Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ














Μάνος Χατζιδάκις: Το καταστάλαγμα του βίου μου


Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.







Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ... για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω... στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ... αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)



             --------------------------------------------------------------------------------



Πριν από 25 χρόνια ένας νεαρός τότε δημοσιογράφος συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι. Εκείνη τη συζήτηση δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά «Το Βήμα»
Μάνος Χατζιδάκις
Η μουσική είναι χρεοκοπημένη υπόθεση

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  20/06/1999 

Γκιλσόν Γιώργος


Μάνος Χατζιδάκις


Μια ανέκδοτη συνέντευξη 

Ήταν το 1983. Τον είχα βρει τότε στο καμαρίνι του στην μπουάτ «Σείριος» ­ μόλις είχε τελειώσει η παράστασή του με τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ­ κατάκοπο, ιδρωμένο και οξύθυμο. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, επιστρέφω, ξανασκέφτομαι έντονα εκείνη τη συνέντευξη. Ως 19χρονος τότε φοιτητής-«δημοσιογράφος» νόμισα ότι η αρνητική και ενίοτε επιθετική στάση του Μάνου Χατζιδάκι αποτελούσε δημοσιογραφική αποτυχία, ότι ο αναγνώστης θα εισέπραττε την ίδια ψυχρολουσία με εμένα. έχοντας ήδη κάνει συνεντεύξεις με τους Ρουμπινστάιν, Παβαρότι και Καμπαγέ για... σχολική εφημερίδα, ήμουν βέβαιος ότι μετά τη μονομαχία ­ όπως το εξέλαβα τότε ­ με τον Χατζιδάκι είχα υποστεί σαρωτική ήττα. όσο αυθόρμητη και άμεση ήταν η έλξη της μουσικής του τόσο ζύγιασμα και σκέψη χρειαζόταν για να εκτιμήσει κανείς τις κάποτε απόλυτες, εριστικές και φαινομενικά αλαζονικές απόψεις του. Οι επιθέσεις του με άφησαν άναυδο. Το ότι δεν θα γινόταν μουσικός αν γεννιόταν δυνατός και πλούσιος με κατέπληξε. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η απογοήτευση και η πικρία του εναντίον ενός μουσικού κατεστημένου όπου κυριάρχησε καθώς και η ταυτόχρονη πεποίθησή του ότι ένας νέος συνθέτης έχει πάμπολλα να διδαχθεί από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Ίσως λόγω ανταγωνισμού ή προσωπικής ανασφάλειας ο Χατζιδάκις ήταν κάθε άλλο παρά γενναιόδωρος με τον έπαινο για τους συγχρόνους του. Ο κουρασμένος συνθέτης κάθισε με τον 19χρονο φοιτητή και του μίλησε. Σήμερα τον ευγνωμονώ.

Ποια ήταν η πρώτη επαγγελματική επαφή σας με τη μουσική και στα νεανικά χρόνια σας ποια μουσική σάς επηρέασε περισσότερο;

«"Επαγγελματικά", δεν μ' αρέσει αυτή η λέξη. Επαγγελματίας είναι κανείς από την πρώτη στιγμή που ασχολείται σοβαρά με αυτό που τον απασχόλησε. Άλλο το επάγγελμα από όπου κερδίζουμε χρήματα. Αυτό στη μουσική γίνεται εκ των υστέρων, αν θα γίνει ­ που μπορεί και να μη γίνει».
Ίσως καλύτερα να λέγαμε σοβαρή επαφή.
«Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω μουσική, σε ηλικία 20 ετών, ήταν σοβαρή η επαφή μου. Με επηρέασαν όλοι οι συνθέτες του καιρού μου και άκουγα με πάθος σύγχρονη μουσική. Τώρα πια είναι πολύ μακριά. Ο Προκόφιεφ και ο Μπάρτοκ με είχαν γοητεύσει το 1945-46, όταν ήμουν 20 ετών. Μετά ο Μπεργκ, o Μάλερ... Αλλά να σας πω ότι με επηρέασαν δεν μπορώ. Άλλη ήταν η καταγωγή μου και άλλη ήταν η μουσική που μου άρεσε να ακούω».

Υπήρχε μια αντίθεση εκεί, δηλαδή;

«Δεν υπήρχε αντίθεση, υπήρχε μια ταυτότητα αλλά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί αμέσως στη μουσική που έκανα. Ήθελε πολύ γερή παρατήρηση για να το δει κανείς».

Υπάρχει κάτι σχετικό μεταξύ της λαϊκής μουσικής της εποχής εκείνης και...

«Η λαϊκή μουσική της εποχής εκείνης ανακαλύφθηκε από εμένα τον ίδιο. Δεν υπήρχε. Στην εποχή μου τα τραγουδάκια που τραγούδαγε όλος ο κόσμος ήταν ηλίθια και εξακολουθούν να είναι ηλίθια φυσικά. Πάντα είναι ηλίθιο ένα κατασκεύασμα που προσαρμόζεται στις φωνητικές δυνατότητές μας. Το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μας εκφράζει... Λοιπόν τα τραγουδάκια που τραγουδάει ο κόσμος είναι βιομηχανικά κατασκευάσματα ­ γίνονται πάντα. Μερικές φορές είναι πολύ καλά αλλά τις περισσότερες φορές είναι ηλίθια ­ αρκεί να είναι στις δυνατότητες τις τραγουδιστικές μας, τις φωνητικές μας, για να μπορούν να μας απασχολούν στις ιδιωτικές στιγμές μας, στις στιγμές εκτονώσεως, στις στιγμές διασκεδάσεως».

Δηλαδή, υπάρχει μια έλλειψη ποιότητας;

«Δεν με απασχολεί. Μπορεί να είναι και καλής ποιότητας τραγουδάκια αυτά. Αλλά δεν με απασχολεί, δεν με ενδιαφέρει η εκτόνωση του ακροατή ή η διασκέδασή του. Με ενδιαφέρει η αποκάλυψή του, η επικοινωνία του μαζί μου. Φυσικά δεν γίνεται με όλους τους ακροατές· χιλιάδες ακροατές δεν έχουν καμία διάθεση ούτε εγώ να τους πλησιάσω ούτε αυτοί να έχουν επικοινωνία μαζί μου. Αλλά υπάρχουν πάντα, όπως σε όλες τις εποχές, οι λιγότεροι, εκείνοι οι οποίοι εκπροσωπούσαν ­ είτε ως πομποί είτε ως δέκτες ­ τη λαϊκή ευαισθησία».

Διακρίνετε κάποια επιρροή στη μεταγενέστερη δουλειά σας από τα χρόνια εκείνα, αυτών των συνθετών;

«Όποτε μου χρειάζεται κάτι από αυτούς μου έχουν δώσει τα μαθήματά τους. Αλλά τα μαθήματα είναι σε πολλά επίπεδα. Τα μαθήματα για τους αφελείς είναι η άμεση επιρροή. Τα μαθήματα για τους σοβαρότερους είναι η επιβολή κριτηρίων γούστου και αισθητικής. Για τους ακόμη σοβαρότερους το μέγιστο μάθημα είναι να ξεχάσεις το μάθημα και την επιρροή και να αξιοποιήσεις τα στοιχεία σαν κάτι πολύ δικό σου. Έτσι, αν θέλεις καμιά φορά να αναφερθείς σε αυτούς, να αναφέρεσαι μουσικά σχεδόν σαν να τους κλέβεις. Ένας αφελής θα έλεγε ότι τους κλέβεις. Αυτό ίσως είναι το μέγιστο μάθημα».

Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε λίγο τα νεανικά χρόνια σας;

«Να σας εξηγήσω. Εγώ τα νεανικά χρόνια μου εξακολουθώ να τα ζω: είμαι νέος ακόμη. Λοιπόν, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να αναμνησιολογήσω τα αληθινά νεανικά χρόνια μου διότι είμαι εν δράσει, διότι είμαι ανήσυχος και διότι εξακολουθώ να είμαι αναθεωρητής».

Εννοώ προτού ασχοληθείτε με τη μουσική.

«Είχα ανακατευθεί με τη μουσική από 15 ετών. Σπούδασα μουσική και ήμουν πιανίστας 20 ετών ­ είχα τελειώσει το Ωδείο 21 ετών. Λοιπόν ασχολήθηκα από πολύ μικρός με τη μουσική, από έξι ετών, όταν άρχισα τα μαθήματα πιάνου».

Ήσασταν στην Ξάνθη τότε;

«Στην Ξάνθη και επτά ετών ήρθα στην Αθήνα».

Οι δυνατότητες που είχατε εκεί ήταν σχετικώς περιορισμένες;

«Όχι, για τα μαθήματα που μπορούσε να κάνει ένα παιδί έξι ετών ήταν πολύ καλές. Όταν χρειάστηκε να αποκτήσω περισσότερες δυνατότητες, ήρθα στην Αθήνα».
Στον πρόλογο του βιβλίου «Τα Σχόλια του Τρίτου» γράφει ότι είχατε επηρεαστεί πολύ από τον Ερωτόκριτο και τον Μακρυγιάννη.

«Αυτές είναι ποιητικές επιρροές και δεν αναλύονται. Ή τις συναισθάνεστε ή δεν τις συναισθάνεστε».

Μπορείτε να μας πείτε τότε ποια πρόσωπα ιστορικά, λογοτεχνικά ή άλλα σας έχουν επηρεάσει εκτός αυτών;

«Περισσότερο τα πρόσωπα που αγάπησα, με τα οποία είχα σχέση ερωτική. Αυτά με επηρέασαν. Διάφορα πρόσωπα ιδιωτικά. Αυτά με επηρέασαν πάρα πολύ. Οι λογοτέχνες μού είναι αφόρητοι. Κατά κανόνα είναι δευτέρας κατηγορίας πολίτες ­ όλοι οι λογοτέχνες και οι λογοτεχνίζοντες».

Οι ποιητές;

«Αν είναι πολύ μεγάλοι, της κλάσης του Σεφέρη, του Ελύτη και του Γκάτσου, είναι άλλη υπόθεση. Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που με επηρέασε περισσότερο από όλους είναι ο Γκάτσος ο ποιητής. Αυτός με έχει επηρεάσει και στη ζωή μου.
Επιπλέον επιρροή δέχθηκα από οποιοδήποτε βιώσιμο στοιχείο υπήρχε στον τόπο μου τον καιρό εκείνο. Ο,τι είχε επιζήσει μετά τον πόλεμο με επηρέασε ­ είτε στη λογοτεχνία είτε στη ζωή είτε στην ποίηση είτε στην τέχνη ειδικά».

Η επιρροή της ελληνικής μουσικής ­ βυζαντινής και νεότερης ­ ποια είναι επάνω στη δουλειά σας;

«Με επηρέασαν πολλά στοιχεία, όσα στοιχεία ταιριάζουν με την ιδιοσυγκρασία μου και με εκείνο που ήθελα να φτιάξω».

Γράφετε τα τραγούδια σας πρώτα και έπονται οι στίχοι ή τα γράφετε πάνω στους στίχους;

«Γράφονται συγχρόνως και οι στίχοι και η μουσική. Έχω ένα σχέδιο το οποίο πρέπει να εξυπηρετηθεί και επάνω σε αυτό δουλεύω».

Ποια είναι τα πιο σημαντικά ­ τα ευτυχή και τα δυστυχή ­ γεγονότα στη ζωή σας επαγγελματικά και προσωπικά;

«Είναι πολύ μεγάλη η ζωή μου. Ζω 50 χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να αναφερθώ τώρα σε ένα πλήθος γεγονότων. Έχω ζήσει πολύ έντονα και έχω ταξιδέψει πολύ. Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να αναφερθώ σε διάφορες λεπτομέρειες. Όλα είναι έντονα και όλα περνάνε γιατί ζω εξίσου έντονα τώρα. Δεν έχω τελειώσει. Να έρθετε ύστερα από 25 χρόνια που ελπίζω να έχω κάπως ησυχάσει».

Κοιτάζοντας πίσω στη μέχρι τούδε καλλιτεχνική πορεία σας ποιες θεωρείτε τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές επιτυχίες και αποτυχίες σας;

«Δεν με ενδιαφέρουν οι επιτυχίες ή οι αποτυχίες ­ ειλικρινά σας το λέω αυτό. Ούτε κοιτάζω πίσω ούτε με ενδιαφέρει καμιά επιτυχία. Σιχαίνομαι την αναγκαστική επαφή μου με αυτό που λέγεται σταδιοδρομία. Δεν έχω σταδιοδρομήσει και δεν θέλω να σταδιοδρομήσω ποτέ. Συνεπώς δεν κοιτάζω καμία επιτυχία. Δεν έχω επιτυχίες».

Ποιες συνθέσεις σάς ευχαριστούν περισσότερο;

«Να με ρωτήσετε ποιες συνθέσεις μου με εκφράζουν. Νομίζω ότι όλες εκφράζουν αυτό που κατά καιρούς ήμουν».

Η τεχνική όμως;

«Ένα έργο ολοκληρωμένο το 1947 είναι εξίσου σημαντικό με ένα έργο ολοκληρωμένο το 1976. Από το 1946 ζω μια συνειδητή μουσική ζωή, μουσική activity, δραστηριότητα. Δεν με ευχαριστεί τίποτε από ό,τι κάνω αλλά με εκφράζουν όλα ειλικρινά. Δεν έχω κάνει εγώ μουσική που να... ­ εκτός από μερικά πράγματα τα οποία έκανα για να βγάλω χρήματα την περίοδο που ήμουν νεαρός, όταν έκανα μουσική για φιλμ ελληνικά. Αλλά και πάλι σπούδασα πολύ καλά τον κινηματογράφο ώστε, όταν βρέθηκα έξω, ήξερα τέλεια την τεχνική της μουσικής του».

Πείτε μας κάτι για τη δουλειά σας στον κινηματογράφο και στο αρχαίο ελληνικό δράμα.

«Δεν με ενδιαφέρουν. Με ενδιέφεραν από την ώρα που ξεπερνούσαν τους στόχους, τις υπηρεσίες που ήθελαν να προσφέρουν και γίνονταν περισσότερο μουσική. Τέτοιες δουλειές έχω και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Αλλά ως επαφή με τον κόσμο δεν με ενδιαφέρει πολύ. Γι' αυτό και σταμάτησα. Δεν κάνω πια. Έκανα περίπου 80 ταινίες και κάπου 75 θεατρικά έργα».



Ποιους σύγχρονους Έλληνες μουσικούς εκτιμάτε;

«Για τον Χρήστου, που έχει "φύγει". Όλοι αυτοί που έχουν μείνει είναι μάλλον μέτριοι. Ο Ξενάκης είναι επίσης σημαντικός αλλά δεν τον συμπαθώ πολύ».

Είναι δύσκολο να αναπτυχθεί σωστά ένας μουσικός με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα;

«Η ατμόσφαιρα που προσφέρει η Ελλάδα σήμερα είναι και θετική και αρνητική. Εξαρτάται από το ποια υποδομή έχει ο νεαρός συνθέτης για να επιλέξει εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα τον σχηματίσουν με αρτιμέλεια και με σοβαρότητα. Βιώνει καταπληκτικές καταστάσεις. Μέσα στον τόπο μας ζούμε του κόσμου τα πράγματα, αν ξέρεις να τα εισπράξεις ­ στην πολιτική, στο κοινωνικό επίπεδο. Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια σε γεγονότα και σε πληροφορίες αυθεντικές ώστε να μην πλήττει ένας άνθρωπος. Αν η Ελλάδα αντιμετωπίζεται επιφανειακά ίσως ένας νέος δεν έχει πολλά να πάρει. Από άποψη ουσίας έχει πάρα πολλά να διδαχθεί ­ του κόσμου οι αλλαγές και αντιθέσεις υπάρχουν σε αυτό τον τόπο».

Πώς μπορεί να τις εκφράσει αυτές;

«Όχι να τις εκφράσει, να τις διδαχθεί. Δεν υποχρεούται κανένας το δίδαγμα για να το εκμεταλλευθεί. Το δίδαγμα είναι για να ωριμάσει μέσα του».

Όχι ως μουσικός αλλά ως άτομο.

«Μα τι να το κάνω το "μουσικός" αν δεν είμαι ώριμο άτομο. Ένας μουσικός ανθρώπινα ανώριμος μου είναι αδιάφορος».

Δηλαδή, η ατομική ωριμότητα είναι η βασική προϋπόθεση του καλού μουσικού;

«Και του οιουδήποτε καλού, θετικού πολίτη. Αν δεν είσαι θετικός πολίτης, δεν με ενδιαφέρει η εργασία που κάνεις».

Αν ήσασταν σε θέση να αλλάξετε οτιδήποτε θα θέλατε εσείς, τι θα κάνατε;

«Έχω επιχειρήσει κατά καιρούς διάφορα πράγματα. Και είναι γνωστές οι απόψεις μου. Πάρα πολλά. Κατ' αρχήν, αν τυχόν ήμουν πιο συνεπής με τον εαυτό μου, θα διέλυα ό,τι υπάρχει σήμερα, τις συμφωνίες, τις ορχήστρες, τα ωδεία, όλα αυτά».

Εν συγκρίσει προς τη μουσική ανάπτυξη άλλων χωρών, πώς βλέπετε την ανάπτυξη της ελληνικής μουσικής;

«Εξίσου ανόητη όπως και των άλλων χωρών. Σήμερα διανύουμε μια εποχή που η μουσική είναι χρεοκοπημένη υπόθεση σε όλες τις χώρες όπως και εδώ. Η μουσική τελείωσε. Τώρα η συμφωνική μουσική δεν έχει την επαφή με το σήμερα, όπως είχε πριν από 50-70 χρόνια, πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα η μουσική είναι πια εκτός χώρου και εκτός πραγματικότητας».
Αν είχα χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός

Τι θα μπορούσαν οι Έλληνες να μάθουν από τη νεότερη μουσική άλλων χωρών και τι θα μπορούσαμε να διδάξουμε;

«Δεν με έχει απασχολήσει. Ειλικρινείς φυσιογνωμίες υπάρχουν και αλλού. Σκοπός είναι να τις επιλέξουμε και να μην τις μπερδέψουμε με τις δεύτερες και σκάρτες φυσιογνωμίες. Αυτά τα κριτήρια μας τα δίνει η σοβαρή μελέτη της μουσικής και των άλλων κρατών. Με ενοχλεί όμως η έκφραση μουσική ανάπτυξη. Τι θα πει μουσική ανάπτυξη; Να γίνουν περισσότερα ωδεία για να μαθαίνει ο κόσμος μουσική; Αυτό με ενοχλεί. Είναι μια λάθος διέξοδος της ευαισθησίας. Νομίζω ότι η ευαισθησία ενός ανθρώπου συγχρόνου πρέπει να διοχετευθεί σε άλλους τομείς και όχι στο να μαθαίνει ένα βιολοντσέλο ή ένα βιολί. Το θεωρώ ηλίθιο. Εγώ δεν θα το 'κανα».

Αν ξεκινούσατε πάλι, θα ξαναπαίζατε πιάνο;

«Όχι. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Ίσως θα εφεύρισκα άλλους τρόπους με τους οποίους θα εκδηλωνόμουν».

Γιατί, όπως γράφετε, δεν έχουν θέση στον μουσικό χώρο της Ελλάδας το παλιό ρεμπέτικο και το μάγκικο; Δεν υπάρχει πλέον μερίδα του λαού που να εκφράζεται μέσω αυτής της μουσικής;

«Το παλιό ρεμπέτικο ήταν ένα περιθωριακό τραγούδι. Ανήκε στους ανθρώπους του λούμπεν προλεταριάτου. Σήμερα δεν υπάρχει λούμπεν προλεταριάτο. Έχει μεταναστεύσει και έχει γίνει αστικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός της Ελλάδας πλέον σήμερα έχει γίνει μικροαστικός και αστικός. Είναι το κοινό των παλιών ρεμπετών το οποίο έχει νομιμοποιηθεί και έχει αποκτήσει ισχύ ­ έχει μεταναστεύσει. Διασκεδάζει στα σκυλάδικα. Αυτά είναι αηδή πράγματα».

Θα πρέπει η μουσική μιας εποχής να εκφράζει απολύτως την εποχή αυτή ή περισσότερο τον συνθέτη προσωπικά;

«Αυτόματα όταν ο συνθέτης ζει σωστά στην εποχή του εκφράζει και τον καιρό του και τον εαυτό του. Δεν επιλέγουμε εμείς την εποχή μας. Θέλουμε δεν θέλουμε, ζούμε στον παρόντα χρόνο και είμαστε εκφραστές αυτού του χρόνου. Είναι γέννημα ενός χρόνου ο συνθέτης, δεν μπορεί να το αποφύγει. Μπορείτε εσείς να πείτε ότι ζείτε στον 17ο αιώνα; Ζείτε στον παρόντα χρόνο. Όσο και να θελήσετε, δεν μπορείτε να ξεφύγετε από αυτό. Πρέπει να εκφράζει τον εαυτό του ο καλλιτέχνης αλλά μέσα στον εαυτό του είναι ο παρόντας χρόνος».



Θα μπορούσατε να θίξετε λίγο περισσότερο αυτό που λέτε στα «Σχόλια του Τρίτου» ότι, όταν ο άνθρωπος ξαναβρεί τον εαυτό του, θα πάψει η μουσική να είναι «ραβδί της αναπηρίας»;

«Ναι, γιατί η μουσική λίγο πολύ εκφράζει ανθρώπους που είναι ανάπηροι, είναι μισοί. Όταν ο άνθρωπος γίνει ολόκληρος, δεν θα έχει ανάγκη να φτιάχνει ήχους για να εκφραστεί, για να αισθανθεί πλήρης, αλλά θα μεταχειρίζεται μόνο τα τραγούδια για να επικοινωνήσει. Το τραγούδι θα είναι μια ερωτική πράξη, όπως ήταν στην αρχή».

Θεωρείτε ότι το τραγούδι βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τη συμφωνική μουσική;

«Όχι βέβαια! Αυτά είναι αηδή πράγματα, είναι ψέματα».

Εσείς είστε τώρα γενικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας. Γιατί δεχθήκατε αυτή τη θέση;

«Μπήκα στην Κρατική Ορχήστρα για να τη διορθώσω ή να την εκσυγχρονίσω. Δεν κατάφερα να κάνω τίποτε. Είναι τόσο διαβρωμένη και τόσο άρρωστη που θα φύγω χωρίς να έχω καταφέρει απολύτως τίποτε».

Θα προτιμούσατε να τη διαλύσετε τελείως;

«Θα ήταν υγιέστερη πράξη αυτή από όλες τις άλλες».

Τι άνθρωποι πηγαίνουν να ακούσουν συμφωνική μουσική;

«Άνθρωποι που έχουν συνηθίσει αρρωστημένα να ακροάζονται αυτό το είδος της μουσικής χωρίς να έχουν καμία άλλη επαφή με την πραγματικότητα γύρω τους».

Έχετε κάποια εκτίμηση για αυτού του είδους τις συναυλίες;

«Όχι πλέον».

Αλλά είχατε κάποτε;

«Ως μαθητής ναι, ως νέος ναι».

Όταν γίνατε διευθυντής είχατε;

«Έτσι κι έτσι. Ήθελα να κάνω διαφορετικά πράγματα, να πάρω την ορχήστρα και να την αλλάξω».

Να τη μετατρέψετε σε... ευρωπαϊκή;

«Όχι βέβαια. Δεν με ενδιαφέρει το μοντέλο της Ευρώπης ή της Αμερικής. Πολύ καλά παίζουν αλλά το άρρωστο κύτταρο υπάρχει μέσα τους».

Ιδανικά τι ρόλο πρέπει να παίξει η μουσική στη ζωή του ανθρώπου;

«Κανένα ρόλο. Όταν ο άνθρωπος είναι συμπληρωμένος, δεν χρειάζεται υποκατάστατα της ζωής. Η μουσική είναι υποκατάστατο της ζωής. Το τραγούδι θα τον εκφράσει ως μια επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο. Θα είναι ερωτική πράξη και όχι μια έκφραση τέχνης».

Τι ρόλο πρέπει να παίζουν τα ωδεία στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της χώρας;

«Κανέναν. Να κλείσουν όλα. Τα καφενεία είναι καλύτερα ­ τα κλασικά καφενεία που ερέθιζαν τη συζήτηση».




Και πώς θα γινόταν κάποιος μουσικός;

«Τι να την κάνεις τη μουσική;».

Φαίνονται λίγο παράδοξα αυτά τα πράγματα. Εσείς είστε ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης ο οποίος έχει επηρεάσει πάρα πολύ κόσμο.

«Όχι. Είμαι ένας άνθρωπος που πραγματοποιώ τα οράματά μου, είτε με τη μουσική μου είτε με τις πράξεις μου είτε με τις σχέσεις μου. Μεταχειρίζομαι πολλά μέσα. Μεταχειρίζομαι και τη μουσική».

Αν ξεκινούσατε από την αρχή, θα ξανακάνατε μουσική;

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι».

Ποιος είναι ο σκοπός του Τρίτου Προγράμματος;

«Να ερεθίσει, να αφυπνίσει και να προβληματίσει».

Με τη μουσική;

«Καθόλου. Με όλα ­ με τον λόγο και κάθε είδους εκπομπή».

Ποιες θεωρείτε επιτυχίες και αποτυχίες σας στη διεύθυνση του Προγράμματος;

«Το Τρίτο Πρόγραμμα είναι επιτυχές αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Γιατί δεν έφυγε από τον κορμό της ΕΡΤ. Αν είχε φύγει από τον κορμό της ΕΡΤ, τώρα θα ήταν ολοκληρωμένη η σχέση μου με αυτό. Θέλησα να το αποδεσμεύσω από τον κορμό της ΕΡΤ».

Αν μπορούσατε να ξαναζήσετε την καλλιτεχνική καριέρα σας, θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;

«Δεν μου αρέσει η λέξη καριέρα. Δεν έχω κάνει καριέρα. Δεν θα έκανα τίποτε διαφορετικό. Ίσως να έκανα με πιο επιτυχή τρόπο αυτά που έκανα ως σήμερα».

Στην προσωπική σας ζωή θα κάνατε τίποτε διαφορετικό;

«Απολύτως τίποτε. Πολύ ωραία είναι και τα λάθη. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση».

Θα ξαναγινόσασταν μουσικός;

«Αν είχα χρήματα, ίσως να μη γινόμουν. Ξεκινάει κανείς κάπου στα τυφλά. Αν είχα δύναμη και χρήματα, δεν θα γινόμουν μουσικός. Δεν χρειάζεται. Θα ήμουν δυνατός και πλούσιος».

Πώς θα θέλατε να μείνει το όνομά σας;

«Να μη μείνει καθόλου. Δηλαδή, όταν φύγω εγώ, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αν με ξέρει ο γιος σας. Αν πρόκειται να ξέρουν το όνομά μου, ας το ξέρουν όπως νομίζουν αυτοί. Δεν με απασχολεί το θέμα πώς θα με ξέρουν οι άλλοι. Όλο το ενδιαφέρον μου είναι πώς με ξέρουν οι δικοί μου άνθρωποι. Και επειδή κάθε ημέρα γίνομαι καινούργιος, πρέπει να με μαθαίνουν από την αρχή οι δικοί μου άνθρωποι. Οι άλλοι ας ξέρουν ό,τι θέλουν».







           ----------------------------------------------------------------------------


Μάνος Χατζιδάκις

Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μια και μόνη φορά.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ «Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

                        -----------------------------------------------------------


Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται τη φιλία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, στα 1945:

Συχνά γυρίζαμε μαζί στην Αθήνα. Το λεωφορείο, αυτή την ώρα, ήταν άδειο. Καθόμαστε στο πίσω κάθισμα και διηγιόταν ο ένας στον άλλον την τελευταία του μουσική σύνθεση. Με τη φαντασία μας μεταχειριζόμαστε μεγάλες ορχήστρες. «Το θέμα το παίρνουν έξι τρομπόνια», έλεγε αίφνης για κάποια φανταστική σύνθεση που ονειρευόταν εκείνο τον καιρό. «Και ξαφνικά επεμβαίνουν τρεις άρπες…» και ούτω καθεξής. Μετά το «Καλοκαίρι θα θερίσουμε», άρχισε να δουλεύει στο θέατρο. Του άρεσε τόσο πολύ, που μια φορά, στο Περοκέ, τον είδα να παίζει σαν κομπάρσος και να τρέχει στη σκηνή. Ακολούθησε τους «Ενωμένους Καλλιτέχνες» στην τουρνέ τους στην επαρχία. Στη Λάρισα, ένα μεσημέρι, μπήκαν οι σούρληδες στο θέατρο για να δείρουν τους κομμουνιστές καλλιτέχνες. Δε βρήκαν όμως παρά μόνο το Μάνο, που έπαιζε μόνος το πιάνο του. Έφαγε και το μερίδιο των άλλων και του σπάσανε και τα δόντια.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ «ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ



                                                 Από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» (1965)

            
                          ---------------------------------------------------------------------------


Από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν:

Δε σας μελαγχολούν τα χρόνια που περνάνε;

Όχι, αν μου λέγατε να τα ξαναζήσω θα με μελαγχολούσε περισσότερο.

Σοβαρά;

Να αντιμετωπίσω τα ίδια λάθη και την ίδια άγνοια για μια ακόμη φορά; Δεν το θέλω.

Έχετε κάνει πολλά λάθη;

Φυσιολογικά, όπως κάθε άνθρωπος.

Είναι πράγματα που λέτε θα ήθελα να μην το είχα κάνει;

Όχι, ομολογώ ότι μ’ αρέσουν και τα λάθη μου. Δε μετανοώ ούτε για τα λάθη μου. Αλλά δε θα ΄θελα να τα ξανακάνω. Όπως δε μετανοώ για τις ωραίες στιγμές μου αλλά δε θα ήθελα να τις ξαναζώ. Με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές που θέλω να ζήσω παρά αυτές που έζησα.

Οι άνθρωποι σας θεωρούνε -έτσι βάζουνε οι άνθρωποι ετικέτες- δεξιό. Σήμερα για εσάς τι σημαίνει δεξιός, αριστερός, κεντρώος; Πέστε μου τι σημαίνει;

Κοιτάχτε, αν εννοείτε δεξιός την ψυχολογία του χωροφύλακα, δεν την έχω. Είμαι φιλελεύθερος αστός. Η ιδιοσυγκρασία μου, η παιδεία μου… έχω πάρει μέρος στην αντίσταση, στο ΕΑΜ…

Είναι τέλος πάντων αλήθεια, ναι ή όχι, ότι ήσασταν στο ΕΑΜ, γιατί άλλοι λένε…

Ναι, ήμουνα όπως κάθε νέος άνθρωπος εκείνη την εποχή.
Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό· εμείς οι νέοι, νομίζω, είχαμε και μία άλλη… ε… άλλα κίνητρα συγχρόνως. Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση. Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί. Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ. 

από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν (1984)




                            ------------------------------------------------------
.
Για τη μουσική της ταινίας «America, America»:

Στην Αθήνα όταν τελειώνει το καλοκαίρι είναι γιορτή. Και η νύχτα είναι πιο όμορφη κι από την πιο όμορφη γυναίκα. Μια τέτοια νύχτα, πάνω σε μια ταράτσα με πολύ κόσμο που μίλαγε και τραγουδούσε, ο Καζάν μου φώναξε από μακριά: “Θέλεις να γράψεις τη μουσική για το America, America;”
Κείνη την ώρα ακριβώς, η Ακρόπολη, χρωματισμένη σαν γλυκό συνοικιακού ζαχαροπλαστείου από το Ήχος και Φως, με Δωρικές τρομπέτες και Ιωνικές συγχορδίες, ετρόμαξε κι αυτόν κι εμένα, ενώ μια τρομερή φωνή μας υπενθύμιζε πως πριν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Αθάνατοι Έλληνες φτιάξανε τον Αθάνατο Παρθενώνα… και η Ακρόπολη άλλαζε χρώματα από την ντροπή της.
Τη στιγμή που είπα στον Καζάν ότι δέχομαι, η Ακρόπολη είχε γίνει “πράσινη” από το κακό της και οι κιθάρες άρχισαν να παίζουν γλυκανάλατα τα Παιδιά του Πειραιά.
Ακούγοντάς το ο Καζάν, μου φώναξε αγαναχτισμένα πως δε θέλει στη μουσική που θα του φτιάξω μπουζούκια ή οτιδήποτε που να θυμίζει την άλλη “αθάνατη” δημιουργία το Ποτέ την Κυριακή.
“Συμφωνώ”, του απάντησα.
Κι έτσι άρχισε το πρόβλημα. Τι όργανα θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω στη μουσική του America, America.
Αυτά έγιναν το 1962.
Μια άλλη νύχτα, στη Νέα Υόρκη του Σεπτέμβρη το 1963, βρήκα επιτέλους πως θα ταίριαζε πολύ στις αντιδράσεις του Σταύρου -του ήρωα της ταινίας- ένα σαντούρι, που να κυριαρχεί πάνω σ’ όλα τα άλλα όργανα.
Τι είναι το σαντούρι; Μια μπαγκέτα που χτυπά δυνατά πάνω σε μια γυμνή χορδή. Κάτι σαν τσέμπαλο. Τουλάχιστον έτσι το θέλησα εγώ.
Έντεκα νύχτες, καθόλου όμορφες, στην Αθήνα του Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, έγραψα μες σ’ ένα στούντιο τέσσερις ενότητες μουσικής για το America, America σύμφωνα με τα αρχικά μου σχέδια. Για το χωριό, για την πόλη, για την αστική οικογένεια των Σινίκογλου και για το βαπόρι που ταξιδεύει για την Αμερική.
Μια άλλη νύχτα, στις 26 Οκτωβρίου του 1963, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, χάνω τα αρχικά μου σχέδια με την τσάντα μου σ’ ένα ταξί. Μα ευτυχώς η μουσική μου είχε τελειώσει.
Και μια βροχερή νύχτα στο Figaro του Greenwich Village έγραψα αυτά τα λίγα λόγια, μαζί με την αγάπη μου για τον Καζάν και την ταινία του, που μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω αυτή τη μουσική.

Μάνος Χατζιδάκις, 1963
περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2004΄




                                               «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι
                                                 τραγουδούν: Μ. Χατζιδάκις, Η. Λιούγκος


Γιατί ήταν με τη δεξιά:

Ένα βράδυ είχα αργήσει να πάω στο μεταμεσονύκτιο ραντεβού μας στο «Βυζάντιο», στην πλατεία Κολωνακίου. (Σημερινό Goody’s, πρώην «Ελληνικόν»). Ο Μάνος με επέπληξε: «Οι εκ παραδόσεως αρσενικοί φροντίζουν να είναι ακριβείς στα ραντεβού τους με τους φίλους τους». Αυτό το «εκ παραδόσεως» έκανα καιρό να το χωνέψω. Μου θύμιζε το «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» του Παπαδιαμάντη.
Μιαν άλλη φορά, στο ίδιο στέκι, παρόντος και του Γιώργου Μακρή που μόλις είχε υποδεχτεί τον Αλμπέρ Καμί στην Αθήνα (1955), τον ρώτησα γιατί ήταν με τη Δεξιά.
«Διότι», μου απαντά, «οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».
Μόνο στο Παρίσι το 1971 ανακάλυψα την επονίτικη καταγωγή του που δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτήν. Ένα βράδυ, σπίτι μου, συναντήθηκαν τυχαία με τον Δημήτρη Δεσποτίδη. «Γεια σου Πέτρο», του λέει ο Μάνος. «Δημήτρη τον λέν’» τον διορθώνω εγώ. «Εγώ τον ξέρω Πέτρο», επιμένει.
Γυρίζω και κοιτάζω τον Δημήτρη. Για να καταλάβω τι συμβαίνει. Χαμογελούσε με εκείνη τη σαρδόνια γλύκα του. Από την κουβέντα που κάναν μεταξύ τους κατάλαβα πως ήταν ο καθοδηγητής του στην ΕΠΟΝ. Με το ψευδώνυμο «Πέτρος». Κοιτούσε το στόμα του Μάνου επίμονα. Οι Χίτες το ’44 του είχαν σπάσει τα δόντια, μπροστά του, στο Παγκράτι.
Και ύστερα άρχισαν να μιλούν για το «βουνό» όπου βρεθήκαν οι δυο τους, καθοδηγητής και καθοδηγούμενος, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Τότε (1971) κατάλαβα τι εννοούσε με εκείνη τη φράση του το ’55: «Οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
απόσπασμα από άρθρο του στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ” Σάββατο 13/6/2009

                          ---------------------------------------------------------------
.
Για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»:

Παρίσι 1961, αργά κάποια νύχτα. Τον συνάντησα όλως τυχαίως σ’ ένα καφενείο στα Ηλύσια. Είχε πάρει το Όσκαρ τραγουδιού, είχε γίνει διεθνώς γνωστός, οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες του κόσμου τον ήθελαν δικό τους… Ήταν ολομόναχος, κάτι που δεν το συνήθιζε. Απόρησα και του είπα πως δεν θα ‘θελα να του χαλάσω τη μοναξιά. Απάντησε πως χάρηκε που βρέθηκα εκεί· “φτάνει η μοναξιά“. Κι αμέσως μετά άρχισε να μου εξομολογείται ότι “περνά τις χειρότερες μέρες της ζωής του… Ούτε Όσκαρ ήθελε, ούτε διεθνείς επιτυχίες, ούτε τίποτα… Τα περιφρονεί και τα μισεί όλα, του είναι ξένα, δεν είναι ο εαυτός του… Και αυτό το τραγούδι που χαλάει τον κόσμο, τον ενοχλεί“.
Θα πίστευα πως είναι μόνο ένα ξέσπασμα, μια κατάσταση κρίσης περαστικής εάν δεν ήταν μια ομολογία εκ βαθέων και έως δακρύων.
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μελίνα θριαμβεύει με το μιούζικαλ του Ντασσέν Ίλια ντάρλινγκ, με μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Ήμουν κι εγώ εκεί. Μεγάλη παραγωγή του Μπρόντγουεϊ και του Χόλιγουντ, διευθυντές δισκογραφικών εταιρειών ζητούν να τον συναντήσουν. Αρνείται. Τελικά κλείνει ένα ραντεβού με τους πιο σημαντικούς. Το ραντεβού είναι για κάποιο πρωί στις 11. Ο Μάνος λέει στη μαμά του που την είχε μαζί, να τον ξυπνήσει στη μία. Όταν μετά του είπαν ότι είναι τρελός, πως με αυτό που έκανε αυτοκτόνησε για τον εκτός Ελλάδος μουσικό κόσμο, απάντησε με θεία γαλήνη και με το σοφό του χαμόγελο πως “ήταν ό,τι πιο σωστό και δημιουργικό είχε κάνει ως τότε στη ζωή του”.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/6/2004
από το βιβλίο “ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ψηφίδες μνήμης”
ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

               ---------------------------------------------------------------------



Ο εγωισμός των απελθόντων:

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


                                 New York Rock & Roll Ensemble (Manos Hadjidakis)- Dedication


Φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους:

Τους νέους μας πώς τους βλέπετε; Μετά την μεταπολίτευση είχατε πολεμήσει τη στυγνή κομματικοποίηση των νέων. Τώρα, ποια είναι η κατάσταση; Τι έχει αλλάξει, πώς τους κρίνετε;

Τώρα βλέπεις μιαν άλλη, εξίσου άσχημη κατάσταση: η… μη πολιτικοποίηση. Αδιαφορία. Κι αυτό δε μ’ αρέσει επίσης καθόλου. Είναι άθλιο. Ένας νέος  που δεν μετέχει στα κοινά είναι ανάξιος να λέγεται νέος. Δεν μπορεί ένας νέος να εξαντλείται στα ερωτικά του ενδιαφέροντα, στα χορευτικά και στην… ιδεολογία του Ολυμπιακού! Η νεολαία σήμερα απέχει από τα κοινά κι αυτό θα δημιουργήσει πολίτες αδιάφορους. Και πολίτες αδιάφοροι ανοίγουν τις πόρτες σε δεινά. Πιστεύω  πως μια κυβέρνηση που θα προκύψει μελλοντικά, πρέπει να φροντίσει ώστε να τοποθετήσει ανάμεσα στους νέους τις έννοιες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ώστε όλα τα σκοταδιστικά στοιχεία, οποθενδήποτε προερχόμενα, να αντιμετωπίζουν την αντίδραση της υγιούς νεολαίας. Μόνο έτσι θα είμαστε ήσυχοι ότι ο τόπος θα προχωρήσει σωστά. Φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους για να έχεις ελεύθερο χώρο.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
από συνέντευξή του στον Βασίλη Αγγελικόπουλο
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/7/1989
από το βιβλίο του Β. Αγγελικόπουλου “ΦΑΡΟΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ”
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

            ---------------------------------------------------------------------------------

Θα τον πληγώσω εγώ!:

Μιλώντας πάντα για το Τζάμπορι και την πλημμυρισμένη από προσκοπικές στολές Αθήνα αυτών των ημερών. Σε κατάστημα πωλήσεων δίσκων της οδού Καραγεώργη της Σερβίας οι πελάτες ήταν προχθές σε μια στιγμή – τι άλλο – πρόσκοποι. Και ερχόντουσαν από πολύ μακριά. Από τη Μαγαδασκάρη. Δύο χαριτωμένα παιδιά που με πολλή συστολή ζήτησαν να αγοράσουν δίσκους ελληνικής μουσικής.
Η πωλήτρια τους υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα “Παιδιά του Πειραιά” αλλά οι μικροί δεν δέχθηκαν. “Αυτόν τον ξέρουμε καλά. Τον έχουμε και στην πατρίδα μας”, είπαν. Υπερηφάνεια η ελληνίδα πωλήτρια για λογαριασμό της ελληνικής μουσικής. Έκδηλη υπερηφάνεια και σε έναν κύριο, που καθότανε στο βάθος του μαγαζιού αμίλητος παρακολουθώντας ασκαρδαμυκτί όσα λεγόντουσαν. Η συζήτηση συνεχίζεται. Και η διαλογή των δίσκων. Τέλος οι μικροί από τη Μαγαδασκάρη βρήκαν αυτό που ήθελαν. Ένα μεγάλο δίσκο με πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι.
-Πόσο κάνει;
-200 δραχμές.
-Δεν έχουμε τόσα λεπτά – 200 δραχμές. Είναι βλέπετε πολλά λεφτά για ένα προσκοπάκι, είπαν. Μας κάνετε τη χάρη να τον ακούσουμε λίγο τουλάχιστον, προσέθεσαν, ντροπαλά.
Πριν η πωλήτρια απαντήσει, βεβαίως καταφατικά, μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού.
-Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον πληρώσω εγώ. (Είπε μάλιστα θα τον “πληγώσω” εγώ. Γιατί ξέχασα να πω πως ο κύριος δεν έλεγε το ρο και -αν ενδιαφέρει κανέναν- ήταν αρκετά ευτραφής και φορούσε ένα ριχτό πουκάμισο.
Η προσφορά μεταφράστηκε στους δύο νέους.
-Γιατί να μας τον χαρίσει ο κύριος; Όχι δεν θέλουμε. Είναι τόσο πλούσιος; Μήπως είναι ο Ωνάσης ρώτησαν με παιδική αφέλεια.
-Ο Ωνάσης όχι. Αλλά ο Μάνος Χατζιδάκις. Που αναγκάσθηκε ο δυστυχής, αφού έγινε η γνωριμία, να κάτσει δυο ολόκληρες ώρες μέσα στο μαγαζί, υπογράφοντας αυτόγραφα για τους δύο προσκόπους της Μαγαδασκάρης, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους… και τα 25.000 μέλη της προσκοπικής αδελφότητος της μακρινής νήσου.
“Αυτό το αυτόγραφο”, είπαν τα παιδιά, είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να φέρουμε στους δικούς μας επιστρέφοντας στη Μαγαδασκάρη”. Μπράβο Μάνο!…

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ
από άρθρο της στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
4/8/1963
        
                      ---------------------------------------------------------

Γαρύφαλλο στ’ αυτί:
Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμάται πώς ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”:

Αισθάνομαι ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γεννηθεί για να μαγεύει και να ταξιδεύει τους άλλους με τη μουσική του. Και τα κατάφερε. Ήταν ο μοναδικός που χάραξε μια δική του πορεία και δεν λοξοδρόμησε, δεν παρασύρθηκε από τις εκάστοτε μόδες, αλλά έμεινε σταθερός στις ακλόνητες αξίες του. Θυμάμαι γύρω στα 1955 όταν γύριζα τη “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” είχα γράψει το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί” και ο Μάνος, ενώ το είχε πάρει πολλές μέρες πριν, δεν το είχε μελοποιήσει.
Τότε έγραφε συγχρόνως και για το θέατρο μουσική στο έργο “Μήδεια”. Καταλαβαίνετε πως το “Γαρύφαλλο” θα ‘ρχόταν σε δεύτερη, για να μην πω σε πέμπτη, μοίρα. Όμως ο Φίνος τον πίεζε.
-Μάνο, τελειώνουμε την ταινία και το τραγούδι δεν το έχουμε.
-Εντάξει, Φιλοποίμην, του απάντησε. Παίρνω ταξί και στο φέρνω. Το ‘χω έτοιμο!
Έτσι κι έγινε. Ο Μάνος πήρε ταξί, για να το φέρει, όμως το τραγούδι δεν το είχε ετοιμάσει. Το έγραψε μέσα στο ταξί που ερχόταν για το στούντιο. Έτσι γράφτηκε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”, που έκανε τεράστια επιτυχία, τόσο στην ταινία όσο και στη δισκογραφία.
Αυτό το τραγούδι ήταν και το πρώτο του Μάνου που γυρίστηκε σε δίσκο. Από κει κι έπειτα κάναμε μαζί πολλά τραγούδια και όλα μεγάλες επιτυχίες.

ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ
απόσπασμα από το βιβλίο του ΜΑΚΗ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑ “ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ – ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ”
από άρθρο του ΠΑΝΟΥ ΓΕΡΑΜΑΝΗ στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 21/11/2001
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

                                ---------------------------------------------


Το καλοκαίρι του 1967 στη Νέα Υόρκη, ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε ένα ποιητικό ημερολόγιο με τίτλο “ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΠΩΣ ΦΕΥΓΕΙ”, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύτηκαν από τον Φώτη Απέργη στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 14/6/2009:
Η μοναξιά, ο θάνατος, μπορούν συχνά να έχουν μια ερωτική απόχρωση στην ποιητική παλέτα του Χατζιδάκι.

Διαβάζει: «Απέθανε από ηλίασιν ισπανός ποδηλατιστής».
Και σχολιάζει:
Ο Βαλεντίν Ουριόνα είκοσι επτά ετών
εις των καλυτέρων της Ισπανίας ποδηλατιστών
τον ηράσθη ο Ηλιος
και τον απήγαγεν
εν μεσημβρία!
Και φυσικά, ο έρωτας είναι για κείνον ελεύθερος από καθωσπρεπισμούς:
«Ο Καζανόβας ήταν ψεύτης» διαβάζει στο «Βήμα». Με τη διευκρίνιση: «Ισπανός ακαδημαϊκός αμφισβητεί τα ερωτικά του κατορθώματα όπως περιγράφονται στα “Απομνημονεύματά” του».
Και απαντά:
Λάθος – δεν ήτο ψεύτης
υπήρξεν πράγματι μεγάλος
γιατί η μεγάλη ηδονή
προέρχεται από κείνο που ποθείς
και διόλου απ’ ό,τι πραγματοποιείς
Κι αυτός – δίχως καμμίαν αμφιβολία
πολύ επόθησεν.
Γι’ αυτό και δεν τον αναφέρει η ιστορία
από αντιζηλία, απλώς
κι από ανόητη ηθική.
Άλλοτε πληροφορείται ότι η ινδική κυβέρνηση «απεφάσισε να υιοθετήση ένα πρωτότυπο όσο και εκπληκτικό μέτρο (για να μειώσει τη γεννητικότητα): να δώση σε κάθε άντρα και σε κάθε γυναίκα από ένα τρανζίστορ φθάνει να δεχθούν να υποστούν στείρωση».
Και γράφει σκωπτικά:
Οι Ινδοί πρώτοι
καθιερώνουν
και δη – επισήμως
την πράξιν την ερωτικήν
δίχως προσχήματα
θρησκευτικά.
Επί τέλους ελευθερούται ο Ερως
από τας υποχρεώσεις που του επέβαλον
ξέναι θρησκείαι
και πλέον παρουσιάζεται
γυμνός-
ως εγεννήθη.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
αποσπάσματα από το άρθρο του ΦΩΤΗ ΑΠΕΡΓΗ:
“Σχόλια για τον κόσμο που φεύγει”
στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 14/6/2009

Δεν έχουμε πολιτισμό και η απόδειξη είναι ότι έχουμε υπουργείο Πολιτισμού.
Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε ως Έλληνες, αλλά ως ελληνολάτρεις.
Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο “Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”. Έλεγα μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί.
Δε μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.
Νιώθω Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την ελληνικότητά μου.
Προτιμώ χίλιες φορές τις ανίσχυρες κυβερνήσεις από τις ισχυρές. Η Ιταλία, χάρη στις ανίσχυρες κυβερνήσεις της, μεταπολεμικά, χαμογελούσε συνεχώς και αναπτυσσότανε. Σε αντίθεση με μας, που μετά τον πόλεμο, αν και “νικητές”, δακρύσαμε πολλές φορές, κάτω από “σιδηρές πυγμές” κυβερνήσεων και… μείναμε υποανάπτυκτοι.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
αποσπάσματα από άρθρο για τον Χατζιδάκι
της Γ. ΣΥΚΚΑ στην εφημερίδα “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, 23/10/2010

                            --------------------------------------------------


.
«όχι τους μισούς»
Η Μαρία Ρεζάν διηγείται το παρακάτω περιστατικό με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Μάνο Χατζιδάκι: 

Μια μέρα που τρώγαμε με τον Καραμανλή άρχισε να μιλάει ο Μάνος και δε σταματούσε. Και για όλα έφταιγε το Ελληνικό Δημόσιο. Άκουγε ο Σερραίος, που του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και του Τάκη Χορν, αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε. Γύρισε και του είπε: «Αμάν, βρε Μάνο μου. Κοντεύεις να μου βγάλεις σκάρτους τους μισούς υπουργούς μου…» Ατάραχος ο Μάνος, συνεχίζοντας το φαγητό του, απάντησε: «Λάθος, κύγιε πγόεδγε. Όχι, τους μισούς. Όλους…»

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ «ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ …ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

                               -----------------------------------------------


Τρίτο Πρόγραμμα

Ο Δημήτρης Δανίκας γράφει για τη θητεία του Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα:

“Ξέρετε ποια ήταν η πρώτη ενέργεια του “δεξιού” Μάνου; Να συσπειρώσει γύρω του καμιά δεκαριά νέους “αριστερούς” καλλιτέχνες. Πρωτοφανής συνύπαρξη.
Ο Μάνος μπροστά, από πίσω οι άλλοι. Έπαιρνε όλη την ομάδα πάνω του. Και το καταπληκτικό ήταν πως ο “δεξιός” ξεπερνούσε σε τολμηρότητες και σε ριζοσπαστικές θέσεις τους “αριστερούς”.
Τα καθημερινά του πεντάλεπτα σχόλια αποτελούσαν τον μόνιμο πονοκέφαλο του Υπουργείου Προεδρίας. Σχεδόν όλο το τιμ της κυβέρνησης της Ν.Δ. “άκουγε”, “μαγνητοφωνούσε”, σημείωνε και ανατρίχιαζε, ακούγοντας από το ραδιόφωνό “τους” αριστερούς ήχους. Ο έλεγχος είχε ξεφύγει από τα χέρια τους. Και η τολμηρότητα του Χατζιδάκι έφτανε σε τέτοιο σημείο, ώστε ν’ αποκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ “ορνιθοτροφείο”.
(…)
Ελάχιστες φορές κάθισε (κυριολεκτικά) στον διευθυντικό του θώκο και όσες φορές παρενέβαινε ήταν για να προσφέρει μια ιδέα, μια νέα αντίληψη. Και τις περισσότερες, για να συμφωνήσει με τους “ερασιτέχνες” φίλους του, γελώντας με τις επινοήσεις τους, σαν μικρό παιδί.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, Τα Νέα, 16/6/1994
από το βιβλίο “ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ψηφίδες μνήμης



                                                          «Σωκράτης – Όρνιθες»


Μάνος Χατζιδάκις: είμαι γέννημα μιας εποχής
Μάνο Χατζιδάκι, ποιος είσαι; Μέσα από ποιες συνθήκες, μέσα από ποιο κλίμα βγήκες και ξεχώρισες κι έδωσες ένα έργο που λογαριάζεται σαν προικιό του τόπου μας;
Είναι λιγάκι δύσκολο, βέβαια, να μιλάω για μένα όταν με ξεχωρίζουν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ είμαι γέννημα μιας εποχής, μάλλον είμαι ένας καθυστερημένος εκπρόσωπος της μουσικής, σε μια ομάδα ανθρώπων που ήδη είχαν δώσει ένα σημαντικό έργο και σφραγίσανε τον τόπο μας για μια μεγάλη περίοδο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Πικιώνης, ο Μόραλης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκω. Και αν μπορούσα να το πω, είμαι ο βενιαμίν και συγχρόνως ο μαθητής. Και εκπροσωπώ, βέβαια, τη μουσική. Που την εποχή εκείνη είχε μια τεράστια απόσταση από την ελληνική ποίηση, την ελληνική ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.
Η μουσική ήταν εντελώς άσχετη με την ποίηση και με την ελληνική παιδεία. Τον καιρό εκείνο το όνομα του Σεφέρη δεν το ήξερε ουδείς μουσικός εν Ελλάδι! Οι αληθινά πρωτογενείς φυσιογνωμίες, όπως ο Σκαλκώτας, ζούσαν κάτω από μια τέτοια καταδίωξη, μέσα σε μια τέτοια απομόνωση, που δεν μπορούσαν να ενεργήσουν σαν προσωπικότητες του τόπου. Ο Σκαλκώτας… Γι’ αυτό πέθανε ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο. Ο δε Μητρόπουλος, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και αρχηγός αυτών που προανέφερα, έλειπε στο εξωτερικό και πέθανε εξόριστος. Λοιπόν, οι ντόπιοι κάθε άλλο παρά ήταν του αναστήματος του Σεφέρη, του Μόραλη ή του Πικιώνη. Οι μουσικοί εννοώ.
Όσο για το Σεφέρη και τους άλλους, εκπροσωπούσαν τον ελληνικό χώρο μια πολύ κρίσιμη εποχή. Η Ελλάς είχε χάσει τον πόλεμο. Ο τόπος μας είχε ανάγκη να σκύψει στον εαυτό του. Όταν λέω είχε χάσει τον πόλεμο, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάς είχε νικήσει κατ’ επιφάνειαν, αλλά είχε χάσει κατ’ ουσίαν. Δηλαδή, ονειρεύτηκε μια διαφορετική μετέπειτα τοποθέτηση των πραγμάτων και η πραγματικότητα την απογοήτευσε. Την απογοήτευσε ακόμα και στα πρόσωπα που την κυβερνούσαν. Ηχούσε το γκονγκ στο ραδιόφωνο και ακουγόταν μια φωνή που μιλούσε για τους από 3.000 ετών Έλληνες!
Ήρθαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν πάρα πολύ σημαντικοί, και σκύψανε στον κορμό του τόπου και ανακαλύψανε το στοιχείο εκείνο το χαρακτηριστικό που έδινε ταυτότητα στον τόπο, έξω απ’ αυτές τις αυθαίρετες συνδέσεις με το παρελθόν. Η ταυτότητα του τόπου, δηλαδή, δεν ήταν το ότι ήμασταν οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που είναι μια εντελώς αφελής και ηλίθια άποψη. Ήταν κάτι άλλο. Και το ‘φεραν στην επιφάνεια αυτοί οι άνθρωποι.
Έτσι ανακαλύψαμε το Αιγαίο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη, τον Καραγκιόζη – ό,τι θα μας έδινε μια ταυτότητα αληθινή. Αγνοώντας τα μεγαλεία, αυτά τα αυθαίρετα και αφελή μεγαλεία του επισήμου κράτους. Και αυτά τα στοιχεία, τα αληθινά, δημιουργούσαν τη νεότερη Ελλάδα. Μέσα σ’ αυτή την υπόθεση της ανευρέσεως της ταυτότητάς μας, ένας βενιαμίν, ένας μαθητής υπήρξα και του λόγου μου. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι ακριβώς αυτό.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27/3/1978
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

                        ---------------------------------------



Ο Νίκος Γκάτσος – ένας πολύ αυστηρός φίλος

Ο Μάνος Χατζιδάκις μιλάει για τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο:

Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή. Και να σας πω μεταξύ των σπουδαίων μαθημάτων ένα παράδειγμα: όταν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών έγραψα για την Μαρίκα Κοτοπούλη μουσική για την “Ορέστεια”, είχα κάνει και δυο θαυμάσια μέρη για τις “Χοηφόρες”, λόγω των οποίων απολάμβανα μεγάλο θρίαμβο εις τον κύκλο των ειδικών. Είχε επισημανθεί η σημασία τους, η δε Μαρίκα με λάτρευε εν ονόματι των δύο αυτών μεγάλων στιγμών. Όταν λοιπόν ήρθε και τ’ άκουσε ο Γκάτσος, γύρισε και μου έκανε ένα αυστηρότατο μάθημα: ότι αυτά είναι θαυμάσια, αλλά για τον Ευριπίδη κι όχι για τον Αισχύλο. Μου δίδαξε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου – το οποίο αγνοούσα – και στο ύφος του Ευριπίδη, του πιο “σύγχρονου” από τους τρεις τραγικούς. Τότε μάλιστα, για να είμαι ειλικρινής, όπως κάθε μαθητής έτσι κι εγώ λιγάκι θύμωσα, διότι δεν ασπάστηκε τη “μεγαλοφυΐα” μου· αλλά βέβαια αυτό μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και να δω πόσο πράγματι είχε δίκιο και πόσο η δουλειά που είχα κάνει στηριζόταν σε άγνοια του αισχυλικού πνεύματος. Καταλαβαίνετε, ο Γκάτσος ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος. Μη κοιτάτε τώρα που γίναμε… συνομήλικοι πια – γιατί από μια ηλικία και πέρα, από τα πενήντα και πάνω, οι άνθρωποι γίνονται συνομήλικοι. Αλλά τον καιρό που εγώ ήμουν εικοσάρης – εικοσιπεντάρης, αυτός ήταν μεγάλος και μ’ έβλεπε σα νεαρό. Την εποχή εκείνη στο “Εθνικό Θέατρο” ήταν διευθυντής ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος θαύμαζε πολύ το ταλέντο μου και μ’ άφηνε να κάνω ό,τι μου κάπνιζε. Στο “Όνειρο θερινής νύχτας” μάλιστα, εκτός από τη μουσική ήθελα να κάνω και τη χορογραφία. Ο Θεοτοκάς μου έδωσε να την κάνω. Με μάγεψε το ότι είδα στις αφίσες του “Εθνικού” όχι το: “Μουσική Μάνου Χατζιδάκι” – που το είχα συνηθίσει – αλλά: “Χορογραφίες Μάνου Χατζιδάκι”. Λοιπόν έγινε η πρεμιέρα, όλος ο κόσμος με κοίταζε σαν ένα παιδί θαύμα, σαν τον Σγούρο της εποχής, με συγχαίρανε, έρχεται και ο Γκάτσος πολύ αυστηρός και μου παρατηρεί μπροστά σε όλους: “Ελπίζω να σταματήσεις να κάνεις αυτές τις ανοησίες”. Ο Θεοτοκάς του λέει: “Μα Νίκο, πώς μιλάς έτσι στον Μάνο;”. “Ξέρω, ξέρω” λέει αυτός, μας χαιρέτησε κι έφυγε. Εγώ έμεινα αποσβολωμένος. Ενώ ζούσα έναν θρίαμβο, ξαφνικά έρχεται εκείνος και μου δίνει μια τεράστια ψυχρολουσία. Μια βδομάδα έκανα να μιλήσω μαζί του. Αλλά τελικά κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Είχα μεθύσει από την επιτυχία μου σε όλα τα επίπεδα, και έκανα ανοησίες. Αυτά είναι χαρακτηριστικά ανεκδοτολογικά δείγματα. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω πολλές φορές μαζί του για χιλιάδες θέματα και να μου μάθει να σκέπτομαι ακριβά κι όχι εύκολα. Διότι έπρεπε ν’ ανταποκριθώ στη σκέψη του. Ο Γκάτσος γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα σου αφήνει να καταλάβεις όταν είσαι σε μια κατευθείαν συνομιλία μαζί του. Αυτό είναι ίδιον των σοφών ανθρώπων: δεν σου κάνουνε επίδειξη γνώσεων, σου λένε τ’ απαραίτητα, και σε σένα εναπόκειται ν’ αντιληφθείς ότι αυτά τ’ απαραίτητα εμπεριέχουν βαθύτατη γνώση, και δεν είναι απλώς μια στοιχειώδης έκφραση τυχαίων απόψεων.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ “Ο Νίκος Γκάτσος – ένας πολύ αυστηρός φίλος”
από μια συνομιλία με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο
περιοδικό Η ΛΕΞΗ τεύχος 52 – Φλεβάρης 1986

Η Μανουέλα Παυλίδου γράφει για τη σχέση της Μελίνας Μερκούρη με το Μάνο Χατζιδάκι.



Μελίνα Μερκούρη (1920-1994) – Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)

Όταν γνώρισα τη Μελίνα, στην Ελλάδα είχε έρθει η χούντα. Το σπίτι της στο Παρίσι γέμιζε από διανοουμένους, καλλιτέχνες, αντιστασιακούς. Έκπληκτη έβλεπα τη Σιμόν Σινιορέ να τηλεφωνεί μόνη της στο ταξί για να έρθει να την πάρει, τον Μίκη να παίζει πιάνο, τον Μπριλάκη να κυκλοφορεί με τις πιτζάμες γιατί είχε γρίπη, τον Κούνδουρο να μπαινοβγαίνει, κι άλλους… κι άλλους.
Εντονότερα όμως την εποχή εκείνη θυμάμαι την αίσθηση της τσακωμένης με τον Μάνο Μελίνας. Ένας καβγάς που φάνταζε ιερός. Μια σχέση απίστευτα μεγάλη.
Η Μελίνα μιλούσε πολύ συχνά για τον Μάνο. Διηγόταν χιλιάδες ιστορίες, κλαίγοντας που πια δεν μιλιόντουσαν.
Έπεσε η χούντα και ένα μεσημέρι στου Φλόκα γνώρισα τον Χατζιδάκι. Εκεί μου αποκαλύφθηκε ο κόσμος της φιλίας της Μελίνας και του Μάνου. Μια μέρα, εκείνη πανευτυχής μου είπε να πάμε στου Φλόκα. «Μα δεν είστε τσακωμένοι;». «Τρελάθηκες;». Μάλλον εκείνη τρελάθηκε, σκέφτηκα. Σαν τους είδα όμως μαζί ξεδιπλώθηκε μπροστά μου μια σχέση τόσο πολύπλοκη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γοητευτική, μια σχέση τόσο μεγάλη. Πειραζόντουσαν, αγγιζόντουσαν, οι κουβέντες εναλλάσσονταν με την ταχύτητα που έχει το μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Η Μελίνα συμπεριφερόταν ταυτόχρονα σαν κοριτσάκι, σαν έφηβος και σαν μοιραία γυναίκα, φιλάρεσκη τρομερά μπροστά στο Μάνο. Τα πάντα για να του αρέσει. Και ο Μάνος την ίδια συμπεριφορά είχε.
Όταν συνάντησα τον Μάνο στο σπίτι του, λίγο μετά το θάνατο της Μελίνας, συζητήσαμε βέβαια για εκείνη και για την παγκόσμια αίσθηση που έκανε ο θάνατός της. Διαφωνούσε με όλες αυτές τις ατέλειωτες και μεγαλόστομες καταθέσεις ανθρώπων για τη Μελίνα. «Εγώ αν θα μιλούσα θα έλεγα μόνο: Η Ελλάδα έχασε το ερωτικό της πρόσωπο». Ίσως η Ελλάδα να έχασε τώρα πια τα ερωτικά της πρόσωπα.
Από την εποχή του Φλόκα έζησα κι άλλους καβγάδες για ασήμαντες αφορμές και άλλες τόσες αγκαλιές.
Ο Μάνος θα έρθει το βράδυ για φαΐ. Πανικός στο σπίτι. Τι θα φάει, να του αρέσει, να μην είναι και παχυντικό κλπ., κλπ. Το φαΐ κρύωνε και ο Μάνος δεν ερχόταν. Η Μελίνα απειλούσε θεούς και δαίμονες. «Τελευταία φορά, δε θα του ξαναμιλήσω». Την επόμενη, την ώρα του βραδινού η πόρτα χτυπούσε. Ο Μάνος στην εξώπορτα με κοστούμι και λουλούδια. «Για σήμερα δεν ήταν;». Αγκαλιές, γέλια.
(…)



Μάνος – Μελίνα
(μια φωτογραφία από το Μάιο του 1993, λίγους μήνες πριν από το θάνατο και των δύο)

Η τελευταία φορά που συναντήθηκαν η Μελίνα και ο Μάνος ήταν την παραμονή της εγχείρησής της στη Νέα Υόρκη. Ήρθε με τον γιο του, τον Γιώργο, αργά στο δωμάτιο του Memorial. Η Μελίνα κι εγώ βλέπαμε μια ταινία στην τηλεόραση όταν φάνηκε στην πόρτα κρατώντας ένα μικρό γλαστράκι. Ήταν όμορφος, είχε αδυνατίσει και με περηφάνια μας έδειξε πόσο εύκολα καθόταν σταυροπόδι. Το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό. Ο Γιώργος κι εγώ καθόμασταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσαμε να μιλάνε, να γελάνε. Η Μελίνα πληροφόρησε τη νοσοκόμα που μπήκε κάποια στιγμή ότι ο κύριος που καθόταν πλάι της ήταν ο συνθέτης του «Never on Sunday». «Συγνώμη, Μάνο», του είπε σκανδαλιάρικα. Ο Μάνος εκνευριζόταν πάντα όταν τον ταύτιζαν με αυτό το τραγούδι. Και λίγο πριν φύγει, με τα χέρια τους πλεγμένα, τραγούδησαν το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και ήταν η τελευταία φορά που τραγούδησε η Μελίνα. Για τον Μάνο δεν μπορώ να είμαι σίγουρη…

ΜΑΝΟΥΕΛΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»
από το ένθετο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» (6/6/1999)


Πηγές φωτογραφιών:









   ------------------------------------------------------------------------------------------




Ο Μάνος Χατζιδάκις (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα 15 Ιουνίου 1994) υπήρξε κορυφαίος Έλληνας μουσικοσυνθέτης, διανοούμενος και ποιητής. Θεωρείται ο πρώτος που συνέδεσε με το έργο του, θεωρητικό και συνθετικό, την λόγια μουσική με τη λαϊκή μουσική παράδοση. Πολλά από τα εκατοντάδες έργα του αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικά.



Βιογραφία

Γέννηση και νεανικά χρόνια

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη, γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Η μουσική του εκπαίδευση ξεκινά σε ηλικία τεσσάρων ετών και περιλαμβάνει μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκείται στο βιολί και το ακορντεόν.
Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα, με τη μητέρα του, το 1932, έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια. Ο νεαρός Χατζιδακις εργάζεται για βιοπορισμό ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοκονόμου και βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο.

Παράλληλα επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 - 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει ποτέ. Την ίδια περίοδο συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, μεταξύ των οποίων οι ποιητές Νίκος ΓκάτσοςΓιώργος ΣεφέρηςΟδυσσέας ΕλύτηςΆγγελος Σικελιανός και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, όπου γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίον σύντομα ανέπτυξε ισχυρή φιλία.

Τα πρώτα έργα

Η πρώτη εμφάνιση του Χατζιδάκι ως συνθέτη πραγματοποιείται το 1944, σε ηλικία 19 ετών, με τη συμμετοχή του στο έργο "Τελευταίος Ασπροκόρακας" του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αν και τελικά ο ίδιος ο Κουν θα τον προτρέψει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην μουσική. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα αποδειχθεί ιδιαίτερα παραγωγική, και θα διαρκέσει περίπου δεκαπέντε χρόνια. Τέλος, το 1946, καταγράφεται η πρώτη του εργασία για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι.

Την περίοδο αυτή, ο Χατζιδάκις ανακαλύπτει το ρεμπέτικο τραγούδι και γίνεται ο πρώτος[2] που θα το μελετήσει σε βάθος και θα κατανοήσει την αξία του. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, σε ηλικία 23 ετών, δίνει στο Θέατρο Τέχνης την διάσημη πλέον διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Το 1950 θα αποτελέσει ιδρυτικό στέλεχος και καλλιτεχνικό διευθυντή του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, "Μαρσύας" (1950), "Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές" (1951), "Το Καταραμένο Φίδι" (1951) και "Ερημιά" (1958). Την ίδια εποχή, η τραγωδός Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις "Χοηφόρους" (1950) από την "Ορέστεια" του Αισχύλου. Το γεγονός αυτό αποτελεί την απαρχή της ενασχόλησης του Χατζιδάκι με το αρχαίο δράμα. Μερικές από τις τραγωδίες και κωμωδίες, για τις οποίες θα γράψει μουσική είναι η "Μήδεια" (1956), ο "Κύκλωπας" (1959), οι "Βάκχες" (1962), οι "Εκκλησιάζουσες" (1956), η "Λυσιστράτη" (1957) και οι "Όρνιθες" (1959). Το (1950) εξάλλου, ο Χατζιδάκις συνεργάζεται και με τον Άγγελο Σικελιανό προκειμένου να συνθέσει τη μουσική για την τελευταία του τραγωδία "Ο Θάνατος του Διγενή".

Την ίδια περίοδο γράφει σημαντικά μουσικά έργα όπως τα πιανιστικά έργα "Ιονική σουίτα"(1952) και "Για μια μικρή λευκή αχιβάδα" (1947, το πρώτο από 51 έργα, που ο ίδιος ξεχωρίζει με ιδιαίτερη αρίθμηση ανάμεσα στο σύνολο της δημιουργίας του, ως opus 1), καθώς και τον κύκλο τραγουδιών "Ο Κύκλος του C.N.S." (1954, αφιερωμένο στον Carlos Novi Sanchez για το θάνατο του κοινού τους φίλου, Ετιέν Ρέρυ).



Η μεγάλη δημοσιότητα

Από το 1957 ξεκινά μία περίοδος έντονης δημιουργικής δράσης. Ο Χατζιδάκις συνθέτει ασταμάτητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου το έργο του γνωρίζει μεγάλη δημοφιλία, ενώ παράλληλα γράφει πολλά σημαντικά μουσικά έργα.

Το 1960 ήταν μία χρονιά με διακρίσεις και βραβεία. Του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στο Β' Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. για το "Κυπαρισσάκι" και την "Τιμωρία" με τη Νάνα Μούσχουρη, απέσπασε το βραβείο για τη μουσική του στο "Ποτάμι" του Νίκου Κούνδουρου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, έγραψε τα "Τα Παιδιά του Πειραιά" για το "Ποτέ την Κυριακή" του Ζυλ Ντασέν, που έκαναν το γύρο του κόσμου "αποδίδοντας" στον συνθέτη και τοΌσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού την επόμενη χρονιά, και ακόμη συνέθεσε μουσική για τα θεατρικά "Ευρυδίκη" του Ζαν Ανούιγ, "Το γλυκό πουλί της νιότης" του Τένεσι Ουίλιαμς, "Ο θάνατος του Διγενή" του Άγγελου Σικελιανού, "Η τύχη της Μαρούλας" του Δημήτριου Κορομηλά και για πολλές ταινίες. Ανάμεσά τους οι: "Μανταλένα", "Η Αλίκη στο ναυτικό", "Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος", "Η κυρία δήμαρχος", "Το κλωτσοσκούφι", "Ραντεβού στην Κέρκυρα", κ.α.

Το 1961 κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι "Τα παιδιά του Πειραιά". Η βράβευση αυτή του έδωσε παγκόσμια δημοσιότητα, την οποία ο Χατζιδάκις προσπάθησε να αποφύγει με κάθε τρόπο, θεωρώντας ότι του στερούσε τη δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος την σχέση του με τον ακροατή του. "Για μένα το Όσκαρ δεν αποτελεί στεφάνωμα μιας σταδιοδρομίας, αλλά το αληθινό μου ξεκίνημα", ήταν η απάντηση-δήλωση του συνθέτη. "Τα παιδιά του Πειραιά" έφεραν στην Ελλάδα το δεύτερο Όσκαρ, δεκαπέντε χρόνια μετά την Κατίνα Παξινού και το δικό της Όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα. Το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, για το Ποτέ την Κυριακή του Ζυλ Ντασέν, που έκανε το γύρο του κόσμου, επικράτησε των άλλων υποψηφιοτήτων, προσφέροντας στον Έλληνα δημιουργό μία διεθνή διάκριση. Βράβευση την οποία ο ίδιος δεν αντιμετώπισε ποτέ ως ξεχωριστή στιγμή στην καριέρα του. "Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ. Οι φιλοδοξίες μου όμως και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό...", έλεγε. Την ίδια χρονιά ο Μάνος Χατζιδάκις απέσπασε το Β' βραβείο στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού για το τραγούδι του "Κουρασμένο παλληκάρι". Το Α' δόθηκε στο Μίκη Θεοδωράκη για την "Απαγωγή".

Το 1962 ο Χατζιδάκις χρηματοδοτεί τον "Διαγωνισμό Σύνθεσης Μάνος Χατζιδάκις" στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Δοξιάδη στην Αθήνα, με το πρώτο βραβείο να απονέμεται από κοινού στους Γιάννη Ξενάκη και Ανέστη Λογοθέτη. Το 1964 ιδρύει και διευθύνει την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-66). Στο σύντομο χρονικό διάστημα της λειτουργίας της, η ορχήστρα έδωσε 20 συναυλίες με πρεμιέρες δεκαπέντε έργων Ελλήνων συνθετών. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η συνεργασία του με τον Μωρίς Μπεζάρ. Οι Όρνιθες ανεβαίνουν με τα Μπαλέτα του 20ού Αιώνα στις Βρυξέλλες.
Μερικά έργα της π
εριόδου αυτής είναι η μουσική για τη "Μήδεια" του Ευριπίδη (1958), το "Παραμύθι χωρίς όνομα", του Ι. Καμπανέλλη (1959) το "Ο κύκλος με την κιμωλία" του Μπρεχτ, η "Οδός ονείρων" (1962), αλλά και "Το χαμόγελο της Τζοκόντας" - δέκα τραγούδια για ορχήστρα γραμμένα αρχικά για φωνή, ειδικά για τη Ζακλίν Ντανό (Παρίσι, 1962).




Στο εξωτερικό

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του "Ποτέ την Κυριακή" με τον τίτλο "Illya Darling". Κατά την παραμονή του στην Αμερική έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών "Reflections" σε συνεργασία με το συγκρότημα "New York Rock and Roll Ensemble", ενώ ηχογραφεί και "Το Χαμόγελο της Τζοκόντας", στην -πασίγνωστη πλέον- συμφωνική του μορφή. Παράλληλα συνεχίζει την συνεργασία με τα μπαλέτα του 20ού Αιώνα στις Βρυξέλλες, όπου διευθύνει έργα δικά του ή άλλων συνθετών. Άλλα σημαντικά έργα της περιόδου είναι η μουσική για την ταινία «Blue» (1958) του Silvio Narizzano, η "Ρυθμολογία" (έργο για πιάνο) και η "Αμοργός" (1970), έργο το οποίο ο συνθέτης άφησε ημιτελές.

Επιστροφή στην Ελλάδα - μεταπολίτευση

Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο "Πολύτροπο", με το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, "μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία". Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του "Μεγάλου Ερωτικού".

Η πολυεπίπεδη δραστηριοποίηση του Χατζιδάκι στον χώρο της τέχνης και οι παρεμβάσεις του στα κοινά κορυφώνονται την περίοδο αυτή. Διορίζεται αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 - 1977 ενώ την περίοδο 1975 - 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα, σημείο αναφοράς, ποιότητας και ιδεών στην ελληνική ραδιοφωνία, και σηματοδοτεί -σίγουρα - την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού.

Το 1979 ο Χατζιδάκις καθιερώνει τις "Μουσικές Γιορτές" στα Ανώγεια της Κρήτης, που περιλαμβάνουν τοπικούς λαϊκούς χορούς και τραγούδια. Παράλληλα διοργανώνει συνέδριο με θέμα την παράδοση, στο οποίο συμμετέχουν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάζει τον "Μουσικό Αύγουστο" στο Ηράκλειο, ένα καλλιτεχνικό Φεστιβάλ με κύριο στόχο την παρουσίαση νέων ρευμάτων τόσο στη μουσική όσο και στο χορό, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και το θέατρο. Την περίοδο 1981 - 1982 διοργανώνει επίσης τους αγώνες ελληνικού τραγουδιού στην Κέρκυρα, ένα μουσικό διαγωνισμό για νέους Έλληνες συνθέτες.

Το 1985 παρουσιάζει και εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό "Τέταρτο" (1985 - 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Το 1985 επίσης, δημιουργεί την πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία στην Ελλάδα, "Σείριος", η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα, με σκοπό την ανάδειξη καλλιτεχνών και μουσικών δημιουργιών επί τη βάσει μη εμπορικών κριτηρίων. Παράλληλα, παρουσιάζει επιλεγμένα έργα και καλλιτέχνες στην μπουάτ "Σείριος" (Ζουμ).

Το 1989, ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, προκειμένου να παρουσιάζει με πρωτότυπο τρόπο έργα κλασικών και σύγχρονων συνθετών. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις διηύθυνε την ορχήστρα των χρωμάτων μέχρι το τέλος της ζωής του, δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Στις 3 Ιουνίου 1990 σε συνεργασία με τον κορυφαίο μουσικό Άστορ Πιατσόλα, διευθύνει την Ορχήστρα των Χρωμάτων σε μια συναυλία που ηχογραφήθηκε ζωντανά στο θέατρο του Ηρώδη του Αττικού. Η συναυλία θεωρείται εξαιρετικά σημαντική καθώς ήταν η τελευταία του Πιατσόλα, ο οποίος ένα μήνα μετά, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο έπεσε σε κώμα δύο ετών και έφυγε από τη ζωή το 1992. Το 1991, σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας, ο Μάνος Χατζιδάκις διοργανώνει τους «Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Καλαμάτας».

Η έντονη ενασχόληση του Χατζιδάκι με τα κοινά, κατά την περίοδο αυτή, αποτυπώνεται σε σημαντικό τμήμα του έργου του. Χαρακτηριστικά έργα της περιόδου είναι "Η εποχή της Μελισσάνθης", έργο αυτοβιογραφικό αλλά και βαθιά πολιτικό, οι κύκλοι τραγουδιών "Τα παράλογα" (1978), "Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς" (1983), η μουσική παράσταση "Πορνογραφία" (1982) σε δική του σκηνοθεσία, η "Σκοτεινή μητέρα" και "Τα τραγούδια της αμαρτίας".

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα και ετάφη στην Παιανία.




Η στάση του στην τέχνη, την μουσική, την παράδοση

Η σύνδεση του λαϊκού με το λόγιο

Η στροφή των Ελλήνων συνθετών στην παράδοση είχε ήδη ξεκινήσει από την γενιά του μεσοπολέμου. Συνθέτες όπως ο Νίκος Σκαλκώτας και ο Μανώλης Καλομοίρης, που εντάσσονται χρονολογικά στην λεγόμενη γενιά του ’30, επηρεάστηκαν από το πνεύμα της εποχής και αντιμετώπισαν το ζήτημα της ελληνικότητας στον χώρο της μουσικής. Ωστόσο οι συνθέτες αυτοί παρέμειναν προσκολλημένοι σε μία ηθογραφική προσέγγιση του παραδοσιακού -δημοτικού κυρίως- μουσικού υλικού.

Ο Χατζιδάκις είναι ο πρώτος που αντιμετωπίζει την παράδοση έξω από το ηθογραφικό πλαίσιο, και σε όλη της την έκταση, προσλαμβάνοντας και τα πλέον απορριπτέα -για την κοινωνία της εποχής του- λαϊκά στοιχεία, και εντάσσοντάς τα σε ένα νέο μουσικό κράμα. Από αυτή τη σκοπιά ο Χατζιδάκις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνεχιστής της γενιάς του ’30 στον χώρο της μουσικής. Εξάλλου, ο Χατζιδάκις γαλουχήθηκε με τις ιδέες της γενιάς του ’30 και διατηρούσε ισχυρή φιλία με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της.

Στην πορεία αυτή, θα ενταχθούν πολύ νωρίς -ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940- και άλλοι συνθέτες, όπως ο Αργύρης Κουνάδης και ο Μίκης Θεοδωράκης, μετατρέποντας την ιδέα της σύνδεσης της λόγιας μουσικής με την λαϊκή παράδοση σε κίνημα. Αποτέλεσμα υπήρξε η δημιουργία του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, όρος που επινόησε ο Μίκης Θεοδωράκης για να περιγράψει το νέο αυτό μουσικό κράμα. Το δίπολο Χατζιδάκις - Θεοδωράκης, με το τεράστιο συνθετικό και θεωρητικό τους έργο, καθώς και με την σιγουριά της ποιότητας, θα αποτελέσει έκτοτε τον βασικό πυλώνα που θα καθορίσει τις εξελίξεις στην ελληνική μουσική.

Η στάση του απέναντι στο λαϊκό

Στον νέο χώρο που δημιουργεί η σύνδεση του λαϊκού με το λόγιο, ο Χατζιδάκις διατηρεί μίαν θεωρητική, αλλά και αισθητική απόσταση που τον διαφοροποιεί σαφώς από τον Θεοδωράκη: Διατηρεί πάντα την συναίσθηση ότι ο ίδιος είναι μη λαϊκός, ένας αστός παρατηρητής. Παράλληλα προσεγγίζει τον όρο «λαϊκό» αυστηρά, αποδίδοντάς του μία σαφή και αφαιρετική έννοια, πέρα από τις συνήθεις κοινοτοπίες:

«… Και για να εξηγηθούμε, όταν λέω κάτι λαϊκό δεν το εννοώ και για τον Λαό. Κατά σύμπτωση, ο Λαός κάθε άλλο παρά λαϊκός είναι. Τα μπουζούκια, οι μπαγλαμάδες και οι ζουρνάδες, είναι η συνήθεια του. Εμένα μ΄ ενδιαφέρουν εκείνες οι λίγες, οι μοναδικές του στιγμές που ζει, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει την αλήθεια του. Είναι οι στιγμές που είναι σκέτα άνθρωπος, χωρίς την βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς την φθορά της Τάξης του…».

Η τοποθέτηση αυτή του Χατζιδάκι τον οδηγεί να αναζητά για την μουσική του ένα περιεχόμενο ουσιαστικό και μία γνήσια σχέση με τον κόσμο. Αδιαφορεί για το ελαφρό τραγούδι, αυτό που δεν εκφράζει μίαν βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου, ενώ αποκήρυξε μεγάλο μέρος του "λαικότροπου" έργου του -γραμμένου κατά βάση για τον ελληνικό κινηματογράφο- για τον ίδιο λόγο. Αναφέρει χαρακτηριστικά για την μεγάλη επιτυχία του "Ποτέ την Κυριακή":

«Μου στέρησε τη δυνατότητα να ’χω τη σωστή επαφή με τον κόσμο… Και ο κόσμος επί ένα μεγάλο διάστημα εισέπραττε κάτι που ήταν απ’ έξω από το τραγούδι κι όχι από μέσα»

Το τραγούδι

Ο Χατζιδάκις επιδιώκει μια μουσική ζωντανή, που να εκφράζει τους ανθρώπους και τον καιρό τους, και να μην είναι απλώς μια έκφραση τέχνης. Για τον λόγο αυτό απέρριψε το οικοδόμημα της κλασσικής μουσικής, και επέλεξε απ’ την αρχή την ενασχόλησή του με το τραγούδι ως «ερωτική πράξη και όχι μια έκφραση τέχνης». «Πιστεύω» -γράφει ο Χατζιδάκις- «στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.» .
Το τραγούδι κατά τον Χατζιδάκι πρέπει να βασίζεται σε υψηλό ποιητικό λόγο, αλλά και να περιέχει έναν ισχυρό μύθο. Τον στόχο αυτό θεωρεί ότι τον επιτυγχάνει για πρώτη φορά με τον κύκλο τραγουδιών «Μυθολογία» (1965).
Λόγω της τοποθέτησης αυτής πάνω στο τραγούδι, το έργο του Χατζιδάκι είναι συνυφασμένο με την γενικότερη στάση του στα ζητήματα της τέχνης και του δημόσιου βίου.

Συγγραφικό έργο

Ο Μάνος Χατζιδάκις εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές, με τους τίτλους "Μυθολογία" και "Μυθολογία δεύτερη". Ακόμη, εξέδωσε μία επιλογή από τα σχόλιά του στο Τρίτο Πρόγραμμα με τίτλο "Τα σχόλια του Τρίτου", καθώς και μία συλλογή από συνεντεύξεις και άρθρα, με τίτλο "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι». Ο Χατζιδάκις –σε αντίθεση με τον Μίκη Θεοδωράκη– δεν συνέγραψε αμιγώς θεωρητικά έργα. Η θεωρητική του τοποθέτηση, τόσο σε θέματα μουσικής όσο και σε ευρύτερα ζητήματα της τέχνης και του δημόσιου βίου, αποτυπώνεται σε ένα πλήθος συνεντεύξεων, άρθρων, διαλέξεων και σχολίων, καθώς και στο συνθετικό του έργο.

Οι παρεμβάσεις του στον δημόσιο βίο

Ο Μάνος Χατζιδάκις ανέπτυξε, ήδη από την εποχή της απελευθέρωσης, βαθιά πολιτική σκέψη, κεντρικός άξονας της οποίας ήταν η αμφισβήτηση και η αναθεώρηση. Για την πολιτική του ταυτότητα, γράφει ο ίδιος: "Είμαι δημοκράτης αστός ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς […] Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής [...] Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει.". Η πολιτική σκέψη του Χατζιδάκι επεκτείνεται στην ουσία των κοινωνικών ζητημάτων, πέρα και έξω από τον χώρο που ορίζουν οι ιδεολογίες, και βρίσκεται πανταχού παρούσα στο έργο του, που ωστόσο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί στρατευμένο.

Από την μεταπολίτευση, και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Χατζιδάκις παρεμβαίνει συστηματικά και με έντονο τρόπο στον δημόσιο βίο. Αρχικά με το τρίτο πρόγραμμα, κι αργότερα με το περιοδικό "το τέταρτο", επιχειρεί συνειδητά και μεθοδικά να αντιδράσει σε κατεστημένες αντιλήψεις. Αλλά και με πλήθος συνεντεύξεων, άρθρων και δηλώσεων, πάλεψε ενάντια σε αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως μεθοδεύσεις, λαϊκισμό, συντηρητισμό και αμετροέπεια της εξουσίας. Οι παρεμβάσεις του Χατζιδάκι στα δημόσια πράγματα της χώρας δεν γίνονται χωρίς κόστος για τον ίδιο, και κορυφώνονται με την δριμεία κριτική που του ασκεί η εφημερίδα Αυριανή.

Η στάση του Χατζιδάκι στα θέματα του δημόσιου βίου καθορίζεται από την αισθητική του και χαρακτηρίζει σημαντικό μέρος του έργου του αυτής της περιόδου. Ορισμένα έργα στα οποία αποτυπώνεται η πολιτική σκέψη του συνθέτη είναι "Τα παράλογα" (1976), "Η εποχή της Μελισσάνθης" (1980), "Πορνογραφία" (1982), "Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς" (1983).

Εργογραφία

Η εργογραφία του Μάνου Χατζιδάκι έχει καταγραφεί κατ’ αρχάς από τον ίδιο τον συνθέτη, και ανασυνταχθεί από τον Β. Αγγελικόπουλο και την Ρ. Δαλιανούδη . Στην εκδοχή της τελευταίας περιλαμβάνει 61 έργα για το θέατρο, 10 έργα για το αρχαίο δράμα, 77 έργα για τον κινηματογράφο, 11 οργανικά έργα, 36 κύκλους τραγουδιών και έργα για φωνή, 16 μπαλέτα και 3 όπερες. Κάποια από τα έργα αυτά είναι ανέκδοτα ή ανολοκλήρωτα. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει επιλέξει και αριθμήσει 51 από τα έργα του, που θεωρούσε ως τα πλέον σημαντικά.

Η πλήρης εργογραφία και δισκογραφία του συνθέτη, με τα δικά του εισαγωγικά σημειώματα, καθώς και πρόσθετο αρχειακό υλικό, είναι προσβάσιμη στον επίσημο ιστότοπό του.  http://www.hadjidakis.gr/


Επιλεγμένη εργογραφία

Αναφέρονται οι τίτλοι και η ημερομηνία του έργου (όχι η ημερομηνία έκδοσης). Στα έργα που δουλεύτηκαν σε διαφορετικές φάσεις αναφέρεται η ημερομηνία της τελικής φάσης. Όπου σημειώνεται ο αριθμός του έργου (ερ.) αυτός αναφέρεται στην αρίθμηση του ιδίου του Χατζιδάκι (βλ. παραπάνω).

Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ερ. 1 (σουίτα για πιάνο) 1947
Γυάλινος κόσμος (Θέατρο Τέχνης) 1947
Ματωμένος Γάμος, ερ. 3 (θέατρο) 1948
Λεωφορείον ο πόθος (θέατρο, τργδ: «χάρτινο το φεγγαράκι») 1949
Έξι λαϊκές ζωγραφιές, ερ. 5 (μπαλέτο) 1950
Καταραμένο Φίδι, ερ. 6 (σουίτα μπαλέτου) 1950
Ιονική σουίτα, ερ. 7 (έργο για πιάνο) 1952
Ο κύκλος του C.N.S. ερ. 8 (κύκλος τραγουδιών για βαρύτονο) 1953
Μαγική πόλις (κινηματογράφος, τργδ «Μια πόλη μαγική») 1954
Σουίτα για βιολί και πιάνο, ερ. 7α 1954
Στέλλα (κινηματογράφος), 1955
Ο κύκλος με την κιμωλία, ερ. 13 (θέατρο) 1957
Παραμύθι χωρίς όνομα, ερ. 11 (θέατρο) 1959
Όρνιθες, ερ. 14 (Αρχαία κωμωδία) 1959
Το νησί των γενναίων (κινηματογράφος) 1959
Ευρυδίκη (θέατρο, εκδόθηκε το ομώνυμο τργδ) 1960
Το ποτάμι (κινηματογράφος) 1960
Ελλάς, η χώρα των ονείρων (ντοκυμαντέρ) 1960
Πασχαλιές μέσα απ’ τη νεκρή γη (διασκευή 12 παλιών λαϊκών για ορχήστρα) 1961
Η κλέφτρα του Λονδίνου (θέατρο) 1961
The 300 Spartans (κινηματογράφος), 1961
Καίσαρ και Κλεοπάτρα, ερ 21 (θέατρο) 1962
Οδός ονείρων, ερ. 20 (θέατρο) 1962
Μαγική πόλις (θέατρο, σε συνεργασία με τον Μ. Θεοδωράκη) 1963
America – America (κινηματογράφος) 1963
Το χαμόγελο της Τζοκόντας, ερ. 22 (για ορχήστρα) 1964
Δεκαπέντε Εσπερινοί (διασκευή τραγουδιών για ορχήστρα) 1964
Μυθολογία, ερ. 23 (κύκλος τραγουδιών) 1965
Καπετάν Μιχάλης, ερ. 24 (θέατρο) 1966
Blue (κινηματογράφος) 1967
Reflections, ερ. 27 (10 τραγούδια με το New York Rock ‘n’ Roll Ensemble) 1968
Ρυθμολογία, ερ. 26 (έργο για πιάνο) 1971
Ο Μεγάλος Ερωτικός, ερ. 30 (κύκλος τραγουδιών) 1972
Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι κι ο Αλκιβιάδης, ερ. 32 (κύκλος τραγουδιών σε θεατρική μορφή) 1973
Sweet movie (κινηματογράφος) 1974
Αθανασία ερ. 31α (κύκλος τραγουδιών) 1975
Τα παράλογα, ερ. 32 (κύκλος τραγουδιών) 1976
A la recherché de l’ Atlantide I & II (ντοκυμαντέρ) 1977
Η Εποχή της Μελισσάνθης, ερ. 37 (καντάτα) 1980
Για την Ελένη, ερ. 38 (κύκλος τραγουδιών) 1980
Πορνογραφία, ερ. 43 (μουσικό θέαμα), 1982
Χειμωνιάτικος Ήλιος, ερ. 44 (κύκλος τραγουδιών) 1983
Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς, ερ. 42 (κύκλος τραγουδιών) 1984
Σκοτεινή Μητέρα, ερ. 45 (κύκλος τραγουδιών) 1986
Ήσυχες μέρες του Αυγούστου (κινηματογράφος) 1992
Αμοργός, ερ. 46 (καντάτα, ανολοκλήρωτο, εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συνθέτη) 1997
Τα τραγούδια της αμαρτίας, ερ. 50 (κύκλος τραγουδιών, ανολοκλήρωτο, εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συνθέτη) 1994

Ο Χατζιδάκις στο έργο άλλων δημιουργών

Το έργο του Χατζιδάκι "Ο μεγάλος ερωτικός" αποτέλεσε το αντικείμενο της ομώνυμης ταινίας του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, όταν ήταν εξόριστος στην Ζάτουνα, χρησιμοποίησε ως ρεφραίν στο τραγούδι "Είμαι Ευρωπαίος" μέρος από το τραγούδι του Χατζιδάκι "Εκεί ψηλά στον Υμηττό" φοβούμενος ότι αν τον άκουγαν οι φρουροί να παίζει ένα δικό του τραγούδι θα έκαναν εφαρμογή του διατάγματος Αγγελή.

Το τραγούδι "Τώρα που πας στην ξενιτιά" επιλέχτηκε για την τελετή έναρξης των Μεσογειακών Αγώνων του 1991 στην Αθήνα.
Μουσικές και τραγούδια επιλέχθηκαν για τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Στην Τελετή Έναρξης ακούγονται τα: "Νυχτερινός Περίπατος" από το έργο "Ποτέ την Κυριακή", "Το αστέρι του βοριά" από το έργο "Αμέρικα, Αμέρικα". Το τραγούδι "Μητέρα κι αδελφή" από το έργο "Η Εποχή της Μελισσάνθης" επιλέχτηκε για την τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 στην Αθήνα.

Το 2003 ο μουσικός Κωνσταντίνος Βήτα κυκλοφόρησε το άλμπουμ με τίτλο "Transformations". Ο δίσκος περιλαμβάνει συνθέσεις και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι διασκευασμένα (σε μορφή ηλεκτρονικής μουσικής) από τον Κ. Βήτα. Η κυκλοφορία του δίσκου έγινε από τον Σείριο.
Το 1995 ο τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς αφιέρωσε το τραγούδι "Ταχυδρόμος" απο τον δίσκο του "Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία" στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Χατζιδάκις αναφέρεται στους στίχους του τραγουδιού.

Ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι έχουν μελοποιήσει οι συνθέτες Σταύρος ΞαρχάκοςΝότης Μαυρουδής και Γιώργος Ρωμανός. Το ποίημα "Κρίση" μελοποιήθηκε τόσο από τον Ξαρχάκο, όσο και από τον Μαυρουδή.


       ------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ











                 
 -------------------------------------------------------------------------------------------------















Δημοσίευση σχολίου