Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

« ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ » - ΤΖΩΝ ΕΡΝΣΤ ΣΤΑΪΝΜΠΕΚ / JOHN ERNST STEINBECK



( Εισαγωγικό σημείωμα )

Όσο υπάρχει ένας Λένι κι ένας Τζωρτζ ( Αμερική, Κραχ - 1929 )...

Όσο ξεβράζονται νεκρά τρίχρονα παιδιά όπως ο Αϊλάν ( 2015 )...

Όσο υπάρχουν Συρίες ( σήμερα ) και Σμύρνες ( 1922 ) που καίγονται...

Όσο υπάρχουν νησιά όπως η Κως, η Μυτιλήνη, η Λέσβος που οι άνθρωποι πνίγονται...

Όσο υπάρχει μια πλατεία Βικτωρίας ( τι ειρωνεία Θεέ μου, Victory – Νίκη ) που είναι χωματερή ανθρώπινων ψυχών...

Όσοι οι κολασμένοι αυτής της γης περπατούν μίλια και μίλια με πληγιασμένα πόδια και ματωμένες ψυχές πάνω στη δική τους καταραμένη ROUTE 66...

Τότε :

Πάνω σ΄ ένα « κόκκινο πουλάρι » θα αναζητήσω «το μαργαριτάρι » και « το χρυσό κύπελλο »

 σ΄ «ένα φεγγάρι που έπεσε »

« Γλυκιά θα είναι η Πέμπτη » 

μέσα στον «χειμώνα της πίκρας » μας

«Σ΄ έναν άγνωστο Θεό » θα προσευχηθώ

 πηγαίνοντας σε « μια αμφίβολη μάχη »

εκεί που ζουν « οι άνθρωποι και τα ποντίκια »

εκεί που τους πηγαίνει « το δύστροπο λεωφορείο »

στον «δρόμο με τις φάμπρικες » και τις φάρμες

τρώγοντας «τα σταφύλια της οργής» . . .


Για μια στάλα χαμόγελο μπροστά στα σκιώδη ικριώματα των ημερών μας ...



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


       ========================================================







        ======================================================





















Το είχα πρωτοδιαβάσει στα αγγλικά με παρότρυνση του πατέρα μου στον οποίο, από παιδί ακόμα, πολλών και εξαίσιων βιβλίων οφείλω την ανάγνωση.Ο χρυσόδετος τόμος,σπουδαία κληρονομιά από τον αγαπημένο μου πατέρα βρίσκεται πάντα στην βιβλιοθήκη, σε περίοπτη θέση,δίπλα σε συγκλονιστικά βιβλία,που σήμερα συνειδητοποιώ ότι δεν τα ξέχασα ποτέ.

Ήταν το πρώτο του Τζων Στάινμπεκ που διάβασα,τον λάτρεψα. Aκολούθησαν όλα του τα βιβλία,τα είχα στα αγγλικά κυρίως, αλλά επόμενο ήταν αργότερα να τα θέλω και στα ελληνικά,καθώς είχαν αρχίσει να με απασχολούν ζητήματα, όπως αυτό το τεράστιο της μετάφρασης ,ειδικά τέτοιας κλάσης, έργων.

Σε κάποιον όμως δάνεισα κάποτε την δίτομη έκδοση που βλέπετε αριστερά  πάνω και δεξιά λίγο πιο κάτω σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη από τις εκδόσεις Γράμματα και πάει,χάθηκε,δεν μου την επέστρεψαν ποτέ.


Βλέποντας προ ημερών την χρυσόδετή μου αγγλική,όχι την πρώτη που βγήκε επίσημα το 1939 και που είναι αυτή δεξιά,θεωρώντας ότι δεν μπορεί να μου λείπει η ελληνική η συγκεκριμένη, η καταπληκτική μετάφραση του Πολίτη, σε μια δημοτική που φτάνει ώρες ώρες σε.. παράκρουση, αλλά κι αυτό έχει την γοητεία του και πάντως την κάνει σπάνια σήμερα, έτσι αγόρασα ξανά το βιβλίο από τις εκδόσεις Δαμιανός αυτή την φορά και βέβαια δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να το (ξανα)διαβάσω.

Να το καταβροχθίσω, ας πω καλύτερα αχόρταγα,σε λίγες ώρες, χωρίς να σηκωθώ από την καρέκλα,χωρίς να ακούω τίποτα, κανένα θόρυβο του δρόμου, κανένα τηλέφωνο,κανένα ήχο του σπιτιού μου,τίποτα.


 Ο Τζον Στάινμπεκ σε όλη του τη ζωή υπήρξε μανιώδης καπνιστής. Απεβίωσε στα 66 ύστερα από καρδιακή ανεπάρκεια.

Ό,τι και να σας πω είναι λίγο.Έτσι κι αλλιώς ο Στάινμπεκ παραμένει ο αγαπημένος μου Αμερικανός συγγραφέας,πολύ ψηλότερα στην προτίμησή μου από κάθε άλλον. Απλός και ταυτόχρονα βαθύς, εύκολος στο διάβασμα και μαζί συνταρακτικός, λεπτομερής και συγχρόνως αφαιρετικός.
Συγγραφέας πολύ σπάνιας αισθητικής και τεχνικής αρτιότητας και θεματικού ενστίκτου ,εκλεκτικός εραστής της γλώσσας,τολμηρός και γλαφυρός αφηγητής αλλά συνάμα και τόσο λαϊκός που να απευθύνεται σε ευρύτατο,πραγματικά και διαχρονικά παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό χωρίς στεγανά, χωρίς διακρίσεις.Ωραίο πράγμα αυτό,να είσαι μοναδικός ο ίδιος,ξεχωριστά ταλαντούχος ,αλλά τόσο κοντά με το πνεύμα και το έργο σου στους πολλούς!Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα έργα του,το καθένα έχει διαφορετικό βάρος και θέση στην καρδιά μου μέσα στον προσωπικό μου χρόνο,ίσως όμως "Τα Σταφύλια της Οργής" να είναι για μένα το πιο ξεκάθαρο και πιο πολιτικό.

Ή το νιώθω έτσι ,τώρα που αυτή η σκατοκυβέρνηση μας έχει ομήρους, κλειδαμπαρωμένους στον απόπατο των εργοδοτών της, προτάσσοντας το εκμαιευμένο με ψέμματα εκλογικό της αποτέλεσμα ως.... συναίνεση και κάθε μέρα είναι και πιο χάλια τα πράγματα.
Αυτό το βιβλίο-καθώς η ντροπή της αδικίας ανθρώπου από άνθρωπο επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, σχεδόν συνέχεια, καθώς μάλιστα γίνεται μετωπική ταξική επίθεση της ολιγαρχίας του χρήματος κατά της υπόλοιπης ανθρωπότητας ανά τακτούς ιστορικούς καιρούς-με συγκινεί περισσότερο από όλα τώρα αν και, για κάποιον εσωτερικό μου λόγο, το παραλλήλιζα πάντα με την ιστορία-σ΄έναν άλλο χρόνο και τόπο,στην άλλη άκρη της γης-εκείνην την συνταρακτική, την οποία έγραψε ο δικός μας μεγάλος,ο Νίκος Καζαντζάκης,συναρμολογώντας πικρές ανθρώπινες αλήθειες και εκθέτοντας τα παθήματα και την γελοιοποίηση του χορτάτου παράλληλα με την ατελείωτη ,αδικαίωτη προσμονή κι ελπίδα του φτωχού για μια καλύτερη ζωή.

Αναφέρομαι βέβαια σε κείνο το σπαρακτικό "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται".

Και αναρωτιέμαι εντελώς παιδιάστικα,γαμώτο,πώς γίνονται τόσο άσπλαχνοι, τόσο τομαριστές- όχι οι πλούσιοι,αυτοί είναι χαλασμένοι από την κοιλιά της μάνας τους οι πιο πολλοί-οι απλοί,τρομάρα τους,οι καθημερινοί,οι πολλοί άνθρωποι;
Είχε δίκιο ο Θουκυδίδης να πιστεύει ότι είναι κακός(!) ο άνθρωπος από γεννησιμιού του και πώς στα δύσκολα είναι που γίνεται χειρότερος;Πώς η εκπαίδευση κι η γνώση μονάχα, αν του τις δώσουν κι αυτές σωστά και με ρέγουλα, μπορούν να μειώσουν κάπως την ροπή του στην μοχθηρία;Πώς από την φύση του είναι σκάρτο το ανθρώπινο είδος και χρειάζεται πολύ δουλειά, πολλές θυσίες ψυχών, πολύ αίμα για να λιγοστέψει η κακία;

Η ιστορία του Στάινμπεκ διαδραματίζεται μονίμως πάνω στον πλανήτη  σε χίλιες δυο παραλλαγές.
Αυτή του βιβλίου έρχεται από την καταραμένη δεκαετία του ΄30 ,όταν έντονη και συνεχής ξηρασία, εντατικές μονοκαλλιέργειες για δήθεν επιτυχές αποτέλεσμα κι ακατάπαυστοι άνεμοι,που μεταφέρουν τεράστιες ποσότητες σκόνης και καταστρέφουν ακόμα μια σοδειά και η απάνθρωπη σκληρή στάση κυβέρνησης και τραπεζών στην Οκλαχόμα ανάγκασαν χιλιάδες κόσμου να αποφασίσει να φύγει κακήν κακώς, και να πάει στην Καλιφόρνια με μόνο εφόδιο την κάλπικη όπως θα αποδειχτεί υπόσχεση ότι εκεί υπάρχει δουλειά,ψωμάκι και ζωή.



Στο μεγάλο της μεταναστευτικό, εντός της χώρας, ταξίδι η οικογένεια του Tom Joad ξεριζωμένη κι αυτή όπως όλες οι οικογένειες βάναυσα από τα χωράφια και την γη που την έχει δουλέψει επί πολλές γενιές, έχει να παλέψει με την αδικία και την ίδια την πείνα,την κακία των ανθρώπων και την ασπλαχνία του κράτους σε όλο τους το φάσμα και τις εκδοχές.Οι στιγμές ανθρωπιάς,αλληλεγγύης και έστω μιας χλωμής ελπίδας δεν λείπουν αλλά ο δρόμος είναι δύσκολος , στρωμένος κυρίως με βάσανα και πικρία.

Περιγράφεται όλο το ανελέητο ξεκλήρισμα των μικρομεσαίων αγροτών από τις τράπεζες -τις οποίες "βλέπει" προφητικά θαρρείς ως το συμπαγές απρόσωπο προπύργιο του καπιταλιστικού μηχανισμού ο Στάινμπεκ και τις αποκαλεί "το τέρας"-στην δεκαετία του ΄30,μετά το κραχ και λίγο πριν τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Περιγράφεται με καταπληκτικό τρόπο,απλά,καθαρά,με μιαν ανεπαίσθητη απαισιοδοξία από μεριάς του συγγραφέα να υπονομεύει κάπου κάπου σε κάποια κεφάλαια το κείμενό του αλλά και με όλη την ανθρωπιά και την αγωνιστικότητα που μπορεί να περιμένει ο αναγνώστης όλων των εποχών από έναν τόσο μεγάλο συγγραφέα, όπως αυτός.

Σε μιαν άλλη εποχή και φάση ίσως καθόμουν να ψάξω και να βάλω τα σχετικά ζητήματα περί στρατευμένης τέχνης ,ποιος,γιατί,αν κτλ κτλ.Τώρα δεν θα το κάνω .
Με την αγαπημένη χώρα εν έτει 2011 σε απίστευτα  κακή κατάσταση σε όλα τα επίπεδα, αισθάνθηκα πως... η φιλολογία μας μάρανε και το λογοτεχνικό ψείρισμα....
Τα "Σταφύλια της Οργής" μου έφεραν δάκρυα και δεν ντρέπομαι να το πω,δάκρυα οργής,οδύνης αλλά και ελπίδας από το μεγαλείο και μόνο της αλληλεγγύης και της ανείπωτης ανθρωπιάς, που περιγράφει ο Steinbeck ακριβώς στο τέλος του βιβλίου του.

Σας παρακαλώ προσπαθήστε να το διαβάσετε αν δεν το έχετε ήδη κάνει.Στραφείτε στην κλασσική λογοτεχνία γιατί εξυψώνει και εμψυχώνει τον άνθρωπο, ψάξτε και αναποδογυρίστε τα κείμενα και τους συγγραφείς,διαβάστε,σκεφτείτε και πράξτε.

Δημοσιεύτηκε 4th July 2011 από τον χρήστη Βιβή Γ.


-------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Τα Σταφύλια της Οργής του Τζων Στάινμπεκ




Το διαχρονικό βιβλίο του Στάινμπεκ έρχεται  να δώσει απαντήσεις για ζητήματα κοινωνικής αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Επίκαιρο όσο τίποτε άλλο, σήμερα στην εποχή της κρίσης, πρέπει να σε γεμίσει οργή, φίλε αναγνώστη, να σε ωθήσει να παλέψεις, γιατί ΚΑΙ αυτός είναι ο ρόλος του βιβλίου. Συμπτωματικά αυτές τις μέρες ο Πατριάρχης Φώτιος έθιξε το ζήτημα αυτό σε δύο συνεχόμενες αναρτήσεις και κυρίως στη δεύτερη στο Βιβλιοκαφέ του. Παρατηρώ πως οι βιβλιόφιλοι τάσσονται υπέρ της άποψης πως η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ζήτημα ήθους και πως το βιβλίο από μόνο του δεν μπορεί να εμφυσήσει τέτοιες ιδέες. Διαφωνώ. Το βιβλίο έχει τη δύναμη να "ξεσηκώσει", να αφυπνίσει και να δραστηριοποιήσει ακόμη και αυτόν που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη λογοτεχνία, όταν οι συγκυρίες το επιτρέπουν. Αν δε συμβαίνει, τότε πρέπει να ψάξουμε μέσα μας και έξω μας να βρούμε τις αιτίες.

Η φαμίλια Τζόουτ ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι, δίχως χάρτη, δίχως τα απαραίτητα εφόδια. Γύρω στο '30, αγροτική οικογένεια της Οκλαχόμα, καλλιεργεί βαμβάκι για λογαριασμό μεγαλογαιοκτημόνων ζώντας σε δανεικά υποστατικά. Η κρίση που έριξε τα βάρη στα αναχρονιστικά μέσα καλλιέργειας και συγκομιδής όσο και η ανομβρία που γέμισε τη γη άγονη σκόνη κατέστρεψαν τη βαμβακοπαραγωγή. Χιλιάδες οικογένειες ξεσπιτώθηκαν, όταν ανέλαβαν τα μεγάλα μηχανήματα, πολλοί έχασαν τη ζωή τους, οι περισσότεροι - όπως οι Τζόουτ - στράφηκαν σε άλλες περιοχές της Αμερικής, στην Καλιφόρνια που η σοδειά περισσεύει και πετιέται στο δρόμο. Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Τομ Τζόουτ, ο γιος που γύρισε στο σπίτι του μετά από φυλάκιση τεσσάρων ετών με αναστολή για φόνο σε άμυνα. Οι εξελίξεις δε θα τον βοηθήσουν τελικά να προστατεύσει το μητρώο του όπως θα έπρεπε.




H περίφημη route 66 είναι τώρα μπροστά τους ατέλειωτη και δύσβατη. Χιλιάδες προβλήματα προκύπτουν ανά πάσα στιγμή, τόσο που νομίζει κανείς πως ποτέ δε θα φτάσουν στον προορισμό τους. Οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Ο μεγαλύτερος της οικογένειας, ο παππούς Τζόουτ, χάνει γρήγορα τη ζωή του, αφού τελικά είναι αδύνατον να ζήσει μακριά από τον τόπο του. Το μεγάλο σαράβαλο φορτηγό που έχουν επιστρατεύσει οι Τζόουτ δεν είναι αξιόπιστο, η γιαγιά δεν προλαβαίνει να περάσει καλά καλά τα σύνορα της Καλιφόρνια. Από τούδε και στο εξής, ο θάνατος και η εξαθλίωση οδηγεί την οικογένεια σχεδόν μισή στην Καλιφόρνια, μόνο για να συναντήσει, όχι την Γη της Επαγγελίας την οποία περίμενε, αλλά την αδικία.

Φυσικά η Καλιφόρνια δεν είναι η Γη της Επαγγελίας. Φυσικά, οι Τζόουτ, όπως και οι υπόλοιπες οικογένειες που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους δεν ήταν ευπρόσδεκτοι. Ήταν πάρα πολλοί και ήταν μετανάστες. Και ο αγροτικός κόσμος της Καλιφόρνια τους εκμεταλλεύτηκε με δόξα και τιμή. Λέγεται πως εδώ ο Στάινμπεκ ήταν ιδιαίτερα ευγενικός προς τους εκμεταλλευτές για να καταφέρει να περάσει το βιβλίο από τη λογοκρισία. Ωστόσο, δε μπορώ να φανταστώ πόση οργή ακόμη θα μπορούσε να μου προξενέσει η μοίρα αυτών των άτυχων φτωχών. Γιατί γι' αυτό πρόκειται...για το γνωστό, το κλασικό θέμα του φτωχού ανθρώπου, για τον οποίο ποτέ δεν γυρνάει ο τροχός. Διάχυτη είναι και η φοβία κατά των κομμουνιστών, αφού ακόμη και οι απεργίες των εργατών θεωρούνται ύποπτες.Η οικογένεια μισή πια εμπλέκεται σε αυτόν τον κυκεώνα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να επιβιώσει. 

Αναμενόμενες οι εξελίξεις, απρόσμενα συγκινητικό το τέλος του βιβλίου. Αξιοσημείωτη η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη για την οποία έχω και θετικά και αρνητικά συναισθήματα: θετικά γιατί το ύφος είναι άψογο, απόλυτα ταιριαστό στην αγροτική οικογένεια των Τζόουτ, αρνητικά γιατί η χρήση των ιδιωματισμών είναι ελληνικότατη.

Τέλος, η ιστορία θα δείξει ποιο βιβλίο θα βγει για την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών. Για τους ανθρώπους που έδωσαν τέρμα στη ζωή τους, γι' αυτούς που γέμισαν τα παγκάκια των δρόμων, για τις μητέρες που άφησαν τα παιδιά τους στα ιδρύματα. Εκτός να διαβάσεις Στάινμπεκ, αγαπητέ αναγνώστη, πριν να είναι εντελώς αργά.

Αναρτήθηκε από filoteo 




  -------------------------------------------------------------------------------------------


Η έκδοση του μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ Τα λιβάδια του ουρανού σε καινούργια μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (από τον ίδιο οίκο έχουν κυκλοφορήσει τα δύο εμβληματικά βιβλία του, Τα σταφύλια της οργής και Άνθρωποι και ποντίκια), μας ωθεί να θυμηθούμε τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα. Πριν από δεκαετίες, αγαπήθηκε από το παγκόσμιο κοινό χάρη στα βιβλία του, τα σενάριά του που έγιναν αξιομνημόνευτες ταινίες και τις ιστορίες του που διασκευάστηκαν και παίχτηκαν επί σκηνής.

Ο Στάινμπεκ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας. Το 1925 διέκοψε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να εργαστεί ως οικοδόμος και ως δημοσιογράφος. Ήδη, είχε δουλέψει ως αγρότης, στη συγκομιδή μήλων, εργάτης, τυπογράφος, σερβιτόρος και πωλητής σε καταστήματα. Το μεγάλο κραχ στη Γουόλ Στριτ το 1929 και η οικονομική κρίση που ακολούθησε, οδηγώντας εκατομμύρια Αμερικανούς στη φτώχεια και την ανέχεια, ταλάνισε και τον Στάινμπεκ, ο οποίος είχε προβλήματα επιβίωσης. Το 1929 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημά του, το Χρυσό κύπελλο, και το 1932 το δεύτερο, Τα λιβάδια του ουρανού, τα οποία δεν του απέφεραν ούτε δόξα ούτε χρήματα. Η πρώτη επιτυχία του ήρθε το 1935 με το βιβλίο Τορτίγια φλατ. Ακολούθησαν τα Άνθρωποι και ποντίκια το 1937 και Τα σταφύλια της οργής το 1939. Αυτό το τελευταίο τού χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ κι έγινε ταινία που του άνοιξε καινούργιους συγγραφικούς δρόμους.
Από τα πρώτα του μυθιστορήματα ο Στάινμπεκ έδειξε μια κοινωνική ευαισθησία, σπάνια για την εποχή του, που αμέσως προκάλεσε την προσοχή. Ρεαλιστής στο έπακρο, μίλησε για τις άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατών, την εκμετάλλευσή τους από τους εργοδότες, και πρότεινε τη συλλογική δράση ως αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνική τους απελευθέρωση. Ειδικά, το μυθιστόρημα Τα σταφύλια της οργής θεωρήθηκε από κάποιους ως κομμουνιστικό μανιφέστο και κατασχέθηκε από σχολεία και πολλές δημόσιες βιβλιοθήκες (βλέπε το άρθρο της Κάτιας Γεωργουδάκη «Τζον Στάινμπεκ: Κύρια λογοτεχνικά έργα και κριτικές απόψεις», στο περιοδικό Διαβάζω, αρ.173, 2 Σεπτεμβρίου 1987).

Το έργο μα και η ζωή του έδωσαν την αφορμή στους εχθρούς του να τον χαρακτηρίσουν κομμουνιστή, κάτι που ανατράπηκε στα τέλη του βίου του. Το 1935 ο Στάινμπεκ ανήκε σε μια ομάδα αριστερών διανοουμένων που περιλάμβανε συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφους και συνδικαλιστές. Είχε συνδεθεί με τον Σύνδεσμο Αμερικανών Συγγραφέων (LAW), μια οργάνωση που είχε άμεση σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. O Σύνδεσμος σύντομα δέχτηκε στις τάξεις του εξέχοντες συγγραφείς, όπως ο Τόμας Μαν, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Θίοντορ Ντράιζερ, η Λίλιαν Χέλμαν, σύντροφος του Ντάσιελ Χάμετ. Λίγο αργότερα, το 1939, ο Στάινμπεκ υπέγραψε μαζί με άλλους συγγραφείς μια επιστολή που υποστήριζε τη σοβιετική εισβολή στη Φινλανδία, καθώς και την κυβέρνηση που είχαν τοποθετήσει στη χώρα οι Σοβιετικοί, ύστερα από τη συμφωνία Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, δηλαδή του Στάλιν και του Χίτλερ, που διευκόλυνε τις κατακτητικές βλέψεις των ναζί στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το 1942 το FBI του Έντγκαρ Χούβερ τον παρακολουθούσε ως επικίνδυνο σοβιετόφιλο.

Το 1943 ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας NewYorkHeraldTribuneστα πολεμικά μέτωπα της Ευρώπης και ταυτόχρονα εργαζόταν στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS) των ΗΠΑ, που αργότερα μετεξελίχτηκε στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA).

Το 1947, κι ενώ είχε αρχίσει ο Ψυχρός Πόλεμος, ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του από τη χώρα του Στάλιν, του οποίου οι εικόνες και τα αγάλματα είχαν πλημμυρίσει τις πόλεις και την επαρχία. Το ταξίδι του εκείνο (ακολούθησαν κι άλλα) έγινε βιβλίο με τον τίτλο Ρωσικό ημερολόγιο, προκαλώντας αντιφατικές αντιδράσεις. Το 1957 ήταν φιλικά συνδεδεμένος με τον Άρθουρ Μίλερ, γνωστό υπέρμαχο της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος είχε αρνηθεί να κατονομάσει κομμουνιστές φίλους του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Μακάρθι.

Μέχρι το 1962, όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Στάινμπεκ εθεωρείτο αριστερός. Μάλιστα, μόλις πήρε το βραβείο, στον αμερικανικό Τύπο εμφανίστηκαν επικριτικά άρθρα για τη βράβευσή του. Κάποιοι έγραψαν πως δεν άξιζε το βραβείο, κάτι που σήμερα αποδίδεται σε πολιτικούς λόγους.

Βαθμιαία προέκυψε η πολιτική του μεταστροφή, δηλαδή έγινε μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, απογοητεύοντας πλήρως εκείνους που τον θεωρούσαν αριστερό και υποστηρικτή των δικαίων των λαών και των εργαζομένων απανταχού της γης. Το 1964 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον τού απένειμε το Μετάλλιο της Ελευθερίας. Το 1965 στην εφημερίδα της Νέας Υόρκης Newsday είχε δική του στήλη, όπου έγραφε ειδήσεις και σχόλια για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, που τον χαρακτήριζε ηρωικό τόλμημα εκ μέρους των ΗΠΑ.

Η απευθείας εμπλοκή του στον πόλεμο του Βιετνάμ σκλήρυνε την εθνικιστική και αντικομμουνιστική στάση του. Το 1967 είχε αποσταλεί από την εφημερίδα για να καλύψει τον πόλεμο κι εκείνος έγραφε σκληρά άρθρα, υποστηρίζοντας την επέμβαση του αμερικανικού στρατού στη χώρα, καθώς και την αμερικανική βοήθεια στην κυβέρνηση ανδρεικέλων του Νότιου Βιετνάμ. Μάλιστα, είχε χαρακτηριστεί «γεράκι του πολέμου». Η στράτευση και των δύο γιων του, του Τόμας και του Τζον, στα χαρακώματα του Βιετνάμ (υπάρχει φωτογραφία στην οποία απεικονίζονται ο Στάινμπεκ, ο γιος του, Τζον, και ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον), χειροτέρεψε τα πράγματα.

Ήταν τόση η δυσαρέσκεια των ανά τον κόσμο φίλων και θαυμαστών του για την πολιτική του στροφή, που εκείνη τη χρονιά η εφημερίδα της Νέας Υόρκης Post τον κατηγόρησε ότι πρόδωσε το προοδευτικό παρελθόν του. Στην Ελλάδα, ο Νίκος Καββαδίας, ως γνωστόν αριστερών πεποιθήσεων, δήλωσε στους φοιτητές Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη (η συνέντευξή του στην εφημερίδα Πανσπουδαστική δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1967) τα εξής: «Για μένα έχει πέσει τελείως. Όχι από προκατάληψη. Από σιχαμάρα πια. Γιατί εκείνα τα ωραία πράγματα που έγραψε, υποτίθεται ότι είναι ψεύτικα. Τους έδωσε μία και τα πέταξε με το πόδι του, όταν κάθισε κι είπε εκείνα τα βρωμερά για ανθρώπους που σφάζονται, αποκαλώντας τους γιους πουτάνας».

Ο Στάινμπεκ, που πρόλαβε να επισκεφτεί (το 1966) το Ισραήλ, όπου ο παππούς του είχε ιδρύσει ένα κιμπούτς, πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1968 στη Νέα Υόρκη από την καρδιά του. Έτσι, δεν πρόλαβε να δει το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ (πόλεμος που χαρακτηρίστηκε βρόμικος και αποτελεί μέχρι σήμερα τραύμα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Αμερικανών), ένα δυνατό χαστούκι για τις ΗΠΑ, αφού οι κομμουνιστικές δυνάμεις του Βορείου Βιετνάμ που είχαν τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης κατέλαβαν την εξουσία και το νότιο τμήμα της χώρας.

Πρόσφατα, το 2012, δημοσιοποιήθηκαν έγγραφα με τα οποία αποκαλύφθηκε πως το 1952 είχε συνδεθεί με τη CIA, χωρίς όμως να γίνει σαφές τι ακριβώς έκανε για τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Ωστόσο, ο Στάινμπεκ στη συνείδηση των αναγνωστών του παραμένει ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο οποίος απεικόνισε με δραματικό τρόπο τον αγώνα των συμπατριωτών του για επιβίωση, δείχνοντας τη σαθρότητα του περίφημου «αμερικανικού ονείρου».

    -------------------------------------------------------------------------------------------


Έξι συμβουλές για το γράψιμο, από τον Τζων Στάινμπεκ


«Αν έχεις πρόβλημα, είσαι πληγωμένος ή έχεις ανάγκη, πήγαινε στους φτωχούς ανθρώπους. Είναι οι μόνοι που θα βοηθήσουν, οι μόνοι.»

Από τους σημαντικότερους συγγραφείς στην ιστορία της λογοτεχνίας, βαθιά πολιτικός και προερχόμενος από προλεταριακή οικογένεια μεγάλωσε δουλεύοντας μαζί με τους μετανάστες της Αμερικής των αρχών του εικοστού αιώνα και έγινε μάρτυρας της βίας, της εκμετάλλευσης και της αδικίας στο πρόσωπό τους.

Τα βιβλία του,Άνθρωποι και ποντίκια, Τα Σταφύλια της Οργής, Ο δρόμος με τις φάμπρικες, Ανατολικά της Εδέμ, Σ” έναν άγνωστο Θεό και πολλά άλλα, είναι ανθρώπινα , ουσιαστικά, και ενέπνευσαν, συγκίνησαν και συγκινούν ακόμα αναγνώστες σε όλο τον κόσμο…
Έξι συμβουλές του σπουδαίου συγγραφέα, σε όσους γράφουν, ή σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν πως έγραφε ο ίδιος…


ianm0996_bw_small


1. Εγκαταλείψτε την ιδέα ότι θα τελειώσετε κάποτε το βιβλίο. Ξεχάστε τις 400 σελίδες που σας περιμένουν, και φροντίστε να γράφετε μία σελίδα μόνο την ημέρα, βοηθάει. Έτσι, όταν ξαφνικά τελειώνει, είναι μια ωραία έκπληξη.

2. Να γράφετε ελεύθερα και όσο πιο γρήγορα γίνεται και να πετάτε τα πάντα στο χαρτί. Ποτέ να μην διορθώνετε ή να ξαναγράφετε μέχρι να έχετε γράψει ολόκληρο το βιβλίο. Το να ξαναγράφετε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, συνήθως είναι μια δικαιολογία για να μην προχωράτε. Επίσης μπλέκεται και αλλάζει ο ρυθμός και η ροή, που μπορεί να έρθει μόνο με μια υποσυνείδητη σχέση με το υλικό.

3. Ξεχάστε το «ευρύ», το κοινό «γενικά». Πρώτα απ΄όλα, το ανώνυμο, απρόσωπο κοινό θα σας κατατρομάξει, και δεύτερον, σε αντίθεση με το θέατρο, αυτό το κοινό δεν υπάρχει. Στο γράψιμο, το κοινό, είναι ο ένας μοναδικός αναγνώστης. Εχω προσέξει ότι μερικές φορές βοηθάει να διαλέγεις ένα πρόσωπο, είτε ένα πραγματικό πρόσωπο από τη ζωή σου, είτε ενα φανταστικό, και να γράφεις έχοντας στο μυαλό σου αυτό σαν αναγνώστη.

4. Αν μια σκηνή ή μια σεκάνς δεν σας βγαίνει και νοιώθετε ότι την χρειάζεστε, προσπεράστε την και προχωρήστε. Όταν θα έχετε τελειώσει το βιβλίο, μπορείτε να γυρίσετε πίσω σε αυτήν και τότε μπορεί να δείτε ότι ο λόγος που σας δημιουργούσε πρόβλημα ήταν γιατί δεν είχε μπει στο σωστό σημείο.

5. Να προσέχετε αν μια σκηνή τη νοιώθετε πολύ κοντά σας, είναι πιο αγαπημένη από τις άλλες. Συνήθως θα φανεί ότι είναι αυτή που δεν κολλάει με τις υπόλοιπες.

6. Αν χρησιμοποιείτε διάλογο- να τον λέτε δυνατά καθώς το γράφετε. Μόνο τότε θα έχει τον προφορικό τόνο που χρειάζεται.


«Καθώς γράφετε», λέει ο Steinbeck,

« να εμπιστεύεστε τις αποσυνδέσεις και τα κενά. Αν έχετε γράψει ό, τι βλέπει το μάτι σας και σταματήσατε, δείτε το πάλι. Δείτε κάτι άλλο. Κάντε ένα άλμα προς μια άλλη εικόνα. Μην απαιτείτε από τον εαυτό σας να κατανοήσει τη σύνδεση.  Μερικά από τα πιο σπουδαία πράγματα που συμβαίνουν στην μυθοπλασία γίνονται όταν ο συγγραφέας επιτρέπει σε αυτό που φαίνεται μια ξεκομμένη εικόνα, να τον ή την οδηγήσει μακριά από τον δρόμο που είχε πάρει… «


   ----------------------------------------------------------------------------------------



ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ (δυο λόγια για τον Τζον Στάινμπεκ)



Πέρα από τις μνήμες, κύριε Τζον

Υπάρχουν διηγήματα, τα οποία κατορθώνουν να εκφράσουν ένα ρεύμα ή μια τάση και για τούτη ακριβώς τη συνεισφορά τους παραμένουν διαχρονικά, αξεπέραστα. Άλλα πάλι, λόγω της αδεξιότητας ή μιας ραγδαίας εναλλαγής στην αποτύπωση ζητημάτων φύσεως καθημερινής μπορούν να εξασφαλίσουν την υστεροφημία και να καταξιώσουν ηθικά τον δημιουργό. Και άλλα πάλι, διηγήματα ή ακόμα πολυσέλιδα μυθιστορήματα χαρακτηρίζονται από μία προφητική διάθεση. Μιλούμε δηλαδή για εκείνες τις δημιουργίες, οι οποίες απεικονίζουν μια κατάσταση με στοιχεία διαχρονικότητας και είναι αυτός ένας επαρκέστατος λόγος για να δεσμεύσουν επί μακρόν το ενδιαφέρον ενός αναγνωστικού κοινού, το οποίο εξελίσσεται, επιλέγει, ασκεί μια αυστηρή κριτική και τελικά προσδιορίζει τις κορυφές μια τέχνης με τόση υποκειμενικότητας, όσο εκείνη του λόγου. Η ομαδοποίηση είναι ενδεικτική, μπορεί δε να χαρακτηριστεί και αυθαίρετη ενώ ακόμα και μια λεπτομερέστατη εξειδίκευση δεν θα αδικούσε την κατάσταση, μιλώντας με όρους εμπορικούς. Η τελευταία κατηγορία των διηγημάτων συμπυκνώνει μια αστείρευτη δυναμική, ικανή να εξυψώσει το ίδιο το έργο και τελικά να του προσδώσει το στοιχείο της μοναδικότητας. Ετούτη η τελευταία μπορεί, κατά γενική ομολογία να εκδηλώνεται μες στα όρια του έργου, αλλά και έξω από αυτό, εκπορευόμενη από τον ίδιο το συγγραφέα ή από έναν ικανοποιητικά εκφρασμένο σφυγμό μιας εποχής ή μιας κοινωνίας ή ακόμα ενός και μόνου ανθρώπου, ενός δηλαδή δείκτη.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία θα μπορούσε, δίχως αμφιβολία να εντάξει κανείς τον «Δρόμο με τις Φάμπρικες», τη λυρική, αισθηματική απεικόνιση μιας σκληρότατης περιόδου για την παγκόσμια κοινότητα. Καθώς το αστικό μοντέλο διαβίωσης εμπλουτίζεται, οριοθετείται και συντηρείται από τον κοινωνικό ιστό, ένας δημιουργός, του διαμετρήματος του Τζων Στάινμπεκ ανιχνεύει τις παραμέτρους, για να πειστεί και να πείσει τελικά πως κάθε κόσμος δημιουργείται στη βάση των νέων απαιτήσεων, των αλλαγών οι οποίες με τόσο αργό ρυθμό επιβάλλονται στο σώμα του ιστού. Η πληθυσμιακή έκρηξη στα αστικά κέντρα, η ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς να σταθεί στο ύψος των καιρών, το νέο, πρακτικό πνεύμα που σφυρηλατείται μες στις πόλεις και παρασέρνει τις ζωές, μεταβάλλοντας την ανθρώπινη στόχευση, συνιστούν μερικούς από τους παράγοντες, οι οποίοι εξώθησαν τα πράγματα στα άκρα. Ο Στάινμπεκ, αναγνωρίζει τούτες τις νέες προβληματικές, όμως η βάση του καθίσταται ανθρωποκεντρική, αφού στην ίδια τη μορφή ανιχνεύει τις σύγχρονες, ανθρώπινες παθήσεις, εκείνες οι οποίες θα εκφραστούν με την αποτρόπαια μοναξιά, τα διογκωμένα περιθώρια, τις οξυμένες, κοινωνικές σχέσεις, τις βαθιές ακρότητες ενός κοινωνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο και αντιλαμβάνεται το πρόσωπο με τον παραμορφωτικό καθρέφτη μιας οικονομικής πρακτικές, που αναπροσαρμόζει με δυσμένεια τη θέση του ατόμου στον εξελικτικό στίβο και τον καθιστά, κατά συνέπεια έρμαιο της ίδιας της εποχής του. Ο «Δρόμος με τις Φάμπρικες», συνιστά μια πλήρη αποτύπωση του αστικού τρόπου ζωής, των ανθρώπων του των ίδιων, οι οποίοι καλούνται να κατοικήσουν τον κόσμο, με μόνο εφόδιο την αναψηλάφηση της παλιάς και οικείας, αν και μακρινής ανθρωπιάς τους. Τούτη είναι η μόνη καταγωγή τους. 

Ο Στάινμπεκ συνέλαβε το ρυθμό της εποχής του. Προφητικά κατόρθωσε να περιγράψει την ηρωική ομορφιά των επόμενων κόσμων. Με την αναφορά του στην εσωτερική περιγραφή του «δρόμου», ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια συμβολιστική αναγωγή στον κόσμο τον ίδιο, την τρομερή πραγματικότητα. Πέρα από την εικαστική αξία του λόγου, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως τέτοια, τη σχεδόν ζωγραφική αποτύπωση της ζωής στο τοπίο του βιβλίου, την οριοθέτηση του «πραγματικού», πέρα ακόμη και από τον ύμνο προς τον «ποιητικό ρεαλισμό», ο Στάινμπεκ προχωρεί και διαμορφώνει ένα σχόλιο κοινωνικό, ικανό να χωρά τη συλλογικότητα, την κύρια αίσθησή της. Με την εξειδικευμένη αναφορά του σε δευτερεύουσες μορφές, όπως ο «κινέζος έμπορος» τολμά μια τομή, μια απόπειρα λύτρωσης για λογαριασμό του τρομαγμένου, αμερικανικού εθνοκεντρισμού, ενώ την ίδια στιγμή διαφοροποιεί την «εμπορικά» δομημένη Δύση, σε σχέση με τη σταθερά μεταφυσική και ξένη πραγματικότητα των μακρινών ημισφαιρίων.

Σε κλίμακα ανθρώπινη, συμπληρώνοντας τα εισαγωγικά σχόλια, αναγνωρίζει ο Στάινμπεκ στις πιο ταπεινές και περιθωριοποιημένες περσόνες τη δυναμική και την ελευθερία απέναντι σε μια απάνθρωπη, υπόγεια δεσμευτική καθημερινότητα. Αντικρίζοντας τη χριστιανική διδασκαλία μες στην πυρηνική της ένταση ο συγγραφέας εντοπίζει στο φυσικό κόσμο τον ίδιο τον Θεό. Τον διαπιστώνει στην παράξενη ομορφιά ενός τοπίου βιομηχανικού, στις όψεις απόκληρων ανθρώπων με ακλόνητη πίστη και θέληση για ζωή. Σε τούτα τα πλαίσια, στα όρια ενός ανάλογου κόσμου, όπως εκείνος της βιομηχανικής περιοχής του Στάινμπεκ ο Θεός τελικά υφίσταται, πέρα από κάθε δισταγμό, μεγαλουργεί και τελικά εξαντλείται, όπως και ο άνθρωπος. Υπό τούτη την έννοια λοιπόν, η ιδιότητα του κοινωνικού, όπως αποδόθηκε στον Τζων Στάινμπεκ στοιχειοθετείται και δικαιολογείται σε βαθμό απόλυτο.

Είναι μια βαθιά, απόλυτη ανθρωπιά, σχεδόν κυνική ετούτη που περιγράφει ο Στάινμπεκ και οι περιθωριακές μορφές του έργου. Δεν θα ήταν αφέλεια ή ανακρίβεια αν λέγαμε πως είναι ο κόσμος  των ανθρώπινων συναισθημάτων, εκείνος που με όλη του την ένταση και το χρωματισμό ενεργοποιείται, απασφαλίζεται, για να μιλήσουμε κάποτε με όρους εκρηκτικούς, μέσα από τη ρεαλιστική θεώρηση του Αμερικανού λογοτέχνη.

Μέσω των αποστασιοποιημένων ιστοριών, παράλληλων σε όλο το εύρος του έργου ο Στάινμπεκ μας παραχωρεί ένα απόσταγμα, κάθε φορά ανθρωπιάς και μεγαλοσύνης, πιστής καρτερίας, αδιαφιλονίκητης αισιοδοξίας. Ο ρεαλισμός, όρος τον οποίο ήδη επιστρατεύσαμε στην αναφορά μας στον Στάινμπεκ εξειδικεύεται ευθύς σε ποιητικό, καθώς στην ανθρώπινη μορφή διαβλέπει ο συγγραφέας την προοπτική μιας καλοσύνης ανάλογης με την ανθρώπινη, συλλογική, ενστικτώδη μοίρα.

Ο αμερικάνικος, βιομηχανικός ρεαλισμός βρίσκει την εφαρμογή του μες στο έργο του Στάινμπεκ. Αρθρώνεται, εκφέρεται με καθαρότητα, ως ένα μοναδικό, ενδημικό είδος ετούτων των τόπων. Η καθολικότητα της τάσης του συγγραφέα εκφράζεται με την τραχύτητα του λόγου, με τις διακεκομμένες ανάσες του, με την αναπάντεχη «έξοδο» των ταπεινών ηρώων του. Η κατάκτηση αυτή μόνο αμελητέα δεν μπορεί να θεωρηθεί. Ο Στάινμπεκ προϊδεάζοντας για την εξέλιξη του έργου και τη συνέχεια γνώριμων, σε όλους μας ηρώων, στηρίζει ακόμη περισσότερο το κίνημα αυτό, την πρόταση δηλαδή ενός βιομηχανικού ρεαλισμού, απόλυτα συμβατού με την αμερικανική ψυχολογία αλλά και τη διεθνή τάση για νέα, αφιλόξενα, αστικά τοπία. Ο «Δρόμος με τις Φάμπρικες» αποτελεί ένα βιβλίο ορόσημο τόσο για την εποχή του, όσο και για τη μεταγενέστερη, αστική πραγματικότητα με τις πολλαπλασιασμένες μορφές και την απέραντη αγάπη τους προς τη ζωή, πέρα από συνθήκες, δρώμενα και εκτιμήσεις έντυπων, αυτόκλητων δικαιωμάτων. Η ζωή στο «Δρόμο με τις Φάμπρικες» κρίνεται δύσκολη, εξαιρετικά. Μα και ζεστή και σπουδαία και έτσι κατορθώνει ο Στάινμπεκ να χαμογελά εμπρός στα αναρίθμητα, σκιώδη ικριώματα των ημερών μας.


 -------------------------------------------------------------------------------------------------



«Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μ’ όλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες-γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις-να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα όν ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν. Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους… Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο. Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν. Θα βρίσκομαι εκεί» . .


steinbeck john ernst

Αποσπάσματα από το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, «Τα σταφύλια της οργής”. Eίναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.

 ------------------------------------------------------------------------------------------------


Τορτίλα Φλατ, του Τζων Στάινμπεκ

  Για έναν συγγραφέα, και δη πρωτόπειρο, η ανακάλυψη κάποιας λαότητας –όπως της Τορτίλα Φλατ–, λαότητας που απαρτιζόταν από παϊζάνους με ιδιάζοντα ήθη και δική τους ηθική, αποτελεί μεγάλη ανακάλυψη. Διόλου τυχαίο, βέβαια, το γεγονός ότι ο νεαρός Τζων γράφει μέσα στο κλίμα της αμερικανικής Κρίσης, κάνοντας επίσης χειρωνακτικές εργασίες για να επιβιώνει.

 Η Τορτίλα Φλατ (με άλλα λόγια μια περιοχή όπου επιβιώνουν οι Μεξικανο-αμερικανοί ψαράδες του Μοντερέι) θα είναι η πρώτη μεγάλη λογοτεχνική επιτυχία του Στάινμπεκ. Στην ελληνική το βιβλίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 1952 και σήμερα ανατυπώνεται (πάντα σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου) και παραδίδεται σε ένα κοινό που υποφέρει από την Κρίση και την αντιμετωπίζει με άλλα μέσα.  

 Ο Στάινμπεκ γοητευόταν πάντα από μικρές κοινότητες που υποφέρουν και παραταύτα διασώζονται χάρη στο εσωτερικό τους πιστεύω, από κοινότητες (όπως στο Άνθρωποι και Ποντίκια, στα Σταφύλια της Οργής) όπου το λαϊκό στοιχείο διαπρέπει, παρά το γεγονός ότι διαπραγματεύεται πάντα με δικό του τρόπο με το κακό. Γι' αυτό ο αφηγητής δηλώνει ορθά κοφτά ότι το βιβλίο είναι η ιστορία του Ντάνι, των φίλων του και του σπιτιού του. Όσο για την ιδιότητα του παϊζάνο, ήτοι του Ντάνι και της συντροφιάς του, μιλάμε για ένα κράμα από σπανιόλικο, ινδιάνικο, μεξικάνικο και λογής λογής ευρωπαϊκό αίμα. Μιλούν εγγλέζικα με προφορά παϊζάνο και σπανιόλικα με προφορά πάλι παϊζάνο.  

 Ο αφηγητής ξετυλίγει την καλούμπα των γεγονότων ζωγραφίζοντας σελίδα τη σελίδα τον Ντάνι αλλά και τον Πιλόν. Τόσο ο Ντάνι όσο και ο Πιλόν είναι τίμιοι άνδρες, πλην όμως αυτό δεν εμποδίζει τους δύο φίλους να έρχονται αντιμέτωποι για ψύλλου πήδημα. Ήδη στη σελίδα 33 μαθαίνουμε με αιφνίδιο τρόπο ότι ο Πιλόν αρεσκόταν «να τα κάνει πλακάκια με τον εαυτό του», άλλωστε ήταν εραστής του ωραίου και μυστικιστής, επίσης μπαμπέσης και καβγατζής. Επιπλέον, πρωτόπειρος γραφιάς ο Στάινμπεκ, αρέσκεται σε πρωτάκουστες μεταφορές που υπερβάλλουν και σκέψεις που δεν συνηθίζονται.

 Παράδειγμα: 

«Το απομεσήμερο κατέβηκε στη γης τόσο αδιόρατα όσο φτάνουνε τα γερατειά στη ζωή ενός ευτυχισμένου ανθρώπου». Επίσης: «Ο Πιλόν και ο Πάμπλο κάθονταν στην αυλή του Τορέλι και πίνανε με ρέγουλα, αφήνοντας το απόγεμα να περνάει από πάνω τους τόσο αργά όσο αργά μεγαλώνουν τα μαλλιά».   Το πνεύμα της μικρής κοινότητας, το αίμα της οικογένειας και του λαού, αποτελούν για τον Στάινμπεκ  εγγυήσεις που δεν ορρωδούν προ ουδεμιάς δυσκολίας. Γι' αυτόν το λόγο το χωριό –όσο φτωχό κι αν είναι– λειτουργεί περίπου σαν εκκλησία, όπου η παρουσία του οιουδήποτε ισοδυναμεί με ένα είδος λαϊκής προσευχής. Τυχαία μήπως ο Ζεζού Μαρία Κορκοράν είναι ένα μονοπάτι φιλανθρωπίας; Τα βάσανα – πάσκιζε και τα ανακούφιζε. Τη λύπη – πάσκιζε και της έριχνε βάλσαμο. Την ευτυχία – τη μοιραζόταν. Δεν υπήρχε μήτε σκληρόκαρδος, μήτε πρόστυχος Ζεζού Μαρία, η καρδιά του ήταν στη διάθεση του καθενός, μάλιστα αντλούσε ασταμάτητα καλοσύνη από κάποια βαθιά πτυχή της ψυχής που ξαναγέμιζε διαρκώς.

 Τελικά, η κοινότητα θα καταλήξει σε ένα άγριο πατιρντί όπου οι άντρες δεν έρχονταν στα χέρια δυο δυο, διότι γίνονταν μάχες τρομερές όπου μπλέκανε ολάκερα μπουλούκια κι όπου ο καθένας μαχόταν για λογαριασμό του και μόνο.   Περιττό να τονίσουμε ότι η εποχή του πολέμου του Βιετνάμ αποτελεί μία μαύρη σελίδα του Στάινμπεκ. Πιστεύοντας ότι ο αμερικανικός στρατός έχει το δίκιο με το μέρος του, ο συγγραφέας του Ανατολικά της Εδέμ έφτασε να γράφει ότι κάθε Αμερικανός έχει χρέος να σκοτώνει όσους Βιετκόγκ μπορεί, διότι αυτό επιτάσσει ο δίκαιος πόλεμος...



             -------------------------------------------------------------------------------



ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ


"Ο Λένι είπε: "Πες πώς θα 'ναι όταν θα 'χουμε τη γη μας".

Ο Τζορτζ αφουγκραζόταν ν' ακούσει τους μακρινούς ήχους. Για μια στιγμή πήρε ύφος ανθρώπου πρακτικού και μεθοδικού. "Κοίτα πέρα απ' το ποτάμι, Λένι, και θα σου πω ώστε σχεδόν να το δεις". Ο Λένι γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε προς την αντίπερα όχθη της λίμνης και ψηλά προς τις σκοτεινιασμένες πλαγιές των Γκάμπιλαν. "Θα 'χουμε λίγη γη" άρχισε ο Τζορτζ. Έβαλε το χέρι στην πλαϊνή του τσέπη κι έβγαλε το λούγκερ του Κάρλσον".

Στην Αμερική του μεσοπολέμου, του μεγάλου κραχ, ο γιγαντόσωμος κι απλοϊκός Λένι και ο μικρόσωμος κι έξυπνος Τζορτζ γυρνούν από τόπο σε τόπο, πλάνητες, αναζητώντας δουλειά. Ο Λένι δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σωστό απ' το λάθος και του αρέσει ν' αγγίζει τα απαλά πράγματα - τη γούνα ενός ζώου, τα μαλλιά μιας κοπέλας. Οι δυο αταίριαστοι αλλά αχώριστοι φίλοι πιάνουν δουλειά σ' ένα αγρόκτημα, και εκεί, με αφορμή την όμορφη γυναίκα του μοχθηρού Κέρλι, που είναι ο γιος του αφεντικού, μια τραγωδία ξετυλίγεται.

Το Άνθρωποι και ποντίκια είναι μια σκληρή μα και βαθιά ανθρώπινη ιστορία διαψευσμένων ονείρων. Από το 1937 που εκδόθηκε, έχει παρουσιαστεί πάμπολλες φορές στο θέατρο, έχει διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, και θεωρείται από τα αναμφισβήτητα αριστουργήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


 -------------------------------------------------------------------------------------------


Ο γιος του Τζον Στάινμπεκ, ο Τομ, ήταν έφηβος όταν γεμάτος ταραχή έγραψε ένα γράμμα στον πατέρα του για τα βάσανα της αγάπης: είχε ερωτευτεί ένα κορίτσι από το σχολείο, τη Σούζαν, και δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Στάινμπεκ απάντησε με ένα γράμμα που θα καθησύχαζε μεγάλους και μικρούς.


Νέα Υόρκη
10 Νοεμβρίου 1958

Αγαπητέ μου Τομ:

Πήραμε το γράμμα σου σήμερα το πρωί. Θα σου απαντήσω από τη δική μου πλευρά και φυσικά η Ελέιν θα σου απαντήσει από τη δική της.

Πρώτον– αν είσαι ερωτευμένος – πρόκειται για κάτι καλό – είναι το καλύτερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε κάποιον. Μην αφήσεις κανέναν να το υποβιβάσει ή να το αντιμετωπίσει επιπόλαια.
Δεύτερον – υπάρχουν πολλά είδη αγάπης. Υπάρχει ένα εγωιστικό, μικροπρεπές, εγωκεντρικό, αρπαχτικό πράγμα που χρησιμοποιεί την αγάπη για επιβεβαίωση. Αυτό είναι το άσχημο και χωλό είδος. Το άλλο προκαλεί το ξεχείλισμα όλων των θετικών που υπάρχουν μέσα σου – της ευγένειας και της λεπτότητας και του σεβασμού – όχι μόνο από την άποψη των καλών τρόπων αλλά του σεβασμού που αναγνωρίζει κάποιον άλλον άνθρωπο ως μοναδικό και πολύτιμο. Το πρώτο είδος μπορεί να σε αρρωστήσει και να σε κάνει αδύναμο και μικρό και το δεύτερο μπορεί να απελευθερώσει τη δύναμή σου, το θάρρος και την καλοσύνη, ακόμα και σοφία που δεν ήξερες ότι διέθετες.

Λες ότι δεν πρόκειται για απλό ενθουσιασμό. Αν το νιώθεις έτσι – τότε φυσικά δεν πρόκειται για απλό ενθουσιασμό.
Αλλά δε νομίζω ότι με ρωτάς τι είναι αυτό που νιώθεις. Αυτό το ξέρεις καλύτερα από οποιονδήποτε. Αυτό που ζητάς από μένα είναι να σε βοηθήσω στο τι να κάνεις μ’ αυτό το συναίσθημα– και αυτό μπορώ να σου το πω.

Αρχικά να το τιμήσεις και να είσαι πολύ ευτυχισμένος και ευγνώμων.
Το αντικείμενο της αγάπης είναι το πιο υπέροχο πράγμα. Προσπάθησε να φανείς αντάξιος.
Αν αγαπάς κάποιον – δεν είναι κακό να το παραδέχεσαι – μόνο πρέπει να θυμάσαι ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ ντροπαλοί και μερικές φορές πρέπει να λαμβάνεις αυτό το χαρακτηριστικό υπόψη.

Τα κορίτσια μπορούν να διαισθάνονται ό,τι νιώθεις, αλλά συνήθως θέλουν και να το ακούν.
Μερικές φορές, για διάφορους λόγους, τα αισθήματα δεν είναι αμοιβαία – αυτό δεν κάνει την αγάπη σου λιγότερο πολύτιμη.

Τέλος, ξέρω τι νιώθεις επειδή νιώθω το ίδιο και είμαι ευτυχισμένος που το νιώθεις κι εσύ.
Θα χαρούμε να γνωρίσουμε τη Σούζαν. Είναι απόλυτα ευπρόσδεκτη. Αλλά τις προετοιμασίες θα τις κάνει η Ελέιν γιατί αυτά είναι στη δική της δικαιοδοσία και θα τις κάνει με μεγάλη χαρά. Κι αυτή ξέρει από αγάπη και ίσως μπορεί να σε βοηθήσει περισσότερο από εμένα.
Και μην ανησυχείς για την απόρριψη. Όταν είναι σωστό, πετυχαίνει – το σημαντικό είναι να μη βιάζεσαι. Τίποτα καλό δε χάνεται.

Με αγάπη,
Ο μπαμπάς

   -----------------------------------------------------------------------------------------





   
Ελλείψει αντιπάλου πήρε το Νόμπελ το ΄62 ο Στάινμπεκ
03/01/2013

O Αμερικανός συγγραφέας Τζον Στάινμπεκ κέρδισε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962 ελλείψει αντιπάλου, αναφέρει σε σημερινό δημοσίευμά της σουηδική εφημερίδα, υποστηρίζοντας πως η επιτροπή του βραβείου θεώρησε πως δεν υπήρχε εκείνη τη χρονιά κάποιος υποψήφιος που να ξεχωρίζει μέσα σε μια «προβληματική» δεξαμενή υποψηφίων.

Μεταξύ των τελικών υποψηφίων για το βραβείο ήταν επίσης ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Ζαν Ανούιγ, η Δανή συγγραφέας Κάρελ Μπλίξεν, ο Βρετανός συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ και ο Άγγλος ποιητής Ρόμπερτ Γκρέιβς, αναφέρεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Σβένσκα Νταγκμπλάντετ».

Να πώς σκέφτεται η Επιτροπή

Διαβαθμισμένα ως τώρα έγγραφα της τετραμελούς Επιτροπής Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας, η οποία συνέταξε τον προκαταρκτικό κατάλογο των υποψηφίων, δείχνουν πως η επιτροπή συμφώνησε στην επιλογή του Στάινμπεκ -στα έργα του οποίου περιλαμβάνονται τα «Άνθρωποι και Ποντίκια» (1937) και «Τα Σταφύλια της Οργής» (1939)-, όμως μέλη της είχαν επιφυλάξεις.

Οι άλλοι διεκδικητές θεωρήθηκαν ασθενέστεροι.
Η υποψηφιότητα της Μπλίξεν, η οποία είχε γράψει μεταξύ άλλων το «Πέρα από την Αφρική» (1937), εγκαταλείφθηκε αφού η συγγραφέας πέθανε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Το γεγονός ότι το βραβείο είχε δοθεί το 1960 στον Γάλλο ποιητή Σεν-Τζον Περς, εξασθένησε τις ελπίδες του Ανούιγ.

Ο Γκρέιβς θεωρούνταν κυρίως ποιητής, παρόλο που είχε γράψει και ιστορικά μυθιστορήματα. Η ποίησή του δεν μπορούσε να συγκριθεί μ” αυτή του Αμερικανού μοντερνιστή ποιητή Έζρα Πάουντ. Εντούτοις η υποστήριξη του Πάουντ στο φασισμό, τον απέκλειε από τις υποψηφιότητες, αναφέρει στα σχόλιά του ο Χένρι Όλσον, μέλος της επιτροπής.
Ο μόνιμος γραμματέας της Ακαδημίας, ο Άντερς Όστερλινγκ, έγραψε ότι προτιμούσε τον Στάινμπεκ έναντι του Γκρέιβς αφού ο Αμερικανός συγγραφέας«φαίνεται ότι έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει υποστήριξη χωρίς αντιρρήσεις».

Οι κριτικοί λογοτεχνίας της εποχής -τόσο στη Σουηδία όσο και στις ΗΠΑ- αμφισβήτησαν την απόφαση, υποστηρίζοντας πως τα πρόσφατα έργα του Στάινμπεκ δεν έφθαναν στο ύψος των πρώτων λογοτεχνικών επιτευγμάτων του ενώ και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε αιφνιδιαστεί από τη βράβευσή του.

Η Σουηδική Ακαδημία, η οποία επιλέγει τον νομπελίστα της Λογοτεχνίας κάθε χρόνο, διατηρεί για 50 χρόνια απόρρητα τα έγγραφα που αφορούν τις αποφάσεις της.

ΠΗΓΗ: ΑΜΠΕ

----------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Στάινμπεκ, έγραψε «Τα σταφύλια της οργής», «Άνθρωποι και ποντίκια» «Ανατολικά της Εδέμ». Τον κατηγόρησαν ως κομμουνιστή, αλλά στήριξε τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Βραβεύτηκε με Νόμπελ, αλλά τον χαρακτήρισαν ως «λάθος της Ακαδημίας» .



Έκανε τρεις γάμους, βραβεύτηκε με Πούλιτζερ, ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, κατηγορήθηκε ως φιλοκομμουνιστής, αλλά τάχθηκε υπέρ του πολέμου στο Βιετνάμ. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής. Έγραψε για τους φτωχούς εργάτες και τους μετανάστες. Αυτούς που πάλευαν να επιβιώσουν και να αποκτήσουν ένα κομμάτι γης για να ριζώσουν σε ένα τόπο και να επιβιώσουν. Ο συγγραφέας Τζον Στάινμπεκ είναι ένας από τους κορυφαίους πεζογράφους του 20ου αιώνα. Τα πιο γνωστά του έργα είναι: «Άνθρωποι και Ποντίκια», «Τα Σταφύλια της Οργής», «Ανατολικά της Εδέμ». H καθιέρωση Ο Στάινμπεκ το 1936 ξεκίνησε να γράφει μια σειρά από ιστορίες που είχαν θέμα την Καλιφόρνια κατά την περίοδο του οικονομικού Κραχ και των καταιγίδων σκόνης.

 Το 1930, η αμερικανική αγροτική οικονομία γνώρισε μεγάλη καταστροφή. Εκτεταμένες θύελλες μετέφεραν μεγάλους όγκους σκόνης σκεπάζοντας περιοχές των ΗΠΑ και του Καναδά, αφανίζοντας σοδειές και μεγάλες αγροτικές εκτάσεις. Η Οκλαχόμα χτυπήθηκε άσχημα. Οι ιστορίες του Στάινμπεκ ήταν επηρεασμένες από το τραγικό φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως Dust Bowl. Γι΄ αυτό και ο Στάινμπεκ θεωρείται εκπρόσωπος του είδους που ονομάστηκε dust bowl literature. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν το μυθιστόρημα «Άνθρωποι και Ποντίκια» που κυκλοφόρησε το 1937. Ο τίτλος παρέπεμπε σε στίχους του ποιήματος του Ρόμπερτ Μπερνς «Σε ένα ποντίκι» που μερικά χρόνια πριν είχε διαβάσει ο Στάινμπεκ. Τοποθετημένο για ακόμη μία φορά στην ύπαιθρο της Καλιφόρνιας, ο Στάινμπεκ περιγράφει την ιστορία δύο απόκληρων αγροτών που περιπλανούνται σε διάφορα αγροκτήματα για να εργαστούν και να επιβιώσουν.

 Οι δύο φίλοι, Τζωρτζ Μίλτον και Λέννι Σμολέχουν στόχο να αποκτήσουν  τη δική τους φάρμα και να εκτρέφουν κουνέλια. Μια επικίνδυνη και όμορφη κοπέλα όμως αλλάζει τα δεδομένα και τη μοίρα των νεαρών αγροτών. Το μυθιστόρημα διασκευάστηκε για θεατρική παράσταση το 1937, ενώ το 1939 η ταινία στον κινηματογράφο ήταν υποψήφια για τέσσερα Όσκαρ.

 Το 1940 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για τη νουβέλα «Τα σταφύλια της Οργής». Το λογοτεχνικό έργο είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα λαμβάνοντας αμφίσημες κρητικές. Η υπόθεση του βιβλίου βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα που έζησαν οι μετανάστες που έφτασαν στην Καλιφόρνια μετά την Ύφεση και την καταστροφή των χωραφιών. Για να είναι πιο αληθινός και ουσιαστικός στα κείμενα του, ο Στάινμπεκ έμεινε για παραπάνω από χρόνο μαζί με τους μετανάστες, βίωσε τις άθλιες συνθήκες, αλλά και την καχύποπτη συμπεριφορά των Καλιφορνέζων όταν αντίκρισαν τους ρακένδυτους εσωτερικούς μετανάστες. Πολλοί κριτικοί βιβλίων το καταλόγισαν αμέσως στα καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία ενώ άλλοι έσπευσαν να το κατηγορήσουν για άσεμνο και επικίνδυνο περιεχόμενο.

 Ο Στάινμπεκ ήρθε αντιμέτωπος με τους κρατικούς μηχανισμούς όταν τον κατηγόρησαν ότι ψευδολογούσε και ήταν υπέρμαχος κομμουνιστικών απόψεων. Το βιβλίο για δύο χρόνια απαγορεύτηκε να διδάσκεται στα σχολεία και να βρίσκεται στα ράφια των δημόσιων βιβλιοθηκών. Παρόλα αυτά τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας, το μυθιστόρημα πούλησε πάνω από 40 χιλιάδες αντίτυπα, ενώ μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει τις 14 εκατομμύρια πωλήσεις. Το βιβλίο μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο το 1940.

 Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το ταξίδι στην ΕΣΣΔ

 Ο Στάινμπεκ συνέχισε να γράφει μυθιστορήματα. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε ως  πολεμικός ανταποκριτής για την εφημερίδα New York Herald Tribune.

  Ο Τζον Στάινμπεκ βρέθηκε στο Βιετνάμ το 1966 ως πολεμικός ανταποκριτής Αρχικά βρέθηκε στην Αγγλία και έπειτα στη Βόρεια Αφρική και στις ιταλικές ακτές. Εκείνη την εποχή εργάστηκε και στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (η μετέπειτα CIA).

 Με τη λήξη του πολέμου ο Στάινμπεκ επέστρεψε στην Καλιφόρνια φανερά καταβεβλημένος, και σωματικά και ψυχικά. Βρήκε για άλλη μια φορά καταφύγιο στο γράψιμο και σύντομα κυκλοφόρησε βιβλία, αλλά και σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες όπως το «Στον Ίσκιο του Θανάτου» και το «Βίβα Ζαπάτα». Για αυτή την ταινία, το 1952 ταξίδεψε στο Μεξικό μαζί με το επιτελείο της ταινίας και τους πρωταγωνιστές Μάρλον Μπράντο και Άντονι Κουίν. 

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1947, ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση και επισκέφτηκε αρκετές πόλεις, μεταξύ των οποίων η Μόσχα, το Στάλινγκραντ και το Κίεβο. Μαζί με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα το 1948 δημοσίευσαν το βιβλίο «Russian Journey». Ο Στάινμπεκ εκείνο τον καιρό συνδέθηκε με αριστερές απόψεις, γνώρισε αρκετούς σοσιαλιστές δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και εργατικά συνδικάτα και η αμερικανική κοινότητα τον κατηγόρησε για σοσιαλιστικές νοοτροπίες και διαπόμπευση του αμερικανικού καπιταλισμού.

 Νόμπελ Λογοτεχνίας και ο πόλεμος στο Βιετνάμ

 Το 1962 ο Στάινμπεκ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «τη ρεαλιστική και ευφάνταστη γραφή, ο συνδυασμός της οποίας δείχνει χιούμορ και έντονη κοινωνική αντίληψη». Πολύς κόσμος αντέδρασε για την επιλογή του συγγραφέα και έκανε λόγο για «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Σουηδικής Επιτροπής». 

Ο «γίγαντας των Αμερικανικών γραμμάτων» όπως αποκάλεσαν τον Στάινμπεκ, το 1960 είχε κυκλοφορήσει το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο Χειμώνας της Πίκρας μας», που δεν θύμιζε σε τίποτα το ταλέντο και την αυθεντικότητα των κειμένων που τον έκαναν διάσημο. Οι New York Times έκαναν λόγο για έναν συγγραφέα με περιορισμένο ταλέντο και αναρωτήθηκαν κατά πόσο οι μηχανισμοί που επιλέγουν τον νικητή των Νόμπελ είναι σωστοί. Ο Στάινμπεκ φυσικά υπερασπίστηκε τον εαυτό, αλλά αποκάλυψε ότι δεν είχε καμία ιδέα ότι θα κέρδιζε εκείνος το Νόμπελ.

Ο Τζον Στάινμπεκ κέρδισε Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962. Στα αριστερά του ο Τζέιμς Γουάτσον και στα δεξιά του ο Φράνσις Κιρκ τιμήθηκαν με τον Νόμπελ Ιατρικής
Ο Τζον Στάινμπεκ κέρδισε Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962. Στα αριστερά του ο Τζέιμς Γουάτσον και στα δεξιά του ο Φράνσις Κιρκ τιμήθηκαν με το Νόμπελ Ιατρικής.

Ο Στάινμπεκ το 1967 βρέθηκε στο Βιετνάμ για να καλύψει τον πόλεμο για το περιοδικό Newday. Φάνηκε ένθερμος υποστηρικτής του πολέμου και αρκετοί αριστεροί φίλοι και υποστηρικτές του φαίνεται να ενοχλήθηκαν με τη συμπεριφορά του συγγραφέα. Μπορεί η στροφή του συγγραφέα να οφείλεται στο γεγονός ότι και οι δύο του γιοι, που είχε αποκτήσει από τον δεύτερο γάμο του, πολεμούσαν στο Βιετνάμ. Συνάμα ήταν πλέον και φίλος με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον.

Ο Τζον Στάινμπεκ βρέθηκε στο Βιετνάμ το 1966 ως πολεμικός αναταποκριτής
Ο Τζον Στάινμπεκ βρέθηκε στο Βιετνάμ ως πολεμικός ανταποκριτής.


 Η προσωπική ζωή του συγγραφέα

 Ο Στάινμπεκ το 1930 γνώρισε τον θαλάσσιο βιολόγο και φιλόσοφο Εντ Ρίκετς. Μαζί ανέπτυξαν σύντομη αλλά βαθιά φιλία. Ο συγγραφέας  επηρεάστηκε από τον Ρίκετς που πραγματοποίησαν μαζί ταξίδια στον Κόλπο της Καλιφόρνιας συλλέγοντας βιολογικά θαλάσσια δείγματα. Το βιβλίο «Sea of Cortez» που κυκλοφόρησε το 1941 βασίστηκε στις σημειώσεις και παρατηρήσεις των δύο ανδρών για την θαλάσσια ζωή της Καλιφόρνιας. 

Το 1948, ο Ρίκετς βρήκε τραγικό θάνατο έπειτα από σύγκρουση του αυτοκινήτου του με αμαξοστοιχία. Ο Στάινμπεκ που βρισκόταν εκτός Καλιφόρνιας δεν πρόλαβε να γυρίσει εγκαίρως και όταν έφτασε ο Εντ ήταν ήδη νεκρός. Ο θάνατος του καλύτερου φίλου του και το διαζύγιο με τη δεύτερη σύζυγό του, Γκουέντολιν Κόνγκερ ένα χρόνο αργότερα, επηρέασαν βαθύτατα τον Τζον που έπεσε σε κατάθλιψη.

 Με τη συγγραφή και με την βοήθεια της Ελέιν Σκοτ, της τρίτης και τελευταίας του γυναίκας, μπόρεσε να συνέλθει και το 1951 ο Στάινμπεκ κυκλοφόρησε το έργο «Ανατολικά της Εδέμ» που ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρούσε πως ήταν το καλύτερο βιβλίο που είχε γράψει ποτέ και το αφιέρωνε στα δύο του παιδιά. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και υπήρξε το ντεμπούτο του Τζέημς Ντιν στη μεγάλη οθόνη.

 Τον Δεκέμβριο του 1968 ο Στάινμπεκ άφησε την τελευταία του πνοή, έπειτα από συνεχή μικρά καρδιακά επεισόδια. Ο συγγραφέας κάπνιζε σε όλη του τη ζωή και στην ηλικία των 66 χρόνων οι περισσότερες αρτηρίες του ήταν φραγμένες. Αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του μεταφέρθηκαν στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας.

Ο Στάινμπεκ ποζάρει με τους δύο του γιους
 Ο Στάινμπεκ ποζάρει με τους δύο γιους του

Ο Στάινμπεκ έγραψε 17 μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα. Οι αριστερές του απόψεις στάθηκαν εμπόδιο στην Αμερική του Μακαρθισμού, αλλά κατάφερε να καθιερωθεί. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς και εκπροσώπους της Δυτικής Λογοτεχνίας. Αν δεν έχετε διαβάσει κάποιο βιβλίο του, μια καλή αρχή είναι το βιβλίο «Άνθρωποι και ποντίκια», που είναι και αρκετά ενδεικτικό του ύφους του.

Τα Παιδικά χρόνια και η δύσκολη εκκίνηση... 

Ο Τζον Στάιμπεκ στην εφηβεία
Ο Τζον Στάιμπεκ στην εφηβεία



Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1902 στην πόλη Σαλίνας στην Καλιφόρνια από μετανάστες δεύτερης γενιάς. Η καταγωγή του ήταν γερμανική και ιρλανδική. Ο πατέρας του ήταν διευθυντής σε μια εταιρία που διακινούσε αλεύρι και η μητέρα του δασκάλα. Όταν ο Τζον μπήκε στην εφηβεία, ο πατέρας του έχασε την δουλειά του. Άνοιξε ένα μπακάλικο που αποδείχτηκε σκέτη αποτυχία και κατέληξε ταμίας στην κομητεία του Μοντερέυ. Εκείνη την εποχή, ο Στάινμπεκ βρήκε διέξοδο στη γραφή. 

Στα 14 του, μετά το σχολείο, κλεινόταν με τις ώρες στην σοφίτα του σπιτιού του και έγραφε μικρές ιστοριούλες για τη σχολική εφημερίδα ή για τον εαυτό του, όλες εμπνευσμένες από τα βιώματα και τους ανθρώπους της πόλης του. Το βιβλίο του «Το κόκκινο πουλάρι», που εκδόθηκε το 1933, βασίστηκε στην Τζιλ, στο πόνι που είχε ο Στάινμπεκ όταν ήταν μικρός.

 Η αποτυχία να καθιερωθεί σαν συγγραφέας στην Νέα Υόρκη και η επιστροφή στην Καλιφόρνια 

Το 1919 ο Στάινμπεκ γράφτηκε στο πανεπιστήμιο Στάφορντ στην Καλιφόρνια για να σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία. Μετά από πολλές διακοπές στις σπουδές του, εγκατέλειψε την προσπάθεια να αποκτήσει πτυχίο και το 1925 ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη με τη φιλοδοξία πως θα γίνει τρανός συγγραφέας. Το όνειρο απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Οι ιστορίες του είχαν πολλή μικρή απήχηση και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τις δημοσιεύσει. Ο Στάινμπεκ δεν μπορούσε να συντηρήσει τον εαυτό του από τη συγγραφική δουλειά και αναγκάστηκε να βρει μια άσχετη δουλειά. Ωστόσο δεν τα κατάφερε να στεριώσει κάπου και τρία χρόνια αργότερα, καταπονημένος και σχεδόν υποσιτισμένος, επέστρεψε στην Καλιφόρνια. Ο συγγραφέας είχε ως πηγή έμπνευσης τα βιώματα των φτωχών ανθρώπων της Καλιφόρνιας Βρήκε δουλειά στην αρχή σαν ξεναγός κι έπειτα σαν επιστάτης σε ένα ιχθυοτροφείο. 

Παράλληλα, το 1929 εκδόθηκε η πρώτη νουβέλα του Στάινμπεκ, «η Χρυσή Κούπα», χωρίς ιδιαίτερη απήχηση. Το 1930 παντρεύτηκε την Κάρολ Χένινκγ, που γνώρισε στο ιχθυοτροφείο. Το ζευγάρι επιβίωνε μόνο με τα απαραίτητα και πολλές φορές τρέφονταν από τα ψάρια που έπιανε ο Τζον και από τα λαχανικά που καλλιεργούσαν στο κτήμα τους. Για καλή τύχη του Στάινμπεκ, ο πατέρας του προθυμοποιήθηκε να τον συντηρεί οικονομικά όσο ο Τζον θα προσπαθούσε να καταξιωθεί ως συγγραφέας. 

Η επιτυχία ήρθε μερικά χρόνια αργότερα με την «Πεδιάδα της Τορτίγια», που κυκλοφόρησε το 1935 και εξιστορούσε τις περιπέτειες μιας παρέας απένταρων νεαρών στο Μοντερέυ της Καλιφόρνιας. Επτά χρόνια αργότερα το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

 Η πορεία προς την καταξίωση είχε ξεκινήσει... 

     ---------------------------------------------------------------------------------------


Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ (John Ernst Steinbeck: Σαλίνας Βάλεϋ, ΚαλιφόρνιαΗΠΑ27 Φεβρουαρίου 1902 – Νέα Υόρκη20 Δεκεμβρίου 1968) ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Έγραψε το βραβευμένο με Βραβείο Πούλιτζερ μυθιστόρημαΤα Σταφύλια της Οργής (1939) και τη νουβέλα Άνθρωποι και Ποντίκια (1937). Συνέγραψε συνολικά είκοσι επτά βιβλία, τα οποία περιλαμβάνουν 16 μυθιστορήματα, έξι πραγματικές ιστορίες και πέντε συλλογές διηγημάτων. Το 1962 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Βιογραφία

Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ Ο Νεότερος γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1902 στην πόλη Σαλίνας στην Καλιφόρνια. Ήτανγερμανικής και ιρλανδικής καταγωγής. Ο Γιόχαν Άντολφ Γκροστάινμπεκ, ο προπάππος του Στάινμπεκ από την πλευρά του πατέρα του, είχε συντομεύσει το όνομα σε Στάινμπεκ όταν μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η οικογενειακή φάρμα στο Χάιλιχενχάους στη Γερμανία ονομάζεται μέχρι σήμερα Γκροστάινμπεκ.

Ο πατέρας του, Τζον Στάινμπεκ ο Πρεσβύτερος, υπηρέτησε στην περιοχή του Μοντερέυ ως ταμίας. Η μητέρα του Τζον, Όλιβ Χάμιλτον, μια πρώην δασκάλα, μοιραζόταν με τον Τζον το πάθος για διάβασμα και γράψιμο. Ο Στάινμπεκ ζούσε σε μια μικρή αγροτική πόλη που ήταν ουσιαστικά ένας μεθοριακός οικισμός, ευρισκόμενος στη μέση μερικών από τις πιο εύφορες εκτάσεις γης του κόσμου. Περνούσε τα καλοκαίρια του δουλεύοντας σε κοντινά κτηνοτροφικά αγροκτήματα και μετά με μετανάστες εργάτες στο αγρόκτημα Spreckels. Γνώρισε τη σκληρότερη διάσταση της ζωής των μεταναστών και τη σκοτεινότερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, υλικό το οποίο εξέφρασε σε έργα όπως το Άνθρωποι και Ποντίκια. Εξερευνούσε επίσης το περιβάλλον του περπατώντας στα τοπικά δάση, αγρούς και φάρμες.

Το 1919, ο Στάινμπεκ αποφοίτησε από το Λύκειο του Σαλίνας και παρακολουθούσε με διαλείμματα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ μέχρι το 1925, φεύγοντας τελικά από το πανεπιστήμιο χωρίς να πάρει πτυχίο. Ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη κι έκανε κάθε είδους παράδοξη δουλειά ενώ κυνηγούσε το όνειρό του να γίνει συγγραφέας. Όταν απέτυχε να δημοσιεύσει κάποιο έργο του επέστρεψε στην Καλιφόρνια όπου εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως ξεναγός το 1928 και ως επιστάτης στο ιχθυοτροφείο του Ταχόε Σίτυ, όπου θα συναντούσε την τουρίστρια Κάρολ Χέννινγκ, τη μέλλουσα πρώτη του σύζυγο. Ο Στάινμπεκ και η Χέννινγκ παντρεύτηκαν τον Ιανουάριο του 1930.

Ο Στάινμπεκ έζησε το μεγαλύτερο μέρος Μεγάλης Ύφεσης και του γάμου του με την Κάρολ σε ένα εξοχικό που ανήκε στον πατέρα του στην κωμόπολη Πασίφικ Γκρόουβ στην Καλιφόρνια στην Χερσόνησο του Μοντερέυ, λίγα τετράγωνα μακριά από την πόλη του Μοντερέυ. Ο πατέρας του Στάινμπεκ τού παρείχε στέγαση δωρεάν μαζί με χαρτί για τα χειρόγραφά του και πολύ σημαντικά δάνεια στα τέλη του 1928, τα οποία επέτρεψαν στον Στάινμπεκ να εγκαταλείψει μια πολύ κουραστική δουλειά σε μια αποθήκη εμπορευμάτων στο Σαν Φρανσίσκο και να επικεντρωθεί στην τέχνη του.
Μετά την έκδοση του μυθιστορήματος Η Πεδιάδα της Τορτίλα (Tortilla Flat) το 1935, η οποία διαδραματίζεται στο Μοντερέυ, της πρώτης του εμπορικής επιτυχίας, οι Στάινμπεκ αναδύθηκαν από τη σχετική φτώχεια κι έχτισαν ένα καλοκαιρινό ράντσο-σπίτι στην κωμόπολη Λος Γκάτος. Το 1940 πήγε ένα ταξίδι γύρω από τον Κόλπο της Καλιφόρνια μαζί με τον στενό του φίλο, Εντ Ρίκετς, για να μαζέψουν βιολογικά δείγματα. Το έργο The Log from the Sea of Cortez περιγράφει την εμπειρία του. Αν και η Κάρολ συνόδευσε τον Στάινμπεκ στο ταξίδι, ο γάμος τους είχε αρχίσει να έχει προβλήματα μέχρι εκείνη την εποχή, και θα τελείωνε τελικά το 1941, τον καιρό που ο Στάινμπεκ δούλευε στο χειρόγραφο για το βιβλίο.

Το 1943,ο Στάινμπεκ κατέθεσε αίτηση διαζυγίου κατά της Κάρολ και νυμφεύθηκε την Γκουίντολιν («Γκουίν») Κόνγκερ, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά - τον συγγραφέα Τόμας (Τομ) Μάιλς Στάινμπεκ το 1944 και τον συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζον Στάινμπεκ IV (1946-1991). Ο Στάινμπεκ και η δεύτερη σύζυγός του χώρισαν το 1950. Τον Δεκέμβριο του 1950, ο Στάινμπεκ νυμφεύθηκε την προϊσταμένη σκηνής Ελέιν Σκοτ μέσα σε μια εβδομάδα από την οριστικοποίηση του διαζυγίου της από τον ηθοποιό Ζάκαρι Σκοτ. Αυτός ο γάμος διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Στάινμπεκ το 1968.

Το 1948 ο Στάινμπεκ περιηγήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τον φημισμένο φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα. Επισκέφτηκαν τη Μόσχα, το Κίεβο, την Τιφλίδα, το Μπατούμικαι το Στάλινγκραντ. Το βιβλίο του για τις εμπειρίες τους Ρωσικό Ημερολόγιο, εικονογραφήθηκε με φωτογραφίες του Κάπα. Εκείνη τη χρονιά εκλέχτηκε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.

Το 1962 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στην επίσημη ομιλία του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης είπε, μεταξύ άλλων, ότι "ο ίδιος ο άνθρωπος έχει καταστεί η μεγαλύτερή μας απειλή και η μοναδική μας ελπίδα". Επίσης αναφέρθηκε στο ρόλο του συγγραφέα "επιφορτισμένο με το καθήκον να αποκαλύπτει τα τρωτά και σφάλματά μας, να φέρει στο φως τα σκοτεινά και επικίνδυνα όνειρά μας, με σκοπό να βελτιώσει την ζωή μας".
Το 1966, ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στο Τελ Αβίβ για να επισκεφτεί τον χώρο του Βουνού της Ελπίδας, μιας αγροτικής κοινότητας ιδρυμένης από τον παππού του στοΙσραήλ, του οποίου ο αδελφός, Φρίντιχ Γκροσστάινμπεκ, δολοφονήθηκε από Άραβες διαγουμιστές στις 11 Ιανουαρίου 1858.

Ο Τζον Στάινμπεκ πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 20 Δεκεμβρίου 1968 από καρδιακή ασθένεια και καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν 66 ετών και είχε υπάρξει σε όλη του τη ζωή καπνιστής. Η αυτοψία έδειξε σχεδόν πλήρη απόφραξη των κυρίων στεφανιαίων αρτηριών.

Σύμφωνα με τις επιθυμίες του, το σώμα του αποτεφρώθηκε και μία τεφροδόχος που περιείχε τις στάχτες του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο στο Garden of Memories Memorial Park στην πόλη Σαλίνας. Οι στάχτες του τοποθετήθηκαν μαζί με εκείνες των Χάμιλτον (παππούδων του). Η τρίτη σύζυγός του Ελέιν, θάφτηκε μαζί του το 2004. Είχε γράψει νωρίτερα στον γιατρό του πως ένιωθε πολύ βαθιά «μέσα στη σάρκα του» και πως δεν θα επιβίωνε τον σωματικό θάνατο του και ότι το βιολογικό τέλος της ζωής του θα ήταν και το οριστικό.

Λογοτεχνική καριέρα

Το πρώτο μυθιστόρημα του Στάινμπεκ Η Χρυσή Κούπα (Cup of Gold), που δημοσιεύτηκε το 1929, βασίζεται στη ζωή και τον θάνατο του κουρσάρου Χένρι Μόργκαν. Επικεντρώνεται στην επίθεση και λεηλασία της πόλης του Παναμά από τον Μόργκαν, η οποία κάποιες φορές αναφέρεται ως «Χρυσή Κούπα», και σε μια γυναίκα πιο ξανθιά και από τον ήλιο, η οποία λέγεται πως βρισκόταν εκεί.

Μετά τη Χρυσή Κούπα, ανάμεσα στο 1931 και στο 1933 ο Στάινμπεκ παρήγαγε τρία μικρότερα έργα. Οι Βοσκές του Ουρανού (The Pastures of Heaven), δημοσιευμένο το 1932, αποτελούνταν συνδεδεμένες μεταξύ τους ιστορίες για μια κοιλάδα κοντά στο Μοντερέυ, που ανακαλύφθηκε από έναν Ισπανό δεκανέα ενώ καταδίωκε δραπέτες γηγενείς Ινδιάνους σκλάβους. Το 1933 ο Στάινμπεκ δημοσίευσε Το Κόκκινο Πόνι (The Red Pony), μια 100σέλιδη ιστορία με τέσσερα κεφάλαια, μια συρραφή αναμνήσεων από την παιδική ηλικία του Στάινμπεκ. Το Σ' Έναν Άγνωστο Θεό (To A God Unknown) διηγείται τη ζωή κάποιου που ρυθμίζει νόμιμα με την κυβέρνηση την πρόθεση να αποκτήσει τον τίτλο του (homesteader) και της οικογένειάς του, απεικονίζοντας ένα χαρακτήρα με μία πρωτόγονη και παγανιστική λατρεία για τη γη στην οποία εργάζεται.

Ο Στάινμπεκ κατάφερε την πρώτη του επιτυχία με το μυθιστόρημα Η Πεδιάδα της Τορτίλια (Tortillia Flat,1935), το οποίο κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της Λέσχης της Κοινοπολιτείας της Καλιφόρνια. Το βιβλίο απεικονίζει τις περιπέτειες μιας ομάδας αταξικών και συνήθως άστεγων νεαρών αντρών στο Μοντερέυ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγο πριν την Ποταπαγόρευση. Οι χαρακτήρες, οι οποίοι παρουσιάζονται με μια ειρωνική σύγκριση με μυθικούς ιππότες σε μια αναζήτηση, απορρίπτουν όλα τα καθιερωμένα ήθη και έθιμα της αμερικανικής κοινωνίας για να απολαύσουν έναν έκλυτο βίο, επικεντρωμένο στο κρασί, τη λαγνεία, τη συντροφικότητα και τις μικροκλοπές. Το βιβλίο έγινε ταινία το 1942, με πρωταγωνιστές τους Σπένσερ ΤρέισιΧέντι Λαμάρ και Τζον Γκάρφιλντ, φίλο του Στάινμπεκ.

Ο Στάινμπεκ ξεκίνησε να γράφει μια σειρά με «ιστορίες της Καλιφόρνια» και φανταστικές ιστορίες σχετικά με τις αμμοθύελλες που σάρωσαν τις πεδιάδες των ΗΠΑ και του Καναδά από το 1930 έως το 1936 (Dust Bowl), προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Οι ιστορίες αυτές τοποθετούνταν ανάμεσα σε καθημερινούς ανθρώπους κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι Σε Αμφίβολη Μάχη (In Dubious Battle), Άνθρωποι και Ποντίκια (Of Mice and Men) και Τα Σταφύλια της Οργής (The Grapes of Wrath). Το Άνθρωποι και Ποντίκια, που ασχολείται με τα όνειρα δύο μεταναστών εργατών που δουλεύουν το χώμα της Καλιφόρνια, επευφημήθηκε ιδιαίτερα από τους κριτικούς.

Η θεατρική μεταφορά του Άνθρωποι και Ποντίκια σημείωσε τεράστια επιτυχία, με πρωταγωνιστές τον Μπρόντερικ Κρόφορντ ως τον πνευματικά παιδαριώδη αλλά σωματικά δυνατό πλανόδιο εργάτη αγροκτημάτων, «Λένι» και τον Ουάλλας Φορντ ως τον σύντροφό του, «Τζορτζ». Παρολ'αυτά, ο Στάινμπεκ αρνήθηκε να ταξιδέψει από το σπίτι του στην Καλιφόρνια για να παρακολουθήσει μια παράσταση του έργου όσο παιζόταν στη Νέα Υόρκη, λέγοντας στον Κάουφμαν ότι το έργο όπως υπήρχε στο δικό του μυαλό ήταν «τέλειο» και οτιδήποτε παρουσιαζόταν στη σκηνή θα ήταν απλώς μια απογοήτευση. Ο Στάινμπεκ θα έγραφε δύο ακόμα θεατρικά έργα (Το Φεγγάρι Χαμήλωσε και Burning Bright).

Το Άνθρωποι και Ποντίκια μεταφέρθηκε το 1939 από το Χόλιγουντ στον κινηματογράφο, όπου έπαιζε ο Λον Τσάνι ο Νεότερος (ο οποίος είχε υποδυθεί αυτό τον ρόλο και στην παραγωγή του έργου στο Λος Άντζελες) τον Λένι και ο Μπέρτζες Μέρεντιθ τον Τζορτζ. Ο Στάινμπεκ ακολούθησε το κύμα της επιτυχίας με Τα Σταφύλια της Οργής (1939), βασισμένο σε άρθρα που είχε δημοσιεύσει σε εφημερίδα στο Σαν Φρανσίσκο. Το μυθιστόρημα θα θεωρούνταν από πολλούς το καλύτερο έργο του. Κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1940, ενώ έγινε περίφημη ταινία σε σκηνοθεσία Τζον Φορντ, με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα ως Τομ Τζόουντ, ο οποίος προτάθηκε για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για αυτή την ερμηνεία του.

Η επιτυχία του Τα Σταφύλια της Οργής δεν στερήθηκε αμφισβητήσεων, καθώς οι φιλελεύθερες πολιτικές απόψεις του Στάινμπεκ, η απεικόνιση της αρνητικής πλευράς του καπιταλισμού και η επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων των μεταναστεύσεων εξαιτίας του Dust Bowl οδήγησαν σε αντιδράσεις εναντίον του συγγραφέα, ιδιαίτερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Πράγματι, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο ήταν και άσεμνο και παραπλανητικό σχετικά με τις συνθήκες στην επαρχία, το Συμβούλιο της επαρχίας Κερν απαγόρευσε το βιβλίο από τα δημόσια σχολεία και βιβλιοθήκες της επαρχίας τον Αύγουστο του 1939. Αυτή η απαγόρευση ίσχυε μέχρι τον Ιανουάριο του 1941. Σχετικά με αυτές τις αντιρρήσεις, ο Στάινμπεκ έγραψε, «Η δυσφήμισή μου εκεί έξω από τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τραπεζίτες είναι αρκετά κακή. Το τελευταίο είναι μια φήμη από αυτούς ότι οι κάτοικοι της Οκλαχόμα με μισούν και έχουν απειλήσει να με σκοτώσουν επειδή λέω ψέματα γι' αυτούς. Είμαι τρομοκρατημένος με την αυξανόμενη οργή από αυτό το καταραμένο πράγμα. Έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο, εννοώ ένα είδος υστερίας αναπτύσσεται για το βιβλίο και αυτό δεν είναι καθόλου υγιές.»

Οι κινηματογραφικές εκδοχές των Τα Σταφύλια της Οργής και Άνθρωποι και Ποντίκια (από δύο διαφορετικά κινηματογραφικά στούντιο) γυρίζονταν ταυτόχρονα, επιτρέποντας στον Στάινμπεκ να περνάει μια ολόκληρη μέρα στο πλατό του Τα Σταφύλια της Οργής και την επόμενη μέρα στο πλατό του Άνθρωποι και Ποντίκια.

Εντ Ρίκετς

Κατά τη δεκαετία του '30 και του '40, ο βιολόγος και οικολόγος, Εντ Ρίκετς, ενέπνευσε έντονα το γράψιμο του Στάινμπεκ. Ο Στάινμπεκ πήγαινε με συχνά μικρές εκδρομές με τον Ρίκετς στις ακτές της Καλιφόρνια για να βρίσκει ο Στάινμπεκ χρόνο για ανάπαυση από το γράψιμό του και να συλλέγουν βιολογικά δείγματα, τα οποία ο Ρίκετς πουλούσε ως επάγγελμα. Το κοινό τους βιβλίο για μία αποστολή για να συλλέξουν δείγματα από τον Κόλπο της Καλιφόρνια το 1940, το οποίο ήταν εν μέρει βιβλίο ταξιδιωτικού περιεχομένου και εν μέρει ασχολούνταν με τη φυσική ιστορία, δημοσιευμένο μόλις οι ΗΠΑ εισήλθαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δε βρήκε κανένα κοινό και οι πωλήσεις δεν πήγαν καλά. Παρόλ' αυτά, το 1951, ο Στάινμπεκ επαναδημοσίευσε το αφηγηματικό μέρος του βιβλίου ως The Log from the Sea of Cortez, με το όνομά του μόνο (αν και ο Ρίκετς είχε γράψει λίγο από αυτό). Αυτό το βιβλίο κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.

Ο Ρίκετς υπήρξε το μοντέλο του Στάινμπεκ για τον χαρακτήρα του «Ντοκ» από το Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες (Cannery Road, 1945) και Γλυικά Πέμπτη (Sweet Thursday, 1954), τον «Φίλο Εντ» στο Burning Bright και χαρακτήρες των Σε Αμφίβολη Μάχη (In Dubious Battle, 1936) και Τα Σταφύλια της Οργής (The Grapes of Wrath, 1939). Οικολογικά θέματα επαναλαμβάνονται συχνά σε μυθιστορήματα του Στάινμπεκ εκείνη την περίοδο.

Οι στενές σχέσεις του Στάινμπεκ με τον Ρίκετς τελείωσαν το 1941 όταν ο Στάινμπεκ μετακόμισε από το Πασίφικ Γκρόουβ και χώρισε με τη γυναίκα του, Κάρολ. Ο βιογράφος του Ρίκετς, Έρικ Ένο Ταμ, σημειώνει ότι, εκτός από το Ανατολικά της Εδέμ (East of Eden, 1952), το γράψιμο του Στάινμπεκ παρήκμασε βαθμιαία μετά τον πρόωρο θάνατο του Ρίκετς το 1948.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Το μυθιστόρημά του Το Φεγγάρι Χαμήλωσε (1942) σχετικά με το πνεύμα αντίστασης, το οποίο έχει ως πηγή έμπνευσης το Σωκράτη, σε ένα κατειλημμένο από τουςΝαζί χωριό στη Βόρεια Ευρώπη, έγινε σχεδόν αμέσως ταινία. Πολλοί υποθέτουν πως η ανώνυμη χώρα του μυθιστορήματος είναι η Νορβηγία και το 1945 ο Στάινμπεκ έλαβε το Μετάλλιο της Ελευθερίας από το Νορβηγό βασιλιά Χαακόν ΣΤ' για τη λογοτεχνική συνεισφορά του στο κίνημα της νορβηγικής αντίστασης.

Το 1943, ο Στάινμπεκ υπηρέτησε ως πολεμικός ανταποκριτής στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune και δούλεψε με το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (τον πρόγονο της CIA), Εκείνη την εποχή έγινε φίλος με τον Ουίλ Λανγκ Τζ. του περιοδικού Life. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Στάινμπεκ ακολούθησε τις αποστολές κομάντο του προγράμματος Beach Jumpers του Ντάγκλας Φέρμπανκς Τζ., οι οποίες εξαπέλυαν επιχειρήσεις αντιπερισπασμού με μικρές μονάδες εναντίον νησιών Μεσογείου που κρατούνταν από τους Γερμανούς. Κάποια από τα γραπτά του εκείνης της περιόδου ενσωματώθηκαν σε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο Ήταν Κάποτε ένας Πόλεμος (Once There Was A War,1958).

Ο Στάινμπεκ επέστρεψε από τον πόλεμο με αρκετά τραύματα από οβίδες αλλά φέροντας και ψυχολογικά τραύματα. Θεράπευσε τον εαυτό του, όπως πάντα, γράφοντας. Έγραψε το Στον ίσκιο του θανάτου (Lifeboat, 1944) του Άλφρεντ Χίτσκοκ και την ταινία A Medal for Benny (1945) μαζί με τον σεναριογράφο Τζακ Ουάγκνερ σχετικά με φίλους (paisanos) από την Πεδιάδα της Τορτίλια που πηγαίνουν στον πόλεμο. Αργότερα ζήτησε να αφαιρεθεί το όνομα του από τους τίτλους του Στον ίσκιο του θανάτου διότι πίστευε πως η τελική μορφή της ταινίας περιείχε ρατσιστικά υπονοούμενα. Το 1944, υποφέροντας από νοσταλγία για τη ζωή του στο Μοντερέυ και το Πασίφικ Γκρόουβ τη δεκαετία του '30, έγραψε και το Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες (Cannery Row,1945), το οποίο έγινε τόσο διάσημο ώστε η Λεωφόρος Ocean View στο Μοντερέυ, όπου διαδραματίζεται το βιβλίο, μετονομάστηκε τελικά σε Cannery Row το 1958.

Μετά το τέλος του πολέμου έγραψε Το Μαργαριτάρι (The Pearl, 1947) ξέροντας ήδη πως θα γυριστεί σε ταινία. Η ιστορία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο τεύχος του Δεκεμβρίου του 1945 στο περιοδικό Woman's Home Companion ως Το Μαργαριτάρι του Κόσμου. Εικονογραφήθηκε από τον Τζον Άλαν Μάξγουελ. Το μυθιστόρημα είναι μια ευφάνταστη αφήγηση μιας ιστορίας που άκουσε ο Στάινμπεκ στη Λα Παζ το 1940, όπως αφηγείται στο The Log From the Sea of Cortez, την οποία περιέγραψε στο Κεφάλαιο 11 ως «τόσο σαν παραβολή που σχεδόν δεν μπορεί να είναι». Ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στο Μεξικό για τα γυρίσματα με τον Ουάγκνερ, ο οποίος βοήθησε με το σενάριο. Στο ταξίδι θα εμπνεόταν από την ιστορία του Εμιλιάνο Ζαπάτα και κατόπιν έγραψε ένα κινηματογραφικό σενάριο (Viva Zapata!) σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Άντονι Κουίν.

Νέα Υόρκη

Μετά το διαζύγιο του από την Γκουέντολιν Κόνγκερ και τον θάνατο του Εντ Ρίκετς (όταν το αυτοκίνητό του χτυπήθηκε από τρένο το 1948), ο Στάινμπεκ παντρεύτηκε για τελευταία φορά το 1950. Λίγο αργότερα άρχισε να δουλεύει πάνω στο Ανατολικά της Εδέμ (1952), το οποίο θεωρούσε το καλύτερο του έργο.

Το 1952, ο Τζον Στάινμπεκ εμφανίστηκε ως αφηγητής στην ταινία της 20th Century Fox Το Τελευταίο Φύλλο (O. Henry's Full House). Αν και ο Στάινμπεκ αργότερα παραδέχτηκε ότι ένιωθε άβολα μπροστά στην κάμερα, παρείχε ενδιαφέρουσες εισαγωγές σε αρκετές κινηματογραφικές μεταφορές διηγημάτων του θρυλικού συγγραφέα Ο. Χένρι. Περίπου την ίδια εποχή, ο Στάινμπεκ ηχογράφησε αναγνώσεις αρκετών διηγημάτων του για την Columbia Records. Παρά την κάποια έλλειψη άνεσης από τον Στάινμπεκ, οι ηχογραφήσεις παρέχουν μια καταγραφή της βαθιάς, ηχηρής φωνής του.
Μετά την επιτυχία του Viva Zapata!, ο Στάινμπεκ συνεργάστηκε με τον Καζάν στο Ανατολικά της Εδέμ (East of Eden), το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Τζέημς Ντην.

Έργα

Το χρυσό κύπελλο (Cup of Gold) (1929)
Οι Ουράνιες Βοσκές (The Pastures of Heaven) - συλλογή διηγημάτων (1932)
Το κόκκινο πουλάρι (The Red Pony) (1933)
Σ' Έναν Άγνωστο Θεό (To A God Unknown) (1933)
Η Πεδιάδα της Τορτίγια (Tortilla Flat) (1935)
Σε Αμφίβολη Μάχη (In Dubious Battle) (1936)
Άνθρωποι Και Ποντίκια (Of Mice And Men) (1937)
Η Μακριά Κοιλάδα (The Long Valley) - συλλογή διηγημάτων (1938)
Τα Σταφύλια της Οργής (The Grapes of Wrath) (1939)
Η Θάλασσα του Κορτέζ (Sea of Cortez) (1941)
The Forgotten Village - σενάριο (1941)
Το Φεγγάρι Έπεσε (The Moon is Down) (1942)
Στον ίσκιο του θανάτου (Lifeboat) - σενάριο (1944)
Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες (Cannery Row) (1945)
Το δύστροπο λεωφορείο (The Wayward Bus) (1947)
Το Μαργαριτάρι (The Pearl) (1948)
Ρωσικό Ημερολόγιο (A Russian Journal) (1948)
Burning Bright - θεατρικό (1950)
Ανατολικά της Εδέμ (East of Eden) (1952)
Βίβα Ζαπάτα! (Viva Zapata!) - σενάριο (1952)
Γλυκιά Πέμπτη (Sweet Thursday) (1954)
Η Σύντομη Βασιλεία του Πιπίνου Δ΄ (The Short Reign of Pippin IV) (1957)
Ο Χειμώνας της πίκρας μας (The Winter of Our Discontent) (1961)
Ταξίδι με τον Τσάρλι: Αναζητώντας την Αμερική (Travels With Charley: In Search of America) (1962)
Αμερική και Αμερικάνοι (America and Americans) - δοκίμιο (1966)

Ελληνικές μεταφράσεις

Το χρυσό κύπελλο : Σωτ. Πατατζής (;)
Οι Ουράνιες Βοσκές : Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη («Γ.Παπαδημητρίου»)
Το κόκκινο πουλάρι : Δ.Π. Κωστελένος («Άγκυρα»)
Σ' έναν άγνωστο Θεό  : Γ. Κριμπάς («Άγκυρα»)
Tortilla Flat : Μ.Δημοπούλου («;»), Άρης Αλεξάνδρου («Γκοβόστη», 2013, ως Τορτίλα Φλατ)
Άνθρωποι και ποντίκια : Αλίκη Βρανά («Άγκυρα»)
Τα Σταφύλια της Οργής : Κοσμάς Πολίτης («Βιβλιοθήκη για όλους»), Μιχάλης Μακρόπουλος (εκδ. «Παπαδόπουλος», Αθήνα 2014, 556 σελ.)
Το Φεγγάρι έπεσε : Κοσμάς Πολίτης («Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος»)
Ο δρόμος με τις φάμπρικες : Δ.Π. Κωστελένος («Παγκόσμια Λογοτεχνία»)
Το δύστροπο λεωφορείο : Ρ. Πολίτη («Κλασσική Βιβλιοθήκη»)
Το Μαργαριτάρι : Λ. Πολενάκης («Άγκυρα»)
Ανατολικά της Εδέμ : Κοσμάς Πολίτης («Αυλός»)
Η σύντομη βασιλεία του Πιπίνου Δ΄ : Πάκα («Παρατηρητής»)
Ο χειμώνας της πίκρας μας : Μανώλης Κορνήλιος («Αυλός»)


---------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ



lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2011/07/blog-post.html


logotexnia-filoteo.blogspot.com/2014/03/blog-post_21.html


diastixo.gr/arthra/3831-steinbeck




www.24grammata.com › 24γράμματα:
















Δημοσίευση σχολίου