Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ / HENRIK IBSEN

                                        

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιψεν εικονες



Ο Ερρίκος Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 - 23 Μαίου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειας του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.




Οικογένεια και νεανικά χρόνια

Ο Ερρίκος Ίψεν γεννήθηκε στην μικρή πόλη Skien, με γονείς τους Knud Ibsen και την Marichen Altenburg. “Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο διάσημων οικογενειών της Skien” γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Georg Brandes το 1882. Η μητέρα της Marichen και ο πατριός του Knud ήταν αδέλφια, και οι γονείς του Ερρίκου είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Η Μarichen Altenburg θεωρούνταν καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Skien. Ο πατέρας του Ερρίκου προέρχονταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με την Marichen ήταν ένα “υπέροχο οικογενειακό προξενιό”. Όταν ο Ερρίκος ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο, η οικογένεια έχασε την περιουσία της και αναγκάστηκε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στο Ventop, έξω από την πόλη. Η χρεοκοπία του έκανε τον Knud Ibsen έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η Marichen στράφηκε στην εκκλησία. Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Knud, τον πλούσιο τραπεζίτη και ιδιοκτήτη πλοίων Christopher Blom Paus. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Οι χαρακτήρες στα έργα του συχνά καθρεφτίζουν τους γονείς του, και τα θέματα του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και ηθικές συγκρούσεις που προέρχονται από σκοτεινά μυστικά κρυφά από την κοινωνία.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στην μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει. Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένεια του. Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε την μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.

Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στην Χριστιανία (αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και έρχεται σε επαφή με τον μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής.


1002195-253-1(1)-1002195.jpg

 Βρυκόλακες

Το κλασικό έργο του Ερρίκου Ίψεν σε σκηνοθεσία Έφης Νιχωρίτη



Το έργο-αίνιγμα του Ερρίκου Ίψεν, "Έντα Γκάμπλερ", υπό την σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Ρήγου.

Η Ζωή του

Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμεύονταν από το θέατρο βάση συμβολαίου, να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο.

 Το 1858 επιστρέφει στην Χριστιανία και γίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της Χριστιανίας, ενώ ασχολείται και με τη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται την Suzannah Thoresen, η οποία θα γίνει και μητέρα του γιου του Sigurd (1859). Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν έγινε πολύ απογοητευμένος από την ζωή στην Νορβηγία. 

Το 1864, εγκαταλείπει την Χριστιανία και πηγαίνει στο Σορέντο της Ιταλίας. Αρχικά φεύγει για ένα χρόνο, αλλά τελικά κάνει 27 χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία. Εκεί, ο Ίψεν καταξιώνεται πλέον σαν καλλιτέχνης και τελικά γυρίζει στην πατρίδα του το 1895, όπου και συγγράφει τα δυο τελευταία του έργα. Τότε, μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. 

Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επεδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση τη μπύρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο "Grand Cafe", του πολυτελούς ξενοδοχείου "Grand Hotel".

 Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.


Νόρα,Ερρίκος Ίψεν

Νόρα

Η Νόρα και η Έντα του Ίψεν είναι έργα συμπληρωματικά, επειδή εικονίζουν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Σκηνοθεσία   Νίκος Χουρμουζιάδης


Χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας του

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

 Παρά το γεγονός ότι ο Ίψεν τιμήθηκε (αλλά και από ορισμένους κύκλους αμαυρώθηκε), κατά τη διάρκεια της ζωής του, ως πηγή εκείνου που ο Μπέρναρντ Σω ονόμασε «ιψενισμό» (δηλαδή, μια κριτική της ηθικής της εποχής του με μορφή θεατρικού έργου), αναγνωρίστηκε κυρίως ως ο δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας.

 Η μεταγενέστερη κριτική εκτιμάει άλλες ιδιότητες στο έργο του: την αξεπέραστη δεξιοτεχνία της τεχνικής του, τη διεισδυτική ψυχολογική του ανάλυση, τον συμβολισμό του και την ποίηση του θεατρικού του λόγου. Τα θεατρικά έργα που έγραψε στα ώριμα χρόνια της ζωής του -έργα με τα οποία διερεύνησε τι σημαίνει πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση, τι είναι πραγματικά αληθινό και τι επίπλαστο μέσα στο άτομο και στην κοινωνία- συνέβαλαν σημαντικά στην εξέλιξη και στον εμπλουτισμό του δραματικού θεάτρου πρόζας γενικότερα.





Έργα

Σε ηλικία μόλις 20 ετών έγραψε το πρώτο του δράμα Catilina ("Κατιλίνας", 1848). Ακολούθησε μία τεράστια δραματική παραγωγή:

Kjæmpehøien ("Ο λίθινος τάφος", 1850)

Norma (1851)

Sancthansnatten ("Η νύχτα του Αγίου Ιωάννη", 1853)

Fru Inger til Østråt ("Ἡ λαίδη Ίνγκερ στο Ἐστροτ", 1855)

Gildet paa Solhoug ("Η γιορτή στο Σολχάουγκ", 1856)

Olaf Liljekrans ("Όλαφ Λίλιεκρανς", 1856)

Hoermoendene paa Helgelad ("Τα παλληκάρια του Χέλγκελαντ", 1858)

Kongs-Emnerne ("Οι μνηστήρες του θρόνου", 1862)

Kjærlighedens Komedie ("Η κωμωδία του έρωτα", 1864)

Brand ("Μπραντ", 1866)

Peer Gynt ("Πέερ Γκιντ", 1867), με περίφημη μουσική επένδυση του Edvard Grieg (Έντβαρντ Γκρηγκ)

De unges Forbund ("Ο σύνδεσμος των νέων", 1869)

Kejser og Galilæer ("Ο αυτοκράτορας και ο Γαλιλαίος", 1873, έργο σε 10 πράξεις) που αναφέρεται στον Ιουλιανό τον παραβάτη και τη σύγκρουση παγανισμού και χριστιανισμού. 

Samfundets Støtter ("Τα στηρίγματα της κοινωνίας", 1877)

Et Dukkehjem ("Το σπίτι της κούκλας", 1879)

Gengangere ("Βρυκόλακες", 1881) 

En Folkefiende ("Ο εχθρός του λαού", 1882)

Vildanden ("Αγριόπαπια", 1884)

Rosmersholm ("Ρόσμερσχολμ", 1886)

Fruen fra Havet ("Η Κυρά της θάλασσας", 1888) 

Hedda Gabler ("Έντα Γκάμπλερ", 1890)

Byrgmester Solness ("Ο αρχιτέκτονας Σόλνες", 1892)

Lille Eyolf ("Ο μικρός Έγιολφ", 1894)

John Gabriel Borkman ("Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν", 1896)

Når vi døde vågner ("Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί", 1899)





Ελληνικές μεταφράσεις

"Χέντα Γκάμπλερ" : Βασίλης Παπαγεωργίου ("Σαιξπηρικόν")

"Η γιορτή στο Σολχάουγκ" : Λέων Κουκούλας (";")

"Τα παλληκάρια του Χέλγκελαντ" : Φέλιξ Ντιτζόρτζιο ("Δωδώνη")

"Οι μνηστήρες του θρόνου" : Καίτη Κάστρο ("Δωδώνη")

"Πέερ Γκιντ" : Όμηρος Μπεκές ("Δωδώνη")

"Το σπίτι της κούκλας" : Λέων Κουκούλας ("Γκοβόστης")

"Βρυκόλακες" : Γ.Πολίτης ("Δωδώνη")

"Ο εχθρός του λαού" : Πέλος Κατσέλης ("Δωδώνη")

"Αγριόπαπια" : Βασίλης Δασκαλάκης ("Δωδώνη")

"Η Κυρά της θάλασσας" : Λέων Κουκούλας ("Γκοβόστης")

"Έντα Γκάμπλερ" : Λέων Κουκούλας ("Γκοβόστης")

"Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν" : Λέων Κουκούλας ("Γκοβόστης")

"Ο αρχιμάστορας Σόλνες": Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος ("Gutenberg")

"Ο μικρός Έγιολφ": Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος ("Gutenberg")

"Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν": Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος ("Gutenberg")

"Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί": Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος ("Gutenberg")


ibsen1

Ο Ίψεν της ωριμότητας

Του Νίκου Ξένιου

Γαλουχημένος στους κόλπους μιας πατριαρχικής οικογένειας μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, ο Ερρίκος Ίψεν ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος της εντυπωσιακής δραματουργικής του παραγωγής μέχρι την ηλικία των εβδομήντα χρόνων.

Διετέλεσε συγγραφέας και διευθυντής του θεάτρου του Μπέργκεν και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ιταλία, στη Δανία και στη Γερμανία, όπου, μεταξύ άλλων, έγραψε την Κωμωδία του Έρωτα, τον Πέερ Γκυντ, τη Νόρα (Το Κουκλόσπιτο), τους Βρικόλακες, τον Εχθρό του λαού, το Αυτοκράτορας και Γαλιλαίος, το Ρόμερσχολμ,την Κυρά της Θάλασσας, την Αγριόπαπια και την Έντα Γκάμπλερ. Παρά το γεγονός ότι διαδραματίζονται στη Νορβηγία, τα έργα του γράφτηκαν στα δανικά και αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά κυρίως των Σκανδιναβών. 

Το ετοιμόρροπο σπιτικό των Έκνταλ υπήρξε η πρώτη λογοτεχνική μελέτη της υπονομευμένης αστικής ευτυχίας πριν από τα διηγήματα του Τσέχωφ και του Μωπασάν.

Το ετοιμόρροπο σπιτικό των Έκνταλ στην Αγριόπαπια -που τόσο δημιουργικά αξιοποίησε ο μεγάλος σουηδός Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην ταινία του Φάννυ και Αλέξανδρος- υπήρξε η πρώτη λογοτεχνική μελέτη της υπονομευμένης αστικής ευτυχίας πριν από τα διηγήματα του Τσέχωφ και του Μωπασάν: το ζήτημα είχε «στοιχειώσει» έκτοτε τον Ίψεν, για να επανενσκήψει στην ειρωνική προσέγγιση των όψιμων Έντα Γκάμπλερ και Αρχιμάστορα Σόλνες. Εδώ, με καινοτόμες σκηνογραφικές οδηγίες και σκηνοθετικές κατευθύνσεις, ο συγγραφέας στήνει τις ψυχολογικές συγκρούσεις δαιμόνιων προσωπικοτήτων (όπως της Ρίτα του Μικρού Έγιολφ), την παράξενη ταύτιση με μέλη της οικογένειας (ο Άλφρεντ αποκαλεί «μεγάλο Έγιολφ» την Άστα) και μια σκοτεινή, ενοχική σχέση με την προτεσταντική ηθική, διαμορφώνοντας τη δραματουργική δομή των τεσσάρων τελευταίων έργων του, που ως ενότητα επανεκδίδονται τώρα από τον Gutenberg σε άρτια μετάφραση του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου και εξαίρετη επιμέλεια του Ήρκου Αποστολίδη.


Αποτέλεσμα εικόνας για henrik ibsen


 Ψηλά, στον ανεμοδαρμένο πύργο του σπιτιού


Το πρώτο έργο της τετραλογίας, ο Αρχιμάστορας Σόλνες,παρουσιάστηκε για πρώτη φορά υπό μορφήν αναλογίου το 1893. Ο διακεκριμένος εργολάβος Σόλνες έχει οικοδομήσει την καριέρα του πάνω στην κατεστραμμένη καριέρα του βοηθού του και στην κατεστραμμένη ευτυχία της συζύγου του. Αυτή η δαιμόνια προσωπικότητα τρέμει μήπως η «εισβολή» της απειλητικής νεότητας του αφαιρέσει τα πρωτεία και τις διακρίσεις. Ωστόσο, η άφιξη της κατά πολύ νεώτερής του Χίλντε κομίζει όλα τα σαγηνευτικά γνωρίσματα μιας αδελφής ψυχής που θα του εξασφαλίσει την ψυχική ανάταση που χρειάζεται, εμπλέκοντάς τον σε θανατερή παγίδα. Έτσι, οραματιζόμενος «κάστρα του αιθέρα» όπου θα στεγάσει τον ανεδαφικό του έρωτα, επικαλείται εκ νέου τα «τρολ» (τους οικουρούς «βοηθούς», όπως τους αποκαλεί) που ταλανίζουν την ψυχή του και του εξασφαλίζουν ένδοξο θάνατο. Σκαρφαλώνοντας στον πανύψηλο πύργο της προσωπικής του Βαβέλ γκρεμίζεται σαν άλλος Προμηθέας, αφού διαπληκτισθεί, πρόσωπο με πρόσωπο, με τον Δημιουργό του. Η ακροφοβία του ορθολογιστή ήρωα τον καθιστά τόσο πιο αληθινό, όσο μεγαλύτερη είναι η δαιμονική του ματαιοδοξία. Ο ευσεβισμός της συζύγου του είναι απόλυτα εναρμονισμένος με την ενορατική παραίτησή της από κάθε είδους ευτυχία.

Αμιγώς τεκτονικό μοτίβο, το σπιτικό αυτό, που στα μάτια της κοινωνίας χαρακτηρίζεται από καλοτυχία και γερή θεμελίωση, τελικά αποδεικνύεται πύργος στην άμμο. Η σειρά από κατεστραμμένες κούκλες είναι αντιπροσωπευτικό θεατρικό υλικό που χρησιμοποιεί ο Ίψεν στη μετωνυμική απόδοσή του της τραγικής ανθρώπινης μοίρας. Ο συγγραφέας επιστρατεύει την αυτοαναφορικότητα για να υπαινιχθεί τον δικό του λογοτεχνικό γολγοθά: μετά τους Βρικόλακες, ένας ακόμη ποιητικός μύθος, που παράγει φαντασμαγορία μέσα από την πεζή πραγματικότητα για να απεικονίσει το βάρος της ενοχής.

Τα στηρίγματα της κοινωνίας


Βαθιά, στα παγωμένα νερά του φιορδ

Πρωτοπαρουσιασμένος στο Βερολίνο, Ο μικρός Έγιολφ αναζητά την πατρική φιγούρα: η έννοια της ευθύνης διερευνάται στην άμεση, προσωπική επαφή πατέρα-γιου και παρεμποδίζεται από την παθολογική ζήλια της μητέρας. Χωρίς να εγκαταλείπει τον ταξικό επικαθορισμό των χαρακτήρων (που τόση βαρύτητα έχει στη Νόρα του Κουκλόσπιτου), ο Ίψεν επικεντρώνει, εδώ, στην κτητική, παρεμβατική αγάπη, που απορροφά την ανθρώπινη ενέργεια, επιβαρύνει την αναπηρία και ακυρώνει την ύπαρξη του Έγιολφ. Ο –σχεδόν μυθολογικός– πνιγμός του λαμβάνει χώρα εκτός σκηνής, όπως στην αρχαία τραγωδία. Ο γοτθικός μύθος της Ποντικοκυράς συνδέει τον κόσμο των ζωντανών με εκείνον των νεκρών, ανακαλώντας τον θρύλο για τον γητευτή των ποντικιών και τα ξωτικά strömkarl του νερού και λειτουργώντας ως υδάτινο βλέμμα ή μάσκα θανάτου και παράγοντας αποσάθρωσης της ψευδεπίγραφης αστικής ευπρέπειας.

Χωρίς να εγκαταλείπει τον ταξικό επικαθορισμό των χαρακτήρων, ο Ίψεν επικεντρώνει, εδώ, στην κτητική, παρεμβατική αγάπη, που απορροφά την ανθρώπινη ενέργεια, επιβαρύνει την αναπηρία και ακυρώνει την ύπαρξη του Έγιολφ.

Μέχρι πολύ πρόσφατα η λογοτεχνική κριτική κατέτασσε τον Ίψεν στους κοινωνιστές δραματουργούς, αυτούς των οποίων κύριο μέλημα και αντικείμενο ήσαν τα κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά ερωτήματα του καιρού τους. Αυτό είναι μια αλήθεια, με τη διαφορά ότι τα όψιμα έργα του μπορούν πλέον να θεωρηθούν και από διαφορετική σκοπιά: όταν, στο Κουκλόσπιτο, ο μεγάλος Νορβηγός υποστήριξε τολμηρά την υπόθεση μιας γυναίκας που αποφασίζει να εγκαταλείψει τον σύζυγο και το σπίτι της, η απογείωσή του είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Κάποιο από τα μυθολογικά μοτίβα που τον συγκλόνισε επανέρχεται και ενοποιεί δομικά τα συμβολικά και μυστικιστικά στοιχεία που συνθέτουν σε οδυνηρή σκηνική πραγματικότητα τον πολυδαίδαλο ψυχισμό των θεατρικών χαρακτήρων που πλάθει προς το τέλος της ζωής του. Τώρα ο σύζυγος του ζευγαριού είναι φορέας καρτεσιανού ορθολογισμού, η σύζυγος φέρει ενστιγματικά τη χριστιανική ηθική, ως άχθος και ενοχή, ενώ ένα τρίτο πρόσωπο είναι ο καταλύτης για την αποκάλυψη αυτής της δυσαρμονίας.

Τεράστιες, χιονισμένες εκτάσεις γης


alt


Με ορμητήριο τον νατουραλισμό και με εξοπλισμό μια σειρά από συμβολικά ονόματα και σχηματικές, αρχέτυπες και συχνά μυθικών διαστάσεων καταστάσεις, ο Ίψεν διεξάγει τη μάχη με τον χαρακτήρα του Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, την ίδια εποχή που ο Στρίντμπεργκ στρέφεται στον Συμβολισμό. Το ιψενικό τρίγωνο προσλαμβάνει την κλασική του μορφή σε αυτό το έργο τεσσάρων πράξεων(1896): δυο δίδυμες αδελφές αγαπούν τον ίδιον άντρα και ο καρπός του γάμου του Μπόργκμαν με την μία γίνεται, με τη σειρά του, αντικείμενο διεκδίκησης της άλλης, όταν ο τραπεζικός αυτός διευθυντής φυλακίζεται για κατάχρηση κρατικού χρήματος. Η θεία εξασφαλίζει στέγη στην οικογένεια της αδελφής της και αναλαμβάνει την ανατροφή του γιου, επενδύοντας σ’ αυτόν τον ματαιωμένο έρωτά της για τον Μπόρκμαν. 

Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν


Μετά την αποφυλάκιση του συζύγου, η κυρία Μπόρκμαν προσπαθεί μάταια να εμφυσήσει στον ενήλικο γιο της ως έργο ζωής την αποκατάσταση της αμαυρωμένης φήμης του πατέρα του, τον οποίο κρατά σε πεισματική απομόνωση οκτώ χρόνων.

Όμως, προς απογοήτευσιν όλων, ένα άλυτο οιδιπόδειο και μια προσωπική επανάσταση οδηγούν τον νέο στην αγκαλιά μιας μεγαλύτερης γυναίκας, γεγονός που δίνει αφορμή στη συγγραφή της τρίτης πράξης, της πιο μελοδραματικής. Αδιαφορώντας για την αληθοφάνεια των σκηνών, ο Ίψεν σκηνογραφεί το ψυχικό τοπίο νατουραλιστικά, καλύπτοντας τα φαντασιωσικά «κοιτάσματα χρυσού» που ονειρεύεται ο Μπόρκμαν με την παγωνιά του χειμώνα, που εισβάλλει ανελέητα επί σκηνής στην τελευταία πράξη του έργου: δεν είναι τυχαίο πως ο Έντβαρντ Μουνκ αποκάλεσε τον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν «το πιο ζοφερό χειμωνιάτικο τοπίο της σκανδιναβικής τέχνης». Το κοινωνικό σχόλιο που εκφωνείται εδώ οριοθετεί το πέρασμα του συγγραφέα στην τελική φάση, αυτήν που θα καρποφορήσει στο τέταρτο, και επιλογικό της τετραλογίας έργο.

Η κυρά της θάλασσας



Κάτω από τα βράχια, οι φλόγες της Κρίσεως

«Δεν μπορώ να πω ακόμη αν θα γράψω ή όχι κι άλλο έργο. Αν όμως εξακολουθώ να νιώθω το μυαλό και το σώμα μου τόσο ετοιμοπόλεμα, δύσκολα θα παραμείνω εκτός μάχης. Αν επιστρέψω θα είναι σίγουρα με καινούργιο εξοπλισμό», έγραφε ο Ερρίκος Ίψεν τον Μάρτιο του 1900, λίγους μόλις μήνες μετά την πρεμιέρα του Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί, του μόνου μη νατουραλιστικού έργου του, ενός από σκηνής δοκιμίου για την καλλιτεχνική δημιουργία που αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του.

Όλοι σ’ αυτό το έργο πασχίζουν να ζήσουν, ενώ συνιστούν ομοιώματα νεκρών

Όλοι σ’ αυτό το έργο πασχίζουν να ζήσουν, ενώ συνιστούν ομοιώματα νεκρών. Ο ιδεοληπτικός γλύπτης Ρούμπεκ έχει ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το πνευματικό του «παιδί», το γλυπτό «Η μέρα της Ανάστασης» – που παρ’ολίγον ν’ αποτελέσει και τον τίτλο του έργου. Σε ένα θέρετρο ιαματικών λουτρών η σύζυγός του Μάγια του υπενθυμίζει την ανεκπλήρωτη υπόσχεσή του να της δείξει «το μεγαλείο του κόσμου από την ψηλή κορυφή ενός βουνού», ενώ η Ιρέν, φάσμα μιας τρελής γυναίκας από τις «απώτατες επικράτειες» του θανάτου, έρχεται να κλείσει το τρίγωνο σαρκάζοντας την ιδεαλιστική σύλληψη του έργου του και παρασύροντάς τον, με τα εργαλεία του μοντερνισμού, σε υψίπεδα πραγματικής έμπνευσης. Μια αινιγματική, μαυροφορεμένη νεωκόρος περιφέρεται ως εφιαλτικός άγγελος θανάτου, ενώ ένας βάναυσος γαιοκτήμονας (ένας άλλος Πέερ Γκυντ) παρασύρει τη Μάγια σε γεμάτο πάθος κυνήγι ζώων, μέσα από ανοδικό ταξίδι προς την ελευθερία – ανακαλώντας τη χαρά της ζωής της naïve οικογένειας σαλτιμπάγκων της Εβδόμης Σφραγίδας του Μπέργκμαν. Ο θρίαμβος του σαρκικού έρωτα: ο καλλιτέχνης αυτοϋποσκάπτεται, εμφανιζόμενος για πρώτη φορά ως μετανοούσα συνείδηση και αφανίζοντας, κατόπιν, τον εαυτό του μαζί με την πηγή της έμπνευσής του στα βάθη μιας χιονοστιβάδας.

Ο μικρός Έυολφ



Προσωπογράφος της βασανισμένης ανθρώπινης ψυχής

Aφού θεμελίωσε τον κοινωνισμό στο νορβηγικό θέατρο, στα τέσσερα όψιμα έργα του ο Ίψεν έκανε θεαματική μεταστροφή προς θέματα ηθικής τάξεως: στον Αρχιμάστορα Σόλνες φαίνεται η πρώτη ματιά του στο ζήτημα του μεγαλείου και της ανάτασης της ψυχής, με αναφορά στα «δαιμόνια» που κατατρύχουν την ψυχή του δημιουργού. Απαισιόδοξα έργα, που όμως θέτουν επί τάπητος τα ζητήματα των ανθρώπινων επιλογών και του τιμήματός τους: στον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόργκμαν, στον Μικρό Έγιολφ και στο Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί ο Ίψεν απαρτιώνει τη συγγραφική καινοτομία τουΑρχιμάστορα Σόλνες. 

Λίγο πριν το τέλος της ζωής του, οι κύριοι χαρακτήρες των έργων του ατενίζουν με υψιπετή διάθεση τα ψηλά βουνά, θέλοντας ν’ αναληφθούν μακριά από την πλέμπα των κοινών ανθρώπων. Αυτό το επίτευγμα από μόνο του υπερβαίνει τα στενά όρια της κοινωνικής στράτευσης. Εξάλλου, στην Αρχαιότητα, στην Αναγέννηση, στον Κλασικισμό, πάντοτε, και ανεξάρτητα από την τεχνοτροπία κάθε εποχής, το Θέατρο αντλούσε τα εύσημα της Υψηλής Τέχνης από το γεγονός ότι έθιγε ωμά την πραγματικότητα αλλά σύντομα τη χρησιμοποιούσε ως εφαλτήριο για μιαν άλλου τύπου ανάβαση.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------













Οι «Βρυκόλακες»

Το έργο γράφτηκε το φθινόπωρο του 1881 και εκδόθηκε το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.
Οι «Βρυκόλακες, πραγματεύονται, μέσα από τη δραματική περιγραφή της οικογένειας των Άλβινγκ, την κοινωνική υποκρισία, τα φαντάσματα και τους «βρυκόλακες» που στοιχειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και κληρονομούνται από τους αυστηρούς θεσμούς, τους συμβιβασμούς, το «νόμο» και την «τάξη» που υποβάλλουν οι αταίριαστες με την ανθρώπινη ψυχή, συμπεριφορές αλλά και την ασφυκτική πίεση που ασκούν συχνά στον άνθρωπο οι κοινωνικοί κανόνες.

Υπόθεση

Ο Ίψεν περιγράφει στους βρυκόλακες την ιστορία μιας γυναίκας, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στον άντρα της και στο παιδί της. Ο άντρας της καταφεύγει στην αγκαλιά της απείθαρχης υπηρέτριας και η σύζυγός του καθησυχάζει την συνείδηση της ασχολούμενη με την επιχείρησή του.

Μέσα από την ταπείνωση της ανακάλυψης για την απιστία του , η κ. Έλεν Άλβιγκ παρατά το σπίτι της και βρίσκει καταφύγιο στον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής της , τον πάστορα Μάντερς. Αυτός ως πάστορας , αυστηρών ηθικών και κοινωνικών αρχών με έντονο το στοιχείο του «πρέπει» να διακατέχει κάθε του κίνηση, προσπαθεί την επαναφέρει στα ιδανικά της αξιοπρέπειας και του καθήκοντος. Το μαρτύριό της  Έλεν φτάνει στο τέλος του με το θάνατο του συζύγου της, μέσα στην αυταπάτη μιας «Αγιασμένης Υπόληψης».

Η επιστροφή του Όσβαλντ - του γιου της οικογένειας- μετά την πολύχρονη απουσία του στο Παρίσι όπου εργάζεται ως ζωγράφος, (γεγονός το οποίο ο πάστορας θεωρεί πλήρη διαφθορά ηθών) σηματοδοτεί τη σύγκρουση που θα προκύψει.

Η υποταγμένη σύζυγος, κ. Άλβινγκ, έχει ανατρέψει μέσα της όλα όσα πίστευε και σχεδιάζει τώρα μία νέα ζωή, μ' επίκεντρο το γιο της. Ο πάστορας Μάντερς όμως διαφωνεί με τα «σχέδια» μητέρας- γιου και επεμβαίνει δυναμικά.



Την ανατροπή σε κάθε προοπτική θα φέρει η απόφαση του Όσβαλντ που κληρονόμησε από τον πατέρα του την ερωτική ορμή, να παντρευτεί τη Ρεγγίνα, την υπηρέτρια της κ. Άλβινγκ. Ένα βροχερό βράδυ ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, για την οποία μόνο η μητέρα του γνωρίζει ότι είναι νόθος κόρη του πατέρα του Όσβαλντ, και συνεπώς αδερφή του. Παράλληλα, ο Όσβαλτ εκμυστηρεύεται στην μητέρα του τα σημάδια της τρέλας που του έχουν εκδηλωθεί ως συμπτώματα μίας ασθένειας που θα τον οδηγήσει σταδιακά σε πνευματική ανημπορία. Σημαντική και χαρακτηριστική για το έργο είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Όσβαλτ, για να ονοματίσει αυτή του την ασθένεια. Την αναφέρει -αναπαράγοντας τα λεγόμενα του Γάλλου γιατρού που τον εξέτασε-  ως «vermoulu», λέξη που στα Γαλλικά σημαίνει σάπιο, σκωληκώδες, υπονοώντας και ασκώντας έντονη κριτική στην κοινωνική σαθρότητα που επικρατεί πίσω από τις ανθρώπινες μάσκες του καθωσπρεπισμού.

 Εν τέλει ο Όσβαλτ ζητά από την μητέρα του να του υποσχεθεί ότι όταν ξαναπάθει την κρίση της ασθένειας, θα του δώσει το δηλητήριο που έχει πάντα μαζί του και αυτή παρά την αγάπη που του τρέφει και την σχεδόν μοιρολατρική εξάρτησή της από αυτόν, αναλαμβάνει το δραματικό καθήκον να τον απαλλάξει από το μαρτύριο.

Έντα Γκάμπλερ



Λίγα Λόγια για το Έργο

Ο τίτλος «βρυκόλακες» δεν είναι απόλυτα ακριβής, αφού το έργο, που είχε γραφτεί στα Δανέζικα έφερε τον τίτλο « Gengangere», που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «φαντάσματα» και κυριολεκτικά σημαίνει «αυτοί που περπατούν ξανά στη Γη». Οι Νορβηγοί χρησιμοποιούν επίσης την ίδια λέξη για να χαρακτηρίσουν τους ανθρώπους που εμφανίζονται τακτικά και ανελλιπώς στα ίδια πάντα μέρη και στις ίδιες ακριβώς θέσεις.

Ο τίτλος, αναφέρεται κυρίως στο στοιχείο της Κληρονομικότητας που είναι και το κυρίαρχο θέμα του έργου, καθώς και το στοιχείο της «επανάληψης» μίας ιστορίας, που ενώ οι ήρωες πίστευαν ότι είχε θαφτεί στο βάθος των χρόνων και στα πέπλα της λήθης, αυτή «βρυκολακιάζει» και σαν φάντασμα εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά τους. 

Η πρώτη χρήση της λέξης στο έργο, είναι τη στιγμή που η κυρία Άλβινγκ, βλέπει το γιό της να ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, την υπηρέτρια, στο ίδιο ακριβώς σημείο και στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπου στο παρελθόν είχε δεί και τον άντρα της με την μητέρα της Ρεγγίνας.
Σοκαρισμένη και ξαναφέρνοντας στη μνήμη της σκηνές που αγωνιζόταν σκληρά τόσα χρόνια να θάψει, αναφωνεί «Βρικόλακες», προοικονομώντας έτσι την συνέχεια του έργου.
Το έργο έχει επίσης έντονα στοιχεία από προγενέστερα αριστουργήματα της κλασσικής αλλά και αρχαιοελληνικής δραματουργίας.

Αρχικά βλέπουμε την έντονη συσχέτιση με την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος», που αντικατοπτρίζεται όχι μόνο, στην σχεδόν παρανοική σχέση του Όσβαλτ με την μητέρα του, αλλά και στη σχέση του Όσβαλτ με τον πατέρα του, ο θάνατος του οποίου τον στοίχειωσε και εν τέλει τον σκότωσε. Σημαντικό κοινό στοιχείο με τον Οιδίποδα είναι η μανία της «αποκάλυψης» και των κρυμμένων μυστικών, που τόσο ο Οιδίποδας όσο και οι ήρωες του Ιψενικού δράματος, προσπαθούν μανιωδώς να διαφωτίσουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα επιφέρει η αποκάλυψή τους αυτή.
Το στοιχείο της ανάγκης για αποκάλυψη, έρχεται σε έντονη αντιδιαστολή με το ίδιο το επάγγελμα του Όσβαλτ, αφού σε αντίθεση με όλους τους άλλους ζωγράφους  που προσπαθούν να καλύψουν και να διορθώσουν τις ατέλειες με τα έργα τους, ο Όσβαλτ νιώθει την ανάγκη να αποκαλύψει αυτές τις ατέλειες και να βγάλει στη φόρα τα λάθη και την σαπίλα που υποβόσκουν.

Η μανία για αποκάλυψη και διαφάνεια, αλλά και η δεδομένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναπόφευκτα συνδέει τον νεαρό Όσβαλτ και με τον επιληπτικό πρίγκιπα Μίνσκιν, τον «Ηλίθιο» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, που γράφτηκε το 1868, 13 περίπου χρόνια πριν την συγγραφή των «Βρυκολάκων».

Ο πρίγκιπας Μίνσκιν, όπως και ο Όσβαλτ, (με τον οποίο μοιράζεται μία πάθηση νοητικής φύσεως), μετά από μία μακροχρόνια παραμονή στο εξωτερικό επιστρέφει στη γενέτειρά του, όπου γίνεται αντικείμενο προσοχής, ενδιαφέροντος, αλλά και σχολιασμού από τους γύρω του.
Σημαντικό είναι επίσης ότι και τα 2 αυτά έργα συνδέονται με τη ζωή των συγγραφέων τους, με τις γήινες αναζητήσεις του Ίψεν, περί κοινωνικών σχέσεων και κληρονομικών ασθενειών και με την επιληψία που ταλάνιζε τον Ντοστογιέφσκι (το 2ο επιληπτικό επεισόδιο του πρίγκιπα Μίνσκιν που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δεξίωσης, αποτελεί περιγραφή προσωπικής εμπειρίας του συγγραφέα).

Επίσης και στα 2 έργα οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται έντονα σχετικά με την εξέλιξη της ασθένειας τους και το φόβο του επικείμενου θανάτου.

Τέλος το θρησκευτικό στοιχείο που είναι υπαρκτό και καθορίζει το «savoir faire» μίας ολόκληρης κοινωνίας στους Βρικόλακες και αντιπροσωπεύεται από τις νουθεσίες του πάστορα Μάντερς, είναι εξίσου αισθητό και στα έργα του βαθιά θρησκευόμενου Ντοστογιέφσκι.

Όπως και άλλα έργα του Ιψεν, οι «Βρυκόλακες» είχαν προκαλέσει αίσθηση στην εποχή τους. Κανιβαλικές οικογενειακές σχέσεις, υποχθόνια σύνδρομα και αναφορές σε αφροδίσια νοσήματα, σε μια εποχή κατά την οποία και η απλή αναφορά στη σύφιλη εθεωρείτο σκάνδαλο. 
Ο μεγάλος Νορβηγός συγγραφέας βγάζει στη φόρα τα άπλυτα μιας ολόκληρης εποχής και κοινωνίας με τρόπο επιθετικό, σοκαριστικό για τους συγχρόνους του. 

Μάλιστα, το 1898, πάνω από δέκα χρόνια μετά την πρεμιέρα του έργου, όταν ο Ιψεν προσκλήθηκε σε δείπνο με τον Οσκαρ Β΄ της Σουηδίας, ο τελευταίος του είπε ότι οι «Βρυκόλακες» είναι ένα κακό έργο. 
Ο Ίψεν έκανε μια παύση και μετά είπε οργισμένα: «Μεγαλειότατε, έπρεπε να γράψω ένα έργο σαν τους “Βρυκόλακες”»!

 Το 1891 το έργο ανέβηκε για μία και μοναδική, ιδιωτική παράσταση στο Λονδίνο, σε μια λέσχη, μέλη της οποίας ήταν οι Χάρντι και Χένρι Τζέιμς. 

Σήμερα θεωρείται έργο κλασικό, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Νορβηγού δραματουργού. Συνδυάζοντας το καυστικό κοινωνικό σχόλιο με την υπαρξιακή - μεταφυσική αγωνία, το έργο προσφέρεται για διάφορες προσεγγίσεις, αφού τα στοιχεία της διαφθοράς, της κοινωνικής υποκρισίας και της κληρονομικότητας, καθώς και η αιώνια σύγκρουση της ηθικής τάξης και της Θείας Πρόνοιας, με τις γήινες ανάγκες και τα ανθρώπινα «θέλω», είναι στοιχεία υπαρκτά σε όλες τις χρονικές περιόδους και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και στις μέρες μας.

             ============================================



Βρυκόλακες (1950)

Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή 

































                  ==============================================


Βρυκόλακες

Σκηνοθ.:Στ. Λιβαθινός
Ερμηνεύουν: Μπ. Αρβανίτη, Γ. Κέντρος, Ν. Χατζόπουλος, Κ. Βασαρδάνης, Μ. Κίτσου. Μετάφρ.: Γ. Δεπάστας. Σκην.-κοστ.: Ελ. Μανωλοπούλου. Μουσ.: Μ. Χρονοπούλου. Φωτ.: Αλ. Αναστασίου

Η Έλεν Άλβιγκ καταστρέφεται διότι απαρνήθηκε τον εαυτό της και ζει καταπιεσμένη από τις μουχλιασμένες ιδέες-«βρικόλακες» που καταλύουν κάθε έννοια ατομικής ελευθερίας.







Αρχιμάστορας Σόλνες, του Χένρικ Ίψεν

Πως η εξουσία και η δύναμη του ανθρώπινου νου, επηρεάζει και επιβάλλεται στο συνάνθρωπο.
Πως ο έρωτας είναι η δύναμη θαυμάτων αλλά και η δύναμη καταστροφής.
Πως το παλιό συγκρούεται με το νέο.
Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία γίνονται όλο και πιο έντονα στο έργο του Ίψεν.
Η δράση εκτυλίσσεται στις δύο τελευταίες μέρες της ζωής του Αρχιμάστορα Σόλνες.
Μια φαινομενικά άγνωστη κοπέλα εμφανίζεται και τα πάντα ανατρέπονται.
Για τον Σόλνες παροντικοί είναι μόνο η σύζυγός του και η νεαρή Χίλντα.
Όλα τα άλλα απλά γυρίζουν στο μυαλό του, σαν αναμνήσεις.
Ο μεγάλος Νορβηγός δραματουργός, έχοντας φτάσει στα 63, αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του, μετά από χρόνια διαμονής στο εξωτερικό. Στις καλοκαιρινές διακοπές με τη σύζυγό του, είχε γνωρίσει, την δεκαοχτάχρονη, τότε, Έμιλυ Μπάρνταχ. Η “ερωτική φιλία” τους θα διακοπεί μετά από ένα χρόνο αλληλογραφίας.
Τρία χρόνια μετά γράφει, τον Αρχιμάστορα Σόλνες. Η νεαρή κοπέλα εμφανίζεται ξανά.
Στην παράσταση ο χρονικός άξονας μετατοπίζεται, διατηρώντας τη δομή και την εξέλιξη του έργου, φωτίζοντας έναν Αρχιμάστορα Σόλνες, φυλακισμένο σε εμμονικές σκέψεις, που δε μπορεί να αποδεχτεί το πέρασμα και τη διαδοχή του χρόνου, μέχρι τη τελική λύτρωση – πτώση του.


Αποφθέγματα -
ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ

«Η θάλασσα έχει μια δύναμη που επιδρά επάνω στους ανθρώπους σαν θέληση. Η θάλασσα μπορεί να υπνωτίζει. Η φύση γενικά έχει μια τέτοια δύναμη.»

«Η τέλεια ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι πια δημιούργημα της φύσης, παρά ένα τεχνητό δημιούργημα, καθώς το καλαμπόκι τα οπωροφόρα δέντρα, όπως οι διάφορες ράτσες των αλόγων και των σκύλων, το κρασί κλπ.»

«Το να ζητούμε σ' αυτόν τον κόσμο επίμονα την ευτυχία, θα πει πως κατεχόμαστε από το πνεύμα της επανάστασης. Γιατί, ποιο είναι το δικαίωμά μας στην ευτυχία;»

«Το πνεύμα της αλήθειας και το πνεύμα της ελευθερίας είναι οι στυλοβάτες της κοινωνίας.»

=========================================================





ΠΗΓΕΣ






www.bookpress.gr › ΚΡΙΤΙΚΕΣ › ΤΕΧΝΕΣ  


theatrokaioximono.blogspot.com/2012/03/blog-post_30.html   










el.wikipedia.org/wiki/Ερρίκος_Ίψεν 
























Δημοσίευση σχολίου