Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Ευγενία Φακίνου

Ευγενία Φακίνου: Η Μαρία της φυγής



Ευγενία Φακίνου: Η Μαρία της φυγής

Με το δέκατο βιβλίο, «Ερως, θέρος, πόλεμος», της Ευγενίας Φακίνου συνεχίζεται η λογοτεχνική σειρά «Οι μεγάλες ελληνίδες συγγραφείς της σύγχρονης πεζογραφίας» του «Βήματος της Κυριακής»

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  24/08/2014 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------





Από το 1912 το νησί άρχισε να γεμίζει με «φτερωτούς». Έτσι αποκαλούσαν τους νέους κατακτητές, τους ένστολους Ιταλούς καραμπινιέρους, οι κάτοικοι της Σύμης στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ένας τόπος ευλογημένος κακόπαθε στα χέρια τους. Σε ένα από τα επεισοδιακά συλλαλητήρια της εποχής υπέρ της Ενσωμάτωσης στη μητέρα Ελλάδα - κάτι που συνέβη αργότερα λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής - συμμετείχε, έχοντας κατέβει απ' το βουνό, και μια πεισματάρα γυναίκα. Η Ελένη κυοφορούσε τότε τη Μαρία, το τρίτο «κοράκι» της από τα συνολικά πέντε - το 1925 γεννήθηκε και ο Βασίλης, το πρώτο αρσενικό, που είχε όμως άτυχο τέλος. Η Ελένη είχε παντρευτεί από έρωτα έναν βοσκό, τον Σωτήρη τον Ψεύτη, και έκαναν μια «αρχαία» ζωή δίπλα στα ζωντανά τους. Βίος επίμοχθος για την οικογένεια, συχνότατη η δυσθυμία στο φτωχικό σπίτι. Ο πατέρας με τα μελαγχολικά μάτια αποκαλούσε την παράξενη θυγατέρα του «αμίλητο νερό». Ο ίδιος αντιτάχθηκε αρχικά στη μόρφωσή της - «ύποπτα» τα έλεγε «τα γράμματα» - αλλά η έξυπνη και φιλοπερίεργη κοπέλα, η οποία ήταν, ως φάνηκε, καμωμένη αλλιώς, πήγε τελικά στο σχολείο και άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος και πιο θαυμαστός.

Κουκκίδα στα ιστορικά γεγονότα

Διαβάζοντας κανείς το δέκατο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου υπό τον τίτλο Ερως, θέρος, πόλεμος (2003) έχει την αίσθηση ότι ακριβώς μαθαίνει τον κόσμο από την αρχή μαζί με την ανυπότακτη ηρωίδα της, ότι συμμετέχει, επί παραδείγματι, στο θάμβος εκείνης της νύχτας του 1928 που τα «λεχτρικά» φώτισαν για πρώτη φορά το λιμάνι ή ότι μοιράζεται τον ενθουσιασμό της για πράγματα πρωτόφαντα τότε όπως το ηλεκτρικό σίδερο ή το ραδιόφωνο που παρατηρούσε στα σπίτια των άλλων. Η Μαρία συνειδητοποιούσε μεν ότι ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος αλλά αντιλαμβανόταν ότι, αλίμονο, δεν ήταν ο ίδιος για όλους. Η Μαρία απέκτησε άσβεστο καημό για σπουδές και ακόμη πιο τρανό «πόθο για το φευγιό», πόθο με αιτία βαθύτερη από την «επιδημία φυγής» που είχε πλήξει τους περισσότερους νέους του νησιού τον καιρό της ιταλικής κατοχής. Η πρώτη απόπειρά της να εγκαταλείψει το σπίτι της και να ζήσει με μια συγγένισσα του πατέρα της, τη θεία Μαριώ, κατέρρευσε κυριολεκτικά «εν μιά νυκτί».

Πύκνωσαν, εν τω μεταξύ, και οι πίκρες, χάθηκε πρόωρα το δεύτερο αγόρι της Ελένης και πέθανε η γιαγιά Μάρθα. Η Μαρία όμως όταν έλεγε «θα φύω» το ένιωθε στο πετσί της και εννοούσε άλλα πράγματα βέβαια, την αυτοπραγμάτωσή της. Ετσι το περίφημο «πασαπόρτι» έγινε γι' αυτήν συνώνυμο της ελευθερίας. Το 1931 κατέφθασε «σαν από μηχανής θεός» από την Αίγυπτο μια άλλη θεία, χήρα από χρόνια, η Σταματία, που έμενε στο Πορτ Τεουφίκ με τον γιο της που δούλευε εκεί για την Εταιρεία της Θαλάσσιας Διώρυγας του Σουέζ. «Η εποχή των θαυμάτων» τελείωνε για την ηρωίδα - που «υπήρξε μόνο μια κουκκίδα στα ιστορικά γεγονότα» - και ανοιγόταν πλέον μπροστά της «η εποχή της δράσης» - αν γίνει κάποτε ταινία το βιβλίο, θα πρόκειται σίγουρα για υπερπαραγωγή - στη φιλόξενη γη των φελάχων με τα «φλαμπουαγιάν, τα δέντρα της φωτιάς, με τα κόκκινα λουλούδια».

«Οι ξένοι» της ζωής της

Η Μαρία ταξίδεψε με το πλοίο ζυγιάζοντας μέσα της τον φόβο και την προσδοκία και αποβιβάστηκε με τον μπόγο της στο λιμάνι της πολυφυλετικής και πολύχρωμης Αλεξάνδρειας, μιας πόλης «όπου ο καθένας μιλάει τη γλώσσα του, αλλά όλοι καταλαβαίνουν και τις άλλες». Οταν την παρέλαβε η κυρία Θέκλα, εργαζόμενη στο Πατριαρχείο η οποία τη στήριξε έπειτα στις δυσκολίες, όπως άλλωστε έκαναν όλοι «οι ξένοι» της ζωής της, εκείνο που αντίκρισε ήταν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, μοναχό του και απροστάτευτο, που δεν ήξερε τι είναι το τηλέφωνο, ούτε είχε επιβιβαστεί ποτέ σε αυτοκίνητο ή τρένο. Η Μαρία θα έφευγε από την ίδια πόλη 14 περιπετειώδη χρόνια αργότερα, μια ώριμη γυναίκα 26 ετών και επιπλέον μάνα. Το παιδί που γεννήθηκε εκεί το 1945 - πατέρας ήταν ο Κυριάκος, ένας έφεδρος υπαξιωματικός «εξ Ελλάδος» - και που άρχισε να μεγαλώνει στη μεταπολεμική Κυψέλη δεν ήταν άλλο από την ίδια την Ευγενία Φακίνου, κάτι που γίνεται πλήρως αντιληπτό όταν το «μωρό» της ηρωίδας παραλαμβάνει το νήμα της αφήγησης στο τρίτο μέρος του βιβλίου «Τα μικροαστικά», που διαδραματίζονται στην Αθήνα από το 1945 έως το 1990.

Δύο ιστορίες ενηλικίωσης

Η συγγραφέας συνέθεσε, με άλλα λόγια, ένα από τα πλέον βιωματικά και συγκινητικά έργα της, αφηγούμενη επί της ουσίας, με τον μανδύα ενός ιστορικού μυθιστορήματος, δύο ιστορίες ενηλικίωσης, τόσο της μητέρας της όσο και της ιδίας εν πολλοίς, δύο ιστορίες που μετουσιώνονται δραματουργικά από την ίδια μνήμη. Δεν μπορεί να μη σταθεί ο προσεκτικός αναγνώστης, λόγου χάριν, στο σημείο όπου η συγγραφέας φαντάζεται ότι είναι ένα ακόμη πιο «φτωχό κοριτσάκι» απ' ό,τι πραγματικά ήταν έπειτα από μια μητρική επίπληξη ή στο περιστατικό όπου ο Γρηγόρης Λαμπράκης της κλέβει την καρδιά με «μια φρυγανιά βουτυρωμένη». Οι περίπου εκατό τελευταίες σελίδες, όπου η Ευγενία Φακίνου αυτοβιογραφείται ενώ ταυτοχρόνως συνεχίζει, με το εγνωσμένο παραμυθητικό της ύφος και με μια γλώσσα λαμπρά οικονομημένη, τη μυθιστορηματική ανάπλαση της ζωής της μητέρας της, μιας μητέρας με εδραιωμένη «κοινωνική συνείδηση», είναι καθηλωτικές μέσα στην απλότητά τους, καθηλωτικές γιατί απολήγουν στον οικείο πόνο που προκαλεί η ανθρώπινη απώλεια.

Το αίσθημα και ο στρατιώτης

Η Μαρία, πάντως, όταν κατάλαβε ότι η θεία της στην Αίγυπτο ήθελε «δουλικό» και όχι να τη μορφώσει, έφυγε, και έφυγε ακολούθως και από το σπίτι της κακότροπης νύφης της, της Αννας, όταν η τελευταία της έδωσε να φορέσει τη γαλάζια στολή της γκουβερνάντας. Εμεινε όμως ως το τέλος δίπλα στην ανιδιοτελή μαντάμ Αλουάρ, μια γηραιά μεγαλοαστή από το Μονπελιέ, μια φεμινίστρια της εποχής της, που αγκάλιασε τη Μαρία και την πήρε μαζί της «για συντροφιά» στο σπίτι της στο όμορφο Πορτ Σάιντ με την εντυπωσιακή του σέρα. Εκεί αποφάσισε η Μαρία να γίνει νοσοκόμα επειδή, εκτός του ότι ήθελε να κάνει κάτι «χρήσιμο», είχε και πολύ ελαφρύ χέρι όταν έπιανε τη σύριγγα. Εκεί όμως εμβολιάστηκε και με «το δηλητήριο της δυσπιστίας προς τους άνδρες», η επήρεια του οποίου εξαφανίστηκε γλυκά όταν, μέσα στην αντάρα και τις αρρώστιες του πολέμου, συνάντησε έναν ιρλανδό στρατιώτη, τον ερωτεύτηκε, τον αρραβωνιάστηκε αλλά τελικά τον έχασε. Από εκείνο το αίσθημα δεν ήθελε να φύγει με τίποτα.


-------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ντενεκεδούπολη

Αποφάσισα να σας κυβερνήσω και θα το κάνω!

Η Ντενεκεδούπολη είναι μια πολιτεία
που είναι φτιαγμένη από ντενεκέδες.
Άδεια, σκουριασμένα, παλιά ντενεκεδάκια. 

Βρέθηκαν όλα πεταμένα σ΄ένα σκουπιδότοπο
κι αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους πολιτεία,
για να μένουν μόνα τους και να ΄χουν την ησυχία τους.

Έχουν περίεργα ονόματα Σαρδέλας, Μηλίτσα,
Βουτυρένιος, Σοφός, Οκέυ -μπαμ - μπαμ.
Ο Σαρδέλας είχε πριν τον πετάξουν σαρδέλες,
η Μηλίτσα είχε κομπόστα μήλο, ο Βουτυρένιος βούτυρο,
ο Οκέυ - μπαμ - μπαμ είχε κόκα - κόλα
κι ο Σοφός είχε μέσα του καφέ.



Ζούσαν όλα πολύ ευτυχισμένα στην Ντενεκεδούπολη,
ώσπου μια μέρα ένας ντενεκές ο Λαδένιος
αποφάσισε να τους κυβερνήσει! 

Τα υπόλοιπα ντενεκεδάκια όμως δεν ήθελαν!

Άρχισε αμέσως τις διαταγές: -Να μην τραγουδάτε!
-Να μην χορεύετε! - Να μη μιλάτε πάνω από δύο!,
- Να μη πηγαίνετε ταξίδια!,
-Να μη λέτε το γράμμα Ρ, γιατί δε μ' αρέσει!

Κι έτσι οι μέρες κυλούσαν!
Τα ντενεκεδάκια έψαχναν τρόπους για να τον διώξουν...



ΝΤΕΝΕΚΕΔΟΥΠΟΛΗ

Η Ντενεκεδούπολη ήταν ένα αντικειμενοθέατρο το οποίο δημιούργησε η Ευγενία Φακίνου.

Ιστορία

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1975, η Ευγενία Φακίνου εγκαινίασε το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη στο χώρο του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας στην Κυψέλη. Συγκεκριμένα στις 12 Δεκεμβρίου 1975 έκανε πρεμιέρα το 1ο έργο που παρουσιάστηκε από το αντικειμενοθέατρο αυτό, το οποίο είχε τον τίτλο Ο Λαδένιος(δεν παρουσιάστηκε με τον τίτλο αυτό επειδή καθώς περιείχε ορισμένα κομμουνιστικά στοιχεία μπορεί να το έκοβε η λογοκρισία της εποχής εκείνης, αλλά με τον τίτλοΝτενεκεδούπολη). Εκατοντάδες παιδιά από όλο το λεκανοπαίδιο της Αττικής, πήγαν και το παρακολούθησαν εκείνη την πρώτη μέρα γιατί δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους στο παρελθόν, ούτε εκείνα ούτε και οι γονείς τους τέτοιου είδους κουκλοθέατρο.

Το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη δεν είχε μόνιμη στέγη. Στο χώρο του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας έμεινε μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου 1976 και την επομένη μεταστεγάστηκε στο Κύτταρον που βρίσκεται στην οδό Ηπείρου 48 στην περιοχή της Πλατείας Βικτωρίας. Εκεί έμεινε μέχρι τις 17 Μαΐου 1976(εκείνη την ημερομηνία δόθηκε η τελευταία παράσταση του Λαδένιου). Τη Χειμερινή περίοδο 1976-1977, το αντικειμενοθέατρο αυτό παρουσίασε στο Αθηναϊκό Κοινό το έργο Στο Κουρδιστάν. Για κείνη τη Χειμερινή περίοδο η στέγη του αντικειμενοθεάτρου ήταν το Θἐατρο Κάβα που βρισκόταν στην οδό Σταδίου 50 στην περιοχή της Ομόνοιας.

Εκτός από τη Χειμερινή περίοδο 1975-1976, όλες τις υπόλοιπες Χειμερινές περιόδους οι παραστάσεις του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδούπολη στο Αθηναϊκό Κοινό ξεκινούσαν το 2ο Σαββατοκύριακο του Οκτωβρίου κάθε χρόνου και ολοκληρώνονταν την Κυριακή των Βαΐων του επόμενου, καθώς μετά το Πάσχα ξεκινούσε τις περιοδείες στην επαρχία. 

Τη Χειμερινή περίοδο 1977-1978, τα μικρά παιδιά της Αθήνας παρακολούθησαν το έργο Οι Καμινάδες(που δεν παρουσιάστηκε με τον τίτλο αυτό αλλά με τον τίτλο Ξύπνα Ντενεκεδούπολη για το λόγο που αναφέραμε παραπάνω μιλώντας για το Λαδένιο). Τότε το αντικειμενοθέατρο πήγε και πάλι στο Κύτταρον. Οι παραστάσεις των Καμινάδων ξεκίνησαν το 2ο Σαββατοκύριακό του Οκτωβρίου του 1977 και συνεχίστηκαν μέχρι την Κυριακή 19 Μαρτίου 1978.

 Λίγο πριν τελειώσει η πρωινή παράσταση εκείνης της ημέρας, τηλεφώνησε στο ταμείο του Θεάτρου ο Διοικητής του Αστυνομικού τμήματος Πλατείας Βάθη(στου οποίου την αρμοδιότητα ανήκε και η περιοχή της Πλατείας Βικτωρίας) και είπε στην ταμία πως έπρεπε να διακοπούν οι παραστάσεις επειδή ο ιδιοκτήτης της αίθουσας Κύτταρον δεν είχε πάρει την ειδική θεατρική άδεια που προβλέπει ο Νόμος, κάτι το οποίο έγινε. Για το διάστημα που έμενε μέχρι την Κυριακή των Βαΐων του 1978, οι παραστάσεις των Καμινάδων συνεχίστηκαν σε διάφορες συνοικίες του Δήμου Αθηναίων και δήμους του λεκανοπαιδίου Αττικής. Τη Χειμερινή περίοδο 1978-1979, παρουσιάστηκε το έργο Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου. Τότε το αντικειμενοθέατρο εγκαταστάθηκε στο Θέατρο Στοά στου Ζωγράφου(οδός Μπισκίνη 55).

 Οι παραστάσεις του έργου διακόπηκαν στις 21 Δεκεμβρίου 1978 και από την επομένη ξεκίνησαν οι παράστάσεις του έργου Η μις Νάυλον (αυτό το έργο παρουσιάστηκε μόνο για τα Χριστούγεννα του 1978 και οι παραστάσεις του ολοκληρώθηκαν στις 7 Ιανουαρίου 1979). Την επόμενη Χειμενρινή περίοδο(1979-1980) το αντικειμενοθέατρο εγκαταστάθηκε στο χώρο του κινηματογράφου Φίλιπ στη συμβολή των οδών Πατησίων και Θάσου στην Κυψέλη και εκεί παρουσίαστηκε το έργοΟ κύριος Ουλτραμέρ. Αυτό ήταν το τελευταίο καινούριο έργο που έγραψε η Φακίνου για το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη. Τα 5 από τα έργα του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδουπολη(Ο Λαδένιος, Οι Καμινάδες, Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου, Ο κύριος Ουλτραμέρ και το έργο Η μις Νάυλον, το οποίο παρουσιάστηκε μόνο για τα Χριστούγεννα του 1978), τα έντυσε με μουσική ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος και στις 18 Μαΐου 1980 η μουσική τους εκδόθηκε σε δίσκο από την εταιρεία Μίνως Μάτσας & Υιός Α. Ε. (σ' αυτόν το δίσκο δε συμπεριλήφθηκε η μουσική του έργου Η μις Νάυλον επειδή δεν παρουσιάστηκε για ολόκληρη Χειμερινή περίοδο και για τον ίδιο λόγο το έργο αυτό δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε βιβλίο όπως έγινε με τα υπόλοιπα 5). Το έργο Στο Κουρδιστάν, το έντυσε με μουσική ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής και η μουσική του δεν εκδόθηκε ποτέ σε δίσκο μέχρι σήμερα.

Οριστική διάλυση του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδούπολη

Τις 2 επόμενες Χειμερινές περιόδους (1980-1981 και 1981-1982) στο χώρο του κινηματογράφου Φίλιπ παρουσιάστηκαν σε επανάληψη 2 έργα τα οποία σημείωσαν τεράστια επιτυχία, την 1η Ο Λαδένιος (με τον πραγματικό τίτλο του αυτή τη φορά) και τη 2η Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου. Στις 7 Μαρτίου 1982 δόθηκε μια και μοναδική παράσταση του έργου Οι Καμινάδες(με τον πραγματικό τίτλο του). Την Κυριακή των Βαΐων του 1982 δόθηκαν οι 2 τελευταίες παραστάσεις του έργου Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου και το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του, καθώς η Φακίνου δεν μπορούσε να γράψει άλλο καινούριο έργο. Σήμερα τα ντενεκεδάκια και τα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις παραστάσεις του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδούπολη εκτίθενται στο Θεατρικό Μουσείο.

                                        -------------------------------------------
ΝΤΕΝΕΚΕΔΟΥΠΟΛΗ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ
Στίχοι και κείμενα: Ευγενία Φακίνου
Αφήγηση: Νίκη Τριανταφυλλίδη
Τραγουδούν: Ευγενία Φακίνου Σωτήρης Χατζάκης Ρένα Καζάκου Γιάννης Μαρκόπουλος και η Παιδική Χορωδία Τυχοπούλου





---------------------------------------------------------------------------------------------------


Η Ευγενία Φακίνου μας μιλά…


Και ήρθε λοιπόν να μας δει μια Κυρία. Η κ.Ευγενία Φακίνου, δημιουργός της Ντενεκεδούπολης, συγγραφέας του Ελληνικού Πανοράματος και πολλών πολλών βιβλίων. Με την απαλή, σχεδόν βελούδινη φωνή της, μας ξενάγησε στον δικό της παιδικό και ενήλικο κόσμο, μίλησε για γονείς, παιδιά, παραμύθια και με την ευγένια που την χαρακτηρίζει, μας επέτρεψε να δούμε μια χαραμάδα της ψυχής της. Την ευχαριστούμε πολύ.

-Κα Φακίνου, περισσότερα από 30 χρόνια Ντενεκεδούπολης. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της Ντενεκεδούπολης και τι συναισθήματα σας γεννά τόσα χρόνια μετά;

Η Ντενεκεδούπολη ήταν αποτέλεσμα και καρπός των χρόνων της μεταπολίτευσης. Θυμάμαι πως τη μέρα που έπεσε η δικτατορία ο γιος μου με ρώτησε “Γιατί γελάμε, μαμά;” και έτσι σκέφτηκα πως έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του απαντήσω και στην πορεία γεννήθηκε η Ντενεκεδούπολη. Βέβαια είχε υπάρξει έρευνα και κόπος, είχα πάει στο Βελιγράδι, έμαθα κουκλοθέατρο και στην επιστροφή ανακάλυψα πως δεν με ικανοποιούσε το είδος που απαιτούσε μεγάλη εξειδίκευση και πολλές ώρες δουλειάς μέχρι να φτιαχτεί το κεφάλι μόνο μιας κούκλας. Εγώ ήθελα ένα λαϊκό κουκλοθέατρο που να μη στοιχίζει τίποτα. Έτσι σιγά σιγά  δημιουργήθηκε η Ντενεκεδούπολη, που θα έλεγα ότι τα θέματά της είναι και σήμερα επίκαιρα όπως η καταπίεση των μεγάλων στους μικρούς ή η μετανάστευση. Ακόμα διαχρονικά είναι η αγάπη για τη γνώση, η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια. Αποτελούν θέματα που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν πάλι.

-Γιατί σταματήσατε να γράφετε για παιδιά;

Δεν σταμάτησα το 1981 με το κλείσιμο της Ντενεκεδούπολης. Για άλλα εννιά χρόνια έγραφα για παιδιά ενώ το 1996 έβγαλα το Ελληνικό Πανόραμα. ‘Ένα βιβλίο που το θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο, μια και είναι οι πολλές όψεις της Ελλάδας, γιατί δεν μιλάει μόνο για μνημεία και φυσικές ομορφιές… έχει πολλά, ήθη και έθιμα ακόμα και στολές. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια άλλαζε η δική μου διάθεση και δεν γράφω πια για παιδιά.

-Όταν ήσασταν μικρή ποιο ήταν το αγαπημένο σας παραμύθι;

Τα παιδιά της δικής μου οικονομικής και κοινωνικής τάξης δεν είχαν παραμύθια. Εννοώ ως βιβλία. Μεγάλωσα λοιπόν χωρίς παραμύθια. Το 1950 ήμουν 5 χρονών, τότε κανονικά θα έπρεπε να διαβάζω παραμύθια. Για να καταλάβεις πως ήταν τα πράγματα, στην Κυψέλη δεν υπήρχε καν βιβλιοπωλείο. ‘Ο, τι αγοράζαμε ήταν από το περίπτερο. Η μητέρα μου που αντιλήφθηκε πως το διάβασμα μου άρεσε πολύ μου αγόρασε πρώτα τα Άγουρα Χρόνια του Κρόνιν, τη Ρεβέκκα, το Χιτώνα, με τελευταίο και αποκαλυπτικό θα έλεγα την Ηθική του Σπινόζα. Στα 14 μου πίστευε πως η Ηθική ήταν ό,τι έπρεπε για ένα κορίτσι. Το έχω ακόμη το βιβλίο και στα πλαϊνά του υπάρχουν σημειώσεις στην προσπάθεια να κατανοήσω το κείμενο που σίγουρα δεν ήταν για την ηλικία μου. Αργότερα στο γυμνάσιο είχαμε βιβλιοθήκη και μια εξαιρετική φιλόλογο που μας έκανε να διαβάσουμε και να αγαπήσουμε τους Έλληνες πεζογράφους και ποιητές.

-Πολλοί γονείς αναρωτιούνται, κυρίως όταν το παιδί τους ξεκινάει το σχολείο, τι βιβλία να του αγοράσουν. Έχετε κάτι να τους συστήσετε, κάποιο τρόπο επιλογής;

Πρώτα πρώτα πρέπει να ξέρουν τι παιδί έχουν. Αν έχουν ένα ευαίσθητο παιδί και του πάρουν ένα τρομακτικό παραμύθι, αν και όλοι λίγο πολύ ξέρουμε τι ξορκίζουμε με τους κακούς και τους δράκους, ίσως με τη φαντασία του υπερβάλει παραπάνω από όσο αντέχει. ‘Άλλα πάλι παιδιά δεν θέλουν να διαβάσουν παραμύθια “παραμυθένια” και προτιμούν βιβλία γνώσεων. Δηλαδή το τι θα πάρει κάθε γονιός στο παιδί του εξαρτάται αρχικά από το ίδιο το παιδί. Σε κάποια αρέσουν τα διαστημικά, σε κάποια όσα έχουν δράση, σε κάποια πάλι τίποτα από τα δυο. Εξαρτάται…

-Τι θα συμβουλεύατε έναν γονιό, να διαβάζει με το παιδί του ή να το αφήνει να ανακαλύπτει μόνο του τον κόσμο των βιβλίων;

Εξαρτάται από την ηλικία. Όταν ένα παιδάκι δεν μπορεί να διαβάσει, το διαβάζει ο γονιός. Είναι κάτι πολύ ωραίο, γιατί υπάρχει μοίρασμα. Μπορούν να σχολιάσουν κιόλας. Όταν αρχίσει να διαβάζει εξαρτάται πάλι από το αν έχει κάποια δυσκολία στην ανάγνωση. Έχω παρατηρήσει απ’ τα δικά μου τα παιδιά αλλά και από άλλα, πως όταν το παιδί ξέρει να διαβάζει, προτιμά να το κάνει μόνο του, γιατί το διάβασμα είναι απόλαυση.

-Και κάτι μοναχικό, έτσι δεν είναι;

Κατ’εξοχήν, αλλά και πολύ δημιουργικό ταυτόχρονα.

-Η εμπειρία σας όσον αφορά τους αναγνώστες παιδιά είναι πολύ μεγάλη. Ποια είναι η γνώμη σας, σήμερα τα παιδιά διαβάζουν ή  ανατρέχουν σε πιο εύκολες λύσεις όπως η τηλεόραση ή οι υπολογιστές;

Όχι, αυτό είναι κάτι εύκολο να το λέμε. Εγώ πιστεύω ότι και διαβάζουν και με τους υπολογιστές ασχολούνται και τηλεόραση βλέπουν. Αυτό που λείπει στα περισσότερα παιδιά είναι το ομαδικό παιχνίδι έξω, επειδή έχουν αλλάξει πολύ οι συνθήκες ζωής. Αυτό είναι πολύ βασικό και τρέμω για τα παιδιά που μεγαλώνουν στα διαμερίσματα χωρίς να επικοινωνούν με άλλα παιδιά εκτός από τα αδελφάκια τους. Εκεί θα πρέπει να προσέξουν πολύ οι γονείς. Δηλαδή, εντάξει, ελέγχουμε να μη δουν πολλή τηλεόραση, να μη κάθονται ώρες στον υπολογιστή και αργότερα πουμπαίνουν στον υπολογιστή. Τους δίνουμε βιβλία και ανάλογα με τη διάθεση άλλα διαβάζουν λιγότερο και άλλα περισσότερο. Πρέπει όμως οι γονείς να ενθαρρύνουν τις συναντήσεις με άλλα παιδιά, οι μοναχικοί μεγάλοι υπήρξαν μοναχικά παιδιά.

Ποιοι είναι πιο απαιτητικοί αναγνώστες; Οι μεγάλοι ή τα παιδιά;

Να σου πω. Όταν γράφει κανείς για παιδιά οφείλει να ξέρει σε ποιά ηλικία απευθύνεται και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ένα παιδί. Επομένως ο συγγραφέας πρέπει να ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Στους ενήλικές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για διαμορφωμένους χαρακτήρες και τελικά κανείς δεν πρόκειται να πάθει τίποτα. Εκεί πάλι, δεν έχουμε τον αναγνώστη μπροστά στα μάτια μας, είμαστε εμείς και το κείμενο που μας ταλανίζει και δεν θα λυτρωθούμε από αυτό αν δεν ασχοληθούμε μαζί του. Ποιός είναι λοιπόν ο ιδανικός αναγνώστης; Δεν τον ξέρουμε.

-Θέλετε να μας πείτε μερικούς συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας που αγαπάτε;

Τώρα με πιάνεις ολίγον αδιάβαστη. Με την έννοια οτι έχω σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια να διαβάζω τους νέους. Είμαι αλλού. ‘Έως το ‘85 διάβαζα και είναι κρίμα να αναφέρω μόνο τους συγγραφείς εκείνης της εποχής. Ωστόσο η επιλογή είναι πάντα προσωπική. Δεν λέω, για παράδειγμα, ότι θα πρέπει να διαβάζουν Ιούλιο Βέρν. Δεν είναι απαραίτητο να τους αρέσει, ή να διαβάζουν Ντίκενς και να τρομάζουν. Εμένα ας πούμε μία από τις αδυναμίες μου είναι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Τον διαβάζω ακόμη και τώρα. Έχω ένα ράφι πού το λέω SOS και όταν με πιάνει η κατάθλιψή μου, υπάρχουν εκεί μερικά βιβλία που τα διαβάζω. Θεωρώ τα Ψηλά Βουνά αξεπέραστο βιβλίο, ωστόσο δεν ξέρω αν λέει κάτι στα σημερινά παιδιά.

- Τελικά τι πιστεύετε, η δημοσιότητα ωφελεί ή βλάπτει τον συγγραφέα;

Α, θα σου πω κάτι τώρα. Αυτές τις μέρες αισθάνομαι πάρα πολύ κουρασμένη. Δηλαδή εγώ δεν έχω μάθει σε τέτοια έκθεση. Έγινε η γιορτή για την Ντενεκεδούπολη, τη χάρηκα πολύ, ακολούθησαν συνεντεύξεις, στη βδομάδα πάνω από σύμπτωση πέφτει το βραβείο αναγνωστών, που φέρνει επίσης τα ίδια πράγματα. Νιώθω λοιπόν εξαντλημένη. Θέλω σιωπή. Να μη μιλάω. Να τελειώσω πια με αυτά. Και είναι για ευχάριστα πράγματα και ευγνωμονώ τους ανθρώπους που θέλουν μια συζήτηση ή μια συνέντευξη. Μου έπεσε όμως πολύ. Πιστεύω ότι για άλλη μια φορά, η δημοσιότητα έχει να κάνει με το χαρακτήρα, με τον άνθρωπο. Σε κάποιους αρέσει πολύ, πάρα πολύ.

-Τα βιβλία σας έχουν διαβαστεί από χιλιάδες ανθρώπους. Σας δημιουργεί αυτό ένα είδος ευθύνης, λειτουργεί ίσως κάπως καταπιεστικά;

Καθόλου πιεστικά. Εγώ αυτά δεν τα σκέφτομαι. Το λέω συνέχεια, το γράψιμο είναι κάτι αριστοκρατικό με την έννοια πως πρέπει να μην πονάς και να μην πεινάς. Και βέβαια απολύτως εγωιστικό. Την ώρα που γράφεις δε σκέφτεσαι τον αναγνώστη. Τον αναγνώστη θα τον σκεφτείς όταν το βιβλίο τελειώσει. Πρώτα γράφεις για να αρέσεις σε εσένα. Όταν πια φτάσει στα βιβλιοπωλεία φυσικά έχεις μεγάλη αγωνία. Από τη στιγμή που το παραδίδεις, ξεκινάει η έννοια της αποδοχής. Ας μην κρυβόμαστε, θες το “μπράβο” για αυτό που τόσο κόπιασες.

-Σας ευχαριστώ πολύ.

Να είστε καλά.



 ----------------------------------------------------------------------------------------------------------


politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-1


Η συγγραφέας της «Ντενεκεδούπολης» και της «Αστραδενής» Ευγενία Φακίνου, ολοκλήρωσε πρόσφατα το τελευταίο έργο της «Το τρένο των νεφών». O ήρωας του βιβλίου της, ο Κανένας, ξεκινάει με το τρένο των νεφών ένα ταξίδι στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής και στην αναζήτηση της ταυτότητας του.  Στο τελευταίο βαγόνι αυτού του τρένου επιβαίνουν πολλές προσωπικότητες της λατινοαμερικάνικης ιστορίας, όπως η Εβίτα Περόν, ο Τσε Γκεβάρα, ο Σιμόν Μπολίβαρ αλλά και ο δικός μας Αριστοτέλης Ωνάσης. Όλα αυτά τα πρόσωπα συνδέονται με έναν μοναδικό, μαγικό τρόπο στις σελίδες του βιβλίου.
Η Ευγενία Φακίνου έγραψε το βιβλίο αυτό χωρίς ποτέ να έχει ταξιδέψει στη Λατινική Αμερική. Όπως λέει η ίδια όμως «είναι σαν να έχω ήδη πάει». Διαβάζοντας κάποιος το νέο της βιβλίο διαπιστώνει πως η συγγραφέας αποτυπώνει με έναν μοναδικό τρόπο στοιχεία από την κουλτούρα των λαών της Λατινικής Αμερικής. Η Ευγενία Φακίνου μίλησε στο Politismos για το «Τρένο των νεφών», τη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα και τη σύγχρονη λογοτεχνία.


Πως προέκυψε το τελευταίο σας βιβλίο «Το τρένο των νεφών» το οποίο σχετίζεται με τη Λατινική Αμερική;

Ο ήρωας του προηγούμενου βιβλίου μου ήταν ο Οδυσσέας, ένας ιδιόρρυθμος συγγραφέας ταξιδευτής και συλλέκτης αναμνήσεων και αντικειμένων. Βασανιζόμουν πάρα πολύ να βρω τι βιβλίο θα γράψει αυτός. Και ενώ κόντευα να τελειώσω το προηγούμενο βιβλίο, μια μέρα μου ήρθε τελείως ξαφνικά το τρένο των νεφών.. Είχα δει το ντοκιμαντέρ για το τρένο των νεφών.. Και τώρα και για μένα είναι ανεξήγητο, πως από το ντοκιμαντέρ για το τρένο εγώ βρήκα τον Κανένα που μεγαλώνει δέκα χρόνια από βαγόνι σε βαγόνι, που κάθε βαγόνι είναι ένα κομμάτι της λατινοαμερικάνικης ιστορίας, αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω συνειδητά. Υποσυνείδητα μπορώ να σκεφτώ διάφορα πράγματα.

Εσείς δεν έχετε ταξιδέψει καθόλου στη Λατινική Αμερική. Στο παρελθόν είχατε σκεφτεί να πάτε;


politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-2


Μια από τις πρώτες ταινίες δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ που είχα δει ήταν η “Αυτοκρατορία του Ήλιου”. Θα ήταν τη δεκαετία του 50. Ήταν συγκλονιστικό. Έδειχνε τους ιθαγενείς. Μετά στην εφηβεία μου μάζευα τις μουσικές με τις φλογέρες. Δεν με γοήτευσε ποτέ για να πάω στην Αργεντινή ή οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής. Δεν με γοήτευσαν καθόλου. Αν έχω κάτι περίεργο που με συνδέει είναι οι Άνδεις. Είναι οι ορεινοί πληθυσμοί. Βρίσκω ότι υπάρχει μια εσωτερική σύνδεση, (μπορεί και να μην υπάρχει στην πραγματικότητα), με εκείνους τους πληθυσμούς των Νεολιθικών οικισμών. Με εκείνο τον πολιτισμό.
Ξέρω ότι αυτό που λέω δεν είναι ακριβές ιστορικά, πολιτιστικά, αλλά συναισθηματικά θα έλεγα ότι υπάρχει μέσα μου μια τέτοια συγγένεια. Επειδή ζουν πολύ λιτά, αναπτύσσουν τέχνη, η μυθολογία τους είναι σημαντική, γοητευτική. Ενώ η καταγωγή των γονιών μου είναι από νησιά εγώ είμαι γοητευμένη από τα βουνά. Αλλά από αυτά τα βουνά.
Εγώ έχω σπουδάσει γραφικές τέχνες και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς χρώματα. Δείτε εδώ, είναι ένα πολύ γνωστό σχέδιο, ένα υφαντό από τη Βολιβία.. Το έκανα εγώ με αυτά τα χρώματα. Επίσης ενδιαφέρον είναι ότι τα χρώματα των λαών του Θιβέτ και της Λατινικής Αμερικής είναι τα ίδια. Δεν χρησιμοποιούν τα ζεστά χρώματα. Είναι στην ψυχρή γκάμα.. Τα ροζ, τα πράσινα, τα μπλε δεν τα χρησιμοποιούν τόσο. Έχουν περισσότερο τη σέπια, το καφετί των μπικούνια… Δεν έχουν γήινα χρώματα.

politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-3


Που το αποδίδετε;

Νομίζω ότι έχει να κάνει με τη γύμνια του τοπίου και το χιόνι. Είναι δική μου ερμηνεία.

Το συμβολισμό έχει αυτό το μυθιστόρημα;

Το βιβλίο “πατάει” σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο και στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Το άλλο είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, ένα υπαρξιακό ταξίδι του Κανένα, δηλαδή του καθένα, καθώς προσπαθεί να ανα – αυτοκαθοριστεί.

«Δεν ξέρω πως είναι οι ήρωες των βιβλίων μου.. Μοιάζουν με σκιές.. Αλλά ζουν παρέα και ζουν για πολλά χρόνια. Περνάνε και από βιβλίο σε βιβλίο»

Το τέλος του το είχατε σκεφτεί από την αρχή ότι θα ήταν αυτό;

Τη μέρα που είπα θα είναι το “τρένο των νεφών” ήρθε όλο το πακέτο μαζί. Το πώς έρχονται αυτά τα πράγματα είναι κάτι που δεν εξηγείται.

Πόσο καιρό σας πήρε η συγγραφή του;

Ελάχιστο χρόνο για ένα τέτοιο βιβλίο. Δηλαδή πέρυσι τέτοια εποχή ακόμη έτρεχα για το προηγούμενο βιβλίο το “Οδυσσέας και μπλουζ” και είπα εντάξει, μετά τις 15 Δεκεμβρίου θα ξεκουραστώ. Στις 16 όμως είχα στρωθεί και διάβαζα. Μέχρι τις 5 με 10 Ιανουαρίου είχα διαβάσει τα 40 βιβλία της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και είχα αποδελτιώσει τα 28, αλλά εγώ είμαι μανιακή, μη σας ξεγελάει το ήπιο.. Γράφω τρελές ώρες, από τις 2 τη νύχτα μέχρι τις 10 το πρωί, πολλές ώρες..

Είναι καλύτερες αυτές οι ώρες;

Η έμπνευση είναι κάτι στιγμιαίο. Το άλλο προϋποθέτει οργάνωση και πειθαρχία. Δηλαδή δεν λες θα γράψω όταν έχω έμπνευση. Εγώ κοιμάμαι 9 και μισή το βράδυ, σηκώνομαι στις 2 χωρίς ξυπνητήρι γιατί έχω την ψευδαίσθηση ότι είμαι μόνη μου και ελεύθερη. Και ότι δεν ενοχλώ και δεν με ενοχλεί κανένας. Δεν με αποσπά τίποτα, ούτε τηλέφωνο, ούτε ο γείτονας, ούτε τίποτα. Έγραψα μέσα σε 6 μήνες, είναι σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά συνεχώς όμως.. Δηλαδή δεν βγαίνω έξω από το σπίτι μου. Σε αυτό το εξάμηνο βγήκα πέντε φορές στο σούπερ μάρκετ και πέντε φορές στη λαϊκή. Τώρα που είμαι μεγάλη έχω την δυνατότητα να το κάνω.

 politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-4



Πως προέκυψε η ιδέα να συμπεριλάβετε κομμάτια από άλλα βιβλία στο έργο σας;

Αυτό στη λογοτεχνία λέγεται “διακειμενικότητα”. Σημαίνει ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις κείμενα δικά σου από προηγούμενα βιβλία.. Βεβαίως μπορείς να χρησιμοποιήσεις κείμενα και άλλων συγγραφέων αρκεί να τα δηλώσεις. Διότι διαφορετικά είναι λογοκλοπή.

Είναι δύσκολο όμως να ταιριάξουν όλα αυτά τα κομμάτια.

Αυτός ήταν ο κίνδυνος και η πρόκληση. Θα μπορούσε να μην πετύχει. Όμως έχω ένα σημείο με ένα κείμενο του Λιόσα από το “Άνθρωπος που έλεγε Ιστορίες”. Έλεγε όλα μου μιλάνε, μου μιλάνε οι πέτρες, τα αγκάθια, το μυρμήγκι, όλα μου μιλάνε.. Μου άρεσε πάρα πολύ. Και όταν το έβαλα, υπήρχε μια συνομιλία με αυτά τα κείμενα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι οι μυθολογίες μοιάζουν.. Οι λαοί έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Οι Άνδεις πλησιάζουν τον Όλυμπο και οι Λογοτεχνίες συνομιλούν. Δεν μπορώ να το νιώσω αυτό για τη γαλλική κουλτούρα και λογοτεχνία. Δεν μπορώ να το νιώσω για κάτι άλλο. Μπορεί κάποιος άλλος να το ένιωθε για την ινδική κουλτούρα και λογοτεχνία. Αλλά δεν μας είναι γνωστή, ενώ η λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα. Γιατί είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα; Βρίσκουν και ακουμπάνε. Βρίσκουν κοινά σημεία.

Θέλατε παράλληλα να περάσετε και την άποψη σας για ορισμένα πρόσωπα όπως για τον Περόν, που τον χαρακτηρίζετε “αισχρό δικτάτορα”..

Πειράζει; (γέλια). Ασφαλώς ήθελα. Γιατί και για μένα είχε ενδιαφέρον αυτή η γοητεία.. Και αυτό είναι κοινό σημείο, πως κάτι τέτοια πρόσωπα γοήτευσαν λαούς. Αμφιλεγόμενα πρόσωπα. Δηλαδή αυτή η λατρεία για την Εβίτα υπάρχει ακόμη. Και η καινούργια πρόεδρος της Αργεντινής φέρνει κάτι από το παρελθόν, δεν ξέρω αν κάνω λάθος. Γιατί να το αποσιωπήσουμε ότι οι Γερμανοί εγκληματίες βρήκαν καταφύγιο στην Αργεντινή; Και αυτό γίνεται μέσα από ένα μυθιστόρημα ενός ανθρώπου που δεν ανήκει σε αυτούς τους λαούς.

politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-5

Μπορείτε να το κάνετε πιο ανεξάρτητα.

Ακριβώς.

Όλα αυτά διαδραματίζονται στην Αργεντινή;

Ναι. Υποτίθεται ότι την εποχή που εκτυλίσσεται η ιστορία το τρένο των νεφών φθάνει μέχρι το Βαλπαραϊσο. Δεν είναι συγκλονιστικό; Έβρισκα πληροφορίες για τη διαδρομή του αλλά ήταν συγκεχυμένες οι πληροφορίες. Με βοήθησαν πολύ από την Πρεσβεία της Αργεντινής και η κυρία Μαρία Δαμηλάκου καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο. Πολύ ενδιαφέρον είναι το στοιχείο ότι ο Τίτο, ο μετέπειτα πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας δούλεψε στην κατασκευή του τρένου.

Ποια εποχή διαδραματίζονται τα γεγονότα αυτά;

Να σου πω δεν με ενδιαφέρει. Αλλά αν το βγάλουμε από πρόσωπα, αφού είναι πεθαμένη η Εβίτα, πεθαμένος ο Ωνάσης θα είναι γύρω στο 80.. Τότε βέβαια το τρένο των νεφών δεν έκανε το δρομολόγιο μέχρι το Βαλπαραϊσο.

Ο Ωνάσης πως μπλέκεται με τους υπόλοιπους χαρακτήρες;

Ο Ωνάσης όταν έφυγε από τη Σμύρνη πήγε στην Αργεντινή. Εκεί πρωτοστήθηκε η δουλειά του που ήταν τσιγάρα για γυναίκες. Και μάλιστα χρησιμοποιούσε το τέχνασμα, επειδή δεν είχε χρήματα για διαφημίσεις, να πετάει άδεια πακέτα στους δρόμους για να διαφημίσει το προϊόν του. Και όντως είχε σχέση με την Περόν. Μικρή αλλά υπαρκτή. Το βεβαιώνουν πολλές πηγές. Εκεί εδραίωσε την αυτοκρατορία του.
Οι Λατινοαμερικάνοι έχουν λατρεία στην Ελλάδα. Πως εξηγείς ότι δίνουν ελληνικά ονόματα στα παιδιά τους, όχι μόνο στην Αργεντινή αλλά σε όλη τη Νότιο Αμερική; Αυτοί κοιτάνε προς τα εδώ. Για έναν δικό τους μυστήριο λόγο. Δεν είναι το μάτι της ευρωπαϊκής Αναγέννησης που κοίταζε προς την αρχαία Ελλάδα..

politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-6

Τους πρωταγωνιστές των βιβλίων που γράφετε μπορεί να τους δείτε στον ύπνο σας, τους νιώθετε ως πρόσωπα υπαρκτά ή είναι τελείως φανταστικά πρόσωπα;

Η ερώτηση σου είναι περίεργη.. Με ενδιαφέρον λογοτεχνικό θα έλεγα. Εγώ προσωπικά δεν τους βλέπω. Δεν ξέρω πως είναι οι ήρωες μου. Δηλαδή για παράδειγμα δεν ξέρω πως είναι ο Κανένας. Περιγράφω το παιδάκι μόνο με το γαλανό του μάτι. Μοιάζει σαν να είναι η σκιά τους, όχι σαν ένας πραγματικός άνθρωπος. Δεν θέλω να το ξέρω αυτό. Δεν με ενδιαφέρει. Αλλά ζουν παρέα και ζουν για πολλά χρόνια. Μπορούν κάποιοι ήρωες να περνάνε από βιβλίο σε βιβλίο. Τώρα βέβαια δεν είχα γράψει άλλη φορά κάτι έξω από την Ελλάδα. Είμαι ελληνοκεντρικός συγγραφέας. Και αυτό ήταν ένα ρίσκο.

politismos-culture-greece-greek-editions-music-book-vivlio-fakinou-7


Κάποιο από τα επόμενα έργα σας θα μπορούσε να έχει σχέση με τη Λατινική Αμερική;

Δεν το ξέρω. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι μοναδικό. Μοναδικό για τη δική μου γραφή διότι συνειδητοποίησα ότι τελικά έγραφα σαν να έγραφε ο ήρωας μου του προηγούμενου βιβλίου. Εγώ δεν γράφω έτσι. Αυτό διαφέρει από τα άλλα βιβλία.

Ποια είναι η σχέση που έχετε με τους ήρωες σας;

Εγώ δεν γράφω μαγικό ρεαλισμό. Εγώ γράφω ή ρεαλισμό ή ποιητικό ρεαλισμό δηλαδή μια ποιητική ματιά στην πραγματικότητα. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι να αποδεχθεί ο άλλος, ο αναγνώστης, τη σύμβαση ότι ναι αυτός μεγαλώνει δέκα χρόνια από βαγόνι σε βαγόνι. Αυτό είναι μαγικό. Φαίνεται ότι εγώ έπρεπε να βρω ένα βιβλίο με θέμα που να εντάσσεται στο μαγικό ρεαλισμό. Αυτός όταν έφθασε στο τελευταίο βαγόνι είχε την ηλικία του συγγραφέα (του προηγούμενου βιβλίου «Οδυσσέας και μπλουζ») και δεν ήθελε να πεθάνει, το είχε σταματήσει.

Όταν κάποιος γράφει σκέφτεται κάποια στιγμή αν αυτό θα είναι εμπορεύσιμο, αν θα πουλήσει;

Έναν συγγραφέα δεν πρέπει να τον ενδιαφέρουν τέτοια πράγματα. Εκείνη την ώρα έχει μια μάχη μια αγωνία να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που είναι νεφέλωμα στο κεφάλι του. Και δεν τον νοιάζει καθόλου. Έχουν πει οι θεωρητικοί ότι ο συγγραφέας την ώρα που γράφει δεν έχει ούτε φύλο ούτε ηλικία.

«Υπήρξε ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό ρεύμα πίεσης προς τους συγγραφείς να ασχοληθούν με την οικονομική κρίση. Δεν χωράμε όλοι σε αυτό. Τι να κάνουμε!»
Την περίοδο αυτή της κρίσης που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση αξιών σε τι βαθμό επηρεάζεται η δουλειά σας; Είναι μια εποχή δύσκολη για τον συγγραφέα;

Πρώτα πρέπει να λύσει τα πρακτικά και οικονομικά του προβλήματα. Διότι τα χρέη πάνε αλυσίδα, από τον βιβλιοπώλη στον εκδότη, από τον εκδότη στον συγγραφέα και πάει λέγοντας. Υπήρξε ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό ρεύμα πίεσης προς τους συγγραφείς να ασχοληθούν με τα σύγχρονα θέματα και την οικονομική κρίση. Δεν χωράμε όλοι σε αυτό. Τι να κάνουμε… Αυτό όμως είχε ένα κόστος. Ορισμένες εφημερίδες ας πούμε δεν έγραψαν καν ότι κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο. Ξέρω είναι ξένο σώμα στην εποχή που ζούμε. Ε, τι να κάνουμε, εγώ αυτό έγραψα.
Εμένα με ενδιαφέρει πάρα πολύ η οικονομική κρίση. Αλλά αν θέλω να μάθω θα διαβάσω ένα αμιγώς οικονομικό δοκίμιο, βιβλίο.. Όλα αυτά με θυμώνουν.

Πότε αρχίσατε να γράφετε;

Σπούδασα γραφικές τέχνες και ειδικεύτηκα στην εικονογράφηση παιδικού βιβλίου. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Μου έρχεται στο κεφάλι να κάνω ένα κουκλοθέατρο αλλά όχι κανονικό, καταλήξαμε στην Nτενεκεδούπολη. Το πιο φυσικό ήταν να εικονογραφήσω τα βιβλία της Nτενεκεδούπολης. Κάθε χρόνο το έκανα βιβλίο παιδικό και έκανα και την εικονογράφηση. Εκεί ξαφνικά κάτι συνέβη στη ζωή μου, η ζωή έχει κύκλους, γεγονότα, δυσάρεστα συμβάντα, και εγώ δεν είχα την διάθεση να παίζω στο κουκλοθέατρο και μια μέρα μου ήρθε στο μυαλό η “Αστραδενή”, ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα. Βγήκε μόνο του. Είναι θα έλεγε κανείς η εσωτερική μετανάστευση με τα μάτια ενός παιδιού. Διδάσκεται στα σχολεία και λειτουργεί παρηγορητικά για τα παιδάκια των μεταναστών. Βλέπουν ότι αυτόν τον ρατσισμό που έχουν υποστεί τα ίδια τον έχει υποστεί και ένα ελληνόπουλο στο παρελθόν.

Ήταν συγκλονιστικό αυτό το βιβλίο.

Τηρουμένων των αναλογιών είναι σαν το “Ένα παιδί μετράει τα άστρα” ή σαν “Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ”. Επειδή έχουν ήρωες παιδιά δεν σημαίνει ότι είναι για παιδιά. Δεν είναι καν εφηβικό. Και παρακαλώ αν κάποιος το έχει διαβάσει μικρός να το διαβάσει και αργότερα.

Το βιβλίο «Το τρένο των νεφών» της Ευγενίας Φακίνου κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

-------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ«Κλείστηκα στη συγγραφική μου κουζίνα»

Έπειτα από μια επώδυνη περιπέτεια υγείας η συγγραφέας επιστρέφει με ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα επιδιώκοντας κυριολεκτικά την ανάκτηση της μνήμης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  09/10/2008 

Παπαγιαννίδου Μαίρη


ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ«Κλείστηκα στη  συγγραφική μου κουζίνα»
Η Ευγενία Φακίνου ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


Μια γυναίκα που δεν θυμάται ούτε ποια είναι ούτε πώς τη λένε, μαζί με μια παρέα «γνώριμων» και αγνώστων που συνδράμουν συνειδητά ή ασύνειδα στην ιχνηλασία του παρελθόντος της καθώς γεύονται τα φαγητά της σε λαϊκή ταβέρνα του Κολωνού, είναι η υπόθεση του νέου μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου που θα κυκλοφορήσει στις 15 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πυκνός λόγος, ποιητικά πετάγματα, πεζότητα και χιούμορ και μια μεγάλη έκπληξη για τον αναγνώστη στην αφιέρωση του βιβλίου: «Στους γιατρούς μου Γιώργο Ναούμ, Παναγιώτη Βλαχόπουλο, Γιώργο Παυλίδη». Συναντήσαμε την κυρία Φακίνου στο σπίτι της στο Χαλάνδρι: - Η γυναίκα που έχασε τη μνήμη της στο μυθιστόρημα είστε εσείς;

«Και ναι και όχι. Εγώ δεν είχα αμνησία έπειτα από μια επέμβαση, είχα ανεύρυσμα στον εγκέφαλο και έκανα εμβολισμό. Έπειτα από αυτή την επέμβαση ο οργανισμός συνήλθε πιο γρήγορα αλλά η ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ ασταθής. Εδώ μιλάμε για άλλου είδους απώλεια μνήμης. Δεν αναγνώριζα πια τον εαυτό μου. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη, έλεγα “δεν είμαι εγώ”, με τη μνήμη μου εκατό τοις εκατό παρούσα. Βγήκα τόσο αλλαγμένη από αυτή την ιστορία, τους πρώτους μήνες τουλάχιστον, που έλεγα: “Δεν μπορεί να είμαι εγώ”. Όταν κάποιος έχει περάσει τέτοια δραματικά γεγονότα και έχει φθάσει στο σημείο να ξέρει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του, μετά δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ποτέ. Αυτό είναι βέβαιο. Και πραγματικά προσπαθεί έπειτα από ένα χρονικό διάστημα να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Είναι πάρα πολύ κοπιαστικό. Και απογοητεύεται γιατί δεν το πετυχαίνει αυτό κάθε ημέρα. Όλη η περιγραφή που έκανα, λίγα βήματα στην πιλοτή και πιανόμουν από τις νεραντζιές, είναι πραγματική». 

- Το προηγούμενο βιβλίο σας «Η μέθοδος της Ορλεάνης» κυκλοφόρησε πριν από τρία χρόνια.Πότε συνέβησαν όλα αυτά; 

«Πριν από δύο χρόνια ακριβώς είχα την ιστορία με το ανεύρυσμα. Εντελώς ξαφνικά. Εψαχνα να βρω τι έχω, με δύο πονοκεφάλους μόνο σε διάρκεια 15 ημερών που δεν έμοιαζαν με κανέναν πονοκέφαλο που είχα ως τότε. Οι δικοί μου γιατροί δεν το αξιολόγησαν και έψαχνα να βρω και κάποιον άλλον. Αυτός ο κάποιος άλλος ήταν ο Γιώργος Ναούμ, του είπα τα συμπτώματα και μου είπε: “Μέσα αύριο”. Βρέθηκε το ανεύρυσμα και οι άλλοι δύο ήταν αυτοί που έκαναν τον εμβολισμό».

- Που είναι κι αυτό επικίνδυνο...

 «Μου είπαν ότι πάω για ένα 50%, στην πραγματικότητα πας για 30%. Η αγωνία μου ήταν μήπως βγω φυτό».

- Θα ήταν τρομερό να μη θυμάται ένας άνθρωπος ότι είναι συγγραφέας και έγραψε 20 βιβλία που έγιναν μπεστ σέλερ... «Στην πραγματικότητα, πίστευα ότι δεν θα μπορούσα να ξαναγράψω. Για να είμαι ειλικρινής, όταν κάθησα να γράψω ήταν σαν να μην είχα γράψει ποτέ. Τις πρώτες 40 σελίδες του βιβλίου τις έγραψα δύο και τρεις φορές, γιατί στο πρώτο χέρι δεν ήταν καθόλου καλές. Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη στον Μιχάλη, τον άντρα μου, ο οποίος με στήριξε πάρα πολύ τόσο στη διάρκεια της περιπέτειας της υγείας μου όσο και κυρίως στη διάρκεια του γραψίματος».

 - Είπαν και για εσάς οι γιατροί να σας αφήνουν ελεύθερη στις αναζητήσεις σας στους δρόμους,όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα; 

«Όχι, αυτό είναι στοιχείο φανταστικό του μυθιστορήματος. Αλλά είναι φανερό ότι η γυναίκα αυτή ως ένα μεγάλο σημείο της είμαι εγώ, αφού τα βιβλία της όπως αποκαλύπτεται στο τέλος είναι τα δικά μου. Ασφαλώς πιστεύω ότι δεν θα έφθανα στο σημείο να πάω σε ένα ταβερνείο στον Κολωνό και να κλειστώ. Κλείστηκα σε μια άλλου είδους κουζίνα, τη συγγραφική μου κουζίνα».

- Και απ΄ ό,τι φαίνεται, ξαναβρήκατε τη συγγραφική σας δεξιοτεχνία.Ή μήπως δεν τη χάσατε ποτέ; 
«Προφανώς. Αλλά φοβόμουν να βουτήξω».

- Γιατί θέλει να δει τη θάλασσα η ηρωίδα σας; Η θάλασσα είναι το ταξίδι; 
«Ναι, πάντα. Σ΄ εμένα συμβολικά από τη “Μεγάλη Πράσινη” η θάλασσα είναι το στοιχείο της ελευθερίας, της απελευθέρωσης και του ονείρου. Είναι ένας ανοιχτός ορίζοντας».

- Μαζί με τους μάστορες,τις γνώριμες φιγούρες,τα φαντάσματα και τις ιστορίες τους,έχουμε το παιχνίδι των γεύσεων τώρα.Είναι αυτό ένα καινούργιο χαρακτηριστικό στη γραφή σας; 
«Ναι, διότι είναι βασικό στοιχείο. Για την ανάκτηση της μνήμης η γεύση και η όσφρηση είναι οι αισθήσεις που βοηθούν πολύ περισσότερο. Διάβασα πάρα πολλά θεωρητικά βιβλία γύρω από τη βιωματική μνήμη και το πώς ανακαλούνται οι μνήμες μέσα από τις γεύσεις. Επρεπε να βρω ποια φαγητά θα με εξυπηρετούσαν, δεν ήθελα να βάλω εξεζητημένες γεύσεις, δεν ήθελα να κάνω μια επίδειξη μαγειρικής και γνώσεων. Είναι απλά τα φαγητά που μαγειρεύω στο βιβλίο. Και θα ήταν επικίνδυνο αλλιώς, δεν ήθελα να κάνω έναν οδηγό μαγειρικής. Απλώς η γυναίκα πατάει στα φαγητά, στις γεύσεις, και πηγαίνει πίσω όχι στη δική της μνήμη αλλά των άλλων πρώτα. Και εκείνη διαπιστώνει ότι όντως από τη γεύση μπορείς να οδηγηθείς στη μνήμη».

- Το μυθιστόρημα που γράψατε είναι πολύ εύθυμο τελικά,σαν να γιορτάζετε την ανάκτηση της χαμένης ταυτότητας.Και αυτή τη φορά δεν προτιμήσατε την επαρχία ή τον Θεσσαλικό κάμπο αλλά το κέντρο της Αθήνας... 
«Είναι υπαρκτό το μέρος».

 - Υπάρχει η ταβέρνα «Ο κήπος της Εδέμ»; 

«Δεν είναι ταβέρνα, είναι σπίτι κλειστό. Εχει τα βουλκανιζατέρ, τα μηχανουργεία, ακριβώς κάτω από τον σταθμό Λαρίσης. Αν πάει κανείς, θα δει ένα διώροφο, έτσι όπως περιγράφεται, μόνο που είναι θεόκλειστο από χρόνια. Πάντα κάνω αυτοψία στους τόπους όπου εκτυλίσσονται τα βιβλία μου».

- Στη συνέχεια όμως σχεδιάζετε άφθονες ανατροπές στην αφήγηση και το πραγματικό μπερδεύεται με το φανταστικό.Σας αρέσει να ξεγελάτε τον αναγνώστη; 
«Δεν ξέρω αν είναι τόσο πολύ συνειδητό. Ειδικά σε αυτό το βιβλίο, επειδή δεν έχει ένα στόρι, δεν έχει μια φοβερή πλοκή ώστε να το προετοιμάσεις από πριν και να ξέρεις πού θα πάει, και επειδή δεν ήμουν σε θέση και να το κάνω, αφέθηκα στη ροή του πράγματος».

- Οι απαντήσεις δεν δίνονται από εσάς ούτε κατά λάθος.Αφήνετε πάντα να αποφασίσει ο αναγνώστης; 

«Μα τον θεωρώ- αν και δεν είναι δόκιμο- συν-συγγραφέα. Ο αναγνώστης συμμετέχει. Εγώ περιγράφω έναν τόπο και αυτός μπορεί να φανταστεί έναν άλλον. Δεν περιγράφω ποτέ πώς είναι οι ήρωες και οι ηρωίδες μου, χαρακτηριστικά και τέτοια, δεν το έχω κάνει ποτέ, δεν ξέρω πώς είναι. Ακόμη και εδώ που αυτή είναι κατά ένα μέρος της εγώ, πάλι δεν την έχω στο μυαλό μου, πέρα από το ότι έχει χάσει τα μαλλιά της. Και εγώ τα είχα χάσει, από το στρες και την κορτιζόνη».

- Και όλο αυτό το χιούμορ πού το αντλήσατε έπειτα από τέτοια περιπέτεια; Ειδικά οι περιγραφές με τη γάτα... 

«Μα η γάτα είναι ηρωίδα. Μπορώ να σε ρωτήσω αν κατάλαβες ποιος είναι ο Μιχαήλ;».

- Όχι,ποιος είναι; Ο Μιχαήλ Αγγελος;

 «Ακριβώς. Εμείς στη Σύμη είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τον αρχάγγελο του θανάτου. Τον τιμάμε πολύ αλλά τον θεωρούμε και πολύ “δικό μας” άνθρωπο. Καταφεύγουμε σε αυτόν εύκολα. Ακόμη και οι πιο δύσπιστοι. Στη Σύμη ο αρχάγγελος Μιχαήλ είναι χειροπιαστός, είναι ένας από μας. Και εδώ φαντάστηκα έναν αρχάγγελο ο οποίος στενοχωριέται γι΄ αυτό που κάνει. Γι΄ αυτό και όταν επιστρέφει κάνει πάντα φασαρία, σπάει πιατικά ή πετάει παιδικά παιχνίδια. Δεν ήθελα όμως αυτό να είναι βάρβαρα φανερό».

- Αναγνωρίζετε ότι υπάρχει ένα ύφος Φακίνου; 

«Το έχει πει- και το θεωρώ μεγάλο παράσημο- ο Κώστας Σταματίου. Με τρία βιβλία, την “Αστραδενή”, το “Εβδομο ρούχο” και τη “Μεγάλη Πράσινη”. Εντάξει. Σε άλλους αρέσει, σε άλλους μπορεί να μην αρέσει». 


----------------------------------------------------------------------------------------------------------





Πώς γνώρισα την Ευγενία Φακίνου και το κουσούρι του συγγραφέα.

Γράφει η Ελένη Γκίκα


“…Η Μαρία δεν ακολούθησε το πλήθος. Έμεινε κάτω απ’ το φανοστάτη και γύριζε γύρω- γύρω κυνηγώντας τη σκιά της, όπως η γάτα προσπαθεί να πιάσει την ουρά της. Ζαλίστηκε και στάθηκε. Τα φώτα της προκυμαίας έκαναν τρελούς κύκλους. Η καρδιά της χτυπούσε με δύναμη. Καταλάβαινε πως ζούσε κάτι μοναδικό κι ότι όταν θα μεγάλωνε και θ’ αποκτούσε παιδιά κι εγγόνια, θα μπορούσε να τους λέει: «Ήμουνα κι εγώ εκεί όταν ήρθαν τα ‘λεχτρικά». Ήταν κι αυτή μια κουκκίδα σε μια ιστορική στιγμή.
Όταν συνήλθε απ’ τη ζαλάδα και τα πράγματα πήραν την κανονική τους διάσταση, δεν της άρεσαν. Τα προτιμούσε τρελά και κινούμενα, όπως ήταν πιο πριν. Άρχισε πάλι να τρέχει γύρω γύρω απ’ το φανοστάτη κι έπειτα, ζαλισμένη και παραπαίουσα, να στέκεται και να βλέπει τα φώτα να δίνουν παράσταση μόνο γι’ αυτήν.
«Ένα κοριτσάκι τρελάθηκε και γυρίζει γύρω απ’ το φανάρι» φώναξε κάποιος.
«Μάνα, τρελαίνουν τα ‘λεχτρικά», αποφάνθηκε μια γριά, που είχε τρομάξει και θαυμάσει ταυτόχρονα”.

Ήμουν 19 χρονών όταν πρωτοσυνάντησα την Ευγενία Φακίνου. Ήξερα ήδη τα “Ντενεκεδάκια” της, μόλις είχαν κυκλοφορήσει τα “Ελληνάκια” της κι ήμουνα σπίτι της ακριβώς γι’ αυτό. Να δω πως είναι μια γυναίκα που γράφει τόσο όμορφα και ζωγραφίζει παραμύθια. Να δω ποια είναι εκείνη η καρδιά που θα αφουγκραστεί σε λίγο τον καημό της “Αστραδενής”. Να την ρωτήσω πως έρχεται η αλλαγή στα παιδικά παραμύθια. Να μου απαντήσει πως έρχεται στον άνθρωπο η γραφή.Ήτανε Τσικνοπέμπτη και είχε προηγουμένως χιονίσει. Η Ευγενία για να προστατέψει τον κήπο της ολάνθιστης βεράντας της στο Χαλάνδρι τον είχε ολόκληρο μεταφέρει μέσα στο καθιστικό.

Ο γιος της στην κουζίνα τσίκνιζε κρέμα σοκολάτα απ’ ότι έμαθα. Τότε μικρό παιδάκι, σχεδόν μωρό, σήμερα άντρας.
“Εδώ που ήρθες – πάντως- σίγουρα θα τσικνίσεις”. Μ’ έβγαλε από την αμηχανία μου η Ευγενία κι ίσως αυτή ακριβώς εκεί η χρονική στιγμή να ήτανε που πήρα να την αναζητώ και άλλη και άλλη και την άλλη φορά.
Δεν υπήρξε βιβλίο που να έβγαλε κι εγώ να μην διάβασα. Δεν υπήρξε καινούργια κυκλοφορία που να μην επιδίωξα συνέντευξη για την συνάντηση. Αναπαράγοντας πάντα αυτή την πρώτη την σπουδαία και τη σημαντική φορά.
Τότε που ένοιωσα κι εγώ όπως κι εκείνο το κοριτσάκι που “τρελάθηκε και γυρίζει γύρω απ’ το φανάρι” φωνάζοντας “μάνα, ήμουν κι εγώ όταν ήρθαν τα ‘λεχτρικά”.
Γύριζα γύρω- γύρω κι εγώ κυνηγώντας τη σκιά μου και το μεγάλο μυστικό της Ευγενίας για το πως γίνεται το πως γεννιέται η γραφή.
Το πόσα πολλά νομίζω ότι γνωρίζω, τελικά, για την Ευγενία ούτε και η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ της να φανταστεί.
Αλλά και το πόσα για – μένα σ’ αυτές τις πολύωρες συζητήσεις – συνεντεύξεις- της έχω κατά καιρούς αποκαλύψει.
Αυτό που έμαθα πρωτίστως απ’ αυτήν, είναι, εν τέλει, “το κουσούρι της γραφής”.

“Νομίζω ότι ο συγγραφέας γεννιέται μ’ ένα κουσούρι κι αυτό τον οδηγεί στην μοναξιά και στα βιβλία. Γιατί θα μπορούσε ένα άλλο παιδί να έχει βγει έξω στη γειτονιά και να παίζει και να είναι μια χαρά”.

- Θεωρείτε, δηλαδή, τη γραφή κουσούρι;

* Δεν γράφουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι! Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι απολαμβάνουν την ευτυχία τους! “Ολοι αυτοί που γράφουν, κάτι θεραπεύουν, κάτι παρηγορούν!”

Ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές αυτό προσπάθησα να της το αποσπάσω. ‘Η μάλλον το φαντάζομαι. Σχεδόν όσες και τα βιβλία της. Διότι θα πρέπει να πω ότι η Ευγενία για πάρα πολύ κόσμο αποτελεί μια αναμονή και για μένα συνήθως μια μόνιμη παραγγελιά.
Και σ’ έναν σταθμό που είχε έρθει εδώ κάποτε ίσως να το θυμάστε, στο “Σωστό Κανάλι”, την έφερα και τότε “παραγγελιά”.
Για πολλά παιδιά που μεγάλωσαν με την “Ντενεκεδούπολη”, τα “Ελληνάκια” και τον “Κύριο Ούλτραμερ”, η Ευγενία Φακίνου είναι πια ένα πρόσωπο μυθικό, Για πολλές γυναίκες που με την “Αστραδενή” έκλαψαν και δραπέτευσαν με την “Μεγάλη πράσινη” η Ευγενία είναι λες και ξέρει το μυστικό. Για πολλούς άντρες, εξάλλου, έχει λύσει το μυστήριο του “Μόμπυ Ντικ”, έχει διαβεί τους “Εκατό δρόμους και τη μια νύχτα” και για τους επίδοξους της γραφής γνωρίζει καλά πως “Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα”.
Έτσι, όταν η Ευγενία μου προέκυψε μέσα από την Ομάδα Βιβλίου για άλλη μια φορά “παραγγελιά”, ήταν σαν να το γνώριζα από καιρό πως, δεν γινόταν, κάπως έτσι θα γινόταν. Και νά “μαι λοιπόν να την καλωσορίζω για να σας πω πως <ήμουν κι εγώ εκεί όταν ήρθαν τα ‘λεχτρικά”.
Μια μικρή κουκκίδα που ακούει πάλι και πάλι πάντα με την ίδια λαιμαργία την γοητεία και το κουσούρι που προϋποθέτει η διαδικασία της γραφής.
Διότι γραφή και Ευγενία έχουνε γίνει μέσα μου ένα.

Αναμφιβόλως, η συγγραφέας που έχει συνδέσει το όνομά της με την αλλαγή στο παιδικό παραμύθι. Διότι, η Ευγενία Φακίνου το 1976 τόλμησε και δημιούργησε το Κουκλοθέατρο “Ντενεκεδούπολη”. Και μια σειρά από βιβλία όπου οι ντενεκέδες, ο κυρ- Λαδένιος και τα ντενεκεδάκια ήταν οι μεγάλοι πρωταγωνιστές: “Ντενεκεδούπολη”, “Στο Κουρδιστάν”, “Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου”, “Ξύπνα
Ντενεκεδούπολη” και “Ο κύριος Ούλτραμερ”, “Οι τέσσερις εποχές”, “Μια μικρή καλοκαιρινή ιστορία”, “Λαχανικά, Φρούτα, Λουλούδια, Αγριολούλουδα και Βότανα”, “Το αστέρι των Χριστουγέννων” ήταν εκείνα τα βιβλία που σημάδεψαν και σηματοδότησαν τα παιδικά χρόνια παιδιών και παιδιών. Το άλμπουμ “Ελληνικό Πανόραμα” ήταν εκείνο που τα έκανε να αγαπήσουν το ελληνικό τοπίο και την ελληνική φύση.
Το 1982 η συγγραφέας εξέδωσε ενδεχομένως το σπουδαιότερο εφηβικό μυθιστόρημα. “Αστραδενή”, από το όνομα ενός κοριτσιού που η εσωτερική μετανάστευση το ξερίζωσε από το χωριό του και το έφερε στη ζούγκλα της Αθήνας.
Στο “Έβδομο ρούχο”, έργο της που από πολλούς θεωρείται ανυπέρβλητο ακόμα και για κείνη την ίδια, η Ευγενία Φακίνου σκιαγραφούσε την… ζούγκλα της εποχής. Και το ανθρώπινο χρέος προς τα σύμβολα, το κοινό όραμα και την παράδοση.
Ακολούθησαν: “Η μεγάλη πράσινη”, “Γάτα με πέταλα”, “Ζάχαρη στην άκρη”, “Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα”, “Εκατό δρόμοι και μια νύχτα”, “Τυφλόμυγα”, “Ποιος σκότωσε τον Μόμπυ Ντικ”…
Μυθιστορήματα με κεντρικό άξονα την ταυτότητά μας και την παράδοση, τη μνήμη και το χρέος μας ως προς αυτή. Οι κεντρικές ηρωίδες της συνήθως ήταν γυναίκες. Που επαναστατούσαν όπως στη “Μεγάλη Πράσινη”, που μετέφεραν τα οστά των προγόνων στο “Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα”, που προδίδονταν στην “Τυφλόμυγα”…



 Γυναίκα είναι η ηρωίδα και στο πιο αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα καθ’ ολοκληρία “ζωής”, εφόσον η ηρωίδα του, η Μαρία, είναι η μητέρα της. “Έρως, θέρος, πόλεμος” ο τίτλος του. Ένα βιβλίο που συνδυάζει με εξαιρετικά ευαίσθητο τρόπο ιστορία και… προσωπικά δεδομένα.
Εξάλλου, η συγγραφέας, εκτός από το γεγονός ότι μας… χαρίζει την ιστορία της, μας γυρίζει πίσω με
μυθιστορηματικό τρόπο και τη δική μας. Γιατί η ζωή της μικρής Μαρίας που έφυγε δωδεκάχρονη από την Σύμη, έζησε κάποια χρόνια στην Αλεξάνδρεια, γύρισε λίγο μετά την Κατοχή στην Κυψέλη, εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με τη ζωή της χώρας μας. Με τα μεγάλα θαύματά της- ηλεκτρικό, ραδιόφωνο, κινηματογράφο- αλλά και τις μεγάλες πληγές της, πόλεμο, κατοχή, αντίξοες συνθήκες, χειρουργεία…
Διότι στο “Έρως, θέρος, πόλεμος” ατομική και συλλογική μνήμη γίνονται ένα.
Η συγγραφέας δεν μας αποκαλύπτει την προσωπική εμπλοκή της με το θέμα παρά μονάχα στο τελευταίο κεφάλαιο. Και μάλιστα, με αφήγηση πρωτοπρόσωπη, και με το πιο αποκαλυπτικό και ψυχαναλυτικό τρόπο. Με γνήσια συγκίνηση, σπαρακτική ειλικρίνεια που κατά κοινή ομολογία έκανε πολλούς να δακρύσουν.
Η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι το εγχείρημά της αυτό, δεν υπήρξε καθόλου εύκολο: “Θα πρέπει να πω ότι χρειάστηκαν 12 χρόνια μετά τον θάνατό της για να μπορέσω να προσεγγίσω αυτό το θέμα. Ήξερα, βέβαια, από πολύ νωρίς, προτού την χάσω καν, ότι ήταν μυθιστορηματικό πρόσωπο, το καταλάβαινα αυτό, και ότι θα έκανα μια ιστορία με αυτό το πρόσωπο ακόμα κι αν δεν ήταν η μητέρα μου”.
Εξάλλου, η μέχρι τώρα συγγραφική της πορεία το έχει αποδείξει: “Εμένα ποτέ δεν με ενδιαφέρουν οι προσωπικές ιστορίες εάν δεν ακουμπάνε σε ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα όπου να καθρεφτίζεται ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων”, αναγνωρίζει.
Έτσι, λοιπόν, η Μαρία της, μια Μαρία μέσ’ τις χιλιάδες Μαρίες, που έτυχε να γεννηθεί το 1919 στη Σύμη και να ζήσει μέχρι τα δώδεκά της μια “αρχαία ζωή” στα ορεινά του νησιού, βιώνοντας ταυτοχρόνως, όπως ενδεχομένως άλλα παιδιά αυτής της ηλικίας, την εποχή των θαυμάτων (ραδιόφωνο, ηλεκτρισμός), δωδεκάχρονη φεύγει από τη Σύμη για την Αλεξάνδρεια”.
“Το συγκλονιστικό γεγονός της μετανάστευσης των παιδιών που έφευγαν μόνα τους σε πολύ μικρές ηλικίες για την Αίγυπτο, είναι ένα γεγονός εν πολλοίς άγνωστο”, υποστηρίζει η συγγραφέας.
Έτσι, εκεί η μικρή Μαρία θα περιπλανηθεί όπως εκατοντάδες φτωχά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, και θα γνωρίσει τους ανθρώπους, τα όνειρα, τις διαψεύσεις και τις ματαιώσεις. Θα γίνει νοσοκόμα και θα έρθει αντιμέτωπη με τον ανθρώπινο πόνο, την φιλία, το έρωτα και την απώλεια. Θα ζήσει το ξέσπασμα του πολέμου, θα παντρευτεί, θα γεννήσει, και θα γυρίσει στην μετακατοχική πάμπτωχη Ελλάδα για να εγκατασταθεί πια για πάντα στην Κυψέλη.
Το “κομμάτι” αυτό της Κυψέλης είναι και το κείμενο με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η ζωή με την μητέρα και τον συνήθως απόντα πατέρα, οι συγκρούσεις, οι παρεξηγήσεις, η βαθιά αγάπη και η μεγάλη συμφιλίωση.
Στο μεταξύ, τριγύρω μαίνονται όλα τα μεγάλα γεγονότα, Η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο που καθορίζει αδιόρατα μα σταθερά όλες τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, κατά συνέπεια και της Μαρίας. Και την οποία με σεβασμό και βαθύτατη γνώση η συγγραφέας παρατάσσει παράλληλα.

 


“Νομίζω ότι αυτό το βιβλίο το ξεκίνησα ως μυθιστόρημα”, υποστηρίζει η Ευγενία Φακίνου, όταν την ρωτήσαμε αν αυτή η ιστορία υπήρξε προσωπικός λογαριασμός ή χρέος.

 “Τα χρέη τα είχα ξοφλήσει εγκαίρως, διευκρινίζει. Και χαίρομαι πολύ που το είχα κάνει αυτό εγκαίρως, γιατί με ένα βιβλίο τελικά δεν ξοφλάς. Ειδικά όταν αυτόν που χρωστάς ή σου χρωστάει δεν τον έχεις απέναντί σου για να τακτοποιήσεις τα πράγματα. Βέβαια, χρειάστηκε να μεγαλώσω κι εγώ για να το κάνω. Αυτά δεν τα κάνεις στην εφηβεία, ούτε στα αμέσως επόμενα χρόνια. Πρέπει να μεγαλώσεις κι εσύ για να αντιληφθείς. Και να καταλάβεις ότι αυτά τα οποία μπορεί να χρέωνες ήταν ανόητο να τα χρεώνεις και ότι όλοι πρέπει να βάζουμε νερό στο κρασί μας, αλλιώς ή μεθυσμένοι θα είμαστε ή δεν θα καταλαβαίνουμε τίποτα”.

Εξάλλου, είναι και το μοναδικό από τα βιβλία της στο οποίο υπάρχει προσωπική εμπλοκή:

 “Εγώ είμαι ένας συγγραφέας που δεν με ενδιαφέρουν τα αυτοβιογραφικά στα βιβλία. Βεβαίως έχω δανείσει κάποια πράγματα σε ήρωες ή ηρωίδες κατά διαστήματα, αλλά όχι σ’ αυτό το σημείο”, αποδέχεται η συγγραφέας. “Παρ’ όλα αυτά πρέπει να πω ότι στο τρίτο μέρος που είναι και στο πρώτο πρόσωπο όπου γράφει η κόρη της ιστορία της μητέρας, επειδή ακόμα δεν είχα αποφασίσει αν θα αποκάλυπτα ότι είναι η μητέρα μου, ένας αναγνώστης που δεν το ξέρει, πουθενά δεν αποκαλύπτεται ότι η συγγραφέας είναι η κόρη”.

Κατά συνέπεια, η Ευγενία Φακίνου, χαρίζει στον αναγνώστη ένα σπουδαίο μυθιστόρημα όπου το προσωπικό και το συλλογικό γίνονται ένα και η ανθρώπινη συγκίνηση δεν μπαίνει αβίαστα και άκριτα.

Ένα βιβλίο, εν τέλει, σαν καθαρτήριο ενδεχομένως επειδή αποτελούσε ανέκαθεν για την συγγραφέα ένα χρέος και μια προσωπική εκκρεμότητα. Που αποδεικνύει ότι χωρίς την προσωπική εμπλοκή ένα βιβλίο είναι χωρίς σάρκα και αίμα.

Στις σελίδες του, παρά τον επεξηγηματικό συγγραφικό τρόπο “τ’ ανείπωτα λόγια. Πάντα πιο φλύαρα και διεγερτικά”. Το κλάμα “για τους ανθρώπους τους δικούς μας που δεν καταφέραμε να συμβιώσουμε ΄πως θα θέλαμε, όπως θα έπρεπε”. Και μέσα σε όλα αυτά κι εκείνο το κοριτσάκι κάτω από τον φανοστάτη που <γύριζε γύρω γύρω κυνηγώντας την σκιά της. Καταλαβαίνοντας ότι ζούσε κάτι μοναδικό κι ότι όταν μεγάλωνε και θ’ αποκτούσε παιδιά κι εγγόνια, θα μπορούσε να τους λέει: «Ήμουν κι εγώ εκεί όταν ήρθαν τα ‘λεχτρικά»” Ήταν κι αυτή μια κουκίδα σε μια ιστορική στιγμή”.
Όπως ενδεχομένως να αντιλαμβανόταν και η συγγραφέας όταν έγραφε και υπέγραφε αυτό εδώ το βιβλίο. Ένα από τα πιο καλά της βιβλία.

[ Με αφορμή μια παλιά επίσκεψή της στην Ομάδα Βιβλίου στο Κορωπί ]


--------------------------------------------------------------------------------------------------------



--------------------------------------------------------------------------------------------------------


[Η Αστραδενή στο νέο σχολείο της]


Η Αστραδενή ζει με την οικογένειά της στη Σύμη. Όμως η ζωή στο νησί είναι δύσκολη και ο πατέρας της αναγκάζεται να πουλήσει το καΐκι του και να μετακομίσει όλη η οικογένεια στην Αθήνα. Η Αστραδενή νοσταλγεί τη ζωή στο νησί, το σπίτι της, το σχολείο της, τους γείτονές της, τους φίλους της και τα χαρούμενα παιχνίδια μαζί τους. Νιώθει αποξενωμένη στο νέο της περιβάλλον, ιδιαίτερα όταν στο καινούργιο σχολείο τής συμπεριφέρονται με περιφρόνηση. Τα αποσπάσματα που θα διαβάσετε στη συνέχεια έχουν να κάνουν με το σχολείο και το περιβάλλον του.


Ωραία! Λοιπόν, αυτή είναι η τάξη μου! Η Ε3!... Πρέπει να βάλω κάποιο σημάδι για να τη βρίσκω. Καλά θα δω..., γιατί ο κύριος ανοίγει μια πόρτα... Με σπρώχνει απαλά μέσα...
Πρώτα είδα την κυρία μας. Τη δασκάλα μας. Δεν ξέρω αν είναι νέα ή μεγάλη. Έχει μαζεμένα τα μαλλιά της σφιχτό κότσο και φοράει γυαλιά.
«Τι συμβαίνει, κύριε Γιώργο;».
«Μια καινούργια μαθήτρια, δεσποινίς».
(Ώστε είναι δεσποινίς κι όχι κυρία. Δεν έχει παντρευτεί κι είναι μεγαλούτσικη).
«Στη δική μου τάξη βρήκανε να τη βάλουνε... Έχουμε κιόλας 62 παιδιά. Τέλος πάντων. Ευχαριστώ, κύριε Γιώργο».
Στεκόμουνα κάπου κοντά στην έδρα. Κοίταξα την τάξη. Μεγάλη ήτανε κι όμως νόμιζες ότι θα έσκαγε σε λίγο από τα πολλά παιδιά. Είχε τέσσερις σειρές θρανία. Στα πιο πολλά θρανία καθόντουσαν τρία τρία παιδιά. Και είχε και δυο θρανία στο πλάι της έδρας.
«Βρες μια θέση και κάτσε», μου 'πε η κυρία.
Εκεί στη δεύτερη σειρά στο τρίτο θρανίο κάθονται δυο κορίτσια. Συμπαθητικά μου φαίνονται. Προχωρώ προς τα κει. Όταν φτάνω όμως... έχουν κάτσει στις δυο άκρες του θρανίου και κάνουν ότι δε με βλέπουν. Τι να κάνω τώρα; Να τους πω «πήγαινε πιο μέσα...», δεν μπορώ. Κοιτάζω γύρω. Όλοι κάνουν ότι κοιτάνε τα τετράδιά τους. Ξέρω όμως ότι εμένα κοιτάνε. Τι θα κάνω...
Αναστενάζω. Έχει και παρακάτω θρανίο με άδεια θέση. Πάω για κει.
Κάθονται ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Όταν φτάνω έχουν πιάσει κι αυτοί τις άκριες... Κοιτάω γύρω. Τι να κάνω;... Ακούω και κάτι γέλια... Επίτηδες το κάνουνε... Δε με θέλουνε να καθίσω δίπλα τους. Γιατί;... Πρέπει να 'χω γίνει κόκκινη σαν παντζάρι. Γυρνάω το κεφάλι μου και τους κοιτάω. Ν' άνοιγε η γη να με καταπιεί... Στέκομαι εκεί στη μέση. Στο λαιμό μου κάτι ανεβοκατεβαίνει...
«Ακόμα να καθίσεις;», ρωτάει απ' την έδρα της η κυρία.
Τι να της πω... Ότι αυτοί με κοροϊδεύουν;...
«Έλα να κάτσεις στα πλαϊνά θρανία», μου λέει.

image189
Σπύρου Βασιλείου, Η Δήμητρα (Το παιδί στη νεοελληνική τέχνη, εκδ. Adam)


Πήγα. Είχε δυο θρανία στα πλάγια, κάτω απ' το παράθυρο. Στο εμπρός θρανίο κάθονται δυο κορίτσια κι ένα αγόρι. Στο πίσω ένα αγόρι.
«Κάτσε με το Γιώργο, που είναι τιμωρία. Εσείς οι άλλοι τελειώστε με την ορθογραφία σας».
Τα παιδιά, φαίνεται, τελείωσαν την ορθογραφία, γιατί σηκώθηκαν κάτι κορίτσια, μάζεψαν τα τετράδια και τα 'δωσαν στη δασκάλα.
«Λοιπόν», είπε αυτή και άνοιξε ένα πράσινο τετράδιο, «για σήκω εσύ, η καινούργια, και πες μου τ' όνομά σου».
Στάθηκα όρθια δίπλα στο θρανίο μου κι είπα: «Αστραδενή Χατζηπέτρου».
Η κυρία δε με κοίταζε, ετοιμαζότανε να γράψει τ' όνομά μου στο τετράδιο —ο κατάλογος θα ήταν— αλλά τα παιδιά άρχισαν τα γέλια... Γιατί άραγε;... Και τότε εκείνη σήκωσε το κεφάλι, χτύπησε ένα χάρακα στο τραπέζι και είπε:
«Ησυχία εσείς! Πώς το είπες αυτό το όνομα;».
«Αστραδενή Χατζηπέτρου».
«Όχι το Χατζηπέτρου... το Αστραδενή... Χριστιανικό είναι;...».
«Ναι», έκανα με το κεφάλι. Έτρεμα. Δεν της άρεσε τ' όνομά μου, φαίνεται...
Δηλαδή, ΕΤΣΙ σε βάφτισε ο παπάς;», ξαναρώτησε.
«Αστερόπη, με βάφτισε, αλλά με φωνάζουν Αστραδενή».
«Και το... Αστραδενή είναι χριστιανικό;».
«Μάλιστα. Η κυρία μας —η δασκάλα μου— θέλω να πω η παλιά μου η δασκάλα, μου είπε ότι είναι πολύ αρχαίο όνομα. Είναι ένα αστέρι από τα εφτά της Πούλιας...».
(Τι μου 'ρθε και τα 'λεγα όλα αυτά... Θάλασσα τα 'κανα... Ορίστε! Τα παιδιά γελάνε... Τι γελάνε, δηλαδή... αυτά σπαρταράνε, χτυπιούνται πάνω στα θρανία τους...).
Η δασκάλα χτυπάει το χάρακα στο τραπέζι και φωνάζει: «Ησυχία!».
«Εγώ, δεν ξέρω τέτοιο όνομα. Πότε γιορτάζεις, τέλος πάντων, για να καταλάβω».
«Οι Αστερόπες δε γιορτάζουν. Μόνο γενέθλια έχουν».
Άλλα γέλια από κάτω. Μα γιατί γελάνε ΕΤΣΙ όλοι αυτοί;... Πρέπει να τα μπαλώσω, αλλιώς αυτή η δασκάλα θα με γράψει στα μαύρα κατάστιχα*...
«Μερικές Αστερόπες, κυρία, λέω, γιορτάζουν της Αγίας Ουρανίας. Εγώ όμως δεν κάνω γιορτή...».
«Λοιπόν, για να τελειώνουμε», είπε η κυρία κι έγραφε... «ΟΥ-ΡΑ-ΝΙ-Α ΧΑ-ΤΖΗ-ΠΕ- ΤΡΟΥ».
«Αστερόπη, κυρία!», φώναξα. «Αυτό είναι τ' όνομά μου».
«Πρόσεξε, γιατί δε θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο!
ΟΥΡΑΝΙΑ θα σε φωνάζω. Αυτό είναι όνομα της Εκκλησίας μας».
Μια μέρα, κάτι κορίτσια μου τραγουδούσανε ένα πειραχτικό τραγούδι: «Αστερία, Αστερία, είσαι μια μικρή κυρία». Τις πλάκωσα στο ξύλο. Με νευριάζανε... Καθόμουν στη γωνιά μου κι έτρωγα το κουλούρι μου κι αυτές εκεί: «Αστερία κι Αστερία...». Στην αρχή έκανα ότι δεν καταλάβαινα, μετά... άνθρωπος είμαι κι εγώ... τις βούτηξα απ' τα μαλλιά — τις δύο— και τις έφερα κάτω. Είμαι πολύ καλή σ' αυτό το κόλπο. Μου το 'χει μάθει ο ξάδελφος μου ο Ντίνος.
Οι μαρτυριάρες πήγανε στη δασκάλα. Με φώναξε η δεσποινίς. Της τα 'πα κι εγώ. Δε θα θα μίλαγα, αν δε γινόταν η φασαρία, αλλά τώρα που έγινε... Θα έκανα υπομονή, πόσος καιρός μας μένει... Ένας μήνας!... Του χρόνου μπορεί και να 'χω άλλη δασκάλα... Αλλά τώρα... Δεν την κράτησα τη γλώσσα μου και τα 'πα. Καλά λέει η μάνα μου ότι είμαι «γλωσσού».
«Με λέγανε Αστερία», είπα στη δεσποινίδα, «κι εγώ θύμωσα. Ούτε Αστερία ούτε Ουρανία με λένε. Τ' όνομά μου είναι Αστραδενή! Κι ο παπα-Λεμόνης, που είναι Χριστιανός με Χ κεφαλαίο, τη βαφτιστικιά του Αστραδενή τη φωνάζει. Κι εμένα Αστραδενή με λένε. Κι όποιος με ξαναπεί μ' άλλο όνομα δε θ' ακούσω!...»
Αυτό, βέβαια, για την αφεντιά της το είπα. Ουρανία με ανέβαζε, Ουρανία με κατέβαζε.
Θύμωσε. Με είπε αυθάδη, αναιδή και τέτοια. Με πήγε στον κύριο διευθυντή. Εκεί έγινε άλλη φασαρία. Ο διευθυντής με ρώτησε πώς με βάφτισε ο παπάς. Του 'πα. Ανοιξε και το χαρτί που 'χα φέρει απ' τη Σύμη και που μ' έγραφε Αστερόπη. Είπε στη δεσποινίδα να με φωνάζει Αστερόπη.


image190
Γιώργου Γουναρόπουλου, Κορίτσι (λεπτομέρεια, Οι Έλληνες ζωγράφοι, εκδ. Μέλισσα)

image191


Όχι ότι με πείραζε... Καλό και περίκαλο το Αστερόπη... Αλλά σκέφτομαι... «Αστραδενή, ή που καταφέρνεις να σε φωνάζουν Αστραδενή ή που δεν αξίζεις τίποτα...».
Είπα, λοιπόν, στο διευθυντή ότι και τους Γιάννηδες τους βαφτίζει ο παπάς Ιωάννηδες, ποιος όμως τους λέει έτσι... Όλοι Γιάννηδες τους φωνάζουν... Γέλασε ο διευθυντής κι είπε: «Εντάξει, μη χάνουμε την ώρα μας για ένα όνομα. Αστραδενή, λοιπόν!...».
Η δεσποινίς, αν την έπιανες από τη μύτη, θα 'σκαγε. Εγώ δεν τολμούσα να την κοιτάξω.
Τις πρώτες φορές που με φώναξε «Ουρανία», σκέφτηκα ότι θα με είχε συνηθίσει έτσι και δεν απάντησα. Έκανα σαν να μίλαγε σε κάποιον άλλον. Μια, δυο, άρχισε να με φωνάζει Αστραδενή. Πολύ μου άρεσε. Να, σαν να 'τρεχε δροσερό νεράκι μέσα μου. Έτσι μου φαινόταν.


--------------------------------------------------------------------------------------------------


Η Ευγενία Φακίνου (8 Ιουνίου 1945 - ...) είναι Ελληνίδα λογοτέχνης και γραφίστρια.

Βιογραφία

Η Ευγενία Φακίνου γεννήθηκε το 1945 στην Αλεξάνδρεια. Σύζυγος του δημοσιογράφου και συγγραφέα Μιχάλη Φακίνου.Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασεγραφικές τέχνες,κουκλοθέατρο και ξεναγός. Εργάστηκε και σταδιοδρόμησε για μερικά χρόνια σε περιοδικό ως γραφίστρια.Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία και με το παιδικό θέατρο.

 Στο τέλος του 1975, δη­μιούργησε το αντικειμενοθέατρο ή κουκλοθέατρο Ντενεκεδούπολη αρχικά στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας στην Κυψέλη καί στην συνέχεια στο Θέατρο Στοά στου Ζωγράφου(οδός Μπισκίνη 55) με κούκλες από ντενεκεδένια κουτιά παρουσιάζοντας έργα της σε μουσική του μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου.Την Κυριακή των Βαΐων του 1982 δόθηκαν οι 2 τελευταίες παραστάσεις του έργου Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου και το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του, καθώς η Φακίνου δεν μπορούσε να γράψει άλλο καινούριο έργο.

 Σήμερα τα ντενεκεδάκια και τα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις παραστάσεις του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδούπολη εκτίθενται στο Θεατρικό Μουσείο. Έχει γράψει και έχει εικονογραφήσει πολλά παιδικά βιβλία «Ελληνάκια,Ντενεκεδούπολη,Ξύπνα Ντενεκεδούπολη,κουρδιστάν,το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου,μια μικρή καλοκιαρινή ιστορία κ.α.». Το 1982 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, την Αστραδενή

Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα γερμα­νικάαγγλικά,ρωσικάουγγρικάδανέζικαγαλλικάολλανδικάιταλικά και σερβι­κά. Το 2005 τιμήθηκε με το Βραβείο Ανα­γνωστών (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – Σκάι 100,3) για το μυθιστόρημά της «Η μέθοδος της Ορλεάνης» και το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων «Φιλοδοξίες κήπου».Έγραψε κυρίως μυθιστορήματα με τα θεματά της να είναι εμπνευσμένα από την κοινωνική πραγματικότητα καί από τα υπάρχοντα προβλήματα.Τα έργα της έχουν μεταφραστεί καί έχουν κυκλοφορήσει σε πολλές γλώσσες (Γερμανικά,Ρωσικά,Αγγλικά,Γαλλικά,Ουγγρικά,Δανέζικα,Ιταλικά,Ολλανδικά καί Σέρβικα).

Το 2001 ανέβηκε με πολλή μεγάλη επιτυχία σε θεατρική διασκευή του Δημήτρη Μουρίκιου και με πρωταγωνήστρια την μεγάλη μας ηθοποιό Αλέκα Παιζή το έργο της «Το έβδομο ρούχο». Η Ευγενία Φακίνου ζει ακόμα στην Αθήνα.

Εργογραφία

Αστραδενή (μυθιστόρημα) {1982}
Το έβδομο ρούχο (μυθιστόρημα) {1983}
Η Μεγάλη Πράσινη (μυθιστόρημα) {1987}
Ζάχαρη στην Άκρη (μυθιστόρημα) {1991}
Γάτα με πέταλα (μυθιστόρημα) {1990}
Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα (μυθιστόρημα) {1994}
Εκατό δρόμοι και μια νύχτα (μυθιστόρημα) {1997}
Τυφλόμυγα (μυθιστόρημα) {2000}


----------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ








kidlab.gr › Παρουσίαση συνεργατών




-------------------------------------------------------------------------------------------------

Δημοσίευση σχολίου