Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ( 2 )




Η θέση της γυναίκας στην Πολιτική


Εικόνα από τις πρώτες διαμαρτυρίες για την ισότητα των γυναικών



Ποια είναι η θέση της γυναίκας στην σημερινή πολιτική σκηνή και πόσο ισότιμα συμμετέχει στα κέντρα λήψης αποφάσεων για τα κοινά;


Αν ανατρέξουμε πιο παλιά θα δούμε ότι στα αρχαία χρόνια η γυναίκα κυρίως των βασιλικών οίκων και των αριστοκρατικών οικογε­νειών μπορούσε να διαδραματίζει έναν σημαντικό πολιτικό ρόλο καθώς ο «οίκος» ήταν το κέντρο των πολιτικών αποφάσεων.

Στην συνέχεια, ο ρόλος της γυναίκας περιορίστηκε στα εντός του σπιτιού καθήκοντά της μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου αιώνα. Η δυτική κοινωνία πέρασε από ριζικές, σχεδόν κατακλυσμιαίες αλλαγές από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα που επηρέασαν κάθε τομέα της ιδιωτικής και, κυρίως, της δημόσιας ζωής ιδιαίτερα τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων κομματιών της κοινωνίας.

Αυτό που έχει παραμείνει χωρίς αντίστοιχες αλλαγές μέχρι σήμερα που είναι αρχές του 21ου αιώνα είναι η άνιση εμπλοκή των δύο φύλων στην δημόσια ζωή και ιδιαίτερα την πολιτική ζωή. Για αιώνες ολόκληρους θεωρούνταν ότι τα πολιτικά δικαιώματα ήταν προνόμιο αποκλειστικά των ανδρών που ήταν και το κομμάτι του πληθυσμού που ήταν σχετικά πιο μορφωμένο. Η γυναίκα άργησε πολύ να αποκτήσει ισότιμα πολιτικά δικαιώματα με τον άντρα. Για παράδειγμα, οι πρώτες διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος αφορούσαν το δικαίωμα για ψήφο. Χρειάστηκαν δεκαετίες έντονων γυναικείων αγώνων για να μπορέσουν οι Ελληνίδες μαζί με τις άλλες Ευρωπαίες να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.

Η Φιλανδία είναι η πρώτη χώρα που έδωσε ψήφο στις γυναίκες το 1906, ακολούθησε η Αγγλία το 1928, η Ελλάδα το 1952, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία το 1954 (Παυλάκου, 1991).
Παρόλα αυτά, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις Δημοτικές Εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Βέβαια εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε όλες, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει τα 30 χρόνια ζωής και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Αυτά για την ιστορία.

Ουσιαστικά το γυναικείο κίνημα ανδρώθηκε και οργανώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο όταν οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι και έλαβαν μέρος σε δραστηριότητες που ήταν ανέκαθεν ανδρικό προπύργιο όπως βιομηχανικές εργάτριες στην βαριά βιομηχανία, πιλότοι, κτλ. Μέσα από αυτές τις δραστηριότητες είδαν ότι μπορούν να τα καταφέρουν εξίσου καλά με τους άνδρες και άρχισαν να απαιτούν σιγά σιγά όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό, κάτι που οδήγησε στην οργάνωση του γυναικείου κινήματος.

Τι μπορεί όμως να έρχεται στο μυαλό μας στο άκουσμα μερικών γυναικείων ονομάτων όπως Ελένη Σκούρα, Μελίνα Μερκούρη, Λίνα Τσαλδάρη, Βάσω Θανασέσκου κ.α.; Ότι δυο πράγματα θηλυκού γένους όπως είναι η Γυναίκα και η Πολιτική, μπορούν να συμβαδίσουν και μαζί να κάνουν θαύματα.
Κάποιες από τις κυρίες που ανέφερα προηγουμένως έχουν εισάγει το γυναικείο φύλο στην πολιτική από το 1953 όπως η Ελένη Σκούρα όπου ήταν και η πρώτη βουλευτής. Ακολούθησαν το 1956 Λίνα Τσαλδάρη η Βάσω Θανασέσκου και μετά όλες οι άλλες μεταξύ αυτών οι Μερκούρη, Μενάκη, Κατσέλη, Μπακογιάννη,Δαμανάκη, Παπαρήγα που έπαιξαν η καθεμία τον δικό της ρόλο στην πολιτική

Αρχικά η συμμετοχή των γυναικών στη λήψη των αποφάσεων σε σχέση με αυτή των ανδρών ήταν ελάχιστη, αν και με την πάροδο του χρόνου αυτή η ανισότητα γινόταν λιγότερο αισθητή, ακόμα υπάρχει ανάμεσα στα δύο φύλα, καθώς η πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται κυρίως στα χέρια των ανδρών. Η νομοθετική εξίσωση ανδρών και γυναικών, παρόλο που έχει συμβεί εδώ και πολλά χρόνια και στην πατρίδα μας, καθόλου δεν προεξοφλεί την εξίσωση στην πράξη.

Η δυσπιστία των πολιτών για το αν μπορούν οι γυναίκες να διοικήσουν τόσο υψηλόβαθμες θέσεις είναι μια από τις αιτίες όπου οφείλεται στα στερεότυπα που αναπαράγονται σχετικά με τις ικανότητες της γυναίκας σε πολιτικές θέσεις. Την δεκαετία του 70 για παράδειγμα, παρόλο που η γυναίκα έχει μπει στη παραγωγή, δεν έχει καταφέρει να διεισδύσει σε επιτελικές θέσεις στην επαγγελματική ιεραρχία. Γι αυτό και ο μέσος όρος της συμμετοχής των γυναικών σε πολιτικές θέσεις είναι πολύ χαμηλός.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα αξιώματα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση τα ποσοστά είναι πιο υψηλά σε σχέση με αυτά στην Κεντρική Κυβέρνηση της χώρας μας, αφού οι πολίτες διστάζουν να επιλέξουν μια γυναίκα ως Πρωθυπουργό ή Υπουργό. Γι αυτό και οι γυναίκες βρίσκουν διέξοδο μέσα από τα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων και των Σωματείων ώστε να μπορέσουν να αναδείξουν και να αποδείξουν ότι είναι ικανές για τέτοιου είδους θέσεις, διότι είναι πιο ειλικρινείς και ευαισθητοποιούνται περισσότερο από τους άνδρες για τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και την εκπαίδευση, σε αντίθεση με τους άνδρες, που δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην οικονομική πολιτική.

Αν και οι οικογενειακές υποχρεώσεις την αναγκάζουν να έχει λιγότερο χρόνο να ασχοληθεί με τα πολιτικά ζητήματα εν συγκρίσει με τον άνδρα, εν τούτοις αποδεικνύει ότι όλα μπορεί να τα καταφέρει και να είναι πάντα σε όλες τις υποχρεώσεις της παρούσα. Υπάρχουν αρκετές απόψεις ανάμεσα στο γυναικείο κίνημα ότι σήμερα υπάρχει μια νέα μορφή της πατριαρχικής κοινωνίας του παρελθόντος, γιατί παρόλο που η γυναίκα έχει πάρει πολύ ή λίγο ισότιμη θέση στην σημερινή κοινωνία σε όλες τις μορφές της, είναι ακόμα υποχρεωμένη να οργανώνει την ζωή της γύρω από τις οικογενειακές τις υποχρεώσεις αντίθετα απ' ότι συμβαίνει με τον άνδρα.

Κανένας δεν μπορεί να κόψει το δικαίωμα της συμμετοχής της γυναίκας στην πολιτική ζωή. Αντίθετα η ισότιμη συμμετοχή όλων είναι κάτι που προσθέτει κύρος και αξία στις αποφάσεις που λαμβάνονται μια και μειώνεται η διαφορά αυτών που λαμβάνουν τις αποφάσεις και αυτών που τις αφορούν
Κλείνοντας αυτό το μικρό αφιέρωμα στην «Γυναίκα και στην Πολιτική» όπου ξυπνάει πάντα παραμονές των Αυτοδιοικητικών και των Εθνικών Εκλογών, θα ήθελα να αναφερθώ στο Προεδρικό Διάταγμα 26/2012 με τίτλο «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών», το οποίο κωδικοποιεί την υφιστάμενη νομοθεσία περί ποσοστώσεων στον αριθμό των υποψηφίων βουλευτών κατά φύλο (άρθρα 34 του Π.Δ. 96/2007 και 3 του Ν. 3636/2008), ορίζεται ότι :

«…Για την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών αυτοτελών Κομμάτων, συνασπισμού συνεργαζόμενων Κομμάτων και ανεξαρτήτων, ο αριθμός των υποψηφίων βουλευτών, από κάθε φύλο, πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων τους, αντιστοίχως, σε όλη την Επικράτεια».


Αναρτήθηκε από Αλεξάνδρα Κοφινιώτη


            ---------------------------------------------------------------------

Εύα ( Εβίτα ) Περόν - María Eva ( Evita ) Duarte de Perón




7 Μαΐου 1919
26 Ιουλίου 1952

Πρώτη Κυρία της Αργεντινής

Περίοδος

1946 – 1952

Αντιπρόεδρος της Αργεντινής

Περίοδος

1951 – 1952








Η «αγία των φτωχών» Εβίτα Περόν

Η κορυφαία «πρώτη κυρία» της Αργεντινής


ΠΕΡΟΝ


Όταν η σύζυγος του προέδρου καταφέρνει με τα έργα και τις πράξεις της να τον «υποσκελίσει», τότε μιλάμε σίγουρα για την Εβίτα Περόν.

Η Εύα «Εβίτα» Περόν ήταν γυναίκα του προέδρου της Αργεντινής Χουάν Περόν κατά τις δεκαετίες του '40 και του '50, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο στην εξουσία του συζύγου της: παρά το γεγονός ότι εκείνος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους φτωχούς και την εργατική τάξη της χώρας, εκείνη λατρεύτηκε σαν θεά!

Ακούραστη, συνεπής και ικανότατη στα λόγια, αφιέρωσε τη ζωή της στο να κάνει την Αργεντινή έναν καλύτερο τόπο για όλους, ιδιαίτερα για τους μη προνομιούχους.
Και ο λαός τής το αναγνώρισε, αντιγυρίζοντας την αγάπη που τον περιέβαλλε και βάζοντάς τη μια για πάντα στις καρδιές και το μυαλό του.

Ας δούμε τα σημαντικότερα γεγονότα του βίου της...

Πρώτα χρόνια




Ο πατέρας της Μαρία Εύα «Εβίτα» Ντουάρτε είχε δύο οικογένειες, μία με τη νόμιμη σύζυγό του και μία με τον παράνομο δεσμό του, μοιράζοντας τον χρόνο του στις δυο του φαμίλιες. Η Εβίτα ήταν το πέμπτο παιδί του Χουάν Ντουάρτε και της ερωμένης του, την οποία και θα εγκατέλειπε βέβαια αργότερα.

Ο πατέρας θα σκοτωνόταν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν η Εβίτα ήταν μόλις 6 ετών, αφήνοντας την εξώγαμη οικογένεια στη φτώχεια και την ανέχεια, καθώς δεν είχε κανένα κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του. Σε ηλικία 15 ετών, η Εβίτα δεν είχε καμία άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει το πατρικό της και να κυνηγήσει το όνειρο στο Μπουένος Άιρες.

Ηθοποιός και αστέρι του ραδιοφώνου




Ελκυστική και χαριτωμένη, η Εβίτα θα βρει γρήγορα δουλειά στο θέατρο. Ο πρώτος ρόλος έρχεται το 1935, με τη 16χρονη Εβίτα να παίζει μικρορολάκια σε κινηματογράφο και θέατρο, με τις υποκριτικές της επιδόσεις να κρίνονται ωστόσο ικανοποιητικότατες.

Σειρά κατόπιν είχε το ραδιόφωνο, που ανθούσε εκείνη την εποχή. Έπαιζε σε ραδιοφωνικά δράματα και κέρδισε σύντομα το ενδιαφέρον του κοινού, συγκεντρώνοντας διθυραμβικές κριτικές για τις ερμηνείες της. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '40, κέρδιζε αρκετά για να νοικιάζει το δικό της διαμέρισμα και να ζει άνετα, με την αναγνωρισιμότητά της να έχει εκτοξευτεί.

Γνωριμία με τον Χουάν Περόν




Η Εβίτα γνώρισε τον φέρελπι συνταγματάρχη Περόν στις 22 Ιανουαρίου 1944 σε στάδιο του Μπουένος Άιρες. Τον Ιούνιο της προηγούμενης χρονιάς, ήταν ένας από τους στρατιωτικούς ηγέτες που είχαν ανατρέψει τη λαϊκή κυβέρνηση, καταλαμβάνοντας τη θέση του υπουργού Εργασίας. Η ολοένα και αυξανόμενη λαοφιλία του θα τον έφερνε ωστόσο το 1945 στη φυλακή, με την κυβέρνηση να φοβάται τη δημοτικότητά του.

Στις 17 Οκτωβρίου 1945 όμως χιλιάδες κόσμου θα κατέκλυζαν την κεντρική πλατεία της πόλης, απαιτώντας την άμεση απελευθέρωσή του. Πίσω από το μαζικό κίνημα κρυβόταν φυσικά η Εβίτα, που είχε κανονίσει τη διαδήλωση από κοινού με τα εργατικά συνδικάτα, που λάτρευαν τον Περόν. Λιγότερο από μια βδομάδα αργότερα, ο Χουάν αποφυλακιζόταν και παντρευόταν την Εβίτα.
Οι δυο τους έβαλαν σκοπό της ζωής τους να κάνουν τις συνθήκες διαβίωσης των φτωχών και εξαθλιωμένων καλύτερες, με τις κοινές πολιτικές τους επιδιώξεις να δένουν το ζευγάρι ακόμα πιο σφιχτά.

Εκλογική αναμέτρηση του 1946




Αδράχνοντας την ευκαιρία, με το momentum να είναι καθοριστικά υπέρ του, ο Περόν θα κατέβει στις εκλογές διεκδικώντας την προεδρία. Η Εβίτα στο πλευρό του, δούλευε ακατάπαυστα υπέρ του πολιτικού του αγώνα, τόσο στους δρόμους και τα μπαλκόνια όσο και στο ραδιόφωνο. Όσο για τις δημόσιες εκδηλώσεις, εμφανιζόταν πάντα δίπλα του, γινόμενη μάλιστα η πρώτη γυναίκα πολιτικού που υιοθέτησε αυτή τη συνήθεια στη χώρα.

Ο Περόν κέρδισε τις εκλογές συγκεντρώνοντας το 52% των ψήφων και η Περόν θα μείνει γνωστή στα στόματα του κόσμου απλά ως «Εβίτα».

Ταξίδι στην Ευρώπη




Η φήμη και η μαγνητική έλξη που ασκούσε η Εβίτα εξαπλώθηκαν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με το 1947 να γίνεται η χρονιά όπου θα επισκεφτεί την Ευρώπη. Πρώτος σταθμός η Ισπανία, όπου φιλοξενείται από τον δικτάτορα Φράνκο και γίνεται δεκτή με τιμές. Στην Ιταλία θα γνωρίσει τον Πάπα και θα φορτωθεί με ακόμα περισσότερες τιμές, με τη Γαλλία, Πορτογαλία και Πριγκιπάτο του Μονακό να της επιφυλάσσουν την ίδια θερμότατη υποδοχή.

Το μήνυμά της όπου κι αν πήγαινε ήταν ένα, το οποίο δεν παρέλειπε να το δηλώνει σε συνεντεύξεις, ομιλίες και δημόσιες εμφανίσεις: «Παλεύουμε για να έχουμε λιγότερους πλούσιους και λιγότερους φτωχούς. Πρέπει να κάνετε το ίδιο».

Ο ευρωπαϊκός Τύπος υποδέχτηκε βέβαια την Περόν με πικρόχολο τρόπο, καυτηριάζοντας την αίσθηση της μόδας που είχε, σαφώς «πίσω» από τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Επιστρέφοντας στην Αργεντινή, η Εβίτα θα ανανεώσει δραστικά την γκαρνταρόμπα της, παραγγέλλοντας όλα τα τελευταία παριζιάνικα μοντελάκια, για να μην ξαναδώσει τροφή στον ξένο Τύπο για κακεντρεχή κριτική.

Νόμος 13.010

Όχι πολύ αργότερα από την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση, ο Περόν πέρασε από το κοινοβούλιο της χώρας τον νόμο 13.010, που έδινε στη γυναίκα το δικαίωμα ψήφου. Οι σουφραζέτες της Αργεντινής δικαιώνονταν, με τον αγώνα τους για το δικαίωμα ψήφου να έχει ξεκινήσει ήδη από το 1910. Ο νόμος δεν πέρασε φυσικά χωρίς ενστάσεις και αντιδράσεις, με τον Χουάν και την Εβίτα να μάχονται λυσσαλέα υπέρ του και να ποντάρουν κορώνα-γράμματα όλη την πολιτική πίεση που διέθεταν.

Σε ολόκληρη τη χώρα, οι γυναίκες ευχαριστούσαν την Εβίτα για το δικαίωμα στη δημοκρατία που τους είχε χαρίσει, με την ίδια να μη χάνει χρόνο, ιδρύοντας το Γυναικείο Περονιστικό Κίνημα. Οι γυναίκες συνέρρεαν κατά κύματα στον νέο πολιτικό φορέα και, χωρίς ίχνος έκπληξης, οι γυναίκες ήταν που θα έδιναν στον Περόν την επόμενη θητεία του στο τιμόνι της χώρας, συγκεντρώνοντας στην εκλογική αναμέτρηση του 1952 το 63% των ψήφων.

Το Ίδρυμα Εύα Περόν




Ήδη από το 1823, το φιλανθρωπικό έργο στο Μπουένος Άιρες γινόταν αποκλειστικά από ένα σωματείο αγαθοεργίας, στο οποίο συμμετείχαν ηλικιωμένες και ευκατάστατες κυρίες της καλής κοινωνίας. Παραδοσιακά, η πρώτη κυρία της χώρας αναγορευόταν πρόεδρος της φιλανθρωπικής εταιρίας, το 1946 ωστόσο η λέσχη σνόμπαρε την Εβίτα, εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν πολύ νέα (και νόθο τέκνο φυσικά).

Εξοργισμένη η Περόν, θα διέλυε κυριολεκτικά τη λέσχη, πρώτα αφαιρώντας της την κυβερνητική χρηματοδότηση και κατόπιν δίνοντάς της τη χαριστική βολή, ιδρύοντας τον δικό της φιλανθρωπικό οργανισμό. Το Ίδρυμα Εύα Περόν ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1948, συγκεντρώνοντας κυβερνητικά κονδύλια, ιδιωτικές δωρεές αλλά και την έμπρακτη υποστήριξη των εργατικών σωματείων.

Και ήταν αυτό το ίδρυμα που θα συντελούσε στην εκτόξευση του μύθου της, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είχε κάνει μέχρι τότε. Κι αυτό γιατί το φιλανθρωπικό του έργο ήταν ανυπολόγιστης σημασίας για τους φτωχούς, ανακουφίζοντας τον μόχθο τους σε καθοριστικό βαθμό: μέχρι το 1950, ήταν σε θέση να παρέχει ετησίως εκατοντάδες χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια, μαγειρικά σκεύη και ραπτομηχανές. Χορηγούσε συντάξεις στους ηλικιωμένους, έδινε στέγη στους ανέστιους, κατασκεύαζε σχολεία, κλινικές και βιβλιοθήκες, ακόμα και μια ολόκληρη γειτονιά έφτιαξε στο Μπουένος Άιρες, που θα έμενε γνωστή ως «Πόλη της Εβίτα».




Σύντομα το Ίδρυμα Περόν θα απασχολούσε χιλιάδες εργαζομένους, με τους ιδιώτες και τα σωματεία να συνωστίζονται κυριολεκτικά για να προσφέρουν τον οβολό τους. Αργότερα, ένα καλό ποσοστό των κρατικών λαχείων και των κινηματογραφικών εισιτηρίων θα πήγαιναν αυτομάτως στο ίδρυμα, με την καθολική εκκλησία να το αγκαλιάζει ολόψυχα.

Από κοινού με τον υπουργό Οικονομικών, η Εβίτα επίβλεπε νυχθημερόν τα τεκταινόμενα του φιλανθρωπικού σωματείου της, δουλεύοντας ακατάπαυστα για τη συγκέντρωση περισσότερων κονδυλίων και τον έλεγχο των πεπραγμένων του, βρίσκοντας βέβαια πάντα χρόνο για να συναντιέται με τους φτωχούς που συνέρρεαν για να βοηθηθούν.

Ακόμα και όταν η υγεία της χειροτέρευσε, η Περόν θα περνούσε 20 ώρες την ημέρα στο ίδρυμα, κωφεύοντας επιλεκτικά στις παραινέσεις των γιατρών, των ιερέων και του συζύγου της για ανάπαυση. Προερχόμενη και η ίδια από φτωχή οικογένεια, γνώριζε από πρώτο χέρι τα δεινά μιας ζωής στην ανέχεια...

Οι εκλογές του 1952




Ο Περόν κατέβηκε και πάλι υποψήφιος στην αναμέτρηση του 1952. Την προηγούμενη χρονιά έπρεπε να επιλέξει το νέο του δεξί χέρι, με την Εβίτα να επιμένει να πάρει αυτή το χρίσμα του αντιπροέδρου. Η εργατική τάξη της Αργεντινής ήταν σαφώς υπέρ της υποψηφιότητάς της, με τους στρατιωτικούς κύκλους και την ανώτερη αστική τάξη να αντιτίθενται ωστόσο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο: η σκέψη και μόνο ότι μια νόθα πρώην ηθοποιός θα καθόταν στο τιμόνι της χώρας τούς έκανε να νιώθουν ναυτία.
Ακόμα και ο Χουάν θαμπώθηκε από τη μαζική λαϊκή υποστήριξη της Περόν, με κάθε δημόσια εμφάνισή της να συνοδεύεται από χιλιάδες κόσμου που ζητωκραύγαζαν ρυθμικά το όνομά της. Λόγω βέβαια των πιέσεων της άρχουσας τάξης και της επιδείνωσης της υγείας της, η Εβίτα θα παραιτείτο από τις πολιτικές της βλέψεις, πληροφορώντας τις μάζες που τη λάτρευαν ότι ποτέ δεν είχε σκοπό να κατέβει στον πολιτικό στίβο.

Ο Περόν θα κέρδιζε και πάλι τις εκλογές με μεγάλη άνεση...

Αρρώστια και θάνατος




Το 1950, η Εβίτα διαγνώστηκε με καρκίνο της μήτρας, την ίδια ασθένεια που είχε σκοτώσει και την πρώτη γυναίκα του Περόν. Η τραγική ειρωνεία έδειχνε τα δόντια της. Παρά τις επιθετικές αγωγές, η καλπάζουσα μορφή της νόσου δεν μπορούσε να επιβραδυνθεί, και μέχρι το '51 η Εβίτα ήταν εμφανώς πολύ άρρωστη.
Λιποθυμούσε συχνά και χρειαζόταν πια υποστήριξη στις δημόσιες εμφανίσεις της. Το 1952 της απονεμήθηκε ο τίτλος «Πνευματικός Ηγέτης του Έθνους», ενώ όλοι ήξεραν ότι το τέλος πλησίαζε γοργά. Πέθανε στις 26 Ιουλίου 1952 σε ηλικία 33 ετών, με την ανακοίνωση του θανάτου της από το ραδιόφωνο να βυθίζει ένα έθνος κυριολεκτικά στο πένθος.

Ο κόσμος απαρηγόρητος, τα λουλούδια να στοιβάζονται κατά χιλιάδες στους δρόμους και το κοινό να κατακλύζει την προεδρική κατοικία: η Περόν θα κηδευόταν με τιμές αρχηγού κράτους.

Η σορός της Περόν




Χωρίς αμφιβολία, το τέλος της Περόν έμελλε να είναι κομματάκι ανατριχιαστικό. Μετά τον θάνατό της, ο απαρηγόρητος Χουάν κάλεσε τον δρ Πέντρο Άρα, έναν παγκοσμίου φήμης Ισπανό ειδικό στην ταρίχευση, ο οποίος και μουμιοποίησε το πτώμα της. Ο Περόν είχε σχεδιάσει την ανέγερση ενός μαυσωλείου προς τιμή της, ως τελευταίος τόπος κατοικίας της, το έργο έμελλε ωστόσο να μην ολοκληρωνόταν ποτέ.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 θα τον ανάγκαζε να εγκατέλειπε τη χώρα χωρίς αυτή. Η αντιπολίτευση, μην ξέροντας τι να κάνει τη σορό της Περόν και μη θέλοντας να προσβάλει τη μνήμη της και τις χιλιάδες του κόσμου που τη λάτρευαν, ξαπόστειλε κρυφά το πτώμα στην Ιταλία, όπου και θα περνούσε 16 χρόνια κρυμμένο σε μια κρύπτη με πλαστό όνομα!

Ο Περόν κατάφερε να ανακτήσει το άψυχο σώμα το 1971 και το μετέφερε πίσω στην Αργεντινή. Όταν πέθανε μάλιστα το 1974, τα απομεινάρια των δυο τους εκτίθεντο δίπλα-δίπλα για σύντομο χρονικό διάστημα, πριν η Εβίτα ενταφιαστεί τελικά στο κοιμητήριο του Μπουένος Άιρες...
Χωρίς την Εβίτα, ο Περόν θα έπεφτε από τη διακυβέρνηση της χώρας (το 1952) μέσα σε τρία χρόνια. Θα επέστρεφε βέβαια στην αναμέτρηση του 1973, με τη νέα του σύζυγο Ισαβέλα ως υποψήφια αντιπρόεδρο, τη θέση που δεν έμελλε ποτέ να κατακτήσει η Εβίτα, και θα κέρδιζε τις εκλογές. Θα πέθαινε τον επόμενο χρόνο, αφήνοντας την Ισαβέλα στο τιμόνι της χώρας, την πρώτη γυναίκα πρόεδρο της Λατινικής Αμερικής.

Η κληρονομιά της Περόν




Ο περονισμός συνεχίζει να είναι ένα πανίσχυρο πολιτικό κίνημα στην Αργεντινή, συνδεόμενο ακόμα με τον Χουάν και την Εβίτα. Η τωρινή μάλιστα πρόεδρος της χώρας Κριστίνα Κίρχνερ, και η ίδια σύζυγος πρώην προέδρου, ανήκει στους Περονιστές και θεωρείται από πολλούς η «νέα Εβίτα».
Η Περόν συνεχίζει να εμπνέει τους Αργεντίνους σε κάθε έκφανση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, με την ίδια να θεωρείται κάτι σαν αγία, ιδιαίτερα από τους φτωχούς και τους εξαθλιωμένους. Το Βατικανό έχει λάβει πολυάριθμα αιτήματα για την αγιοποίησή της, ενώ οι τιμές που έχει απολαύσει από την Αργεντινή δεν χωρούν κυριολεκτικά σε μια βιογραφία της!

Η κληρονομιά της ωστόσο είναι η τεράστια παρακαταθήκη που άφησε και η επίδραση που άσκησε και συνεχίζει να ασκεί στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Η μέριμνά της για την ανακούφιση των φτωχών, που τόσο καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε στην πολιτική σκέψη αλλά και την προεδρική καριέρα του συζύγου της, λειτουργεί ακόμα ως πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια, με τον μύθο της να μεγαλώνει συνεχώς.

Γι' αυτό και συσχετίζεται τόσο συχνά με τον άλλο μεγάλο αργεντινό ιδεολόγο που πέθανε κι αυτός τόσο νέος: τον Τσε Γκεβάρα...


   --------------------------------------------------------------------------------------


Αγία ή πόρνη;

Μητρόπουλος Δημήτρης


Αγία ή πόρνη;



Η φωτογραφία της βρίσκεται ακόμη κρεμασμένη στα σαλόνια πολλών σπιτιών στην Αργεντινή. Γεννημένη σε ένα χωριό σε απόσταση 200 περίπου χιλιομέτρων από το Μπουένος Αϊρες, η Εύα Μαρία Ιμπαργκούρεν, νόθα κόρη του εύπορου Χουάν Ντουάρτε και της καλλονής Χουάνα Ιμπαργκούρεν, έμελλε να προκαλέσει στη σύντομη ζωή της έντονα και αντιφατικά πάθη. Άλαν πέθανε, από καρκίνο, το 1952, σε ηλικία 33 ετών, ήταν παγκοσμίως γνωστή ως Εύα Περόν ή απλώς Εβίτα.

Ο θάνατος δεν επισκίασε τη φήμη της Εύας Περόν ­ το αντίθετο. Το φάντασμα της Εβίτας συνέχισε να πλανάται επί δεκαετίες πάνω από τον δημόσιο βίο της Αργεντινής, ενώ το ταριχευμένο πτώμα της έμπαινε και έβγαινε, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της πολιτικής, στη χώρα! Στα τέλη της δεκαετίας του '70 το εξαιρετικά επιτυχημένο μουσικό υπερθέαμα των Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και Τιμ Ράις έδωσε νέα ώθηση στο φαινόμενο Εβίτα, δίνοντας μυθικές διαστάσεις στην ξανθομάλλα σύζυγο του Χουάν Περόν. Η ταινία του Άλαν Πάρκερ με πρωταγωνίστρια τη Μαντόνα επιτείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση. Ποια ήταν η πραγματική Εβίτα; Πού τελειώνει η μυθοπλασία και πού αρχίζει η πραγματικότητα;

* Η Senorita Radio

Οι περονιστές στην Αργεντινή δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με τον τρόπο που αποδίδουν οι Γουέμπερ και Ράις την προσωπικότητα της Εβίτα, ιδιαίτερα δε με τη μονοδιάστατη εικόνα της ως λαϊκής ηθοποιού που εκμεταλλευόταν τα κάλλη της για να αποκτήσει την εύνοια των ανδρών και να ανέλθει κοινωνικά. Εν τούτοις, είναι αλήθεια ότι η μετέπειτα Εύα Περόν ξεκίνησε από τα κατώτερα στρώματα, δοκίμασε την τύχη της στο θέατρο και στον κινηματογράφο, γνώρισε όμως την επιτυχία στο ραδιόφωνο. Η «Senorita Radio», όπως ήταν γνωστή, γνωρίστηκε με τον συνταγματάρχη Χουάν Περόν το 1944, όταν αυτός ήταν υπουργός Εργασίας και Πρόνοιας στην κυβέρνηση που είχε σχηματισθεί μετά το πραξικόπημα του 1943. Ο Περόν είχε τότε ζητήσει τη βοήθειά της για να συγκεντρώσει χρήματα για τους σεισμοπαθείς. Ενα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Η Εβίτα δεν ήταν μια απλή ηθοποιός του ραδιοφώνου, άξια μόνο για λαϊκά μελοδράματα. Οταν ο Περόν συγκρούστηκε με άλλα μέλη της κυβέρνησης και συνελήφθη, η αντίδρασή του ήταν να πέσει στα γόνατα και να ικετεύσει τον οίκτο των συναδέλφων του στρατιωτικών. Αντιθέτως, η Εβίτα οργάνωσε τις διαδηλώσεις των εργατών χάρη στις οποίες επετεύχθη η απελευθέρωσή του. Τον Φεβρουάριο του 1945 ο Περόν σάρωσε στις εκλογές. Η Εβίτα, που αναφέρεται ως «μαχητική φεμινίστρια», ήταν η εμπνεύστρια σειράς μέτρων πρόνοιας υπέρ των κατώτερων στρωμάτων που της εξασφάλισαν τη λατρεία των λαϊκών μαζών και την αντιπάθεια των ανώτερων τάξεων. Η προσωπική συμβολή της στο μείγμα μιλιταρισμού και λαϊκισμού που αποτέλεσε την ιδεολογία, τον «justicialismo», του περονιστικού καθεστώτος ήταν ανεκτίμητη και η δημοτικότητά της ανυπολόγιστη. Στο απόγειο της σταδιοδρομίας της η Εύα Περόν ήταν «η ισχυρότερη γυναίκα στη Νότια Αμερική». Ήταν άλλωστε η ψήφος των γυναικών που εξασφάλισε την επανεκλογή του Περόν το 1952.

* Το ταριχευμένο πτώμα

Όταν η Εβίτα πέθανε, ο Περόν ταρίχευσε το πτώμα της και το εξέθεσε σε δημόσιο προσκύνημα, υπολογίζοντας ότι η απήχησή της στον λαό θα εξασφάλιζε την παραμονή του στην εξουσία. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τον θάνατό της το Βατικανό έλαβε 40.000 γράμματα που ζητούσαν να ανακηρυχθεί αγία. Πάντως, το ταριχευμένο πτώμα της Εβίτας δεν μπόρεσε να κρατήσει στην εξουσία τον Περόν, ο οποίος ανετράπη από στρατιωτικό πραξικόπημα το 1955. Το νέο καθεστώς θεώρησε το πτώμα της Εβίτας επικίνδυνο πολιτικό σύμβολο, εξ ου και αυτό εστάλη στην Ευρώπη. Η «σκαιώδης οδύσσεια» του πτώματος της Εβίτας τελείωσε το 1971, όταν αυτό επεστράφη στον Περόν, ο οποίος βρισκόταν στη Μαδρίτη· ο Περόν το πήρε μαζί του στην Αργεντινή, όταν επέστρεψε το 1974! Την ιστορία αφηγείται o Tomas Eloy Martinez στο πρόσφατο βιβλίο του «Santa Evita» (Knopf), που έχει γίνει μπεστ σέλερ σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Αξιοσημείωτη ιστορική παρατυπία συνιστά η παρουσία στο μιούζικαλ των Γουέμπερ και Ράις του επαναστάτη Τσε, συντρόφου του Φιντέλ Κάστρο. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα ουδέποτε συνάντησε τους Περόν. Οι ανακρίβειες και η μελοδραματική εικόνα της Εβίτας, ως ελαφρών ηθών αρτίστας με κύριο ενδιαφέρον τις ερωτικές περιπέτειες, ήταν ο ένας λόγος όπου τα γυρίσματα της ταινίας του Άλαν Πάρκερ συνάντησαν τέτοια αντίδραση στην Αργεντινή· ο άλλος ήταν η επιλογή της Μαντόνα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τελικά η Αμερικανίδα σταρ πέτυχε η σκηνή όπου η Εβίτα τραγουδά το τραγούδι «Don't cry for me, Argentina» να κινηματογραφηθεί στο μπαλκόνι της Casa Rosaria, από όπου η πραγματική Εβίτα μιλούσε στα πλήθη. Πώς το κατάφερε αυτό το «material girl»; Ένα δείπνο με τον πρόεδρο Κάρλος Μένεμ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο. Φαίνεται ότι οι ισχυροί άνδρες της Αργεντινής εξακολουθούν να έχουν αδυναμία σε ωραίες καλλιτέχνιδες με οξυζεναρισμένο ξανθό μαλλί.


                 ---------------------------------------------------------------

Evita color.jpg




Η Μαρία Εύα Ντουάρτε ντε Περόν (7 Μαΐου 1919 - 26 Ιουλίου 1952) ήταν η δεύτερη σύζυγος του προέδρου της Αργεντινής Χουάν Ντομίνγκο Περόν (1895-1974) και Πρώτη Κυρία της Αργεντινής από το 1946 μέχρι το θάνατο της το 1952. Συχνά την αναφέρουν απλά ως Εύα Περόν ή με το υποκοριστικό Εβίτα.

Γεννήθηκε εκτός γάμου στην αγροτική Αργεντινή το 1919 και σε ηλικία δεκαπέντε χρονών μετακόμισε στην πρωτεύουσατης χώρας, το Μπουένος Άιρες, όπου επεδίωξε να κάνει καριέρα ηθοποιού στο θέατρο, το ραδιόφωνο και το σινεμά. Γνώρισε τον συνταγματάρχη Χουάν Περόν το 1944 σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Σαν Χουάν και παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο. Το 1946 ο Χουάν Περόν εξελέγη πρόεδρος της Αργεντινής. Κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι χρόνων η Εύα Περόν απέκτησε δύναμη στα φιλο-Περονικά εργατικά σωματεία, μιλώντας για τα εργατικά δικαιώματα. Επίσης, διηύθυνε τα υπουργεία Εργασίας και Υγείας, ίδρυσε και διηύθυνε το φιλανθρωπικό Ίδρυμα Εύα Περόν, πάλεψε για τα δικαιώματα των γυναικών στην Αργεντινή και ίδρυσε και διηύθυνε το πρώτο γυναικείο πολιτικό κόμμα μεγάλης κλίμακας της χώρας,το Γυναικείο Περονικό Κόμμα.

Το 1951, η Εύα Περόν αποδέχτηκε το χρίσμα των Περονικών για τη θέση του Αντιπροέδρου της Αργεντινής. Στον αγώνα αυτό έλαβε μεγάλη υποστήριξη από την πολιτική βάση των Περονικών, χαμηλόμισθους Αργεντινούς και μέλη της εργατικής τάξης γνωστών ως ντεσκαμισάντος, «χωρίς πουκάμισο». Εντούτοις, η αντιπολίτευση των στρατιωτικών και της υψηλής κοινωνίας σε συνδυασμό με την φθίνουσα υγεία της τελικά την ανάγκασαν να αποσύρει την υποψηφιότητά της. Το 1952, λίγο πριν το θάνατό της από καρκίνο στην ηλικία των τριαντατριών ετών (33), η Εύα Περόν έλαβε από το Κογκρέσο της Αργεντινής τον επίσημο τίτλο του Πνευματικού Ηγέτη του Έθνους. Απευθυνόμενη προς τον κόσμο, από το μπαλκόνι της Προεδρικής κατοικίας, για τελευταία φορά, ανακοίνωσε ότι θα επιστρέψει όλους τους τίτλους τιμής που της έχουν αποδοθεί έως τώρα και θα κρατήσει μόνο τον τελευταίο τίτλο, του "Πνευματικού Ηγέτη του Έθνους".

Η ταφή της Πρώτης Κυρίας, έγινε με τιμές Αρχηγού κράτους και δημοσία δαπάνη. Τεράστιο και βαρύτατο ήταν το πένθους, από τον Λαό της Αργεντινής, που τόσο αγάπησε.
Η ιστορία της έγινε κομμάτι της μαζικής κουλτούρας ως το αντικείμενο του μιούζικαλ Εβίτα, με πρωταγωνίστρια την τραγουδίστρια Μαντόνα.




             -----------------------------------------------------------------------













(HD 1080p) "Don't Cry For Me Argentina" (Evita), Royal Philharmonic



"Don't Cry for Me Argentina" is the best-known song from the 1978 musical Evita with music by Andrew Lloyd Webber and lyrics by Tim Rice. Sung by the title character Eva Perón, it appears early in the second act as Evita addresses the crowd from the balcony of the Casa Rosada and features a sweeping melody tied to broad emotional themes of regret and defiance.

María Eva Duarte de Perón (1919 -- 52) was the second wife of President Juan Perón (1895--1974) and served as the First Lady of Argentina from 1946 until her death in 1952. She is often referred to as simply Eva Perón, or by the affectionate Spanish language diminutive Evita.

I used images of the capital city of Buenos Aires, scenic Argentinian landscapes and the Casa Rosada, The music was performed by the Royal Philharmonic Orchestra.







------------------------------------------------------------------------------------------------------



Μπεναζίρ Μπούτο - Benazir Bhutto


10.1.2008 

 Το αληθινό πρόσωπο της Μπούτο 

Είναι λάθος εκ μέρους της Δύσης να θρηνεί απλώς την Μπεναζίρ Μπούτο ως μάρτυρα της δημοκρατίας. 

Η φεουδάρχης πριγκίπισσα του Πακιστάν έκανε ελάχιστα για τους φτωχούς. 

 ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΝΤΑΛΡΙΜΠΛ



Η Μπούτο και ο σύζυγός της Ασίφ Ζαρντάρι, ευρέως γνωστός ως «κύριος 10 τοις εκατό», αντιμετώπισαν κατηγορίες ότι λεηλάτησαν τη χώρα. Τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες στο Πακιστάν, την Ελβετία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ για να ερευνηθούν οι διάφοροι τραπεζικοί λογαριασμοί τους.


Ένα απ' τα πιο αμφιλεγόμενα κληροδοτήματα της Μπεναζίρ Μπούτο στο Πακιστάν είναι η πρωθυπουργική κατοικία στο κέντρο του Ισλαμαμπάντ. Πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες, ψευδομεξικάνικο ράντσο με λευκούς τοίχους και πάτωμα από κόκκινα πλακάκια. Δεν υπάρχει ούτε το παραμικρό ισλαμικό στοιχείο στο κτίριο, το οποίο, όπως μου είπε ο συνοδός μου, όταν πήγα να πάρω συνέντευξη από την τότε πρωθυπουργό Μπούτο, είναι «σχεδιασμένο από την ίδια». Στο εσωτερικό, η ίδια ιστορία. Κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν πολλές φορές δυο και τρεις σε κάθε δωμάτιο· ελαιογραφίες με ηλιοτρόπια και γατάκια που κάνουν τούμπες, οι οποίες θα έδειχναν σαν στο σπίτι τους ακουμπισμένες στα κάγκελα του Χάιντ Παρκ, κρέμονταν κάτω από κραυγαλέα, επίχρυσα γύψινα διακοσμητικά. Αν σας έδειχναν φωτογραφίες του σπιτιού σε κανένα απ' αυτά τα τηλεπαιχνίδια όπου σου δείχνουν ένα σπίτι και μετά πρέπει να μαντέψεις ποιος ζει σ' αυτό, μπορεί να είχατε αποδώσει αυτήν τη χασιέντα σχεδόν σε οποιονδήποτε εκτός, ίσως, από την πρωθυπουργό μιας πάμφτωχης ισλαμικής δημοκρατίας, που βρίσκεται δίπλα στο Ιράν. Αυτός είναι, βέβαια, και ο λόγος που η Δύση είχε πάντα αδυναμία στην Μπεναζίρ Μπούτο. Οι αρχηγοί των γειτονικών κρατών μπορεί να ήταν φιγούρες απρόβλεπτες και δυνάμει επικίνδυνες, όπως ο Πρόεδρος του Ιράν Αχμαντινετζάντ και μια χούφτα Αφγανοί πολέμαρχοι-έμποροι οπίου, αλλά η Μπούτο έμοιαζε πάντα καθησυχαστικά οικεία στις δυτικές κυβερνήσεις - ήταν μια από μας. Μιλούσε άπταιστα αγγλικά, καθώς ήταν η πρώτη της γλώσσα. Είχε Αγγλίδα γκουβερνάντα, φοίτησε σε μοναστήρι που το λειτουργούσαν Ιρλανδές καλόγριες και συμπλήρωσε την εκπαίδευσή της με πτυχία από το Χάρβαρντ και την Οξφόρδη. Για τους Αμερικανούς, όσα δεν ήταν η Μπεναζίρ Μπούτο ήταν πιθανότατα πιο ελκυστικά κι από όσα ήταν. Δεν ανήκε στους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, δεν είχε γενειάδα, δεν οργάνωνε διαδηλώσεις όπου όλοι κραυγάζουν «Θάνατος στην Αμερική» και δεν εξέδιδε φατβέ εναντίον βραβευμένων με Μπούκερ συγγραφέων, παρ' όλο που ο Σαλμάν Ρουσντί τη γελοιοποίησε ως «Παρθένο με το Σιδηρούν Εσώρουχο» στο μυθιστόρημά του Όνειδος. Ωστόσο, οι λόγοι που έκαναν τη Δύση να αγαπήσει την Μπεναζίρ Μπούτο είναι οι ίδιοι που έκαναν πολλούς Πακιστανούς να αμφιβάλλουν γι' αυτήν. Μπορεί τα αγγλικά της να ήταν άπταιστα, αλλά δεν μπορούσες να πεις το ίδιο για τα ούρντου της, που τα μιλούσε σαν καλοζωισμένη αλλοδαπή: άπταιστα, αλλά σόλοικα. Τα σίντι της ήταν ακόμα χειρότερα· πέρα από λίγες προστακτικές, πελάγωνε εντελώς. Είχε κάτι αρχοντικό, ακόμα και αυτοκρατορικό, η Μπεναζίρ Μπούτο που γνώρισα όταν ήταν πρωθυπουργός. Περπατούσε και μιλούσε μ' έναν προμελετημένα συγκρατημένο και ηγεμονικό τρόπο, και χρησιμοποιούσε συχνά το βασιλικό «εμείς». Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε κάτι σαν μπαρόκ σφηκοφωλιά, που τη στεφάνωνε μια λευκή ανάλαφρη μαντίλα. Όλη αυτή η βαμμένη οπτασία μου θύμισε μια από τις αριστοκρατικές Ρωμαίες πριγκίπισσες στην ταινία Καλιγούλας. Αυτή η Μπεναζίρ ήταν πολύ διαφορετική από τη φιγούρα που θυμούνται οι συμφοιτητές της στην Οξφόρδη. Εκείνη η Μπεναζίρ ήταν πασίγνωστη στο Ισλαμαμπάντ για τις δωδεκάωρες συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου στις οποίες προέδρευε και για την ικανότητά της να επιβιώνει με τέσσερις ώρες ύπνο. Εκείνη ήταν η Μπεναζίρ που συνέχισε την προεκλογική της εκστρατεία μετά την επίθεση αυτοκτονίας που δέχτηκε η αυτοκινητοπομπή της την πρώτη μέρα που επέστρεψε στο Πακιστάν τον Οκτώβρη, και που αγνόησε μακαρίως τη θανάσιμη για τη ζωή της απειλή προκειμένου να συνεχίσει να αγωνίζεται. Εκείνη η άλλη Μπεναζίρ Μπούτο, με άλλα λόγια, ήταν άφοβη, κάποτε σε βαθμό ηρωισμού, και σκληρή σαν ατσάλι. Η Μπεναζίρ χαιρετίζεται ως μάρτυρας της ελευθερίας και της δημοκρατίας, όμως όχι μόνο δεν ήταν δημοκρατική από φυσικού της, αλλά από πολλές απόψεις ήταν ο άνθρωπος που δυσφήμισε την παράξενη παραλλαγή δημοκρατίας του Πακιστάν, που είναι στην πραγματικότητα μια μορφή «αιρετού φεουδαρχισμού», και ο οποίος βοήθησε να τροφοδοτηθεί η τρέχουσα, κι απ' ό,τι φαίνεται ασταμάτητη, άνοδος των ισλαμιστών. Γιατί η Μπούτο δεν ήταν η Αούνγκ Σαν Σούου Κίι. Είναι εκπληκτικό ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης, 20μηνης περιόδου της πρωθυπουργίας της, δεν κατάφερε να ψηφιστεί ούτε ένας σημαντικός νόμος. Η Διεθνής Αμνηστία κατηγόρησε την κυβέρνησή της ότι είχε μια απ' τις χειρότερες επιδόσεις στον κόσμο σε θανάτους ανθρώπων υπό κράτηση, δολοφονίες και βασανιστήρια. Και στο ίδιο της το κόμμα, αυτοανακυρήχθηκε ισόβια πρόεδρος και αρνήθηκε να αφήσει τον αδερφό της Μουρτάζα να αμφισβητήσει την ηγετική της θέση. Όταν εκείνος επέμεινε να το κάνει, κατέληξε νεκρός από πυροβολισμό, υπό ιδιαιτέρως ύποπτες συνθήκες, έξω από την οικογενειακή οικία. Η σύζυγος του Μουρτάζα Γκίνουα και η κόρη του Φατίμα, όπως και η μητέρα της Μπεναζίρ, πίστευαν ακράδαντα ότι η Μπεναζίρ έδωσε εντολή για τη δολοφονία του. Πολύ πρόσφατα, το φθινόπωρο, η Μπεναζίρ δεν έκανε και δεν είπε τίποτα για να σταματήσει τον Πρόεδρο Μουσάραφ από το να διατάξει την «έκδοση» -με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας- του αντιπάλου της, του Ναουάζ Σαρίφ, στη Σαουδική Αραβία, και να απομακρύνει έτσι από την εκλογική διαδικασία τον τρομερότερο αντίπαλό της. Πολλοί από τους υποστηρικτές της είδαν τη συμφωνία της με τον Μουσάραφ ως προδοσία όλων όσων πρέσβευε το κόμμα της. Πίσω από τις ατέρμονες διακυμάνσεις του Πακιστάν μεταξύ στρατιωτικού καθεστώτος και δημοκρατίας, κρύβεται μια αναπάντεχη συνέχεια ελιτίστικων συμφερόντων: ως ένα βαθμό, στο Πακιστάν οι τάξεις των βιομηχάνων, των στρατιωτικών και των γαιοκτημόνων είναι συγγενικές μεταξύ τους και φροντίζουν η μία την άλλη. Δεν κάνουν, ωστόσο, και πολλά για να φροντίσουν τους φτωχούς. Το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα του Πακιστάν μετά βίας λειτουργεί, και για τους φτωχούς η δικαιοσύνη είναι σχεδόν αδύνατο να αποδοθεί. Σύμφωνα με την πολιτική αναλύτρια Αΐσα Σιντίκα: «Ο στρατός και τα πολιτικά κόμματα έχουν αποτύχει να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι φτωχοί να μπορούν να πάρουν αυτά που χρειάζονται από το κράτος. Έτσι οι φτωχοί έχουν αρχίσει να αναζητούν αλλού τη δικαιοσύνη. Μακροπρόθεσμα, τα μειονεκτήματα του συστήματος θα ανοίξουν περισσότερο χώρο για τους φονταμενταλιστές». Στη Δύση, πολλοί δεξιοί σχολιαστές του ισλαμικού κόσμου τείνουν να βλέπουν την προέλαση του πολιτικού Ισλάμ ως θρίαμβο ενός αντι-φιλελεύθερου και παράλογου «ισλαμο-φασισμού». Κι όμως μεγάλο μέρος της επιτυχίας των ισλαμιστών σε χώρες σαν το Πακιστάν απορρέει από την ικανότητά τους να παρουσιάζονται ως υπέρμαχοι της κοινωνικής δικαιοσύνης, που αντιμάχονται ανθρώπους σαν την Μπεναζίρ Μπούτο, οι οποίοι προέρχονται την ισλαμική ελίτ που κυβερνά το μεγαλύτερο μέρος του ισλαμικού κόσμου, από το Καράτσι ως τη Βυρηττό, τη Ραμάλα και το Κάιρο. Αυτή την ελίτ οι ισλαμιστές την παρουσιάζουν με επιτυχία ως πλούσια, διεφθαρμένη, παρακμιακή και εκδυτικοποιημένη. Η φήμη της τεράστιας διαφθοράς ακολουθούσε την Μπεναζίρ. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής της, η οργάνωση ενάντια στη διαφθορά Διεθνής Διαφάνεια αποκάλεσε το Πακιστάν μία από τις τρεις πιο διεφθαρμένες χώρες στον κόσμο. Η Μπούτο και ο σύζυγός της Ασίφ Ζαρντάρι, ευρέως γνωστός ως «κύριος 10 τοις εκατό», αντιμετώπισαν κατηγορίες ότι λεηλάτησαν τη χώρα. Τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες στο Πακιστάν, την Ελβετία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ για να ερευνηθούν οι διάφοροι τραπεζικοί λογαριασμοί τους. Όταν πήρα συνέντευξη από τον Αμπντούλ Ρασίντ Γκάζι στο Κόκκινο Τζαμί του Ισλαμαμπάντ, λίγο πριν το θάνατό του στην έφοδο στο συγκρότημα τον περασμένο Ιούλιο, επέστρεφε συνέχεια στο θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης: «Θέλουμε οι ηγέτες μας να είναι τίμιοι άνθρωποι» μου είπε. «Αλλά τώρα οι ηγέτες ζουν πολυτελή ζωή την ώρα που χιλιάδες αθώα παιδιά έχουν άδειο στομάχι και δεν μπορούν καν να βρουν τα είδη πρώτης ανάγκης». Αυτή είναι η αιτία της ανόδου των ισλαμιστών στο Πακιστάν και ο λόγος για τον οποίο τόσοι πολλοί άνθρωποι τους υποστηρίζουν: είναι η μόνη δύναμη σ' αυτήν τη χώρα που είναι ικανή ν' αντιμετωπίσει τους γαιοκτήμονες και τα ξαδέρφια τους τους στρατιωτικούς. Γι' αυτό σε όλες τις πρόσφατες εκλογές τα ισλαμικά κόμματα έχουν αυξήσει απίστευτα το εκλογικό τους μερίδιο, γι' αυτό ελέγχουν ήδη την περιοχή των Βορειοδυτικών Συνόρων και το Μπαλουχιστάν, και γι' αυτό είναι εκείνοι που πιθανότατα θα επωφεληθούν από την τρέχουσα κρίση. Η Μπεναζίρ Μπούτο ήταν μια θαρραλέα, κοσμική και φιλελεύθερη γυναίκα. Αλλά η θλίψη για το χαμό αυτής της θαρραλέας πολεμίστριας δεν πρέπει να επισκιάζει το γεγονός ότι, ως φιλοδυτική φεουδάρχης ηγέτιδα που έκανε ελάχιστα για τους φτωχούς, έπαιζε κεντρικό ρόλο τόσο στα προβλήματα του Πακιστάν όσο και στη λύση τους.

 Τα βιβλία του Γουίλιαμ Ντάλριμπλ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα και Πατάκη. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα «Observer». Μτφ.: Μυρτώ Αθανασοπούλου.


                          ------------------------------------------------------------------



Η βία και ο θάνατος έχουν σημαδέψει τη ζωή της οικογένειας

Η κατάρα των Μπούτο

Από τον απαγχονισμό του πατέρα στη δολοφονία της κόρης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  30/12/2007 

Αθανασόπουλος Αλ. Άγγελος




Η δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο την περασμένη Πέμπτη, σε ηλικία 54 ετών, στο Ραουαλμπίντι του Πακιστάν, ήταν ο τελευταίος(;) τραγικός κρίκος της «κατάρας των Μπούτο», της πολιτικής δυναστείας που έχει σημαδέψει την ιστορία της χώρας και την οποία πολλοί παρομοιάζουν με εκείνη των Γκάντι - Νεχρού στη γειτονική Ινδία ή των Κένεντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Προσωπικότητα έντονα πολωτική και διχαστική, η αποκαλούμενη και «κόρη του Πακιστάν», έγινε η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός μουσουλμανικής χώρας, αξίωμα στο οποίο εθήτευσε δύο φορές (τις περιόδους 1988-1990 και 1993-1996). Και τις δύο φορές όμως επαύθη από τον πρόεδρο της χώρας με την κατηγορία της διαφθοράς, οδηγούμενη στην αυτεξορία σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Ντουμπάι.

Παρά το αμαρτωλό παρελθόν της, η Μπούτο αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα της, παρακινούμενη τόσο από το πάθος της για την εξουσία όσο και από το πείσμα της να αποδείξει ότι αυτή - και μόνο αυτή - μπορούσε να επαναφέρει την ισορροπία στο Πακιστάν. Έκανε το χατίρι των Αμερικανών δίνοντας τα χέρια με τον ορκισμένο εχθρό της Περβέζ Μουσάραφ σε μια «ανίερη συμμαχία», η οποία δεν μπόρεσε όμως να νικήσει την οικογενειακή κατάρα.

Ερωτηθείσα να εξηγήσει το πείσμα της, η δολοφονηθείσα πολιτικός παρέπεμπε πάντοτε στην ιστορία του πατέρα της. Ο Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο ήταν ένας χαρισματικός και συχνά δημαγωγός πολιτικός που διετέλεσε πρόεδρος και πρωθυπουργός του Πακιστάν από το 1971 ως το 1977. Το 1967 ο Μπούτο είχε ιδρύσει το Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν (ΡΡΡ), το οποίο έγινε το πολιτικό όχημα που οδήγησε τόσο τον ίδιο όσο και την κόρη του στην εξουσία αλλά και σε ανάλογο αιματηρό τέλος.
Ο Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο υπήρξε επικεφαλής μιας εκ των ελαχίστων δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων του Πακιστάν - όπως και η κόρη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των 60 ετών ζωής του ανεξάρτητου Πακιστάν ο στρατός έχει κυβερνήσει τα 40. Το 1977 ανετράπη ύστερα από πραξικόπημα του στρατηγού Ζία ουλ Χακ, μετέπειτα στενού συνεργάτη των Ηνωμένων Πολιτειών για την εκδίωξη των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν.

Ο Ζία απαγχόνισε τον Μπούτο το 1979. Εκείνη την περίοδο η κόρη του Μπεναζίρ βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στην κεντρική φυλακή του Ραουαλμπίντι, λίγα μόλις μέτρα από το σημείο όπου έχασε τη ζωή της.

Η βία και ο θάνατος έχουν σημαδέψει βαθιά την οικογένεια Μπούτο. Ο μικρότερος αδελφός της Μπεναζίρ, ο Σαναουάζ, πέθανε μυστηριωδώς το 1995 σε ένα ιδιόκτητο διαμέρισμα της οικογενείας στις Κάννες. Οι Γάλλοι ανακριτές υποπτεύθηκαν ότι ο θάνατος σχετιζόταν με μια οικογενειακή διαμάχη επί της κληρονομιάς του πατέρα ύψους δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Κατηγορίες πάντως δεν απαγγέλθηκαν.

Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μουρτάζα, ο οποίος μαζί με τον Σαναουάζ είχε ιδρύσει μια οργάνωση με σκοπό την ανατροπή του Ζία, παρέμεινε για χρόνια εξόριστος στη Συρία τη δεκαετία του 1980. Όταν επέστρεψε στο Πακιστάν, το 1994, ήρθε σε σύγκρουση με την αδελφή του για την πολιτική κληρονομιά του πατέρα τους. Το 1996 όμως δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του στο Καράτσι και η χήρα του κατηγόρησε τον Ασίφ Αλί Ζαρντάρι,τον σύζυγο της Μπούτο από το 1987, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά.

Η Μπεναζίρ γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1953. Ηταν το πρώτο παιδί της οικογενείας. Η ίδια έλεγε ότι ο πατέρας της την ενθάρρυνε από μικρή να έχει υψηλές βλέψεις. Αφού τελείωσε το σχολείο στο Καράτσι (το οποίο ήταν ιδιωτικό και διευθυνόταν από χριστιανούς) σπούδασε στο Χάρβαρντ και στην Οξφόρδη. Στο φημισμένο βρετανικό πανεπιστήμιο υιοθέτησε τον δυτικό τρόπο ζωής και περνούσε πολλούς χειμώνες στο ελβετικό θέρετρο του Γκστάαντ κάνοντας σκι μαζί με τους γόνους άλλων διασήμων οικογενειών.

Όλα αυτά διεκόπησαν απότομα με την ανατροπή του πατέρα της και την εκτέλεσή του. Η Μπούτο έβαλε σκοπό της ζωής της να εκδιώξει τον στρατηγό Ζία από την εξουσία. Τον Αύγουστο του 1988 ο Ζία σκοτώνεται (μαζί με τον αμερικανό πρεσβευτή στο ΠακιστάνΑρνολντ Ράφελ) όταν το στρατιωτικό αεροσκάφος που τον μεταφέρει εκρήγνυται και συντρίβεται. Τρεις μήνες αργότερα, σε ηλικία 35 ετών, η Μπούτο εκλέγεται πρωθυπουργός. Είναι η πρώτη φορά. Θα ακολουθήσει άλλη μία, το 1993.

Τα κυβερνητικά επιτεύγματα της Μπούτο ήταν ελάχιστα. Χαρακτήρας σύνθετος και αντιφατικός, η Μπούτο παρουσίαζε τον εαυτό της ως άνθρωπο που βρισκόταν κοντά στις φτωχές λαϊκές μάζες του Πακιστάν, οι οποίες επιθυμούσαν περισσότερη δημοκρατία και ατομικές ελευθερίες. Την ίδια στιγμή όμως η συμπεριφορά της απέναντι σε συνεργάτες της, διπλωμάτες και δημοσιογράφους ήταν αυτή ενός ανθρώπου που επιζητεί να αποδείξει ότι έχει δίκιο σε κάθε περίπτωση. Παράλληλα ο τρόπος ζωής της δεν συνήδε προς την ταπεινότητα που επιχειρούσε να «πουλήσει». Η λατρεία της για ακριβά κοσμήματα και παπούτσια, τα οποία αγόραζε από το Μπέβερλι Χιλς, το Λονδίνο και το Παρίσι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Και φυσικά υπάρχει και το θέμα της διαφθοράς, στενότατα συνδεδεμένο με τον βίο και την πολιτεία του συζύγου της. Εκτιμάται ότι οι δύο τους αφαίρεσαν από τα δημόσια ταμεία περίπου 1,5 δισ. δολάρια.

Οι οικονομικές συναλλαγές τους κίνησαν δικαστικές διαδικασίες σε Βρετανία, Ισπανία και Ελβετία, αλλά στο Πακιστάν «πάγωσαν» για χρόνια και τελικά διεγράφησαν χάρη στη - σύντομη, όπως αποδείχθηκε - συμμαχία με τον Μουσάραφ. Και η «δικαίωση» που αναζητούσε η «κόρη του Πακιστάν» χάθηκε για πάντα.

      -------------------------------------------------------------------------


Η δολοφονημένη ηγέτιδα Μπεναζίρ Μπούτο

Η πρώτη γυναίκα επικεφαλής ισλαμικού κράτους


ΜΠΟΥΤΟ


Κόρη του πρώην πρωθυπουργού του Πακιστάν, Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο, ο οποίος απαγχονίστηκε από τη χούντα που ανέτρεψε την κυβέρνησή του, η Μπεναζίρ έμελλε να έχει το ίδιο άδοξο τέλος: έπεσε νεκρή από επίθεση αυτοκτονίας το 2007.

Πρόλαβε ωστόσο να αφήσει το στίγμα της τόσο στο Πακιστάν, μέσα από τις δύο θητείες της στον ανώτερο κυβερνητικό θώκο της χώρας, όσο και σε διεθνές επίπεδο, ως ακτιβίστρια για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση.
Και βέβαια η Ιστορία της επιφύλαξε μια ιδιαίτερη θέση, ως την πρώτη γυναίκα επικεφαλής μουσουλμανικού κράτους (και τη μόνη βέβαια), αλλά και τη νεότερη (και πρώτη) γυναίκα πρόεδρο κυβερνητικού κόμματος: σε ηλικία μόλις 29 ετών θα αναλάμβανε τα ηνία του πολιτικού φορέα που είχε ιδρύσει ο πατέρας της, το κεντροαριστερό δημοκρατικό κόμμα PPP (Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν).

Προικισμένη με χαρισματικές ικανότητες και σταθερά προσανατολισμένη προς την πολιτική σταθερότητα, η Μπούτο εγκαινίασε μια σειρά γενναίων παρεμβατικών μέτρων για την εξυγίανση της πακιστανικής οικονομίας και την ασφάλεια της χώρας, με τη λαοφιλία της ωστόσο να εξασθενεί μέσα σε κλίμα γενικευμένης ανεργίας, οικονομικής ύφεσης και σκανδάλων διαφθοράς, που θα οδηγούσαν αργότερα στην ήττα της κυβέρνησής της από τον συντηρητικό πολιτικό της αντίπαλο.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης διακυβέρνησής της το 1993, και αφού επιβίωσε από απόπειρα δολοφονίας και αποτυχημένο πραξικόπημα το 1995, η πυγμή με την οποία κυβέρνησε τη χώρα θα της έφερνε το παρατσούκλι «Σιδηρά Κυρία του Πακιστάν», με νέες υποθέσεις ωστόσο πολιτικής διαφθοράς να οδηγούν και πάλι στην πρόωρη ανατροπή της θητείας της το 1996 και στον αυτοεξορισμό της. Επιστρέφοντας στο Πακιστάν 9 χρόνια αργότερα, θα δολοφονούταν σε επίθεση αυτοκτονίας δύο μόλις εβδομάδες πριν από την εκλογική αναμέτρηση του 2008.

Πρώτα χρόνια




Η Μπεναζίρ Μπούτο γεννιέται στις 21 Ιουνίου 1953 στο Καράτσι του Πακιστάν ως το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του πρώην πρωθυπουργού της χώρας Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο, εμπνευστή του Λαϊκού Κόμματος του Πακιστάν (PPP) και επικεφαλής της χώρας από το 1971-1977, ο οποίος εκτελέστηκε το 1979.

Ολοκληρώνοντας τη βασική σχολική εκπαίδευση στο Πακιστάν, η Μπεναζίρ εγκαταλείπει τη χώρα για να σπουδάσει στις ΗΠΑ: από το 1969-1973, φοιτά στο Radcliffe College και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, απ' όπου παίρνει και το πτυχίο της στις Πολιτικές Επιστήμες. Σειρά έχει μετά η Βρετανία, με την ίδια να φοιτά στην Οξφόρδη από το 1973-1977, ολοκληρώνοντας κύκλους σπουδών στο Διεθνές Δίκαιο και τη Διπλωματία. Στην Οξφόρδη μάλιστα θα εκλεγεί πρόεδρος του Oxford Union (Δεκέμβριος 1976), γινόμενη η πρώτη Ασιάτισσα που θα ηγείτο του περίβλεπτου ομίλου.

Επιστροφή στο Πακιστάν και φυλάκιση




Επιστρέφοντας στο Πακιστάν το 1977, συλλαμβάνεται και τίθεται σε κατ' οίκο περιορισμό (μέχρι τον Μάιο του 1979) από τη στρατιωτική δικτατορία: ο στρατηγός Mohammad Zia ul-Haq έχει ανατρέψει με πραξικόπημα την κυβέρνηση του πατέρα της, εγκαθιδρύοντας στρατιωτική χούντα.

Το 1979, ο Μπούτο απαγχονίζεται από το καθεστώς, καταδικασμένος σε θάνατο για την υποτιθέμενη δολοφονία πολιτικού του αντιπάλου. Παρά το γεγονός ότι κανείς δεν πίστεψε στο εσωτερικό τις κατηγορίες και η διεθνής κοινή γνώμη καταδίκαζε τις πράξεις πιέζοντας για την απελευθέρωσή του, ο δικτάτορας εκτελεί τον λαοφιλή δημοκρατικό ηγέτη στις 4 Απριλίου 1979. Η Μπεναζίρ τίθεται επικεφαλής του πολιτικού σχηματισμού που είχε ιδρύσει ο Μπούτο, το περίφημο PPP, και αρχίζει αγώνα για την αποκατάσταση του ονόματός του και την επιστροφή φυσικά στη δημοκρατική διακυβέρνηση, γεγονός που θα την έκανε τη Νο 1 εχθρό του χουντικού καθεστώτος. Στα δύο πρώτα χρόνια της δικτατορίας, η Μπούτο μπαινοβγαίνει στη φυλακή περισσότερες από 7 φορές.

Η οικογενειακή τραγωδία δεν θα τελείωνε ωστόσο για την Μπεναζίρ με την εκτέλεση του πατέρα της: το 1985, ο πολιτικοποιημένος αδελφός της Shahnawaz δολοφονείται στο διάμερισμά του: η οικογένεια ισχυρίζεται ότι ο Shahnawaz δηλητηριάστηκε από τη χούντα, χωρίς βέβαια να συλληφθεί ποτέ κανείς. Ο άλλος αδελφός της, Murtaza, επίσης ενεργός ακτιβιστής για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, θα σκοτωνόταν αργότερα, το 1996 (την ώρα που η Μπεναζίρ ήταν πρωθυπουργός), σε ανταλλαγή πυροβολισμών με την αστυνομία του Καράτσι.

Τα χρόνια της Αγγλίας και γάμος




Τον Ιανουάριο του 1984, έπειτα από χρόνια φυλάκισης, απομόνωσης και κατ’ οίκο περιορισμού, ο δικτάτορας -μέσα σε καθεστώς παγκόσμιας κατακραυγής- δίνει άδεια στην οικογένεια να βγει εκτός Πακιστάν για ιατρικούς λόγους. Η Μπεναζίρ περιπλανιέται για λίγο στην Ευρώπη και εγκαθίσταται τελικά αυτοεξόριστη στην Αγγλία, διατηρώντας ωστόσο την ηγεσία του PPP και συνεχίζοντας να αγωνίζεται για την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων στο Πακιστάν.

Το 1985 εμφανίζεται μάλιστα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο και ενημερώνει τους ευρωπαίους ηγέτες για τη ζοφερή κατάσταση που επικρατεί στο Πακιστάν. Ως αντίποινα στον λόγο της, ο δικτάτορας ανακοινώνει τη θανατική καταδίκη 54 μελών του κόμματός της. Στις 10 Απριλίου 1986 επιστρέφει με κίνδυνο της ζωής της στο Πακιστάν για να περιοδεύσει σε όλη την επικράτεια αξιώνοντας δημοκρατικές εκλογές.




Παρά τη γιγαντιαία εκστρατεία που έχει εγκαινιάσει, θα βρει χρόνο να παντρευτεί τον εκλεκτό της καρδιάς της, τον ευκατάστατο γαιοκτήμονα Asif Ali Zardari, με τον γάμο να λαμβάνει χώρα στο Καράτσι στις 18 Δεκεμβρίου 1987. Το ζευγάρι αποκτά τρία παιδιά.

Πρώτη πρωθυπουργική θητεία




Το αεροπορικό δυστύχημα του 1988 που θα στερούσε τη ζωή στον δικτάτορα Zia ul-Haq έμελλε να δώσει τέλος και στη χούντα: η Μπούτο εκλέγεται πρωθυπουργός στις δημοκρατικές εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1988, τρεις μήνες μάλιστα μετά τη γέννα του πρώτου της παιδιού.

Την 2α Δεκεμβρίου 1988 ορκίζεται η κυβέρνησή της και η ίδια περνά στην Ιστορία ως η πρώτη γυναίκα επικεφαλής μουσουλμανικού έθνους. Βρήκε ωστόσο μια έκρυθμη κατάσταση στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο, με τη χούντα να έχει υπονομεύσει σοβαρά κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια. Στην πρώτη της αυτή θητεία στο τιμόνι της χώρας, τα επιτεύγματά της ήταν περιορισμένα, κυρίως λόγω της σθεναρής αντίστασης της συντηρητικής αντιπολίτευσης σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία. Καταφέρνει ωστόσο να περάσει πολιτικές για την αναμόρφωση των κοινωνικών υπηρεσιών και τον εκμοντερνισμό του κράτους, χειρισμούς που οι συντηρητικοί καταδίκαζαν ως «δυτικοποίηση». Επιπλέον, υποβαθμίζει προοδευτικά τον ρόλο της στρατιωτικής ηγεσίας στην άσκηση πολιτικής, κάνοντας τη δομή του κράτους σαφώς ορθολογικότερη.

Ήταν ωστόσο και τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, με την ίδια να εξομαλύνει τις σχέσεις με την Αμερική και να γίνεται σύμμαχος των ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο να θυσιάζει την κριτική της ματιά: κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψή της στην Αμερική το 1989, δεν διστάζει να εκφράσει στον πρόεδρο Τζορτζ Μπους την αντίθεσή της στην υποστήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ στους Μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν, αποκαλώντας τους «Φρανκενστάιν της Αμερικής». Ταυτόχρονα, επιδίωξε ενεργά την καλή γειτονία με την Ινδία, υπογράφοντας εμπορικές συμφωνίες, παρά το τεταμένο κλίμα των δύο χωρών για την τύχη του Κασμίρ.

Η αυξανόμενη κόντρα της ωστόσο με τον πρόεδρο του Πακιστάν Ghulam Ishaq Khan θα έφερνε το πράγμα σε αδιέξοδο: το ημι-προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας έδινε αυξημένες αρμοδιότητες στον πρόεδρο, με την πρωθυπουργό Μπούτο να χρειάζεται τη σύμφωνη γνώμη του για κάθε τροπολογία. Επιχειρεί τότε να αλλάξει το σύστημα σε κοινοβουλευτική δημοκρατία, αλλά αποτυγχάνει.

Ο Τύπος κατακλύζεται ξαφνικά από αποκαλύψεις για σκάνδαλα διαφθοράς στην κυβέρνησή της, την ίδια στιγμή που εκτεταμένο απεργιακό κύμα λαμβάνει χώρα: η ίδια, ανήμπορη να χειριστεί την κατάσταση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του προέδρου, απαλλάσσεται από τα καθήκοντά της: ο πρόεδρος την κατηγορεί για διαφθορά και νεποτισμό, της παίρνει την εξουσία και προκηρύσσει εκλογές σε μια στιγμή που ήταν σίγουρος ότι η Μπούτο θα έχανε.

Δεύτερη πρωθυπουργική θητεία 




Στην εκλογική αναμέτρηση του 1990 λοιπόν θα ηττηθεί και σύντομα θα βρεθεί στο δικαστήριο, με κατηγορίες για οικονομικές ατασθαλίες και διαφθορά κατά την περίοδο διακυβέρνησής της: ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν η πολιτική της καριέρα που έμπαινε στο στόχαστρο, με μεθοδευμένες ενέργειες σπίλωσης της δημόσιας εικόνας της.

Παρά ταύτα, συνεχίζει να κάνει δυναμική αντιπολίτευση, την ώρα που η δυσαρέσκεια του λαού για τη νέα κυβέρνηση αυξάνει δραματικά, γεγονός που θα εκμεταλλευτεί πολιτικά η Μπούτο και θα καταφέρει να επανεκλεγεί πρωθυπουργός στις εσπευσμένες εκλογές του 1993: ορκίζεται στις 19 Οκτωβρίου για τη δεύτερη θητεία της και σηκώνει τα μανίκια για να προωθήσει το μεταρρυθμιστικό της πλάνο.

Μια σειρά ωστόσο από φυλετικές μάχες θα υπονόμευαν ανοιχτά τις πολιτικές της, με τα αιματοβαμμένα ξεσπάσματα ρατσιστικής βίας στο Καράτσι να αποδεικνύονται πολύ δύσκολο θέμα για χειρισμό: στέλνει τον στρατό ενάντια στους φανατικούς ισλαμιστές και οι συγκρούσεις γενικεύονται. Τον Αύγουστο μάλιστα του 1993, μέσα στον πυρετό της προεκλογικής περιόδου, πέφτει θύμα δολοφονικής απόπειρας και γλιτώνει από «θαύμα», χωρίς να τραυματιστεί ευτυχώς κανείς.

Η διαφθορά ωστόσο γενικεύεται στα πεπραγμένα της κυβέρνησής της, με την ίδια να βλέπει τη δημοτικότητά της να κατακρημνίζεται όσο τα σκάνδαλα συνέχιζαν να δημοσιοποιούνται. Την ίδια στιγμή, χάνει και την ψήφο των γυναικών, καθώς δεν είδαν να υλοποιούνται οι υποσχέσεις της Μπούτο για καλύτερη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, ούτε βέβαια έμειναν ικανοποιημένες από τη σθεναρή αντίσταση της πρωθυπουργού στις αμβλώσεις.

Στο οικονομικό επίπεδο, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, προσπάθησε να εγκαινιάσει φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, με γενναίες αποκρατικοποιήσεις και μέτρα για την αναθέρμανση της αγοράς. Ανέλαβε μάλιστα προσωπικά το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Οικονομικών, με τους χειρισμούς της ωστόσο να μην μπορούν να ανατρέψουν το κλίμα ύφεσης.
Το 1995, η κυβέρνηση Μπούτο επιβιώνει από πραξικόπημα της στρατιωτικής ηγεσίας, με την ίδια εξοργισμένη να ζητά την παραδειγματική τιμωρία των πρωτεργατών: μέχρι το 1996, όλοι οι εμπλεκόμενοι ήταν στη φυλακή ή είχαν χάσει τη ζωή τους.

Το 1996 βέβαια είναι και η μοιραία χρονιά για την πολιτική της καριέρα: τα εκτεταμένα σκάνδαλα διαφθοράς μελών της κυβέρνησής της θα την έκαναν να χάσει το λαϊκό έρεισμα, με τον νέο πρόεδρο να αποδεσμεύει πρόωρα την κυβέρνηση από τα καθήκοντά της: τον Νοέμβριο του 1996 εγκαταλείπει οριστικά την πρωθυπουργία.

Αυτοεξορία, επιστροφή και κοινωνικοί αγώνες




Μέσα σε τέτοιο κλίμα κατακραυγής, ήταν επόμενο να χάσει στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1997. Η ίδια εγκαταλείπει κατόπιν τη χώρα με τα τρία της παιδιά για το Ντουμπάι, την ώρα που ο σύζυγός της μένει πίσω για να δικαστεί. Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται εκτός Πακιστάν, συνεχίζει να είναι στο τιμόνι της αντιπολίτευσης και δουλεύει πυρετωδώς για τη διεθνή εικόνα της χώρας, μην παραλείποντας φυσικά να ασκεί δριμεία κριτική στα κακώς κείμενα της νέας κυβέρνησης.
Τα σκάνδαλα για διαφθορά στα χρόνια της διακυβέρνησής της δεν λένε ωστόσο να κοπάσουν και η ίδια θα βρεθεί στο στόχαστρο της δικαιοσύνης το 1999: η Μπούτο καταδικάζεται ερήμην σε τρία χρόνια φυλάκισης, ενώ ο σύζυγός της, παρά το γεγονός ότι δεν τελεσιδίκησε ποτέ η υπόθεσή του, θα περνούσε 8 χρόνια στη φυλακή. Η Μπεναζίρ συνεχίζει να ηγείται του κόμματός της από το εξωτερικό, ενώ το 2002 θα επανεκλεγεί και επισήμως πλέον πρόεδρος του PPP.

Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα θα έβλεπε τη δημοτικότητα της αυτοεξόριστης Μπούτο να αυξάνεται δραστικά, το 2002 ωστόσο ο πρόεδρος Μουσάραφ θα όριζε με διάταγμα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των δύο πρωθυπουργικών θητειών, κίνηση που είχε βέβαια στο στόχαστρο την πολιτική της καριέρα. Η ίδια, εξαπολύοντας επιθέσεις σε όλα τα μέτωπα και παρά τις δικαστικές της περιπέτειες με την πακιστανική δικαιοσύνη, επιστρέφει στη χώρα στις 18 Οκτωβρίου 2007, έπειτα από αμνηστία που της έδωσε εν τω μεταξύ ο πρόεδρος Περβέζ Μουσάραφ -σε έναν έξοχο πολιτικό τακτικισμό- για όλες τις υποθέσεις διαφθοράς, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για τον γυρισμό της.




Η ανάληψη πολιτικής δράσης και η περιοδεία σε όλη την επικράτεια για τις επικείμενες εκλογές του 2008, έπειτα μάλιστα από 9 χρόνια στην εξορία, θα σημαδευόταν ωστόσο από αιματηρή επίθεση αυτοκτονίας, η οποία άφησε 136 νεκρούς και τουλάχιστον 450 τραυματίες. Η Μπούτο, γνωρίζοντας ότι ρίσκαρε τη ζωή της από τη στιγμή που επέστρεψε στο Πακιστάν, δεν τραυματίζεται, με τον Μουσάραφ ωστόσο να κηρύττει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στις 3 Νοεμβρίου. Η Μπεναζίρ χαρακτηρίζει τον στρατιωτικό νόμο του Μουσάραφ ως την «πιο μαύρη μέρα του Πακιστάν» και απειλεί να καλέσει τους υποστηρικτές της σε μαζικές διαδηλώσεις αν δεν απέσυρε ο πρόεδρος το διάταγμα που τον έκανε σχεδόν δικτάτορα.

Η Μπούτο συλλαμβάνεται στις 9 Νοεμβρίου και τίθεται εκ νέου σε κατ' οίκο περιορισμό, με την ίδια ωστόσο να μην πτοείται: 4 μέρες αργότερα, καλεί τον Μουσάραφ να παραιτηθεί. Οι δράσεις της θα ανάγκαζαν τελικά τον πρόεδρο να ανακαλέσει τον στρατιωτικό νόμο τον Δεκέμβριο.

Δολοφονία




Στις 27 Δεκεμβρίου 2007, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιοδείας (για την αναμέτρηση του Ιανουαρίου 2008) σε επαρχία του Πακιστάν, η Μπούτο πέφτει νεκρή: ο δολοφόνος την πυροβολεί και κατόπιν πυροδοτεί τα εκρηκτικά που φέρει πάνω του. Η επίθεση αυτοκτονίας αφήνει 28 νεκρούς και τουλάχιστον 100 τραυματίες.

Ο καμικάζι αυτοκτονίας χτυπά μάλιστα λίγα μόλις λεπτά αφότου η Μπούτο μίλησε σε ένα ακροατήριο χιλιάδων ανθρώπων σε μια πόλη λίγο έξω από το Ισλαμαμπάντ. Ο πρόεδρος Μουσάραφ δηλώνει πως έχει ήδη ζητήσει τη συνδρομή της βρετανικής Σκότλαντ Γιαρντ στη διαλεύκανση της υπόθεσης, την ίδια στιγμή που ανακοινώνει τριήμερο πένθος για τον χαμό της πολιτικής του αντιπάλου.

Χιλιάδες κόσμου συνοδεύει την πρώην πρωθυπουργό στην τελευταία της κατοικία στις 28 Δεκεμβρίου 2007 στο οικογενειακό μαυσωλείο, περιλαμβανομένων του συζύγου της Asif Ali Zardari, των τριών παιδιών και της αδελφής της Sanam. Η Μπούτο ενταφιάζεται δίπλα στον πατέρα της, με τη μοίρα να έχει επιφυλάξει στους δύο λαοφιλείς ηγέτες την ίδια ζοφερή τύχη.



Η δολοφονία της χαρισματικής ηγέτιδας δεν θα έμενε ωστόσο αναπάντητη: εξαγριωμένοι οι υποστηρικτές της, κατεβαίνουν σε μαζικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις, οι οποίες κλιμακώνονται σε κοινωνική αναταραχή: κτίρια πυρπολούνται, αυτοκίνητα καίγονται, καταστήματα λεηλατούνται, επιθέσεις συμβαίνουν σε τρένα και μέσα μαζικής μεταφοράς, με τα πρωτόγνωρα γεγονότα να αφήνουν τουλάχιστον 23 νεκρούς.

Η εκλογική αναμέτρηση αναβάλλεται για τις 18 Φεβρουαρίου, μια παράταση έξι εβδομάδων, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Φήμες κυκλοφορούν ευρύτατα και ήθελαν την Μπούτο να είναι έτοιμη να παραδώσει σε αμερικανούς αξιωματούχους έκθεση 160 σελίδων που ενοχοποιούσε τον πρόεδρο Μουσάραφ για κινήσεις με σκοπό τη νόθευση της επερχόμενης εκλογικής διαδικασίας.
Ο υπουργός Εσωτερικών του Πακιστάν αποκαλύπτει λίγο αργότερα ότι διαθέτει «αδιάσειστες αποδείξεις» ότι πίσω από τη δολοφονία της Μπούτο κρύβεται η αλ-Κάιντα. Μόλις πρόσφατα, στις 26 Απριλίου 2013, ο Μουσάραφ τέθηκε σε κατ’ οίκο περιορισμό για τη φερόμενη εμπλοκή του στη δολοφονία της Μπεναζίρ. Στις 3 Μαΐου μάλιστα, ο εισαγγελέας που ερευνούσε την υπόθεση Μπούτο δολοφονήθηκε στο αυτοκίνητό του κατευθυνόμενος προς το δικαστήριο.

 Η διαλεύκανση της υπόθεσης εκκρεμεί...

          -------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ









----------------------------------------------------------------------------------------------------







Δημοσίευση σχολίου