Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ( 1 )






Οι Γυναίκες στην Πολιτική Σήμερα


Πηγή: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Χρειάστηκαν δεκαετίες έντονων γυναικείων αγώνων για να μπορέσουν οι Ελληνίδες να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.
Για πρώτη φορά ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε όλες, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Στους εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας γράφτηκαν μόλις 2.655 κυρίες, από τις οποίες ψήφισαν τελικά μόνο 439. Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής ήταν η άρνηση της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη να ψηφίσει, λέγοντας μάλιστα πως ψήφο θέλουν μόνο όσες είναι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά!
Δήμαρχος Αθηναίων σε αυτές τις εκλογές αναδείχθηκε ο Κώστας Κοτζιάς, γιος του Αθηναίου εμπόρου Γεώργιου Κοτζιά, ενός εκ των ιδρυτών του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Επί των ημερών του διαμορφώθηκε το Πεδίον του Άρεως.




Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου του 1956. Ήταν η απαρχή της εφαρμογής στην πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, που είχε κατοχυρωθεί ήδη στο Σύνταγμα του 1864, με την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη στις γυναίκες.
Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας μέχρις ότου καταφέρουν οι Ελληνίδες να φτάσουν στην κάλπη, έχοντας κατακτήσει πλήρως το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές του 1956, με τη Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και τη Βάσω Θανασέκου της «Δημοκρατικής Ένωσης» να εισέρχονται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα - υπουργός, καθώς ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Την ίδια χρονιά εκλέχθηκε και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα, στην Κέρκυρα.
Πρωτεργάτης στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας στάθηκε το φεμινιστικό κίνημα. Η Καλλιρρόη Παρρέν, εκδότρια του περιοδικού «Εφημερίς των Κυριών», ήταν η πιο σημαντική φωνή έκφρασης αυτών των διεκδικήσεων. Η ισότητα των δυο φύλων και η απαίτηση για τη χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, οδήγησε στη σύσταση πολλών γυναικείων οργανώσεων, με αποτέλεσμα κατόπιν πιέσεων τους να φτάσουμε στο προεδρικό διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930 που αναγνώριζε το δικαίωμα του εκλέγειν για τις Ελληνίδες, αλλά μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και μόνο για τις εγγράμματες άνω των 30 ετών.
Η πλήρης κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών ψηφίστηκε στις 28 Μαΐου του 1952, χωρίς όμως τελικά να συμμετάσχουν στις εκλογές του Νοεμβρίου, γιατί δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Το 1953, σε επαναληπτική εκλογή στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Ήταν η Ελένη Σκούρα («Ελληνικός Συναγερμός»), που μαζί με τη Βιργινία Ζάννα («Κόμμα Φιλελευθέρων»), υπήρξαν οι δυο πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα. Η Ασημίνα Γιάννου, η Ελένη Μπενά και η Μαρία Σβώλου ήταν οι τρεις γυναίκες που εξελέγησαν το 1961, ενώ η Μαρία Καραγιώργη (ΕΔΑ) ήταν η μόνη που εκλέθχηκε το 1963 και επανεκλέχθηκε το 1964 μαζί με την Ηρώ Λάμπρου από την Ένωση Κέντρου.
Το 1974 στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης, εκλέχθηκαν επτά γυναίκες βουλευτές μεταξύ των οποίων οι: Ελένη Βλάχου (ΝΔ), η Αννα Συνοδινού (ΝΔ), η Σύλβα Ακρίτα (ΠΑΣΟΚ) και η Βιργινία Τσουδερού (ΕΚ/ΚΟΔΗΣΟ). Έναν χρόνο αργότερα, Το γυναικείο κίνημα πέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη του, όταν στο Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δυο φύλων, ορίζοντας ρητά ότι «όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Στις εκλογές του 1977 για πρώτη φορά εκλέγεται διψήφιος αριθμός γυναικών (δώδεκα), κάτι που συνέβη και στις εκλογές του 1981, όπου εξελέγησαν έντεκα γυναίκες, καθώς επίσης και στις εκλογές του 1985 όπου εξελέγησαν δώδεκα γυναίκες βουλευτές. Το 1989 οι γυναίκες βουλευτές έφτασαν τις είκοσι. Στις εκλογές του 1990 εκλέχθηκαν δεκαπέντε γυναίκες, του 1993 δεκαοχτώ και το 1996 δεκαεννέα.
Από το 2000 ο αριθμός των εκλεγμένων γυναικών στο ελληνικό Κοινοβούλιο αυξάνεται σημαντικά. Στις εκλογές του 2000 εκλέχθηκαν τριάντα μία γυναίκες, τριάντα εννέα εξελέγησαν το 2004 και σαράντα οχτώ το 2007. Το 2008 με το άρθρο 3 του Ν. 3636/2008 καθιερώθηκε η για πρώτη φορά η ποσόστωση, σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των υποψηφίων από κάθε φύλο στους συνδυασμούς των κομμάτων πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων, στο σύνολο της επικράτειας. Η εφαρμογή του μέτρου της ποσόστωσης είχε ως αποτέλεσμα να εκλεγούν πενήντα δύο γυναίκες βουλευτές το 2009.
Μετά τις τελευταίες εθνικές εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, εξήντα τρεις (63) γυναίκες εξελέγησαν βουλευτές. Εν συνεχεία, τον Απρίλιο του 2013, μία ακόμη γυναίκα προστέθηκε στο σύνολο των γυναικών του Εθνικού Κοινοβουλίου. Επιπλέον, μετά τις αποχωρήσεις που σημειώθηκαν στο πλαίσιο των Αυτοδιοικητικών Εκλογών του Μαΐου του 2014 και την είσοδο νέων βουλευτών αντίστοιχα , ο αριθμός των γυναικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο αυξήθηκε στις εξήντα έξι (66).  Έτσι, το ποσοστό των εκλεγμένων γυναικών στο εθνικό Κοινοβούλιο φτάνει πλέον το 22% και αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό που έχει σημειωθεί στη χώρα μας, επικυρώνοντας τη συνεχή αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική. Σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 26/2012 με τίτλο «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών», το οποίο κωδικοποιεί την υφιστάμενη νομοθεσία περί ποσοστώσεων στον αριθμό των υποψηφίων βουλευτών κατά φύλο (άρθρα 34 του Π.Δ. 96/2007 και 3 του Ν. 3636/2008), ορίζεται ότι :
«…Για την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών αυτοτελών Κομμάτων, συνασπισμού συνεργαζόμενων Κομμάτων και ανεξαρτήτων, ο αριθμός των υποψηφίων βουλευτών, από κάθε φύλο, πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 1/3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων τους, αντιστοίχως, σε όλη την Επικράτεια».

Πίνακας. Συμμετοχή εκλεγμένων γυναικών στο Εθνικό Κοινοβούλιο κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις των ετών 1996, 2000, 2004, 2007, 2009, 2012


Πηγές:

Οι Ελληνίδες στις κάλπες: www.sansimera.gr
Αγορίτσα, Χ., Κωνσταντάρα, Δ., Παπαδοπούλου, Β. & Τζώρτζη Ε. (2012), Γυναίκες υποψήφιες και εκλεγμένες στις εθνικές εκλογές της 17ης Ιουνίου- Έκθεση, Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων.
Αρβανίτης, Κ., Βλαχογιάννη, Γλ., Μαντά Μ., Ξυδοπούλου, Ε.Κ. & Παπαγιαννοπούλου,Μ.Χ. (2006), Η Συμμετοχή των Γυναικών στα Κέντρα Λήψης Πολιτικών Αποφάσεων στην Ελλάδα, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας.
Παντελίδου Μαλούτα, Μ. (2007), Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου, μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

-------------------------------------------------------------------------------------------------




''Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ''




 gynaika_sthn_politikh.jpg



Toν 18o αιώνα οι γυναίκες θεωρούνταν ικανές να είναι καλές σύζυγοι και μητέρες, βιολογικά, όμως, ακατάλληλες για τη δημόσια σφαίρα. Σήμερα, οι γυναίκες που μετέχουν στην πολιτική δεν θεωρούνται αυτόνομα πολιτικά δρώντα υποκείμενα και η σκοταδιστική νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στον 21ο αιώνα επαινεί ακόμη τις καλές συζύγους και μητέρες και κατηγορεί τις εργαζόμενες γιατί διαλύουν την οικογένεια.

Περίπου έτσι αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως κοινωνικό φύλο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα. Η πολιτική Ισότητας της ΕΕ ποτέ δεν σκόπευσε στην κατάργηση της ανισότιμης σχέσης των φύλων παρά τις αυταπάτες μιας μερίδας φεμινιστριών. Είναι μια πολιτική διαχείρισης των προβλημάτων των γυναικών, ανάλογα με τη συγκυρία, με σκοπό οι γυναίκες να υποτάσσονται στις εκάστοτε πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες της. Η ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της είναι όλοι συνυπεύθυνοι για την ανδροκρατούμενη Ευρώπη, για το σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας που έχει ως συνέπεια το μισό και παραπάνω των κατοίκων της να θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Είναι όλοι συνυπεύθυνοι για την αντιμετώπιση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης με μέτρα που διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες, καταδικάζουν στη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την εξαθλίωση τους λαούς της Ευρώπης και ιδιαίτερα τις γυναίκες και τους νέους.

Η ΕΕ που θέλουμε πρέπει να εφαρμόσει στην πράξη την ισόρροπη συμμετοχή των γυναικών σε όλους τους τομείς της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής . Να έχει δηλαδή την πολιτική βούληση και να διαθέσει τα οικονομικά μέσα για να γίνουν πράξη οι νόμοι για την ισότητα, που σημαίνει αλλαγές στους προϋπολογισμούς, υποστηρικτικές δομές και διαρκή διαπαιδαγώγηση ανδρών και γυναικών.


Γυναίκα και πολιτική: Μια προβληματική σχέση

gynaika_kai_politikh.jpg




Η ενασχόληση με την πολιτική αποτελεί για τις περισσότερες γυναίκες στη χώρα μας, και όχι μόνο, μια δύσκολη και κάποτε οδυνηρή εμπειρία, αφού η σχέση τους μαζί της διαμορφώνεται με άνισους, αναφορικά με τους άνδρες, όρους. Φορτωμένες με πολλαπλούς ρόλους, μόνες, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπεύθυνες για τα παιδιά, τη φροντίδα των εξαρτώμενων ατόμων της οικογένειας -μωρά, κατάκοιτοι/ες ηλικιωμένοι/ες, κ.λπ.- της πλειοψηφίας των ενδοοικογενειακών υποχρεώσεων, με απωθημένες επιθυμίες και ανάγκες, σε συνεχή εργασιακή ενασχόληση (που μόνον ένα μέρος της είναι αναγνωρίσιμο και αμειβόμενο, καθώς το υπόλοιπο παραμένει αόρατο, άμισθο, ανασφάλιστο και μη αναγνωρίσιμο, χαμένο στον άχρωμο και αόριστο όρο του «νοικοκυριού»), ενώ πολύ συχνά το οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον είναι έτοιμο να τις εγκαλέσει «για παραμέληση των παιδιών» και των λοιπών υποχρεώσεών τους. Και ούτε λόγος φυσικά για κοινωνική μητρότητα, αναδιανομή των ενδοοικογενειακών υποχρεώσεων μεταξύ των συντρόφων, ανακατανομή του ενδοοικογενειακού χρόνου υπέρ και των γυναικών. Ζητήματα βαθιά πολιτικά, που αμφισβητούν τις έμφυλες εξουσιαστικές δομές της ελληνικής οικογένειας, απωθούνται στα συσκοτισμένα όρια του «ιδιωτικού» και αποσιωπώνται. (Και μη σπεύσουν κάποιοι/ες να ισχυριστούν πως αυτά είναι κατάλοιπα του παρελθόντος που αλλάζουν στις νεότερες γενιές, γιατί η σχετική έρευνα του Eurostart (2007) είναι πραγματικά αποκαρδιωτική: μόνο το 3% των Ελλήνων συμμετέχει στις υποχρεώσεις του νοικοκυριού).

Το γεγονός, κατά κανόνα, δεν γίνεται αντιληπτό ούτε καν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των γυναικών και ακόμα λιγότερο φαίνεται να το λαμβάνουν υπόψη τους οι πολιτικοί φορείς κατά τους σχεδιασμούς τους. Για τη συλλογική κοινωνική συνείδηση η πολιτική αποτελεί έναν ανδρικό χώρο. Ανέκαθεν, έτσι ή αλλιώς, η ενασχόληση με τις δημόσιες υποθέσεις υπήρξε υπόθεση μιας λέσχης ανδρών, με χαρακτηριστική περίπτωση την αρχαία δημοκρατία των ελεύθερων Αθηναίων ανδρών. Οι γυναίκες συνδέονται με την ιδιωτική σφαίρα της ζωής και τη μητρότητα-πεπρωμένο. Η είσοδος τους στην πολιτική, συνεπώς, αποτελεί μια παρέκκλιση του -αρσενικού πάντοτε- κανόνα, ο οποίος εκφράζεται χαρακτηριστικά στη φιλοσοφία, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας όλων των γνωστών μέχρι σήμερα πολιτικών σχημάτων και δομών, που διαμορφώθηκαν με βάση την ανδρική εμπειρία και τις ανδρικές ανάγκες. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που η πολιτική (και εκλογική βεβαίως) συμπεριφορά των γυναικών που αρχίζει να απασχολεί με εξαιρετική καθυστέρηση, μόλις τη δεκαετία του ’80, την πολιτική επιστήμη και την έρευνα ευρύτερα, συγκρίνεται πάντοτε με αυτήν των ανδρών (με τον κανόνα δηλαδή), ενώ οι ίδιες δεν μελετώνται «ως αυτόνομα πολιτικά δρώντα υποκείμενα, αλλά ως απόκλιση από το πρότυπο πολιτικότητας των ανδρών» (ΚΕΘΙ, 2006). Πολλοί/ές θα σπεύσουν να αμφισβητήσουν μια τέτοια άποψη. Πάντως, εκείνες οι γυναίκες που, παρά τα βάρη και τους ρόλους που καλούνται να διεκπεραιώσουν, επιμένουν να συμμετέχουν στις πολιτικές δραστηριότητες, και μάλιστα διεκδικούν μια θέση σε όργανα όπως το Κοινοβούλιο, αντιμετωπίζονται με προκατάληψη-εισβολείς σε χώρο που δεν τους ανήκει- παραμερίζονται ή και παρακάμπτονται από μηχανισμούς εφόσον χρειασθεί, κρίνονται δε καθημερινά με τον πιο αυστηρό τρόπο. Αρκεί έστω και μια μικρή παράλειψη για να αναδειχθούν τα σεξιστικά στερεότυπα, τα σχετικά με το ρόλο και τον προορισμό του γυναικείου φύλου, που προτάσσονται μέσω ενός εξίσου σεξιστικού λόγου. Κι αξίζει εδώ η παρατήρηση πως ευρύτερα ο πολιτικός λόγος χαρακτηρίζεται από σεξισμό, όχι μόνον όταν απευθύνεται απαξιωτικά προς τις γυναίκες ή χρησιμοποιεί θηλυκά χαρακτηριστικά για να μειώσει αντιπάλους, αλλά, κυρίως, με το να καθιστά τις γυναίκες αόρατες στο πλαίσιό του και να αναπαράγει την πατριαρχική αντίληψη πως το αρσενικό γένος μπορεί και επιβάλλεται να εκφράζει και τα δύο γένη.

xaxaxaxa.jpg





Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, χάρη στη φεμινιστική σκέψη και τους αγώνες των ίδιων των γυναικών, αναπτύσσεται ευρεία συζήτηση για την αναγκαιότητα ισόρροπης συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια σφαίρα της ζωής και ειδικότερα στην πολιτική, η οποία, μάλιστα, συνδέει τη συμμετοχή αυτή με την ποιότητα της δημοκρατίας, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη. Στο πλαίσιό της αναδεικνύονται δύο από τις βασικές προϋποθέσεις εξασφάλισής της: αυτή της επίτευξης της ενδοοικογενειακής δημοκρατίας και αυτή της γενικευμένης εφαρμογής έμφυλων πολιτικών και μέτρων, οριζόντιων και κάθετων, σε κάθε τομέα δραστηριότητας (από την έμφυλη διάσταση των κρατικών προϋπολογισμών έως την ένταξη της οπτικής του φύλου στα δημόσια έργα). Η κοινωνία και οι πολιτικοί της σχηματισμοί πρέπει να αποδεχθούν πως οι γυναίκες διεκδικούν πλέον την ουσιαστική συμμετοχή τους στα όργανα και τις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους. Η σημερινή κατάσταση της απουσίας τους από τα κέντρα των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων αποτελεί σημαντικότατο δημοκρατικό έλλειμμα και αναδεικνύει την ένδεια της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας, αλλά και πολυσυζητημένων εννοιών όπως αυτές της «κοινωνίας των πολιτών» ή της «ιδιότητας του πολίτη». Κι όπως τονίζεται στο άρθρο 181, του Στρατηγικού Στόχου G1 της 4ης Παγκόσμιας Διάσκεψης για τις Γυναίκες (Πλατφόρμα Πεκίνου, 1995) «Η επίτευξη του στόχου της ίσης συμμετοχής των γυναικών και των ανδρών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, θα επιφέρει την ισορροπία, η οποία θα αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σύνθεση της κοινωνίας και είναι απαραίτητη, ώστε να ενδυναμωθεί η δημοκρατία και να προωθηθεί η ορθή λειτουργία της τελευταίας».

-----------------------------------------------------------------------------------------------------


Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ ( Βαρώνη Θάτσερ ) - Margaret Hilda Thatcher ( Baroness Thatcher )


Margaret Thatcher.png



Μάργκαρετ Θάτσερ: 15 σημεία της πολιτικής της που καθόρισαν το μέλλον της Αγγλίας


Το 1979 η Σιδηρά Κυρία της Μ. Βρετανίας φτάνει στη Ντάουνινγκ στριτ για να αναλάβει την εξουσία


Φωτο: EPA/HO


Η Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, Βαρώνη Θάτσερ (13 Οκτωβρίου 1925 – 8 Απριλίου 2013, πλήρες όνομα Margaret Hilda Thatcher), Λαίδη του Τάγματος της Περικνημίδας, Μέλος του Τάγματος της Αξίας, Μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, αργότερα Βαρώνη Θάτσερ και μέλος της Βουλής των Λόρδων, ήταν αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1975 ως το 1990 και Πρωθυπουργός της χώρας από το 1979 ως το 1990. Ήταν η πρώτη και μόνη ως σήμερα γυναίκα που κατέλαβε αυτές τις δύο θέσεις.

Η ζωή της

Το πατρικό της όνομα ήταν Margaret Hilda Roberts. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1925 και μεγάλωσε στην πόλη Grantham της κομητείας Λίνκολνσάιρ. Ο πατέρας της ήταν παντοπώλης και αναμιγνυόταν στην τοπική πολιτική ζωή, ενώ ήταν και ιερέας Εκκλησίας Μεθοδιστών. Η οικογένειά της ανήκε στο Εργατικό Κόμμα. Είχε και μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Μύριελ (Muriel, 1921-2004). Ανατράφηκε ως ευσεβής Μεθοδίστρια.
Η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν καλή μαθήτρια. Φοίτησε στο Κολλέγιο Σόμερβιλ και το 1944 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να σπουδάσει χημεία και ειδικά κρυσταλλογραφία. Το 1946 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Συντηρητικής Ένωσης του Πανεπιστημίου Οξφόρδης. Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες ως ερευνήτρια χημικός.
Το 1951 παντρεύτηκε τον Ντένις Θάτσερ, έναν διαζευγμένο πλούσιο επιχειρηματία, ο οποίος χρηματοδότησε τις νομικές σπουδές της Μάργκαρετ. Το 1953 γεννήθηκαν τα δίδυμα παιδιά τους, την ίδια χρονιά που η ίδια τελείωσε τις σπουδές της, ειδικευόμενη στο φορολογικό δίκαιο.


Πολιτική σταδιοδρομία

Στο Συντηρητικό Κόμμα

Το 1959 εξελέγη στη Βουλή των Κοινοτήτων και το 1965 ορίστηκε εκπρόσωπος του Συντηρητικού Κόμματος. Υποστήριξε προτάσεις νόμου για την αποποινικοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, τη διατήρηση της θανατικής ποινής, αλλά ψήφισε ενάντια στη χαλάρωση των νόμων περί διαζυγίου. Άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική υψηλής φορολογίας των Εργατικών, θεωρώντας την βήμα «όχι προς τοσοσιαλισμό, αλλά προς τον κομμουνισμό». Διετέλεσε «σκιώδης» υπουργός Μεταφορών και κατόπιν Παιδείας, πριν τις εκλογές του 1970.
Υπουργός Παιδείας
Μετά τη νίκη των Συντηρητικών υπό τον Έντουαρτ Χιθ το 1970, η Θάτσερ έγινε Υπουργός Παιδείας και Επιστήμης. Κατά τη διάρκεια της θητείας της περιέκοψε τον Προϋπολογισμό για την Παιδεία, ενώ κατάργησε τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών. Οι αποφάσεις της αυτές προκάλεσαν κύμα διαμαρτυριών, κατά το οποίο της αποδόθηκε το σύνθημα «Thatcher Thatcher, Milk Snatcher» (Θάτσερ, Θάτσερ, άρπαγας του γάλακτος). Παρά ταύτα, όταν μετά από 30 χρόνια δημοσιεύτηκαν δημόσια έγγραφα εκείνης της περιόδου, όπως συνηθίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποδείχθηκε ότι η ίδια είχε ταχθεί κατά αυτών των κινήσεων, αλλά επρόκειτο για συλλογική πολιτική του κόμματός της.

Αρχηγός της Αντιπολίτευσης

Μετά την ήττα των Συντηρητικών στις εκλογές του 1974, τοποθετήθηκε σκιώδης Υπουργός Περιβάλλοντος. Στις 11 Φεβρουαρίου 1975 εξελέγη Πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος. Στις 19 Ιανουαρίου 1976, σε μια ομιλία της, καταφέρθηκε εναντίον της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Σε απάντηση, σοβιετική εφημερίδα «Krasnaya Zvezda», όργανο του Υπουργείου Άμυνας, της απέδωσε το παρατσούκλι «Σιδηρά Κυρία», το οποίο τη συνόδεψε σε όλη την πολιτική της καριέρα. Από το 1975 οι Εργατικοί ασκούσαν παρεμβατική οικονομική πολιτική, κρατικοποιώντας επιχειρήσεις και επιδιώκοντας συναινετικό κλίμα με τα συνδικάτα. Ο πληθωρισμός ξεπερνούσε το 20%, το εμπορικό έλλειμμα μεγάλωνε και τα συνδικάτα απαιτούσαν αύξηση μισθών. Τον Ιούλιο του 1975, οι Εργατικοί έλαβαν μέτρα αύξησης φόρων και μείωσης μισθών. Ένα χρόνο αργότερα η κυβέρνηση κατέφυγε στο ΔΝΤ, προκειμένου να ενισχύσει την υπερτιμημένη στερλίνα και έλαβε ένα δάνειο 3 δις. δολαρίων την περίοδο 1977-1979. Παράλληλα οι Εργατικοί πήραν αντιλαϊκά μέτρα μείωσης του πληθωρισμού. Έτσι, ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 10% και η κρίση εκτονώθηκε. Σε αυτό συνέβαλε η εκμετάλλευση πετρελαίου από τη βόρεια θάλασσα, τα έσοδα από την οποία φορολογούνταν με συντελεστή 90%. Η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν ταπεινωτική για μια χώρα, που ήταν αυτοκρατορία.
Το 1978 με το σκεπτικό ότι η οικονομία βελτιωνόταν δεν προκήρυξαν εκλογές. Ο χειμώνας 1978-1979 σημαδεύτηκε από πολλές απεργίες στις μεταφορές και στο δημόσιο, που συνοδεύτηκαν από διαδηλώσεις και επεισόδια. Η περίοδος αυτή ονομάστηκε ο χειμώνας της δυσαρέσκιας. Στις 28 Μαρτίου 1979 προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης Κάλλαχαν κερδίζοντας πρόταση μομφής με μία μόλις ψήφο διαφορά και έτσι προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 3 Μαΐου. Οι εργατικοί θα επανέρχονταν στην κυβέρνηση μετά από 18 χρόνια. Στην προεκλογική περίοδο, η Θάτσερ υποσχόταν μείωση της κρατικής δαπάνης και της φορολόγησης. Στις δημοσκοπήσεις που προηγήθηκαν των εκλογών, φαινόταν ότι οι Συντηρητικοί είχαν το προβάδισμα, όχι όμως και η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία υστερούσε σε δημοτικότητα έναντι του αντιπάλου της, Τζέιμς Κάλαχαν. Οι Συντηρητικοί κέρδισαν 339 έδρες και 44% των ψήφων.


Το σίγουρο είναι ότι η Συντηρητική Μάργκαρετ Θάτσερ που έγινε Πρωθυπουργός στις 4 Μαΐου 1979, δεν ήταν μια συνηθισμένη προσωπικότητα.

 Πιο κάτω θα βρείτε 15 σημεία που άλλαξαν το τοπίο της Μεγάλης Βρετανίας και έκαναν την Θάτσερ, ένα από τα πιο ισχυρά και αμφιλεγόμενα πρόσωπα της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας.  

   1. Μεταμόρφωσε την πόλη του Λονδίνου 

Μέχρι τα τέλη του 1970, το Σίτι του Λονδίνου, γνωστό επίσης ως Σκουέρ Μάιλ, που φιλοξενεί τράπεζες, νομικά γραφεία, την Τράπεζα της Αγγλίας και το χρηματιστήριο, ήταν μια περιοχή γεμάτη άνδρες με ριγέ κοστούμια, οι οποίοι επιδίδονταν σε συζητήσεις και πολύωρα γεύματα. Κλίκες Λονδρέζων εμπόρων είχαν κατακλυσει το Χρηματιστήριο, κερδίζοντας αβίαστα χρήματα με τη βοήθεια της εταιρείας Quilter and Co. Το Big Bang άλλαξε τελείως το παλαιό καθεστώς. Εντός έξι μηνών από την εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ, οι συναλλαγματικοί έλεγχοι καταργήθηκαν και τα ξένα κεφάλαια πλημμύρισαν τη Βρετανία. Η απελευθέρωση του Χρηματιστηρίου το 1986 ήταν μια πρόσκληση για τα μεγαλύτερα "θηρία" του κόσμου να μπουν στην αίθουσα συναλλαγών. Τεράστια ποσά χρημάτων άρχισαν να διακινούνται στα χρηματοοικονομικά δίκτυα του κόσμου. Η πρωτεύουσα ξεκίνησε το ταξίδι της για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κυριαρχία.  

   2. Ιδιωτικοποίηση 

Η απαρχή των ιδιωτικοποιήσεων στην Ευρώπη φέρει την υπογραφή της Θάτσερ. Στη δεύτερη θητεία της ιδιωτικοποιήθηκαν εταιρείες όπως η, Jaguar, η British Telecom, η BritOil και η British Aerospace. Αργότερα, η British Steel, η British Airways, η BP, και οι εταιρείες νερού και ηλεκτρικού ρεύματος. Η Θάτσερ είχε υποστηρίξει ότι η ιδιωτικοποίηση ήταν μια ευκαιρία για να δώσει τη "δύναμη πίσω στους ανθρώπους", βασικό κίνητρο ωστόσο ήταν η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Με τη θριαμβευτική επανεκλογή της το 1983 ωστόσο, το πρόγραμμα έλαβε στρατηγικό χαρακτήρα, ως «ένα από τα βασικά εργαλεία αντιστροφής των διαβρωτικών και φθοροποιών συνεπειών του σοσιαλισμού», όπως ανακαλούσε στα απομνημονεύματά της. Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε κυρίως μέσω της πώλησης μετοχών στο χρηματιστήριο και υποστηρίχθηκε από μία εκτεταμένη επικοινωνιακή εκστρατεία που αναδείκνυε τα οφέλη του λαϊκού καπιταλισμού.Ο πληθωρισμός έπεσε πολύ χαμηλά (4,7%) το 1987. Η ανεργία άρχισε σταδιακά να αποκλιμακώνεται. Η κυβέρνηση προχώρησε σε περικοπές φόρων και αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος, ενώ επέβαλλε μυστική ψηφοφορία μεταξύ των μελών των συνδικάτων, προτού αναληφθεί απεργιακή δράση. Το ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου αυξήθηκε κατά 26,8% την περίοδο 1979-1989, παραπάνω δηλαδή από τον μέσο όρο της ΕΟΚ (24,3%).  

   3. Η προεκλογική καμπάνια

 Η πολιτική αφίσα της διαφημιστικής Saatchi & Saatchi, «Labour isn't working» έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην καμπάνια της Μάργκαρετ Θάτσερ. Δεκάδες ηθοποιοί συμμετείχαν στη φωτογράφιση, η οποία έδειχνε μια μεγάλη ουρά έξω από ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας, με αποτελέσματα θεαματικά στην επιρροή του κόσμου. Παραμένει μέχρι σήμερα η πιο διάσημη προεκλογική αφίσα στην Αγγλία.



4. Η ύφεση του Βορρά

 Όταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας ήταν στο απόγειο της δόξας της, οι οπαδοί του ποδοσφαίρου από το βορρά που ταξίδευαν σε εκτός έδρας αγώνες στο Λονδίνο, χλευάζονταν από τους Λονδρέζους οι οποίοι τους κουνούσαν χαρτονομίσματα των £10 και £20. Η πράξη αυτή σηματοδοτούσε μια θεμελιώδη αλήθεια της περιόδου Θάτσερ: Ο βορράς υπέστη τη χειρότερη ύφεση και την πιο υψηλή ανεργία. Θα ήταν λάθος να πούμε ότι η Θάτσερ είχε καταρτίσει σχέδιο ζωτικής σημασίας για βιομηχανίες και πηγές απασχόλησης στο βορρά. Στην πραγματικότητα, η βόρεια Αγγλία υπέστη οικονομική βλάβη από την έλλειψη σχεδίου στο Westminster. Το 1985, εξηγώντας γιατί πίστευε ότι ο περιφερειακός σχεδιασμός στη Βρετανία ήταν μη λειτουργικός, η Θάτσερ είπε: «Εάν προσπαθήσουμε να αποθαρρύνουν την οικονομική ανάπτυξη σε μεγάλα τμήματα της νότιας Αγγλίας, με την ελπίδα ότι αυτό θα συμβεί στις μεγάλες πόλεις στο βορρά, κινδυνεύουμε να χάσουμε κι αυτά που έχουμε».  

   5. Η υποβάθμιση του ρόλου των συνδικάτων

 Τον Μάρτιο του 1984 η κυβέρνηση προσπάθησε να ιδιωτικοποιήσει τα κερδοφόρα ορυχεία και να κλείσει τα ζημιογόνα. Οι ανθρακωρύχοι αντέδρασαν έντονα. Η απεργία των ανθρακωρύχων, η οποία διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο αναδείχτηκε ως το πιο σημαντικό γεγονός στη δεύτερη τετραετία της Θάτσερ. Τα δύο τρίτα των εργαζόμενων συμμετείχαν στην απεργία, η οποία αποδείχτηκε πολύ επιζήμια για τη βρετανική οικονομία. Το κόστος της αποτιμήθηκε σε 1,5 δις. λίρες και σε αυτήν αποδόθηκε η διολίσθηση της λίρας έναντι του δολαρίου. Η Θάτσερ δήλωσε πως δεν θα υποχωρήσει στα αιτήματα των συνδικάτων, αφού είχε φροντίσει να κρατήσει καύσιμα εκ των προτέρων. Έτσι μετά από 12 μήνες και τη χρήση βίας εκ μέρους της αστυνομίας η απεργία έληξε. Τελικά, η κυβέρνηση έκλεισε 25 ορυχεία, αντί για 20, που σχεδίαζε αρχικά. Η ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος των ανθρακωρύχων, ενίσχυσε τη Θάτσερ και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για τις ιδιωτικοποιήσεις πάρα πολλών δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, για τη δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, τη δραματική συρρίκνωση του κράτους Πρόνοιας κλπ. 

10 Ιουλίου 1986 έξω από το νούμερο 10 της οδού Ντάουνινγκ. Φωτο: EPA/PA 

    6. Μαγαζιά ανοιχτά όλες τις ώρες 

Η Μάργκαρετ Θάτσερ πρότεινε την απελευθέρωση του ωραρίου και τη λειτουργία των καταστημάτων της Κυριακές. Με σπασμωδικές κινήσεις από τη χριστιανική δεξιά, το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε το 1986. Ήταν η μοναδική της ήττα, ωστόσο ο δρόμος για την απελευθέρωση του ωραρίου στα καταστήματα και τις παμπ είχε αρχίσει.  

   7. Καταστρέφοντας τη μεταπολεμική πολιτική συναίνεση 

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Βρετανοί πολιτικοί είχαν έρθει σε μια μόνιμη λύση για τις βασικές αρχές της λειτουργίας της χώρας. Τόσο οι Συντηρητικοί όσο και οι Εργατικοί συμφώνησαν σε μια «μικτή οικονομία», ισορροπημένη μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όταν η Θάτσερ ήρθε στην εξουσία ήταν οπλισμένη με τη φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς του συμβούλου του Ρόναλντ Ρέιγκαν, Milton Friedman. "Οι διευθυντές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διευθύνουν"  ήταν η φιλοσοφία, και ένα νέο στυλ πολιτικής γεννήθηκε.  

   8. Το ντύσιμο αλλάζει 

Η άνοδος του Σίτι του Λονδίνου και του νέου ήθους με επίκεντρο το χρήμα, γέννησε το δικό του στυλ. Οι οίκοι μόδας προετοιμάστηκαν κατάλληλα για το νέο φιλόδοξο πνεύμα. Ηθοποιοί όπως η Τζόαν Κόλινς, (θαυμάστρια της Θάτσερ) στην αμερικανική σαπουνόπερα Ντάλας και Δυναστεία, ήταν πλέον το πρότυπο της μόδας στη Μεγάλη Βρετανία. Οι βάτες και τα χειροποίητα κοστούμια ήταν κυρίαρχοι στους δρόμους του Λονδίνου. Η Θάτσερ ορκίστηκε με μπλε ταγιέρ, μαργαριτάρια και τσάντα Asprey, αλλά και ένα βλέμμα που έμελλε να επηρεάσει ισχυρές γυναίκες, από τη Χίλαρι Κλίντον μέχρι την Κοντολίζα Ράις.  


Η Μάργκαρετ και ο Ντένις Θάτσερ με τα 25χρονα δίδυμα παιδιά τους Μαρκ και Κάρολ στο Κεντ στις 30 Μαρτίου 1979. Φωτο: EPA PHOTO/PA FILES/STAFF



9. Η ειρηνευτική διαδικασία στη Βόρεια Ιρλανδία

 Οι Ρεπουμπλικανοί στη Βόρεια Ιρλανδία δεν έκρυβαν την απέχθειά τους για τη Θάτσερ μετά την αδιαλλαξία της στην απεργία πείνας στις φυλακές το 1981, η οποία οδήγησε στο θάνατο του Μπόμπι Σαντς. Όμως, τέσσερα χρόνια αργότερα υπέγραψε την αγγλο-ιρλανδική συμφωνία, η οποία έδωσε στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας λόγο στις υποθέσεις του βορρά, ανοίγοντας το δρόμο για την ειρηνευτική συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998.

  10. Μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση

 Η Θάτσερ στόχευσε σε γενική ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης με επιχείρημα το δικαίωμα των γονιών να επιλέγουν σχολείο για τα παιδιά τους (open enrollment), ενώ ευνόησε την ενίσχυση του κεντρικού ελέγχου της εκπαίδευσης από το Υπουργείο Παιδείας και όχι από τις τοπικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες (LEA), ώστε να πετύχει χαμηλή χρηματοδότηση προωθώντας διαφορετικούς τύπους σχολείων. Φιλελευθεροποίησε τους κανόνες στα δίδακτρα και εισήγαγε τα πρώτα φοιτητικά δάνεια. Υπήρξε μεγάλη αύξηση διδάκτρων στα Πανεπιστήμια και το 1981 ψηφίστηκαν τα πλήρη δίδακτρα για τους ξένους φοιτητές.   

  11. Οι αλλαγές  στο ποδόσφαιρο

 Η Θάτσερ δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο, παρά τις κατά καιρούς φωτογραφίες της με ποδοσφαιριστές. Αλλά όταν ένα από τα χειρότερα περιστατικά χουλιγκανισμού ξέσπασε στον αγώνα Λούτον-Μίλγουολ το Μάρτιο του 1985, η Σιδηρά Κυρία πήρε θέση και αποφάσεις. Ο νόμος "Football Spectators" ψηφίστηκε το 1989, κάνοντας την επίδειξη ταυτότητας υποχρεωτική για τους οπαδούς. Ήταν τότε που πρότεινε ποινή αποκλεισμού πέντε ετών για κάθε αγγλική ομάδα από τις διοργανώσεις της UEFΑ και επιπλέον μέτρα προκειμένου να εκλείψει κάθε μορφή χουλιγκανισμού στο "Νησί". Μετά την καταστροφή του Χίλσμπορο, κατά την οποία 96 οπαδοί της Λίβερπουλ έχασαν τη ζωή τους, υπήρξε συνέχεια. Αποτέλεσμα του νέου ποδοσφαιρικού δράματος ήταν να ενταθούν τα μέτρα και η κυβέρνηση Θάτσερ να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές προκειμένου να εξαλειφθούν ανάλογα φαινόμενα. Οι διαβόητες ομάδες χούλιγκανς που εκπροσωπούσαν τους αγγλικούς συλλόγους σχεδόν σε όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες δεν μπορούσαν πλέον να δρουν ανεξέλεγκτα. 

12. Η επανάσταση στην ιδιοκατοίκηση

 Η Βρετανία δεν ήταν πάντα μια χώρα με εμμονή στις τιμές των κατοικιών. Αλλά ο νόμος περί στέγασης του 1980, ο οποίος επέτρεπε σε ενοικιαστές να αγοράσουν το δικό τους σπίτι, άλλαξε το πρόσωπο της εγχώριας ιδιοκτησίας. Πολλοί πρώην ενοικιαστές έδωσαν λιγότερες από £10.000 για σπίτια που θα άξιζαν 10 φορές περισσότερο, μια δεκαετία αργότερα. Μέσα στα επόμενα 30 χρόνια, αυτή η ριζική στροφή προς «ένα έθνος με ιδιοκτήτες σπιτιών» οδήγησε σε φοβερές συνέπειες. Η αξία των ακινήτων στη Μ. Βρετανία αυξήθηκε κατακόρυφα και θα συνεχίσει να αυξάνεται. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1988, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 30%. Ενώ οι υποθήκες και το χρέος των νοικοκυριών έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ.  

   13. Έδωσε κύρος στις ένοπλες δυνάμεις 

Ο Πόλεμος των Φώκλαντ, μαζί με μια οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στις αρχές του 1983, ανέβασαν τη δημοτικότητα της Κυβέρνησης. Εκμεταλλευόμενοι το διχασμό του Εργατικού Κόμματος της εποχής εκείνης, οι Συντηρητικοί πέτυχαν νέα νίκη στις εκλογές του Ιουνίου 1983. Ο πόλεμος αυτός έδωσε μεγάλο κύρος στο βρετανικό στρατό, αφού τεράστια πλήθη συγκεντρώθηκαν για να καλωσορίσουν τα στρατεύματα στο Πόρτσμουθ.  

   14. Η τηλεόραση άλλαξε 

 Η Θάτσερ είδε το BBC ως ένα εργαλείο που θα της επέτρεπε να επιβάλλει φόρο σε τηλεθεατές, ανεξάρτητα από το αν ήθελαν να παρακολουθήσουν τα προγράμματά του ή όχι. Επέβαλλε τις διαφημίσεις στο κανάλι, ώστε να αυξήσει τα έσοδά του, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που το κατηγόρησε ότι μετέδιδε "ανεύθυνα" τις ειδήσεις. Οι σχέσεις της πρωθυπουργού με το τηλεοπτικό δίκτυο παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής της πολύ κακές. Το 1982, βοήθησε να δημιουργηθεί το Channel 4, πιθανόν για να κινηθεί κατά του κατεστημένου.   



15. Αλλαγή του κόσμου 

Η ήττα στον πόλεμο των Φώκλαντ σηματοδότησε το τέλος για τον Leopoldo Fortunato Galtieri Castelli, επικεφαλής της τελευταίας στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή. Η φιλία της Θάτσερ με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ βοήθησε να επιταχυνθεί το τέλος του ψυχρού πολέμου, καθώς κατέρρευσε οικονομικά η ετοιμοθάνατη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, η άρνηση της να υποστηρίξει τις κυρώσεις για το απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, καθώς και η περιγραφή του Νέλσον Μαντέλα ως «τρομοκράτη», αναμφισβήτητα καθυστέρησαν την πτώση του καθεστώτος αυτού.     


 Πτώση

Στην εκλογή νέου προέδρου του, το 1990, το κόμμα των Συντηρητικών ήταν βαθιά διχασμένο, τόσο για το θέμα της Ευρώπης, όσο και για θέματα εσωτερικής φορολογικής πολιτικής. Με αντίπαλο τον πρώην Υπουργό της, Michael Heseltine, η Θάτσερ δεν κατόρθωσε να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο και, κατόπιν διαβούλευσης με συνεργάτες της, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να μην είναι υποψήφια στον επόμενο γύρο. Στήριξε τον Τζων Μέιτζορ, ο οποίος και εξελέγη. Η ίδια παρέμεινε βουλευτής ως τις εκλογές του 1992.
Μετά την παραίτησή της, δημοσκόπηση έδειξε ότι το 52% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι «έκανε καλό στη χώρα», ενώ το 48% διαφωνούσε.

Η κατοπινή ζωή της

Μετά την απόσυρσή της από την πολιτική, το 1992, η Μάργκαρετ Θάτσερ έλαβε τον τιμητικό τίτλο της Βαρώνης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ, ο οποίος της εξασφάλισε δια βίου συμμετοχή στη Βουλή των Λόρδων.
Το 2002, ανακοινώθηκε ότι οι γιατροί της της συνέστησαν να μην προβαίνει πλέον σε δημόσιες ομιλίες, για λόγους υγείας. Μικρο-εγκεφαλικά επεισόδια είχαν προκαλέσει ζημιά στην πρόσφατη μνήμη της.
Στις 26 Ιουνίου 2003 πέθανε ο σύζυγός της. Έκτοτε οι δημόσιες εμφανίσεις της αραίωσαν αρκετά. Τον Ιούνιο του 2004 παρακολούθησε την κηδεία του Ρόναλντ Ρήγκαν και εκφώνησε μαγνητοσκοπημένο λόγο. Στις 13 Οκτωβρίου 2005 γιόρτασε τα 80ά της γενέθλια με πάρτυ σε ξενοδοχείο, ενώ στις 11 Σεπτεμβρίου 2006 παρέστη στις εκδηλώσεις μνήμης στην πέμπτη επέτειο από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη. Το Φεβρουάριο του 2007 παρέστη σε αποκαλυπτήρια ανδριάντα της στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου 2007 προσεκλήθη από τον Πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν για τσάι στην πρωθυπουργική κατοικία στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στρητ.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ απεβίωσε στις 8 Απριλίου 2013 στo Λονδίνο ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Κατάλογος Πολιτικών Αξιωμάτων

Βουλευτής 1959-1992
Μέλος της Βουλής των Λόρδων ως Βαρόνη Θάτσερ 1992-2013
Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος στο Υπουργείο Συντάξεων 1961-1964
Υπουργός Παιδείας και Επιστημών 1970-1974
Ηγέτης της Αντιπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1975-1979
Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1979-1990
Υπουργός Οικονομικών 1979-1990
Υπουργός Δημοσίων Υπηρεσιών 1979-1990








--------------------------------------------------------------------------------------------------




 Ίντιρα Γκάντι - Indira Gandhi

Η πρώτη γυναίκα επικεφαλής της Ινδίας

Η επί 15 χρόνια πρωθυπουργός που άφησε το στίγμα της στην πολύπαθη χώρα



ΙΝΤΙΡΑ




Η μόνη γυναίκα που βρέθηκε ποτέ στο τιμόνι της Ινδίας έμελλε να είναι και η δεύτερη μακροβιότερη πρωθυπουργός της.
Ο λόγος φυσικά για την Ίντιρα Γκάντι, τη δαιμόνια πολιτική φιγούρα της Ινδίας, που μια κλασική πλέον παρανόηση τη θέλει κόρη του άλλου μεγάλου Ινδού, Μαχάτμα Γκάντι.
Οι συνονόματοι πολιτικοί δεν είχαν βέβαια συγγενική σχέση, καθώς η Ίντιρα ήταν κόρη του πρώτου πρωθυπουργού της ανεξάρτητης Ινδίας Τζαουαχαρλάλ Νεχρού. Ο Μαχάτμα πάντως δεν της ήταν άγνωστος, καθώς μπαινόβγαινε συχνά στο σπίτι των Νεχρού ως καλός οικογενειακός φίλος.
Η θητεία της «Σιδηράς Κυρίας της Ινδίας» στην ηγετική θέση θα σημαδευόταν από μια σειρά περιστατικά, με το αμφιλεγόμενο των πράξεών της να μην έχει κατασταλάξει ακόμα και σήμερα.
Ένα είναι σίγουρο ωστόσο: η Ίντιρα ήταν κορυφαία πολιτική μορφή της Ινδίας, με τη δολοφονία της που ακούστηκε στα πέρατα του κόσμου να ανακόπτει το μεταρρυθμιστικό της έργο.

Πρώτα χρόνια




Το μοναχοπαίδι του ηγέτη του εθνικιστικού κόμματος και πρώτου πρωθυπουργού της ανεξάρτητης Ινδίας Τζαουαχαρλάλ Νεχρού γεννιέται στις 19 Νοεμβρίου 1917, βιώνοντας από τα γεννοφάσκια της τους αγώνες του ινδικού έθνους για ανεξαρτησία από τον βρετανικό ζυγό, τιμονιέρης των οποίων ήταν φυσικά ο πατέρας της. Η μικρή μεγαλώνει με τη μητέρα της στην ιδιωτική έκταση της οικογένειας στην ινδική επαρχία, καθώς ο πατέρας απουσιάζει συνεχώς από το σπίτι, καθοδηγώντας τις πολιτικές διεκδικήσεις του λαού ή βρισκόμενος πίσω από τα κάγκελα της φυλακής.
Η Ίντιρα θα χάσει και τη μητέρα της σε νεαρή ηλικία, την ίδια ώρα που η μόνη μορφή επικοινωνίας με τον Νεχρού θα είναι μέσω των μακροσκελών επιστολών που του στέλνει η μικρή, αναζητώντας τη συντροφιά του. Το παιδί εκπαιδεύεται στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους και το 1934 γράφεται σε τοπικό πανεπιστήμιο της Ινδίας, το οποίο εγκαταλείπει ωστόσο έναν χρόνο αργότερα για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Οξφόρδη.




Η κακή της υγεία ωστόσο θα την κάνει να διακόπτει συχνά τη φοίτηση, με την ίδια να βρίσκεται πολυάριθμες φορές στην Ελβετία για θεραπεία και ανάρρωση. Εκεί θα τη βρει το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπου έπειτα από πολλές περιπέτειες θα καταφέρει να φτάσει στις αρχές του 1941 στην Αγγλία και από κει στην Ινδία, εγκαταλείποντας το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (το οποίο θα της απονείμει ωστόσο λίγο αργότερα το πτυχίο της τιμητικά!).
Στην παραμονή της στην Αγγλία πρόλαβε ωστόσο να γνωρίσει τον Φερόζ Γκάντι, ινδό σπουδαστή και συναγωνιστή κατά του βρετανικού ζυγού, με τον οποίο θα παντρευτούν το 1942 στην Ινδία, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις του Νεχρού.




Το ζευγάρι θα αποκτήσει δύο αγόρια, τον Ρατζίβ και τον Σαντζάι, ο Γκάντι αποφασίζει όμως λίγο αργότερα ότι προτιμά την αδέσμευτη ζωή και το σκάει με μια νεαρή γυναίκα. Η Ίντιρα, τσακισμένη συναισθηματικά, επιστρέφει στο πατρικό της και αφοσιώνεται στον ρόλο της μητέρας. Όταν όμως ο Νεχρού ορκίζεται πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Ινδίας, η κόρη υπηρετεί στο πλευρό του ως ανεπίσημος σύμβουλος, ερχόμενη σε επαφή με τη διπλωματία και τις πολιτικές αντιπαλότητες καθ' όλη τη δεκαετία του '50.
Γευόμενη από πρώτο χέρι την εξουσία, δεν θα της πάρει πολύ να εμπλακεί ενεργά στην πολιτική: διατελεί μέλος του εκτελεστικού γραφείου του Κόμματος του Κογκρέσου και το 1960 εκλέγεται πρόεδρος της παράταξης, κινούμενη πάντα στη σφαίρα επιρροής του Νεχρού.
Όταν ωστόσο ο κορυφαίος πολιτικός πεθάνει το 1964, ο δρόμος για την ίδια θα ανοίξει διάπλατα: υπηρετεί ως υπουργός Πληροφοριών και Τύπου στη νέα κυβέρνηση του διαδόχου του Νεχρού, Λαλ Μπαχαντούρ Σάστρι, με το πολιτικό της μέλλον να φαντάζει λαμπρό.

Πρωθυπουργία και πολιτική καριέρα




Ο αιφνίδιος θάνατος του πρωθυπουργού Σάστρι ωστόσο το 1966 θα φέρει την Ίντιρα στον πρωθυπουργικό θώκο, με απευθείας παρεμβολή του προέδρου της χώρας και τη βεβιασμένη συναίνεση της Βουλής. Η πρώτη αυτή θητεία της θα σημαδευτεί από το «κουτσούρεμα» των πολιτικών της αντιπάλων μέσα στο κυβερνών κόμμα, ακόμα και υψηλόβαθμων στελεχών, αφήνοντας έκπληκτους τους παλιούς συνεργάτες του Νεχρού.
Η Γκάντι αποκτά ωστόσο σύντομα φανατικούς οπαδούς, με τις γυναίκες της χώρας να την ακολουθούν τυφλά, έχοντας εναποθέσει στην ηγέτιδα όλες τις ελπίδες τους για μια καλύτερη ζωή, υπόσχεση που τους έδωσε η Ίντιρα με το σύνθημα περί κατάργησης της φτώχειας. Παρά το γεγονός ότι προσπαθεί πράγματι να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση, τα αποτελέσματα δεν είναι καθόλου ικανοποιητικά, με τις τεράστιες κοινωνικές αλλαγές να παραμένουν.



Παρά την πολεμική εναντίον της, καταφέρνει να αλλάξει το τοπίο της αγροτικής παραγωγής, μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων και για ένα διάστημα τουλάχιστον μετατρέπεται στα μάτια του λαού σε ηρωίδα! Η ίδια ηγήθηκε ενός κινήματος που ονόμασε «Πράσινη Επανάσταση», στην προσπάθειά της να εξαλείψει τη χρόνια έλλειψη τροφής που μάστιζε τους φτωχούς Σιχ αγρότες της πολύπαθης επαρχίας Παντζάμπ, με θετικά αποτελέσματα. Και βέβαια τον Ιούλιο του 1969 αφήνει άπαντες έκπληκτους, όταν εθνικοποιεί τις τράπεζες της χώρας.


Σε διπλωματικό επίπεδο, η στιγμή που καθόρισε τις θητείες της ήταν ο εμφύλιος πόλεμος του Πακιστάν το 1971 (με εκατομμύρια πρόσφυγες να καταφεύγουν στα ινδικά εδάφη), όταν και ένωσε τις δυνάμεις της με το Ανατολικό Πακιστάν και βγήκε νικήτρια στη διαμάχη για το Κασμίρ, αποκτώντας δύναμη αλλά και στενές πλέον διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Αυτό βέβαια θα ανατρέψει τις σχέσεις της Ινδίας με τις ΗΠΑ, με τον πρόεδρο Νίξον να την αντιπαθεί προσωπικά και να την αποκαλεί «πονηρή αλεπού» και «μάγισσα»! Ο ρόλος της πάντως στις ειρηνευτικές διαδικασίες είναι αναντίρρητος, με τη δουλειά της να καταλήγει στη δημιουργία του νέου και ανεξάρτητου κρατιδίου του Μπαγκλαντές (πρώην Ανατολικό Πακιστάν).




Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ίντιρα αποδείχθηκε δαιμόνια: μέσω του «Δόγματος Γκάντι», κατάφερε να μετατρέψει την Ινδία σε ηγεμόνα της Νότιας Ασίας, διατηρώντας καλές σχέσεις με τα γειτονικά κράτη και προσαρτώντας ακόμα και εδάφη, φέρνοντας βέβαια αναταραχές στις σχέσεις με την Κίνα. Η ίδια παρέμεινε πάντα στο πλευρό των Παλαιστινίων στο Μεσανατολικό Ζήτημα, ενώ υποστήριξε ενεργά και τα αυτονομιστικά κινήματα που ξεσπούσαν στην Αφρική κατά τη διάρκεια των τριών αυτών απανωτών θητειών της.
Σε οικονομικό επίπεδο, ο σοσιαλισμός της Γκάντι αμφισβητήθηκε σθεναρά, κάνοντας πολλούς να μιλούν για «δεξιόστροφη αριστερά». Η ίδια προσπάθησε πάντως να ισορροπήσει ανάμεσα στις ισχυρές ινδικές κάστες, όχι πάντα με καλά αποτελέσματα. Εισήγαγε πάντως σαφώς πιο αριστερές οικονομικές πολιτικές και προώθησε καθοριστικά την αγροτική παραγωγικότητα...

Αυταρχικές τάσεις, φυλάκιση και επιστροφή στην πρωθυπουργία



Παρά τις μεταρρυθμίσεις που εγκαινίασε, η διακυβέρνησή της σε όλα αυτά τα χρόνια (1966-1977) υπήρξε -το λιγότερο- σιδηρά: η άνεση με την οποία διατάσσει συλλήψεις και φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων τής χαρίζουν τη ρετσινιά της «Σιδηράς Κυρίας». Μια ρετσινιά που η ίδια φροντίζει κάθε τόσο να δικαιώνει, όπως όταν κηρύσσει για δύο ολόκληρα χρόνια τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (1975-1977), βγάζοντας παράλληλα από τη μέση μερικούς ακόμη ανεπιθύμητους αντιφρονούντες, ως απάντηση σε όσα της προσάπτουν για εκλογική απάτη. Η αυταρχική της διακυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας, η διαφθορά που άγγιξε δυσθεώρητα επίπεδα, η περίοδος αστάθειας που επικράτησε, ο πληθωρισμός και η ανεργία που έφτασαν πια στο απροχώρητο ανάγκασαν πλέον το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της Ινδίας να στραφεί εναντίον της.


Κι έτσι το 1977 το Ανώτατο Δικαστήριο τη βρίσκει ένοχη για μικρο-παραβάσεις στην εκλογική διαδικασία εκείνης της χρονιάς και καλεί σε παραίτησή της από τον πρωθυπουργικό θώκο. Με ή χωρίς απάτη, χάνει πάντως τις επαναληπτικές εκλογές του 1977 και φυλακίζεται λίγο αργότερα.

Παρά ταύτα, η ίδια θα παραμείνει στο τιμόνι της αντιπολίτευσης για 3 χρόνια και το 1980 ο λαός θα αποφασίσει διαφορετικά, φέρνοντάς τη και πάλι στην εξουσία, αν και με οριακή πλειοψηφία! Την ίδια χρονιά ωστόσο η προσωπική της ζωή θα πάρει μια τραγική τροπή, όταν ο γιος της Σαντζάι (γεννημένος το 1946), που υπηρετούσε ως πολιτικός σύμβουλος στο πλευρό της, θα σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα στο Νέο Δελχί. Μετά τον θάνατο του Σαντζάι, η Ίντιρα άρχισε να προλειαίνει το έδαφος για να τη διαδεχθεί ο άλλος της γιος, Ρατζίβ (γεννημένος το 1944).



Στις αρχές της δεκαετίας του '80, το αυτονομιστικό κίνημα των Σιχ αναπτύχθηκε σταδιακά στην Ινδία, το οποίο η Ίντιρα προσπάθησε να καταστείλει βιαίως. Οι αυτονομιστές των επαρχιών που ζητούν ανεξαρτησία από το ινδικό κράτος προκαλούν νέα θερμά επεισόδια και η κυβέρνηση της Γκάντι σπεύδει να επαναφέρει την τάξη, με τις βιαιοπραγίες να μαίνονται για χρόνια.
Η καθοριστική στιγμή έρχεται το 1984, όταν οι Σιχ εξτρεμιστές οχυρώνονται μέσα στον ιερό ναό τους και η Γκάντι, ως αντίποινα στις εχθροπραξίες τους, διατάσσει μεγαλειώδη επίθεση 70.000 στρατιωτών μέσα στον μεγάλο ναό: οι νεκροί φτάνουν τους 450 και το πράγμα φτάνει πια στο απροχώρητο.
Στις 31 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, η πρωθυπουργός της Ινδίας πέφτει νεκρή από τις 3 σφαίρες του Σιχ σωματοφύλακά της, ο οποίος την πυροβολεί εξ επαφής. Κατόπιν, ο δεύτερος Σιχ σωματοφύλακας «γαζώνει» το κορμί της με 30 ακόμα σφαίρες. Παρά ταύτα, η ίδια κατέληξε στο νοσοκομείο ώρες αργότερα, υποκύπτοντας τελικά στα τραύματά της.




Ως αντίποινα στη στυγερή δολοφονία της πρωθυπουργού, η αποτέφρωση της οποίας μεταδόθηκε τηλεοπτικά ακόμα και από το BBC, εκατομμύρια Σιχ εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους, ενώ περισσότεροι από 3.000 θα έχαναν τη ζωή τους στις εχθροπραξίες που ακολούθησαν.


Λίγα χρόνια αργότερα, ο γιος της Ρατζίβ θα ανέλθει τελικά στον πρωθυπουργικό θώκο της Ινδίας, με πολλούς να κάνουν βέβαια λόγο για μια εκλογή που προήλθε περισσότερο από τη συμπάθεια που του επιφύλαξε ο λαός για τη δολοφονία της μητέρας του. Και ο ίδιος έμελλε βέβαια να έχει παρόμοια τύχη, όταν δολοφονήθηκε το 1991.






An interview with Indian Prime Minister Indira Gandhi. Mrs. Gandhi is asked some rather uncomfortable questions by Thames Televisions Jonathan Dimbleby regarding Indian Politics and the crack down on the press while she was Prime Minister. Mrs. Gandhi is also asked whether she would ever run for Prime Minister again.
First Broadcast in 16/11/1978



---------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ










Δημοσίευση σχολίου