Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

CHARLES BEAUDELAIRE - ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ


                                      















          
        
Spleen

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν' έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ - πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν' αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ' αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης
_________________________
* Spleen: αγγλική λέξη, ελληνικής καταγωγής (σπλην=σπλήνα), υιοθετημένη από τους γάλλους ποιητές και ιδιαίτερα τον Μποντλέρ· σημαίνει: αναίτια μελαγχολία και ανία, αηδία για τη ζωή.
Στη νεοελληνική ποίηση, εισηγητής του spleen θεωρείται ο Κώστας Ουράνης, με την ομώνυμη συλλογή του (1912).


Ὁ θάνατος τῶν ἐραστῶν


Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.
Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.
Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·
κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-,
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς,
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.


Albatross

Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.
Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.
Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.
Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.

           ----------------------------------------------------------------------------------


Portrait of Baudelaire, painted in 1844 by Emile Deroy (1820–1846)


ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ

Το ρεαλιστικό ιδεώδες για την αντικειμενική και πιστή αναπαράσταση του κόσμου, έτσι όπως μετασχηματίστηκε ριζικά με το νατουραλισμό σε υποχρέωση για την επιστημονική έκθεση των πραγμάτων, οδήγησε σε μια τέχνη ζωγραφική κατά βάση. Σε καμιά άλλη φάση της δημιουργίας της πριν από το νατουραλισμό, η λογοτεχνία απ’ την οποία εξοβελίστηκε εξ ορισμού η ποίηση, δεν βρέθηκε τόσο κοντά με την ζωγραφική. [….]

….η νατουραλιστική θεωρία εμπερικλείει δυνάμει ακόμα και την κατάργηση της διαφοράς ανάμεσα στην αντικειμενικώς υπαρκτή ή φυσική πραγματικότητα και τη λογοτεχνική αναπαράστασή της.. Ο «συνεπής νατουραλισμός» και το «λεπτό προς – λεπτό ύφος», ακραίες αλλά θεωρητικά αναμενόμενες απολήξεις του νατουραλισμού, έθεσαν σε θανάσιμο κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας (δεδομένου ότι η ύπαρξη της πραγματικότητας είναι γνωστή απ’ αλλού, γεννά ερωτήματα για την χρησιμότητα της λογοτεχνίας).[…]

Μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο, τον οποίο είχε ήδη αντιληφθεί να ελλοχεύει ακόμη και στην απλοϊκή μορφή του πρώτου ρεαλισμού, ο Μπωντλαίρ θα αναλάβει τη σωτηρία της λογοτεχνίας.[….]

Ακολουθώντας τα βήματά του, ο συμβολισμός, βοηθούμενος και από τον ογκούμενο σκεπτικισμό σχετικά με τις δυνατότητες της ίδιας της επιστήμης να εξιχνιάσει ποτέ πλήρως τα μυστικά αυτού του «ιερογλυφικού λεξικού» [….] έρχεται να διασφαλίσει και την επιβίωση και την αυτονομία της λογοτεχνίας. Θα το επιτύχει δίνοντας το προβάδισμα, έναντι της πεζογραφίας και της μετωνυμικής περιγραφής του κόμου, στην ποίηση και την μέσω της ποιητικής μεταφοράς μετατόπιση σ’ ένα άλλο κόσμο. […..]

Έτσι, στην καρδιά του ρεαλισμού, μετά Τα άνθη του κακού, που ανοίγουν για την ποίηση μια νέα εποχή, βλέπουμε να ανθίζουν και τα πρώτα συμβολιστικά ποιήματα: Το 1866 τα Μελαγχολικά ποιήματα του Βερλαίν• το 1869 οι συλλογές Ερωτικές γιορτές του Βερλαίν, Μικρά ποιήματα σε πεζό του Μπωντλαίρ, Τα τραγούδια του Μαντλολόρ του Λωτρεαμόν• το 1873 οι συλλογές Μια εποχή στην κόλαση και Εκλάμψεις του Ρεμπώ• το 1874 Ρομάντζες χωρίς λόγια του Βερλαίν. Ο συμβολισμός χτυπάει την πόρτα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Η ΠΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ    





Στο βιβλίο αυτό θεμελίωσε το νεότερο ποιητικό στοχασμό. Στα Άνθη του κακού ο Μπωντλαίρ συνέλαβε και συμφιλίωσε τη μοντέρνα συνείδηση. Η ποίησή του είναι αστική, αναφέρεται στα πρόσωπα και τη ζωή της μεγαλούπολης, αλλά ουσιαστικό θέμα της είναι η κατάσταση του ποιητή: το κύριο χαρακτηριστικό της ο δυισμός, συμπυκνώνεται ήδη στον τίτλο της συλλογής. Ο ποιητής κυριαρχείται από τη ρομαντική επιθυμία να προσεγγίσει το απόλυτο. Διαθέτει τη «θεϊκή» ικανότητα να συλλαμβάνει το νόημα, το οποίο λανθάνει πίσω από τις αποσπασματικές και θλιβερές εικόνες των πραγμάτων και αφουγκράζεται τη μελωδία τους μέσα στο θόρυβο και το αγκομαχητό της πόλης.
Ταυτόχρονα όμως, ο ποιητής βιώνει την αποτυχία της εξέγερσής του ενάντια στην ανθρώπινη κακία˙ γι’ αυτό νιώθει εξόριστος και μόνος ανάμεσα στο πλήθος των δρόμων. Αντιδρά στην κοινωνική αδιαφορία με αλαζονεία, σαδισμό και αυτάρεσκη απόκρυψη του εαυτού του από τους άλλους. Ο ποιητής, αισθάνεται πως η χυδαία πραγματικότητα τον έχει αλλοτριώσει σε βαθμό που η ύπαρξή του να παραμένει θρυμματισμένη, σύμβολο του σύγχρονου κατακερματισμένου τοπίου. Από εδώ πηγάζει το ιδιότυπο συναίσθημα της πλήξης και της μελαγχολίας –το spleen – που διαπερνά τους στίχους του Μπωντλαίρ και εξελίσσεται σε αυτοκαταστροφική αναζήτηση και συνδιαλλαγή με το θάνατο.
Η ομορφιά αυτή είναι διττή για τον Μπωντλαίρ την ανακαλύπτει όχι μόνο στο ωραίο και το ηθικό αλλά και στο κακό, το τεχνητό, το φρικώδες, το σατανικό. Εξίσου διττή είναι και η στάση του απέναντι στη γυναίκα: ενσάρκωση ομορφιάς και αντικείμενο πόθου, γρήγορα μεταμορφώνεται σε εξουσιαστική ιέρεια και πηγή πόνου (ΕΓ2 (601-602) το μίσος αξεδιάλυτο από το πάθος για τη μοιραία γυναίκα, χαρακτηρίζει όλο το τέλος του αιώνα).

Στα Άνθη του κακού και στα μικρά στοχαστικά ποιήματα σε πεζό, που γίνονται πρότυπο για το μεικτό αυτό είδος γραφής, το αίσθημα χαλιναγωγείται από την καθαρότητα του τόνου. [….] η ποίηση δεν εκρέει απλώς από τη συγκίνηση του ποιητή αλλά είναι αποτέλεσμα μεθοδικής εργασίας.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Το παραπάνω απόσπασμα συνοψίζει τις βασικές αντιλήψεις του Μπωντλαίρ για την ποίηση.:

Ο σκοπός της ποίησης είναι η δική της τελειότητα: η ποίηση αναζητά την απόλυτη ομορφιά που εμπερικλείεται σε κάποιες μοναδικές στιγμές εξαιρετικής διέγερσής.

Σ’ αυτό το σημείο τελείωσης, η ποίηση γεννά από μέσα τους ήχους της, μέσα από τη μουσική της μια ανώτερη μορφή ζωής.

Εξυψώνει τον άνθρωπο και τον απελευθερώνει από την φθορά με την οποία ταυτίζεται η πραγματική ζωή του.

Ο άνθρωπος αναζητά την ευτυχία στη γη και η ποίηση του προσφέρει το όραμα ή τη στιγμιαία απόλαυση ενός παραδείσου αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνει και την απουσία του.




ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο ποιητικός χάρτης της νεοτερικότητας βλέπει το φως το 1857, με τη δημοσίευση της συλλογής Τα άνθη του Κακού του Κ. Μπωντλαίρ. Η σπουδαιότητα αυτού του βιβλίου είναι πολλαπλή.

Βασίζεται στο διαζύγιο που εκδηλώνεται ανάμεσα στην υποκειμενικότητα, που λαχταρά το απόλυτο και ονειρεύεται την κυριαρχία και στην αντίσταση της υποκειμενικότητας στο να αφεθεί να υποταγεί στη θέληση του ποιητή.

Οι εικόνες ή οι αλληγορίες με τις οποίες ο Μπωντλαίρ ερμηνεύει την κατάσταση του συγγραφέα στην κοινωνία του καιρού του, έχουν ως κοινό παρονομαστή την αλλοτρίωση της συνείδησης απέναντι σε μια πραγματικότητα που στο εξής αναγνωρίζεται από τη δύναμή της να συγκλονίσει. Μια δύναμη τόσο πιο μεγάλη, ώστε με τον Μπωντλαίρ η ποίηση αλλάζει: από ποιμενική, μυθική, ιστορική, γίνεται αστική. Ο Μπωντλαίρ εκτός από ποιητής του Παρισιού είναι ψάλτης μιας ανθρωπότητας που γνωρίζει πως το μέλλον της είναι συνδεδεμένο με τις μεγαλουπόλεις.

Θα προκύψει μια ενίσχυση του διαχωρισμού ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Για τον Μπωντλαίρ το Παρίσι απέβη το θέατρο ενός ιστορικού δράματος όπου, από τις γριούλες, τις πόρνες, τους ζητιάνους, τους τυφλούς, παρελάβνουν οι συγκινητικές φιγούρες μιας ατέρμονης και συγκινητικής πομπής, στις οποίες αναγνωρίζει τα δικά του αισθήματα απογύμνωσης.

Στην πραγματικότητα ίσως πρόκειται για την ίδια ομολογία ή την ίδια αντίφαση που κατέστησε τα Άνθη του κακού το βιβλίο που θεμελίωσε τη σύγχρονη ποίηση. Ο Μπωντλαίρ, μέσα σ’ όλο του τον πόθο για κυριαρχία, ήταν πάρα πολύ συνεπαρμένος από την αλήθεια, ακαταμάχητα νηφάλιος για να παραιτηθεί από τα όνειρά του, ή να επιδιώξει να αποκρύψει την αποτυχία του να τα πραγματοποιήσει, Γι’ αυτό και οι δύο μεγάλες όψεις του βιβλίου του, η ευφορική, η οποία συχνά συνδέεται με το όνειρο ή την ερωτική ανάμνηση, και η οδυνηρή και αγχώδης, η οποία σημαδεύει τόσο τα ποιήματά του. Στην πρώτη περίπτωση το ποίημα άνετα συγκροτείται σ’ ένα αυτόνομο σύμπαν.Στη δεύτερη, η έξοδος από το όνειρο συντελεί στη διαδικασία απεξιδανίκευσης του πραγματικού που πρόκειται να εγκαταλείψει.
Αν το Παρίσι είναι το οικείο τοπίο των Άνθεων του κακού, ιδίως στην Β’ έκδοση (1861), ο θάνατος είναι ο βασιλιάς αυτού του τοπίου και η νεοτερικότητα είναι συνδεδεμένη μ’ αυτόν.

Στα άνθη του κακού, για πρώτη φορά ο θάνατος ονομάζεται στην αξεπέραστη φυσική του πραγματικότητα, άνοιξε στον ποιητικό λόγο βατά μονοπάτια μιας αυθεντικής αλήθειας, με τη σφραγίδα ενός πεπερασμένου, αποτυπωμένου στην – ως τώρα τόσο συχνά αχρονική-γλώσσα της ποιητικής παράδοσης.




ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Έδωσε στην εικόνα του καλλιτέχνη την οριστική της μορφή, δάδα της ανθρωπότητας από εποχή σε εποχή, που μαρτυρεί την ικανότητα του ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του.

…το έργο του ενσωματώνει και ανανεώνει ολόκληρη την ευρωπαϊκή παράδοση και πέρα απ’ αυτή, με τις μεταφράσεις του Πόου [….] μια καινοτόμος αισθητική, βασισμένο σ’ ένα τιθασευμένο ρομαντισμό, μια ποίηση της φαντασίας κι όχι της καρδιάς, με σκληρή δουλειά όχι μόνο με έμπνευση, την εισαγωγή της παραφωνίας στην καρδιά του ποιήματος, του συμβόλου στην καρδιά του οράματος, σ’ ένα έργο παράδοξο που συνδυάζει τη βλασφημία και το σατανισμό με κάποια θρησκευτική πίστη[….].

…ο ποιητής πολεμά τις επηρμένες φόρμες του «ρομαντισμού» που δεν βρίσκεται ακριβώς ούτε στην επιλογή θεμάτων ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά στον τρόπο που αισθάνεσαι.[….]
Στο πυρ το εξώτερον η ποίηση της καρδιάς αλά Μυσέ! Και η ηθική ωφελιμότητα!

Ο ίδιος ο τίτλος Τα άνθη του κακού, στα οποία επιπλέει ένας τόνος οξύμωρου, φανερώνει το παράδοξο σχέδιο να αποκαλύψει την ομορφιά του κακού καταγγέλλοντας την. [….] Ο ποιητής βοηθάει να εισχωρήσουμε μαζί του σε όλους τους κύκλους του έρωτα (αισθησιακού πάθους, θερμό ερωτισμό, και στη βιαιότητά του, εκείνον που σέρνεται ανάμεσα στην ευλάβεια και την ταπείνωση[….]

Τέλος, ο κύκλος του έρωτα, όπου συμφιλιώνεται η τρυφερότητα και ο αισθησιασμός με το συμβολικό όνομα Μαρία. Ο κύκλος αυτός ενσωματώνει τους δύο άλλους, αποκαλύπτοντας πως το νήμα είναι πιο πολύ μυητικό παρά βιογραφικό [….]

Η μελαγχολική του αναζήτηση πολιορκεί την περιοχή του φανταστικού, το μίσος μιας ομορφιάς πιθανά σατανικής, που προέρχεται από τον Σατανά ή το Θεό, τι μας νοιάζει;
Η αντίληψή του για μια ποίηση που να στηρίζεται εξολοκλήρου στη μουσική προέρχονταν εν μέρει από τον Χόφμαν, αλλά μάλλον «τα κατάφερε καλύτερα», αφού σ’ αυτόν αναφέρονται. [….] Το 1890 έργο του γνωρίζει μεγαλύτερη δόξα. Τότε παρουσιάζεται ως ο πατέρας του συμβολισμού, ο πρώτος οραματιστής για τον Ρεμπώ, ο πρώτος μοντέρνος για τον Μαλλαρμέ.

Εκτός από τον συμβολιστή επισημαίνουμε και το δημιουργό του «ποιήματος σε πεζό» και της τολμηρής αισθητικής, της βασισμένης στην παραφωνία και την εικεσία. Ο Μπωντλαίρ παραμένει ο μεγάλος ποιητής της νεοτερικότητας, του ποιήματος σε πεζό και μιας προσωδίας ικανής να εκφράσει όλες τις συσπάσεις της ψυχής, αλλά ακόμα και ο μαιτρ μιας κλασικής ρητορικής, όπου ο αλεξανδρινός στίχος και το σονέτο υποτάσσονται σε κάθε τόλμη του τόνου.

ΠΗΓΕΣ

Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Α, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992)
Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992).
Γκότση Γ. & Προβατά Δ., Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.


          -----------------------------------------------------------------------------




Ο «καταραμένος ποιητής» Σαρλ Μπωντλαίρ

Στις 31 Αυγούστου του 1821 αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία μόλις 46 ετών, ο Γάλλος ποιητής, μεταφραστής και κριτικός τέχνης, Σαρλ Μπωντλαίρ. Το έργο του ποιητή της θρυλικής συλλογής Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό. Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Edgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του «καταραμένου ποιητή», όπως αποκαλείται. 

Ο Μπωντλαίρ για ορισμένους αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους είναι ο θεμελιωτής του συμβολισμού και για άλλους, αμφότερα. Ο Μπωντλαίρ θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης. Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση.
Με επιρροές όπως οι Théophile Gautier, Joseph de Maistre (για τον οποίο είπε ότι του έμαθε να σκέφτεται) και τον Edgar Allan Poe, με τη μετάφραση του έργου του οποίου ασχολήθηκε εκτενώς, τον «ποιητή-ζωγράφο» Eugène Delacroix και τον Édouard Manet, ο ποιητής κατόρθωσε να συνυφάνει στο έργο του την ομορφιά και την σατανική κακία, τη βία και την ηδονή, τη φρίκη και την έκσταση, τη μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, τη νοσταλγία και την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.

«Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία», εξήγησε ο ίδιος για τις πλάνες του ρεαλισμού. Περιγράφοντας τον Ρομαντισμό, είπε:

«Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο». Επιπλέον, ο Baudelaire αρθρώνει την θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Το γνωστότερο έργο του σήμερα είναι τα Άνθη του Κακού, μια συλλογή η οποία όταν κυκλοφόρησε, το 1857, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις που ο Μπωντλαίρ καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα του απαγορεύτηκαν. Μάλιστα, η εφημερίδα Le Figaro έγραφε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου: 

«Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».

Σήμερα, ο Σαρλ Μπωντλαίρ συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ποιητών της Γαλλίας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να βρίσκεται μεταξύ των Κλασικών. «Ο Σαρλ Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός» είπε γι’ αυτόν ο νεαρός Rimbaud ενώ χαρακτηρίστηκε «Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής».




Στὸν ἀναγνώστη 

Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.

Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.

Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.

Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.

Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.

Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.

Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.
Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια, θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!
Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.

Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!

Charles Baudelaire


  ---------------------------------------------------------------------------------------


"Καταραμένοι ποιητές"

Κάποιοι άνθρωποι αγαπούν αυτό που κάνεις, κάποιοι άλλοι μισούν αυτό που κάνεις, αλλά οι περισσότεροι δεν δίνουν δεκάρα.
Charles Bukowski
( 1920-1994 , Αμερικανός συγγραφέας)

kataramenoi



Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες, πόρτες κλειστές σε ερημωμένα σπίτια δήλωσε ο Γιάννης Ρίτσος ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Τι υπάρχει όμως πίσω από τις ερμητικά κλειστές πόρτες της ποίησης;

Πώς η ποίηση μπορεί να καταραστεί τους δημιουργούς της και πώς η ευαισθησία αυτών, τους εκθέτει στα μάτια της πλειοψηφίας που τρέμει στην ιδέα του καινούριου;
Σύμφωνα με την Γαλλική μετάφραση , Καταραμένοι Ποιητές είναι οι ποιητές που διάγουν τη ζωή τους έξω από τα κοινωνικά πλαίσια ή και ενάντια σε αυτά. Η κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών, η τρέλα, το έγκλημα, η βία, και γενικά κάθε κοινωνική πράξη που δεν εντάσσεται στα συνηθισμένα κοινωνικά πρότυπα, όπως και ο πρόωρος θάνατος είναι τυπικά στοιχεία της βιογραφίας ενός καταραμένου ποιητή.

Ο όρος ¨Καταραμένος ποιητής" επικράτησε και κατοχυρώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Αλφρέντ ντε Βινύ στο δραματουργικό του έργο του 1832 Stello όπου αποκαλεί συλλογικά τους ποιητές ως τη ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της γης.

«Οι θεμελιωτές»


kataramenoi


Ως πρωτοπόρος του ρεύματος θα μπορούσε να λογιστεί ο Λόρδος Βύρων που με το έργο του ανέτρεψε τα δεδομένα της εποχής, υπονοώντας πως η τέχνη μπορεί να αναδείξει όχι μόνο το ωραίο, αλλά και το κακό, το άσχημο και το μακάβριο που κρύβει ο καθένας μέσα του.
Αλκοολικός, αποκομμένος από την αίγλη του οικογενειακού του ονόματος, έζησε μέσα σε σκάνδαλα και προκλήσεις αδιαφορώντας πλήρως για τους ηθικούς φραγμούς της εποχής του.

kataramenoi


Κυριότερος εκπρόσωπος του είδους ήταν ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε.

Ορφανός από πρώτα χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, στράφηκε στο γράψιμο αναζητώντας τρόπο να κατευνάσει τη μακάβρια φαντασία του.
Το ποτό και ο τζόγος αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του ανθρώπου που θεωρήθηκε μετέπειτα, πατέρας του αστυνομικού μυθιστορήματος και έβαλε τις βάσεις για τα έργα επιστημονικής φαντασίας που ακολούθησαν.


kataramenoi

Αν η παρακμή στην ποίηση μπορούσε να πάρει μορφή αυτή θα ήταν του Σάρλ Μποντλέρ, ο Γάλλος συγγραφέας που προκάλεσε όσο κανείς άλλος τους βαθιά συντηρητικούς κύκλους της εποχής του. Η άθλια οικονομική του κατάσταση και η σχέση του με τα οπιούχα, τον οδήγησαν μοιραία στο θάνατο από πάρεση και αφασία.
Σήμερα ο Μποντλέρ αναγνωρίζεται ως μέγας ποιητής της γαλλικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας και συγκαταλέγεται μεταξύ των κλασικών.


kataramenoi


Όταν η μοίρα φέρνει σε επαφή δύο ανήσυχα πνεύματα, η σχέση που δημιουργείτε δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο καταστροφική. Έτσι έγινε και στην περίπτωση του Αρθούρου Ρεμπώ με τον Πολ Βερλαίν. Αψέντι, χασίς και ακραία φτώχεια τους οδήγησε μοιραία σε κατάσταση εξαθλίωσης.
Κλεισμένοι για ώρες στην βιβλιοθήκη του βρετανικού μουσείου στο Λονδίνο εξασφάλιζαν θέρμανση μελάνι και χαρτί ξεφεύγοντας έστω για λίγο από την μέθη και τις ακραίες συμπεριφορές, όπως του τραυματισμού του Ρεμπώ από τον Βερλαίν σε κατάσταση μέθης.
Δύο χρόνια φυλάκισης για τον Βερλαίν και περιπλάνηση τυχοδιωκτικού χαρακτήρα από το Ρεμπώ.

kataramenoi


Ο Βερλαίν μετά την φυλακή καταλήγει μοιραία πένητας και εθισμένος στα ναρκωτικά και το ποτό, ενώ η αναγνώριση για το έργο του έρχεται μόλις δύο χρόνια πριν τον θάνατο του.
Ο Ρεμπώ κατατάσσεται ως μισθοφόρος στον ολλανδικό στρατό και φεύγει για την Αφρική, λιποτακτεί και συνεχίζει την περιπλάνηση του σε διάφορες χώρες μέχρι να τον βρει ο θάνατος σε νοσοκομείο της Γαλλίας σε ηλικία 37 ετών.
  ----------------------------------------------------------------------------------------------




Ποίηση, ακόμα πιο συγκεκριμένα ποιητές, ακόμα πιο συγκεκριμένα Γάλλοι ποιητές , καλύτερα ένας από τους καλύτερους Γάλλους ποιητές…ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ! Κάποτε μας ωθεί μια φωνή απροσδιόριστη αλλά επιτακτική, να επιχειρήσουμε το ανέφικτο. Είναι πιο δυνατή απ’ το δισταγμό και την ταπεινοφροσύνη. Τότε ακριβώς  ξεκινάει η προσπάθεια για το ταξίδι, την περιπέτεια, την ανακάλυψη του έργου και τη δυσκολία  που παραμονεύει  αδιάκοπα  για την απόδοση του στη γλώσσα μας. Το ταξίδι, η περιπέτεια κρατάει μήνες, χρόνια, περιέχει τη συγκίνηση της αδιάκοπης εξερεύνησης, την αδιάκοπη πάλη για την προσέγγιση του ποιητή. Ανιχνεύουμε ευλαβικά την προσωπική του ζωή. Συχνά μένουμε έκθαμβοι μπροστά στον πλούτο της ομορφιάς, της συγκίνησης, της γνώσης που περιέχει ένα σονέτο.

Μέσα απ’ το μουσικό στίχο, το σμιλεμένο μ’ αφάνταστη τεχνική λιτότητα, προβάλλουν μηνύματα, εικόνες, αρώματα, επικλήσεις.

Είναι πασίγνωστο ότι ο Μπωντλαίρ είναι ο πιο μελωδικός ποιητής της Γαλλίας, αλλά σύγκαιρα τα ποιήματά του περιέχουν και διανοήματα, που οι ρίζες  τους βρίσκονται βαθιά μες στην πνευματική ζωή των αιώνων, μηνύματα με ψυχολογικά προβλήματα που προβάλλονται ανάγλυφα, γυμνά, γεγονός πρωτάκουστο στην εποχή του.

Μέσα από το σαρκασμό, την  ειρωνεία, το συμβολισμό, το ρομαντισμό, το ρεαλισμό. Προβάλλει ο χριστιανός. Ο έντιμος άνθρωπος, η τρυφερή ανθρώπινη ψυχή έτοιμη να συγχωρήσει και να αγαπήσει.

Μέσα από την ειρωνεία και το σαρκασμό ξεχύνεται το κύμα της αγάπης για το ιδανικό του, την ΟΜΟΡΦΙΑ, την καλλιτεχνική ομορφιά, τη μόνη που αναγνωρίζει. Το φυσικό το απεχθάνεται και εκφράζεται έτσι: ΄΄Η γυναίκα είναι φυσική δηλαδή βδελυρή΄΄ ή ΄΄Περάστε στην εξέταση, αναλύστε καθετί που είναι φυσικό, θα το βρείτε φρικτό΄΄. Εγκωμιάζει το φτιασίδι και τους τεχνητούς παραδείσους , εγκωμιάζει το ΄΄παράδοξο φυτό΄΄ για να συνοψίσει : Τη μεθυστική μονοτονία  του μετάλλου, του μαρμάρου και του νερού.

Στίχοι  αποκαλυπτικά βιογραφικοί, προφητικοί για την αθανασία της ποίησής του, σαν κι αυτούς του SPLEEN LX ξεπροβάλλουν.
                                      
                                       Η ανία, καρπός της βαθιάς αδιαφορίας
                                      Παίρνει τις διαστάσεις της αθανασίας.
                                      Ό,τι απομένει δεν είναι πια, ω ζωντανή ύλη!
                                      Παρά γρανίτης κυκλωμένος απ’ τον ακαθόριστο τρόμο,
                                      Ναρκωμένος μες στο βάθος ανταριασμένης  Σαχάρας`
                                      Αρχαία Σφίγγα  αγνοημένη απ’ τον ανέμελο κόσμο,
                                      Ξεχασμένη πάνω στο χάρτη, που η διάθεση της αγριωπή
                                      Δεν τραγουδάει παρά μόνο στις ακτίνες του ηλίου που γέρνει.
                                      Αλλά αν, χωρίς  ν’ αφεθείς στη γοητεία,
                                     Το βλέμμα  σου ξέρει να βυθίζεται στα βάραθρα,
                                     Διάβασέ με, για να μάθεις να μ’ αγαπάς`
                                     Ψυχή περίεργη που υποφέρεις
                                     Και πορεύεσαι αναζητώντας τον παράδεισό σου,
                                     Λυπήσου με!… αν όχι, σε καταριέμαι!





΄΄ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ΄΄ ξεπέρασαν το φράγμα του χρόνου. Η τόλμη και το μεγάλο ταλέντο του ποιητή νίκησαν. Παρ’ όλες τις πραγματικές και φανταστικές δυστυχίες που τον χτύπησαν. Ήταν ένας αισιόδοξος δημιουργός και δικαιώθηκε.

                                    Ν’ ανακαλώ την άνοιξη με τη θέλησή μου,
                                    Ν’ αντλώ απ’ την καρδιά μου ήλιο, και να κάνω
                                    Με τις καυτές μου σκέψεις μια χλιαρή αχλύ.

Η ανθρώπινη ψυχή δεν αλλάζει .Ο πόνος, ο έρωτας, η ορφάνια, οι δυστυχίες που χτυπούν τον άνθρωπο είναι πάντα παρούσες σ’ όλες τις εποχές, σ’ όλους τους καιρούς. Μόνο, είναι ελάχιστοι αυτοί που μπορούν να εκφράσουν τόσο αριστοτεχνικά ώστε να συγκινηθούν διαχρονικά . και αυτοί είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες που έχουν τη θέση τους στο πάνθεον της αιωνιότητας όπως κι ο CHARLES BAUDELAIRE, που είναι βέβαιος  για τη θέση του ποιητή, για τη θέση που του επιφυλάσσει ο Θεός. Ποίημα Ι ΄΄ΕΥΛΟΓΙΑ΄΄ 16η στροφή:

                                    Γνωρίζω ότι μια θέση στον Ποιητή φυλάς
                                    Μες στις μακάριες τάξεις των Λεγεώνων των Αγίων,
                                    Κι ότι τον προσκαλείς εκεί που αιώνια γιορτάζουν
                                    Θρόνοι, Αρετές, Δεσποτείες. 

Ο Charles Baydelaire μες από την προσωπική του δυστυχία αναδύεται ένας αγωνιστής, ένας ερευνητής των ανθρωπίνων και γίνεται ο ανανεωτής της γαλλικής ποίησης κι όπως διάβηκε τα σύνορα της πατρίδας του καθιερώνεται ένας παγκόσμιος διαχρονικός ποιητής. Η αγωνία του κι ο αγώνας του δίνονται μες στους στίχους του CIII:
                                 
                                     Ρίχνε μας το φαρμάκι σου για να μας γιγαντώσεις!
                                    Αυτή η φωτιά τόσο μας ψήνει το μυαλό. Θέλουμε,
                                    Να βυθιστούμε στ’ άδυτα της αβύσσου, Κόλαση ή Ουρανός, αδιάφορο`
                                    Στο βυθό του Άγνωστου για να βρούμε το καινούριο!



Ο Κάρολος Π. Μπωντλαίρ ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γαλλικής  αλλά και της παγκόσμιας Λογοτεχνίας .
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Μπωντλαίρ υπέστη δριμεία κριτική για τις συγγραφές του και την θεματική του. Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Η εφημερίδα Φίγκαρο της 5ης Ιουλίου 1857 έγραψε τα εξής σχετικά με την πρόσφατη εμφάνιση των Ανθέων του Κακού: ’’Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα  δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα – για να καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα.’’

Ο Μπωντλαίρ σήμερα αναγνωρίζεται ως μέγας  ποιητής  της  γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας και μεταξύ των κλασσικών. Χαρακτηριστικά, ο Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγί τον αποκάλεσε ‘’Δάντη μιας  παρηκμασμένης εποχής’’.

Σε ολόκληρο το έργο του, ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενυφάνει την Ομορφιά με την Κακία, την βία με την Ηδονή, καθώς και να καταδείξει την σχέση μεταξύ τους. Παράλληλα  με την συγγραφή ποιημάτων σοβαρών και σκανδαλιστικών για την εποχή, κατόρθωσε  επίσης  να εκφράσει την μελαγχολία και την νοσταλγία.






Γκυστάβ Κουρμπέ: Πορτρέτο του Μπωντλαίρ








   ------------------------------------------------------------------------------------------------



Charles Baudelaire  Τα άνθη του κακού, εκδόσεις Γκοβόστη

Στον Αναγνώστη

Ανοησία, λάθος, αμαρτία, απληστία,
Τα πνεύματά μας κατέχουν και τα κορμιά μας παιδεύουν,
Τις προσφιλείς μας τύψεις συντηρούμε,
Όπως οι ζητιάνοι τα ζωύφια τους τρέφουν.

Οι αμαρτίες μας επίμονες, οι μεταμέλειες μας χαλαρές
Ακριβά πληρώνουμε τις εξομολογήσεις
χαρούμενα γυρνούμε στης ακολασίας το δρόμο
Πιστεύοντας πως μ' ευτελή δάκρυα ξεπλένονται οι κηλίδες.

Στου κάκου το προσκεφάλι ο Σατανάς Τρισμέγιστος
Το μαγεμένο πνεύμα μας πολύν καιρό αιωρεί
Και το πολύτιμο μέταλλο της θέλησής μας
Ολόκληρο εξατμίστηκε απ' το σοφό αλχημιστή

Τα νήματα που μας κινούν ο Διάβολος κρατά!
Θέλγητρα ανακαλύπτουμε στ' αντικείμενα αποκρουστικά
Κάθε μέρα ένα βήμα κατεβαίνουμε στην Κόλαση
Δίχως φρίκη ανάμεσα σε σκότη ρυπαρά

Σαν το φτωχό αμαρτωλό που τρώει και φιλά
Τον κόρφο το μαρτυρικό αρχαίας πόρνης
Κλέβουμε στο διάβα μια λαθραία χαρά
Και σαν πορτοκαλί υπερώριμο τη στύβουμε δυνατά

  ------------------------------------------------------------------------------------

Ο Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ (Charles Pierre BaudelaireΠαρίσι9 Απριλίου 1821 - 31 Αυγούστου 1867) ήταν Γάλλοςποιητής, ένας από τους σημαντικότερους της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κατά την διάρκεια της ζωής του, ο Μπωντλαίρ υπέστη δριμεία κριτική για τις συγγραφές του και την θεματική του. Ελάχιστοι από τους σύγχρονούς του τον κατανόησαν. Η εφημερίδα Le Figaro της 5ης Ιουλίου 1857 έγραψε τα εξής σχετικά με την πρόσφατη εμφάνιση των Ανθέων του Κακού: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Μπωντλαίρ. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».

Ο Μπωντλαίρ σήμερα αναγνωρίζεται ως μέγας ποιητής της γαλλικής και της παγκόσμιας Λογοτεχνίας και συγκαταλέγεται μεταξύ των κλασικών. Χαρακτηριστικά, ο Μπαρμπέ ντ' Ορεβιγί τον αποκάλεσε «Δάντη μιας παρηκμασμένης εποχής».

Σε ολόκληρο το έργο του, ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να ενυφάνει την Ομορφιά με την Κακία, την βία με την ηδονή (Une martyre), καθώς και να καταδείξει την σχέση μεταξύ τους. Παράλληλα με την συγγραφή ποιημάτων σοβαρών (Semper Eadem) και σκανδαλιστικών για την εποχή (Delphine et Hippolyte), κατόρθωσε επίσης να εκφράσει την μελαγχολία (Mœsta et errabunda) και την νοσταλγία (L' Invitation au voyage).



File:Plaque Charles Baudelaire, 1 rue du Dôme, Paris 16.jpg
Plaque Charles Baudelaire, 1 rue du Dôme, Paris 16


Η ζωή του

Ο πατέρας του Μπωντλαίρ ήταν άνθρωπος μορφωμένος, αφοσιωμένος στα ιδανικά του Διαφωτισμού και ερασιτέχνηςζωγράφος. Με τον θάνατό του το 1827 άφησε στον Σαρλ πλούσια πνευματική κληρονομιά. Έναν χρόνο αργότερα, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Συνταγματάρχη Οπίκ, πράξη που ο Μπωντλαίρ ποτέ δεν της συγχώρεσε. Ο Ωπίκ ενσάρκωνε για τον Μπωντλαίρ όλα όσα στέκονταν ανάμεσα σε αυτόν και σε ό,τι αγαπούσε: την μητέρα του, την ποίηση, το όνειρο, μία ζωή χωρίς δυστυχή περιστατικά. Επιστρέφοντας από το Λύκειο το 1839, ο Μπωντλαίρ αποφασίζει να ζήσει την ζωή του ενάντια στις παραδοσιακές αστικές αξίες που ενσαρκώνει η μητέρα του και ο πατριός του. Αποπειράται να ταξιδέψει ως τις Ινδίες, αλλά τελικά αποτυχαίνει. Το ταξίδι αυτό, ωστόσο, πρόκειται να ερεθίσει την φαντασία και την έμπνευσή του (αγάπη για την θάλασσα, οράματα τόπων εξωτικών).

Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι συνδέεται με την Ζαν Ντυβάλ (Jeanne Duval), μια νεαρή μιγάδα, η οποία θα τον μυήσει στις ηδονές αλλά και στις πληγές του πάθους. Δανδής και χρεωμένος, τίθεται υπό δικαστική επιτήρηση το 1842και διάγει άθλιο βίο. Αρχίζει να συνθέτει πληθώρα ποιημάτων για την συλλογή «Τα Άνθη του Κακού». Ως κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος μάχεται τις μεγαλόστομες μορφές του Ρομαντισμού. Το 1848 συμμετέχει στην επανάσταση των οδοφραγμάτων και λέγεται ότι παροτρύνει τους επαναστάτες να πυροβολήσουν τον πατριό του, Οπίκ. Αργότερα, συνάδει με την απέχθεια των Γκυστάβ Φλωμπέρ και Ουγκώ για την κυβέρνηση του Ναπολέοντος Γ΄

Τα Άνθη του Κακού εκδίδονται το 1857 και στην συνέχεια καταδικάζονται μερικώς «για προσβολή των δημοσίων και των καλών ηθών». Η επόμενη έκδοση του 1861 είναι εμπλουτισμένη, αναδομημένη αλλά και ακρωτηριασμένη κατά έξι ποιήματα (Les bijoux,Le Léthé, À celle qui est trop gaie, Lesbos, Femmes damnées (το πρώτο ποίημα της συλλογής), Les métamorphoses du vampire), την δημοσίευση των οποίων απαγόρευσε ο δικαστής Πινάρ. Κατόπιν, ο ποιητής φεύγει για το Βέλγιο και εγκαθίσταται στις Βρυξέλλες, όπου συγγράφει ένα φυλλάδιο για το Βέλγιο, το οποίο και θεωρεί καρικατούρα της γαλλικής αστικής τάξης. Επίσης, συναντά εκεί τον Φελισιέν Ροπ, ο οποίος θα εικονογραφήσει τα Άνθη.

Πεθαίνει στο Παρίσι από πάρεση και αφασία το 1867. Ενταφιάζεται στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς (6ο τμήμα), στον ίδιο τάφο με τον πατριό και την μητέρα του. Η τρίτη έκδοση των «Ανθέων» (1868) δεν θα βρει τον Μπωντλαίρ εν ζωή. Μετά τον θάνατό του, η λογοτεχνική του κληρονομιά δημοπρατήθηκε και τελικά αγοράστηκε από τον εκδότη Μισέλ Λεβί για 750 φράγκα. Η δικαστική απόφαση του 1857 δεν ανακλήθηκε πριν από το 1949, οπότε και έγινε αποκατάσταση του πλήρους έργου του Μπωντλαίρ.

Τρόμος και Έκσταση

«Από παιδί δύο συναισθήματα αντιμάχονταν στην καρδιά μου: η φρίκη της ζωής και η έκσταση της ζωής.» (Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη)

Κάθε μεγάλο έργο του Ρομαντισμού μαρτυρεί αυτό το πέρασμα από την φρίκη στην έκσταση και από την έκσταση στην φρίκη. Από εκεί εντυπώθηκε βαθιά στον Μπωντλαίρ η αίσθηση της κατάρας που βαραίνει κάθε ανθρώπινο πλάσμα μετά το προπατορικό αμάρτημα. Κατ' αυτήν την έννοια, τα Άνθη του Κακού ανήκουν στοχριστιανικό λογοτεχνικό είδος.

Αναλύοντας την έκφρασή του «το κύμα του πάθους», ο Σατωμπριάν έγραψε στον πρόλογο του ομώνυμου έργου του: «Ο Χριστιανός πάντοτε βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ταξιδιώτη που απλώς διασχίζει εδώ κάτω την κοιλάδα των δακρύων και που δεν θα ξεκουραστεί παρά μόνον στον τάφο». Για τον Μπωντλαίρ, δεν πρόκειται απλώς για λογοτεχνία ή για έννοιες λίγο ή πολύ αφηρημένες αλλά για το «ζωντανό θέαμα της θλιβερής δυστυχίας [του]». Ακριβώς όπως η φύση, έτσι και ο άνθρωπος έχει σπιλωθεί από το προπατορικό αμάρτημα και, όπως στην περίπτωση του René ή του Werther (Γκαίτε), ο Μπωντλαίρ νιώθει διαρκώς απέχθεια για το «άθλιο πλήθος» (Recueillement). Αυτό που τον ταλανίζει πάνω από όλα είναι ο εγωισμός και η μοχθηρία των ανθρώπων, η πνευματική τους παραλυσία και η απουσία συναίσθησης του τι είναι Ωραίο και τι είναι Καλό. Το ποίημα σε πεζό La Corde, που εμπνεύστηκε από πραγματικά γεγονότα, αφηγείται την ιστορία μιας μητέρας που, αδιαφορώντας για την τύχη του παιδιού της που θανατώθηκε στην αγχόνη, καταφέρνει να πάρει στην κατοχή της το σχοινί της εκτέλεσης, ώστε να το χρησιμοποιήσει για εμπορικό κέρδος.

Ο Μπωντλαίρ υπέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο: το Albatros επιτιμά την ηδονή που ο «χύδην όχλος» βρίσκει στο Κακό, ειδικότερα με το να βασανίζει τον ποιητή. Στο Art Romantique (Ρομαντική Τέχνη) ο Μπωντλαίρ παρατηρεί: «Αποτελεί θαυμαστό προνόμιο της Τέχνης, το να μπορεί να μετατρέπει την φρίκη σε ομορφιά εκφράζοντάς την καλλιτεχνικά. Ο πόνος, όταν του δίνεται ρυθμός και μέτρο, γεμίζει το πνεύμα με μια γαλήνια χαρά». Ποιήματα, όπως τα Le Mauvais Moine,L'Ennemi, Le Guignon, καταδεικνύουν την φιλοδοξία του να μεταμορφώσει τον πόνο σε ομορφιά.

Ήταν αδύνατον για τον Μπωντλαίρ να πιστέψει ότι οποιοσδήποτε πολιτισμός θα μπορούσε να προσεγγίσει την τελειότητα. Περιφρονούσε τόσο τον σοσιαλισμό, όσο τον ρεαλισμό και τον νατουραλισμό. Όπως και ο Πόε, θεωρούσε την "πρόοδο και την σύγχρονη μεγάλη ιδέα, την έκσταση μιας μυγοσκοτώστρας". Συγκεφαλαιώνοντας αυτό που ονόμαζε «σύγχρονες αιρέσεις», ο Μπωντλαίρ απέρριψε επίσης την «αίρεση της παιδείας»: «Η Ποίηση, για το ελάχιστο που μπορούμε να κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας, να ανακρίνουμε την ψυχή μας, να θυμηθούμε τις πιο υπέροχες αναμνήσεις μας, δεν έχει άλλο σκοπό πέρα από την ίδια. (…) Εάν η υποκινούσα δύναμη του ποιητή είναι η ηθική, τότε χάνει από την ποιητική του δύναμη και το ξέρει καλά ότι το έργο του θα είναι κακό» (από άρθρο για τον Τεοφίλ Γκοτιέ).

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ποιητής δεν εξεγείρεται ενάντια στην κατάσταση της ανθρωπότητας. Εκφράζει θαυμασμό για τα μεγάλα μεφιστοφελικά έργα του ρομαντισμού, όπως ο Melmoth («μαύρο» γοτθικό μυθιστόρημα του Charles Robert Maturin). Εφόσον η ποίηση αποτελεί ουσιαστικά το αντίθετο της ανθρώπινης δυστυχίας, θεωρεί ότι δεν μπορεί παρά να είναι επανάσταση. Έτσι, η ποίηση του Μπωντλαίρ αποκτά σύγχρονη μορφή στα Μικρά Ποιήματα σε Πεζό, όπου γίνεται μαύρο χιούμορ.

Η ποιητική τέχνη του


Απορρίπτοντας τις πλάνες του ρεαλισμού και της «τέχνης για την τέχνη», ο Μπωντλαίρ στοχεύει να κατακτήσει την θεμελιώδη αλήθεια, την κοσμική ανθρώπινη πραγματικότητα στις συμπαντικές διαστάσεις της. Γράφει στο Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1846: «Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία». Στο δε Καλλιτεχνικό Σαλόνι του 1859 προσθέτει: «Ο καλλιτέχνης—ο αληθινός καλλιτέχνης, ο αληθινός ποιητής—δεν πρέπει να ποιεί παρά μόνον όταν βλέπει και όταν ακούει. Πρέπει να είναι αληθινά πιστός στην φύση του». Με αυτόν τον τρόπο ο Μπωντλαίρ αρθρώνει την θεμελιώδη ανακάλυψη της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Γι' αυτό και θεωρεί τη φαντασία «βασίλισσα όλων των προικισμάτων». Στην πραγματικότητα, η φαντασία υποκαθιστά «την παραδοσιακή μετάφραση της υλικής ζωής», υποκαθιστά την πράξη με το όνειρο. Η ποίηση έτσι ορισμένη εκφράζει σχεδόν κάθε μεταγενέστερο ποιητή. Ωστόσο, ο Μπωντλαίρ δεν βίωσε το έργο του, διότι για αυτόν η ζωή και η ποίηση ήταν πάντα μέχρι ενός σημείου ξεχωρισμένες. Αυτό που τόσο ο Μπωντλαίρ όσο και ο Στεφάν Μαλαρμέ όριζαν ως έργο τέχνης, οι Σουρρεαλιστές μετά τον Αρτούρ Ρεμπό ονόμαζαν έργο ζωής, θέλοντας να αλλάξουν την ζωή. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε και τον φόρο τιμής που απέτισε στον Μπωντλαίρ ο νεαρός Ρεμπό: «Ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός». Αρκεί να συγκρίνουμε αυτό το απόσπασμα του Μπωντλαίρ:

[…] ποιος δεν έχει βιώσει τούτες τις θαυμάσιες στιγμές, που είναι πραγματικές γιορτές του νου, κατά τις οποίες οι πιο άγρυπνες αισθήσεις συλλαμβάνουν τις πιο εκτυφλωτικές εντυπώσεις, όταν το γαλάζιο του ουρανού γίνεται πιο διάφανο και σε βυθίζει σε μια άβυσσο πιο απέρατη, όταν οι ήχοι αναβλύζουν μουσική, όταν τα χρώματα μιλούν και όταν τα αρώματα περιγράφουν ολόκληρους κόσμους ιδεών; Η ζωγραφική, λοιπόν, του Ντελακρουά για εμένα είναι η αποτύπωση αυτών των υπέροχων στιγμών του πνεύματος. Είναι επενδυμένη με τέτοια ένταση που το μεγαλείο της καθίσταται ασύγκριτο. Αποκαλύπτει τον υπερρεαλισμό, σαν να αντιλαμβάνεται την φύση μέσα από υπερευαίσθητες νευρικές απολήξεις.

με το παρακάτω απόσπασμα από το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού:

Το να υποβιβάσεις την φαντασία σε δουλεία, από την στιγμή που είναι η αιτία αυτού που πρόχειρα αποκαλούμε ευτυχία, ουσιαστικά σημαίνει το να απογυμνώνεσαι από όλα όσα έχεις στο βάθος του εαυτού σου—από την υπέρτατη δικαιοσύνη. Μόνον η φαντασία μπορεί να αποκαλύψει όσα δεν υπάρχουν κι όμως μπορούν να γίνουν και αυτό είναι αρκετό προκειμένου να φύγει λίγο πιο μακριά η φοβερή απαγόρευση για όσα δεν μπορούμε να έχουμε. Είναι αρκετά για να αφεθούμε σε αυτήν χωρίς να φοβόμαστε ότι θα μας προδώσει.

Έτσι, ο Υπερρεαλισμός φέρει μέσα του λίγη μαγιά από το έργο του Λοτρεαμόν, του Ρεμπό και του ίδιου του Σουρεαλισμού.

Ο Μπωντλαίρ επιστράτευσε την περίφημη αυτή φόρμουλα που τόσο ταιριαστά περιγράφει την τέχνη του για να σχολιάσει την ζωγραφική του Ντελακρουά και το έργο του Θεοφίλου Γκοτιέ: «Ο έντεχνος χειρισμός της γλώσσας έγκειται στο να κατορθώνεις ένα είδος παρεμφατικής μαγείας. Μόνον έτσι μπορεί να μιλήσει το χρώμα σαν φωνή βαθιά και ζωηρή, μόνον έτσι μπορούν τα μνημεία να ξεχωρίσουν και να αναδυθούν από τα βάθη του χώρου, μόνον έτσι τα ζώα και τα φυτά, που αντιπροσωπεύουν την ασχήμια και την κακία, μπορούν να κάνουν σαφείς τους μορφασμούς τους, μόνον έτσι τα αρώματα προσκαλούν τις αντίστοιχές τους σκέψεις και αναμνήσεις, μόνον έτσι το πάθος ψιθυρίζει ή κραυγάζει στην γλώσσα που θα μας είναι αιώνια γνώριμη».

Μόνον ο Ζεράρ ντε Νερβάλ, πριν από τον Μπωντλαίρ, είχε κατορθώσει να καταγράψει ποίηση που δεν αποτελούσε λογοτεχνία. Απαλλαγμένη από το βάρος της λογικής, η ποίηση μπορεί ωστόσο να εντυπώσει το συναίσθημα μέσα από την βαναυσότητά της. Όντως, στα καλύτερα ποιήματά του ο Μπωντλαίρ διατηρεί από τον κλασικό στίχο μόνον την μουσικότητά του, προβαίνει σε τομές των στίχων και απορρίπτει τον υπερβολικά μηχανιστικό αλεξανδρινό στίχο. Το παράδειγμά του θα ακολουθήσουν αργότερα οι Πολ Βερλέν, Μαλαρμέ, Μορίς Μέτερλινκ. Εμπνευσμένος από την ανάγνωση του Gaspard de la Nuit του Aloysius Bertrand, ο οποίος πρώτος συνέθεσε ποιήματα σε πεζό, ο Μπωντλαίρ συγγράφει τα Μικρά Ποιήματα σε Πεζό και στον πρόλογο εξηγεί: «Και ποιος δεν έχει ονειρευτεί κατά τις φιλόδοξες μέρες του, το θαύμα μιας ποιητικής πρόζας, που να έχει μουσική χωρίς να έχει ρυθμό και ρίμα, που να είναι τόσο ευέλικτη και τόσο χτυπητή, ώστε να προσαρμόζεται στους λυρικούς λικνισμούς της ψυχής, στους κυματισμούς της ονειροπόλησης και στα τραντάγματα της συνείδησης;».




Κυριότερα έργα

Salons (184518461859)
La Fanfarlo (Η Φανφαρλό, 1847)
Du vin et du haschisch (Κρασί και χασίς, 1851)
L'art romantique (Η ρομαντική τέχνη, 1852)
Les Fleurs du mal (Τα Άνθη του Κακού1857)
Les Paradis artificiels (Τεχνητοί παράδεισοι, 1860)
Réflexions sur quelques-uns de mes contemporains (Σκέψεις για κάποιους συγχρόνους μου, 1862)
Petits poèmes en prose ou Le Spleen de Paris (Μικρά ποιήματα σε πεζό ή Η μελαγχολία του Παρισιού, 1862 ― ελλην. μετάφρ. Στέργιος Βαρβαρούσης, "ΕΡΑΤΩ"
Le Peintre de la vie moderne (Ο ζωγράφος της σύγχρονης ζωής, 1863)
L'œuvre et la vie d'Eugène Delacroix (Το έργο και η ζωή του Ευγένιου Ντελακρουά, 1863)
Curiosités esthétiques (Αισθητικά παράδοξα, 1868)
Journaux intimes (Απόκρυφα ημερολόγια, 1851-1862

Ο Μπωντλαίρ υπήρξε επίσης ο πρώτος μεταφραστής, στα γαλλικά, του Πόε (κυρίως μετέφρασε τις "Αλλόκοτες Ιστορίες"), συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην διάδοση του έργου του στην Ευρώπη. Αρκετοί θεωρούν πως κάποιες μεταφράσεις του Μπωντλαίρ είναι ανώτερες ακόμα και των πρωτότυπων κειμένων.

 ----------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ




users.uoa.gr/.../charles_baudelaire_poems....





inaoussa.gr/index.php/.../1226-kataramenoi-poiites-oi-themeliwtes

tvxs.gr/.../επέτειος-γέννησης-του-«καταραμένου-ποιητή»-charles-baudel...







  --------------------------------------------------------------------------------------







=======================================================


Charles Baudelaire


(FR)
« Vois sur ces canaux / Dormir ces vaisseaux / Dont l'humeur est vagabonde;
C'est pour assouvir / Ton moindre désir / Qu'ils viennent du bout du monde. »
(IT)
« Vedi sui canali / Vascelli addormentati / D'estro vagabondo;
Per soddisfare ogni / Tuo desiderio, / Vengono dai confini del mondo. »

(C. Baudelaire, Invito al viaggio, in I fiori del male, trad. Cosimo Ortesta)

Baudelaire fotografato da Étienne Carjat, circa 1862

Charles Pierre Baudelaire (Parigi, 9 aprile 1821 – Parigi, 31 agosto 1867) è stato un poeta, scrittore, critico letterario, critico d'arte, giornalista, filosofo, aforista, saggista e traduttore francese.

 
Firma di Baudelaire

È considerato uno dei più importanti poeti del XIX secolo, esponente chiave del simbolismo, affiliato del parnassianesimo e grande innovatore del genere lirico, nonché anticipatore del decadentismo. I fiori del male, la sua opera maggiore, è considerata uno dei classici della letteratura francese e mondiale.

Il pensiero e la biografia di Baudelaire hanno influenzato molti autori successivi a lui (come ad esempio i "poeti maledetti" come Verlaine, Mallarmé e Rimbaud, ma anche gli scapigliati italiani come Emilio Praga, lo scrittore Marcel Proust, Edmund Wilson, Dino Campana, e, in particolar modo, Paul Valéry), appartenenti anche a correnti letterarie e vissuti in periodi storici differenti, e viene ancor oggi considerato non solo come uno dei precursori della letteratura decadente, ma anche di quella poetica e di quella filosofia nei confronti della società, dell'arte, dell'essenza dei rapporti tra esseri umani, dell'emotività, dell'amore e della vita che lui stesso aveva definito come "modernismo".

Biografia

La giovinezza

Baudelaire , Autoritratto


Il generale Aupick, patrigno di Baudelaire

Charles Baudelaire nacque a Parigi, in Francia, il 9 aprile 1821 in una casa del quartiere latino, in rue Hautefeuille nº 13, e venne battezzato due mesi dopo nella chiesa cattolica di Saint-Sulpice. Suo padre si chiamava Joseph-François Baudelaire; si trattava di un ex-sacerdote e capo degli uffici amministrativi del Senato, amante della pittura e dell'arte in genere, e come prima moglie ebbe Jeanne Justine Rosalie Jasminla, dalla quale ebbe Claude Alphonse Baudelaire, fratellastro del poeta. La madre di Charles era la ventisettenne Caroline Archimbaut-Dufays, sposata da Joseph-François dopo la perdita della prima moglie.

All'età di sei anni Baudelaire restò orfano del padre, allora sessantenne, il quale fu sepolto nel cimitero di Montparnasse. Caroline, rimasta vedova, riversò sul figlio tutta la sua ricchezza affettiva, ma l'anno successivo decise di sposarsi con Jacques Aupick, un tenente colonnello che, a causa della sua freddezza e rigidità (nonché del perbenismo borghese di cui era intriso), si guadagnò ben presto l'odio del giovane Charles, in età adolescenziale. Baudelaire non perdonò mai alla madre questo "tradimento" e da allora il rapporto tra i due divenne sempre più tormentoso, nutrito dagli impulsi di vendetta del figlio, che non dissociava più l'amore per la madre dal bisogno di farla soffrire e dai lamenti e rimproveri di lei, che al figlio erano altrettanto necessari.

Nel 1833 Charles entrò nel Collegio reale di Lione, città dove si trasferì la famiglia a causa del lavoro del patrigno. Al gennaio 1836 risale il ritorno a Parigi, dove Aupick ricevette una promozione a colonnello; all'età di 14 anni Baudelaire iniziò a frequentare il collegio Louis-le Grand, con risultati altalenanti. Un suo compagno di classe lo descrisse così:

« Era molto più raffinato e distinto degli altri studenti del liceo [...] siamo legati l'uno con l'altro [...] da condivisi gusti e simpatie, il preconscio amore per le fini opere di letteratura. »
Baudelaire si rivelò incostante nello studio, a volte era diligente, altre volte era più soggetto ad oziare. Fu espulso dal liceo nel 1839, nonostante il suo buon profitto (nel 1837, infatti, ottenne il secondo premio di composizione in versi latini), per indisciplina: si era infatti rifiutato di consegnare al professore un biglietto che un compagno gli aveva passato in classe. Nonostante questo inconveniente, Baudelaire riesce pochi mesi dopo a conseguire il diploma di "baccalauréat", al liceo Saint-Louis.

 
Jeanne Duval, per lungo tempo musa ed amante di Baudelaire, ritratta da Édouard Manet.

Finito il liceo, il giovane si mostrò indeciso sul proprio futuro ed insofferente alle scelte che Aupick aveva in mente per lui; si appassionò però alla carriera letteraria, che lo portò a conoscere artisti e scrittori dediti ad uno stile di vita bohémien, che lo spinse per altro ad accumulare debiti. Durante questo periodo cominciò inoltre a frequentare prostitute e contrasse presumibilmente la gonorrea e la sifilide. Nel 1840 intrattenne una relazione con una ragazza di nome Sarah, una giovanissima prostituta ebrea. Nel 1841, a causa della frequentazione di cattivi ambienti e del suo stile di vita dissoluto, su decisione del consiglio di famiglia fu imbarcato su una nave, la Paquebot des Mers du Sud, diretta verso Calcutta, in India. Egli si ferma prima sull'isola di Bourbon, poi su quella di Maurice. Nonostante ciò, il giovane Baudelaire decise di non portare a termine il viaggio e quindi il 4 novembre si imbarcò sulla nave Alcide, facendo ritorno in Francia. Da questa esperienza tuttavia nacque la passione di Baudelaire per l'esotismo, che si rifletterà in seguito nella sua opera di maggior successo: I fiori del male.

 
Ritratto di Charles Baudelaire di Émile Deroy, 1844

Dieci mesi dopo la sua partenza per l'India, una volta rientrato a Parigi, ormai maggiorenne, Baudelaire comincerà a svolgere una vita da bohèmien grazie all'eredità paterna, proseguendo la sua vita all'insegna della carriera letteraria. È in questo periodo che comincia a scrivere le prime composizioni de I fiori del male, affermandosi inoltre come critico d'arte e giornalista.

Nel 1842 si avvicinò alla figura di Gautier, prendendolo a modello sia nell'ambito spirituale che in quello artistico, e nello stesso periodo incontrò Jeanne Duval, "La Venere Nera" che "lo torturava ogni giorno" (così diceva la madre di Baudelaire), una danzatrice e attrice teatrale di origini haitiane, africane e francesi, figlia illegittima di una prostituta di Nantes, con la quale Baudelaire visse un'appassionata e turbolenta storia d'amore, che diverrà per il poeta fonte di notevoli spunti letterari. Secondo la madre di Baudelaire, Duval prosciugava suo figlio di ogni avere ed opportunità. Jeanne Duval venne abbandonata dalla sua famiglia.

Il lussuoso stile di vita portò Baudelaire nel frattempo a prendere alloggio al centralissimo Hotel de Pimodan sull'isola di Saint-Louis dove, nello studio, teneva il proprio ritratto, opera di Pierre Dufay, frutto della sua repentina celebrità nei circoli artistici come dandy e spendaccione; le tende oscuravano solo la parte inferiore della finestra sulla Senna, così da lasciar vedere esclusivamente il cielo.

La carriera

 
La prima edizione de I fiori del male, con le note di Baudelaire

Nonostante non avesse pubblicato ancora nessuna opera, già nel 1843 Baudelaire era conosciuto nei circoli letterari Parigini come un dandy dedito a spese e lussi che spesso non poteva neppure permettersi, circondandosi di opere d'arte e libri; i generosi dispendi economici del suo tenore di vita intaccarono rapidamente la metà del patrimonio paterno costringendo la madre, dietro consiglio del patrigno, ad interdire il giovane ed affidare il suo patrimonio ad un notaio.

In questo periodo entrò a far parte del Club des Hashischins, un circolo di letterati e intellettuali dediti all'esplorazione delle esperienze e delle allucinazioni prodotte dalle droghe (prima fra tutte l'hashish), che si ritrovavano spesso all'Hôtel de Lauzun; il gruppo comprendeva personalità rinomate, oltre a Baudelaire, quali Jacques-Joseph Moreau, Théophile Gautier, Gérard de Nerval, Honoré de Balzac, Eugène Delacroix ed Alexandre Dumas padre (Gautier dedicò un articolo di giornale al club intitolato Le Club des Hachichins e pubblicato sul Revue des Deux Mondes nel febbraio 1846).

Sempre in questi anni conobbe Balzac e continuò a produrre alcuni dei componimenti de I fiori del male. Al 1845 risale la prima pubblicazione, la recensione critica del Salon del 1845; il lavoro di Baudelaire si guadagnò parecchie attenzioni in campo artistico, per l'audacia delle idee esposte e per la competenza dimostrata dall'autore.

A questo primo "successo" personale faceva contrasto però il suo stile di vita: sempre più pressato da debiti, dubbioso sul proprio futuro, solo e con una condizione psicologica precaria, Baudelaire tentò per la prima volta il suicidio. Si ferì soltanto lievemente e superò il trauma fisico con una convalescenza relativamente breve; la madre, nonostante il figlio stesse vivendo un periodo evidentemente disastroso, non lo andò mai a visitare ignorando le sue richieste, probabilmente per ordine di Aupick.

Nel 1846 Baudelaire si occupa nuovamente del Salon, collaborando con riviste e giornali attraverso articoli, saggi e critiche d'arte. La sua fama continua a crescere, soprattutto perché in quest'opera si fa sostenitore del Romanticismo e di Delacroix[6]. Allo stesso anno risale anche l'importante esordio come poeta con l'opera A una signora creola, mentre l'anno successivo pubblicherà la sua unica novella, intitolata La Fanfarlo, nella quale si intravedono anche alcuni abbozzamenti da opera teatrale.

Nel 1848 prende parte ai moti rivoluzionari parigini e sale anche lui sulle barricate insurrezionaliste, seppure la sua posizione politica non fosse radicata e difesa con convinzione, quanto spinta dalla foga del momento e dalla situazione storico-sociale parigina. Tuttavia, Baudelaire vedrà sfumare la possibilità di una vittoria e di una "liberazione" dalle sanguinarie giornate successive alle proteste, dalla proclamazione della Seconda Repubblica francese e dalla conseguente instaurazione del regime bonapartista di Napoleone III. Questa sconfitta lascerà una ferita profondissima nell'animo di Baudelaire, tanto che diventerà il vertice finale in cui confluirà tutta la sua poesia.

La vita di Baudelaire nei primi anni della seconda metà dell'Ottocento permaneva nelle medesime condizioni di precarietà provate nei periodi passati, tra alloggi momentanei, debiti pressanti, lavori altalenanti ed una salute cagionevole. Inizia ad amare la musica di Richard Wagner (dopo aver ascoltato il preludio del Lohengrin e del Tannhäuser) e lo scrittore Edgar Allan Poe, cui dedicherà diversi articoli e personali traduzioni in francese; queste ultime raggiungeranno un discreto successo, venendo pubblicate su Le Pays. Poe ed il romanzo gotico rappresenteranno per Baudelaire una potente influenza, che risulterà più evidente in svariati componimenti de I fiori del male. Il suo impegno giornalistico si determinò inoltre nelle varie critiche d'arte, pagine di grande modernità ed originalità che si fondono profondamente con l'estetica del tempo e con la poetica dei suoi versi.

I fiori del male

Henri Fantin-Latour
Hommage à Delacroix
Da sinistra, seduti: Louis Edmond Duranty, Henri Fantin-Latour, Jules Champfleury e Charles Baudelaire. Da sinistra, in piedi: Louis Cordier, Alphonse Legros, James Whistler, Édouard Manet, Félix Bracquemond e Albert de Balleroy. Al centro, un ritratto di Eugène Delacroix.


Carlos Schwabe
Spleen et Ideàl

Les Fleurs du Mal: il titolo di quest'opera riassume a pieno l'idea di bellezza propria del poeta francese. Il male, come il bene, ha i suoi fiori, le sue bellezze. Il male risulta però più attraente e più accattivante. Quest'opera evoca il "viaggio" immaginario, tipico della concezione di vita di Baudelaire. Si parte infatti dall'angoscia di vivere (Spleen), al quale si contrappone da una parte un ideale divino (Idéal), fatto di corrispondenze naturali, d'amore e bellezza, al quale si può arrivare solo tramite la bellezza ideale. Dall'altra parte abbiamo poi la morte, altra fonte di salvezza. Ci arriviamo attraverso il male, la ribellione contro tutto ciò che ci circonda, ma soprattutto contro Dio, con l'utilizzo di droghe e alcol, che rappresentano il tentativo del poeta di trovare rifugio, scoprendo però che sono capaci di donare solo una breve illusione di libertà (Enivrèz Vous - "Ubriacatevi").

I fiori del male esprimono dunque la vita secondo Baudelaire, divisa nelle seguenti sezioni: Spleen et Idéal, Quadri Parigini, Il Vino, Fleurs du Mal, Rivolta, La Morte. Il significato della scelta del titolo è anche molto importante. ha un doppio valore simbolico; infatti il "fiore", nascendo dalla terra, fa parte della natura maligna e perciò viene detto "del male".

Gli ultimi anni

Baudelaire venne processato nel 1857, per la pubblicazione de I Fiori del Male, insieme al suo editore, Auguste Poulet-Malassis. Baudelaire venne accusato di "offendere la morale pubblica e il buon costume". Essendo già incastrato in una situazione difficile a causa della sua partecipazione alla rivoluzione del 1848, Baudelaire e il suo editore vennero processati e lo scrittore dovette pagare una multa di 300 franchi ed eliminare 6 poesie considerate "oscene". Il 28 aprile dello stesso anno muore il patrigno di Baudelaire, il generale Aupick. Tuttavia, Baudelaire non si arrese al volere dell'imperatore Napoleone III e nel 1861 pubblicò una nuova edizione de I Fiori del Male, con l'aggiunta di 35 nuove poesie inedite. Nel 1866 pubblicò la raccolta Les Épaves, in cui inserì le poesie che le autorità gli avevano ordinato di eliminare dalla prima edizione de I Fiori del Male.

Baudelaire in questi anni si dedicò alla traduzione di varie opere, tra cui Le confessioni di un mangiatore d'oppio di Thomas de Quincey[10], Storia di Arthur Gordon Pym di Poe e alcuni scritti di Hoffmann. Si dedicò anche al completamento di alcune opere che vengono considerate (insieme a I Fiori del male) i suoi capolavori, come ad esempio Lo spleen di Parigi (intitolato all'inizio Piccoli Poemi in prosa) e si impegnò anche in una serie di recensioni e di critiche artistiche intitolata Exposition universelle e pubblicata su Le Pays; scrisse anche per conto di alcuni giornali delle recensioni e critiche letterarie sulle opere di alcuni suoi conoscenti ed amici, tra cui Gustave Flaubert (L'Artiste, 18 ottobre 1857) e Gautier (Revue contemporaine, settembre 1858, periodo in cui tra l'altro il giornale pubblicò anche De l'idéal artificiel e Le poème du haschisch); Charles scrisse anche vari articoli e poemi che conferì poi ad Eugene Crepet, tra cui Poètes français, Les Paradis artificiels (nel quale si percepisce una notevole influenza da parte di de Quincey ma che non ottenne grande successo di pubblico) ed Opium et haschisch (1860).

Dal 1859 in poi, lo stato di salute fisica di Baudelaire si aggravò terribilmente (anche a causa della sua dipendenza da laudano) e, a causa dello stress e delle precarie condizioni economiche in cui viveva, Charles cominciò ad invecchiare notevolmente, anche nell'aspetto fisico. Alla fine la madre, cessato il suo presunto risentimento nei confronti del figlio, decise di riprenderlo a vivere con sé per qualche tempo nella sua attuale casa, ad Honfleur. Charles in questo periodo divenne incredibilmente pacifico e produttivo nella nuova casa e nella cittadina di mare, ed il poema Le Voyage è forse il più emblematico manifesto di questa sua riappacificazione (con la madre, ma anche con se stesso) e di questa momentanea serenità, nonché dei suoi sforzi artistici nonostante l'aggravarsi della malattia (probabilmente la sifilide).

Nel 1860 venne colto da una prima crisi esistenziale. Le sue difficoltà finanziarie continuarono ad avvicinarsi sempre di più verso l'orlo del baratro e, poco dopo, il suo editore Auguste Poulet-Malassis finì anche lui in bancarotta nel 1861, motivo che presumibilmente lo portò a tentare per la seconda volta il suicidio nello stesso anno.

 
Tomba di Baudelaire e dei familiari al cimitero di Montparnasse, Parigi

La sua lunga relazione con Jeanne Duval, caratterizzata da alti e bassi e di tanto in tanto da riprese continue, perdurò; Charles accompagnò Jeanne, nel frattempo diventata cieca e sofferente per la sifilide, e l'assistette fino alla fine della sua vita. Jeanne Duval morì nel 1862, a Parigi. Nello stesso anno muore anche il fratellastro del poeta, provocandogli così un altro lutto. Le relazioni di Baudelaire con la cortigiana Apollonie Sabatier e con l'attrice teatrale Marie Daubrun (a quest'ultima aveva dedicato i versi della poesia Invito al viaggio), sebbene fossero state entrambe muse e fonti di ispirazione per lui, non produssero mai nessun soddisfacimento duraturo.

Nel 1864, dopo essere stato rifiutato all'Académie française, decise di recarsi a Bruxelles con la speranza di ricavare del denaro per mezzo di alcune conferenze, cercando anche di vendere i diritti delle sue opere. Vi trascorse invece giorni di assoluta miseria, tra indicibili sofferenze fisiche e morali. La monotonia e la noia di questo periodo rivivono nei pessimistici pensieri de Il mio cuore messo a nudo, nella ferocia del pamphlet Amenità belgiche (il cui titolo all'inizio era Pauvre Belgique! e che è conosciuto in Italia con il titolo La Capitale delle Scimmie) e in Razzi (Cohetes), opere a cui lavora con crescente disperazione e che rimarranno soltanto abbozzate. A queste si aggiungono anche i Diari intimi, le ultime opere di Baudelaire, anche queste scritte durante il momentaneo soggiorno a Bruxelles, che verranno poi riunite in una sola raccolta. A Bruxelles la sua dipendenza dalle droghe peggiorò ulteriormente, portandolo a fumare oppio e ad abusare degli alcolici.

Nel 1866 a Namur, mentre stava visitando la chiesa di Saint-Loup, venne colpito da ictus, emiplegia e afasia e rimase paralizzato nel lato destro del corpo; riportato a Parigi, con la sifilide arrivata ormai all'ultimo stadio, nella casa di cura del dottor Duval, cercò sollievo nelle droghe e nell'alcol, ma nel 1867, dopo una straziante agonia e aver ricevuto l'estrema unzione dalla Chiesa cattolica, Charles Baudelaire morì tra le braccia della madre, a soli 46 anni. Venne sepolto a Parigi nel cimitero di Montparnasse nella tomba di famiglia, senza alcun particolare epitaffio, insieme al padre adottivo, ed in seguito alla madre.

Il lavoro di Baudelaire rimase in gran parte disseminato in giornali e riviste. Dopo la morte del poeta, vennero pubblicati l'epistolario alla madre, nel 1872, e nel 1909 Il mio cuore messo a nudo, Razzi e Diari intimi. Infine la casa editrice Calmann-Lévy (che aveva già pubblicato alcune opere di Baudelaire) acquistò i diritti su tutta la sua opera e provvide a riordinarla in sette volumi, pubblicati poi nel 1939.

Nel 1949 la Corte di Cassazione francese decise di riabilitare opere e memoria del poeta scomparso.

Il personaggio

Ritratto di Baudelaire, di Gustave Courbet, 1848-1849, Museo Fabre

Il personaggio "Charles Baudelaire" ha alimentato il mito del bohémien e del flâneur, lo studente povero o presunto tale, ribelle ed amante dei piaceri notturni, dell'assenzio e delle novità in fatto di costumi e di arte. Generazioni di studenti e di poeti si sono ispirati e ancora oggi si ispirano al poeta parigino. Figura in parte contrapposta in parte collocata al fianco del dandy e dell'esteta, Baudelaire incarna quella visione di gioventù romantica dedita all'eccesso e alla poesia, un po' cupa e rivoluzionaria.

Da sempre l'autore dei Fiori del male è stato assunto a vessillo antiborghese della contrapposizione produttiva, di quel mito romantico che vede nel giovane che si allontana dalla famiglia e che si dedica a droghe, all'alcol e all'arte non un problema della "societas" ma un portatore del nuovo ed un artista all'avanguardia. Baudelaire infatti con i suoi scritti e la sua vita rappresenta tuttora l'artista e il poeta maledetto, figura iconografica che segna ancora profondamente la visione dell'intellettuale e del poeta ai giorni nostri.

Baudelaire e le donne

Apollonie Sabatier, bohèmienne e amante di Baudelaire, ritratta da Vidal.

Uno dei temi che fa da fulcro alla poesia di Baudelaire è quello dell'amore, che significa anche gusto per la vita, fascino per la bellezza, sogno di un altrove dove l'esistenza possa trascorrere serena e carica di promesse.

Nel 1852, anno in cui pubblicò il suo studio sull'opera di Poe, Baudelaire tentò di sedurre Madame Sabatier, musa di vari artisti, che ispirò alcune delle poesie più belle de Le Fleurs du mal e che rappresenta, nell'immaginario del poeta, il polo dell'amore sublime e mistico, corrispondente alla ricerca del Bello ideale. Jeanne Duval invece occupa il polo dell'amore carnale, che può essere affascinante e diabolico, ma anche nettamente sadico e mortifero, e in quanto tale corrisponde al richiamo del baratro e dell'autodistruzione.

 
Cenotafio a Baudelaire, Cimitero di Montparnasse

Tutto ciò che Baudelaire ha scritto sulla donna è dominato da un desiderio di purezza impossibile e dalla volontà di non sottrarsi alla denuncia anche brutale della cruda verità. Una delle fantasie "ridicole" di cui si era macchiata l'epoca in cui gli era toccato di vivere era stata quella di abolire le tracce del peccato originale. Il peccato che l'uomo vive non può essere abolito, è legato al piacere e al rimorso. Il piacere, fratello del disgusto, invade la coscienza di chi ha incontrato il male.

La donna, simbolo del peccato, diventa, per il demone della contraddizione da cui egli è torturato, oggetto di culto e di esecrazione. L'adorazione della donna si confonde con un'ossessiva forma di misoginia. Questo atteggiamento di avversione o repulsione per la donna ha una ragione ora tragica ora satirica. La donna è vicina alla natura, cioè abominevole; è sempre volgare e quindi l'opposto del dandy, meraviglioso simbolo di lotta estetica alla natura. Fa orrore perché legata ai propri bisogni; se ha sete beve, se ha fame mangia; Ella non sa separare l'anima dal corpo. Baudelaire riconosce nell'eterna Venere (nella sua convinzione di capriccio, d'isterismo, d'immaginazione) una delle forme più seducenti del diavolo, della cui esistenza è ben convinto. Egli si meravigliava che alle donne fosse permesso di entrare nelle chiese. "Di che cosa possono parlare - si domandava - con Dio?".

Per ribadire la ferma opposizione dei due sessi, che si guardano come nemici e che il caso, cioè l'amore, rende complici, Baudelaire almanacca che "amare le donne intelligenti sia un piacere da pederasti": dovremmo amare le donne quanto più esse le sentiamo diverse da noi.

L'atto dell'amore somiglia a una tortura o a un'operazione chirurgica. Anche quando due amanti sembrano fortemente presi l'uno dall'altro e pieni di reciproco desiderio, l'uno dei due sarà sempre più calmo o meno indemoniato dell'altro. Uno è il "chirurgo", l'altro il "paziente". Nella proclamazione di un silenzio, che è il sadismo, la voluttà unica e suprema dell'amore consiste nella certezza di fare il male, e l'amore è un delitto in cui non si può fare a meno del complice. L'inferno, il diavolo, il peccato, fonte di piacere e di dolore, l'amore che si allontana sempre di più dalla semplicità e dal candore della natura, e nessuna volontà di cancellare quelle macchie depositate dal male e averne alcuna consolazione, a vivere nel proprio inferno fino all'ultimo: questo fu il destino di Baudelaire.

Simbolismo e allegorismo

Il senso di disagio provocato dalla violenta trasformazione socio-economica dell'Ottocento si è manifestato in due diverse poetiche nell'opera di Baudelaire:

 
Busto di Baudelaire ai Giardini del Lussemburgo, Parigi

La prima, quella del simbolismo, è generata da un grande desiderio di ritrovare quel forte legame tra la società pre-industriale e la natura. Sono poste in risalto le analogie tra uomo e natura e sono accostati i diversi messaggi sensoriali provenienti dal mondo naturale, espressi attraverso la figura retorica della sinestesia;

La seconda, l'allegorismo, deriva dal tentativo di sottolineare il profondo distacco della vita rispetto alla nuova realtà industriale, proponendo al lettore spunti di riflessione che richiedono un'attività razionale per essere compresi. Però il suo allegorismo rappresenta anche il rifiuto dell'oggettivismo scientifico, che tarpa la fantasia per richiuderla entro regole logiche, con ciò privando l'uomo del suo bene più prezioso.

La poetica

L'opera di Baudelaire, che avvertì la crisi irreversibile della società del suo tempo, è varia e complessa. La sua poesia, incentrata sulla perfezione musicale dello stile (egli stesso lo definì "matematico"), aprì la strada al simbolismo e allo sperimentalismo, che avranno forti ripercussioni nella poesia del Novecento. Particolare importanza ebbero anche i suoi scritti di critico e di studioso di problemi estetici, che confluirono e si consolidarono in un lavoro a latere. Baudelaire non appartenne a nessuna scuola, fu indipendente, nonostante la sua poesia derivi direttamente dal romanticismo. Sebbene i sentimenti che lo ispirarono fossero puramente romantici, seppe esprimerli in una forma nuova, attraverso dei simboli che riflettevano le sensazioni del mondo inconscio.

La "psicologia" di Baudelaire si basa sul conflitto tra l'orrore e l'estasi, che si realizzano nello Spleen et Ideàl, sull'amore non solo fisico ma anche platonico, sul rifiuto dei valori del realismo e del positivismo, primeggiando invece la sensibilità, l'irrazionalità, la malinconia, la verità umana al centro dell'universo; la preferenza e l'esaltazione di un mondo ideale, immaginario, onirico, nel quale fuggire, poiché il mondo reale è orribile, spaventoso, fatto solo di delusioni e di dolore. Questa visione della vita, del mondo, della società e della natura ha portato alla diffusione del simbolismo, ma anche alla nascita del decadentismo, che deriva proprio dalla corrente simbolista, e che si sviluppa soprattutto in Francia e in Italia.

 
Albatro in volo

Fu il poeta della città "febbrile", pervertita, dei vizi e delle miserie degli uomini; ma anche la ricerca ansiosa dell'ideale, il desiderio e la paura della morte, la fuga dalla vita monotona e normale, la complessità e le contraddizioni interiori dell'uomo, furono temi ricorrenti della sua poesia. Nella poesia L’Homme et la mer, Baudelaire compara il mare all'animo umano. L'immensità della distesa marina, la mutevolezza delle sue onde, diventano immagini simboliche che corrispondono ai diversi aspetti e al mistero dell'animo umano. L'esasperazione della ricerca romantica si razionalizza nella coscienza dell'avvenuta frattura storica tra l'immagine dell'arte e la sostanza della vita, tra idéal e spleen. La negazione della morale collettiva e la rappresentazione del male, del demoniaco e del grottesco vengono ideologicamente poste a fondamento della vita così come della poesia.

Per Baudelaire il poeta è il sacerdote di un rito, il veggente che sa scorgere nel mondo naturale misteriose analogie, corrispondenze nascoste; ma è anche l'artista capace di usare la parola poetica e il verso sapientemente costruito, limpido e puro, per esprimere le sue intuizioni e i suoi sentimenti.

"Il poeta" - scrive Baudelaire - "è come l'albatro". L'albatro domina col suo volo gli spazi ampi: le sue grandi ali lo rendono regale nel cielo ma se gli capita di essere catturato dai marinai si muove goffo e impacciato sul ponte della nave e diventa oggetto di scherzi e di disprezzo; e sono proprio le grandi ali che lo impacciano nel muoversi a terra.

Anche il poeta, trasgressivo e maledetto, è abituato alle grandi solitudini e alle grandi profondità delle tempeste interiori e in queste dimensioni domina sovrano; anche lui, come l'albatro, può sembrare goffo e impacciato nella realtà quotidiana, nella quale non si muove a suo agio. Il poeta insomma ha il dominio della realtà fantastica, ma nella realtà materiale è un incapace e riceve l'incomprensione e il disprezzo degli uomini, esattamente come accade all'albatro.

Il poeta, secondo Baudelaire, è venuto sulla terra per interpretare la realtà alla luce del suo sogno, ribelle alle convenzioni, inabile alla vita pratica, destinato a gettare il discredito sulle comuni passioni, a sconvolgere i cuori, a testimoniare per mezzo dell'Arte d'un mondo magicamente e idealmente perfetto.

Il modernismo e la lirica baudelairiana

Baudelaire disegnato da Manet, 11,5 x 7,5 cm (1862- 1868)

Charles Baudelaire è stato da molti definito il padre della "modernità", parola utilizzata dallo stesso poeta per esprimere la particolarità dell'artista moderno: la sua capacità di vedere nella metropoli che lo circonda non solo la decadenza dell'uomo ma anche di avvertire una misteriosa bellezza fino ad allora mai scoperta. Il problema che si pone Baudelaire è proprio questo: come sia possibile la poesia in una società così commercializzata e tecnicizzata?

In molti hanno cercato una linea di continuità tra Baudelaire e i Romantici (e Baudelaire ne conosceva: Lamartine, Hugo, Musset, Vigny...) ma da questi ultimi si distanzia per quel processo di "spersonalizzazione" portato poi agli estremi da Arthur Rimbaud.

I Fiori del male non sono una lirica di confessione, né tanto meno la raccolta va intesa come un diario di situazioni private. Il primo passo che porta alla spersonalizzazione della poesia è la scelta, adottata dal poeta, di non datare nessuno dei suoi componimenti (contrariamente a quanto fece Hugo, conoscente di Baudelaire). Benché le poesie della raccolta seguano un percorso, questo non è autobiografico, ma di tipo tematico. I temi presenti nella raccolta non sono molti e si è voluto vedere in questo della sterilità. In verità con la concentrata tematica della sua poesia, Baudelaire soddisfa quel suo principio di non abbandonarsi all'"ebbrezza del cuore".

L'atto che conduce alla poesia pura si chiama lavoro, è metodica costruzione di un'architettura. Les Fleurs du Mal non vogliono essere un semplice album, ma un'opera che ha "un commencement et une fin" ("un inizio e una fine"). Dopo una poesia introduttiva che anticipa il complesso dell'opera, il primo gruppo di poesie (Spleen et Idéal) presenta il contrasto tra lo slancio e la caduta. Il gruppo seguente (Tableaux Parisiens) mostra il tentativo di un'evasione nel mondo esterno della metropoli, tentativo che, non portando a nessun risultato, sfocia in un'evasione nel paradiso dell'arte. È questo il tema del terzo gruppo, Le Vin. Neppure questo però porta ad una serenità. Ne consegue l'abbandonarsi alla fascinazione del distruttivo (nel quarto gruppo che ha lo stesso titolo della raccolta, Les Fleurs Du Mal). La conseguenza di tutto ciò è la sarcastica ribellione contro Dio (Révolte). Come ultimo tentativo non resta che cercare pace nella morte: così si conclude l'opera nel sesto e ultimo gruppo di poesie, dal titolo, appunto, La Mort.

Il termine modernità (modernité), coniato da Charles Baudelaire, designava la sfuggevole ed effimera esperienza della vita condotta nella metropoli e nella città, e anche la responsabilità che l'arte ha di catturare quell'esperienza e di esprimerla nelle forme più disparate, suggestive ed originali.

Il modernismo e la trasformazione dei valori e delle sensazioni di Baudelaire contribuirono, storiograficamente e terminologicamente parlando, alla nascita della cosiddetta poesia moderna, evolutasi, dopo la morte del poeta, grazie all'aiuto dei suoi seguitori e di scrittori come Rimbaud e Mallarmé e che ha cominciato a decadere intorno al XX secolo con la nascita e la diffusione di nuovi movimenti artistici "d'avanguardia" (anche questo termine fu coniato da Baudelaire) come l'espressionismo e il surrealismo, fino all'ascesa del postmodernismo e dell'inizio dell'età contemporanea.

Galleria d'immagini[modifica 
Disegni

Autoritratto di Baudelaire.


 
Jeanne Duval disegnata da Baudelaire sul foglio di una poesia.

 
Illustrazione per I Fiori del Male, di Carlos Schwabe, 1900.

 
Autografo di Baudelaire.


 
Targa sulla facciata dell'hotel di Quai Voltaire, Parigi.

 
Targa al numero 1 di rue du Dôme, Parigi.

 
Targa con incise le parole della poesia À une passante di Baudelaire a Zoeterwoudsesingel, Leida, Paesi Bassi.

 
L'Hotel de Dieppe, a Parigi, dove Baudelaire viveva prima di andare in Belgio.

 
Rue Charles-Beaudelaire, Parigi.

 
Monumento a Baudelaire di Pierre Félix Masseau, 1933, inaugurato il 22 aprile 1941, Parigi, Giardini del Lussemburgo.

 
L'Hotel de Lauzun, dove Baudelaire si riuniva insieme al Club des Hashischins.

 
L'Hotel Lefebvre de la Malmaison, dove soggiornò Baudelaire dal 1842 al 1843.

 
Cenotafio di Baudelaire, scolpito da José de Charmoy, Cimitero di Montparnasse, Parigi.

 
Particolare dell'angelo sul cenotafio di Baudelaire.

Opere

Nadar
Charles Baudelaire
1855

Il salone del 1845 (Salon de 1845, 1845)
Il salone del 1846 (Salon de 1846, 1846)
La Fanfarlo (1847, novella)
Del vino e dell'hashish (Du vin et du haschisch, 1851)
Fusées (1851)
L'Arte romantica (L'Art romantique, 1852)
Morale du joujou (1853, riscritto nel 1869)
Esposizione universale (Exposition universelle, 1855)
I fiori del male (Les Fleurs du mal, 1857)
Il poema dell'hashish (Le Poème du haschisch, 1858)
Il salone del 1859 (Salon de 1859, 1859)
I paradisi artificiali (Les Paradis artificiels, 1860)
La Chevelure (1861)
Réflexions sur quelques-uns de mes contemporains (1861)
Richard Wagner et Tannhäuser à Paris (1861)
Il pittore della vita moderna (Le Peintre de la vie moderne, 1863)
L'opera e la vita di Eugène Delacroix (L'œuvre et la vie d'Eugène Delacroix, 1863)
Il mio cuore messo a nudo (Mon cœur mis à nu, 1864)
I Relitti (Les Épaves, 1866)
Curiosità estetiche (Curiosités esthétiques, 1868, raccolta di articoli e saggi)
Lo spleen di Parigi o Poemetti in prosa (Petits poèmes en prose ou Le Spleen de Paris, 1869) postumo
L'Arte romantica (L'Art romantique, 1869)
Diari intimi (Journaux intimes, 1851-1862)
Lettere alla madre (1872, raccolta di lettere)
Razzi (1897)
La Capitale delle Scimmie (postumo)
Pauvre Belgique! (pamphlet incompiuto iniziato nel giugno 1864)

Nella cultura di massa

Pittura

Il pittore Édouard Manet, amico di Baudelaire, decise di commemorarlo insieme ad altri artisti, ritraendoli nel dipinto Musica alle Tuileries, dove appunto compare anche Baudelaire.
Nel dipinto L'Atelier du peintre, di Courbet, sono ritratti sia Charles Baudelaire che Jeanne Duval.

Cinema

I Fratelli Baudelaire, personaggi fittizi del film Una serie di sfortunati eventi, prendono il loro cognome dall'omonimo scrittore.

Musica

Il cantautore francese Serge Gainsbourg pubblicò nel 1962 la canzone Le serpent qui danse come terza traccia del suo album N°4, versione musicata dell'omonima poesia contenuta nella raccolta i fiori del male.
Diamanda Galas mise in musica la poesia "Le litanie di Satana" nel celeberrimo brano omonimo del 1982, nel quale sono presenti performance recitative della poesia stessa.
Il gruppo francese Marc Seberg ha scelto il testo Recueillement per l'album Le Chant des Terres nel 1985.
La cantautrice francese Mylène Farmer ne ha fatto lo stesso con L'Horloge per l'album Ainsi soit je... nel 1988.
Il cantante italiano Franco Battiato ha messo in musica Invitation au voyage come Invito Al Viaggio nel suo album Fleurs (Esempi Affini Di Scritture E Simili) del 1999.
Alcest, musicista francese blackgaze, ha messo in musica alcune poesie di Baudelaire, tra cui Elevation, nell'EP Le Secret (2005).
Il gruppo italiano Baustelle gli dedica la canzone Baudelaire, contenuta nell'album Amen.
Il rapper italiano Marracash si ispira alla poesia L'Albatros di Baudelaire per comporre il brano L'albatro, in collaborazione con Dargen D'Amico e Rancore e presente nel mixtape Roccia Music II.
Il gruppo rock pugliese C.F.F. e il Nomade Venerabile ha musicato Spleen, facendone una canzone, Un jour noir, contenuta nell'album Lucidinervi.
Il gruppo italiano Il Teatro degli Orrori con la canzone E lei venne contenuta nell'album Dell'impero delle tenebre ha musicato, rivisitandola, la poesia Il vino dell'assassino.
La band francese Peste Noire ha messo in musica le poesie Le mort joyeux e Spleen.
Il gruppo musicale inglese The Cure ha usato la traduzione inglese de "Les yeux des pauvres" come testo per la canzone "How Beautiful You Are".

========================================

FONTE

Charles Baudelaire - Wikipedia


                                     Chi era Charles Baudelaire

                     Charles Baudelaire e I Fiori del Male -- Valerio Magrelli


Δημοσίευση σχολίου