Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Έλληνες - Denominazioni dei Greci



Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία.

 Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα όταν κήρυττε ο Ιησούς, οποιοδήποτε μη-εβραϊκής πίστης ήταν ένας Έλληνας. Ενώ επί του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί σαν Ρωμαίοι, και πάντα οι γείτονές τους στη Δύση θα τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από ένα νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αλλαγές, και πιθανότατα γι' αυτό οι Έλληνες είναι ένας πολυώνυμος λαός.

Αχαιοί

Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές.

Οι Αργείοι είναι ένας πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.

Έλληνες

Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος.

Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή-Σαλ, προσεύχομαι' έλλ, ορεινός' σελ, φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που λεγόταν επίσης Ελλάς στην αρχαιότητα.
Ωστόσο, είναι γνωστό με σιγουριά ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο.

Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θέο: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος.»

Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι ένας αρχαίος κατακλυσμός ήταν πολύ άγριος «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού, τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ' Έλληνες). Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν μία φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας επαληθεύεται. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, μια τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε σαν αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στηνΜικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.

Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες[ και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μετά τον πόλεμο εναντίον των Περσών, αναρτήθηκε μια επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών και υμνεί τον Παυσανία ως τον αρχηγό των Ελλήνων. Η συνείδηση μιας πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.

Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας. Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες, αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ' Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.

Έλληνες και Βάρβαροι

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.

Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος ("barbarian"), ο ομιλών ξενική γλώσσα ως προς τους Έλληνες. Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού. Αυτό αλήθευε και για τους Αιγύπτιους, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός .

Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε . Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους "αγράμματος" ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος» . Σύμφωνα με το Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από ένα βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους . Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» .

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά . Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" . Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" . Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από μια εθνική ονομασία σε έναν πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη.

Γραικοί

Το Σολέτο είναι μια από τις εννιά ελληνόφωνες πόλεις στην επαρχία της Απουλίας, στην Ιταλία. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι του πρώτου κύματος του Ελληνικού Αποικισμού στην Ιταλία και τη Σικελία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Η διάλεκτος που χρησιμοποιούν προέρχεται από την Δωρική των πρώτων αποίκων, αλλά αναπτύχθηκε ξεχωριστά από την Ελληνιστική Κοινή. Οι ίδιοι οι κάτοικοι αποκαλούνται Grekos, από το λατινικό Graecus, και θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες.

Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα μιας φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση. Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των Βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας.  Η Κύμη, μια πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή τους με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.

Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρεται η λέξη αυτή, δηλώνει ότι ένας φυσικός κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, μια περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης. Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Ίωνες

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολήςαναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.

Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α' στο Behistun. Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α', στο Naqš-i Rustam, αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες. Επίσης, μια επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα.
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka (όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας). Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά(يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).

Αλλοίωση της σημασίας του «Έλληνα»

Η ονομασία Έλληνας απέκτησε μια εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, αλλά με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.
Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.

Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων . Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες σαν έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους . Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος .

Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α', "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" .

Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α' προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, ο Τριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας" .

Ρωμαίοι 

O Ιερώνυμος Βολφ ήταν ένας Γερμανός ιστορικός του 16ου αιώνα. Δημιούργησε τη Βυζαντινή ιστοριογραφία, για να διακρίνει τη μεσαιωνική Ελληνική από την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία.

Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.

Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικόςProcopius προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς Εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως. Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την Αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε μια σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, εκφράζεται μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού στα Βυζαντινά έγγραφα προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ.

Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", ένα τίτλο που προκάλεσε μια σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα που πρώτα κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη, και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου". Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε ένας αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικόλαος Α' έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', "Παύσατε να αποκαλείστε 'Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,' αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".

Στο εξής, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι με το όνομα Ρωμαίος ήταν (ρωμαίος). Πραγματικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του ήταν μια αντεκδίκηση για την επανίδρυση της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον βασιλιά του, τον Όθωνα Α'.

Οι Ρωμαίοι ως έθνος μετά τον 13ο αιώνα

Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς οι «Ρωμαίοι» των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου αποτελούσαν έθνος που σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ταυτίζεται με το νεώτερο ελληνικό έθνος.
Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την άποψη ήταν ο Α. Καλδέλλης (καθηγητής βυζαντινολόγος στο Παν/μιο του Οχάιο). Κατά τη γνώμη του οι Ρωμαίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες πριν το 1204 και ο Ελληνισμός ήταν μια κατασκευή των μορφωμένων η οποία κατά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας έγινε το κύριο συστατικό μια εθνικιστικής ιδεολογίας.

Ο Χρήστος Μαλατράς διαπιστώνει ότι οι Ρωμαίοι των πηγών του 12ου-13ου αιώνα αποτελούν εθνική ομάδα που αναφέρεται με τους πρακτικά συνώνυμους όρους γένος, έθνος και φύλο. Ο όρος «Ρωμαίος» δεν ταυτίζεται με τον υπήκοο του Βυζαντίου αφού αποδίδεται και σε χριστιανούς υπό τον Τούρκο σουλτάνο ενώ υπάρχουν υπήκοοι του Βυζαντίου που δεν θεωρούνται Ρωμαίοι αλλά «αλλογενείς» και «βάρβαροι». Επίσης διαπιστώνει ότι ο όρος δεν είναι κατασκευή των μορφωμένων αφού αναγνωρίζεται και από το λαό. Γεωγραφικές περιοχές του Βυζαντίου όπως η Σερβία, η Βουλγαρία και η Κιλικία δεν θεωρούνταν «περιοχές των Ρωμαίων» ενώ ταυτόχρονα «αλλογενείς» κατοικούσαν σε περιοχές Ρωμαίων. Πρόσωπα που δεν υπάκουαν στον αυτοκράτορα δεν έπαυαν να θεωρούνται Ρωμαίοι. Δεν ονομάζονταν έτσι οι Σλάβοι και Αιγύπτιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε αρκούσε η γνώση της ελληνικής γλώσσας για να ονομαστεί κάποιος Ρωμαίος. Τα κύρια όρια αυτής της εθνικής ομάδας, η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα, έπρεπε να είχαν αποκτηθεί εκ γενετής. Την ίδια εποχή (12ος-13ος αι.) οι Ρωμαίοι της αρχαίας Ρώμης γίνονται αντιληπτοί ως Άλλοι. Απορρίπτεται το πρό Κωνσταντίνου λατινικό παρελθόν και αποκαθίσταται το αρχαίο ελληνικό ενώ αναγνωρίζεται ότι η χριστιανική θρησκεία δεν επαρκεί για να σχηματιστεί η ταυτότητα αυτής της εθνικής ομάδας η οποία επιβιώνει στους επόμενους αιώνες μέχρι τον σχηματισμό έθνους-κράτους τον 19ο αιώνα. Τότε επισήμως υιοθετείται το όνομα Έλληνας αντί του Ρωμαίος.

Βυζαντινοί

Την εποχή της πτώσης της Ρώμης οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ' ότι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό . Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.

Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμου Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα Βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία Ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική Ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "Ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο) ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "Ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (ισχυρού Έλληνα ομολόγου του Gibbon) ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Αναβίωση της σημασίας «Έλληνας»

Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, του Ευγένιου Ντελακρουά, 1840. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους όξυνε τον ελληνικό εθνικισμό και την απέχθεια για τους Λατίνους, κάτι που απεικονίζεται στα έγγραφα της εποχής.

H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.

Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ', ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ' την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης , ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό"  και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά ελληνικά" . Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.
Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας .

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο . Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες .

Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ' σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη:

Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του. Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων... Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"
Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία". Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της Ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων".

Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 11ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους", ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες" (Greek). Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων (Hellenes)".

Διαμάχη ανάμεσα στους όρους "Έλληνες", "Ρωμαίοι" και "Γραικοί"

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την κατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

Η προετοιμασία του ελληνισμού για την εθνική του αφύπνιση, είναι σαφές ότι περιέχει πολλές παραμέτρους οι οποίες και θα αναλυθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι ζυμώσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην προετοιμασία της αφύπνισης του ελληνικού έθνους είναι μεγάλη, καθώς με τα έργα των Ελλήνων διανοούμενων της εποχής,

Στον Ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφοροποιημένα. Η Ελλάδα ήταν ένα κράμα γλωσσών, πολιτισμών, εθνοτήτων και θρησκειών. Επίσης, ήταν τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας η οποία δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη. Η έλλειψη παιδείας και νόμων ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της. Οι σουλτάνοι δεν ήταν φίλοι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες οι οποίοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές τους.

Το Οθωμανικό κράτος είχε  εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, άλλη κυρίαρχη θρησκεία, άλλους θεσμούς, άλλη πολιτική οργάνωση. Τα έθνη που διαβιούσαν στην αυτοκρατορία χωρίζονταν σε μιλέτια, το μιλέτι των πιστών, το μιλέτι των Εβραίων και το μιλέτι των Ρωμιών Ρουμ). Είναι, όμως γεγονός ότι οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα άλλα μιλέτια, καθώς είχαν τη δική τους διοίκηση και συμμετείχαν και στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας.

 Οι βασικές έννοιες που θα προσεγγιστούν, είναι του Γένους και του Έθνους, καθώς και θα αναλυθούν τα τρία εθνικά ονόματα, Ρωμιός, Γραικός και Έλληνας. Είναι γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού του οποίου κύριος σκοπός ήταν ο φωτισμός του Γένους και η προετοιμασία για την ανάστασή του, εκφράστηκαν απόψεις για το θέμα του ονοματισμού του αλλά και της γλώσσας του.

Οι έννοιες Γένους και Έθνους άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Στα κείμενα του Διαφωτισμού συνυπάρχουν και οι δύο, πολλές φορές με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην αρχή, το Γένος βασίζεται στην καταγωγή, ενώ σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και κυρίως τους ριζοσπαστικούς χάνει την οικουμενικότητά του. Κι αυτό για το λόγο ότι, οι επιδιώξεις του Γένους αλλάζουν και στρέφεται προς τη δημιουργία εθνικού κράτους και έτσι, εμφανίζεται ο όρος Έθνος. Με τον όρο Γένος εννοείται το σύνολο των Ελλήνων που κατοικεί στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οποίο είναι κληρονόμος της. Κύρια επιδίωξη, η ανάσταση της αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται εφήμερα κάτω από την κυριαρχία άπιστου κατακτητή με την ανοχή του οποίου, οι υπόδουλοι αναρριχήθηκαν στις διοικητικές τάξεις και έλαβαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και προνόμια . Κατά κάποιο τρόπο το Γένος είναι σε αναλογία με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν ερχόταν σε ρήξη με την αυτοκρατορία και ήταν ενταγμένο στο μιλέτ, τη θρησκευτική ομάδα που ήταν θεσμός των Οθωμανών.

Αντίθετα το Έθνος, εκφράζει τις νέες ιδέες. Ο όρος είναι αποτέλεσμα των εθνικιστικών τάσεων, βασισμένος στα κηρύγματα των Διαφωτιστών, της Γαλλικής επανάστασης και στη στροφή προς την Αρχαία Ελλάδα με πρότυπα την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η επιδίωξη εδώ είναι η δημιουργία εθνικού δημοκρατικού κράτους, το οποίο δεν έχει κέντρο του την Πόλη αλλά την κυρίως Ελλάδα. Παρατηρείται η εμφάνιση του όρου, «ελληνική πατρίδα». Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, το Έθνος δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία αλλά με την πολιτική και είναι μεταγενέστερο . Η ύπαρξη των όρων αυτών έρχεται σε αντιστοιχία και με την ονοματοθεσία των Ελλήνων στην οποία κυριαρχούν τρία ονόματα.

Καταρχήν, είναι οι Ρωμιοί που υποστηρίζονται από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και τα μέλη της άρχουσας ελληνικής τάξης, στενά συνδεδεμένα με αυτή, τους Φαναριώτες, καθώς και οι αξιωματούχοι του σουλτάνου οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την τοπική αυτοδιοίκηση. Φυσικά, οι πρόμαχοι του τίτλου αυτού επιθυμούν τη, με κάθε τρόπο, διατήρηση του Αυτοκρατορικού μοντέλου. Ο όρος Ρωμιός την εποχή αυτή είναι γεγονός ότι κατέχει περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά πολιτικό ή εθνικό. Ο Καταρτζής δίνοντας τον ορισμό της έννοιας, την εξισώνει με τη θρησκεία, Ρωμιός χριστιανός. Βασίζεται, δηλαδή, στον προσδιορισμό του έθνους μέσα από το χώρο του μιλετίου και όχι της ιθαγένειας .

Η καταγωγή του ονόματος των Ρωμιών έρχεται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι γνωστό ότι κατά τους πρώτους αιώνες της, οι θεσμοί και η δομή της, ήταν εξισωμένοι με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της οποίας φυσική συνέχεια ήταν η Βυζαντινή. Με τον εξελληνισμό της, όμως, άρχισε να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται από αυτήν. Όχι, όμως, και το όνομα που εξακολούθησε να δηλώνει την ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εκκλησία η οποία εκπροσωπούνταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αυστηρά ιεραρχημένη, ενώ παράλληλα, τύγχανε προνομίων, όπως οικονομική διαχείριση, δικαστική εξουσία και σχετική διοικητική αυτονομία. Ο Πατριάρχης ήταν ενταγμένος στους διοικητικούς θεσμούς των Οθωμανών, και όπως γινόταν για όλα τα αξιώματα, ιδίως κατά την εποχή που αναφέρεται, λάμβανε τον πατριαρχικό θώκο με εξαγορά από το κράτος. Το Πατριαρχείο προσπάθησε να προβάλλει τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και τη διδασκαλία της, έχοντας έδρα του τη συνοικία, Φανάρι, της Πόλης, όπου και εδραιώθηκε και η ελληνική αριστοκρατία, οι Φαναριώτες.

Οι Φαναριώτες αποτέλεσαν έναν καθοριστικό παράγοντα του Γένους για το λόγο ότι, είχαν στα χέρια τους εκτελεστική εξουσία. Η διοικητική μηχανή των Οθωμανών στηριζόταν στο Βυζάντιο εξαιτίας, όμως, της αποφυγής των σουλτάνων να δίνουν σε ομόθρησκά τους άτομα υψηλές διοικητικές θέσεις, τις πρόσφεραν στην αριστοκρατική τάξη των Ελλήνων. Τα αξιώματα του Μεγάλου Δραγουμάνου και του Δραγουμάνου του Στόλου δόθηκαν στους Φαναριώτες. Μπαίνοντας οι υπόδουλοι στην διοίκηση των απίστων, το θεώρησαν σαν απαρχή της αφύπνισής τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι Φαναριώτες κέρδιζαν όλο και μεγαλύτερα προνόμια και αξιώματα. Γίνονταν Οσποδάροι, διοικητές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί, όντας όμοροι με την Ευρώπη, έφεραν στις Αυλές τους την επιστήμη, τη διανόηση και την παιδεία των Διαφωτιστών. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι νέες ιδέες στον Ελληνικό χώρο.

 Τέλος, οι Φαναριώτες είχαν και καλή σύνδεση με τη Ρωσία πάνω στην οποία αυτοί και η Εκκλησία στήριζαν τις ελπίδες τους για απελευθέρωση. Σε πολλές περιοχές της σημερινής κυρίως Ελλάδας, υπήρχε οργανωμένη τοπική αυτοδιοίκηση με κύριο μέλημά της τη συλλογή της φορολογίας. Και αυτοί οι αξιωματούχοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες ήταν με το μέρος των Φαναριωτών και της Εκκλησίας. Ελπίδα τους ότι με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήδη διαφαινόταν, θα ανέβαιναν Χριστιανοί, ακόμη και στον Αυτοκρατορικό θρόνο και θα έφερναν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 Πρώτα, πρώτα ήταν ομόδοξη, παρά τις δογματικές διαφορές. Επίσης, θαύμαζε το αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο, ενώ ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός θεμελιωνόταν στον Ελληνορωμαϊκό. Το γεγονός της παραμονής των Ελλήνων στην Ευρώπη τους βοήθησε ώστε να λάβουν ευρωπαϊκή παιδεία και σκέψη.

   Παράλληλα, οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έδωσαν σε πολλούς Έλληνες την ελπίδα ότι θα απελευθερωνόταν η Ελλάδα από τον Ναπολέοντα. Το γεγονός αυτό γινόταν πιο έντονο με την διάδοση της πιθανότητας ότι εκείνος καταγόταν από την Ελλάδα. Ο πολιτικός στόχος του Γάλλου Αυτοκράτορα, όμως, καμία σχέση δεν είχε με τις επιδιώξεις των Ελλήνων. Το σίγουρο είναι ότι από τους πολέμους αυτούς επωφελήθηκαν οι Έλληνες έμποροι οι οποίοι κινδυνεύοντας διακινούσαν στα ευρωπαϊκά λιμάνια τα προϊόντα τους, εκεί που ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα δεν επέτρεπε την είσοδο αγγλικών καραβιών.

Οι παράγοντες αυτοί, λοιπόν, ώθησαν τους υπόδουλους να ελπίζουν ανάλογα με τις απόψεις τους σε δύο κυρίως δυνάμεις, τη Ρωσία και τη Γαλλία. Καταρχήν, στηρίζονταν στη Ρωσία, η οποία βασιζόμενη στην ελπίδα των Ελλήνων ότι ήταν φυσικός προστάτης τους, ως ομόδοξη, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Κύρια επιδίωξη της Ρωσίας ήταν η έξοδός της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και αυτό αποτέλεσε αιτία πολλών ρωσοτουρκικών πολέμων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ουσιαστικότερη συμβολή της Ρωσίας ήταν η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Με αυτήν τη συνθήκη τα ελληνικά πλοία μπορούσαν με ρωσική σημαία να διασχίζουν το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο. Ουσιαστικά, όμως, ήταν συνθήκη που ρύθμιζε τις Ρωσοτουρκικές διαφορές. Όσο για τα ελληνικά πλοία, αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη κίνηση των Ρώσων υπέρ των Ελλήνων, αλλά απλά μία θετική συγκυρία. Εξάλλου, κατατοπιστικός σχετικά με τους Ρώσους και του θρύλου περί «Ξανθού Γένους», είναι ο Αδαμάντιος Κοραής στο έργο του.

 Ο Κοραής θεωρεί ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στην Γαλλία, στηριζόμενος στο Διαφωτισμό που έχει προηγηθεί αλλά και στη ρωσική κυριαρχία στα Επτάνησα, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτα τους Επτανήσιους, και με ενδιαφέροντα επιχειρήματα εξισώνει τους Γάλλους με τους Αρχαίους Έλληνες. Ο Κοραής γενικά προτείνει την υιοθέτηση του ονόματος, Γραικός, για το λόγο ότι οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος είχε ζήσει στη Γαλλία και θεωρούσε ότι η στροφή σ’ αυτήν είναι απαραίτητη γιατί, η αφύπνιση του Γένους έπρεπε να στηριχθεί στην παιδεία, άρα στο σχολείο της Ευρώπης τη Γαλλία. Είναι αντίθετος με το αυτοκρατορικό μοντέλο και την ονομασία Ρωμιός, ενώ παράλληλα προτείνει το όνομα Έλληνας.

Τέλος, η ονομασία Έλληνες, υποστηρίζεται κυρίως από αυτούς που θεωρούν απαραίτητη τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Έρχονται και αυτοί σε σύγκρουση με το αυτοκρατορικό μοντέλο και καταφεύγουν στην ευρωπαϊκή βοήθεια με κυριότερο αίτημα την ένταξή τους στο δυτικό κόσμο. Αποστρέφονται το Βυζάντιο το οποίο εξάλλου είχε καταδιώξει το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η ονομασία αυτή συνδέεται με την γέννηση της εθνικής συνείδησης που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης των Διαφωτιστικών ιδεών και της εθνικιστικής έξαρσης στην Ευρώπη. Κορμός αυτής της κίνησης ήταν η αναζήτηση της κοινής καταγωγής με τους Αρχαίους Έλληνες και της αναγωγής της αρχαιότητας σε καίριο κρίκο για την εθνική αφύπνιση και ολοκλήρωση. Είναι γεγονός ότι η σύνδεση με την αρχαιότητα έγινε σε πρώτο βαθμό με την εμφάνιση αρχαιοελληνικών ονομάτων στα παιδιά των Ελλήνων και στα πλοία τους.

Επίσης, η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού σ’ αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε μεγάλη. Το κίνημα βοήθησε στη διάδοση των αρχαίων ιδεών με τη μελέτη τους και στην προσπάθεια μορφοποίησης μιας Ελληνικής γλώσσας καθαρής από τις ξένες επιρροές και κοντινής στην Αρχαία Ελληνική. Αν και οι απόψεις ποικίλουν μεταξύ των διαφωτιστών, αρχαϊστών και δημοτικιστών, χαρακτηριστική είναι η άποψη του πλέον μετριοπαθούς Διαφωτιστή, του Αδαμάντιου Κοραή, που πρότεινε τη μέση οδό και στη γλώσσα. Το σημαντικό στοιχείο είναι η τάση της απομάκρυνσης από τους συντηρητικούς κύκλους και η συνειδητοποίηση ότι για την απελευθέρωση είναι απαραίτητη η σύνδεση με τους προγόνους.

Χαρακτηριστική είναι η άποψη των Δημητριέων οι οποίοι προτείνουν την ονομασία Έλληνες εξηγώντας παράλληλα και την προέλευση των άλλων δύο ονομασιών, Ρωμιών και Γραικών. Οι Δημητρειείς μιλούν υποτιμητικά για το όνομα Ρωμιός, επειδή αυτό προέρχεται από τους Ρωμαίους που ήταν τύραννοι της Ελλάδας .

Τέλος είναι και η άποψη του Ρήγα ο οποίος, αν και αναθρεμμένος σε Φαναριώτικο περιβάλλον, μίλησε για Έλληνες και μία πολυεθνική Ελληνική Δημοκρατία στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι μεταξύ των δύο τελευταίων ονομασιών ενυπάρχει μία συγγένεια, ως προς τις επιδιώξεις τους. Οι υποστηρικτές των όρων αυτών είναι οι ριζοσπάστες, αυτοί που δεν αποδέχονται την Αυτοκρατορία και την «Ελέω Θεού» εξουσία. Είναι εκείνοι που ενστερνίστηκαν και αφομοίωσαν τα διδάγματα των καιρών και έστρεψαν τις ελπίδες τους στην Ευρώπη και τη Δύση. Εκείνοι που πρώτοι απαίτησαν πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντιμετώπισαν το Έθνος όχι σαν ποίμνιο, αλλά σαν έθνος που θέλει, και δικαιούται, να αποφασίζει για την τύχη του. Συμπερασματικά, μέσα στις ιδεολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου τίθενται θεμελιώδη ζητήματα για τον ελληνισμό.


Η περίοδος αυτή είναι από τις πλέον σημαντικές για το λόγο ότι αποτελεί την απαρχή της εθνικής παλιγγενεσίας και της επιδίωξης για την απομάκρυνση των Ελλήνων από το πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν την περίοδο τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας και την απαλλαγή της από τις ξένες προσμείξεις, και της παιδείας αμφότερα στοιχεία ταυτότητας και διαμόρφωσης του Νεοέλληνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία στην ανάσταση και θα θέσουν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους. 

ΠΗΓΗ






========================================================

Denominazioni dei Greci

Le genti che abitano e hanno abitato la Grecia sono state chiamate, lungo il corso dei secoli, in modo diverso. Essi stessi si definiscono Elleni, dal nome dell'eroe Elleno, ritenuto il capostipite delle tre popolazioni greche degli Ioni, Eoli, Dori che, nel II millennio a.C., invasero la Grecia sottomettendo le popolazioni ivi residenti, dette Greci, appunto.

I Macedoni hanno esportato la cultura ellenica, e la parola Hellenes (Έλληνες) è stata conosciuta da tutto il mondo; mentre i Romani, dal par loro, hanno utilizzato la parola Greci, per riferirsi a queste genti: le lingue che dal latino si sono sviluppate, quindi usano tale appellativo. In Oriente si usano parole derivate da Ioni.

Definizioni

Omero, Erodoto e altri autori successivi usavano Hellenes per indicare i guerrieri che navigarono verso Troia sotto il comando di Agamennone. Ma utilizzarono anche i nomi di Achei e Argivi, per indicare la popolazione dominante, che faceva capo alla città di Argo, o Danai, a ricordare come fossero tutti figli di Danao e, quindi, dell'Occidente. Pare che Hellas (Eλλάς) fosse la terra degli Hellenes, altro nome dei Mirmidoni che abitavano la Ftia tessalica e che avevano come capo Achille.

Tra l'VIII e il VII secolo a.C., coloni greci ed elleni cominciarono a stabilirsi sulle coste del sud Italia (Basilicata, Calabria, Campania, Puglia) e della Sicilia. Verso il III secolo a.C., si cominciò a definire tali colonie Megàle Hellàs, "Magna Grecia" (forse tale riferimento venne fatto prima verso la Sicilia, mentre le colonie continentali vennero incluse in questa definizione successivamente).

I soldati che caddero alle Termopili erano chiamati Hellenes. All'indomani della battaglia di Cheronea (338 a.C.), Filippo indisse un congresso (a Corinto) a cui ebbero possibilità di partecipare tutti gli Elleni sconfitti. Questi si unirono con i Macedoni nella lega di Corinto.

All'interno della sfera d'influenza dei territori conquistati da Alessandro Magno e successivamente ellenizzati, il termine denota chi ha abbracciato uno stile di vita greco. Nei Libri dei Maccabei il termine viene riferito a un ebreo che ha adottato la cultura Greca. Nelle scritture del Nuovo Testamento Helleneè usato come un termine rappresentativo delle persone non-ebree.

Nel periodo dell'Impero Romano il termine Greci fu adottato per indicare tutte le popolazioni della stessa area culturale e linguistica, a causa dell'immigrazione massiccia dei pacifici Beozi a Roma, scribi ed eruditi che insegnarono il greco ai giovani Romani.

Nel periodo tardoantico gli elleni erano soliti chiamarsi Romaioi (Ρωμαίοι) o Romioi (Ρωμιοί). Dopo la conversione ufficiale dell'Impero Romano al Cristianesimo per opera di Teodosio I, Hellene passò ad indicare il pagano, poiché si venne a considerare tutta la filosofia classica, di derivazione greca, come idolatrica.

Nelle lingue mediorientali e orientali, la radice comune è ywn, dal popolo degli Ioni. Il termine probabilmente assunse un uso più diffuso nelle lingue semitiche attraverso la Tavola delle Nazioni (Genesi 10:1,32), dove si elencano i discendenti di Noè. La nazione dei Greci appare sotto il nome di Yavan, figlio di Jafet. Yavan è simile a "Ionia", regione dell'Asia Minore.

Una formula interessante è usata in Georgia: i Greci sono chiamati ბერძენი berdzeni, che significa "saggi", un nome comunemente legato alla nozione che la filosofia sia nata in Grecia.

La Grecia nelle altre lingue

Derivati di berdz
Georgiano: Saberdzneti

Derivati di graikoi

Afrikaans: Griekeland
Albanese: Greqia
Basco: Grezia
Bulgaro: Гърция (Gǎrcija)
Catalano: Grècia
Ceco: Řecko
Coreano: 희랍 (Huirap)
Cornico: Pow Grek
Danese: Grækenland
Estone: Kreeka
Finlandese: Kreikka
Francese: Grèce
Frisone: Grikelân
Gallese: Groeg
Giapponese: ギリシャ (Girisha)
Inglese: Greece
Irlandese: An Ghréig
Islandese: Grikkland
Italiano: Grecia
Lettone: Grieķija
Lituano: Graikija
Maltese: Greċja
Olandese: Griekenland
Polacco: Grecja
Portoghese: Grécia
Rumeno: Grecia
Russo: Греция (Gretsia)
Serbocroato: Грчка / Grčka
Slovacco: Grécko
Sloveno: Grčija
Spagnolo: Grecia
Svedese: Grekland
Tedesco: Griechenland
Ucraino: Греція (Hretsiia)
Ungherese: Görögország

Derivati di hellenes

albanese: Elladha helen per 'greco'.
Greco: Hellas o Hellada
Politonico: Ελλάς ο Ελλάδα
Monotonico: Ελλάς o Ελλάδα
Cinese: 希臘 (Xīlà)
Norvegese: Hellas
Vietnamita: Hy Lp

Derivati di ioni

Arabo: يونان (Yūnān)
Aramaico: ܝܘܢ o יון (Yawān, Yawon)
Armeno: Հունաստան (Hounastan)
Azero: Yunanıstan
Cinese: 大宛;
Pinyin: Dàyuān;
Wade-Giles: Ta-Yuan (Dayuan)
Curdo: Yewnanistan
Ebraico biblico: יָוָן (Yāwān)
Ebraico moderno: יוון (Yavan)
KJV Biblico: Javan
Hindi: यूनान (Yūnān)
Indonesiano: Yunani
Nepalese: यूनान (Yūnān)
Persiano: یونان (Yūnān)
Sanscrito: Yavana
Turco: Yunanista

Greci (Γραικοί )

Etimologia

Sembra che greci sia da porre in relazione con la parola γηραιός gēraiós, "anziano", che era uno dei titoli dati ai sacerdoti di Dodona, chiamati anche Σελλοί, "Selloi".

Origine

Omero, mentre descrive le forze della Beozia nel Catalogo delle navi nell'Iliade, fornisce il primo riferimento conosciuto a una città della Beozia chiamata Graea, e Pausania accenna che Graea era il nome di un'antica città del Tanagra. Aristotele afferma che un cataclisma naturale si abbatté sull'Epiro centrale, dove gli abitanti erano soliti chiamarsi γραικοί, "graeci", e solo in un periodo successivo Elleni (Έλληνες).Graikos, (Γραικός), è una tribù della Beozia che migrò in Italia nel VII secolo a.C.

Diffusione

In un mito tardo, "Greco" è il nome del cugino di re Latino. I Romani, vincitori, ebbero una relazione ambigua coi civilizzati Elleni: Orazio espresse ammirazione col suo Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio "La Grecia, conquistata [dai Romani], conquistò il [suo] feroce vincitore e le arti portò nell'agreste Lazio". Ma Virgilio fece discendere i Romani dai figli di Enea, il nemico dei Danai; sua è l'espressione Timeo Danaos et dona ferentes, "Temo i Greci anche se portano doni". Il termine greco assunse una connotazione dispregiativa e Cicerone diede il colpo di grazia coniando il termine (davvero peggiorativo) Graeculi.

Greci in Italia

Sono nove i comuni pugliesi che parlano greco. I suoi abitanti sono discendenti della prima ondata di colonizzazione greca in Italia peninsulare e in Sicilia nell'VIII secolo a.C. Il dialetto che parlano deriva dal dialetto attico dei colonizzatori originali (con molti elementi dorici), ma subì un'evoluzione separata dal greco ellenistico. Gli abitanti di questi paesi chiamano se stessi Grikoi, che deriva dal latino Graecus, e si considerano Greci. Molte città italiane, come Grai, furono fondati dai Greci.

Achei (Αχαιοί)


Nell'Iliade di Omero, le forze alleate greche sono descritte sotto tre differenti nomi, spesso usati interscambiabilmente: Argivi (in Greco: Argeioi (Αργείοι)) (usato 29 volte nell'Iliade), Danai (Δαναοί) (usato 138 volte) e Achei (Αχαιοί) (usato 598 volte).

Achei è il nome della terza tribù ellenica che invase la Grecia, dopo Ioni ed Eoli. Rispetto questi, riuscì a imporre il proprio pantheon religioso e ad egemonizzare i greci pelasgi.

Argivi è un epiteto politico tratto dalla capitale originale degli Achei, Argo. Deriva dalla radice arg- che significa splendente o luminoso, analogo a argyros (άργυρος che significa argento), argos (αργός che significa splendente) o Latino argentum.

Danai è il nome attribuito ai figli di Danao: secondo la leggenda Danao era fratello gemello di Egitto, e da lui scappò verso occidente, approdando in terra di Grecia. È quindi un epiteto generico: Danai può significare "occidentali", in contrapposizione agli "orientali" Troiani.

Elleni (Έλληνες)

Etimologia

La parola (H)el-las (Ελλάς) è scomponibile in e- o es-, "nostro", e -laos (λαός), "gente", "nazione" o laas (λάας), "pietra", quindi "nostra gente" oppure "nostra gente delle pietre", collegato al mito greco del diluvio universale, dopo il quale Deucalione e Pirra, come istruiti da Zeus, lanciarono pietre al suolo, dalle quali nacquero gli uomini postdiluviani. Altre etimologie includono sal, "pregare", con ell, "montagnoso", e sel, "illuminato".

Origine

Pare che Hellas (Eλλάς) fosse la terra degli Hellenes, altro nome dei Mirmidoni che abitavano la Ftia tessalica e i territori di Alos, Alope, Eraclea Trachinia, Argo Pelasgica.

Omero descrive Achille che prega Zeus Dodoniano come il dio primigenio: "Re Zeus, pianse, signore di Dodona, dio dei Pelasgi, che dimorano lontano, tu che tieni l'agghiaciata Dodona sotto la tua influenza, dove i tuoi profeti i Selli dimorano intorno a te con i loro piedi non lavati e i loro vestiti fatti di terra." Aristotele sostiene che i Selli (Σελλοί), i sacerdoti di Dodona in Epiro, potrebbero aver scelto loro il nome, da Elle, altro nome della Dea. Inoltre riporta che un antico cataclisma distrusse "l'antica Hellas, tra Dodona e il fiume Acheloo […], la terra occupata dai Seli e dai Graeci, che più tardi sono giunti ad esser conosciuti come Hellenes".

Tolomeo chiama l'Epiro Hellas primordiale. Pertanto, la probabilità che i Selloi fossero una tribù dell'Epiro, che in seguito emigrò verso sud in Tessaglia e adottarono il nome di Hellenes come proprio, può essere valida.

Uno studio più recente ricollega il nome a una città chiamata Hellas vicino al fiume Spercheus, chiamata così ancora oggi.

Diffusione dell'uso del termine "Hellenes"

Nel significato più vasto il termine Hellenes appare scritto per la prima volta in un'inscrizione di Echembroto, dedicata a Eracle per la sua vittoria nei Giochi pitici, e riferiti alle 48º Olimpiadi (584 a.C.). Sembra che il suo uso si stabilì permanentemente dal V secolo a.C.

Dopo le Guerre Persiane fu scritta un'iscrizione a Delfi per celebrare la vittoria sui Persiani e per lodare Pausania come il generale a capo degli Hellenes. La consapevolezza di un'unità panellenica fu promossa dalle feste religiose, in particolare nei Misteri eleusini, nei quali tutti i partecipanti dovevano parlare il Greco, nonché attraverso la partecipazione ai Giochi panellenici, nei quali sono inclusi i Giochi Olimpici. Qui, i partecipanti rappresentavano la tribù di appartenenza: nessuna donna non-greca poteva partecipare, né alcun uomo che non fosse greco. In tempi successivi ci furono sporadiche eccezioni a questa regola, come quella fatta per l'imperatore Nerone, ciò fu un chiaro segno dell'egemonia politica romana.

Le società tribali del nord

La consapevolezza che i quattro gruppi tribali riconosciuti come "ellenici" (ioni, eoli, achei e dori) provenissero da un nord ancora barbaro, ebbe un'influenza anche sui popoli settentrionali, abitanti l'Epiro e la Macedonia. Gli stessi Dori pare non fossero ellenici, ma resero Doro, il loro progenitore, figlio diretto di Elleno, per potersi dire fratelli dei loro predecessori. In altre leggende Doro è invece ellenico di seconda generazione, figlio, cioè, di Xuto, il secondogenito di Elleno o un'altra teoria dice che I Dori erano i figli di Eracle.

Come per esempio Makednos il primo Macedone che era figlio dell'Aellus che era uno dei figli dell'Helenus. La differenza stava che mentre nel Sud della Grecia come sistema politico avevano lasciato da diversi anni la monarchia e avevano o un sistema Democratico o un sistema oligarchico, nel nord della Grecia erano rimasti ancora ai sistemi politici che si riscontravano in Grecia all'epoca di Omero. Un miscuglio fra monarchia e oligarchia in cui il re doveva essere confermato dai soldati come si faceva con i Epiroti e i Macedoni.

Eppure l'oratore ateniese Demostene, nella sua Terza Filippica, si avventò sì contro i Macedoni di Filippo, ma senza toccare la questione dell'origine. Similarmente Tucidide, chiama gli abitanti dell'Acarnania, dell'Etolia, e gli abitanti dell'Epiro e della Macedonia barbari, ma fa ciò in un senso strettamente dal punto di vista livello culturalle e no di origine dal momento che la loro lingua era un dialetto greco come riconoscono anche i Romani. Polibio addirittura, si arrischia a considerare le tribù dell'Ellade occidentale, dell'Epiro e della Macedonia come elleniche in tutti gli aspetti.

Hellenes e barbari

Nei secoli seguenti, Hellene assunse un significato più ampio, andando ad identificare le popolazioni "civilizzate" in generale, in contrapposizione col termine "barbaro" (βάρβαρος).

Il termine βάρβαρος è onomatopeico in origine: gli stranieri erano detti tali poiché non erano in grado di pronunciare il greco, cosa che risultava simile a un balbettio. Questa alterigia non era propria dei soli greci: anche gli Egiziani, secondo Erodoto, "chiamavano barbari tutti quelli che parlavano una lingua diversa", e perfino gli Slavi diedero ai Germani il nome nemec, che significa "muto"."Barbaro" alla fine assunse un uso dispregiativo, col significato di "analfabeta" o "non civilizzato" in generale.

La distinzione tra Elleni e barbari rimase fino al IV secolo a.C.: Euripide, nella sua Ifigenia in Aulide, ipotizza come fosse plausibile che gli Hellenes governassero i barbari, perché i primi erano destinati alla libertà e i secondi alla schiavitù. Ma le differenze tra ellenico e barbaro col tempo passarono da un piano etnico a un fatto di stampo più pedagogico: secondo Dionisio di Alicarnasso, un elleno differisce da un barbaro per l'educazione, la conoscenza della filosofia, il rispetto delle regole e della legge. E infatti Paolo di Tarso, nel I secolo d.C., considerava un obbligo predicare il Vangelo a tutti gli uomini, "Hellenes e barbari, entrambi saggi e sciocchi".

Isocrate dichiarò nel suo Panegirico

« Atene ha lasciato così indietro il resto del mondo per pensiero e per espressione che [...] Hellene è un distintivo dell'educazione invece che della comune discendenza. »


Hellene come sinonimo di "pagano"

Si ritiene che il contatto tra Ebrei cristiani ed Elleni portò alcuni a dare a Hellene una valenza religiosa: l'elleno era un filosofo, quindi o ateo o politeista e comunque pagano. Col passare dei tempi si giunse a chiamare tutti i pagani con il termine Hellene. Lo sviluppo nei confronti di un significato puramente religioso fu lento e si completò approssimativamente nel II o nel III secolo d.C.

Diversi libri scritti a quel tempo dimostrano abbastanza chiaramente il cambiamento semantico. San Paolo nelle sue Epistole usa Hellene, quasi sempre in associazione con Ebreo, con lo scopo di rappresentare la somma di due entità contrapposte. Hellene è usato in un significato religioso per la prima volta nel Nuovo Testamento: nel Vangelo secondo Marco 7,26, una donna si inginocchia davanti a Gesù: "La donna era un'ellena, una sirofenicia per nascita". Dato che la nazionalità della donna era siriofenicia, "hellene" (tradotto in "greca" in alcune versioni come nella Reina-Valera o nella Bibbia di Re Giacomo, e come "pagana" in altre come in Ulfilas o Wycliffe) deve perciò riferirsi alla sua religione. Sant'Atanasio di Alessandria, scrisse il suo Contro gli Hellenes nel IV secolo. In questo contesto, significa semplicemente "pagano" in generale, senza distinzioni di razza. Se Teodosio I avviò i primi passi contro il paganesimo, Giustiniano I sostenne riforme che diedero l'avvio alla persecuzione pagana su massima scala: il Corpus iuris civilis conteneva due statuti che decretavano la totale distruzione dell'Ellenismo.

L'accezione di "pagano", nel termine Hellene è riuscito a persistere sino ai tempi recenti: molti gruppi neopagani che propugnano la ripresa del culto olimpico, si sono autonominati "Elleni" o "Ellenisti" e la propria religione Hellenismo.

Romani (Ρωμαίοι) e Romioi (Ρωμιοί)

Hieronymus Wolf fu uno storico tedesco del XVI secolo. Dopo esser entrato in contatto con i lavori di Laonico Calcondile, proseguì gli studi di storiografia bizantina col proposito di distinguere la storia greca medioevale dalla storia dell'Antica Roma.

Romani è il nome a valenza prettamente politica attraverso il quale ci si riferiva ai greci bizantini durante il Tardoantico e il Medioevo. Il termine, nella sua dicitura popolare Ρωμιοί (Romioi), è rimasto in uso anche durante i secoli del dominio ottomano per definire i greci sia della penisola ellenica sia dell'Asia Minore. Oggi nella lingua greca la parola Ρωμιός (Romiòs) si riferisce prevalentemente ai membri della minoranza greca di Costantinopoli mentre il suo significato più ampio, cioè quello riferito ai greci in generale, sta cadendo in disuso.

Prima, con la concessione della cittadinanza romana ai greci, poi, con la persistenza del solo Impero Romano d'Oriente, il termine romani (Romioi o Ρωμιός Romios al singolare) perse il suo significato di "persone provenienti dalla città di Roma". Inoltre romioi aveva valenza religiosa, venendo a identificare i cristiani ortodossi, mentre Hellene era riferito ai pagani. Ancora oggi si usa un termine simile, romanioti, che identifica le genti ebraiche residenti in Grecia.

Lo storico Procopio preferiva chiamare i Bizantini "Romani ellenizzati", mentre altri autori usavano termini come "greco-romano" con lo scopo di indicare allo stesso tempo sia la discendenza che la cittadinanza. Sta di fatto che i bizantini poterono, a ragione, vantare la diretta continuità dell'Impero Romano. Ma il loro fallimento nel proteggere l'Urbe dai Longobardi obbligò il Papa cercare aiuto altrove, e Pipino il Breve, non si lasciò scappare l'occasione: fu nominato "Patrizio dei Franchi" e "Patrizio dei Romani" (Patricius Romanorum), e nell'800 suo figlio Carlo Magno fu incoronato imperatore dal Papa in persona.

Papa Niccolò I scrisse all'imperatore bizantino Michele III (842-867) dicendo: "Voi non siete più chiamato 'Imperatore dei Romani', poiché i Romani dei quali affermate di essere Imperatore, sono secondo voi dei barbari". L'Imperatore d'Oriente divenne "Imperatore dei Greci", riservando il titolo "romano" al re dei Franchi. Tuttavia, né Michele III né i successori, riconobbero mai questo loro declassamento, considerandosi sempre gli unici imperatori "romani", salendo al trono sempre come Autocrator Kaisar Augustos (equivalente di Imperator Caesar Augustus) e basileus ton romaion (cioè imperatore/re dei re dei romani/romei).

Ripristino del significato di "Hellene"

L'entrata dei Crociati a Costantinopoli, di Eugène Delacroix, 1840. Il sacco di Costantinopoli nel 1204 da parte dei Crociati incrementò il sentimento di disprezzo che i greci avevano per i latini.

Fu durante il IX secolo che si recuperò il significato originale di Hellene: riacquistò il suo significato culturale, e infine, dall'XI secolo ritornò ad indicare un "etnia greca".

Tutti gli scritti di questi secoli dimostrano tale cambio semantico. Per esempio, Anna Comnena si riferì ad una sua contemporanea come Hellenes, senza l'accezione di "pagano". Per di più, Anna si vantava della sua educazione classica ellenica, e parlava come se fosse ellenica per nascita e non una straniera che parlava greco. La neonata Università di Costantinopoli promosse l'interesse agli studi greci, ma il patriarca Fozio si irritò perché "gli studi ellenici sono preferiti agli studi spirituali". Michele Psello accolse benevolmente il complimento dell'imperatore Romano III Argiro, che lo lodò per esser cresciuto "in modo ellenico", mentre criticava Michele IV per essere del tutto privo di educazione ellenica.

Anna Comnena, descrivendo l'orfanotrofio fondato dal padre, asserì che "laggiù si poteva vedere un Latino che si istruiva e si preparava, e uno Scita che studiava il greco ed un Romano che si cimentava nei testi greci, ed un greco analfabeta che parlava la lingua greca correttamente".

I Bizantini agivano da Romani a livello politico, ma erano Ellenici per discendenza. Eustachio di Tessalonica chiarisce l'ambiguità di questa distinzione nella sua narrazione della caduta di Costantinopoli nel 1204, riferendosi agli invasori come "Latini", che comprende tutti i seguaci della Chiesa Cattolica Romana, e definendo "Greci" la popolazione predominante nell'Impero. E dopo la caduta di Costantinopoli in seguito alla quarta crociata, il nazionalismo ellenico aumentò. Niceta Coniata continuò a usare il nome "Elleni": sottolineando gli oltraggi dei "Latini" nel Peloponneso, immaginò come il fiume Alfeo avrebbe potuto condurre tali notizie ai "barbari" di Sicilia, i Normanni. Niceforo Blemmide si riferisce agli imperatori bizantini chiamandoli Elleni,e Teodoro Alanias scrisse in una lettera a suo fratello fratello che "la patria potrebbe essere catturata, ma l'Ellade esiste ancora all'interno di ogni uomo saggio". Il secondo imperatore di Nicea, Giovanni III Vatatze, scrisse in una lettera a Papa Gregorio IX riguardo alla saggezza che "piove sulla nazione ellenica". Sosteneva che il trasferimento dell'autorità imperiale da Roma a Costantinopoli era nazionale e non geografico, cioè che il potere passò agli Elleni, e quindi non poteva appartenere ai Latini che in quel momento occupavano Costantinopoli. Suo figlio, Teodoro II Lascaris, azzardò che "la razza ellenica appariva minacciosa per tutte le altre lingue" e che "ogni sorta di filosofia e ogni forma di conoscenza è una scoperta degli Elleni: cos'hai da dimostrare tu, Italiano?".

L'evoluzione del nome fu lenta e non rimpiazzò mai completamente il termine "romano". Niceforo Gregoras intitolò un suo scritto Storia romana. L'imperatore Giovanni VI Cantacuzeno, un grande sostenitore dell'educazione ellenica, nelle sue memorie spesso si riferisce ai Bizantini chiamandoli "Romani", ma in una lettera mandata al sultano dell'Egitto, Nasser Hassan Ben Mohamed, si riferisce a se stesso come "Imperatore degli Elleni, Bulgari, Sasanidi, Valacchi, Russi, Alani, ma non dei Romani". Prima della caduta dell'Impero, Costantino XI Paleologo, parlando al proprio popolo, lo esortò come "discendenti di Elleni e Romani", più probabilmente come tentativo di combinare il sentimento nazionale e la tradizione romana dell'Impero, entrambi elementi altamente rispettati nella mente in quel momento.

Comunque, già nell'ultimo anno dell'Impero, Giorgio Gemisto Pletone segnalò a Costantino XI Paleologo che gli uomini che conduceva erano "Elleni, come dimostra le loro razza, lingua ed educazione" e Costantino XI stesso alla fine proclamò Costantinopoli "rifugio per Cristiani, speranza e gioia di tutti gli Elleni".

Bizantini (Βυζαντινοί)

Il termine "Impero Bizantino" fu introdotto nel 1557, circa un secolo dopo la caduta di Costantinopoli, dallo storico tedesco Hieronymus Wolf, che introdusse un sistema della storiografia bizantina nei suo Corpus Historiae Byzantinae per distinguere la storia dell'antica Roma da quella greca medioevale senza alludere ai loro antichi predecessori.

Inizialmente pochi scrittori adottarono tale terminologia: per esempio gli storici inglesi preferivano utilizzare la terminologia romana, mentre i francesi preferivano quella greca. Il termine però, nella metà del diciannovesimo secolo, dominò completamente la storiografia, raggiungendo, nonostante la notevole opposizione di Constantino Paparregopulo, anche l'Ellade stessa, dove divenne popolare solo nella seconda metà del XX secolo.

"Elleno", "Romano" e "Greco": questione ancora non risolta

I Bizantini chiamavano se stessi Romioi per conservare la propria cittadinanza romana, ma avevano anche la consapevolezza di una continuità mai interrotta con gli antichi Greci, anche se questi non furono cristiani. Oltre a Romioi, quindi, anche Γραικός Graekos era usato ampiamente[44]. Una testimonianza tra le prime può essere lo storico del V secolo d.C. Prisco di Panion: egli scrive che mentre si trovava in visita non ufficiale presso Attila l'Unno, incontrò alla sua corte qualcuno che vestiva come uno Scita e che parlava greco. Quando Priscus gli chiese dove avesse imparato la lingua, l'uomo sorrise e disse che era graekos di nascita. Molti altri autori "bizantini" parlano degli autoctoni dell'Impero chiamandoli Greci (Graekoi) o Elleni. Tuttavia, per la maggior parte della popolazione, e specialmente quella delle zone rurali lontane dei grandi centri urbani, la percezione dominante era sempre quella di essere Romani/Romios, cioè discendenti dell'Impero.

Quindi Elleno, Romano e Greco, lungi dall'essere definiti, coesistettero con non poche difficoltà. Dopo la caduta dell'Impero bizantino e durante l'occupazione ottomana, ci fu un contenzioso ideologico a proposito dei tre appellativi. Questa discussione avrebbe potuto estinguersi con la guerra d'indipendenza greca, ma non fu risolta neanche nel XX secolo, dopo la perdita dell'Asia minore a vantaggio dei Turchi.

La parola "greco" (Γραικός) era il meno popolare dei tre termini, ma ricevette un'attenzione sproporzionata da parte dei colti rispetto al suo impiego reale. Adamántios Koraïs, un famoso classicista, giustificò la sua preferenza: "Ho scelto "Grecia" perché è il modo in cui la chiamano le nazioni illuminate dell'Europa.. Per Koraïs, gli Hellenes sono gli abitanti della Grecia pre-cristiana.

La scomparsa dello stato bizantino condusse poco a poco alla marginalizzazione di "romano" e diede maggior respiro a "Hellène". Dionysius Pyrrus richiama all'impiego esclusivo di "Hellene" nella sua Cheiragogia: "Non desidera mai chiamarli Romani ma Hellenes, poiché i Romani dell'ex Roma hanno controllato e distrutto Hellas". L'anonimo autore di Il regno ellenico della legge pubblicato a Pavia, parlando degli Hellenes scrisse "È giunto il tempo, o Hellenes, di liberare la nostra patria". E il leader della Guerra d'Indipendenza greca comincia la sua Dichiarazione con una frase simile: "Il momento è venuto, oh Hellenes".

"Hellenes" si diffuse rapidamente nell'ambito della popolazione, particolarmente con l'inizio della guerra d'indipendenza dove si soleva delineare la differenza tra i Romani che restavano inattivi e gli Hellenes che erano ribelli: "Romano" era associato alla passività e all'asservimento, mentre "Hellene" faceva ricordare glorie antiche e di lotte per la libertà. Lo storico Ambrosius Phrantzes, testimone oculare, scrisse che le autorità turche di Niokastro "Parlavano ai piccoli ed insignificanti Hellenes come ai 'Romani'. Era come se li chiamassero "schiavi"! Gli Hellenes non sopportavano di sentire quella parola, poiché ricordava loro il prender piede e l'esito della tirannia".

I cittadini dello stato nuovamente indipendente erano chiamati "Hellenes" rendendo il collegamento con l'antica Grecia ancora più lampante. Ciò comportò in concambio l'oblìo per un'età, quella bizantina, ricca di storia e cultura. La tendenza classicistica fu comunque bilanciata dal Grande Ideale Greco che cercava di ripristinare Costantinopoli come capitale e di ristabilire l'Impero Bizantino. Nel 1844, Ioannis Kolettis, il Ministro degli Affari Esteri, dichiara dinanzi al Parlamento che "il regno di Grecia non è la Grecia, ma ne è soltanto una parte, piccola e povera ... Ci sono due grandi centri dell'ellenismo: Atene è la capitale del regno, ma Costantinopoli è la Grande Capitale, sogno e speranza di tutti i Greci".

Nel 1901 Argyris Eftaliotis, riflettendo quanto l'eredità romana fosse ineradicabile dal popolo ellenico, pubblicò la sua ellenica "Storia della romanità".

FONTE

Denominazioni dei Greci - Wikipedia



====================================


                                     Come i Greci hanno cambiato il mondo


Δημοσίευση σχολίου