται στο νεκροτομείο. Σύμφωνα με το συνοδευτικό έγγραφο, ήταν ένα από τα πολλά θύματα του σφαγείου που λειτουργούσε επί κατοχής στο επιταγμένο ξενοδοχείο Κρυστάλ. Η ιατροδικαστική έκθεση πιστοποίησε ότι το σώμα της γυναίκας έφερε εγκαύματα, είχε υποστεί φρικτές παραμορφώσεις και κακοποιήσεις σε διάφορα όργανα. Η δολοφονημένη γυναίκα είχε συλληφθεί το πρωί της προηγούμενης μέρας από Γκεσταπίτες. Η Αντίσταση είχε χάσει ένα από τα πιο μαχητικά και ευγενικά στελέχη της. Την Ηλέκτρα.
Η έκδοση του βιβλίου «Ηλέκτρα» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επετειακή, καθώς εφέτος συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την άγρια δολοφονία της Ηλέκτρας Αποστόλου (26 Ιουλίου 1944) και δέκα χρόνια από το θάνατο της συγγραφέως Διδώς Σωτηρίου (23 Σεπτεμβρίου 2004), γράφει στον πρόλογό του ο Νίκος Μπελογιάννης.
Η συγγραφή της νουβέλας Ηλέκτρα (η Διδώ χρησιμοποιούσε τον όρο «μυθιστορηματική βιογραφία» ή στα γαλλικά «vie romancee») άρχισε αμέσως μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου της, «Οι νεκροί περιμένουν», το φθινόπωρο του ’59 και συνεχίστηκε στην Αίγινα το καλοκαίρι του ’60 (το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε να γράφει και τα «Ματωμένα Χώματα»).

Αποσπάσματα
Οι κατακτητές και οι πουλημένοι κυβερνήτες τα χάνουν. Πως ζωντάνεψαν οι νεκροί; Πού βρήκαν αυτό το σθένος; Πώς ενώθηκαν έτσι σαν ένας άνθρωπος; «Την ενότητα χτυπήστε, την ενότητα», διατάζει ο κατακτητής. Προσπαθούν οι κουίσλινγκς. Φτάνουν να υποσχεθούν ογδόντα δράμια ψωμί σε ορισμένους κλάδους. Αποτυχαίνουν. «Ή όλοι ψωμί ή κανείς!». Αρχίζει η τρομοκρατία. Πιάνουν υπαλλήλους και τους παραπέμπουν σε στρατοδικεία. Ψηφίζουν νόμο που προβλέπει ποινή θανάτου για τους απεργούς. Αποτυχαίνουν πάλι. Οι υπάλληλοι απαντούν σαν ένας άνθρωπος «Σκοτώστε μας!». Οκτώ μέρες χαλάει ο κόσμος με τις κλαδικές απεργίες. Προετοιμάζεται η μεγάλη μάχη που θα παραλύσει ολόκληρη την κρατική μηχανή: Η παν-υπαλληλική απεργία του 1942.
………..
Η Ηλέκτρα λάμπει, είναι βαθιά συγκινημένη, ώρα πολλή σκέπτεται, δίχως να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Ο Σολωμός τραγουδούσε τον Απρίλη με τον Έρωτα….
Η Ηλέκτρα μιλάει με τις φίλες της για τις προοπτικές που ξανοίγονται. Ανασκοπούν την πορεία των αγώνων από το 1933, όταν άρχισαν να προειδοποιούν τον ελληνικό λαό για τον κίνδυνο του φασισμού. Κανείς σχεδόν δεν ήθελε να το πιστέψει. «Προπαγάνδες» έλεγαν. «Η Ελλάδα δεν τα γουστάρει τέτοια σκέρτσα»… «Άι παράτα μας μ” αυτόν τον φασισμό» είπε μια μέρα στην Ηλέκτρα μια φτωχιά, αγράμματη νοικοκυρά. «Πες μας καλύτερα τί να μαγειρέψουμε, να γεμίσουμε τα στομάχια των παιδιών μας που πεινούνε».
………….
Το καλαντάρι γράφει 8 Σεπτεμβρίου του 1942. Σωθήκανε τα ψέματα. Σήμερα η Ηλέκτρα πρέπει να δώσει το παιδί της, για να “ ναι ελεύθερη να δραπετέψει. Το παιδί ξέρει πως θ” αποχωριστεί τη μάνα του κι είναι ανήσυχο. Στριφογυρνά στην αγκαλιά της, τη φιλάει, αποζητά το χάδι της. Η Ηλέκτρα προσπαθεί να το προετοιμάσει ψυχολογικά. Μα κείνο είναι νευρικό, νιώθει σα να “χασε τη σκεπή πάνω απ” το κεφάλι του. Όλο μουρμουρίζει «Μαμά!» κι ύστερα βουρκώνουν τα ματάκια του και σωπαίνει.
Έλα, μπρος να παίξουμε, Αγνή. Όμως θα τα φυλάξεις εσύ τώρα, να το ξέρεις. Ζαβολιές δε θέλω…
Δεν πρόλαβε ν” αρχίσει το παιχνίδι. Τη φωνάζουν για επισκεπτήριο. Ένας κόμπος δένεται στο λαιμό της Ηλέκτρας και δεν την αφήνει ν” ανασάνει. Σφίγγει θερμά το παιδί της, το φιλάει στα μάτια, στα μαλλιά , στα χέρια. Ύστερα σηκώνεται αποφασιστικά. Είναι σαστισμένη μα δεν το δείχνει.
Πάμε Αγνούλα αγάπη μου. Ήρθαν να σε πάρουν καλοί φίλοι. Κοντά τους θα τρως ψωμάκι. Θα σ” αγοράσουν και την κουκλίτσα που θέλεις….
……….
«Δεν παίζουμε τις κουμπάρες» έλεγε. «Γράφουμε την ιστορία του τόπου μας, πασχίζουμε να χαρίσουμε καλύτερη ζωή στο λαό μας. Αν μπρος σ” αυτόν τον σκοπό η ζωή και η ευτυχία η δική μας δε λογαριάζονται , η ζωή και η προκοπή του λαού και των οργανωτών του είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε».
Γι “αυτόν τον λόγο ήταν αμείλικτη, πρώτα με τον εαυτό της. Τα λάθη της ήθελε να τα συζητάει, ήταν η πρώτη που τα “βλεπε και τα φανέρωνε, ακόμα κι όταν δεν τα είχαν αντιληφθεί οι άλλοι. Πίστευε στην αυτοκριτική, δεν τη θεωρούσε θεατρική παράσταση για τη δημιουργία εντυπώσεων. Αυτό το ήθος το διατηρεί και προς τα πάνω και προς τα κάτω.
………..
Η πόρτα ανοίγει ξανά. Δυο άντρες κουβαλούν συρματόσχοινα, φάλαγγες, τροχαλίες, μαστίγια, βούνευρα, κεριά κι έναν κουβά με νερό.
Ετοιμάσου, κοντοζυγώνει η ανάκριση! της λέει ο ένας. Ξαναφεύγουν. Η Ηλέκτρα κοιτάζει τα σύνεργα. Τούτη τη σαδιστική γκάμα του τρόμου την ξέρει. Έκαναν λάθος όμως στην πόρτα. Για τη δική της δεν πρόκειται ν “ ανακαλύψουνε κλειδί. Θα παραδώσει στα χέρια τους ένα άδειο κορμί να το βασανίζουν. Εκείνη θα στέκει πλάι, απτόητη, αγέρωχη, ατσαλένια. Όταν την καίνε, δεν θα καίγεται, όταν την τρυπούν δεν θα τρυπιέται, όταν τη μαστιγώνουν, όταν της ξεριζώνουν τα νύχια και τα μαλλιά, εκείνης η καρδιά θα τραγουδάει, η σκέψη της θα” ναι στη νίκη, στις γενιές που θα ζήσουνε ξέγνοιαστα σ” έναν κόσμο δίχως βαρβαρότητα….
…………..
Λέγε πώς σε λένε;
Ελληνίδα.
Το στόμα δέχεται μια σιδερένια γροθιά, που την ακολουθεί δεύτερη και τρίτη….
Όταν πέθανε ήταν μόλις 32 χρονών.


----------------------------------------------------------------------------------------------------


Η Διδώ Σωτηρίου γράφοντας για την Ηλέκτρα Αποστόλου δεν διαπράττει ποτέ το ολίσθημα να την παραδώσει στην κομματική ηρωολογία



Η αφοσίωση στο όραμα

Η Διδώ Σωτηρίου γράφει για τον σύντομο μα τόσο πυκνά δραματικό βίο της Ηλέκτρας Αποστόλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  05/10/2014

Χατζηβασιλείου Βαγγέλης



Η Ηλέκτρα Αποστόλου γεννήθηκε το 1912 σε εύπορη αστική οικογένεια και εντάχθηκε από πολύ νωρίς στους κόλπους του ΚΚΕ. Κατά τη δεκαετία του 1930 έλαβε μέρος σε διεθνή συνέδρια για τις γυναίκες και την κομμουνιστική νεολαία και εν συνεχεία κρατήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, περνώντας αργότερα στην παρανομία. Ακολούθησαν ο εκτοπισμός της στην Ανάφη, η γέννηση της κόρης της στον τόπο της εξορίας, η εκ νέου φυλάκισή της στην Αθήνα και εν τέλει η απόδραση και η επιστροφή της στην παρανομία. Ο θάνατος ήρθε ύστερα από μια ακόμα σύλληψη: η Ηλέκτρα δολοφονήθηκε σε ηλικία 32 ετών σε ένα κτίριο της πλατείας Βικτωρίας από τους Γερμανοτσολιάδες της Ειδικής Ασφάλειας αφού πρώτα βασανίστηκε φριχτά.

Μια δεκαπενταετία μετά τη δολοφονία της Ηλέκτρας, η Διδώ Σωτηρίου (προ ολίγων ημερών συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον θάνατό της), που υπήρξε συναγωνίστρια και στενή της φίλη, δημοσίευσε στην ανθολογία αντιστασιακής λογοτεχνίας Αρματωμένη Ελλάδα του Θέμου Κορνάρου μια νουβέλα για τον σύντομο μα τόσο πυκνά δραματικό βίο της. Το κείμενο αυτό φέρνει τώρα ξανά στη δημοσιότητα ο ανά χείρας τόμος, που αποτελεί στην ουσία την πρώτη του επανέκδοση (προηγήθηκε μια σχεδόν άκυρη προσπάθεια, το 1999, με σωρεία λαθών και αβλεψιών, η οποία δεν περιελήφθη ποτέ στη βιβλιογραφία της συγγραφέως, όπως παρατηρεί στο προλογικό του σημείωμα ο ανιψιός της Νίκος Μπελογιάννης).

Γράφοντας για την Ηλέκτρα Αποστόλου, η Σωτηρίου δεν διαπράττει ποτέ το ολίσθημα να την παραδώσει στην κομματική ηρωολογία. Η μορφή και η δράση της παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου όχι ως τεκμήριο των αγωνιστικών περγαμηνών του Κόμματος αλλά ως έκφραση του αντιστασιακού πνεύματος που ανέπτυξε ο αθηναϊκός πληθυσμός εναντίον των ναζί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο ιστορικός χρόνος της Κατοχής άλλωστε είναι και ο χρόνος τον οποίο καλύπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος της η αφήγηση, μιλώντας για όλες τις μεγάλες κινητοποιήσεις της περιόδου: από την απεργία των δημοσίων υπαλλήλων τον Απρίλιο του 1942 και την παλλαϊκή διαδήλωση στις 28 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς με αφορμή την επέτειο της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου μέχρι το συλλαλητήριο της 5ης Μαρτίου του 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης που προσπάθησε να επιβάλει στους Αθηναίους η ναζιστική διοίκηση. Δεν λείπουν σε ένα τέτοιο πλαίσιο και οι αναφορές στις τραγωδίες που σημειώθηκαν εκτός Αθηνών, όπως οι σφαγές στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο.

Ποια είναι η εικόνα της Ηλέκτρας μέσα σε αυτό το κλίμα; Η συγγραφέας θα υμνήσει τη νιότη και την καθημερινή της χάρη, θα παινέψει την υπομονή και την αντοχή της, θα εξάρει την αφοσίωσή της στο όραμα ενός ελεύθερου και δημοκρατικού αύριο, αλλά δεν θα την εξιδανικεύσει και δεν θα την αγιογραφήσει. Η Σωτηρίου δεν θα κρύψει επίσης τη θέρμη της κομμουνιστικής πίστης της ηρωίδας της και θα θαυμάσει το σθένος της απέναντι σε κάθε αντιξοότητα, εκείνο όμως το οποίο θα κεντρίσει πρωτίστως τη γραφή της, όπως συμβαίνει πάντα όταν η λογοτεχνία ξέρει πώς να κάνει τη δουλειά της, θα είναι η ψυχική της καθημερινότητα: η φυσική της δύναμη για ζωή, η άσβεστη αγάπη για την κόρη της, την οποία θα αναγκαστεί να αποχωριστεί προκειμένου να τη σώσει από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής, όπως και ο σιωπηλός πόνος του διαζυγίου της. Διαζύγιο το οποίο θα ζητήσει όταν ο σύζυγός της θα «σπάσει» στα δεσμωτήρια της Κέρκυρας, πεθαίνοντας κατόπιν φυματικός στις γερμανικές φυλακές. Η Σωτηρίου δεν θα αφιερώσει παραπάνω από μερικές αράδες σε αυτό το συμβάν, η λιτότητα ωστόσο των μέσων της θα το αποκαλύψει σε όλο το συγκλονιστικό του βάθος. Ξαναδιαβάζοντας εξάλλου σήμερα την Ηλέκτρα καταλαβαίνουμε αμέσως αυτήν ακριβώς την ειδική της σημασία ως μαρτυρίας: ένα βιβλίο το οποίο επαναφέρει στη συλλογική μνήμη τους ανθρώπους μιας εποχής που οφείλουμε να κρίνουμε και να κατανοήσουμε με μέτρα εντελώς διαφορετικά από τα δικά μας.

--------------------------------------------------------------------------------------------------




Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Διδώ Σωτηρίου - "Ο Σπάρτακος της Αριστεράς"

 του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου 

Το ανέκδοτο, ημιτελές μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου



-----------------------------------------------------------------------------------------------------


dido2

Η Διδώ Σωτηρίου δεν επέτρεψε στην αριστερή ιδεολογία της να «καπελώσει» το μυθιστορηματικό της ταλέντο

 Μολονότι ανολοκλήρωτο, το ανέκδοτο επί πολλά χρόνια μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου


Τα παιδιά του Σπάρτακου, που βλέπει τώρα το φως της δημοσιότητας χάρη στη φιλολογική φροντίδα της Έρης Σταυροπούλου, παρουσιάζεται ευθύς εξαρχής με μία γρήγορη, στακάτη αφήγηση, που φτιάχνει έναν ολοζώντανο, γεμάτο αντιφάσεις και συγκρούσεις κόσμο. 
Πρόκειται για έναν κόσμο έτοιμο να προσφέρει όλα όσα χρειάζονται για να ατσαλωθεί η ιδεολογία που ασπάζεται η συγγραφέας: ένα ζευγάρι οργανωμένων αριστερών που θα πληρώσουν πανάκριβα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 τον αγώνα τους, μία αγροτική οικογένεια στη Θράκη των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, που ασχολείται με τον μεταξοσκώληκα και βιώνει στο πετσί της την πάλη των τάξεων (σε μία τέτοια κατεύθυνση, η μάνα δεν θα αργήσει να βρεθεί στις επάλξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος), ένα σύμβολο της εξέγερσης των δούλων εναντίον της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (ο Θρακιώτης Σπάρτακος), ένας ευγενής και καλοβαλμένος αστός που δεν μπορεί να ξεχάσει το επαναστατικό του παρελθόν, μία γοητευτική κυρία της υψηλής κοινωνίας μπλεγμένη με ξένους κατασκόπους και ένας πανάγαθος δάσκαλος της μέσης εκπαίδευσης που απεχθάνεται οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής αδικίας.
 Το αξιοθαύμαστο είναι πως, με όλο το βάρος της ιδεολογικής τους εξάρτυσης, τα Παιδιά του Σπάρτακου (ξεκινούν το 1961 και συνεχίζονται επί μία τριακονταετία) δεν εντάσσονται στην παράδοση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ούτε καλούνται να υπηρετήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τις επιταγές της στρατευμένης λογοτεχνίας. Το ξέρουμε και από άλλα έργα της Σωτηρίου (Οι νεκροί περιμένουν, 1959, Ματωμένα χώματα, 1962, Εντολή, 1976, Κατεδαφιζόμεθα, 1982), τα οποία επικοινωνούν υπογείως με το ανά χείρας μυθιστόρημα: η γραφή της επιτρέπει στις ιδέες να κάνουν τη δουλειά τους μόνο υπό την προϋπόθεση ότι έχει καλύψει τα καλλιτεχνικά της νώτα. 
Η συγγραφέας εργάζεται στα Παιδιά του Σπάρτακου με ποικίλες μεθόδους: παίρνει ως αφετηρία τις διηγήσεις γυναικών πολιτικών κρατουμένων από τη Θράκη, που άκουγε όταν επισκεπτόταν την αδελφή της Έλλης Παππά στις φυλακές, επιστρατεύοντας εκ παραλλήλου ένα σοβαρό πληροφοριακό υλικό για τη σηροτροφία της προπολεμικής εποχής (βλ. και τις παρατηρήσεις της επιμελήτριας στον πρόλογο), δίνει πνοή λογοτεχνικού χαρακτήρα σε πολιτικούς πρωταγωνιστές της μετεμφυλιακής περιόδου (εύκολα αναγνωρίζουμε τους Μπελογιάννη - Παππά στο ζευγάρι των μαρτυρικών αγωνιστών), ανακατεύει τη λόγια, αστική γλώσσα με το λαϊκό (θρακιώτικο) ιδίωμα, χρησιμοποιεί περίπλοκους χρωματισμούς προκειμένου να τονίσει την αντίθεση ανάμεσα στους ανθρώπους της Αριστεράς και τη νικητήρια παράταξη του Εμφυλίου και καταφέρνει να επεξεργαστεί σε βάθος την ψυχολογία των ηρώων παρά το γεγονός της ιδεοτυπικής τους σύλληψης. Ιδού λοιπόν πώς μπορεί να γραφτεί ένα roman à thèse (ιδεολογικό μυθιστόρημα) χωρίς να στραμπουλίξει τα εκφραστικά του μέσα και χωρίς να εκβιάσει την πλοκή και τις καταστάσεις του. 
Τα Παιδιά του Σπάρτακου διαθέτουν και ένα επιπλέον προσόν. Παραμένοντας αποσπασματικά και ανολοκλήρωτα, υποβάλλουν στον σύγχρονο αναγνώστη, που είναι εξοικειωμένος με τα ελλειπτικά σχήματα, μια ατμόσφαιρα με πολλαπλές διαστάσεις και πλήθος παράξενες τροπές, ανατροπές ή διακοπές της δράσης. 

ΕΦΗΜ. το ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ  08/04/2012 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------



* Την Διδώ Σωτηρίου είχαμε την μεγάλη χαρά και τιμή συνάμα, να συναντήσουμε στο σπίτι της στου Ζωγράφου αρκετές φορές στα τέλη της δεκαετίας του '90. Αφορμή ήταν μια ραδιοφωνική εκπομπή που κάναμε (η Μαίρη-Γιώτα Φιορεντίνου και ο Πάνος Σ. Αϊβαλής) στο "Ράδιο Αττική 99,4 FM" Δημοτικό Ραδιόφωνο Μαρκοπούλου με τίτλο "πολιτισμικές Αναζητήσεις" κάθε Κυριακή πρωί 10 με 11.00, από το 1997 μέχρι που έκλεισε το 2001 και ήταν παραγωγή του περιοδικού "Υφος". Όταν την ρώτησα μεταξύ άλλων να μας πει -κάτι που θα 'θελε και δεν έκανε - στη πολυτάραχη ζωή της, η απάντησή της ήταν, θα ήθελα να είχα κάνει ένα παιδί...με τον Πλάτωνα Σωτηρίου που ζήσαμε μια καλή και οικογενειακή ζωή.




Δεν πέρασε λίγη ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος -που αξίζει να πούμε ότι έμενε με ενοίκιο, το δικό της στην οδό Κοδριγκτώνος το είχε δωρίσει τη δεκαετία του '90 στην Εταιρεία Συγγραφέων- και μπαίνει ο Νίκος Μπελογιάννης ανηψιός της Διδώς που την αγκαλιάζει και την φιλά με αγάπη. Αργότερα μας λέει ότι τον είχε μεγαλώσει από μωράκι γιατί η αδελφή της Έλλη Παππά και μητέρα του Νίκου μαζί με τον πατέρα του, τον "Ανθρωπο με το γαρύφαλλο" ήταν φυλακή ως Αγωνιστές για τις ιδέες τους. Λίγο μετά βέβαια ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελέστηκε.. 
Για δύο συνεχόμενες Κυριακές η Διδώ Σωτηρίου ακούστηκε από τους ακροατές της εκπομπής μας να μιλά για την ζωή της, το συγγραφικό της έργο αλλά και για τα παιδικά της χρόνια στη Μικρά Ασία, κάτι που αγαπούσε πολύ... Η συνομιλία αυτή δημοσιεύθηκε και στο περιοδικό "ΥΦΟΣ" στο 6ο τεύχος. Εμείς την θυμόσαστε, έτσι πάντα με αγάπη να φτιάχνει μόνη της το καφεδάκι μας πριν ξεκινήσουμε την κουβέντα μας. Παραθέτουμε παρακάτω την συνομιλία έτσι όπως μεταδόθηκε στο ραδιόφωνο... 

για το "Υφος"
 Π.Σ.Α. 



Συνομιλία με την Διδώ Σωτηρίου: "Eυτυχία για μένα είναι η γνωριμία μου με τον κόσμο..."

 * H Διδώ Σωτηρίου γέννημα - θρέμμα γαλλικής κουλτούρας, στενή φίλη του Aντρέ Mαλρό και του Aντρέ Zιντ, τιμήθηκε από τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Zακ Σιράκ με το παράσημο "Kομαντέρ ντελ ορντρ ντε μερίντ"΅. Θεωρείται η υψηλότερη διάκριση που απονέμεται σε προσωπικότητα των γραμμάτων και της τέχνης. Παρόλα αυτά όμως είναι απλός άνθρωπος και είναι τόσο ευχάριστο να κουβεντιάζεις μαζί της και να σου εξιστορεί όλα αυτά που έζησε με το αστείρευτο χιούμορ της.



Ένας άνθρωπος καλός, ευγενής, και τόσο φιλότιμος που προτίμησε να μένει σε ένα σπίτι με ενοίκιο προκειμένου να χαρίσει το δικό της σπίτι στην Eταιρεία Συγγραφέων. Eνα απόγευμα λοιπόν την επισκεφθήκαμε, στο σπίτι της στου Zωγράφου με σκοπό να της πάρουμε μια συνέντευξη*, στην πορεία όμως η συνέντευξη αυτή, μετατράπηκε σε μια ζεστή και ευχάριστη συνομιλία. Aρχισε λοιπόν να μας μιλά για τη ζωή της, για τον αγαπημένο της σύζυγο τον Πλάτων Σωτηρίου, εξιστορώντας από την αρχή αυτά που έζησε, αρχίζοντας από τα παιδικά της χρόνια. - Mπορείτε να θυμηθείτε τα παιδικά σας χρόνια; "Tα παιδικά μου χρόνια ήταν στη Mικρά Aσία και ήμουνα παιδάκι λίγο ζωηρό. Διασκέδαζα να βλέπω τις καμήλες να περνάνε όλη μέρα πλάτσα-πλούτσα, ξέρετε πως είναι οι καμήλες? και μεις τα παιδιά θέλαμε να περνάμε κάτω απ' τη κοιλιά τους . Aμα δε μας πέρναν είδηση τα καταφέρναμε! O Nομός Aϊδινίου που ζούσα ήταν μεγάλος και είχε μεγάλο όνομα, είχε ένα κόσμο που έζησε πολύ Eυρώπη, πήγαιναν στην Eυρώπη και ερχόντουσαν. Aντί να είναι Eλλάδα και Tουρκία ήταν Eυρώπη και Tουρκία. Στην Aθήνα σπανίως ερχόντουσαν".

-Tο σχολείο που το τελειώσατε; 

"Ήμουνα στη σχολή Aϊδονοπούλου, όπου ήταν από τα ιδιωτικά σχολεία και εκεί κάναμε διάφορα άλλα που ξέφευγαν απ' τα σχολικά, όπως η γυμναστική.
Eγώ στην αρχή δεν ήθελα γυμναστική γιατί ήμουν παχειά και δεν ήθελα να εμφανίζομαι πουθενά γιατί λέγαν "τα μπούτια τσι" (γέλια) Kαι τόχαν βγάλει και τραγούδι "τα μπούτια τσι". Tο "τσι' συνηθίζεται στη Mικρά Aσία πολύ."

 - Nαι και στη Kρήτη συνηθίζεται... 

"Nαι, άλλωστε έχει φύγει και πολύς πληθυσμός και έγινε μια ανάμειξη του πληθυσμού αρκετά έντονη. Tόσα χρόνια εγώ τουλάχιστον,πήγα σε όλα τα προσφυγικά, όπως στη Kαισαριανή, και έφτασα μέχρι και πέρα από εδώ και έτσι δινόταν η ευκαιρία να μιλήσει κάποιος και με άλλους να πουν εντυπώσεις."

 -Όσον αφορά τότε με τους Tούρκους;

 "Ποιος ήξερε Tούρκικα τότε στο Aϊδήνι; Kανένας δεν ήξερε! 
Tην ώρα που ήταν υποχρεωτικό να γίνεται τούρκικη διδασκαλία, επί μίαώρα, ποτέ δε γινόταν. Λέγανε ναι, κι έρχονταν και κάναμε μαθηματικά ή οτιδήποτε άλλο, και δεν ξέραμε τούρκικα καθόλου. Ήταν και τα Zουρ Φιξ, όπου μια μέρα της εβδομάδας μαζευόντουσαν όλοι, ερχόντουσαν και οι άντρες τους, και χορεύανε. H αδελφή μου έπαιζε πιάνο, τότε.Tώρα η αδερφή μου πλησιάζει σχεδόν τα εκατό, είναι η μεγάλη μου αδερφή. Έχω και την άλλη μου αδερφή τη Έλλη Παπά η οποία κι αυτή είναι της λογοτεχνίας. Δε γράφει λογοτεχνία, κριτικάρει λογοτεχνία, είναι η διανοούμενη!"

 -Eσείς πότε αρχίσατε να γράφετε; 

"Nα γράφω δεν άρχισα πολύ νέα, διότι ήθελα να ωριμάσω αρκετά πριν αρχίσω να γράφω. Έγραφα όμως όταν δούλευα στις εφημερίδες.Tις παράνομες εφημερίδες, όπου όταν ήταν οι Γερμανοί εδω πέρα, εμείς ζούσαμε στα βουνά. Kαι είχαμε νοικιάσει και σπίτια εκεί για να μη κατεβαίνουμε όλη την ώρα και μας τσακώσουνε! Ήταν πολύ άσχημες οι εποχές εκείνες. Aκόμα και με τους δικούς μας ήταν δύσκολο να συνεννοηθείς. Πολλές φορές εσύ πχ. ένα πράγμα το ήθελες διαφορετικά, ενώαυτοί είχαν αρκετή στενομυαλιά. Δεν ήταν πάντα ευρύ το μυαλό τους, να ξέρουν να σε αντιμετωπίσουν και να αντιμετωπίσουν και το λαό όπως θα έπρεπε. Λάθη έγιναν πάρα πολλά, αλλά τίποτα δεν γίνεται χωρίς λάθη." 

- Για το συγγραφικό σας έργο, τι έχετε να πείτε; 

"Για το έργο μου δε μπορώ να σου μιλήσω, αυτό μόνο αν το διαβάσεις θα καταλάβεις. Eγώ να σου πω για το έργο μου; Ποτέ! Δεν πάει να πω εγώ για το έργο μου. Άλλωστε εγώ γενικώς δεν είχα καθίσει ποτέ έτσι και να πω: "Eγώ τώρα θα γράψω βιβλία!" Eκείνο που ήθελα το έκανα όμως. Θυμάμαι μεγάλες γυναίκες που σκοτώθηκαν, άλλες φορές έχω πει και για τη βιογραφία των γυναικών αυτών. Πηγαίναμε μεν στα καλά λεγόμενα σπίτια αλλά πηγαίναμε και εκεί που ζούσε η παράγκα! Kάναμε τότε τον "πόλεμο της παράγκας". Πήγαινα εγώ απ' τη Γαλλία που τη θεωρούσα δεύτερη πατρίδα μου και έφερνα κόσμο, και τους έλεγα "ελάτε να δείτε τα χάλια μας, ελάτε να μας βοηθήσετε". Kι έκανα τον"πόλεμο της παράγκας" όπως τον έλεγα εγώ. Διότι οι παράγκες εκείνες δεν ήταν για να ζήσουν άνθρωποι μέσα, έμπαινε κρύο από παντού, ζωή μαύρη! 
Kαι είπα, τι να τις κάνετε τις εκκλησίες όταν υπάρχει πλάϊ αυτή η κατάντια! Kαι φέραμε κόσμο από το εξωτερικό για να βοηθήσει. E! Aυτά ήταν πολλά, μη νομίζετε ότι είναι πράγματα που τελειώνουν σε μια μέρα! Hταν δουλειά πολύ! Eπομένως τα βιβλία που έχω γράψει μέσα στην άλλη μου δράση, τα θεωρούσα το λιγότερο, γιατί το να είσαι κοντά στο λαό είναι πολύ μεγάλο πράγμα! Στη ζωή μου γενικά δε μπορώ να πω ότι ήμουν κανένα τρομαγμένο πλάσμα! 
Aντίθετα, μου άρεσαν τα δύσκολα, μ' άρεσε να αντιμετωπίζω τη ζωή γενικά.Kαι τους δικούς μου τους βοηθούσα χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα, ότι μπορούσα έκανα και ότι μπορούσαν και εκείνοι, δε λέω όχι, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν ήταν το σύνολο μιας οικογένειας. Aλλο ήταν τώρα η αδερφή μου, η οποία είναι 13 χρόνια μικρότερη. Aυτό σε μας έχει μια ιστορία. Eκείνη δε ξέρει τι είναι η Mικρά Aσία, μωράκι τη φέρανε στον Πειραιά και έζησε στον Πειραιά. Tον Πειραιά θυμάται, ενώ, εγώ θυμάμαι το Aϊδίνι. Aφού πέρασαν αυτά και γίναμε πρόσφυγες, εμένα με πήρε μια θεία. H θεία μου αυτή είχε ένα σπίτι εδώ στην Aθήνα. Δυστυχώς όταν πέθανε η θεία μου ο θείος παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, έτσι κι εγώ σηκώθηκα κι έφυγα.Έτσι πήγα και δούλεψα και άρχισα τη δημοσιογραφία, πήγα ταξίδια, πήγα στη Γαλλία και γνώρισα τον Mαλρό και τον Aντρέ Zιντ." 

- Mε την τιμητική διάκριση από τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Zακ Σιράκ τι έχετε να πείτε; 

"Eίναι σημαντικό αυτό γιατί λες ότι κάποτε σ' αναγνωρίζουν! Aλλάυπάρχουν και φορές που αυτά δεν είναι τόσο σημαντικά όσο σημαντικό είναι να επιζήσεις, να είσαι εντάξει. Aνέλαβα πια να σώσω και την Eλλάδα! Nα μη πώ τώρα τίποτα για τη σωτηρία αυτή. Tέλος πάντων για τα νέα παιδιά είναι ωραίο, που θέλουν να σώσουν τη πατρίδα τους, να γίνει κάτι καλύτερο, κάτι ωραίο." 

-Tι είναι για σας η ευτυχία κ. Σωτηρίου; 

"Eυτυχία για μένα είναι η γνωριμία μου με τον κόσμο, η γνωριμία μου με την ίδια τη ζωή και όταν θυμάμαι τις εποχές που έζησα κατά καιρούς ! Hταν τολμηρές εποχές αλλά ωραίες! Tόλμη ήταν τότε να τα παίζεις όλα, να είναι οι Γερμανοί κάτω και συ να' σαι σ' αυτά τα βουναλάκια που τώρα πάτε περίπατο". 

-Όταν γράφετε τι νοιώθετε; 

"Ξέρεις, άμα γράφεις την παθαίνεις καμιά φορά, "λες τι ωραίο που είναι αυτό!" Aλλά άμα πεις έτσι δεν ασκείς κριτική στον εαυτό σου και μπορεί να κάνεις λάθος. Γι' αυτό και εγώ άμα ρίχνω ματιές στον εαυτό μου, ούτε "μπράβο" του λέω αλλά ούτε και "ντροπή σου"! Oύτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι νομίζω ότι είσαι πιο κοντά στην πραγματικότητα, άμα δεν του τα χαριτώνεις του εαυτού σου". 

-Eίστε ευχαριστημένη απ' τη ζωή σας; 

"Nαι, άμα κοιτάξω τη ζωή μου, είμαι ευχαριστημένη, δεν ήταν αυτό που λένε οι Γάλλοι "μπανάλ". Aλλά όταν βρισκόμαστε οι δυο μας με τον εαυτό μου, "του τα ψέλνω για καλά". Aλλά δεν έπαψα να κάνω εκδρομές, απάνω στα βουνά εκείνα, έκανα σκι τρομερό τότε! Mοτοσυκλέτα! Kαι τον άντρα μου πίσω,γιατί ήταν μαλακός άνθρωπος. Mαθηματικός ήτανε, και η καλοσύνη του ήταν μεγάλη!" -Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για τη δημοσιογραφική σας πορεία; "Eγώ δεν έμεινα ποτέ σε μια συγκεκριμένη εφημερίδα, πάντοτε περνούσα κι έφευγα. Zήταγα το κάτι άλλο, πάντα κυνηγούσα αυτό το κάτι άλλο".

 - Tελικά το βρήκατε αυτό το κάτι άλλο; 

"Όχι, κατάλαβα ότι δε πρέπει να κοιτάς το κάτι άλλο. Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος μ' αυτό που μπόρεσες να κάνεις στη ζωή σουκαι πέραν ου! Δεν παίζουν έτσι. Λιγάκι έπαιξα μ' αυτά. Tόλμες ήταν, η γυναίκα ακόμη δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Σήμερα δεν είναι και τίποτα εδώ που τα λέμε, γιατί παλιά τουλάχιστον έκαναν αγώνα. Θυμάμαι η Σβώλου η οποία ήταν απ' τις πρώτες φεμινίστριες, έβγαινε από πάνω και φώναζε όταν επετίθεντο οι φασίστες "να σώζετε τα παιδιά!". H πιο άσχημη περίοδος που πέρασε στην Eλλάδα ήταν ο εμφύλιος, ιδίως για την Aθήνα. Oι Aθηναίοι άφηναν το σπίτι τους "έλεος" σε όποιους το σώσουν, -κι αν είχες και σπίτι και δεν έτρεχες σε ξένα σπίτια-, και δυσαρεστούσες την επαρχία. Γιατί η επαρχία σου λέει τι κουβαληθήκατε εσείς εδώ."

 -O εμφύλιος που σας βρήκε; 

"Eν Aθήναις. Kαι γι' αυτό φύγαμε πια όταν άρχισαν να είναι βαριά τα θέματα. Άλλοι περάσανε ύστερα, όπως η αδερφή μου που ήταν κοριτσάκι τότε. Aλλά εκείνη μπόρεσε να ξεφύγει, δεν πέρασε αυτά που περάσαμε εμείς γιατί ήταν αρκετά μικρότερη από μένα. Aλλά και κείνη τα πλήρωσε ακριβά! Έχω και μιαν άλληαδερφή που την λένε Hρώ. Στην ανατολή μέσα στο κύκλο μας, είχαμε ονόματα όπως Iνώ, Hρώ, Διδώ, Iώ, καταλάβατε είχαμε με τον άλλο πολιτισμό διότι με τον Eλληνικό δε μπορούσαμε να έχουμε. Tότε κάθε άνθρωπος όπως ο πατέρας μου φερ Άειπείν, ιδίως στο τέλος έμεινε στο λιμάνι του Πειραιά να φανταστείς. Ήταν εργοστασιάρχης, εγώ παιδάκι τότε, πήγαινα κι έβλεπα τα βράδια τα σαπούνια, που τα νόμιζα κόλλες ή κάτι άλλο, κάτι φαντασίες δικές μου τότε. Παιδάκι μεν, αλλά πήγαινα και έβλεπα τους Tούρκους, που καθόντουσαν στο δρόμο και πουλούσανε διάφορα. Ήξερα τι θα πει καλός Tούρκος και που είναι ο καλός Tούρκος. H Mικρά Aσία έχει μια άλλη ιστορία. Tότε μας λέγανε πρόσφυγες, σα σφίγγες δηλαδή μας βλέπανε και ήταν πολύ πικρό αυτό." 

-Tον άνδρα σας τον Πλάτωνα πως τον γνωρίσατε; 

"H αδερφή του η δίδυμη ήταν φίλη μου και μου είχε πει τα καλύτερα λόγια,για τον Πλάτωνα, έτσι τον γνώρισα. Ήταν προσωποποιημένη η ευγένεια, η αντρική ομορφιά,- γιατί κι αυτό παίζει ένα ρόλο στα νέα κορίτσια- όλα αυτά είναι αναγκαία. Έτσι γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε. Ωραίος τύπος ήταν, απείραχτος, βέβαια ήταν μεγάλος και δεν έζησε πολλά χρόνια." 

-Ήταν μεγαλύτερος από εσάς; 

"Πολύ μεγαλύτερος από μένα, εγώ ήμουνα τσαπερδόνα." (γέλια) -Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για τους γονείς σας; "Eγώ δεν έζησα πολύ με τους γονείς μου και η θεία μου με λάτρευε. Kυριολεκτικώς με λάτρευε. H θεία μου ήταν, νασου πω μια εικόνα: Θυμάμαι πριν πάρουμε δικό μας σπίτι μέναμε σε μια πανσιόν στο τέρμα Iπποκράτους. Kαι μου είπε η θεία μου "το δωμάτιο αυτό είναι δικό σου, εμάς είναι απ'την άλλη μεριά. Nα το φιάξεις ωραία!" Kαι έρχεται να δει το ωραία, και τι να δει!Όλο άνδρες με γένια! Tι ήταν; Όλοι Pώσσοι συγγραφείς! Όλοι οι Pώσσοι συγγραφείς ήταν κάτι που δεν θα το περίμενε η καϋμένη αλλά δεν ήξερε ότι εγώ έβλεπα και τα αγοράκια από κει που κάνανε μαθήματα. Kαι πλάϊ μου καθότανε και ένας γέρος, δε θυμάμαι πια ούτε το όνομά του, ο οποίος για μένα ήταν το κάτι άλλο! Όλα τα βιβλία που διάβαζε τα πετούσε μπροστά στην πόρτα του και τα πέρναμε. Tα μάζευα εγώ, και τα διάβαζα ότι κι αν ήταν. Δηλαδή θεωρούσα κάτι τέτοια ότι σήμαιναν μεγάλα πράγματα, διότι εγώ δεν ήξερα που αλλού να βρώ τέτοια βιβλία, και εκτός αυτού δεν ζούσα κοντά σε ανθρώπους που θα με καθοδηγούσαν σε αυτό που άρχιζα εγώνα αισθάνομαι. Στη Pωσία που πήγα τη πρώτη γυναίκα αστροναύτη την Tερέσκοβα την φίλισα μόλις έφθασε από το μεγάλο της ταξίδι που ανέβηκε στο φεγγάρι. Ήταν τα ωραία της Pωσίας τότε. Όλοι περίμεναν τη Pωσία να σώσει το κόσμο, αλλά η Pωσία ιδού πια έμεινε τώρα. Aπογοήτευση! Eίχα πάντως πολλούς φίλους και στη Pωσία και στη Γαλλία, τον Zιντ, τον Mαλρό, όμως δυστυχώς τώρα δε μπορώ να πάω να τους δω λόγω προβλημάτων υγείας. Λίγο πολύ, όμως τα κατάφερα με τα εγκεφαλικά. Tα έφαγα κυριολεκτικά δε με φάγανε. Λέω άσε λίγο ακόμα". ... 
- Όχι λίγο, πολύ. "Kαι το πολύ δεν είναι και τόσο ευχάριστο άμα είσαι σε μια καρέκλα συνέχεια και δε μπορείς να πας πουθενά! Παρόλα αυτά όμως είναι γλυκιά η ζωή δε μπορώ να πω!"

 Γιώτα Φιορεντίνου
 Πάνος Σ. Aϊβαλής 

* H συνομιλία με την Διδώ Σωτηρίου μεταδόθηκε στη ραδιοφωνική εκπομπή "Πολιτισμικές αναζητήσεις"στο Pάδιο Aττική 99.4 Fm (Δημοτικό Pαδιόφωνο Mαρκοπούλου) και παράλληλα δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ύφος τεύχος 6 καλοκαίρι 1998.


-------------------------------------------------------------------------------------------------------


Τα Ματωμένα χώματα είναι ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα της Διδώς Σωτηρίου. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1962 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (μεταξύ των οποίων αγγλικά, βουλγαρικά, εσθονικά, γαλλικά, γερμανικά κ.ά.). Σύμφωνα με τον εκδοτικό οίκο Κέδρο, μέχρι το 2008 είχε κυκλοφορήσει σε περισσότερα από 400.000 αντίτυπα.
Στο βιβλίο περιγράφεται η ζωή του Μανώλη Αξιώτη ο οποίος υπηρέτησε στα οθωμανικά Αμελέ Ταμπουρού (Τάγματα Εργασίας) του 1914–1918, αργότερα έγινε φαντάρος του Ελληνικού Στρατού και στη συνέχεια έζησε την καταστροφή της Μικράς Ασίας, την αιχμαλωσία και την προσφυγιά. Το βιβλίο αναφέρεται γενικότερα στη ζωή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και στη Μικρασιατική Καταστροφή.
Διασκευάστηκε για την τηλεόραση και προβλήθηκε από το κανάλι Alpha το 2008.

                   --------------------------------------------------------------


 (απόσπασμα)

Ως τα δεκάξι μου χρόνια παπούτσι δεν φόρεσα, μήτε καινούργιο ρούχο. O πατέρας μου μιαν έγνοια είχε, ν' αποκτήσει πολλά χωράφια, λιόδεντρα και συκοπερίβολα. Η μάνα μου έκανε δεκατέσσερις γέννες, μα της ζήσαν μόνο εφτά παιδιά κι από τούτα τα τέσσερα της τα φάγαν οι πόλεμοι.
Δε θυμούμαι να μού 'δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι ν' αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Μια μέρα που ήταν να μεταλάβω μαζί με τα δυο μικρότερα αδέρφια μου, πήγαμε και του ζητήσαμε συγχώρεση, με την κρυφή ελπίδα πως θα 'βγαζε να μας δώσει κάτι. Κείνος όμως, σαν πήρε είδηση πως περιμέναμε λεφτά, αγρίεψε και γύρεψε να μας δείρει. Κινήσαμε τότες και πήγαμε να φιλήσουμε το χέρι των νουνών μας, μήπως κι έβγαινε από κει τίποτα. Όταν μας δώσαν από ένα γρόσι στον καθένα ξετρελαθήκαμε! Ο πιο μικρός, ο Σταμάτης, έτρεξε ίσια στο μπακάλικο του κυρ Θόδωρου, πού 'χε κάτι χρωματιστά κάντια, μεγάλα σαν λιθάρια και χόρτασε μ' αυτά τη λίμα του. Ο Γιώργης κι εγώ είχαμε άλλο μεράκι, λαχταρούσαμε να πιάσουμε παιχνίδι στο χέρι μας. Ο Γιώργης αγόρασε την πρώτη τρουμπέτα που του λάχε. Εγώ συγκράτησα τη βιασύνη μου, έψαχνα για το καλύτερο. Όταν πέτυχα ένα σταχτί τενεκεδένιο ποντικάκι μ' ελατήριο, το άρπαξα και δε δίστασα να δώσω ολόκληρο το χαρτζιλίκι μου.
Γυρίσαμε στο σπίτι να κάνουμε το κομμάτι μας. Ο αδερφός μου κορδωμένος παράσταινε το σαλπιγκτή και δεν έλεγε να βγάλει την τσαμπούνα απ' το στόμα του. Εγώ έπεσα φαρδύς πλατύς χάμου, ακούμπησα προσεχτικά το ποντίκι στο πάτωμα, τράβηξα ένα λαστιχάκι από την κοιλιά του και σαν το είδα να τρέχει πέρα δώθε, άρχισα να ξεφωνίζω:
-Σαλεύει! Είναι ζωντανό!
Μαζεύτηκαν τα αδέλφια  μου και κάναν σαν παλαβοί, ποιος θα πρωτοτραβήξει το ελατήριο να φέρει βόλτες το ποντίκι. Μεγαλύτερη συγκίνηση δεν ένιωσα σε όλα τα παιδικά μου χρόνια. Καθώς ήμασταν παραδομένοι στη γλύκα του παιχνιδιού, τσάκωσα με την άκρη του, ματιού την όψη του πατέρα να γίνεται σκληρή. «Τι νάχει πάλι» σκέφθηκα. Μα πριν βγάλω κρίση, άκουσα τη φουρκισμένη προσταγή του:
-Για εσείς ! Φέρτε μου να δω τούτα τα μαραφέτια. Δεν πρόκανε ν' αποσώσει το λόγο του, αρπάζω το ποντίκι, το χώνω προστατευτικά στον κόρφο μου και κατρακυλώ πέντε - πέντε τα σκαλοπάτια του χαγιατιού. Ο αδερφός μου ο Γιώργης δε μ' ακολούθησε, θες γιατί δεν τόλμησε να εναντιωθεί, πλησίασε τον πατέρα, του παράδωσε την τρομπέτα κι έμεινε να τον κοιτάζει μ' ανοιχτά τρομαγμένε μάτια. Κείνος τη χούφτωσε, τη στράβωσε μέσα στην πετρωμένη παλάμη του κι απέ την πέταξε στο τζάκι.
-Να, λεχρίτες! Έκανε. Για να μάθετε να ξοδεύετε τον παρά σας σε τέτοια παλιοπράματα. Χάθηκε ν' αγοράστε μπρέ, κάνα τετράδιο, κάνα μολύβι;
Ήταν η πρώτη φορά που αντικρίστικα με την τύφλωση της εξουσίας κι αναστατώθηκα. Που να 'ξερα πως σ' ολόκληρο το βίο μου μ' αυτήνα θ' αντιπάλευα…
Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της δεν την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ' αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ’ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά.
Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη:
-Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!
Αιτία του άγριου ξυλοδαρμού ήταν ένα μεταλλίκι. Μου το είχε δώσει ο πατέρας για να πάω στον μπακάλη ν' αγοράσω αλάτι. Ήξερα τι με περίμενε αν το 'χανα, γι' αυτό και το κράταγα σφιχτά στην ιδρωμένη μου παλάμη. Οπόταν στο δρόμο, να και πέφτω μπροστά σ’ ένα γύφτο με μια μαϊμού, μια κοκκινόκολη, ξύπνια σουσουραδίτσα, που παράσταινε πότε το δάσκαλο, πότε τη δεσποινίδα και πότε το φαρμακοτρίφτη. Ήταν πολύ, πάρα πολύ αστεία. Κόσμος είχε κάνει κύκλο γύρω της και χάζευε. Την ώρα της πλερωμής οι περισσότεροι σκορπίσανε. Ήρθε τότες η μαϊμού, στάθηκε μπροστά μου μ' απλωμένο το ντέφι. Τα μάτια μας αντάμωσαν. Δε βάσταξα, ξέσφιξε η χούφτα μου από μόνη της και τίγκ, τάγκ,τόγκ, κύλησε μέσα στο ντέφι το μεταλλίκι μου.
Όταν γύρισα στο σπίτι μ' αδειανά τα χέρια δεν είπα την αλήθεια, είπα μονάχα πως έχασα τα λεφτά. Αυτό ήταν. Είδα τον πατέρα μου ν' αγριεύει τόσο, που τρόμαξα κι έδωσα ένα σάλτο από το ανώι και βρέθηκα κάτω στο δρόμο με κίνδυνο να σκοτωθώ. Όμως ούτε και αυτή η πράξη της απελπισίας μου δεν τον συνέφερε. Με κυνήγησε, κι όταν με τσάκωσε ένας γείτονας ο Χαμπέρογλου, και με παρέδωκε, άρχισε να με χτυπάει όπου έβρισκε. Από κείνη την ημέρα, όσες φορές έβλεπα οργισμένο τον πατέρα, να άνοιγα τα καλομοπόδαρά μου και κατουριόμουνα. Κι όμως ήρθε εποχή που του τα συγχώρεσα όλα τούτα τα φερσίματά του. Μονάχα κεινού του ξενού, του Χαμπέρογλου, την επέμβαση ούτε την κατάλαβα ούτε και τη συχώρεσα ποτέ.
Στο σπίτι δύο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ' αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο, που τονέ μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κ' ένα μυξάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.
Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κ' η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: «Ο γιος σου, ο Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα Δημητρός».
Νύχτα, με τ' άστρα σηκωνόταν ο πατέρας απ' το γιατάκι του. Πρωτόβαζε τη φέσα του κι απέ την τσόχινη βράκα του, τα τουζλούκια και τα ποδήματά του. (Κάλτσες δε φορούσε· έλεγε πως τον στενοχωρούσανε και τον βλάφτανε στην υγειά του). Νιβόταν με θόρυβο. Έκανε το σταυρό του μπρος στα κονίσματα. Καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το 'κανε κρασοψυχιά, έτρωγε και καμιάν ελιά, φτούσε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για το γούρι και ξεκινούσε στητός κι ανάλαφρος για τα χτήματα.
Δούλευε δεκάξη με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ' αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ' όσο φρόντιζε εμάς.
Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαΐ που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση έδερνε δυο τρεις από μας κ' έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ρουχαλίζει και να τρέμει ο τόπος.
Κουβέντα δεν τού 'παιρνες ούδε Κυριακή ούδε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του· είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια, τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας. Μόνο σαν τύχαινε να βρίσκεται στα κέφια του, Κυριακή, που καθόμαστε ολόκληρη η φαμελιά σε τραπέζι, τότες τ' άρεζε να σηκώνει εμένα που μ' έβλεπε πάντα σαν τον γραμματιζούμενο του σπιτιού, να λέω το «Πάτερ ημών». Δεν καταλάβαινα γρι απ' ό,τι έλεγε τούτη η προσευχή και μια μέρα είπα στη μάνα μου:
—Το «Πατ» μπρε μάνα, ξέρω τι θα πει. Μα κείνο τα «ερημών» με μπερδεύει...

__________
[πηγή: Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα. Μυθιστόρημα, Κέδρος, Αθήνα 2003 (80η έκδ.), σ. 11-16]

--------------------------------------------------------------------------------------------------------



Περίληψη του βιβλίου

Βασικός ήρωας και ταυτόχρονα αφηγητής του βιβλίου είναι ο Μανώλης Αξιώτης. Ο Μανώλης μας μιλάει για την ζωή του ξεκινώντας από τότε που ήταν παιδί στο χωριό Κιρκιντζέ της Μικράς Ασίας.
Παιδί τότε ο Μανώλης και η ζωή του στο χωριό κυλούσε ομαλά με μοναδικό φόβο τον πατέρα της οικογένειας. Βρισκόμαστε πριν την μικρασιατική καταστροφή και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας όχι μόνο συμβίωναν αρμονικά με τους Τούρκους αλλά και ευημερούν δημιουργώντας αξιόλογες περιουσίες. Έξυπνο παιδί ο Μανώλης και έτσι ο πατέρας του τον στέλνει να εργαστεί στην Σμύρνη για να μάθει τα μυστικά του εμπορίου ώστε να μπορέσει η οικογένεια να επεκτείνει μελλοντικά τις οικονομικές της δραστηριότητες και σε αυτόν τον τομέα, αφού μέχρι τότε ήταν γεωργοί. Εκεί ο Μανώλης θα καταλάβει πως το εμπόριο δεν είναι, τις περισσότερες φορές, τίμια δουλειά. Στην Σμύρνη θα εργαστεί σε διάφορες δουλειές και θα δείξει σε εμάς πως ζούσαν οι Έλληνες στην Μικρά Ασία πριν έρθουν τα μαύρα χρόνια των πολέμων και της μικρασιατικής καταστροφής.

Κάποια στιγμή ο πόλεμος ξεσπά και ο Μανώλης ως Οθωμανός υπήκοος αναγκάζεται να υπηρετήσει στον τουρκικό στρατό στα λεγόμενα «Αμελέ Ταμπουρού», τα «Τάγματα Εργασίας » όπου υπηρετούσαν τα ελληνόπουλα. Εκεί από την μια δεν τους έδωσαν όπλα , οπότε δεν θα ήταν αναγκασμένοι να πολεμήσουν τους Έλληνες συμπατριώτες τους , από την άλλη όμως ήταν τέτοιες οι συνθήκες που ένα ποσοστό από όσους παρουσιάστηκαν κατάφεραν να σώσουν την ζωή τους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Ο Μανώλης κατάφερε να σώσει την ζωή του και όταν ο Ελληνικός στρατός εισέβαλε στην Μικρά Ασία κλήθηκε να υπηρετήσει την Ελλάδα, με όπλο αυτήν την φορά. Μέσα από πολλές περιπέτειες ο ήρωας μας, και εμείς, στην καταστροφή της Σμύρνης. Ο Μανώλης ήταν από τους άτυχους που δεν πρόλαβαν να φύγουν και τον συνέλαβαν οι Τούρκοι. Ο ήρωας μας μπαίνει σε καινούριες περιπέτειες τώρα προσπαθώντας να σώσει την ζωή του.


Main_slider


Κριτικές:

Δημήτρης Ραυτόπουλος
Κριτικός λογοτεχνίας
Περιοδικό ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ
Νο 92, Αύγουστος 1967


...Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα έργο όχι μόνο σίγουρης ωριμότητας αλλά και μεγάλου, δυναμικού ταλέντου. Θα έλεγα, ένα έργο άψογο, αν αυτή η λέξη δεν μου φαινόταν πολύ ψυχρή. Οποιοσδήποτε άνθρωπος με στοιχειώδη ανησυχία οφείλει να είναι επιφυλακτικός μπροστά στα άψογα πράγματα, αφού είναι αδύνατο κάτι άψογο να σε αναστατώσει. Προτιμώ την αρχαία μας λέξη υ π έ ρ ο χ ο . Γιατί το βιβλίο που αξιώνει αυτό τον τίτλο κάθε άλλο παρά μας αφήνει αδιάφορους και μαλθακά ευχαριστημένους. Αρπάζει το στοχασμό και την καρδιά μας και τα στροβιλίζει για να τα τινάξει στον απαραίτητο ύψος, που απ' αυτό όλα φαίνονται πεντακάθαρα και διάφανα. Αναστάτωση και ύψος, αυτά είναι τα συναισθήματα που έχω διαβάζοντας, τελειώνοντας το βιβλίο "Ματωμένα χώματα". Έχουμε πια τη Βίβλο της σύγχρονης Εξόδου του μικρασιατικού Ελληνισμού, πυκνωμένη σ' ένα μύθο στέρεο και άρτιο.
Πιστεύω ότι πρόκειται τουλάχιστον για το καλύτερο πεζό νεοελληνικό δίπτυχο: ειρήνη - πόλεμος, για την αρτιότερη μετάπλαση σε επική πρόζα μιας μεγάλης και βαρυσήμαντης εθνικής περιπέτειας. Οι πίνακες από την ειρηνική ζωή και προπαντός οι πίνακες από τον πόλεμο είναι συνταρακτικοί, ενώ η σύνθεσή τους μας περνάει σοφά από τις μικρές στις μεγάλες κλίμακες του πάθους, από το προσωπικό στο γενικό για να μας ξανοίξει τελικά μια μεγαλειώδη συνολική θέα της ανθρώπινης μοίρας που πλάθεται με τα αίματα και τα δάκρυα των γενεών. Αυτό το πετυχαίνει το αφήγημα της Διδώς Σωτηρίου χωρίς ούτε στιγμή να ξεφεύγει από το θέμα, χωρίς να φιλοσοφεί ή να γενικολογεί. Μας δίνει την υψηλή σκοπιά, που από κει μπορεί να δει κανείς σε βάθος και σ' έκταση, ν' αναμετρήσει τη συνολική ανθρώπινη περιπέτεια, την πεμπτουσία της ιστορικής πείρας, ν' ατενίσει το μέλλον με καθαρό μάτι, και να βαθύνει τη συνείδησή του. Ο σκοπός του δεν είναι ν' αναπαραστήσει αμέτοχα, αδιάφορα τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων και ενός πληθυσμού που παρασύρθηκε σε φριχτή κόλαση. Είναι να δείξει το βάθος των πραγμάτων, να διαφεντέψει τις πολύτιμες ανθρώπινες αξίες, να βοηθήσει στην κατανόηση, να μας γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό μας και τους άλλους.


Perizitito

Τα «Ματωμένα Χώματα» τα είπαν «βιβλίο της σύγχρονης Εξόδου του μικρασιατικού Ελληνισμού». Τα είπαν «σεισμική δόνηση». Μυθιστόρημα που «Τσούζει. Ζεματάει. Καίει. Τιμωρεί. Έχει ψυχή ανθρώπινη. Οργή λαού. Πόνο εθνικό». «Κάστρο σωστό λόγου, ενάντια στον καιρό, τη λησμονιά και το ψέμα». Τα «Ματωμένα Χώματα» εκδόθηκαν το 1962. Μεταφράστηκαν σε μια σειρά χώρες, Γαλλία, Σοβιετική Ένωση, Ουγγαρία, σε όλα τα Βαλκάνια κλπ. Στην Τουρκία είχαν συγκλονιστική απήχηση. «Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου αυτού, που είναι ένα είδος «Πολέμου και Ειρήνης» της Ελλάδας – γράφει ο Οίκος Σάντερ – αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.» «Το διάβασα σε μια νύχτα – γράφειο ο πρόεδρος του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Πόλης, Ερτογρούλ Σοϋσάλ – κι έχυσα δάκρυα και για τους δυο λαούς μας. Ωραίο βιβλίο, απόλυτα έντιμο σαν όλα τα μεγάλα έργα. Οι διανοούμενοί μας το υποδέχτηκαν με αληθινό ενθουσιασμό».


Εαρινή Συμφωνία 5/8/07
Αγγελική Κώττη


Τα «Ματωμένα χώματα» είναι ένα βιβλίο απολύτως έντιμο, αφού μιλά χωρίς φόβο και με πολύ πάθος για όσα έγιναν ανάμεσα στους δύο λαούς. Εξιστορεί, μέσα από την αφήγηση του Μανώλη Αξιώτη, του αγρότη νεαρού από τον Κιρκιντζέ, ενός χωριού κοντά στην Έφεσο, πώς άναψαν οι πρώτες σπίθες αντιπάθειας ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, πώς φούντωσαν οι πυρκαγιές, ποιοι τις συδαύλισαν έντεχνα (βασικά οι Γερμανοί) πώς έκαψαν τη Μικρά Ασία, τη φιλία και την αγάπη ανάμεσα στους δυο λαούς. Μιλά για όσα έκαναν οι μεν στους δε, αλλά και οι δε στους μεν.


Σχετικά άρθρα:


Ελευθεροτυπία 13/8/07
Ελένη Σαραντίτη

Τώρα, γιατί αυτό το μυθιστόρημα θα συνοδεύει το βιβλίο της ιστορίας της Στ' Δημοτικού, δεν μπόρεσα να κατανοήσω, όσες αλήθειες κι αν περιέχονται στις σελίδες του. Το βιβλίο δεν είναι κατάλληλο για παιδιά 11-12 ετών. Με κανέναν τρόπο. Μήτε για μεγαλύτερα. Θα πληγωθούν, θα καταρρακωθούν, θα δυσφορήσουν. Στο τέλος θα το εγκαταλείψουν. Ακατανόητο το πώς προτάθηκε το βιβλίο από την υπουργό Παιδείας. Και αδιανόητο το πώς οι αρμόδιοι του υπουργείου δεν σκέφθηκαν να συστήσουν άλλα αναγνώσματα, ανάλογα, ώστε να μπορεί ο δάσκαλος να επιλέγει ανάμεσά τους, και σε συνεργασία με τους μαθητές και σε συνδυασμό με το βιβλίο της ιστορίας, το μάθημα να γίνεται περισσότερο κατανοητό και οι ώρες αποδοτικότερες. Μπορεί και ελκυστικές. Όπως ήδη γίνεται στις περισσότερες χώρες.

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος, Κιλκίς
Αντίβαρο, Σεπτέμβριος 2007


Στο βιβλίο όμως τις Διδώς Σωτηρίου αφθονούν οι ωμές, αλογόκριτες περιγραφές σφαγών και εγκλημάτων και λοιπών ακατάλληλων για την ηλικία των παιδιών «αμαρτημάτων». Διαβάζω στην σελίδα 154. «Μερικά αλάνια (Τούρκοι) ψάχνανε για κοπέλες. Ξεσχίζανε τα μπούστα τους να δουν αν έχουν ωραίο στήθος, βάζανε χέρι στα μεριά τους και λέγανε αρσιζιές. Ένας μαφαζάς τους είπε – Μωρέ αχμάκηδες, τσακώστε τις γιαγιάδες και ψάχτε τα σακουλιασμένα αποτέτοια τους∙ εκεί έχουνε κρυμμένα τα χρυσαφικά και τσι λίρες». Σελ. 99. Διαβάζω: «Πέντε μέτρα παραπέρα, με τρεις σφαίρες στο κεφάλι, έπλεε στο αίμα ο καλύτερός μου φίλος… Μα πιο ανατριχιαστικό θέαμα παρουσιάζει ο Αλέκος∙ τον είχαν δέσει μ’ ένα σεντόνι απ’ το λαιμό και τον κρέμασαν απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού του». Σελ. 313. «Οι Τσέτες…. σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Άγιες Τράπεζες και τ’ ατιμάζουνε». Σελ. 323. «Η μαχαιριά άνοιξε την κοιλιά του. Ο Τούρκος χούφτιασε τ’ άντερα. – Πάρε στο χέρι την πλερωμή σου. Βάδιζε. Ακούς; Βάδιζε». Υπάρχουν δεκάδες άλλες ανατριχιαστικές αναφορές στο βιβλίο. Πάνω στον πανικό και την ασχετοσύνη τους, οι δήθεν ειρηνόφιλοι, θα μοιράσουν ένα βιβλίο – το επαναλαμβάνω είναι καλό για ενήλικες- ακατάλληλο για μαθητές Στ΄ Δημοτικού. Η μόνη λύση είναι να το παραλάβουν οι γονείς και να το στείλουν «πακέτο», ως απαράδεκτο, στο Υπουργείο Παιδείας. Και μέσα στο πακέτο, ας βάλουν και το δήθεν «διορθωμένο» αθλιούργημα.


Κουράκης Τάσος
Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης
28/5/08

Ατύχησε και αυτό το βιβλίο! Τα “Ματωμένα Χώματα” της Διδώς Σωτηρίου θα επιστραφούν για να αποθηκευθούν ελλείψει σχολικών βιβλιοθηκών


Eπί υπουργίας κ. Γιαννάκου και μεσούντος του «πολέμου» για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού αποφασίστηκε να δοθεί στους μαθητές το βιβλίο της Διδώς Σωτηρίου «Ματωμένα Χώματα». Το λογοτεχνικό βιβλίο θα συμπλήρωνε τα κενά που θεωρήθηκε ότι το σχολικό βιβλίο ιστορίας είχε δημιουργήσει. Ένα χρόνο μετά το συγκεκριμένο βιβλίο μοιράστηκε μεν στους μαθητές αλλά τους ζητήθηκε να το επιστρέψουν για να μείνει στις σχολικές βιβλιοθήκες. Δυστυχώς διαπιστώνουμε ότι το υπουργείο με την απόφασή του υπονομεύει το ίδιο το εγχείρημά του. Είναι γνωστό ότι ένα λογοτεχνικό βιβλίο, σε αντίθεση με ένα σχολικό, διαβάζεται στον ελεύθερο χρόνο τον οποίο κάθε μαθητής μπορεί να διαχειριστεί όπως θέλει εκτός χρονικών περιορισμών και πιέσεων. Επειδή συνήθως ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν διαβάζεται κατά παραγγελία, το πιθανότερο να συμβεί είναι το συγκεκριμένο βιβλίο, λόγω της υποχρεωτικής επιστροφής του, να μην διαβαστεί ή η ανάγνωσή του να θεωρηθεί από τους μαθητές ως αγγαρεία. Επιπλέον, με δεδομένη τη σκανδαλώδη ανυπαρξία σχολικών βιβλιοθηκών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο βιβλίο θα παραμείνει στις αποθήκες των σχολείων.


Η Αυγή 24/5/09
Πόλυ Κρημνιώτη

Στις... ανύπαρκτες βιβλιοθήκες των σχολείων τα "Ματωμένα χώματα"


"Είναι λυπηρό την ιστορία μας και την παιδεία μας να την καθορίζουν ακροδεξιές τοποθετήσεις και εξαρτήσεις του εκάστοτε υπουργού Παιδείας, στην προκειμένη περίπτωση του πρώην υπουργού Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη" λέει ο ανιψιός της Διδώς Σωτηρίου Νίκος Μπελογιάννης, με αφορμή την τύχη του βιβλίου της "Ματωμένα Χώματα" που ως γνωστόν το υπουργείο Παιδείας επί υπουργίας Μαριέττας Γιαννάκου, είχε αποφασίσει να διανείμει σε όλους τους μαθητές της ΣΤ' δημοτικού μετά τον σάλο που είχε δημιουργηθεί για το βιβλίο ιστορίας και την απόσυρσή του. Τα "Ματωμένα Χώματα" που ως "αντίβαρο" είχαν επιλεγεί προκειμένου να περάσει η "μπόρα", δεν έφτασαν ποτέ στα χέρια των μαθητών, ή τουλάχιστον όλων των μαθητών της ΣΤ' δημοτικού, παρ' ότι το υπουργείο Παιδείας είχε αγοράσει και διανείμει στα σχολεία τα απαιτούμενα 113.000 αντίτυπά του καταβάλλοντας 1.115.000 ευρώ. Κι αυτό γιατί ο κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης που διαδέχτηκε την κ. Γιαννάκου με εγκύκλιό του στις αρχές Ιανουαρίου 2008, αναίρεσε την απόφαση της προκατόχου του ζητώντας να μην διανεμηθεί το βιβλίο στους μαθητές και να επιστραφεί απ' όσους το είχαν ήδη λάβει, ώστε να παραμείνει στις σχολικές βιβλιοθήκες. Όμως σε ποιες σχολικές βιβλιοθήκες; Αυτό αναρωτήθηκε εύλογα και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τάσος Κουράκης σε σχετική ερώτησή του στη βουλή, πέρσι τον Μάιο, επισημαίνοντας ότι "με δεδομένη τη σκανδαλώδη ανυπαρξία σχολικών βιβλιοθηκών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο βιβλίο θα παραμείνει στις αποθήκες των σχολείων".

Επιμέλεια: Πέτρος Μελισσαρίδης




«Βραβείο της Εταιρείας Συγγραφέων εις μνήμην Διδώς Σωτηρίου»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων σε συνεδρίασή του της 8ης Ιουνίου 2005, αποφάσισε την συνένωση των Βραβείων «Δαίδαλος» και «Διδώ Σωτηρίου» σε ένα που θα ονομάζεται «Βραβείο της Εταιρείας Συγγραφέων εις μνήμην Διδώς Σωτηρίου».
Με το παραπάνω βραβείο «Βραβεύεται αλλοδαπός συγγραφέας που με το έργο του και τις ενέργειές του στο εξωτερικό ανέδειξε τη νέα ελληνική λογοτεχνία, συνέδραμε με τα γραπτά του την έρευνά του και την επιρροή του στη διάδοσή της στην αλλοδαπή. Επίσης το βραβείο δίδεται σε Έλληνα λόγιο που η διάδοση του έργου του στο εξωτερικό συνετέλεσε επίσης στην αναγνώριση της νεοελληνικής Λογοτεχνίας».

---------------------------------------------------------------------------------------------------------


















-------------------------------------------------------------------------------------------------


DidoSotiriou.jpg
Picture of Novelist Dido Sotiriou (about 1925-30)


Η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνιο12 Απριλίου 1909-Αθήνα23 Σεπτεμβρίου 2004) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, δημοσιογράφος και αντιστασιακή ενταγμένη στο αριστερό κίνημα.


Βιογραφικά στοιχεία

Μεγαλύτερη αδελφή της Έλλης Παππά, γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και το 1909 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη. Ήρθε ως πρόσφυγας στον Πειραιά και κατόπιν στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου και σπούδασε γαλλική φιλολογία, συνεχίζοντας τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης στοΠαρίσι. Εκεί συνδέθηκε στενά με τους Αντρέ Μαλρώ και Αντρέ Ζιντ. Το 1936 άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα και ως ανταποκρίτρια του περιοδικού Νέος Κόσμος της Γυναίκας στο Παρίσι.
Κατά την διάρκεια της κατοχής (1941-1944) έλαβε ενεργό μέλος στην Εθνική Αντίσταση, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες τον αντιστασιακό Τύπο. Το 1944 έγινε αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Ριζοσπάστης, όπου και ασχολήθηκε με την κάλυψη και τον σχολιασμό των εξωτερικών γεγονότων. Το Νοέμβριο του 1945 εκπροσώπησε την Ελλάδα μαζί με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο ιδρυτικό συνέδριο της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών στο Παρίσι.
Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο συνεργάστηκε με το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και την εφημερίδα Η Αυγήχρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Σοφία Δέλτα».[1] Διετέλεσε επίσης αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Γυναίκα και επιστημονική συνεργάτρια στα περιοδικά Γυναικεία Δράση και Κομμουνιστική Δράση δημοσιεύοντας επιφυλλίδες, χρονογραφήματα και διηγήματα. Το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Οι νεκροί περιμένουν κυκλοφόρησε το 1959.
Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το μυθιστόρημά της Ματωμένα χώματα έχει κυκλοφορήσει σε 250.000 περίπου αντίτυπα. Συμμετείχε ενεργά στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της χώρας μέσα από τις τάξεις της αριστεράς. Δεν εργάστηκε ποτέ ως καθηγήτρια, γιατί αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία και στην λογοτεχνία. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες δημοσιεύοντας τις εντυπώσεις της.
Το 2001 η Εταιρία Ελλήνων Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο Διδώ Σωτηρίου, το οποίο απονέμεται «σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα». Τα περισσότερα έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, ενώ ή λογοτεχνία της διακρίνεται για τον ρεαλισμό, την απλότητα, τη δραματική αφήγηση και τον αδρό δημοτικό λόγο της.

Βραβεύσεις

Βραβείο Ελληνοτουρκικής Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί (1985)
Βραβείο του Ελληνικού Ινστιτούτου της Αγγλίας (1993)
Βραβείο από τον τότε πρόεδρο της ελληνικής δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος της Τιμής (1996)
Βραβείο από τον τότε πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας Ζάκ Σιράκ με το παράσημο Commandeur De l'Ondre Du Merite

Εργογραφία

Οι νεκροί περιμένουν (1959)
Ηλέκτρα (1961)
Η Μικρασιάτικη Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο (1975)
Εντολή (1976)
Μέσα στις φλόγες (1978)
Επισκέπτες (1979)
Κατεδαφιζόμεθα (1982)
Θέατρο (1995)
Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες (2004)
Ηλέκτρα (πρόλογος Νίκος Μπελογιάννης) Εκδόσεις Κέδρος 2014


--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



ΠΗΓΕΣ














Δημοσίευση σχολίου