Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

HERBERT VON KARAJAN - ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΦΟΝ ΚΑΡΑΓΙΑΝ












ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΦΟΝ ΚΑΡΑΓΙΑΝ
Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν επάνω στην αγαπημένη του μοτοσικλέτα


Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΑΖΕΙ 

Η παράσταση είχε μόλις τελειώσει όταν ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν όρμησε βιαστικός στον δρόμο σταματώντας το πρώτο ταξί που περνούσε από το θέατρο. «Γρήγορα,γρήγορα!» φώναξε στον οδηγό. «Εντάξει, αλλά πού πηγαίνετε;» τον ρώτησε εκείνος.«Οπουδήποτε» του απάντησε ο αείμνηστος αρχιμουσικός. «Έτσι κι αλλιώς, παντού με ζητούν...».

Καίτοι σε κάποια άλλη περίπτωση το παραπάνω ανέκδοτο δεν θα ήταν παρά η διακωμώδηση μιας ακραία αλαζονικής συμπεριφοράς, εν προκειμένω επρόκειτο απλώς για μια διαπίστωση αναγνωριστική. Επικεφαλής, ταυτοχρόνως, της Κρατικής Όπερας της Βιέννης, του Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου και διατηρώντας στενές σχέσεις με τη Συμφωνική της Βιέννης, τη Φιλαρμονική του Λονδίνου και τη Σκάλα του Μιλάνου, ο Κάραγιαν θεωρούνταν για περισσότερα από 20 χρόνια ο «γενικός μουσικός διευθυντής της Ευρώπης», κυριαρχώντας στη Γηραιά Ήπειρο μεταξύ των δεκαετιών 1950-1970 όπως κανένας άλλος ως τότε. Αρχιμουσικός με το ρεπερτόριό του να κινείται μεταξύ του Μότσαρτ και του Σένμπεργκ, σταρ των μέσων μαζικής ενημέρωσης, παραγωγός όπερας, ιδρυτής και διευθυντής επιτυχημένων φεστιβάλ, ο Κάραγιαν - τα 100 χρόνια από τη γέννηση του οποίου εορτάζονται εφέτος διεθνώς - ήταν πάνω απ' όλα, όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε κάποτε, «ο άνθρωπος που έκανε τη μουσική θρησκεία και έγινε ο ίδιος ο πλέον ένθερμος κήρυκάς της».



Έχοντας δει το πρώτο φως της ζωής στις 5 Απριλίου του 1908 στο Σάλτσμπουργκ, ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν έμελλε να γίνει το διασημότερο μετά τον Μότσαρτ τέκνο της γενέτειράς του. Η - μεγαλοαστική - οικογένειά του, η οποία ήλκε την καταγωγή της από την Ελλάδα, και δη την Κοζάνη, του προσέφερε τη δυνατότητα να μεγαλώσει σε καλλιεργημένο περιβάλλον. Ωστόσο πολύ νωρίς έδειξε την αγάπη του για τη μουσική. Σπούδασε στο Mozarteum του Σάλτσμπουργκ και αργότερα στη Μουσική Σχολή της Βιέννης, όπου δεν άργησε να ξεχωρίσει. Χαρακτηριστικές οι αναμνήσεις κάποιου συμμαθητή του: «Ήταν ένα σοβαρό παιδί. Την εποχή που όλοι οι υπόλοιποι αγωνιζόμασταν να διευθύνουμε, αυτός ερμήνευε κιόλας Μπραμς από μνήμης. Κανένας δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Υπήρχε μια καντίνα στο ισόγειο όπου τρώγαμε. Ο Κάραγιαν ερχόταν, έτρωγε ένα σάντουιτς στα γρήγορα και εξαφανιζόταν».

Όσο για τον πολυσυζητημένο αργότερα εγωισμό του, την ταύτισή του με το πάλαι ποτέ μοντέλο του «μαέστρου-δικτάτορα», σύμφωνα με κάποιες απόψεις είχε τις ρίζες του στην παιδική ηλικία. Αισθανόταν ικανός να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση. «Γεννήθηκα για να δίνω διαταγές» φερόταν να έχει πει κάποτε προσθέτοντας: «Θυμάμαι τον πατέρα μου να δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις. "Ρώτησε τη μητέρα σου" μου έλεγε πάντοτε όταν τύχαινε να τον ρωτήσω κάτι. Μετά, έδειχνε να διαφωνεί με τις αποφάσεις της. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Από την παιδική μου κιόλας ηλικία, ήμουν εγώ που πάντοτε έδινα τις διαταγές...».

Στις 22 Ιανουαρίου του 1929 ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν έκανε το ντεμπούτο του ως αρχιμουσικός στη γενέτειρά του και για την επόμενη πενταετία εργάστηκε στο Κρατικό Θέατρο της πόλης Ουλμ. Επρόκειτο για μια περίοδο την οποία αργότερα ο ίδιος αναπολούσε με νοσταλγία. «Εκεί μπορούσα να εκφραστώ, να μάθω από τα λάθη μου»έλεγε χαρακτηριστικά. Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, ενώ από το 1934 ως το 1941 ήταν διευθυντής στην Οπερα του Ααχεν. Στη δεκαετία του 1930 εξάλλου πρωτοσυνεργάστηκε με τις περισσότερες από τις ορχήστρες και τα θέατρα τα οποία αργότερα έμελλαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην καριέρα του, ως το τέλος της ζωής του στις 16 Ιουλίου του 1989. Το 1934 έκανε το ντεμπούτο του με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, το 1937 πρωτοδιηύθηνε τη Φιλαρμονική του Βερολίνου - στην οποία από το 1956 ορίστηκε ισόβιος μόνιμος αρχιμουσικός -, ενώ την ίδια χρονιά συνεργάστηκε επίσης με την Κρατική Οπερα του Βερολίνου, όπου το 1938 γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τον βαγκνερικό «Τριστάνο και Ιζόλδη» κάνοντας έναν γνωστό κριτικό να μιλάει για «Το θαύμα Κάραγιαν».



Πολύς λόγος έχει γίνει κατά καιρούς για τις σχέσεις του Κάραγιαν με το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας. Επρόκειτο για μια αναγκαστική επιλογή-μονόδρομο προκειμένου να υπάρξει και να εξελιχθεί ως διευθυντής ορχήστρας με δεδομένο και το νεαρό της ηλικίας του ή μήπως ήταν μια συνειδητή ιδεολογική απόφαση; Σύμφωνα με κάποιους, η αίτηση την οποία κατέθεσε προκειμένου να γίνει μέλος του κόμματος το 1933 ήταν απλώς μια κίνηση τακτικής προκειμένου να διασφαλίσει τη θέση του στο θέατρο της Ουλμ σε μια εποχή γενικότερων διώξεων, ενώ η δεύτερη αίτηση - το 1935 - ερμηνεύθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να πάρει τη θέση του διευθυντή της Οπερας του Ααχεν. Μεσούντος εν τούτοις του πολέμου το 1942, ο Κάραγιαν χώρισε την πρώτη του σύζυγο και παντρεύτηκε την Ανίτα Γκίτερμαν, στις φλέβες της οποίας κυλούσε αίμα εβραϊκό. Ο γάμος αυτός λέγεται ότι του προκάλεσε προβλήματα, αλλά τελικά κατάφερε να εξασφαλίσει στη δεύτερη σύζυγό του τον τίτλο της «επίτιμης Αρείας». Οι δυο τους χώρισαν το 1958, οπότε ο Κάραγιαν παντρεύτηκε την Ελιέτ Μουρέ.

Το 1946 ο Κάραγιαν έδωσε την πρώτη μεταπολεμική συναυλία του στη Βιέννη, εν τούτοις του απαγορεύτηκαν άλλες ανάλογες δραστηριότητες από τις ρωσικές αρχές κατοχής, λόγω των σχέσεών του με το ναζιστικό κόμμα. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά τού επιτράπηκε να επιστρέψει στις επαγγελματικές του ασχολίες.

Στο πλαίσιο του σταθερού ενδιαφέροντός του να βελτιώνει την ακουστική αλλά και την οπτική εμπειρία του κοινού, ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν από το 1965 κιόλας συνεργαζόταν με καταξιωμένους σκηνοθέτες για την κινηματογράφηση συναυλιών και παραστάσεων όπερας. Τον Ιανουάριο του 1980 έκανε την πρώτη του ψηφιακή ηχογράφηση με τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, ενώ την επόμενη χρονιά, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Πάσχα στο Σάλτσμπουργκ» το οποίο ο ίδιος είχε ιδρύσει, έγινε η πρώτη παρουσίαση στον μουσικό κόσμο του νέου φορμά του ψηφιακού δίσκου (CD).
Λάτρης της μοτοσικλέτας, των γρήγορων και πολυτελών αυτοκινήτων αλλά και των αεροπλάνων, ο Κάραγιαν απέκτησε το πρώτο του δίπλωμα πιλότου το 1952. Αργότερα, όταν δεν του επιτρεπόταν να κυβερνά τζετ, αποφάσισε να μάθει να πετά ελικόπτερο κάνοντας πράξη μια βαθιά πεποίθησή του: «Αν κάποιος ισχυριστεί ότι έχει πλέον εκπληρώσει όλους τους στόχους του, είναι γιατί απλώς οι στόχοι του αυτοί είναι χαμηλοί...».

                 ---------------------------------------------------------------------

















( Από μικρός, ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, "έβλεπε" την Ενάτη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, σαν ένα σμήνος από 300 πουλιά, να πετούν, χωρίς αρχηγό-πλοηγό, ελεύθερα στον ουρανό! Σαν ώριμος πλέον μαέστρος, "βλέπει" την εσωτερική ευαισθησία που αναδύει κάθε μουσικός -αλλά και κάθε μέλος της χορωδιακής- στην Ορχήστρα! )

Το 1929 ήταν η χρονιά που οι ειδικοί και το κοινό της Αυστρίας πιστοποίησαν τη μεγάλη ταλαντούχα φλέβα του μαέστρου στο πρόσωπό του, ακούγοντας να διευθύνει Τσαϊκόφσκι και Ρίχαρντ Στράους. Οι επιρροές από την τέχνη του Τοσκανίνι ήταν πολλές σ’ εκείνη την πρώτη του εποχή. 

Μελέτησε και παρουσίασε στη συνέχεια πολύ μεγάλο αριθμό από έργα ρεπερτορίου έχοντας πάντα πολύ βαθύ σεβασμό στο γερμανικό ρεπερτόριο (Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μπραμς, Στράους). 
Υπεράσπισε όμως και συνθέτες που δεν αποδείχτηκε τελικώς ότι ήταν το… φόρτε του (π.χ. Σούμπερτ και Σούμαν). Στον τομέα των δισκογραφήσεων τα πιο αγαπημένα του έργα φαίνεται να επιζητούσε να τα αποτυπώσει πολλές φορές. Έτσι εξηγείται η ηχογράφηση των συμφωνιών του Μπετόβεν, 5 φορές, ή τετράκις ηχογράφηση του Γερμανικού Ρέκβιεμ του Μπραμς κλπ. 

Με τον Νταβίντ Οϊστραχ

Στα έργα της εποχής του έδειξε ενδιαφέρον και προσπάθησε να πείσει το κοινό ότι θα όφειλε να τα αποδεχθεί με μουσικούς όρους. Ιδιαίτερα αγάπησε την Ιεροτελεστία της Άνοιξης (Στραβίνσκι), το Κοντσέρτο για ορχήστρα (Μπέλα Μπάρτοκ) κ.α. Μετά το 1970 προσέγγισε αριστοτεχνικά τις  συμφωνίες του Μάλερ και του Μπρούκνερ. 

Η ανάμιξη στα δύσκολα πολιτικά θέματα κατά την εποχή του Ναζισμού (ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος τα χρόνια 1935-1945) και η πολεμική εναντίον του Φουρτβέγκλερ δεν τον βοήθησαν στην αποδοχή από το κοινό, που σε μεγάλο ποσοστό δεν τον συγχώρεσε, κάτι που βέβαια δεν εκπλήσσει...
Μετά τον αποναζισμό του προσελήφθη (1948) ως μόνιμος μαέστρος στην Ορχήστρα Φιλαρμόνια του Λονδίνου, όπου είχε σημαντικότατες ευκαιρίες να συνεργαστεί με διάσημους σολίστες.

Από το 1955 μέχρι το 1989 έμεινε επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, απόλυτος … δικτάτορας αλλά και μέντορας των μουσικών της. Από το 1956 για οκτώ χρόνια συνεργαζόταν, ως διάδοχος του Καρλ Μπεμ, με την Φιλαρμονική ορχήστρα της Βιέννης. Από το 1967 διεύθυνε το φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ ενώ από το 1969 για τρία χρόνια διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας του Παρισιού. 

Το 1979 αποσύρεται από την ενεργή δράση, αφού ολοκληρώνει την ηχογράφηση της Συμφωνίας αρ. 7 του Μπρούκνερ με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου.


Σε όλη τη ζωή του ο Κάραγιαν ηχογράφησε περίπου 900 δίσκους και πούλησε 120 εκατομμύρια αντίτυπα.


Οι Κάραγιαν στο Ανίφ της Αυστρίας





 -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Bundesarchiv Bild 183-S47421, Herbert von Karajan.jpg
Ο Κάραγιαν το 1938

             
Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν (Herbert von Karajan, 5 Απριλίου 1908 – 16 Ιουλίου 1989) ήταν Αυστριακός διευθυντής ορχήστρας. Ο Κάραγιαν διηύθυνε τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου για τριάντα πέντε χρόνια.

Καταγωγή

Ο Κάραγιαν ήταν ο γιος μιας οικογένειας ελληνικής καταγωγής από το Σάλτσμπουργκ. Ο προπάππος του, Γεώργιος Ιωάννης Καραγιάννης, γεννήθηκε στην Κοζάνη και έφυγε για τη Βιέννη το 1767, λόγω της τουρκοκρατίας, και τελικά κατέληξε στο Κέμνιτς του τότε Εκλεκτοράτου της Σαξωνίας. Ο γιος του Θεόδωρος εργάστηκε στη βιομηχανία υφασμάτων της Σαξωνίας και τιμήθηκε από τον Φρειδερίκο-Αύγουστο Α΄ την 1 Ιουνίου 1792 με την αποδοχή του στην τάξη των ευγενών. Aπό τότε υπάρχει το «von» στο όνομα της οικογενείας, το οποίο αργότερα έγινε Κάραγιαν. Στις 11 Ιουλίου 1869, μετά την μετοίκησή του στην Αυστρία, ο Θεόδωρος φον Κάραγιαν πήρε και τον τίτλο του Ιππότη (Ritter), ο οποίος επίσης μεταδόθηκε κληρονομικώς. 



O Κάραγιαν στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το 1939


Βιογραφία

Ο Κάραγιαν γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ ως Heribert Ritter von Karajan.

 Από το 1916 ως το 1926 σπούδασε στο Mozarteum στο Σάλτσμπουργκ. 

Το 1929 διηύθυνε τη «Σαλώμη» στο Festspielhaus του Σάλτσμπουργκ, και από το 1929 ως το 1934 ήταν ο πρώτος Kapellmeister στο Stadttheater στο Ουλμ της Βάδης-Βυρτεμβέργης.

 Το 1933 έκανε την έναρξη διεύθυνσής του στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ με τη σκηνή της «Walpurgisnacht» στην παραγωγή του Φάουστ υπό τον Max Reinhardt. Το επόμενο έτος, και πάλι στο Σάλτσμπουργκ, διεύθυνε την Φιλαρμονική Ορχήστρα Βιέννης για πρώτη φορά, και από το 1934 ως το 1941, ήταν διευθυντής στην όπερα του Άαχεν της Γερμανίας. 



Τον Μάρτιο του 1935 δόθηκε μια σημαντική ώθηση στη σταδιοδρομία του, όταν υπέβαλε αίτηση για την ιδιότητα μέλους στο ναζιστικό κόμμα. Το ίδιο έτος, ο Κάραγιαν διορίστηκε ως νεώτερος «Generalmusikdirektor» της Γερμανίας στο αστικό θέατρο του Άαχεν. Σημείωσε σημαντική επιτυχία με την διεύθυνση της όπερας «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Ρίχαρντ Βάγκνερ.

 Το 1946 ο Κάραγιαν έδωσε την πρώτη μεταπολεμική συναυλία του στη Βιέννη με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα Βιέννης, αλλά του απαγορεύθηκε να διευθύνει περαιτέρω τις δραστηριότητές της από τις ρωσικές αρχές, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος του. 


Herbert von Karajan and Mstislav Rostropovich with Strauss's “Don Quixote”

Το 1948 έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής της Gesellschaft der Musikfreunde στην Βιέννη. Διηύθυνε επίσης στη Σκάλα στο Μιλάνο

Το 1955 διορίστηκε διευθυντής μουσικής στην Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου ως διάδοχος του Βίλχελμ Φούρτβενγκλερ

Από το 1957 ως το 1964, ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής της κρατικής όπερας της Βιέννης. Επίσης είναι ο εμπνευστής του Πασχαλινού Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.



 Η πλατεία με το όνομα του μεγάλου μουσικού στο Σάλτσμπουργκ ( Karajanplatz Salzburg )

Αποτέλεσμα εικόνας για herbert von karajan photos


  -----------------------------------------------------------------------------------------------


Τι έλεγε για την ελληνική καταγωγή του, ποια ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία του, πόσο απλός αλλά και απρόσιτος ήταν. Η συγγραφέας του «Maestro» αναπολεί στιγμές από τη φιλία της με τον θρύλο της μουσικής

Έλενα Ματθαιοπούλου


Ελενα Ματθαιοπούλου


«Για μένα ο Κάραγιαν ήταν απλώς ο Χέρμπερτ...»

«Ήταν Μάιος, στη Βιέννη. Ενα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο. "Πάμε έναν περίπατο; " ακούω τη φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής. "Ναι, γιατί όχι; " απαντώ. Το αυτοκίνητο μας άφησε έξω απ' το μεγάλο νεκροταφείο της Βιέννης. Πρώτα μου έδειξε τους τάφους του Μπραμς και του Σούμπερτ. Μετά με πήγε στο σημείο που ήταν θαμμένοι όλοι οι σημαντικοί ορθόδοξοι Έλληνες της Βιέννης. "Τώρα" λέει "θα σου δείξω κάτι που μπορεί να μην ξέρεις".Είχε πάρει το ύφος παιδιού που κάνει κάτι και σχεδόν ντρέπεται. Σχεδόν είχε δακρύσει."Κοίτα! " μου είπε. Κοιτάζω τον τάφο μπροστά μου. Έγραφε "Τεοντόρ φον Κάραγιαν". Ήταν του προπάππου του».

Η συγγραφέας Ελενα Ματθαιοπούλου άκουσε την Παρασκευή στο Μέγαρο Μουσικής την Ορχήστρα Φιλαρμόνια να δίνει συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του φίλου της, του Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Ήταν κι εκείνη εκεί, όπως και η οικογένεια του μαέστρου. Μα γι' αυτήν δεν είχε σημασία το χειροκρότημα, η τιμή, η ελληνική καταγωγή του θρυλικού πια μαέστρου. Το μόνο που μετρούσε ήταν πως όλα αυτά γίνονταν για τον φίλο της. Και πως ακόμη θυμάται τις συζητήσεις τους και γελά, μ' αυτό το χαμόγελο το κάπως θλιμμένο που σου αφήνουν οι φίλοι όταν φεύγουν.

«Μια φορά μου έλεγε πως πήγε στην Κοζάνη να βρει το πατρικό του και ανακάλυψε ότι είχε γκρεμιστεί και στη θέση του υπήρχε πια ένα μαγαζί με παπούτσια. "Λογικό είναι" του απάντησα."Αφού κι εσύ έχεις φετίχ με τα γυναικεία παπούτσια, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει το σπίτι σου αν όχι μαγαζί με παπούτσια;". Τον μαέστρο-θρύλο τον πρωτογνώρισε το 1981, όταν ετοίμαζε το πρώτο βιβλίο της, το «Maestro». Η Deutsche Grammophon οργάνωσε τη συνέντευξη, ή μάλλον την πρώτη τους συνάντηση, στο Βερολίνο. Ο Κάραγιαν έδινε συνεντεύξεις μόνο σε όσους δημοσιογράφους τού έκαναν καλή εντύπωση. «Πήγα λοιπόν στην πρόβα...» λέει η κυρία Ματθαιοπούλου «κάθησα και με περικύκλωσε ένας ήχος τόσο εξαϋλωμένος... σαν να έβλεπα στον αέρα σχήματα αόρατα να κινούνται. Κι εκείνος να λέει στην ορχήστρα: "Μη μου δίνετε αυτή τη χοντρή σούπα!". Με το που γίνεται διάλειμμα, μου κάνει νόημα να πάω στο καμαρίνι...».

«Ήταν πολύ κουρασμένος. Μου έκαναν εντύπωση τα μάτια του ­ είχαν ένα παράξενο πρασινοκαφέ χρώμα, καμία σχέση μ' αυτό το επιθετικό μπλε που είχαν κανονικά. Άρχισε να μου λέει πως κι εκείνος ήθελε να γράψει ένα βιβλίο. "Όχι για τη ζωή μου βέβαια" είπε. "Η ζωή μου δεν έχει σημασία. Θέλω να γράψω για την ερμηνεία της μουσικής". "Ακριβώς αυτό ήθελα να σας ρωτήσω κι εγώ! " του λέω, κάτι μου απαντά, αρχίζει η συζήτηση, και ξαφνικά σαν να έκαναν σπίθες τα μάτια του, και σαν βολβός που στριφογυρίζει το πρασινοκαφέ χάνεται και πετιέται πάλι στην ίριδα αυτό το βαθύ μπλε, το ηλεκτρισμένο!».

Πέντε ημέρες μετά, η κυρία Ματθαιοπούλου έφυγε απ' το Βερολίνο. Έτσι απλά, όπως το πρασινοκαφέ πήρε πάλι τη θέση του μπλε. «Θυμάμαι το βλέμμα του ­ μοναξιά απέραντη...Η έκφρασή του σχεδόν παρακαλούσε να μείνω. Πολλά χρόνια μετά, που το σκέφτομαι, λέω:"Καλά, γιατί δεν άλλαζα το εισιτήριό μου;". Αλλά πώς να το ήξερα τότε; Πώς να φανταζόμουν πως αυτή η συντροφιά των τεσσάρων-πέντε ημερών γι' αυτόν μπορεί να είχε τόση σημασία. Και όμως... Είχε!». Εχουν οι θρύλοι αδυναμίες; «Αν έχουν λέει; Αυτή ήταν η αδυναμία του ­ και την ήξερε: δεν μπορούσε να κάνει εύκολα φίλους, να δείξει στους άλλους τον πραγματικό του εαυτό, δεν είχε αυτό που λέμε "ταλέντο της κοινωνικής συναναστροφής". Μισούσε να συζητεί περί ανέμων και υδάτων. Και έτσι, έμενε μόνος του. Η μοναξιά του, όσο την αποζητούσε για να μπορέσει να δουλέψει, τόσο μετά τον έπνιγε».
Φαινόταν να έχει τις απαντήσεις για όλα όταν στεκόταν πάνω στο πόντιουμ. Μπορούσε να συνταιριάξει τους ήχους τόσο ιδανικά που και η ελάχιστη προσθαφαίρεση να μοιάζει παραφωνία. Και όμως όσο αρμονική ήταν η μουσική του τόσο αντιφατική ήταν η ύπαρξή του πέρα απ' αυτήν. «Μια φορά του λέω» θυμάται η κυρία Ματθαιοπούλου «"μα είναι δυνατόν; Δεν ντρέπεσαι η κόρη σου να κυκλοφορεί έτσι; Πάμε να της πάρουμε κάτι. Όλο τα ρούχα της μαμάς της θα φοράει;". "Τι λες; " μου κάνει. "Εκατομμυριούχος είμαι;". "Ναι! "λέω "είσαι!". "Μα εμένα δεν μου έδωσε ποτέ κανείς τίποτα! " απαντάει. Και μιλάμε για έναν άνθρωπο πάρα πολύ ανοιχτοχέρη, και με τρομερή αδυναμία στις κόρες του». Ίσως έφταιγαν τα δικά του παιδικά χρόνια. Τότε που, αντί να ανακαλύψει αυτός τη μουσική, τον ανακάλυψε εκείνη. Θα γινόταν πιανίστας αλλά αργότερα μια πάθηση στον τένοντα τον σταμάτησε. Πέντε-έξι ετών έδινε ρεσιτάλ πιάνου, και δεν είχε κανένα τρακ. Ήταν η εποχή που η μητέρα του, μια πολύ σκληρή γυναίκα από τη Σλοβακία, του έκοβε τις μερίδες του φαγητού του όταν θεωρούσε πως δεν μελετούσε ή δεν διάβαζε όσο έπρεπε!

Τα πρώτα του χρόνια στη γενέτειρά του, το Σάλτσμπουργκ, ήταν παράξενα. Ίσως γι' αυτό αργότερα, ενώ στο Βερολίνο ήταν ο πιο απλός άνθρωπος και μπορούσε ο καθένας να τον πλησιάσει στον δρόμο ή στο σινεμά, στο Σάλτσμπουργκ συμπεριφερόταν σαν βασιλιάς ­ κυκλοφορούσε με τον σωματοφύλακα και πάντα είχε ύφος απόμακρο, συγκρατημένο.«Ωρες ώρες μού έδινε την εντύπωση πως είχε ακόμη κάτι να αποδείξει στους ανθρώπους εκεί» λέει η κυρία Ματθαιοπούλου. «Γιατί μπορεί μεν να ήταν από καλή οικογένεια, να ήταν "Φον", αλλά ήταν ξένοι "Φον"». Και όμως ο ίδιος δεν υπολόγιζε τον εαυτό του ως «Φον» ­ τουλάχιστον όχι όταν ήταν με φίλους.

«Στην πραγματικότητα το να ζεις δίπλα του ήταν απλό. Τόσο απλό που μόνο εκ των υστέρων καταλάβαινες ότι ήταν και πάρα πολύ χρήσιμο» λέει η κυρία Ματθαιοπούλου. Θυμάται ακόμη τις συμβουλές του. «"Κάθε πράγμα χρειάζεται συγκεκριμένη προσπάθεια για να γίνει" μου έλεγε. "Ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη. Γι' αυτό, σε ό,τι κι αν θες να πετύχεις, να βάζεις την προσπάθεια που χρειάζεται. Ποτέ λιγότερη, γιατί δεν θα το πετύχεις,ποτέ παραπάνω γιατί θα φθαρείς. Και πρόσεξε ­ να δίνεις προσοχή στα πράγματα. Όταν ξεκουράζεσαι, να ξεκουράζεσαι. Όταν τρως, να τρως. Όταν δουλεύεις, να δουλεύεις. Να είσαι συγκεντρωμένη σ' αυτό που κάνεις, να του δίνεις όλη σου την προσοχή. Ειδάλλως δεν θα το κάνεις καλά"».




  --------------------------------------------------------------------------------------------


28. Σεπτεμβρίου 2009 || 
Χέρμπερτ φον Κάραγιαν: ένας εθνικιστής του πόντιουμ


Συμπληρώνονται φέτος 20 χρόνια από τον θάνατο του ελληνικής καταγωγής αρχιμαέστρου Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Είναι νομίζω η κατάλληλη ευκαιρία να τιμήσουμε όχι μόνο ένα μεγάλο τέκνο της Ελλάδος, αλλά και ένα κορυφαίο καλλιτέχνη που ουδέποτε απαρνήθηκε την εθνικιστική του ιδεολογία.

Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν γεννήθηκε ως Χέρμπερτ Ρίτερ φον Κάραγιαν στο Σάλτζμπουργκ στις 5 Απριλίου 1908. Ο πατέρας του Έρνστ Κάραγιαν ανήκε στην ανωτέρα αστική τάξη και καταγόταν από την Κοζάνη. Ενώ η μητέρα του, Μάρτα ήταν Σερβικής καταγωγής. Ο προ-προ-προπάππος του Γεώργιος Ιωάννης Καραγιάννης εγκατέλειψε την τουρκοκρατούμενη Κοζάνη το 1767 για τον ελεύθερο και κοσμοπολίτικο αέρα της Βιέννης και τελικά εγκαταστάθηκε στο Τσέμνιτζ της Σαξωνίας. Εκεί, αυτός και ο αδελφός του συμμετείχαν στην ίδρυση της βιομηχανίας ρούχων της Σαξονίας. Για τις προσφορές τους ανακηρύχθηκαν σε ευγενείς από τον Φρειδερίκο Αύγουστο τον 3ο στις 1 Ιουνίου 1792. Εξ’ ου και το αριστοκρατικό προσωνύμιο «φον» του ονόματος του, ενώ το Καραγιάννης έγινε Κάραγιαν. Ό Κάραγιαν ποτέ δεν αρνήθηκε τις ελληνικές του ρίζες και όταν συναντούσε Έλληνες θαυμαστές η συνεργάτες, τους ζητούσε να του μιλούν στην πατρική του γλώσσα.




Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν υπήρξε παιδί – θαύμα. Σε ηλικία 3 ετών έπαιζε πιάνο και στα 8 του έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ. Στα 20 του χρόνια είδε τον Αρτούρο Τοσκανίνι να διευθύνει και κατάλαβε ήδη τι ήθελε να κάνει για τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Έκανε το ντεμπούτο του στις 2 Μαρτίου 1929 με τους «Γάμους του Φιγκαρό» του Μότσαρτ στην όπερα της πόλης του Ουλμ, όπου θα παρέμενε μαέστρος για πέντε χρόνια.

Εν τω μεταξύ ο εθνικός ιδεαλισμός που εκπροσωπούσαν ο εθνικοσοσιαλισμός και ο φασισμός γοήτευε τα μεγαλύτερα μυαλά της Ευρώπης. Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος το 1933, έξι χρόνια πριν το Άνσλους. Υπ’ όψιν ότι τότε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα στην Αυστρία δεν ήταν στην εξουσία για να χρειασθεί να γίνει μέλος. Αυτό σημαίνει ότι ο Κάραγιαν εμπνεόταν από τις αρχές του εθνικοσοσιαλισμού. Μάλιστα όταν το ΕΣ κόμμα έγινε παράνομο στην Αυστρία, την επόμενη χρονιά, ο Κάραγιαν κατέφυγε στην Γερμανία.
Εκεί θα έβρισκε καταφύγιο στην γερμανική πόλη του Άαχεν. Μία παράσταση του «Τριστάνου και της Ιζόλδης» στην Όπερα του Βερολίνου υπήρξε αφορμή να τον «ανακαλύψει» ο Χένριχ Γκαίρινγκ, ο δεύτερος στην ιεραρχία του Τρίτου Ράιχ. Ήταν ο Γκαίρινγκ που τον προώθησε, αλλάζοντας για πάντα την καριέρα του. Μάλιστα ο Γκαίρινγκ προωθούσε τον Κάραγιαν σε αντιπαράθεση στον Γκαίμπελς που προωθούσε τον Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ. Την ίδια χρονιά θα γινόταν μέλος του «Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανών Εργατών», κάτι που σε αυτό πολύ είδαν αργότερα μια κίνηση καριέρας. Αλλά όπως είπε και ένας από τους Άγγλους κατήγορους του δεν ήταν μόνο η καριέρα του που μετρούσε, αλλά και η ιδεολογία του. Εδώ πρέπει να πούμε ότι παρόλο που έγινε ο νεώτερος γενικός μουσικός διευθυντής της Γερμανίας, η καριέρα του δεν προωθήθηκε όσο αυτές των Φουρτβένγκλερ, Καρλ Μπέμ και Χανς Κνάπερμπουτς.





Το 1939 θα πάρει για δεύτερη γυναίκα του την κατά 1/4 Εβραία Ανίτα Σάουεστ. Αυτή ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για τον κύκλο του Γκαίμπελς να τον πολεμήσει ασταμάτητα και να επιβάλει τον Φουρτβένγκλερ ως αγαπημένο μαέστρο του Τρίτου Ράιχ (ήταν εξάλλου και ο αγαπημένος του Χίτλερ). Όμως ο Γκαίρινγκ θα τον στηρίξει μέχρι τέλους. Το 1944 ακολουθεί στην Ιταλία τα γερμανικά στρατεύματα που στήριζαν την Δημοκρατία του Σαλό. Τέτοιες πράξεις δεν τις κάνει κάποιος που δεν εμπνέεται από την εθνικιστική ιδεολογία.

Αυτήν την ιδεολογία, ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν ουδέποτε αρνήθηκε, ούτε έκανε δηλώσεις μετανοίας, ακόμα και κατά την διάρκεια της σκληρότερης αποναζιστικοποίησης. Πράγμα που οδήγησε πολλούς καλλιτέχνες εβραϊκής καταγωγής, όπως ο Αρθούρος Ρουμπινστάιν, να αρνηθούν να παίξουν κάτω από την μπαγκέτα του. Ενώ στις ΗΠΑ κατά την διάρκεια των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, Εβραίοι και κομμουνιστές διαδήλωναν έξω από τα λυρικά θέατρα και τους χώρους συναυλιών, όπου διεύθυνε ο διάσημος Κοζανίτης. Όποια άποψη και να έχει ο καθένας για τον εθνικοσοσιαλισμό, για τον Κάραγιαν ήταν ο δικός του εθνικισμός και ως τέτοιον δεν θα μπορούσε ποτέ να τον αρνηθεί.

Η απαρχή της διεθνούς καριέρας του υπήρξε η μεταπολεμική συνεργασία του με τον Ουώλτερ Λέγκε, του Άγγλου παραγωγού και συζύγου της διάσημης σοπράνο Ελίζαμπεθ Σβάρζκοπφ. Ο Λέγκε ίδρυσε την Simfonia του Λονδίνου για να μπορεί να έχει δουλειά η κυνηγημένη για τις εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες της γυναίκα του και ο Κάραγιαν υπήρξε ο πρώτος διάσημος μαέστρος της.
Από εκεί και πέρα, ο Κάραγιαν θα μεταμορφωνόταν στον μεγαλύτερο μαέστρο του κόσμου και σε μία από τις θρυλικότερες και πιο δυνατές φυσιογνωμίες της κλασσικής μουσικής του 20ου αιώνα. Υπήρξε ένας μαέστρος που έβγαζε από μια ορχήστρα και τους τραγουδιστές της είτε ήταν η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, είτε η Σκάλα του Μιλάνου και η Ορχήστρα του Σαλτζμπουργκ, τους πιο όμορφους ήχους που ακούστηκαν ποτέ. Η δε σειρά των 9 συμφωνιών του Μπετόβεν που ηχογράφησε για λογαριασμό της «Ντώυτσε Γκράμοφον» στην δεκαετία του ‘60 πούλησαν σε ένα ποπ κοινό πολύ πριν υπάρξουν οι «Τρεις Τενόροι». Ακόμα και σήμερα παραμένουν μπεστ σέλλερς.


Μία καριέρα σε εξώφυλλα δίσκων


Ο Κάραγιαν υπήρξε επίσης εκπληκτικός στην διεύθυνση έργων του Βάγκνερ, του Μπρούκνερ και του Μάλερ. Εκείνος όμως ο συνθέτης, που ο Κάραγιαν βοήθησε στην επανεκτίμηση του ήταν ο Γιαν Σιμπέλιους, ο πατέρας του Φινλανδικού Εθνικισμού στην μουσική (και όχι εθνικής σχολής, όπως είναι ο «πολιτικά ορθός» όρος στην Ελλάδα) Μάλιστα όταν ανέλαβε την Φιλαρμονική του Βερολίνου το πρώτο έργο που έπαιξε ήταν η 4η Συμφωνία του Σιμπέλιους. Τέτοια ταύτιση είχε με τον μεγαλύτερο μαθητή του Βάγκνερ. Αλλά και ο μεγάλος συνθέτης έλεγε ότι ο Κάραγιαν ήταν ο μόνος μαέστρος που καταλάβαινε την 4η του Συμφωνία.

Τέλος να πούμε ότι η πρώτη ηχογράφηση σε δίσκο ακτίνας (CD) έγινε ποτέ, ήταν με τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν να διευθύνει την «Συμφωνία των Άλπεων» του Ρίτσαρντ Στράους.
Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν πέθανε στις 16 Ιουλίου 1989, αλλά οι ήχοι που έβγαλε η μπαγκέτα του ακόμα ακούγονται στον Όλυμπο της κλασσικής μουσικής.






  ------------------------------------------------------------------------------------------------


50 χρόνια Φιλαρμονική του Βερολίνου

Πριν από 50 χρόνια εγκαινιάστηκε η Φιλαρμονική του Βερολίνου που δεν διαθέτει μόνο μια από τις πιο ξακουστές ορχήστρες στον κόσμο αλλά στεγάζεται και σε ένα εντυπωσιακό κτίριο του Χανς Σάρουν.



Ο σπουδαίος διευθυντής ορχήστρας Χέρμπερτ φον Κάραγιαν δεν επέλεξε τυχαία την εισαγωγή νούμερο 3 από την όπερα Φιντέλιο του Μπετόβεν για τα εγκαίνια της νέας Φιλαρμονικής του Βερολίνου στις 15 Οκτωβρίου 1963. Μια εισαγωγή δραματική και μια ωδή στην ελευθερία. Πολλοί από τους θεατές μπορούσαν να παρακολουθήσουν από πολύ κοντά όχι μόνο τους μουσικούς αλλά και την έκφραση του προσώπου του μαέστρου. Κάτι τέτοιο συνέβαινε για πρώτη φορά.

Ο διευθυντής ορχήστρας Χέρμπερτ φον Κάραγιαν
Ο διευθυντής ορχήστρας Χέρμπερτ φον Κάραγιαν


Μέχρι τότε όλες οι αίθουσες συναυλιών χτίζονταν πάνω-κάτω με τον ίδιο τρόπο. Μια τετράγωνη αίθουσα με μια υπερυψωμένη σκηνή για την ορχήστρα. Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα αυτής της αρχιτεκτονικής είναι η Φιλαρμονική της Βιέννης όπου μέχρι και σήμερα δίνεται το περίφημο κονσέρτο για τον καινούργιο χρόνο.

Όταν ο Γερμανός αρχιτέκτονας Χανς Σάρουν, υπέβαλε το 1956 τα σχέδια του για την κατασκευή της νέας φιλαρμονικής στο Βερολίνο, επρόκειτο για μια επανάσταση. Δεν είχε σχεδιάσει το κλασσικό τετράγωνο αλλά μια ασύμμετρη κατασκευή ενώ πήρε την απομονωμένη ορχήστρα και την έβαλε στο κέντρο της αίθουσας.

Ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας

Ο Χανς Σάρουν, ο οποίος γεννήθηκε το 1893 στη Βρέμη, ανήκει στους πιο σημαντικούς αρχιτέκτονες του εικοστού αιώνα και συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα όπως για παράδειγμα τον Λούντβιχ Μις φαν ντε Ρο. Την απόφασή του να δώσει σχεδόν την μορφή αρένας στη φιλαρμονική την θεμελίωνε περίπου έτσι: «Δεν είναι σίγουρα τυχαίο γεγονός ότι οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές αλλά ακόμα και σήμερα σχηματίζουν έναν κύκλο όταν αυθόρμητα ακούν αυτοσχέδια μουσική. Αυτή η συμπεριφορά, η οποία είναι απολύτως κατανοητή από ψυχολογική ή μουσική πλευρά θα έπρεπε να γίνει κατανοητή και από αρχιτεκτονική άποψη».


Εσωτερική άποψη της νέας Φιλαρμονικής του Βερολίνου
Εσωτερική άποψη της νέας Φιλαρμονικής του Βερολίνου


Μέχρι και σήμερα η κατασκευή εντυπωσιάζει και ενθουσιάζει συνήθως κοινό και μουσικούς. Όχι όμως και όλους. Μπορεί ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν να ανήκει στους θιασώτες του αρχιτεκτονήματος ωστόσο συνθέτες όπως ο Πάουλ Χίντεμιτ εκφράζουν το σκεπτικισμό τους όσον αφορά την ακουστική.
Δεκάδες ορχήστρες και σολίστες από όλο τον κόσμο φιλοξενούνται και δίνουν συναυλίες στη Φιλαρμονική του Βερολίνου θεωρώντας μεγάλη τους τιμή να μπορούν να παίζουν σε αυτό τον χώρο.

Klaus Gehrke / Μαρία Ρηγούτσου

Υπεύθ. σύνταξης: Σπύρος Μοσκόβου

   ------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ


www.tar.gr › Home › ΠΡΟΣΩΠΑ › Μουσικά Πορτραίτα




www.e-grammes.gr › ΕΛΛΑΔΑ › Πολιτισμός







           ------------------------------------------------------------------------------------




Δημοσίευση σχολίου